Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ… ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ!




Ἡ θύρα τοῦ καπηλειοῦ ἄνοιξε μέ φόρα κι ὁ νέος πού μπῆκε ἔτρεξε τρέμοντας ἀπό τή συγκίνησή του πρῶτα στόν κάπελα κι ἔπειτα σέ μιά παρέα πού βρισκόταν γύρω ἀπό ἕνα τραπέζι κι ἔπιναν κρασί.
«Γέννησε ἡ γυναίκα μου, φίλοι μου, γέννησε», φώναξε μέ σπασμένη φωνή, «ἔκανε ἀγόρι, ἔγινα πατέρας! Κάπελα, δῶσε κρασί σέ ὅλους τούς φίλους μου, ἀλλά καί σ’ ὅλους ὅσοι βρίσκονται τώρα ἐδῶ. Δικό μου τό κέρασμα. Τέτοια χαρά δέν ἔχω ξαναζήσει στή ζωή μου!»  Μιλοῦσε μέ πιασμένη τήν ἀναπνοή, ἐνῶ τά μάτια του ἔλαμπαν, προσπαθώντας πρῶτος αὐτός νά χωνέψει τό γεγονός. Κάθε συζήτηση σταμάτησε πρός στιγμήν καί ὅλοι οἱ θαμῶνες στράφηκαν γιά νά τόν δοῦν καί νά καταλάβουν τό τί τούς ἔλεγε. «Ἔγινα πατέρας, ἔγινα πατέρας», ἐπανελάμβανε ἐκεῖνος σάν χαμένος.

«Μπράβο, νά ζήσει τό παιδί, νά τό χαίρεσαι!» εἶπε ὁ μαγαζάτορας, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε μέ προθυμία νά γεμίσει τά ἄδεια ποτήρια τῶν ἀνθρώπων, καί μαζί μ’ αὐτόν τοῦ εὔχονταν καί οἱ ἄλλοι τῆς παρέας κι ὅλος ὁ κόσμος τοῦ καπηλειοῦ, κάποιοι ἀπό τούς ὁποίους, οἱ πιό γνωστοί,  ἔσπευσαν νά σηκωθοῦν νά τόν χαιρετίσουν ἐγκάρδια καί νά τόν ἀσπαστοῦν. «Νά ζήσει, νά ζήσει ὁ νεαρός», τοῦ εὔχονταν καί τσούγκριζαν μαζί του τά ποτήρια τους.
«Καί… πῶς ἔγινε αὐτό;» ρώτησε ἕνας ἀπό τούς γνωστούς του, κλείνοντας… πονηρά τό μάτι στούς ἄλλους. «Ἐσύ δέν ἔλεγες ὅτι ἡ γυναίκα σου εἶναι στεῖρα καί δέν μπορεῖ νά συλλάβει; Ἄγγελος… Κυρίου τό ἔφερε;» Χαχάνισαν ὅλοι μέ τό… ἀστεῖο, ἀλλά ὁ νέος σοβάρεψε ἀπότομα, τράβηξε ἕνα κάθισμα γιά ‘κεῖνον καί τούς εἶπε. «Πράγματι, φίλοι μου, ὅσοι μέ ξέρετε, γνωρίζετε τό πρόβλημα πού εἴχαμε μέ τή γυναίκα μου. Τρία χρόνια παντρεμένοι, δέν μπορούσαμε νά κάνουμε παιδί. Ἀλλά συνέβη κάτι πού ἄλλαξε τήν πορεία τῶν πραγμάτων…», εἶπε κι ἄφησε ἕνα κενό νά αἰωρεῖται, πού κέντρισε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀνθρώπων.
«Τί δηλαδή συνέβη;» ἐπενέβη ὁ μαγαζάτορας, πού εἶχε ἀφήσει στή μέση τή δουλειά του γιά νά παρακολουθεῖ τήν κουβέντα. Ὅλων τά μάτια κρέμονταν ἀπό τά χείλη τοῦ νέου πατέρα.
«Πρίν ἀπό ἀρκετούς μῆνες, ἀπελπισμένος καθώς ἤμουν μέ τή στειρότητα τῆς γυναί
κας μου, περιφερόμουνα στήν πόλη. Εἶχα πάει καί στόν ναό μας γιά νά προσευχηθῶ. Μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μέ ἔπιασαν τά κλάματα καί οἱ λυγμοί τράνταζαν τό σῶμα μου. Σάν γαλήνεψα λίγο βγῆκα ἀπό τόν ναό καί λίγο πιό πέρα συνάντησα τόν γνωστό σέ ὅλους μας ἀββᾶ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει, ὅπως ἔρχεται κατά καιρούς, γιά νά πουλήσει τά ἐργόχειρά του, τά καλάθια πού πλέκει. Μιά σκέψη καρφώθηκε στόν νοῦ μου: ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ αὐτός, θά μποροῦσε μέ τήν προσευχή του νά παρακαλέσει γιά χάρη μου τόν Θεό νά δώσει λύση στό πρόβλημά μου».
«Εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος ὁ ἀββᾶς Δανιήλ», παρατήρησε ἕνας θαμώνας πού καθόταν λίγο πιό πέρα μόνος του, σκαλίζοντας καί κάποια χαρτιά πού εἶχε μαζί του. «Τόν γνωρίζω, εἶναι πολύ ἀσκητικός κι ἔχει μεγάλη δύναμη προσευχῆς. Πολύ καλά ἔκανες, ἄνθρωπέ μου».
«Λοιπόν, πράγματι τόν πλησίασα», ἔστρεψε ὁ νέος μέ εὐγνωμοσύνη τό βλέμμα του στόν ἄγνωστο γι’ αὐτόν ἄνθρωπο γιά τήν ἐπέμβασή του,  «καί τόν παρακάλεσα νά ἔλθει στό σπίτι μου νά διαβάσει μιά εὐχή στή γυναίκα μου, μήπως λυθεῖ ἡ στείρωσή της. Ἄλλωστε κι ἄλλες φορές  ἀπ’ ὅσα γνωρίζω ἀπό τήν ἱστορία τῆς Γραφῆς συνέβη κάτι τέτοιο. Κι ὁ ἅγιος Πρόδρομος δέν ἦλθε ὡς καρπός προσευχῆς τῶν γονιῶν του; Ἡ Ἐλισσάβετ ἡ μάνα του δέν ἦταν στεῖρα καί μάλιστα προχωρημένης ἡλικίας; Λοιπόν, παρακάλεσα τόν ἀββᾶ, ἀλλά αὐτός ἦταν ἀνένδοτος. Ἀρνιόταν νά ἔλθει, γιατί ἔλεγε ὅτι τέτοια δύναμη προσευχῆς ἔχουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ κι ὄχι αὐτός πού βρίσκεται μέσα στή ρυπαρότητα τῆς ἁμαρτίας. Ἐπέμεινα. Τόν πίεσα πολύ. Πρόσπεσα στά πόδια του. Στό τέλος κάμφθηκε. Ἄφησε τά καλάθια του σέ κάποιον γνωστό κι ἦλθε μέ βαριά καρδιά στό σπίτι μου».
«Καί τί ἔγινε;» ρώτησε ἕνας μέ ἀδημονία. Προσευχήθηκε καί συνέλαβε ἡ γυναίκα σου;»
«Ἀκριβῶς ὅπως τό λές», εἶπε ὁ νέος. «Διάβασε εὐχή στή γυναίκα μου, ἡ ὁποία καί αὐτή μέ λαχτάρα τό δέχτηκε, μᾶς εὐλόγησε, μᾶς εὐχήθηκε καί ἔφυγε. Μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἡ γυναίκα μου μοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι κάτι νιώθει κι ὅτι μᾶλλον εἶναι ἔγκυος. Κρυβόταν βέβαια γιά πολύ – δέν ἤθελε νά συμβεῖ κάτι κακό - καί νά, λοιπόν, πού ἦρθε ἡ εὐλογημένη στιγμή… Δέν ἄντεξα τή χαρά νά τήν ἔχω μόνος μου. Ἔτρεξα καί τήν ἀνακοίνωσα σέ γνωστούς καί ἄγνωστους, ἦλθα τρέχοντας κι ἐδῶ… Καί… ἤδη ἔχω ἀργήσει. Πρέπει νά γυρίσω σπίτι, στή γυναίκα μου καί στό παιδί μου!»
Σηκώθηκε ὁ νέος, τούς χαιρέτισε ὅλους, τοῦ εὐχήθηκαν καί πάλι, ἔφυγε πλημμυρισμένος ἀπό εὐτυχία.
 
Γιά λίγο ἔπεσε σιωπή στό καπηλειό. «Ἄντε καί στά δικά μας οἱ ἀνύπαντροι», εἶπε γελώντας ἕνας νέος, καί ἦταν αὐτό πού ἔλυσε τή σιωπή κι ἄρχισαν καί πάλι οἱ κουβέντες καί τά γέλια. Μαζί ὅμως μέ τίς κουβέντες, ἦλθαν καί τά… μισόλογα κάποιων ἀθεόφοβων. «Σιγά τώρα, μήν ἔγινε καί θαῦμα!» εἶπε μέ κακότητα ἕνας μεσήλικας μέ σκοτεινό βλέμμα πού εἶχε… ξυνίσει μέ τό σχόλιο τοῦ μοναχικοῦ ἄνδρα γιά τόν ἀββᾶ Δανιήλ προηγουμένως. «Ὅλοι νομίζω ὅτι καταλάβαμε τί συνέβη, ἔτσι δέν εἶναι; Ἐγώ τό ἔλεγα ἐδῶ καί καιρό πού εἶχα δεῖ  κάποια στιγμή φουσκωμένη τή γυναίκα του…».
«Σάν τί δηλαδή; Τί ἐννοεῖς;» ρώτησε ἕνας ἀπό τήν παρέα τοῦ μεσήλικα, δείχνοντας ὅτι συμφωνεῖ μέ τό σχόλιό του καί γιά νά συνεχιστεῖ τό κουτσομπολιό.
«Ἔ, καλά τώρα! Φῶς φανάρι! Πῆγε ὁ καλόγερος τάχα γιά νά διαβάσει τήν εὐχή, ἀπομονώθηκε μέ τή γυναίκα κι ἔγινε ὅ,τι γίνεται σέ τέτοιες περιπτώσεις πού ὅλα σοῦ ἔρχονται στό… πιάτο! Ἡ γυναίκα δηλαδή δέν εἶναι ἄγονη, δέν εἶναι στεῖρα. Ἄγονος εἶναι ὁ νεαρός!»
«Ὁπότε τό παιδί εἶναι τοῦ… καλόγερου!» συμπλήρωσε ἕνας ἄλλος, «ἄρα τοῦ φίλου μας, τοῦ… πατέρα, τοῦ τά… φόρεσε κανονικά ἡ γυναίκα του», κι ἔκανε ἕνα σχῆμα πάνω ἀπό τό κεφάλι του, προκαλώντας τά χαχανητά κάποιων ἀπό τήν παρέα.
Ἀντέδρασε ὁ κάπελας, ἀντέδρασε ὁ μοναχικός ἄνδρας, ἀντέδρασαν καί κάποιοι ἄλλοι. Μά τά σχόλια ἄρχισαν τώρα νά δυναμώνουν ἀπό τούς λίγους, νά γίνονται λόγια φωναχτά, ἡ λάσπη νά ρίχνεται ἀπανωτά πάνω στόν ἀββᾶ Δανιήλ, νά παίρνει τή μορφή τῆς κατάκρισης τῶν παπάδων καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶχε βαρύνει πολύ. Τό εὐχάριστο νέο τοῦ ἐρχομοῦ ἑνός νέου ἀνθρώπου στόν κόσμο πού λίγο πρίν εἶχε γεμίσει μέ χαμόγελα τό καπηλειό, μεταστράφηκε σέ καταχνιά καί σέ μαυρίλα. Οἱ καρδιές φάνηκε νά βρωμίζουν κι ὁ Πονηρός νά ἔχει τό πάνω χέρι.
Μέσα στήν ὅλη αὐτή καταχνιά ὁ μεσήλικας γνωστός τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ σηκώθηκε μέ βαριά καρδιά καί μέ δάκρυα στά μάτια γιά τήν κατάντια καί τήν ὅλη ἐξέλιξη ἄνοιξε τή θύρα καί ἔφυγε σέρνοντας τά βήματά του.
 
Κάποιες ὧρες ἀργότερα βρισκόταν στό κελλί τοῦ Γέροντα Δανιήλ.
«Γέροντα, θυμᾶσαι πρίν κάποιους μῆνες πού πῆγες σ’ ἕνα σπίτι ἑνός νέου μέ πρόβλημα στείρωσης τῆς γυναίκας του γιά νά κάνεις κάποια προσευχή;» τοῦ εἶπε μέ κατεβασμένα μάτια μετά τό χαρούμενο καλωσόρισμα τοῦ ἀββᾶ, καθώς εἶδε τόν ἀγαπημένο του φίλο.
«Ναί, καί ἡ γυναίκα γέννησε καί ἔκανε ἕνα ὑγιέστατο ἀγοράκι. Μοῦ τό μήνυσε ἕνας γνωστός τοῦ νεαροῦ πατέρα πού τόν ἔστειλε σέ μένα ἀκριβῶς γι’ αὐτό, καί εὐχαρίστησα καί δοξολόγησα τόν Θεό γιά τήν ἄμεση ἐπέμβασή του.  Ἐσύ ὅμως ποῦ τό ἔμαθες;» εἶπε ὁ Δανιήλ καί τόν κοίταξε ἐρωτηματικά.  Ἐξήγησε τήν κατάσταση ὁ ἄνδρας. «Γέροντα, σέ κατηγοροῦν ὁρισμένοι ἀθεόφοβοι ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ… πατέρας τοῦ παιδιοῦ». Ἔσκυψε τό κεφάλι, σάν νά ἦταν αὐτός ὁ ἔνοχος τῆς συκοφαντίας. «Γέροντα, ἀντέδρασα κι ἐγώ καί ἄλλοι στίς λάσπες αὐτῶν τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ, ἀλλά αὐτοί τίποτα. Συνέχισαν, διακωμωδώντας κι ἐσένα ἀλλά καί ὅλους ἔπειτα τούς παπάδες καί τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Καί μαζί βέβαια καί τόν νέο αὐτόν ἄνθρωπο πού βοήθησες. Τό τί ἔλεγαν ἀπό πίσω του δέν λέγεται!» Φάνηκε νά γίνεται ράκος ὁ καλός αὐτός ἄνθρωπος.
«Μήν ἀνησυχεῖς, Ἰωάννη», εἶπε ὁ Δανιήλ. «Δέν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ τελευταία φορά πού συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ὁ διάβολος σέρνει τούς ἀνθρώπους στή συκοφαντία πολύ εὔκολα, ἰδίως ὅταν πρόκειται γιά τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ δέν δίστασαν τά ὄργανα τοῦ διαβόλου νά κατηγορήσουν τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας γιά κάτι τέτοιο, δέν δίστασαν νά κατηγορήσουν τόν Κύριο καί Θεό μας, καί θά διστάσουν ἀπέναντι σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔτσι κι ἀλλιῶς βαρυνόμαστε γιά πολλές ἁμαρτίες; Δέν πρέπει ὅμως νά καταβαλλόμαστε. Γιατί τόν τελικό λόγο τόν ἔχει ὁ παντοδύναμος καί παντοκράτορας Θεός μας. Μπορεῖ νά λένε ὅ,τι θέλουν οἱ ἄνθρωποι, τελικῶς ὅμως ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύπτεται, γιατί ὁ Κύριος εἶναι ἡ πηγή της, πού σημαίνει ὅτι Ἐκεῖνος τήν φυλάσσει καί τήν φανερώνει τότε πού πρέπει σέ ὅλους τούς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους».
Χάιδεψε ὁ Γέροντας μέ στοργή τό κεφάλι τοῦ Ἰωάννη. Τοῦ εἶπε καί ἄλλα, τόν στήριξε, τόν πρόπεμψε γιά νά φύγει εἰρηνεμένος. «Ἕνα μόνο θέλω ἀπό σένα, Ἰωάννη. Νά πᾶς στό σπίτι τοῦ νεαροῦ πατέρα καί νά τόν παρακαλέσεις ἐκ μέρους μου, τώρα πού γεννήθηκε τό παιδί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ,  νά ἑτοιμάσει γεῦμα καί νά καλέσει τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους του. Σ’ αὐτό τό γεῦμα, πές του, θά παρευρεθῶ κι ἐγώ».  
 
Ἔτσι καί ἔγινε. Οἱ εὐτυχισμένοι γονεῖς ἑτοίμασαν ἕνα μεγάλο τραπέζι. Συγγενεῖς καί φίλοι βρέθηκαν ἀνταμωμένοι γιά τό χαρμόσυνο γεγονός, μαζί τους κι ὁ ἀββᾶς Δανιήλ. Κάποιων οἱ καρδιές βέβαια, μᾶλλον  ὅλων οἱ καρδιές, εἶχαν στό βάθος τους ἕνα βάρος, γιατί ὅλοι τελικῶς γνώριζαν τή συκοφαντία κατά τοῦ Γέροντα, ὁρισμένοι μάλιστα ἀπό αὐτούς τήν εἶχαν ἀναπαραγάγει καί οἱ ἴδιοι. Τό κακό ὡς γνωστόν ἀναπαράγεται πολύ εὔκολα, τά λόγια σάν ἄνεμος σκορπίζονται καί διαπερνοῦν τά αὐτιά ἀλλά καί τίς καρδιές τῶν περισσοτέρων. Ὁ Γέροντας εὐλόγησε τό τραπέζι, τό φαγητό ξεκίνησε. Ἔτρωγαν οἱ πολλοί κι ἡ ἐνοχή, ἀλλά καί ἡ ὑποψία, τούς ἔτρωγε κι αὐτή. Κάποιοι κοιτοῦσαν πότε τούς γονεῖς, πότε τόν Δανιήλ καί πότε…, διακριτικά ὅσο μποροῦσαν, στρέφονταν καί κοίταζαν καί τό νιογέννητο. «Τίνος τελικά μοιάζει;»  

Ἡ φωνή τοῦ Γέροντα στό μέσο τοῦ γεύματος τούς τάραξε. «Παρακαλῶ», εἶπε ἀργά καί ὑποβλητικά, «θέλω τήν προσοχή ὅλων σας». Ὅλοι σταμάτησαν καί κοίταζαν τόν Γέροντα. Αὐτός σηκώθηκε, πῆρε τό νιογέννητο, εἰκοσιδύο μόλις ἡμερῶν βυζασταρούδι, καί τό ἔβαλε στήν ἀγκαλιά του. Ἡ ἀπορία ἦταν ζωγραφισμένη στά πρόσωπα τῶν συνδαιτημόνων. Οἱ πάντες καταλάβαιναν ὅτι κάτι πολύ περίεργο καί παράξενο πρόκειται νά συμβεῖ. Τί ὅμως; Ποιά ἀποκάλυψη θά ἔκανε ὁ Γέροντας; «Μικρό μου», εἶπε μέ ἄπειρη ἀγάπη ἀπευθυνόμενος στό… νιογέννητο. «Ποιός εἶναι ὁ πατέρας σου;» Τά πρόσωπα εἶχαν παγώσει. Τά χέρια κείτουνταν ἀκούνητα στό τραπέζι. Οἱ στιγμές φαίνονταν… αἰώνιες.
Τό μικρό χεράκι κινήθηκε ἔξω ἀπό τό σκέπασμά του. Ὑψώθηκε μ’ ἕναν θαυμαστό τρόπο καί ἔδειξε πρός τή μεριά τοῦ νεαροῦ ἄνδρα, τοῦ πατέρα του.
 «Αὐτός», εἶπε καί κούρνιασε εὐτυχισμένο στήν ἀγκαλιά τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ.
 Ἡ ἀλήθεια ἔλαμψε σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο. Τά πρόσωπα τῶν γονέων, τοῦ ἀββᾶ καί τῶν γνήσιων φίλων του ἔλαμψαν μέσα στό φῶς. Τά σκοτεινά πρόσωπα τῶν ρυπαρῶν καρδιῶν ἔκλιναν πρός τά κάτω μέσα σέ ἀνείπωτη ντροπή! 
 
(Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 114)