Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (27)

 
«Μοιάζουν οι μεν ευλογημένες και όσιες αρετές με την κλίμακα του Ιακώβ, οι δε ανόσιες κακίες με την αλυσίδα που έπεσε από τα χέρια του κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου (πρβλ. Πράξ. ιβ΄ 7). Διότι οι μεν πρώτες, καθώς η μία οδηγεί στην άλλη, ανεβάζουν στον ουρανό εκείνον που το επιθυμεί. Ενώ οι άλλες, οι κακίες, έχουν τη συνήθεια να γεννούν η μία την άλλη και να συσφίγγονται μεταξύ τους» (λόγ. θ΄ 1).
Με άμεσο και εποπτικό τρόπο ο όσιος, χρησιμοποιώντας εικόνες από περιστατικά της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, σου τονίζει μία κεντρική αλήθεια της πνευματικής ζωής: τα πάντα σ’ αυτήν είναι ενοποιημένα – το ένα παραπέμπει στο άλλο· το ένα γεννά το άλλο! Που σημαίνει: αγωνίζεσαι στην απόκτηση μίας αρετής; Θα δεις ότι η αρετή αυτή σε παίρνει από το χέρι και σε πάει και σε άλλη, κι ακόμη σε άλλη. Το ίδιο και αντίστροφα: πήρες τον κατήφορο; Μην περιμένεις καμία… μαγική στάση! Η μία πτώση θα ακολουθεί την άλλη χωρίς σταματημό.
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε έναν ή σε κάποιους μόνον ανθρώπους. Συμβαίνει σε όλους μας. Είναι τέτοια η φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν υπάρχουν στεγανά σ’ αυτήν: όλος ο άνθρωπος, ψυχοσωματικά, τοποθετείται ενιαία είτε προς το θετικό είτε προς το αρνητικό. Άκου τα φοβερά λόγια του Κυρίου: «ο μη ων μετ’ εμού εστί, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει»! «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Γι’ αυτό, δεν μπορείς να… αλλοιθωρίζεις στη ζωή σου. Αν πιστέψεις ότι μόνος εσύ μπορείς να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα, έχεις μπλεχτεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο στα δίχτυα του πονηρού, και σε δουλεύει… ψιλό γαζί που λένε. Οπότε μην ακούς τον γλυκερό ψίθυρο του Πονηρού και των υποτακτικών του: «δοκίμασέ τα όλα· απόκτησε εμπειρίες· εμπλούτισε… τον εαυτό σου»! Η δοκιμασία του κακού, η εμπειρία της αμαρτίας είναι μεν εμπλουτισμός, αλλά μόνο στο κακό. Σου θολώνει τον νου, χάνεις τον Θεό σου, πληγώνεσαι, πετρώνεις, νεκρώνεσαι…
Στοχάσου λοιπόν τον λόγο του οσίου: αδιάκοπα ή θα ανεβαίνεις ή θα καταποντίζεσαι. Οπότε πάρε τον δρόμο της ελπίδας: μένε όσο μπορείς πάνω στο αγαθό, και θα βλέπεις τις αρετές χωρίς σταματημό ν’ αστράφτουν σαν μαργαριτάρια πάνω σου. Και: αποτινάξου μακριά, σαν να συναντάς φίδι, από το όποιο κακό. Ο πειραματισμός με αυτό είναι χαλκάς που αδιάκοπα θα συσφίγγεται γύρω σου…
Προχώρησε λίγο τον στοχασμό: η παραπάνω αλήθεια δεν ισχύει μόνο για τη ζωή αυτή. Προεκτείνεται και στην άλλη! Που θα πει: αδιάκοπα θα αυξάνεις εν Θεώ ακόμη και στον Παράδεισο· αδιάκοπα θα αυξάνεις στον κολασμό, όντας και μέσα στην κόλαση!

 



 
 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΟΥ


Ο υμνογράφος σημειώνοντας την αληθινή  προοπτική του ανθρώπου: την εν Χριστώ θέωσή του, προβαίνει και σε δύο εκτιμήσεις: πρώτον∙ ο άνθρωπος που έχει ως προτεραιότητα της ζωής του το θέλημα του Θεού, είναι ο ισορροπημένος άνθρωπος, ο ψυχικά ομαλός, που δεν εκτρέπεται στη μανία της αθεΐας και της αίρεσης. «Διότι αληθινά καταφρόνησες τη μανία και την τρέλα των αθέων» («της γαρ μανίας αληθώς των αθέων κατεφρόνησας») (ωδή δ΄). Ο υμνογράφος εν προκειμένω κινείται αγιογραφικά. Η παραπάνω εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της θεόπνευστης Γραφής: «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού: ουκ έστι Θεός»: Είπε ο ανόητος  μέσα στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός. Και δεύτερον∙ ο αληθινός χριστιανός είναι και ο πραγματικά προοδευτικός άνθρωπος, εκείνος που κοιτάζει μπροστά στη ζωή του, υπερβαίνοντας διαρκώς τα όποια σφάλματά του ή τις αμαρτίες του. Η ζωή του χριστιανού με άλλα λόγια αποτελεί μία διαρκή υπέρβαση προς ό,τι αληθινό και ανθρώπινο υπάρχει: την επικράτηση της δικαιοσύνης του Θεού στον κόσμο. Σε έναν ωραιότατο ύμνο από την ωδή ε΄ ο υμνογράφος σημειώνει: «Ανέλαβες στους ώμους σου την πανοπλία του Σταυρού κι ακολούθησες, πάτερ, τον Χριστό, αφήνοντας στη λήθη τα περασμένα και προχωρώντας στους δρόμους που βρίσκονται μπροστά» («Επί των ώμων αναλαβών την διά Σταυρού πανοπλίαν, συ τω Χριστώ ηκολούθησας, των οπίσω, πάτερ, λήθην ποιούμενος και τοις έμπροσθεν δρόμοις επεκτεινόμενος»). Την αλήθεια αυτή μπορεί να τη δανείζεται ο υμνογράφος από τον απόστολο Παύλο, αλλά για να τονίσει ότι ο χριστιανός έχει μία δυναμικότητα που μπορεί να τραντάξει τον κόσμο. Διότι ακολουθεί πάντοτε τον Χριστό κι αφήνει πίσω του οτιδήποτε σάπιο και ευτελές. Η ζωή του χριστιανού, αν είναι λίγο συνεπής, είναι μία βόμβα ανθρωπισμού στον αιχμαλωτισμένο από τον διάβολο κόσμο μας. Τα αποτελέσματα μπορεί να μην είναι αμέσως εμφανή και ορατά, υπάρχουν όμως και δρουν κατά υπόγειο τρόπο, όπως και ο σπόρος που δεν φαίνεται θαμμένος στη γη, έρχεται ώρα που καρποφορεί, για να γίνει δέντρο μεγάλο.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ



Αν ο χριστιανός δεν συζητά για την ύπαρξη και την αξία της νηστείας, προβληματίζεται πολύ σοβαρά για το είδος και τις διάφορες εκφάνσεις της. Διότι διαπιστώνει συχνά διαστρεβλωμένες αντιλήψεις γι’ αυτήν ακόμη και σε εκκλησιαστικούς θεωρούμενους ανθρώπους, πολύ περισσότερο όταν ο ίδιος ο Κύριος αναφέρεται στη νοσηρότητα που παρουσιάζεται στη νηστεία, κατεξοχήν με την υποκριτική μορφή της. «Μη νηστεύητε ώσπερ οι υποκριταί» σημείωσε,  που σημαίνει ότι δεν δικαιώνεται απλώς ο νηστεύων, αλλ’ ο ορθά νηστεύων. Ποια είναι νοσηρή νηστεία κατά τον Κύριο; Η νηστεία που δουλεύει στην ανθρωπαρέσκεια και τον εγωϊσμό, εκείνη δηλαδή που τελική αναφορά δεν έχει τον Θεό αλλά τον άνθρωπο ως θήρευση του «εύγε» και του «μπράβο» αυτού («όπως φανώσιν τοις ανθρώποις νηστεύοντες»). Είναι ευνόητο έτσι ότι η νηστεία αυτή όχι μόνο δεν φέρνει κανένα θετικό πνευματικό αποτέλεσμα, αλλ’ αντιθέτως απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό, όπως το βλέπουμε τούτο πολύ καθαρά στο πρόσωπο του Φαρισαίου της γνωστής παραβολής.
Και ποια είναι η υγιής νηστεία; Η νηστεία που αναφορά έχει τον ίδιο τον Θεό και συνεπώς αποφεύγει τη δημοσιοποίησή της. Πρόκειται δηλαδή για τη νηστεία που λειτουργεί ως μέσον και εργαλείο για την ορθή στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού. Κι επειδή ορθά στέκεται ο άνθρωπος έναντι του Θεού όταν ζει όπως Εκείνος, δηλαδή όταν αγαπά – «ο γάρ Θεός αγάπη εστί» - άρα η νηστεία καταξιώνεται στον βαθμό που συνεργεί στην απόκτηση της αγάπης από τον άνθρωπο. Αν με άλλα λόγια νηστεύοντας δεν αυξάνω την αγάπη μου προς τον Θεό και κυρίως προς τον συνάνθρωπο, τότε η νηστεία μου πάσχει ως υποκριτική και ψευδής με αποτέλεσμα την καταδίκη της από τον Θεό.

 
 
 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


«Η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν» (Ρωμ. 13, 12)
Ο απόστολος χρησιμοποιεί την καθημερινή εικόνα της έγερσης από τον ύπνο ενόψει της ημέρας που έρχεται για να μας μιλήσει για τα πνευματικά. Τρία στοιχεία συνιστούν τον ερχομό αυτό: ο (πνευματικός) ύπνος, η έγερση, η ώρα.
 1. Ο (πνευματικός) ύπνος:  Είναι η κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος ζει τη ζωή αυτή χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον Θεό. Τον απασχολούν όλα τα επίγεια θέματα, μετέχει ενδεχομένως σε όλα αυτά, αλλά χωρίς Θεό. Κι αυτό σημαίνει ότι σε πνευματικό ύπνο βρισκόμαστε όταν
- ενδιαφερόμαστε μόνο για το τι θα φάμε, τι θα πιούμε, με τι θα ντυθούμε,
- μας ενδιαφέρει αποκλειστικά η επαγγελματική καριέρα και η θέση μας,
- μας απορροφά το κυνηγητό του χρήματος ή ίσως μόνο η ίδια η οικογένειά μας, πράγματα που επιτείνονται από τον «άθεο» μάλλον περίγυρό μας, όπως π.χ. το βλέπουμε με τα Μ.Μ.Ε. κυρίως την τηλεόραση.
Οι περιπτώσεις αυτές είναι περιπτώσεις πνευματικού θανάτου. Όπως στον ύπνο έχουμε έναν μικρό θάνατο, έτσι και στον πνευματικό. Ο ίδιος ο Κύριος χαρακτήρισε την ασωτία του υιού της παραβολής του ασώτου ως κατάσταση θανάτου και απώλειας.
2. Έγερση: Η διέξοδος είναι η έγερση, να ξυπνήσει δηλαδή από τον πνευματικό ύπνο και να ζει έτσι ώστε ο Θεός να προσδιορίζει τη ζωή του. Κι αυτό σημαίνει ενεργοποίηση του βαπτίσματος: επανεύρεση του ενδύματός μας που είναι ο Χριστός. «Ενδύσασθε τον Ιησούν Χριστόν». Αφ’ ης στιγμής ο Χριστός ήλθε στον κόσμο η πνευματική έγερση του ανθρώπου είναι γεγονός. Δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην έχει έλθει. Ο χριστιανός είναι πια ξύπνιος και παλεύει διαρκώς να φανερώνει τον Χριστό στη ζωή του. Αυτή είναι και η αληθινή έννοια της εξυπνάδας. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε έξυπνο εκείνον που καταλαβαίνει σ’ ένα βαθμό το βάθος και το πλάτος ίσως της ζωής. Μα αληθινά έξυπνος είναι εκείνος που βλέπει το πραγματικό βάθος της ζωής, δηλαδή τις ενέργειες του ίδιου του Θεού. Κι αυτή η εγρήγορση συνιστά το μυστήριο της συμμετοχής του ανθρώπου στη διαρκή έγνοια και αγάπη του Χριστού για τον κόσμο, συμμετοχή που οδηγεί στη σωτηρία του ανθρώπου αφού τον κοινωνεί με τον Χριστό.
3. Ώρα: Ποια είναι η κατάλληλη ώρα για να ξυπνήσει κανείς; Μα το κάθε τ ώ ρ α.  Η κάθε στιγμή, ανάλογα με το πώς τη ζούμε, αποκαλύπτει το έξυπνο (=ξυπνητό) ή τον ύπνο μας. Και τούτο γιατί αφενός ο θάνατος είναι διαρκώς μπροστά μας, αφετέρου επίκειται ανά πάσα στιγμή η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Αυτό τονίζει και ο απόστολος στο ανάγνωσμα. Διότι μετά τον ερχομό του Χριστού στην πρώτη Του παρουσία έχουμε εισέλθει στα λεγόμενα έσχατα, στους τελευταίους χρόνους. Η κάθε στιγμή μπορεί να είναι η ώρα της Δευτέρας ελεύσεώς Του, συνεπώς δεν είναι δυνατόν να κοιμόμαστε.

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (26)


«Είδα τρεις μοναχούς που εξυβρίσθηκαν συγχρόνως. Ο πρώτος απ’ αυτούς δαγκώθηκε και ταράχθηκε, αλλά δεν μίλησε. Ο δεύτερος χάρηκε για τον εαυτό του, αλλά λυπήθηκε για τον υβριστή. Και ο τρίτος αφού αναλογίστηκε την ψυχική βλάβη του υβριστή έχυσε θερμά δάκρυα. Έτσι έχεις μπροστά σου τον εργάτη του φόβου, τον μισθωτό και τον εργάτη της αγάπης» (λόγ. η΄ 29).
Ένα το γεγονός, τρεις οι αντιδράσεις. Εξωτερικά, η πρόκληση είναι η ίδια: η εξύβριση. Εσωτερικά, τρεις άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στη ίδια πρόκληση. Δεν το λέει ο άγιος για να σου πει πόσο πλανεμένη μπορεί να είναι η όποια κρίση σου τις περισσότερες φορές, αφού σου διαφεύγει το βάθος, δηλαδή η αλήθεια. Εδώ τον ενδιαφέρει να τονίσει τη διαβάθμιση που υπάρχει στην αγιότητα: υπάρχει άγιος και υπάρχει αγιότερος αυτού. Και πάει… λέγοντας. Τρεις είναι οι συνηθέστερες διαβαθμίσεις: η πρώτη του δούλου, που γνώρισμα έχει τον φόβο: μένω στο θέλημα του Θεού, γιατί φοβάμαι μην τιμωρηθώ. Η δεύτερη του μισθωτού, που γνώρισμα έχει την ελπίδα της ανταπόδοσης: είμαι υπάκουος στον Θεό, γιατί περιμένω να με ανταμείψει με τα δώρα της Βασιλείας Του. Κι η τρίτη του υιού, που γνώρισμα έχει την αγάπη: τηρώ το θέλημα του Θεού, γιατί Τον αγαπώ. Και μαζί Του αγαπώ και την εικόνα Του τον άνθρωπο και κάθε περαιτέρω κτίσμα Του.
Οραματίζεσαι το τρίτο σκαλοπάτι; Καλά κάνεις, γιατί είναι το πραγματικά κανονικό: σ’ αυτό αναπαύεται πλήρως ο Θεός. Μα, το τονίζει πολλές φορές ο άγιος: κανείς δεν φτάνει στο τρίτο, αν δεν περάσει πρώτα από τα άλλα. Κανείς δεν πάει διαμιάς στην τελειότητα. Σιγά σιγά κτίζεται το πνευματικό οικοδόμημα της ψυχής. Λοιπόν, αγωνίζου για το πρώτο: να είσαι σωστός δούλος Θεού, κι από κει και πέρα θα δεις το ανέβασμά σου κατά ένα μυστικό και ανεπίγνωστο τρόπο. Με τρόπο που δεν το καταλαβαίνεις, θα παίρνεις τον φωτισμό του μισθωτού. Κι επιμένοντας και υπομένοντας, θα σου δίνει στιγμές υιοθεσίας, μέχρις ότου παγιωθείς σ’ αυτήν.
Η καθημερινότητα όμως σου «προδίδει» την αλήθεια της χριστιανικότητάς σου: σε αμφισβητούν και νευριάζεις· λίγο σε ελέγχουν και θέλεις να χαθούν οι ελεγκτές σου από προσώπου γης· σε υβρίζουν και σπεύδεις να ανταποδώσεις, πολλές φορές και τρισχειρότερα, σε αδικούν και κινείς γη και ουρανό ή περιπίπτεις σε μαύρη κατάθλιψη. Μάλλον πρέπει να μετράς με αρνητικούς βαθμούς την «αγιότητά» σου. Οπότε τα υψηλά για σένα, που μάλλον τα βλέπεις με το… «κιάλι», είναι το… πρώτο σκαλοπάτι. Πρέπει να προσγειωθείς!  Δεν είσαι ακόμη ούτε… δούλος! Η μετάνοια και το πένθος είναι κι απ’ αυτήν την άποψη μονόδρομός σου…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΤΑΡΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Ο σεμνός υμνογράφος του αγίου Ταρασίου Γεώργιος, γνωστός υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θέλοντας να προβάλει ζωντανά και παραστατικά το μέγεθος της αγιότητάς του στους πιστούς, τον παρουσιάζει ως ζωντανή εικόνα και στήλη  που στέκει ενώπιόν μας καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε σε ό,τι αυτός πάλεψε να έχει στη ζωή του: την πίστη και τις αρετές. «Στέκεσαι μπροστά μας, σαν γεμάτη πνοή εικόνα και ζωντανή στήλη των αρετών και της πίστεως, Ταράσιε, φωνάζοντας αδιάκοπα με τα έργα και τα λόγια σου, σοφέ, και προτρέπεις όλους τους πιστούς να μιμηθούν εσένα» («Έμπνους ως εικών και στήληΤαράσιε, ζώσα προκείμενος αρετών και πίστεως, βοάς απαύστως έργοις και λόγοις, σοφέ, και προς οικείαν μίμησιν πάντας προτρέπεις πιστούς») (ωδή θ΄). Ο υμνογράφος με τον τρόπο αυτό διακηρύσσει την παρρησία στον Θεό του αγίου Ταρασίου. Διότι μόνον ένας που έχει γίνει χριστομίμητος, σαν τον απόστολο Παύλο, μπορεί να έχει το θάρρος να καλεί και τους άλλους να τον ακολουθήσουν στον τρόπο της ζωής του. Όπως δηλαδή ο απόστολος έλεγε «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού», κατά τον ίδιο τρόπο και ο άγιος Ταράσιος: προέτρεπε τους πιστούς να τον μιμηθούν. Σε αποστολικά ύψη λοιπόν η ζωή του, όπως μας τον παρουσιάζει η Εκκλησία μας.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (21)


"Θέλω να πάρω... διαζύγιο!"
Περίμενε τον ιερέα υπομονετικά. Είχε μπει στον ναό, άναψε κεράκι, ασπάστηκε τις εικόνες. Είχε δει τον ιερέα να συζητάει με κάποιον έξω  από το εξομολογητάρι – κάθονταν και οι δύο στη νότια πλευρά του σολέα.
Στοχάστηκε τι ήθελε να συζητήσει μαζί του. Ήταν λίγο πριν από το μεσημέρι κι ήλπιζε ότι θα είχε χρόνο να την ακούσει. Τον ήξερε και τον σεβόταν πολύ. Η ίδια δεν ήταν από τις «φανατικές» της Εκκλησίας, αλλά δεν ήταν και άπιστη. Βαθιά μέσα της πίστευε στον Κύριο, πίστευε στην Εκκλησία. Η Παναγία μάλιστα ήταν η μεγάλη… αγάπη της. Όταν Την κοιτούσε, σχεδόν βούρκωνε. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που την τραβούσε τόσο σ’ Εκείνην, μα αυτό το απροσδιόριστο την έκανε να Την επικαλείται πολλές φορές την ημέρα. Θα περνούσε κάποιος καιρός ακόμη, για να καταλάβει ότι η «αδυναμία» της στη Θεοτόκο, ήταν η χάρη του Θεού, που ενεργοποιούσε την κρυμμένη μέσα της φλόγα του αγίου βαπτίσματος. Γιατί πράγματι, πώς μπορεί κανείς να αγαπά τη Μητέρα του Κυρίου, χωρίς να αγαπά τον Ίδιο τον Κύριο; Οι δρόμοι του Θεού αποτελούν μυστήριο και τον κάθε άνθρωπο ο πανάγαθος Πατέρας τον ελκύει με τον τρόπο που του πρέπει.
«Πάτερ», του είπε όταν είδε ότι τελείωσε η συζήτηση με τον κύριο. «Έχετε καθόλου χρόνο για να συζητήσουμε κάτι που για μένα είναι σοβαρό πρόβλημα;»
Την είδε και την θυμήθηκε. Ερχόταν όχι πολύ συχνά, αλλά τόσες φορές ώστε να μπορεί να τη θυμηθεί.
«Σας έχω ξαναδεί», είπε ο ιερέας. «Στη δική μας ενορία μάλλον ανήκετε, έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα, πάτερ», είπε η κυρία, η οποία πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα της χρόνια, αλλά φαινόταν να διατηρείται αρκετά καλά. Καλοκαμωμένη, με προσεγμένη αμφίεση, απέπνεε με όλο το παρουσιαστικό της  σοβαρότητα και σεμνότητα.
«Δεν πρόκειται για εξομολόγηση απ’ ό, τι καταλαβαίνω», είπε ο πάτερ, και η κυρία έγνεψε καταφατικά.
Της πρότεινε να καθίσει, εκεί μπροστά στο σολέα και πάλι. Κάθισε κι αυτός δίπλα,  έχοντας μπροστά τους τον Κύριο Ιησού Χριστό και τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο.
«Κύριε, φώτισέ με να καταλάβω το πρόβλημα του πλάσματός Σου και βάλε τα δικά Σου λόγια στο στόμα μου», ψιθύρισε νοερά ο ιερέας, πριν ξεκινήσει η κυρία.
«Σας ακούω, ποιο το πρόβλημα;»
«Πάτερ, είμαι παντρεμένη αρκετά χρόνια, έχω και δύο παιδιά, μεγάλα πια, φοιτητές είναι. Αγόρια και τα δύο. Με τον σύζυγό μου παντρευτήκαμε από αγάπη και έρωτα που λένε, περάσαμε καλά, αλλά  μέχρι… εκεί. Δύο δεκαετίες πια, έχει επέλθει κούραση στη σχέση μας, κι ένα χρόνο τώρα παλεύω με τον λογισμό… - δυσκολεύτηκε να το ξεστομίσει  - του διαζυγίου. Θέλω να τον χωρίσω, πάτερ, τον άντρα μου. Βλέπω ότι δεν τον αγαπώ όπως παλιά. Ο έρωτας έχει ξεθωριάσει μέσα μου, κι αιτία απ’ ό, τι βλέπω είναι η… ατημελησιά του». Σταμάτησε.  
«Μπορείτε να γίνετε λίγο πιο σαφής;»  ρώτησε ο ιερέας. Του φάνηκε ότι είχε ακούσει κι άλλες φορές την ίδια ή και παρόμοια ιστορία. Ζευγάρια που μετά παρέλευση κάποιων χρόνων ή και δεκαετιών ακόμη, ζητούν να χωρίσουν. Γιατί κουράστηκαν. Γιατί αποξενώθηκαν μεταξύ τους. Γιατί διαπίστωσαν ότι η σχέση τους κρατήθηκε αρκετά χρόνια λόγω των παιδιών τους και μόνο. Όταν τα παιδιά άρχισαν να μεγαλώνουν και να φεύγουν, είδαν το… κενό μεταξύ τους και τρόμαξαν! Πολλοί δυστυχώς βρήκαν τη λύση της εξωσυζυγικής σχέσης: νόμισαν ότι θα ανανέωναν τη ζωή τους. Αλλά μάλλον εις μάτην…
«Ναι, πάτερ. Όπως σας είπα ξεκινήσαμε με έρωτα και μάλιστα μεγάλο. Αλλά το ξέρω ότι αυτό δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Είχα ακούσει και σε ένα κήρυγμά σας ότι ο ανθρώπινος έρωτας είναι σαν την μπαταρία: έχει ημερομηνία λήξεως».
«Γι’ αυτό και πρέπει να είμαστε συνδεδεμένοι με την πηγή της αγάπης, τον Κύριο, για να παραμένει πάντοτε ζωντανός», έσπευσε να προσθέσει ο ιερέας. «Κι αυτό είχα πει».
«Το θυμάμαι. Αλλά είναι αρκετά χρόνια τώρα, που εκείνο που μου προκαλεί σχεδόν απέχθεια απέναντι στον άνδρα μου είναι το… πάχος του. Ήταν καλοκαμωμένος, αλλά μετά αφέθηκε. Πήρε αρκετά κιλά, αλλοιώθηκε η σιλουέτα του, έγινε δυσκίνητος. Προσπάθησα πολλές φορές να τον πείσω να κάνει δίαιτα, να προσέξει και την υγεία του μ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά μου δηλώνει ότι δεν βρίσκεται στην κατάλληλη ψυχολογία, για να ξεκινήσει κάτι τέτοιο. Κι αυτό μου το λέει χρόνια τώρα. Νιώθω σαν να έχω έναν ξένο δίπλα μου. Δεν τον θέλω πια…». Η γυναίκα έσκυψε το κεφάλι και δύο σταγόνες βρήκαν την ευκαιρία να ξεστρατίσουν από τα βλέφαρά της.
«Να σας ρωτήσω κάτι;» είπε ο ιερέας, ο οποίος συμπάθησε πολύ τη γυναίκα, γιατί είδε ότι ο Πονηρός την πολεμάει με πλάγιους και δόλιους λογισμούς.
«Ασφαλώς, πάτερ», είπε και σκούπισε μ’ ένα μαντηλάκι τα δάκρυά της.
«Σαν άνθρωπος πώς είναι; Είναι βάναυσος απέναντί σας ή απέναντι στα παιδιά σας; Και δεν εννοώ τώρα που είναι μεγάλα τα παιδιά, αλλά και όταν ήταν μικρά. Μήπως είναι μέθυσος; Μήπως τεμπέλης ή γυναικάς; Μήπως χαρτοπαίκτης;»
Δεν δίστασε η γυναίκα. «Όχι, πάτερ. Δεν έχω να του προσάψω κάποια τέτοια κατηγορία. Μπορεί να μην είναι … «θεούσος», αλλά κι αυτός έρχεται κατά καιρούς στην εκκλησία. Και μάλιστα χαίρεται όταν με βλέπει να έρχομαι εγώ συχνότερα από αυτόν. Σας είπα όμως ότι ο βασικός λόγος είναι η έλλειψη φροντίδας για τον εαυτό του. Κι αυτό είναι που με… «δαιμονίζει»: για μένα η έλλειψη αυτή σημαίνει αδιαφορία απέναντί μου. Σημαίνει ότι δεν είμαι γι’ αυτόν κάτι που έχει σημασία. Είναι η απόδειξη ότι απλώς… συνυπάρχει μαζί μου. Ίσως γιατί με θεωρεί απολύτως δεδομένη πια».
Σταμάτησε για λίγο. Για να συνεχίσει πιο σταθερά: «Πάτερ, μπορεί να σταθεί ένας τέτοιος γάμος κάτω από αυτές τις συνθήκες; Δεν είναι πια σαν να παίζουμε θέατρο; Άρχιζα να σκέπτομαι τον χωρισμό, γιατί μεγάλωσαν τα παιδιά και θα μας καταλάβουν καλύτερα. Άλλωστε, νομίζω ότι κι αυτά βλέπουν την κατάσταση. Μας αγαπούν, νομίζω, και τους δύο, αλλά διαπιστώνουν ότι μεταξύ μας τα πράγματα δεν είναι και τόσο… ρόδινα».
Ο ιερέας προσευχόταν. Είχε προσηλώσει το βλέμμα του στο τέμπλο, στο πρόσωπο του Κυρίου, και Τον παρακαλούσε να φωτίσει κι αυτόν και κυρίως τη γυναίκα. Έβλεπε το δίκιο της, αλλά δεν μπορούσε να έχει σφαιρική άποψη για τη σχέση του ανδρογύνου. Άκουγε μονομερώς τα πράγματα.
«Να σας πω», έκανε κάποια στιγμή. «Νομίζετε ότι – το λέω επειδή είστε πιστή γυναίκα –  αν βρεθείτε στην κρίση του Θεού, ο Θεός θα σας δικαιώσει; Θέλω να πω, πιστεύετε αληθινά ότι το πρόβλημα αυτό συνιστά πραγματικό λόγο διαζυγίου; Ο ίδιος ο Κύριος τον μόνο λόγο διαζυγίου που αναγνώρισε ήταν η πορνεία και η μοιχεία. Και μου λέτε ότι κάτι τέτοιο δεν συντρέχει στην περίπτωση του συζύγου σας. Η ατημελησιά του μάλιστα έρχεται προς επίρρωση αυτού. Συνήθως ένας που… ξενοκοιτάει, φροντίζει τον εαυτό του ιδιαίτερα. Δεν ξενοκοιτάει λοιπόν, δεν είναι πότης, δεν είναι χαρτοπαίκτης, δεν είναι τεμπέλης, δεν είναι βάναυσος. Δεν είναι καν άπιστος. Χαίρεται μάλιστα που εσείς πηγαίνετε και στην Εκκλησία, την οποία και αυτός κάποιες φορές την επισκέπτεται».
Η γυναίκα σαν να άκουγε πρώτη φορά τα… προτερήματα του άνδρα της. Ο ιερέας… ζωγράφιζε το πορτρέτο του, με βάση τα στοιχεία που η ίδια του είχε δώσει. Μάλλον έβλεπε ότι ήταν υπερβολική στις εκτιμήσεις της και στις αποφάσεις της.
«Μα, δεν είναι σοβαρό πρόβλημα αυτό που συμβαίνει;» είπε, κι έκανε μία προσπάθεια να ζωντανέψει το… κλονισμένο της ηθικό.
«Βεβαίως και είναι», συμφώνησε ο ιερέας. «Το ζευγάρι πρέπει να προσέχει πάρα πολύ τη μεταξύ τους σχέση. Γι’ αυτό και σας υπενθύμισα ότι χρειάζεται σύνδεση με την πηγή της αγάπης, τον Κύριο» - Τον έδειξε στο τέμπλο και φαινόταν να παρακολουθεί φιλάνθρωπα τη συζήτηση. «Κανονικά, η σχέση του ζευγαριού πρέπει να είναι το αντικείμενο της καθημερινής φροντίδας του κάθε μέλους. Κάθε μέρα δηλαδή πρέπει ο καθένας: ο άντρας, η γυναίκα, να έχει την έγνοια πώς να αρέσει στον άλλον. Μας το λέει τόσο ωραία ο απόστολος Παύλος: «ο άντρας πρέπει να φροντίζει πώς να αρέσει στη γυναίκα του. Η γυναίκα πρέπει να φροντίζει πώς να αρέσει στον άνδρα της». Κι αυτό γιατί η σχέση τους δεν είναι απλώς μία συνύπαρξη. Αποτελεί μυστήριο που εικονίζει τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία. Υπάρχει περίπτωση ο Χριστός να μην ενδιαφέρεται για την Εκκλησία Του; Καθημερινά θυσιάζεται γι’ Αυτήν. Μπορεί η Εκκλησία να μην ενδιαφέρεται για τον Κύριο; Μα είναι η ζωή και το κεφάλι της. Το ίδιο συμβαίνει και με το ανδρόγυνο. Η ετοιμασία έτσι για τον γάμο δεν τελειώνει με τον… γάμο. Συνεχίζεται και μετά από αυτόν. Όπως σας είπα, καθημερινά. Και για πάντα. Μέχρι το τέλος. Κι όταν έτσι πορεύεται το ζευγάρι, η σχέση τους αυτή προεκτείνεται και στην αιωνιότητα. Μαζί και μετά τον θάνατο, όταν βεβαίως έλθει η ώρα του καθενός. Να σας υπενθυμίσω και μάλιστα κάτι επ’ αυτού για τον όσιο της εποχής μας, τον μεγάλο Γέροντα Πορφύριο. Είδε κάποια φορά την πρεσβυτέρα ενός ιερέα να φεύγει από τη ζωή αυτή και να συναντάται η ψυχή της με την ψυχή του συζύγου της στα Ουράνια. Και δάκρυσε γιατί έβλεπε να την υποδέχεται ο ιερέας με άρρητη χαρά και να λάμπουν και οι δύο μέσα στη χάρη του Θεού. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι μιλάμε για μία σχέση, την έγγαμη, που υπερβαίνει ακόμη και τον θάνατο». Δάκρυσε κι ο ιερέας.
«Τι μου προτείνετε, πάτερ;» είπε η γυναίκα, εμφανώς συγκινημένη κι αυτή.
«Εφόσον εσείς είστε εδώ – μακάρι να ερχόσασταν κάποια φορά μαζί με τον σύζυγό σας, θα ήταν το καλύτερο – θα σας πρότεινα δύο πράγματα: πρώτον, όσο μπορείτε να βαθύνετε τη σχέση σας με την Εκκλησία μας, δηλαδή με τον ίδιο τον Κύριο. Εκείνος θα σας ενισχύει σε κάθε δυσκολία και σε κάθε σας πρόβλημα. Η αγάπη Του είναι η μόνη απόλυτη, πιστή και δεδομένη».
«Και δεύτερον;» ρώτησε η γυναίκα.
«Δεύτερον, πάρτε μία σελίδα και χωρίστε την κάθετα στη μέση. Από τη μία γράψτε σαν τίτλο «Θετικά». Από την άλλη γράψτε «Αρνητικά». Στα Θετικά λοιπόν σημειώστε ό,τι καλό επισημαίνετε για τον άνδρα σας, όπως μερικά μου απαριθμήσατε προηγουμένως. Στα Αρνητικά γράψτε ό,τι σας ενοχλεί και σας πειράζει. Θα διαπιστώσετε, με ευχάριστη έκπληξη νομίζω, ότι τα Θετικά θα υπερτερήσουν συντριπτικά. Και μείνετε σ’ αυτά. Μη ξεχνάτε άλλωστε ότι τέλειος άνθρωπος δεν υπάρχει. Κι ο πιο τέλειος θεωρούμενος έχει πολλές παραξενιές και πολλές αδυναμίες. Προσαρμοστείτε λοιπόν στις αδυναμίες του άνδρα σας, όπως ασφαλώς κι εκείνος στις δικές σας. Και… κάτι ακόμη».
Ανασήκωσε το κεφάλι της η γυναίκα περιμένοντας.
«Αν αρχίσετε να βλέπετε τον άνδρα σας και πάλι με ενδιαφέρον, αν ζωντανέψετε λίγο την αγάπη σας γι’ αυτόν, θα δείτε και την αναθέρμανση του δικού του ενδιαφέροντος και της δικής του αγάπης. Και τότε, να είστε βέβαιη, ότι και τα κιλά του θα ρίξει, και θα γίνει και πάλι κομψός. Γιατί θα έχει λόγο να το κάνει».
Η κυρία, μάλλον ανακουφισμένη και συγκινημένη, ευχαρίστησε τον ιερέα, του φίλησε το χέρι και απομακρύνθηκε.
«Πάτερ», είπε γυρίζοντας ελαφρά προς τα πίσω, «θα σας δω σύντομα. Αλλά στο εξομολογητάρι αυτήν τη φορά…».