Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΜΩΝΑΣ (26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ζωῆς Ἀμμωνᾶς νῆμα πληρώσας ἅπαν, ζωήν ἐφεῦρεν, οὔποτε πληρουμένην» (στίχος συναξαρίου)

(Ο Αμμωνάς αφού ολοκλήρωσε όλο το νήμα της επίγειας ζωής του, βρήκε τη ζωή που ποτέ δεν τελειώνει).

Δεν έχουμε πολλά ιστορικά στοιχεία και για τον μεγάλο αυτόν όσιο του Γεροντικού. Το μόνο βέβαιο, βάσει των σωζομένων γι’ αυτόν λογίων και περιστατικών των Αποφθεγμάτων Γερόντων, έντεκα τον αριθμό, (αναφέρονται και άλλα πνευματικά κείμενά του και επιστολές, εκτός όμως του βιβλίου των Αποφθεγμάτων), είναι ότι έζησε την εποχή του αγίου μεγάλου Αντωνίου (251-356), υπήρξε μαθητής του κι ίσως διάδοχός του στη μοναχική σκήτη, έγινε δε επίσκοπος παρουσιάζοντας μία ζωή ελεύθερη κάθε εμπαθείας και κακίας.

Θα δούμε στη συνέχεια τα όσα αναφέρει γι’ αυτόν ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στον Συναξαριστή του, επιλέγοντας κι ένα μικρό κεφάλαιο του Γεροντικού στο τέλος για να το σχολιάσουμε δι’ ολίγων. Πρέπει να πούμε εξαρχής ότι ο άγιος Νικόδημος στον προβληματισμό αν πρόκειται για τον επίσκοπο Αμμωνά, τον σχετιζόμενο όπως είπαμε με τον άγιο Αντώνιο, ή για τον ιερέα του Λαυσαϊκού που «είδε» άγγελο Κυρίου να καταγράφει τους ευρισκομένους στη Θεία Λειτουργία και να διαγράφει τους απόντες, επιλέγει σαφώς την πρώτη εκδοχή: ο συγκεκριμένος Αμμωνάς είναι ο επίσκοπος. Τι σημειώνει λοιπόν περί αυτού;

«Ο όσιος Αμμωνάς ήταν ο επίσκοπος για τον οποίο προφητεύοντας ο μέγας Αντώνιος είπε ότι θα προκόψει στον φόβο του Θεού. Όταν δηλαδή του έδειξε μία πέτρα, του είπε: Βρίσε και κτύπησέ την. Κι αυτός το έκανε. Και του λέγει  ο Αντώνιος: έτσι και συ θα φθάσεις στο μέτρο αυτό, πράγμα που έγινε. Έφτασε σε τόση ανεξικακία και αγαθότητα ο αοίδιμος Αμμωνάς, ώστε δεν γνώριζε εντελώς τι θα πει κακία. Γι’ αυτό όταν έγινε επίσκοπος τού έφεραν μία κόρη παρθένο, η οποία διαφθάρηκε από κάποιον και έμεινε έγκυος∙ επίσης του έφεραν και αυτόν που την διέφθειρε, οπότε του ζητούσαν να τιμωρήσει και τους δύο. Ο όσιος όμως όχι μόνο δεν τους τιμώρησε, αλλά ούτε καν τους κατέκρινε. Κι ακόμη περισσότερο, αντί να επιτιμήσει τη γυναίκα, σφράγισε δι’ ευλογίας την κοιλιά της και της έδωσε έξι ζευγάρια σεντόνια, λέγοντας μη τυχόν και  πεθάνη κατά τον καιρό της γέννας αυτή ή το παιδί, γι’ αυτό να έχουν σεντόνια ώστε να τη σαβανώσουν.

Άλλοτε πάλι πήγε ο όσιος αυτός σ’ έναν τόπο για να φάει ψωμί, κι εκεί ήταν κάποιος αδελφός μοναχός, για τον οποίο υπήρχε η φήμη ότι πορνεύει με μία γυναίκα. Έτυχε δε να είναι η γυναίκα αυτή εκεί, μέσα στο κελί του μοναχού. Όταν έμαθαν λοιπόν οι ντόπιοι ότι έφθασε ο όσιος εκεί, πήγαν και τον παρακάλεσαν να μπει στο κελί, ώστε μπροστά του να πιαστεί και να ρεζιλευτεί ο μοναχός, κι έτσι να μπορέσουν να τον διώξουν από τον τόπο τους. Ο μοναχός όμως πρόφθασε και έκρυψε τη γυναίκα σ’ ένα πυθάρι, πράγμα που κατάλαβε ο όσιος. Και τι έκανε; Μπήκε στο κελί, πήγε και κάθισε πάνω στο στόμιο του πυθαριού και στη συνέχεια πρόσταξε να ερευνήσουν το κελί για να βρουν τη γυναίκα. Οι κατήγοροι λοιπόν έψαξαν παντού αλλά δεν την βρήκαν. Τότε τους είπε: ο Θεός να σας συγχωρήσει για την κατηγορία που κάνατε κατά του μοναχού, οπότε αφού προσευχήθηκε τούς έκανε όλους να αναχωρήσουν. Έπειτα έπιασε το χέρι του μοναχού και του είπε: Πρόσεχε τον εαυτό σου, αδελφέ. Κι αφού το είπε, έφυγε κι αυτός.

Έλεγε δε ο όσιος αυτός ότι όταν βρισκόταν επί δεκατέσσερα χρόνια στη σκήτη, παρακαλούσε τον Θεό νύκτα και ημέρα να του δώσει τη χάρη να νικήσει το πάθος της οργής».

Ας δούμε τώρα ένα μικρό περιστατικό (κεφ. 4) από τα γραφόμενα του Γεροντικού:

 «Διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες ότι υπήρχε ένας γέρων φιλόπονος στα Κελλία που φορούσε ψαθί. Και πήγε να επισκεφτεί τον αββά Αμμωνά. Ο Γέρων Αμμωνάς τον είδε να φοράει το ψαθί και του λέει: «Το ψαθί σε τίποτε δεν σε ωφελεί». Τον ρώτησε τότε ο γέροντας αυτός: «τρεις λογισμοί με ενοχλούν∙ ή να γυρίζω στις ερήμους ή να πάω σε ξένη χώρα όπου κανείς  δεν με γνωρίζει ή να κλειστώ σε κελί και να μη συναντώ κανέναν, τρώγοντας κάθε δύο ημέρες». Του λέγει ο αββάς Αμμωνάς: «Τίποτε από τα τρία δεν σε συμφέρει να κάνεις, αλλά μάλλον να κάθεσαι στο κελί σου και να τρως λίγο κάθε ημέρα, και να έχεις πάντοτε στην καρδιά σου τον λόγο του τελώνη, και τότε μπορείς να σωθείς».  

Ασκητικός στο έπακρον λοιπόν ο γέροντας των Κελλίων, ταλαιπωρώντας το σώμα του με τη σκληρή ενδυμασία του – ψάθα φορούσε που προφανώς τον έγδερνε – κι όμως μη αναπαυμένος: οι λογισμοί του δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Τον σπρώχνουν  σε αύξηση της άσκησής του, γιατί νιώθει ότι δεν κάνει αρκετά για τον «Θεό» του. Και τι σκέφτεται; Να μην έχει ούτε καν κελί ή να ασκήσει την απόλυτη ξενιτεία σε άλλους άγνωστους τόπους ή να επιλέξει τον απόλυτο εγκλεισμό με αύξηση της νηστείας. Δεν θα υποκλινόμασταν σε μία τέτοια μορφή που υπέρκειται πάρα πολύ όχι μόνο των απλών μέτρων των κοσμικών χριστιανών, αλλά και μεγάλων ακόμη ασκητών; Θα μιλάγαμε για έναν μεγάλο ίσως άγιο, του οποίου η ευχή θα μας ήταν πολύτιμη – πολλοί από εμάς τους απλοϊκούς χριστιανούς θα κάναμε τα πάντα προκειμένου να τον συναντήσουμε, παίρνοντας ως φυλακτό και τη σκόνη της πατημασιάς του.

Αλλά αυτά για εμάς, όχι όμως για τον μεγάλο όσιο Αμμωνά. Διότι ο διακριτικός όσιος, ο οποίος είχε το χάρισμα μεταξύ άλλων προφανώς να διακρίνει τα πνεύματα – τι υπάρχει κρυμμένο στην ψυχή του ανθρώπου ώστε να αποτελεί το κίνητρο της ζωής του -, «βλέπει» τον κίνδυνο στον γέροντα που τον επισκέφτηκε και του εμπιστεύτηκε τους λογισμούς του. Ποιον κίνδυνο; Της υπερβολής∙ που θα πει τον κίνδυνο της πλάνης από «τα δεξιά» λεγόμενα όπλα του διαβόλου. Δεν λένε οι άγιοί μας ότι πάντοτε οι υπερβολές είναι του διαβόλου; Αν κάποιον δεν μπορεί να τον ρίξει με τρόπο αρνητικό, να τον απομακρύνει δηλαδή από τον Θεό και την κατά Θεόν άσκησή του, προσπαθεί να τον ρίξει με την υπερβολή στο θεωρούμενο καλό! Ο όσιος Αμμωνάς λοιπόν επισημαίνει αμέσως τον ύπουλο τρόπο δράσης του πονηρού. Και με σεμνό και απλό τρόπο, τον τρόπο της αγάπης, δίνει την απάντηση: Οι «ακρότητες» αυτές δεν σε ωφελούν, γέροντα! Δηλαδή δεν τις ευλογεί ο Θεός. Θα σου κάνουν κακό.  

Ως γνήσιος όμως παιδαγωγός, με γνώση της βαθειάς πνευματικής ζωής, δεν μένει μόνο στην αποτροπή και την άρνηση. Δίνει τη διέξοδο και ανοίγει τα μάτια στον αγωνιστή, αλλά «αδιάκριτο» ασκητή. «Συνέχισε την άσκηση που κάνεις – είναι σαν να του λέει - μ’ έναν μετριοπαθή τρόπο: μένε στο κελί σου, (γιατί το κελί είναι αυτό που ισορροπεί πάντοτε, λένε οι άγιοι, τον μοναχό), τρώγε λίγο κάθε ημέρα, (γιατί ο άνθρωπος έχει και σώμα που τρέφει να του προσφέρει αυτό που είναι αναγκαίο), κυρίως όμως να αγωνίζεσαι στον δρόμο της ταπείνωσης, (γιατί δεν υπάρχει περίπτωση σωτηρίας του ανθρώπου έξω από αυτήν).

Και στην τελευταία συμβουλή του οσίου Αμμωνά βρίσκεται το σημαντικότερο εξ όλων. Διότι σωτηρία σημαίνει ζωντανή σχέση με τον Θεό εν Χριστώ, που σημαίνει ότι ο πιστός πρέπει να αγωνίζεται, χάριτι Θεού πάντοτε άρα με εκκλησιαστικό τρόπο, να βρίσκεται στο ρεύμα ζωής του Χριστού, στο ποτάμι που ξεκινά από Εκείνον για να πάρει στο διάβα του και κάθε έναν που θα θελήσει να είναι μαζί Του. Κι αυτό το ρεύμα του Χριστού έχει το χαρακτηριστικό της αγάπης βεβαίως, αλλά της θεμελιωμένης στο φρόνημά Του που είναι το φρόνημα της ταπείνωσης. «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Χριστός - σημειώνει ο απόστολος Παύλος - ο Οποίος αν και Θεός πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος. Και τόσο πολύ ταπείνωσε έτσι τον Εαυτό Του, ώστε έγινε υπάκουος στον Θεό μέχρι σημείου θανάτου». Κι είναι αυτό που ο Χριστός μας πάντοτε «ψιθυρίζει» στον κάθε μαθητή Του: «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ». Εκείνο λοιπόν που συνιστά «σημείο» ορθής πορείας που μαγνητίζει τον Θεό στην ύπαρξη του ανθρώπου είναι πρωτίστως η ταπείνωση, η αγία ταπείνωση, κατά τον άγιο Πορφύριο. Η τέλεια μορφή της διαφεύγει από εμάς τους ανθρώπους, γιατί μιλάμε για το μυστήριο του Ίδιου του Τριαδικού Θεού, όμως εκείνο που απαιτείται από εμάς είναι να στρεφόμαστε πάντοτε εκεί που υπάρχει η αγία οσμή της και σταδιακά νά την προσεγγίζουμε.

Προφανώς, ο γέρων ασκητής με τη ζέουσα διάθεση της σχέσης του με τον Θεό άκουσε τον όσιο αββά Αμμωνά. Έκανε υπακοή και σώθηκε, γενόμενος κι αυτός ένας από τους πολλούς αφανείς οσίους της ερήμου. Και πώς ξέρουμε την εξέλιξη αυτή, για την οποία δεν λέει τίποτε το ασκητικό κείμενο; Μα πήγε να ρωτήσει τον όσιο αββά. Δηλαδή έμπρακτα έδειξε ότι έχει ένα ποσοστό ταπείνωσης, γιατί κανείς χωρίς ταπείνωση δεν ρωτάει τους πρεσβυτέρους και τους άλλους πνευματικούς και πιο έμπειρους. Και δεν ρωτάει, γιατί εκείνος «όλα τα ξέρει» και δεν έχει επομένως ανάγκη από καθοδήγηση. Ο καλός όμως γέροντας με το ψαθί είχε ταπεινή καρδιά. Κι ο μέγιστος Αμμωνάς τού έδωσε την κατεύθυνση της πνευματικότερης οδού της χριστιανική πίστεως: την τελωνική κραγυγή «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» ή αλλιώς «τό ἔχειν ἑαυτόν ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως». Της οδού που οδηγεί τον άνθρωπο με κάθετο τρόπο στα ύψη του Ουρανού.    

 

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΒΒΑΣ ΑΠΟΛΛΩΣ (25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Χριστὸν βιώσας μέχρι καὶ τέλους βίον,

θραύει πονηροῦ πᾶν Ἀπολλὼς τὸ θράσος»

(Έζησε τον Χριστό μέχρι τέλους της ζωής του ο Απολλώς, οπότε και διέλυσε όλη τη θρασύτητα του πονηρού).

«Ο βίος του Οσίου Απολλώ γράφτηκε από τον Άγιο Ιερώνυμο. Έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη (361 - 363 μ.Χ.) και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο στην περιοχή της Αιγύπτου. Ασκήτεψε στην έρημο και ο Θεός τον αξίωσε να φθάσει σε μεγάλα ύψη αγιότητας, χαρίζοντάς του το προορατικό χάρισμα και αυτό της θαυματουργίας.

Ο Όσιος Απολλώ κοιμήθηκε με ειρήνη».

Μπορεί να μην υπάρχουν πολλά λόγια και περιστατικά στα Αποφθέγματα Γερόντων (Γεροντικόν) για τον αββά Απολλώ, παρ’ όλα αυτά όμως και τα τρία που παρατίθενται είναι ικανά να μας αποκαλύψουν το μεγαλείο της ψυχής του και το ύψος της αγιότητάς του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεός τον χαρίτωσε με τα χαρίσματα της προόρασης και της θαυματουργίας.

Το πρώτο καταγράφει το τι θεωρούσε ο όσιος αββάς κύρια καθημερινή του εργασία: τη διακονία και την εξυπηρέτηση του πλησίον. Το δεύτερο που φανερώνει τη διορατικότητά του σχετίζεται με έναν άξεστο βοσκό, ο οποίος μετάνιωσε βαθιά για ένα μεγάλο έγκλημα που έκανε:  έσκισε την κοιλιά μιας εγκύου γυναίκας για να δει πώς είναι το έμβρυο μέσα. Και στον εναγώνιο προβληματισμό του μετά από δεκαετίες πένθους για την πράξη του αν τον συγχώρησε ο Θεός, αφού είχε γίνει πια μοναχός, έλαβε τη θετική γι’ αυτόν απάντηση από τον άγιο Απολλώ: ο Θεός πράγματι σε συγχώρησε, αλλά δεν σου παίρνει από την ψυχή τον πόνο για να ταπεινώνεσαι, πράγμα που είναι συμφέρον στην ψυχή σου. Και το τρίτο που αποτελεί ερμηνευτικό στοιχείο στην καθημερινή του εργασία:  η στάση του απέναντι στον όποιον συνάνθρωπό του ήταν στάση έναντι του ίδιου του Θεού:  να τον προσκυνά και να τον αναπαύει.

Μία μικρή προσέγγιση ειδικά στο πρώτο νομίζουμε ότι θα ήταν πολύ επωφελές και για τη δική μας ζωή.

«Ήταν στα Κελλία ένας γέροντας που ονομαζόταν Απολλώς. Και όσες φορές ερχόταν κάποιος ζητώντας τον για οποιοδήποτε έργο, πήγαινε με χαρά λέγοντας: Πρόκειται σήμερα να εργαστώ μαζί με τον Χριστό για χάρη της ψυχής μου. Διότι αυτός είναι ο μισθός μου».

Ο όσιος αββάς αποτελεί υπομνηματισμό της επισήμανσης πολλών αγίων ασκητών, και του Γεροντικού και της μετέπειτα εποχής, ότι οι μοναχοί έχουν ως κύριο έργο τους την προσευχή και τη διακονία εν αγάπη των συνανθρώπων τους. Την αλήθεια αυτή εξέφραζαν βεβαίως και με αρνητικό τρόπο: οι μοναχοί ξεπέσαμε, γιατί αφήσαμε το κύριο έργο μας, την προσευχή, και ασχολούμαστε πρωτίστως με τα διακονήματα και με άλλα χειρωνακτικά έργα. Ο αββάς Απολλώς λοιπόν συνιστούσε ορόσημο για την εποχή του και για κάθε εποχή: η εργασία του ήταν η διαρκής αναφορά του στον Θεό, η αγάπη του προς Αυτόν που εκφραζόταν με την αγάπη του προς τον κάθε συνάνθρωπό του.

Ο άγιος στην πραγματικότητα κινείτο πάνω στην οδό του Κυρίου, δηλαδή αγωνιζόταν διαρκώς να υλοποιεί στη ζωή του τον λόγο του Ίδιου του Χριστού που καταγράφει ιδίως ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Ο Κύριος καλούσε τους μαθητές Του και κάθε άνθρωπο βεβαίως να εργάζεται εκείνη την εργασία που οδηγεί στην αιώνια ζωή και δεν εξαντλείται στην κάλυψη μόνο των βιοτικών αγαθών. «Ἐργάζεσθε μή τήν βρῶσιν τήν ἀπολλυμένην, ἀλλά τήν βρῶσιν τήν μένουσαν εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ιωάν. 6, 27). Και στην ερώτηση πολλών Ιουδαίων τι πρέπει να κάνουν για να εργάζονται αυτό που θέλει ο Θεός απαντούσε: «Τοῦτό ἐστιν τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὅν ἀπέστειλεν Ἐκεῖνος» (Ιωάν. 6, 28-29).

Να λοιπόν κατά τον Κύριο το πρώτο έργο του ανθρώπου: να πιστεύει στον Χριστό, αλλά με τον τρόπο που ο Κύριος εξηγεί την πίστη αυτή˙ ως τήρηση των αγίων Του εντολών, κυρίως δε την τήρηση της αγάπης που δίδαξε και έζησε – αυτό που και ο απόστολος Παύλος (και οι άλλοι απόστολοι βεβαίως) σημείωνε: «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη»(Γαλ. 5, 6). Έτσι εργασία Θεού είναι ο άνθρωπος να αποδύεται στον αγώνα της αγάπης του προς τον Θεό και της αγάπης του προς τον συνάνθρωπό του - εργασία που συνιστά, λέει ο ίδιος ο Κύριος, και την αληθινή τροφή του. Κι ο  Κύριος βεβαίως, προκειμένου να καταστήσει σαφή την αλήθεια αυτή και την προτεραιότητα που έχει στη ζωή του ανθρώπου, την τόνιζε και με πολλούς άλλους τρόπους. Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνουν επίσης τα λόγια Του «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όσα σχετίζονται με την καθημερινότητα του ανθρώπου και τις ανάγκες του) προστεθήσεται ὑμῖν;» (Ματθ. 6, 33). Ή τις συγκλονιστικές και παράδοξες θεωρούμενες το λιγότερο προτροπές Του «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, ὑ π έ ρ    ἐ μ έ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος;» (πρβλ. Ματθ. 10,3).

Πρόκειται ασφαλώς για την κύρια εντολή που ο Θεός έδωσε απαρχής στον άνθρωπο, δηλαδή «να αγαπήσει Κύριο τον Θεό του με όλη την ψυχή, την καρδιά, τη διάνοια, τη δύναμή του, και τον πλησίον του σαν τον εαυτόν του» (βλ. Μάρκ. 12, 29-31), εντολή που στηρίζεται στην κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δηλαδή δημιουργήθηκε με την προοπτική να "επαναλαμβάνει" τον Θεό (όσιος Σωφρόνιος), γι’ αυτό και η ζωή του Θεού πρέπει  να γίνεται ζωή και του ανθρώπου – ό,τι μας αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού για τον Ίδιο αποτελεί και την προοπτική του ξεχωριστού αυτού πλάσματός Του. Μπορεί ο άνθρωπος να έχασε την προοπτική, λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία, αλλά ο ερχομός του Χριστού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση έδωσε και πάλι στον άνθρωπο τη μεγαλειώδη αυτή δυνατότητα μέσα στο πλαίσιο της ζωής αυτής – κάτι που βιώνεται πια χαρισματικά στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.

Όταν για παράδειγμα ο Ίδιος πάλι ο Κύριος αποκαλύπτει ότι ο πιστός άνθρωπος είναι «κλήμα στο αμπέλι που είναι ο Ίδιος» (Ιωάν. 15, 5: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος καί ὑμεῖς τά κλήματα»), όταν ο απόστολος Παύλος διερμηνεύοντας την αλήθεια αυτή τονίζει ότι ο πιστός είναι μέλος Χριστού, αφότου μάλιστα βαπτίστηκε και εντάχθηκε στην Εκκλησία, και μάλιστα ότι με το βάπτισμα αυτό «ντύθηκε τον Χριστό» (βλ. Γαλ. 3, 27) και στην ψυχή και στο σώμα του, τι άλλο μας λέει ο λόγος του Θεού ει μη ότι ο πιστός χάριτι Θεού έγινε κι αυτός ένας Χριστός, συνεπώς η ζωή του αποτελεί προέκταση Εκείνου;

Γιατί όλα αυτά; Μα για να φανερωθεί τι σημαίνει το θεωρούμενο «απλούστατο» του λόγου του Γεροντικού για τον αββά Απολλώ, ότι ανταποκρινόταν αμέσως σε οποιονδήποτε του ζητούσε κάτι, με την εξήγηση που έδινε: σήμερα θα εργαστώ με τον Χριστό υπέρ της ψυχής μου – αυτός είναι ο μισθός μου. Οπότε έτσι αποκαλύπτεται σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του, όπως είπαμε, το μεγαλείο της ψυχής του οσίου: βρισκόταν διαρκώς στην «ένταση» του πνευματικού αγώνα να πορεύεται αδιάκοπα πάνω στις εντολές του Κυρίου, «βιάζοντας» το φυσικό – παρά φύσιν κατ ουσίαν – θέλημά του. Γιατί στην πραγματικότητα μετά την πτώση του ανθρώπου ο άνθρωπος ρέπει από τη νεότητά του «ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά». Και πρέπει, κι εδώ είναι η χάρη του βαπτίσματος που του δίνει τη δύναμη, να στρέψει το θέλημά του αυτό σε εκ διαμέτρου αντίθετη εντελώς κατεύθυνση.

Να το πούμε όπως το λέει ο μεγάλος Γέροντας όσιος Σωφρόνιος σε μία από τις τελευταίες ομιλίες του: «Μέ τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ χάσαμε τήν ἀληθινή ἰδέα τῆς Βασιλείας τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός. Στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, στή διδασκαλία τῶν Πατέρων καί τῶν μεγάλων ἀσκητῶν, βρίσκουμε ἐκφράσεις πού εἶναι ἀντίθετες πρός τίς φυσικές μας κινήσεις – φυσικές στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς μας. Ὅ,τι μᾶς ἔχει δοθεῖ ὡς ἐντολή ἔρχεται σέ ἀντίθεση πρός τά πάθη πού ἀποτελοῦν συνέπεια τῆς πτώσεως». Για να συνεχίσει παρακάτω: «Ἄν δέν φθάσουμε στό νά ἀγαπᾶ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἡ ζωή μας θά καταστραφεῖ καί δέν θά λάβουμε κανένα ὄφελος ἀπό τόν μοναχισμό, ἀπό τόν ἀληθινό μοναχισμό… Ἄν δέν ἀφομοιώσουμε αὐτή τή διάθεση νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, ὅλα θά εἶναι ἄχρηστα… Ἡ διακονία τῶν ἄλλων ἔχει μια σωτηριώδη δύναμη, πιό μεγάλη ἀπό τή θεωρητική θεολογία» (Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ», τόμ. Β΄, σελ. 15-16).

Και βεβαίως τα λόγια αυτά του οσίου Σωφρονίου βρίσκονταν σε ακριβή αντιστοιχία με τα λόγια του άλλου μεγάλου οσίου της εποχής μας, Γέροντος Πορφυρίου (για τον οποίο ο ίδιος ο Γέρων Σωφρόνιος έλεγε ότι δυστυχώς οι Έλληνες δεν έχουν κατανοήσει πόσο μεγάλος όσιος είναι, τόσο που πουθενά στον κόσμο δεν βρίσκεται παρόμοιός του). Τι έλεγε ο άγιος Πορφύριος; Την πεμπτουσία ακριβώς του Ευαγγελίου: ότι όλους τους ανθρώπους πρέπει ο χριστιανός να τους βλέπει ως εικόνες Θεού και ως Χριστούς. Και να είναι έτοιμος και τη ζωή του να δώσει για χάρη τους. Γιατί; Διότι αν δεν αγαπά κανείς τον άνθρωπο που τον βλέπει πώς θα αγαπήσει τον Θεό που δεν Τον βλέπει; - ό,τι τόνιζε ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής (Α΄ Ιωάν. 4, 20).

Κατανυσσόμαστε μπροστά στον άγιο Απολλώ. Απλός αββάς του Γεροντικού, χωρίς μεγάλες «περγαμηνές», μα τόσο βαθύς, τόσο άγιος, τόσο μεγαλοπρεπής. Διότι πίστεψε στο αληθινό έργο του ανθρώπου, όπως το καθόρισε καθώς είπαμε ο Χριστός: την κάθε στιγμή του να την ζει με τρόπο που να διακρατεί την παρουσία του Θεού – μία διαρκή θεοκοινωνία! Πώς; «Βλέποντας» τον άλλον με τα πνευματικά μάτια που δίνει η αληθινή πίστη και η χάρη του Θεού: ως τον ίδιο τον Κύριο (Ματθ. 25, 40). Όντως, ποιος μεγαλύτερος μισθός από αυτόν υπάρχει; Να υπηρετείς τον Χριστό, άρα να υπηρετείσαι από Εκείνον, κατά την υπόσχεσή Του (Λουκ. 12, 37).  

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2021

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε επί της βασιλείας του Ουάλεντα. Πατρίδα του επίγεια μεν ήταν η δεύτερη των Καππαδοκών, η Ναζιανζός, (γεννήθηκε περί το 329/30 μ.Χ.), ουράνια δε, η άνω Ιερουσαλήμ. Γονείς του, ευγενείς και δίκαιοι, ήταν ο Γρηγόριος και η Νόννα. Ο πατέρας του ανήκε για πολύ στην ιουδαιο-ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβεστάτης γυναίκας του, έγινε μάλιστα και επίσκοπος της πόλεως της Ναζιανζού. Όταν ο υιός Γρηγόριος μεγάλωσε και έλαβε μόρφωση και παιδεία, όπως κανείς άλλος (ως γνωστόν σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον άγιο Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα, όπου και δίδαξε  ρητορική) έγινε εξηγητής και διδάσκαλος της ζωής των περί αυτόν. Μεταξύ τούτων τιμά τον Μέγα Βασίλειο, τον πατέρα του Γρηγόριο, τον αδελφό του Καισάριο και την αδελφή του Γοργονία, με επιτάφιους λόγους. Γι’ αυτό και όσοι έγραψαν για τον ίδιο όχι από αλλού, αλλά από τους λόγους του πήραν τις αφορμές για όσα είπαν. Αυτό λοιπόν είναι ανάγκη μόνο να πούμε, ότι εάν έπρεπε να κατασκευαστεί μία εικόνα και στήλη στους ανθρώπους, η οποία να αποτελείται κατά μέρος από όλες τις αρετές, αυτό ήταν ο μέγας Γρηγόριος. Διότι αφού ξεπέρασε όλους τους εναρέτους ανθρώπους με τη λαμπρότητα της ζωής του, τόσο πολύ προχώρησε στη θεωρία, ώστε όλοι να ηττώνται από τη σοφία του, την αποτυπωμένη και στους λόγους και στα δόγματα. Γι’ αυτό και απέκτησε την επωνυμία «Θεολόγος». Έγινε μάλιστα και προεστώς της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για δώδεκα έτη, μέχρι τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο (381 μ.Χ.). Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, μέτριος στο ύψος, λίγο ωχρός και ευχάριστος στην όψη, με πλατιά μύτη και σε ευθεία γραμμή τα φρύδια. Ο ένας από τους δύο οφθαλμούς, ο δεξιός, ήταν πιο αυστηρός, από μία ουλή στα βλέφαρα. Τα γένεια του δεν ήταν πολύ μακριά, αλλά αρκετά πυκνά, ήταν φαλακρός, λευκότριχος, με τα άκρα της γενειάδας όμως γκριζωπά. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία και στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας στα έμβολα του Δομνίκου, και στην Εκκλησία των Μεγάλων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος και πανευσεβής βασιλιάς μας Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος, αφού έφερε το τίμιο λείψανό του από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, το κατέθεσε εκεί».

Και οι δύο υμνογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο άγιος Θεοφάνης και ο άγιος Κοσμάς ο Μαϊουμά, κυριολεκτικά δεν φείδονται επαίνων και εγκωμίων, προκειμένου να τονίσουν την υψηλότατη κορυφή της θεολογίας, τον άγιο Γρηγόριο. Δεν είναι μόνο ότι τον χαρακτηρίζουν, εκφράζοντας τη συνολική θέση της Εκκλησίας μας, ως «Πατέρα Πατέρων και Ποιμένα Ποιμένων και δόξαν Πιστών και φωστήρα Ιερέων και οικουμένης το κλέος», αλλά ακόμη, επιμένοντας στη θεολογική συμβολή του, τον  ονομάζουν «Θεολόγον τον δεύτερον και μύστην της θείας ελλάμψεως», «τον δεύτερον Επιστήθιον, τον του Λόγου αυτόπτην, τοις δόγμασι γενόμενον» (αυτόν που έγινε με τα δόγματά του δεύτερος επιστήθιος φίλος του Χριστού, σαν τον Ιωάννη τον αυτόπτη του Λόγου),  «Τριαδικόν Θεολόγον», «Θεολογίας Θεολόγον» (ωδή γ΄) – είναι ο δεύτερος μετά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο συνεπώς που τιμήθηκε από την Εκκλησία με τον τίτλο του Θεολόγου.  Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε πράγματι, μοναδικός αυτός, ο Θεολόγος της ίδιας της Θεολογίας. Κατά τον μακαριστό καθηγητή της Πατρολογίας Σ. Παπαδόπουλο «ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως». Γι’ αυτό για την Εκκλησία μας ο άγιος Γρηγόριος τελικώς είναι το δώρο του Θεού σ’ αυτήν την ίδια: «Ο Λόγος ο άναρχος…Σε, μάκαρ, τη Εκκλησία, οία Μητρί, λόγω και σοφία χαριτώσας σου τον νουν, δώρον χαρίζεται» (Ο άναρχος Θεός Λόγος, μακάριε, σε χαρίζει σαν δώρο στην Εκκλησία, σαν σε Μητέρα, αφού χαρίτωσε τον νου σου με λόγο και σοφία).

Παραξενεύει το γεγονός ότι και οι δύο υμνογράφοι στους κανόνες τους για τον άγιο Γρηγόριο δεν κάνουν καθόλου μνεία της σχέσεώς του για παράδειγμα με τον άλλο μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας, τον άγιο Βασίλειο - σε άλλη περίπτωση αυτό θα προβαλλόταν ως καίριο στοιχείο της μεγαλωσύνης ενός αγίου. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι έχουν μείνει έκθαμβοι μπρος στη θεολογική δεινότητα του αγίου Γρηγορίου, τον ιδιαίτερο φωτισμό που δέχτηκε από τον Θεό, ώστε ως θεόπτης να μπορεί να εκφράσει και την εμπειρία της θέας και της αλήθειας του Θεού. Είναι ίσως μία έμμεση αναφορά τους ότι εκείνος που είναι τόσο φίλος με τον ίδιο τον Κύριο, που διείσδυσε τόσο πολύ στα της Τριαδικής Θεότητος, δεν έχει ανάγκη άλλων «εξωτερικών» βοηθημάτων, για να κατανοηθεί η μεγαλωσύνη του. «Χωρητικός γενόμενος θείων απαυγασμάτων, ένα Θεόν εν τρισί προσώποις, κατεφώτισας ημάς σέβειν, Γρηγόριε» (Μπόρεσες και χώρεσες μέσα σου τους θείους φωτισμούς, γι’ αυτό και μας φώτισες έντονα, Γρηγόριε, ώστε να σεβόμαστε τον ένα Θεό σε τρία πρόσωπα). Η είσδυση του αγίου μέσα στο φως της τρισηλίου θεότητος, ώστε με τη λάμψη αυτής να φωτίζει και τους πιστούς, γίνεται αγαπημένο κεντρικό θέμα των ύμνων των κανόνων. Κι αυτό όχι τυχαία: ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος στον 28ο ιδιαιτέρως λόγο του μιλάει προσωπικά και εμπειρικά για ό,τι έπαθε: «Τι είναι αυτό που έπαθα, φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα για να κατανοήσω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος (την θεολογία) και πέρασα μέσα από τη νεφέλη και βρέθηκα μέσα…Όταν δε κοίταξα, μόλις και είδα τα οπίσθια του Θεού…και εκεί έσκυψα». Οι υμνογράφοι λοιπόν ακολουθώντας πιστά τα λόγια του ίδιου του αγίου επισημαίνουν την ίδια πραγματικότητα: «Τω της θεολογίας όρει προσέβης, τα θεία μυσταγωγούμενος, θεοφάντορ Γρηγόριε∙ και τον άδυτον υπελθών γνόφον, την θεοτύπωτον εδέξω νομοθεσίαν, ομοούσιον, εγγεγραμμένην Τριάδα» (Ανέβηκες στο όρος της θεολογίας, οδηγούμενος στη μύηση των θείων, θεοφάντορ Γρηγόριε. Κι αφού μπήκες μέσα στο μυστήριο του φωτός του Θεού, δέχτηκες την θεοτύπωτη νομοθεσία, γραμμένη ως ομοούσια Τριάδα).

Ο άγιος Γρηγόριος είχε συνεπώς την αίσθηση ότι κινείται σαν τον Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη. Όπως εκείνος πήρε τον γραπτό Νόμο του Θεού, τις δέκα εντολές στο όρος Σινά, έτσι κι ο ίδιος, κατά νοερό τρόπο, εν Πνεύματι, γίνεται ένας νέος Μωυσής, που φωτίζεται σαν σε νέο Σινά, για να γνωρίσει την αλήθεια της ομοουσίου Τριάδος, και αυτήν την αλήθεια έπειτα και να εξαγγείλει. Ο ύμνος του αγίου Θεοφάνους στην ε΄ ωδή είναι σαφέστατος και επ’ αυτού: «Γνωστώς συ τον Όντα, ως πάλαι Μωσής, καθοράν, Θεορρήμον, επόθησας∙ και τούτου τα οπίσθια, τη πέτρα σκεπασθείς, ιδείν κατηξιώθης, και πέλαγος της θείας εμυήθης ουσίας, ακαταλήπτως φανερούμενον» (Κατά τρόπο γνωστό πόθησες και συ, όπως παλιά ο Μωυσής, να δεις τον αιώνιο Θεό. Και αξιώθηκες να δεις τα «οπίσθια» αυτού, δηλαδή όχι την ουσία αλλά την ενέργειά Του, αφού είχες το κάλυμμα του Χριστού, που είναι η πέτρα, και μυήθηκες έτσι στο πέλαγος της θείας ουσίας, το οποίο φανερώνεται κατά τρόπο ακατάληπτο). Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν, δείχνοντας και την ουσία  της αληθινής θεολογίας, δηλαδή ότι πρόκειται περί εκφράσεως της αλήθειας του Θεού, την οποία όμως ζει εμπειρικά και θεοπτικά, ήταν μυημένος στα της Τριαδικής Θεότητος – «μύστης της τρισυποστάτου Μοναρχίας και Θεότητος της εν Τριάδι» - γι’ αυτό και δίδαξε «ίσον τω Πατρί τον Λόγον και το Πνεύμα αγαθότητι και βασιλεία, ουσιώδη και φυσικήν την ταυτότητα γινώσκων και την ένωσιν» (ίσον τον Λόγον και το άγιον Πνεύμα με τον Θεό Πατέρα, ως προς την αγαθότητα και τη βασιλική εξουσία, γνωρίζοντας ο άγιος ότι η ταυτότητα και η ένωση μεταξύ τους των θείων προσώπων είναι ουσιαστική και φυσική).

Ο τονισμός της ισότητας του αγίου Πνεύματος και του Υιού και Λόγου του Θεού με τον Θεό Πατέρα (κάτι που διατυπώθηκε επισήμως στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συμπλήρωσε με πέντε ακόμη άρθρα τα επτά πρώτα  του Συμβόλου της Πίστεως, εξ ου και Σύμβολο Νικαίας (από την Α΄ Σύνοδο) – Κωνσταντινουπόλεως (από την Β΄ Σύνοδο) ονομάζεται) δεν ήταν βεβαίως μία αυθαιρεσία του αγίου Γρηγορίου. Φωτίστηκε όπως είπαμε από τον ίδιο τον Θεό, διείσδυσε στα της Θεότητας εν Πνεύματι, ακολουθώντας την ίδια την Αγία Γραφή και τους προγενεστέρους Πατέρες της Εκκλησίας, γι’ αυτό και ο ίδιος λέει ότι «σκεπάστηκε από την πέτρα, δηλαδή τον Χριστό». Με άλλα λόγια ο άγιος Γρηγόριος προέκτεινε ό,τι η Εκκλησία μέχρι εκείνη την ώρα είχε διατυπώσει, με την έννοια ότι γνώρισε πιο βαθιά, με φωτισμό Θεού, αυτό που  η Εκκλησία είχε διατυπώσει μέχρι την εποχή του. Και το γεγονός ότι η Εκκλησία αποδέχτηκε Συνοδικά αυτό που εκείνος κατεξοχήν εξήγγελλε, απέδειξε την αλήθεια της θεοπτίας και εμπειρίας του. Μη ξεχνάμε ότι τελικό κριτήριο για ό,τι μπορεί να διατυπώσει ακόμη και ένας μεγάλος άγιος είναι η ίδια η Εκκλησία, όταν μάλιστα αυτή εκφράζεται διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου.

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαίως αναφέρεται και στις προϋποθέσεις της Θεολογίας. Θεολογεί για την θεολογία, λέγοντας ότι αυτή δεν είναι θέμα των αμυήτων και επιπολαίων. Απαιτεί «σχολάσαι και γνώναι Θεόν», να αφιερωθεί κανείς στον Θεό και να Τον γνωρίσει, προϋποθέτει δε η γνώση αυτή κάθαρση καρδιάς, για να υπάρξει ο φωτισμός. Κι αυτή η κάθαρση πραγματοποιείται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού. Είναι κλασικό μάλιστα το χωρίο του περί της θεολογίας και του αληθινού θεολόγου: «Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και άξιος της θεότητας; Τας εντολάς φύλαττε, διά των προσταγμάτων όδευσον: φύλαγε τις εντολές του Θεού, περπάτα πάνω στα προστάγματα Εκείνου. Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας: η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία». Ότι οι άγιοι υμνογράφοι καταγράφουν και αυτήν την αλήθεια στους κανόνες τους για τον άγιο είναι περιττό και να πούμε. Ο άγιος Θεοφάνης επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Κάνοντας τον νου σου ηγεμόνα, κυριάρχησες στα πάθη της σαρκός. Κι έτσι μπόρεσες και χώρεσες τους θείους φωτισμούς» («Νουν ηγεμόνα ποιούμενος, παθών των της σαρκός κατεκράτησας∙ και χωρητικός γενόμενος θείων απαυγασμάτων»).

Μακρηγορούμε, αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο άγιος μάς έμαθε και πώς να βλέπουμε και να μελετούμε και την αγία Γραφή: όχι ως ένα κοινό βιβλίο, όχι ως κείμενο που απαιτεί είτε τη μία μέθοδο προσέγγισης: την ιστορικογραμματική, είτε την άλλη: την αλληγορική. Ο άγιος φανερώνει: την αγία Γραφή την προσεγγίζουμε αγιοπνευματικά, δηλαδή με φωτισμό Θεού, κατά την αναλογία όπως είπαμε της καθάρσεως της καρδιάς. Τότε ξεπερνάμε το γράμμα, την επιφάνεια της Γραφής και οδηγούμαστε στο «απόθετον κάλλος», την κρυμμένη ομορφιά, εκεί που αποκαλύπτεται το ίδιο το Πνεύμα του Θεού. Κατά πώς το λέει και ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής: «Ο το ευτελές ένδυμα του νομικού περιρρήξας γράμματος και το εν αυτώ θείον κάλλος και μυστικόν των θείων του Πνεύματος ημίν αναπτύξας Γραφών, παμμακάριστε Πάτερ, σε μεγαλύνομεν» (Συ, παμμακάριστε Πατέρα, που έσχισες το επιφανειακό ένδυμα του νομικού γράμματος, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ερμήνευαν την Γραφή οι Ιουδαίοι, και μας άνοιξες τη θεϊκή και μυστική ομορφιά των θείων Γραφών του Πνεύματος, που κρύβεται στο γράμμα της Γραφής, εσένα δοξάζουμε).

 

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ, ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

 

«Ο άγιος Τιμόθεος ήταν από την πόλη Λύστρα, από πατέρα ειδωλολάτρη και  μητέρα Ιουδαία, που λεγόταν Ευνίκη. Μαθήτευσε στον απόστολο Παύλο και έγινε συνεργός του και κήρυκας του θείου Ευαγγελίου, οπότε πήγε με τον άγιο Ιωάννη τον ιδιαιτέρως αγαπημένο μαθητή του Κυρίου και κατέστη από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο επίσκοπος Εφέσου. Όταν λοιπόν εκβράστηκε ο άγιος Ιωάννης από τη θάλασσα (όπως ιστορεί και στα συγγράμματά του ο Ειρηναίος ο επίσκοπος Λουγδούνων) και πήγε πίσω στην Έφεσο, κι ύστερα οδηγήθηκε στη νήσο Πάτμο από τον βασιλιά Δομετιανό, ως εξόριστος, αυτός ο μακάριος Τιμόθεος πήρε τη θέση του στην επισκοπή των Εφεσίων. Κάποτε λοιπόν που οι ειδωλολάτρες, σε κάποια πατροπαράδοτη εορτή τους που ονομαζόταν «Καταγώγιο», στην πόλη των Εφεσίων, κρατούσαν είδωλα στα χέρια τους και έβαζαν κάποια από αυτά σαν προσωπεία πάνω τους και τραγουδούσαν με αυτά και επετίθεντο σε άνδρες και γυναίκες με ληστρικό τρόπο και έκαναν φονικά, ο μακάριος Τιμόθεος δεν άντεξε να βλέπει το άτοπο των ενεργειών τους, αλλά αντιθέτως έλεγχε τη μάταια αυτή πλάνη τους, προτρέποντάς τους να αφήσουν τις αισχρές  πράξεις, οπότε φονεύτηκε από αυτούς, καθώς του επετέθησαν με ρόπαλα. Ύστερα δε το άγιο λείψανό του μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων, όπου τελείται και η Σύναξή του».

Ο άγιος απόστολος Τιμόθεος θεωρείται ο αγαπημένος μαθητής του αποστόλου Παύλου, τον οποίον ακολουθούσε συχνά στις ιεραποστολικές περιοδείες του και από τον οποίο δέχτηκε και τις δύο γνωστές ομώνυμές του επιστολές της Καινής Διαθήκης, την Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον. Και ως μαθητής του Παύλου, η αναφορά του ήταν προς τον Χριστό. Διότι αυτό είναι το γνώρισμα της ορθής μαθητείας στους αποστόλους: να ακολουθούν τα ίχνη του Κυρίου. Θέλουμε να πούμε ότι οι απόστολοι, ως γνωστόν, δεν είχαν γύρω τους μαθητές-οπαδούς, δεν δημιουργούσαν ένα είδος πνευματικού «γκέτο», αλλά αυτούς που τους ακολουθούσαν τους προσανατόλιζαν αμέσως στον μόνον Σωτήρα των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Εκείνον φανέρωναν οι ίδιοι, Εκείνον λοιπόν και «έβλεπαν» οι μαθητές τους. Η υμνολογία της εορτής του αγίου Τιμοθέου  απαρχής, ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού, το ξεκαθαρίζει: «Θεόφρον Τιμόθεε, τρυφής τον χειμάρρουν έπιες, και θεοφρόνως επότισας Θεού επίγνωσιν τους θερμώς ποθούντας, τον Χριστόν μιμούμενος» (Θεόφρον Τιμόθεε, ήπιες τον χείμαρρο της ομορφιάς του Θεού και φρονώντας σαν Εκείνον πότισες αυτούς που ποθούν θερμά τη γνώση Του, μιμούμενος τον Χριστό). Ενώ ήταν μαθητής του Παύλου, τον Θεό «έπινε», Εκείνον δίδασκε, τον Χριστό εμιμείτο. Ο απόστολος Παύλος υπήρξε «καταπέλτης» σ’ εκείνους που θέλησαν να αλλοιώσουν την αλήθεια αυτή στην Κόρινθο. Όταν κάποιοι αποπειράθηκαν να ομαδοποιηθούν με κέντρο κάποιους αποστόλους και όχι τον Χριστό, εκείνος αμέσως αντέδρασε με οξύτητα: «Τι είναι ο Πέτρος ή ο Παύλος ή ο Απολλώς; Μήπως αυτοί σταυρώθηκαν για χάρη σας; Του Χριστού είμαστε όλοι και σε Εκείνον ανήκουμε».

Η κλήση του να γίνει χριστιανός και η συγκατάλεξή του μάλιστα στη χορεία των αποστόλων δεν ήταν του Παύλου ή κάποιου άλλου αποστόλου. Μπορεί ο απόστολος Παύλος να ήταν το μέσο της κλήσεώς του, όμως Εκείνος που γοήτευσε την καρδιά του και την έλκυσε προς Αυτόν ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «βλέποντας ως προγνώστης και παντογνώστης  την ομορφιά της διανοίας του τον αξίωσε να συλλειτουργεί με τους θείους αποστόλους, Αυτός που με τη σοφή Του πρόνοια φροντίζει για εμάς» («Ιδών ο προγνώστης και Θεός σης διανοίας το κάλλος, Τιμόθεε, θείοις Αποστόλοις σε συλλειτουργείν κατηξίωσεν, ένδοξε, ο σοφή προνοία των καθ’ ημάς προμηθούμενος»). Η θέση αυτή του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους για τον άγιο Τιμόθεο  συνιστά αποκάλυψη στην ουσία του ίδιου του Χριστού για όλους τους ανθρώπους. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με – είπε ο Κύριος – εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν», κανείς δεν έρχεται προς τον Χριστό, χωρίς να ελκυστεί από τον Θεό Πατέρα. Κανείς με άλλα λόγια δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του, άρα κανείς άνθρωπος, όσο σπουδαίο ευαγγελικό έργο και αν επιτελεί, δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό: ούτε για τη δύναμη του κηρύγματός του ούτε για τη μεθοδικότητα και την οργανωτικότητά του. Αυτά είναι απλά μέσα, συνιστούν ίσως το πλαίσιο, δεν είναι όμως ο πυρήνας. Η χάρη του Θεού είναι η ουσία, γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σε άλλο σημείο των λόγων του φτάνει στο σημείο να λέει, εξαφορμής κάποιων που κήρυσσαν το όνομα του Χριστού από αντιπαλότητα προς τον ίδιο: είτε από καλή διάθεση το κάνουν είτε αντιδραστικά, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι «Χριστός καταγγέλλεται».

Η αλήθεια ότι ο Θεός κινεί τα νήματα της κλήσεως τελικώς του ανθρώπου με τη συνέργεια απλώς των ανθρώπων, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μία υποβάθμιση όμως του ανθρώπινου παράγοντα. Η ισορροπία είναι λεπτή. Αν ο ίδιος ο Κύριος επανέλαβε τον Γραφικό λόγο ότι «δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσι», δηλαδή ότι το όνομα του Θεού βλασφημείται από τους απίστους εξαιτίας των θεωρουμένων κακών εκπροσώπων Του, αυτό σημαίνει ότι και ο ανθρώπινος παράγων δεν είναι αμελητέος ως προς το να κερδηθεί ή να χαθεί ο συνάνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει τεράστια σημασία να εκφράζεται η ορθή πίστη στον άνθρωπο ως ορθή πράξη. Ο άγιος υμνογράφος στην τρίτη ωδή του κανόνα του για τον άγιο Τιμόθεο επισημαίνει και τη διάσταση αυτή. «Με τη νέκρωση των μελών της σαρκός σου, δηλαδή του αμαρτωλού σου φρονήματος, μακάριε Τιμόθεε,  υπέταξες το χειρότερο στον φωτισμένο από τον Θεό λόγο, δίνοντας την ηγεμονία στο ανώτερο. Και έτσι κυριάρχησες στα πάθη σου και έκανες φαιδρά και λαμπρή  την ψυχή σου, καθώς ρυθμιζόσουν από τα διδάγματα του Παύλου» («Νεκρών σου τα μέλη της σαρκός, τω λόγω καθυπέταξας την των χειρόνων, μάκαρ Τιμόθεε, ηγεμονίαν διδούς τω κρείττονι, και παθών εκράτησας και ψυχήν εφαίδρυνας, ρυθμιζόμενος Παύλου διδάγμασι»).

Ο απόστολος Παύλος ήταν ο Γέροντας, για να χρησιμοποιήσουμε μεταγενέστερο εκκλησιαστικό όρο, του Τιμοθέου. Εκείνος τον ρύθμιζε, τον καθοδηγούσε για να υπερβεί ο Τιμόθεος τα πάθη του, να καθαρίσει την καρδιά του, να φωτιστεί από τον Θεό, να βρει τον Θεό. Κι αυτό το έκανε μ’ έναν διπλό τρόπο: πρώτα με την αγιασμένη του ζωή: «Ο Παύλου του θείου στερρός μαθητής, διδασκάλου τοις ίχνεσιν έπεται» (Ο σταθερός μαθητής του θείου Παύλου, ακολουθεί τα ίχνη του διδασκάλου)∙ έπειτα με τη διδασκαλία του, είτε την προφορική είτε τη γραπτή μέσω των επιστολών του. Οι επιστολές μάλιστα που του έστελνε δεν είχαν χαρακτήρα  τυπικό ή απλώς συναισθηματικό, αλλά ήταν κατά κυριολεξία «ιερουργία του ευαγγελίου». Ο απόστολος παντού και πάντοτε βρισκόταν «κατ’ ενώπιον του Θεού», «πάντα ενεργών εις δόξαν Θεού». «Ιερουργών Χριστού Ευαγγέλιον, εξ αρετών περιωπής, θεογράφους επιστολάς, Παύλος ο θειότατος, χαίρων εξαπέστειλεν, ως μαθητή σοι, Τιμόθεε» (Ιερουργούσε το ευαγγέλιο του Χριστού από το ύψος των αρετών ο θειότατος Παύλος και με χαρά σου έστειλε ως μαθητή του, Τιμόθεε, θεόγραφες επιστολές).  Θα ήταν μεγάλη ευλογία να μελετούσαμε ή να ξαναμελετούσαμε τις επιστολές αυτές του αποστόλου Παύλου. Θα ήταν και πάλι ένας ευαγγελισμός των ψυχών μας.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ

«Ὁ ἔνδοξος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος, υἱός εὐσεβῶν καί ἐναρέτων γονέων, τοῦ Κωνσταντίνου καί τῆς Βασίλως, καταγόταν ἀπό ἕνα χωριό τῶν Γρεβενῶν πού ὀνομαζόταν Τσούρχλι (τώρα Ἅγιος Γεώργιος). Λόγω τῆς φτώχειας τῶν γεωργῶν γονέων του δέν μπόρεσε νά μάθει γράμματα κι ὅταν ἔμεινε ὀρφανός σέ νεαρή ἡλικία ἔμεινε γιά μικρό διάστημα μαζί μέ τά ἀδέλφια του. Ἔφυγε ἀργότερα γιά τά Ἰωάννινα, ὅπου ἔκανε κάποιες μικρές δουλειές γιά νά τρέφεται, ὄντας ἁπλός, σεμνός καί πρᾶος, ἐνῶ δέν παρέλειπε ὅταν τοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία νά βρίσκεται στόν Ναό τοῦ Κυρίου. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 ἦταν ἱπποκόμος σέ κάποιον Ὀθωμανό, ἀξιωματοῦχο τοῦ διοικητῆ τῶν Ἰωαννίνων. Κάποιοι τότε  Ὀθωμανοί, κατώτερης κοινωνικῆς τάξης, κινούμενοι ἀπό φθόνο καί ἐμπάθεια τόν συκοφάντησαν ὅτι τάχα εἶχε ἐξομόσει πρίν ἀπό καιρό καί ἔπειτα ξανάγινε χριστιανός. Τόν ὁδήγησαν λοιπόν στόν Τοῦρκο δικαστή, ὁ ὁποῖος τόν ἀνέκρινε καί διεπίστωσε, μετά καί τήν ἄρνηση του Γεωργίου ὅτι συνέβη κάτι παρόμοιο, ὅτι πρόκειται περί συκοφαντίας, μέ ἀποτέλεσμα νά τόν ἀφήσει ἐλεύθερο.   

Συνεχίζοντας λοιπόν τή ζωή του κοντά στόν ἀξιωματοῦχο Ὀθωμανό στά Ἰωάννινα, συζεύχθηκε μέ τή γυναίκα του, ὀνόματι Ἑλένη, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1837.  Τόν μήνα αὐτόν, ἦλθε ἕνας ἡγεμόνας τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ στά Ἰωάννινα, κι ἔτυχε τότε νά προσληφθεῖ ὁ ἅγιος ἀπό τόν νεοδιορισμένο Μουσελίμη τῶν Φιλιατῶν, τόν ὁποῖο καί ἀκολούθησε ἐκεῖ. Μετά ἀπό λίγο ὅμως ἐπέστρεψε ὁ Μουσελίμης γιά ὑποθέσεις του στά Ἰωάννινα κι ἦλθε καί ὁ Γεώργιος ὡς ἱπποκόμος του, ὁπότε μέ τό πέρας τῶν ὑποθέσεων καθώς ξεκίνησε καί πάλι ὁ Μουσελίμης γιά τίς Φιλιάτες, ὁ Γεώργιος τόν παρεκάλεσε νά παραμείνει γιά λίγες ἡμέρες ἀκόμη στά Ἰωάννινα, γιατί εἶχε γεννήσει ἡ γυναίκα του υἱό καί ἤθελε νά παρευρίσκεται στή βάπτισή του. 12 Ἰανουαρίου, ἡμέρα Τετάρτη, πρωϊνή ὥρα, κάποιος Ὀθωμανός τόν συνάντησε στόν δρόμο, τόν ἅρπαξε βίαια καί τοῦ εἶπε: Ἐσύ ἔγινες Τοῦρκος καί πῶς τώρα ζεῖς ὡς χριστιανός; Αὐτός ἀπάντησε: οὔτε Τοῦρκος ἔγινα ποτέ οὔτε τόν Χριστό μου ἀρνήθηκα ποτέ. Χριστιανός καί ἤμουνα καί πάντοτε θά εἶμαι. Ἐπειδή μαζεύτηκαν καί ἄλλοι Ὀθωμανοί ἀπό ὅσους ἦταν στόν δρόμο καί μαρτυροῦσαν κι αὐτοί τά ἴδια μ’ ἐκεῖνον πού τόν εἶχε ἁρπάξει, λόγω τοῦ θορύβου πού δημιουργήθηκε, ἔφτασε ὁ Διοικητής Καβάζπασης, ὁ ὁποῖος ρώτησε νά μάθει γιά τήν αἰτία τοῦ θορύβου καί ἄκουσε ἀπό τούς Ὀθωμανούς τήν κατηγορία κατά τοῦ Γεωργίου: εἶχε τουρκέψει καί τώρα ζεῖ καί πάλι ὡς χριστιανός. Ὁ Γεώργιος στό μεταξύ συνεχῶς ἔκραζε δυνατά, Χριστιανός καί ἤμουν πάντοτε, καί εἶμαι, καί ποτέ δέν ἔγινα Τοῦρκος. Τόν συνέλαβε ὁ Καβάζπασης, τόν φυλάκισε καί περί τό δειλινό τόν ὁδήγησαν στόν δικαστή, ὅπου τόν ἐξέτασαν, τόν πίεσαν ποικιλοτρόπως γιά νά ἐξομόσει, ἀλλά αὐτός παρέμεινε ἀκράδαντος στήν ὁμολογία τῆς ἀμώμητης πίστεώς μας. Τόν ἔκλεισαν καί πάλι στή φυλακή. Τότε ὁ ἁρχιερατεύων στά Ἰωάννινα Ἰωακείμ ὁ ἀπό Δρυϊνουπόλεως (κατόπιν Πατριάρχης), πῆγε στόν δικαστή καί μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα ἀναίρεσε ὅλες τίς κατηγορίες κατά τοῦ Γεωργίου – κάτι πού ἔκανε στή συνέχεια καί ἐνώπιον τοῦ Διοικητῆ - ἀλλά τελικῶς δέν κατάφερε τίποτε.

Τήν ἴδια νύχτα ὁ Γεώργιος βασανίστηκε μέ πολλούς τρόπους στή φυλακή γιά νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του στόν Χριστό, ἀλλά μένοντας σταθερός καί ἀμετακίνητος ὁδηγήθηκε ἐκ νέου στόν δικαστή τήν Πέμπτη τό πρωί. Ἐκεῖ στήν ἀρχή προσπάθησαν νά τόν μεταπείσουν μέ κολακεῖες κι ὕστερα μέ ἀπειλές, ἀλλά καί πάλι δέν ἐνέδωσε καθόλου. Τόν ἔφτυναν, τόν μαστίγωναν, ἀλλά αὐτός τό μόνο πού ἔλεγε ἦταν: Χριστιανός εἶμαι. Πάλι τόν ἔριξαν στή φυλακή καί τόν βασάνισαν ὅλη τή νύκτα. Ξημερώματα Παρασκευῆς, τοῦ ἔμπηξαν ἀκίδες κάτω ἀπό νύχια του, τοῦ ἔβαλαν μεγάλες πέτρες πάνω στό στῆθος του, ἀλλά αὐτός μέ γενναῖο τρόπο ἐξακολουθοῦσε νά ἀναφωνεῖ: Χριστιανός εἶμαι. Σάββατο πρωί τόν ἔσυραν γιά μία ἀκόμη φορά ἐνώπιον τοῦ δικαστῆ, ὅπου εἶχαν μαζευτεῖ καί πολλοί Ὀθωμανοί, ὁπότε τοῦ εἶπαν νά ἐκλέξει ἕνα ἀπό τά δύο: ἤ νά λάβει πολλές ἀμοιβές ἄν ἐξομόσει ἀπό τήν πάτρια πίστη του ἤ νά λάβει θάνατο σκληρό ἄν ἐπιμείνει σ’ αὐτήν. Ὁ μακάριος ὅμως μέ ἀνδρεία ψυχή καί θαρραλέο στόμα εὐθαρσῶς καί πάλι ὁμολόγησε μέ δυνατή φωνή μπροστά σέ ὅλους τούς ἀσεβεῖς: «Χριστιανός καί ἤμουν ἀπαρχῆς, Χριστιανός εἶμαι καί θά εἶμαι μέχρι τῆς τελευταίας μου πνοῆς». Τρεῖς φορές τόν ἔφεραν ἐνώπιον τοῦ κριτῆ καί τρεῖς φορές τόν ἔβγαλαν, χωρίς νά τοῦ ἀλλάξουν τήν εὐσεβή ὁμολογία. Τότε δόθηκε ἡ τελευταία ἀπόφαση, γραμμένη μέ τό χέρι τοῦ δικαστῆ, νά παραδοθεῖ σέ θάνατο. Τόν ὁδήγησαν λοιπόν στόν ἀνθύπατο (Κεχαγιάμπεη), ὅπου παρά τίς νέες ἀπειλές δέν ἐνέδωσε. Τόν ἔφεραν ἀπό ἐκεῖ καί στόν διοικητή Μουσταφᾶ πασᾶ, μπροστά στόν ὁποῖο χωρίς κανένα φόβο ὁμολόγησε ἐκ νέου τόν Σωτήρα καί Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁπότε ρίχτηκε στή φυλακή γιά μία ἀκόμη φορά. Τή Δευτέρα 17 Ἰανουαρίου, 12 τό μεσημέρι, ἀπαγχονίστηκε στήν ἀγορά τοῦ χάνδακα τοῦ μεγάλου φρουρίου, συνεχῶς φωνάζοντας δυνατά: «Χριστιανός εἶμαι, κάντε μου ὅ,τι φοβερό καί κακό γνωρίζετε». Ἔμεινε τό σῶμα τοῦ μακάριου Γεωργίου κρεμασμένο μέχρι τήν Τετάρτη, 19 Ἰανουαρίου, ὁπότε κατ’ αὐτήν δωρήθηκε τό μαρτυρικό σῶμα ἀπό τόν διοικητή Μουσταφᾶ Πασᾶ Βεζύρη στόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τό ἔφερε στόν ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς πόλεως Ἰωαννίνων, ὅπου καί τάφηκε ἔξω ἀπό τό ἱερό Βῆμα, στό ἀριστερό μέρος, μέ μεγάλη συνδρομή τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, μέ μεγάλη εὐλάβεια καί κατάνυξη, καί μέ τήν ἱερή παράταξη ὅλου τοῦ ἱερατικοῦ κλήρου. Καί τί συνέβη; Ἐνῶ ἦταν κρεμασμένο τό μαρτυρικό σῶμα, κατερχόταν ἀπό τόν οὐρανό ἄπλετο φῶς τίς νύχτες καί τό κατακάλυπτε, πρός ἔκπληξη καί μεγάλο θαυμασμό ὅλων αὐτῶν πού τό ἔβλεπαν. Κι αὐτό τό φῶς φαινόταν λαμπρότατο ὄχι μόνον στούς κοντινούς, ἀλλά καί σ’ αὐτούς πού ἦταν πολύ μακριά. Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἐπιτελεῖ πάρα πολλές πραγματικές θεραπεῖες σέ ὅσους προσέρχονται μέ πίστη, ἐνῶ χῶμα καί λάδι πού μεταφέρονται σέ ἄλλα μέρη ἀπό τό μνῆμα του καί τή φωταγωγία του ἀπό πιστούς καί εὐλαβεῖς χριστιανούς, ἀπάλλαξαν ὅσους τά ἔλαβαν μέ θερμή πίστη ἀπό δεινά πάθη καί ἀπό ἀνίατες νόσους».

Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις προκαλεῖ θαυμασμό καί κατάπληξη, ὅπως βεβαίως συμβαίνει καί σέ παρόμοιες ἄλλες περιπτώσεις ἁγίων. Γιατί; Διότι ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζει πρίν ἀπό τό μαρτύριό του εἶναι ἡ εἰκόνα ἑνός ἁπλοῦ ἀνθρώπου, ἀγραμμάτου, μέ μία «κατώτερη» ἐργασία – φροντιστής ἀλόγων ἤτανε – μέ μία ἁπλή γυναίκα νυμφευμένος, πού μόλις μάλιστα εἶχε γεννηθεῖ τό παιδί τους, χωρίς καμία ἰδιαίτερη ἀπαίτηση ἀπό τή ζωή, ὅταν μάλιστα αὐτή ἡ ζωή ἦταν περιχαρακωμένη ἀπό τήν κυριαρχία καί τή δυναστεία τῶν Ὀθωμανῶν - ἡ περιοχή τῆς Ἠπείρου καί τῶν Ἰωαννίνων δέν εἶχε ἀκόμη ἀπελευθερωθεῖ. Ἕνας πολύ ἥσυχος ἄνθρωπος δηλαδή μέ μία πολύ ἁπλή καί ἥσυχη ζωή. Καί τό παράδοξο καί τό καταπληκτικό εἶναι ὅτι μόλις δίνεται ἡ ἀφορμή, ἀφορμή ὡς πρός τήν πίστη πού προκαλεῖ τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἥσυχος αὐτός ἄνθρωπος πού κανείς ἴσως νά μήν τοῦ ἔδινε σημασία σέ ἄλλη περίσταση, ἀποκαλύπτεται κυριολεκτικά λιοντάρι στήν ψυχή, μέ μία καρδιά πού κόχλαζε ἀπό τή φλόγα καί τή θερμότητα τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό.

Ὁ ἅγιος Γέροντας ὑμνογράφος μακαριστός π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης ἐπανειλημμένως προσανατολίζει τή σκέψη μας,  προκειμένου νά προβάλει τό μεγαλεῖο τοῦ νεομάρτυρα, ἀκριβῶς σ’ αὐτήν τήν «παραδοξότητα»: τήν ἁπλότητα καί τήν πραότητά του, πού ὅμως ἔκρυβαν τόν πάντιμο θησαυρό τῆς χριστιανικῆς πίστεώς του. «Τί παράδοξο θαῦμα! Αὐτός πού ἦταν ἁπλός κατά τόν τρόπο τῆς ζωῆς του... ντρόπιασε τό πονηρό φίδι...». «Πράγματι, νά, ὁ ἰδιώτης καί ἀκαλλιέργητος ὡς πρός τόν λόγο, ὁ λαμπρός Γεώργιος, κυριάρχησε μέ τή στέρεα γνώμη του ἀπέναντι στή φοβερή καί τρομερή δύναμη τῶν ἐχθρῶν» (στιχ. ἑσπερ.). Καί θυμᾶται ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἔτσι, αὐτό πού σημειώνει στούς Κορινθίους ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν προβαίνει σέ ἀποτίμηση τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ σ’ αὐτόν τόν κοσμο:  ὁ Χριστός ἀποκάλυψε τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ὄχι στούς σοφούς καί τούς θεωρουμένους μεγάλους καί ἰσχυρούς τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά στούς μικρούς καί ἄσημους, τούς περιθωριακούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶχαν «καρδιά» γιά νά γευτοῦν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή τους. «Βλέπετε ποιοί ἔχετε κληθεῖ στήν πίστη, ἀδελφοί. Δέν εἶστε πολλοί σοφοί κατά κόσμον, δέν εἶστε πολλοί δυνατοί, δέν εἶστε πολλοί εὐγενεῖς. Γιατί ὁ Θεός διάλεξε τούς θεωρούμενους ἀνόητους τοῦ κόσμου, γιά νά ντροπιάσει τούς σοφούς, καί τούς ἀδύναμους διάλεξε ὁ Θεός, γιά νά ντροπιάσει τούς ἰχυρούς». Τό ἴδιο λοιπόν λέει καί ὁ Γέροντας Γεράσιμος: «Σύ, Χριστέ, διάλεξες τούς μικρούς καί ἀδύναμους τοῦ κόσμου καί ντρόπιασες μέσω αὐτῶν αὐτούς πού ἦταν περήφανοι μέ ἐπηρμένο νοῦ» (στιχ. ἑσπερ.).

 Ὁ ἅγιος Γεώργιος μέ ἄλλα λόγια ἔχει, γιά τόν ἐκκλησιαστικό μας ποιητή, τό βασικότερο καί οὐσιαστικότερο στοιχεῖο γιά νά ὑπάρχει καί νά ἀναπτύσσεται ἡ πίστη τοῦ Θεοῦ∙ τήν ἁγία ταπείνωση. Ὄχι βεβαίως ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἡ ταπείνωση καί ἡ πίστη σ’ ἕναν ἄνθρωπο πού «διαπρέπει» στόν κόσμο αὐτόν∙ ἕναν μορφωμένο ἐπιστήμονα γιά παράδειγμα. Ἀλλά θέλει νά πεῖ ὅτι εἶναι ἴσως πιό εὔκολο σέ ἕναν ἁπλό ἄνθρωπο νά πιστέψει στόν Χριστό, καί τοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία γιά νά τό τονίσει μέ τόν ἅγιο Γεώργιο.

Κι ἴσως, πρίν δοῦμε ἄλλες «ματιές» τοῦ Γέροντος ὑμνογράφου γιά τόν ἅγιο, νά σταθοῦμε σ’ αὐτήν τήν ἐξωτερική εἰκόνα πού εἶχε στόν κόσμο, τοῦ ἁπλοῦ ὅπως εἴπαμε καί ἥσυχου καί ταπεινοῦ ἀνθρώπου. Γιατί; Διότι προκαλούμαστε νά προβληματιστοῦμε πάνω γενικά στήν εἰκόνα τοῦ χριστιανοῦ στόν κόσμο κάθε ἐποχῆς. Ὁ χριστιανός δηλαδή δέν «ἀκούγεται» συνήθως, δέν φωνασκεῖ, δέν δηλώνει τήν παρουσία του σ’ ἕναν κόσμο χαλασμένο ἀπό τήν ἁμαρτία μέ «πυροτεχνήματα» καί ἐκδηλώσεις πού τραβοῦν τήν προσοχή. Κάτι τέτοιο συνήθως φανερώνει μία κενότητα καί μία ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανός ζεῖ τόν Θεό μέσα στήν καρδιά του (μέ τίς ἐξωτερικές ἐκκλησιαστικές ἐκδηλώσεις ἐννοεῖται τῆς ζωῆς αὐτῆς ἐν κατακοσμίῳ ἤθει), ἀγωνίζεται ἀδιάκοπα νά βρίσκεται στό διαρκῶς ζητούμενο, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ - βάση μας εἶναι τό «γενηθήτω τό θέλημά Σου» τῆς Κυριακῆς προσευχῆς - ὁ ἐναγώνιος προσανατολισμός του εἶναι οἱ ἐντολές τοῦ Κυρίου, ἰδίως τό ὑψηλό τῆς ἀγάπης καί πρός τόν ἐχθρό,  πράγματα δηλαδή πού τόν κάνουν ἐξωτερικά μέν νά περνάει ἀπαρατήρητος, ἐσωτερικά ὅμως νά τόν τραντάζουν συθέμελα καί νά τόν θέτουν στήν ἔνταση, κατά τόν λόγο τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, τῆς τεταμένης χορδῆς. Αὐτό δέν εἶναι καί τό ἦθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος Θεός ὤν ἦρθε σέ ἕναν κόσμο μέ τόν ἁπλούστερο καί ταπεινότερο τρόπο, χωρίς κανείς νά Τόν πάρει «εἴδηση»; Κι ἄρχισε τή φανέρωσή Του ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς λυτρωτικῆς δράσεώς Του μέ ἀποκορύφωμα τόν Σταυρό. Σάν τόν ἅγιο Γεώργιο ἐν προκειμένω, πού κανείς δέν μποροῦσε νά καταλάβει τόν ἐσωτερικό του ἀγώνα, ἀλλά μόλις προκλήθηκε ὡς πρός τήν πίστη του ὅπως εἴπαμε, ἐκεῖ πιά κατ’ ἀνάγκην φανέρωσε τό μεγαλεῖο τῆς ὀδυνομένης καρδιᾶς του ἀπό τόν ἐσωτερικό του πνευματικό ἀγώνα.

Διότι βεβαίως αὐτό ἀποκαλύπτει τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου: Ὅτι ἀγωνιζόταν διαρκῶς νά ζεῖ μέ τήν ἑτοιμότητα πού ζητάει ὁ Κύριος. «Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Κύριος ἔρχεται». Ἡ ἀντίδρασή του στούς ἐχθρούς Ὀθωμανούς πού θέλησαν νά τόν ἀλλαξοπιστήσουν, αὐτό ἀκριβῶς ἐπιβεβαιώνει. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει τή διάθεση νά θυσιαστεῖ γιά τήν πίστη του, ἄν δέν τήν καλλιεργεῖ διαρκῶς μέσα του καί δέν τήν ἔχει ὡς προτεραιότητα τῆς ζωῆς του. Καί νά, ἡ ἀπόδειξη: νιόπαντρος ὅπως εἴπαμε, μ’ ἕνα μικρό παιδί στά χέρια πού μόλις εἶχε βαπτιστεῖ, οὔτε στιγμή δέν προβληματίζεται. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα, γυναῖκα ἤ τέκνα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» εἶναι ἐκεῖνο πού τόν συνέχει. Κι ἔρχεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί τό ἐπιβεβαιώνει: κανείς δέν ὁδηγεῖται στό μαρτύριο γιά τήν πίστη του στόν Χριστό, ἄν δέν ἔχει ξεχωριστή καί ἰδιαίτερη χάρη ἀπό Ἐκεῖνον. Ὅπως ἀκριβῶς τό διατυπώνει: «ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν (τόν Χριστόν) πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν». Ὁ ἅγιος Γεώργιος λοιπόν ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη σπουδαῖο παράδειγμα ἀπό τό νέφος τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν ἀλήθεια αὐτή. Κι αὐτό σημειώνει βεβαίως καί ὁ ἅγιος ποιητής, κι ὄχι μόνον μία φορά. «Στερεωμένος στό θεμέλιο τῆς πίστεως, τρισμακάριε Γεώργιε, φάνηκες ἀκλόνητος ἀπέναντι στήν ἀλαζονεία τῶν ἐχθρῶν... Καί προτίμησες εὐχαρίστως τήν ἀγχόνη γιατί ἀγαποῦσες τόν Κύριο» (Δοξαστικό μ. ἑσπερ.). Κι ἀλλοῦ ἐνδεικτικά: «Κράτησες ἄσυλο τόν θησαυρό τῆς πίστεως, γιατί ἀκολουθοῦσες ἐπακριβῶς τή θεία ἀγάπη. Κι ἔκανες πέρα τόν πόθο τῶν οἰκείων σου, γιατί πρόκρινες χάριτι Θεοῦ νά πεθάνεις ὑπέρ Χριστοῦ » (λιτή).

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ἐντελῶς λογικό γιά τόν Γέροντα Γεράσιμο νά συγκρίνει τόν ἅγιο Γεώργιο τόν νεομάρτυρα μέ τούς παλαιούς μεγάλους ἁγίους μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἅγιο Δημήτριο, τόν συνονόματό του ἅγιο Γεώργιο καί τούς λοιπούς. Γιατί; Διότι καί ἐκεῖνοι ὡς ποιητικό αἴτιο τῆς ζωῆς καί τοῦ μαρτυρίου τους εἶχαν τή θερμή ἀγάπη καί τόν ἔρωτα πρός τόν Χριστό. Ὅπως πολλάκις ἔχει σημειωθεῖ: βγάλε τήν ἀγάπη αὐτή ἀπό τούς ἁγίους καί ὅλη ἡ ζωή τους, πολύ περισσότερο τό μαρτύριό τους εἶναι ἀκατανόητα - ὅ,τι ἐπισημαίνει καί πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά μάρτυρες πού τό μαρτύριό τους λόγω ἐλλείψεως τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο ἦταν μάταιο: «εἰκῇ καί ἐμαρτύρησαν». «Φάνηκες, Γεώργιε, νά ἔχεις τόν ἴδιο ζῆλο μέ τούς παλαιούς μάρτυρες» (ἀπόστ. (μ.) ἑσπερ.). «Ὄλη ἡ Ἤπειρος μέ χαρά μεγάλη ὑμνεῖ μέ ἄσματα τούς λαμπρούς ἀγῶνες τῆς ἔνδοξης ἄθλησής σου, ἅγιε, μέ τούς ὁποίους ἀγῶνες ἀναδείχτηκες ἰσοστάσιος τῶν λαμπρῶν μεγάλων μαρτύρων» (στιχ. ἑσπ.). Ἀποτελεῖ ὁ ἅγιος «τή λαμπρή προσθήκη τῶν ἀθλοφόρων τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἦταν κατά πάντα ὁμότροπός τους» (ἀπόστ. ἑσπ.).

Γιά νά προχωρήσει βεβαίως ὁ ἅγιος ὑμνογράφος στήν ἀποτίμηση τοῦ μαρτυρίου κάθε ἐποχῆς, ὅταν γίνεται γιά τόν Χριστό: ἀποτελεῖ συμμετοχή στό Πάθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. «Βαστάζεις κι ἐσύ στό σῶμα σου τά στίγματα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ» (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Μέ τό ἴδιο ἀποτέλεσμα∙ τήν κατατρόπωση τοῦ διαβόλου. Δηλαδή ὅπως ὁ Κύριος πάνω στόν Σταυρό κατάργησε τόν διάβολο καί καταπάτησε τόν θάνατο, ἔτσι καί ὁ ἅγιος μάρτυρας ἐν προκειμένῳ: μέ τή θυσία τῆς ἀγάπης του γιά τόν Χριστό διά τῆς ἀγχόνης, ἀπαγχόνισε τόν διάβολο. «Μέ θάρρος ὁμολόγησε τό σωτήριο τοῦ Χριστοῦ ὄνομα, καί μέ τόν θάνατο τῆς ἀγχόνης ἀπαγχόνισε τόν ἀρχέκακο ἐχθρό» (Δοξαστικό ἑσπ.).

Εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι ἕνας τέτοιος χαρισματικός θάνατος, μέσω τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται κανείς θριαμβευτικά στήν ὄντως ζωή, γίνεται ἀφενός ἀφορμή γιά δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου εὐκαιρία νά ὑπάρξει ἕνας ἀκόμη ἰσχυρός πρεσβευτής τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Κι ἰδιαιτέρως μέ τά λείψανα τά ὁποῖα μένουν στά χέρια τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων, διά τῶν ὁποίων ἐπιτελοῦνται πλεῖστα θαύματα. Ὁ ἅγιος ποιητής δέν παύει νά τονίζει καί τίς δύο αὐτές πραγματικότητες, ἐπισημαίνοντας βεβαίως καί τήν ξεχωριστή χάρη πού εἰσπράττουν ἀπό τόν ἅγιο ἡ Ἤπειρος γενικά καί πιό συγκεκριμένα ἡ πόλη τῶν Ἰωαννίνων. «Ἀγωνίστηκες μαρτυρικά μέ ἀκλόνητη καρδιά καί δόξασες τόν Χριστό μέ τή γενναία σου ἄθληση, Γεώργιε νεομάρτυς» (ἐξαπ. ὄρθρου).  «Χαῖρε, Γεώργιε, ὁ πυρσός τῆς Ἠπείρου και ὁ θερμότατος βοηθός τῶν Ἰωαννίνων... Καί τώρα παρακάλει Χριστόν τόν Θεό χωρίς διακοπή γιά ἐμᾶς πού ὑμνολογοῦμε δυνατά τήν ἱερή καί χαρμόσυνη μνήμη σου» (Δοξ. ἑσπ.). «Ὁ Κύριος τῆς δόξας, ἐπειδή δοξάστηκε ἀπό τήν ἄθλησή σου, σέ δοξάζει λαμπρά, γι’ αὐτό καί ἀνέδειξε τή σορό τῶν λειψάνων σου ὡς κρήνη ἰαμάτων» (λιτή).

ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

 Καλλιέργεια καλών λογισμών 

 Ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας όσιος Αντώνιος, τον οποίο προβάλλει η Εκκλησία μας ως τύπο αρτίου ανθρώπου διαχρονικά, είχε κατανοήσει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αγιάσει ο χριστιανός, αν δεν ελέγχει τον εσωτερικό του κόσμο, κυρίως δε τους λογισμούς του -  ό,τι τόνιζαν και οι σύγχρονοι άγιοι Πορφύριος, Παῒσιος, Σωφρόνιος κ.ά. Διότι ο έλεγχος αυτός φέρνει την καθαρότητα της ψυχής, η οποία αποτελεί τη μόνη  προϋπόθεση για να ζει κανείς την παρουσία της χάρης του Θεού στην ύπαρξή του – «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Λέει συγκεκριμένα: 

«Ας μην απατώμεθα…ούτε να φαινώμεθα δειλοί ούτε να δημιουργούμε φόβους… Ας μη φέρνουμε καθόλου τέτοιες σκέψεις στον νου μας ούτε να μας πιάνη η λύπη σαν να είμαστε πια χαμένοι. Απεναντίας να νιώθουμε θαρραλέοι και πάντοτε χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθή» (Βίος αγίου Αντωνίου από Μ. Αθανάσιο).

Ο μέγας άγιος ευρισκόμενος μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας πίστευε ότι οι καλοί λογισμοί και η εξάσκηση των αρετών είναι τα μόνα σύμφωνα προς τη φύση του ανθρώπου. Διότι ο Θεός μάς δημιούργησε για να ζήσουμε μαζί Του, τηρώντας το θέλημά Του και καλλιεργώντας τις αρετές. Οι φαύλοι λογισμοί και οι πονηρές σκέψεις αποτελούν εκτροπή από την ορθή πορεία. Όπως ο ίδιος το λέει: «Το να είναι η ανθρώπινη ψυχή ευθεία, αυτό αποτελεί τη φυσική της νοερά κατάσταση, όπως δηλαδή δημιουργήθηκε. Όταν όμως διαστραφεί «το κατά φύσιν», τότε αυτή η κατάσταση ονομάζεται κακία της ψυχής. Διότι αν μείνουμε όπως πλασθήκαμε, είμαστε μέσα στην περιοχή της αρετής. Όταν όμως σκεπτόμαστε τα φαύλα πράγματα, σαν κακοί αξίζει να κριθούμε… Εφ’ όσον είναι στα χέρια μας, ας φυλαχθούμε από τους βρωμερούς λογισμούς και ας φυλάξουμε την ψυχή μας για τον Κύριο».

Ιδιαιτέρως είναι σημαντική η επισήμανση του οσίου κατά τη διεξαγωγή του πνευματικού αγώνα: «να νιώθουμε θαρραλέοι και χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθεί». Όχι μόνο δηλαδή απαιτείται να καλλιεργεί κανείς καλούς λογισμούς, μα εξαιρέτως στις δυσκολίες θα πρέπει να παραστήσει με εικονιστική δύναμη ενώπιόν του τη διέξοδο, την υπέρβαση και τη λύση των δυσκολιών – τον κατεξοχήν καλό λογισμό. Που σημαίνει: μία δυσκολία και ένα πρόβλημα θα ξεπεραστούν στον βαθμό που απεγκλωβίσει κανείς τον νου του από το πρόβλημα και τον προσανατολίσει στη λύση και τη νίκη. «Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» κατά τη φράση της Γραφής.

Η διδασκαλία αυτή του αγίου δεν ήταν μία γνώση που απέκτησε από μελέτη βιβλίων ή ακούγοντας σοφούς. Ήταν η εμπειρία από τη βιωματική μαθητεία του πολλών χρόνων «παρά τους πόδας» οσίων φημισμένων ασκητών της εποχής του. Κοντά τους δεν έψαχνε τα τυχόν ψεγάδια τους που ασφαλώς ως άνθρωποι είχαν. Τον ενδιέφερε η αρετή που καλλιεργούσαν και αυτήν σημείωνε για δικό του παραδειγματισμό.

«Υποτασσόταν πραγματικά σε φημισμένους πατέρες. Πήγαινε να τους συναντήσει κι εφάρμοζε στον εαυτό του του καθενός το προτέρημα της αρετής και της ασκήσεως. Έβλεπε στον ένα τον ευχάριστο χαρακτήρα, στον άλλον την προθυμία στην προσευχή, του ενός μελετούσε την πραότητα, του άλλου τα φιλάνθρωπα  αισθήματα... Τον ένα εθαύμαζε για την υπομονή του και τον άλλον για τις νηστείες και την μακροθυμία. Όλων όμως μαζί σημείωνε τον έρωτά τους για τον Χριστό και την μεταξύ τους αγάπη».

Κι εντέλει να πούμε ότι ο έρωτας για τον Χριστό που εκφραζόταν ως αγάπη προς τον πλησίον πυράκτωσε και τη δική του καθαρή ψυχή. Ό,τι σκεφτόταν, ό,τι έλεγε και έκανε πήγαζε από την αγάπη του αυτή. Το είχε άλλωστε επισημάνει και στον απόστολο Παύλο. Εκείνος δεν έγραφε προς τους Ρωμαίους ότι τίποτε δεν μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Αντώνιος είχε διαρκώς το βλέμμα και τους λογισμούς του στην αγάπη Εκείνου. «Δεν με τρομάζουν τα τραύματα που μου κάνατε,  (δαίμονες). Και αν με γεμίσετε με περισσότερα, “τίποτε δεν θα με χωρίσει από της αγάπης του Χριστού”». Γι’ αυτό και κατέληγε πάντα οποιοδήποτε λόγο του με τον ίδιο επίλογο: «Τίποτα να μην προτιμάτε στον κόσμο από την αγάπη προς τον Χριστό». Και: «Χριστόν πάντοτε αναπνέετε».

 

Σε βρήκα...

 


Η καρδιά μου, Κύριε, Σε θέλει

Η ψυχή μου, Κύριε, Σ’ αναζητεί

Σαν χωράφι έρημο και χέρσο

που διψάει βρόχινο νερό να πιει.

 

Ναι, Σε βρήκα, Κύριε, Σε βρήκα,

στο πρόσωπο Σε είδα τ’ αδελφού

Σ’ όλη τη φύση άγγιξα Σένα

ακόμη και στον άδη του κενού.

 

Άνθρωποι πλάνητες χωρίς Εσένα

θλίψη και έχθρητες τους κυνηγούν.

Σκοτάδι ζοφερό σκιάζει τον κόσμο

θύελλες πάνω του μ’ ορμή ξεσπούν.

 

Ναι, Σε βρήκα, Κύριε, Σε βρήκα

στο πρόσωπο Σε είδα τ’ αδελφού

Όλη η κτίση πνέει Εσένα

ακόμη και τα βάθη τ’ Ουρανού.