Σάββατο, 24 Ιουλίου 2021

«ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΒΕΙΣ!»

Εκατομμύρια άνθρωποι θαύμασαν και θαυμάζουν ακόμη τον σπουδαίο και γενναίο ορειβάτη Έντμουντ Χίλαρι από τη Νέα Ζηλανδία, όταν στις 29 Μαΐου του 1953 πάτησε πρώτος αυτός, μαζί μ’ έναν βοηθό του, την ψηλότερη κορυφή του κόσμου, το Έβερεστ (8.848 μέτρα). Έμπηξε έναν σταυρό μάλιστα στην κορυφή αυτή, κάθισαν για 15 λεπτά, ελλείψει οξυγόνου, και επέστρεψαν. Το εγχείρημά του ήταν μεγαλειώδες, για το οποίο και ανταμείφθηκε πολλαπλώς. Το εξόχως σημαντικό όμως ήταν αυτό που δήλωσε ο Χίλαρι έπειτα. «Κι άλλοι, απ’ ό,τι φάνηκε, έφτασαν κοντά στην κορυφή, αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν. Γιατί εκείνο που μετράει κυρίως δεν είναι να ξέρεις μόνο να ανέβεις στην κορυφή, αλλά να ξέρεις και να κατέβεις. Στην κάθοδο δεν πρόσεξαν οι άλλοι κι έτσι δεν ολοκλήρωσαν την ορειβατική τους ενέργεια». «Να ξέρεις και να κατέβεις». Πόσο σπουδαία αλήθεια για όλους εκείνους που αγωνίστηκαν να φτάσουν κάπου «υψηλά», αλλά και που θα πρέπει να καταλάβουν, όταν έρθει η ώρα, ότι πρέπει και να κατέβουν. Κι η κάθοδος μάλιστα είναι εκείνη που φανερώνει το μεγαλείο του ανθρώπου: δείχνει την επίγνωση των ορίων του, το μέγεθος της αυτογνωσίας και της ταπείνωσής του, ακόμη και το ποιόν της αγάπης του – αφήνει χώρο για άλλους, νεώτερους ή και πιο ικανούς από αυτόν. Πόση σοφία και πόσος ρεαλισμός κρύβεται πράγματι πίσω από τη ρήση του σπουδαίου ορειβάτη - να ξέρουμε πότε να παραμερίσουμε, πότε έχει έρθει η ώρα να «κατέβουμε». Κι από πλευράς πνευματικής ίσως μπορεί να αξιοποιηθεί δεόντως – ας επιτραπεί η «αυθαίρετη» προέκταση -· γιατί αφού το μυστικό της «επιτυχίας» είναι στη γνώση της καθόδου, λοιπόν όσο κατεβαίνουμε, τόσο και θα επιτυγχάνουμε, δηλαδή όσο η ταπείνωση θα χαρακτηρίζει τη ζωή μας, τόσο και θα βλέπουμε τη χάρη του Θεού να μας ισορροπεί στη ζωή μας. Αυτό όμως χριστιανικά είναι η αληθινή άνοδος.

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ

«Η Χριστίνα ήταν κόρη ειδωλολάτρη Τύριου στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο, τη διέταξε να ζει εκεί και να θυσιάζει  στους δικούς του ειδωλολατρικούς θεούς, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα κομμάτιασε και κάθε πολύτιμο  υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Έτσι ο πατέρας της άρχισε τις τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή χωρίς τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους που την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων που αυξάνει τις τιμωρίες της γιατί η αγία συνέχιζε να κηρύττει τον Χριστό, ο Οποίος δι’ αυτής επιτελούσε θαύματα με αποτέλεσμα τη μεταστροφή στην πίστη τριών χιλιάδων στρατιωτών. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός που ρίχνει την αγία σε κάμινο πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Έπειτα της κόψανε τη γλώσσα, και τέλος, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα στον Θεό».

Θα σχολιάσουμε τρία σημεία από το συναξάρι.

(1) Οι γονείς όπου γης είναι συνήθως έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους – τα θεωρούν κομμάτι και προέκταση του εαυτού τους. Στην περίπτωση όμως της αγίας αυτό καταλύεται. Ο  πατέρας της, όπως και στην περίπτωση και άλλων αγίων σαν της αγίας Βαρβάρας, γίνεται ο δήμιός της λόγω του φανατισμού και της υποδούλωσής του στους δαίμονες, που τον κάνουν να θέλει την κόρη του να είναι υποχείριό του. Εντελώς αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία προσανατολίζει τον άνθρωπο στην απόλυτη αγάπη προς τον Θεό, μέσω όμως της απόλυτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο και του σεβασμού της ελευθερίας του. Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει εν προκειμένω: «Επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει τον πόθο σου για τον Χριστό ο δειλός και αθεώτατος πατέρας σου, Χριστίνα, σε απειλούσε με τις τιμωρίες των βασάνων» (ωδή δ΄).

(2) Η αγία διώχθηκε για την πίστη της στον Χριστό, όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί -  δεν ήταν πλήρως ακόμη χριστιανή. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε σ’ αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα συνδέει (τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο) ουσιαστικά με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, όπου πριν δρούσε το πονηρό. Σε τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν τη Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί μαζί Του, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Τι κάνει; Στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμα και να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού σε ό,τι ως Θεός έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Και ποιος ο λόγος μίας τέτοιας «παραδοξότητας»; Η αγάπη της αγίας για τον Χριστό, τέτοια που την έκανε να «διαβάζει» την παρουσία Του μέσα από όλα τα κτίσματά Του. «Τα όμματα και τη διάνοια, ένδοξη μάρτυς, τα έστρεψες ολοκληρωτικά προς τον Ουρανό κι έτσι γνώρισες μέσα από τα κτίσματα τον Δημιουργό σου» (ωδή γ΄). Την αγάπη της αγίας  για τον Κύριο υμνολογεί ποικιλοτρόπως ο άγιος υμνογράφος. Χαρακτηριστικό δείγμα της: «Κόλλησα πίσω Σου από πόθο, γιατί πληγώθηκα από την αγάπη Σου. Ανάδειξέ με νικήτρια, κραύγαζες δυνατά, μάρτυς, καθώς έπασχες» (ωδή δ΄). Και: «Φλέγομαι από τον πόθο Σου, παμβασιλέα, και σφαγιάζομαι χάριν της αγάπης Σου» (ωδή ς΄).

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παράδοξο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από τη θαυμαστή ενέργεια του Θεού μπορούμε να επιχειρήσουμε και μία εξήγηση: αφενός το γάλα από μία παρθένο να αποτελεί σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου να φανερώνει την κυοφορία, μέσα της, της χάριτος του Θεού, που καθιστά κι αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τον Κύριο που είπε ότι αυτοί που τηρούν το θέλημα του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν». «Επειδή θέλχθηκε από την παρθενική ωραιότητά σου ο Βασιλεύς της δόξης Χριστός, σε ένωσε με τον εαυτό Του ως αγνή νύμφη, με συνάφεια καθαρή» (Δοξαστικό αίνων).  

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2021

Η ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ Η ΕΝ ΤΗΝῼ

«Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ἐγκρατείᾳ πολλῇ καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμῇ, Πελαγία Θεόληπτε. Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσάν σοι Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης. Ἣν πρέσβευε, Ἁγία Μῆτερ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε» (απολυτίκιο ήχος δ΄).

(Έζησες άμεμπτα με πολλή εγκράτεια και ασκητικούς κόπους και με θερμή αγάπη, Πελαγία θεόληπτε. Γι’  αυτό είδες απανωτά τη Θεοτόκο, η οποία σου έστελνε μήνυμα για την ανεύρεση της εικόνας Της. Πρέσβευε σ’ Αυτήν, αγία Μητέρα, υπέρ αυτών που σε τιμούν).

Η αγία Πελαγία, κόρη του ιερέως Νικηφόρου, καταγόταν από την Τήνο (1752-1834) κι έζησε οσιακά από την παιδική της ηλικία. Το κοσμικό της όνομα ήταν Λουκία, ενώ όταν εισήλθε στο μοναχικό στάδιο σε ηλικία 15 ετών στο Κεχροβούνι της Τήνου, πήρε το όνομα της μοναχής θείας της Πελαγίας. Ως μοναχή αύξησε την εγκράτεια και τους ασκητικούς κόπους της, ενώ διακρινόταν για τον αγώνα της να βρίσκεται πάντοτε πάνω στις εντολές του Κυρίου, κυρίως την αγάπη. Γι’ αυτό και έγινε «δοχεῖον τοῦ Πνεύματος», με αποτέλεσμα να της εμφανιστεί όχι μία φορά η Κυρία Θεοτόκος, η οποία την καθοδήγησε για την εύρεση της αγίας εικόνας Της (30 Ιανουαρίου 1823) που ήταν θαμμένη σ’έναν αγρό στην πόλη της Τήνου. Το γεγονός κατέστησε την Τήνο ιερό νησί, ενώ η οσία χαριτώθηκε από τον Θεό να επιτελεί πλήθη θαυμάτων, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή της. Η αγιοκατάταξή της έγινε με συνοδική πατριαρχική πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970, ενώ η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, τότε που της εμφανίστηκε η Παναγία με όραμα.

Αξίζει να τονίσουμε από το απολυτίκιο της οσίας αυτό που τονίζει ο ιερός υμνογράφος της: η Πελαγία αξιώθηκε του οράματος της Παναγίας (σε ηλικία 73 ετών μάλιστα), όταν όλη η βιοτή της, ψυχή τε και σώματι, ήταν αφιερωμένη στον Κύριο, που θα πει στην εργασία των αγίων εντολών Του. Ποτέ δηλαδή δεν έχουμε γνήσια οράματα που προέρχονται από τον Θεό και τους αγίους Του, παρά μόνον αν συντρέχει προς τούτο η ζωή του πιστού χριστιανού. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οράματα και άλλες «αποκαλυπτικές» καταστάσεις έχουμε και από τον Πονηρό διάβολο, ο οποίος εκμεταλλεύεται ψυχές ταραγμένες και υπερήφανες, στις οποίες εμφανίζεται κατά τον απόστολο «ὡς ἄγγελος φωτός» με σκοπό να τις οδηγήσει στην απώλεια. Και δυστυχώς αυτές οι ψυχές τον πιστεύουν και χάνονται. Η οσία Πελαγία ήταν λοιπόν αφιερωμένη στον Κύριο, η χάρη του Θεού λειτουργούσε μέσα της λόγω της ταπείνωσής της, γι’ αυτό και την πρώτη και τη δεύτερη φορά που της εμφανίστηκε η Παναγία δεν «ενέδωσε» στο όραμα, θεωρώντας το αυτονόητο για έναν άγιο: «δεν είμαι άξιος να δω την Παναγία». Έτσι σκέφτεται και ενεργεί σε πρώτη φάση ο πραγματικός άγιος – νιώθει τη μικρότητα και την αμαρτωλότητά του. Όταν όμως πεισθεί από τη συνεχή πρόκληση του Θεού και των αγίων κι όταν μάλιστα τεθεί η πρόκληση, εν προκειμένω το όραμα, υπό την κρίση των πνευματικών της Εκκλησίας, τότε ναι, κάνει υπακοή και κινείται κατά την υπόδειξη της θεϊκής οπτασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός διά των Αγίων Του εμφανίζεται σ’ εκείνους που είναι συντονισμένοι με τη δική Του ζωή, που «συγγενεύουν με τον Χριστό», για να θυμηθούμε τον μεγάλο σύγχρονο όσιο Παῒσιο τον αγιορείτη. Και συντονίζεται κανείς με τον Θεό μόνον όταν βρίσκεται στην πορεία υπακοής των αγίων Του εντολών, κατά τον λόγο της Γραφής: «ὁ τηρῶν τάς εντολάς τοῦ Θεοῦ, ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».  Άνθρωπος που το δικό του θέλημα είναι η προτεραιότητά του και ο κανόνας της ζωής του, δεν υπάρχει περίπτωση να «δει» τον Θεό ούτε και κανέναν άγιο – δεν του το επιτρέπει η δική του «θεληματάρικη», δηλαδή εγωιστική, καθώς λένε ζωή. Να θυμηθούμε και πάλι στο σημείο αυτό την απάντηση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου όχι σε κοσμικό άνθρωπο, αλλά σε καλόγερο, ο οποίος όμως ζούσε σύμφωνα προς τις επιθυμίες του και όχι προς το θέλημα του Θεού. Στην «αποκάλυψη» του καλόγερου στον όσιο ότι του εμφανίστηκε η Παναγία, εκείνος αμέσως αμφισβήτησε τη θεόθεν προέλευση του οράματος, ακριβώς με το σκεπτικό αυτό: «Η Παναγία εμφανίζεται μόνο σ’ αυτούς που είναι υπάκουοι σαν Εκείνην. Εσύ όμως ζεις κατά το δικό σου θέλημα». 

Στο πρόσωπο της αγίας Πελαγίας της Τηνίας ψαύουμε κυριολεκτικά την παρουσία του Θεού και την ευλογία της Παναγίας. Ας την παρακαλούμε να πρεσβεύει και για μας, ώστε το φρόνημά της, φρόνημα Χριστού, να γίνει και δικό μας.

Ε, ΟΧΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΑΖΟΕΙΣΠΡΑΚΤΟΡΑΣ!

 

Η εντολή του Κυρίου «μη αντιστήναι τω πονηρώ, αλλ’  όστις σε ραπίσει επί την μίαν σιαγόνα στρέψον αυτώ και την άλλην» (μην αντισταθείτε στον πονηρό, αλλά όποιος σε ραπίσει στη μία σου σιαγόνα στρέψε σ’  αυτόν και την άλλη) προκαλεί αντιδράσεις σε πολλούς χριστιανούς, οι οποίοι αρνούνται να παίξουν τον ρόλο του «καρπαζοεισπράκτορα», καθώς λένε, κι ούτε να δεχτούν την έσχατη αδικία: όχι μόνο να μην αντιδράσουν στην πονηρή εναντίον τους στάση των άλλων αλλά να είναι έτοιμοι και να υποστούν και τα χειρότερα. Και πράγματι, με τη λογική και την όποια ανθρώπινη κατανόηση της δικαιοσύνης η εντολή του Κυρίου μοιάζει ανεδαφική, κυρίως όμως άδικη - στην πρόκληση της αδικίας κάθε ψυχή αντιδρά. Αλλ’ αυτό που φαίνεται λογικό και ανθρώπινα δίκαιο είναι και χριστιανικό; Η απάντηση, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, είναι όχι. Διότι τότε θα έπρεπε να αρνηθούμε όλη τη θεία οικονομία της σωτηρίας εν προσώπω Ιησού Χριστού: μπορεί η λογική να «σηκώσει» την ενανθρώπηση του Θεού με τον τρόπο που έγινε και με τον τρόπο που εξελίχτηκε; Ή μπορεί η ανθρώπινη δικαιοσύνη να «σηκώσει» το βάρος της θείας δικαιοσύνης, κατά την οποία ο αθώος «τιμωρείται» και ο ένοχος σώζεται και δικαιώνεται; Πού πρέπει δηλαδή να θέσουμε τον Σταυρό του Κυρίου, αν κριτήριό μας είναι η λογική μας και η δικαιοσύνη μας;

Με άλλα λόγια η απάντηση στο καίριο αυτό ανθρώπινο δύσκολο ερώτημα βρίσκεται στην αγάπη του Θεού μας, όριο της οποίας είναι ο Σταυρός Του. Που θα πει: όταν κανείς αρχίζει να αγαπά τον συνάνθρωπό του κατά το πρότυπο του Χριστού, τότε ξεπερνά τις όποιες δεσμεύσεις της λογικής και τις αγκυλώσεις της δικής του έννοιας της δικαιοσύνης. Πώς; Ενισχυόμενος από τη χάρη του Θεού, την οποία έλαβε και λαμβάνει από τα μυστήρια της Εκκλησίας. Ο βαπτισμένος χριστιανός δηλαδή ως μέλος πια Χριστού, καθώς τρέφεται από το σώμα και το αίμα Εκείνου, παίρνει τη δύναμη να ζει σαν κι Εκείνον, όπως καθορίζεται τούτο από την εντολή Του: «Αυτή είναι η εντολή η δική μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Μεγαλύτερη αγάπη από αυτή κανείς δεν έχει, ώστε να θυσιάσει κανείς τη ζωή του για χάρη των φίλων του». Και: «αγαπάτε τους εχθρούς σας» - μία χαρισματική υψηλή κατάσταση που δίνει όμως, πρέπει να σημειώσουμε, και το φως  της διάκρισης να εκφραστεί μερικές φορές η αγάπη και με άλλους τρόπους πέραν της φαινομενικής παθητικότητας!

Στο πνευματικό αυτό επίπεδο ο χριστιανός κατανοεί τον εαυτό του ως προέκταση και συνέχεια του Χριστού, προσβλέποντας πάντοτε και αδιάκοπα σ’ Εκείνον κι έχοντάς Τον ως διαρκή αναφορά και προοπτική Του – το κέντρο βάρους του εαυτού του δεν είναι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία, αλλά ο ίδιος ο Θεός εν Χριστώ. Κι ακόμη: ξέρει ότι τα όποια δίκια του που δεν διεκδικεί γιατί τα έχει αναθέσει στον Κύριο, θα βρουν την απάντησή τους με τον τρόπο που Εκείνος μόνον καλύτερα από κάθε άλλον γνωρίζει. «Μην παίρνετε εκδίκηση για τους εαυτούς σας», λέει και πάλι ο λόγος του Θεού. Διότι «δική μου είναι η εκδίκηση, εγώ θα ανταποδώσω, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ». Ο χριστιανός έτσι, και μιλάμε εννοείται για τον αληθινό χριστιανό, τον άγιο, έχει εναποθέσει τα πάντα στον Κύριο κι αυτή του η πίστη στην Πρόνοιά Του τον καθοδηγεί και τον ησυχάζει.

Πέραν τούτου όμως: η εντολή «μη αντιστήναι τω πονηρώ» - κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι μιλάμε για τον άνθρωπο που είναι πονηρός και όχι για τον Πονηρό διάβολο, μολονότι και για εκείνον από μία άποψη έχει ισχύ ο λόγος -  έχει και τη διάσταση τού να μην μπεις στο ίδιο επίπεδο με τον άνθρωπο αυτό. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος, έχοντας μεγάλη εμπειρία της πονηρίας, θα σε οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στο δικό του επίπεδο. Πας να αντιπαλέψεις με τα ίδια όπλα του πονηρού, αλλά βεβαίως υπερισχύει όποιος έχει τη μεγαλύτερη εμπειρία. Οπότε, χαμένος «από χέρι» που λένε. Γι’ αυτό και η αντίδραση του χριστιανού είναι η μεγαλύτερη δύναμη: η ταπεινή αγάπη, η οποία κινητοποιεί την παντοδυναμία του ίδιου του Θεού. Θυμίζει κάπως η παραπάνω επισήμανση μία αγγλική παροιμία. Τι λέει; «Δεν πρέπει να παλεύεις με γουρούνια. Διότι και σε κυλούνε στη λάσπη και το απολαμβάνουν».

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Ο... ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής, με την υπομονή στη βάση της, αλλά και στο ύψωμά της και στην κορυφή της, είναι μάλλον μονόδρομος στην οικογένεια. Να υπομένω χαρούμενα, γιατί αγαπώ τον σύντροφό μου, γιατί μπορώ να τον βοηθώ στην υπέρβαση της αδυναμίας του, γιατί μαζί μπορούμε να κερδίσουμε τον Παράδεισο, γιατί βρισκόμαστε μαζί, και μαζί με τον Χριστό, στο μεγάλωμα των παιδιών μας. Και τι μας  αποκαλύπτει τελικά η πορεία αυτή; Ότι η υπομονή αυτή μας κάνει έξυπνους. Έξυπνους όχι μόνον από πλευράς φυσικής – κι αυτό γίνεται, γιατί πιεζόμαστε να βρίσκουμε λύσεις μπροστά σε θεωρούμενα αδιέξοδα! – αλλά κυρίως από πλευράς πνευματικής. Τι εννοούμε; Η επιμονή στη σχέση, η εν επιγνώσει υπομονή, μας σπρώχνει αναντίρρητα σε έναν δρόμο διαρκούς αλλαγής. Πρόκειται για την αλλαγή του εαυτού μας, καθώς μας κάνει να υπερβαίνουμε τα εξογκώματα του χαρακτήρα μας, τις «γωνίες» μας να τις κάνουμε στρογγυλές. Υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς χριστιανός, είτε καλόγερος είτε έγγαμος, και να θεωρεί ότι η μονολιθικότητα του χαρακτήρα του είναι το θεμέλιο της ζωής του; Μονολιθικός είναι μόνον ο εγωιστής άνθρωπος, που νομίζει πως ό,τι έχει ως δική του συνήθεια, ως δική του ανάγκη και αδυναμία, αυτό και θα συνεχίζει εσαεί, έχοντας τον υπηρέτη του, δηλαδή τον σύντροφό του.

Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό είναι δαιμονικό. Χριστιανός σημαίνει διαρκής κίνηση αλλαγής, πορεία εν Χριστώ, προκειμένου να βρίσκεται πάντοτε και αδιάκοπα στον δρόμο του Χριστού, δηλαδή στον δρόμο της αγάπης και της ταπείνωσης, που θα πει στον δρόμο της υπομονής. Υπομονή και ετοιμότητα αλλαγής του εαυτού μας είναι έννοιες παράλληλες και αιτιωδώς συσχετισμένες. Η μία παραπέμπει στην άλλη. Πώς το λέει ένα παλιό όμορφο τραγούδι; «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Είναι τυχαίο που όσιοι ασκητές του Αγίου Όρους, όταν ερωτώνται συνήθως από εγγάμους τι να κάνουν για την πνευματική τους προκοπή, εισπράττουν ως απάντηση: «εσείς οι έγγαμοι έχετε τους δικούς σας Γέροντες. Κι αυτοί κυρίως είναι οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας». Ό,τι υπακοή καλείται να κάνει ένας υποτακτικός στον Γέροντά του στο μοναστήρι, την ίδια – τηρουμένων των αναλογιών – καλείται να κάνει και ένας έγγαμος έναντι του ή της συντρόφου και συζύγου. «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ», σημειώνει ο απόστολος. Υπακοή σημαίνει όμως ξεκούνημα, αλλαγή, πέρασμα σε κάτι άλλο που ζητά ο/η σύζυγος, το οποίο φέρνει στην κατεξοχήν αλλαγή, που είναι το κράτημα στον δρόμο του Χριστού, τον δρόμο της αγάπης.

20 ΙΟΥΛΙΟΥ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ «ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ» ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

     Για τον προφήτη Ηλία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει εύκολα. Διότι συνιστά όχι έναν απλώς από τους πολλούς προφήτες, τους σταλμένους από τον Θεό να κηρύξουν μετάνοια και να προαναγγείλουν την έλευσή Του, αλλά, θα λέγαμε, τη συμπυκνωμένη, στο ανώτερο δυνατό σημείο, προφητική παρουσία, την «κρηπίδα των προφητών» κατά το απολυτίκιό του, εκείνον που έζησε μ’ έναν ασκητικό και ενάρετο τέτοιο τρόπο, που έκανε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τονίσει την αγιότητά του, καθώς την είδε ν’ αντανακλάται στο πρόσωπο του μεγαλυτέρου των προφητών Ιωάννη του Προδρόμου. Ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός είπε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι η συνέχεια και η παρουσία του Ηλία, ως προς το προφητικό χάρισμα που είχε, και εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Ιωάννη, συνεπώς και του «προκατόχου» του Ηλία.

     Όμως, ο προφήτης Ηλίας, μέσα στη μεγαλοσύνη του, λόγω της χάρης του Θεού, αποτελεί και μία «αποτυχία», η οποία για όλο το ανθρώπινο γένος λειτούργησε ως η εξαιρετικότερη ευλογία. Θέλουμε να πούμε ότι ο Ηλίας με τον ζήλο του για τον νόμο του Θεού, ζήλο που ήταν κυριολεκτικά φωτιά, ήθελε διαμιάς, άμεσα να κάνει τους ανθρώπους της εποχής του να μετανοήσουν και να στραφούν προς τον Θεό. Η ζηλωτική αυτή επιθυμία του έβλεπε ότι δεν ευοδωνόταν – οι πολλοί αντιδρούσαν με την επιμονή στο δικό τους αμαρτωλό θέλημα, το οποίο ενισχυόταν και με την απειλητική παρουσία και την ενίσχυση της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας Ιεζάβελ – γι’ αυτό και θλιβόταν και «αρρώσταινε», κάνοντάς τον να τα «βάζει» και με τον Θεό, που ανεχόταν με αγάπη τον λαό Του, προσδοκώντας μέσα στο βάθος του χρόνου τη μετάνοια. Για τον προφήτη, η επέμβαση του Θεού θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που θα φόβιζε τον λαό: με απειλές και με τιμωρίες, κυριολεκτικά «με φωτιά και με τσεκούρι».

Ο οίκος του κοντακίου της εορτής είναι κατεξοχήν ενδεικτικός επ’ αυτού: «Βλέποντας ο προφήτης Ηλίας από τη μια την πολλή ανομία των ανθρώπων και από την άλλη την άμετρη φιλανθρωπία του Θεού ταρασσόταν και θύμωνε, γι' αυτό και κίνησε λόγους ασπλαχνίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό φωνάζοντας: Δείξε την οργή Σου, Κριτή Δικαιότατε. Αλλά καθόλου δεν παρακίνησε τα σπλάχνα αγάπης του αγαθού ώστε να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν παρακούσει. Διότι πάντοτε ο μόνος φιλάνθρωπος περιμένει τη μετάνοια όλων».

  Έτσι στο πρόσωπο του Ηλία βλέπουμε, όπως είπαμε, την ευλογημένη για μας «αποτυχία» του. Ο προφήτης είναι η ανθρώπινη πρόταση σωτηρίας, που, ευτυχώς, απέτυχε: όποιος δεν μετανοεί και δεν υπακούει στον Θεό, να τιμωρείται, να καταφλέγεται – πρόταση που την είδαμε να επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στα πρόσωπα των διαφόρων ιεροεξεταστών. Το θέλημα του Θεού όμως, η «καρδιά» του Θεού πατέρα, λειτουργεί με άλλον τρόπο: μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του, που Τον κίνησε να έλθει σ’ εμάς, να μας σώσει, «τιμωρώντας» τον εαυτό Του και αίροντας τις δικές μας αμαρτίες. Η πρόταση του Θεού ήταν πράγματι…θεϊκή, ανώτερη από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και φαντασία. Και τι έγινε λοιπόν;

Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο οποίος ασχολήθηκε βαθυστόχαστα και με την περίπτωση του προφήτη Ηλία, βάζει τον ίδιο τον Χριστό να διαλέγεται με τον προφήτη και να του λέει ότι δεν σώζονται έτσι οι άνθρωποι. Με τις δικές του ενέργειες, θα κατέστρεφε όλο το ανθρώπινο γένος. Η παρουσία του προφήτη – λέει ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο- θα έκαιγε τους ανθρώπους, όπως η φωτιά κατακαίει τα καλάμια. Γι’ αυτό και «ου δύναται πυρ συνοικείν καλάμη». Έτσι, για να συνεχίσουμε την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, ο Χριστός λέει στον προφήτη: θα σε πάρω και θα κατέβω ο ίδιος. Η ανάληψη του προφήτη Ηλία αποτελεί δηλαδή και την επιβεβαίωση της αγιότητάς του, αλλά και τη «σφραγίδα» της αποτυχίας του. Το περιστατικό μάλιστα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου Κύριος ο Θεός εμφανίζεται στον προφήτη όχι μέσα στον δυνατό άνεμο, όχι μέσα στον μεγάλο σεισμό, όχι στην απειλητική φωτιά, αλλά μέσα από την απαλή αύρα δροσιάς, είναι ακριβώς μέσα στο σκεπτικό που περιγράψαμε. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, η μόνη στάση μας είναι η στάση της αγάπης και του διακριτικού σεβασμού. Οι απειλές και οι τιμωρίες είναι η αποτυχία κάθε φορά της ανθρώπινης πρότασης.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. 5, 19)

        Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας, από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, απόσπασμα και αυτό από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου, έχει τεθεί από την Εκκλησία μας, σε σχέση και αναφορά με τους αγίους Πατέρες που εορτάζουμε σήμερα, της Δ΄ εν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) Οικουμενικής Συνόδου. Τους Πατέρες εκείνους, που εν Πνεύματι αγίω διατύπωσαν την ορθόδοξη πίστη περί του Ιησού Χριστού, ως «διπλού την φύσιν, αλλ’  ου την υπόστασιν», και κατεδίκασαν τους αιρετικούς μονοφυσίτες, που παρουσίαζαν μία αλλοιωμένη εικόνα Του, δηλαδή ότι ο Κύριος είναι μόνον Θεός, διότι η θεϊκή φύση Του ως ισχυρότερη απορρόφησε την ανθρώπινη. Προ ολίγων μάλιστα ημερών, εορτάσαμε την αγία μεγαλομάρτυρα Ευφημία (11 Ιουλίου), η οποία με θαυμαστό τρόπο επικύρωσε την αλήθεια της ορθόδοξης πίστης και την πλάνη των αιρετικών. Η Εκκλησία μας λοιπόν επέλεξε το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, για να τονίσει ότι και οι Πατέρες αυτοί ανήκουν  σ’  εκείνους που, κατά τον Κύριο, υπήρξαν και είναι φώτα του κόσμου, καθοδηγητικά για τη δοξολογία του Θεού, ενώ προφανώς στη Βασιλεία του Θεού ευρίσκονται σε περίοπτη θέση, διότι πραγμάτωσαν αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος: «ος δ’  αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των Ουρανών», υπόσχεση η οποία θα μας απασχολήσει δι’  ολίγων στη συνέχεια.

        1. Έχει τονιστεί επανειλημμένως και επαρκώς ότι όταν μιλάμε για τη Βασιλεία του Θεού, δεν μιλάμε για μία απρόσωπη κατάσταση ή πολλώ μάλλον για έναν τόπο, αλλά για τον ΄Ιδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Εκείνος αποτελεί τη Βασιλεία του Θεού, διότι τα πάντα προσδιορίζονται και ζουν σε σχέση προσωπική μαζί Του. Ένταξη λοιπόν στη Βασιλεία του Θεού σημαίνει στην πραγματικότητα θετική σχέση με τον Χριστό, «πρόσωπον προς πρόσωπον» θέα του προσώπου Του, φωτισμό από το φως Εκείνου. Ο χαρακτηρισμός λοιπόν «μέγας» από τον Κύριο – «μέγας κληθήσεται» - πρέπει να εννοηθεί ως κοντινή και άμεση σχέση με τον ΄Ιδιο, όπως και το «ελάχιστος» δηλώνει το αντίθετο: άνθρωπος που σχετίζεται με τον Κύριο, αλλά αρνητικά, δηλαδή, μέσα σ’  Αυτόν, αλλά με αποστροφή του προσώπου Του για τον άνθρωπο αυτό. Κατανοεί λοιπόν κανείς εύκολα ότι στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά σ’  αυτό που ονομάζουμε Παράδεισο και Κόλαση. Η κοντινότητα και η αμεσότητα δηλώνει τον Παράδεισο, η απομάκρυνση δηλώνει την κόλαση. 

        2. Η θετική ή η αρνητική, κοντινή ή μακρινή σχέση με τον Χριστό, εξαρτάται από τη ζωή του ανθρώπου στον κόσμο αυτό. Ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος ζει εδώ, απολαμβάνει  κ α ι  την ποιότητα του εδώ, αλλά κ α ι  τη συνέχειά του, στην άλλη λεγόμενη ζωή. Κι ο Κύριος είναι σαφής: «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται». Δηλαδή, θα έχει καλή σχέση μαζί Του, θα ζει την παρουσία Του ως παράδεισο, εκείνος που έπραξε πρώτα και δίδαξε στη συνέχεια. Προηγείται η πράξη και ακολουθεί  η διδασκαλία, σαν να μας λέει ο Κύριος ότι τότε είναι έγκυρη η διδασκαλία, τότε έχει νόημα, όταν έρχεται ως συνέχεια της πράξης, κατά το πρότυπο βεβαίως Εκείνου, ο Οποίος ό,τι δίδαξε το ζούσε: «οίος ο λόγος, τοίος ο βίος» που λένε οι Πατέρες. Άλλωστε, «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις» (η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία).

        Διαφορετικά, η διδαχή μόνη, χωρίς την πράξη, συνιστά αυτό που ονομάζει ο Ίδιος υποκρισία και που ανηλεώς το έλεγξε στο πρόσωπο των Φαρισαίων: «λέγουσι γαρ και ου ποιούσι». Εκτός αυτών, τα επιπλέον  λόγια του Κυρίου, που είναι κυριολεκτικώς συγκλονιστικά και προκαλούν και φόβο, είναι εκείνα, πάλι από την επί του Όρους ομιλία, κατά τα οποία, μπορεί κάποιος να κηρύσσει, και μάλιστα ορθά, τον λόγο του Θεού, να κάνει και θαύματα ακόμη στο όνομα Εκείνου, αλλά τελικώς αυτός να είναι ξένος και άγνωστος για τον Κύριο, και μάλιστα εργάτης της ανομίας. «Κύριε, ου τω σω ονόματι εκηρύξαμεν και εν τω ονόματι Σου θαύματα εποιήσαμεν; Και αποκριθώ αυτοίς: αμήν, λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’  εμού οι εργάται της ανομίας». Άγνωστοι λοιπόν και ανύπαρκτοι, για τον Κύριο, και εργάτες της ανομίας όσοι έμειναν σε μία θεωρητική προσέγγισή Του, έστω και χωρίς αλλοιώσεις της εικόνας Του. Πόσο μάλλον θα δεχτούν τον αυστηρό έλεγχό Του εκείνοι που Τον παρουσίασαν ψευδώς, με λογικά σχήματα του μυαλού τους, σαν τους αιρετικούς;

        3. Τι σημαίνει λοιπόν πράξη, που αυτή και μόνη μπορεί να οδηγεί και στην ορθή διδασκαλία; Μα τίποτε περισσότερο από την τήρηση του θελήματος του Θεού, δηλαδή την τήρηση των αγίων Του εντολών. Ο Κύριος διαρκώς προσανατόλιζε σ’  αυτόν τον τρόπο ζωής – «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» - ενώ τους τηρούντες το θέλημα του Θεού χαρακτήριζε ως φίλους Του, ως μητέρα Του, ως αδέλφια Του: «υμείς φίλοί μου εστέ, εάν ποιήτε, όσα εντέλλομαι υμίν». «Τις εστιν μήτηρ μου ή αδελφός μου ή αδελφή μου; Πας ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ μού εστιν». Σ’ αυτήν την πράξη διαπιστώνει εμπειρικά ο πιστός ότι γεύεται ολόκληρη την παρουσία και γίνεται κατοικητήριο και μοναστήρι του Τριαδικού Θεού. Οπότε ο πιστός ζώντας τον Θεό στην ύπαρξή του βλέπει και τη δύναμη του λόγου του, ο οποίος λειτουργεί με «σαρκωμένο» τρόπο στις καρδιές των ανθρώπων.

        4. Χρειάζεται να υπενθυμίσουμε βεβαίως ότι στην κατάσταση αυτή της πράξης και της διδασκαλίας μπορεί να φτάσει μόνον αυτός που έχει τη χάρη του Θεού, δηλαδή εκείνος που έχει ενταχθεί στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και τροφοδοτείται αδιάκοπα από τα ιερά μυστήριά της, και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας. Μόνο με τον Χριστό μπορεί να ζήσει κανείς τον Χριστό, όπως ο Ίδιος το βεβαίωσε: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Η πεποίθηση ότι μπορεί κάποιος μόνος του να τα καταφέρει πνευματικά: να είναι με τον Θεό, δυστυχώς όχι μόνον φανερώνει εκτός πραγματικότητας ιστάμενο άνθρωπο, αλλά και με μεγάλη αλαζονεία και υπερηφάνεια. Και το μόνο που εισπράττει ο αλαζόνας άνθρωπος είναι όχι η χάρη του Θεού, αλλά η αντίθεση προς Εκείνον και η υποταγή του στον πονηρό.

        Οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου έρχονται σήμερα και μας υπενθυμίζουν:  Είμαστε καλεσμένοι για να είμαστε πολίτες της Βασιλείας του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή, δηλαδή να είμαστε συνδεδεμένοι με τον Χριστό, που σημαίνει να παραμένουμε στην Εκκλησία εν υπακοή προς τη διδασκαλία και την πνευματική της ζωή. Η χαρά των αγίων μας  είναι να ακουστεί και για εμάς η φωνή του Θεού ότι είμαστε μεγάλοι, κάτι που συνιστά και την δική Του επιθυμία. Προφανώς ο Θεός μάς υπολείπτεται πολύ περισσότερο από ό,τι εμείς τον εαυτό μας και έχει σχέδια για εμάς πολύ μεγαλύτερα από όσα ο νους μας έχει θέσει.