Κυριακή, 20 Ιουνίου 2021

ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ... ΔΟΣΗ!

 Προ καιρού γνωστός από τα Μ.Μ.Ε. και όχι μόνο chef είπε κάτι πολύ σημαντικό για κείνους που θέλουν να μαγειρέψουν το οτιδήποτε: «Ποτέ δεν ρίχνουμε στο φαγητό μπαχαρικά και αρωματικά παραπάνω από τη σωστή δόση, δηλαδή στην ουσία πολύ λίγη και διακριτική, προκειμένου να αναδείξουμε και όχι να εξαφανίσουμε το καθαυτό μαγειρευτό μας».

Αν αυτό ισχύει στη μαγειρική και στη ζαχαροπλαστική, ισχύει πολύ περισσότερο και στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις. Ποτέ δεν επεμβαίνουμε στις ζωές των άλλων -  έστω κι αν είναι ο ή η σύζυγος, έστω κι αν είναι τα ίδια μας τα παιδιά και μάλιστα οι έφηβοί μας, πολύ περισσότερο αν πρόκειται για τους πιο έξω, συγγενείς, συνεργάτες, λοιπούς συνανθρώπους μας – πέρα από τη διακριτική και όσο μας επιτρέπουν επέμβασή μας, κι αυτό για να τους αφήνουμε να «αναπνέουν», δηλαδή να πραγματοποιούν την ύπαρξή τους κατά την ελευθερία που τους έδωσε ο Θεός, που θα πει τελικώς να τους βοηθούμε αλλά με τρόπο που αναδεικνύονται εκείνοι και όχι ασφαλώς εμείς. Διότι συχνά συμβαίνει να είμαστε τόσο επεμβατικοί, τόσο καταπιεστικοί, ιδίως απέναντι στους θεωρούμενους δικούς μας, ώστε να τους συμπνίγουμε με τα δικά μας θέλω και τους δικούς μας οραματισμούς, κι αυτό βεβαίως «για το καλό» τους! Οπότε, όπως συμβαίνει μ’ εκείνον που μαγειρεύει και ρίχνει παραπάνω από όσο πρέπει μπαχαρικό, πράγμα που αλλοιώνει τελικά το φαγητό, αλλοιώνουμε κι εμείς την προσωπικότητα του άλλου, τον διαστρέφουμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε τις περισσότερες φορές ότι έτσι καλλιεργούμε τον εγωισμό μας σε… ξένο έδαφος!

Ας κοιτάξουμε και τη συμπεριφορά του ίδιου του Θεού μας: είναι ο Δημιουργός μας, έρχεται στον κόσμο, μας προσλαμβάνει, μας δίνει τη χάρη Του και τη βοήθειά Του, αλλά με τρόπο τόσο ευγενικό που δεν εξαφανιζόμαστε, δεν απορροφόμαστε από Εκείνον, αλλά σωζόμαστε – διατηρούμαστε ακέραιοι και σώοι. Κατά πώς το είπε και ο όσιος Γέροντας Πορφύριος σ' έναν νέο, σε ερώτησή του αν ο Θεός θέλει να καλογερέψει ή να παντρευτεί: «Ο Θεός», του είπε, «θέλει αυτό που θέλεις κι εσύ. Αρκεί αυτό που θα αποφασίσεις να το κάνεις σωστά».

Να νοστιμίζουμε λοιπόν τη ζωή των άλλων με τον λόγο, τη συμπεριφορά μας, τη σκέψη μας, αλλά με πολύ διακριτικό τρόπο, γιατί έτσι φαίνεται ότι πράγματι τον αγαπάμε. Τα υπόλοιπα είναι… σκέτος εγωισμός!

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2021

«ΒΑΣΙΛΕΥ ΟΥΡΑΝΙΕ, ΠΑΡΑΚΛΗΤΕ…»

«Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός· ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος, καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν».

(Οὐράνιε Παρηγορητή μας Βασιλιά, Σύ πού εἶσαι τό Πνεῦμα τῆς ἀλήθειας, πού εἶσαι παντοῦ παρών καί γεμίζεις τά πάντα μέ τήν παρουσία Σου, ἔλα καί κατοίκησε μέσα μας κι ἀνάμεσά μας, καί καθάρισέ μας ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά, καί σῶσε, ἀγαθέ, τίς ψυχές μας).

Τό στιχηρό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ καί δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλά καί τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σέ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου, ἀποτελεῖ μετά τό «Πάτερ ἡμῶν» τήν πιό γνωστή προσευχή τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν προσευχή αὐτή μάλιστα ἀρχίζει κάθε ἀκολουθία, ὅπως καί μέ αὐτήν ξεκινᾶ τήν κάθε προσευχή του καί ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός. Ἀπευθύνεται στό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπό τήν πηγή τῆς Θεότητος, τόν Πατέρα, ὅπως καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ἀπό Ἐκεῖνον, πού σημαίνει δέν ἔχουμε ἀσφαλῶς τρεῖς Θεούς, κάτι πού συνιστᾶ καταδικασμένη αἵρεση ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά ἄλλον τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἑνός κατά τή φύση καί τήν Οὐσία Του Θεοῦ.

 Ὁ Τριαδικός Θεός μας δηλαδή, κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου μας, (ἡ ὁποία σκιωδῶς ἐμφαίνεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη: ἄς θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τή φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ), εἶναι Ἕνας, ἀλλά καί τρεῖς· Ἕνας κατά τή φύση Του, Τρεῖς κατά τίς ὑποστάσεις Του - ὁ Θεός μας ἔχει τή δυνατότητα νά ζεῖ καί ὡς Πατέρας καί ὡς Υἱός καί ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, ἤ κατά τά λεγόμενα ἰδιώματα πού ἀναφέραμε, ὡς ἀγέννητος, ὡς γεννητός καί ὡς ἐκπορευτός. Κι αὐτό ὄχι κατά συγκυρία, δηλαδή ἄλλοτε ὡς Πατέρας ἤ ἄλλοτε ὡς Υἱός καί ἄλλοτε ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, σάν νά ἔχει τρεῖς «μάσκες», τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ κατά τό δοκοῦν, ἀλλά ἔτσι Τριαδικός ζεῖ ἀενάως, ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλον, χωρίς νά χάνεται ποτέ τό ἴδιον τοῦ καθενός. Ὅπως τό ἀπεκάλυψε ὁ μόνος πού μποροῦσε νά τό ἀποκαλύψει, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεός: «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί». Γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς Θεός καί Κύριος, εἶναι ὁ Οὐράνιος Βασιλέας· εἶναι ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός· εἶναι ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν· εἶναι ὁ θησαυρός τῶν πιστῶν ἀνθρώπων καί πού δινει ζωή στούς πάντες καί στά πάντα, ἀντιστοίχως ὅπως καί τά ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Καί καλό νά εἶναι νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι κατά τήν πίστη μας, τή θεμελιωμένη στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Ἱερά  Παράδοση, ὁ Θεός μας εἶναι μέν Τριαδικός, ἀλλά μέ κοινή ἐνέργεια καί τῶν Τριῶν Θείων Προσώπων - ὅπου δρᾶ ὁ Θεός δρᾶ πάντοτε τριαδικά: «ὁ Πατήρ δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα». Τό ξεχωριστό τῆς δράσεως τοῦ κάθε Θείου Προσώπου ἔγκειται, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στό γεγονός ὅτι σέ κάθε «ἐποχή», (ὅπου ὡς ἐποχή νοεῖται ἡ κάθε ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ γιά τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου: Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, ἐποχή Ἐκκλησίας), ἔχουμε τό κάθε Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητος νά διακονεῖ τήν κοινή ἐνέργεια ὅλης τῆς Θεότητος, πού σημαίνει ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός Πατέρας ἦταν Ἐκεῖνος πού διακονοῦσε τήν κοινή ἐνέργεια ὅλων τῶν Προσώπων· στήν Καινή Διαθήκη ὁ Θεός Υἱός ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ· στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεός Ἅγιον Πνεῦμα.

Μέ τήν Πεντηκοστή ἑπομένως ἔχουμε τήν ἀπαρχή τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο, σταλέν ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό,  ἔχει ὡς ἔργο νά καθιστᾶ οἰκεῖο καί ἐσωτερικό στόν ἄνθρωπο τό ἔργο σωτηρίας πού ἐπιτέλεσε Ἐκεῖνος, Ἰησοῦς Χριστός. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, χωρίς τή δράση αὐτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά εἴχαμε μέν σωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ἀλλά σωτηρία αὐτή θά παρέμενε ξένη καί «ἄγνωστη» γιά ἐμᾶς, πού θά πεῖ ὅτι Θεός μας σήμερα, ὄντως Παρηγορητής καί ἐνισχυτής μας, εἶναι τό Παράκλητον Πνεῦμα. Κι ὅπως σημειώνει σύγχρονος Θεολόγος ἐπ’ αὐτοῦ, «ὅταν ἐμεῖς σήμερα κραυγάζουμε «Θεέ μας», στήν πραγματικότητα ἀναφερόμαστε στό Πνεῦμα Αὐτό, τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος». Ἤδη ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ὄχι μόνον, τό σημείωνε μέ ἔνταση: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» - κανείς δέν μπορεῖ νά ὁμολογήσει τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό, παρά μόνον μέ τόν φωτισμό καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τό εἶχε ὑπονοήσει τοῦτο, ὅταν ἔλεγε ὅτι δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει ὀρφανούς. Θά ξανάρθω σέ σᾶς, ἔλεγε στούς λυπημένους μαθητές Του, ἐννοώντας ἀκριβῶς τήν ἔλευσή Του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καί ὄχι τή Δευτέρα Του Παρουσία.

 Ὁπότε μέ τό Πνεῦμα Αὐτό δέν εἴμαστε ὀρφανοί. Γιατί τοῦτο ἔρχεται καί κατοικεῖ στήν καρδιά μας, ἰδίως ἀπό τήν ὥρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας, κατά τό ὁποῖο καθιστάμεθα μέλη Χριστοῦ,  καί μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά πού ἀποτελεῖ φράγμα καί τροχοπέδη γιά τήν «ἀνάπαυσιν» τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας. Κι αὐτή ἡ ἐγκατοίκηση τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος πού ἐνεργοποιεῖ τόν Χριστό καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατέρα μέσα μας, δέν χάνεται εὔκολα. Μπορεῖ νά ἁμαρτάνουμε δυστυχῶς καί μετά τό βάπτισμά μας, ἀλλά τό Πνεῦμα αὐτό τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακινεῖ διαρκῶς σέ μετάνοια, ἡ ὁποία γίνεται πράξη καί γεγονός, ὅταν ἀνταποκριθεῖ καί ἡ δική μας βούληση, μέ ἀποτέλεσμα καί πάλι νά «ἐπανεμφανίζεται» τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο ἐνεργή καί αἰσθητό. Κι εἶναι σημαντικό νά τονίσουμε ὅτι τελικῶς μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά καθαρίσει τίς ψυχές μας ἀπό κάθε τι ἁμαρτωλό – «Νοῦν καθαρίσαι μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματός ἐστι» (ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς) – γι’ αὐτό κι ἐκεῖνες οἱ φωνές πού μιλᾶνε κατά καιρούς γιά «κάθαρση» τῆς Ἐκκλησίας, ἐννοώντας την μέ ἕναν ἐξωτερικό τρόπο κατά τά ἀνθρώπινα πρότυπα, μόνον κάθαρση δέν μπορεῖ νά εἶναι. Ἐκκαθάριση ναί, ὄχι ὅμως κάθαρση ἐσωτερική καί πνευματική, πού μόνη αὐτή φωτίζει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, γιατί ἐκφράζει τό ταπεινό καί ἁγνό ἦθος τοῦ Θεοῦ μας. Μία τέτοια διαδικασία πού παραπέμπει μονίμως στή μετάνοια εἶναι καί αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μας χαρακτηρίζει ὡς σωτηρία, κι αὐτό θά πρέπει νά ἀποτελεῖ τή μόνιμη ἐπιλογή τῆς ζωῆς μας.

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ… ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ!

Το να διαγράφουμε ή να υποβαθμίζουμε την πρόσκληση που μας απευθύνει πάντοτε ο Θεός για μετάνοια, είναι θέμα μεν της ελευθερίας μας, αλλά μας θέτει σε κατάσταση… εκτάκτου κινδύνου. Δεν έχουμε την πολυτέλεια της επιλογής της «ώρας» ανταπόκρισής μας σ’ Εκείνον, γιατί πέρα από το γεγονός ότι μπορεί να έλθει ξαφνικά η ώρα του θανάτου μας, η διαρκής απόκρουση της πρόσκλησής Του μάς «πετρώνει» εσωτερικά και μας καθιστά κουφούς στον ήχο της φωνής Του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λόγος της Αγίας Γραφής μιλάει πάντοτε για το «σήμερον» της αποδοχής του λόγου του Θεού.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ

(Υμνολογική προσέγγιση)

        Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του αγίου Ιούδα, δεν προβληματίζεται ως προς το ποιος είναι ο σήμερον (19 Ιουνίου) εορταζόμενος απόστολος. Θεωρεί ότι ο Ιούδας του Ιακώβου κατά τον ευαγγελιστή Λουκά είναι ο ίδιος με τον Ιούδα τον υιό του μνήστορος Ιωσήφ, τον και Θαδδαίο ή Λεββαίο επονομαζόμενο, κατά τους Ματθαίο και Μάρκο, που σημαίνει ότι Ιούδας του Ιακώβου θα πει Ιούδας αδελφός του Ιακώβου, υιού και αυτού του αγίου Ιωσήφ. Συνεπώς αποκλείει την άποψη ότι ο Θαδδαίος ή Λεββαίος είναι άλλος απόστολος από τον αδελφόθεο Ιούδα. Οι ύμνοι του που ομιλούν για τον έ ν α  Ιούδα είναι αρκετοί. «Ιούδα, οι αδελφοί σου θα σε επαινέσουν γιατί φάνηκες και νομιζόσουνα αδελφός του προαιώνιου Λόγου που φανερώθηκε ως άνθρωπος». «Από ένδοξη ρίζα ανέτειλες σε μας σαν θεοδώρητο κλήμα, αυτόπτη του Κυρίου, απόστολε Θεάδελφε». «Μπορείς να καυχάσαι, Ιούδα, και για τη συγγένειά σου με τον Χριστό και για το ότι ανήκεις στον χορό των μαθητών Του και για το πάθος σου».

        Ο υμνογράφος βεβαίως δεν θέλει να υπερτονίσει τη συγγενική σχέση του αγίου Ιούδα με τον Κύριο – ο Ίδιος ο Κύριος πάντοτε παρέπεμπε στην προτεραιότητα της σχέσης με τον Θεό και όχι της συγγένειας: «Όποιος κάνει πράξη το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα μου, αυτός είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα Μου». Γι' αυτό αφενός μιλώντας για την αδελφική σχέση του Ιούδα με τον Χριστό σπεύδει εξίσου να χαρακτηρίσει αδελφούς και όλους τους πιστούς σ' Αυτόν (:«Ιούδα μακάριε, χρημάτισες αδελφός του Δεσπότη Χριστού που γεννήθηκε ως άνθρωπος και χρημάτισε αδελφός όλων των εκλεκτών»), αφετέρου εστιάζει την προσοχή του στην κλήση του Ιούδα από τον Χριστό να γίνει μαθητής Εκείνου, όπως και στην αποστολή που του ανέθεσε (:«Έγινες μαθητής του σαρκωθέντος Θεού μας, από τον Οποίο στάλθηκες σαν πρόβατο ανάμεσα σε λύκους πράγματι». «Από Αυτόν απεστάλης, πανεύφημε, ως απόστολος σε όλα τα πέρατα της γης, σπέρνοντας τον λόγο της πίστεως σε όλους και φωτίζοντας αυτούς που ήταν δούλοι στο σκοτάδι της άγνοιας και στον πονηρό κοσμοκράτορα»).

Το γεγονός ότι η συγγενική σχέση έρχεται δεύτερη επιβεβαιώνεται από τον άγιο Θεοφάνη και από την παρατήρησή του ότι η οικειότητα του αγίου Ιούδα με τον Κύριο οφείλετο όχι ακριβώς στην συγγένειά τους, αλλά στον πνευματικό αγώνα του Ιούδα κατά της αμαρτίας, με τον οποίο μπόρεσε να ζήσει τη ζωή Εκείνου. «Νέκρωσες το αμαρτωλό γήινο φρόνημά σου κι έτσι έζησες μαζί με τη ζωή των όλων Χριστό, πανόλβιε».

        Ο άγιος υμνογράφος αφιερώνει τους περισσότερους ύμνους του στο αποστολικό έργο του αγίου Ιούδα. «Ο μέγας του Κυρίου απόστολος», ως «φως δεύτερον που ακολούθησε τις λάμψεις του πρώτου φωτός Χριστού», «έχοντας ως οδηγό την ίδια την αλήθεια», απεστάλη «σαν βολίδα για να πλήξει και να αφανίσει παντελώς τις φάλαγγες των δαιμόνων και να θεραπεύσει με τη χάρη του Θεού εκείνους που πληγώθηκαν από αυτούς», όπως και «σαν ακτίνα του ήλιου που εξέλαμψε από την Παρθένο Μαρία, προκειμένου να καταφωτίσει τις καρδιές των ευσεβών και να αποδιώξει το σκοτάδι που υπήρχε». Κι αυτό γιατί ο άγιος απόστολος «έγινε υπήκοος στο πρόσταγμα του Κυρίου που έστειλε τους μαθητές Του κατά την ώρα της Αναλήψεώς Του να μαθητεύσουν όλα τα έθνη και να τα βαπτίζουν στο όνομα της αγίας Τριάδος».

Και βεβαίως μέσα σ' αυτήν την αποστολική ευθύνη του αγίου Ιούδα εντάσσεται, κατά τον ποιητή, και η καθολική επιστολή που μας άφησε στην Καινή Διαθήκη. «Ιεροφάντη θεσπέσιε - σημειώνει ο άγιος Θεοφάνης - στέλνεις σε όλους τους ανθρώπους την φωτιστική και δογματική επιστολή, που είναι γεμάτη από το Πνεύμα του Θεού». Πράγματι, η μικρή αυτή σχετικά επιστολή περικλείει πλούτο αγίων νοημάτων που κινητοποιούν τον κάθε πιστό σε μετάνοια και σε αγωνιστικό φρόνημα. Φράσεις σαν αυτές, και όχι μόνο – «Αναγκάζομαι να σας γράψω, για να σας προτρέψω να συνεχίσετε τον αγώνα για την πίστη, που μια για πάντα δόθηκε στον λαό του Θεού», «Εσείς, αγαπητοί μου, συνεχίστε να προοδεύετε στεριωμένοι πάνω στο θεμέλιο της πανάγιας πίστης σας και προσεύχεστε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Διατηρήστε τον εαυτό σας στην αγάπη του Θεού, προσμένοντας το έλεος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που θα μας χαρίσει την αιώνια ζωή» - θεωρούνται "διαμάντια" που δεν μπορεί κανείς εύκολα να ξεπεράσει, χωρίς να γίνεται υπόλογος έναντι του Κυρίου. Κι αν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι ο άγιος Ιούδας επιβεβαίωσε, όπως οι περισσότεροι απόστολοι, το κήρυγμά του με τη θυσία της ζωής του, τότε καταλαβαίνει την κρίση του αγίου Θεοφάνη, που θεωρεί ότι «οι απόστολοι ξεπέρασαν κατά το ήθος τους κάθε μεγαλειότητα επί της γης».

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ (προ της Πεντηκοστής)

Είναι γνωστό ότι για την Εκκλησία μας, μολονότι το κάθε Σάββατο το έχει αφιερωμένο στους αγίους μάρτυρες και στους κεκοιμημένους πιστούς της, δύο είναι τα ψυχοσάββατα: αυτό της παραμονής της Κυριακής των Απόκρεω και αυτό της παραμονής της αγίας Πεντηκοστής. Γι’  αυτό και κατά τις δύο αυτές ημέρες ακούμε το συναξάρι να σημειώνει: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν» (Την ίδια ημέρα, οι θειότατοι Πατέρες θέσπισαν να θυμόμαστε όλους τους απαρχής ευσεβώς κεκοιμημένους, αυτούς δηλαδή που έφυγαν από τον κόσμο αυτόν με την ελπίδα της αναστάσεως της αιώνιας ζωής).

Για την Εκκλησία οι κεκοιμημένοι δεν αποτελούν τμήμα του κόσμου που «τελείωσε και έφυγε» – ό,τι πιστεύουν πολλοί που την ύπαρξή τους την έχουν περικλείσει στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου, γιατί έχουν διαγράψει τον Θεό και τον Χριστό από τη ζωή τους. Οι κεκοιμημένοι συνιστούν οργανικό κομμάτι της Εκκλησίας, κομμάτι δηλαδή του σώματος του Χριστού, διότι ο θάνατος δεν είναι η θύρα που οδηγεί στην ανυπαρξία, αλλά η θύρα που εκβάλλει στην αγκαλιά του Χριστού. Όπως οι πιστοί ζούμε στην αγκαλιά αυτή στον κόσμο τούτο, το ίδιο και ακόμη περισσότερο συμβαίνει και την ώρα του θανάτου μας και μετέπειτα. Μας το λέει με άμεσο τρόπο ο απόστολος Παύλος, βασισμένος βεβαίως στην Ανάσταση του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (είτε είμαστε στη ζωή αυτή είτε φεύγουμε από τη ζωή αυτή, στον Κύριο ανήκουμε).

Κι είναι ευνόητο: ο Κύριος ως Παντοκράτωρ, ως Δημιουργός και Προνοητής και Κυβερνήτης του κόσμου όλου, ως «ὁ ἐξ Οὗ καί δι’ Οὗ καί εἰς Ὅν τά πάντα ἔκτισται», μᾶς δίνει τη δυνατότητα να ζούμε και εδώ στον κόσμο τούτο ψυχοσωματικά, αλλά και μετά τον θάνατό μας ως ψυχές, πολύ περισσότερο έπειτα μετά τη Δευτέρα Του Παρουσία που θα αναστήσει τα σώματά μας για να ενωθούν και πάλι με τις ψυχές μας, ώστε ολόκληροι να ζούμε μέσα στην παρουσία Του, είτε θετικά (Παράδεισος) είτε δυστυχώς αρνητικά (Κόλαση). Αν υπάρχει δηλαδή και υφίσταται η ζωή, όπως όντως συμβαίνει, αυτό οφείλεται στην πηγή της που είναι ο ίδιος ο Θεός. «Ὅτι παρά Σοί πηγή ζωῆς». «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ο Κύριος είναι ο Θεός των ζώντων και των κεκοιμημένων.

Αυτούς λοιπόν τους κεκοιμημένους, ιδίως τους εν πίστει κεκοιμημένους, θυμόμαστε τα Σάββατα και κατεξοχήν τα ψυχοσάββατα, σαν το σημερινό, με σκοπό αφενός να προσευχηθούμε για την εν Κυρίῳ ανάπαυσή τους – ως άνθρωποι μπορεί να μην είχαν ολοκληρώσει τη μετάνοιά τους – αφετέρου να προκληθούμε οι εν κόσμῳ ακόμη ευρισκόμενοι ώστε να βαθύνουμε τη μετάνοιά μας, να νιώσουμε ενόψει του ορίου του θανάτου ότι η αληθινή ζωή είναι η ζωή που έχει αιώνιο χαρακτήρα και δεν είναι αυτή που εκτρέφει απλώς τα πάθη μας, κατεξοχήν τον εγωισμό και τα όποια παρακλάδια του - να προσανατολίσουμε την καρδιά και τη σκέψη μας στην εντολή του Κυρίου «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όλα τα απαραίτητα για τα προς το ζην) προστεθήσεται ὑμῖν».

Και πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο αυτά: προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων, πρόκληση να μετανοήσουμε αληθινά, δεν είναι απλώς προσθετικές καταστάσεις με την έννοια  να κάνουμε το ένα, αλλά ευκαιρία να κάνουμε και το άλλο. Κι αυτό γιατί το ένα συνιστά προϋπόθεση του άλλου. Μετανοώ σημαίνει ότι αλλάζω νου, αλλάζω τρόπο θέασης των πραγμάτων, αλλάζω ζωή – επιστρέφω προς τον Θεό μένοντας πάνω στο άγιο θέλημά Του, την αγάπη. Κι αυτό θα πει ότι αρχίζω, κατά την αναλογία της μετάνοιάς μου, να αγαπώ σωστά και τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου, τον συνάνθρωπο μάλιστα που ευρίσκεται όπου γης αλλά και σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Μη ξεχνάμε ότι κατά την πίστη μας ο χριστιανός συνιστά «μίμημα Χριστού» ως κατ’ εικόνα Εκείνου δημιουργημένος, συνεπώς το φρόνημα Χριστού που περιέκλειε μέσα Του σύμπασα την ανθρωπότητα, τοπικά και χρονικά, αποτελεί όριο και του κάθε χριστιανού, οπότε και ο μετανοών χριστιανός τον όποιο συνάνθρωπο, στην όποια τοπική αλλά και χρονική έκταση, τον περικλείει στην ύπαρξή του, θεωρώντας τον οργανικό κομμάτι δικό του. Η προσευχή του λοιπόν και για τους κεκοιμημένους είναι όχι απλώς ευκταία κατάσταση, αλλά δεδομένη πραγματικότητα της συνείδησής του, οφειλή που χωρίς αυτήν εκπίπτει σχεδόν από την πίστη του. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».

Κι η Εκκλησία μας λοιπόν με αφορμή το όριο του θανάτου όπως είπαμε μάς καλεί σε μετάνοια, σ’ αυτήν την απεραντοσύνη της εν Κυρίῳ εμπειρίας της, στην αληθινή ζωή με βάση τις εντολές του Θεού. Γιατί είναι δυστυχώς πολύ εύκολο στον κόσμο τούτο που ευρισκόμαστε, τον πεσμένο στην αμαρτία, να εκτραπούμε από την Οδό του Χριστού και να προσκολληθούμε στα πάθη μας που ελκύονται από τη γοητεία της σαρκολατρείας του κόσμου. Ένας ύμνος μάλιστα από τους πολλούς που μας προσφέρει είναι πολύ χαρακτηριστικός για την αποτίναξη της πλάνης των αισθήσεων και το άνοιγμα των οφθαλμών στην όντως πραγματικότητα του Θεού.

«Πάντες οἱ τῷ βίῳ προστετηκότες, δεῦτε ἐν τοῖς τάφοις ἐξεστηκότες, ἐγκύψατε, ἴδετε τοῦ κόσμου τήν ἀπάτην∙ ποῦ νῦν τοῦ σώματος τό κάλλος καί ἡ δόξα τοῦ πλούτου; Ποῦ δέ ἡ ἔπαρσις τοῦ βίου; Ὄντως μάταια πάντα∙ διό κράξωμεν πρός τόν Σωτῆρα∙ Οὕς ἐξελέξω ἐκ τῶν προσκαίρων ἀνάπαυσον, διά τό μέγα σου ἔλεος».

(Όσοι είστε προσκολλημένοι εμπαθώς στη ζωή αυτή, εμπρός σκύψτε προσεκτικά πάνω στους τάφους έκθαμβοι και δείτε την απάτη του κόσμου. Πού είναι τώρα η ομορφιά του σώματος και  η δόξα του πλούτου; Πού είναι η αλαζονεία της ζωής; Πράγματι, όλα είναι μάταια. Γι’ αυτό ας φωνάξουμε δυνατά προς τον Σωτήρα Χριστό: Αυτούς που πήρες από τα πρόσκαιρα ανάπαυσέ τους, λόγω του μεγάλου Σου ελέους).

Αναφέρεται σε όλους εμάς που δεν βρισκόμαστε στο κανονικό επίπεδο των αληθινών υιών: να είμαστε προσκολλημένοι στον Κύριο από την αγάπη μας γι’ Αυτόν. Προσκολλημένοι συχνά – ή ίσως διαρκώς; - στις μέριμνες του βίου, γοητευμένοι από τα πάθη μας, ξεχνάμε το ουσιαστικότερο για τη σωτηρία μας: την αιώνια ζωή ως ζωντανή σχέση με τον Θεό. Κι έρχεται η επαφή μας με τους τάφους, λόγω και της ημέρας, να θυμηθούμε ότι τελικά ό,τι κάνουμε και επιδιώκουμε στη ζωή αυτή, αν δεν χρωματίζεται από τον Χριστό, είναι μάταιο (ομορφιά, πλούτος, θέσεις, αξιώματα). Πόσο θα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια της Γραφής ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης». Καί: «μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (θυμήσου το τέλος σου και ποτέ δεν θα αμαρτήσεις). Αν δεν μας κινεί η αγάπη του Θεού, τουλάχιστον ας μας κινεί ο φόβος του θανάτου. Μπορεί να μην είναι ό,τι καλύτερο, τουλάχιστον όμως μπορεί να αποβεί σωτήριο.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ

   "Ο άγιος Λεόντιος γεννήθηκε στην Ελλάδα. Από μικρός ήταν δυνατός και γενναίος και η γενναιότητά του συναυξανόταν με το μεγάλωμα της ηλικίας του, γι' αυτό και κατατάχτηκε στο στράτευμα. Κατά τους πολέμους και τις συμπλοκές με τους εχθρούς φάνηκε ανδρείος κι έστησε πολλές φορές τρόπαια νίκης, παραμένοντας όμως συνετός και σώφρων, γι' αυτό και παρασημοφορήθηκε και έγινε στρατηγός. Ζώντας δε στην Τρίπολη της Αφρικής, δεχόταν και έτρεφε τους πτωχούς από τα βασιλικά συσσίτια και τις προσφορές και λάτρευε έτσι τον Θεό γνήσια και ειλικρινά.

   Έμαθε γι' αυτόν ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, που ήταν κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, και απέστειλε προς αυτόν τον Τριβούνο Υπάτιο μαζί με δύο άλλους στρατιώτες, από τους οποίους ο ένας ονομαζόταν Θεόδουλος. Στον δρόμο που πήγαιναν κι ενώ ο Υπάτιος καταλήφθηκε από πολύ μεγάλο πυρετό, ήλθε σ' αυτόν ουράνια φωνή κι άγγελος του φανερώθηκε κι άκουσε: "Αν θέλεις να απαλλαγείς από την αρρώστια, να επικαλεστείς τρεις φορές για βοήθεια τον Θεό του Λεοντίου". Τη φωνή αυτή την άκουσε αισθητά και ο Θεόδουλος.

   Ιατρεύτηκε πράγματι έτσι ο Τριβούνος κι όταν έφτασε στον άγιο μαζί με τη συνοδεία του, χωρίς να ξέρει τον Λεόντιο ποιος είναι, φιλοξενήθηκε καταρχάς από αυτόν. Καθώς αναζητούσε τον Λεόντιο και έλεγε ψέματα ότι εκείνος είναι φίλος του ίδιου και των θεών, ο άγιος είπε ότι αφενός ο ίδιος είναι ο Λεόντιος που αναζητά, αφετέρου ότι είναι δούλος του Χριστού κι ότι βδελύσσεται επομένως τους λεγόμενους θεούς. Όταν άκουσαν αυτά ο Τριβούνος και ο Θεόδουλος πρόσπεσαν στον άγιο και ζήτησαν από αυτόν τη χάρη να γίνουν κι αυτοί δούλοι του Χριστού. Προσευχήθηκε τότε ο άγιος υπέρ αυτών και λέγεται ότι ήλθε από τον ουρανό νεφέλη ύδατος και τους φώτισε και τους έντυσε με λευκές στολές. Από το γεγονός αυτό ταράχθηκαν οι άπιστοι και μήνυσαν ό,τι έγινε στον ηγεμόνα Αδριανό.

   Αυτός διέταξε να οδηγηθούν και να παρασταθούν μπροστά του κι επειδή δεν τους έπεισε με τις νουθεσίες του να απομακρυνθούν από την πίστη του Χριστού, διέταξε ο μεν άγιος Υπάτιος να αναρτηθεί και να χαρακωθεί με σιδερένια νύχια, ο δε άγιος Θεόδουλος να κτυπηθεί με σπαθί, στο τέλος δε να κόψουν τα κεφάλια τους. Ο δε μεγαλομάρτυρας Λεόντιος πρώτα μεν μαστιγώθηκε. Έπειτα επειδή δεν υποχώρησε στις παρακλήσεις και στις κολακείες του τυράννου, αλλά αντίθετα τον διακωμώδησε, κτυπήθηκε πάλι σκληρά. Μετά από αυτό τον κρέμασαν και τον χαράκωσαν με σιδερένια νύχια. Του έβαλαν έπειτα στον τράχηλο μία βαριά πέτρα και διαρκώς δεχόμενος κτυπήματα στην κατάσταση αυτή, στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό"[1]. 

   Ο υμνογράφος του αγίου Λεοντίου Ιωάννης ο μοναχός δίνει απαρχής ιδιαίτερη βαρύτητα σε ό,τι συνέβη στον άγιο Υπάτιο, όταν άρρωστος άκουσε την ουράνια φωνή που τον παρέπεμπε να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου. Θεωρεί ότι η θεϊκή αυτή επέμβαση ήταν το κατεξοχήν εγκώμιο για την αγιότητα του Λεοντίου, γεγονός βεβαίως που οδήγησε και στη μεταστροφή στην εις Χριστόν πίστη του Υπατίου μαζί με τον άγιο Θεόδουλο. "Η αρετή σου, δούλε του Χριστού Λεόντιε - σημειώνει συγκεκριμένα - δεν εντάσσεται στους νόμους των εγκωμιαστικών λόγων. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είναι για σένα το εγκώμιο και η αναφαίρετη ευτυχία"[2] (ωδή α΄). Έτσι η αγιότητα του Λεοντίου, φανερούμενη και βεβαιούμενη από τον ίδιο τον Κύριο, γίνεται και το μέσον για την κλήση σε σωτηρία των αγίων Υπατίου και Θεοδούλου. Που σημαίνει μεταξύ άλλων: ο Θεός προνοεί ιδιαιτέρως για τους αγίους Του, ενώ ο αγιασμός ενός ανθρώπου γίνεται, έστω και εν αγνοία του, η καλύτερη οδός για την εύρεση του Θεού και από άλλους. Όσο κανείς ζει ορθά ως χριστιανός, όσο δηλαδή αγιάζει τον εαυτό του, τόσο ο Θεός τον χρησιμοποιεί ως μαγνήτη για να ελκύσει και άλλους κοντά Του.

   Ο άγιος υμνογράφος κινείται σε τρία επίπεδα εγκωμιάζοντας τον μεγαλομάρτυρα Λεόντιο: πρώτον, στο επίπεδο της εσωτερικής ζωής του αγίου, τι ήταν εκείνο δηλαδή που τον έκανε να μένει εν Χριστώ και του έδινε τη δύναμη να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια του μαρτυρίου. Δεύτερον, στο επίπεδο του ιεραποστολικού έργου του, της μαρτυρίας δηλαδή που έδινε για την εις Χριστόν πίστη του σε όλους τους συστρατιώτες του, ευρισκόμενος και αυτός ως στρατιώτης ανάμεσά τους. Τρίτον, στη ρωμαλέα στάση του απέναντι στον υποκινητή των κακών διάβολο και τα όργανά του.

Και ως προς το πρώτο: ο άγιος είχε σταθερή ανοδική πορεία, γιατί είχε ψυχή ακηλίδωτη από αμαρτίες και σώμα παρθενικό. Κι είναι γνωστό από τους ασκητικούς Διδασκάλους μας ότι δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο στον κόσμο από τον διπλό αυτόν συνδυασμό: την αγνή ψυχή και το αγνό σώμα. Διότι εκεί έχουμε την ιδανικότερη προϋπόθεση για εγκατοίκηση του ίδιου του Θεού. "Επειδή επιθυμούσες, μακάριε, τα υπέρ φύσιν κι αφού κόσμησες την ακηλίδωτη ψυχή σου με το παρθένο σώμα σου, έκανες ίσια και σταθερή την άνοδό σου στον Ουρανό"[3] (ωδή α΄). Ο άγιος επιθυμούσε βεβαίως τα υπέρ φύσιν γιατί είχε προκρίνει πάνω από όλα τη σοφία που δίνει ο Χριστός και την αγάπη προς Εκείνον. Αυτό είναι πάντοτε το "μυστικό" κάθε ασκητικής διαγωγής μέχρι σημείου θυσίας και του εαυτού: η αγάπη προς τον Χριστό. "Διάλεξες τον θάνατο που δίνει αληθινή ζωή, από την πρόσκαιρη ζωή, αφού κυριάρχησες με τη βία απέναντι στη φύση σου, λόγω της σοφίας σου και του πόθου σου προς τον Χριστό"[4] (ωδή ζ΄).

   Ως προς το δεύτερο: Ο άγιος βεβαίως όπου μπορούσε μιλούσε για τον Χριστό κι ήταν τα λόγια του, λόγια ευσέβειας πάντοτε, σαν μέλι για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. "Η μελιστάλακτη και φιλόθεη γλώσσα σου έρεε τα λόγια της ευσέβειας"[5] (ωδή γ΄). "Βάλτε τις ψυχές σας στον ζωντανό Θεό, αναφωνούσες στους συστρατιώτες σου, Λεόντιε, και να είστε στρατιώτες του αιώνιου Βασιλιά"[6] ("ωδή γ΄). Αλλά αν τα λόγια του λειτουργούσαν ως μέλι για τους καλοπροαίρετους, τα ίδια προκαλούσαν βλασφημία στους ασεβείς και κακοπροαίρετους. Σαν τον ίδιο τον Κύριο που έκειτο και κείται "εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών"[7]. "Η γλώσσα σου προκαλούσε βλασφημία στις καρδιές των δούλων της ασέβειας"[8] (ωδή γ΄). "Φαινόσουν καλωσυνάτος σ' αυτούς που πρόστρεχαν με πίστη, Λεόντιε, και είχες λόγο αρτυμένο από το θείο αλάτι. Στους εχθρούς του Χριστού όμως φαινόσουν πολύ επιθετικός"[9] (ωδή ς΄). Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο λόγος και η παρουσία του Χριστιανού, όπως συνέβη στον ίδιο τον Χριστό όπως είπαμε, λειτουργεί θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις των ανθρώπων. Η μία στάση του Χριστιανού δηλαδή προκαλεί τους ανθρώπους, ώστε να αποκαλυφθούν οι διαλογισμοί του καθενός.

   Ως προς το τρίτο: ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως τονίζει το ρωμαλέο φρόνημα του αγίου Λεοντίου. Άλλωστε αυτό είναι το χαρακτηριστικό κάθε συνεπούς χριστιανού: η υπέρβαση του φόβου και της δειλίας, κατά το "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού"[10]. Το ρωμαλέο του φρόνημα μάλιστα το παραλληλίζει ο υμνογράφος με το φρόνημα των αγίων τριών παίδων εν τη καμίνω[11]. Όπως εκείνοι ευρισκόμενοι στην κάμινο ανέπεμπαν θαρραλέα ύμνους στον Δημιουργό με την ενίσχυση αγγέλου, έτσι κι αυτός: "Με ρωμαλέο φρόνημα, όπως ακριβώς οι αιχμάλωτοι παίδες, πατούσε ο Λεόντιος μαζί με τη φλόγα των πειρασμών και την πλάνη, αναμέλποντας σε Εσένα Κύριε: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων"[12]  (ωδή ζ΄). Κι η γενναιότητα της καρδιάς του βεβαίως ήταν κι απέναντι στους τυράννους κι απέναντι στον υποκινητή αυτών, τον Πονηρό διάβολο. "Ανέλαβες τον Σταυρό σαν θώρακα και προχώρησες να παλέψεις τους αόρατους εχθρούς και αθλήθηκες γενναία"[13]  (κάθισμα όρθρου).


[1] Συναξάρι Μηναίου.

[2] "Νόμοις εγκωμίων η αρετή σου ουχ υποπίπτει, του Χριστού θεράπον Λεόντιε. Αυτός γαρ σοι εγκώμιον και όλβος αναφαίρετος".

[3] "Ιέμενος, μάκαρ, των υπέρ φύσιν, την ακηλίδωτον ψυχήν παρθένω τω σώματι κοσμήσας, προς την άνοδον ευσταλή κατεσκεύασας".

[4] "Σοφία, πόθω τε Χριστού, φύσεως βιαίως κρατήσας, της επικήρου βιοτής ζωηφόρον προέκρινας θάνατον".

[5] "Έρρει ευσεβείας ρήματα η μελισταγής και φιλόθεος γλώσσα σου".

[6] "Θέσθε τας ψυχάς τω ζώντι Θεώ, τοις συστρατιώταις ανεφώνεις Λεόντιε, Βασιλεί τε τω αιωνίως διαμένοντι στρατεύεσθε".

[7] Λουκ. 2, 34.

[8] "Η γλώσσα σου τοις δούλοις της ασεβείας βλασφημείν ενδιεβάλλετο".

[9] "Ιλαρός μεν τοις προστρέχουσι πίστει, Λεόντιε, και τον λόγον ηρτυμένος τω θείω σου άλατι, ιταμώτατος δε τοις εχθροίς του Χριστού ανεδείκνυσο".

[10] Β΄ Τιμ. 1, 7.

[11] Δαν. 3 και 6.

[12] "Ρωμαλεότητι φρενών, ώσπερ οι αιχμάλωτοι παίδες, συν τη φλογί των πειρασμών και την πλάνην επάτει, Λεόντιος, αναμέλπων σοι, Κύριε: Ο Θεός των Πατέρων ευλογητός ει".

[13] "Σταυρόν ώσπερ θώρακα αναλαβόμενος, προς πάλην εχώρησας των αοράτων εχθρών, γενναίως τε ήθλησας".