Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΕ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ...

 


«Συγκρατήστε με δύο λόγια το εξής: Πρέπει να κόψουμε το θέλημά μας, για να γνωρίσουμε το θέλημα του αδελφού μας που αγαπάμε, για να γνωρίσουμε τον Ίδιο τον Θεό μέσα από τις εντολές Του» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

1. «Συγκρατήστε με δύο λόγια». Πρόκειται για το τέλος μίας ομιλίας του οσίου Γέροντα, συνεπώς η προτροπή του αποσκοπεί στο να προκαλέσει το ενδιαφέρον των ακροατών του σε ό,τι πιο ουσιώδες έχει αναπτύξει προηγουμένως – ένα είδος συγκεφαλαίωσης («κεφάλαιον ἐπί τοῖς  λεγομένοις» που λέει ο απόστολος Παύλος). Αλλά δεν είναι θέμα μόνο παιδαγωγικό για τον άγιο∙ συνιστά και βασική θέση του που η επιστήμη της παιδαγωγικής και της ψυχολογίας την έχει επισημάνει από παλιά: «Κάποτε τα πολλά λόγια μπορεί να μη συμβάλλουν στην εμβάθυνση της αντιλήψεως, αλλά το αντίθετο». Κι αυτό γιατί προφανώς ο ανθρώπινος νους έχει την ιδιότητα να επικεντρώνει την προσοχή του για να κατανοήσει κάτι στην κεντρική ιδέα, στον πυρήνα του εκφερομένου λόγου,  γραπτού ή προφορικού, και όχι τόσο στα στολίδια και τα πολλά «ενδύματά» του.  «Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια» που λέει κι ο λαός μας θυμόσοφα, διότι συχνά επιχειρώντας να διευκρινήσουμε κάτι, φλυαρούμε υπέρμετρα με αποτέλεσμα αντί να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα να τα συσκοτίζουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο συνοπτικός λόγος, κατά τον τύπο των αρχαίων Λακώνων, θεωρείται ένα είδος αξιόλογης φιλοσοφίας – «τό λακωνίζειν ἐστί φιλοσοφεῖν» - που σημαίνει πως πρέπει να μάθουμε να λέμε με λίγα τα πολλά, «ἐν ὀλίγοις πολλά», αποφεύγοντας την αμετροέπεια που κρύβει πολλές φορές και το λίγο που έχουμε να πούμε.

 Και δεν είναι καθόλου εύκολο κατόρθωμα τούτο. Διότι απαιτείται καλλιεργημένος νους, βαθιά κατανόηση αυτού που έχουμε να πούμε και μεγάλη εξάσκηση στη χρήση του λόγου. Όπως το είχε εκφράσει κάποτε ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο οποίος επειδή βιαζόταν να δώσει γραπτή απάντηση σε έναν γνωστό του σ’ ένα θέμα, του έγραψε στο τέλος: «Σου γράφω πολλά, γιατί δεν έχω χρόνο να σου γράψω λίγα!» Ο όσιος Σωφρόνιος λοιπόν μας δίνει την ευκαιρία απαρχής να θίξουμε αυτό το κρίσιμο θέμα, το οποίο έχει απασχολήσει όχι λίγους από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας – την ακριβολογία και τη συνοπτική διατύπωση, ιδίως σε θέματα της πίστεως και της αποκαλυμμένης εν Χριστώ αλήθειας.

2. «Για να γνωρίσουμε...». Αλλά ποιο είναι το ουσιώδες που τονίζει εμφατικά ο μεγάλος Γέρων κι αυτό είναι το πρώτιστο βεβαίως με το οποίο ασχολούνται και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας; Η γνώση του αδελφού μας και του Θεού μας! Κι είναι το πιο ουσιώδες και το πρώτιστο, διότι από τη γνώση αυτή εξαρτάται και η εν Χριστώ σωτηρία μας. Γνωρίζω τον αδελφό μου, γνωρίζω τον Θεό μου  σημαίνει πως ήδη βρίσκομαι στην πορεία της πνευματικής ζωής, ήδη περιπατώ κατά Χριστόν – είμαι μέσα στην «Ὁδόν» που είναι ο Χριστός. Γιατί; Διότι «γνῶσίς ἐστιν μετουσία», κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, δηλαδή η γνώση σημαίνει μετοχή στον άλλον, είτε Θεός είναι αυτός είτε άνθρωπος είτε ακόμη θα λέγαμε και η κτιστή δημιουργία. Κι η μετοχή αυτή (με την έννοια της αυτοπαράδοσης στον άλλο) είναι ευνόητο ότι παραπέμπει στην ίδια την αγάπη. Με άλλα λόγια γνωρίζω κάποιον, γιατί τον αγαπώ, κι αγαπώντας τον μετέχω στη ζωή του, με αποτέλεσμα την αποκάλυψή του σ’ εμένα και άρα τη γνώση του. Πρόκειται για την έννοια της (εμπειρικής) γνώσεως που εξαγγέλλει η αγία Γραφή και ο Πατερικός βεβαίως λόγος, όπως του Ευαγγελιστού Ιωάννη για παράδειγμα: «αὕτη ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν», ή του αποστόλου Παύλου: «γνόντες τόν Θεόν, μᾶλλον δέ γνωσθέντες ὑπ’ Αὐτοῦ». Εκεί μάλιστα που ιδιαιτέρως κηρύσσεται η ταυτότητα γνώσεως του Θεού (και κατ’ επέκταση του ανθρώπου) και αγάπης προς Αυτόν, αγάπης που εκφράζεται με την τήρηση των αγίων εντολών Του όπως λέει και ο όσιος Σωφρόνιος, είναι στον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή στην Α΄ Καθολική του επιστολή. «Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτόν καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ μή τηρῶν, ψεύστης ἐστίν, καί ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν. Ὅς δ’ ἄν τηρῇ αὐτοῦ τόν λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τετελείωται. Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ ἐσμεν» (Όποιος λέει ότι γνώρισα τον Θεό, αλλά δεν τηρεί τις εντολές Του, είναι ψεύτης και δεν υπάρχει αλήθεια σ’ αυτόν. Όποιος όμως τηρεῖ τον λόγο Του, πράγματι σ’ αυτόν η αγάπη του Θεού έχει φτάσει στο τέλος της. Από αυτό γνωρίζουμε ότι ζούμε και υπάρχουμε μέσα σ’ Αυτόν).

3. «Να κόψουμε το θέλημά μας». Τι είναι εκείνο που συνιστά προϋπόθεση και χαρακτηριστικό της αγάπης που οδηγεί στη γνώση του Θεού και του ανθρώπου (ως εικόνας Αυτού), κατά τον όσιο Γέροντα; Η εκκοπή του ιδίου θελήματος. «Πρέπει να κόψουμε το θέλημά μας» - ένα θέμα που συγκεφαλαιώνει και τον λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού αλλά και τον Πατερικό ασκητικό λόγο.  Γιατί αυτό; Διότι το θέλημά μας λόγω της πτώσεως στην αμαρτία ρέπει «ἐπιμελώς ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος». Αν κάτι μας χωρίζει από τόν Θεό και τη σχέση μας μαζί Του είναι ακριβώς αυτό το θέλημα που κυριαρχείται από το πάθος του εγωισμού. «Το θέλημά μου τείχος χάλκινο είναι που με χωρίζει από τον Θεό» (Γεροντικό). Και τη δύναμη για την εκκοπή αυτή, ώστε να μπορεί ο νους να μένει ενωμένος με τον Θεό, τη δίνει μόνο ο ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός. Ο Ίδιος το τόνιζε επανειλημμένως. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Κι όλος ο πνευματικός αγώνας που αποτελεί «βιασμόν τῆς φύσεως» εκεί επικεντρώνεται∙ γιατί φανερώνει την ασκητική προσπάθεια του πιστού να αποκτήσει το φρόνημα του Κυρίου Ιησού, που θα πει την εν αγάπη και ταπεινώσει αγία υπακοή Του – ό,τι δημιουργεί χώρο στην ανθρώπινη ύπαρξη για να «αναπαύεται» ο Θεός.   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

 


῾῞Ο δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ᾽ (Γαλ. 2, 20)

 ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος συχνά στίς ἐπιστολές του προβάλλει τά προσωπικά του βιώματα ἀπό τή σχέση του μέ τόν Χριστό προκειμένου νά διδάξει καί νά καθοδηγήσει τούς πιστούς στούς ὁποίους ἀπευθύνεται. Μία τέτοια  ἀλήθεια πού συνιστᾶ προσωπικό του βίωμα προβάλλει καί στήν ἐπιστολή του πρός Γαλάτας. Συνεχόμενος ἀπό τήν ἀγωνία γιά τή σωτηρία τους, μπροστά στόν κίνδυνο ἀλλοιώσεως τοῦ εὐαγγελίου ἀπό τούς ᾽Ιουδαιοχριστιανούς, μαρτυρεῖ: ῾ὅ δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ᾽. Ἡ τωρινή σωματική μου ζωή εἶναι ζωή βασισμένη στήν πίστη μου στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού μέ ἀγάπησε καί πέθανε ἑκούσια γιά χάρη μου.

 1. ῾Ο ἀπόστολος εἶναι σαφής.  Ἡ ζωή πού ζεῖ τώρα, ἀφότου γνώρισε τόν Χριστό, εἶναι μία ζωή διαγραφῆς καί ὑπέρβασης τοῦ παρελθόντος. Μπροστά στή ζωή μέ τόν Χριστό πού εἶναι ὁ σκοπός ὅλων, τά πάντα, ἀκόμη καί τά πιο σημαντικά, θεωροῦνται ἕνα τίποτε. Θά τό πεῖ μέ ἔνταση σέ ἄλλο σημεῖο: ῞Ολα τά θεωρῶ σκουπίδια, προκειμένου νά κερδίσω τόν Χριστό. ῾῾Ηγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω᾽. ῾Ο Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού τόν ἀγάπησε, πρόσφερε τή ζωή Του γιά τόν ἴδιο, ὁ ἴδιος βιώνει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὡς συσταύρωση μέ Αὐτόν, συνεπῶς ἔχοντας σχέση ταυτίσεως μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Χριστῷ συνεσταύρωμαι. Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

2. Δέν πρόκειται γιά ἕνα ἀτομικό βίωμα τοῦ ἀποστόλου. ῾Ο κάθε πιστός ἀπό τήν ὥρα τῆς βαπτίσεώς του εἶναι ὀργανικά δεμένος μέ τόν Κύριο, ὡς τό μέλος ἔναντι τοῦ σώματος καί τῆς κεφαλῆς, λοιπόν ἀποτελεῖ  πιά καί μία προέκταση τοῦ Χριστοῦ, κλαδί στό δένδρο ᾽Εκείνου, κατά τήν εἰκόνα πού ὁ ῎Ιδιος μᾶς ἀπεκάλυψε. ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽. Αὐτό πού λέει λοιπόν ὁ ἀπόστολος ἐκφράζει τό ἐκκλησιαστικό του βίωμα: ὅ,τι ζεῖ μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Νιώθει ταυτισμένος μέ τόν Κύριο, ἕνα μέ Αὐτόν, γιατί αὐτήν τή χάρη ἔδωσε ὁ Κύριος καί  γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἦλθε στόν κόσμο: ῾ἵνα πάντες ἕν ὦσιν᾽, μέ ᾽Εκεῖνον καί μεταξύ τους. ῾᾽Εγώ ἐν αὐτοῖς καί αὐτοί ἐν ἐμοί᾽.

Κι ἴσως πρέπει νά σημειώσουμε ἐδῶ τήν πλανεμένη ἀντίληψη κάποιων ψυχολόγων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τήν ταύτιση αὐτή τοῦ χριστιανοῦ μέ τόν Χριστό ὡς ψυχολογικό ἐνδιάμεσο, προκειμένου νά προχωρήσουν στήν ἀπόκτηση τῆς δικῆς τους ταυτότητας. ᾽Αλλά τοῦτο δέν συνιστᾶ ἕνα εἶδος βλασφημίας; ᾽Ακόμη δηλαδή καί τά πνευματικά γεγονότα νά προσεγγίζονται κάτω ἀπό τόν ὁλοκληρωτισμό ἀνθρωπίνων ἀρχῶν; (ψυχολογισμός). ῾Ὁ πνευματικός πάντα ἀνακρίνει᾽, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ῾αὐτός δέ ὑπ᾽ οὐδενός ἀνακρίνεται᾽. Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά βάλει στό ῾μικροσκόπιο᾽ τοῦ περιορισμένου ἀνθρωπίνου νοῦ ὅ,τι ἀποτελεῖ ἐνέργεια καί χάρη τοῦ Θεοῦ; ῾Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου ἤ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;᾽

3. Κι ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος ἔρχεται νά μᾶς διευκρινίσει τά στοιχεῖα τοῦ μυστηριακοῦ καί πνευματικοῦ αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βιώματός του:

(1) ἡ ἑνότητα μέ τόν Χριστό προϋποθέτει τόν θάνατο τοῦ ῾ἐγώ.  ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ᾽, λέει, ῾ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. Δέν μπορεῖ δηλαδή κανείς, ἔστω κι ἄν εἶναι βαπτισμένος, νά παραμένει ἐν Χριστῷ, ἐφόσον τό ῾ἐγώ᾽ του εἶναι ζωντανό καί ἐνεργό. Καί τί σημαίνει ῾ἐγώ᾽; ῎Οχι βεβαίως τή συναίσθηση τῆς ἀτομικότητάς μας, ἀλλά αὐτό πού ἐξηγεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: τή φιλαυτία καί τόν ἐγωϊσμό, συνεπῶς τήν ἴδια τήν ἁμαρτία. Τό ῾ἐγώ᾽ ἐν προκειμένω ταυτίζεται μέ τό ἁμαρτωλό φρόνημα καί ὅ,τι ἔχει ὡς παρακλάδια: τή φιληδονία, τή φιλαργυρία, τή φιλοδοξία.

(2) ἡ ἑνότητα μέ τόν Χριστό βιώνεται πάντοτε ῾νῦν᾽, τώρα. Αὐτό πού ζῶ τώρα, λέει ὁ ἀπόστολος. ῞Οχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς ὑπέρβασης καί τῆς διαγραφῆς τοῦ παρελθόντος, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια τῆς ὑπέρβασης τοῦ πειρασμοῦ τοῦ μέλλοντος. Μέ ἄλλα λόγια ὁ χριστιανός τή χριστιανικότητά του τήν ζεῖ στό ἐδῶ καί στό τώρα. Τό τώρα τοῦ δίνει ὡς εὐλογία ὁ Θεός γιά νά ἐργάζεται τή μετάνοιά του κι ὄχι τό χθές ἤ τό αὔριο.

Καί (3) ἡ ἑνότητα μέ τόν Κύριο βιώνεται ῾ἐν σαρκί᾽. Κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι χριστιανός ἔξω ἀπό τό σῶμα του ἤ παραθεωρώντας τό σῶμα του. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη κατανοεῖται μέ τρόπο ψυχοσωματικό, συνεπῶς μία χριστιανική ζωή ἐκτός σώματος δέν συνιστᾶ χριστιανική ζωή. ῞Οταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, προσλαμβάνοντας σῶμα καί ψυχή, αὐτό σημαίνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τή βάση αὐτή. ῎Ετσι ἀφενός κατανοεῖ κανείς τήν ἐπιμονή τῆς ᾽Εκκλησίας μας γιά τή συμμετοχή τοῦ σώματος στήν πνευματική ζωή, μέ τίς διάφορες νηστεῖες, τίς γονυκλισίες, τήν ἐν γένει ἐγκράτεια, προκειμένου νά καταπολεμηθεῖ τό ἁμαρτωλό φρόνημα ὡς στροφή πρός τά πάθη, ἀφετέρου δέν γίνεται ἀποδεκτή μία πνευματικότητα ῾ἐξωσωματικῶν᾽  ἐμπειριῶν. Οἱ διάφορες ῾ἐξωσωματικές᾽  ἐμπειρίες, ἐκεῖνες πού ὅπως εἴπαμε παραθεωροῦν τό ἀνθρώπινο σῶμα γιά νά παραπέμψουν σέ κάποια εἴδη ῾πνευματικῆς᾽ ζωῆς, δέν ἐντάσσονται μέσα στήν ὀρθόδοξη χριστιανική ἐκκλησιαστική παράδοση, γι᾽ αὐτό καί πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται μέ μεγάλη ἐπιφύλαξη καί προσοχή.


Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΙ ΑΓΙΑΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΟΦΙΑ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΩΝ ΑΥΤΗΣ, ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ

 


«Οι άγιες αυτές έζησαν επί Ανδριανού αυτοκράτορος. Η αγία Σοφία χήρεψε από νωρίς και αναγκάστηκε να μετοικήσει μαζί με τις τρεις κόρες της, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη, στη Ρώμη. Ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι οι τέσσερις αυτές γυναίκες ήταν χριστιανές, γι’  αυτό και έστειλε να τις συλλάβουν. Πρώτη κάλεσε σε απολογία τη μεγαλύτερη αδελφή Πίστη, που ήταν δώδεκα ετών. Προσπάθησε στην αρχή με δελεαστικούς λόγους να τη μεταπείσει, ώστε να αρνηθεί τον Χριστό, πράγμα βεβαίως που δεν κατώρθωσε, οπότε οργισμένος διέταξε τον αποκεφαλισμό της. Την ίδια τύχη είχε ο βασιλιάς και με τις δύο άλλες, τη δεκάχρονη Ελπίδα και την εννιάχρονη Αγάπη. Μπροστά στη σταθερότητα και αυτών, διέταξε και πάλι να τις αποκεφαλίσουν.  Η αγία Σοφία όχι μόνο δεν στενοχωρήθηκε γι’  αυτό που συνέβη, αλλά ένιωσε και ιδιαίτερη υπερηφάνεια για την πίστη των θυγατέρων της, γι’ αυτό και τις ενταφίασε με τιμές, ενώ παρέμεινε τρεις ημέρες στους τάφους τους, παρακαλώντας θερμά τον Κύριο να παραλάβει και εκείνην στη Βασιλεία Του. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή της και έτσι η αγία Σοφία παρέδωσε το πνεύμα της δίπλα στα παιδιά της».

Η αγία Σοφία δεν ανήκει στους μάρτυρες της Εκκλησίας μας, με τον τρόπο που τους γνωρίζουμε, ως εκείνους δηλαδή που έδωσαν και το αίμα τους από πίστη και αγάπη προς τον Χριστό. Δεν σημαίνει όμως ότι το μαρτύριο που υπέστη ήταν μικρότερο από αυτό των άλλων μαρτύρων. Και τούτο διότι πέραν του γεγονότος ότι ζούσε ως «μάρτυς τη συνειδήσει», αγωνιζόταν δηλαδή να τηρεί τις εντολές του Χριστού και μάλιστα την αγάπη και προς τους εχθρούς, το μαρτύριο να μετέχει ως θεατής στα βάσανα των θυγατέρων της και μάλιστα στον αποκεφαλισμό τους, είναι από τα μεγαλύτερα μαρτύρια που μπορεί να περάσει ένας άνθρωπος, και μάλιστα μία μάνα, στον κόσμο τούτο. Ποιος μπορεί  να αμφισβητήσει ότι και η ίδια η Παναγία μας δεν υπέστη μαρτύριο αίματος, μετέχοντας στο Πάθος του Υιού και Θεού της; Λίγο αν προσέξουμε τους σχετικούς ύμνους  της Εκκλησίας μας πάνω στο Πάθος του Κυρίου, θα διαπιστώσουμε ότι ένα μεγάλο τμήμα αυτών αναφέρεται και στο πάθος της Κυρίας Θεοτόκου. Το ίδιο μάλιστα το Ευαγγέλιο, όταν περιγράφει την Υπαπαντή του Κυρίου, τη συνάντησή Του δηλαδή σε ηλικία σαράντα ημερών με τον γέροντα Συμεών τον Θεοδόχο, στο Ναό των Ιεροσολύμων, σημειώνει την προφητεία του αγίου Συμεών ότι ρομφαία θα διαπεράσει την καρδιά της Παναγίας, ενόψει βεβαίως αυτών που θα υφίστατο ο Κύριος, και μάλιστα επί του Σταυρού.   Και πόσοι γονείς και σήμερα  δεν εύχονται οι ίδιοι να υποστούν τα βάσανα των παιδιών τους, όταν τα βλέπουν να υποφέρουν ποικιλοτρόπως, που σημαίνει ότι ο πόνος τους είναι πολλές φορές μεγαλύτερος και από αυτόν των παιδιών; Ώστε η αγία Σοφία ανήκει και αυτή στους μάρτυρες, με τον τρόπο που είπαμε,  γι’ αυτό και η Εκκλησία μας πολύ σοφά την έχει εντάξει  στην ίδια με αυτούς ομάδα.

Ο υμνογράφος βεβαίως δεν παύει να επαινεί την πίστη και το θάρρος, εκτός της μητέρας, των τριών θυγατέρων της, που ήταν πολύ μικρές μάλιστα στην ηλικία, αλλά με πολιό φρόνημα. Αξιοποιεί στο έπακρο δε τον αριθμό τους και τα ονόματά τους. Εννοούμε ότι συχνότατα συνδέει την τριάδα τους με την αγία Τριάδα και τα ονόματά τους Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη, με την τριάδα των αρετών που αναφέρει ο απόστολος Παύλος: «νυνί δε μένει τα τρία ταύτα∙ πίστις, ελπίς, αγάπη. Μείζων δε τούτων η αγάπη». Έτσι για παράδειγμα ακούμε στο εξαποστειλάριο της εορτής: «Τω της Τριάδος Κόραι, πυρούμεναι αι τρεις ζήλω, των αρετών τη τριάδι, Ελπίδι, Πίστει, Αγάπη, προσκείμεναι ομωνύμως, ηλόγησαν των βασάνων». Δηλαδή: Οι τρεις κόρες με θερμή αγάπη για την αγία Τριάδα και ζώντας την ομώνυμη με αυτές τριάδα των αρετών, την ελπίδα, την πίστη, την αγάπη, καταφρόνησαν τα βάσανα. Όπως και αλλού: «Πίστις η πανεύφημος, και η Αγάπη η ένδοξος, και Ελπίς η θεόσοφος, αρετών επώνυμοι, των φαεινοτάτων, αναδεδειγμέναι». Δηλαδή: Η Πίστη η πανεύφημη, και η Αγάπη η ένδοξη, και η Ελπίδα η θεόσοφη, που αναδείχθηκαν επώνυμες των πιο λαμπρών αρετών, (της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας).  

Πράγματι: τα τρία αυτά κορίτσια, που άλλα στην ηλικία τους παίζουν ακόμη με τις κούκλες, κατατρόπωσαν τον διάβολο και τα όργανά του και αναδείχθηκαν σε ηρωικά πρότυπα για όλες τις εποχές. Διότι η μητέρα τους Σοφία  είχε εμφυσήσει σ’ αυτές τη δική της πίστη και τη δική της αγάπη -  δείχνοντας επομένως το πόσο καίρια είναι η συμβολή της μάνας ιδίως, στην αγωγή των παιδιών – κάτι που σημαίνει ότι δεν έχει σημασία η ηλικία, αλλά το φρόνημα στον άνθρωπο για να είναι αξιοσέβαστος και τιμημένος από Θεό, από αγγέλους και ανθρώπους. «Παιδαριογερόντισσες» θα ονομάζαμε, με άλλα λόγια, τα τρία αυτά μικρά κορίτσια, τα οποία είχαν κατανοήσει ότι η σχέση με την αγία Τριάδα, τον αληθινό Θεό δηλαδή, ήταν ο βασικός σκοπός της ζωής, και ότι αυτή η σχέση για είναι ζωντανή «περνάει» μέσα από τις αρετές της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας.

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑ



 «Η αγία αυτή και ένδοξη μεγαλομάρτυς Ευφημία, διέλαμψε κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Πρίσκου, ανθυπάτου της Ευρώπης. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της πόλης της Χαλκηδόνας, καταγόμενη από ευγενείς και θεοσεβείς γονείς. Κατηγορήθηκε όμως στον ηγεμόνα ως χριστιανή, και γι’ αυτό την έρριξαν πρώτα στη φωτιά, έπειτα στα θηρία, και στη συνέχεια μηχανεύτηκαν και άλλα βασανιστήρια, τα οποία τα υπέμεινε όλα η αγία με γενναιότητα και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το ιερό λείψανό της διασωζόταν από τους ευσεβείς χριστιανούς στην πόλη της Χαλκηδόνας, όπου και είχε οικοδομηθεί εις τιμήν της περικαλλής ναός. Στα χρόνια των ευσεβεστάτων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας, συγκροτήθηκε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος των εξακοσίων δέκα πατέρων στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.), η οποία αναθεμάτισε τους αιρετικούς μονοφυσίτες Ευτυχή και Διόσκορο και διατύπωσε την αληθινή πίστη περί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού – δύο τέλειες φύσεις, ανθρώπινη και θεϊκή, ενωμένες στη μία Του θεϊκή υπόσταση «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Επειδή όμως δεν πείθονταν οι αιρετικοί, γι’ αυτό και σκέφτηκαν οι θεοφώτιστοι Πατέρες το εξής: να γράψουν την ορθόδοξη πίστη σε τόμο και αντιστοίχως να κάνουν και οι αιρετικοί, τους δε δύο αυτούς τόμους να τους εναποθέσουν σφραγισμένους στο στήθος της αγίας, μέσα στη λάρνακά της, κάτι που έγινε. Αργότερα, όταν άνοιξαν τη λάρνακα, τον μεν τόμο των αιρετικών τον βρήκαν ριγμένο υπό τους πόδας της αγίας, τον δε των ορθοδόξων να κρατείται από τη μεγαλομάρτυρα στα τίμια χέρια της. Αυτό βλέποντας όλοι, οι μεν αιρετικοί γέμισαν από ντροπή, οι δε ορθόδοξοι από χαρά. Το χαριτόβρυτο αυτό λείψανό της, ακέραιο, μετακομίστηκε, πριν από την άλωση, από τη Χαλκηδόνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ανηγέρθη ναός εις τιμήν της αγίας, και μετά την άλωση (1453), μετά από διάφορες αναγκαίες μετακομίσεις, τοποθετήθηκε οριστικά στον ναό του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου στο Φανάρι, εκεί που μέχρι σήμερα ευρίσκεται, τιμώμενο και σεβόμενο έκτοτε όχι μόνο από τους ορθοδόξους χριστιανούς, αλλά και από τους ετεροδόξους. Τελείται δε η μνήμη και πανήγυρη της αγίας, κατά την 11η Ιουλίου, (όπως και κατά τη σημερινή ημέρα),  κατά την οποία συρρέουν πλήθη πιστών, για ν’  ασπαστούν το ιερό λείψανό της και ν’  αξιωθούν πολλών ιαμάτων».

Την αγία μεγαλομάρτυρα Ευφημία την ξαναείδαμε στις 11 Ιουλίου. Και πάλι σήμερα η Εκκλησία την προβάλλει ενώπιόν μας προς παραδειγματισμό, και  για τη μεγάλη της άθληση και για το ορθόδοξο φρόνημά της, τόσο που ο Θεός θέλησε στο ναό της και με τις ευλογίες της, ιδίως διά του τιμίου της λειψάνου, να δώσει απάντηση στον προβληματισμό της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως αναφέρει και το ιερό συναξάρι της. Η άθλησή της ήταν τέτοια που φανέρωσε ότι κάτω από το «χαύνον του θήλεος», όπως σημειώνει ο υμνογράφος, κρυβόταν μία ανδρεία και γενναία καρδιά, μπροστά στην οποία – για να δανειστούμε μία φράση του ιστορικού Ιωάννου Φιλήμονος, την οποία έγραψε για την ηρωίδα του 21 Μπουμπουλίνα – «οι μεν άνανδροι ντροπιάζονταν, οι δε γενναίοι υποχωρούσαν». Πράγματι, ακόμη και ο όσιος Παῒσιος ο αγιορείτης, όταν εν οράματι τού εμφανίστηκε η αγία στο Άγιον Όρος το 1987, θαύμασε πώς μία νεαρή κόρη άντεξε τόσο μεγάλα βασανιστήρια, και μάλιστα παρότρυνε και τους άλλους μάρτυρες, ως αρχηγός τους, να τα υπομείνουν και αυτοί.

Ο υμνογράφος μάλιστα προχωρεί ακόμη περισσότερο και μας υπενθυμίζει ότι η άθληση της αγίας ήταν τελικώς η «προίκα» της ενώπιον του Κυρίου Ιησού Χριστού. «Ανέδραμες, νοητούς προς θαλάμους ώσπερ προίκα, τω νυμφίω σου, Παρθένε, προσαγαγούσα την άθλησιν» (Έτρεξες προς τους νοητούς θαλάμους (της Βασιλείας του Θεού), φέροντας σαν προίκα στον νυμφίο σου Χριστό, Παρθένε, την άθλησή σου). Κι είναι τούτο μία υπενθύμιση, η οποία πρέπει ιδιαιτέρως να μας ελέγχει, διότι αποδυόμαστε στον κόσμο τούτο, είτε κατορθώνοντάς το είτε όχι, να μαζέψουμε υλικά αγαθά, να αποκτήσουμε χρήματα, να έχουμε πράγματα για να περνάμε, και για τη νεότητά μας και για τα γηρατειά μας. Κάνουμε δηλαδή την προίκα μας (σαν να είναι αυτή ο μοναδικός θησαυρός μας),  μεγάλη ή μικρή,  η οποία όμως τελικώς θα παραμείνει στον κόσμο τούτο, χωρίς κάτι από αυτήν να μας συνοδεύσει στα μετέπειτα. Εκείνο που πράγματι θα μας συνοδεύσει ως την αληθινή προίκα μας θα είναι οι αγώνες που κάναμε για να αποκτήσουμε τις αρετές, για να αποκτήσουμε με άλλα λόγια το Πνεύμα του Θεού, καρπός του Οποίου είναι οι αρετές. Χωρίς αυτό το Πνεύμα και το αποτέλεσμα της παρουσίας Του στη ζωή μας θα είμαστε γυμνοί και ντροπιασμένοι ενώπιον του Θεού μας, και ιδίως την ώρα της κρίσεως. Η αγία λοιπόν μας υπενθυμίζει αυτό που ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης…Θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ, όπου κλέπται ου διορύσσουσι ουδέ κλέπτουσι».

Η προτεραιότητα αυτή στη ζωή του Χριστιανού, όπως το βλέπουμε στην αγία Ευφημία, όχι μόνο κάνει τον άνθρωπο να κερδίσει τελικώς τον Παράδεισο, αλλά τον κάνει και στον κόσμο αυτό  να είναι ευλογία για όλους τους ανθρώπους. Άλλωστε το ένα αποτελεί ποιητικό αίτιο του άλλου: αν δεν είσαι ευλογία για τους συνανθρώπους σου, Παράδεισο δεν βλέπεις. Ο εκκλησιαστικός ποιητής επισημαίνει και αυτήν τη διάσταση  με μία πολύ όμορφη εικόνα: «η διηνθισμένη ταις αρεταίς, και πεφωτισμένη τον λογισμόν, η μύρα προχέουσα εν ταις καρδίαις των πιστών» γράφει. Η αγία ήταν διανθισμένη με τις αρετές, είχε φωτισμένο (από το Πνεύμα του Θεού) λογισμό, ήταν αυτή που πρόσφερε στις καρδιές των πιστών μύρα. Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα ο Χριστιανός να αποτελεί για τον κάθε συνάνθρωπό του άρωμα Χριστού. Να μας βλέπουν οι άλλοι και να μας «εισπράττουν» ως ευλογία δηλαδή στη ζωή τους. Διότι αυτό τελικώς είναι ο Χριστιανός: άρωμα, ευωδία Χριστού, όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος. Χωρίς όμως φωτισμένο λογισμό από την πίστη του Χριστού και ενάρετη ζωή από την τήρηση των εντολών Του, τούτο δεν είναι κατορθωτό. Η αγία Ευφημία, νεαρή κόρη αλλά με μεγάλη καρδιά το πέτυχε.  


Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΧΩΡΙΣ... ΣΗΜΑΣΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ!



«Έβλεπα ότι δεν έχει καμιά σημασία να διαβάζω σχετικά με τον Θεό, να μάθω θεολογία μέσα από τα βιβλία, αν δεν την ενώσω με την προσευχή... Είναι πιο σπουδαίο να ζει κανείς τον Θεό, παρά να έχει μελετήσει πολλά βιβλία που μιλούν γι’ Αυτόν» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο άγιος Γέρων δεν εκφράζει κάποια πρωτότυπη σκέψη. Μαρτυρεί από το προσωπικό του πια βίωμα ό,τι όλοι οι Πατέρες επισημαίνουν και εξαγγέλλουν: τον Θεό δεν Τον «μαθαίνει» κανείς μέσα από τα βιβλία, αλλά μέσα πρωτίστως από τον προσωπικό του αγώνα ἐν Ἐκκλησίᾳ, που θα πει «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», μαζί με τους άλλους αδελφούς – ο χριστιανός είναι χριστιανός ως γνωστόν όταν είναι ενταγμένος στο άγιο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, ως μέλος Εκείνου∙ με τη λατινική ορολογία αγίου αρχαίου Πατρός «unus christianus, nullus christianus», ένας χριστιανός κανείς χριστιανός. Και γιατί όχι μέσα από τα βιβλία; Διότι τα βιβλία, με όσα σοφά και άγια γράφονται εκεί, αναφέρονται κατεξοχήν στη νόηση και τη διάνοια του ανθρώπου, τροφοδοτούν τη γνώση ως προσφορά πληροφοριακού υλικού (και όχι με τη βιβλική έννοια της εμπειρίας του Θεού), συνεπώς δεν επηρεάζουν τόσο εκείνο το κέντρο στο οποίο φανερώνεται ο Θεός, δηλαδή την καρδιά για την οποία μίλησε ο ίδιος ο Κύριος ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, εξαιρέτως δε στην Καινή. «Ἄνθρωπος εἰς πρόσωπον Θεός εἰς καρδίαν βλέπει». «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν». «Ἰδού, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι».

Εννοείται ασφαλώς ότι ο όσιος δεν έχει καμία πρόθεση να υποβαθμίσει και την προσφορά τῶν βιβλίων – ο ίδιος άλλωστε υπήρξε και είναι, έστω και χωρίς τέτοια απαρχής προοπτική, μέγας συγγραφέας. Η ίδια η Αγία Γραφή, όπως και τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, ήταν η συνεχής και εκείνου πνευματική τροφοδοσία και σ’αυτά παρέπεμπε και παραπέμπει στα γραπτά και τις ομιλίες του. Θέλει να τονίσει όμως ο σοφός Γέρων ότι τα βιβλία έχουν τότε ιδιαίτερη σημασία, όταν έρχονται να ενισχύσουν το φρόνημα (φρόνημα Χριστού) του πιστού ανθρώπου, ο οποίος θέτει τον εαυτό του επάνω στις εντολές του Χριστού και του αγίου θελήματός Του και τρέφεται από τα μυστήρια της Εκκλησίας, το σώμα και το αίμα του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού. Ο Γέρων Σωφρόνιος είναι εκείνος που επανειλημμένως σημείωνε ότι η χριστιανική πίστη δεν είναι θέμα διαλογισμού: να κάθεται κάποιος στην πολυθρόνα του και να διαβάζει σκεπτόμενος και διαλογιζόμενος∙ αποτελεί κίνηση και ενέργεια που εντείνει στο έπακρο τις πνευματικές αλλά και σωματικές δυνάμεις του ανθρώπου – ο Χριστός δίνει εντολή στον άνθρωπο που θα Τον πιστέψει, να Τον ακολουθήσει «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος» στον τρόπο της δικής Του ζωής. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τον σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Λοιπόν, πρώτα ποιεῖ και πράττει ο άνθρωπος, έχοντας στη συνέχεια σύμμαχό του τα βιβλία, τα θεόπνευστα της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων, προκειμένου να ζει κατά Θεόν.

Ο όσιος Γέρων στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει, όπως είπαμε, την εμπειρική θέση των Πατέρων, σαν του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για παράδειγμα, ο οποίος τονίζει ότι «Ο Θεός μακάρισε όχι αυτόν που γνωρίζει (ως πληροφορία) κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που έχει μέσα του τον Θεό, “τό ἐν ἑαυτῶ σχεῖν τόν Θεόν”». Κι επίσης ο όσιος Σωφρόνιος συχνά μνημονεύει, όπως και στον παραπάνω λόγο του, το αποδιδόμενο στον όσιο Νείλο λόγιο «εἰ θεολόγος εἶ, προσεύχει ἀληθῶς∙ καί εἰ προσεύχει ἀληθῶς, θεολόγος εἶ». Η αληθινή θεολογία, η γνώση και η έκφραση συνεπώς της αλήθειας για τον Θεό, είναι θέμα προσευχής – προσευχή και θεολογία ταυτίζονται, γι’ αυτό και ο ίδιος άγιος Γέρων έλεγε πολύ συχνά στους μοναχούς και τις μοναχές του ότι ανώτερο στάδιο της θεολογίας είναι όταν αυτή γίνεται το περιεχόμενο της προσευχής του πιστού χριστιανού, όπως το βλέπουμε ιδιαιτέρως στη θεία Λειτουργία και μάλιστα του Μ. Βασιλείου. Είναι αξιοσημείωτο ότι την αλήθεια αυτή την είχε κατανοήσει από πολύ νωρίς ο όσιος Σωφρόνιος, ο οποίος ξεκινώντας από τη θεολογική ακαδημία του αγίου Σεργίου στο Παρίσι, τότε που οι πνευματικές αναζητήσεις του τον έστρεψαν εξολοκλήρου στον Χριστό, γρήγορα εγκατέλειψε τις σπουδές αυτές, γιατί διαπίστωσε ότι (κατ’ ανάγκην βέβαια) μιλούσαν στα σπουδαστήρια για τον Θεό, αλλά «Θεό εκεί δεν έβλεπε». Ενώ όταν πήγε έπειτα στο Άγιον Όρος, πάλι κατά τη δική του διατύπωση, «κανείς εκεί δεν μιλούσε για Θεό, αλλά έβλεπες παντού τον Θεό».  

Κι υπάρχει και κάτι ακόμη χειρότερο, για τον άγιο: να γράφει κανείς για τον Θεό, για τον χριστιανισμό, για την πίστη, αλλά τελικώς αυτό που γράφει να «όζει» από αίρεση και από πονηρία, έστω κι αν έχει του κόσμου τις παραπομπές στη Γραφή και τους Πατέρες! Πώς; Διότι αυτό που γράφει προέρχεται από διάνοια που δεν εκφράζει την καθαρή και φωτισμένη καρδιά, αλλά τον εγωισμό των παθών του. Πρόκειται για ένα είδος  «δαιμονικής» θεολογίας, καθώς τη χαρακτηρίζουν έτσι ορισμένοι Πατέρες, δεδομένου ότι και ο Διάβολος, ακόμη και στους πειρασμούς του Κυρίου στην έρημο μετά τη Βάπτισή Του, αγιογραφικά χωρία χρησιμοποίησε για να Τον πειράξει! «Πολλά βιβλία για τον χριστιανισμό – λέει ο όσιος - είναι γραμμένα από ανθρώπους που δεν έχουν πείρα του Θεού, από ανθρώπους των οποίων ο νους κινείται στο γήινο επίπεδο». Και διερωτάται ο Γέρων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο: «Πώς να αποφύγουμε την επίδραση των διανοιών αυτών;» (Το ίδιο νομίζουμε ερώτημα θα έθετε πολύ περισσότερο και σήμερα, που μέσω του διαδικτύου ένα πλήθος ανθρώπων χωρίς καμία επίγνωση, χωρίς πνευματική πείρα, υπό κατοχή συχνά ταραχής δαιμονίων, γράφουν και εξάπτουν τα πάθη, ακόμη και για πνευματικά και εκκλησιαστικά θέματα, με αγιογραφική όμως πάντα(!) και πατερική «θεμελίωση»!)  

Η θεολογία λοιπόν ως έκφραση της προσευχής και η προσευχή ως έκφραση της θεολογίας: το ζητούμενο του αγίου Σωφρονίου. Το κρίσιμο  ερώτημα στο οποίο βεβαίως εξίσου συχνά επανέρχεται ο Γέρων είναι τι σημαίνει προσευχή που κάνει τον άνθρωπο πραγματικό θεολόγο με γνώση υπαρξιακή του Θεού; Κι η απάντηση μεταξύ των άλλων που δίνει και συγκεφαλαιώνει θα έλεγε κανείς τις εν προκειμένω αντιλήψεις του είναι όταν η προσευχή έχει ως περιεχόμενο τη βαθιά επιθυμία του ανθρώπου να τηρεί το θέλημα του Θεού (: «Να ζητούμε από τον Θεό με κλάμα: δώσε μου τη σοφία και τη δύναμη, ώστε να ζήσω σύμφωνα με την εντολή Σου»), κάτι που οδηγεί στο να έρχεται το ίδιο το Πνεύμα του Θεού και να προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο. «Προσευχή είναι, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, ο Θεός ο Ίδιος που προσεύχεται μέσα μας». Κι εδώ ακριβώς χρειάζεται η διάκριση. Διότι είναι πολλοί που προσεύχονται αλλά χωρίς την παραπάνω επίγνωση, οπότε η προσευχή τους καθίσταται αναποτελεσματική. «Συχνά, ακούμε να λένε (λέει ο Γέροντας): “Προσευχήθηκα στον Θεό, αλλά χωρίς αποτέλεσμα!” Αυτά τα λόγια μού θυμίζουν έναν μύθο του Κριλώφ (Ρώσου ποιητή και θεατρικού  συγγραφέα) για μια μαϊμού, της οποίας η όραση είχε μειωθεί λόγω ηλικίας∙ οι άνθρωποι της είπαν ότι αυτό δεν ήταν πραγματικά τόσο σοβαρό, και ότι θα έπρεπε να δοκιμάσει να φορέσει γυαλιά. Παρήγγειλε λοιπόν πενήντα ζευγάρια γυαλιά, αλλά τα έβαζε οπουδήποτε, κάποτε πίσω από το κεφάλι, κάποτε στην ουρά κλπ. Το ίδιο και εμείς: να μη χρησιμοποιούμε την προσευχή με αυτόν τον τρόπο».

Να μελετούμε λοιπόν, ναι! Αλλά εκείνα τα κείμενα και εκείνα τα βιβλία που εκφράζουν το ήθος το πατερικό, το ήθος της ταπεινής αγάπης και της άγιας προσευχής – ό,τι μας ανεβάζει πνευματικά και μας γλυκαίνει την καρδιά. Κάθε τι άλλο θέλει μεγάλη προσοχή! Γιατί το πιο ουσιαστικό και σημαντικό στη ζωή μας είναι «να ζούμε τον Θεό»!

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΑΠ’ ΤΟ ΠΡΩΪ ΩΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ...


«Φυλάξτε τον νου σας από το πρωί ώς το βράδυ μέσα στο πνεύμα των εντολών του Θεού, και σιγά- σιγά, χάρη στη στάση αυτή, την πολύ ταπεινή, θα έρθουν πάνω σας μεγαλειώδεις ευλογίες του Θεού» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Σωφρόνιος, ο οποίος μιλάει μέσα από την εμπειρία της προσευχής και της αγιοπνευματικής ζωής του: είναι αυτός που επιμένει ότι «έχει ως αρχή να μην αφεθεί να ομιλεί από τον νου του αλλά από την προσευχή», τονίζει επανειλημμένως στα βιβλία του και στις προφορικές ομιλίες του αυτό που αποτελεί ό,τι κεντρικότερο και ουσιαστικότερο υπάρχει στην πνευματική ζωή της χριστιανικής πίστεως: τη φύλαξη (φυλακή) του νου. Πράγματι, όποιος επιχειρήσει να διεξέλθει έστω και φυλλομετρώντας οποιοδήποτε ασκητικό πατερικό κείμενο θα δει ότι η συγκεκρινή φράση, αυτούσια ή παραλλαγμένη, κυριαρχεί στον λόγο του Πατέρα, κι αυτό γιατί ο νους (που πολύ συχνά εναλλάσσεται με τον όρο καρδιά) συνιστά το κέντρο της ψυχοσωματικής ύπαρξης του ανθρώπου – είναι ο οφθαλμός της ψυχής, από την υγεία ή όχι του  οποίου εξαρτάται η όλη κατάσταση του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Κύριος ήταν Εκείνος που μίλησε για την εσωτερική αυτή πραγματικότητα, αναφέροντας ότι η ποιότητά της κάνει τον άνθρωπο να βρίσκεται στο φως ή στο σκοτάδι. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Κι αλλού: «Εἰ τό φῶς τό ἐν σοί σκότος, τό σκότος πόσον;» Δηλαδή αν ο νους σου που ως οφθαλμός πρέπει να φωτίζει την ψυχή σου είναι στο σκοτάδι, πόσο πρέπει να κυριαρχεί το σκοτάδι στην ύπαρξή σου; Γι’ αυτό και ο Ίδιος μας αποκάλυψε ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι» - η καρδιά κι ο νους του ανθρώπου συνιστούν το έδαφος που φανερώνεται και αναπαύεται ο Θεός.

Κι αυτόν τον νου λοιπόν που είναι το πολυτιμότερο στοιχείο στον άνθρωπο πρέπει κανείς να τον διαφυλάξει από ό,τι αποτελεί βρωμιά και ακαθαρσία: τον εγωισμό και τα παρακλάδια του, την ίδια την αμαρτία. Όχι μόνο δηλαδή μία κακή στάση του ανθρώπου ως συμπεριφορά, αλλά και ο παραμικρότερος λόγος που θα εκφραστεί από την (εμπαθή) πηγή της καρδιάς και του νου, ακόμη δε και ο πιο λεπτός και κρυμμένος λογισμός που έχει χρωματιστεί από οποιαδήποτε κακία, έχουν ως αποτέλεσμα το θόλωμα του νου, την περιοδική ή πιο μόνιμη τύφλωσή του, συνεπώς την απώλεια της όρασης της αληθούς πραγματικότητας, που δεν είναι άλλη από τη θέα του Θεού, που θα πει τη συμμετοχή του ανθρώπου στην άκτιστη ενέργειά Του!  Γι’ αυτό και οι άγιοι επιμένουν διαρκώς στη φυλακή του νοός, στην εγρήγορση και τη νήψη, ώστε και το παραμικρό θόλωμα του οφθαλμού της ψυχής να εκλείψει και ο πιστός να αρχίσει να βιώνει εν καθαρότητι ό,τι έχει υποσχεθεί ο ίδιος ο Θεός μας: τη βασιλεία του Θεού  στην ύπαρξή μας, «τις μεγαλειώδεις ευλογίες του Θεού» που λέει ο άγιος Σωφρόνιος.

Και τι συγκεκριμένα πρέπει να κάνει ο πιστός για να βρίσκεται μέσα στη δυναμική αυτή, κατά τον Γέροντα; Να «βιάζει» τον εαυτό του ώστε να βρίσκεται «μέσα στο πνεύμα των εντολών του Θεού». Για τον άγιο, βεβαίως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος σχέσεως με τον Θεό πέρα από τον αγώνα τήρησης των εντολών και του θελήματος του Θεού. Είναι τα υψηλά, σημειώνει, πέρα από τις δικές μας απλές δυνατότητες. «Η εντολή του Θεού μάς υπερβαίνει. Εμείς ποτέ δεν φθάνουμε την αιώνια τελειότητά της».  Όμως μας ενισχύει η χάρη του Θεού, που σημαίνει ότι ο «βιασμός» αυτός ως ασκητική προσπάθεια μάς κάνει να «αρπάζουμε τη Βασιλεία» Του και να βλέπουμε Θεού πρόσωπο. Ο άγιος όμως διευκρινίζει, καθώς μας παίρνει κυριολεκτικά από το χέρι. Ο αγώνας αυτός, πρώτον, δεν έχει διαλείμματα∙ γίνεται «από το πρωί ώς το βράδυ» - διαλείμματα στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν. Την ώρα που λες να ξεκουραστώ, την ίδια ώρα έχει αρχίσει η υποχώρηση. «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι» (ο Κύριος). Ο όσιος Γέρων δεν παύει να τονίζει ό,τι η Εκκλησία μας προτρέπει πρωί, εσπέρας, νύκτα: «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ (τῇ ἑσπέρᾳ, τῇ νυκτί) ταύτῃ ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς». Και δεύτερον, δεν χρειάζονται βιασύνες. Οι βιασύνες στην πνευματική ζωή δουλεύουν όχι στον Κύριο, αλλά στον Πονηρό διάβολο. Ο διάβολος τοξεύει τον νου του ανθρώπου για να φτάσει γρήγορα στο «τέλος», έστω και θεωρούμενο καλό και πνευματικό. Μα συνήθως το βιαστικό τέλος φέρνει και το τέλος της σχέσης με τον Θεό. Είναι λυπηρό να ακούμε τον Κύριο, και μαζί Του και τους  αγίους αποστόλους,  να μας προτρέπουν και να μας επιτάσσουν τον αγώνα μας να τον κάνουμε ἐν ὑπομονῇ («ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὖτος σωθήσεται»∙ «δι’ ὑπομονῆς τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα») κι εμείς να θέλουμε διαμιάς να προχωρήσουμε. Κατά τον όσιο Γέροντα η βιασύνη υποκρύπτει αλαζονεία και υπερηφάνεια, ενώ το «σιγά-σιγά» φανερώνει εκείνη την ταπείνωση που ελκύει τη χάρη του Θεού. «Αρχίζουμε από το άλφα, εκπληρώνοντας σταδιακά μικρά πράγματα».

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙᾼ


«Όπως η βασιλεία των Ουρανών ομοιώθηκε με δέκα παρθένες, όπως λέγει το στόμα του Χριστού στην Καινή Διαθήκη, έτσι και δέκα γυναίκες ομοιώθηκαν με σχήμα ανδρικό και σύντριψαν τα κέντρα του ανθρωποκτόνου διαβόλου. Μία δε από αυτές τις δέκα ήταν και η σήμερα εορταζομένη Θεοδώρα, που το όνομά της σημαίνει δώρο Θεού. Αυτή λοιπόν καταγόταν από την πόλη της Αλεξανδρείας κατά τους χρόνους Ζήνωνος του βασιλιά, κατά το έτος 472. Είχε συζευχθεί νόμιμα με άνδρα και ζούσε ζωή πολύ καλή και ακατηγόρητη. Επειδή όμως από φθόνο του μισόκαλου διαβόλου έπεσε κρυφά σε μοιχεία, αποφάσισε να ζητήσει και να βρει τη σωτηρία της. Γι’ αυτό όταν άκουσε τα ευαγγελικά λόγια, με τα οποία διδάσκει ο Κύριος ότι δεν υπάρχει τίποτε κρυφό που να μη γίνει φανερό αργότερα («οὐκ ἔστιν κρυπτόν, ὅ οὐ φανερόν γενήσεται»: Λουκ. 8, 17), χάριν τούτου, καθώς στοχάστηκε το βάρος της αμαρτίας που έκανε, βδελύχθηκε αυτήν την αμαρτία σαν ένα σίχαμα και μία ακαθαρσία, οπότε απορρίπτει τη γυναικεία ενδυμασία και ντύνεται το αγγελικό σχήμα των (ανδρών) μοναχών και μετονομάζεται από Θεοδώρα σε Θεόδωρο. Πήγε λοιπόν σε ανδρικό μοναστήρι, μετανοώντας και κλαίοντας την αμαρτία της.

Αφού πέρασε η μακάρια δύο ολόκληρα χρόνια, κοπιάζοντας με βαριές δουλειές και με αγώνα να σηκώνει τα πράγματα που χρειάζονταν για το μοναστήρι, από φθόνο του ψυχοφθόρου διαβόλου συκοφαντήθηκε από κάποιους κακότροπους ανθρώπους ότι πόρνεψε με μία γυναίκα. Γι’ αυτό οι συκοφάντες έφεραν ένα βρέφος και το έριξαν έξω στη θύρα του μοναστηριού, κατηγορώντας την ψεύτικα ότι ήταν δικό της. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος η αοίδιμη Θεοδώρα δέχθηκε τη συκοφαντία σαν αληθινή και πήρε το βρέφος, ανατρέφοντάς το κανονικά σαν να ήταν δικό της. Διότι προσπαθούσε η τρισμακάρια να κρύψει τον εαυτό της, ότι ήταν δηλαδή γυναίκα κατά τη φύση. Αφού έκανε υπομονή έξω από το μοναστήρι για την αγάπη του Θεού και για κανόνα της αμαρτίας της επτά ολόκληρα χρόνια, παλεύοντας με την ψύχρα του χειμώνα, με το καύμα του καλοκαιριού και με χαμαικοιτίες, μόλις και μετά βίας μετέπειτα μπήκε μέσα στο μοναστήρι.

Από τότε λοιπόν αφού καταξήρανε το σώμα της με συχνές προσευχές, με κόπους, με ολονύκτιες στάσεις και αγρυπνίες, κι αφού απέκτησε επίγνωση βαθιά το τι σημαίνει να κληρονομήσει κανείς τη βασιλεία των ουρανών, έφθασε σ’ εκείνον τον σκοπό και το τέλος που αγαπούσε. Διότι πραγματικά ακολούθησε φοβερό θαύμα στην αγία αυτή, το οποίο ποιος να μη θαυμάσει; Κι αυτό γιατί ενώ ήταν γυναίκα, έζησε μαζί με άνδρες χωρίς να το καταλάβει κανείς. Κι ακόμη γιατί ενώ βρισκόταν στο μέσο του σταδίου της ασκήσεως, αγωνιζόταν ως ένας από τους άνδρες, λάμποντας ασκητικά ως μέγας ήλιος. Οπότε φορτωμένη από τους άξιους μισθούς των κόπων της, ανέβηκε με χαρά στον ποθητό της νυμφίο Χριστό, ενώ οι μοναχοί βλέποντας αυτό το παράδοξο θαύμα, βρέθηκαν σε έκσταση και δόξασαν τον Θεό».

(Για την οσία αυτή Θεοδώρα γράφεται στο βιβλίο «Παράδεισος των Πατέρων» ότι είπε το αξιόλογο αυτό απόφθεγμα. Δηλαδή ότι δεν σώζει τον άνθρωπο ούτε η άσκηση ούτε η αγρυπνία ούτε κανείς άλλος ασκητικός κόπος, παρά μόνον η γνήσια ταπεινοφροσύνη. Διότι ήταν ένας αναχωρητής και εξεδίωκε τα δαιμόνια. Τα ρωτούσε δε αυτός με ποια αρετή βγαίνουν από τον άνθρωπο:

 - Με τη νηστεία βγαίνετε; Κι αποκρίνονταν τα δαιμόνια: Εμείς ποτέ δεν τρώμε ούτε πίνουμε.

- Τότε με την αγρυπνία βγαίνετε; Κι αποκρίνονταν: Εμείς ποτέ δεν κοιμόμαστε.

– Με την αναχώρηση και την καταφυγή σε έρημους τόπους βγαίνετε; Κι εκείνα αποκρίνονταν: Εμείς στην αναχώρηση και στην ερημιά βρισκόμαστε.

- Με ποια λοιπόν, τους είπε, αρετή βγαίνετε; Κι αποκρίθηκαν: Εμάς καμία αρετή δεν μας νικά, παρά μόνον η ταπεινοφροσύνη. Γιατί αυτή είναι ο νικητής των δαιμόνων.

Είπε πάλι η οσία, ότι ήταν ένας μοναχός που καθόταν στην έρημο στο κελλί του. Από το πλήθος δε των πειρασμών που του προξενούσε ο διάβολος, απέκαμε και είπε: ας φύγω από δω για να γλιτώσω. Την ώρα που ετοίμαζε τα υποδήματά του για να φύγει, βλέπει έναν άλλον άνθρωπο που έβαζε κι εκείνος τα υποδήματά του (κι ήταν ο άλλος, ο διάβολος) και λέγει στον μοναχό: εσύ φεύγεις από δω εξαιτίας μου, αλλά να κι εγώ ότι σε προλαβαίνω κι ετοιμάζομαι να πάω πιο μπροστά από εσένα εκεί που θα πας).

(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: και το συναξάρι της οσίας και τα αποφθέγματα από τον «Παράδεισο» των Πατέρων).


Θαυμαστός ο βίος της οσίας Θεοδώρας της εν Αλεξανδρείᾳ. Διότι ενώ δεν είναι η μόνη στην εκκλησιαστική ιστορία που ασκήθηκε μεταμφιεσμένη σε άνδρα σε μοναστήρι ανδρών, είναι η μόνη που ακολουθεί αυτήν την παράδοξη άσκηση με δύο ξεχωριστά δεδομένα: πρώτον, επιλέγει το σκληρό μαρτύριο της πλήρους ξενιτείας για να «εξιλεωθεί» από το αμάρτημα της μοιχείας που το γνωρίζει όμως μόνο αυτή∙ δεύτερον, αποδέχεται τη συκοφαντία της σαρκικής σχέσεως με γυναίκα(!), από την οποία προήλθε και ένα βρέφος(!), πάλι ερμηνεύοντας μόνον αυτή το γεγονός ως «ξεπλήρωμα» της μοιχείας που επιτέλεσε έναντι του νόμιμου συζύγου της. Πρόκειται για πραγματικότητα που αναδεικνύει την αγιότητα της Θεοδώρας, γιατί φανερώνει ότι η πορεία της, κι όχι μόνον η ασκητική όταν ντύθηκε το μοναχικό σχήμα αλλά και πρωτύτερα, ήταν αδιάκοπα ενώνιον των οφθαλμών του Κυρίου. Πράγματι, συνέβη η μεγάλη σαρκική πτώση της, «φθόνῳ διαβόλου» κατά τον συναξαριστή, όμως έκτοτε δεν μπορούσε να αντέξει το τραγικό γι’ αυτήν γεγονός, (ενώ θα μπορούσε να το «ξεπεράσει», ακολουθώντας και τον κανόνα της μετανοίας διά του μυστηρίου της εξομολογήσεως).

 Όμως είναι τόσο λεπτή η συνείδησή της που δεν της αρκεί αυτό. Αισθάνεται ότι η εξολοκλήρου αφιέρωσή της στον Θεό, και μάλιστα με τον απόλυτο τρόπο της ξενιτείας που είπαμε, μπορεί να επιφέρει τη συγχώρεση και την ανάπαυση της καρδιάς της. Την αίσθηση αυτή σημειώνει και ο άγιος υμνογράφος της. Ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού αναφέρει πως «ο ήλιος μέχρι τη δύση του (όχι μετέπειτα συνεπώς) δεν σε είδε να αμαρτάνεις, σε είδε όμως και σε γνώρισε ο καρδιογνώστης Κύριος που δεν δύει ποτέ. Γιατί είναι Αυτός που βλέπει όλα τα κρυφά γενόμενα, οπότε σου φώτισε έντονα με το φως της μετάνοιας και τα μάτια της καρδιάς σου, με αποτέλεσμα να σπεύσεις να τον λατρεύσεις με την επίμονη εγκράτεια και την τελειότητα των αρετών» («Ὑπό γῆν σε ὁ ἥλιος, ὑποδύς οὐχ ἑώρακε πλημμελοῦσαν∙ ἔγνω δέ σε ο ἄδυτος, καρδιογνώστης καί Κύριος, ὁ βλέπων τά κρύφια καί κατηύγασε φωτί μετανοίας τά ὄμματα τῆς καρδίας σου∙ ὅθεν ἔσπευσας τοῦτον θεραπεῦσαι ἐπιμόνῳ ἐγκρατείᾳ καί ἀρετῶν τελειότητι»).

Ο δρόμος της ξενιτείας της οσίας, όπως και η αναδοχή ευχαρίστως της συκοφαντίας φανερώνουν από την άλλη τη σπουδαιότερη εξ όλων των αρετών που χαρακτήριζε τη Θεοδώρα, την αγία ταπείνωση. Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μαρτυρούν ότι αν θέλουμε αληθινά να γνωρίζουμε το πνευματικό ύψος ενός χριστιανού, πρέπει να δούμε τα σημάδια της αληθινής ταπεινοφροσύνης του. Κι αυτό γιατί ο αποκαλυφθείς Θεός μας είναι τα δύο αυτά: αγάπη και ταπείνωση. Η οσία Θεοδώρα λοιπόν αποκαλύπτει το υπέρμετρο ύψος της, γιατί διαπνεόταν από την ταπείνωση αυτή, και βεβαίως από την αγάπη της προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό της. «Φρονήματι τεταπεινωμένῳ» μάς λέει ο υμνογράφος ότι υπηρετούσε στο μοναστήρι η αγία (ωδή γ΄), «τρωθεῖσα θείῳ ἕρωτι» (εξαποστειλάριον),  ενώ μ’ αυτό το φρόνημα εξέχεε τη φλογισμένη αγάπη της προς τον Κύριο με τις προσευχές της: «Δες την ταπείνωση και τον κλαυθμό μου. Δες τη θλίψη μου και ανακούφισέ την... έκραζε η Θεοδώρα πρός τόν μόνον  δυνάμενον σώζειν» (ωδή δ΄). Κι ήταν η ταπείνωσή της αυτή πια που σαν ξίφος στα χέρια της οσίας έκοβε τις κεφαλές των δαιμόνων: «Τῷ ξίφει τοῦτον (τόν ἐχθρόν) τῆς ταπεινώσεως ἔτρωσας, συντρίψασα αὐτοῦ κάραν πολυμήχανον» (ωδή ε΄).

Η οσία χαριτώθηκε ιδιαιτέρως από τον Κύριο λόγω της μεγάλης της ταπείνωσης και της βαθιάς μετάνοιάς της, γι’ αυτό αφενός πάμπολλα ήταν και είναι τα θαύματά της («χάριν ἰαμάτων δεδωκώς σοι, Θεός»: ωδή ε΄), αφετέρου αποτελεί μέγα παράδειγμα μετανοίας για κάθε άνθρωπο που περιπίπτει στις αμαρτίες, όσες μεγάλες και βαριές κι αν είναι  υπογραμμός ἀναδέδεικται πεπτωκόσιν ὁ βίος σου καί βουλομένοις προσέρχεσθαι διά μετανοίας τῷ εἰδότι τά πταίσματα συγχωρεῖν καθώς γέγραπται» (οίκος συναξαρίου) (αναδείχτηκε παράδειγμα η ζωή σου γι’ αυτούς που έπεσαν στην αμαρτία και θέλουν να προσέρχονται με μετάνοια σ’ Αυτόν που γνωρίζει να συγχωρεί τις αμαρτίες, όπως έχει γραφεί).