Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΠΗΓΗ…ΑΒΥΣΣΟΣ…ΘΑΛΑΣΣΑ…

«Η αγάπη είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως» (άγιος Ιωάννης Κλίμακος).

«Τι ’ν’ αυτό που το λένε αγάπη;» λέει από παλιά ένα όμορφο τραγούδι. Καταλαβαίνει ο στιχουργός ότι η αγάπη δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς εύκολα να ορίσει - και μιλάει για μία εκδοχή της: την ερωτική μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Πόσο όμως τούτο ισχύει, όταν προσπαθήσει κανείς να την ορίσει σε όλες τις διαστάσεις της: με τον Θεό, με τον φίλο, με τον γονιό, με τον αδελφό, με τον συνάνθρωπο εν γένει! Εκεί σηκώνει τα χέρια, γιατί διαπιστώνει ότι βρίσκεται ενώπιον ενός μυστηρίου μεγάλου, τόσο μεγάλου που κατά τη χριστιανική πίστη ανάγεται στον ίδιο τον Θεό. Έτσι δεν «ορίζεται» ο Θεός από τη Γραφή; «Ο Θεός αγάπη εστί». Επομένως όσο και να προσπαθήσουμε να την προσδιορίσουμε φτάνουμε σε αδιέξοδο. Η μόνη λύση είναι ως χριστιανοί να ψαύσουμε τα ενεργήματά της όπως τα βλέπουμε στην Αποκάλυψη του Θεού μας, κατεξοχήν δε στο πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, του Ιησού Χριστού. Κάθε λόγος, κάθε κίνηση, κάθε ενέργεια Εκείνου την Αγάπη απεκάλυπτε – στο απώγειό της. Στη γη βρισκόταν η ίδια η Αγάπη!

Κι αυτήν την Αγάπη κληθήκαμε ως πιστοί να ζούμε κι εμείς. Ενσωματωμένοι στον Χριστό διά του αγίου βαπτίσματος, Εκείνον, δηλαδή την Αγάπη, φανερώνουμε, Εκείνον περιφέρουμε, με το κύριο γνώρισμα και χαρακτηριστικό της: τη θυσία του εαυτού μας για χάρη του άλλου! Τον θάνατό μας για να ζήσει ο άλλος! «Αυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Μεγαλύτερη αγάπη από αυτή δεν υπάρχει: να θυσιάζει κανείς τη ζωή του για χάρη των φίλων του» (ο Κύριος). Αυτό ψαύσαμε και είδαμε και παρατηρήσαμε στον Χριστό: τη θυσία Του για μας˙ τη ζωή Του μέσα σε μας˙ τη χαρά Του ως εγκατοίκησή Του μέσα στη δική μας ύπαρξη – στην ψυχή και το σώμα μας! Κι αυτό είδαμε και βλέπουμε και στη ζωή όλων των αγίων μας. «Πάντοτε τη νέκρωση του Χριστού περιφέρουμε μέσα στο σώμα μας» (απόστολος Παύλος). Και τι γίνεται μέσα στο μυστήριο αυτό που μόνον εμπειρικά διαπιστώνεται;

- Φουντώνει η πίστη στον Χριστό – έχουμε φτάσει όχι σε ρυάκια και λιμνούλες, αλλά στην ίδια την πηγή, στο τέρμα και το ωμένα (Ω): η πίστη ως θέα και όραση Θεού!

- Πλαταίνει τόσο πολύ η καρδιά μας, ώστε χωράει τον κόσμο όλο – «βουτιά» στην άβυσσο: όλους τους κατανοούμε μ’ έναν «παροξυσμό» (απ. Πέτρος) που μας βγάζει «εκτός εαυτού»˙ όλους και όλα τα ανεχόμαστε – η υπομονή μας δεν έχει όρια˙ όλους τους δικαιολογούμε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη και για των άλλων τα σφάλματα˙ όλους τους βάζουμε κάτω από τη σκέπη μας – σαν να είμαστε κι εμείς θεοί!

- Πέφτουμε σε πέλαγος που κατά τρόπο παράδοξο ανοίγει τα μάτια για να δούμε το πόσο μικροί και μηδαμινοί είμαστε – ναι, ένα τεράστιο «μηδέν»! «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε!» (ο Κύριος). Γιατί ακριβώς το μεγαλείο μας ως ανθρώπων έγκειται σ’ Εκείνου την αγάπη και τη δύναμη. Που θα πει: όσο γευόμαστε τον Θεό μας και την αγάπη που μας μεταγγίζει, τόσο και προχωρούμε στην αναγνώριση της ευτέλειάς μας – προχωρούμε από ταπείνωση σε ταπείνωση. «Μακάριοι όσοι αναγνωρίζουν την πνευματική τους φτώχεια» (ο Κύριος). Όπως το λέει ο ορισμός του αληθινού χριστιανού και πάλι, ο μέγας Παύλος: «ο Χριστός ήλθε να σώσει τους αμαρτωλούς, πρώτος των οποίων είμαι εγώ!» «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μη απελπίζεσαι» (άγιος Σιλουανός).

Λοιπόν, ας κοιτάμε τους αγίους μας – είναι οι μόνοι χριστιανοί!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΤΑΠΙΟΣ

«Ο όσιος Πατάπιος ορμώμενος από τις Θήβες της Αιγύπτου επέλεξε τη μοναχική ζωή και ακολούθησε τον Χριστό. Ασκήθηκε για πολλά χρόνια στην έρημο κι έπειτα ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έκανε πάρα πολλά θαύματα: έδωσε το φως σε τυφλούς, θεράπευσε υδρωπικούς με χρίση αγίου ελαίου, έδιωξε δαίμονες, θεράπευσε και καρκίνο. Στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Κύριο εν ειρήνη».

Ο όσιος Πατάπιος μπορεί μεν να κατάγεται  από την Αίγυπτο, όμως είναι αγαπημένος άγιος των ορθοδόξων και μάλιστα των Ελλήνων. Και τούτο διότι, ως γνωστόν, το λείψανό του (το οποίο δωρήθηκε από τους Παλαιολόγους στην οικογένεια των εξαδέλφων τους Νοταράδων, που εγκαταστάθηκαν στην Κορινθία) ευρίσκεται πάνω από το Λουτράκι, στα Γεράνεια όρη, στο ομώνυμό του μοναστήρι, κάτι που «τυχαία» ανακαλύφθηκε ήδη από το 1904.  Πλήθος πιστών καθημερινώς έρχονται προσκυνητές του, προκειμένου να πάρουν την χάρη της ευλογίας του και να βοηθηθούν στα διάφορα προβλήματα και τις ανάγκες τους. Κι όχι τυχαία. Ο όσιος αποτελεί προστάτη όλων των αναγκεμένων ανθρώπων, το δε λείψανό του συνιστά πηγή πράγματι των ιάσεων. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν «χορταίνουν» να τονίζουν την αλήθεια αυτή, που επιβεβαιώνεται διαχρονικά. «Η σορός σου, σοφέ Πατάπιε, αναβρύζει σε όλους ιάματα. Αυτά τα ιάματα παίρνοντάς τα όλοι οι πιστοί σώζονται από πολλές νόσους, ψυχών και σωμάτων». Κι ιδιαιτέρως στην εποχή μας – αλλά και ποια εποχή είναι χωρίς θλίψεις και δοκιμασίες;  - που ο κόσμος ταλαιπωρείται από πάρα πολλά προβλήματα και ανάγκες, ο όσιος Πατάπιος είναι στην «ημερησία διάταξη»: προσφέρει σε όλους τους πιστούς αυτό που έχουν ανάγκη, διότι βεβαίως έχει ενώπιον του Θεού μεγάλη παρρησία. Έτσι «πάντων των εν ανάγκαις προστάτης ώφθης, Πατάπιε όσιε».

Φαίνεται λίγο περίεργο το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος ασκητής, με τόση σκληραγωγία απέναντι στον εαυτό του, είχε και έχει μία τόσο τρυφερή καρδιά, έτοιμη να καμφθεί μπροστά στις ικεσίες του κάθε πονεμένου. Αλλά τούτο δεν μας παραξενεύει. Διότι η άσκηση ενός χριστιανού πιστού σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπεί: να ελέγξει ο ίδιος, με τη χάρη του Θεού, τα πάθη του εγωισμού του και να τα μεταποιήσει σε πάθος αγάπης. Έτσι όσο πιο σκληρή η σκληραγωγία, τόσο και πιο «σάρκινη» η καρδιά, τόσο και μεγαλύτερη η ευαισθησία και η τρυφερότητα. Μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός των πάντων στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας είναι να φθάσει ο άνθρωπος να ζει ορθά την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αν μάλιστα δεν υπάρχει η θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο, πρέπει να αμφισβητήσουμε και την υποψία έστω της αγάπης προς τον Θεό. Κι εκείνο που επίσης φανερώνει την αλήθεια της αγάπης είναι βεβαίως η ταπείνωση, η βάση όλων των αρετών. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνει και πάλι η γραφίδα του αγίου υμνογράφου. «Οπλισμένος με την αγάπη, όσιε, σαν ξίφος, και υπό την σκέπη της ενθέους σου ταπεινώσεως, σαν ένας είδος ασπίδας, εξαφάνισες τα στίφη των δαιμόνων». «Απέκτησες ταπείνωση, αγρυπνία και ισχυρή δέηση, καθαρή αγάπη, πίστη, ελπίδα, και έγινες συνόμιλος των επουρανίων αγγέλων, πάτερ όσιε».

Εκείνο που τονίζει ιδιαιτέρως ο υμνογράφος από την ασκητική ζωή του οσίου Παταπίου - τέτοια που τον συγκρίνει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο: «Ηλιού τον Θεσβίτην μιμούμενος και ιχνηλατών Ιωάννην τον Πρόδρομον» - είναι το χάρισμα των δακρύων που απέκτησε. Τα δάκρυά του μάλιστα ήταν εκείνα που «αφενός απεξήραναν τα πάθη του σώματος και αφετέρου έφεραν τους ποταμούς των ιαμάτων του». Κι ακόμη: τα θερμά του αυτά δάκρυα ως έκφραση της μετανοίας και του πόθου προς τον Θεόν «καταβύθισαν τα στρατεύματα των δαιμόνων και τα οιδήματα της αμαρτίας, ενώ έγιναν πέλαγος θαυμάτων γι’ αυτούς που βρίσκονταν στον βυθό των παθημάτων». Κι είναι αλήθεια: αν κανείς δεν ζει τη μετάνοια με αίσθηση ψυχής, αν δεν κλαίει για τις αμαρτίες και τα πάθη του, πώς θα καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του, πώς θα δει τον Θεό λάμποντα στο κάτοπτρο της καρδιάς του; Είθε η μετάνοια του αγίου και ο πόθος του προς τον Θεό να γίνουν καθοδηγητικά σημεία και της  δικής μας πνευματικής πορείας.  Ίσως κι εμείς δούμε έτσι «το νοητό πυρ, το Πνεύμα του Θεού, να αναφλέγει τα αισθητήρια της ψυχής μας και να αποτεφρώνει τη φλόγα της αμαρτίας μας».  

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΘΗΜΑΤΩΝ!

«Γνώριζε ότι στις θλίψεις και τα παθήματα, στην υπομονή και στην πίστη, κρύβονται οι θείες υποσχέσεις, μαζί με τη δόξα και την απόκτηση των θείων αγαθών. Είναι ανάγκη και το σιτάρι που σπέρνεται στη γη και το δένδρο που μπολιάζεται να υποστούν πρώτα σήψη και φαινομενική ατιμία, για να απολαύσουμε κατόπιν την ομορφιά και τον πολλαπλάσιο καρπό τους» (όσιος Μακάριος Αιγύπτιος).

Φαίνεται παράδοξο και παράλογο: Στις θλίψεις και στα παθήματα και στις δοκιμασίες είναι κρυμμένες όλες οι δωρεές του Θεού – στο θεωρούμενο «σκοτεινό» είναι κρυμμένο το φως! Αυτή δεν είναι η εκτίμηση: του παραλογισμού, όλων ημών που κινούμαστε με την κοσμική λογική, η οποία έχει συνηθίσει όλα να τα θέλει στο χέρι και να θεωρεί ως επιτυχία και δόξα αυτό που φαίνεται και λάμπει – πόσοι δεν πουλάνε και την ψυχή τους, όπως λένε, για λίγα λεπτά ή και δευτερόλεπτα δημοσιότητας! –   και να χαρακτηρίζει καλό και «υγιές» και επιθυμητό αυτό που σφύζει ακριβώς από υγεία και δύναμη σωματική; Οι περισσότεροι δεν κοιτάμε με αποτροπιασμό ή με οίκτο και συγκατάβαση, το λιγότερο, οτιδήποτε ανήκει στον χώρο των θλίψεων και των δυσκολεμένων καταστάσεων; - απευχόμαστε μη τυχόν και βρεθούμε σε παρόμοιες περιστάσεις! Κι όμως ο άγιος το θεωρεί δεδομένο: θείες υποσχέσεις, δόξα Θεού, θεϊκά αγαθά είναι απρόσιτα διά γυμνού οφθαλμού. Γιατί είναι κρυμμένα! Κι είναι κρυμμένα κάτω από τον μανδύα που δεν θέλουμε να βλέπουμε και τον ξεπερνάμε γρήγορα: τον «μαύρο» μανδύα των δοκιμασιών και των παθημάτων! Που θα πει: τα αληθινά της ζωής τελικά, τα γεμάτα φως και δόξα, «όσα οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και καρδιά ανθρώπου δεν τα γεύτηκε», για εμάς ή για τους πολλούς από εμάς δεν... υπάρχουν! Σαν τον τυφλό που επειδή δεν έχει τα μάτια του δεν μπορεί να απολαύσει το φως! Το σκοτάδι είναι το «φως» της μίζερης ζωής μας!

Για τον μεγάλο όσιο Μακάριο η πραγματικότητα αυτή είναι τόσο αληθινή, όσο αληθινό είναι το γεγονός ότι «το σιτάρι και το δένδρο που μπολιάζεται πρώτα πρέπει να υποστούν σήψη και φαινομενική ατιμία κι ύστερα να απολαύσουμε την ομορφιά τους και τον καρπό τους» - η ίδια η φύση μάς διδάσκει και μας καθοδηγεί. Αλλά δεν είναι μόνο η φυσική πραγματικότητα που λειτουργεί «παράδοξα και παράλογα» ως προς τη δική μας λογική. Πολύ περισσότερο λειτουργεί έτσι η πνευματική πραγματικότητα, την οποία απεκάλυψε ο λόγος του Θεού, και στην Παλαιά και στην Καινή κυρίως Διαθήκη. Λέμε το αυτονόητο για έναν χριστιανό: πώς ήλθε στον κόσμο ο παντοδύναμος Θεός μας; Ως βρέφος στην πιο άσημη γωνιά της γης, από μία πολύ συνηθισμένη θεωρούμενη κοπέλα! Και μάλιστα γεννημένος σ’ έναν στάβλο, γιατί δεν υπήρξε κατάλυμα να Τον δεχτεί! Το απόλυτο μεγαλείο ντυμένο την έσχατη ταπείνωση! Μα και όλη η ζωή του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, με αποκορύφωση τον Σταυρό, τι ήταν; Δεν ήταν ό,τι συγκλονιστικότερο φάνηκε ποτέ στη γη, αλλά καλυμμένο με τον μανδύα ενός «απλού»   ανθρώπου; Κι επάνω στον Σταυρό! Με τον πλέον ατιμωτικό τρόπο, ένας θεωρούμενος «εχθρός του λαού και κακούργος» νικά τον διάβολο, καταργεί την αιτία παντός κακού την αμαρτία, καταπατά τον θάνατο! Το απώγειο της δόξας του Θεού μέσα στην «κατάρα» του Σταυρού!

Ο ίδιος ο Κύριος δεν δίδαξε, όχι μόνο με τη ζωή Του, πως «μέσα από πολλές θλίψεις θα εισέλθετε στη Βασιλεία του Θεού;» - οι θλίψεις, όχι μόνο μία αλλά πολλές, αποτελούν το μονοπάτι που βγάζει στη δόξα του Θεού και στην ολόφωτη ζωή Του! Οι θλίψεις και οι δοκιμασίες: η κρυμμένη δόξα και το «εκτυφλωτικό» υπέρ φύσιν φως! Δεν μπορούμε όμως να μη μνημονεύσουμε και την εμπειρία του αποστόλου Παύλου: πονάει σωματικά καθ’ υπερβολήν, δεν αντέχει άλλο τη δοκιμασία και καταφεύγει στον αγαπημένο του Κύριο: «τρεις φορές Τον παρεκάλεσα να μου πάρει τον πόνο και μου απάντησε: όχι, σου αρκεί η χάρη μου! Γιατί η δύναμή μου φτάνει στην ολοκλήρωσή της μέσα από την ασθένεια!» Και με την αποκάλυψη αυτή που ακυρώνει ό,τι συνιστά βεβαιότητα του ανθρώπου: «την υγειά μας πάνω απ’ όλα να έχουμε!»,  καταλαβαίνει: το υπέρτατο είναι να έχει κανείς τη χάρη του Θεού, τον ίδιο τον Θεό δηλαδή στη ζωή του∙ κι ακόμη: η ασθένεια και ο πόνος και η δοκιμασία είναι το ένδυμα που περικλείει τη δύναμη του Θεού και το όχημα που μεταφέρει την πανσθενή ενέργειά Του για να γίνει και ο άνθρωπος παντοδύναμος. «Με μεγάλη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου, για να σκηνώσει στην ύπαρξή μου η δύναμη του Θεού! Όταν βρίσκομαι ασθενής και σε αδύναμη γενικά κατάσταση, τότε είμαι δυνατός!» Η απόλυτη ανατροπή! Η άλλη λογική της πνευματικής ζωής! Η απάντηση στην ακατανόητη, κατά τα άλλα, απόφαση των οσίων Πορφυρίου και Παϊσίου, να μην προσεύχονται υπέρ της αποκαταστάσεως της υγείας τους! Αλλά αυτό όμως που αδιάκοπα κραυγάζει και η ίδια η φύση: «η ομορφιά και ο καρπός έρχονται μέσα από τη σήψη και τη φαινομενική ατιμία»!

ΑΝΟΡΘΩΣΗ...

«Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου» (Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου) (ο Κύριος).

Είχε απευθυνθεί παντού – δεν υπήρχε γιατρός της εποχής, που να μην πήγε και να μην τον χρυσοπλήρωσε∙ δεν υπήρχε πόρτα που να μην είχε κτυπήσει, πιστεύοντας ότι κάποιο φάρμακο θα της δώσουν: βότανα, ματζούνια, ξόρκια ίσως∙ δεν υπήρχε προσευχή που να μην είχε κάνει – αλλ’ όλα εις μάτην. Το χώμα, τα σανδάλια των άλλων, το κράσπεδο των ιματίων τους ήταν ο μόνιμος ορίζοντάς της! Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια σκυμμένη κάτω, γιατί δεν μπορούσε καθόλου να σηκωθεί - εντελώς, «εις το παντελές». Κι έρχεται για μία ακόμη φορά στον τόπο της προσευχής – εκεί που κάθε απελπισμένος λαχταράει να βρει τη λύση και τη διέξοδο, εκεί που η καρδιά, η κουρασμένη και απαυδισμένη, διψάει να βρει τ’ αποκούμπι της! Εκεί που μπορεί ίσως να προκαλέσει την επέμβαση του απόλυτου Άλλου, αλλά και μόνου απολύτως γνωστού: του Θεού Πατέρα!

Σήμερα μάλιστα είχε θεριεμένη την ελπίδα της. Είχε ακούσει πως ο Δάσκαλος, ο Ιησούς, ο θεραπευτής θα είναι και πάλι εκεί. Στη Συναγωγή. Στον τόπο που συνήθιζε να πηγαίνει – έψαχνε ανθρώπους απελπισμένους που κραυγάζουν τη βοήθεια του Θεού, έτσι της είπανε. Και Τον είδε. Και τον άκουσε. Και η καρδιά της παρηγορήθηκε. Γιατί ένιωσε πως Αυτός έχει εξουσία στην καρδιά της – γι’ αυτήν μίλησε: για τους ασθενείς και τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, για τους απελπισμένους που δεν έχουν κανένα πραγματικό αποκούμπι στη ζωή. «Ελάτε κοντά μου όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι της ζωής και εγώ θα σας αναπαύσω»!

«Θεέ μου, Κύριέ μου, την ανάπαυση κι εγώ ζητάω. Να μπορώ να περπατάω σαν άνθρωπος και όχι σαν ζώο. Να βλέπω τους ανθρώπους στο πρόσωπο, εκεί που στα μάτια τους βλέπεις την ίδια την ψυχή τους. Να βλέπω τον ουρανό και τις εναλλαγές του, να χαίρομαι τη δημιουργία Σου – ό,τι πιο «απλό» και «δεδομένο». Πόσο τα απλά και δεδομένα της ζωής γίνονται κάποια στιγμή τα πιο δύσκολα! Νιώθει να μουσκεύει το έδαφος που πατάει – ευτυχώς, έτσι σκυμμένη δεν την βλέπουν οι άλλοι, δεν θέλει να τη λυπούνται.

Μα, τι συμβαίνει; Γιατί αισθάνεται χωρίς να το βλέπει ότι όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους πάνω της; Γιατί ακούγεται το σούρσιμο των ποδιών σαν να μαζεύονται για να περάσει κάποιος; Είναι Εκείνος μπροστά της! Βλέπει τα πόδια Του και... τρέμοντας νιώθει τα χέρια Του ν’ ακουμπούν την πλάτη και το κεφάλι της – αδυνατεί να το πιστέψει. Κι αμέσως σαν να τη διαπερνά δύναμη και μία περίεργη αλλά τόσο ευχάριστη δροσιά στην ψυχή και στο σώμα της.  Ακούει πια τη φωνή Του, σ’ αυτήν απευθύνεται: «Γυναίκα, πάει η αρρώστια σου, έφυγε. Θεραπεύτηκες». Κάνει την αυτονόητη για όλους κίνηση, την απαγορευμένη όμως τόσα χρόνια σ’ εκείνην: να ανασηκωθεί, να σταθεί όρθια. Όχι, δεν διστάζει: το είπε Εκείνος! Το κορμί της ισιώνει. Μπορεί να σταθεί όρθια – σαν να σβήστηκαν όλα τα χρόνια τα σκυφτά.

Κι αντικρύζει το βλέμμα Του, το βλέμμα που δεν θα ξεχάσει ποτέ πια μέχρι τα στερνά της: γεμάτο αγάπη, γεμάτο πραότητα και γαλήνη, γεμάτο πατρική και μητρική στοργή. Σαν αστραπή ο νους της πέταξε στην παιδική της ηλικία, τότε που οι γονείς της την έπαιρναν στην αγκαλιά τους, την φιλούσαν, την κανάκευαν – πώς τα μάτια του Ιησού της θύμισαν τα μάτια του πατέρα της που της είχε τέτοια αδυναμία που τον παρατηρούσε κι η ίδια η μάνα της. Μα τούτο το βλέμμα Αυτού του Δασκάλου είχε κάτι ακόμη πιο βαθύ και πιο γνώριμο κι απ’ του πατέρα της, κάτι που χάιδευε την καρδιά της χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει.

Μα, τι κάνει; Δεν πρέπει τώρα που σηκώθηκε και πάλι να ξαναπέσει. Το κάνει όμως! Τα γόνατά της δεν αντέχουν από τη χαρά και τη συγκίνηση – γονατίζει από το θάμβος μέσα στο οποίο βρίσκεται, από το θαύμα που ζει! Ξεσπάει σε λυγμούς, ευχαριστεί Εκείνον που της δώρισε και πάλι ανθρώπινη ζωή, δοξολογεί τον Θεό. Και μαζί της βλέπει πια να ξεσπούν σε δάκρυα και όλοι οι συγκεντρωμένοι – το βλέμμα όλων πηγαίνει μια σ’ εκείνην και μια στον Ιησού, τον Πατέρα, την ελπίδα τους. Γιατί όλοι ξέρουν ότι το ίδιο θα έκανε και για τον καθένα ξεχωριστά. Γιατί καταλαβαίνουν ότι ο καθένας τους είναι ξεχωριστός για Εκείνον. «Για σένα ήλθα!» ακούνε όλοι στην καρδιά τους τον γλυκό ψίθυρο της φωνής Του!  

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ, Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

«Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και  Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί και με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.

Αυτός έκανε πολλά και διάφορα θαύματα, όπως δηλώνει και η ιστορία του.  Διέσωσε μάλιστα και τρεις άντρες που συκοφαντήθηκαν και επρόκειτο να πεθάνουν άδικα. Διότι ευρισκόμενοι στη φυλακή, έμαθαν τον χρόνο που έμελλε να αποκεφαλισθούν και επικαλέστηκαν τον άγιο σε βοήθειά τους, θυμίζοντάς του τις διάφορες ευεργεσίες που έκανε και πώς έσωσε στη Λυκία τρεις άνδρες που επρόκειτο κι αυτοί να χάσουν τη ζωή τους. Λοιπόν ο ταχύς και θερμός σε βοήθεια, ο άγιος Νικόλαος δηλαδή, φανερώνεται στον βασιλιά και στον έπαρχο κατά τον ύπνο τους. Και τον μεν έπαρχο επιτιμά για την συκοφαντία των ανδρών προς τον βασιλιά, τον δε βασιλιά διδάσκει και του υπενθυμίζει  ότι οι φυλακισμένοι άνδρες είναι αθώοι και από φθόνο κατηγορήθηκαν. Οπότε τους λύτρωσε από την επικείμενη τιμωρία. Επί πλέον και άλλα πολλά τεράστια θαύματα επιτέλεσε, κι αφού ποίμανε τον ορθόδοξο λαό με ιερό τρόπο κι έφτασε σε βαθύ γήρας, εξεδήμησε προς τον Κύριο, χωρίς όμως να ξεχάσει μετά το τέλος του το ποίμνιό του. Διότι καθημερινά, θα λέγαμε, πρόσφερε τις ευεργεσίες του σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη και τους έσωζε από παντός είδους κινδύνους και περιστάσεις».

Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης ευρισκόμενος σε αδυναμία και απορία προκειμένου να εγκωμιάσει έναν τόσο μεγάλο άγιο σαν τον άγιο Νικόλαο επιχειρεί να τον προβάλει χρησιμοποιώντας τον τόπο της επισκοπής του: τα Μύρα της Λυκίας, το ίδιο το όνομά του: Νικόλαος, την προσωνυμία του: θαυματουργός.

Ο τόπος της επισκοπής του, τα Μύρα, γίνεται εν πρώτοις αφορμή για τον υμνογράφο να φανερώσει το πνευματικό βάθος του αγίου: ο ίδιος αναδείχθηκε πνευματικό μύρο ως χρισμένος από το νοητό μύρο, το άγιο Πνεύμα, το οποίο και προσφέρει στους πιστούς που με πίστη και πόθο τελούν την πανσέβαστη μνήμη του. Η εικόνα αυτή του μυρωμένου από τον Θεό αγίου που «μυρίζει» σαν άνοιξη τους πιστούς, είναι από τις αγαπημένες εικόνες του υμνογράφου του, γιατί φανερώνει  ότι στην πραγματικότητα ο άγιος Νικόλαος υπήρξε μιμητής των αγίων Αποστόλων, που πρώτοι αυτοί υπήρξαν τα μυροδοχεία του αγίου Πνεύματος - σαν εκείνους και ο ίδιος «περιπολεύει την οικουμένην» για να προσφέρει την βοήθειά του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παραλείπει βεβαίως, έστω και σε μικρότερη έκταση, να τονίσει και τον τρόπο που ο άγιος έγινε κατοικητήριο του Θεού και συνεπώς μυροθήκη του Πνεύματός Του. Χρησιμοποιεί μάλιστα για να δείξει την πνευματική του άσκηση και μία εξαίσια εικόνα, παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη: ο άγιος Νικόλαος έγινε νέος Αβραάμ και ευλογήθηκε από τον Θεό ως έχων και αυτός την αρετή της φιλοξενίας. Τι έκανε λοιπόν από πλευράς πνευματικής ασκήσεως ο άγιος; Όπως πρόσφερε  ο Αβραάμ θυσία στον Θεό τον μονογενή του υιό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Νικόλαος: πρόσφερε στον Θεό θυσία τον νου του, σαν να ήταν ο μονογενής υιός του. Ο άγιος με άλλα λόγια χαριτώθηκε από το Πνεύμα του Θεού, διότι αγάπησε ολοκάρδια τον Θεό, τόσο ώστε ο νους του αδιάκοπα ευρισκόταν προσκολλημένος σ’  Εκείνον. «Αποδείχθηκες νέος Αβραάμ, Νικόλαε, γιατί οδήγησες τον νου στον Δεσπότη σου, σαν μονογενή υιό, προσφέροντάς του πάντοτε αναίμακτες θυσίες, και έτσι ευλογήθηκες σαν φιλόξενος, Πάτερ, και έγινες κατοικητήριο θείο και άμωμο».

Ο υμνογράφος όμως, είπαμε, χρησιμοποιεί και το όνομα του Νικολάου ως αφορμή σχολιασμού της αγιότητάς του. «Αναδείχθηκες αληθινά κι όπως το λέει και το όνομά σου, νίκη για τον λαό, πραγματικέ δούλε του Χριστού. Διότι μόλις καλείσαι οπουδήποτε, προφταίνεις πολύ γρήγορα εκείνους που προστρέχουν με πόθο κάτω από την σκέπη σου. Εσύ δηλαδή και την νύκτα και την ημέρα φανερούμενος με την πίστη σώζεις από τους πειρασμούς και τις δεινές περιστάσεις». Ο άγιος εν Πνεύματι ευρισκόμενος, ιδίως μετά την κοίμησή του, αποτελεί το όπλο του κάθε πιστού. Ο οποιοσδήποτε που θα τον επικαλεστεί εν πίστει, αν μάλιστα βρίσκεται σε κίνδυνο, είτε είναι στη γη είτε στη θάλασσα, θα τον βρει πρόθυμο συμπαραστάτη του - ο άγιος γίνεται η νίκη του πιστού. «Είσαι, άγιε Νικόλαε, ιεροκήρυκα Χριστού,  μέγας και θερμός βοηθός σ’ αυτούς που βρίσκονται στους κινδύνους, είτε είναι στη γη είτε πλέουν στη θάλασσα, είτε είναι μακριά είτε είναι κοντά». Και βεβαίως ο άγιος έγινε και η νίκη του λαού απέναντι στις αιρέσεις της εποχής, ιδίως απέναντι στον αιρεσιάρχη Άρειο. Υπήρξε κατά τον υμνογράφο μάλιστα «ο ολετήρ Αρείου και θερμός αντίμαχός» του, δηλαδή αυτός που τον εξολόθρευσε – κυρίως με την αγιασμένη ζωή του – και ο θερμός πολέμιός του. Είναι γνωστό ότι μη αντέχοντας ο άγιος τις βλασφημίες του Αρείου κατά του Κυρίου μέσα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, σηκώθηκε και ράπισε το βλάσφημο στόμα.

Και τέλος, ο άγιος υμνογράφος επιμένει πάρα πολύ στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου – θαυματουργός είναι η προσωνυμία του. Η εμφάνισή του μάλιστα, όπως αναφέρει και το συναξάρι, στον βασιλιά Κωνσταντίνο και στον έπαρχο κατά τον ύπνο τους, για να σώσει αθώους άνδρες, είναι τόσο γνωστή, ώστε και στο εξαποστειλάριο της Πέμπτης της κάθε εβδομάδος, της ημέρας της αφιερωμένης στον άγιο Νικόλαο, όπως και στους αγίους αποστόλους βέβαια – ενδεικτικό της μεγάλης αγιότητάς του: να υπάρχει ημέρα αφιερωμένη σ’ εκείνον, όπως γίνεται με την ημέρα Τρίτη  και με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο – να μνημονεύεται το συγκεκριμένο θαύμα του. «Όλοι δοξολογούμε τον μεγάλο αρχιποιμένα και ιεράρχη, τον πρόεδρο των Μυρέων, τον Νικόλαο. Διότι έσωσε πολλούς άνδρες που επρόκειτο να πεθάνουν άδικα. Και φανερώνεται στον βασιλιά, όπως και στον Αβλάβιο, στον ύπνο τους, καταργώντας την άδικη απόφαση». Θα έπρεπε βεβαίως να γεμίσουμε πολλές σελίδες, αν θέλαμε, έστω και ακροθιγώς,  να μνημονεύσουμε όχι τα θαύματα που έκανε και κάνει ο άγιος Νικόλαος, αλλά και μόνον αυτά που είναι καταγεγραμμένα στην ακολουθία του αγίου. Είναι σαν τις ακτίνες του ήλιου, με τα οποία φανερώνεται η λαμπρότητά του. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Αστράπτεις εν τη γη των θαυμάτων ακτίσι, Νικόλαε σοφέ». Και: «Γνωρίζει πάσα υφήλιος, Νικόλαε τρισμάκαρ, τα θαύματά σου».

Εκεί όμως που υπάρχει η πληθύς των θαυμάτων του είναι στον χώρο των ναυτικών. Δεν υπάρχει άνθρωπος της θάλασσας που να μην έχει να διηγηθεί κάποια επέμβαση του αγίου, κάποιο θαύμα προς σωτηρία του. Γι’ αυτό και όλοι τους έχουν αναρτημένη στο δωμάτιό τους  την εικόνα του αγίου Νικολάου, του προστάτη τους. Κι αυτό όχι τυχαία. Το ίδιο το συναξάρι του, πέρα από άλλες περιπτώσεις, μνημονεύει τον ευλαβή εκείνο άνθρωπο του Βυζαντίου, που αγαπούσε υπερβαλλόντως τον άγιο Νικόλαο και που αναγκάστηκε να φύγει με καράβι για δουλειές σε άλλη χώρα. Και κάτι συνέβη το βράδυ της αναχώρησής του που είχε δυναμώσει ο αέρας, οι ναύτες δεν τον πρόσεξαν και τον έσπρωξαν και βρέθηκε στα μανιασμένα κύματα. Κανείς δεν μπόρεσε να τον σώσει και τον έκλαιγαν ως ήδη πεθαμένο. Εκείνος όμως στον βυθό ευρισκόμενος άρχισε να επικαλείται τον προστάτη άγιό του, και, ω του θαύματος! Βρέθηκε μέσα στο σπίτι του στάζοντας από το θαλασσινό νερό. Το μεγάλο αυτό θαύμα βεβαίως έγινε γνωστό όχι μόνον στους συγγενείς και τους γείτονες, αλλά και σε όλο το Βυζάντιο, τόσο που κλήθηκε και από τον βασιλιά και τους αρχιερείς να το διηγηθεί, με κατάληξη την δοξολογία του Θεού και την άγρυπνη δέησή Του μέσα στον Ναό από όλους.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

«Ο όσιος Σάββας ζούσε επί Θεοδοσίου του μικρού σε μία κώμη της Καππαδοκίας, που λεγόταν Μουταλάσκη, και οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Σοφία. Ήδη λοιπόν από την αρχή του βίου του πρόστρεξε στη μοναχική ζωή, σε μοναστήρι που λεγόταν Φλαβιανές, και τόσο πολύ από τη νεαρή του ηλικία έγινε εγκρατής, ώστε όταν είδε στον κήπο κάποια φορά ένα μήλο και το επιθύμησε, είπε: «Ήταν ωραίος στην όραση και καλός στη βρώση ο καρπός που με θανάτωσε». Πήρε το μήλο στα χέρια του, αλλά δεν το έφαγε. Αντίθετα το καταπάτησε με τα πόδια του και έθεσε όρο στον εαυτό του να μη φάει ποτέ μήλο. Αλλά  και σε φούρνο  όταν μπήκε κάποια φορά, βγήκε αβλαβής, χωρίς η φωτιά να αγγίξει ούτε τα ιμάτιά του. Στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, τον γνώρισε ο μέγας όσιος Ευθύμιος και τον έστειλε σε κοινόβιο, προς τον όσιο Θεόκτιστο. Από όλους όσους συναντούσε, προσλάμβανε και μάθαινε τους τρόπους και την αρετή τους.  Βλέποντάς τον ο άγιος Ευθύμιος τον προσφωνούσε «παιδαριογέροντα», λόγω της πέρα από τα κοινά μέτρα πνευματικής του καταστάσεως. Όσο περνούσε η ηλικία του, τόσο και αύξανε την αρετή του. Γι’ αυτό και έκανε πολλά θαύματα, όπως και έβγαλε νερό με την προσευχή του σε άνυδρους τόπους. Έγινε μάλιστα και καθηγητής πολλών μοναχών, κι όταν ήλθε   στην Κωνσταντινούπολη,  δύο φορές έστειλε πρέσβεις  και προς τον βασιλιά Αναστάσιο και προς τον Ιουστινιανό, καθώς παρακλήθηκε γι’ αυτό από τους κατά καιρούς πατριάρχες των Ιεροσολύμων. Έφθασε στο ακρότατο της κατά Χριστόν ηλικίας και σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών εξεδήμησε προς τον Κύριο».          

Είναι βασική αλήθεια της χριστιανικής πίστεως ότι τον άγιο τον καταλαβαίνει ένας επίσης άγιος. Μόνον όποιος έχει ανεπτυγμένες πνευματικές αισθήσεις μπορεί να «οσφρανθεί» την ευωδία που εκπέμπει η ζωή ενός αγίου – ένας άγευστος της πνευματικής ζωής πορεύεται ως τυφλός μέσα στον κόσμο! Γιατί το αναφέρουμε αυτό εν σχέσει με τον όσιο Σάββα; Για τον απλούστατο λόγο ότι εκείνος που αμέσως τον κατάλαβε και τον «οσφράνθηκε», που είδε την προχωρημένη πνευματική του κατάσταση ήταν ο μέγας όσιος Ευθύμιος.  Ο όσιος αυτός προσφωνούσε «παιδαριογέροντα» τον νεαρό Σάββα, που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα αναγνώριζε την εκ νεότητος αγιότητά του. Από κει και πέρα τα μάτια του μεγάλου Ευθυμίου έγιναν και τα μάτια των υπολοίπων συμμοναστών του, άρχισαν δηλαδή και οι άλλοι να διακρίνουν  τα εκ Θεού χαρίσματά του, τα οποία επιβεβαιώθηκαν περίτρανα με τα θαύματα που ο Θεός επέτρεψε να γίνονται μέσω αυτού, όπως και από τη μυροβολία του αγίου λειψάνου του.

Η εκ παιδός σοφία του οσίου Σάββα αποδεικνύεται ανάγλυφα από το γεγονός ότι όπου πήγαινε είχε ανοικτά τα μάτια του για να βλέπει την κατά Χριστόν πολιτεία των αφιερωμένων στον Θεό και να αντιγράφει τους άθλους και τις αρετές τους. Δεν επικέντρωνε στις αδυναμίες των άλλων, που ασφαλώς ως άνθρωποι είχαν. Η έγνοια του, λόγω του μεγάλου πόθου του για τον Θεό, ήταν πώς να προχωρεί πνευματικά. Κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να εκμεταλλευτεί κάθε τι που παρουσιαζόταν στον δρόμο του. Θυμίζει η περίπτωσή του τον μέγα Γέροντα των αιώνων, τον όσιο Αντώνιο, ο οποίος και εκείνος προσπαθούσε να μαζέψει σαν τη μέλισσα ό,τι καλό του προσέφεραν οι άγιοι αφιερωμένοι στον Θεό άνθρωποι της εποχής του. Κι όπως εκείνος, γι’  αυτόν τον λόγο, έγινε «θεοφιλής», τον αγαπούσε δηλαδή ο Θεός, το ίδιο και ο όσιος Σάββας. Μέγα δίδαγμα για όλους τους χριστιανούς, ιδίως της εποχής μας, που δυστυχώς σε ένα μεγάλο ποσοστό η προσοχή μας είναι στραμμένη στα αρνητικά των άλλων, στις αδυναμίες τους, χωρίς να μπορούμε να βλέπουμε τα θετικά τους και τις αρετές τους προς παραδειγματισμό. Για να χρησιμοποιήσουμε την εν προκειμένω έκφραση του οσίου της εποχής μας Παϊσίου του αγιορείτου, ο όσιος Σάββας ζούσε και λειτουργούσε στον κόσμο ως μέλισσα που συλλέγει τον καλό καρπό, και όχι ως μύγα, που επιζητεί πάντοτε την ακαθαρσία.

Αποτέλεσμα αυτής της σοφίας και της σύνεσης του οσίου ήταν ακριβώς να γεμίσει ο όσιος Σάββας με όλες τις αρετές. Όπως σημειώνει και ο σχετικός ύμνος: «Πάτερ, φάνηκες οίκος Θεού, διότι υπήρξες μέτριος, άκακος, πράος, απλός, ήσυχος, πράγματι πάνω από τα ανθρώπινα, και σαν άυλος μέσα σε ύλη». Ο υμνογράφος του όμως έχει επίγνωση ότι όλες οι αρετές από μόνες τους δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, αν δεν καταλήγουν στο πλήρωμα των αρετών, την αγάπη. Αν η αγάπη δεν αποτελεί την κατάληξη της όποιας αρετής, παύει αυτή να χαρακτηρίζεται χριστιανική. Διότι βεβαίως λείπει ο ίδιος ο Θεός που είναι αγάπη. Γι’ αυτό και επισημαίνει: «Απόκτησες την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, γι’ αυτό και συγκεφαλαιώνεις τον Νόμο και τους Προφήτες. Διότι κατόρθωσες, Πάτερ, την μεγαλύτερη, κατά ασύγκριτο τρόπο από όλες, αρετή».  Και ξέρει βεβαίως επίσης ο υμνογράφος ότι κανείς δεν μπορεί να φτάσει σ’ αυτήν την αγάπη, αν δεν την κτίσει με τον φόβο του Θεού, που κάνει τον άνθρωπο να τηρεί τις άγιες εντολές Του. «Πόθησες την αρχή της σοφίας, δηλαδή τον φόβο του Θεού. Με αυτόν τον φόβο έκτισες τη ζωή σου κι έφτασες, Πάτερ, στην τελειότητα, αυτήν που μπορούν βεβαίως οι άνθρωποι».

Μία τέτοια αγιασμένη ζωή σαν του αγίου Σάββα, επάνω δηλαδή στα ίχνη του Χριστού και των Αποστόλων, ήταν ευνόητο να εξακτινωθεί και να γίνει ιεραποστολική φλόγα. Οι συμμοναστές του, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος που τον γνώρισε, κυρίως με το παράδειγμά του αλλά και με τον λόγο του, άλλαζαν και μεταστρέφονταν. Πολλοί μάλιστα εγκατέλειπαν την ενασχόλησή τους με τα πράγματα του κόσμου και γίνονταν μοναχοί. «Έγινες συνόμιλος του αγίου Πνεύματος. Γι’  αυτό και διέγειρες τον ζήλο των λαών, με αποτέλεσμα να αδειάσουν οι πόλεις και να γίνουν πόλεις οι έρημοι, θεοφόρες πατήρ ημών».  «Ταις πρεσβείαις του οσίου πατρός ημών Σάββα, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς».

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΛΟΥΚΑ

«Και (ο Ιησούς) επέθηκε επ’ αυτή τας χείρας∙ και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν» (Λουκ. 13, 13)

Μία «συγκύπτουσα» γυναίκα που επί χρόνια ήταν διπλωμένη στα δύο, που το χώμα ήταν ο μοναδικός ορίζοντας των ματιών της, σηκώνεται και στέκεται όρθια: μπορεί και πάλι να σταθεί αντίκρυ στα πρόσωπα των συνανθρώπων της, να δει και πάλι το γαλάζιο του ουρανού και να ατενίσει κατάματα τον ορίζοντά του. Ένα θαύμα που τη συγκλονίζει και την κάνει να ξεσπάσει σε δοξολογία προς τον Θεό, κι αυτό γιατί  τα χέρια του Ιησού ακούμπησαν πάνω της. «Και επέθηκεν επ’  αυτή τας χείρας∙ και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν».

1. Δεν επρόκειτο για χέρια ενός απλού ανθρώπου, μολονότι και τα χέρια αυτά μπορούν να γίνουν χέρια ιαματικά, όταν είναι χέρια ενός γιατρού, ενός φυσικοθεραπευτή, ενός χειροπράκτη. Ποιος μπορεί για παράδειγμα να μη θαυμάσει τα «μαγικά» χέρια του χειρουργού αγίου Λουκά του ιατρού του Ρώσου, ή τα εξίσου «μαγικά» της γερόντισσας Γαβριηλίας (Παπαγιάννη), με τις χειροπρακτικές μεθόδους της, όταν μαθαίνει ότι αυτά έσωσαν στην εποχή τους τόσες ζωές; Το ίδιο από την άλλη και το φιλικό άγγιγμα των χεριών ενός ανθρώπου μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά για τον συνάνθρωπο, όταν μάλιστα αυτός νιώθει μόνος και ανασφαλής. Πόσες φορές και το απλό άγγιγμα δεν δηλώνει την παρουσία μας ως συμπαραστάτη, ως κάποιου που χωρίς λόγια τις περισσότερες φορές θέλει να πει στον άλλο «μη φοβάσαι, είμαι μαζί σου!»

2. Στο περιστατικό του ευαγγελίου όμως για τη συγκύπτουσα γυναίκα που θεράπευσε ο Χριστός, πρόκειται για τα χέρια του Ίδιου του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, Εκείνου που μέσω αυτών σκορπούσε τη θαυματουργική ίαση και την ουράνια ευλογία. Δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Σε κάθε σχεδόν θαύμα του Κυρίου, θεραπείας από αρρώστια ή αναστάσεως εκ νεκρών, αυτά τα χέρια γίνονταν η δίοδος για να διέλθει η πανσθενής δύναμη του λόγου Του. Κι επί πλέον: είναι τα χέρια εκείνα, που χωρίς να υφίστανται εν σαρκί ακόμη, υπαρκτά όμως με τον ανθρωπομορφισμό της Παλαιάς Διαθήκης, έπλαθαν τον Αδάμ και την Εύα, δημιουργώντας τον πρώτον άνθρωπο. «Αι χείρες Σου εποίησάν με και έπλασάν με». Και να προχωρήσουμε πιο πολύ: είναι τα χέρια που ευλόγησαν τους μαθητές και τον κόσμο, την ώρα που ο Κύριος αναλαμβανόταν στους Ουρανούς, αφήνοντάς μας την ευλογία ακριβώς των χεριών Του ως την τελευταία επί γης ανάμνησή Του. «Και εν τω ευλογείν Αυτόν αυτούς ανεφέρετο εις τους Ουρανούς».

3. Τα χέρια του Ιησού δεν χάθηκαν με την Ανάληψή Του. Αφενός η ευλογία τους συνεχίζεται στους αιώνες, δεδομένου ότι ο Κύριος εκράτησε διαπαντός την ανθρώπινη φύση Του – ο Κύριος κάθεται εν δεξιά του Πατρός και ως άνθρωπος και έτσι θα έλθει στη Δευτέρα Του Παρουσία «κρίναι ζώντας και νεκρούς» -  αφετέρου εξακολουθούν και υφίστανται στον κόσμο «εν ετέρα μορφή»: μέσω των χεριών των ιερέων, οι οποίοι δανείζουν, κατά την πατερική έκφραση, τα χέρια τους και το στόμα τους σ’  Εκείνον, προκειμένου Αυτός να αγιάζει διά του λόγου και της τελέσεως των μυστηρίων τους πιστούς όλων των αιώνων, κι ακόμη πιο πολύ ίσως  μέσω του προτεταμένου χεριού του αρχιερέα κατά το μυστήριο  της ιερωσύνης, διά του οποίου διοχετεύεται η πανσθενής χάρη του αγίου Πνεύματος επί την κεφαλήν του υποψηφίου ιερέα. Τι άλλο είναι η ευλογία ιδίως που προσφέρει κατά τις ακολουθίες της Εκκλησίας μας ο ιερέας, παρά η ευλογία του ίδιου του Κυρίου, διά των χεριών των μελών Του κληρικών; Κι είναι πολύ ωραίο το καταγεγραμμένο περιστατικό από τις ιστορίες του Αγίου Όρους, σύμφωνα με το οποίο νεαρός νεοχειροτονηθείς σε ιερέα μοναχός (ο όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης)  τελούσε τις πρώτες του λειτουργίες. Και σε μία από αυτές, που μετείχε και ο γέροντας ηγούμενός του, εξερχόμενος στην Ωραία Πύλη για το «ειρήνη πάσι», απέφυγε την ευλογία, σκεπτόμενος ότι δεν είναι άξιος αυτός να ευλογήσει τον ηγούμενο. Και με τρόμο και έκπληξη άκουσε μέσα από το πετραχήλι του φωνή να του λέει: «Δεν ευλογείς εσύ, αλλά εγώ».

Δεν είναι όμως μόνον τα χέρια των κληρικών. Ο Κύριος ενεργεί και μέσω των χεριών όλων των πιστών Του, αφού όλοι οι βαπτισμένοι στο όνομά Του συνιστούν μέλη του σώματός Του, της Εκκλησίας. Κάθε δηλαδή ενέργεια των πιστών πάνω στο θέλημα του Θεού, κάθε άπλωμα των χεριών τους, για να τηρήσουν τις άγιες εντολές Του – το βλέπουμε σε όλους τους αγίους – όπως η προσφορά ελεημοσύνης για παράδειγμα, όπως το σκούπισμα των δακρυσμένων από τη θλίψη και τον πόνο συνανθρώπων τους, είναι στην πραγματικότητα το άπλωμα των χεριών και πάλι του Ίδιου του Ιησού. Και αντιστρόφως: κάθε κακή χρήση των χεριών, κάθε χτύπημα δι’  αυτών του συνανθρώπου, κάθε άπλωμά τους για κλοπή αγαθών που δεν μας ανήκουν, κάθε κίνησή τους που σκοπό έχει την προσβολή των άλλων, σημαίνει τη δαιμονική λειτουργία τους, την εκ μέρους μας πρόκληση «αναπηρίας» στον Κύριο, που Του στερούμε τη δυνατότητα  η ευλογία Του να βρει έκφραση και μέσω ημών.

4. Κι εκεί που αποκορυφώνεται η ευλογία των ιαματικών χεριών Του, εκεί που πράγματι έχουμε μία μυστική προέκτασή Τους μέσα στον χρόνο, είναι στο μυστήριο του Ευχελαίου. Στο ευχέλαιο – στο μυστήριο αυτό που διά της χρίσεως των ασθενών με έλαιο προσφέρεται η ιαματική χάρη του Κυρίου, όταν είναι συνδυασμένη με τη μετάνοια – τι άλλο έχουμε, παρά την μέσα στους αιώνες συνέχεια του «επέθηκε επ’  αυτή τας χείρας Του ο Ιησούς»; Το προτεταμένο χέρι του Κυρίου, το γεμάτο δύναμη αγάπης και θεραπείας, βλέπουμε κάθε φορά στο μυστήριο, και έτσι μας καλεί να το βλέπουμε πάντοτε η Εκκλησία μας. «Βασιλεύ άγιε, εύσπλαγχνε, και πολυέλεε, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος - ακούμε τον ιερέα να διαβάζει στην τελευταία ευχή -  ο μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν∙ ου τίθημι εμήν χείρα αμαρτωλόν επί την κεφαλήν του προσελθόντος σοι εν αμαρτίαις και αιτουμένου παρά σου δι’ ημών άφεσιν αμαρτιών∙ αλλά σην χείρα κραταιάν και δυνατήν, την εν τω αγίω Ευαγγελίω τούτω…επί την κεφαλήν του δούλου σου έκτεινον».

Η ποικιλόμορφη αυτή μέσα στον χρόνο ευλογία των χεριών του Κυρίου έχει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα  της επί γης παρουσίας Του. Δεν λειτουργεί λιγότερο, σήμερα για παράδειγμα, η θεραπευτική χάρη του Χριστού από ό,τι τότε που «επί γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη». Το αποδεικνύουν τα διαρκή θαύματα που κάνουν οι άγιοί Του και γίνονται καθημερινά στην Εκκλησία Του. Και τα αποτελέσματα δεν είναι άλλα από αυτό που είδε στον εαυτό της και η συγκύπτουσα του Ευαγγελίου και «μη δυναμένη ανανεύσαι εις το παντελές» επί δεκαοκτώ ολόκληρα έτη: «παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν». Αρκεί βεβαίως να υπάρχει η ανθρωπολογική  προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της χάρης: η ενεργής και ζωντανή πίστη του ανθρώπου.