Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΙΝΑ



 
«Η αγία Μαρίνα καταγόταν από κάποια κώμη της Πισιδίας, στα μέρη της Αντιόχειας. ΄Ηταν μονογενής θυγατέρα του Αιδεσίου, ενός ιερέα των ειδώλων, ο οποίος, όταν πέθανε η γυναίκα του, παρέδωσε την κόρη του, ηλικίας τότε δώδεκα ετών, σε μία γυναίκα να την μεγαλώσει. Η Μαρίνα είχε διδαχτεί στην κώμη που ζούσε τη χριστιανική πίστη, και γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να αξιωθεί να γίνει χριστιανή, κάτι που πραγματοποιήθηκε, και μάλιστα σε σημείο που δεκαπέντε ετών ποθούσε να δώσει και τη ζωή της για τον Χριστό. Ο ηγεμόνας λοιπόν Ολύμβριος, που έμαθε για την πίστη της, έστειλε να τη συλλάβουν και την έβαλε στη φυλακή. Μετά από κάποιες ημέρες διέταξε να την βγάλουν και να την οδηγήσουν ενώπιον του βήματός του, ενώ όταν την είδε, έμεινε έκπληκτος από την ωραιότητά της. Ρώτησε λοιπόν το όνομά της και την καταγωγή της και η αγία «Μαρίνα, είπε, λέγομαι, γέννημα και θρέμμα της Πισιδίας και είμαι χριστιανή». Επειδή δεν δέχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό, διέταξε ο ηγεμόνας να την ξαπλώσουν και να την δείρουν σκληρά με ραβδιά, τόσο που το αίμα της κοκκίνησε το χώμα. ΄Επειτα πρόσταξε να την ανασηκώσουν και να ξύσουν για πολύ το σώμα της, οπότε μετά οδηγήθηκε και πάλι στη φυλακή. Εκεί έγινε μεγάλος σεισμός, που τραντάχτηκε πολύ η φυλακή, και να, από κάπου φάνηκε ένας δράκοντας, με μεγάλο ήχο στο σύρσιμό του, που φαινόταν ότι θέλει να ρίξει φωτιά γύρω από τη μάρτυρα. Εκείνη φοβήθηκε πολύ κι έγινε έντρομη, γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να την βοηθήσει, με αποτέλεσμα το φοβερότατο εκείνο ερπετό να φαίνεται με τη μορφή ενός μαύρου σκυλιού. Η αγία τότε το άρπαξε από τις τρίχες κι αφού πήρε μια πέτρα, το κτύπησε στο κεφάλι και στην πλάτη, μέχρις ότου ψόφησε. Μετά από αυτό, οδηγείται σε νέα εξέταση, όπου την έβαλαν να καεί σε λαμπάδες φωτιάς κι έπειτα να ριχτεί σε σκεύος γεμάτο από νερό, που κάλυπτε το κεφάλι της. Διαφυλάχτηκε όμως αβλαβής από όλα αυτά, γεγονός που οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού, οι οποίοι δέχτηκαν τον δι’ αποτομής της κεφαλής τους θάνατο. Τότε οργίστηκε πολύ ο ηγεμόνας, ο οποίος διέταξε με ξίφος να κόψουν την τιμία κεφαλή της».
 

Το ιδιάζον στο μαρτύριο της αγίας Μαρίνας είναι το γεγονός ότι, ενώ σε όλα τα βασανιστήρια που πέρασε, φάνηκε γενναία και ατρόμητη, δείλιασε και μάλιστα φοβήθηκε πολύ, μέχρι σημείο τρόμου, όταν απειλήθηκε από τον δράκοντα, το τεράστιο ερπετό. Η αγία επομένως βρέθηκε αντιμέτωπη με μία αδυναμία της, σαν να μειώθηκε εκείνη τη στιγμή του μεγάλου φόβου της η πίστη της στην πρόνοια και την παντοδυναμία του Θεού, που σημαίνει ότι το συναξάρι της μας αποκαλύπτει μία ώρα οδυνηρού πειρασμού της. Δεν πρέπει να δούμε το γεγονός ανεξάρτητα από το σχέδιο του Θεού γι’ αυτήν – υπάρχει άλλωστε κάτι στη ζωή μας, έξω από την πρόνοια Εκείνου, αφού κατά τον Κύριο «  και αι τρίχες της κεφαλής ημών ηριθμημέναί εισι»; - σχέδιο που επιτρέπει στον διάβολο να την πειράξει. Διότι προφανώς ο δράκων αυτός δεν σύρθηκε εκεί τυχαία. Πρέπει να εννοήσουμε ότι πίσω από την απειλητική παρουσία του βρισκόταν ο ίδιος ο πονηρός, κι αυτό κατά παραχώρηση ασφαλώς του Θεού, ο Οποίος μέσα από τους πειρασμούς οδηγεί τους αγίους σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο και φανερώνει την αγιότητά τους. Κι είναι τούτο – η παρουσία του πονηρού που προκαλεί φόβο – κάτι που επιβεβαιώνεται διαρκώς από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι σημειώνουν ότι πίσω από κάθε φόβο και ταραχή, είναι ο διάβολος. «Ει τι βλέπεις, ει τι ακούεις, ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο» (Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου).

Αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να προκαλεί φόβο, γιατί στην κατάσταση αυτή είναι πιο εύκολο ο άνθρωπος, με μειωμένη ψυχική δύναμη, να υποταχθεί στα άνομα και σκοτεινά σχέδιά του. Αλλά με την αγία βλέπουμε και την ορθή και ενδεδειγμένη για την πειρασμική αυτή στιγμή αντίδραση: η έντονη προσευχή στον Θεό. Στο πρόσωπο της αγίας, μαθαίνουμε ν’ αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς και τις δύσκολες ώρες της πνευματικής ζωής: να «βλέπουμε» την παρουσία του Θεού, να θεωρούμε τα «φόβητρά» μας κάτω από την παντοδύναμη και πανάγαθη σκέπη Του. Όπως σε ανάλογη περίπτωση έκανε και ο άγιος ψαλμωδός: «προορώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ». Όπως, ακόμη περισσότερο, έκανε ο ίδιος ο Κύριος, που τη στιγμή της «δειλίας» Του, ενόψει του Γολγοθά, «γενόμενος εν αγωνία, εκτενέστερον προσηύχετο». Και τι γίνεται τότε; Ό,τι συνέβη και στην αγία Μαρίνα: «ο φοβερώτατος δράκων διεδείκνυτο ως κυνός μέλανος μορφήν». Ο φοβερός δράκων, το τεράστιο ερπετό, φάνηκε με τη μορφή ενός (μικρού) μαύρου σκυλιού – δείγμα και τούτο της δαιμονικής παρουσίας - επομένως φάνηκε έτσι, που ήταν πολύ εύκολο ν’ αντιμετωπιστεί και μάλιστα δραστικά.
 
Πολλοί φόβοι και μάλιστα πολλές φοβίες, παράλογοι και επιτεταμένοι δηλαδή φόβοι, αναπτύσσονται στη ζωή μας, οι οποίοι μας ταλαιπωρούν και πάνε να διαλύσουν συχνά τον ιστό της ψυχοσωματικής μας υπόστασης. Πίσω από κάθε φόβο και φοβία, έχουν επισημάνει οι ασχολούμενοι με τον άνθρωπο και τον ψυχισμό του, υφίσταται κρυμμένος ο φόβος του θανάτου. Οι χριστιανοί όμως γνωρίζουμε ότι δεν παύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις να δρα και το πονηρό στοιχείο, που χαρά του έχει ακριβώς την υποταγή και την καταστροφή του ανθρώπου. Μα τη λύση μάς τη δίνουν οι άγιοί μας, με την πείρα τους στην πνευματική ζωή: η αναφορά στον Θεό, η θεώρηση του εαυτού μας μέσα στην ιερή παρουσία Του. Κάθε τι που φαντάζει τεράστιο και αξεπέραστο ενώπιόν μας, και γι’ αυτό προκαλεί φόβο και τρόμο, γίνεται, εν Θεώ κοιταγμένο, μικρό και «κάτω» από εμάς, άρα αντιμετωπίσιμο. Το παράδειγμα της αγίας Μαρίνας με τον δράκοντα είναι εξαιρετικά ενδεικτικό, άρα θα πρέπει να μη φεύγει εύκολα από τη σκέψη μας.

 

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ


Τόν ὅσιο Παΐσιο, εἶναι γνωστό, ἐπισκέπτονταν ἄνθρωποι ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων καί ὅλων τῶν μορφωτικῶν ἐπιπέδων. Ὅλοι περίμεναν κάτι ἀπό αὐτόν· εἴτε ἁπλῶς τήν εὐλογία του εἴτε τη διορατική ἀπάντησή του σέ κάποιο πιεστικό γι’ αὐτούς πρόβλημα. Ὑπῆρχαν ὅμως καί ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦσαν νά τόν συναντήσουν ἀπό ἁπλή περιέργεια ἤ γιατί νόμιζαν ὅτι θά δοῦν κάποιον «φακίρη», πού κάνει παράδοξα καί θαυμαστά πράγματα. Μιά τέτοια περίπτωση θά δοῦμε παρακάτω, ὅταν μιά ὁμάδα νεαρῶν παιδιῶν ἀνέβηκε στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά συναντήσει τόν Γέροντα καί νά δεῖ κάποιο «θαῦμα». Ἡ στάση τοῦ Γέροντα θά βοηθήσει καί ἐμᾶς νά τοποθετηθοῦμε καλύτερα στό τί εἶναι τό θαῦμα στόν χριστιανισμό καί ποιά ἡ θέση του στή ζωή μας.
«Κάποια μέρα ἐπισκέφθηκαν τόν Γέροντα κάποιοι νεαροί, πού δέν ζοῦσαν κοντά στήν Ἐκκλησία· εἶχαν ἀκούσει ὅμως γιά τόν Γέροντα καί ἀπό περιέργεια ἦρθαν νά τόν δοῦν. Ὁ Γέροντας τούς κέρασε τό καθιερωμένο νερό καί λουκούμι καί κάθησε, γιά νά τούς ἀκούσει τί ἤθελαν. Οἱ νεαροί τότε τοῦ εἶπαν:
- Γέροντα, θέλουμε νά κάνεις ἐδῶ, μπροστά στά μάτια μας, ἕνα θαῦμα, γιά νά πιστέψουμε κι ἐμεῖς στόν Θεό.
Κι ὁ Γέροντας τούς ἀπάντησε:
- Περιμένετε λίγο.
Μπῆκε μέσα στό κελί του κι ἔφερε ἕνα μαχαίρι καί εἶπε στά παιδιά χαριεντιζόμενος:
- Καθῆστε, παιδιά, στή σειρά. Θά σᾶς κόψω τά κεφάλια καί μετά θά τά κολλήσω μέ θαυματουργικό τρόπο! Μόνο, ἀπομακρυνθεῖτε ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον, γιά νά μή τά μπερδέψω μετά!
Οἱ νεαροί ἀμέσως ἀντέδρασαν κι εἶπαν:
- Ὄχι! Σέ μᾶς κανένα ἄλλο θαῦμα νά κάνεις!
Τότε ὁ Γέροντας κάθησε κοντά τους καί τούς εἶπε τά ἑξῆς:
- Ἄν ὁ Θεός ἤθελε νά πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι μέ τά θαύματα, τότε αὐτό θά ἦταν πολύ εὔκολο, γιατί μέ μιά ὑπερφυσική ἐνέργεια, ὁρατή ἀπ’ ὅλο τόν κόσμο, θά τούς ἔκανε ὅλους νά πιστέψουν. Ὅμως ὁ Θεός δέν θέλει νά πιστεύει ὁ κόσμος ἀπό θαυμασμό στήν ὑπερφυσική Του δύναμη, ἀλλά θέλει νά πιστεύει καί νά Τόν ἀγαπᾶ γιά τήν ὑπερβολική Του καλωσύνη.
Τό ὑπερφυσικό γεγονός, τό θαῦμα, ὁ Θεός ποτέ δέν τό κάνει, γιά νά ἐπιδείξει τή δύναμή Του καί νά κερδίσει ἔτσι ὀπαδούς κοντά Του. Τότε κάνει τό θαῦμα ὁ Θεός, ὅταν πρέπει νά ἀναπληρώσει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε τί ἐννοῶ. Ἄν π.χ. εἴμαστε στήν ἔρημο κι εἶναι ἀνάγκη νά σπάσουμε μία πέτρα, τότε κοιτᾶμε νά βροῦμε μία ἄλλη πέτρα μέ τήν ὁποία θά σπάσουμε αὐτήν πού θέλουμε. Ἄν ὅμως δέν ὑπάρχει, τότε θά παρακαλέσουμε τόν Θεό κι Ἐκεῖνος θά κάνει τό θαῦμα Του. Πρέπει, λοιπόν, νά γνωρίζουμε πώς ὅ,τι γίνεται ἀνθρώπινα πρέπει νά τό κάνουμε μέ φυσικό τρόπο, ἐμεῖς, ταπεινά. Γιά ὅ,τι ὅμως δέν γίνεται “κατ’ ἄνθρωπον”, τότε προσφεύγουμε στόν Θεό.
Ἄκουσε κι ἕνα ἄλλο παράδειγμα: Ἄν ἔχουμε μιά ἀσθένεια καί θέλουμε νά θεραπευθοῦμε, πρέπει νά πᾶμε σ’ ἕνα γιατρό. Κι ἄν ἐκεῖνος ἀδυνατεῖ καί δέν μπορεῖ νά μᾶς γιατρέψει, τότε πρέπει νά καταφύγουμε στόν Θεό, γιά νά κάνει τό θαῦμα Του».
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 201-202).
 
1. Τό θαῦμα δέν προκαλεῖ πίστη.
Ἡ ἀπαίτηση τῶν νεαρῶν – «νά κάνεις ἐδῶ, μπροστά στά μάτια μας, ἕνα θαῦμα, γιά νά πιστέψουμε κι ἐμεῖς στόν Θεό» - εἶναι ἡ στάση πολλῶν συνανθρώπων μας ὡς πρός αὐτό πού λέγεται θαῦμα. Ἔχουν τήν ἐντύπωση ὅτι θά πιστέψουν στόν Θεό, ἄν Ἐκεῖνος, ὁρατά μπροστά τους, προβεῖ σέ κάποια ὑπερφυσική ἐνέργεια. Τήν πίστη στόν Θεό ἔτσι τήν ἐκλαμβάνουν ὡς κάτι τό ἀναγκαστικό: ὡς λογική ἀπαίτηση, διότι τούς ἔχουν πείσει οἱ αἰσθήσεις τους. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά στάση ἐγωισμοῦ, ἀφοῦ καί στό θέμα τῆς πίστεως στόν Θεό ἐκεῖνοι θέλουν νά ἔχουν τόν ἔλεγχο τῶν πραγμάτων. Μέ ἁπλά λόγια ἡ ἀπαίτηση γιά θαῦμα προκειμένου νά πιστέψω, σημαίνει ὅτι ἐγώ θέλω νά κανονίζω καί τίς ἐνέργειες ἀκόμη τοῦ Θεοῦ.
Τό αἴτημα τῶν νεαρῶν, καί ὅλων ἐκείνων πού κυμαίνονται στό ἴδιο μῆκος κύματος, δέν είναι πρωτόγνωρο. Στή ζωή τοῦ Χριστοῦ καταρχάς τό συναντᾶμε μέ ὀξύτητα στόν δεύτερο πειρασμό Του στήν ἔρημο ἀπό τόν διάβολο. «Ρίξε τόν Ἑαυτό σου ἀπό τόν ναό κάτω, ἄν εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ», τοῦ προτείνει ὁ πονηρός. «Θά ‘ρθουν ἄγγελοι νά σέ σώσουν, ὅπως ἔχει γραφεῖ». Κι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀποστομωτική. «Δέν θά βάλεις σέ δοκιμασία καί πειρασμό τόν Θεό». Τοῦ ζητοῦσε ὁ διάβολος νά κάνει ἕνα θαῦμα· νά προβεῖ σέ μιά προκλητική ἐνέργεια, πού θά ξάφνιαζε τόν εὑρισκόμενο στόν ναό λαό καί θά τόν ὁδηγοῦσε νά κλίνει γόνυ ἱκεσίας μπροστά στόν φοβερό καί παντοδύναμο Θεό. Μά τοῦτο θά ἦταν ἄρνηση τῆς ἀποστολῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη στόν Θεό δέν θά ἦταν καρπός ἐλεύθερης ἀπόφασης τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά κάτι τό ἀναγκαστικό. Ὁ Χριστός θά παρουσιαζόταν ὡς δυνάστης καί τύραννος· ὄχι ὡς Πατέρας καί φίλος τοῦ ἀνθρώπου.
Τό ἴδιο συνέβη ἀργότερα, ὅταν ὁ Κύριος εἶχε ἀνεβεῖ στόν σταυρό. Ἐσταυρωμένος, ἀντιμετωπίζει καί πάλι τόν ἴδιο πειρασμό ἀπό τόν παρευρισκόμενο ὄχλο: «Ἄν εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπό τόν σταυρό, γιά νά σέ πιστέψουμε». Καί στό σημεῖο αὐτό, τό θαῦμα προβάλλεται ὡς προϋπόθεση τῆς πίστης. Ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπορριπτική.
2. Τό θαῦμα προϋποθέτει τήν πίστη.
Γιά τόν Θεό θά ἦταν πολύ εὔκολο νά προκαλέσει τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Εἴτε μ’ ἕνα συνταρακτικό γεγονός, μπροστά στά μάτια του, εἴτε μέ ἀπόφασή Του πού θά ἄλλαζε κατ’ ἀνάγκην τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μποροῦσε νά τούς κάνει ὅλους πιστούς καί ὀπαδούς Του. Μά, ὅπως ἐξηγήσαμε παραπάνω, αὐτό θά σήμαινε ἀλλαγή καί τοῦ Θεοῦ. Θά ἀρνιόταν ὁ Θεός ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τή ζωή Του: τήν ἀγάπη. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» διακηρύσσει σέ ὅλους τούς τόνους ἡ Ἁγία Γραφή καί «ἀρνήσασθαι ἑαυτόν οὐ δύναται». Διότι εἶναι ὁ μόνος πιστός.
Ἔτσι ὁ Θεός ὡς ἀγάπη σέβεται τόν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἄν εἶναι δημιούργημά Του, πολύ περισσότερο δέν θέλει νά ἐκβιάσει τήν ἐλευθερία του, τήν ὁποία ὁ Ἴδιος ἄλλωστε ὡς δωρεά τοῦ κατ’ εἰκόνα ἔδωσε σ’ αὐτόν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Παντοδύναμος αὐτοπεριορίζεται, καλώντας τόν ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο ὑπεραγαπᾶ, νά ἀνταποκριθεῖ στήν ἀγάπη Του καί ἐλεύθερα νά Τόν πιστέψει καί νά Τόν ἀκολουθήσει. Τότε λοιπόν ἔχει ἀξία ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν εἶναι καρπός τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς του καί τῆς διαθέσεώς του νά ἀγαπήσει κι αὐτός τόν Θεό. «Ὁ Θεός δέν θέλει νά πιστεύει ὁ κόσμος ἀπό θαυμασμό στήν ὑπερφυσική Του δύναμη, ἀλλά θέλει νά πιστεύει καί νά Τόν ἀγαπᾶ γιά τήν ὑπερβολική Του καλωσύνη»,  κατά τήν ἔκφραση τοῦ ὁσίου Παϊσίου.
Μέ ἄλλα λόγια ἐκεῖνο πού ἐπιθυμεῖ ὁ Θεός εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν». Αὐτήν ἐπιζητεῖ νά Τοῦ δώσει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά τήν κάνει κατοικητήριο καί μοναστήρι Του. Ἐντέλει ὁ Θεός ζητεῖ τόν ἄνθρωπο, ὥστε μέ τήν ἐλεύθερη ἀνταπόκρισή του νά τόν κάνει ἕνα μαζί Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἀντολάς μου ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με·  ὁ δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ πατρός μου καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Πρβλ. Ἰω. 14, 23).
Ὅταν ἐλεύθερα λοιπόν πιστέψει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση τῆς ἀγάπης Του, τότε διανοίγονται τά μάτια τῆς ψυχῆς του, γιά νά βλέπει παντοῦ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. Δέν θά δεῖ μόνον κάποιο θαῦμα - ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός - ὡς ἰδιαίτερη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅλη ἡ ζωή του θά εἶναι στήν πραγματικότητα μιά θέα τοῦ μεγαλείου καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Γιά παράδειγμα:
- κοιτώντας τή φύση θά «βλέπει» τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στό παραμικρό χορταράκι τοῦ ἀγροῦ, καί στό πραμικρό σκουληκάκι, πέρα ἀπό τό ἄπειρο τοῦ μακροκόσμου. «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα»·
- κοιτώντας τόν ἑαυτό του θά νιώθει ὅτι ναί μέν εἶναι ἁμαρτωλός, χειρότερος ἴσως ὅλων, μά χαριτώθηκε ἀπό Ἐκεῖνον μέ τό βάπτισμα καί ἔγινε μέλος Χριστοῦ καί ναός τοῦ Πνεύματός Του.
Μ’ ἕνα λόγο ὁ πραγματικά πιστός χριστιανός ζεῖ σ’ ἕνα διαρκές θαῦμα· δέν προσδοκᾶ τό ξεχωριστό θαῦμα γιά νά πιστέψει. Ἀλλά κι ἄν κάπου κλονιστεῖ, ἄν ἡ πίστη του παρουσιάσει κάποια ρωγμή, ἤ ἄν παρουσιαστεῖ πρόβλημα ἀνυπέρβλητο γιά τίς δυνάμεις του, πράγματι θά δεῖ καί τήν ἰδιαίτερη ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, πού θά θελήσει καί μ’ ἕνα θαῦμα νά τόν δυναμώσει καί νά τόν στηρίξει. «Τότε κάνει τό θαῦμα ὁ Θεός, ὅταν πρέπει νά ἀναπληρώσει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία».
Τελικά, δέν θά πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας δέν ἐπιτέλεσε ποτέ κανένα θαῦμα, ὅταν ἔβλεπε ἀπιστία στόν ἄνθρωπο. «Καί οὐκ ἐποίησε ἐκεῖ δυνάμεις πολλάς διά τήν ἀπιστίαν αὐτῶν» (Ματθ. 13, 58). Τό θαῦμα Του ἦταν πάντα ἡ ἀνταπόκριση καί ἡ ἐπιβράβευσή Του στήν ἤδη ὑπάρχουσα ἀπέναντί Του πίστη τοῦ ἀνθρώπου.
3. Τό θαῦμα: διαφορετικός τρόπος ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ.
Μετά τά παραπάνω, μποροῦμε πιό εὔκολα νά κατανοήσουμε πῶς ἐκλαμβάνει τό θαῦμα ἡ Ἐκκλησία μας. Δέν τό ἐκλαμβάνει ἁπλῶς ὡς προσωρινή κατάλυση τῶν φυσικῶν νόμων, ὅπως συνήθως ἀκούγεται. Κυρίως τό κατανοεῖ ὡς διαφορετικό τρόπο ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δηλαδή πού διακρατεῖ τό σύμπαν μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του – οἱ φυσικοί λεγόμενοι νόμοι εἶναι ἡ πιστότητα τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ: Ἐκεῖνος δρᾶ πάντοτε μέ τόν ἴδιο τρόπο - ὁ Ἴδιος ἐπιλέγει μερικές φορές, ὅταν κρίνει ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλη ὥρα γιά κάποιον πιστό Του, νά ἐνεργήσει μέ διαφορετικό τρόπο. Δέν καταλύονται λοιπόν οἱ φυσικοί νόμοι· μᾶλλον ἀλλάζει τρόπο δράσεως ὁ Θεός. Καί σκοπός τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς εἶναι, ὅπως δείξαμε, ἡ ἐνίσχυση τῆς ἀδυναμίας τοῦ καλοπροαίρετου πιστοῦ.
4. Τά «θαύματα» τοῦ διαβόλου.
Μέ τήν κατανόηση τοῦ θαύματος ὡς ἰδιαίτερης ἐπέμβασης τοῦ Θεοῦ στήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, δίνεται ἡ εὐκαιρία νά ποῦμε καί γιά τά λεγόμενα «θαύματα» τοῦ διαβόλου καί τῶν ὀργάνων του. Καί ὁ διάβολος, κατά παραχώρηση Θεοῦ, κάνει «θαύματα». Ἐπιτρέπει δηλαδή ὁ Θεός στό πλανεμένο πιά αὐτό δημιούργημά Του - ὁ διάβολος ὡς γνωστόν εἶναι ξεπεσμένος ἄγγελος πού διακρατεῖται καί αὐτός ἀπό τόν Θεό, ἐνῶ τόν χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ σχεδίου Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου – νά ἐπιτελεῖ ὁρισμένα παράδοξα καί «ὑπερφυσικά» πράγματα: μεταμορφώσεις σέ ἀνθρώπινα σχήματα, σέ εἶδος ἀγγέλων, σέ φωτεινά σημεῖα, σέ τερατόμορφα ζῶα· ἀκόμη «θεραπεῖες» ἀσθενειῶν μέ προσωρινό χαρακτήρα· «προφητεύματα» κλπ., μέ σκοπό νά προκληθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά ἀποκαλύψει τό καλοπροαίρετο ἤ μή τῆς διαθέσεώς του.
Μέ τά «θαύματα» αὐτά δηλαδή φαίνεται καθαρά ποιός εἶναι ὁ ἀληθινά πιστός στόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει ὅλα τά «ἐκπληκτικά» ὡς δαιμονιώδη, καί ποιός ὁ κίβδηλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νά γονατίσει μπροστά στόν διάβολο, γιατί «εἶδε» ὑπερφυσικά σημεῖα. Κι ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ κριτήριο γιά τόν πιστό προκειμένου νά διακρίνει τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπό τό «θαῦμα» τοῦ διαβόλου εἶναι ἀφενός ὁ ἐκκλησιαστικός ἤ μή χαρακτήρας τοῦ θαύματος: ἄν κρατάει τόν ἄνθρωπο μέσα στήν ἐκκλησία, καί ἀφετέρου ἀπό τό τί τοῦ προκαλεῖ μέσα του: τό ἐκ Θεοῦ θαῦμα ἐνισχύει τήν πίστη στόν Θεό καί δημιουργεῖ κλίμα ταπείνωσης καί ἀγάπης· τό ἐκ τοῦ διαβόλου ἀπομακρύνει ἀπό τήν πίστη καί δημιουργεῖ ὑπερηφάνεια καί θλίψη.

 

 

 

 

 

 

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΕΚ ΡΩΜΗΣ

 


Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός ἀποτελοῦν κυριολεκτικά τή συνωνυμία τῆς ἀγάπης. Ὅπου ὑπῆρχε νόσημα καί πρόβλημα, ἐκεῖ καί ἡ παρουσία τους λειτουργοῦσε ἰαματικά καί θεραπευτικά, πάντοτε εἰς εὐεργεσίαν. Κι ὄχι μόνον ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ, ἀλλά καί μετά θάνατον. Κι ἡ ἀγάπη τους αὐτή, ὡς συνέχεια τῆς ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐνεργοῦσε καί σέ ἀνθρώπους καί σέ κτήνη: «ἀνθρώποις τε καί κτήνεσι, τάς εὐεργεσίας μετέδωκαν». Δέν εἶναι ὑπερβολή ἄν λέγαμε ὅτι ἡ ζωή τους ἀποτελεῖ τέλειο ὑπομνηματισμό τῆς ἐπισήμανσης τοῦ ὁσίου ᾽Ισαάκ τοῦ Σύρου περί τοῦ τί εἶναι ἡ ἐλεήμων καρδία. «Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ὀρνέων καί τῶν ζώων καί τῶν δαιμόνων, καί ὑπέρ κάθε κτίσματος, ὁπότε ἀπό τή μνήμη καί τή θεωρία αὐτῶν ρέουν οἱ ὀφθαλμοί τοῦ ἐλεήμονος δάκρυα. Από τήν πολλή καρτερία μικραίνει ἡ καρδιά καί δέν μπορεῖ νά βαστάσει ἤ νά ἀκούσει ἤ νά δεῖ κάποια βλάβη ἤ ἔστω μικρή λύπη πού γίνεται στή δημιουργία. Καί γι’ αὐτό προσεύχεται μέ δάκρυα κάθε ὥρα καί γιά τούς ἐχθρούς τῆς ἀλήθειας καί γι’ αὐτούς πού τόν βλάπτουν, ὥστε νά διαφυλαχθοῦν καί νά ἐλεηθοῦν αὐτοί, ὅπως προσεύχεται καί γι’ αὐτά τά ἑρπετά ἀκόμη, λόγω τῆς πολλῆς ἀγάπης πού κινεῖται στήν καρδιά του χωρίς μέτρο, ὅπως συμβαίνει καί στόν Θεό».  Ἡ ἀγάπη τους αὐτή ἀπό τήν ἄλλη ἐπιβεβαιωνόταν ὅτι ἦταν καθαρή, ξένη ἀπό προσμείξεις ἐγωϊσμοῦ, λόγω τῆς μεγάλης ταπείνωσής τους. Οἱ ἅγιοι ποτέ δέν κόμπασαν γιά τά κατορθώματά τους, γιά τά θαύματα πού γίνονταν διαρκῶς μέσω αὐτῶν. Διότι γνώριζαν ὅτι ἦταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἔδινε τή συγκεκριμένη δύναμη. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ὑμνολογία μας σημειώνει: "Μεγάλων ἀξιωθέντες δωρεῶν πανεύφημοι, ἐν ταπεινότητι βίου ἐν τῇ γῇ ἐπολιτεύσασθε".

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


Να ανήκουμε στον Χριστό, να είμαστε του Θεού, μέλη Εκείνου και καλυμμένοι από Εκείνον, στην ψυχή και στο σώμα, και να μας «δουλεύει» ο διάβολος, τούτο συνιστά τη μεγαλύτερη τραγωδία. Οι δαιμονιζόμενοι του σημερινού Ευαγγελίου δεν ήξεραν τον Χριστό και ζούσαν μία κόλαση, από την οποία τους λύτρωσε ο Χριστός. Εμείς όμως τι δικαιολογία μπορεί να έχουμε, όταν διαπιστώνονται σημάδια «δαιμονισμού» στη ζωή μας, με την έννοια της εύκολης επήρειάς μας από τον Πονηρό: απιστία, αντικοινωνική συμπεριφορά, μνησικακία, ταραχή, θλίψη, άγχος; Πρέπει νά ανησυχήσουμε. Τον διάβολο τον «τρέφουμε» εμείς με την κακή ζωή μας. Η μόνη λύση και θεραπεία είναι η με δύναμη και αγάπη στροφή προς τον Χριστό. Δηλαδή η εκκλησιοποίηση της ζωής μας. Στον βαθμό που αρχίζουμε και προσευχόμαστε, εκκλησιαζόμαστε, μελετάμε τους βίους των αγίων μας, εξομολογούμαστε, κοινωνούμε, με ταυτόχρονη προσπάθεια να θερμαίνουμε λίγο την καρδιά μας  για τους συνανθρώπους μας, θα βλέπουμε την ενεργοποίηση της χάρης Του στην ύπαρξή μας, δηλαδή τη βίωση της ελευθερίας την οποία έφερε.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ… ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ!




Ἡ θύρα τοῦ καπηλειοῦ ἄνοιξε μέ φόρα κι ὁ νέος πού μπῆκε ἔτρεξε τρέμοντας ἀπό τή συγκίνησή του πρῶτα στόν κάπελα κι ἔπειτα σέ μιά παρέα πού βρισκόταν γύρω ἀπό ἕνα τραπέζι κι ἔπιναν κρασί.
«Γέννησε ἡ γυναίκα μου, φίλοι μου, γέννησε», φώναξε μέ σπασμένη φωνή, «ἔκανε ἀγόρι, ἔγινα πατέρας! Κάπελα, δῶσε κρασί σέ ὅλους τούς φίλους μου, ἀλλά καί σ’ ὅλους ὅσοι βρίσκονται τώρα ἐδῶ. Δικό μου τό κέρασμα. Τέτοια χαρά δέν ἔχω ξαναζήσει στή ζωή μου!»  Μιλοῦσε μέ πιασμένη τήν ἀναπνοή, ἐνῶ τά μάτια του ἔλαμπαν, προσπαθώντας πρῶτος αὐτός νά χωνέψει τό γεγονός. Κάθε συζήτηση σταμάτησε πρός στιγμήν καί ὅλοι οἱ θαμῶνες στράφηκαν γιά νά τόν δοῦν καί νά καταλάβουν τό τί τούς ἔλεγε. «Ἔγινα πατέρας, ἔγινα πατέρας», ἐπανελάμβανε ἐκεῖνος σάν χαμένος.

«Μπράβο, νά ζήσει τό παιδί, νά τό χαίρεσαι!» εἶπε ὁ μαγαζάτορας, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε μέ προθυμία νά γεμίσει τά ἄδεια ποτήρια τῶν ἀνθρώπων, καί μαζί μ’ αὐτόν τοῦ εὔχονταν καί οἱ ἄλλοι τῆς παρέας κι ὅλος ὁ κόσμος τοῦ καπηλειοῦ, κάποιοι ἀπό τούς ὁποίους, οἱ πιό γνωστοί,  ἔσπευσαν νά σηκωθοῦν νά τόν χαιρετίσουν ἐγκάρδια καί νά τόν ἀσπαστοῦν. «Νά ζήσει, νά ζήσει ὁ νεαρός», τοῦ εὔχονταν καί τσούγκριζαν μαζί του τά ποτήρια τους.
«Καί… πῶς ἔγινε αὐτό;» ρώτησε ἕνας ἀπό τούς γνωστούς του, κλείνοντας… πονηρά τό μάτι στούς ἄλλους. «Ἐσύ δέν ἔλεγες ὅτι ἡ γυναίκα σου εἶναι στεῖρα καί δέν μπορεῖ νά συλλάβει; Ἄγγελος… Κυρίου τό ἔφερε;» Χαχάνισαν ὅλοι μέ τό… ἀστεῖο, ἀλλά ὁ νέος σοβάρεψε ἀπότομα, τράβηξε ἕνα κάθισμα γιά ‘κεῖνον καί τούς εἶπε. «Πράγματι, φίλοι μου, ὅσοι μέ ξέρετε, γνωρίζετε τό πρόβλημα πού εἴχαμε μέ τή γυναίκα μου. Τρία χρόνια παντρεμένοι, δέν μπορούσαμε νά κάνουμε παιδί. Ἀλλά συνέβη κάτι πού ἄλλαξε τήν πορεία τῶν πραγμάτων…», εἶπε κι ἄφησε ἕνα κενό νά αἰωρεῖται, πού κέντρισε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀνθρώπων.
«Τί δηλαδή συνέβη;» ἐπενέβη ὁ μαγαζάτορας, πού εἶχε ἀφήσει στή μέση τή δουλειά του γιά νά παρακολουθεῖ τήν κουβέντα. Ὅλων τά μάτια κρέμονταν ἀπό τά χείλη τοῦ νέου πατέρα.
«Πρίν ἀπό ἀρκετούς μῆνες, ἀπελπισμένος καθώς ἤμουν μέ τή στειρότητα τῆς γυναί
κας μου, περιφερόμουνα στήν πόλη. Εἶχα πάει καί στόν ναό μας γιά νά προσευχηθῶ. Μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μέ ἔπιασαν τά κλάματα καί οἱ λυγμοί τράνταζαν τό σῶμα μου. Σάν γαλήνεψα λίγο βγῆκα ἀπό τόν ναό καί λίγο πιό πέρα συνάντησα τόν γνωστό σέ ὅλους μας ἀββᾶ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει, ὅπως ἔρχεται κατά καιρούς, γιά νά πουλήσει τά ἐργόχειρά του, τά καλάθια πού πλέκει. Μιά σκέψη καρφώθηκε στόν νοῦ μου: ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ αὐτός, θά μποροῦσε μέ τήν προσευχή του νά παρακαλέσει γιά χάρη μου τόν Θεό νά δώσει λύση στό πρόβλημά μου».
«Εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος ὁ ἀββᾶς Δανιήλ», παρατήρησε ἕνας θαμώνας πού καθόταν λίγο πιό πέρα μόνος του, σκαλίζοντας καί κάποια χαρτιά πού εἶχε μαζί του. «Τόν γνωρίζω, εἶναι πολύ ἀσκητικός κι ἔχει μεγάλη δύναμη προσευχῆς. Πολύ καλά ἔκανες, ἄνθρωπέ μου».
«Λοιπόν, πράγματι τόν πλησίασα», ἔστρεψε ὁ νέος μέ εὐγνωμοσύνη τό βλέμμα του στόν ἄγνωστο γι’ αὐτόν ἄνθρωπο γιά τήν ἐπέμβασή του,  «καί τόν παρακάλεσα νά ἔλθει στό σπίτι μου νά διαβάσει μιά εὐχή στή γυναίκα μου, μήπως λυθεῖ ἡ στείρωσή της. Ἄλλωστε κι ἄλλες φορές  ἀπ’ ὅσα γνωρίζω ἀπό τήν ἱστορία τῆς Γραφῆς συνέβη κάτι τέτοιο. Κι ὁ ἅγιος Πρόδρομος δέν ἦλθε ὡς καρπός προσευχῆς τῶν γονιῶν του; Ἡ Ἐλισσάβετ ἡ μάνα του δέν ἦταν στεῖρα καί μάλιστα προχωρημένης ἡλικίας; Λοιπόν, παρακάλεσα τόν ἀββᾶ, ἀλλά αὐτός ἦταν ἀνένδοτος. Ἀρνιόταν νά ἔλθει, γιατί ἔλεγε ὅτι τέτοια δύναμη προσευχῆς ἔχουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ κι ὄχι αὐτός πού βρίσκεται μέσα στή ρυπαρότητα τῆς ἁμαρτίας. Ἐπέμεινα. Τόν πίεσα πολύ. Πρόσπεσα στά πόδια του. Στό τέλος κάμφθηκε. Ἄφησε τά καλάθια του σέ κάποιον γνωστό κι ἦλθε μέ βαριά καρδιά στό σπίτι μου».
«Καί τί ἔγινε;» ρώτησε ἕνας μέ ἀδημονία. Προσευχήθηκε καί συνέλαβε ἡ γυναίκα σου;»
«Ἀκριβῶς ὅπως τό λές», εἶπε ὁ νέος. «Διάβασε εὐχή στή γυναίκα μου, ἡ ὁποία καί αὐτή μέ λαχτάρα τό δέχτηκε, μᾶς εὐλόγησε, μᾶς εὐχήθηκε καί ἔφυγε. Μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἡ γυναίκα μου μοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι κάτι νιώθει κι ὅτι μᾶλλον εἶναι ἔγκυος. Κρυβόταν βέβαια γιά πολύ – δέν ἤθελε νά συμβεῖ κάτι κακό - καί νά, λοιπόν, πού ἦρθε ἡ εὐλογημένη στιγμή… Δέν ἄντεξα τή χαρά νά τήν ἔχω μόνος μου. Ἔτρεξα καί τήν ἀνακοίνωσα σέ γνωστούς καί ἄγνωστους, ἦλθα τρέχοντας κι ἐδῶ… Καί… ἤδη ἔχω ἀργήσει. Πρέπει νά γυρίσω σπίτι, στή γυναίκα μου καί στό παιδί μου!»
Σηκώθηκε ὁ νέος, τούς χαιρέτισε ὅλους, τοῦ εὐχήθηκαν καί πάλι, ἔφυγε πλημμυρισμένος ἀπό εὐτυχία.
 
Γιά λίγο ἔπεσε σιωπή στό καπηλειό. «Ἄντε καί στά δικά μας οἱ ἀνύπαντροι», εἶπε γελώντας ἕνας νέος, καί ἦταν αὐτό πού ἔλυσε τή σιωπή κι ἄρχισαν καί πάλι οἱ κουβέντες καί τά γέλια. Μαζί ὅμως μέ τίς κουβέντες, ἦλθαν καί τά… μισόλογα κάποιων ἀθεόφοβων. «Σιγά τώρα, μήν ἔγινε καί θαῦμα!» εἶπε μέ κακότητα ἕνας μεσήλικας μέ σκοτεινό βλέμμα πού εἶχε… ξυνίσει μέ τό σχόλιο τοῦ μοναχικοῦ ἄνδρα γιά τόν ἀββᾶ Δανιήλ προηγουμένως. «Ὅλοι νομίζω ὅτι καταλάβαμε τί συνέβη, ἔτσι δέν εἶναι; Ἐγώ τό ἔλεγα ἐδῶ καί καιρό πού εἶχα δεῖ  κάποια στιγμή φουσκωμένη τή γυναίκα του…».
«Σάν τί δηλαδή; Τί ἐννοεῖς;» ρώτησε ἕνας ἀπό τήν παρέα τοῦ μεσήλικα, δείχνοντας ὅτι συμφωνεῖ μέ τό σχόλιό του καί γιά νά συνεχιστεῖ τό κουτσομπολιό.
«Ἔ, καλά τώρα! Φῶς φανάρι! Πῆγε ὁ καλόγερος τάχα γιά νά διαβάσει τήν εὐχή, ἀπομονώθηκε μέ τή γυναίκα κι ἔγινε ὅ,τι γίνεται σέ τέτοιες περιπτώσεις πού ὅλα σοῦ ἔρχονται στό… πιάτο! Ἡ γυναίκα δηλαδή δέν εἶναι ἄγονη, δέν εἶναι στεῖρα. Ἄγονος εἶναι ὁ νεαρός!»
«Ὁπότε τό παιδί εἶναι τοῦ… καλόγερου!» συμπλήρωσε ἕνας ἄλλος, «ἄρα τοῦ φίλου μας, τοῦ… πατέρα, τοῦ τά… φόρεσε κανονικά ἡ γυναίκα του», κι ἔκανε ἕνα σχῆμα πάνω ἀπό τό κεφάλι του, προκαλώντας τά χαχανητά κάποιων ἀπό τήν παρέα.
Ἀντέδρασε ὁ κάπελας, ἀντέδρασε ὁ μοναχικός ἄνδρας, ἀντέδρασαν καί κάποιοι ἄλλοι. Μά τά σχόλια ἄρχισαν τώρα νά δυναμώνουν ἀπό τούς λίγους, νά γίνονται λόγια φωναχτά, ἡ λάσπη νά ρίχνεται ἀπανωτά πάνω στόν ἀββᾶ Δανιήλ, νά παίρνει τή μορφή τῆς κατάκρισης τῶν παπάδων καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶχε βαρύνει πολύ. Τό εὐχάριστο νέο τοῦ ἐρχομοῦ ἑνός νέου ἀνθρώπου στόν κόσμο πού λίγο πρίν εἶχε γεμίσει μέ χαμόγελα τό καπηλειό, μεταστράφηκε σέ καταχνιά καί σέ μαυρίλα. Οἱ καρδιές φάνηκε νά βρωμίζουν κι ὁ Πονηρός νά ἔχει τό πάνω χέρι.
Μέσα στήν ὅλη αὐτή καταχνιά ὁ μεσήλικας γνωστός τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ σηκώθηκε μέ βαριά καρδιά καί μέ δάκρυα στά μάτια γιά τήν κατάντια καί τήν ὅλη ἐξέλιξη ἄνοιξε τή θύρα καί ἔφυγε σέρνοντας τά βήματά του.
 
Κάποιες ὧρες ἀργότερα βρισκόταν στό κελλί τοῦ Γέροντα Δανιήλ.
«Γέροντα, θυμᾶσαι πρίν κάποιους μῆνες πού πῆγες σ’ ἕνα σπίτι ἑνός νέου μέ πρόβλημα στείρωσης τῆς γυναίκας του γιά νά κάνεις κάποια προσευχή;» τοῦ εἶπε μέ κατεβασμένα μάτια μετά τό χαρούμενο καλωσόρισμα τοῦ ἀββᾶ, καθώς εἶδε τόν ἀγαπημένο του φίλο.
«Ναί, καί ἡ γυναίκα γέννησε καί ἔκανε ἕνα ὑγιέστατο ἀγοράκι. Μοῦ τό μήνυσε ἕνας γνωστός τοῦ νεαροῦ πατέρα πού τόν ἔστειλε σέ μένα ἀκριβῶς γι’ αὐτό, καί εὐχαρίστησα καί δοξολόγησα τόν Θεό γιά τήν ἄμεση ἐπέμβασή του.  Ἐσύ ὅμως ποῦ τό ἔμαθες;» εἶπε ὁ Δανιήλ καί τόν κοίταξε ἐρωτηματικά.  Ἐξήγησε τήν κατάσταση ὁ ἄνδρας. «Γέροντα, σέ κατηγοροῦν ὁρισμένοι ἀθεόφοβοι ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ… πατέρας τοῦ παιδιοῦ». Ἔσκυψε τό κεφάλι, σάν νά ἦταν αὐτός ὁ ἔνοχος τῆς συκοφαντίας. «Γέροντα, ἀντέδρασα κι ἐγώ καί ἄλλοι στίς λάσπες αὐτῶν τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ, ἀλλά αὐτοί τίποτα. Συνέχισαν, διακωμωδώντας κι ἐσένα ἀλλά καί ὅλους ἔπειτα τούς παπάδες καί τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Καί μαζί βέβαια καί τόν νέο αὐτόν ἄνθρωπο πού βοήθησες. Τό τί ἔλεγαν ἀπό πίσω του δέν λέγεται!» Φάνηκε νά γίνεται ράκος ὁ καλός αὐτός ἄνθρωπος.
«Μήν ἀνησυχεῖς, Ἰωάννη», εἶπε ὁ Δανιήλ. «Δέν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ τελευταία φορά πού συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ὁ διάβολος σέρνει τούς ἀνθρώπους στή συκοφαντία πολύ εὔκολα, ἰδίως ὅταν πρόκειται γιά τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ δέν δίστασαν τά ὄργανα τοῦ διαβόλου νά κατηγορήσουν τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας γιά κάτι τέτοιο, δέν δίστασαν νά κατηγορήσουν τόν Κύριο καί Θεό μας, καί θά διστάσουν ἀπέναντι σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔτσι κι ἀλλιῶς βαρυνόμαστε γιά πολλές ἁμαρτίες; Δέν πρέπει ὅμως νά καταβαλλόμαστε. Γιατί τόν τελικό λόγο τόν ἔχει ὁ παντοδύναμος καί παντοκράτορας Θεός μας. Μπορεῖ νά λένε ὅ,τι θέλουν οἱ ἄνθρωποι, τελικῶς ὅμως ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύπτεται, γιατί ὁ Κύριος εἶναι ἡ πηγή της, πού σημαίνει ὅτι Ἐκεῖνος τήν φυλάσσει καί τήν φανερώνει τότε πού πρέπει σέ ὅλους τούς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους».
Χάιδεψε ὁ Γέροντας μέ στοργή τό κεφάλι τοῦ Ἰωάννη. Τοῦ εἶπε καί ἄλλα, τόν στήριξε, τόν πρόπεμψε γιά νά φύγει εἰρηνεμένος. «Ἕνα μόνο θέλω ἀπό σένα, Ἰωάννη. Νά πᾶς στό σπίτι τοῦ νεαροῦ πατέρα καί νά τόν παρακαλέσεις ἐκ μέρους μου, τώρα πού γεννήθηκε τό παιδί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ,  νά ἑτοιμάσει γεῦμα καί νά καλέσει τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους του. Σ’ αὐτό τό γεῦμα, πές του, θά παρευρεθῶ κι ἐγώ».  
 
Ἔτσι καί ἔγινε. Οἱ εὐτυχισμένοι γονεῖς ἑτοίμασαν ἕνα μεγάλο τραπέζι. Συγγενεῖς καί φίλοι βρέθηκαν ἀνταμωμένοι γιά τό χαρμόσυνο γεγονός, μαζί τους κι ὁ ἀββᾶς Δανιήλ. Κάποιων οἱ καρδιές βέβαια, μᾶλλον  ὅλων οἱ καρδιές, εἶχαν στό βάθος τους ἕνα βάρος, γιατί ὅλοι τελικῶς γνώριζαν τή συκοφαντία κατά τοῦ Γέροντα, ὁρισμένοι μάλιστα ἀπό αὐτούς τήν εἶχαν ἀναπαραγάγει καί οἱ ἴδιοι. Τό κακό ὡς γνωστόν ἀναπαράγεται πολύ εὔκολα, τά λόγια σάν ἄνεμος σκορπίζονται καί διαπερνοῦν τά αὐτιά ἀλλά καί τίς καρδιές τῶν περισσοτέρων. Ὁ Γέροντας εὐλόγησε τό τραπέζι, τό φαγητό ξεκίνησε. Ἔτρωγαν οἱ πολλοί κι ἡ ἐνοχή, ἀλλά καί ἡ ὑποψία, τούς ἔτρωγε κι αὐτή. Κάποιοι κοιτοῦσαν πότε τούς γονεῖς, πότε τόν Δανιήλ καί πότε…, διακριτικά ὅσο μποροῦσαν, στρέφονταν καί κοίταζαν καί τό νιογέννητο. «Τίνος τελικά μοιάζει;»  

Ἡ φωνή τοῦ Γέροντα στό μέσο τοῦ γεύματος τούς τάραξε. «Παρακαλῶ», εἶπε ἀργά καί ὑποβλητικά, «θέλω τήν προσοχή ὅλων σας». Ὅλοι σταμάτησαν καί κοίταζαν τόν Γέροντα. Αὐτός σηκώθηκε, πῆρε τό νιογέννητο, εἰκοσιδύο μόλις ἡμερῶν βυζασταρούδι, καί τό ἔβαλε στήν ἀγκαλιά του. Ἡ ἀπορία ἦταν ζωγραφισμένη στά πρόσωπα τῶν συνδαιτημόνων. Οἱ πάντες καταλάβαιναν ὅτι κάτι πολύ περίεργο καί παράξενο πρόκειται νά συμβεῖ. Τί ὅμως; Ποιά ἀποκάλυψη θά ἔκανε ὁ Γέροντας; «Μικρό μου», εἶπε μέ ἄπειρη ἀγάπη ἀπευθυνόμενος στό… νιογέννητο. «Ποιός εἶναι ὁ πατέρας σου;» Τά πρόσωπα εἶχαν παγώσει. Τά χέρια κείτουνταν ἀκούνητα στό τραπέζι. Οἱ στιγμές φαίνονταν… αἰώνιες.
Τό μικρό χεράκι κινήθηκε ἔξω ἀπό τό σκέπασμά του. Ὑψώθηκε μ’ ἕναν θαυμαστό τρόπο καί ἔδειξε πρός τή μεριά τοῦ νεαροῦ ἄνδρα, τοῦ πατέρα του.
 «Αὐτός», εἶπε καί κούρνιασε εὐτυχισμένο στήν ἀγκαλιά τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ.
 Ἡ ἀλήθεια ἔλαμψε σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο. Τά πρόσωπα τῶν γονέων, τοῦ ἀββᾶ καί τῶν γνήσιων φίλων του ἔλαμψαν μέσα στό φῶς. Τά σκοτεινά πρόσωπα τῶν ρυπαρῶν καρδιῶν ἔκλιναν πρός τά κάτω μέσα σέ ἀνείπωτη ντροπή! 
 
(Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 114)

 

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


 
Ἡ ὑπέρμετρη ἁγιότητά του καί τό καταλυτικό γιά τήν προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ ἔργο του δέν ὀφείλονται μόνο στή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ᾽Ιωάννης ἦταν ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προφήτης, ἀλλά πού συνήργησε σ᾽ αὐτό καί ὁ ἴδιος τά μέγιστα, γιά νά ἀναδειχθεῖ στό σημεῖο πού ἔφτασε. Καί ἡ συνέργειά του ἔγκειτο στήν κατάθεση τῆς θέλησής του στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ᾽Αδιάκοπα ὁ ᾽Ιωάννης, ἤδη ἐκ βρέφους κοιλίας, ἔθετε τόν ἑαυτό του στήν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού σημαίνει ὅτι αὐτά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός – τά χαρίσματα τοῦ κατά φύσιν – τά ἐργάστηκε μέ τέτοιον τρόπο διά τῆς ἁγνότητάς του καί τῆς σωφροσύνης του, ὥστε νά ἀποφύγει ὅ,τι ὁδηγοῦσε στήν ἁμαρτία – τό λεγόμενο παρά φύσιν – καί νά φτάσει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ στό μεγαλεῖο τῆς ἐν Θεῷ παραμονῆς του – σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζεται ὑπέρ φύσιν.  Κατά τά λόγια μάλιστα τοῦ δοξαστικοῦ τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ, ποιήματος τῆς ἁγίας Κασσιανῆς, ῾ἁγνείαν γάρ παντελῆ καί σωφροσύνην ἀσπασάμενος, εἶχε μέν τό κατά φύσιν, ἔφυγε δέ τό παρά φύσιν, ὑπέρ φύσιν ἀγωνισάμενος᾽. Αὐτόν λοιπόν ὅλοι οἱ πιστοί, μιμούμενοι κατά τίς ἀρετές του, ἄς τόν παρακαλοῦμε νά πρεσβεύει γιά ἐμᾶς, γιά νά σωθοῦν οἱ ψυχές μας.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

ΠΥΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ



Πέρασαν τή βαριά θύρα τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου καί βαριανασαίνοντας ἀπό τή ζέστη ἔκαναν τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. «Δόξα σοι ὁ Θεός», βγῆκε αὐθόρμητα ἡ δοξολογία ἀπό τά χείλη τους. «Πιεῖτε λίγο νερό ἀπό τήν πηγούλα μας, εἶναι πολύ δροσερό», τούς εἶπε ὁ ἀρχοντάρης μοναχός καλωσορίζοντάς τους, «καί σ’ ἕνα λεπτό θά εἶναι ἐδῶ ὁ ἅγιος ἡγούμενος». Πλησίασαν καί γεύτηκαν τό δροσερό νερό πού ἔβγαινε ἀπό ἕνα βραχάκι τῆς αὐλῆς καί πού φάνταζε ὡς μικρός παράδεισος στή ζέστη τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἔβγαλαν τό σκοῦφο τους καί ἔριξαν νερό καί στά πυρωμένα κεφάλια τους. Ἡ δροσιά τούς ἀνακούφισε καί τούς ἀναζωογόνησε. Συνηθισμένοι ἀπό τίς ὁδοιπορίες καί τά προσκυνήματα ὁ Ἰωάννης καί ὁ Σωφρόνιος βρέθηκαν μέ μεγάλη χαρά στήν ἁγιασμένη Μονή τοῦ μεγάλου Πατέρα Θεοδοσίου. Ἤξεραν ὅτι ἐκεῖ θά συναντοῦσαν ἀνθρώπους πράγματι ἀφιερωμένους στόν Θεό καί θά μάθαιναν γιά ἄλλους πού τό τέλος τους λόγω τῆς σπουδαίας ἄσκησής τους ὑπῆρξε ὁσιακό.
«Καλῶς τους, καλῶς τους», εἶπε μέ πλατύ χαμόγελο ὁ ἀββᾶς Θεοδόσιος, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος μετά ἀπό κάποια χρόνια ἔγινε ἐπίσκοπος Καπιτωλιάδος, κι ἀγκάλιασε μέ ἀνυπόκριτη ἀγάπη τούς δύο γνωστούς ἀδελφούς. «Περάστε νά προσκυνήσετε στόν Ναό καί μετά πᾶμε στό ἀρχονταρίκι». Ἤξερε ὁ ἀββᾶς Θεοδόσιος ὅτι οἱ δύο συκεκριμένοι καλόγεροι δέν ἦταν τυχαῖοι. Ἄνθρωποι ἀφοσιωμένοι στόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τούς φώτισε κάποια στιγμή νά ἀναλάβουν «ἐκστρατεία» γνωριμίας μέ ὅλα τά μεγάλα καί τά μικρά μοναστήρια καί προσκυνήματα, ἐκεῖ πού ἄνθιζε ὁ χριστιανισμός, νά καταγράψουν τίς ἐμπειρίες τους, νά γίνουν μάρτυρες τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως τήν βιώνουν ἄνθρωποι πού τό λέει ἡ καρδιά τους.
Ἔγινε τό προσκύνημα στόν ναό, πέρασαν στό ἀρχονταρίκι.  «Λοιπόν, ἀδελφοί μου», εἶπε ὁ ἡγούμενος, «τί μαρτυρίες μᾶς φέρνετε ἀπό τά προσκυνήματά σας αὐτήν τή φορά; Ξέρουμε ὅτι ἐπιθυμία δική σας εἶναι ἐμεῖς νά σᾶς ποῦμε γιά τή βιωμένη πίστη μας, μά θά θέλαμε πρίν ἀπό αὐτό τή δική σας μαρτυρία». Δέν ἀρνήθηκαν οἱ δύο ἀδελφοί.  Ξεκίνησαν νά διηγοῦνται, ἐνῶ τό κέρασμα μέ τήν ἐντολή τοῦ ἀββᾶ ἦταν ἤδη ἕτοιμο καί προσφερόταν στους κουρασμένους ὁδοιπόρους. Μίλησαν γιά πολλά, εἶπαν γιά ἀνθρώπους ὁσίους πού συνάντησαν ἤ ἄκουσαν γι’ αὐτούς, καί γιά ἀσκητές «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. «Θά θέλαμε ὅμως Γέροντα», κατέληξε ὁ π. Ἰωάννης, «νά μᾶς πεῖτε γιά τήν προσευχή, γιά τήν ἐργασία αὐτή πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ἑνώνεται πράγματι μέ τόν Θεό, γιά ἀνθρώπους πού εἴδατε ὅτι τήν ἀσκοῦν μέ τόν τρόπο πού θέλει ὁ Κύριος. Γιατί αὐτό καταλάβαμε καί ὡς μοναχοί ἀλλά καί ὡς προσκυνητές πού γυρίζουμε, ὅτι ἡ προσευχή ἀποτελεῖ τό κέντρο καί τό ἅπαν τῆς ὕπαρξης τοῦ χριστιανοῦ. Στήν προσευχή φανερώνεται τό ποιόν τῆς χριστιανικῆς του συνείδησης,  ἀποτελεῖ τόν καθρέπτη τῆς ὅλης πνευματικῆς του ζωῆς. Λοιπόν, κάθε τι πού σχετίζεται μέ τόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς ἀποτελεῖ γιά μᾶς καθοδηγητικό στοιχεῖο πού μπορεῖ νά βοηθήσει στόν σκοπό μας, δηλαδή τή σωτηρία μας καί τή σχέση μας μέ τόν Χριστό.
Ὁ ἀββᾶς Θεοδόσιος δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Παρότρυνε τούς επισκέπτες  νά γευτοῦν τό κέρασμά τους, νά ξεκουραστοῦν λίγο, ὥστε νά τοῦ δοθεῖ ἴσως χρόνος γιά νά σκεφτεῖ καί νά μιλήσει. Ὁ Σωφρόνιος, πρῶτος αὐτός, ἀνταποκρίθηκε ἀμέσως στήν προτροπή τοῦ ἡγουμένου, προκειμένου νά ἑτοιμάσει καί τά χαρτιά του καί νά ἀρχίσει τήν καταγραφή. Ὡστόσο, βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ρίξει μιά ματιά στό ἁπλό δωμάτιο ὑποδοχῆς. Κάποια παλιά καθίσματα, λίγες εἰκόνες, ἕνα μικρό προσκυνητάρι πού πάνω του ἔκαιγε ἕνα καντήλι, ἦταν τό ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς, πού μύριζε εὐωδιαστό λιβάνι ἀπό προηγούμενο κάψιμό του. Τήν ὥρα πού ὁ ἡγούμενος Θεοδόσιος πῆγε νά ξεκινήσει  τόν λόγο, κατέφθασε κι ὁ γέροντας Ἀνδρέας, γνωστός κι αὐτός ἀπό παλιότερα τῶν ἀδελφῶν. Τόν χαιρέτισαν καί τόν ἀσπάστηκαν. «Κάθησε, πάτερ Ἀνδρέα», τοῦ εἶπε ὁ ἡγούμενος. «Θά βοηθήσεις κι ἐσύ καί θά συμπληρώσεις ὅ,τι ἴσως παραλείψω ἐγώ. Οἱ ἀδελφοί ἐδῶ πού τούς ξέρεις, ζητήσανε νά τούς πῶ λίγα λόγια γιά τήν προσευχή, γιά τό κέντρο τῆς ὕπαρξης τοῦ χριστιανοῦ, ὅπως εἶπαν». Κάθισε καί ὁ π. Ἀνδρέας, μεσήλικας στά χρόνια καί μέ μεγάλη πεῖρα στήν καλογερική ζωή, ἀφοῦ σχεδόν παιδιόθεν βρέθηκε στόν ἁγιασμένο τόπο τοῦ Μοναστηριοῦ. «Δόξα σοι ὁ Θεός», τοῦ ξέφυγε ὁ ἀναστεναγμός καί τά χέρια του ἄρχισαν νά γλιστρᾶνε στους κόμπους τοῦ μαύρου κομποσχοινιοῦ του.
«Πατέρες μου», εἶπε στοχαστικά ὁ ἀββᾶς, «δέν θά σᾶς πῶ πράγματα πού τά ξέρετε καλύτερα ἀπό μένα. Ἡ προσευχή γιά τόν χριστιανό πράγματι ἀποτελεῖ ὅ,τι ἀνώτερο ἀλλά  καί κοπιαστικότερο στήν πνευματική του ζωή. Ὅπως ἔχει πεῖ καί ὁ μεγάλος Πατέρας μας ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον». Νά μνημονεύουμε πρέπει τόν Θεό πιό πολύ καί ἀπό τήν ἀναπνοή μας. Εἶναι δηλαδή θέμα ζωῆς καί θανάτου μας. Γιατί ἀκριβῶς ὁ Θεός εἶναι ἡ ζωή μας. Αὐτός μᾶς δημιούργησε, Αὐτός μᾶς κρατάει στήν ὕπαρξη, Αὐτός μᾶς κατευθύνει στόν τελικό μας προορισμό. Χωρίς Αὐτόν ἡ ζωή δέν εἶναι ζωή· εἶναι θάνατος πού μοιάζει μέ ζωή. Κι αὐτό στηρίζεται στό γεγονός ὅτι μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν Του», ἑπομένως ἡ στροφή μας σ’Αὐτόν εἶναι ἡ φυσιολογία μας. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος ἀπαρχῆς ἔδωσε τήν ἐντολή νά Τόν ἀγαπᾶμε «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος μας». Ἐπειδή ὁ Θεός μας εἶναι ἀγάπη, τό ἴδιο καλούμαστε νά ζήσουμε κι ἐμεῖς. Ἡ ἀγάπη πρός Αὐτόν καί πρός τήν κάθε εἰκόνα Του, τόν ἄνθρωπο, εἶναι τό κύριο ἔργο μας, γι’ αὐτό καί ἄνθρωπος πού δέν προσεύχεται δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος. Ὅπως εἴπαμε, ζεῖ ἀκόμη καί ζωντανός ὡς νεκρός».
«Ἀββᾶ», διέκοψε μέ σεμνότητα ὁ Σωφρόνιος. «Ἔχετε νά μᾶς πεῖτε περιπτώσεις ἀπό τήν προσωπική σας ζωή πού δείχνουν ὅτι ὁ Θεός ἐπευλογεῖ τήν ἀληθινή προσευχή; Γιατί ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε συγκλονιστικά πράγματα γιά ἐκεῖνον πού ἀφιερώνεται στόν Ἴδιο. Θυμᾶμαι, γιά παράδειγμα, αὐτό πού ἀναφέρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης γιά τόν ἀδελφό του τόν Μ. Βασίλειο. Τόν εἶδε κάποια στιγμή ἐν ὥρᾳ προσευχῆς κι ὁ τόπος ὅλος φωτιζόταν ἀπό ὑπερκόσμιο φῶς. Δέν εἶπε τίποτε τότε, ἀλλά τό κατέγραψε ἀργότερα. Κάτι τέτοιο ὁ Κύριος τό ἀνέφερε ὡς δεδομένο γιά κάθε ἀληθινό χριστιανό».
Σάν νά ὑγράνθηκαν τά μάτια τοῦ ἀββᾶ Θεοδόσιου. Ἔστρεψε τό βλέμμα του στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ πού κρεμόταν στόν κεντρικό τοῖχο τοῦ δωματίου καί ἀπάντησε. «Βεβαίως, π. Σωφρόνιε. Καί δέν πρόκειται νά μιλήσω γιά προσωπικές μου περιπτώσεις, ὅπως εἶπες, γιατί ἐγώ βρίσκομαι, ἄν βρίσκομαι, στά κράσπεδα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Δέν ξέρω μάλιστα ἄν ἔχω ξεκινήσει κἄν τή ζωή αὐτή, ἀφοῦ τό μόνο πού καταλαβαίνω εἶναι ὅτι μολύνω καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέω ὅσο ζῶ. Ἀλλά ἐλπίζω ὁ Κύριος νά μέ ἐλεήσει…», ἄφησε ἕνα κενό στόν λόγο του. Ἀνέπνευσε βαθιά καί πῆρε δύναμη νά συνεχίσει. «Ἔχω ὅμως νά καταθέσω μία μαρτυρία ἀληθινῆς προσευχῆς, γιατί μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Κύριο νά τό δῶ καί νά τό ζήσω, ἐδῶ στό μοναστήρι μας». Τά μάτια τοῦ Ἰωάννη καί τοῦ Σωφρονίου ἄνοιξαν διάπλατα. Ἡ προσοχή τους ἐντάθηκε. Ὁ Σωφρόνιος διόρθωσε τά γραπτά του κι ἑτοιμάστηκε νά καταγράψει καί τήν παραμικρότερη λεπτομέρεια.
«Λοιπόν», εἶπε ὁ ἡγούμενος, «πρίν ἀπό πολύ καιρό, κάποια ἡμέρα μετά τό ἀπόδειπνο στόν ναό καί πρίν σημάνει τό νυκτερινό ξύλο πού καλεῖ σέ πλήρη σιωπή, ἐγώ ἑτοιμαζόμουν νά ξαπλώσω στό κρεβατάκι μου. Εἶχα κάνει καί τόν κανόνα μου, εἶχα λίγο μελετήσει κι εἶπα νά ἀναπαυτῶ. Τότε λοιπόν πού ξάπλωνα, ἄκουσα κάποιον νά λέει μέ ἤρεμη καί ἥσυχη φωνή τό «Κύριε ἐλέησον». Προφανῶς αὐτός πού τό ἔλεγε πίστευε ὅτι δέν ἀκουγόταν, ἀλλά ἦταν τέτοια ἡ ἡσυχία τοῦ τόπου, ἦταν τέτοια ἡ σιγαλιά ἐκείνου τοῦ σούρουπου, πού ἀκουγόταν καί τό παραμικρό. Δέν κουνήθηκα ἀπό τή θέση μου, μήπως ἀκουστεῖ τίποτε καί ταράξει τήν προσευχή τοῦ ἀγνώστου ἐκείνη τή στιγμή συνασκητῆ μου. Παρακολουθοῦσα τήν προσευχή, μετεῖχα κατά περίεργο τρόπο κι ἐγώ σ’ αὐτήν, μέτρησα μάλιστα πεντακόσια «Κύριε ἐλέησον». Σταμάτησε κάποια στιγμή ἡ φωνή, ὁπότε σηκώθηκα πολύ σιγά ἀπό τό κρεβάτι καί κοίταξα προσεκτικά ἀπό τό παράθυρο τοῦ κελλιοῦ μου γιά νά δῶ ποιός ἤτανε αὐτός πού προσευχόταν. Πρός τή μεριά τῆς Ἐκκλησίας εἶδα ἕνα γέροντα γονατιστό, πού φάνηκε πολύ καθαρά ὅμως ποιός ἦταν, γιατί – Κύριε ἐλέησον! - ἕνα φωτεινό ἀστέρι βρισκόταν πάνω ἀκριβῶς ἀπό τό κεφάλι του…». Σταυροκοπήθηκε ὁ ἀββᾶς καί τά μάτια του ἔδειξαν τήν κατάνυξη τῆς καρδιᾶς του. «Ναί, πατέρες μου, ὁ Θεός μέ ἀξίωσε νά δῶ ἕναν ἄνθρωπο ἀληθινῆς προσευχῆς, κι αὐτός ἦταν ὁ γέροντας τῆς μονῆς μας, ὁ γερο-Νόννος, παράδειγμα καί καύχημα γιά ὅλους μέ τήν ὁσιακή καί ἡσυχαστική του ζωή. Τό «Κύριε ἐλέησον» στόν γέροντα αὐτόν ἦταν θά λέγαμε κολλημένο στήν ἀναπνοή του. Ἀνέπνεε πάντοτε τόν Χριστό, κάτι πού φαινόταν μέ ὅλη τή βιωτή του, τήν ἀγάπη του πρός ὅλους μας, τή μεγάλη του ταπείνωση».
Ὁ Σωφρόνιος ἔγραφε πυρετωδῶς. Κατά διαστήματα μόνο ἀνασήκωνε τό κεφάλι του, γιά νά μπορεῖ νά ἔχει καί ὀπτική ἐπαφή μέ τό περιβάλλον του, ἐνῶ ἡ συνέχεια «διέλυσε» τήν καρδιά τῶν προσκυνητῶν, καθώς τόν λόγο αὐτήν τή φορά πῆρε καί ὁ ἀββᾶς Ἀνδρέας. «Γέροντα», εἶπε στόν ἡγούμενο, «μπορῶ νά πῶ κι ἐγώ κάτι γιά τόν ὅσιο αὐτόν ἄνθρωπο; Γιατί, ἐσεῖς τό ξέρετε βέβαια, δόθηκε καί σ’ ἐμένα ἡ χάρη νά δῶ τήν ἀληθινή προσευχή στό πρόσωπο τοῦ συγκεκριμένου γέροντα». Εὐλόγησε ὁ ἡγούμενος καί ὁ π. Ἀνδρέας πῆρε τόν λόγο μέ τή σειρά του. «Πατέρες μου, καί ἡ δική μου ἐμπειρία δέν εἶναι διαφορετική. Μία ἡμέρα, πρίν ἀκόμη σημάνει ὁ ἐκκλησιαστικός γιά τήν πρωϊνή ἀκολουθία, σχεδόν ἀξημέρωτα, ἐγώ εἶχα ἑτοιμαστεῖ, βγῆκα ἀπό τό κελλί μου καί κατέβηκα πρός τήν Ἐκκλησία.  Τό θέαμα πού ἀντίκρυσα μέ ἔκανε νά… κοκκαλώσω, νά φοβηθῶ, νά τό βάλω τελικά στά πόδια. Ἦταν ἡ ἀπειρία μου βέβαια καί ἡ μεγάλη μου ἁμαρτωλότητα. Ἀλλά τότε ἔτσι ἀντέδρασα. Τί εἶδα λοιπόν; Ὁ γερο-Νόννος βρισκόταν μπροστά ἀπό τόν ναό, νά ἔχει τά δυό του χέρια ὑψωμένα στόν οὐρανό καί νά προσεύχεται. Θά μοῦ πεῖτε, τί τό περίεργο πού μέ συγκλόνισε; Δέν ἦταν ὅτι προσευχόταν ὁ γέροντας. Ἦταν τό γεγονός ὅτι τά χέρια του… ἔλαμπαν σάν… πύρινες λαμπάδες. Δέν εἶχα ξαναδεῖ κάτι τέτοιο. Εἶχα ἀκούσει καί εἶχα διαβάσει γιά παλιούς ἀσκητές πού προσεύχονταν ἔτσι, ἀλλά ἄλλο νά τό ἀκοῦς ἤ νά τό διαβάζεις, καί ἄλλο νά τό βλέπεις! Ἦταν μία ἐμπειρία πού μέ σφράγισε κι ἐμένα, γιατί κατάλαβα τή μικρότητά μου, ἀλλά καί τό μεγαλεῖο τοῦ χριστιανοῦ, ὅταν θέλει νά εἶναι πραγματικός χριστιανός. Τό ἐξομολογήθηκα στόν ἡγούμενο, καί ἔκτοτε ὅλοι μας στεκόμασταν μέ μεγάλο δέος ἀπέναντι σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δέν ἔπαυε νά προσεύχεται γιά τίς ἁμαρτίες του καί νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του τόν μικρότερο ὅλων μας καί τόν χειρότερο τῶν ἁμαρτωλῶν… Περιττό νά ποῦμε ὅτι καί τά τέλη του ὑπῆρξαν ὁσιακά. Εὐωδίασε τότε ὅλο τό μοναστήρι!»
Ἡ πέννα ἔπεσε ἀπό τά χέρια τοῦ Σωφρόνιου. Ἄλλωστε καί νά τήν κρατοῦσε δέν θά μποροῦσε νά γράψει, γιατί τά μάτια κι αὐτοῦ, ὅπως ὅλων, ἦταν θολωμένα ἀπό τά δάκρυα. Ἡ σιωπή κάλυψε τήν ἀτμόσφαιρα γιά ἀρκετή ὥρα. Ἀργότερα ὁ Σωφρόνιος βρῆκε τή δύναμη νά συνεχίσει τήν καταγραφή…
(Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 104)