Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΜΕ ΠΟΛΕΜΟ!

 «Μην πολεμάτε να διώξετε το σκοτάδι απ’ το δωμάτιο της ψυχής σας. Ανοίξτε μια τρυπίτσα, για να έλθει το φως, και το σκοτάδι θα φύγει. Το ίδιο ισχύει και για τα πάθη και τις αδυναμίες. Να μην τα πολεμάτε, αλλά να τα μεταμορφώνετε σε δυνάμεις, περιφρονώντας το κακό. Να καταγίνεσθε με τα τροπάρια, τους κανόνες, τη λατρεία του Θεού, τον θείο έρωτα. Όλα τ’ άγια βιβλία της Εκκλησίας, μας, η Παρακλητική, το Ωρολόγιο, το Ψαλτήρι, τα Μηναία περιέχουν λόγια άγια, ερωτικά προς τον Χριστό μας. Να τα διαβάζετε με χαρά και αγάπη και αγαλλίαση. Όταν δοθείτε σ’  αυτήν την προσπάθεια με λαχτάρα, η ψυχή σας θ’ αγιάζεται με τρόπο απαλό, μυστικό, χωρίς να το καταλαβαίνετε» (Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, Ι. Μ. Χρυσοπηγής, Χανιά, 2003, σελ. 283).

Μία απλή εμπειρική πραγματικότητα αναφέρει ο μεγάλος σύγχρονος άγιος και αγαπημένος Γέροντας Πορφύριος: Όταν θέλουμε να φύγουμε από το σκοτάδι, δεν προβαίνουμε σε…πολεμικές ενέργειες! Απλώς στρεφόμαστε προς το φως – αρκεί και μία… τρυπίτσα! Για να τονίσει έτσι ότι το ίδιο ισχύει και στην πνευματική ζωή. Τι δηλαδή; Ότι ζώντας σ’ έναν κόσμο που λόγω της αμαρτίας έχει χάσει την κοινωνία του με το φως που είναι ο Θεός και συνεπώς ζει μέσα στο πνευματικό σκοτάδι  – «ο Θεός είναι φως και δεν υπάρχει σ’ Αυτόν κανένα σκοτάδι» μάς λέει ο λόγος του Θεού – το μόνο που αρμόζει να κάνουμε οι άνθρωποι είναι να στραφούμε ακριβώς προς το φως, να στραφούμε δηλαδή προς τον Θεό.

Το κάνουμε όμως; Στρεφόμαστε προς το θεωρούμενο αυτονόητο, δηλαδή το φως του Χριστού και Θεού; Και δεν μιλάμε μόνο για τους εκτός της χριστιανικής πίστεως και της Εκκλησίας – εκείνοι έχουν αρκετά  δικαιολογητικά που τους κρατούν εκτός του φωτός του Χριστού.  Μιλάμε κυρίως για τους εντός, για εμάς τους ίδιους, που ο «συσχηματισμός» μας πολλές φορές με τον κόσμο είναι τόσο μεγάλος, ώστε δεν απέχουμε και πολύ από τη ζωή των αθέων. Γιατί; Διότι ο κόσμος με τη σαγήνη του μας έχει «ρουφήξει» στα γρανάζια του και η μετάνοια ως οδός Κυρίου φαντάζει ως... Έβερεστ στη ζωή μας. Δρόμος μας γίνεται το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γάρ αποθνήσκομεν», συνεπώς η ημέρα μας είναι καλυμμένη από τα βαριά νέφη των παθών μας και «ο ασέληνος έρως της αμαρτίας» σαν την περίπτωση της πόρνης του Ευαγγελίου μάς έχει τυλίξει στα πέπλα του. Το κάνουμε λοιπόν;

Έρχονται στιγμές που το ποθούμε. Διότι συνεχίζει να λειτουργεί στο βάθος της καρδιάς μας, έστω και ως υποψία, η χάρη του αγίου βαπτίσματός μας. Και κυρίως: «τα οψώνια της αμαρτίας» που έρχονται ως κύματα τεράστια πάνω μας. Η θλίψη, η στενοχώρια, η μελαγχολία, οι εξάψεις οργής, η ταραχή που νιώθουμε, είναι αυτά που συχνά μάς κάνουν να οραματιζόμαστε το φως και να το θέλουμε στη ζωή μας. Κι είναι η ώρα της χάρης του Θεού που θα πρέπει να την αξιοποιούμε, γιατί από μία τέτοια ώρα φωτός μπορεί να σφραγιστεί ολόκληρη η ζωή μας. Την ώρα που θυμόμαστε Χριστό, να μην αφήνουμε την ευκαιρία. «Κύριε, σώσε με» κραύγασε ο Πέτρος τότε που καταποντιζόταν κι ο Κύριος τού άδραξε το χέρι και τον έσωσε.

Και πέραν αυτού: ο παραπάνω λόγος του αγίου Πορφυρίου ισχύει και για τους προχωρημένους θα λέγαμε και «τελείους» χριστιανούς, οι οποίοι σε κάποια ή κάποιες φάσεις της ζωής τους κάμπτονται στον πνευματικό τους αγώνα, χαλαρώνουν την έντασή τους, απογοητεύονται, πάνε να απελπιστούν – οι πειρασμοί του διαβόλου φαίνονται ότι παίρνουν το πάνω χέρι. Σ’ αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις, τις δύσκολες στην πνευματική ζωή, χρειάζεται η υπενθύμιση του αγίου Γέροντα: «το σκοτάδι δεν το πολεμούμε. Στρεφόμαστε απλώς προς το φως». Ο ίδιος ο άγιος σε άλλο σημείο το εξηγεί: «Κάθε φορά που έβλεπα τον πειρασμό, δηλαδή το σκοτάδι, να πλησιάζει έκανα αυτό που κάνει ένα παιδί που νιώθει φόβο: στρέφεται προς τον πατέρα του και πέφτει στην αγκαλιά του». Το ίδιο σημειώνει με παρεμφερές παράδειγμα ο όσιος αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: «Βλέποντας τον πειρασμό να με απειλεί σαν ένα άγριο ζώο που έρχεται κατεπάνω μου, σκαρφάλωνα στο δέντρο της προσευχής».

Το σκοτάδι όντως συχνά μας επισκέπτεται - ο διάβολος δεν σταματά να κάνει τη δουλειά του. Αλλά και τα πάθη μας δεν μας αφήνουν τόσο εύκολα, όσο βρισκόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Η λύση και η διέξοδος όμως είναι γνωστή και μπροστά μας: Η στροφή με αποφασιστική διάθεση και με ζέουσα καρδιά στον «μόνον δυνάμενον σώζειν», τον Κύριο Ιησού Χριστό. Και μόνον η μετατόπιση της προσοχής μας τις περισσότερες φορές στην εικόνα του Χριστού, της Παναγίας μας, των αγίων μας, όταν βρισκόμαστε σε μία δυσκολεμένη κατάσταση, ήδη έχει ξεκινήσει την υπέρβαση της δυσκολίας. Κι ακόμη πιο συγκεκριμένα, κατά τον όσιο: η μελέτη των βιβλίων της Εκκλησίας μας, η προσευχή μας με βάση τα ερωτικά λόγια προς τον Κύριο που περιέχουν αυτά -  μας σπρώχνουν προς το φως απαλά, χωρίς πιέσεις και άγχη! Το μόνο ζητούμενο: Να θέλουμε το φως περισσότερο από το σκοτάδι!

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΓΕΛΗΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΚΑΙ ΕΝ ΧΙΩ ΑΣΚΗΣΑΣ

«Ευλαβής, φιλήσυχος, φιλακόλουθος και ευσεβής ο Αγγελής, εξασκούσε το λειτούργημα του ιατρού στο Άργος. Σε κάποια θρησκευτική συζήτηση με έναν Γάλλο, υπεραμύνθηκε της χριστιανικής πίστεως και δέχτηκε να μονομαχήσει χωρίς όπλο με τον Γάλλο, που ήταν οπλισμένος. Ο Γάλλος μπροστά στην πίστη του Αγγελή δείλιασε και ο Αγγελής αναδείχτηκε και επίσημα νικητής. Μετά τη νίκη αυτή ο Αγγελής αποφάσισε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Εγκατέλειψε λοιπόν την ιατριή και κλείστηκε στο υπερώο του σπιτιού του. Ξαφνικά όμως, άγνωστο για ποιο λόγο, το Σάββατο του Λαζάρου του έτους 1813 μ.Χ., αρνήθηκε τον Χριστό και έγινε Μουσουλμάνος. Επειδή δημιούργησε επεισόδιο σε καφενείο του Ναυπλίου, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, οι αρχές τον εξόρισαν στη Χίο. Εκεί μετανοημένος, έβρεχε κάθε μέρα με δάκρυα μετανοίας τους ναούς και προσευχόταν. Επίσης έδινε αφορμές στους Τούρκους, επιζητώντας το μαρτύριο. Κάποτε μπήκε σε κάποιο τελωνείο και ομολόγησε ότι ήταν Χριστιανός. Οι Τούρκοι τον έδειραν ανελέητα και τον έκλεισαν σιδηροδέσμιο στη φυλακή του Κάστρου της Χίου. Αλλά επειδή παρέμεινε σταθερός στη χριστιανική ομολογία του, αποκεφαλίστηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1813».

Ο άγιος Αγγελής ανήκει στη χορεία των λεγομένων νεομαρτύρων, εκείνων δηλαδή των μαρτύρων που έφυγαν από τη ζωή αυτή με μαρτυρικό τρόπο κατά την περίοδο κυρίως της Τουρκοκρατίας. Και πρόκειται για μάρτυρες ισοστάσιους με τους παλαιούς τόσο που λέμε ότι οι νέοι φέρνουν και πάλι στην επιφάνεια τον ενθουσιασμό και τη δόξα των πρώτων μαρτύρων, σαν να έχουμε δηλαδή μία δυναμική επάνοδο της πίστης τους, κάτω από άλλο απλώς πρόσωπο αλλά με ίδιο σχεδόν όνομα. Την ίδια εκτίμηση έχει και ο υμνογράφος του αγίου Αγγελή, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει: «η χορεία των μαρτύρων, Αγγελή, σε δέχτηκε στον ουρανό με χαρά, σαν ιερά προσθήκη του».

Εκείνο που αξίζει ιδιαιτέρως να τονιστεί από το μαρτύριο του αγίου Αγγελή είναι το εθελούσιο αυτού - ο άγιος επεζήτησε μόνος του το μαρτύριο. Κατά την έκφραση του υμνογράφου: «Φέρνοντας τον εαυτό σου με τη θέλησή σου τον παρέδωσες στην ωμότητα και την επιθετικότητα των τυράννων». Δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός. Πέραν του ότι το συναντάμε επανειλημμένως και στα πρωτοχριστιανικά χρόνια των διωγμών, στην Τουρκοκρατία ήταν σχεδόν παγιωμένη κατάσταση για εκείνους που είχαν αρνηθεί τον Χριστό σε κάποια φάση της ζωής τους και είχαν γίνει Μουσουλμάνοι, τους αρνησιχρίστους. Σ’ αυτούς θεωρείτο δεδομένο το εθελούσιο μαρτύριο, προκειμένου να ξεπλύνουν την άρνησή τους, κάτι που βεβαίωνε και ο Κύριος με τη χάρη που τους έδινε. Όπως συνέβη και με τον άγιο Αγγελή. «Έλαβες από τον Χριστό το στεφάνι της αφθαρσίας, μάρτυς Αγγελή, αφού αποκόπηκε με ξίφος το κεφάλι σου για χάρη Του».

Ανεξάρτητα πάντως από το δοξασμένο μαρτυρικό τέλος του αγίου Αγγελή και των ομοίων του αρνησιχρίστων μαρτύρων, δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η στιγμή της αδυναμίας του: ευρισκόμενος ο άγιος σε πνευματική έξαρση -απομονωμένος, κατά το συναξάρι του,  στο υπερώο του σπιτιού του και αφιερωμένος σε προσευχή, με ετοιμότητα για μαρτύριο – κάτι γίνεται, προφανώς κάποια αποδοχή υπερήφανου λογισμού, και ξεπέφτει πνευματικά. Που σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος για τον εαυτό του, όσο βρίσκεται στον κόσμο τούτο. «Ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση» (όποιος νομίζει ότι στέκεται στην πίστη του ας προσέχει μη πέσει), σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άγιοι Πατέρες μας χαρακτήρισαν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη ως το «αεί σχοινοβατείν». Σχοινοβατούμε καθημερινά, που σημαίνει ότι αν δεν προσέξουμε, αν έστω και επ’ ελάχιστον υπερηφανευτούμε και χαλαρώσουμε, μπορούμε να εκπέσουμε από την πίστη μας. Γι’  αυτό και το μόνο στέρεο και άπτωτο έδαφος στην πνευματική ζωή είναι η ταπείνωση. Όταν κανείς ομολογεί ενσυνείδητα «εγώ ειμι γη και σποδός», τότε, και μόνον τότε,  δεν υπάρχει περιθώριο πτώσης στην απιστία και στην αμαρτία.

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «Ό,τι ωφελεί και στηρίζει!»

«Ἰωάννην τόν Καλυβίτην, Πορφύριε, ζηλώσας, Ἄθωνι ἔδραμες ἀσκήσει βιώσας» (στίχος συναξαρίου)

(Καθώς ζήλεψες, Πορφύριε, τον Ιωάννη τον Καλυβίτη, έτρεξες στον Άθωνα να ζήσεις με άσκηση - Στις 2 Δεκεμβρίου ο Πορφύριος μετάλλαξε τη γη με τον Παράδεισο).

«Αυτός ο όσιος πατέρας μας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Ιωάννης της νήσου Ευβοίας από γονείς ευσεβείς, ονομαζόταν δε κατά κόσμον Ευάγγελος. Από παιδί βόσκοντας τα λίγα πρόβατα του πτωχού πατέρα του μελετούσε τακτικά τον βίο του αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη. Γεννήθηκε έτσι στην καρδιά του φλεγερός πόθος για να ανέβει στον Άθωνα και να μονάσει εκεί. Με την ευδοκία και την πρόνοια του Θεού τα κατάφερε, καταφεύγοντας στην καλύβη του αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια. Εκεί ασκούμενος με άκρα εγκράτεια επέδειξε χαρούμενη αδιάκριτη υπακοή στους Γέροντές του, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο, κι αφού έζησε με άκρα ταπείνωση και καθάρισε τον εαυτό του, τόσο που να γίνει θεοειδής, αξιώθηκε να λάβει νεότατος το χάρισμα της διοράσεως. Κατ’ οικονομία του αγίου Θεού ασθένησε βαριά, ώστε να μην μπορεί να παραμείνει πια στον Άγιον Όρος, οπότε και στάλθηκε από τους γέροντές του σε μοναστήρι έξω από το Όρος. Στη συνέχεια αφού μόνασε σε διάφορες μονές της νήσου Ευβοίας και υπηρέτησε τον λαό του Θεού ως άριστος λειτουργός και διακριτικός πνευματικός, ήλθε στην Αθήνα υπηρετώντας πια στον μικρό ναό της Πολυκλινικής Αθηνών πολύ κοντά στην Ομόνοια. Εκδαπανώντας ταπεινά τον εαυτό του για χάρη όσων έπασχαν σωματικά και ψυχικά, αξιώθηκε μεγαλύτερης χάρης από τον Παράκλητο, γιατί δέχθηκε επιπλέον τα χαρίσματα της ιάσεως των ασθενειών και της εκβολής των δαιμονίων με την ταπεινή μυστική προσευχή και τη σημείωση του τιμίου Σταυρού. Για κάποιο χρόνο ασκήτευσε και στην Ιερά Μονή του αγίου Νικολάου στα Καλλίσια Πεντέλης Αττικής. Στη δύση του επιγείου βίου του αξιώθηκε από τον Κύριο να ανεγείρει ιερό γυναικείο ησυχαστήριο, επ’ ονόματι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και περικαλή ναό αυτού στο Μήλεσι Αττικής.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιερατικής του διακονίας ευεργέτησε πολλαπλώς αμέτρητα πλήθη ανθρώπων, θεραπεύοντας τις ψυχικές και σωματικές ασθένειές τους από κοντά και από απόσταση, οδηγώντας τους σε μετάνοια και σωτηρία, προλέγοντας τα μέλλοντα να γίνουν όσες φορές τους συνέφερε, και εκβάλλοντας δαιμόνια.

Αγρυπνούσε δε προσευχόμενος υπέρ της σωτηρίας των πολλών χιλιάδων πνευματικών του τέκνων οπουδήποτε στη γη. Κατά γενική ομολογία υπήρξε θαυματουργός άγιος. Δεχόταν καθημερινά επισκέψεις αγίων της Εκκλησίας και συνομιλούσε μαζί τους. Αξιώθηκε μάλιστα στην Πάτμο να δει, σαν άλλος Ιωάννης, σκηνές της θείας Αποκαλύψεως.

Τέλος, αναμένοντας την επικείμενη κοίμησή του, επανήλθε στο άγιον Όρος, στην καλύβη του αγίου Γεωργίου, όπου είχε καρεί μοναχός, και εν μέσω της μοναχικής του συνοδείας παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο, τη 2α Δεκεμβρίου (19 Νοεμβρίου π.η.), δεόμενος στον Κύριο «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιω. ιζ΄ 21)».

Είναι σε όλους γνωστό πλέον ότι με τον όσιο μεγάλο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη – γιατί μολονότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Αττική και μάλιστα στο κέντρο της Αθήνας την Ομόνοια,  η καρδιά του δεν έπαυε να χτυπάει στον ρυθμό της μοναχικής του καλύβας στα Καυσοκαλύβια, απ’ όπου και ξεκίνησε αλλά και τελειώθηκε – βρισκόμαστε ενώπιον τεραστίου πνευματικού αναστήματος, τόσο που ακόμη και οι πιστοί που τον ακολουθούσαν λίγα πράγματα ίσως είχαν καταλάβει για την αγιότητά του. Όταν ο άγιος Παῒσιος ο αγιορείτης χαρακτήριζε τον μέγα Πορφύριο «καθηγητή» κι έλεγε ότι αυτό που προτείνει ο ίδιος σε διαφόρους πιστούς ισχύει μέχρις ότου πει κάτι διαφορετικό «ο Γέρων Πορφύριος»∙ όταν ο άλλος μέγας όσιος Γέρων Σωφρόνιος διεκήρυττε ότι δεν έχουν καταλάβει οι περισσότεροι πιστοί το τι σημαίνει «Πορφύριος» και πόσο μεγάλος είναι∙ ε, τότε, καταλαβαίνουμε ότι η εποχή μας πράγματι δέχτηκε εκ Θεού μέγα θησαυρό και τρισμέγιστη ευλογία της χάρης Του! Γι’ αυτό και όλες οι ακολουθίες που γράφτηκαν γι’ αυτόν επικεντρώνουν στην καθαρή και αγιασμένη του καρδιά που έγινε το κάτοπτρο για να αντιφεγγίσει το τρισήλιο φως της Θεότητος – με τον Πορφύριο γινόμαστε κι εμείς «θεατές» του Χριστού και Θεού μας, του Πατέρα και του Αγίου Πνεύματος. Ο πόθος του μάλιστα για τον Χριστό και η αβυσσαλέα ταπείνωσή του είναι τα στοιχεία που αποτελούν το ερμηνευτικό κλειδί της ευθείας καρδίας του και η προϋπόθεση των άμετρων πνευματικών χαρισμάτων του προς χάρη του λαού του Θεού. Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό ότι χαρακτηρίζεται «Γέρων Γερόντων» και «ἐγκαλλώπισμα τῶν ὁσίων», επί τον οποίον επέβλεπαν θαυμαστώς και οι ίδιοι οι άγγελοι.

Αφήνοντας κατά μέρος τα πάμπολλα στοιχεία της ζωής του που πυροδοτούν τη σκέψη και την καρδιά όλων των πιστών, εμμένουμε σ’ ένα σημείο της ακολουθίας του, γραμμένης με μεγάλη έμπνευση και θερμή αγάπη προς τον άγιο από τον θεολόγο-φιλόλογο Ευάγγελο Καραδήμο, από την στ΄ ωδή του ορθρινού κανόνα που έχει ξεχωριστή σημασία για τη σημερινή ιδίως εποχή που ταλαιπωρείται από την υγειονομική κρίση.

«Ὁρῶν ἀπόρρητα, ὅσιε, χαρίσματί σου τῷ διορατικῷ καί προορατικῷ, τά ὠφελοῦντα προέλεγες, καί προσιόντας πάντας Χριστῷ ἐστήριζες» (Βλέποντας τα απόρρητα, όσιε, με το διορατικό και προορατικό σου χάρισμα, προέλεγες σε όλους που προσέρχονταν κοντά σου αυτά που τους ωφελούσαν και τους στήριζες στην πίστη του Χριστού).

Διορατικός και προορατικός ο όσιος, όπως ξέρουμε. Αλλά και για τον λόγο αυτόν εξαιρετικά διακριτικός. Διότι η διόραση και η προόραση ως χαρίσματα του Πνεύματος του Θεού στον έχοντα τις ανάλογες προϋποθέσεις λειτουργούν πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της διάκρισης για να ωφελούν τον κόσμο και να μην τον καταρρακώνουν! Τι θέλουμε να πούμε; Ο άγιος έβλεπε και καταλάβαινε τα περισσότερα της ανθρώπινης καρδιάς, γιατί χάριτι Θεού διείσδυε στο βάθος της ψυχής τους – δεν είναι τυχαίο ότι επεσήμαινε ψυχολογικά προβλήματα που ανάγονταν στους πρώτους μήνες της κύησής τους μέσα στην κοιλιά της μάνας τους! Κι ακόμη: έβλεπε με καθαρότητα χάριτι Θεού και πολλά από τα μέλλοντα συμβαίνειν. Τι έκανε όμως; Δεν τα απεκάλυπτε όλα στους ανθρώπους που τον προσέγγιζαν. Έκρινε τι πρέπει να τους αποκαλύψει, τι πρέπει να τους κρύψει, ώστε αυτό που θα τους πει ή δεν θα τους πει να είναι προς όφελός τους! Να φεύγουν οι άνθρωποι στηριγμένοι στην πίστη του Χριστού (που έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη και να αλλάζει συνειδήσεις επί τα βελτίω), και όχι «φωτισμένοι» με μία γνώση, είτε για τον εαυτό τους είτε για δικούς τους ανθρώπους, είτε για το παρόν είτε για το μέλλον τους, που τους οδηγεί στην κατάθλιψη και στην απελπισία λόγω του σκοτεινού χαρακτήρα της! Πώς να έλεγε για παράδειγμα – και δεν είπε – σε μία μάνα που τον εκλιπαρούσε για τον ναρκομανή γιο της, την εξέλιξη των πραγμάτων, όταν ο άγιος, καθώς ομολόγησε αργότερα ένδακρυς σε γνωστό του πρόσωπο, έβλεπε «την επαύριον» τον γιο να χτυπάει θολωμένος από τα ναρκωτικά τη μάνα και να την αφήνει σχεδόν ημιθανή;

Ο άγιος δηλαδή επειδή είχε τα χαρίσματα του Πνεύματος, τα έθετε προς ωφέλεια των ανθρώπων και προς πνευματική τους προκοπή, που θα πει: δεν «λειτουργούσε» ως ένα είδος μέντιουμ για να εισπράττει το «μπράβο» και τον θαυμασμό αυτών – έτσι λειτουργεί το δαιμονικό στοιχείο! Τα χαρίσματά του τα είχε εμβαπτισμένα στο κατεξοχήν χάρισμα, από την ύπαρξη του οποίου εξαρτάται και η αγιωσύνη του ανθρώπου: την αγάπη. Ο απόστολος Παύλος, στοιχώντας στον λόγο του ίδιου του Χριστού, δεν λέει ότι η αγάπη είναι η «καθ’ ὑπερβολήν ὁδός»; Οτιδήποτε δεν προϋποθέτει και δεν εκφράζει την αγάπη του Χριστού δεν έχει νόημα – το αντίθετο: μπορεί να είναι αρετή και να είναι προς κατάκριση! Λοιπόν, ο άγιος Πορφύριος, έχοντας ανεπτυγμένες στο έπακρο την αγάπη και την ταπείνωση, ό,τι έλεγε και έκανε ήταν προς το συμφέρον και την ωφέλεια του συνανθρώπου – «τά ὠφελοῦντα προέλεγε» και ό,τι στήριζε στην πίστη του Χριστού.

Και γι’ αυτό λέμε ότι η επισήμανση του σοφού υμνογράφου είναι κατεξοχήν επίκαιρη: ζώντας τη δυσκολία της πανδημίας, ακούμε και διαβάζουμε και βλέπουμε ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν οτιδήποτε συνωμοτικό και σκοτεινό και περίεργο και παράδοξο μπορεί να κρύβεται πίσω από τον θανατηφόρο ιό και τον περίγυρό του. Και θέλουν να διεισδύουν με τη σκέψη και το πνεύμα τους στα «υπόγεια» για να τα φέρουν σε φως, καθώς και επιστρατεύουν όλη τη φαντασία τους για να προβλέψουν το μέλλον, που πάντα γι’ αυτούς είναι τραγικό και καταστροφικό. Ό,τι πιο κινδυνώδες και φοβικό και τρομοκρατικό μπορεί να ειπωθεί, το λένε, ελαφρά τη καρδία. Γιατί; Με βάση τη στάση του αγίου Πορφυρίου, γιατί δεν διαπνέονται από την υπερβολή της αγάπης. Κι αληθινό που λέει ο λόγος να είναι ό,τι εκστομίζουν και γράφουν, θα πρέπει προηγουμένως να περνάει αυτό μέσα από την κρισάρα του χαρίσματος της αληθινής και γνήσιας αγάπης τους. Και να προβληματίζονται: ωφελεί αυτό που λέω και γράφω; Στηρίζει στην πίστη του Χριστού; Ανοίγει τον δρόμο της ελπίδας; Ή προκαλεί τον φόβο, την ανησυχία, την ανασφάλεια, το άγχος, δηλαδή όλα εκείνα που αποτελούν την «ατμόσφαιρα» του πονηρού διαβόλου; Γιατί είναι γνωστό από τους αγίους μας ότι ο διάβολος πάντοτε προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα φόβου και ανησυχίας και θλίψης – το κλίμα της δικής του ζωής. Με σκοπό να υποτάξει τους αδόκιμους και άπειρους στην πνευματική ζωή ανθρώπους. Λοιπόν, ο άγιος Πορφύριος έρχεται και δίνει με το άγιο ευαγγελικό θεοειδές ήθος του την απάντηση σε όλα τα ακούσματα και γραφόμενα της εποχής. Μας δείχνει τον δρόμο κι από κει και πέρα αρχίζει η δική μας ευθύνη!  


«ΔΥΟ ΚΟΚΚΟΙ ΜΟΣΧΟΛΙΒΑΝΟ ΣΤΟ ΘΥΜΙΑΤΗΡΙ ΤΗΣ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟ!»

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ  ΜΝΗΜΟΝΙΟΝ

(Κείμενο του μακαριστού πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Κρητικού για τον όσιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη σε αφιέρωμα για τον όσιο του περιοδικού «Πειραϊκή Ἐκκλησία»)

«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ἡμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ἡμῖν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς, μιμεῖσθε τήν πίστιν» (Ἑβρ. ιγ΄ 7).

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς παραγγέλλει νά ἐνθυμούμεθα συνεχῶς τούς πνευματικούς μας πατέρες καί διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι μᾶς μίλησαν γιά τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί μέ τά λόγια καί μέ τή ζωή τους, ὥστε βλέποντας τή ζωή τους νά μιμηθοῦμε τήν πίστη τους. Ὁποιαδήποτε ἄλλη προσφορά εὐγνωμοσύνης πρός αὐτούς τούς ἁγίους πατέρες καί διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς, δέν θά εἶναι τόσον εὐπρόσδεκτη ἀπό αὐτούς, ὅσον ἡ προσπάθεια νά τούς μιμηθοῦμε στή ζωή μας. Μή ξεχνᾶμε τόν οὐρανοβάμονα ἅγιον ἀπ. Παῦλο, ὁ ὁποῖος καί σέ ἄλλο σημεῖο μᾶς λέγει: «...αὐτοί γάρ οἴδατε πῶς δεῖ μιμεῖσθαι ἡμᾶς ὅτι οὐκ ἠτακτήσαμεν ἐν ὑμῖν»(Β΄ Θεσσ.γ΄ 7,9) καί «...παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄Κορ. δ΄ 16). Ἀλήθεια, πόσο ἔχει ἀτονήσει μέσα μας αὐτή ἡ σωτήρια ἐντολή τοῦ θείου Παύλου!

Εἶναι καθῆκον λοιπόν καί ἀνάγκη νά ἐνθυμούμεθα καί νά τιμᾶμε τούς οὐρανόσταλτους πατέρες καί διδασκάλους μας στή χριστιανική μας ζωή. Καί ἡ ἀπόφαση τό ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ «Πειραϊκή Ἐκκλησία» τοῦ μηνός Φεβρουαρίου νά εἶναι γιά τόν ἀξιομνημόνευτο καί θεοδόξαστο πατέρα Πορφύριο Μπαϊρακτάρη τόν ἁγιορείτη, εἶναι θεοπρόσδεκτη καί ψυχωφελέστατη καί περιποιεῖ τιμή στή συντακτική ἐπιτροπή, τήν ὁποία καί εὐχαριστῶ γιά τήν εὐκαιρία νά βάλω καί ἐγώ δύο κόκκους μοσχολίβανο στό θυμιατήριο τοῦτο τῆς εὐγνωμοσύνης καί τιμῆς πρός τόν νεοφανή Γέροντα πατέρα Πορφύριο.

Δόξα τῷ Θεῷ ἔχουν γραφεῖ πολλά καί θεοφώτιστα καί ὠφέλιμα ἀπό φιλόχριστους, φιλοπάτορες καί φιλάδελφους συγγραφεῖς πού ἀναφέρονται στό βίο γενικά, στήν πίστη, στήν ἀγάπη τοῦ πατρός Πορφυρίου γιά τόν Χριστό μας, στίς ἀρετές και τά χαρίσματα τοῦ Γέροντός μας. Ἐγώ θά ἀναφερθῶ σέ μερικές θέσεις, πού ἀφοροῦν στή γνωριμία μου μέ τόν Γέροντα καί σέ μερικές συναντήσεις μέ αὐτόν.

Εἶχα τήν εὐκαιρία νά γνωρίσω τόν πατέρα Πορφύριο στίς 20 Ὀκτωβρίου τοῦ 1946, ἑορτή τοῦ ἁγίου Γερασίμου, ἐκεῖ στό παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου στήν Πολυκλινική Ἀθηνῶν στήν Ὁμόνοια.

Νεαρός ἐγώ τότε φοιτητής, σεβάσμιος ἱερομόναχος καί ἀρχιμανδρίτης ἐκεῖνος. Μοῦ ἔκανε ἀρίστη ἐντύπωση ἡ ἱεροπρέπειά του, τό χαρίεν πρόσωπό του, ἡ εὐλάβειά του, ἡ ταπείνωσή του, ἡ ἁπλότητά του, τό πλησίασμα στόν ἄνθρωπο, τό ἐμπνευστικό τοῦ λόγου του. Γνωριστήκαμε ἀπό κοντά μέσα στό ἅγιον Βῆμα. Πῆρα τήν ἀπόφαση καί ἔβαλα τόν ἑαυτό μας κάτω ἀπό τό πετραχήλι του. Δόξα τῷ Θεῷ!!! Μετά ἐνάμιση μήνα ἔφυγα γιά τό ἐξωτερικό μέ τήν εὐχή του. Ἐκεῖ ἔμεινα τέσσερα χρόνια ὡς φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς. Κατά τήν ἀπουσία μου εἶχα δυστυχῶς λίγη ἐπικοινωνία μαζί του. Ὅταν γύρισα στήν πατρίδα, ξαναπῆγα κοντά του, μέ δέχτηκε μέ πολλή ἀγάπη ἐκεῖ στόν ἅγιο Γεράσιμο στήν Ὁμόνοια. Συζητήσαμε τά τῆς χειροτονίας μου εἰς διάκονο, ἡ ὁποία καί ἔγινε τήν 27η Ἰανουαρίου 1951, στό Καθολικό τῆς Ἱ. Μονῆς Πετράκη.

Ἡ πνευματική πατρότητα καί ἡ κατά Χριστόν παιδεία συνεχίζεται μέ τόν Γέροντα. Καί ὡς κληρικός πλέον, διάκονος καί πρεσβύτερος ἀργότερα, λάμβανα κατευθύνσεις, προτροπές καί συγχωρήσεις ἀπό τόν Γέροντα. Ὅταν ἦλθε ὁ Σεβ. Καλλίνικος στόν Πειραιᾶ, μοῦ εἶπε: «Εἶναι καλός! Νά τόν προσέξεις καί θά σέ προσέξει καί ἐκεῖνος!» Ὅπως καί ἔγινε.

 Κάποτε ἐξομολογήθηκα ἕνα λάθος μου.

-Παπα-Γιώργη μου... δέν ἀγαπᾶς τόν Χριστό!!!

- Ὄχι, Γέροντα, τόν ἀγαπῶ! εἶπα ντροπιασμένος καί λυπημένος.

-Μά ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό δέν τόν στενοχωρεῖ μέ τίποτε, μοῦ ἀπάντησε.

Μέ συγχώρησε, μοῦ ἔδωσε τήν εὐχή καί συνεχίσαμε.

Στήν ἐξομολόγηση δέν ζητοῦσε λεπτομέρειες. Ζητοῦσε μόνον πραγματική μετάνοια, ἀπόφαση νά μή ξαναπέσει ὁ πιστός. Τό βίωμα τοῦ Γέροντα ἦταν ἡ ἀγάπη του γιά τόν Χριστό. «Ὅταν ἔχουμε τόν Χριστό, ἔχουμε τά πάντα» ἔλεγε.

Σέ μιά ἄλλη ἐπίσκεψη γιά ἐξομολόγηση, ἀφοῦ τελείωσα καί μοῦ εἶπε ὅ,τι ἔπρεπε καί μοῦ διάβασε τήν εὐχή, μοῦ λέγει:

-Τώρα, ἄκουσε κάτι νά μοῦ πεῖς ἄν ἔδωσα σωστή λύση.

Διαμαρτυρήθηκα γι’ αὐτήν τήν πρόταση.

-Ὄχι, ἄκουσε καί πές μου.

Ἔκανα ὑπακοή, ἀλλά καί θαύμασα τήν ταπείνωση τοῦ Γέροντά μου καί πῆρα φωτεινό μάθημα.

Τά χρόνια περνοῦσαν καί ἡ συνεργασία συνεχιζόταν. Κάποτε ἀρρώστησα. Ἡ ἰατρική διάγνωση ἐπέβαλε καί ἐνέσεις θεραπευτικές. Πῆρα τόν Γέροντα στό τηλέφωνο καί ἀνέφερα τό γεγονός.

-Τά φάρμακα θά τά πάρεις καί θά μείνεις σήμερα στό σπίτι, τίς ἐνέσεις δέν θά τίς κάνεις.

Εὐχαρίστησα καί ἔκανα ὑπακοή. Τήν ἑβδόμη ἡμέρα πῆγα στήν Ἐκκλησία...

Ὅταν ἀρραβώνιασα τήν πρώτη μου κόρη Μαρία καί πῆγα νά ζητήσω τήν εὐλογία του, μοῦ περιέγραψε τό γαμπρό σωματικά καί ψυχικά, σά νά τόν εἶχε ἐμπρός του.

-Γέροντα, ἔχει ἔλθει ἐδῶ; Τόν γνωρίζετε; εἶπα.

-Ὄχι, μωρέ, μοῦ λέγει, ἀλλά εἶναι ἔτσι πού λέγω;

Ἔμεινα κατάπληκτος καί τότε, δυστυχῶς τόσο ἀργά, ἄρχισα νά καταλαβαίνω ὅτι ὁ πατήρ Πορφύριος μιλεῖ μέ τόν Θεό. Ἐν τῶ μεταξύ, ὡς γνωστό, ἔφυγε ἀπό τήν Ὁμόνοια καί πῆγε στά Καλλίσια. Καί ἐκεῖ ἐπῆγα μερικές φορές. Σέ μία ἀπό αὐτές, ὅταν φύγαμε, εἶχε νυκτώσει πλέον. Μᾶς συνόδευσε ἀρκετά ἔξω ἀπό τό Κονάκι μέχρι νά βροῦμε τό δρόμο. Καί ὅταν πλέον πῆγε στό Μήλεσι, πήγαινα μέ τό γαμπρό μου, τόν εὐλογημένο πιά Διονύση, πού τώρα εἶναι στόν Οὐρανό, πιστεύω κοντά στόν  Γέροντα, γιατί πολύ τόν εἶχε ἀγαπήσει.

Μιά φορά στή γιορτή του, 26 Φεβρουαρίου, πήγαμε μέ χιόνια. Ἦταν ἀκόμη στό τροχόσπιτο μέ τήν τούβλινη σόμπα. Μᾶς μάλωσε λίγο γιά τόν καιρό, ἀλλά καί χάρηκε!!! Εἶχε ἀρχίσει ἡ οἰκοδομή τῆς Μονῆς του. Σέ μία ἄλλη ἐπίσκεψη γιά νά τοῦ ἀναφέρω ἕνα περιστατικό πού εἶχε συμβεῖ στό χωριό μου Πέλεκας στήν Κέρκυρα, ἀφοῦ τοῦ εἶπα ὅ,τι εἶχα νά εἰπῶ, μοῦ περιέγραψε τό πρόσωπο μέ τό ὁποῖο εἶχα μιά διαφορά καί μοῦ συνέστησε ὑπομονή καί ἐπιείκεια καί πρόσθεσε: «Εἶναι ἄδικο, ἀλλά νά ὑποχωρήσετε». Καί στή συνέχεια μᾶς περιέγραψε λεπτομερῶς ὅλο τό χωριό καί ὅλο τό τοπίο σά νά ἦταν παρών. Καί πάλι θαύμασα γιά τό διορατικό τοῦ Γέροντα! Μάλιστα τοῦ λέγω:

-Γέροντα, πῶς γίνεται  νά γνωρίζεις ὅλα αὐτά;

Καί πάλι μέ μάλωσε καί μοῦ εἶπε:

-Βρέ παπα-Γιώργη μου, καί σύ ρωτᾶς; Δέν εἶναι εὔκολο νά σοῦ ἐξηγήσω. Νά, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ!

Ἀργότερα τόν ἐπισκεπτόμουν μέ τόν υἱό Ἱερομόναχο Μεθόδιο στόν ὁποῖον ἔδινε συμβουλές  γιά τή μοναχική πολιτεία καί τό μοναστήρι γενικότερα. Χάρηκε ἰδιαιτέρως  ὅταν τοῦ εἶπε ὁ π. Μεθόδιος ὅτι ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς Καλλίνικος θέλει νά ἱδρύσει τό Ἡσυχαστήριό του ὁ π. Μεθόδιος στόν Πειραιᾶ.

Σέ ἄλλες εὐκαιρίες μοῦ μιλοῦσε γιά τήν προσοχή στήν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί μάλιστα τῆς θείας Λειτουργίας. Ἔλεγε: «Καλή προετοιμασία. Προσοχή στήν κατανόηση. Προσοχή στήν ἀπαγγελία». Π.χ. ἔλεγε ὁ ἴδιος τό Πιστεύω, τό Πάτερ ἡμῶν.

Σέ κάποιους προβληματισμούς μου γιά τήν προσφορά στήν Ἐκκλησία καί τήν οἰκογένεια μοῦ ἔλεγε: «Ὅλα μέ διάκριση. Προηγεῖται βέβαια ἡ προσφορά καί ἐργασία σου στήν ἐκκλησία, στήν ἐνορία σου, στούς ἐνορίτες σου, στούς πτωχούς της, ἀλλά μή ξεχνᾶς ὅτι ἔχεις καί οἰκογένεια, δέν εἶσαι ἱερομόναχος. Ἔχει καί ἡ οἰκογένεια τίς ἀνάγκες της...».

Μέχρι πού ἔφυγε γιά τό Ἅγιον Ὄρος  καί ἀπό ἐκεῖ γιά τόν Οὐρανό, εἶχα τήν εὐλογία νά ἐπικοινωνῶ μαζί του. Ἀλλά καί μετά τήν ὁσιακή ἐκδημία του στόν Οὐρανό δέν σταμάτησα καί ἐγώ καί τά παιδιά μου νά ἐπικοινωνοῦμε νοερῶς μαζί του καί νά ἐπισκεπτόμαστε τό ἱερό Μοναστήρι του. Ἀλλά καί ἐκεῖνος ὅπως γιά ὅλα τά πνευματικά του παιδιά καί γιά ὅλους ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται δέν σταμάτησε νά μᾶς παρακολουθεῖ καί νά βεβαιώνει τοῦτο.

Κάποτε, μετά τήν κοίμησή του, ἐπισκέφθηκα μέ ἄλλα πρόσωπα τό Μοναστήρι, περνώντας ἀπό ἐκεῖ. Ἦταν ἀπομεσήμερο καί δέν μᾶς ἄνοιξαν τήν πόρτα. Μετά ὀκτώ ἡμέρες ἀκριβῶς,  ἦλθε ὁ ἴδιος στόν ὕπνο τῆς κόρης μου Μαρίας, ἡ ὁποία δέν ἐγνώριζε τήν ἐπίσκεψή μου στό Μοναστήρι, καί τῆς εἶπε: «Νά πεῖς στόν πατέρα σου ὅτι χάρηκα πού πέρασε ἀπό τό Μοναστήρι». Ὁμολογῶ ὅτι καί ἐγώ χάρηκα γι’ αὐτήν τήν παρακολούθηση. Καί ἐμεῖς δέν λείπει ἡμέρα, πού νά μήν ἀναφερθοῦμε στό ἅγιο πρόσωπό του σέ κάποιες περιπτώσεις πού παρουσιάζονται, καί νά μήν ἀγωνιζόμαστε νά ἀκολουθήσουμε τίς ὑποδείξεις του καί τό ἅγιο παράδειγμά του.

Δοξάζουμε καί πάλι τόν Θεό γιά τήν παρουσία τοῦ Γέροντα πατρός Πορφυρίου στίς ἡμέρες μας. Παρακαλοῦμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τήν Παναγία Μητέρα Του πού τόσο ἀγάπησε ὁ Γέροντας, μέ εὐχές αὐτοῦ νά στηρίζει τό ἱερό Μοναστήρι του, τήν ἁγία ἡγουμένη καί τή συνοδεία της καί τούς εὐλαβικούς συνεργάτες τους, γιά τήν πραγμάτωση τῶν σκοπῶν τῆς Μονῆς καί νά βοηθεῖ ὅλους ἐμᾶς νά γίνουμε τέλειοι μιμητές τοῦ ἔργου καί τῆς ἁγιότητος τοῦ πατρός Πορφυρίου.

«Χαίροις τῆς Εὐβοίας γόνος λαμπρός καί τῆς Ὁμονοίας θεοφώτιστος ἱερός, χαίροις τῶν ἀνθρώπων ἱώμενος τά πάθη ψυχῶν τε καί σωμάτων, πάτερ Πορφύριε»!

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021

Ο ΥΠΕΡΤΙΜΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

«Ἐπόθησας τόν Δεσπότην καί τοῦτον ἐδίωξας, τοῖς ἴχνεσι τοῖς αὐτοῦ πρός ζωήν ποδηγούμενος, καί τά τούτου πάθη ἀψευδῶς, ὑπέρτιμε Ἀνδρέα, μέχρι θανάτου μιμούμενος» (ωδή ε΄ όρθρου αγίου Ανδρέα του πρωτοκλήτου).

(Θαυμαστέ Ανδρέα, πόθησες τον Δεσπότη Χριστό κι Αυτόν κυνήγησες ακολουθώντας τα χνάρια Του για να ’βρεις τη ζωή και μιμούμενος Εκείνου τα πάθη πράγματι μέχρι θανάτου).

Ο άγιος υμνογράφος με λίγες λέξεις περιγράφει τη θαυμαστή, αλλά και μαρτυρική πορεία του αγίου αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, του αδελφού του μεγάλου και πρωτοκορυφαίου αποστόλου Πέτρου. Και τι σημειώνει ως κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του, από τη στιγμή μάλιστα που βρήκε τον Χριστό με την καθοδήγηση του πρώτου δασκάλου του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου; Το «κυνηγητό» του Χριστού πού φανερωνόταν με τη διαρκή ακολουθία της πορείας Εκείνου, μέχρι σημείου να δώσει κι αυτός τη ζωή του για χάρη Του! Κι η επιλογή των λέξεων από τον σοφό υμνογράφο ρίχνει φως ξεχωριστό: «δίωξε», κυνήγησε τον Χριστό, με την έννοια δηλαδή όχι απλώς της παρακολούθησής Του γιατί παρουσίαζε ένα «ενδιαφέρον» η ζωή Του -  μία τέτοια παρακολούθηση φανερώνει άνθρωπο που στέκεται «κριτικά» απέναντι στον Κύριο, συνεπώς ο ίδιος έχει τον «έλεγχο» των πραγμάτων! -  αλλά της απόλυτης προσκόλλησής του σ’ Εκείνον μέχρι σημείου ταύτισης. Τα πατήματα του Ανδρέα ήταν πάνω στα πατήματα του Χριστού∙ ό,τι γράφει και ο ίδιος ο απόστολος στην Α΄ καθολική επιστολή του: «Χριστός ἔπαθεν ὑπέρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» - ο Χριστός έπαθε για χάρη μας, αφήνοντάς μας παράδειγμα ώστε να επακολουθήσουμε τα ίχνη Του. Και ποιο το κίνητρο αυτής της προσκόλλησης; Ο «πόθος» του για τον αρχηγό της πίστεώς Του, σαν να είχε φτερά η καρδιά του για να μπορέσει να Τον φτάσει! Πόθος και έρωτας είναι συνήθως οι λέξεις που χρησιμοποιούνται από τους αγίους μας, για να δηλώσουν αυτό που νιώθουν για τον Χριστό. Και μόνο με αυτά τα αισθήματα μπορεί να κατανοηθεί η χαρούμενη διάθεσή τους και για το μαρτύριό τους! Το βλέπουμε και στον άγιο Πέτρο: βλέπει τα σύνεργα του μαρτυρίου του εκεί στην Πάτρα, τον χιαστί σταυρό, και η ψυχή του αγάλλεται: ευλογεί τον σταυρό, ευλογεί τον κόσμο, πορεύεται με χαρά: η καρδιά του ήδη βρίσκεται στα χέρια του Δημιουργού του!

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ο ΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΑΣ!

«Ἔτσι πράγματι πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο. Εἶναι τό πᾶν. ᾽Αλλά εἶναι φίλος καί τό φωνάζει: "Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δέν τό καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια"» (Ὅσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης).

Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης τονίζει μέ τόν δικό του μοναδικό τρόπο τήν ὀρθόδοξη πίστη περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός μας πού ἡ φανέρωσή Του στόν κόσμο δέν ἦταν πρός ἐκφοβισμό ἤ κατατρομοκράτηση τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία ἀνθρώπου λόγω τῆς παντοδυναμίας Του, ἀλλά πρός σωτηρία καί ἀνόρθωσή του, πρός εὕρεση καί πάλι τοῦ δρόμου πού ἐκβάλλει στήν ἀληθινή πατρίδα του, τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν Χριστό οἱ ἄνθρωποι εἴδαμε Θεοῦ πρόσωπο! «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα»! Κάθε ἄλλη ἐκτός Χριστοῦ προσπάθεια ἐκζήτησης τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ στήν πραγματικότητα εὕρεση τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου, σχήμα φαντασίας καί εἴδωλο, ἅλμα στό... κενό, πού τό μόνο π’ ἀφήνει εἶναι καί πάλι ἡ δίψα γιά τόν χαμένο Παράδεισο.

Κι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπω Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἄνοιξε τά μάτια γιά νά δοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι βαθύτατα... ἀνθρώπινος! Εἶναι ὁ φίλος καί ὁ ἀδελφός μας πού μᾶς ἀγάπησε καί μᾶς ἀγαπᾶ μέ ἕναν ἀπόλυτο τρόπο πού τίποτε στόν κόσμο ὡς σχῆμα ἤ ὡς εἰκόνα δέν ἔχει τό ἀνάλογο καί τό ἀντίστοιχο! Ἀκόμη καί ἡ ἀγάπη καί ἡ βαθειά στοργή τῆς μάνας πρός τό παιδάκι της «ὠχριᾶ» μπροστά σ’ αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ μας πρός ἐμᾶς τά παιδιά Του! Μᾶς τό ἀποκαλύπτει ὁ Ἴδιος ἐπανειλημμένως. «Καθώς μέ ἀγάπησε ὁ Πατέρας ἔτσι σᾶς ἀγάπησα κι ἐγώ». Καί ποιά ἦταν καί εἶναι ἡ ἀγάπη αὐτή τοῦ Πατέρα πρός τόν Χριστό; Μά ἡ ἀγάπη πού προσφέρεται ὁλοκληρωτικά καί θυσιαστικά - ὁ ἕνας νά ζεῖ μέσα στόν Ἄλλον! «Ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστιν». Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ζώντας αὐτήν τήν ἀγάπη Του πρός ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ἀνεβαίνει στόν Σταυρό, αἴροντας τίς ἁμαρτίες μας, τό δικό μας βάρος δηλαδή, καί συμφιλιώνοντάς μας ἔτσι πρός τόν Θεό Πατέρα.

Ὁ ὅσιος Πορφύριος λοιπόν δέν ἐκφράζει προσωπικές του ἀπόψεις μέ τά λεγόμενά του. Βρίσκεται μέσα στό ποτάμι τῆς παραδόσεως τῆς ᾽Εκκλησίας καί καταθέτει καί τή δική του ἐκκλησιαστική  ἐμπειρία περί τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ - ὅ,τι καί ὁ  ἅγιος Χρυσόστομος, ὡς στόμα Χριστού πού ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο, σημείωνε ἐν Πνεύματι:

 «᾽Εγώ Πατήρ, ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἄν θέλῃς ἐγώ...᾽Εγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. ᾽Εγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί. Κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;»

(Ἐγώ εἶμαι Πατέρας σου, ἐγώ νυμφίος σου, ἐγώ σπίτι σου, ἐγώ τροφέας σου, ἐγώ ρίζα σου, ἐγώ θεμέλιό σου. Ὅ,τι θελήσεις εἶμαι ἐγώ... Ἐγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μητέρα. Ὄλα γιά σένα εἶμαι ἐγώ. Τό μόνο πού σοῦ ζητάω εἶναι νά διάκεισαι φιλικά πρός ἐμένα. Ἐγώ φτωχός γιά σένα καί ἀλήτης γιά σένα, πάνω στόν Σταυρό γιά σένα, στόν τάφο γιά χάρη σου, στόν Οὐρανό παρακαλῶ στόν Πατέρα γιά σένα. Κάτω ἐδῶ στή γῆ ἦλθα σταλμένος ἀπό τόν Πατέρα γιά νά μεσιτεύσω γιά σένα. Ὅλα γιά μένα εἶσαι ἐσύ: καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί ἄλλο περισσότερο θέλεις;)

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ

«Ο νέος ιερομάρτυς Φιλούμενος από το χωριό Ορούντα της επισκοπής Μόρφου της Κύπρου γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς (1913) κι αγάπησε από παιδί τη μοναχική ζωή, κάτι που το έδειξε με την προσέλευσή του στη Μονή Σταυροβουνίου (μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο) σε ηλικία 14 ετών. Μετά την καλή υπακοή του επί πενταετία στο μοναστήρι, αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, όπου και έγινε ιερέας ασκούμενος εκεί επί σαρανταπέντε έτη. Η διακονία του σε διάφορα προσκυνήματα κατέληξε στο Φρέαρ του Ιακώβ, που έγινε και ο τόπος του δοξασμένου μαρτυρικού του τέλους (1979) – φανατικοί Σιωνιστές τον σκότωσαν με πέλεκυ. Την ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του, μετά τέσσερα έτη, το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο και ευωδιάζον, δείγμα της παρρησίας του ενώπιον του Κυρίου. Το σκήνωμά του πια στην αγία Σιών επιτελεί πολλά θαύματα σε όσους τον επικαλούνται με πίστη. Η αγιοκατάταξή του έγινε στις 29 Νοεμβρίου 2009».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας για τον νέο της άγιο ιερομάρτυρα είναι επόμενο να τονίζουν και την οικουμενικότητά του και το ισοστάσιο της αγίας βιοτής του σε σχέση με τους άλλους παλαιότερους μάρτυρες, πολύ περισσότερο όμως την αιτία της αγιότητάς του, τη σφοδρή ἀγάπη του πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ο σοφός υμνογράφος είναι σαφής: «Ο θεοφόρος Φιλούμενος αποτελεί τον πολύφωτο πυρσό της αγάπης του Χριστού», διότι «από παιδί αγάπησε τον Κύριο παραπάνω από τον εαυτό του και από όλα τα προσφιλή και τα ρέοντα του βίου αυτού».

Η μεγάλη αγάπη του Φιλουμένου προς τον Χριστό τον φέρνει με τη σύμφωνη γνώμη της Μονής Σταυροβουνίου στα άγια χώματα της Ιερουσαλήμ. Εκεί, στην αγιοταφική αδελφότητα, αποφασίζει να ζήσει και να πεθάνει ως ακόλουθος των ιχνών του Κυρίου. Καταλήγει στο προσκύνημα παρά το φρέαρ του Ιακώβ, κι εκεί ο Χριστός τον χαριτώνει με το μεγάλο χάρισμα του μαρτυρίου. «Έφτασες στο θείο τάγμα του αγίου Τάφου, θεσπέσιε πάτερ», σημειώνει ο ευσεβής ποιητής Χ. Μπούσιας, «ποθώντας πανευλαβώς να διακονήσεις στα ιερά προσκυνήματα κατά τους έσχατους χρόνους και να βαδίσεις στα βήματα του παντοκράτορα Ιησού». Κι η αποκορύφωση: «Υπέμεινες από άνομα χέρια τα θανατηφόρα τραύματα του πέλεκυ, ως άμωμος αμνός και θειότατο σφάγιο κι εσύ, παρά το πανάγιο φρέαρ του Ιακώβ, μιμούμενος το Πάθος του Σταυρωθέντος Χριστού του Παντοκράτορος, κατά τα έσχατα χρόνια».

Η ώρα του μαρτυρικού τέλους του αγίου, η ώρα της σφαγής του, γίνεται για τον εμπνευσμένο υμνογράφο αντικείμενο ξεχωριστής αναφοράς. Ο Φιλούμενος «φονεύτηκε με τον σκληρό τρόπο του πελεκισμού του κατά την ώρα της εσπερινής προσευχής, κι έτσι ανέβηκε τροπαιούχος στον Χριστό που ποθούσε». Για να προχωρήσει ο ύμνος με μία εικόνα που μας κατανύσσει ιδιαίτερα. «Μόνος στο φρέαρ του Ιακώβ, πανσεβάσμιε, αναπέμποντας δόξα στον Δημιουργό και Παντοκράτορα Θεό, καταπληγώθηκες, μακάριε, με πολύ θρασύ τρόπο από τον πέλεκυ των μισοχρίστων και κατακοκκίνησες τη στολή της ιερωσύνης σου από τη ροή των αιμάτων σου, με αποτέλεσμα να τρέξεις να αναγνώσεις το “εσπέρας προκείμενον” στα ουράνια δώματα». Σαν σκηνοθέτης ο υμνογράφος επικεντρώνει τον φακό του σκηνή-σκηνή στο μαρτυρικό τέλος. Τα κτυπήματα του θράσους, το αίμα που χύνεται και κοκκινίζει την ιερατική στολή, αλλά και το βάθος που μόνο η πίστη μπορεί να το επισημάνει: ο άγιος δεν σταματά τη δέηση. Ο εσπερινός συνεχίζεται λαμπρά και θαυμαστά πια στο άνω θυσιαστήριο, μαζί με τους αγίους και τους αγγέλους. «Εσπέρας προκείμενον», δεν διακόπτει ο άγιος μάρτυρας, «Σοφία. Πρόσχωμεν», σαν να ακούμε πια από την ουράνια χορωδία.

Κι αυτήν τη χαρισματική σκηνή την προεκτείνει ο εκκλησιαστικός ποιητής: ο άγιος «σάν έτοιμος από καιρό», δεν φοβάται τους άνομους. Πεπληρωμένη η καρδιά του από την αγάπη του Χριστού, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον» (άγιος Ιωάννης Θεολόγος), με θάρρος και τόλμη που είχε φανερωθεί ήδη από τη στάση του και στις παλαιότερες απειλές των μισοχρίστων, αντιμετωπίζει παρομοίως και τα τελικά κτυπήματα. «Είχες τη δύναμη του Κυρίου, Φιλούμενε, ο Οποίος παρέχει τα γεμάτα ζωή νάματα, γι’ αυτό και δεν φοβήθηκες καθόλου τις απειλές των εχθρών της πίστεως». Κι ακόμη: Εν πνεύματι ο άγιος, μας υπενθυμίζει ο υμνογράφος, φανερώθηκε στον αδελφό του, ευρισκόμενο στο Άγιον Όρος, για να του πει το τι διαδραματίζεται την ώρα του μαρτυρίου του. «Σε υμνούμε, ιερόαθλε Φιλούμενε, και για το ότι φανερώθηκες στον αδελφό σου που βρισκόταν στο Άγιον Όρος, και του είπες το ιερό σου μαρτύριο στον τόπο εκείνο». (Κατά ακρίβεια, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του μακαριστού και αυτού οσίου Γέροντος Ελπιδίου, διδύμου αδελφού του αγίου: «αδελφέ μου, με σκοτώνουν - προς δόξαν Θεού. Μην αγανακτήσεις»). 

Η παρρησία που απέκτησε ο άγιος ενώπιον του Κυρίου πια αποτελεί τη συνέπεια της όλης αγιασμένης βιοτής του. Ο Κύριος θέλησε ο φίλος του Φιλούμενος να είναι ένας ακόμη πρεσβευτής των ανθρώπων ενώπιόν Του, γι’ αυτό και όσοι τον επικαλούνται βλέπουν άμεσα την ιαματική επέμβασή του. «Όσοι γιορτάζουμε τη μνήμη της τελειώσεώς σου, δοξασμένε Φιλούμενε,... κραυγάζουμε: από τον Ουρανό που βρίσκεσαι σκέπε και διάσωζε από κάθε ανάγκη «σους πρόσφυγας», εμάς που προσφεύγουμε σε σένα».