Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

«Η αγία και οικουμενική εβδόμη Σύνοδος έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (787 μ.Χ.), για δεύτερη φορά (η πρώτη έγινε το 325 μ.Χ. όταν συνήλθαν οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου), επί Κωνσταντίνου βασιλέως και της μητέρας του Ειρήνης, και επί Αδριανού πάπα Ρώμης, Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Πολιτιανού Αλεξανδρείας, Θεοδωρήτου Αντιοχείας και Ηλία Ιεροσολύμων. Οι πατέρες που συναθροίστηκαν τότε ήταν τριακόσιοι εξήντα πέντε. Αυτοί όλοι συνήλθαν  κατά των εικονομάχων και αναθεμάτισαν εγγράφως κάθε αίρεση, όπως και τους αρχηγούς των αιρέσεων, έπειτα και όλους τους εικονομάχους. Εγγράφως εξέθεσαν και κατέγραψαν ότι όποιος δεν προσκυνά τις άγιες εικόνες είναι ξένος προς την πίστη των ορθοδόξων, ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει προς το πρωτότυπο και ότι αυτός που προσκυνά και τιμά την εικόνα προσκυνά σ’ αυτήν, την υπόσταση του εικονιζομένου. Κι αφού διέταξαν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο και ισχυροποίησαν την ορθόδοξη πίστη, ο καθένας απήλθε στη δική του επισκοπή».

Θα πρέπει καταρχάς να υπενθυμίσουμε ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν το ανώτερο και σπουδαιότερο όργανο που διαθέτει η Εκκλησία του Χριστού, προκειμένου να εκφράζει και να διατυπώνει  την πίστη και τη ζωή της, να καταδικάζει κάθε προσπάθεια αλλοίωσης της πίστης και της ζωής αυτής, δηλαδή την αίρεση, όπως βεβαίως και να καθορίζει τα πρακτικά πλαίσια πορείας της. Η έκφραση της πίστεως, όταν βεβαίως δίνεται η αφορμή με την εμφάνιση μίας αίρεσης, οπότε τότε διακυβεύεται η πίστη – κάτι που αποκαλύπτει ότι η οικουμενική σύνοδος, μολονότι θεσμικά κατοχυρωμένη,  συνιστά έκτακτο και χαρισματικό γεγονός –  γίνεται με τους όρους ή τα δόγματα, ενώ  ο καθορισμός των πρακτικών πλαισίων ζωής γίνεται με τους κανόνες. Με απλά λόγια μία οικουμενική  σύνοδος συνιστά το στόμα της Εκκλησίας, γι’ αυτό και οι αποφάσεις της είναι απολύτως υποχρεωτικές για κάθε μέλος αυτής, που σημαίνει ότι με την υπακοή του μέλους  διακρατείται ζωντανή η κοινωνία του με την Εκκλησία, άρα περαιτέρω διακρατείται ζωντανή η κοινωνία με τον ίδιο τον Χριστό και τους αγίους αποστόλους Του. Διότι βεβαίως ο αγώνας των Πατέρων που συγκροτούν την οικουμενική σύνοδο είναι πώς να παρουσιάσουν ό,τι η Εκκλησία ζει: τον Χριστό και το Πνεύμα Του. Εκεί μάλιστα που ο πιστός λαός, κληρικοί και λαϊκοί, διαγιγνώσκει ότι η Σύνοδος δεν εξέφρασε ό,τι οι απόστολοι κήρυξαν, εκεί διαμαρτύρεται και αρνείται την υπακοή, και με την έννοια αυτή ο πιστός λαός θεωρείται τελικώς ως ο φύλακας της ορθόδοξης πίστης.

Ο υμνογράφος  καταγράφει την παραπάνω αλήθεια και για τους Πατέρες της εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου. «Αποστολικών παραδόσεων ακριβείς φύλακες γεγόνατε Άγιοι Πατέρες». Ο αγώνας τους ήταν πώς να μείνουν στην ακρίβεια της παράδοσης των Αποστόλων και των προ αυτών Πατέρων. Και γι’  αυτό, το πρώτο που έκαναν στη σύνοδο ήταν να καταδικάσουν  και αυτοί τον Άρειο, τον Μακεδόνιο, τον Νεστόριο, τον Ευτυχή και τους άλλους προγενέστερους αιρεσιάρχες. «Της γαρ αγίας Τριάδος το ομοούσιον ορθοδόξως δογματίσαντες, Αρείου το βλάσφημον συνοδικώς κατεβάλετε. Μεθ’  όν και Μακεδόνιον Πνευματομάχον απελέγξαντες, κατεκρίνατε Νεστόριον, Ευτυχέα και Διόσκορον, Σαβέλλιόν τε και Σεβήρον, τον Ακέφαλον». Πόσο άμεσα φαίνεται τούτο από το γεγονός ότι ορισμένοι ύμνοι είναι ακριβείς επαναλήψεις της ακολουθίας των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου! Νομίζει κανείς σε πρώτο άκουσμα ότι έγινε κάποιο λάθος: «Όλην συγκροτήσαντες την της ψυχής επιστήμην, και τω θείω Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι, το ουράνιον και σεπτόν Σύμβολον οι σεπτοί Πατέρες θεογράφως διεχάραξαν». Κι όμως! Είναι τέτοια η πεποίθηση ότι οι της Ζ΄ Συνόδου Πατέρες βρίσκονται στην ίδια πορεία με τους της Α΄ Συνόδου, ώστε σαν να «σβήνεται» το παρόν και να ακούγεται το παρελθόν ως παρόν. Η ταυτότητα της πίστεως όλων των Πατέρων στο απόγειό τους.

Ποια η αίρεση την οποία κατεδίκασε η Ζ΄  Οικουμενική Σύνοδος και η οποία συνόψιζε τις προγενέστερες αιρέσεις; Η εικονομαχία, η εναντίωση στις εικόνες, η άρνηση δηλαδή της δυνατότητας εξεικονισμού του Χριστού. Διότι η άρνηση αυτή σήμαινε ότι ο Χριστός δεν ήταν πραγματικός και αληθινός άνθρωπος, φάνηκε ως άνθρωπος, συνεπώς η εικονομαχία συνέχιζε και διαιώνιζε με άλλον τρόπο τον μονοφυσιτισμό, ή από άλλη όψη τον νεστοριανιασμό. Στο βάθος της δηλαδή η εικονομαχία συνιστούσε χριστολογική αίρεση. Έτσι ενώ φαινόταν «λογική» η πολεμική κατά των εικόνων: να μην ξεπέσουμε σε ειδωλολατρία, στην ουσία ήταν άρνηση του Χριστού, που σημαίνει ότι η αποδοχή των εικόνων του Χριστού αποτελούσε το πιο κραυγαλέο κήρυγμα πίστεως στην ενανθρώπησή Του. «Διά τούτο την αληθινήν πίστιν κρατούσα η Εκκλησία, ασπάζεται την εικόνα της Χριστού ενανθρωπήσεως». Και βεβαίως εννοείται ότι ο εξεικονισμός του Χριστού αναφερόταν στο περιγραπτό της ανθρώπινης φύσεώς Του και όχι της θεϊκής. Το θείο πράγματι δεν εξεικονίζεται, γι’  αυτό και όποια προσπάθεια ζωγραφικής αποδόσεως της αγίας Τριάδος δεν βρίσκεται μέσα σε ορθόδοξα πλαίσια. Η αγία Σύνοδος μάλιστα μνημόνευε και τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου, τον οποία χρησιμοποίησε και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο θεολόγος των εικόνων, ότι «η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει», για να τονίσει δηλαδή ότι δεν τιμάται το ξύλο ή το χρώμα της εικόνας, αλλά το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Κι εννοείται τέλος ότι οι εικόνες της Παναγίας και των αγίων γίνονταν αποδεκτές, διότι οι άγιοι είναι οι κατεξοχήν φίλοι του Χριστού, συνεπώς τιμώντας αυτούς τον Χριστό τελικώς τιμάμε.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ)

«Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη(Λουκ. 8, 9)

Η παραβολή του καλού σπορέως είναι μία από τις γνωστότερες και σπουδαιότερες παραβολές του Κυρίου. Εμπνευσμένη από την αγροτική ζωή της Παλαιστίνης – κατά την οποία η σπορά προηγείτο του οργώματος – αναφέρεται στον γεωργό, ο οποίος ρίχνει τον σπόρο στο έδαφος, αλλ’  ενώ εκείνος είναι ο ίδιος, όπως και ο σπόρος, η καρποφορία ποικίλλει: αλλού ο σπόρος δεν καρποφορεί καθόλου, λόγω του πατημένου εδάφους, αλλού καρποφορεί ελάχιστα για να χαθεί έπειτα εντελώς, αλλού πολύ πλούσια, σαν το καλό έδαφος,  κάτι που είναι ευνόητο ότι τονίζει τον ρόλο και την «ευθύνη» του εδάφους. Η παραβολή δεν φαίνεται ότι κατανοήθηκε από τους ακροατές του Κυρίου. Απαιτήθηκε η ερμηνεία της από Εκείνον, μετά μάλιστα από την ερώτηση και των ίδιων των μαθητών Του: Κύριε, τι σημαίνει η παραβολή αυτή; «Τις είη η παραβολή αύτη

1. Θα πρέπει καταρχάς να υπενθυμίσουμε ότι η εντύπωση που συνήθως υπάρχει για τις παραβολές του Κυρίου, ότι δηλαδή είναι απλές ιστορίες από την καθημερινή ζωή προς μεγαλύτερη κατανόηση της διδασκαλίας Του, δεν είναι ακριβής. Θα έλεγε κανείς ότι αρκετές  λειτουργούν μάλλον ως πρόκληση-αφορμή για να φανερωθεί η γνησιότητα ή όχι  της διάθεσης του ανθρώπου απέναντι στον Θεό, παρά ως μία απλή διευκόλυνσή του, που θα πει ότι οι γνήσιοι αναζητητές της αλήθειας και καλοπροαίρετοι φωτίζονταν από τον Κύριο που τους μυούσε στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, ενώ οι μη αναζητητές, οι προσκολλημένοι μόνον στον κόσμο, συνεπώς περιστασιακοί και από περιέργεια ή κακή διάθεση ακροατές Του, σκοτίζονταν περισσότερο, σαν αυτούς που βλέπουν κάτι χωρίς να το βλέπουν, ή σαν αυτούς που ακούνε κάτι χωρίς τελικώς να το ακούνε.

2.  Η συγκεκριμένη παραβολή έχει ένα βαθύ νόημα, το οποίο ο Κύριος απεκάλυψε στους μαθητές Του, όψεις του οποίου είναι και τα παρακάτω:

(α) «Ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού». Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος αυτός περικλείει μέσα του τεράστια δύναμη, την οποία υποδηλώνει η αντιστοιχία με τον σπόρο. Όπως ο σπόρος, ενώ φαίνεται εξωτερικά μικρός και αδύναμος, έχει μέσα του δυνάμεις, ώστε να γίνει και δέντρο, το ίδιο και ο λόγος του Θεού: φαίνεται πολλές φορές «αδύναμος», εξωτερικά ίδιος με τους άλλους ανθρώπινους λόγους, όμως περικλείει τέτοιες δυνάμεις, που μπορούν να μεταμορφώσουν τη ζωή ενός ανθρώπου. «Ατομική βόμβα» τον έχουν χαρακτηρίσει και όχι άδικα. Κι είναι γνωστό ότι ο Κύριος πολλές φορές  μίλησε για τη δύναμη και την αξία του λόγου του Θεού. Μαγιά που μπορεί να ζυμώσει πολλά κιλά αλεύρου είπε ότι είναι η Βασιλεία Του που φανερώνεται με τον Ίδιο και τον λόγο Του, κρυμμένος θησαυρός και πολύτιμος μαργαρίτης που υπερβαίνει την αξία όλων των επιγείων πραγμάτων, σημείωσε αλλού για το ίδιο. Ο απόστολος Παύλος ήταν εκείνος που κατεξοχήν πρόβαλε τη δύναμη αυτού του λόγου: Συνιστά τη «δύναμιν του Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι», είπε. Κι αλλού: «Ζων ο λόγος του Θεού και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (Εβρ. 4, 12).

Αιτία γι’  αυτό είναι το γεγονός ότι ο λόγος του Θεού αποτελεί ενέργεια Εκείνου και συνεπώς προσωπική Του παρουσία. Στον Θεό δηλαδή δεν υπάρχουν απρόσωπες και ανεξάρτητες από τις υποστάσεις Του δυνάμεις. Κάθε δύναμή Του, κάθε ενέργειά Του είναι στην πραγματικότητα προσωπική παρουσία δική Του. Έτσι και ο λόγος του Θεού: έχει τεράστια δύναμη, γιατί πρόκειται για τον ίδιο τον Θεό. Ο Κύριος πολλές φορές είχε τονίσει και αυτήν τη διάσταση, δηλαδή ότι αποδοχή του λόγου Του σημαίνει αποδοχή του Ίδιου μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου. Γι’  αυτό και οι άγιοι Πατέρες συχνά τόνιζαν ότι «ο Κύριος περικλείεται μέσα στις εντολές Του». Από την άποψη αυτή δίνεται με σαφήνεια απάντηση και στο ερώτημα πολλών «πώς μπορώ να δω και να συναντήσω τον Θεό;» Μόνο με την αποδοχή και την τήρηση των λόγων και των εντολών του Κυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι η σχέση με τον Θεό δεν έχει θεωρητικό ή νοησιαρχικό χαρακτήρα, αλλά καθαρώς εμπειρικό. Την ώρα που ένας άνθρωπος θα τηρήσει τον λόγο του Θεού, εκείνην την ώρα θα δει την παρουσία του Θεού ενεργούσα μέσα σε όλη την ύπαρξή του. Αυτό συνιστά και την προϋπόθεση, προκειμένου να ενεργοποιείται η χάρη του Κυρίου μέσα από τα μυστήρια και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας.

(β) Ενώ όμως έχει τέτοια δύναμη ο σπόρος, ο λόγος του Θεού, εξαρτάται η ενέργειά του από το έδαφος στο οποίο θα πέσει, δηλαδή από το τι ψυχή θα συναντήσει. Όπως συχνά τονίζεται, ο παντοδύναμος Θεός αυτοπεριορίζεται, διότι ακριβώς σέβεται τη δοσμένη από Αυτόν στον άνθρωπο ελευθερία του. Η παραβολή του σπορέως αποτελεί  εναργή  απόδειξη της αλήθειας αυτής. Με άλλα λόγια, χωρίς τη συγκατάθεση του ανθρώπου ο λόγος του Θεού παραμένει ανενέργητος και «κενός». Όπως το σημειώνει και ο απόστολος Παύλος, ο οποίος παρακαλεί τους μαθητές του «μη εις κενόν δέξασθαι την χάριν του Θεού», να μην πάει χαμένη η χάρη του Θεού. Κι είναι δραματική και η εξής επισήμανση: πάει χαμένη η χάρη του Θεού, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον την απορρίπτει, αλλά κι όταν μπορεί να την έχει αποδεχθεί! Εννοούμε ότι όχι μόνον το πατημένο έδαφος – ο άνθρωπος που έχει πλήρως αποστρέψει το πρόσωπό του από τον Θεό – αλλά και το πετρώδες και το ακανθώδες έδαφος, δηλαδή οι άνθρωποι που έχουν ανταποκριθεί σε πρώτη φάση στην κλήση του Θεού, αλλά δεν πρόσεξαν και δεν επέμειναν σ’ αυτήν, έχασαν τον Θεό.

 (γ) Εκτός από τον παράγοντα άνθρωπο με την ελευθερία του υπάρχει και κάποιος άλλος που παρεμβάλλεται στη διαδικασία της σποράς, της αποδοχής του λόγου του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου: ο «εχθρός άνθρωπος» που λέει άλλη παραβολή, δηλαδή ο διάβολος. Είναι γνωστό: ο διάβολος προσπαθεί παντοιοτρόπως να εμποδίσει τον άνθρωπο από το άκουσμα του λόγου του Θεού, πολύ περισσότερο από την εφαρμογή του. Διότι ακριβώς γνωρίζει ότι ο λόγος του Θεού, αν γίνει αποδεκτός,  αποτελεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Αξίζει να υπενθυμίσουμε το περιστατικό από την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας, κατά το οποίο ηγούμενος μοναστηριού που ενώ δίδασκε τους μοναχούς του, έβλεπε ότι αυτοί αποκοιμώντο  με συνέργεια του διαβόλου, σταμάτησε τη διδασκαλία και άρχισε το «κουτσομπολιό». Αμέσως ξύπνησαν όλοι. Και βρήκε ευκαιρία ο καλός ηγούμενος να τους διδάξει αυτήν την αλήθεια: στον λόγο του Θεού  ο διάβολος προκαλεί τον ύπνο, στο «κουτσομπολιό» ξυπνάει τους πάντες.

(δ) Το καλό έδαφος είναι η προϋπόθεση της επιτυχίας της σποράς. Πρόκειται για τους καλοπροαίρετους, όπως είπαμε, ανθρώπους, οι οποίοι ανταποκρίνονται στον λόγο του Θεού «εν καρδία καλή και αγαθή», επιμένουν σ’  αυτόν, παρ’  όλες τις δυσκολίες, εξωτερικές ή εσωτερικές, κάνουν υπομονή για να δουν το αποτέλεσμα. Το «κατέχουσιν και καρποφορούσιν εν υπομονή» που λέει ο Κύριος, αποτελεί το μυστικό για την ύπαρξη του καλού εδάφους. Διότι η υπομονή φανερώνει την αλήθεια της πίστεως και της ταπεινώσεως του ανθρώπου, της εμπιστοσύνης του ότι, έστω κι αν δεν βλέπει άμεσα και ορατά αποτελέσματα, η χάρη του Θεού ενεργεί στον κόσμο. Ο Κύριος επανειλημμένως τόνιζε ότι «εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών». Κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τη σωτηρία του, χωρίς την υπομονή. Κι οι άγιοι Πατέρες, εξηγώντας τον λόγο του Κυρίου, σημείωναν ότι η υπομονή συνιστά το υλικό, με το οποίο κτίζεται κάθε αρετή. Δεν είναι δηλαδή η υπομονή μία απλή αρετή, αλλά το συνοδευτικό κάθε αρετής.

Η παραβολή του καλού σπορέως, ενώ φαίνεται απαισιόδοξη,  είναι μία πολύ παρήγορη και αισιόδοξη παραβολή. Ο Κύριος μάς προσανατολίζει στην καρποφορία του καλού εδάφους, την πλουσιοπάροχη δηλαδή χάρη Του, η οποία δεν προσφέρεται «εκ μέτρου», όταν συναντήσει άνθρωπο που αγαπά την αλήθεια. Από την άλλη όμως, με την αναφορά στα άλλα εδάφη, τα μη καρποφόρα, μας επισημαίνει την ευθύνη μας: ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του. Θα πρέπει κάθε φορά να θέτουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: τι έδαφος είμαι εγώ; Κι η απάντηση βεβαίως θα έρχεται στο βαθμό που θα υπάρχει ή όχι η παρουσία των καρπών. «Ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, χρηστότης, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Αν δεν επισημαίνουμε τους καρπούς αυτούς στη ζωή μας, μάλλον θα πρέπει να αρχίσουμε να βάζουμε ερωτηματικό και στον χριστιανισμό μας. Αλλά στην περίπτωση αυτή τα λόγια του Κυρίου ακούγονται φοβερά: «Παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρεται και εις πυρ βάλλεται». Κάθε κλήμα που είναι ενωμένο με Εμένα, αλλά δεν φέρει καρπό, ο Ουράνιος Γεωργός το κόβει και το πετάει στη φωτιά.

ΠΟΙΟΣ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΘΕΙ... ΜΑΖΙ ΜΟΥ;

Πόσες φορές κάνουμε κάτι, θεωρούμενο πνευματικό:  προσευχή, εκκλησιασμό, νηστεία, κάποιες ελεημοσύνες, και νομίζουμε ότι γίναμε «άγιος Αντώνιος»! Γιατί συγκρίνουμε τον εαυτό μας με... εμάς τους ίδιους! Εμείς είμαστε το μέτρο! Σαν εκείνον που τρέχει και νομίζει πως τρέχει γρήγορα. Κι έρχεται ένας αθλητής δρομέας δίπλα του, οπότε καταλαβαίνει ότι το τρέξιμό του ισοδυναμεί με... στάση! Μας το λέει άμεσα και η Γραφή: «Ουαί ο ενώπιον αυτού επιστήμων» - αλλοίμονο σ’  αυτόν που θεωρεί μόνος του τον εαυτό του γνώστη και επιστήμονα. Λοιπόν, η πλάνη μας είναι προφανής. Ζούμε σε μία ψευδαίσθηση, την ψευδαίσθηση του «μεγαλείου» και της «αγιοσύνης» μας! Διότι εννοείται ότι μαζί με τους άλλους, σε σχέση με τους συνανθρώπους μας μπορούμε να συγκρίνουμε τον εαυτό μας και να συνειδητοποιήσουμε τα μέτρα μας - ο άλλος είναι ο καθρέπτης μας.

Και ο άλλος ασφαλώς δεν μπορεί να είναι για έναν χριστιανό ο εκτός της Εκκλησίας άνθρωπος, ο κοσμικός άνθρωπος χωρίς το φρόνημα του Χριστού. Γιατί αυτός έχει διαγράψει τον Θεό από τη ζωή του. Λοιπόν, ο άλλος που θα πρέπει να τον χρησιμοποιούμε ως μέτρο μας είναι ο άνθρωπος του Θεού, δηλαδή ο άγιος άνθρωπος, κι ακόμη περισσότερο, ο πρώτος μεταξύ όλων των αγίων, η ίδια η Παναγία μας. Σ’ Εκείνην, την Πρώτη, και στα αδέλφια μας τους αγίους πρέπει να στρέφουμε το βλέμμα μας και στη ζωή αυτών πρέπει να καθρεπτιζόμαστε -  εκείνοι αποτελούν τον χαρισματικό εαυτό μας, το όριό μας. Γιατί αυτοί ακολούθησαν με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα τα χνάρια του Χριστού. Γι’  αυτό και είναι τόσο απαραίτητη η μελέτη της ζωής τους, τα συναξάρια τους, οι ύμνοι της Εκκλησίας που τους τραγουδούν και τους δοξολογούν.  

Κάνοντας αυτό θα συνειδητοποιούμε δύο βασικά πράγματα: Πρώτον, ότι θα αρχίσουμε να κινούμαστε κι εμείς σ’  ένα χαρισματικό επίπεδο, γιατί θα διαπιστώνουμε και για εμάς αυτό που διαπιστώνουμε σε όλους τους αγίους: τη συνεργασία τους με τον Χριστό – Τον θέλησαν στη ζωή τους, ανταποκρινόμενοι στην αγάπη Του, γιατί «Χωρίς Αυτόν δεν θα έκαναν τίποτε απολύτως».  Δεύτερον, και σημαντικότερο: ότι θα νιώθουμε αδιάκοπα πόσο μικροί και λίγοι είμαστε -  ότι «δεν έχουμε πατήσει καν το πόδι μας στον δρόμο της πραγματικής χριστιανικής ζωής»!  Μπροστά στην Παναγία, τους αγίους, το μόνο που θα μας έρχεται να κάνουμε είναι να κτυπάμε το στήθος μας, λέγοντας και επαναλαμβάνοντας: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Δεν οδηγούμαστε έτσι στη βάση όλων των αρετών, εκεί που δρα ο Θεός:  την αγία ταπείνωση; Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος το λέει «ωμά»:  

«Ας μη παύσουμε ποτέ να συζητούμε για τους προ ημών Πατέρες και φωστήρες, συγκρίνοντας τους εαυτούς μας μαζί τους. Τότε θα διαπιστώσουμε ότι δεν πατήσαμε καν το πόδι μας στον δρόμο της πραγματικής μοναχικής (γράφε: χριστιανικής) ζωής» (Κλίμαξ, λόγ. κβ΄ 21).

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2021

ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΕΣ ΚΑΙ ΗΓΕΤΕΣ, ΟΧΙ ΟΥΡΑΓΟΙ!

Ένας λόγος του αποστόλου Παύλου πρέπει να γίνεται αντικείμενο συχνού στοχασμού των χριστιανών. Ο λόγος που λέει στον μαθητή του Τίτο ότι «πρέπει να φροντίζουν οι χριστιανοί να προῒστανται στα καλά έργα», «να μάθουν να είναι πρώτοι σ’ αυτά!» (Τίτ. 3, 8.14). Και πρέπει να υπάρχει αυτός ο στοχασμός, γιατί συχνά οι χριστιανοί στον κόσμο, ίσως από αδιάκριτη μίμηση του πνευματικού χαρισματικού ρεύματος του αναχωρητικού μοναχισμού ή συνηθέστερα από μία ηττοπαθή και φοβική αντιμετώπιση του κόσμου, αποσύρονται από τά κοινωνικά δρώμενα και  περιορίζονται σε ό,τι είναι μόνο τα του οίκου τους, θεωρώντας ότι η μονομερής αναφορά στο θείο και η επιτέλεση των πνευματικών λεγομένων καθηκόντων τους είναι η προτεραιότητά τους ώστε να «σώσουν» τις ψυχές τους!

Αλλά καταλαβαίνει κανείς ότι η τοποθέτηση αυτή είναι πλανεμένη, διότι ακριβώς είναι μονομερής, χωρίς να έχει κανένα στήριγμα στην αγιογραφική και την πατερική παράδοση -  θα ’λεγε κανείς ότι λειτουργεί εδώ ένας ανεπίγνωστος μονοφυσιτισμός, μία άρνηση δηλαδή των κοσμικών και των ανθρωπίνων, σαν να απορρίπτει κανείς την ανθρώπινη φύση του Χριστού! Ο ίδιος όμως ο Κύριος εκτός από Θεός είναι και άνθρωπος. Προσέλαβε την ανθρώπινη φύση προβαίνοντας στη συγκλονιστικότερη κίνηση που ουδέποτε θα μπορούσε να διανοηθεί άνθρωπος ή και οποιοδήποτε κτίσμα του Θεού: από Θεός να γίνει και άνθρωπος, ο Δημιουργός να γίνει και δημιούργημα – «και ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Η πέραν πάσης λογικής κάθοδος αυτή του Θεού ανοίγει για τον κόσμο, όπως γνωρίζουμε, τη μεγαλύτερη πρωτοπορία και τη σπουδαιότερη αντιστροφή που παρουσιάστηκε ποτέ σε όλη την ανθρώπινη ιστορία: να ανοιχτεί ο δρόμος επανόδου του ανθρώπου και πάλι στον Θεό, από τον Οποίο είχε ξεπέσει λόγω της επανάστασης κατά του Δημιουργού του. Με άλλα λόγια ο Χριστός, μόνος Αυτός, βάδισε μία οδό που Τον έφερνε αντιμέτωπο με σύνολη την ιστορική πραγματικότητα του καιρού Του και κάθε άλλης εποχής. Γιατί; Διότι «ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται», που σημαίνει ότι άγεται και φέρεται από τα αμαρτωλά πάθη του, από τις δαιμονικές επιρροές, από τα στοιχεία του κόσμου που σπρώχνουν τον άνθρωπο και τον κόσμο όλο σε οτιδήποτε άλλο πέραν του Θεού! Κι αυτή η πορεία Του στέφτηκε από επιτυχία! Με κοσμικά βεβαίως κριτήρια ο Χριστός... απέτυχε! – Τον σταύρωσαν και πέθανε πάνω στον Σταυρό. Με τα αληθινά όμως πνευματικά κριτήρια, αυτά που ουσιαστικά συγκροτούν τον κόσμο και επιβεβαιώνονται διαρκώς στους αιώνες, νίκησε! Πάνω στον Σταυρό με την αγάπη Του «κατήργησε τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον», καταπάτησε τον θάνατο με την Ανάστασή Του, έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να μπορεί να βρει τον Θεό του και να ζει από τώρα, στον κόσμο τούτο, την αιώνια ζωή! «Αυτή είναι η νίκη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας!»

Αυτή λοιπόν τη θεανθρώπινη ψυχική δύναμη του Κυρίου που περιέκλειε την παντοδύναμη ενέργειά Του και που άλλαξε οριστικά και αμετάκλητα τον ρου της ιστορίας την βλέπουμε απαρχής του χριστιανισμού μεταδιδόμενη στους μαθητές Του εν αγίω Πνεύματι και στους πιστούς Του όλων των εποχών. Οι γνήσιοι ακόλουθοι του Κυρίου, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας, ήταν και είναι εκείνοι που ανέτρεψαν και ανατρέπουν όλα τα κατεστημένα του κόσμου, όλα τα ανθρώπινα κέντρα που φαντάζουν παντοδύναμα θεμελιωμένα στην πονηρία του διαβόλου και των οργάνων του. Μα τελικώς όλα αυτά αποτελούν έναν μικρό ιστό αράχνης που και με απλό φύσημα καταρρίπτονται και εξαφανίζονται – η ιστορία των αγίων μαρτύρων αποτελεί το πιο τρανταχτό επιχείρημα της αλήθειας αυτής! Γιατί στο πρόσωπο του κάθε χριστιανού λειτουργεί η ενέργεια του ίδιου του παντοδύναμου Κυρίου. «Με τον Χριστό που με δυναμώνει είμαι πανίσχυρος» όπως ομολογεί ο απόστολος Παύλος.

Κι αυτό θα πει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κάποιος χριστιανός και να είναι ηττοπαθής ή φοβισμένος σ’ έναν κόσμο που ήδη έχει ηττηθεί ως προς τις αμαρτίες του, σ’ έναν κόσμο που σε τελευταία ανάλυση ανήκει στον ίδιο τον Κύριο, αφού Εκείνος είναι ο Δημιουργός Του: «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής»! «Πάντα δι’ Αυτού εγένετο και χωρίς Αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονε». Ο λόγος λοιπόν του αποστόλου, για να επανέλθουμε στον αρχικό μας προβληματισμό, θεωρείται μονόδρομος για τον πιστό. Εφόσον έχει ο πιστός έστω και μικρή αίσθηση του τι σημαίνει χριστιανός μέσα στον κόσμο, ακολουθεί την οδό του Κυρίου και των αποστόλων, βαδίζει τον δρόμο της πρωτοπορίας των αγαθών και των ωφέλιμων έργων, πρωτοστατεί, ανοίγει πάντοτε δρόμους, φέρνοντας ασφαλώς εννοείται το πνεύμα του Χριστού και της Εκκλησίας σ’ αυτούς. Και ποιο είναι αυτό το πνεύμα; Το πνεύμα της ταπεινής αγάπης, δηλαδή την παντοδυναμία της ενέργειας του ίδιου του Θεού! Ποιος μπορεί να αντιταχθεί σ’ αυτό; Κανείς απολύτως. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ’ ημών;» Μπορεί ο χριστιανός να χλευαστεί και να κυνηγηθεί, να διωχθεί και να σταυρωθεί, μα τούτο συνιστά προσωρινή κατάσταση. Ο όποιος σταυρός του γρήγορα θα αποκαλύψει και την άλλη όψη του, αυτήν της αναστάσεως. Κι άλλωστε, μη ξεχνάμε, όλη η ιστορία είναι στραμμένη στον «και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς» Ιησού Χριστό. Το είπαμε και παραπάνω: Αυτός είναι ήδη ο νικητής!

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

«Ο άγιος Λουκιανός ήταν υιός ευσεβών γονέων, ο οποίος μετά την αποβίωσή τους σκόρπισε ό,τι περιουσία είχε στους πτωχούς, σχολάζοντας πια στη μελέτη των θείων Γραφών. Γι’  αυτό και μετέστρεψε προς την πίστη του Χριστού πολλούς Ιουδαίους και ειδωλολάτρες. Άφησε όμως τη δική του πόλη και πήγε στη Νικομήδεια, προκειμένου να ενισχύσει προς τους μαρτυρικούς αγώνες εκείνους που από το φόβο των μαρτυρίων εγκατέλειπαν την πίστη. Επειδή ήταν πολύ καλλιγράφος, άφησε στην Εκκλησία των Νικομηδέων ένα βιβλίο, στο οποίο έχοντας τρεις στήλες σε κάθε σελίδα κατέγραψε όλη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Τόσο πολύ μάλιστα ξεπέρασε τα ανθρώπινα, ώστε όταν πήγαινε στην πόλη, σε άλλους ήταν ορατός και σε άλλους αόρατος. Έμαθε γι’  αυτόν ο βασιλιάς Μαξιμιανός, κι επειδή φοβήθηκε να τον δει κατά πρόσωπο, συζήτησε μαζί του, καλυμμένος πίσω από παραπέτασμα. Μόλις όμως κατάλαβε τη σταθερότητα της πίστεώς του στον Χριστό, τον κατεδίκασε σε μακρόχρονη πείνα. Επειδή λοιπόν δεν έφαγε και δεν ήπιε τίποτα για πολλές ημέρες, πέθανε μέσα στη φυλακή. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να ριχτεί το σώμα του στη θάλασσα, το οποίο περισυνέλεξε ένα δελφίνι με προσταγή του Θεού και το έφερε στους ώμους του στην ξηρά».

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός ο άγιος Λουκιανός, ακόμη και σε πολύ κοντινούς προς την Εκκλησία ανθρώπους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο άγιος δεν διακρινόταν από χαρίσματα του Θεού και μάλιστα μεγάλα. Το αφιλάργυρο του χαρακτήρα του, η ελεήμων διάθεσή του προς τους πτωχούς, η ιεραποστολική φλόγα του στους αγνοούντες την πίστη του Χριστού, το μαρτυρικό φρόνημά του, ακόμη δε και η καλλιέπεια των λόγων του, όπως και το ζωγραφικό του ταλέντο, ήταν από εκείνα που κοσμούσαν την ύπαρξή του, κάνοντάς τον έναν από τους πιο χαριτωμένους ανθρώπους της εποχής του.  Εκείνο όμως το στοιχείο που κυριολεκτικά πυρπολούσε και κινητοποιούσε την ψυχή και το σώμα του ήταν η βαθειά αγάπη του προς τον Θεό, που απαρχής φάνηκε με τη συνεχή ενασχόλησή του με την Αγία Γραφή, όπως και με την επιθυμία του να αφήσει αντιγραμμένο το κείμενο της Αγίας Γραφής στους πιστούς του, σε εποχή βεβαίως που δεν υπήρχαν και πολλά αντίτυπά της.  «Ήσουν πυρπολημένος από την αγάπη του Χριστού, ένδοξε», όπως σημειώνει και ο υμνογράφος του. Αυτή η μεγάλη αγάπη του προς τον Κύριο ήταν και το ερμηνευτικό «κλειδί» της όλης βιοτής και της κατά Θεόν συμπεριφοράς του. Αυτή εξηγεί και τη σφοδρή αγάπη του προς τους συνανθρώπους του, καρπός της οποίας ήταν η προσφορά της όλης περιουσίας του, η μετακόμισή του στη Νικομήδεια, προκειμένου να ενισχύσει τους χριστιανούς με το αλειπτικό  έργο του – «ισχυρός κατά της πλάνης ανεδείχθης, μακάριε, και πολλών αλείπτης (καθοδηγητής)» -  η διαρκής έγνοια του να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Χριστό.

Αποτέλεσμα της διπλής αυτής μεγάλης αγάπης, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ήταν όχι μόνον να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου, αλλά να ζει, ήδη από τον κόσμο τούτο, σαν άγγελος του Θεού. Αυτό δεν είναι κατά τον απόστολο και το γνώρισμα του μεγάλου αγίου; «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (επιθυμώ να φύγω από τη ζωή και να είμαι ενωμένος με τον Χριστό), σημειώνει ο άγιος Παύλος. Και: «ήρθης προς περίδοξον ύψος, αξιάγαστε, και των αγγέλων έφθασας τα τάγματα» (υψώθηκες πολύ ψηλά, θαυμάσιε, και έφτασες τα τάγματα των αγγέλων) κατά τον υμνογράφο. Είναι σπάνια η περίπτωση μάλιστα που βλέπουμε στον άγιο Λουκιανό, ήδη από τη ζωή αυτή να μπορεί σαν τους αγγέλους πότε να είναι ορατός και πότε αόρατος. Θυμίζει αυτό που ακούγεται ακόμη και σήμερα για τους αόρατους μοναχούς του Αγίου Όρους, ένα άκουσμα που είναι αξιόπιστο, όταν επιβεβαιώνεται από αγίους ασκητές σαν τον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη. Δεν ανήκει λοιπόν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας κάτι τέτοιο, αλλά εντάσσεται μέσα στην πνευματική παράδοση της Εκκλησίας, η οποία, όπως έχουμε τονίσει και άλλοτε, πατά μεν στέρεα πάνω στη γη, αλλά ταυτοχρόνως πολιτεύεται στον ουρανό.

Ένα τέτοιο πνευματικό ύψος κάνει τον υμνογράφο του αγίου να δει και τη ρίψη του στη θάλασσα, όπως  και τη θαυμαστή έξοδό του μέσω δελφινιού,  σαν γεγονός αντίστοιχο προς εκείνο του προφήτη Ιωνά. «Κητώας εκ γαστρός Ιωνάν ο ρυσάμενος, τριημερεύσαντα σώζει, σε βυθού θαλάσσης καθυπουργούντων εναλίων σοι θηρών μεθ’ ημέρας τριάκοντα» (Αυτός που έσωσε τον Ιωνά από τη γαστέρα του κήτους, όταν τρεις ημέρες βρισκόταν εκεί, ο Ίδιος σε σώζει από τον βυθό της θάλασσας, μετά από τριάντα ημέρες, με τη βοήθεια των δελφινιών). Κι έχουμε την εντύπωση ότι η αντιστοιχία αυτή από τον υμνογράφο θέλει να υπενθυμίσει ότι ο πιστός που ζει την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, οπωσδήποτε είναι σωσμένος και αναστημένος, αφού ο Ιωνάς από τον ίδιο τον Κύριο θεωρήθηκε τύπος της αναστάσεώς Του. Ένας θεωρούμενος «άγνωστος» άγιος, με τέτοια αγιότητα, με τόσα χαρίσματα, με τέτοια εμβέλεια σε όλον τον πνευματικό κόσμο!

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2021

ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΛΛΙΤΕΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!

Η στοίχηση με συνέπεια στη ζωή του Χριστού αποτελεί πρόκληση για τη λογική του κοσμικού ανθρώπου κι ανατροπή όλων των θεωρουμένων σταθερών του. Γιατί; Διότι έχοντας διαγράψει αυτός από τη ζωή του τον Θεό επιζητεί την άνεση, την πλήρη αποδοχή από τους άλλους, τη δύναμη του πλούτου, την κυριαρχία, ό,τι συνιστά την ίδια την αμαρτία και την υποδούλωση στον Πονηρό. Κι ακόμη περισσότερο: η αμαρτωλή αυτή κατάστασή του επιτείνεται χωρίς σταματημό, γιατί κατά τον μέγα Παύλο «οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο, θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν» - καμία μεσσιανικότητα ως προσδοκία καλλιτέρευσης του κόσμου αφεαυτού δεν γίνεται αποδεκτή. Ο κόσμος ολοένα θα χειροτερεύει και περισσότερο.

Έτσι ο χριστιανός πορεύεται μέσα σ’ έναν κόσμο υποταγμένο στον κοσμοκράτορα Διάβολο, μέσα στον οποίο δεν φαίνεται ο ίδιος να έχει θέση. Κι εδώ έρχεται η… ανατροπή! Ενώ ο κόσμος της αμαρτίας επιθυμεί να τον αφανίσει, δεν θα τα καταφέρνει, διότι τελικώς Αυτός που προσδιορίζει τα σύμπαντα μέχρι κεραίας είναι ο Κύριος, ο Παντοδύναμος Θεός, «ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος». Όπως εκφράζει την εμπειρία του και ο ίδιος απόστολος: «Και απ’ όλους τους διωγμούς που υπέφερα με γλύτωσε ο Κύριος». Να λοιπόν η πραγματικότητα του βάθους της πίστεώς μας: εκεί που φαίνεται ότι ηττώμαστε οι χριστιανοί και χανόμαστε από τις δυνάμεις του σκότους, εκεί ακριβώς αναδύεται το φως της παντοδυνμίας του Θεού – είναι η συμμετοχή μας στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Και ο Χριστός δεν φάνηκε επί του Σταυρού αδύναμος και ηττημένος; Αλλ’ εκεί φάνηκε και η απόλυτη παντοδυναμία Του: αναστήθηκε τριήμερος! «Αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον˙ ἡ πίστις ἡμῶν

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΜΑΪΟΥΜΑ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

«Ο άγιος Κοσμάς (685-περ.750 μ.Χ.), γεννημένος μάλλον στη Δαμασκό, επειδή έμεινε ορφανός από μικρός, υιοθετήθηκε από τον πατέρα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού Σέργιο, ο οποίος ήταν πλούσιος και με κοσμική δόξα, ως υπουργός οικονομικών του χαλίφη των Αράβων. Βλέποντας ο Σέργιος την κλίση και των δύο παιδιών στα γράμματα, προσέλαβε κάποιον άνδρα πολυμαθή και σοφό, Κοσμά και αυτόν στο όνομα, από την Καλαβρία, προκειμένου να τα διδάξει κάθε σοφία, θεία και ανθρώπινη. Πράγματι, οι δύο νέοι, ο Ιωάννης και ο Κοσμάς, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα διδάχτηκαν από τον Κοσμά τον δάσκαλό τους γραμματική και φιλοσοφία, αστρονομία και γεωμετρία, όπως και ποίηση και μουσική, και έγιναν αξιοσέβαστοι από όλους. Όποιος μάλιστα θέλει να μάθει την τελειότητα αυτών σε όλα, δεν έχει παρά να την γνωρίσει ακριβώς από τα συγγράμματα που εκπονήθηκαν από αυτούς. Μετά από τις σπουδές τους, πήγαν στη Λαύρα του αγίου Σάββα και έγιναν μοναχοί. Και ο μεν μακάριος Ιωάννης χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ο δε αξιοσέβαστος Κοσμάς, αφού παρακλήθηκε πολύ από όλη τη Σύνοδο των επισκόπων, προχειρίστηκε επίσκοπος της πόλεως Μαϊουμά. Αφού πολιτεύτηκε λοιπόν καλώς και οδήγησε το ποίμνιό του στους σωτήριους δρόμους της πίστεως, έφθασε σε βαθιά γεράματα, οπότε και αναπαύτηκε εν Κυρίω».

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για τον άγιο Κοσμά τον ποιητή και μελωδό (συνέθετε όχι μόνον ύμνους, αλλά και τους μελοποιούσε) με πεζό λόγο. Διότι πώς «την κιθάραν του Πνεύματος, την λύραν την ένθεον», «την σάλπιγγα, την κελαδούσαν τα σωτήρια του Χριστού παθήματα και τα θαύματα και της Πανάγνου την κοίμησιν», «τον πνευματικόν ασματογράφον», «την θεόβρυτον πηγήν» θα μπορέσει να υμνήσει αξίως η πεζότητα του λόγου; Όταν μάλιστα αυτά που μελώδησε ο άγιος Κοσμάς αναφέρονταν στην Αγία Τριάδα, τις μεγάλες Δεσποτικές εορτές του Κυρίου μας, την Υπεραγία Θεοτόκο; Ας θυμηθούμε ότι ο κανόνας των Χριστουγέννων: «Χριστός γεννάται δοξάσατε», ο κανόνας των Θεοφανείων: «Βυθού ανεκάλυψε πυθμένα», ο κανόνας του Πάσχα: «Κύματι θαλάσσης» είναι δικά του πονήματα. Ο υμνογράφος της εορτής του έχει απολύτως επίγνωση της πραγματικότητας αυτής: ένας τόσο σπουδαίος ποιητής μόνον από έναν εξίσου μεγάλο ποιητή μπορεί να υμνηθεί. Κι αυτός δεν είναι άλλος από τον Δαυίδ. Πρέπει κανείς να είναι στο μεγαλείο του προφητάνακτα για να αποδώσει με τον αρμόζοντα τρόπο τα θεία για τον άγιο Κοσμά μελωδήματα. «Δαυιτικοίς άσμασι τον πνευματικόν ασματογράφον ευφημήσωμεν». Κι ακόμη: και η ίδια η κοίμησή του πρέπει να αποδοθεί με τρόπο μελωδικό. «Νόμοις καθεπόμενοι τοις σοις, μακάριε, εξυμνήσαι προεθέμεθα σην προς τα άνω εκδημίαν». Ακολουθώντας τους δικούς σου νόμους, μακάριε, (δηλαδή να εκφράζεσαι με ύμνους), έχουμε την πρόθεση να εξυμνήσουμε την εκδημία σου προς τον Θεό.

Ο υμνογράφος του δεν ξέρει πώς να εξυμνήσει όχι μόνον τα ποιήματά του, αλλά και την ίδια την αγία βιοτή του. Μέσα στην απορία του βρίσκει καταφύγιο στις μεγάλες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, τους μεγάλους Πατριάρχες της: τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Μωυσή, ακόμη δε και τον δίκαιο Άβελ! «Συ τον Άβελ παρεζήλωσας φέρων τας απαρχάς των σων λόγων ως θρεμμάτων θυσίας» λέει για παράδειγμα. Δηλαδή: Ζήλεψες, συ Κοσμά, τον Άβελ, γιατί πρόσφερες (όπως εκείνος στον Θεό τα καλύτερα ζώα του) τις απαρχές των λόγων σου, σαν θυσίες ζώων. Μιμήθηκες τον Αβραάμ, θα πει αλλού, που θυσίασε πρόθυμα τον υιό του Ισαάκ: κι εσύ θυσίασες τον εαυτό σου, σαν άλλον Ισαάκ, με το μαρτύριο της συνειδήσεώς σου. «…θυσιάζων Ισαάκ ώσπερ άλλον το πρόθυμον, Αβραάμ…μιμησάμενος». Δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη τη σύγκριση του αγίου Κοσμά με τον Άβελ. Η επισήμανση του υμνογράφου, ότι και ο άγιος πρόσφερε τις απαρχές των λόγων του στον Θεό, σημαίνει αφενός τη βαθειά αγάπη του αγίου προς Εκείνον – ο Θεός ήταν η προτεραιότητά του – και αφετέρου ότι η εκκλησιαστική ποίηση και υμνωδία για τον άγιο δεν ήταν πάρεργο. Πέρα από τα ποιμαντικά καθήκοντά του, αφιέρωνε αρκετό χρόνο για να υμνολογήσει με ωραίο τρόπο τα πάθη του Κυρίου, τα θαύματά Του, τις συμπεριφορές των αγίων και μάλιστα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και τούτο γιατί γνώριζε ο άγιος ότι δεν αρκεί μόνον να εξαγγείλει την πίστη του Χριστού, αλλά να την εξαγγείλει και με τρόπο, που θα γίνει περισσότερο αποδεκτή από τους πιστούς. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που η Εκκλησία μας εισήγαγε στη λατρεία της την ποίηση και την υμνωδία. Οι λόγοι ήταν καθαρώς ποιμαντικοί και όχι βεβαίως πρωτίστως αισθητικοί. Ώστε και το περιεχόμενο, αλλά και η μορφή παίζει ρόλο στην προσφορά του ευαγγελίου. Ας κάνουμε τον παραλληλισμό: ο γνωστός και μεγάλος ποιητής Γιάννης Ρίτσος (δεν μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω οι θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις του) είχε αναφέρει σε παλαιά εκπομπή στην τηλεόραση ότι ένας από τους λόγους που ο νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης πήρε ακριβώς το νόμπελ λογοτεχνίας, ήταν και το γεγονός ότι οι Σουηδοί, όπως και οι άλλοι Ευρωπαίοι, είχαν γνωρίσει την ποίησή του από τη μελοποίηση σπουδαίων έργων του, π.χ. το «Άξιόν εστι», από τον μεγαλοφυή βεβαίως ως προς το μουσικό του χάρισμα Μίκη Θεοδωράκη. Η μουσική δηλαδή έγινε γέφυρα επικοινωνίας του μεγάλου πλήθους του κόσμου προς την ίδια την ποίηση.

Είναι εξαιρετικής σημασίας όμως, νομίζουμε, και κάτι που αναφέρει το συναξάρι για τον άγιο Κοσμά, αλλά και για τον αδελφό του, άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Και οι δύο αναδείχτηκαν μεγάλοι και υπέροχοι υμνογράφοι και μελωδοί. Πώς έφτασαν σ’  αυτό το σημείο; Ήταν μόνον το υπάρχον ταλέντο τους; Η καλλιτεχνική φύση και ο ποιητικός χαρακτήρας τους; Ασφαλώς και αυτό. Αν όμως δεν υπήρχε ο δάσκαλός τους, ο Κοσμάς ο Καλαβρός, ο ξένος όπως επίσης λέγεται, δεν ξέρουμε αν θα είχαν ενεργοποιήσει σ’  αυτόν τον βαθμό το χάρισμά τους. Με άλλα λόγια, βεβαίως υπήρχε η «μαγιά», αλλά επισημάνθηκε αυτή και καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε από τον δάσκαλό τους. Κι αυτό είναι μία σπουδαία παρατήρηση, η οποία αναδεικνύει και το ρόλο του πραγματικού δασκάλου. Ο δάσκαλος είναι εκεί όχι μόνον για να προσφέρει γνώσεις, αλλά κυρίως να «ψυχανεμίζεται» όπως λέμε, τα χαρίσματα των μαθητών του. Κι είναι μεγάλη η ευλογία να βρει κανείς τέτοιους δασκάλους, γεγονός που επιβεβαιώνει την πανθομολογούμενη αλήθεια πως ό,τι και να γίνει στον κόσμο, όσο και να «προχωρήσει» η ανθρωπότητα στις τεχνολογίες και τις εφευρέσεις, ο δάσκαλος θα παραμένει πάντοτε μοναδικός και αναντικατάστατος. Για έναν και μοναδικό ακριβώς λόγο: η ζωή (ο μαθητής) συναντάται και τρέφεται από την ίδια τη ζωή (τον δάσκαλο).