Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

«Ὤ θαύματος καινοῦ! ὤ παραδόξου τρόπου! Πῶς χόρτος οὐκ ἐφλέχθη, ἡ χείρ τοῦ Ἀποστόλου, πυρί τῷ τῆς Θεότητος

«Σπεύσωμεν καί ἡμεῖς τάς χεῖρας ἁγιάσαι τῇ τῶν παθῶν ἀργίᾳ, καί οὕτω τοῦ Δεσπότου τῆς πλευρᾶς ἐφαψόμεθα» (Απόστιχα όρθρου ημέρας).

(Τι καινούργιο θαύμα και παράδοξος τρόπος! Πώς δεν πήρε φωτιά το χορτάρι, δηλαδή το χέρι του Αποστόλου από το πυρ της Θεότητας!

Ας σπεύσουμε και εμείς να αγιάσουμε τα χέρια μας με την αργία των παθών μας, και έτσι να αγγίξουμε την πλευρά του Δεσπότου Χριστού).

Ο άγιος υμνογράφος επιμένει στο θαύμα της ψηλάφησης του Κυρίου από τον απόστολο Θωμά. Και το θαύμα κατ’ αυτόν έγκειται στο γεγονός ότι το χέρι του δεν «κάηκε» από την τόλμη του να αγγίξει τις πληγές του αναστημένου Διδασκάλου του. Για τον ποιητή, και για κάθε χριστιανό βεβαίως, το αναστημένο σώμα του Κυρίου είναι σαν την καιομένη βάτο που είδε και πλησίασε ο προφήτης Μωϋσής ήδη από τα Παλαιοδιαθηκικά χρόνια. Κι ακόμη: σαν τον πυρωμένο άνθρακα που είδε ο προφήτης Ησαΐας να τίθεται στο ουράνιο θυσιαστήριο από τους αγγέλους, οι οποίοι στη συνέχεια άγγιξαν με αυτόν τα χείλη του για να καθαριστεί και να αποκτήσει την προφητική χάρη και δύναμη – η καιομένη βάτος και ο άνθρακας αυτός αποτελούσαν προεικονίσεις του σώματος του Κυρίου. Λοιπόν, μένει έκθαμβος ο άγιος υμνογράφος μπροστά στο γεγονός. Και η εξήγηση της μη καύσης του αποστόλου δίνεται κατά μοναδικό τρόπο από τον οίκο του κοντακίου της εορτής: «Ποιος φύλαξε την παλάμη του Μαθητή τότε να μη διαλυθεί, όταν πλησίασε την πύρινη πλευρά του Κυρίου; Ποιος έδωσε στην παλάμη αυτή τόλμη κι απέκτησε δύναμη να ψηλαφήσει το πύρινο οστό; Οπωσδήποτε η πλευρά που ψηλαφήθηκε. Διότι αν η πλευρά αυτή δεν χορηγούσε δύναμη στην πήλινη δεξιά του Θωμά, πώς θα μπορούσε να ψηλαφήσει εκείνα τα παθήματα που σάλευσαν τα άνω και τα κάτω; Αυτή η χάρη δόθηκε στον Θωμά ώστε να ψηλαφήσει την πλευρά και να φωνάξει στον Χριστό: Είσαι ο Κύριος και ο Θεός μου» («Τίς ἐφύλαξε τήν τοῦ Μαθητοῦ παλάμην τότε ἀχώνευτον, ὅτε τῇ πυρίνῃ πλευρᾷ προσῆλθε τοῦ Κυρίου; Τίς ἔδωκε ταύτῃ τόλμαν καί ἴσχυσε ψηλαφῆσαι φλόγεον ὀστοῦν; Πάντως η ψηλαφηθεῖσα˙ εἰμή γάρ ἡ πλευρά δύναμιν ἐχορήγησε πηλίνῃ δεξιᾷ, πῶς εἶχε ψηλαφῆσαι παθήματα, σαλεύσαντα τά ἄνω καί τά κάτω; Αὕτη ἡ χάρις Θωμᾷ ἐδόθη, ταύτην ψηλαφῆσαι, Χριστῷ δέ ἐκβοῆσαι˙ Κύριος ὑπάρχεις καί Θεός μου»).  

Αλλά ο υμνογράφος μας βλέπει και την προέκταση του θαυμαστού γεγονότος: είναι η σχέση η δική μας με τον Κύριο! Ό,τι συνέβη με τον απόστολο Θωμά, το ίδιο συμβαίνει και με κάθε χριστιανό σε όλους τους αιώνες. Διότι η κλήση του χριστιανού είναι να σχετιστεί με τον Κύριο με τον ίδιο τρόπο που σχετίστηκαν όλοι οι μαθητές, που σχετίστηκε και ο απόστολος Θωμάς. Που θα πει: η προσέγγιση του Κυρίου και από εμάς είναι προσέγγιση τοῦ πυρός και της φωτιάς.  «Πῦρ γάρ καί φῶς» ο Κύριος!  Αν «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον καί εἰς τούς αἰῶνας» και αν κληθήκαμε «εἰς κοινωνίαν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ», δηλαδή σε μία κοινωνία ολόκληρης της ύπαρξής μας με Εκείνον – ο απόστολος Πέτρος εννοώντας τη θεία ενέργεια αναφέρεται στην κοινωνία της «θείας φύσεως» του Κυρίου -  τότε ο Χριστός μάς καλεί να φωτιστούμε και να «καούμε»! Αυτό είναι το μεγαλείο της χριστιανικής πίστεως: όχι να πιστεύουμε σε Κάποιον Παντοδύναμο απλώς Θεό, ο Οποίος βρίσκεται κάπου στα ουράνια – αυτό συνιστά ένα βήμα προ της ολικής διαγραφής Του από τη ζωή μας: τι να κάνουμε έναν Θεό μακρινό και ξένο από εμάς; - αλλά στον αληθινό Θεό, ο Οποίος έγινε ένας από εμάς, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση μας, μας ενσωμάτωσε στον εαυτό Του, μας έδωσε τις δυνάμεις Του, μας δίνει τον εαυτό Του να Τον φάμε και να Τον πιούμε, μας δείχνει διαρκώς πόσο πράγματι είναι βαθιά η επιθυμία Του να είναι μαζί μας. Αλλά μας αποκαλύπτει ότι ο Ίδιος είναι φωτιά που και φωτίζει και καίει. Πότε όμως λειτουργεί για εμάς κατά τρόπο θετικό το φως αυτό και η φωτιά αυτή; Όταν συμβαίνει με την τόλμη του αποστόλου Θωμά, δηλαδή όταν υπάρχει η εναγώνια αναζήτησή Του για θεωρία και μετοχή σ’ Αυτόν. Και ο άγιος υμνογράφος βεβαίως μάς βοηθάει ακόμη περισσότερο: Πρέπει να σπεύδουμε και εμείς, λέει, να προσεγγίζουμε τον Κύριο, να Τον ακουμπάμε, να Τον τρώμε και να γινόμαστε ένα μ’ Εκείνον, όταν όμως αγιάζουμε τα χέρια μας, που θα πει το σώμα και την ψυχή μας, με την αργία από τα πάθη μας, δηλαδή με την προσπάθεια να έχουμε καθαρή την καρδιά μας. Όσο βρισκόμαστε σ’ αυτήν τη φορά ζωής, όσο η στροφή μας είναι προς τις εντολές του Κυρίου μας, τόσο και η προσέγγισή Του γίνεται με τον τρόπο που ένα μικρό παιδί τρέχει προς την αγκαλιά του Πατέρα του.

Το βλέπουμε σε όλους τους αγίους μας, όπως είπαμε. Οι άγιοί μας είναι η χαρά του Ουρανού πάνω στη γη, αλλά εκπέμπουν την ίδια θέρμη και την ίδια «επικινδυνότητα» με τον Κύριο. Μας θερμαίνουν αλλά και μπορεί να μας κάψουν, αν είμαστε χλιαροί και αμελείς. Την ίδια προοπτική έχουμε βεβαίως όλοι μας. Η πίστη μας δεν είναι παιχνίδι. Αν δεν την πάρεις στα σοβαρά, «καίγεσαι»!

Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

ΤΡΙΤΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

«Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ἐπέστης, Χριστέ, πρός τούς Μαθητάς. Τότε ὁ Θωμᾶς οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ’ αὐτῶν˙ ἔλεγε γάρ˙ Οὐ μή πιστεύσω, ἐάν μή ἴδω κἀγώ τόν Δεσπότην˙ ἴδω τήν πλευράν, ὅθεν ἐξῆλθε τό αἷμα, τό ὕδωρ, τό βάπτισμα˙ ἴδω τήν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τό μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος˙ ἴδω πῶς οὐκ ἦν ὡς πνεῦμα, ἀλλά σάρξ καί ὀστέα. Ὁ τόν θάνατον πατήσας καί Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε, δόξα Σοι» (Δοξαστικό αποστίχων των αίνων).

(Ενώ ήταν κλεισμένες οι θύρες, φανερώθηκες, Χριστέ, προς τους μαθητές (την πρώτη ημέρα που αναστήθηκες). Τότε ο Θωμάς κατ’ οικονομία (Θεού) δεν ήταν μαζί τους. Γιατί έλεγε: Δεν θα πιστέψω, αν δεν δω κι εγώ ο ίδιος τον Δεσπότη. Αν δεν δω την πλευρά, από όπου βγήκε το αίμα, το ύδωρ, το βάπτισμα. Αν δεν δω την πληγή, από την οποία ιάθηκε το μέγα τραύμα, δηλαδή ο άνθρωπος. Αν δεν δω ότι δεν ήταν ο Χριστός πνεύμα (ένα φάντασμα), αλλά (κανονικός άνθρωπος) με σάρκα και οστά. Κύριε, Συ που πάτησες τον θάνατο και πληροφόρησες τον Θωμά (με την εμφάνισή Σου μετά οκτώ ημέρες) δόξα Σοι).

Τον προβληματισμό του Θωμά και τον δραματικό χαρακτήρα των ενστάσεών του απέναντι στους άλλους συμμαθητές του που τον βεβαίωναν για την αναστημένη παρουσία του Κυρίου προβάλλει ο άγιος υμνογράφος. Βρισκόμαστε στη δεύτερη εβδομάδα μετά την Ανάσταση του Κυρίου που το κύριο πρόσωπο στην υμνογραφία της Εκκλησίας είναι ο θεωρούμενος άπιστος μαθητής. Κι ήταν εκείνος που απογοητευμένος όπως και οι άλλοι απόστολοι από την εξέλιξη των γεγονότων και τον σταυρικό θάνατο του Διδασκάλου επέλεξε όχι την κοινωνία των μαθητών, αλλά την απομόνωσή του. Οι λογισμοί απιστίας και η διαφαινόμενη απόγνωσή του φαίνεται να τον κατέκλυσαν, γι’ αυτό και όταν οι άλλοι μαθητές τον βεβαίωσαν για την Ανάσταση του Κυρίου, εκείνος εξέφρασε τις αμφιβολίες του και την «απαίτησή» του να βεβαιωθεί με τις αισθήσεις του για ό,τι του έλεγαν. Η περιγραφή από τον υμνογράφο των αμφιβολιών του δείχνουν αφενός τον εσωτερικό πόλεμο που ζούσε, αφετέρου το «άνοιγμά» του προς την πίστη, γιατί οι εκτιμήσεις του έχουν βαθιά θεολογικό χαρακτήρα και στηρίζονται στον αποκαλυπτικό λόγο του Διδασκάλου.

- Να δω κι εγώ τον Κύριο για να πιστέψω˙ εξακολουθεί και τον χαρακτηρίζει Κύριο, Δεσπότη.

- Να δω τη λογχισμένη πλευρά, με το αίμα και το ύδωρ που βγήκαν˙ το ύδωρ τον παραπέμπει στο βάπτισμα της Εκκλησίας, δια του οποίου γινόμαστε μέλη Χριστού.

- Να δω την πληγή από τα καρφιά˙ μία πληγή που θεωρείται ότι απετέλεσε την ίαση του ανθρώπου. Ο ποιητής βάζει στο στόμα του «απίστου» Θωμά τον προφητικό λόγο του Ησαΐα για τον Μεσσία: «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς οἱ πάντες ἰάθημεν», κάτι που η Εκκλησία μας το εξαγγέλλει έκτοτε ποικιλοτρόπως: «τῷ πάθει Σου, Χριστέ, παθῶν ἠλευθερώθημεν». Και ιάθηκε βεβαίως ο άνθρωπος που τον χαρακτηρίζει ο Θωμάς «μέγα τραῦμα» - η αποδοχή της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία που έφερε τον θάνατό του, πνευματικό και σωματικό, «διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος».

- Να δω Εκείνον αναστημένο που δεν φάνηκε ως ένα απλό πνεύμα, αλλά ήταν αληθινός άνθρωπος με σάρκα και οστά˙ η σωματικότητα του Χριστού είναι η βεβαία απόδειξη ότι όντως αναστήθηκε. Ποτέ η Εκκλησία μας δεν αποδέχτηκε μία πνευματοκρατία, αλλά τον ρεαλισμό ότι ο άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή, ψυχή και σώμα, και τα δύο είναι ισάξια και ισοδύναμα, και τα δύο μετέχουν εξίσου στη χάρη του Θεού – ο άνθρωπος σώζεται ολόκληρος.

Κι ο υμνογράφος βεβαίως καταλήγει με την «αποθέωση» της αγάπης του Θεού απέναντι στο πλάσμα Του: και τον θάνατο καταπάτησε ο Χριστός, το αποτέλεσμα δηλαδή της αμαρτίας την οποία σήκωσε και ξέπλυνε πάνω στον Σταυρό, αλλά και τον Θωμά «ἐπληροφόρησε», γιατί συγκατέβη στην αδυναμία του – δεν τον αποπήρε, δεν τον έκανε πέρα. Κι εκείνο που θεωρείται το πιο συγκινητικά παράδοξο ίσως στον ύμνο είναι ότι αυτό που συνέβη με τον Θωμά συνέβη «οἰκονομικῶς». Το ήξερε και το ήθελε δηλαδή ο Θεός, προκειμένου διά της «απιστίας» του μαθητή Του να δώσει απάντηση σε όλες τις απιστίες και τις ολιγοπιστίες και τις αμφιβολίες που θα εκφράζονταν σε όλους τους αιώνες. «Ὦ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ!»

Το κίνητρο της αγάπης του Θεού μας για κάθε ενέργειά Του είναι πράγματι εκείνο που κάνει όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους, παρ’ όλες τις αδυναμίες τους, να προσπίπτουν τελικώς και να κραυγάζουν προς τον Χριστό: «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου»!

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ

«Αυτός είναι ο Σίμων, που ονομαζόταν και Ναθαναήλ και χρημάτισε νυμφίος στον γάμο, στον οποίο κλήθηκε ο Χριστός με τους μαθητές Του στην Κανά, όπου και μετέβαλε το νερό σε κρασί. Γι᾽ αυτό και ο νυμφίος αφού εγκατέλειψε τον γάμο και το κρασί, ακολούθησε τον φίλο και θαυματουργό και νυμφαγωγό και παρευρισκόταν με τους Αποστόλους στο υπερώο, όταν το Άγιον Πνεύμα με τη μορφή πύρινων γλωσσών επιφοίτησε σ᾽ αυτούς. Κι αφού γέμισε από το Πνεύμα αυτό και διέτρεξε όλη σχεδόν τη γη, κατέφλεξε όλη την απάτη της πολυθεΐας. Πήγε σε όλη τη Μαυριτανία και στην Αφρική και κήρυξε τον Χριστό. Ύστερα έφτασε στη Βρετανία κι αφού φώτισε πολλούς με τον λόγο του Ευαγγελίου, σταυρώθηκε από τους απίστους και φτάνοντας στο τέλος του θάφτηκε εκεί. Επειδή δε διακατεχόταν από διάπυρο ζήλο προς τον παντοκράτορα Θεό, απέκτησε ως επωνυμία του τον τρόπο της ζωής του».

«Σίμων αξιοθαύμαστε, ονομάστηκες επώνυμος του ζήλου, γιατί έδειξες θερμό ζήλο για τον παντοκράτορα Θεό, γι᾽ αυτό και σε ανέδειξε γεμάτο από θεία θαύματα. Έχοντας λοιπόν θαυμαστό ζήλο, ονομάστηκες όπως πια το λέει το όνομά σου Ζηλωτής, μακάριε, και απέκτησες την ονομασία, σε συμφωνία με τον τρόπο της ζωής σου»[1] (δοξαστικό εσπερινού).

«Επώνυμος του ζήλου» ο άγιος Σίμων, ζηλωτής αληθινός, που σημαίνει ότι στη ζωή και τη δράση του κατανοούμε τα πραγματικά όρια του ένθεου ζήλου. Και ποια είναι αυτά; Η θερμότητα της καρδιάς για τον παντοκράτορα Θεό, δηλαδή η απόλυτη εν αγάπη κλίση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου προς ό,τι είναι ο Θεός και του Θεού: ο άγιος λόγος Του, το σώμα του Κυρίου Ιησού Χριστού η Εκκλησία, τα άγια μυστήρια, οι εν Χριστώ αδελφοί, αλλά και όλοι οι ανά τον κόσμο συνάνθρωποί μας, η έμψυχη και άψυχη φύση – κάθε τι που δεν είναι αμαρτία. Πρόκειται για την επιβεβαίωση από τον πιστό άνθρωπο της κεντρικής εντολής του Τριαδικού Θεού μας που έδωσε απαρχής «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη ψυχή, εν όλη τη καρδία, εν όλη τη διανοία, εν όλη τη ισχύι, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν»[2]. Με άλλα λόγια ο ζηλωτής για την Εκκλησία μας δεν είναι ο κατά πολλούς «παθιασμένος και φανατικός» της πίστεως, ο οποίος έχει μεν ζήλο αλλ’ «ου κατ’ επίγνωσιν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος[3], αλλά αυτός που διαπνέεται από το ένθεο πάθος της αγάπης, το οποίο φανερώνεται από την καθημερινή ζωή του και όχι μόνο από τα λόγια του. Και να πώς ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης έρχεται και υπομνηματίζει την έννοια αυτή του ζήλου: «Ο Σίμων μοιάζει, Χριστέ, να σου λέει αυτό· Επειδή ζηλεύω το πάθος Σου, υπομένω το πάθος του Σταυρού»[4] (στίχοι συναξαρίου). Ζήλος αληθινός υπάρχει εκεί που η αναφορά είναι ο Σταυρός του Κυρίου, η σταυρωμένη αγάπη δηλαδή – το κάψιμο αγάπης της καρδιάς που κινεί σε θυσία τον πιστό προς χάρη του συνανθρώπου και όχι μόνο: ό,τι ζητάει ο Κύριος στην εντολή που μας έδωσε «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού»[5]. Πώς θυμάται κανείς αμέσως τα λόγια του μεγάλου οσίου Ισαάκ του Σύρου πού ορίζει ακριβώς μ’ αυτόν τον τρόπο, τον ευαγγελικό, την καρδιά που έχει ελεήμονα διάθεση προς τους πάντες και τα πάντα: «Καρδία ἐλεήμων είναι καύση της καρδίας για ολόκληρη την κτίση, για τους ανθρώπους και τα όρνεα, για τα ζώα και τους δαίμονες, για κάθε κτίσμα γενικά, ώστε από την μνήμη τους και την θέα τους να χύνουν τα μάτια του άνθρωπου δάκρυα· από την πολλή και δυνατή ελεημοσύνη συνέχεται ή καρδιά, και από την πολλή καρτερία μικραίνει ή καρδιά του, κι έτσι δεν μπορεί να βαστάξει ή ν' ακούσει ή να δει κάποια βλάβη ή μικρή λύπη πού γίνεται στην κτίση.  Γι' αυτό κάθε ώρα προσφέρει ευχές υπέρ των αλόγων και υπέρ των εχθρών της αληθείας και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν σε κάθε ευκαιρία, ώστε να φυλαχτούν και ελεηθούν ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών λόγω της πολλής του ελεημοσύνης πού κινείται μέσα στην καρδιά του αμέτρως κατά το παράδειγμα του Θεού»[6]. Ένας τέτοιος ζηλωτισμός είναι βέβαια κατά Θεόν, εκφράζει τον ίδιο τον «ζηλωτή Θεό» μας, γι’ αυτό και συνοδεύεται, όπως σημειώνει και ο εκκλησιαστικός ποιητής, από το θαυματουργικό χάρισμα. Ο «παθιασμένος» άνθρωπος με τον τρόπο αυτόν, παθιασμένος από έρωτα για Θεό και ανθρώπους, σε ευθεία γραμμή με τον Κύριο, ό,τι ζητήσει από Αυτόν το πετυχαίνει. Γιατί δρα μέσα από αυτόν ο παντοδύναμος Θεός.


[1] Ζήλου επώνυμος κληθείς, Σίμων αξιάγαστε, ζηλών εζήλωσας Θεώ τω παντοκράτορι, και θείων σε θαυμάτων έμπλεων ανέδειξε. Ξένον γαρ τον ζήλον έχων, φερωνύμως Ζηλωτής, μακάριε, εκλήθης, και τω τρόπω την κλήσιν σύμφωνον εκτήσω᾽.

[2] Πρβλ. Μάρκ. 12, 30-31.

[3] Ρωμ. 10, 2.

[4] Έοικε, Χριστέ, τούτό σοι Σίμων λέγειν: Ζηλών πάθος σον, καρτερώ Σταυρού πάθος᾽.

[5] Ιωάν. 15, 13.

[6] Οσίου Ισαάκ Σύρου, ομιλ. 81.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2021

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ - Ένα αφιέρωμα



Όνειρα πλέξε

(νανούρισμα)

Ολόκληρος κόσμος μες στη μορφή σου

σαν το  καθάριο γαλανό ουρανό.

Κάθε ανάσα σου στάζει γαλήνη

 όπως το βήμα σ’ απαλό δειλινό.


Κλείσε τα μάτια να σβήσει ο ήλιος

φεγγάρι κι αστέρια ανάβουν το φως.

Η νύχτα απλώνει αγκάλη τα χέρια

νανούρισμα φτιάχνει για σένα γλυκό.

 

Πες στους αγγέλους που φίλοι σου είναι

να μη σε αφήσουν ποτέ μοναχό.

Το χέρι τους κράτα γερά κάθε μέρα

δεν θα τ’ αντέξω να πάθεις κακό.

 

Κοιμήσου, καλό μου, γερμένο σ’ αχτίδα

κι όνειρα πλέξε με μύρα κι ανθούς.

Κοιμήσου, μικρό μου, κι άσε εμένα

ευχές να ψελλίζω σαν θείους ψαλμούς.

(Από την ποιητική συλλογή "Κλαίει ο Θεός" του π. Γ. Δ.)

(Δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο μελοποιημένο το νανούρισμα από τον μουσικό Στέφανο Δορμπαράκη, σε παραγωγή δική του, και εκτελεσμένο αισθαντικά και υπέροχα από την Κατερίνα Παπαδοπούλου). 


 Όνειρα πλέξε - Κατερίνα Παπαδοπούλου & Στέφανος Δορμπαράκης (Official Video Clip) - YouTube

Σάββατο, 8 Μαΐου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο άγιος Αρσένιος ήταν γέννημα και θρέμμα της μεγαλούπολης Ρώμης, διατηρήθηκε καθαρό κατοικητήριο του Θεού από πολύ μικρή ηλικία, γεμάτος από κάθε αρετή και σοφία, τη θεϊκή και την ανθρώπινη. Γι᾽ αυτό και δέχτηκε τη χειροτονία του σε διάκονο, την εποχή που βασιλιάς στους Ρωμαίους ήταν ο μέγας Θεοδόσιος. Όταν ο Θεοδόσιος αγωνιζόταν και φρόντιζε να βρει άνδρα πνευματικό και λόγιο, ώστε να καλύπτει τις πνευματικές ανάγκες των παιδιών του και να τα διδάσκει στα μαθήματα, και μάλιστα σε αυτά με τα οποία λατρεύεται ο Θεός, έμαθε για τον Αρσένιο και έγραψε στον βασιλιά Γρατιανό και στον πάπα Ιννοκέντιο να τον πείσουν να αναλάβει,   κάτι που μετά βίας τελικά το κατάφερε.

Ο Αρσένιος λοιπόν έφυγε από τη Ρώμη και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, και στάθηκε κατά πρόσωπο στον Θεοδόσιο. Είδε λοιπόν ο Θεοδόσιος να έχει ο Αρσένιος σεμνό το πρόσωπό του και το χρώμα του, να έχει σταθερό και προσεκτικό βλέμμα, ταπεινό φρόνημα, και να είναι κοσμημένος από κάθε αρετή, γεμάτος από πολλή χαρά και ευχάριστη διάθεση, γι᾽ αυτό και από τότε τον τιμούσε υπερβολικά ως Πατέρα και τον σεβόταν ως δάσκαλο. Τα δε μέλη της Συγκλήτου τον θαύμαζαν, βλέποντάς τον ως κάποιο μεγάλο κειμήλιο.

Ο Αρσένιος όμως που μισούσε τη δόξα κι αγαπούσε τον Θεό, θεωρώντας μάλιστα τη δόξα ως σκουπίδια και ποθώντας τη μοναχική ζωή, παρακαλούσε καθημερινά τον Θεό να εκπληρώσει το αίτημα της καρδιάς του. Και πράγματι, άκουσε θεϊκή φωνή να του λέει: “Αρσένιε, απόφευγε τους ανθρώπους και θα σωθείς”. Αυτός τότε, χωρίς να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, πέρα από την αλλαγή των ενδυμάτων του, πήγε στην Αλεξάνδρεια. Εκάρη μοναχός και πήγε στη Σκήτη, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε κάθε σκληραγωγία και ταλαιπωρία, προσευχόμενος πάντοτε στον Θεό. Και πάλι άκουσε θεϊκή φωνή: “Αρσένιε, φεύγε, σιώπα, ησύχαζε και σώζου”.

Αυτόν τον μεγάλο τον ρώτησε κάποτε ο Θεόφιλος, ο πάπας της Αλεξανδρείας, όταν ανέβηκε μαζί με άλλους σ᾽αυτόν. “Πες μας, Πάτερ, λόγο ωφέλειας”. Κι αυτός είπε: “Εάν πω, θα τον φυλάξεις;” Κι αυτοί του απάντησαν: “Οπωσδήποτε”. Και είπε: “Όπου ακούσετε το όνομα του Αρσενίου, μη πλησιάσετε”.

Λέγεται γι᾽αυτόν ότι παρόλο τον χρόνο της ζωής του που εργαζόταν,  είχε ένα πανί στο στήθος του, με το οποίο σκούπιζε τα δάκρυά του. Ήταν λεπτός στο σώμα, ολόλευκος, ξερακιανός και ψηλός, αν και είχε κυρτώσει λίγο λόγω του γήρατος, έχοντας το γένι του μέχρι την κοιλιά του, κι η μορφή του ήταν αγγελική σαν τον Ιακώβ. Γι᾽ αυτό δεν ήθελε να εμφανίζεται σε κάποιον κατά πρόσωπο. Αγρυπνούσε πολύ, στέκοντας όρθιος και προσευχόμενος, χωρίς να κλίνει καθόλου τα γόνατα, μέχρις ότου ο ήλιος σταματούσε την ολονύκτια αυτή στάση του. Γι᾽ αυτό και κατάσβεσε την ψυχόλεθρη πύρωση του σαρκικού φρονήματος με τη ροή των δακρύων του. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει από το σώμα του, σε βαθιά γεράματα (ήταν κοντά εκατό χρονών) τον ρώτησαν οι μαθητές του το πού και πώς πρέπει να τον θάψουν. Κι αυτός είπε: “Δεν ξέρετε να βάλετε σχοινί στα πόδια μου και να με σύρετε προς το όρος;” Και πάλι λέγει προς αυτούς: “Ξέρετε πόσο φόβο έχω τώρα που πρόκειται να εκδημήσω από το σώμα;” Αυτοί είπαν: “Ξέρουμε”. Κι αυτός: “Αφότου έγινα μοναχός, αυτός ο φόβος καθόλου δεν έφυγε από εμένα”. Κι αμέσως παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό». 

Με την κοσμική  λογική η περίπτωση του οσίου Αρσενίου μοιάζει ακατανόητη και μάλλον ανόητη: άφησε τα πλούτη, τη δόξα, όλες τις βασιλικές ανέσεις, προκειμένου να ντυθεί τον καλογερικό τρίβωνα και να ζήσει μία ζωή στέρησης και κακοπαθείας. Με τη λογική της πίστης έκανε το ανώτερο και καλύτερο δυνατό: διάλεξε να ζήσει με τον αγαπημένο του Κύριο με τον ανώτερο και καλύτερο τρόπο σχέσης μαζί Του: την πλήρη και απόλυτη αφιέρωση σ᾽ Εκείνον. Αιτία δηλαδή της αποταγής του κόσμου και όλων των ωραίων που αυτός έχει ήταν η θερμή αγάπη του προς τον Κύριο. Αυτήν την αγάπη έθεσε υπεράνω όλων ο σοφός Αρσένιος και με βάση αυτήν μπορούμε να καταλάβουμε τις επιλογές της ζωής του. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας σημειώνει μεταξύ άλλων: «Όσιε Πατέρα Αρσένιε, επειδή ζητούσες τον Θεό και επιθυμούσες ευσεβώς να είσαι φωτισμένος από τις φωτοβόλες λάμψεις Του, εγκατέλειψες κάθε λαμπρότητα δοξαστική και τις αυλές του βασιλιά» («Όσιε Πάτερ Αρσένιε, συ τον Θεόν εκζητών και ταις τούτου ελλάμπεσθαι φωτοβόλοις λάμψεσιν ευσεβώς εφιέμενος, περιφανείας πάσαν λαμπρότητα και βασιλείους αυλάς κατέλιπες») (στιχηρό εσπερινού).

Η ζωή του είναι στην ίδια γραμμή με  τον απόστολο Παύλο – το “πριγκιπόπουλο” του Ιουδαϊσμού – που τα παράτησε όλα, για να γίνει “περικάθαρμα του κόσμου”, κατά την έκφραση του ίδιου, ώστε να καταθέτει τη μαρτυρίου του Χριστού, με  θυσία στο τέλος του ίδιου του εαυτού. Είναι στην ίδια γραμμή με όλους τους αποστόλους, οι οποίοι ομολογούσαν στον Κύριο: “Ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν Σοι”. Βρίσκεται στο ίδιο ποτάμι με όλους εκείνους τους αγίους σε όλους τους αιώνες, που προτίμησαν “τον ονειδισμόν του Χριστού” παρά τη δόξα του κόσμου τούτου του απατεώνος. Και κυρίως: ακολουθεί με συνέπεια τον ίδιο τον αρχηγό της πίστης του, Ιησού Χριστό, “ος εν μορφή Θεού υπάρχων...εαυτόν εκένωσε, μορφήν δούλου λαβών”. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι στη ζωή ενός αγίου εκείνο που μετράει δεν είναι ο κείμενος εν τη αμαρτία κόσμος, αλλά ο ίδιος ο Χριστός και το άγιο θέλημά Του. Οπότε στην περίπτωση αυτή, “αν δεν γίνει μωρός κατά τον κόσμο τούτο, δεν μπορεί να γίνει σοφός κατά Θεόν”. Κι αυτό γιατί “εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου”. Από την άποψη αυτή η επιλογή του οσίου Αρσενίου να ζήσει τη ζωή του πτωχού μοναχού και όχι του πλούσιου και ένδοξου ανθρώπου της βασιλικής αυλής ήταν και η πιο σημαντική και έξυπνη κίνηση της όλης ζωής του: άφησε τον φθαρτό πλούτο και την παρερχόμενη ανθρώπινη δόξα και απόκτησε τα αιώνια αγαθά και την δόξα την παρά του μόνου Θεού. “Έγινες σύσκηνος με τους αγγέλους, ευφραινόμενος μαζί με αυτούς” («αγγέλοις γέγονας σύσκηνος, άμα συν αυτοίς ευφραινόμενος») (ωδή α´). Και το πιο σημαντικό: ήδη από τη ζωή αυτή “έγινε αξιοπρεπές κατοικητήριο του θείου Πνεύματος” («του θείου Πνεύματος γέγονας αξιοπρεπές ενδιαίτημα») (ωδή α´). 

Ο όσιος βεβαίως λοιπόν χαρακτηριζόταν από την αγάπη του προς τον Χριστό, βεβαίως είχε σύνοικό του το Άγιον Πνεύμα, αλλά μέ τη νόμιμη άθληση που ακολούθησε. Δεν ήταν δηλαδή μόνο το γεγονός ότι απετάχθη τον κόσμο και τα συν αυτώ. Το σημαντικότερο και οδυνηρότερο ήταν ο πνευματικός αγώνας στον οποίο αποδύθηκε, που περνούσε, κατά την προτροπή του ίδιου του Θεού σ᾽αυτόν, από την αποφυγή των ανθρώπων, τη σιωπή, την ησυχία, πράγματα τα οποία του έφεραν τα δάκρυα της κάθαρσης της καρδιάς του και συνεπώς της αγάπης του και προς τον συνάνθρωπο. «Ξέφυγες από τους θορύβους, Αρσένιε, ως πηγές της αμαρτίας και χαλιναγώγησες με τη σιωπή τη γλώσσα σου. Γι᾽ αυτό και κράτησες με ατάραχη ησυχία τον νου σου, οπότε έγινες άξιο κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος» («Συ τους θορύβους εκφυγών, Αρσένιε, ως αμαρτίας πηγάς, τη σιωπή γλώσσαν εχαλιναγώγησας. Όθεν εν αταράχω τον νουν ησυχία τηρήσας, του θείου Πνεύματος γέγονας αξιοπρεπές ενδιαίτημα») (ωδή α´).

 Πρέπει όμως να σημειώσουμε και το αυτονόητο: η επιλογή της ησυχαστικής ζωής από τον όσιο ταίριαζε με τον χαρακτήρα του ως ανθρώπου, γι᾽ αυτό και ο Θεός τού υπέδειξε τον κατάλληλο γι᾽ αυτόν τρόπο ζωής. Υπάρχουν άλλοι άγιοι οι οποίοι ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο πνευματικής ζωής κι αγίασαν εξίσου. Κι από την άποψη αυτή το ζητούμενο και για εμάς είναι τούτο: να ακολουθούμε τα χνάρια της ζωής του Χριστού – αυτός είναι ο σκοπός – μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία, αλλά με διάκριση των χαρισμάτων που ο Θεός μάς έδωσε. Ο καθένας μας πρέπει να δει τα δικά του χαρίσματα και αυτά με τη χάρη του Θεού να καλλιεργήσει. Παρ᾽ όλα αυτά: Το να αποφεύγουμε και εμείς κάποιες φορές τους θορύβους του κόσμου, να ασκούμε λίγη σιωπή και να ησυχάζουμε κάποια λεπτά της ημέρας, προκειμένου να επανασυγκροτούμε τον εαυτό μας, είναι ιδίως στην εποχή μας απαραίτητα στοιχεία της πνευματικής μας ζωής.

 

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

«Ὁ πανάγαθος Θεός καί φιλάνθρωπος Κύριός μας δέν ἀξίωσε τούς ἁγίους πού ἀγωνίστηκαν χάριν Αὐτοῦ μέ προθυμία – μαθητές καί Ἀποστόλους, Προφῆτες καί Μάρτυρες καί ὅλους αὐτούς πού Τόν εὐαρέστησαν –  νά γίνουν μέτοχοι μόνο τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καί τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν, ἀλλά καί τούς τόπους στούς ὁποίους  διέπρεψαν καί τάφηκαν τούς φανέρωσε γεμάτους ἀπό τίς χάριτές Του καί τούς λάμπρυνε μέ πολλά θαύματα. Τό ἴδιο καί ὁ τάφος, στόν ὁποῖο τάφηκε, ἐνῶ ἐπρόκειτο νά μετατεθεῖ, ὁ μέγας ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: μέ ἐπίνευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, κάθε χρόνο κατά τήν ὀγδόη τοῦ μηνός Μαΐου, βγάζει καί ἀναδίδει ξαφνικά μία ἁγία σκόνη, τήν ὁποία οἱ ἐγχώριοι κάτοικοι τήν μετονομάζουν σέ Μάννα. Ὅσοι προσέρχονται στόν τάφο παίρνουν τήν ἁγία σκόνη αὐτή καί τή χρησιμοποιοῦν γιά τή λύτρωσή τους ἀπό κάθε εἴδους πάθος, δηλαδή γιά τή θεραπεία τῶν ψυχῶν καί γιά τή δύναμη τοῦ σώματος, δοξολογώντας καί ὑμνολογώντας τόν Θεό καί τόν ὑπηρέτη Αὐτοῦ Ἰωάννη».

Ἡ σημερινή ἑορτή δέν ἀναφέρεται στήν κοίμηση τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου καί Εὐαγγελιστῆ - αὐτό γίνεται τήν 26η  Σεπτεμβρίου, ὅπου ἑορτάζουμε καί τή μετάσταση τοῦ ἀποστόλου. Ἀναφέρεται στή μνήμη του βεβαίως, ἀλλά μέ τήν ἐπισήμανση τοῦ συναξαρίου τῆς ἡμέρας: «ἤτοι, εἰς τήν σύναξιν τῆς ἁγίας κόνεως, τῆς ἐκπεμπομένης ἐκ τοῦ τάφου αὐτοῦ, ἤγουν τό μάννα». Μέ ἄλλα λόγια ὁ κύριος σκοπός τῆς ἑορτῆς εἶναι νά τονιστεῖ, ὅπως σημειώνεται στό ἀρχικό συναξάρι, ὅτι ὁ Κύριος ἁγιάζει καί τούς τόπους στούς ὁποίους ἔδρασαν καί τάφηκαν οἱ ἅγιοί Του, πολύ περισσότερο οἱ ἅγιοι μαθητές καί ἀπόστολοί Του. Κι εἶναι μία πραγματικότητα πού ζοῦμε ἀδιάκοπα οἱ χριστιανοί, ἀφοῦ πράγματι ἔχουμε τά μάτια καί γενικά τίς αἰσθήσεις νά ἐπισημαίνουμε τή χάρη τῶν τόπων αὐτῶν, ὅπως καί τή χάρη τῶν λειψάνων τους καί τῶν διαφόρων ἀντικειμένων πού χρησιμοποιήθηκαν ἀπό αὐτούς. Καί μή σπεύσει κανείς νά ἀντείπει ὅτι ἐκπίπτουμε σέ «εἰδωλολατρία», γιατί δέν τιμᾶμε τούς τόπους καθ’ ἑαυτούς οὔτε καί τά διάφορα ὑλικά πράγματα τῶν ἁγίων, ἀλλά τή χάρη πού περιέχουν, πού σημαίνει ὅτι δι’ αὐτῶν ἀναγόμαστε σέ δοξολογία τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας καί τῆς δοξαστικῆς χάρης Του! Ὅ,τι συμβαίνει καί μέ τίς ἅγιες εἰκόνες, πού «ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ. Βασίλειος), τό ἴδιο συμβαίνει καί ἐδῶ. Ἀπόδειξη; Τό πλῆθος τῶν θαυμάτων πού πραγματοποιοῦνται, ἡ ψυχική δύναμη πού παίρνουν οἱ πιστοί, ἡ πολλαπλή ἐνίσχυσή τους γιά τόν ἀγώνα τῆς ζωῆς. Πρόκειται γιά ἐκδήλωση τῆς φιλάνθρωπης στάσης τοῦ Δημιουργοῦ μας, ὁ Ὁποῖος δέν παύει νά ἐργάζεται γιά τή σωτηρία μας, κυριολεκτικά νά μή μᾶς ἀφήνει σέ «ἡσυχία», προκειμένου νά διεγείρει διαρκῶς τήν ἀσθενική συνείδησή μας.

Ἀλλ’ εἴπαμε ὅτι ταυτοχρόνως ἡ Ἐκκλησία μας, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τά συγκεκριμένα θαυμαστά στοιχεῖα τῶν τόπων καί τῶν ἀντικειμένων τῶν ἁγίων, μνημονεύει τούς ἴδιους τούς ἁγίους – θυμᾶται τή βιοτή τους, τήν κατά Χριστόν πολιτεία τους, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη τους, τήν ἀπέραντη ὑπακοή τους στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κι ἀπό ὅλα σήμερα πού μᾶς προβάλλει γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη, στεκόμαστε σέ ἕνα τροπάριο ἀπό τά ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ, τό ὁποῖο νοηματικά ἐπαναλαμβάνεται καί στήν θ΄ ὠδή τοῦ ὀρθρινοῦ κανόνα. Μιλᾶνε καί τά δύο γιά τήν ἰδιαίτερη σχέση τοῦ ἁγίου Εὐαγγελιστῆ μέ τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, σχέση πράγματι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἦταν ὁ μόνος πού ἄκουσε κάτω ἀπό τόν Σταυρό τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου: «Ἰδού ἡ Μήτηρ Σου». Ὁ Κύριος σ’ αὐτόν ἐμπιστεύτηκε τήν Παναγία Μητέρα Του κι αὐτόν χαρακτήρισε ὡς Υἱό αὐτῆς. «Ἰδού ὁ Υἱός σου»! Μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου: «Χαίροις, Θεολόγε ἀληθῶς· χαίροις τῆς μητρός τοῦ Κυρίου, υἱός παμπόθητος· σύ γάρ παριστάμενος ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἐνθέου ἀκήκοας φωνῆς τοῦ Δεσπότου, Ἴδε νῦν ἡ Μήτηρ Σου, πρός σέ βοήσαντος· ὅθεν ἐπαξίως σε πάντες, ὡς Χριστοῦ ἀπόστολον θεῖον, καί ἠγαπημένον μακαρίζομεν» (Χαῖρε σύ πού εἶσαι κατ’ ἀλήθειαν θεολόγος. Χαῖρε σύ πού εἶσαι πολυαγαπημένος υἱός τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου. Γιατί καθώς παραστάθηκες σύ στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἄκουσες τήν ἔνθεη φωνή τοῦ Δεσπότη πού σοῦ φώναξε,  Νά τώρα ἡ μητέρα Σου. Γι’ αὐτό καί ὅλοι σέ μακαρίζουμε ἐπάξια ὡς θεῖο ἀπόστολο καί ἀγαπημένο τοῦ Χριστοῦ).

 Ἡ θέση τοῦ ἁγίου ἀποστόλου εἶναι κατ’ ἐπέκταση καί θέση δική μας: ὡς μέλη Χριστοῦ εἴμαστε κι ἐμεῖς παιδιά τῆς Παρθένου Μαρίας, καί μάλιστα πολυαγαπημένα. Ἄν ἡ Παναγία ἔχει τόσο μεγάλη θέση στό ἐκκλησιαστικό στερέωμα - ἀπόλυτα μοναδική ὡς φυσική Μητέρα τοῦ Κυρίου – εἶναι γιατί ἔχει, κατά τήν ἀνθρώπινη τελειότητα, και τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἡ Μάνα μας καί εἴμαστε τά παιδιά Της, τά ὁποῖα ὑπεραγαπᾶ, ἔστω καί μέ τά λάθη τους καί τίς ἁμαρτίες τους. Κι αὐτή ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀγάπης Της ὁδηγεῖ τόν χριστιανό σέ μετάνοια, πού θά πεῖ σέ ἀναζήτηση τοῦ Κυρίου, κάτι πού συνιστᾶ καί τή μόνη χαρά καί εὐφροσύνη τῆς Παναγίας: νά μᾶς βλέπει σέ καλή σχέση μέ τόν Υἱό καί Θεό Της!   Μή ξεχνᾶμε: ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας καί τῶν ἁγίων ἀπέναντί μας δέν εἶναι τά «ψίχουλα» τῶν περισσευμάτων τους· εἶναι ἡ «ψύχα» τῆς καρδιᾶς τους, γιατί «δέν μποροῦν κι αὐτοί χωρίς ἐμᾶς νά φτάσουν στήν ὁλοκλήρωση καί τήν τελείωσή τους» (ἀπ. Παῦλος). Εἴμαστε μέλη ὅλοι τοῦ ἴδιου σώματος τοῦ Χριστοῦ μας!

 

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ, ΤΗΣ ΖΩΗΦΟΡΟΥ ΠΗΓΗΣ. ΕΤΙ ΔΕ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑΝ ΠΟΙΟΥΜΕΘΑ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΤΕΛΕΣΘΕΝΤΩΝ ΥΠΕΡΦΥΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ

«Ο ναός αυτός καταρχάς συστήθηκε από τον βασιλιά Λέοντα τον μεγάλο, ο οποίος έχει ονομαστεί και Μακέλλης. Ήταν καλός και επιεικέστατος άνθρωπος, λόγω της συγκαταβατικότητάς του, και πριν γίνει βασιλιάς, όταν ακόμη ήταν ιδιώτης, ευρισκόμενος κάπου εκεί που είναι ο ναός, βρήκε έναν  τυφλό άνδρα που παρέπαιε και τον καθοδηγούσε. Όταν λοιπόν πλησίασαν στον τόπο, καταλαμβάνεται ο τυφλός από πολύ μεγάλη δίψα και παρακαλούσε τον Λέοντα να του δώσει νερό. Αυτός  πράγματι μπήκε σε μία πυκνή συστάδα δένδρων και αναζητούσε νερό. Ο τόπος τότε ήταν κατάφυτος από διάφορα δένδρα. Επειδή λοιπόν δεν εύρισκε το νερό εκεί, επέστρεφε σκυθρωπός. Καθώς όμως γύριζε άκουσε από ψηλά φωνή να του λέει: «Λέων, δεν χρειάζεται να αγωνιάς. Το νερό είναι κοντά». Γύρισε λοιπόν πάλι πίσω ο Λέων και αναζητούσε. Κι αφού έψαξε πολύ, πάλι άκουσε την ίδια φωνή: «Λέων βασιλιά, μπές βαθύτερα στο σκεπαστό μέρος των δένδρων κι αφού πάρεις το θολό νερό  με τα χέρια σου, θεράπευσε τη δίψα του τυφλού. Χρίσε και τα τυφλά μάτια του και θα γνωρίσεις αμέσως ποια είμαι εγώ, που κατοικώ στον χώρο αυτό από παλιά». Έκανε λοιπόν όπως του είπε η φωνή και αμέσως ο τυφλός απέκτησε το φως του. Κατά την πρόρρηση μάλιστα της Θεομήτορος, όταν έγινε ο Λέων βασιλιάς, έκτισε τον ναό της Πηγής, όπως φαίνεται σήμερα.

Άρχισαν δε να γίνονται πάμπολλα θαύματα στον Ναό αυτό, οπότε μετά από αρκετά χρόνια ο Ιουστινιανός, ο μέγιστος αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, ο οποίος ταλαιπωρείτο από δυσουρία, βρήκε την ιατρεία του κι αυτός από εδώ, γι᾽αυτό εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του στη Μητέρα του Λόγου ανήγειρε μέγιστο ναό.  Ο ναός αυτός, επειδή έπαθε ρωγμές από διαφόρους σεισμούς, επιδιορθώθηκε από τον Βασίλειο τον Μακεδόνα και τον υιό του Λέοντα τον σοφό, επί της βασιλείας των οποίων η Πηγή ενήργησε πλείστα θαύματα. Θεραπεύτηκαν αποστήματα και δυσουρίες, μύρια πάθη καρκίνων, αιμόρροιες διάφορες βασιλισσών και άλλων γυναικών, διάφοροι πυρετοί και άλλες πληγές. Και στειρώσεις η Πηγή διέλυσε: Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος για παράδειγμα, που γεννήθηκε από τη βασίλισσα Ζωή, υπήρξε δώρημα της Πηγής αυτής. Και νεκρό ανέστησε η Πηγή: Ο άνθρωπος  ήταν από τη Θεσσαλία. Όταν κατέβαινε με πλοίο στην Πηγή, πέθανε καθ᾽οδόν. Πεθαίνοντας δε και πνέων τα λοίσθια παρήγγειλε στους ναύτες να τον οδηγήσουν προς τον Ναό της Πηγής, να χύσουν επάνω του τρεις κάδους από τον νερό που πήγαζε εκεί, και να τον θάψουν. Έγινε τούτο, οπότε ο νεκρός, όταν επιχύθηκε το νερό, σηκώθηκε πάνω υγιής.

Μετά από αρκετούς χρόνους, φάνηκε η Θεοτόκος και κράτησε τον μεγάλο αυτόν ναό που επρόκειτο να πέσει, έως ότου το πλήθος που είχε μαζευτεί να φύγει έξω. Το αγιασμένο αυτό νερό, όταν το ήπιανε, έδιωξε διαφόρους δαίμονες, ενώ απέλυσε και φυλακισμένους από τη φυλακή. Θεράπευσε και τη λιθίαση του βασιλιά Λέοντα του σοφού. Και τον πολύ μεγάλο πυρετό της γυναίκας του Θεοφανώς  τον έσβησε, τον δε αδελφόν του, τον πατριάρχη Στέφανο, τον απελευθέρωσε από διάθεση πυρετού που τον ταλαιπωρούσε. Έκανε καλά και την ακοή που μειωνόταν του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη. Θεραπεύει σφοδρότατο πυρετό και του πατρικίου Ταρασίου και της μητέρας του Μαγιστρίσσης. Και πρόσφερε την ίαση του υιού του Στυλιανού από δυσουρίαση. Λύτρωσε και κάποια γυναίκα Σχίζαινα από δυσεντερία. Ο δε βασιλιάς Ρωμανός ο Λεκαπηνός, και τη λύση και τη δέση της γαστέρας του θεραπεύει με το νερό, το ίδιο και η γυναίκα του. Στη Χαλδία, τον μοναχό Πέπερη και τον μαθητή του τους θεραπεύει η Θεομήτωρ με την επίκλησή της. Το ίδιο και τον μοναχό Ματθαίο και τον Μελέτιο, που διαβλήθηκαν προς τον βασιλιά. Πατρικίους δε και Πρωτοσπαθαρίους, και άλλους μύριους που θεραπεύτηκαν  ποιος θα διηγηθεί; Έτυχε θεραπείας και στο ισχύο ο επί του θυμιάματος Στέφανος.

Και ποια γλώσσα μπορεί να διηγηθεί όσα το αγιασμένο αυτό νερό ενέργησε και ακόμη ενεργεί; Τα θαύματα, που και εμείς στους χρόνους μας τα είδαμε, υπερβαίνουν τις σταγόνες της βροχής και το πλήθος των άστρων και των φύλλων. Φαγέδαινα και γάγγραινα και διατρήσεις και θανάσιμες πληγές άλλες και άνθρακες και λέπρα και ακρωτηριασμούς κατά τρόπο υπερφυή θεράπευσε. Κι ακόμη, έκανε καλά και όγκους γυναικών και, το σπουδαιότερο, θεράπευσε τα πάθη της ψυχής. Και πληγές των οφθαλμών και λευκώματα θεράπευσε επίσης, όπως και το νόσημα της  υδρωπικίασης του Βαράγγου Ιωάννη και τις μεγάλες πληγές του άλλου Βαράγγου έκανε καλά. Έδωσε την ίαση επίσης σε δερματολογικό πρόβλημα του ιερομονάχου Μάρκου, όπως και στη μεγάλη δύσπνοια επί δεκαπέντε έτη και στη λιθίαση του μοναχού Μακαρίου. Και άλλα πλείστα θαύματα, που ο λόγος πια είναι αδύνατο και να αριθμήσει, έγιναν, γίνονται και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν»[1].

Υμνογράφος της ακολουθίας για τη Ζωοδόχο Πηγή της Θεοτόκου, για τον Ναό της Παναγίας με το σπουδαίο αγίασμά της στο Μπαλουκλί στην Κωνσταντινοπούπολη,  είναι ο άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος[2]. Ο άγιος δεν βρίσκει λόγια προκειμένου να οριοθετήσει έστω και λίγο αυτό που γίνεται στο αγίασμα τούτο επί εκατονταετίες, την πλημμύρα των ιάσεων, τις ευεργεσίες, τα άπειρα θαύματα. Επιστρατεύει λοιπόν εικόνες από τον φυσικό κόσμο και από την Αγία Γραφή για να δώσει τις σωστές αναλογίες:  ο Ναός εκεί της Θεοτόκου είναι ένας νοητός ωκεανός, κάτι που υπερβαίνει τον ίδιο τον Νείλο ποταμό από πλευράς προσφοράς χάρης Θεού, είναι μία δεύτερη κολυμβήθρα Σιλωάμ, είναι μία δεύτερη πέτρα που πηγάζει το ιαματικό ύδωρ, μία συνέχεια του Ιορδάνη ποταμού, ένα άλλο μάννα που καλύπτει τις ανάγκες αυτού που ζητάει τη σωτηρία. Πρόκειται για θεϊκό ύδωρ, για αμβροσία και νέκταρ[3] (σπόστιχα εσπερινού).

Και δεν πρόκειται βεβαίως μόνο για θαύματα που σχετίζονται με την ίαση των σωματικών ασθενειών των ανθρώπων. Το ιαματικό νερό της Θεοτόκου θεραπεύει και τα ψυχικά αρρωστήματα, τα πάθη των ανθρώπων, ώστε δι᾽αυτού ο άνθρωπος να βρίσκει τον Θεό και να γίνεται υγιής κατ᾽ άμφω, ψυχικά και σωματικά. Άλλωστε η προσφορά της χάρης του Θεού μέσω του ύδατος εκεί αποσκοπεί: στην αληθινή αποκατάσταση των ανθρώπων, δηλαδή στην ψυχική υγεία του. Διότι τι νόημα έχει η σωματική υγεία μόνο, αν δεν συνοδεύεται και με την ψυχική της διάσταση; Μόνη της η σωματική υγεία πολλές φορές αποβαίνει καταστρεπτική για τον άνθρωπο, διότι τον σπρώχνει στην αύξηση των αμαρτιών του. Η Ζωοδόχος Πηγή λοιπόν θεράπευε διττώς τον άνθρωπο  «ρέοντας με τρόπο άφθονο σε όλους που έχουν ανάγκη την υγεία των ψυχών και την υγεία του σώματος, με το νερό της χάρης»[4] (στιχηρό εσπερινού).  «Πόσο μεγάλα είναι τα μεγαλεία σου, Πηγή, που προσφέρεις σε όλους! Διότι όχι μόνο έδιωξες μακριά τις δύσκολες αρρώστιες από αυτούς που προσέρχονται σε Εσένα με πόθο, αλλά και ξεπλένεις τα πάθη των ψυχών»[5] (Δοξαστικό εσπερινού). Γι᾽αυτό και επειδή «κάνει καλά τις ψυχές το νερό της Παρθένου, ας τρέξουμε στην Κόρη εμείς που ταλαιπωρούμαστε από τους ρύπους των παθών και ας τους ξεπλύνουμε»[6] (αίνοι).

Αιτία βεβαίως για την πλημμύρα αυτής της χάρης του Θεού από το αγίασμα τούτο είναι, σε πρώτη φάση, κατά τον υμνογράφο, η ίδια η Παναγία μας. Αυτή λειτουργεί ως μάννα ουράνιο και Πηγή ένθεη του Παραδείσου, της οποίας η ροή  και η χάρη καλύπτει ολόκληρη τη γη. «Με πολύ προσφυή τρόπο σε ονομάζω, Δέσποινα, ουράνιο μάννα και ένθεη Πηγή του Παραδείσου. Διότι η ροή και η χάρη της Πηγής σου διέτρεξε και τα τέσσερα μέρη της γης, καλύπτοντάς τα κάθε φορά με τεράστια θαύματα»[7] (στιχηρό εσπερινού). Και με μία εξαίσια εικόνα ο άγιος υμνογράφος δίνει το στίγμα της θεραπευτικής δύναμης της Πηγής: «Εσείς που ζητάτε την υγεία, τρέξτε προς την Πηγή. Διότι η Παρθένος Κόρη βρίσκεται μέσα στο Νερό»[8] (ωδή θ´).

Θα αδικούσε όμως ο άγιος υμνογράφος και το αγίασμα, κυρίως όμως την ίδια την Παναγία μας, αν θεωρούσε ότι η βασική αιτία της προσφοράς της χάρης ήταν η Παναγία. Μάλλον θα αλλοίωνε τη θεολογία της Εκκλησίας μας και θα διέστρεφε τη σχετική διδασκαλία της περί των τρόπων προσφοράς της σωτηρίας στους ανθρώπους. Για τον υμνογράφο μας λοιπόν η Παναγία μας γίνεται το όργανο του Κυρίου, προκειμένου Αυτός με την αγάπη Του να προσφέρει την ψυχική και σωματική ίαση στους ανθρώπους. Ο Χριστός δηλαδή είναι Εκείνος που ιάται τους ανθρώπους – χωρίς καμμία μάλιστα διάκριση, αφού «σε όλους τους πιστούς προσφέρει την ίαση, είτε είναι βασιλείς είτε απλοί πολίτες και φτωχοί, άρχοντες, πτωχοί, πλούσιοι»[9] (ωδή γ´) -  η δε Παναγία Μητέρα Του γίνεται το αγιασμένο όργανό Του, μέσα από τη συγκεκριμένη Πηγή. «Παράξενα και παράδοξα ο Δεσπότης των Ουρανών τέλεσε πάνω σου καταρχάς, Πανάμωμε. Διότι Εκείνος με φανερό τρόπο έσταξε, σαν βροχή, στη μήτρα σου, Θεόνυμφε, αναδεικνύοντάς σε Πηγή, που παρέχει κάθε αγαθό»[10] (στιχηρό εσπερινού). «Με εξαίσιους ύμνους, πιστοί, ας υμνήσουμε την επουράνια νεφέλη, η οποία έβρεξε την ουράνια σταγόνα στη γη αρρεύστως, δηλαδή τον ζωοδότη Χριστό»[11] (απόστιχο εσπερινού). «Χαίρε, Μαρία, χαίρε. Διότι ο δημιουργός των όλων κατέβηκε σαφώς σαν σταγόνα πάνω σου, και σε ανέδειξε, Θεόνυμφε, αθάνατη Πηγή»[12] (ωδή α´).


[1] Συναξάρι Μηναίου.

[2] Ο άγιος Κάλλιστος Β΄ (22 Νοεμβρίου), ο επονομαζόμενος Ξανθόπουλος, διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης για σύντομο χρονικό διάστημα το έτος 1397, κατά την διάρκεια του οποίου η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν υπό πολιορκία από τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄.

[3] Με τα ίδια λόγια του υμνογράφου: «Χαίροις η ζωηφόρος Πηγή...ωκεανέ νοητέ, τα Νειλώα ρείθρα υπερβαίνουσα, τη χύσει της χάριτος· Σιλωάμ άλλος δεύτερος, ύδωρ πηγάζων ως εκ πέτρας παράδοξον· Ιορδάνου τε δεξαμένη ενέργειαν, μάννα σωτηριώδες τε, εναργώς το γινόμενον, προς του ζητούντος την χρείαν». «Ύδωρ το θείον, την αμβροσίαν του νέκταρος».

[4] «προρρέουσαν άπασιν αφθόνως τοις χρήζουσι, την ρώσιν των ψυχών και την υγείαν του σώματος, ύδατι της χάριτος».

[5] «Βαβαί των μεγαλείων, ων τοις πάσιν επιρέεις! Ου μόνον γαρ νοσήματα χαλεπά απήλασας, των προσιόντων μετά πόθου, αλλά και τα των ψυχών πάθη εκπλύνεις».

[6] «Ρώννυσι τας ψυχάς το ύδωρ της Παρθένου· οι των παθών εν ρύποις προσδράμωμεν τη Κόρη, και τούτους αποπλύνωμεν».

[7] «Μάννα σε ουράνιον και Παραδείσου, Παρθένε, την Πηγήν την ένθεον, ονομάζω Δέσποινα προσφυέστατα· της γαρ γης έδραμεν η ροή και χάρις της Πηγής σου τετραμέρειαν, αυτήν καλύπτουσα ξένοις τεραστίοις εκάστοτε».

[8] «Οι ρώσιν ζητούντες, προσδράμετε εν τη Πηγή· η γαρ Κόρη Παρθένος ενοικεί τω ύδατι».

[9] «Όλοις νέμεις ίασιν πιστοίς, βασιλεύσι, δημόταις, και πένησιν, άρχουσι, πτωχοίς, πλουσίοις κοινώς».

[10] «Ξένα και παράδοξα των Ουρανών ο Δεσπότης επί σοι τετέλεκε καταρχάς, Πανάμωμε· και γαρ άνωθεν εμφανώς έσταξεν, υετός καθάπερ, εν τη μήτρα σου, Θεόνυμφε, Πηγήν δεικνύων σε, σύμπαν αγαθόν αναβλυστάνουσαν».

[11] «Ύμνοις εν εξαισίοις, πιστοί, την επουράνιον νεφέλην υμνήσωμεν, σταγόνα την ουρανίαν, τον ζωοδότην Χριστόν, επί γην αρρεύστως υετίζουσαν».

[12] «Χαίρε, Μαρία, χαίρε. Ο γαρ των όλων ποιητής επί σοι ώσπερ σταγών κατέβη σαφώς, Πηγήν σε αθάνατον αναδείξας, Θεόνυμφε».