Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

Η «ΠΛΟΥΣΙΟΦΑΝΤΑΣΜΕΝΗ…»


Ἡ Αὐρηλία ἔκλεισε τά μάτια τοῦ συζύγου της, τόν κοίταξε γιά τελευταία φορά μέ μεγάλη στοργή κι ἔνιωσε ὅτι χάνει τίς δυνάμεις της. Μία ὑπηρέτρια ἔσπευσε νά τή συγκρατήσει πρίν σωριαστεῖ κάτω, καί μέ τή βοήθεια καί ἄλλων ὑπηρετριῶν τήν ὀδήγησαν σ’ ἕνα ἀνάκλιντρο. Ὁ γιατρός πού παρευρισκόταν ἔτρεξε κοντά της καί τῆς ἔπιασε τό σφυγμό. «Φέρτε λίγο ἄρωμα», διέταξε, καί τῆς τό ἔβαλε στά ρουθούνια.  Σέ λίγο ἡ Αὐρηλία ἄνοιξε τά μάτια της, φάνηκε σάν χαμένη, θυμήθηκε τί συνέβη καί ξέσπασε σ’ ἕνα βουβό κλάμα. Ὁ γιατρός τῆς ἔπιασε τό χέρι κι ἔκανε νόημα στήν ὑπηρέτρια πού κινήθηκε γιά νά τήν πλησιάσει, νά τήν ἀφήσει νά ξεσπάσει. «Τῆς κάνει καλό νά κλάψει», εἶπε, «ἀφῆστε την».
Ὁ Κλαύδιος, ὁ συγκλητικός, ὁ ἰσχυρός ἄνδρας τῆς Ρώμης, ἔφυγε ἀπό τή ζωή πολύ γρήγορα - ἕνα βαρύ κρύωμα τόν καθήλωσε γιά λίγο καιρό στό κρεβάτι, χωρίς ἀναστροφή τῆς κατάστασης. Παντρεμένος χρόνια μέ τήν ἀρχοντική Αὐρηλία, ἔζησε μία ζωή καλή, κι ἐπειδή ἦταν καλοδιάθετος ἄνθρωπος, ἄκουγε τή γυναίκα του, ἡ ὁποία τόν καθοδηγοῦσε σέ ἐλεημοσύνες καί καλωσύνες, μιᾶς καί ἦταν χριστιανή ἀπό τά μικρά της, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς πού εἶχαν ἀφιερώσει τή ζωή τους στόν Ἰησοῦ Χριστό. Παιδιά δέν εὐλογήθηκαν νά κάνουν, ὅμως αὐτό ἔκανε τήν Αὐρηλία νά ἐκφράζει τήν τρυφερότητα τῆς καρδιᾶς της καί στόν ἄνδρα της βεβαίως, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀναγκεμένους καί κατατρεγμένους συνανθρώπους της. Δέν ὑπῆρχε κανείς, μέ ὅποιο πρόβλημα κι ἄν παρουσίαζε, πού νά μήν ἔχει τή συμπαράστασή της, εἴτε τήν ὑλική εἴτε τήν ψυχική. Ἡ θέση της μάλιστα ὡς γυναίκας συγκλητικοῦ τή βοηθοῦσε τά μέγιστα στήν προσφορά της αὐτή. Ὅλοι ἤξεραν τή γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς της καί οἱ εὐχές πού μάζευε τήν ἔκαναν νά αὐξάνει διαρκῶς τή χάρη πού κατοικοῦσε στήν ψυχή της.
Ὁ θάνατος τοῦ συγκλητικοῦ βύθισε πολλούς στή θλίψη. Πολλοί ἔσπευσαν νά συμπαρασταθοῦν στήν Αὐρηλία, ἡ ὁποία ἀντιμετώπισε τήν ὅλη δύσκολη κατάσταση μέ ἡρωϊκό σθένος καί μέ ἀληθινή χριστιανική καρτερικότητα. Ὁ καιρός πού πέρασε ἔδειξε τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς της: γρήγορα ξεπέρασε τόν χαμό τοῦ ἄνδρα της, γιατί δέν ἄφησε τόν ἑαυτό της νά «καταπωθεῖ» ἀπό τή στενοχώρια· εἶχε κατανοήσει ὅτι χριστιανική ζωή σημαίνει πορεία πάνω στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κατεξοχήν στήν ἀγάπη. Ὁπότε ὅλη τήν ὁρμή τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου της τήν ἔριξε πρός τά ἐκεῖ. Καί εἶδε τά θαυμαστά ἀποτελέσματα: ζοῦσε σέ μία μόνιμη παρηγοριά· παρ’ ὅλη τήν ἐξωτερική ὀδύνη της, σκιρτήματα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης τήν πλημμύριζαν κατά καιρούς, πού τήν ἔκαναν σιγά σιγά νά προσανατολίζεται σέ κάτι βαθύτερο καί ἀνώτερο πιά γιά τή ζωή της. Ὁ λογισμός της, τόν ὁποῖο συζήτησε καί μέ τόν πολύπειρο πνευματικό της, τήν ἔσπρωχνε στήν ἀπόλυτη ἀφιέρωση. Ναί, ἡ ἀρχόντισσα καί συγκλητική Αὐρηλία, ἔβλεπε τήν καρδιά της πιά νά ποθεῖ τόν μοναχισμό. Κι ἡ ἀρχική ἐπιθυμία της, ὁ προβληματισμός κι ὁ πόθος της, ἔγιναν πολύ γρήγορα ἀπόλυτη βεβαιότητα. Ἦταν τό μόνο πού ἔδινε νόημα στή ζωή της· ἡ μόνη ἐλπίδα καί προοπτική της.
Μέ τήν εὐχή καί εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ της ἔφυγε γιά τούς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ εἶχε προσανατολιστεῖ ὁ νοῦς της – τί πιό ὡραῖο καί ἀνώτερο νά μείνει στούς τόπους πού τά πόδια τοῦ Κυρίου περπάτησαν, πού ἐκεῖ ἀκούστηκαν τά ἅγια λόγια Του, πού ἐκεῖ ἄφησε τήν τελευταία Του πνοή ὡς ἄνθρωπος, πού ἐκεῖ ἀναστήθηκε! Βρισκόταν σέ μία ἔξαψη καί σέ μία ἔκσταση. Περιδιάβηκε τούς χώρους, ἀνέπνευσε τήν εὐωδία τῶν εὐλογημένων περιοχῶν, ἀλλά μέσα της δέν ἀναπαύτηκε! Τό μεγάλο πλῆθος πού συνέρρεε γιά προσκύνημα, ἀπωθοῦσε τήν ἡσυχαστική ἀναζήτησή της. Ἤθελε τήν ἀφιέρωση, ἀλλά σέ κλίμα ἡσυχίας, ὅπου θά μποροῦσε νά προσεύχεται ἀπερίσπαστα, προκειμένου νά βλέπει τά πάθη της ὥστε νά μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά τά ὑπερβεῖ, καλύτερα: νά τά μεταστρέψει. Τόν ἐγωϊσμό πού καταλάβαινε νά τήν ἐνοχλεῖ στά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς της, ἔνιωθε ὅτι πρέπει νά τόν κάνει, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγάπη, πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Πολλές φορές, γιά νά μήν ποῦμε καθημερινά, ἡ κεντρική ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», τήν ἔθετε σέ κρίση. Γιατί ἦταν ἐξώφθαλμο γι’ αὐτήν ὅτι ἀπεῖχε πολύ ἀπό τό ἀπόλυτο τῆς ἀγάπης αὐτῆς πού ζητάει Κύριος ὁ Θεός της. Πῶς θά μποροῦσε νά βρίσκεται σ’ αὐτό τό ὕψος;
Ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Κατέβηκε στήν Καισάρεια, σέ πιό παραθαλάσσια περιοχή, ἐκεῖ πού εἶχε φυλακιστεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐκεῖ πού εἶχε δράσει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἐκεῖ πού βρισκόταν σέ πιό κοντινά γι’ αὐτήν «ρωμαϊκά» ἐδάφη. Μπορεῖ νά ἦταν πολύβουη κι αὐτή πόλη, ἀλλά εἶχε κάποια ἡσυχαστικά σημεῖα - ἔβλεπε ὅτι ἐκεῖ ἀναπαύεται περισσότερο. Ἀποφάσισε στό μέρος αὐτό νά μείνει ὁριστικά καί ἀμετάκλητα. Τήν ἀπόφασή της ἡ Αὐρηλία θέλησε νά τήν εὐλογήσει ὁ τοπικός ἐπίσκοπος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Αὐτόν ἐπισκέφθηκε, σ’ αὐτόν ἐξομολογήθηκε, σ’ αὐτόν κατέθεσε μέ εἰλικρίνεια ὅλη τήν πορεία της. Κι ἐκεῖνος, πράγματι, ὅταν τήν εἶδε καί τήν ἄκουσε,  ὅταν ἔμαθε τήν ἱστορία της, ὅταν διεπίστωσε τήν εὐγένεια τοῦ χαρακτήρα της, δέχτηκε νά τήν ἐντάξει ὡς ἀφιερωμένη μοναχή στήν περιοχή του. Θαύμαστε μάλιστα τό πῶς μία τέτοια γυναίκα, μέ τόσο ἀρχοντική καταγωγή, μέ τέτοια περίοπτη καί ὑψηλή θέση ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς της, εἶχε αὐτήν τή βαθιά ἐπιθυμία τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἔστω κι ὄχι σέ μοναστήρι, ἀλλά στό οἴκημα πού ἀγόρασε.
«Ἄν εἶναι εὐλογημένο», εἶπε μέ σεμνότητα καί ταπείνωση ἡ Αὐρηλία στό τέλος τῆς συνάντησής τους, «θά ἤθελα μόνο νά μοῦ δώσετε μία μοναχή, μία ἀφιερωμένη στόν Κύριο γυναίκα, προκειμένου νά μέ καθοδηγεῖ στή βιοτή αὐτή, πού ἐγώ δέν τήν γνωρίζω καί μοῦ εἶναι ξένη· μία παρθένο πού νά μέ διδάξει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ποθῶ τήν προσευχή, ἀλλά δέν ξέρω τά μονοπάτια τῆς ἀφιερωμένης στόν Κύριο πνευματικῆς ζωῆς. Καί δέν σᾶς κρύβω, ἀγιώτατε, ὅτι, ὅπως ἤδη σᾶς ἐξομολογήθηκα, μέ τρόμο συχνά διαπιστώνω ὅτι στά βάθη τῆς ψυχῆς μου ζοῦν θηρία ἀνήμερα, ὁ ἐγωϊσμός μου μέ ὅλα τά παρακλάδια του, πού δέν μέ ἀφήνουν νά νιώσω ὅ,τι ὁ Κύριος ὑπόσχεται στό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του».
Ὁ καλός καί ἅγιος ἐπίσκοπος δέχτηκε τήν παράκληση τῆς συγκλητικῆς. Τῆς ἔδωσε ὡς βοηθό καί ἀλείπτριά της, ὡς καθοδηγήτριά της δηλαδή, μία ὑπάκουη καί ταπεινή μοναχή. «Μία τέτοια γυναίκα, μία ἀρχόντισσα, ποιόν ἄλλον θά μποροῦσε νά εἶχε κοντά της;» σκέφτηκε. Κι ἡ καλόγρια πράγματι ἀποδείχθηκε ὕψιστο τέκνο ὑπακοῆς: πρώτη στά διακονήματα καί στήν ἐξυπηρέτηση τῆς Αὐρηλίας. Ἡ ἀγάπη της ἀπεριόριστη – οὔτε οἱ ὑπηρέτριες τῆς Αὐρηλίας δέν συμπεριφέρονταν τόσο καλά. Πρίν προλάβει κἄν νά πεῖ κάτι ἡ ἀρχόντισσα, ἡ καλόγρια τό εἶχε ἤδη καταλάβει καί τό ἔκανε πράξη.
Ἡ Αὐρηλία ἄρχισε νά μή νιώθει καλά. «Κύριε», ἔλεγε καθημερινά στήν προσευχή της, «ἐγώ ἔχω ἀνάγκη καθοδήγησης καί τό ταπεινό αὐτό τέκνο σου, ἡ ἁγία αὐτή ψυχή πού μοῦ ἔδωσε ὁ ἐπίσκοπός σου, μέ ἀντιμετωπίζει ὡς τή Γερόντισσά της. Ὁπότε, αὐτή μέν ἁγιάζεται, ἐγώ ὅμως καταποντίζομαι ἀκόμη περισσότερο στόν ἐγωϊσμό μου». Τόν ἐπίσκοπο δέν ἤθελε νά τόν ἐνοχλήσει μέ τούς λογισμούς της - ἤξερε τή συγκατάβασή του καί προσπαθοῦσε νά ὑπακούσει στήν ἐπιλογή του. Ἀλλά νά, πού ὁ Κύριος ἀπάντησε στόν προβληματισμό τῆς καρδιᾶς της.
«Πῶς πάει, Αὐρηλία, ἡ νέα ζωή;» τῆς εἶπε μετά ἀπό ἕνα διάστημα πού ἔτυχε ὁ ἐπίσκοπος νά τή συναντήσει. «Εἶναι καλή ἡ καλόγρια πού σοῦ ἔστειλα;» Δαγκώθηκε ἡ Αὐρηλία. Δέν ἤθελε νά φέρει σέ δύσκολη θέση τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ. «Ἁγιώτατε», εἶπε μετά ἀπό κάποιες στιγμές, πιέζοντας τόν ἑαυτό της νά ἐκφράσει αὐτό πού τελικῶς ἦταν τό συμφέρον τῆς ψυχῆς της. «Ὄχι μόνο εἶναι καλή, ἀλλά πρόκειται περί ἁγίας ψυχῆς. Μόνον πού…», κοντοστάθηκε ἡ Αὐρηλία. «Μόνο πού, τί, Αὐρηλία;» ἔκανε παραξενεμένος ὁ ἑπίσκοπος. «Μή μοῦ κρύβεις τό ὅποιο πρόβλημα. Ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου εἶναι τό προέχον, ὁπότε πές μου τί συμβαίνει. Γιατί κοντοστάθηκες;» «Νά, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἡ συγκεκριμένη μοναχή δέν ὠφελεῖ τήν ψυχή μου…». Ἡ ἀπορία στά μάτια τοῦ ἐπισκόπου ἦταν ὁλοφάνερη. Δέν εἶπε τίποτε. Περίμενε τήν ἀφιερωμένη πιά στόν Κύριο νά συνεχίσει. «Δέν ὠφελεῖ τήν ψυχή μου…», πίεσε τόν ἑαυτό της ἡ Αὐρηλία, «γιατί αὐτή μέ ἀφήνει  λόγω τῆς ταπείνωσής της νά κάνω τά θελήματά μου. Γι’ αὐτό καί βλέπω νά μήν προχωράω πνευματικά. Ὅπως μοῦ εἴχατε πεῖ καί τότε στή συνάντησή μας “τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτό πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό”. Ἔ, αὐτό τό θέλημά μου ἐγώ τό ἔχω… πλούσιο, γιατί ἡ παρθένος κόρη ἀντί νά εἶναι ἡ Γερόντισσά μου, λειτουργεῖ ὡς ὑποτακτική μου». «Τί θά ’θελες, παιδί μου;» ἔκανε θαυμαστικά ὁ ἐπίσκοπος - ἔνιωθε νά ὑποκλίνεται μέσα του στό ψυχικό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς γυναίκας γιά μία ἀκόμη φορά. «Ποιός ἄραγε», ἀναρωτήθηκε, «ποιός ἀπό τούς καλογέρους ἔχει μία τέτοια ἐπιθυμία; Οἱ περισσότεροι δυστυχῶς, ἄν συναντήσουν κάποιον αὐστηρό Γέροντα, ἐναντιώνονται, δυσανασχετοῦν, ἀντιμιλοῦν, χάνουν τελικά τήν ψυχή τους. Κι αὐτή ἡ ἁγία ψυχή...!»
«Ἁγιώτατε, θά ἤθελα…», ἄκουσε τήν ἀρχόντισσα νά τοῦ λέει μέ σκυμμένο τό κεφάλι, «τό ’χει δηλαδή ἀνάγκη ἡ ψυχή μου, θά ἤθελα, ἄν τό ἐπικροτεῖτε κι ἐσεῖς, μία καλόγρια  πού νά μέ ἀποπαίρνει καί νά μή μέ ἀφήνει νά κάνω τά θελήματά μου…». Αὐτό ἦταν! - ὁ ἐπίσκοπος ἔνιωσε νά εὐωδιάζει ὁ τόπος. «Ναί, Αὐρηλία μου!» ἔκανε. «Ὅ,τι θελήσεις θά τό ἔχεις». Πῆρε πίσω τήν ταπεινή προηγούμενη παρθένο κόρη. Τῆς ἔστειλε μία προχωρημένης λίγο ἡλικίας μοναχή, μέ χρόνια πολλά στήν καλογερική καί ἔμπειρη στά πνευματικά. Αὐστηρή καί ἀπότομη ὅμως λόγω καί χαρακτήρα. Αὐτή δέν… χάριζε κάστανα! Μιλοῦσε στήν Αὐρηλία πράγματι ὡς Γερόντισσα. «Κάνε τοῦτο καί κάνε ἐκεῖνο». Ὅ,τι πιό εὐτελές καί δύσκολο ἦταν ὡς διακόνημα, τήν Αὐρηλία διέταζε νά τό κάνει. Κι ἄν κάπου ἔβλεπε μία ἀδυναμία της ἤ κάτι δέν τά κατάφερνε ὄπως ἐκείνη ἤθελε, ἄρχιζε τίς… βρισιές! «Ἀνεπρόκοπη», τήν ἀνέβαζε, «ἀνεπρόκοπη» τήν κατέβαζε. Ἡ πιό χαρακτηριστική ὅμως «βρισιά» της ἦταν τό «πλουσιοφαντασμένη»! Διαρκῶς φρόντιζε νά τῆς ὑπενθυμίζει ὡς κάτι πολύ ἀρνητικό ὅμως τήν πλούσια καί ἀρχοντική καταγωγή της· νά τῆς λέει ὅτι οἱ πλούσιοι δέν πηγαίνουν εὔκολα στόν Παράδεισο, ἄν μή τι καί καθόλου· ὅτι εἶναι γεμάτη ἀπό πάθη καί κακίες, πού ἄν δέν μετανοήσει καί δέν πενθήσει μέ μαῦρο δάκρυ, δέν πρόκειται νά σωθεῖ.
Ἡ Αὐρηλία εἶναι ἀλήθεια ὅτι στριμωχνόταν ἀρκετές φορές. Συχνά ἔπιανε τόν ἑαυτό της νά δαγκώνεται ἀπό τίς ἐπιπλήξεις καί τίς θεωρούμενες ἀδικίες. Ἀλλά δέν μιλοῦσε. Παρηγοριόταν καί ἔπαιρνε δύναμη, ἄρχισε μάλιστα καί νά χαίρεται, γιατί ἤξερε ὅτι ὅλες οἱ προσβολές εἶναι κεράσματα ἀπό τόν Κύριο πού λειτουργοῦν ὡς καθαριστικά τῆς ψυχῆς της. Σιγά σιγά ἔνιωθε τό μεγαλεῖο τοῦ… ἐξευτελισμοῦ - μία συμμετοχή στά Πάθη καί τίς ὀδύνες τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἄρχισε νά εὐγνωμονεῖ τήν αὐστηρή καλόγρια ὡς τή μεγαλύτερη εὐεργέτιδα τῆς ζωῆς της. Προσευχόταν γι’ αὐτήν καί εὐχαριστοῦσε καί τόν ἐπίσκοπο γιά τήν παραχώρηση καί τή βοήθειά του.
Ξανασυναντήθηκαν μετά ἀπό καιρό μέ τόν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ἀπόρησε βλέποντας τό πρόσωπο τῆς Αὐρηλίας: μία ἁπαλότητα, μία ἡρεμία καί γλυκύτητα καθρεπτίζονταν πού πρίν δέν τά εἶχε ἐπισημάνει. «Πῶς πᾶμε μέ τήν καλόγρια;» εἶπε μόνο. «Ἀληθινά», ἀπάντησε ἡ Αὐρηλία, «ἀληθινά, Δέσποτα, αὐτή ὠφελεῖ τήν ψυχή μου. Τώρα νιώθω τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά καθαρίζει σιγά σιγά τήν καρδιά μου. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Εὔχεσθε ὁ Κύριος νά μέ δυναμώνει καί νά μοῦ δίνει ὑπομονή».
Σταυροκοπήθηκε ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος, δοξολόγησε τόν Κύριο καί προχώρησε στίς δουλειές του. Τό μόνο πού παρακάλεσε τήν Αὐρηλία ἦταν νά μήν τόν ξεχνᾶ στίς προσευχές της.
(Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ.  Μόσχου, κεφ. 206)

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)


«Αἰνέα, ἰᾶταί σε, Ἰησοῦς ὁ Χριστός» (Πρ. Ἀπ. 9,34)
Κατ’ ἀντιστοιχία μέ τή θεραπεία τοῦ παραλύτου ἀπό τόν Κύριο στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἡ Ἐκκλησία μας θέτει καί τή θεραπεία τοῦ παραλύτου Αἰνέα ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο στή Λύδδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ λόγος πού ἀπευθύνει ὁ ἀπόστολος εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικός.
1. (α) Πρόκειται στήν οὐσία γιά μιά μικρή ὁμολογία πίστεως, ἀφοῦ ὁ ἀπόστολος ὁμολογεῖ τή θεανθρωπότητα τοῦ Κυρίου: ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς, ἀλλά εἶναι καί ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας, ὁ ἀναγγελθείς ὑπό τῶν προφητῶν Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»· ὁμολογία πού προϋποθέτει τήν πνευματοφορία τοῦ ἁγίου Πέτρου – μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ κανείς νά ὁμολογήσει τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο. «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».
(β)  Ἡ πίστη αὐτή τοῦ ἀποστόλου φανερώνεται ἔτι πλέον ἀπό τόν ἐνεστωτικό λόγο του: «ἰᾶται σε, Ἰησοῦς ὁ Χριστός». Ὁ Χριστός δηλαδή δέν εἶναι γιά τόν ἀπόστολο κάποιος πού ἁπλῶς ἔζησε πρίν μερικά χρόνια, ἕνα ἱστορικό πρόσωπο, ἔστω καί πολύ σπουδαῖο, ἀλλά εἶναι ὁ ἄχρονος Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»· εἶναι «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος»· «ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν». Ἐνώπιον τοῦ παρόντος Θεανθρώπου Χριστοῦ λοιπόν θέτει τόν Αἰνέα ὁ ἀπόστολος, γιατί αὐτή ἦταν καί ἡ δικιά του τοποθέτηση.
2. Ὁ ἀπόστολος μέ τόν λόγο του φανερώνει τή μεγάλη ταπείνωσή του, πού ἀποτελεῖ τή βάση καί τῆς ἀληθοῦς πίστεως στόν Χριστό. Ἐνῶ ἔχει ἐπίγνωση τῶν δυνάμεων πού ὁ Κύριος τοῦ εἶχε δώσει, καί σ’ αὐτόν βεβαίως καί στούς ἄλλους μαθητές, ὅμως δέν καυχᾶται γι’ αὐτές, δέν μιλάει σάν νά ἐκπορεύεται ἀπό ἐκεῖνον ἡ ὅποια θεραπευτική δύναμη. Ὁ Χριστός θεραπεύει, ἁπλῶς μέσω τοῦ ἀποστόλου Του ἐν προκειμένῳ, συνεπῶς καί ἡ ὅποια δόξα μπορεῖ νά προσποριστεί ὁ ἀπόστολος ἀνάγεται σ’ Ἐκεῖνον. «Τί ἔχω ὅ οὐκ ἔλαβα», εἶναι σάν νά λέει ὁ ἅγιος Πέτρος παρεμφερῶς μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, «εἰ δέ καί ἔλαβα πῶς καυχηθήσομαι ὡς μή λαβών»;
3. Ἡ θεραπεία τοῦ Αἰνέα φαίνεται νά εἶναι σωματικῆς φύσεως – θεραπεύεται ἡ σωματική του παραλυσία – μά γνωρίζουμε ὅτι εἶναι και ψυχικῆς πνευματικῆς φύσεως. Διότι ὁ Κύριος εἶναι «ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων»· καί πάντοτε ἡ προσφορά τῆς σωματικῆς ἴασης ἀποτελοῦσε ἐπισφράγισμα τῆς ψυχικῆς πρωτίστως ἴασης πού πρόσφερε. Μία σωματική ἴαση χωρίς τήν ψυχική ὡς πρόκληση μετανοίας γιά εὕρεση τοῦ Θεοῦ τί νόημα ἄλλωστε θά εἶχε; Κι εἶναι κάτι πού χωλαίνουμε πολύ συχνά οἱ χριστιανοί: ζητᾶμε νά θεραπευθοῦμε σωματικά, ἀλλά γιά νά… συνεχίσουμε δυστυχῶς τόν ἐγωϊστικό καί ἁμαρτωλό τρόπο ζωῆς μας.
4. Ἀπαιτεῖται ὅμως καί ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν προσφορά αὐτή θεραπείας. Ὁ ἀπόστολος ὡς ὄργανο τοῦ Κυρίου θεραπεύει τόν Αἰνέα, ἕναν ἁπλό καί ἄσημο ἄνθρωπο στήν περιοχή τῆς Λύδδας, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας – βρισκόταν ἀνάμεσα στούς πιστούς. Κι ἡ ἔνταξή του αὐτή στήν Ἐκκλησία ἔδειχνε ἀκριβῶς ὅτι πρόσβλεπε κι αὐτός στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἄγκυρα τῆς ψυχῆς του.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΑ



«Αυτός ο απόστολος του Κυρίου, αφού διέτρεξε σαν να είχε φτερά όλη την οικουμένη, ξερίζωσε εκ βάθρων κάθε πλάνη με το κήρυγμά του γιά τον Χριστό, έχοντας ακόλουθό του και την υπερθαύμαστη Ιουνία, η οποία είχε νεκρωθεί ήδη για τον κόσμο και ζούσε μόνο για τον Χριστό. Αποτέλεσμα της δράσης τους αυτής ήταν να ελκύσουν στη γνώση του Θεού πολλούς ανθρώπους, προκαλώντας έτσι την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών. Όπου πήγαν οικοδόμησαν  θείες εκκλησίες, αποδίωξαν από τους ανθρώπους ακάθαρτα πνεύματα και θεράπευσαν ανίατα πάθη. Στο τέλος, ως άνθρωποι, έφυγαν από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους αποστόλους τους θυμάται ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του. ῾Χαιρετήστε – λέγει – τον Ανδρόνικο και την Ιουνία τους συγγενείς μου, οι οποίοι και πριν από εμένα έγιναν χριστιανοί’».
 
Η συγγένεια του αποστόλου Παύλου προς τους σήμερα εορταζομένους αποστόλους Ανδρόνικο και Ιουνία, όπως και η πριν από αυτόν ένταξή τους στην Εκκλησία ως μέλη Χριστού, είναι από τα σημεία που θίγει έντονα ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, διότι τα βλέπει να προβάλλονται από τον ίδιο τον Παύλο ως αποδεικτικά της σπουδαίας θέσης αυτών στην Εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος δηλαδή μνημονεύοντας ιδιαιτέρως τους αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία στην προς Ρωμαίους επιστολή δείχνει ότι πρόκειται περί αποστόλων που κατέχουν επίσημη θέση στην Εκκλησία. ῾Σας επισήμους πράγματι μεταξύ των Αποστόλων ο μακάριος Παύλος σας ανακηρύττει στην Εκκλησία, μακάριοι᾽(῾Ως επισήμους όντως εν αποστόλοις υμάς ο μακάριος Παύλος ανακηρύττει εν τη Εκκλησία, μακάριοι᾽) (ωδή ε´). ῾Σε τιμάμε τώρα, μαζί με τον Παύλο, εμείς που μαζευτήκαμε με πίστη, Ανδρόνικε, ως συγγενή του Παύλου, που έγινες μαθητής του Χριστού και πριν από αυτόν᾽(῾Ως συγγενή σε Παύλου και προ αυτού μαθητήν χρηματίσαντα, συν αυτώ νυν τιμώμεν, πίστει συνελθόντες, Ανδρόνικε᾽) (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο: αν ένας μέγας άγιος και μέγας απόστολος σαν τον απόστολο Παύλο εκθειάζει κάποιους, σημαίνει ότι αυτοί οι κάποιοι δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος με οξυμμένα τα πνευματικά κριτήριά του μπορεί να βλέπει την πνευματική κατάσταση των άλλων, όπως εν προκειμένω ο Παύλος για τους Ανδρόνικο και Ιουνία. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος το έχει πει: ῾ο πνευματικός πάντα ανακρίνει, αυτός δε υπ᾽ ουδενός ανακρίνεται᾽. Ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα του Θεού, μπορεί να διακρίνει και να ελέγχει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί από οποιονδήποτε μη πνευματικό. Αυτό λοιπόν τονίζει και ο άγιος Ιωσήφ: ῾Ο θείος απόστολος Παύλος, εκθειάζοντάς σας λαμπρότατα με θεϊκούς επαίνους, προβάλλει στους πιστούς τη γενναιότητά σας, λέγοντας ότι αποδειχτήκατε μαθητές του Θεού Λόγου πριν από αυτόν και συγγενείς του ίδιου᾽(῾Παύλος ο θείος Απόστολος, θείοις επαίνοις υμάς εκθειάζων λαμπρότατα, τοις πιστοίς παρίστησι την υμών γενναιότητα, προ τούτου λέγων αποδειχθήναι υμάς Θεού του Λόγου μαθητάς᾽) (στιχηρό εσπερινού). 
 
Η σεβαστική αυτή στάση του αποστόλου Παύλου προς τους συγγενείς του αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία, στάση που προεκτείνεται και σε όλο το πλήρωμα πια των πιστών,  προφανώς οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι οι άγιοι αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι άγιοι ως ῾του Λόγου υπήκοοι᾽(στιχηρό εσπερινού), αφού ῾όλες τις κινήσεις του νου τους τις κατεύθυναν με χαρά στην εφαρμογή των θελημάτων του Θεού᾽(῾Ίθυνας του νοός σου πάσας τας κινήσεις, ιερώτατε, προς Θεού θελημάτων αποπλήρωσιν χαίρων, Ανδρόνικε᾽) (ωδή α´) – αυτός είναι ο άγιος: ο πιστός που ολόκληρο τον εαυτό του τον αναφέρει στον Θεό και στην τήρηση του αγίου θελήματός Του - αφετέρου στο γεγονός ότι ο Ανδρόνικος, αλλά και η Ιουνία ασφαλώς ῾αξιώθηκε να δει, με τον αγώνα του να νεκρώσει τα αμαρτωλά φρονήματά του, τη ζωή των ζώντων, δηλαδή τον Χριστό τον Θεό μας ως άνθρωπο επί της γης᾽(῾Νεκρώσας τα μέλη σου αγωνίσμασι, την ζωήν κατηξίωσαι των ζώντων θεάσασθαι επί γης σαρκοφόρον, Χριστόν τον Θεόν ημών᾽) (ωδή γ´), όπως και υπήρξαν μέτοχοι της φωτιάς του αγίου Πνεύματος που έπνευσε και σ᾽αυτούς κατά την Πεντηκοστή, φωτιά που περιέφεραν έπειτα στην άσκηση της ιεραποστολικής διακονίας τους. ῾Έγινες πυρίπνοος του θείου Πνεύματος με την καθαρή διάνοιά σου, απόστολε, περιφέροντας τη θέρμη της φωτιάς αυτής και φλέγοντας το αγκάθι της πλάνης᾽(῾Πυρίπνοος γέγονας θείου Πνεύματος, καθαρά διανοία σου, την θέρμην, απόστολε, περιφέρων και φλέγων της πλάνης την άκανθαν᾽) (ωδή γ´).
 
Οι εκτιμήσεις του αγίου Ιωσήφ ότι οι άγιοι ῾νέκρωσαν τα αμαρτωλά φρονήματά τους για να δουν τον Χριστό᾽ και ότι ῾περιέφεραν τη θέρμη της φλόγας του Παρακλήτου᾽ έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη δική μας ζωή. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να δει τον Χριστό, όχι βεβαίως ῾σαρκοφόρον επί γης᾽, αλλά εν Πνεύματι αισθητά στην καρδιά του, αν δεν κάνει έναν αγώνα, ασφαλώς με τη χάρη του Χριστού και μέσα στην Εκκλησία,  για νέκρωση του αμαρτωλού φρονήματός του, διότι ῾ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽, όπως και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πράγματι έλαβε αυτόν τον Χριστό μέσα του, αν δεν βρίσκεται σε θερμότητα η καρδιά του, ως προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Παγωμένη καρδιά, δηλαδή καρδιά που δεν έχει αγάπη, συνεπώς θέρμη αγίου Πνεύματος, έστω κι αν υπάρχει ομολογία πίστεως, δεν έχει και Χριστό. Ο Χριστός βρίσκεται πάντοτε και μόνον εκεί που περιφέρεται η θέρμη της φλόγας του Πνεύματος του Θεού, η ζωντανή αγάπη. 

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

«ΚΑΡΔΙΑΝ ΚΑΘΑΡΑΝ…»


Ὁ Γερο-Λάζαρος κάθιδρος καί κουρασμένος κάθισε σέ μιά γωνιά  τοῦ δρόμου, ὅπου ὑπῆρχε ἕνα κάθισμα, ἐνῶ ἕνα δέντρο πρόσφερε  παχιά σκιά - ἰδανικό σημεῖο γιά κάθε περαστικό, ἰδίως τίς μέρες αὐτές τοῦ καλοκαιριοῦ μέ τόν σκληρό ἥλιο. Ἀκούμπησε κάτω τήν πραμάτεια του, τά καλάθια πού καιρό ἔπλεκε, ἔβγαλε ἕνα μικρό λαγήνι γιά νά βρέξει τά φρυγμένα χείλη του καί σκούπισε μέ τήν ἀνάστροφη τοῦ χεριοῦ του τό μέτωπό του.
«Δόξα Σοι, ὁ Θεός», βγῆκε ἀπό τήν καρδιά του ὁ στεναγμός, κι ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἀνασήκωσε λίγο τόν καλογερικό του σκοῦφο καί... μία φωνή ἑνός μεσήλικα ἄνδρα πού διερχόταν ἀπό τό σημεῖο πού καθόταν τόν ἔκανε νά ἀνασηκώσει τά μάτια του κάπως  ξαφνιασμένος.
«Εὐλογεῖτε, Γέροντα. Ἀπό τή σκήτη μᾶς ἔρχεστε μᾶλλον, γιατί δέν σᾶς ἔχω ξαναδεῖ στά μέρη μας». «Ὁ Κύριος νά σέ εὐλογεῖ, παιδί μου», εἶπε ὁ π. Λάζαρος, κι ἔκανε μιά προσπάθεια νά ἀνασηκωθεῖ γιά νά χαιρετήσει τόν ἄγνωστο ἄνδρα. «Ὄχι, μή σηκώνεστε, Γέροντα», ἀντέδρασε ὁ ἄνδρας θορυβημένος, καί προσπάθησε νά κρατήσει στή θέση του τόν ἀββᾶ. «Εἶστε κουρασμένος, δέν χρειάζεται νά σηκωθεῖτε. Μόνο τήν εὐλογία σας νά μοῦ δώσετε, γιατί στήν πολυάνθρωπη καί μεγάλη αὐτή πόλη πού ζοῦμε, ἐδῶ στήν Ἀλεξάνδρεια, χρειαζόμαστε αὐξημένες δυνάμεις γιά νά τά βγάζουμε πέρα. Πολύς ὁ κόσμος, ἀπό πολλά μέρη, δύσκολη ἡ ἐργασία, πολλή δυστυχῶς καί ἡ ἁμαρτία».
«Ἔχεις δίκιο, παιδί μου», εἶπε ὁ Λάζαρος. «Κι ἐγώ, κατ’ ἀνάγκην ἦλθα, γιατί πρέπει νά πουλήσω τό ἐργόχειρό μου, ὥστε νά ἔχω γιά ἀρκετό διάστημα τά ἀπαραίτητα γιά νά ζῶ. Ἔχεις δίκιο πού λές ὅτι ἔρχομαι ἀπό τά κάτω μέρη τῆς Αἰγύπτου, ἀπό τή σκήτη, τόν μοναχικό συνοικισμό, γιατί ἐκεῖ ζῶ ἐδῶ καί δεκαετίες, ὁπότε ἀρκετά σπάνια εἶναι ἀλήθεια, ἀνεβαίνω στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἀλλά μή ξεχνᾶς τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου ὅτι “ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις”. Πολλή ἡ ἁμαρτία στή μεγαλούπολη αὐτή, ἀλλά προφανῶς ὁ Θεός δίνει καί πολλές εὐκαιρίες μετανοίας καί σωτηρίας. Ἀρκεῖ βεβαίως…», κοντοστάθηκε λίγο ὁ ἀββᾶς κι ἕνα δάκρυ σάν νά ἔλαμψε στά μάτια του, «…νά θέλει κανείς τή σωτηρία του καί νά τήν ἐπιδιώκει», συμπλήρωσε τόν λόγο του. «Πῶς, Γέροντα;» ρώτησε ὁ καλόκαρδος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος βρῆκε τήν εὐκαιρία στή μέση τοῦ δρόμου νά ἐκμεταλλευτεῖ τήν παρουσία τοῦ ἁγιασμένου, ἀπ’ ὅ,τι τοῦ φάνηκε, καλόγερου. «Πῶς νά τήν ἐπιδιώκει, ὅταν τόσες πολλές προκλήσεις καθημερινά τόν ἀποπροσανατολίζουν; Νά, γιά παράδειγμα, κοιτάξτε ἀπέναντι, λίγο παρακάτω ἀπό τό σημεῖο πού βρισκόμαστε. Βλέπετε αὐτούς πού κατεβαίνουν κάποια σκαλοπάτια; Σέ καπηλειό μπαίνουν, γιά νά φᾶνε, νά πιοῦνε, νά ἀκούσουν τραγούδια καί μουσικές πού δέν φαίνονται ὅ,τι καλύτερο… Καί ξέρετε, Γέροντα, συχνάζουν ἐκεῖ καί γυναῖκες ἀμφίβολης ἠθικῆς στάθμης καί ποιότητας. Καί δυστυχῶς, δέν εἶναι τό μόνο σημεῖο στήν πόλη. Μεγάλη, ὅπως σᾶς εἶπα, ἡ πόλη, πολλές καί οἱ ἀφορμές καί οἱ προκλήσεις γιά ἁμαρτία».
Δέν ἔσπευσε ὁ Γέροντας νά ἀπαντήσει αὐτήν τή φορά. Σάν νά προσευχόταν καί κάποια στιγμή εἶπε: «Ἄν θέλουμε τόν Κύριο, πού θά πεῖ ἄν λίγο Τόν ἀγαπᾶμε, μποροῦμε νά ζοῦμε τήν παρουσία Του, ἀποφεύγοντας ὅσο μποροῦμε τούς τόπους τῶν προκλήσεων καί τῶν ἀφορμῶν τῆς ἁμαρτίας. Γιατί πράγματι δέν εἶναι δυνατόν κανείς νά εἶναι καί μέ τόν Θεό καί μέ τόν Πονηρό διάβολο. Ὅπως τό λέει ὁ ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: “οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν”. Γι’ αὐτό σοῦ εὔχομαι, παιδί μου, καί σ’ ἐσένα καί στήν οἰκογένειά σου, ἄν ἔχεις, νά ζεῖτε ὅσο μπορεῖτε μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ καί μέ τήν προσπάθεια νά βρίσκεστε πάνω στίς ἐντολές πού μᾶς ἔδωσε. Γιατί μέσα στίς ἅγιες ἐντολές Του κρύβεται ὁ Ἴδιος».
«Εὐλογεῖτε, Γέροντα. Νά εὔχεστε», εἶπε συγκινημένος ὁ ἄνδρας, ὁ ὁποῖος ἔσκυψε μέ ταπείνωση καί φίλησε τό ροζιασμένο χέρι τοῦ ἁγίου καλόγερου, τοῦ ἀββᾶ πού ὁ Θεός τόν ἔφερε στόν δρόμο του.
«Στήν εὐχή τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας μας, παιδί μου. Στό καλό καί ὁ Χριστός νά εἶναι πάντοτε μαζί σου».
Κάθισε γιά λίγο ἀκόμη ὁ Γέροντας, προβληματισμένος ὅμως ἰδιαίτερα ἀπό τόν διάλογο μέ τόν σεμνό αὐτόν ἄνθρωπο. Τά λόγια πού μέ πόνο τοῦ εἶχε πεῖ, τόν ἔκαναν νά δακρύζει καί νά πονᾶνε τήν καρδιά του. «Πολλή ἡ ἁμαρτία, Γέροντα, πολλή!»
Ἔκανε νά σηκωθεῖ γιά νά μαζέψει τά καλάθια του καί νά προχωρήσει στόν τόπο πού συνήθιζε νά τά πηγαίνει. Μά μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του ξέκρινε μιά μαύρη φιγούρα, στόν ἀπέναντι δρόμο λίγο παρακάτω, ἐκεῖ πού ἦταν τό καπηλειό, πού τοῦ τράβηξε τήν προσοχή. Κοίταξε κι ἔμεινε ἀποσβολωμένος. Οὔτε κεραυνός νά τόν εἶχε κτυπήσει. Ἔνας νεαρός καλόγερος, μέ ἄνεση καί σβελτάδα, κατέβαινε τά σκαλοπάτια τοῦ κακόφημου μαγαζιοῦ. «Δέν εἶναι δυνατόν!» σκέφτηκε. «Μά πῶς; Τί δουλειά ἔχει ἐκεῖ;» Ξανακάθισε γιά νά σκεφτεῖ. Δέν μποροῦσε νά παρέλθει τό γεγονός ἔτσι, σάν νά μήν εἶχε δεῖ τίποτα. Ἄρχισε νά προσεύχεται νά τόν φωτίσει ὁ Θεός· νά φωτίσει καί τόν νέο καλόγερο πού βρισκόταν ἤδη μέσα στό καπηλειό. Προσπάθησε νά κάνει καλό λογισμό. «Μήπως βρέθηκε ἐκεῖ γιατί ἦταν σταλμένος ἀπό τό μοναστήρι του γιά κάποια ἀποστολή; Μακάρι νά ἦταν ἔτσι. Μά, τέτοιες ἀποστολές, ἄν ὑπάρχουν, ἀναλαμβάνουν συνήθως οἱ μεγαλύτεροι σέ ἡλικία, καί ποτέ βεβαίως μόνοι τους. Πάντοτε συνοδεύονται καί ἀπό κάποιον ἄλλον. “Οὐαί τῷ ἑνί”, πού λέει ὁ ἁγιογραφικός λόγος. Λοιπόν, δέν πρόκειται μᾶλλον γιά ἀποστολή ἤ πολύ περισσότερο γιά ἱεραποστολή».
«Θά καθίσω νά μάθω», σιγοψιθύρισε στόν ἑαυτό του. «Πρέπει νά μάθω, γιατί εἶναι καλόγερος. Τί δουλειά ἔχει σέ τέτοιους τόπους;»
Δέν ἔφυγε. Ὁ κόσμος πού περνοῦσε καί τόν ἔβλεπε, παρατηροῦσε ἕναν καλόγερο προχωρημένης ἡλικίας, μέ μάτια χαμηλωμένα πού ἡ ἀναπνοή του διακοπτόταν κατά καιρούς ἀπό ἀναστεναγμούς, ἐνῶ μ’ ἕναν μαντήλι σκούπιζε διαρκῶς τά δακρυσμένα μάτια του. Κάποια στιγμή μόνο τά σήκωσε, γιατί ἀρώματα βαριά κέντρισαν τήν ὄσφρησή του. Μιά νέα σχετικά γυναίκα, βαμμένη καί ντυμένη προκλητικά, τόν εἶχε πλησιάσει καί τόν κοίταζε μέ τρόπο αὐθάδη κι ἄσεμνο. Τήν κοίταξε σάν νά ’βλεπε τόν διάβολο νά παίζει στό πρόσωπό της καί τά δάκρυά του πολλαπλασιάστηκαν. Ἡ γυναίκα ντράπηκε, ψιθύρισε ἕνα «συγγνώμη, πάτερ», καί γρήγορα προχώρησε γιά νά κατέβει κι αὐτή σέ λίγο στό καπηλειό. Ὁ συγκεκριμένος τόπος ἦταν ὁ τόπος της. Ἐκεῖ ἔβρισκε αὐτό πού ἤθελε καί ἀποτελοῦσε τή δουλειά της. Ἡ εἰκόνα τοῦ Γέροντα σάν ἕνα μικρό ἀγκάθι φευγαλέα τή συνόδεψε γιά λίγα λεπτά, γιά νά ἐξανεμιστεῖ ὅμως τάχιστα ἀπό τά τραγούδια τοῦ κέντρου, ἀπό τά πρῶτα ποτά, ἀπό τά πρῶτα πονηρά πειράγματα τῶν ἀνδρῶν. Ἐκεῖνο πού τήν παραξένεψε καί ἀποτέλεσε ἕνα δεύτερο μικρό κεντρί ἦταν ἡ εἰκόνα σ’ ἕνα τραπέζι ἑνός νέου καλόγερου, πού ἔδειχνε νά μετέχει στήν ὅλη κατάσταση καί νά τήν ἀπολαμβάνει. Γρήγορα ὅμως ξεπέρασε κι αὐτό τό κεντρί - ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τά ἔσβηνε καί τά σκέπαζε ὅλα.
Κάποια στιγμή ὁ Γερο-Λάζαρος εἶδε τόν καλόγερο τοῦ καπηλειοῦ νά ἐξέρχεται ἀναψοκοκκινισμένος καί μέ εὔθυμη διάθεση. Τόν πλησίασε γρήγορα τήν ὥρα πού ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νά βάλει καί νά φτιάξει τόν καλογερικό σκοῦφο στό κεφάλι του. «Εὐλόγησον, ἀδελφέ», τοῦ εἶπε χαμηλόφωνα, καί τόν ἔπιασε ἀπό τό μπράτσο. «Μπορῶ νά σοῦ πῶ κάτι ἰδιαιτέρως;» Ὁ νεαρός καλόγερος σάν χαμένος τόν ἀκολούθησε. Ἡ εὔθυμη διάθεσή του φάνηκε νά τόν ἐγκαταλείπει. Πῆγαν σέ μία ἀπόμερη γωνιά πού δέν πολυπερνοῦσε κόσμος.
«Τί συμβαίνει, Γέροντα;» εἶπε στό τέλος, προσπαθώντας νά ἀνακτήσει τόν ἔλεγχο τῆς κατάστασης, πού προσωρινά φάνηκε ὅτι τήν εἶχε χάσει. «Γιατί μέ σέρνεις ἐδῶ; Γνωριζόμαστε;» Τό κρασί τοῦ προκαλοῦσε μία ἐλαφρά ζαλάδα, ἀλλά καί ἕνα εἶδος αὐθάδειας καί ἀλαζονείας. «Ἀπό ποῦ ξεφύτρωσε κι αὐτός;» σκέφτηκε.
«Ἄκου, παιδί μου», ἄρχισε νά λέει μέ μεγάλη σεμνότητα, ταπείνωση καί ἀγάπη ὁ Γερο-Λάζαρος. «Σέ βλέπω σάν τόν Κύριο, εἶσαι ἀδελφός μου, γι’ αὐτό καί δέν μπορῶ νά μήν ἐπέμβω σ’ αὐτά πού βλέπω».
«Καί σάν τί βλέπεις δηλαδή;» ἔκανε ὁ καλόγερος πού εἶδε τήν καρδιά του νά σκληραίνει, παίρνοντας ἀμέσως ἀμυντική στάση ἀπέναντι στον Γέροντα ἀσκητή.
«Κύριε ἀδελφέ», συνέχισε ὁ ἀσκητής παραβλέποντας τήν ἀντίδραση τοῦ νέου, «δέν ξέρεις ὄτι φορᾶς τό ἅγιο σχῆμα; Δέν ξέρεις ὅτι εἶσαι νέος; Δέν ξέρεις ὅτι πολλές εἶναι οἱ παγίδες τοῦ διαβόλου; Δέν ξέρεις ὅτι κι ἀπό τά μάτια κι ἀπό τήν ἀκοή κι ἀπό τίς χειρονομίες βλάπτονται οἱ μοναχοί, ὅταν ζοῦν στίς πόλεις; Ἐσύ ὅμως, μπαίνοντας χωρίς φόβο στά καπηλειά, κι ἐκεῖνα πού δέν θέλεις ἀκοῦς κι ἐκεῖνα πού δέν θέλεις βλέπεις καί συναναστρέφεσαι κι ἄσεμνα μέ γυναῖκες. Μή, σέ παρακαλῶ, ἀλλά πήγαινε στήν ἔρημο, ὅπου μπορεῖς νά σωθεῖς, ὅπως τό θέλεις».
Ἔκανε νά τόν ἀγκαλιάσει τόν καλόγερο ὁ Λάζαρος, μά ἐκεῖνος ἀποτραβήχτηκε ἐνστικτωδῶς. «Αὐτό μᾶς ἔλειπε δά», σκεφτόταν, «ἕνας γέρος νά θέλει νά μοῦ κάνει τόν δάσκαλο, λές καί δέν ξέρω τί κουμάσια εἶναι κι αὐτοί οἱ γέροι!» Σκλήρυνε τή φωνή του καί ἀπάντησε ἀπότομα: «Ἄντε τράβα ἀπό δῶ, καλόγερε, πού μοῦ κάνεις τόν ἅγιο καί τον πολύξερο. Τί μοῦ λές τά λόγια αὐτά, λές καί ἀγνοεῖς – μπορεῖ ὅμως καί νά τά ἀγνοεῖς, ἔστω κι ἄν εἶσαι γέρος - ὅτι ὁ Θεός δέν θέλει τίποτε ἄλλο παρά «καρδίαν καθαράν»; Ἀκοῦς λοιπόν; «Καρδίαν καθαράν» ζητάει ἀπό μᾶς ὁ Θεός καί ὄχι τό ποῦ πηγαίνουμε καί ποῦ συχνάζουμε. Παντοῦ δέν εἶναι ὁ Θεός; Κι ἐδῶ καί στό μοναστήρι, ἀλλά καί στό καπηλειό. Λοιπόν, ἐγώ καί στό καπηλειό τόν Θεό Τόν βλέπω. Δέν εἶναι ὁ τόπος πού ἐμποδίζει. Ἡ βρώμικη καρδιά εἶναι τό ἐμπόδιο. Μάθε καί κάτι ἀπό μᾶς τούς νέους καί τούς πιό μορφωμένους».
Ὁ ἀββᾶς κατάλαβε. Ἡ καρδιά τοῦ νεαροῦ ἦταν σκληρυμένη καί ἀνεπίδεκτη ἀπό λόγο Θεοῦ. Τό πρόσωπό του ἄλλωστε τό ἔδειχνε καθαρά: ἦταν σάν μία μάσκα ἀνέκφραστη, ἐνῶ τά μάτια του, κυρίως αὐτά, φαίνονταν τόσο ταραγμένα, πού ἀσυναίσθητα ὁ ἀσκητής  ἔστρεψε ἀλλοῦ τά δικά του. Δέν θέλησε νά συνεχίσει - ἦταν ἐντελῶς μάταιο. «Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ», σκέφτηκε τόν λόγο τοῦ μεγάλου ἀποστόλου.
Τότε, ἀργά καί μέ τρόπο πού ἔδειχνε τή δραματικότητα τῆς στιγμῆς πού ζοῦσε, ὁ Λάζαρος ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν Οὐρανό καί εἶπε: «Δόξα Σοι, Θεέ μεγαλοδύναμε, ἐπειδή ἔχω στή Σκήτη πενήντα χρόνια κι ἀκόμα δέν ἀπόκτησα “καρδίαν καθαράν”. Κι ὁ ἀδελφός αὐτός, γυρίζοντας στά καπηλειά, ἀπόκτησε “καρδίαν καθαράν”».
Ἔκανε ἕνα βῆμα πίσω ὁ Γερο-Λάζαρος, ὁ ἀσκητής, ὁ ὑποπιαστής τοῦ σώματος, ὁ ἀγαπημένος τοῦ Κυρίου, στράφηκε μέ μεγάλη ἀγάπη πρός τόν καλόγερο, ὁ ὁποῖος φαινόταν, παρόλη τή σκληρότητά του νά τά ἔχει πιά λίγο χαμένα, καί τόν ἀποχαιρέτισε μέ τήν εὐχή· «Ὁ Θεός κι ἐσένα νά σώσει κι ἐμένα νά μή μέ διαψεύσει ἀπό τήν ἐλπίδα μου».
Τά βήματά του ἀργά τόν ἔσυραν ἐκεῖ πού εἶχε ἀφήσει τό ἐργόχειρό του. Ἤξερε ὅμως ὅτι εἶχε νά κάνει διπλάσιο τώρα ἀσκητικό ἀγώνα: νά ἀναπληρώνει ὅσο μπορεῖ τό ἔλλειμμα καί τοῦ νεαροῦ ἄγνωστου καλόγερου.      
(Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 194) 

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΒΑΡΑ


 
 (Κύρια σημεῖα ὁμιλίας γιά τή μεγαλομάρτυρα ἁγία Βαρβάρα, πού πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, 14 Μαϊου 2019, στον ἱερό Ναό Ἁγίων Κωνσταντίνου και Ἑλένης, ("Κωνσταντίνεια 2019"), μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἀφίξεως τῆς τιμίας κάρας της ἀπό τήν Ἱ. Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγῶν).
 Εἶναι πολύ μεγάλη ἡ εὐλογία νά βρισκόμαστε καταρχάς μέσα σέ Ναό Κυρίου, ὅπου τά πάντα μᾶς προκαλοῦν νά σταθοῦμε προσευχητικά, πού σημαίνει μέ ἀγάπη ἀπέναντι στόν Κύριο καί Θεό μας: ἡ ἁγία Τράπεζα πού φέρει τόν Κύριο μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του (στό ἀρτοφόριο) ἀλλά καί μέ τόν λόγο Του, τό ἅγιο Εὐαγγέλιο· οἱ ἅγιες εἰκόνες πού αἰσθητοποιοῦν τήν ἀόρατη παρουσία τῶν ἁγίων μας, κατεξοχήν τούς ἁγίους ἐνδόξους καί θεοστέπτους βασιλεῖς, Κωνσταντίνο καί Ἑλένη· τά ἅγια λείψανα πού φυλάσσονται στόν ἱερό τοῦτο Ναό πάντοτε, ὅλως ἰδιαιτέρως δέ σήμερα καί γιά λίγες ἡμέρες ἀκόμη, ἡ τιμία κάρα τῆς μεγαλομάρτυρος ἁγίας Βαρβάρας, φερμένη ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Τρίκκης καί Σταγῶν, μέ τήν ἄδεια καί τήν εὐλογία τοῦ οἰκείου ποιμενάρχου τῆς περιοχῆς, κ.κ. Χρυσοστόμου. Κι εἶναι ἀκριβῶς ἡ παρουσία τῆς ἀγαπημένης ἁγίας ἡ ἀφορμή γιά νά ποῦμε λίγα λόγια σήμερα πάνω στό σύντομο συναξάρι της, τό ὁποῖο προκαλεῖ σέ κάθε καλοπροαίρετο χριστιανό κλίμα μεγάλης κατάνυξης ἀφενός, ἀλλά καί ἀφετέρου κύματα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης, ἀφοῦ φανερώνει τήν ψυχική δύναμη πού παίρνει ὁ ἄνθρωπος ὅταν πιστέψει στόν Χριστό καί θελήσει μέ ἐπίγνωση νά ἀκολουθήσει τά χνάρια Του.
           1. Σύντομο συναξάρι τῆς ἁγίας.
 «Η αγία Βαρβάρα ζούσε επί Μαξιμιανού, του βασιλιά του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (285-305), κόρη κάποιου ειδωλολάτρη Διοσκόρου, ο οποίος την φύλασσε  σε υψηλό πύργο, λόγω της ανθηρής σωματικής ωραιότητάς της. Το γεγονός ότι ήταν κόρη που σεβόταν τον Χριστό δεν άργησε να έλθει σε γνώση του πατέρα της. Έμαθε δηλαδή τα σχετικά με την πίστη της, όταν ανοικοδομούσε λουτρό. Κι ενώ αυτός είπε να φτιάξουν δύο παράθυρα σ’ αυτό, η Βαρβάρα έδωσε εντολή να φτιάξουν τρία. Κι όταν την ρώτησε το γιατί, είπε «για να είναι επ’ ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Μόλις άκουσε την απάντησή της εκείνος, αμέσως όρμησε εναντίον της για να τη σκοτώσει με το ίδιο του το ξίφος. Ξέφυγε όμως η Βαρβάρα και εισήλθε μέσα σε πέτρα που άνοιξε στα δύο. Την καταδίωξε όμως ο πατέρας της και την βρήκε, οπότε την άρπαξε από τα μαλλιά και την παρέδωσε στον ηγεμόνα της χώρας. Μπροστά σ’  αυτόν η αγία ομολόγησε τον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί σκληρά, να ξυστούν οι σάρκες της, να κατακαούν οι πλευρές της και να κτυπηθεί το κεφάλι της με σιδερένιες σφαίρες. Έπειτα την περιέφεραν στην πόλη γυμνή, την ξανακτύπησαν, μέχρις ότου δέχτηκε το διά ξίφους τέλος από τον πατέρα της που την σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Αυτός λέγεται ότι μετά τη σφαγή της, κατεβαίνοντας από το βουνό, κτυπήθηκε από κεραυνό και ξεψύχησε».
2. Σχόλια σέ ἐπιμέρους στοιχεῖα τῆς ζωῆς της.
(α) Ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων τοῦ πατέρα της Διοσκόρου.
- Νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά καταργήσει τίς θρησκεῖες. Οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν τό μεταπτωτικό γεγονός τῆς ἀναζήτησης τοῦ Θεοῦ: ὁ ἄνθρωπος ψάχνει τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ὅμως δέν βρίσκει, λόγω τοῦ φράγματος τῆς ἁμαρτίας. Συνεπῶς οἱ θρησκεῖες ἐκφράζουν πιά τήν ἀλλοιωμένη εἰκόνα περί Θεοῦ ἤ περί Θεῶν τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου, συνιστοῦν εἴδωλα-κατασκευάσματα τοῦ μυαλοῦ τῶν ἀνθρώπων. Κατά τήν Ἁγία Γραφή συνιστοῦν τό «τίποτε ἤ τά κρυμμένα δαιμόνια». Καί κάνει ἐντύπωση ὅτι αὐτή εἶναι ἀκριβῶς καί ἡ θεώρηση τῆς ἁγίας Βαρβάρας, ὅταν ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου Μαρκιανοῦ γιά νά ἀπολογηθεῖ, ὅπως τά καταθέτει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής: «Εγώ προσφέρω θυσία αινέσεως στον Θεό μου, ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλα όσα είναι σ’ αυτά. Περί των ψεύτικων δε και ανύπαρκτων θεών σου έχει λεχθεί από τον Δαβίδ, ύστερα από φωτισμό που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα, ότι τα είδωλα που λατρεύουν οι εθνικοί είναι από αργυρό (ασήμι) και χρυσάφι, και κατασκευασμένα από χέρια ανθρώπων» (12) και ότι όλοι οι θεοί των ειδωλολατρικών λαών είναι δαιμόνια, ανύπαρκτοι, πλάσματα της φαντασίας και επινοήματα του διαβόλου» (13). Συμφωνώ δε και εγώ με την άποψη και ομολογώ ρητά και κατηγορηματικά ότι η ελπίδα η στηριζόμενη στους ψεύτικους και ανύπαρκτους αυτούς θεούς είναι κενή και μάταιη». Γι’ αὐτό καί κύριο γνώρισμα οἱ θρησκεῖες ἔχουν τόν φόβο - ὁ Θεός ὡς Πατέρας ὄχι μόνον δέν ὑφίσταται, ἀλλά τοῦτο θεωρεῖται καί βλασφημία!
- Ὅταν ἀλλοιώνεται ὅμως ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλοιώνεται καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καί ὅλες οἱ σχέσεις του. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει ἐν ἀγάπῃ, πετρώνει ἡ καρδιά του, ἐνῶ τό πονηρό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του αὐτῆς ἐκφράζεται ὡς ἐναντίωση καί ἔχθρα ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο καί σέ κάθε τι πού ἀνήκει στόν Θεό. Καί νά! ἡ στάση τοῦ εἰδωλάτρη Διοσκόρου, ἀπέναντι στήν ἴδια τήν κόρη του: ὄχι μόνον δέν σέβεται τίς ἀπόψεις της, τήν ἐλευθερία της, ὄχι μόνο δέν ὑπάρχει τό φυσικό φίλτρο τοῦ γονιοῦ, ἀλλά καταλαμβάνεται ἀπό μίσος τέτοιο, πού τελικά εἶναι ἐκεῖνος πού τήν καταδιώκει, τήν καταγγέλλει, τέλος τήν ἀποκεφαλίζει. (Καί πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως κι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, γιατί μερικές φορές κάνουμε τήν πίστη μας ἰδεολογία, πού θά πεῖ ὅτι χάνουμε τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο της, τήν ἀγάπη, ὁπότε ὁ φανατισμός γίνεται τό δαιμονικό πιά κυριαρχικό στοιχεῖο τῆς πίστης μας. Ὁ Χριστός καθόρισε ὡς τό μόνο γνώρισμα τῆς μαθητείας μας πρός Αὐτόν τήν ἀγάπη. «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Βγάλε τήν ἀγάπη δηλαδή ἀπό τή χριστιανική πίστη, σταματᾶ αὐτομάτως νά εἶναι καί χριστιανική. Καί δυστυχῶς σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦτο ἔχει γίνει καθεστώς. Φανατιζόμαστε ὡς χριστιανοί, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι ἀπονέμουμε λατρεία στόν Θεό. Πῶς; Ἕτοιμοι νά κατασπαράξουμε τόν συνάνθρωπό μας, ἔστω καί τόν διαφορετικό ἀπό ἐμᾶς στήν πίστη καί τή ζωή του). Γι’ αὐτό καί πρέπει νά προσέχουμε πάντοτε τήν ὀρθότητα τῆς πίστης μας νά τήν ἔχουμε πάντοτε συνδυασμένη μέ τήν ὀρθότητα τῆς πράξης μας. Ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία πού τονίζουν πάντοτε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Ἡ ὀρθή πίστη πού μετουσιώνεται σέ ἔμπρακτη ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καί πρός ὅλα τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ.
(β) Ἡ πίστη τῆς ἁγίας Βαρβάρας ὡς ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὑπέρ πᾶν ἄλλο.
Με την αγία Βαρβάρα -  μάλλον και με αυτήν -  πραγματοποιείται ο λόγος του Κυρίου: «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα… ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Ο Κύριος δηλαδή ζητά την αγάπη του ανθρώπου υπεράνω όλων των επιγείων αγαπών, έστω κι αν πρόκειται για τους γονείς, για τα τέκνα, για τον ή την σύζυγο, για τον ίδιο τον εαυτό μας. Όχι διότι απορρίπτει την αγάπη προς αυτούς – τούτο θα ήταν οξύμωρο, αφού  ο Ίδιος έχει νομοθετήσει την αγάπη προς όλους, και μάλιστα προς τους γονείς – αλλά διότι η αγάπη προς Εκείνον, η αγάπη δηλαδή προς τον Θεό, αν δεν είναι υπεράνω όλων, σημαίνει ότι η όποια άλλη αγάπη θα λειτουργεί μέσα σε πλαίσια που έχουν το στοιχείο του εγωισμού, το στοιχείο τελικώς της νοσηρότητας. Έτσι η απόλυτη αγάπη προς τον Θεό στην πραγματικότητα καθαρίζει όλες τις άλλες αγάπες και τις κάνει να φανερωθούν στην πιο καθαρή μορφή τους. Από την άποψη αυτή η άρνηση της Βαρβάρας να υπακούσει στον πατέρα της, ναι μεν φανέρωνε την «πυρωμένη προς τον Χριστό» αγάπη της,  από την άλλη όμως αποτελούσε έκφραση αγάπης και προς τον φυσικό γεννήτορά της, γιατί του έδινε πρόκληση μετανοίας και αλλαγής: να φύγει από την αθεΐα του, άσχετα προς το γεγονός ότι εκείνος τελικώς απέρριψε την πρόκληση αυτή. «Τετρωμένη τοῦ πόθου σου, ὡς νυμφίου, Δέσποτα, τῶ γλυκυτάτῳ βέλει, ἡ ἀθληφόρος Βαρβάρα, ἅπασαν πατρικήν ἀθεΐαν ἐβδελύξατο». (Πληγωμένη από το γλυκύτατο βέλος του πόθου σου ως νυμφίου, Δέσποτα, η αθληφόρος Βαρβάρα, βδελύχθηκε όλην την αθεΐα του πατέρα της).
Η αντιθετική σχέση της αγίας Βαρβάρας με τον πατέρα της δίνει την ευκαιρία στον εκκλησιαστικό ποιητή αφενός να θυμηθεί ότι εκπληρώνεται έτσι η προφητεία του Κυρίου ότι «εχθροί του ανθρώπου οι οικειακοί αυτού» και ότι «λόγω Εκείνου θα στραφεί ο πατέρας εναντίον του παιδιού και το παιδί εναντίον του πατέρα» - «Δέδεικται σαφώς, Χριστέ, ἡ πρόρρησίς σου, πεπληρωμένη∙ πατήρ τέκνον γάρ εἰς φόνον προδίδωσιν» (Φάνηκε με σαφήνεια, Χριστέ, εκπληρωμένη η προφητεία σου: ο πατέρας δηλαδή προδίδει σε φόνο το τέκνο του) -  αφετέρου ότι ισχύει πάντοτε η παροιμία που λέει: «από ρόδο βγαίνει αγκάθι και από αγκάθι βγαίνει ρόδο», δηλαδή ότι υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που το οικογενειακό περιβάλλον δεν καθορίζει τη διαμόρφωση  των παιδιών και την πορεία της ζωής του. «Ἀκανθώδους ρίζης ἐκφυέν, ρόδον ἱερώτατον, τήν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ εὐωδίασεν» (Η Βαρβάρα ευωδίασε την Εκκλησία του Χριστού, σαν ιερότατο ρόδο που βγήκε από αγκάθινη ρίζα).
(γ) Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό δίνει παντοδυναμία στόν ἄνθρωπο.
Ο υμνογράφος της αγίας μένει έκθαμβος μπροστά στην ψυχική δύναμη που της έδινε η αγάπη της προς τον Χριστό. Καί δέν παραξενευόμαστε καθόλου. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει τονίσει ὅτι ὅποιος τόν πιστέψει ἀληθινά καί ἐφαρμόζει τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος θά δεῖ νά λειτουργεῖ ὡς παντοδύναμος Θεός σ’ αὐτόν τόν κόσμο. «Ἐάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνει, ὅ ἐάν θέλητε αἰτήσασθε, καί γενήσεσθε ὑμῖν». Κι ἀκόμη: ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπό τήν ἐμπειρία του μαρτυρεῖ ὅτι «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»; Γίνεται πανίσχυρος ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει καί θά μένει ἑνωμένος μέ τόν Χριστό. Ὁ ὑμνογράφος μάλιστα τῆς ἁγίας θά τονίσει ότι όπου υπάρχει ο πόθος για Εκείνον τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο, ακόμη και η θεωρούμενη αδυναμία της γυναικείας φύσεως, η νεότητα με τα θέλγητρα που της παρουσιάζονται, η ομορφιά του σώματος, ο πλούτος, οι ηδονές. «Οὐ τρυφῆς ἡ τερπνότης, οὐκ ἄνθος κάλλους πλοῦτός τε, οὐχ ἡδοναί νεότητος, ἔθελξάν σε, Βαρβάρα ἔνδοξε, τῷ Χριστ νυμφευθεῖσα καλλιπάρθενε» (Ούτε η ευχαρίστηση της τρυφής ούτε το άνθος του κάλλους και ο πλούτος, ούτε οι ηδονές της νεότητας σε γοήτευσαν, ένδοξη Βαρβάρα, γιατί νυμφεύθηκες τον Χριστό, καλλιπάρθενε). «Πρός τελείους ἀγῶνας, οὐδέν ἐδείχθη κώλυμα, τό ἀσθενές τοῦ θήλεος οὐ τό νέον τῆς ἡλικίας» (Για τους αγώνες της τελειότητας, κανένα εμπόδιο δεν φάνηκε η ασθένεια της γυναικείας φύσεως και η νεότητα της ηλικίας). Η αγία Βαρβάρα ἔτσι αποτελεί την απάντηση σε όλους εκείνους που είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν κάθε παρεκτροπή της νεότητας, επικαλούμενοι ακριβώς αυτήν ως επιχείρημά τους. Τα πάντα ήταν μπροστά στα πόδια της αγίας: και οι ηδονές και τα πλούτη και η δόξα. Μπροστά όμως στον Χριστό, όλα θεωρήθηκαν από αυτήν ως «σκύβαλα», όπως λέει αντιστοίχως και ο απόστολος Παύλος: «Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω». Όλα τα θεωρώ σαν σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό.
Αλλά ἡ δύναμη αὐτή τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό δέν φαίνεται μόνο στή νεότητα· φαίνεται καί στή γεροντική ἡλικία. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔχουμε πάμπολλες περιπτώσεις γερόντων πιά χριστιανῶν, σάν τόν ἅγιο Πολύκαρπο ἐπίσκοπο Σμύρνης γιά παράδειγμα, σάν τόν ἅγιο Χαράλαμπο, πού ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τους τούς ἔκανε νά ξεπερνοῦν κάθε φυσική ἀδυναμία. «Ὁ πόθος ἐνίκα τήν φύσιν», πού σημειώνουν σέ πολλά τροπάρια οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ποιητές. Καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό ἑξῆς πού ἄκουσα πρό ὀλίγου σχετικά καιροῦ στό μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ Ἀγγλίας πού βρέθηκα. Ὁ Γέροντας π. Ζαχαρίας Ζαχάρου, ὁ διάδοχος τοῦ ἁγίου Γέροντα Σωφρονίου, μᾶς ἔλεγε ὅτι ἀποτελοῦσε μεγάλη ἔκπληξη γιά ὅλους τούς καλογέρους ἐκεῖ, ἀλλά καί γιά τούς προσκυνητές, ὅτι ὁ Γέρων Σωφρόνιος, παρόλη τήν πολύ μεγάλη ἡλικία του, πάνω καί ἀπό τά 93 του πιά, μποροῦσε, ὑποβασταζόμενος βέβαια, νά μιλάει, νά ἀναπτύσσει διάφορα θέματα, (πράγματα πού ἀποτυπώθηκαν καί σέ τρεῖς τόμους πού κυκλοφορήθηκαν ἀπό τό μοναστήρι), νά ζεῖ, ἐνῶ κάτω ἀπό φυσιολογικές συνθῆκες, λόγω τῶν πολλῶν ἀσθενειῶν καί ἀδυναμιῶν του θά ἔπρεπε νά εἶχε φύγει ἀπό τή ζωή πρό χρόνων ἀρκετῶν. Καί ἐπί λέξει ἐξηγοῦσε: «Νομίζω ὅτι ἦταν τέτοια ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντα πρός τόν Χριστό, ἦταν τέτοιο τό πνευματικό σθένος πού εἶχε, πού τοῦ ἔδινε τή δύναμη νά κρατάει ζωντανή μία σάρκα πού ἦταν παντελῶς ἐξασθενημένη».
(δ) Ἡ γύμνωση τῆς ἁγίας – τό τελευταῖο μαρτύριο.
Ο άγιος Στέφανος ο Σαββαΐτης, ο υμνογράφος της αγίας, δεν μπορεί να αφήσει ασχολίαστο το γεγονός της γυμνής περιφοράς της στην πόλη, που συνιστούσε ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια της σεμνής Βαρβάρας. Ως άνθρωπος όμως πίστεως το βλέπει με πνευματικούς οφθαλμούς, βλέπει δηλαδή εκείνα που βρίσκονται και πίσω από το γεγονός. «Ἄγγελος φαιδρός, στολήν φωτοειδῆ σε, διά Χριστόν γεγυμνωμένην, σεμνή Βαρβάρα, ἠμφίασε, και ὡς νύμφην περιήγαγε∙ τά πάθη τῆ ἐσθῆτι γάρ, Μάρτυς, συνεξεδύσω, θείαν ἐκστᾶσα ἀλλοίωσιν» (Λαμπρός άγγελος, σεμνή Βαρβάρα, σε έντυσε με φωτεινή στολή και σε περιέφερε σαν νύμφη,  εσένα που έγινες γυμνή για χάρη του Χριστού. Διότι μαζί με το φόρεμά σου απεκδύθηκες και τα πάθη σου, σεμνή Βαρβάρα, φτάνοντας σε έκσταση θείας αλλοίωσης).  Έτσι κατά τον ύμνο της Εκκλησίας μας η αγία Βαρβάρα ποτέ δεν υπήρξε γυμνή. Την ώρα που οι διώκτες της σωματικά την γύμνωναν, άγγελος την έντυνε σαν νύμφη, κρατώντας «τυφλά» τα μάτια τῶν θεατῶν,  και την οδηγούσε στον ουρανό, ενώ η γύμνωσή της αυτή συνιστούσε και την μεγαλύτερη αγιότητά της, αφού έτσι ξέφευγε από οποιοδήποτε αμαρτωλό πάθος της.
Δεν μπορούμε - ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ ἡ παρατήρηση - να μην κάνουμε τη σύγκριση: η ακούσια γύμνωση της αγίας οδηγούσε στην θεϊκή ένδυσή της,  την πλήρωσή της από τη χάρη του Θεού. Η εκούσια γύμνωση πολλών γυναικών στην εποχή μας οδηγεί προφανώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στη δαιμονική ένδυσή τους, την αιχμαλωσία τους στα δίχτυα του πονηρού, που σημαίνει βεβαίως την απέκδυσή τους από οποιαδήποτε χάρη του Θεού. 
Καί θά πρέπει ἴσως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς παρατήρησης αὐτῆς τοῦ ὑμνογράφου, νά θυμόμαστε ὅτι ἡ πραγματικότητα δέν εἶναι μόνον αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις - ὅ,τι βλέπουν τά σωματικά μας μάτια, ὅ,τι ἀκοῦνε τά σωματικά μας αὐτιά, ὅ,τι γευόμαστε καί οσφραινόμαστε. Ὑπάρχουν καί οἱ πνευματικές αἰσθήσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐκεῖνες πού μᾶς ἀποκαλύπτουν τό βάθος τῆς πραγματικότητας, τῆς καθαυτήν πραγματικότητας, ὅπως τό λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «οὐ σκοποῦμε τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα· τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Πῶς μποροῦμε νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γιά παράδειγμα μᾶς λέει ὅτι «μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Πῶς μπορεῖ νά μᾶς διαφεύγει αὐτό πού πάντοτε λέει καί ψέλνει ἡ Ἐκκλησία μας «γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι Χριστός ὁ Κύριος» κ.ο.κ. Ἀπλῶς χρειάζεται νά στρέφουμε λίγο τή θέλησή μας πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ νά ἀγκυροβολοῦμε τήν καρδιά μας, ὥστε νά ἔχουμε αὐτήν τήν πνευματική ἐμπειρία: τήν ἄνθηση μέσα μας τῆς νοερῆς αἴσθησης πού θά μᾶς κάνει, ὅπως εἴπαμε, νά πατᾶμε καί μέ τά δύο πόδια, τό σωματικό καί τό πνευματικό, στή γῆ.
Καί πέραν τούτου: ἡ παρατήρηση τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου περί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνδύματος τῆς ἁγίας Βαρβάρας κατά τό μαρτύριο τῆς γύμνωσής της, μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά θυμηθοῦμε ὅτι τελικῶς ὄχι μόνον ἡ ἁγία Βαρβάρα κι οὔτε μόνον στό μαρτύριό της, ἀλλά σέ ὅλη της τή ζωή, ὅπως καί στή δική μας ζωή, ὑπάρχει τό ἔνδυμα, τό ἀληθινό καί πραγματικό, μέ τό ὁποῖο ὅλοι οἱ βαπτισμένοι εἴμαστε ἐνδεδυμένοι. Καί μιλᾶμε γιά τόν ἴδιο τόν Κύριό μας, ὁ Ὁποῖος Αὐτός ἀπό τήν ὥρα πού βαπτιστήκαμε μᾶς ἐνέδυσε μέ τόν Ἑαυτό Του καί περιμένει τή λαμπρότητα αὐτή τοῦ ἐνδύματός μας νά τήν κρατᾶμε καθαρή καί ἀνέγγιχτη. Διότι «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Κι ἄν τελικῶς ἔχει κάποια σημασία ἡ ἀναφορά στόν βίο τῆς ἁγίας Βαρβάρας, ἄν ἔχει κάποια σημασία ἡ ἀναφορά στούς ἁγίους μας εἶναι γιά νά περπατᾶμε μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο στόν κόσμο πού ἐπέτρεψε ὁ Χριστός μας νά βρεθοῦμε, ὥστε νά εἴμαστε μία ἄλλη μορφή καί παρουσία Ἐκείνου. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ζωή τῶν ἁγίων μας, ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, νά εἶναι καί ζωή δική μας.
(ε) Ἡ τιμωρία τοῦ πατέρα τῆς ἁγίας, Διοσκόρου.
Ἴσως δέν θά πρέπει νά ἀφήσουμε ἀσχολίαστο τό γεγονός τῆς ἄμεσης καί παραδειγματικῆς τιμωρίας τοῦ σκληρόκαρδου πατέρα τῆς ἁγίας. Εὐθύς ὡς ἀποτελειώνει τή θυγατέρα του, τελειώνει καί ὁ ἴδιος, μέ κεραυνό πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νά ἐπιπέσει πάνω του. (Κι ἐδῶ στηρίζεται τό γεγονός ὅτι τό Πυροβολικό τοῦ Στρατοῦ μας ἔχει τήν ἁγία ὡς προστάτιδα). Πρόκειται γιά ἐπέμβαση τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τά πάντα καί ἐπεμβαίνει διακριτικά, χωρίς κατάργηση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, στά πάντα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπανειλημμένως τό τόνισε: «Εἰ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» Κι ἀλλοῦ: «καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι, ἠριθμημέναι εἰσί». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θά τό πεῖ μέ τόν δικό του τρόπο: «Τά πάντα ἐξ αὐτοῦ καί δι’ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν ἔκτισται»· «τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε». Ὅλα πηγάζουν ἀπό τόν Θεό, στέκονται ἀπό Ἐκεῖνον, ἀναφέρονται ὡς τελική ἀναφορά σ’ Ἐκεῖνον. Λοιπόν, ὁ Θεός ἐπέτρεψε μέσα στήν ἄπειρη σοφία Του καί τίς ἀπροσδιόριστες βουλές Του, ὁ πατέρας τῆς ἁγίας νά ὑποστεῖ ἀμέσως τά ἐπίχειρα τῶν δαιμονικῶν ἐνεργειῶν του. Δέν συμβαίνει ἀσφαλῶς τό ἴδιο σέ ὅλους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού κινοῦνται παρομοίως ὡς ὄργανα τοῦ Πονηροῦ, καί ὅμως ὁ Θεός τούς ἀφήνει. Γιατί; Διότι προφανῶς βλέπει ὡς παντογνώστης ὅτι ἔχουν περιθώρια μετανοίας. Καί σ’ αὐτό στοχεύει. Γιατί εἶναι ὁ Πατέρας πού ἀγαπᾶ τούς πάντες καί θέλει ὅλοι νά βρεθοῦν σωσμένοι μέσα στήν ἀγκαλιά Του. «Ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Ὁπότε μέ τόν Διόσκορο φαίνεται ὅτι δέν ὑπῆρχε σ’ αὐτόν περιθώριο μετανοίας. Ἡ περαιτέρω ζωή του θά ἦταν μία αὔξηση τῶν κακιῶν του, μία ἐπιβεβαίωση τῆς ὑποταγῆς του στούς δαίμονες, γι’ αὐτό καί ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ κεραυνοπληκτισμοῦ νά μπεῖ ἕνα τέρμα στήν κακή πορεία του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Θεοῦ, ἡ παραχώρηση αὐτή θανάτου τοῦ Διόσκορου, συνιστᾶ καί πάλι μία ἔκφραση τῆς ἀγάπης Του: Νά μή συνεχίζει αὐτός νά ἁμαρτάνει. Δέν μᾶς θυμίζει ἡ ἐπισήμανση αὐτή τή θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε τόν θάνατο στούς πρωτοπλάστους – διότι δέν δημιουργήθηκαν γιά νά πεθάνουν – προκειμένου νά μή γίνει ἀθάνατο τό κακό; «Ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ὁπότε, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, σέ ὅλα: καί στό μαρτύριο τῆς ἁγίας, ἀλλά καί στό ἄσχημο τέλος τοῦ πατέρα της, ἐπισημαίνουμε καί διαγιγνώσκουμε τήν ἀνεξιχνίαστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι ἴσως τό τέλος τοῦ Διοσκόρου νά ἦταν μία ἀπάντηση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου στήν ἀγαπημένη του ἁγία Βαρβάρα: νά μή συνεχιστεῖ ἡ κακότητα τοῦ πατέρα της, τόν ὁποῖο ἐκείνη συνέχιζε νά ἀγαπᾶ. Καί γι’ αὐτό εἴμαστε βέβαιοι ὄχι μόνο γιά τή μεγαλωσύνη τῆς ἀγίας, ἀλλά γιά τό ὑπερμέγιστο τῆς ἁγιότητάς της: μαρτυρεῖ ἀπό ἀγάπη γιά τόν Κύριο, προσεύχεται γιά τούς διῶκτες της, περισσότερο πονάει ὅμως καί προσεύχεται γιά τόν πατέρα της. Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ πατέρας σου σέ πεθαίνει, τότε τό μαρτύριο διπλασιάζεται. Ὑποκλινόμαστε στή νεαρή κόρη Βαρβάρα. Τό μεγαλεῖο της πράγματι μᾶς ξεπερνᾶ. Τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά τήν δοξολογοῦμε καί νά τήν παρακαλοῦμε νά εὔχεται καί γιά ἐμᾶς τούς ταπεινούς καί ἀναξίους.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑ


«Ἡ ἁγία ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀντωνίνου καί τοῦ ἡγεμόνα Σαβίνου, στήν Τραϊανούπολη. Ὅταν θυσίαζε λοιπόν ὁ ἡγεμόνας στήν πόλη αὐτή, ἐκείνη, ἀφοῦ σχημάτισε στό μέτωπό της τόν τίμιο σταυρό, ἦλθε πρός τόν ἡγεμόνα λέγοντας ὅτι εἶναι χριστιανή καί δούλη τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας τή συμβούλευε νά θυσιάσει στούς θεούς του, ἡ ἴδια μπῆκε μέσα στόν εἰδωλολατρικό ναό, προσευχήθηκε καί ἔριψε κάτω στή γῆ τό ἄγαλμα τοῦ Δία καί τό συνέτριψε. Οἱ εἰδωλολάτρες πού βρίσκονταν στόν ναό ἄρχισαν νά τήν πετροβολοῦν, ἀλλά οἱ πέτρες δέν τήν ἔφταναν. Τότε τήν κρέμασαν ἀπό τά μαλλιά καί τήν ἔγδερναν, κι ὕστερα τήν ἔριξαν στή φυλακή μέ τή διαταγή νά μή τῆς δίνουν νερό γιά πολλές ἡμέρες. Στή φυλακή δέχτηκε τροφή ἀπό ἄγγελο Κυρίου καί δέν ἔπαθε κανένα κακό, μέ ἀποτέλεσμα νά μείνει ἔκθαμβος ὁ ἡγεμόνας καί οἱ δικοί του, ἰδίως ὅταν βρῆκαν - ἐνῶ ἦταν καλά ἀσφαλισμένη ἡ φυλακή – πιάτο καί ἄρτους καί γάλα καί νερό. Ἔτσι τήν ἔριξαν μέσα σέ καμίνι φωτιᾶς, τό ὁποῖο ὅμως σβήστηκε, γιατί ἔπεσε ἐξ οὐρανοῦ νερό, ὁπότε ἡ ἁγία ἐξῆλθε ἀβλαβής. Τά βασανιστήρια συνεχίστηκαν: τῆς ἔγδαραν τό κεφάλι μέχρι τό μέτωπο, ἔχοντας τά χέρια καί τά πόδια της δεμένα. Τήν ξανάβαλαν στή φυλακή, ἀφοῦ προηγουμένως ἔστρωσαν τό δάπεδο μέ σκληρά λιθάρια. Ἐκεῖ πάλι Ἄγγελος Κυρίου τήν ἔλυσε ἀπό τά δεσμά της καί τῆς θεράπευσε τό κεφάλι,  κάνοντας τόν δεσμοφύλακα νά μείνει ἔκπληκτος τόσο πού ἀμέσως ὁμολόγησε πίστη στόν Χριστό καί τοῦ κόψανε τό κεφάλι. Ἡ μάρτυς τότε ὁδηγήθηκε στόν ἡγεμόνα καί στή συνέχεια ρίχτηκε στά ἄγρια θηρία, ἀπό τά ὁποῖα ἕνα τήν ἄγγιξε τόσο, ὥστε νά μή φανεῖ οὔτε πληγή οὔτε κανένας μώλωπας, παρά μόνον μία δαγκωματιά. Ἔτσι παρέδωσε τό πνεῦμα στόν Θεό καί κατατέθηκε τό λείψανό της στήν Ἡράκλεια τῆς Θράκης».
Ἡ ἁγία Γλυκερία ἀνήκει στήν ὁμάδα τῶν μαρτύρων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζονται ἀπό σφοδρό πόθο γιά τόν Χριστό καί ἀπό γενναιότητα τέτοια πού ἐκπλήσσει κάθε ἀγγελικό καί ἀνθρώπινο νοῦ. Ἕνα ἀπό τά πολλά καί ἐξαίσια τροπάρια τῆς ἑορτῆς της μᾶς δίνει τό πνευματικό βάθος τοῦ μαρτυρίου της, πῶς ὁ Χριστός δηλαδή δέχτηκε τά μαρτύρια πού ὑπέστη καί τί Ἐκεῖνος τῆς παρέσχε ὡς ἀνταπόδομα.
«Τά αἵματα Χριστῷ ὥσπερ ἀρώματα, καί μύρα κομίσασα, ἀθληφόρε, εὐωδία προσηνέχθης αὐτῷ, πλημμυροῦσα τοῖς πᾶσι τά ἰάματα» (ὠδή γ΄). (Προσκομίζοντας τά αἵματα τοῦ μαρτυρίου σου στόν Χριστό σάν ἀρώματα καί μύρα, ἀθληφόρε, προσφέρθηκες σ’ Αὐτόν ὡς εὐωδία, πλημμυρίζοντας ὅλους τά ἰάματα).
Μυροφόρο θεωρεῖ τήν ἁγία ὁ ἅγιος ὑμνογράφος· ὄχι γιατί προσφέρει στόν Χριστό αἰσθητά ἀρώματα καί μύρα, ἀλλά γιατί προσφέρει τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό, πού εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο καί ἀξιοτίμητο ἐνώπιον Ἐκείνου. «Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου», ζητάει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν πιστό ἄνθρωπο, ὅπως κι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος  ἔζησε τήν ἀπόλυτη πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα, δίνοντας τή ζωή Του χάριν τῆς ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπο πάνω στόν Σταυρό. «Ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ». Γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ ἁγία ὡς εὐωδία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί βρέθηκε ἀπολύτως συντονισμένη μέ τή ζωή τοῦ Κυρίου της, ὅπως ἀντιστοίχως δυστυχῶς ὡς δυσωδία καί βρῶμα εἴμαστε ἐνώπιόν Του ὅταν βρισκόμαστε στόν δρόμο τῆς ἀνυπακοῆς μας πρός Αὐτόν. «Ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς παράνομος». Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί τῆς δόθηκαν ἀπό τόν Κύριο τά χαρίσματα τῶν ἰάσεων γιά κάθε ἄνθρωπο πού προστρέχει ἐν πίστει πρός αὐτήν, καί μάλιστα σέ βαθμό «πλημμύρας». «Πλημμυρεῖ τοῖς πᾶσι τά ἰάματα». Σάν τόν ἴδιο τόν Θεό μας, ὁ Ὁποῖος «οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσι τό Πνεῦμα» Του.
Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος ὑμνογράφος Γεώργιος ἐπιμελῶς διά πολλῶν ὕμνων ἐπιχειρεῖ νά ἑρμηνεύσει τή βραχώδη σταθερότητα τῆς μάρτυρος: τή βοηθοῦσε ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ (ὠδή α΄)· εἶχε ὀχυρωμένο τόν νοῦ της μέ τήν ἐλπίδα στόν Θεό, πού τήν ἔκανε νά προσβλέπει μόνο στά νοούμενα καί νά περιφρονεῖ τά γεώδη καί ρέοντα (κάθισμα ὄρθρου)· εἶχε σταθερά προσηλωμένο τό βλέμμα μόνον πρός τον Χριστό πού κήρυττε (ὠδή δ΄)· εἶχε ὑπερνικήσει τά πάθη της καί τούς ἀόρατους δαίμονες μέ τούς ἀσκητικούς της ἀγῶνες(ὠδή δ΄). Μία εἰκόνα ὅμως ἀπό τήν ὠδή ε΄ νομίζουμε ὅτι ξεπερνᾶ σέ σύλληψη ὅλες τίς ἄλλες: «Δέχτηκες στή γαστέρα τῆς διάνοιάς σου τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἔτεκες τό πνεῦμα τῆς σωτήριας ὁμολογίας καί τοῦ μαρτυρίου». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δηλαδή δεχθεῖ στόν νοῦ καί τή διάνοιά του τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, εἶναι σάν νά κυοφορεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα του, πού σημαίνει ὅτι θά ἔλθει ἡ ὥρα νά γεννήσει, νά φανερώσει δηλαδή τήν πίστη του στόν Χριστό καί νά φτάσει καί στήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου τῆς ζωῆς του. Κανείς μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ νά γίνει μάρτυρας, ἄν προηγουμένως δέν ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά κάτι τέτοιο, ἄν προηγουμένως δέν ἔχει στήν ὕπαρξή του αἰσθητή τή χάρη τοῦ Θεοῦ. «Ἡμῖν ἐδόθη», πού λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν».