Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ


 
Η χαρά της πόλης των Αθηνών, κατά τον υμνογράφο της αγίας Φιλοθέης, δεν οφείλεται μόνον στην ύπαρξη των λειψάνων της σ' αυτήν. Η πόλη χαίρεται – και μαζί της κάθε πόλη και χώρα -  και για το γεγονός ότι η αγία υπήρξε μία ζωντανή και αληθινή φανέρωση, όσο ζούσε, του ίδιου του Θεού. Διότι φανέρωνε την αγάπη Εκείνου – «ο Θεός αγάπη εστί» - σε βαθμό που υπήρξε μία δεύτερη ακένωτη πηγή της κεφαλαιώδους αυτής αρετής. Η οσιομάρτυς δηλαδή όχι μόνον είχε συμπάθεια προς τον συνάνθρωπο, αλλά είχε την αγάπη του Χριστού, η οποία φθάνει σε σημείο θυσίας για χάρη του συνανθρώπου, ακόμη και του θεωρούμενου εχθρού. Κι αυτή η αγάπη του Χριστού, επειδή ακριβώς λειτουργεί στην καρδιά του αληθινού πιστού, δεν τελειώνει ποτέ. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις, στενοχωρία, κίνδυνος, μάχαιρα; Ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού». Το ίδιο λοιπόν επισημαίνουμε και στην αγία Φιλοθέη. «Φάνηκες ατέλειωτη πηγή αγάπης» («αγάπης ώφθης πηγή ακένωτος»). Κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι μία τέτοια αγάπη δεν μπορεί να έχει χαρακτήρα θεωρητικό. Εκφράζεται πάντοτε έμπρακτα, ως προσφορά στον συνάνθρωπο. «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Άλλωστε μία αγάπη που δεν παίρνει συγκεκριμένη μορφή, σταματά να είναι αγάπη. Γίνεται ένα ιδεολόγημα, που εξυπηρετεί μάλλον άλλες σκοπιμότητες. Η αγία Φιλοθέη λοιπόν υπήρξε ένα υπόμνημα αυτής της έμπρακτης αγάπης. Κατά το συναξάρι και κατά τον υμνογράφο συνεπώς, «πρέπει να χαίρεται, γιατί σκόρπισε όλον τον επίγειο πλούτο της για να περιθάλψει τον κάθε αναγκεμένο, κατεξοχήν δε των νέων γυναικών». «Χαίρε, πανέντιμε. Συ γαρ τον επίγειον πλούτον σκορπίσασα, περί σαυτήν δε συνάξασα παρθένων πλήθη, αγάπης ώφθης πηγή ακένωτος». «Συ, οσία, μοίρασες τον ρευστό πλούτο σου στους αναγκεμένους» («Συ τον πλούτον ένειμας, οσία, τον σον δεομένοις, τον ρευστόν»).

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΜΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ


 
Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ


 
Ο όσιος Μαρτινιανός έμαθε από την πείρα των πειρασμών που υπέστη ότι η πονηρία του Πονηρού δεν έχει όρια. Τα πάντα εφευρίσκει, πάντα βεβαίως με την παραχώρηση του Κυρίου – μη ξεχνάμε ότι ο διάβολος δεν είναι ανεξέλεγκτος, αλλ’ υπόκειται και αυτός στο θέλημα του Θεού: τον αφήνει να δρα, όσο διευκολύνει την παιδαγωγία του ανθρώπου – προκειμένου να πειράξει τον δούλο του Θεού. Κι όταν αντιμετωπίζει από το «πουθενά» νέο πειρασμό στο πρόσωπο μιας ναυαγισμένης κόρης, σηκώνεται και φεύγει, για να αποφασίσει εσαεί να είναι περιπλανώμενος. Πόσο προσγειωμένος πράγματι είναι! Τι εμπιστοσύνη να δείξει στον εαυτό του, όταν βλέπει ότι ακόμη βρίσκεται στον κόσμο τούτο; Όπως το έλεγε και ο Γέροντας των Αθηνών μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «το θέμα σαρξ τελειώνει με το θέμα πλαξ», δηλαδή όσο η πλάκα του τάφου δεν μας έχει κλείσει, δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τη σάρκα του, το ίδιο βλέπουμε στον όσιο Μαρτινιανό και σε κάθε άλλο βεβαίως άγιο. Κι ο υμνογράφος μας γι’ αυτό, δεν τονίζει μόνο τον αγώνα του απέναντι στην πρώτη γυναίκα, αλλά απέναντι και στη δεύτερη. Και τι ωραία τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ιωνά: όπως εκείνος ρίχτηκε στη θάλασσα για να ησυχάσει αυτή, και θαλάσσιο κήτος τον έβγαλε στην ξηρά, έτσι και ο όσιος Μαρτινιανός, ρίχτηκε στη θάλασσα να ξεφύγει νέο πειρασμό, βγαίνοντας στην ξηρά πάνω κι αυτός σε θαλάσσια κήτη: τα νώτα των δελφινιών. «Κυβερνώμενος, Πάτερ, από το θεϊκό χέρι, σαν τον Ιωνά έριξες τον εαυτό σου στον βυθό της θάλασσας, όσιε, έχοντας ως όχημα τα θηρία και βγαίνοντας φωτισμένος στην ξηρά» («Υπό της θείας κυβερνώμενος, Πάτερ, χειρός, ώσπερ Ιωνάς απέρριψας σεαυτόν εις βυθόν θαλάσσης, όσιε, θηρσίν οχούμενος και τη χέρσω λαμπρός εκδιδόμενος») (ωδή ζ΄ ).

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ "... δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ..." από τον ομ. καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μηνά Αλ. Αλεξιάδη

 

(Παρουσίαση του βιβλίου "... δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ...", Ἱστορίες καινές καί παλαιές μέ φόντο τό πετραχήλι, από τον ομότιμο καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μηνά Αλ. Αλεξιάδη, στο πλαίσιο της "Ενορίας εν δράσει" του ιερού ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, με συμπαρουσιαστές τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου κ. Ναθαναήλ και τον καθηγούμενο της Ι. Μονής Αγίου Γεωργίου Βασσών Καρπάθου Αρχιμ. π. Καλλίνικο Μαυρολέοντα, τη Δευτέρα 23η Οκτωβρίου 2017).
Ευχαριστώ θερμά τον Πρωτοπρεσβύτερο συγγραφέα Γεώργιο Δορμπαράκη για την πρόσκλησή του να σας μιλήσω απόψε για ένα βιβλίο με πολλά μηνύματα.
Ο Αιδεσιμολογιότατος Γεώργιος Δορμπαράκης είναι διαπρεπής κληρικός και ιδιαίτερα συγκροτημένος επιστήμων. Απόφοιτος, ως Πειραιώτης, της Ιωνιδείου Προτύπου Σχολής, σπούδασε στη Θεολογική και τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκανε διετείς μεταπτυχιακές σπουδές στον Τομέα της Πατρολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έλαβε μέρος σε πολλά Επιστημονικά Συνέδρια και Ειδικά Σεμινάρια. Συνέγραψε πολλά βιβλία θεολογικού και πνευματικού περιεχομένου. Δημοσίευσε επίσης πλήθος άρθρων σε περιοδικά και εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές.
«...δι' εμού του αμαρτωλού: Ιστορίες καινές και παλαιές, με φόντο το πετραχήλι...» είναι ο τίτλος του παρουσιαζομένου βιβλίου του, ενώ ο ίδιος αποτελεί τον πνευματικό τροφοδότη του προσωπικού του ιστοτόπου «Ακολουθείν», «Του Ζωντανού Iστολογίου», με τον ευρηματικό τίτλο «Από την Εικονική Πραγματικότητα στην Πραγματική Εικονικότητα», της «με … επίγνωση συν…οδοιπορίας», του «Διακονήματος» και αρκετών άλλων ιστοτόπων.
Το βιβλίο αυτό κυκλοφορήθηκε τον Μάιο του 2017 από τις εκδόσεις «Ακολουθείν» και είναι  αφιερωμένο στον Αρχιμανδρίτη Καλλίνικο Μαυρολέοντα, Ηγούμενο της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Γεωργίου Βασσών Καρπάθου, «σπουδαίο τέκνο της ακριτικής και ηρωικής νήσου Καρπάθου και γνήσιο φίλο των αγίων της Εκκλησίας», όπως «καρδιακά» τον χαρακτηρίζει στην αφιερωματική προς εκείνον σελίδα ο συγγραφέας.
Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ανθολογία εξομολογητικών καταθέσεων, προσωπικών εμπειριών του ιδίου, με στόχο τη χριστιανική διδαχή και σκοπό τη διακονία στο όνομα του Υψίστου. Ο ίδιος στον πρόλογό του τις περιγράφει ως «αληθινές ιστορίες, οι οποίες διαδραματίστηκαν είτε στα παλαιά χρόνια είτε στα νεώτερα, της εποχής μας, άλλες σε σχέση με εμάς άλλες σε σχέση με άλλους αδελφούς… με απώτερο σκοπό να υπάρξει ωφέλεια».
Ο τίτλος «…δι’ εμού του αμαρτωλού» είναι δανεισμένος από την καταληκτική φράση της συγχωρητικής ευχής που διαβάζει ο ιερέας στο τέλος της ακολουθίας του μυστηρίου της μετανοίας. Και το μυστήριο αυτό υπαινίσσεται και η φράση του υπότιτλου «με φόντο το πετραχήλι», καθώς αποτελεί το πλαίσιο και το σημείο αναφοράς των περισσοτέρων ιστοριών. «Αληθινές ιστορίες με μυθοπλαστική διάθεση» ή, όπως τις χαρακτήρισε σε άλλο, παρόμοιο βιβλίο του συγγραφέα ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Προικοννήσου κ. Ιωσήφ (Χαρκιολάκης) (σελ 13): «Ιστορίες αρχαίες αλλά και σύγχρονες. Σημερινές. Διαχρονικές. Δικές μας! Αληθινές πέρα για πέρα.! Και μαστορικά καταστρωμένες σαν παραμύθι. Δηλαδή παραμυθία. Τουτέστιν, παρηγοριά! Ένα φως που λαμπρύνει, θερμαίνει, ζωογονεί και καίει…»
Κι ενώ ο συγγραφέας, αιδεσιμολογιότατος Γεώργιος απευθύνεται σε όλους, το κοινό, θα έλεγα, είναι κάπως συγκεκριμένο, με την έννοια ότι είναι ορθόδοξο, ένα κοινό αφιερωμένο στον Ιησού Χριστό, μυημένο στα χριστιανικά μυστήρια και πρόθυμο να διακονήσει μέσω της Εκκλησίας και της Θείας Κοινωνίας, τη χάρη του Θεού.
 Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «Ιστορίες καινές», ενώ το δεύτερο «Ιστορίες παλαιές».
Οι «Ιστορίες καινές» συνθέτουν το μεγαλύτερο μέρους του βιβλίου, καθώς καταλαμβάνουν περίπου 200 σελίδες, ενώ το υπόλοιπο 50 σελίδες. Πρόκειται για 25 αυτοτελείς αληθινές εξομολογήσεις (πρώτο μέρος) πλαισιωμένες με μυθοπλαστικά στοιχεία, καθεμιά από τις οποίες φέρει τον δικό της τίτλο, σαν να ήταν διαφορετικά επεισόδια τηλεοπτικής σειράς.
Βέβαια, είναι πολύ δύσκολο σε μια παρουσίαση να αναφερθώ σε όλες τις συγκεκριμένες ιστορίες. Εξ άλλου, σκοπός μου είναι να σας δώσω το ερέθισμα για να διαβάσετε μόνοι σας τις διηγήσεις αυτές, για να τις βιώσει ο καθένας ή η καθεμιά με τον δικό του/της προσωπικό τρόπο. Για τον λόγο αυτόν η παρουσίασή μου θα περιοριστεί σε ορισμένες επιλογές, όσο κι αν η κάθε επιλογή έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Άλλωστε, η προσωπική ανάγνωση είναι έργο που συντελείται στον νου κάθε αναγνώστη ή αναγνώστριας και είναι εκείνη που έχει και φέρει τη μεγαλύτερη, αν όχι τη μοναδική, αξία. Ενέχει και η αναγνωστική διαδικασία το στοιχείο της προσωπικής ελευθερίας, όπως η ίδια η εξομολόγηση, για την οποία ο πατήρ Γεώργιος υπογραμμίζει εμφατικά ότι «είναι το μυστήριο της Εκκλησίας που προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου» (σ. 18).
Από κάθε κείμενο αναβλύζει ένα μήνυμα, θεάρεστο, φιλάνθρωπο, σωτήριο, και όλα τα μηνύματα μαζί λειτουργούν ως συνισταμένες, ως παράδρομοι, με συνιστώσα και κυρίαρχη οδό «την οδό του Κυρίου την στενήν και τεθλιμμένην, που άγει στη ζωή» (σ.14).
Στον «Πολυσέλιδο» (σ. 43), έναν άνθρωπο που γεννούσε μεγάλο σεβασμό ως αγωνιστής που πάλευε με την πίστη και επιζητούσε να βρίσκεται πάνω στο θέλημα του Κυρίου, συνειδητοποιούμε ότι η «εξομολόγηση, ως μυστήριο της μετανοίας, προϋποθέτει τη μετάνοια ως συναίσθηση των αμαρτιών … και την στροφή στον Χριστό με ανδρεία και αγάπη». Τα πολλά λόγια, με τα οποία προσπαθούμε να περιγράψουμε ή να αιτιολογήσουμε τα κρίματά μας, μας απομακρύνουν από τον θείο προορισμό μας. «Δεν χρειάζονται πολλά λόγια στην εξομολόγηση… τα πολλά λόγια περικλείουν έναν καλυμμένο εγωισμό, γιατί κρύβουν από πίσω μια διάθεση δικαιολόγησης των πονηριών μας και των παθών που μας ταλαιπωρούν…. Σε τρία λεπτά μπορεί να πεις κανείς τις αμαρτίες όλου του κόσμου», είχε πει ένας σοφός. Η πολύλογη ανάλυση μοιάζει με παγίδευμα του Πονηρού στη διαρκή ενασχόληση με τις αμαρτίες.
Και η εξομολόγηση είναι καθήκον και υποχρέωση όλων προς τον εαυτό μας, ακόμα και εκείνων που υπηρετούν τον Θεό στον ιερό τόπο του Αγίου Όρους. Στην ιστορία «Σαν την εποχή των αγίων Πατέρων…» ένας Γέροντας του ιερού βουνού προσέρχεται στον ιερέα του ναού για να λάβει την ευχή της εξομολόγησης με μόνο επιχείρημα ότι «Όλοι μας, από τον πιο μικρό έως τον πιο μεγάλο αμαρτάνουμε, είτε με λόγια είτε με τα έργα είτε και με τους λογισμούς μας… αναμάρτητος είναι μόνον ο Κύριός μας» (σ.55). Η εξομολόγηση είναι ανάγκη που τη νιώθεις έσωθεν, που αναβλύζει από την ψυχή και ζητά ικανοποίηση. Πολύ περισσότερο όταν πλησιάζει ο θάνατος και ετοιμάζεται να κρούσει τη θύρα της προσωπικής μας ζωής.
Η ιστορία με «Το… κεράκι» αποδεικνύει την απειρία της αγάπης του Χριστού. Γιατί το ελάχιστο καλό που κάνουμε «το παίρνει ο Κύριος και το πολλαπλασιάζει με τρόπο που το κάνει να μοιάζει ατίμητο». Σαν τον λόγο του Αγίου Προρφυρίου «στα μηδενικά της ζωής μας ο Κύριος, όταν δει το παραμικρό θετικό, βάζει μπροστά του το ένα και τα κάνει τεράστια και αξιοτίμητα» (σ.62).
Πάμε στην εξομολόγηση με τίτλο «Την … έκαψε την επιστολή». Πρόκειται για μια επιστολή του Αποστόλου Παύλου, στην οποία περιγράφεται η θέση του για τη γυναίκα, ότι δεν πρέπει να μιλάει στην Εκκλησία, να ρωτάει ό,τι θέλει τον άνδρα της στο σπίτι, να έχει ακόμα καλυμμένο το κεφάλι της, λόγια που κάνουν έναν πιστό της εποχής μας να παραξενεύεται και να απορεί πώς είναι δυνατόν να επιβιώσει μια τέτοια θέση στις μέρες μας και μάλιστα θέση που δείχνει φανερά υποτίμηση στις γυναίκες και δεν ταιριάζει με τον λόγο του θεού. Στο σημείο αυτό θυμίζει τη γνωστή δημοσιογραφική τακτική, κατά την οποία ένας λόγος αποσπάται αυθαίρετα από το πλαίσιο στο οποίο λέγεται, απομονώνεται και παρερμηνεύεται. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου αποκτά νόημα και περιεχόμενο μόνο όταν εκληφθεί στο περιβάλλον στο οποίο ειπώθηκε: «είχε αναφανεί συγκεκριμένο πρόβλημα στην Κόρινθο…. Μέσα στην Εκκλησία παρουσιάστηκε κίνημα των γυναικών, που τινάζοντας ξέπλεκα τα μαλλιά τους (ξετσίπωτες, θα λέγαμε σήμερα) ζητούσαν με φίλαρχο τρόπο να υποτάξουν τους πάντες. Να είναι αυτές κεφαλές όλων. Καταλύονταν έτσι η ιεραρχημένη δομή της Εκκλησίας. Αλλοιωνόταν η διδασκαλία της». Επομένως, ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είχε σκοπό να συνετίσει τις γυναίκες, «να κατανοήσουν ότι υπερέβησαν τα όρια, ότι ξεφεύγουν από την πίστη, ότι κινούνται με κοσμικά και όχι χριστιανικά κριτήρια». Πρόκειται για το γνωστό και διαχρονικό ζήτημα της ανθρώπινης αλαζονείας, που, όπως όλοι γνωρίζουμε, ευθύνεται για πολλά κακά που βιώνουμε στις μέρες μας, για κάθε μορφής πόλεμο.
«Όχι ο …άγιος πρώτα», είναι μια άλλη εξομολόγηση με πολύ σπουδαίο μήνυμα για τη ζωή του ανθρώπου. Μια γυναίκα παραμέλησε τα καθήκοντα προς την οικογένεια, για να φροντίσει την καθαριότητα του εν κόσμω οίκου του Θεού, μιας εκκλησίας. Άφησε νηστικά τα παιδιά της και τον άνδρα της και τους έβαλε σε πειρασμό να φερθούν με αγανάκτηση εις βάρος της και να της απευθύνουν ένα σοβαρό κατηγορητήριο. Αλλά τα πράγματα ήταν πιο απλά, δεν χρειαζόταν να αναστατωθεί κανένας, «διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και την υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας». Όπως είπε και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος «αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας». «Όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ’ Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας». Για αποκατάσταση της προσωπική μας ηρεμίας αρκεί η μετάνοια και η αίτηση συγνώμης, που θα είναι «το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία» (σ.92).
Διαχρονικά είναι τα μηνύματα και της εξομολόγησης με τίτλο «Επίσκεψη πολλαπλώς… ωφέλιμη» (σ.101).
        Αυτός ο κόσμος θέλει τον Χριστό, αλλά πολλές φορές παρουσιάζεται στην καθημερινότητα ως αρνητής του.
        Η εξομολόγηση έχει αξία όταν υπάρχει μετάνοια και μετάνοια υπάρχει μόνο όταν συνοδεύεται από απόφαση αλλαγής και διόρθωσης.
        Δεν πρέπει να σπεύδουμε να βγάζουμε καταδικαστικές αποφάσεις. Πολλά πράγματα φαίνονται αρνητικά, πολλά τα ελλείματα, αλλά ο αληθινός κριτής είναι μόνο ο Θεός μας.
        Εξομολόγηση σημαίνει έκφραση, εξωτερίκευση και αποκάλυψη των δικών αμαρτημάτων, όχι έκθεση των σφαλμάτων των συνανθρώπων μας με τους οποίους αντιδικούμε.
Ο πατήρ Γεώργιος Δορμπαράκης θίγει και ένα άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα που έχει γίνει φαινόμενο στις μέρες μας. Πρόκειται για την επαγγελματοποίηση της ιεροσύνης, την εκμετάλλευση της θρησκείας για την έξοδο από τη δυστυχία της ανεργίας (Βλ. σελ 128-129). Μια διάθεση που μαρτυρεί την «ανεπίγνωστη πορεία» του σημερινού ανθρώπου, την άγνοια και την επιπολαιότητά του, που διακυβεύει ακόμα και την πίστη του.
Στη συνέχεια θίγεται ένα άλλο φαινόμενο στη σημερινή εποχή, που αποτελεί και οξύ κοινωνικό θέμα, την αύξηση των διαζυγίων, κυρίως αυτών για ασήμαντους λόγους. Και είναι ασήμαντοι όταν, προκειμένου να ελέγξει μια τέτοια απόφαση κάποιος, είναι αρκετό να αναλογιστεί τα αρνητικά και θετικά του συντρόφου του και της οικογένειάς του, να προβεί σε μια αξιολογική απαρίθμηση. Γιατί μπορεί ο έρωτας να είναι σαν την μπαταρία, να έχει δηλαδή ημερομηνία λήξεως, αλλά η αγάπη και το ενδιαφέρον είναι αυτά που στηρίζουν τη σχέση. «Κανονικά, η σχέση του ζευγαριού πρέπει να είναι το αντικείμενο της καθημερινής φροντίδας κάθε μέλους… γιατί η σχέση δεν είναι απλώς μια συνύπαρξη. Αποτελεί μυστήριο που εικονίζει τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία» (σ.162-3).
Και παρακάτω, στην ιστορία με τίτλο «Ο αυστηρός νεαρός παπάς», ο πατήρ Γεώργιος Δορμπαράκης, με πλήρη επίγνωση του ιερατικού του χρέους αναστοχάζεται την ευθύνη των εν κόσμω υπηρετών του Κυρίου. Τονίζει την ανάγκη που έχουν και οι ίδιοι να τους φωτίζει ο Κύριος για το υψηλό χρέος που έχουν αναλάβει. Και συνδέεται με την ιστορία «Επίσκεψη πολλαπλώς… ωφέλιμη», όπου γίνεται λόγος για την ευθύνη των κληρικών στο θέμα της άγνοιας που έχουν οι χριστιανοί τόσο σε θέματα πίστεως όσο και σε θέματα πρακτικά, πλην όμως σωτήρια. Ερωτήματα που πρέπει να ταλανίζουν κάθε συνειδητοποιημένο ιερωμένο, με επίγνωση του χρέους του απέναντι στο ποίμνιό του. (σ. 107): «Τους λέμε πώς γίνεται η σωστή εξομολόγηση; Τους καθοδηγούμε…; Τους εξηγήσαμε τι σπουδαίο πράγμα είναι το άνοιγμα της ψυχής του ανθρώπου σε έναν συνάνθρωπο, ο οποίος μάλιστα έχει τη δοσμένη από το Κύριο εξουσία του «αφιέναι αμαρτίας»;». Θέματα σημαντικά που χρήζουν ιδιαίτερη συζήτηση σε ιδιαίτερη ιερατική σύναξη και όχι μόνο μια φορά.
Και κάπως έτσι τελειώνουν οι «καινές ιστορίες». Ακολουθούν οι «παλαιές ιστορίες», με πρώτη την αναφορά στις ανθρώπινες αδυναμίες που επιλέγουν να υπηρετήσουν τον ύψιστο με μοναστική ζωή. Την πάλη με τους σαρκικούς πειρασμούς, όταν έρχονται με ποικίλες αφορμές και μορφές, σαν επαπειλούμενη σπάθη, σαν «ξίφος που χτυπά κατάστηθα» (σ.224).
Για να προτείνει στη επόμενη ιστορία, «Οι βλασφημίες του καλόγερου!», την μία και μοναδική λύση, την περιφρόνηση των πειρασμών. Τη θεώρηση των αμαρτημάτων και των κακών λογισμών ως ενέργειες του κακού δαίμονα, του δαίμονα της βλασφημίας που «υπάρχει κι επιτίθεται σε κάθε άνθρωπο του θεού που θέλει να βαδίζει σωστά σύμφωνα με το άγιο θέλημα Εκείνου» (σ.238). Τη σκέψη ότι ο «καρδιογνώστης Κύριος γνωρίζει καλά ότι δεν είναι δικά μας αυτού του είδους τα λόγια και οι σκέψεις, αλλά των εχθρών μας, των πονηρών δαιμόνων. … Η μόνη στάση η πλήρης περιφρόνηση. Να μη του δίνει κανείς απολύτως καμία σημασία».
Και τελειώνει το δεύτερο μέρος με την «Αληθινή εξομολόγηση», την εξομολόγηση ενός πρώην ληστή που πήγε να γίνει μοναχός, ενός ανθρώπου με απόλυτο το αίσθημα της μετάνοιας που δεν δίστασε να εξομολογηθεί τα κρίματά του εμπρός σε όλους ένα - ένα χωριστά. Και χάρη στην εξομολόγηση πέτυχε την άφεση των αμαρτιών του.
Κάπου εδώ τελειώνει αυτό το βιβλίο, το ανθολόγιο ανθρώπινων ιστοριών που προσπαθούν να οδεύσουν προς τον Κύριο και αγωνίζονται τον δικό τους προσωπικό αγώνα, ακόμα και με δράμα ψυχής.
Δεν βρίσκω άλλα λόγια πιο εύστοχα και κατάλληλα για τον επίλογο της παρουσίασης ενός τέτοιου βιβλίου από τον επίλογο του προλόγου του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος μιλώντας σε πληθυντικό και απευθυνόμενος σε πληθυντικό τονίζει τον μονόδρομο της σωτηρίας: (σελ.13) «...Ευχή μας, η όποια ιστορία να μας ωθήσει -είτε με τον ένα είτε με τον άλλον τρόπο που βλέπουμε να κάνει και η Εκκλησία μας- προς την οδό του Κυρίου "την στενήν και τεθλιμμένην", η οποία όμως άγει στη ζωή: είτε δηλαδή με τη μίμηση των καλών και ενάρετων προτύπων που αναφέρονται σε πολλές ιστορίες, είτε με την απομάκρυνση από τα αρνητικά στοιχεία των κακών προτύπων που και αυτά περιγράφονται σ' αυτές».
Θα ήθελα να μου επιτραπεί να κλείσω με τρία επιμύθια. Το πρώτο που σχετίζεται με την ανθρώπινη αδυναμία των σχολίων και των κατακρίσεων για τους συνανθρώπους μας, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Και αναφέρομαι στον λόγο αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων, που έλεγαν: «Οι μεγάλοι άνθρωποι σχολιάζουν ιδέες, οι συνήθεις γεγονότα, οι ασήμαντοι τους άλλους». Κι όταν αναφέρονται οι μεγάλοι Φιλόσοφοι της Αρχαιότητας στους μεγάλους ανθρώπους, δεν εννοούν βέβαια τους πνευματικά κορυφαίους ή αυτούς που έχουν υψηλά αξιώματα. Εννοούν τους ανθρώπους που έχουν  μεγάλη ψυχική γαλήνη, καρδιά και ταπείνωση. Γιατί για να είσαι μεγάλος, δεν χρειάζεται να έχεις μόνο περγαμηνές. Αρκεί να έχεις μεγάλη ψυχή, στο να αγκαλιάζεις όλους τους ανθρώπους, με βάση τα χριστιανικά διδάγματα, για τα οποία το βιβλίο του πατρός Γεωργίου Δορμπαράκη δίνει εντυπωσιακά μηνύματα. Γι’ αυτό τον συγχαίρω από καρδιάς, έχει, νομίζω, τον καθολικό έπαινο για τη συγγραφική του δράση και τη συγκροτημένη προσωπικότητά του.
Το δεύτερο επιμύθιο αναφέρεται στους συνομιλητές μου. Τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Κώου και Νισύρου κύριο Ναθαναήλ, που λαμπρύνει με όλη τη δράση του τη Μητρόπολή του, πετράδι χρυσό της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, άριστο μεταπτυχιακό φοιτητή μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υποψήφιο διδάκτορά μου στο Τμήμα Φιλολογίας, και τον Πανοσιολογιότατο Αρχιμανδρίτη Καλλίνικο, που «αναπτύσσει πολυποίκιλη και ζηλευτή δραστηριότητα στην κοινωνία της Καρπάθου και έξω από αυτή, όπως είπα παλαιότερα και το έχω γράψει στο περιοδικό «Δωδεκάνησος». Γι’ αυτό δικαίως ο πατήρ Γεώργιος Δορμπαράκης του αφιέρωσε το τελευταίο βιβλίο του.
Και το τρίτο επιμύθιο σχετίζεται με την  εξαιρετικά σημαντική, πολυεπίπεδη δραστηριότητα των κληρικών της Ενορίας του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιά. Τους συγχαίρω όλους θερμά και τους εύχομαι καλή δύναμη, για να συνεχίζουν.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ


 
Ο υμνογράφος του αγίου Θεοδώρου Νικόλαος προβάλλει την ομορφιά του και το παράστημά του: ο άγιος Θεόδωρος ήταν «ωραίος νέος, με σπάνια ομορφιά, διακρινόμενος για το κάλλος της ψυχής και του σώματος». Αλλά η ομορφιά του ανθρώπου, κατά τον υμνογράφο, κάτι που βλέπουμε στους αγίους μας σαν τον σημερινό, έγκειται κατεξοχήν στην ομορφιά της ψυχής. «Η ομορφιά των αρετών τον έκανε ωραίο, κυρίως όμως στολιζόταν από τα στίγματα των μαρτύρων». («Νεανίας ωραίος, πανευπρεπής δέδειξαι, κάλλει καταλλήλως εμπρέπων, ψυχής και σώματος, ωραϊζόμενος των αρετών ευμορφία, και μαρτύρων στίγματι καλλωπιζόμενος» (ωδή γ΄). Πράγματι, για την πίστη μας, η ομορφιά του σώματος είναι ένα αγαθό, το οποίο όμως επειδή είναι φθαρτό δεν έχει πρωτεύουσα σημασία. Έρχονται τα γηρατειά κι αυτό που αποτελεί συνήθως καύχημα για τον έχοντα το αγαθό τούτο, εξαφανίζεται. Χωρίς να λάβουμε υπόψη πιθανούς τραυματισμούς, αρρώστιες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο, ή και τον αφανίζοντα τα πάντα θάνατο. Η αληθινή ομορφιά έγκειται, όπως λέει για τον άγιο ο υμνογράφος, στην απόκτηση των αρετών. Όταν η ανθρώπινη ψυχή ντύνεται τις αρετές, όταν η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τότε και ο πιο άσχημος εξωτερικά θεωρούμενος άνθρωπος αποκτά μία γλυκύτητα και μία «επιφάνεια» που γοητεύει και μαγνητίζει τους πάντες. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» ακούμε να λέει επ’ αυτού ο λόγος του Θεού. Στον άγιο Θεόδωρο βεβαίως συνυπήρχαν και τα δύο στοιχεία: και το κάλλος του σώματος και το κάλλος της ψυχής. Για τον άγιο όμως η προτεραιότητα ήταν δεδομένη: το κάλλος της ψυχής. Και μάλιστα όχι μόνο με τις αρετές, αλλά κυρίως με τα βάσανα που υπέστη. Κι αυτό διότι προφανώς τον έβαζαν στα χνάρια του κατ’ εξοχήν «ωραίου κάλλει παρά πάντας ανθρώπους» Ιησού Χριστού.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ


 
Θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαιτέρως αυτό που με σοφό τρόπο εξαγγέλλει ο ιερός υμνογράφος: ότι η εν αγάπη προς τον Κύριο σκληρή άσκηση του οσίου Λουκά ήταν για να παραμένει στις εντολές του Κυρίου, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Διότι αν η όλη ασκητική διαγωγή του χριστιανού δεν κατατείνει προς αυτόν τον σκοπό, την αγάπη δηλαδή, δεν έχει νόημα. Διαστρέφεται και γίνεται φαρισαϊκή ηθική, ευσεβισμός, καύχηση για αρετές χωρίς νόημα, σκλήρυνση της καρδιάς. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος έχει αρετές, όχι όμως Θεό. Λείπει η ταπείνωση ως οριστικό άφημα του εαυτού στον Χριστό. «Πέρασες τη ζωή σου με σωφροσύνη και με καλό τρόπο, φιλοξενώντας αδιάκοπα και ελεώντας τον συνάνθρωπό σου πλούσια και άφθονα» («Σωφρόνως διήνυσας σου τον βίον και καλώς, φιλοξενών εκάστοτε, ελεών τε πλουσίως και δαψιλώς») (ωδή ς΄). Είναι ευνόητο λοιπόν για τον άγιο υμνογράφο Ιωσήφ να συμπεράνει ότι αυτή η απλότητα και η ταπείνωση και η αγάπη και η πραότητα του οσίου Λουκά τον έχουν κατατάξει στη βασιλεία του Θεού, μαζί με τους αγίους και δικαίους Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ. «Έδειξες, πάτερ, αληθινά απλό και απονήρευτο και ταπεινό, γεμάτο από έλεος προς τους φτωχούς, και φιλόξενο και φιλέρημο, ήσυχο και πράο ήθος. Γι’ αυτό και κατατάχτηκες με τον Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ» («Απλούν το ήθος και απονήρευτον, και ταπεινόν, ελέους τε μεστόν προς τους πένητας, και φιλόξενόν τε και φιλέρημον, ήσυχον πράον όντως, Πάτερ, ενέδειξας∙ όθεν συνετάγης Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ») (ωδή θ΄).

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

ΤΡΕΙΣ ΟΣΙΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ (ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ, ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ)


1.   Ἡ σύγχρονη ἐποχή μας εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἀναδείξει μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα, μεγάλους ἁγίους, σαν τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, ὅπως τούς τρεῖς ὁσίους γιά τούς ὁποίους θά κάνουμε ἰδιαίτερο λόγο: τόν Πορφύριο, τόν Παϊσιο καί τόν Ἰάκωβο, ἀλλά καί ἄλλους λιγότερο ἤ περισσότερο γνωστούς: τόν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν Γέροντα Φιλόθεο Ζερβᾶκο, τόν Γέροντα Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου. Κι ἀκόμη: σύγχρονοι ἤ καί λίγο παλαιότεροι ἀπό αὐτούς βρίσκονται καί ἄλλοι, ὅπως ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὁ νέος, ὁ ἰατρός, ἐπίσκοπος Συμφερουπόλεως, ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὁ Λεπρός, ὁ ἅγιος Γεώργιος Καρσλίδης, ἡ ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας. Μία πληθώρα δηλαδή ἁγίων, ἐπισήμως ἤ ὄχι ἐνταγμένων στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, πού φανερώνει τή διαχρονική καί αἰώνια παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τόν καρπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος – τό Ἅγιον Πνεῦμα δημιουργεῖ τίς συνθῆκες γιά νά ὑπάρχουν ἅγιοι, ἄνθρωποι δηλαδή ὄχι ἀναμάρτητοι, ἀλλά ἀγωνιστές πάνω στή μόνη ὁδό πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τή μετάνοια.
 Ὁ λόγος ξεχωριστός ὅμως, ὅπως εἴπαμε, γιά τούς τρεῖς ἐσχάτως ἐνταχθέντας στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται μᾶλλον καί οἱ πιο γνωστοί, κι ἴσως καί οἱ πιο ἀγαπητοί ἀπό τό εὐρύ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσιος Πορφύριος, ὅσιος Παϊσιος, ὅσιος Ἰάκωβος. Καί τί νά πρωτοπεῖ κανείς γι’ αὐτούς; Ἔχουν γραφεῖ καί συνεχῶς γράφονται βιβλία πού καί μόνη ἡ ἀναφορά τους θά ἔπαιρνε πολύ χρόνο… Ἀπέναντί τους αἰσθάνομαι προσωπικά δύο πράγματα: πρῶτον χαρά, γιατί δέησε ὁ Θεός καί γνώρισα καί τούς τρεῖς. Δεύτερον λύπη, γιατί δέν μοῦ δόθηκε ἡ χάρη νά τούς γνωρίσω περισσότερο καί βαθύτερα. Ἡ γνωριμία μου μαζί τους ἔγινε ἀργότερα, κυρίως μέσα ἀπό τά βιβλία καί τίς μαρτυρίες πού κατατέθηκαν ἀπό ἄλλους ἀδελφούς γι’ αὐτούς.
Πῶς θά κινηθοῦμε ἐμεῖς σήμερα; Πρῶτον, θά ποῦμε μερικά βιογραφικά σύντομα γιά τόν καθένα, κι ἔπειτα, θά δώσουμε κάποια στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν πολιτείας τους, πού νομίζουμε ὅτι χαρακτηρίζουν ὁλόκληρη τή ζωή τους.
 
2. Σύντομα βιογραφικά στοιχεῖα

Ὁ ὅσιος Γέρων Πορφύριος.
(Κατὰ κόσμον Εὐάγγελος Μπαϊρακτάρης). Γεννήθηκε στὶς 7 Φεβρουαρίου 1906, στὴν Εὔβοια, στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας. Οἱ γονεῖς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης καὶ Ἑλένη, ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας του, μάλιστα, ἦταν ψάλτης στὸ χωριὸ καὶ εἶχε γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν πολυμελὴς καὶ οἱ γονεῖς, φτωχοὶ γεωργοί, δυσκολεύονταν νὰ τὴ συντηρήσουν. Γι᾿ αὐτὸ ὁ πατέρας ὑποχρεώθηκε νὰ φύγει στὴν Ἀμερική, ὅπου δούλεψε στὴν κατασκευὴ τῆς διώρυγας τοῦ Παναμᾶ.
Ὁ μικρὸς Εὐάγγελος ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας. Φύλαγε πρόβατα στὸ βουνὸ καὶ εἶχε παρακολουθήσει μόνο τὴν πρώτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ, ὅταν ἀναγκάστηκε καὶ αὐτὸς λόγω τῆς μεγάλης φτώχειας νὰ πάει στὴ Χαλκίδα γιὰ νὰ δουλέψει. Ἦταν μόλις ἑπτὰ χρονῶν. Ἐργάστηκε δύο τρία χρόνια σ᾿ ἕνα κατάστημα. Μετὰ πῆγε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου δούλεψε δύο χρόνια στὸ παντοπωλεῖο ἑνὸς συγγενοῦς.
Στὰ δώδεκά του χρόνια ἔφυγε κρυφὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ τὸν πόθο νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη, τὸν ὁποῖο εἶχε ἰδιαίτερα ἀγαπήσει, ὅταν παλαιότερα εἶχε διαβάσει τὸ βίο του. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ὁδήγησε στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων καὶ στὴν ὑποταγὴ δύο Γερόντων, τοῦ Παντελεήμονος, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ πνευματικός, καὶ τοῦ Ἰωαννικίου, ἀδελφῶν κατὰ σάρκα. Ἀφοσιώθηκε στοὺς δύο Γέροντες, ποὺ κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηροί, μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ μὲ πνεῦμα ἀπόλυτης ὑπακοῆς.
Ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων ἐτῶν καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Νικήτας. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἔγινε μεγαλόσχημος. Λίγο ἀργότερα ὁ Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ διορατικὸ χάρισμα.
Στὰ δεκαεννέα του χρόνια ὁ Γέροντας ἀρρώστησε πολὺ σοβαρά, γεγονὸς ποὺ τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐπέστρεψε τότε στὴν Εὔβοια, ὅπου ἐγκαταβίωσε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Λευκῶν. Ἕνα χρόνο ἀργότερα, τὸ ἔτος 1926, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, χειροτονήθηκε ἱερέας στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο Κύμης ἀπὸ τὸν Πορφύριο Γ´, Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Πορφύριος. Στὰ εἴκοσι δύο του ἔγινε πνευματικὸς-ἐξομολόγος καὶ λίγο ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης. Γιὰ ἕνα διάστημα ἐργάστηκε ὡς ἐφημέριος στοὺς Τσακαίους, χωριὸ τῆς Εὔβοιας.
Στὴν Εὔβοια, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἔζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τοὺς ἀνθρώπους ὡς πνευματικὸς καὶ ἐξολόγος, καὶ τρία χρόνια στὴν Ἄνω Βάθεια, στὴν ἐγκαταλελειμμένη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Στὰ 1940, παραμονὲς τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Γέροντας Πορφύριος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἀνέλαβε καθήκοντα ἐφημερίου καὶ πνευματικοῦ στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ἔζησε ἐκεῖ τριάντα τρία χρόνια σὰν μία μέρα, ἀσκώντας ἀκαταπόνητα τὸ πνευματικὸ ἔργο καὶ ἀνακουφίζοντας τὸν πόνο καὶ τὴν ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπὸ τὸ 1955 εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὰ Καλλίσια, ὅπου εἶχε μισθώσει ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Πεντέλης τὸ ἐκεῖ εὑρισκόμενο μονύδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου μὲ τὴν ἀγροτικὴ περιοχὴ ποὺ τὸ περιέβαλλε, τὴν ὁποία καλλιεργοῦσε μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια. Ἐδῶ, παράλληλα ἐξασκοῦσε τὸ πλούσιο πνευματικό του ἔργο.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1979, ἐγκαταστάθηκε στὸ Μήλεσι μὲ τὸ ὄνειρο νὰ χτίσει μοναστήρι. Ἐκεῖ ζοῦσε στὴν ἀρχὴ σὲ ἕνα τροχόσπιτο κάτω ἀπὸ ἰδιαίτερα ἀντίξοες συνθῆκες καὶ μετὰ σὲ ἕνα ἀπέριττο κελλάκι ἀπὸ τσιμεντόλιθους, ὅπου καὶ ὑπέμενε ἀγόγγυστα τὶς πολλὲς δοκιμασίες τῆς ὑγείας του. Τὸ 1984 μεταφέρθηκε σὲ κτίσμα τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση μοναστηριοῦ, γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ὁποίου ὁ Γέροντας, παρόλο ποὺ ἦταν πολὺ ἄρρωστος καὶ τυφλός, ἐργαζόταν ἀκατάπαυστα καὶ ἀκαταπόνητα. Μὲ τὴ θεμελίωση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 26 Φεβρουαρίου 1990, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ ὄνειρό του νὰ γίνεται πραγματικότητα.
Τὰ τελευταῖα χρόνια της ἐπίγειας ζωῆς του ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὴν κοίμησή του. Ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὰ ἀγαπημένα του Καυσοκαλύβια, ὅπου μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, ὅπως ἔζησε, θὰ ἔδιδε τὴν ψυχή του στὸ Νυμφίο της. Πολλὲς φορὲς τὸν ἄκουσαν νὰ λέει: «Ἐπιδιώκω καὶ τώρα ποὺ ἐγήρασα νὰ πάω καὶ νὰ πεθάνω ἐκεῖ πάνω».
Πράγματι, τὸ ὁσιακὸ τέλος τὸν βρῆκε στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν καλύβη του, τὸ πρωὶ τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1991.
Τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸ στόμα του ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου, αὐτὰ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ πολὺ συχνὰ ἐπαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἕν».

 Ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924, λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.
Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 - 1949), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας.
Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, με το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Στις 12 Μαρτίου 1956 εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.
Τον Αύγουστο του 1958 υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.
Τo 1962 όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.
Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964, δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Το 1966 ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).
Στις 12 Αυγούστου 1968 ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.
Το 1979 αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές.
Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
 Ὁ ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος.
Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στο Λιβίσι της Μικράς Ασίας στις 5 Νοεμβρίου του 1920. Ήταν μέλος χριστιανικής οικογένειας (η μητέρα του είχε γεννήσει 9 παιδιά, αλλά από τις κακουχίες είχαν επιζήσει μόλις τα τρία), που στα παιδικά του χρόνια έζησε τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος Άμφισσας, όπου οι συνθήκες διαβίωσής του ήταν πολύ δύσκολες, κυριολεκτικά στα όρια της ανέχειας. Το 1925 η οικογένειά του μετακινήθηκε στα Φάρακλα της βόρειας Εύβοιας. Εκεί ο Γέροντας Ιάκωβος, διδάχτηκε τα θύραθεν και εκκλησιαστικά γράμματα, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής του χωριού.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής ο μικρός Ιάκωβος έδειχνε από την τη νεανική του ηλικία κλίση προς το μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί τον αποκαλούσα καλόγερο, ένεκα του ασκητικού βίου που διήγαγε καθώς και εξ αιτίας των πρώτων χαρισμάτων που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται. Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής την ίδια περίοδο τον στιγμάτισε και τελικά αποφάσισε ότι θα ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Σε ότι αφορά την εκπαίδευσή του, ο Γέροντας Ιάκωβος δεν κατάφερε να παρακολουθήσει το Γυμνάσιο, εξ αιτίας των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του, με αποτέλεσμα να εργάζεται από μικρή ηλικία σε οικοδομή.
Το 1947 κλήθηκε στο στρατό και το 1949 απολύθηκε. Ήταν η χρονιά που πέθανε και ο πατέρας του.Το 1951 και αφού παντρεύτηκε η αδελφή του, οδηγήθηκε στη μοναχική ζωή. Επέλεξε να εισέλθει στη μονή του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια, που την εποχή εκείνη είχε τρεις μοναχούς. Η κατάσταση εκεί όμως ήταν δύσκολη. Αφενός το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο, αφετέρου οι μοναχοί δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω στα Φάρακλα. Τελικά, παρά τις αντίθετες πιέσεις ξανά πήγε στο Μοναστήρι. Στις 31 Νοεμβρίου του 1952 εκάρη μοναχός και στις 17 Δεκεμβρίου στη Χαλκίδα διάκονος και δύο ημέρες μετά ιερέας. Το 1975 ανέλαβε την Ηγουμενία της Μονής. Ήδη όμως και ιδίως μετά το 1970 είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με αποτέλεσμα αρκετός κόσμος να εισέρχεται στη Μονή για εξομολόγηση και ποιμαντική καθοδήγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να εισέρχονται σημαντικοί οικονομικοί πόροι τους οποίους ο Γέροντας τους χρησιμοποιούσε για σημαντικό φιλανθρωπικό έργο.
Η σκληρή άσκηση του Γέροντα επιδείνωνε συχνά την υγεία του. Στις 23 Σεπτέμβρη του 1990 νοσηλεύτηκε με καρδιακή αρρυθμία. Ένα έτος αργότερα στις 21 Νοεμβρίου ο Γέροντας εκοιμήθη, αφού συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία των Εισοδίων της Θεοτόκου και μετάλαβε του Σώματος και Αίματος του Κυρίου.
3. Ἄν θέλαμε νά ποῦμε ποιά ἦταν τά καίρια χαρακτηριστικά καί τῶν τριῶν, πέρα ἀπό ὅσα τούς διέκριναν ὡς ἀνθρώπους, ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καί ἅγιος, διαφέρει ἀπό κάθε ὁποιονδήποτε ἄλλον, θά ἐπισημαίναμε τά ἑξῆς:
(1) Τή βαθειά πίστη τους στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὄχι μία πίστη γενική καί ἀόριστη σέ Θεό, ἀλλά συγκεκριμένα στόν Ἰησοῦ Χριστό καί συνεπῶς στόν Τριαδικό Θεό πού φανέρωσε Ἐκεῖνος. Κι αὐτό συνιστᾶ μία χαρισματική πραγματικότητα, γιατί κανείς ἀπό μόνος του δέν γίνεται πιστός στόν Χριστό. «Οὐ πάντων ἡ πίστις», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε πώς «οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν». Ὁ Θεός Πατέρας δηλαδή ἀσκεῖ μία ἕλξη, μία γοητεία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε κι ἐκεῖνος κατά τήν ἀναλογία τῆς καλῆς του διάθεσης ἀνταποκρίνεται στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ.
Κι αὐτή ἡ ἀνταπόκριση ὁδηγεῖ σέ δύο καταστάσεις: πρῶτον, στήν ἔνταξή του στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, δεύτερον, σέ συνθῆκες καρδιακῆς ἀγάπης πρός τόν Κύριο. Πού θά πεῖ: ἡ ἀληθινή πίστη στόν Χριστό πάντοτε ἔχει ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα - στήν Ἐκκλησία ζεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό ζωντανό σῶμα Του, ὁπότε τό «πιστεύω καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» πηγαίνει πάντοτε μέ τό πιστεύω «καί εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν  Ἐκκλησίαν». Κι εἶναι ἐξόχως συγκινητική ἡ διαπίστωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καί τῶν τριῶν ὁσίων αὐτῶν Γερόντων. Ὁ ὅσιος Πορφύριος γιά παράδειγμα ἦταν αὐτός πού ἔλεγε ὅτι «προτιμῶ νά πλανῶμαι μέσα στήν Ἐκκλησία παρά νά εἶμαι ἅγιος ἐκτός αὐτῆς». Τό ἴδιο καί οἱ ἅλλοι Πατέρες: πάντοτε ἀκολουθοῦσαν ὅ,τι ἔλεγε καί ἀποφάσιζε ἡ Ἐκκλησία. Ποτέ δέν διαφοροποιοῦνταν, στηριζόμενοι τάχα στά χαρίσματά τους καί στά κελεύσματα τῆς ὅποιας ἁγιότητάς τους. Ἀκριβῶς τό ἀντίθετο: ἦταν ἅγιοι, γιατί ἀκριβῶς ἦταν ἐνταγμένοι ὀρθά μέσα στήν Ἐκκλησία. Κι ἀπό τήν ἄλλη: ἡ καρδιακή σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἡ πίστη τους δηλαδή δέν ἦταν κάτι τό τυπικό ἤ ἕνα θέμα ἰδεολογίας. Αὐτό πού τούς συνεῖχε ἦταν ἡ βαθειά ἀγάπη τους στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μέ τίς ἐντολές Του καθόριζε τήν πορεία τῆς ζωῆς τους. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο τόν ὅσιο Γέροντα Πορφύριο καί πάλι νά λέει: «Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινόν, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό. Ἀγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. Ὅλα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο». Στό ἴδιο μῆκος κινοῦνταν καί οἱ ἄλλοι δύο ὅσιοι. Τό «ζῆ Κύριος ὁ Θεός», γιά παράδειγμα, τοῦ ὁσίου Ἰακώβου, συνιστᾶ τήν ἐκφρασμένη διά τῶν χειλέων του σχέση του μέ τόν ζῶντα καί πανταχοῦ παρόντα Θεό. Ὅπως καί τοῦ ὁσίου Παϊσίου: «Ἄν δέν εἶχα ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, δέν ξέρω τί θά γινόμουν. Ὁ ἄνθρωπος νά ἐνεργῆ μέχρις ἑνός σημείου. Μετά ὁ Θεός, Νά ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη».
(2) Τήν ἀγάπη τους πρός τον συνάνθρωπο. Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού γνώρισε καί τούς τρεῖς ὁσίους, ὁ ὁποῖος νά μή βεβαίωσε καί νά μή βεβαιώνει ὅτι πράγματι αὐτό πού εἰσέπρατταν ἀπό τήν παρουσία τους καί τήν προσευχητική τους διάθεση ἦταν μία ἀνοιχτή ἀγκαλιά πού τούς «ἔλιωνε» μέ τή θέρμη τῆς ἀγάπης της. Δέν διέκριναν τούς ἀνθρώπους ἀπό τό ποιόν τους, ὥστε ἀνάλογα νά τούς συμπεριφερθούν. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «οὐκ ἐσκόπουν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα», δηλαδή μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπαν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέσα του, καί εἴτε χαίρονταν ἀπό τή φωτεινότητά της εἴτε θλίβονταν καί προσεύχονταν γι’ αὐτήν λόγω τῆς σκοτεινιᾶς  τῶν παθῶν της. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὅμως ἡ στάση τους ἦταν στάση πάντοτε ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. «Αἰσθάνομαι - ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος – γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ἴδια ἀγάπη πού εἶχα γιά τούς συγγενεῖς μου. Τώρα αἰσθάνομαι ὅλον τόν κόσμο σάν ἀδελφούς». Εἶναι γνωστό ἐπίσης γιά τόν ὅσιο Ἰάκωβο πώς ὅ,τι χρήματα τοῦ προσέφεραν γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές του ἤ τοῦ μοναστηριοῦ κατέληγαν σχεδόν ἀμέσως στά χέρια τῶν πτωχῶν πού γνώριζε ἤ τοῦ ἔλεγαν. Πακτωλός χρημάτων πού σέ χέρια ἄλλου θά τόν εἶχα κάνει πάμπλουτο. Καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο βεβαίως τί νά πεῖ κανείς; Ἄς μνημονεύσουμε μόνο αὐτό τό κείμενο πού εἶχε ζητήσει νά τό βάλουν στό κελάκι του, προκειμένου νά «καθρεπτίζεται» καθημερινά σ’ αὐτό, καθώς ἐπίσης καί εἶχε πεῖ σέ πνευματικά του παιδιά νά τό φωτοτυπίσουν καί νά τό διαμοιράζουν σέ κάθε ἕνα πού ἐρχόταν κοντά του: «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλουμε νά τούς βλέπουμε σαν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχουμε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλουμε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανέναν ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπουμε ὡς καλούς… Ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό σέ προετοιμάζει ν’ ἀγάπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις;»
(3) Τή μεγάλη τους ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση γιά τούς τρεῖς αὐτούς ὁσίους δέν ἦταν ἁπλῶς μία ἐπιμέρους ἀρετή. Ἀποτελοῦσε τή βάση ὅλων, δεδομένου ὅτι ἀπό αὐτήν κρίνεται ἡ ποιότητα καί τῆς ἀληθινῆς πίστης στόν Χριστό, ὅπως καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Καί τοῦτο γιατί χωρίς ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ἄν ἔχει τοῦ κόσμου τίς ἀρετές, ἐκπίπτει σ’ ἕναν δαιμονισμό πού λίγο ἀπέχει ἀπό τόν δαιμονισμό τοῦ ἴδιου τοῦ… διαβόλου. Καί οἱ τρεῖς ὅσιοι ἤξεραν πολύ καλά ὅτι ὁ πρῶτος ἀρχάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος, ξέπεσε ἀπό τήν πρώτη θέση πού κατεῖχε λόγω ἀκριβῶς τῆς ὑπερηφάνειας πού ἀνέπτυξε, λόγω δηλαδή τῆς ἀδυναμίας ἐπιμονῆς στήν πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ του: ὅτι ὅλα τά καλά ἀνήκουν στόν ἴδιο τόν Θεό καί τό μόνο πού ἔχουμε τά κτιστά ὄντα εἶναι τό τίποτε. Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί συχνά ἐπανελάμβαναν αὐτό πού ὁ Κύριος μέ ἀπόλυτο τρόπο εἶχε ἀποκαλύψει:  «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καί: «ὅταν ποιήσητε πάντα τά διατεταγμένα ὑμῖν, λέγετε ὅτι  ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν· ὅτι ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν». Ἡ αἴσθηση τῆς μηδαμινότητάς τους συνεῖχε τή ζωή τους, κρατώντας τους ἑπομένως στήν ἰσορροπία τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη εἶχαν πλήρη ἐπίγνωση τῶν χαρισμάτων τους, τά ὁποῖα ὅμως ἀπέδιδαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. «Ἐκεῖνος, (ὁ γέρων Πορφύριος), - ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος – εἶναι ἔγχρωμη τηλεόραση. Ἐγώ εἶμαι ἀσπρόμαυρη». Καί ἀντιστρόφως ὁ ὅσιος Πορφύριος γιά τόν ὅσιο Παϊσιο: «Ὁ π. Παΐσιος εἶναι κατά πολύ ἀνώτερός μου, γιατί αὐτός ἀγωνίστηκε καί κουράστηκε πολύ γιά νά ἀποκτήσει τά χαρίσματά του, ἐνῶ ἐμένα μοῦ δόθηκαν ἀπό νεαρή ἡλικία». Εἶναι πολύ συγκινητικά τά λόγια τοῦ ὁσίου Παϊσίου ἐπίσης, τά ὁποῖα ἄφησε ὡς πνευματική του διαθήκη: «Τοῦ λόγου μου ὁ Μοναχός Παΐσιος, ὅπως ἐξέτασα τόν ἑαυτό μου, εἶδα ὅτι ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου τίς παρέβην, ὅλες τίς ἁμαρτίες τίς ἔχω κάνει. Δέν ἔχει σημασία ἐάν ὁρισμένες ἔχουν γίνει σέ μικρότερο βαθμό, διότι δέν ἔχω καθόλου ἐλαφρυντικά, ἐπειδή μέ ἔχει εὐεργετήσει πολύ ὁ Κύριος. Εὔχεσθε νά μέ ἐλεήσει ὁ Κύριος…». Ὁ ἴδιος, ἀκόμη, δέν ἔλεγε ὅτι «ὁ κόσμος τόν πῆρε μέ καλό μάτι καί νομίζει ὅτι εἶναι χρυσάφι, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας τενεκές»; Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ἀπό τήν ἄλλη ὁμολογοῦσε διαρκῶς ὅτι εἶναι «μουρλόπραμα» καί ὅτι «βρωμίζει καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέει». «Ποιός εἶμαι ἐγώ – συνήθιζε νά λέει – πού ἔρχονται σέ μένα τόν ἀγράμματο, ἄνθρωποι σπουδαῖοι καί μορφωμένοι, καθηγητές Πανεπιστημίου, δικαστικοί, Ἐπίσκοποι; Δέν ἀξίζω τίποτε».
 
4. Συνήθως μιλώντας γιά τούς ὁσίους αὐτούς μένουμε ἔκθαμβοι μπροστά στά πολλά καί σπουδαῖα χαρίσματά τους: τό προορατικό, τό διορατικό, τό θαυματουργικό τους χάρισμα. Μά αὐτά, γιά ἐκείνους, ἦταν δεύτερα. Δέν εἶναι τά χαρίσματα, δηλαδή οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ, αὐτά πού βάζουν στόν Παράδεισο: αὐτά μπορεῖ νά τά δίνει καί τά παίρνει ὁ Θεός ὅποτε κρίνει ὅτι συμφέρει τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο, καί ἡ αἴσθηση τῆς μικρότητάς μας εἶναι τά πρῶτα καί οὐσιώδη. Στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, δέν θά κριθοῦμε γιά τό ἄν δέν θαυματουργήσαμε κλπ., ἀλλά ἄν δέν πενθήσαμε γιά τίς ἁμαρτίες μας. «Δέν θά κατηγορηθοῦμε, ἀγαπητοί μου, δέν θά κατηγορηθοῦμε τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας, διότι δέν θαυματουργήσαμε ἤ διότι δέν θεολογήσαμε ἤ διότι δέν γίναμε θεωρητικοί. Ὁπωσδήποτε ὅμως θά δώσουμε λόγο στόν Θεό, διότι δέν πενθήσαμε συνεχῶς».
Μακάρι, οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες τῶν ὁσίων αὐτῶν τῆς ἐποχῆς μας νά σκέπουν καί νά φωτίζουν τή ζωή ὅλων μας.

(Κύρια σημεῖα ὁμιλίας πού πραγματοποιήθηκε στήν Εὐαγγελίστρια Πειραιῶς, τήν 13η Ἰανουαρίου 2018, στήν κοπή πίτας τῆς ἐνορίας πρός τιμήν τῶν συνεργατῶν τοῦ Ναοῦ).