Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ…


Η έλλειψη της χαράς, η θλίψη και η στενοχώρια αποτελούν διαχρονικά το τίμημα της ανυπακοής του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. «Θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν», σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Ήδη από τα πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως, του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, ακούμε ότι ο Κάιν εξαιτίας του φόνου που έκανε στον αδελφό του Άβελ δέχεται την επέμβαση του Θεού: “Σκυθρώπιασες, γιατί σκότωσες τον αδελφό σου. Κάνε το καλό και θα ξαναβρείς τη χαρά.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΛΑΑΜ


           Θα πίστευε κανείς ότι η δύναμη της ψυχής του αγίου Βαρλαάμ, με τόσα μαρτύρια που υπέστη, βρισκόταν σε σώμα νεανικό. Τέτοιο ακατάβλητο φρόνημα συνήθως έχουν οι νέοι. Τι έκπληξη όμως, να βλέπει κανείς αυτό το φρόνημα σε ένα γέροντα άνθρωπο! Ο άγιος Βαρλαάμ, κατά το συναξάρι, «γέρων ων την ηλικίαν δια την εις Χριστόν ομολογίαν προσήχθη τω άρχοντι». Ό,τι υπέστη, το υπέστη σε ηλικία που άλλοι τρέμουν και να βαδίσουν. Κι αυτός στεκόταν αγέρωχος, «ανένδοτος, άτρεπτος», με φωτιά στο χέρι του που του έκαιγε τη σάρκα. Ο ηρωισμός του έτσι φαίνεται να πολλαπλασιάζεται. Πώς μας θυμίζει τον αγαπημένο άγιο, αποστολικό Πατέρα και επίσκοπο Σμύρνης, Πολύκαρπο, που σε ηλικία ογδόντα έξι χρόνων συλλαμβάνεται και αυτός και ρίχνεται στη φωτιά. Και εκείνον μεν η φωτιά τον σεβάστηκε και έκανε καμάρα γύρω του, ενώ τον Βαρλαάμ  η φωτιά τον έκανε ίδιο λιβανωτό στον Κύριο. «Συν λιβανωτώ, Βαρλαάμ, το πυρ φέρων, εύοσμος ώφθης λιβανωτός Κυρίω». Πιστεύουμε ότι και οι δύο τότε γέροντες, την ώρα δηλαδή του μαρτυρίου τους, τώρα δε νέοι στη Βασιλεία του Θεού, παρίστανται μαζί δίπλα στον Κύριο, «παραστάται δεξιοί», «φορούντες πορφύραν, βεβαμμένην αίματι μαρτυρικώ».

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (ΚΕ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)



«Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (Ἐφ. 4, 1 )
α. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ συγγραφέας τῆς ἐπιστολῆς, βρίσκεται φυλακισμένος στή Ρώμη. Μαθαίνει ἐκεῖ ὅτι οἱ ἀγαπημένοι του Ἐφέσιοι, τούς ὁποίους διακόνησε ἐπί τριετία, ἄρχισαν νά προβαίνουν σέ ἐκδηλώσεις πού ἔδειχναν ὅτι κάποιες ἑβραϊκές ἀντιλήψεις ἄρχισαν νά τούς ἐπηρεάζουν. Αἰσθάνθηκε ἀμέσως τόν κίνδυνο τῆς διάσπασης τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητάς τους, τή διακύβευση ἑπομένως τῆς σωτηρίας τους, γι’ αὐτό καί ἀντιδρᾶ ἄμεσα. Γράφει τήν ἐπιστολή, προκειμένου νά τούς τονίσει γιά μία ἀκόμη φορά τό σχέδιο σωτηρίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ καί πῶς ὁ χριστιανός πιά πρέπει νά πορεύεται τή νέα ζωή του. Ἡ παράκλησή του ἔχει πράγματι δραματικό χαρακτήρα: «Σᾶς παρακαλῶ, ἐγώ ὁ φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Κυρίου, νά ζεῖτε ἀντάξια Ἐκείνου πού σᾶς κάλεσε στή νέα ζωή». 
β. 1. Ἀξίζει πρῶτα ἀπό ὅλα, πρίν δεῖ κανείς τό περιεχόμενο τῆς προτροπῆς τοῦ ἁγίου Παύλου, νά σημειώσει ὅτι ὁ ἀπόστολος γράφει ὄχι καθισμένος σέ κάποιο γραφεῖο ἤ σέ κάποια ἥσυχη γωνιά τοῦ σπιτιοῦ του, ὁπότε αὐτά πού γράφει ἴσως συνιστοῦν «καλολογίες», ἀλλά γράφει φυλακισμένος, ταλαιπωρημένος, «βαστάζει στό σῶμα του τά στίγματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὅπως ἀλλοῦ θά σημειώσει, πού σημαίνει ὅτι ὁ λόγος του ἀποκτᾶ τή βαρύτητα τῆς μαρτυρίας ἑνός ἑτοιμοθάνατου μάρτυρα, αὐτοῦ πού λέει τήν ἀλήθεια, γιατί τήν ἐπιβεβαιώνει μέ τήν ἴδια τή ζωή του. Κι ἀκόμη: ἐνῶ καταθέτει τήν ἀλήθεια τῆς πίστης τῆς σαρκωμένης στή ζωή του, παρ’ ὅλη τήν ταλαιπωρία του καί τή δυσχέρειά του, ἀποκαλύπτει τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς του: δέν ἐπιτάσσει, δέν «διατάζει», μόνον παρακαλεῖ. «Σᾶς παρακαλῶ», λέει, «ἐγώ ὁ φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Κυρίου». Γιατί; Διότι τούς ἀγαπᾶ, διότι εἶναι ὁ πατέρας πού «καίγεται» γιά τά παιδιά του, ὅπως ἀλλοῦ καί πάλι ἔχει πεῖ: «Μπορεῖ νά ἔχετε πολλούς δασκάλους καί παιδαγωγούς, ἀλλά δέν ἔχετε πολλούς πατέρες. Ἐγώ εἶμαι ὁ πατέρας σας, γιατί σᾶς γέννησα στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ποιός θά δεχόταν μιά τέτοια ἐπιστολή - ἀνεξάρτητα ἄν τήν ἔγραψε μόνο γιά τούς Ἐφεσίους ἤ καί γιά ἄλλους – καί θά μποροῦσε νά μήν τή λάβει σοβαρά ὑπ’ ὄψιν; 
2. Καί τί προτρέπει ὁ ἀπόστολος μέ δραματική ἔνταση; Νά ζοῦν οἱ πιστοί κατ’ ἀξίαν τῆς κλήσεως στήν ὁποία κλήθηκαν. Ποιά ἦταν συγκεκριμένα ἡ κλήση τους; Αὐτό πού πάντοτε ἐτόνιζε σέ ὅλους ὁ ἀπόστολος: νά ἔχουν κοινωνία μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ μοναδικός Σωτήρας τοῦ κόσμου. «Πιστός ὁ Θεός», λέει κάπου σέ ἀνάλογο προβληματισμό, «δι’ οὗ ἐκλήθητε εἰς κοινωνίαν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Κοινωνία μέ τόν Χριστό, σχέση προσωπική δηλαδή, ἔνταξη στό ἅγιο σῶμα Του, ὅ,τι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε ἀποκαλύψει: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Ὁ Κύριος δέν ἦλθε γιά νά μᾶς καλέσει νά γίνουμε ἁπλῶς καλοί ἄνθρωποι, δέν ἦλθε γιά νά δημιουργήσει μία ὁμάδα ὀπαδῶν Του, ἀλλά ἦλθε, «Θεός ὤν», προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση, νά μᾶς κάνει δικό Του κομμάτι, ἕνα μέ τή σάρκα Του, νά γίνουμε κι ἐμεῖς μία δική Του προέκταση – κλαδί στό δέντρο Του - ὥστε νά μπορεῖ καθένας πού Τόν πιστεύει καί Τόν ἀποδέχεται νά γίνει κι αὐτός παιδί τοῦ Θεοῦ. «Ὅσοι ἔλαβον Αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν γενέσθαι τέκνα Θεοῦ». Τή μέγιστη αὐτή προοπτική, τήν ὁποία δέν συναντᾶ κανείς βεβαίως σέ καμμία θρησκεία ἤ θεοσοφία, ἡ Ἐκκλησία μας τήν διατύπωσε καί ὡς θέωση. Πρόκειται γιά ἐκπλήρωση τοῦ προφητικοῦ λόγου τοῦ ἐξηγγελμένου ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, κατά τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὑπόσχεται «Ἐγώ εἶπα Θεοί ἐστε καί υἱοί Ὑψίστου πάντες». 
3. Καί πρέπει νά τονιστεῖ ἡ ἀλήθεια: ὁ Θεός καλεῖ τόν ἄνθρωπο, Ἐκεῖνος ἔχει τήν πρωτοβουλία τῆς κλήσεως, πρῶτα σ’ ἕνα ἀρχικό ἐπίπεδο, ὅπου ἀσκεῖ μίαν ἕλξη ὁ Θεός γιά νά πλησιάσει ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό, κι ἔπειτα στό δεύτερο καί πιό κρίσιμο ἐπίπεδο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἐντάσσεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ὁπότε ἀπαλλαγμένος ἀπό τίς ἀρνητικές ροπές τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀρχίζει νά ζεῖ πράγματι τήν εὐαγγελική ζωή, φανερώνοντας τή ζωή τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινότητά του. Κατά τόν ἴδιο τόν λόγο τοῦ Κυρίου «οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν». Καί∙ «ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται». «Ἐάν μή τις γεννηθῆ ἄνωθεν ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Λοιπόν, ἡ πίστη στόν Χριστό δέν συνιστᾶ ἁπλή ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀνταπόκρισή του στήν κλήση ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Δημιουργοῦ του, (καθώς τό λέει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς»).  Ἀνταπόκριση, καθώς εἴπαμε, σέ ὅ,τι ἀνώτερο μπορεῖ νά ὑπάρξει στή ζωή ἑνός ἀνθρώπου καί συνόλου τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ ἄνθρωπος μέ τό «ναί» στόν Θεό του γίνεται, κατά τόν θεολόγο Γρηγόριο, «θεός κεκελευσμένος». 
4. Τί λέει ὅμως ὁ ἀπόστολος; Ναί μέν κληθήκαμε οἱ χριστιανοί ἀπό τόν Χριστό, μέσω ἀσφαλῶς τῶν μαθητῶν Ἐκείνου, σέ προοπτική ἄπειρη, ὅμως ἀπαιτεῖται καί τό «ἀξίως περιπατῆσαι» τῆς ἀνταπόκρισης τοῦ πιστοῦ, ὄχι μόνον μία φορά, ἀλλά εἰς τό διηνεκές∙ ὅσο κρατάει ἡ ἐπίγεια ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά γίνει χριστιανός, ἀλλά καί νά ἐπιβεβαιώνει κάθε ὥρα καί κάθε στιγμή τή χριστιανικότητά του, νά ἐπιβεβαιώνει τή σπουδαία κλήση του, δηλαδή ὁ Χριστός μᾶς θέλει διαρκῶς ἐν ἐνεργείᾳ καί ζωντανούς, ὄχι μία φορά ζωντανούς καί μετέπειτα πτώματα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος ἀποκάλυψε γιά τόν ἑαυτό Του ὅτι εἶναι  ἐκτός ἀπό ἀλήθεια καί ζωή, καί ἡ ὁδός. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ἡ κλήση μας ἑπομένως εἶναι νά πορευόμαστε πάντοτε ἐπάνω στήν Ὁδό, ἐπάνω στόν ἴδιο τόν Χριστό, κι αὐτό θά πεῖ νά περιπατοῦμε πάνω στίς ἅγιες ἐντολές Του. Ἀκολουθῶ τόν Χριστό, βρίσκομαι στά χνάρια Ἐκείνου, σημαίνει ὅτι οἱ λογισμοί μου, τά λόγια μου, οἱ διαθέσεις τῆς ψυχῆς μου, ἡ ὅλη βιοτή καί συμπεριφορά μου δέν λειτουργοῦν πιά κατά τό δοκοῦν, δηλαδή κατά τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μου, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ὁ χριστιανός εἶναι χριστιανός χωρίς διακοπές καί τό ἐρώτημα πού μονίμως τόν ἀπασχολεῖ εἶναι ἄν βρίσκεται πάνω σ’ αὐτήν τή διαδικασία, ἄν συνεπῶς βρίσκεται σέ μιά διαρκή ἔξοδο ἀναζήτησης τοῦ Κυρίου: ἀναζήτησής Του μέσα στίς ἐντολές Του,  ὅπως καί πάλι ὁ Κύριος τό ἔχει ἐπισημάνει: «Ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται».
γ. Εὔκολα πράγματα; Κυριολεκτικά δύσκολα. Μά δυνατά, γιατί μᾶς ἐνισχύει ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ εἴμαστε μέλη Του. Καί ταυτοχρόνως, σωτήρια γιά ἐμᾶς μ’ ἕναν ἐσωτερικό γλυκασμό πού γαληνεύει τίς καρδιές καί τίς κάνει νά νιώθουν ὅτι βρίσκονται ἀδιάκοπα μέσα στό ἡλιόλουστο περιβάλλον τῆς Οὐράνιας Παρουσίας Του. Γιατί ὁ Ἴδιος εἶπε καί οἱ ἅγιοι βεβαιώνουν ἀπό τήν ἐμπειρία τους: τήν ὥρα πού βρίσκεται κανείς στόν ἀγώνα τῶν ἐντολῶν Του, περιπατῶν ἀξίως τῆς κλήσεώς του, ἐκείνη τήν ὥρα νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός φανερώνεται στήν ὕπαρξή Του, γίνεται κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τυχαῖα ὁ ἅγιος Πορφύριος, γιά νά μνημονεύσουμε μόνον τόν μεγάλο αὐτό σύγχρονο ἅγιό μας, ἔλεγε ὅτι σέ κάθε πρόβλημα, σέ κάθε πειρασμό καί δυσκολία, ἡ λύση γι’ αὐτόν  ἦταν μία;  Ἡ στροφή πρός τόν Κύριο, δηλαδή ἡ στροφή πρός τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου. Μόνο βεβαίως ἄν μποῦμε κι ἐμεῖς σ’ αὐτόν τόν πειραματισμό θά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε τήν ἀλήθεια αὐτῶν τῶν λόγων, πάντως ὄχι καθήμενοι ἁπλῶς στήν πολυθρόνα μας ἀντιμετωπίζοντας τήν πίστη ὡς θέαμα ἀπό τήν τηλεόραση.

    

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


 
           Δεν είναι τυχαίο ότι τον βίο του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας  έγραψε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος καταγράφει γι’ αυτόν συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του, όπως και διδασκαλίες του, τα οποία άκουσε, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδάκι, από τη γιαγιά του αγία Μακρίνα, μαθήτρια και πνευματικοπαίδι του ίδιου του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Το ίδιο κάνει σε λόγους του και ο άγιος Βασίλειος. Και αυτός μνημονεύει με μεγάλο θαυμασμό τον σήμερα εορταζόμενο, καθώς και ο ίδιος υπήρξε αυτήκοος παρομοίων περιστατικών από τη γιαγιά του. Κι αξίζει εδώ να τονίσουμε την αξία των γιαγιάδων και των παππούδων, διαχρονικά, οι οποίοι μυούν στα νάματα της αγιασμένης μας χριστιανικής παραδόσεως τα εγγόνια τους. Ας φανταστούμε το σκηνικό: η γιαγιά Μακρίνα, αναπνέοντας την παράδοση του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, δηλαδή την παράδοση του Χριστού και της Εκκλησίας μας, να έχει στην αγκαλιά της τα θαυμαστά, όπως θα αποδειχτεί αργότερα, εγγόνια της, και να  μεταγγίζει σ’  αυτά τη ζωντανή αυτή παράδοση. Πόσο συνήργησε η αγιασμένη αυτή γιαγιά στο να αναδειχτούν τέτοια αναστήματα για την Εκκλησία τα εγγόνια της, μόνον ο Θεός μπορεί να το ξέρει. Σίγουρα πάντως δεν ήταν άμοιρη σ’ αυτό και εκείνη.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ...





Σου ‘δωσα το μαντήλι μου
τα δάκρυά σου για να μάσεις…
Δεν έχει πίκρα μοναχά
καθένας αποχωρισμός.
Σημαίνει πάλι την αρχή
τον ήλιο στο μέτωπό μου·
τ’ ανέμου τα χτυπήματα
και της βροχής τις στάλες.
Στο τέλμα μόνο δεν θα βρεις
το στέριο βήμα τ’ αρχικό.
Και… κράτα το μαντήλι·
τη θύμησή μου ζωντανή
κρατάς μες στην ψυχή σου.
Ίσως αυτή να ‘ν’ η φωνή
ξανά γιά να γυρίσω.



Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ

 
Δεν υπάρχει περίπτωση να μελετήσει κανείς το ευαγγέλιο του αγίου Ματθαίου και να μην αιχμαλωτιστεί από τα θεόπλοκα δίχτυα του. Αρκεί να το μελετήσει με καλή διάθεση και με πίστη. Θα διαπιστώσει ότι το Πνεύμα του Θεού που τον φώτισε, θα φωτίσει και εκείνον. Συνεπώς θα οδηγηθεί στην επίγνωση του ίδιου του Θεού, του μεγαλύτερου θησαυρού στον κόσμο τούτο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Ματθαίου ζωγρείται θεοπλόκοις του Μαθητού δικτύοις, τα συστήματα των πιστευόντων, διά παντός προς την σην επίγνωσιν, ευεργέτα, ποδηγούμενα». (Οι πιστοί αιχμαλωτίζονται από τα θεόπλοκα δίχτυα του μαθητή Ματθαίου, και καθοδηγούνται πάντοτε προς τη δική Σου επίγνωση, ευεργέτα Κύριε). Κι ακόμη: είναι το ευαγγέλιο του Ματθαίου που τονίζει κατεξοχήν και την ημέρα της Κρίσεως, της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Μια καταγραφή που όταν λαμβάνεται υπόψη σοβαρά, κάνει τον άνθρωπο να ξυπνάει από τη ραθυμία και να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού. Διότι με όριο την Κρίση του Θεού επιλέγει να σκέπτεται και να πράττει εκείνα που θα αντέξουν την ώρα αυτή: ό,τι αποτελεί πλουτισμό της ψυχής. «Και των ραθύμων ήγειρας ψυχάς…πρώτος γεγονώς ευαγγελιστής εν τω κόσμω, καθυπογράψας την ώραν της κρίσεως».

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Η... ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ


«Φτάσαμε, ἁγιώτατε», ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ ἁμαξᾶ, ὁ ὁποῖος μ’ ἕνα σάλτο ἔσπευσε γρήγορα νά ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ κουβουκλίου, γιά νά κατέβει ὁ ἐπίσκοπος Ἀραβισσοῦ Ἀδέλφιος. Φτερούγισε ἡ καρδιά τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου∙ εἶχε πάρα πολύ καιρό νά ἐπισκεφτεῖ τό γυναικεῖο αὐτό μοναστήρι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς του, στό ὁποῖο ἡγουμένη ἦταν ἡ μικρή ἀγαπημένη του ἀδελφή. Αὐτός καί κυρίως ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή του Ἰανία ἦταν ἐκεῖνοι πού μεγάλωσαν τή μικρή τῆς οἰκογένειας - ἐννοεῖται ὡς βοηθοί τῶν εὐσεβῶν γονέων τους - ἡ ὁποία εἶχε δείξει σχεδόν ἀπό βρέφος τήν ἰδιαίτερη στροφή της πρός τά θεῖα, τήν ἀγάπη καί τόν βαθύ ἔρωτά της πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτό καί δέν εἶχε ἀργήσει νά ζητήσει τόν ἐγκλεισμό της σέ μοναστήρι. Δέν τό ἀρνήθηκαν οἱ γονεῖς, ἄλλωστε εἶχε προηγηθεῖ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός, ἐνῶ ἡ μεγάλη τῆς οἰκογένειας, εὐσεβέστατη κι αὐτή κατά πάντα, ἐπέλεξε τόν ἔγγαμο βίο, τή δημιουργία τῆς κατ’ οἶκον οἰκογένειας, τή δημιουργία βλαστῶν πού θά ζοῦν γιά νά προσφέρουν τήν εὐωδία Κυρίου στό στενό καί στό εὐρύτερο περιβάλλον τους. Τό μόνο πού τῆς τόνισαν ὅλοι ἦταν ὅτι ἡ ἐπιλογή της δέν πρέπει νά εἶναι ἐπιπόλαιη, γιατί πρόκειται γιά ἀπόφαση πού θά σφραγίσει ὁλόκληρη τή ζωή της.
Ἔγινε καλόγρια καί «διέπρεψε». Τέκνο ἀπόλυτης ὑπακοῆς, φιλακόλουθη στό ἔπακρο, γλυκομίλητη καί εὐχάριστη πάντοτε στούς τρόπους της, κέρδισε τή συμπάθεια ὅλων, κι ὅταν μετά ἀπό χρόνια ἀρκετά τέθηκε τό θέμα τῆς διαδοχῆς στήν ἡγουμενία, ὅλοι μέ μιά φωνή ἐκείνην πρότειναν καί πίεσαν γιά νά δεχθεῖ. Μέ βαριά καρδιά ἀνέλαβε τό διακόνημα τῆς ἡγουμενίας: τριάντα τόσες ψυχές ἐξαρτῶνταν πιά ἀπό αὐτήν... Ὁ κατά σάρκα ἀδελφός της, Ἀδέλφιος, ὁ ὁποῖος ἐντωμεταξύ εἶχε γίνει ὁ ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς, στήν ἐπαρχία τῆς Ἀρμενίας, γνωρίζοντάς την ἀπό πρῶτο χέρι, ἐπικρότησε ἀμέσως τήν ἐκλογή. Μέσα σέ κλῖμα μεγάλης συγκίνησης ἔκανε τήν ἐνθρόνισή της, εἶπε τά δέοντα, τῆς εὐχήθηκε, τήν ἀσπάστηκε. Ἔκτοτε ὅμως τά μεγάλα καί σπουδαῖα καθήκοντά του ὡς ἐπισκόπου δέν τοῦ ἐπέτρεψαν καί πάλι νά τήν ἐπισκεφτεῖ. Κι αὐτό τόν ἔτρωγε πολύ τόν τελευταῖο καιρό, σάν ἀγκάθι  εἶχε σφηνώσει στή σκέψη του ἡ εἰκόνα τῆς μοναχῆς ἀδελφῆς του... «Μήπως ἀντιμετωπίζει ἰδιαίτερα προβλήματα;» τοῦ ἐρχόταν ὁ λογισμός. Καί νά πού τά κατάφερε καί ἦλθε. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε ἀρκετά δυνατά.

Τό πόδι του ἀκούμπησε στό ἔδαφος, ἔφτιαξε λίγο τά ράσα του πού ἀνέμισαν ἀπό τόν ἐλαφρύ ἄνεμο, καί τό βλέμμα του ἀγκάλιασε τό μοναστήρι καί τή γύρω περιοχή: ἡ βλάστηση ἦταν πυκνή, ἡ ὀμορφιά μεγάλη, ἀλλά «θά τούς τρώει ἡ ὑγρασία», ἔκανε καί πάλι τή σκέψη. Προχώρησε πρός τή Μονή – δέν εἶχε εἰδοποιήσει ὅτι θά πάει, κανένας δέν φάνηκε νά τόν προϋπαντήσει - διάβηκε τή μεγάλη ἔξω θύρα, χαμογέλασε βλέποντας τή φροντίδα ἀπό τή γυναικεία πάστρα καί τακτοποίηση. Ἕνα σούσουρο καί κάποιες ἄναρθρες κραυγές τοῦ ἀπέσπασαν τήν προσοχή καί τόν ἔκαναν νά σπεύσει πρός τήν ἐσώτερη αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ. Τό θέαμα πού ἀντίκρυσε τόν... πάγωσε. Σάν νά κοκκάλωσε στή θέση του κι ἄνοιξε ὀρθάνοιχτα τά μάτια του. Μιά μοναχή, μιά ρασοφερεμένη, σέ ἀπόσταση περίπου δέκα μέτρων ἀπό ἐκεῖ πού εἶχε φτάσει ἦταν πεσμένη κάτω καί κυλιόταν πότε στή μιά καί πότε στήν ἄλλη μεριά. Οἱ ἄναρθρες κραυγές ἔβγαιναν ἀπό τό δικό της στόμα, ἐνῶ κάποιες ἀδελφές τῆς Μονῆς  βρίσκονταν δίπλα της, ἀνήμπορες ἀπ’ ὅ,τι φαινόταν νά τή βοηθήσουν. 
Κάποιες τόν εἶδαν, θορυβήθηκαν, πῆραν νά ἰσιώνουν λίγο τη μαντίλα τους, τόν πλησίασαν. «Εὐλογεῖτε, ἁγιώτατε», ἔσπευσαν νά τόν προσκυνήσουν. «Ἡ ἡγουμένη, ἡ Γερόντισσσα, δέν εἶναι ἐδῶ;» ρώτησε, προσπαθώντας νά συνέλθει ἀπό τήν πρώτη ἔκπληξη. «Ἐδῶ εἶναι, ἐδῶ εἶναι, ἔρχεται ἀμέσως», εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας μία καλόγρια νά εἰδοποιήσει τήν ἡγουμένη πού εἶχε ἦλθε ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἀδελφός της, ὁ ἄνθρωπος μέ τή μεγάλη φήμη ἁγιότητας σέ ὁλόκληρη τήν περιοχή. Ἀλλιῶς εἶχε φανταστεῖ τή συνάντηση ὁ Ἀδέλφιος∙ ἤθελε νά κάνει ἔκπληξη στήν ἀδελφή του, εἶχε ἐπιθυμήσει νά τήν δεῖ, νά τήν ἀσπαστεῖ, νά χαρεῖ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στά πρόσωπα τῶν ἀφιερωμένων μαζί της  ἀδελφῶν.

Ἦλθε σπεύδοντας ἡ ἡγουμένη, καταχάρηκε πού εἶδε τόν ἀδελφό της τόν ἐπίσκοπο, τόν προσκύνησε κι αὐτή, τοῦ φίλησε τό χέρι, μά λίγο τό αὐστηρό βλέμμα του τῆς μείωσε τόν ἐνθουσιασμό. Ἡ ἀπορία ἦταν ἔντονα ζωγραφισμένη στά μάτια του. Μίλησε ἐκεῖνος πρῶτος, ἀφήνοντας κατά μέρος κάθε ἁβρότητα καί συναισθηματική ἔκφραση. «Τί εἶναι αὐτό πού συμβαίνει ἐδῶ, ἀδελφή μου;» τῆς εἶπε. «Σοῦ ἀρέσει αὐτή ἡ ἀδικία πού ὑφίσταται ἡ μοναχή αὐτή ἀπό τόν δαίμονα καί πού φέρεται ἔτσι μέ τόσο ἄπρεπο καί ἀνάρμοστο τρόπο;» Πῆγε νά ἀπαντήσει κάτι ἡ Γερόντισσα μά συνέχισε ὁ ἐπίσκοπος, σχεδόν δακρυσμένος, τόν αὐστηρό ἔλεγχο. «Δέν γνωρίζεις τή θέση πού ἔχεις; Σάν ἡγουμένη εἶσαι ὑπεύθυνη γιά ὅλες τίς ἀδελφές τοῦ μοναστηριοῦ καί σηκώνεις ἐσύ κι αὐτές ἀκόμη τίς ἁμαρτίες τους! Τί γίνεται λοιπόν ἐδῶ;» «Μά, δέν βλέπετε ὅτι τήν περιπαίζει ὁ διάβολος; Αὐτό συμβαίνει ἐδῶ κι ἀρκετό καιρό. Ἀνθρωπίνως κάναμε ὅ,τι περνάει ἀπό τό χέρι μας. Φέραμε γιατρούς, κάναμε προσευχές. Τί μπορῶ νά κάνω ἐγώ πιά ἀπέναντι στόν δαίμονα, ἅγιε ἀδελφέ μου;» μπόρεσε νά ψελλίσει ἡ ἡγουμένη – περίμενε νά τήν καταλάβει καί νά τήν δικαιολογήσει τουλάχιστον ὁ ἀδελφός της.
«Τί μπορεῖς νά κάνεις;» ἔκανε μέ ἀπορία ἐκεῖνος. «Τόσα χρόνια στό μοναστήρι καί δέν ἔμαθες; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν μᾶς ἔδωσε ἐξουσία, σ’ ἐμᾶς τούς μαθητές καί ἀκολούθους Του, «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων, καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ;» Λοιπόν, δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε;» Ἡ ἡγουμένη ἀμίλητη, ντροπιασμένη, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, σταμάτησε νά μιλάει. Παρακολουθοῦσε ἀπό δῶ καί πέρα τόν ἀδελφό της, τόν ἐπίσκοπο Ἀδέλφιο, νά ἐπιβεβαιώνει τή φήμη πού εἶχε τοῦ ἁγίου. Ἐκεῖνος μέ σταθερά βήματα προχώρησε πρός τή μεριά τῆς κυλιόμενης στά χώματα καλόγριας, ἡ ὁποία σάν νά κατάλαβε κάτι, προσπάθησε νά σηκωθεῖ καί νά ἀρχίσει τίς μετάνοιες καί τά προσκυνήματα ἀπέναντί του. Τό δαιμόνιο ἔβλεπε τό ἐπερχόμενο... τέλος του καί πῆγε νά τήν κάνει νά φύγει. «Στάσου!», τῆς φώναξε ἐκεῖνος μέ φωνή ἐπιτακτική, ἄπλωσε τά χέρια του κι ἔπιασε τό κεφάλι της, κι ἄρχισε μέ θέρμη ψυχῆς νά προσεύχεται στόν Κύριο.
Τό θαῦμα τό εἶδαν ὅλοι:  ὁ δαίμονας πού τήν κυριαρχοῦσε, μήν ἀντέχοντας τήν προσευχή τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου, ἀφοῦ λίγο τήν τάραξε, ἔφυγε. Ἡ καλόγρια ἀπελευθερώθηκε, ἡσύχασε, γονάτισε μέ δάκρυα στά μάτια καί φίλησε μέ αἴσθηση ψυχῆς τά ὑποδήματα τοῦ ἁγίου. Σηκώθηκε σέ λίγο καί εἰρηνεμένη πῆγε κι ἔβαλε μετάνοια καί στήν ἡγουμένη της. Παρ’ ὅλα τά δάκρυά της, ἡ Γερόντισσα μπόρεσε νά δεῖ τό γαλήνιο βλέμμα τῆς ὑποτακτικῆς της. Ἔπρεπε τώρα νά γαληνέψει καί ἡ δική της ψυχή. Λίγη ὥρα ἀργότερα, στό κελλάκι πού χρησιμοποιεῖτο γιά τήν ἐξομολόγηση, γονατιστή μπρός στόν ἀδελφό της, τόν ἅγιο ἐπίσκοπό της, συντετριμμένη κατέθετε τά κρίματά της, ἐκεῖνα πού κρυμμένα καί ἀθέατα μέσα της τήν ἔκαναν ν’ ἀδυνατεῖ νά βγάλει τά... δαιμόνια, ἐκεῖνα ἀκόμα πιό πολύ πού τῆς ἔκρυβαν τή βαθειά εὐθύνη πού εἶχε ἀπέναντι στίς ὑποτακτικές καί ἀδελφές της...
(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 128)