Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: "ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΕ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ"

 
 
ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ (σέ λίγες ἡμέρες...)
Ἡ «Μαθητεία σέ συγχρόνους ἁγίους Γέροντες», μέ τή δεύτερη βελτιωμένη καί ἐπαυξημένη ἔκδοσή της, θά δώσει καί πάλι τήν ἀφορμή σέ χριστιανούς ἀδελφούς νά ἔλθουν σέ ἐπαφή, (μέσω ἁγίων τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως τῶν ὁσίων Παϊσίου ἁγιορείτου, Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ἰακώβου Εὐβοέως, Γέροντος Ἐφραίμ Κατουνακιώτου κ.ἄ.), μέ καίρια καί κρίσιμα πιστεύουμε θέματα τῆς ἐν Χριστῷ πίστης καί ζωῆς, τά ὁποῖα προσφέρονται μέ ἁπλό τρόπο καί προκαλοῦν ἴσως τόν πιό ἀπαιτητικό ἀναγνώστη νά ἀναζητήσει τίς ἴδιες τίς πηγές τῆς πίστης μας, τήν Ἁγία Γραφή δηλαδή καί τήν Πατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας… Ὅ,τι γράψαμε συνιστᾶ σχολιασμό τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἐμπειρίας τῶν μεγάλων αὐτῶν μορφῶν…
 

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Μπρός στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης! (Ι. Ναός Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς)


Μπρός στον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης!
(του φιλόλογου Στάθη Παππά)
 
Μπρός στην προτομή του άγιου*  έγειρα γονατιστός,
και στο βάθος της καρδιάς μου*  ήρθ’ ο λόγος του ζεστός:
 
«Δεκατέσσερα διαβήκαν*  χρόνια – για να θυμηθώ!
του Τζαννή μεράκι ήταν*  του Βασίλη μας θαρρώ! –
που με στήσατε δω πάνω*  σά βιγλάτορα πιστό,
θύμησες πικρές να φέρνω*  των προσφύγων τον καημό.
Τότε που της ξενιτιάς η ανάγκη*  από τούρκικο σπαθί,
μας ξερίζωσε τα σπλάχνα* - Σμύρνη σύ, πατρώα γη.
Ράγισε τον βράχ’  ο πόνος*  έπιασε τον οδυρμό,
τόν εμάζεψε η μάρτυς*  που ‘χει σπίτι τον Σταυρό.
Με της προσφυγιάς το αίμα*  κτίσθη τούτος ο Ναός,
γι’  αλησμόνητες πατρίδες*  στήθη τούτος ο βωμός.
Τους ανθρώπους θωρώ τώρα*  που περνάνε βιαστικά,
απ’ το πλάι με κοιτάζουν*  ίσια βλέπω την καρδιά.
Χαίρομαι με τη χαρά τους*  δόξα λέω στον Χριστό,
όπως και τη λύπη βλέπω*  της καρδιάς τον στεναγμό.
Το χειρότερο απ’  όλα*  που μου καίει την ψυχή,
είναι των Ρωμιών η λήθη*  μνήμη χέρσα κι αδειανή.
Για τη Ρωμιοσύνη πάψαν*  να μιλάνε οι πολλοί,
για του Γένους μας τα πάθια* - της Πατρίδας τη στολή.
Πώς το δέντρο θα υψώσει*  τον κορμό του τον γερό,
αν τη ρίζα του την κόψεις*  και ξεράνεις τον χυμό;
Όπως και καλά το λένε*  για τα έθνη, τους λαούς,
αν τους πρόγονους ξεχάσουν*  παρομοιάζουν με νεκρούς.
Αδελφοί μου αγαπημένοι*  κάνω έκκληση  ιερή,
τούτ’  η σύναξη ας γίνει*  νύξη μνήμης, προσευχή».
 
Σαν να σιώπησε ο άγιος*  κι είχε βλέμμα ιλαρό,
δύο δάκρυα τού βγήκαν*  που ποτίζαν ‘να Σταυρό.
 
 
 
 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ




«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).

α. Μέσα στο κλίμα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού η Εκκλησία μας επιμένει να μας υπενθυμίζει, με την επιλογή των αναγνωσμάτων της, ότι άλλος τρόπος για να ζήσει κανείς την εν Χριστώ ζωή από τη συσταύρωση με τον Κύριο δεν υπάρχει. Αυτό συνιστά την ακολουθία του Χριστού, που οδηγεί στην εύρεση της αληθινής ζωής. Τυχόν απόρριψη του Χριστού θα σημάνει μεν την ελευθερία του ανθρώπου ως δυνατότητα αυτοκαθορισμού του ερήμην του Θεού, αλλά θα αποτελεί ταυτόχρονα την καταστροφή του ίδιου, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που επιλέγει ως ζωή την αυτοκτονία. Η προτροπή μάλιστα του Κυρίου, που προκαλεί τη βούληση του ανθρώπου να Τον ακολουθήσει, κάτω βεβαίως από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ακούγεται ως η πιο παρήγορη φωνή που έχει ακουστεί ποτέ για τον άνθρωπο, διότι ενώ του αποκαλύπτει την τραγικότητα της πορείας του, του δείχνει ταυτόχρονα τον δρόμο της υπέρβασης και της σωτηρίας του. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».
 
β. 1. Ο Κύριος δεν παίζει με τον άνθρωπο ούτε θέλει να τον εκμεταλλευτεί. Μία τέτοια στάση ακολούθησαν και ακολουθούν όλοι εκείνοι οι κατακτητές ή οι δημαγωγοί, σε όλους τους αιώνες, οι οποίοι είτε με τον φόβο είτε με την κολακεία θέλησαν να έχουν τον λαό υποχείριό τους, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα άνομα σχέδιά τους, που δεν ήταν άλλα από την ικανοποίηση των παθών τους. Ο Κύριος μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του προς τον άνθρωπο, τέτοιας που Τον οδήγησε  πάνω στον Σταυρό, μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε, που σημαίνει αφενός ότι η πορεία μας μακριά από Εκείνον είναι λανθασμένη, αφετέρου ότι ο Ίδιος είναι η σωτηρία μας.
 
2. Η ακολουθία του Κυρίου συνιστά βεβαίως μία χαρισματική κατάσταση, με την έννοια ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δύναμη και τη χάρη του Ίδιου, όπως σε άλλο σημείο θα επισημάνει: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Διότι πέραν του ότι ο άνθρωπος θολωμένος και τραυματισμένος από την αμαρτία του και την υποδούλωσή του στον διάβολο αδυνατούσε να δει την αλήθεια της σωτηρίας του – ποιος ήταν ο Θεός του – αδυνατούσε πολύ περισσότερο και να πραγματοποιήσει το οποιοδήποτε βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται και όχι μόνο του ανοίγει τα μάτια για να δει τον ορθό προσανατολισμό του, αλλά τον εντάσσει μέσα στον εαυτό Του, ώστε με τη δική Του δύναμη να βρει τον βηματισμό του. Αν δεν συνέβαινε αυτό, αν ο Κύριος ερχόταν απλώς για να μας πει μόνοι μας να Τον ακολουθήσουμε, δεν θα διέφερε από τους άλλους τυράννους της ανθρωπότητας, και μάλιστα ακόμη περισσότερο: όντως θα «έπαιζε» μαζί μας, «διασκεδάζοντας» με τις αδυναμίες μας και την επίγνωση από εμάς αυτών των αδυναμιών.
 
 
3. Η ένταξή μας αυτή μέσα στον Κύριο, διά της οποίας και εισέρρευσαν σ’ εμάς οι δυνάμεις Του, ώστε κι εμείς να ζούμε σαν Εκείνον – το ακολουθείν τω Χριστώ – πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπησή Του και με  όλη βεβαίως τη ζωή Του, κυρίως όμως με τη Σταυρική Του θυσία. Διότι στον Σταυρό καταργήθηκε το σώμα της αμαρτίας και έτσι εν Χριστώ εισήλθαμε στη Βασιλεία του Θεού. Και ό,τι πια ο Χριστός μάς πρόσφερε και μας προσφέρει, δηλαδή την ίδια τη ζωή Του, μπορεί κανείς να αποκτήσει  και να γευτεί με την είσοδό του στην Εκκλησία και ζώντας τη ζωή της Εκκλησίας. Το βάπτισμα επομένως, το άγιο χρίσμα, η Θεία Ευχαριστία, μέσα στην ατμόσφαιρα της μετανοίας, είναι η δυνατότητα παροχής της ζωής αυτής του Χριστού στον άνθρωπο.
 
4. Η κλήση λοιπόν του Χριστού να Τον ακολουθήσουμε γίνεται, αφού έχει δώσει όλες τις δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Κι είναι σημαντική η επισήμανση ότι η κλήση αυτή γίνεται σε χρόνο διαρκείας: «ακολουθείτω μοι». Να ακολουθούμε τον Χριστό, πάντοτε και χωρίς διακοπές. Όπως είναι αδιανόητο το χέρι ή το πόδι σ’ ένα σώμα να μην ακολουθούν την κίνηση του σώματος, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδιανόητο για εκείνον που είναι μέλος πια Χριστού να μην ακολουθεί τον Χριστό. Μία διακεκομμένη ακολουθία λοιπόν του Χριστού – μία μαζί Του και μία όχι – συνιστά τη διψυχία που λέει ο άγιος Ιάκωβος, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ακαταστασία. Ο ίδιος ο Κύριος μάλιστα σε άλλο σημείο απεκάλυψε ότι κάθε μη ακολουθία Του δεν είναι στάση, που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση από το ίδιο σημείο, αλλά οπισθοδρόμηση και εναντίωσή Του. «Ο μη ων μετ’  εμού κατ’  εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’  εμού σκορπίζει». Ας φανταστούμε και πάλι ένα χέρι ή ένα πόδι πότε να είναι στο ρυθμό του σώματος και πότε να κτυπούν το σώμα ως κάτι το ενάντιο.
 
5. Ακριβώς λοιπόν πάνω σ’  αυτήν την αδιάκοπη ακολουθία του Χριστού, για να μην υπάρχουν οι αποκλίσεις που ακυρώνουν τη σωτηρία του ανθρώπου, έρχονται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ίδιος. Η δωρεά είναι δωρεά, αλλά όχι κατά τρόπο μαγικό.  Απαιτείται και η ανταπόκριση του ανθρώπου.
(1) Και πρώτη προϋπόθεση είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν». Όσο κι αν είναι εντελώς απαραίτητη η ακολουθία του Κυρίου – πιο απαραίτητη κι από τον ίδιο τον αέρα που αναπνέουμε – όμως ο Θεός δεν μας εκβιάζει. Μας δίνει την ώθηση, παρακολουθεί την πορεία μας, αλλά δεν μας υποκαθιστά. Τον τελευταίο λόγο για τη σωτηρία του δηλαδή τον έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Γι’  αυτό και ο πιστός  δεν μπορεί ποτέ  να εφησυχάσει και να επαναπαυθεί. Κι ο λόγος είναι γνωστός: ο Θεός μάς δημιούργησε ελεύθερους. Ας θυμηθούμε τα λόγια του σοφού και αγίου Γέροντος Πορφυρίου πάνω σ’  αυτό: «Ο Θεός δεν μας έδωσε απλώς ελευθερία. Χάραξε την ελευθερία μέσα μας». Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να είναι χριστιανός με τρόπο εκβιαστικό. Η χριστιανική πίστη αναπτύσσεται μέσα στον αέρα της ελευθερίας.
(2) Δεύτερη προϋπόθεση είναι η απάρνηση του εαυτού. «Απαρνησάσθω εαυτόν». Πρόκειται περί του εγωιστικού εαυτού, εκείνου που «τραβάει» τον άνθρωπο πάντοτε προς τα κάτω, στα πάθη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας. Και πρέπει να το εξηγήσουμε: ο Χριστός ναι μεν μας απάλλαξε διά της ενεργείας της χάρης Του από την αναγκαστική ροπή της αμαρτίας – κάτι που δίνεται στον άνθρωπο διά του αγίου βαπτίσματος – δεν μας κατήργησε όμως, όπως είπαμε, την ελευθερία. Το τρεπτό της θελήσεώς μας εξακολουθεί και υφίσταται, συνεπώς εναπόκειται σε εμάς αν θα επιβεβαιώνουμε τη ζωή μας ως ακόλουθοι του Χριστού ή ως ακόλουθοι των παθών μας. Το μεγαλύτερο εμπόδιο λοιπόν για να είμαστε χριστιανοί είναι αυτός ο «κακός» εαυτός μας, ο οποίος λειτουργεί ως πειρασμός διαρκώς στην πνευματική πορεία μας. Από την άποψη αυτή ο χριστιανός ασκεί ένα είδος βίας στον εαυτό του, τέτοιας που τον κάνει να μπορεί να βρίσκεται στα χνάρια του Κυρίου. Το βεβαίωσε άλλωστε ο Ίδιος: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Η ακολουθία λοιπόν του Χριστού προϋποθέτει μία συνεχή κίνηση του ανθρώπου, μία αδιάκοπη και στο έπακρο ενεργητικότητά του. Ποτέ με άλλα λόγια ο χριστιανός δεν μπορεί να είναι κοιμισμένος. Η νήψη, ως εγρήγορση, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Ακόμη και στις όποιες πτώσεις του στην αμαρτία, ο χριστιανός δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμος. Την ίδια στιγμή της πτώσης του, αν είναι χριστιανός, θα σηκωθεί και θα προχωρήσει. Διαρκής υπέρβαση του εαυτού λοιπόν η χριστιανική ζωή, γι’  αυτό και λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά στον πιστό. «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση».
(3) Και η τρίτη προϋπόθεση ακολουθίας του Κυρίου, κατά τον λόγο Του, είναι η άρση του σταυρού. «Και αράτω τον σταυρόν αυτού». Πρόκειται για τη συσταύρωσή μας με Εκείνον, όπως το διατυπώνει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρακάμψουμε τον σταυρό, ακολουθώντας τον Κύριο, αφού ο Σταυρός υπήρξε το κύριο γνώρισμα της ζωής Του, απαρχής μέχρι τέλους. Τι σημαίνει όμως άρση του σταυρού; Με το δεδομένο ότι ενούμενοι με Εκείνον διά των μυστηρίων ο Σταυρός γίνεται «δομικό» στοιχείο της ύπαρξής μας, απαιτείται στη συνέχεια η ενεργοποίηση αυτής της σταυρικής κατάστασης στην καθημερινότητά μας. Κι αυτό σημαίνει ζωή, κατά το πρότυπο του Κυρίου, απόλυτης υπακοής στον Θεό, θυσιαστικής αγάπης στον συνάνθρωπο, ταπείνωσης ως προς τον εαυτό. Με άλλα λόγια, αίρω τον σταυρό μου, δηλαδή συσταυρώνομαι με τον Κύριο, θα πει: κάνω κέντρο της ζωής μου το θέλημα του Θεού, άρα αγαπώ Εκείνον και την εικόνα Του τον άνθρωπο, κι αυτό με τη βεβαιότητα ότι απλώς πορεύομαι στη φυσιολογία της ζωής μου: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα υμίν, λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν».
 
γ. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος δίνοντας τον ορισμό του αληθινού μοναχού λέει ότι «μοναχός εστι βία φύσεως διηνεκής». Αλλά συνειδητοποιούμε ότι το ίδιο ισχύει και για κάθε χριστιανό. Η χριστιανική πίστη μάς καλεί σε μία συνεχή, όπως είπαμε, υπέρβαση του εαυτού μας, για να βρισκόμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της χαρισματικής παρουσίας του Κυρίου μας. Όποιος είπε ότι ο χριστιανισμός είναι εύκολη υπόθεση, μάλλον είναι άγευστος της χριστιανικής ζωής. Το παρήγορο όμως είναι ότι κι αν κάπου αποκλίνουμε, αν στην καθημερινή ζωή μας βλέπουμε το πόση αδυναμία παρουσιάζουμε στην πλήρη ακολουθία του Χριστού, όμως δεν απελπιζόμαστε. Η πτώση μας, αν μας οδηγεί σε ταπείνωση και επίγνωση των αδυναμιών μας, λειτουργεί ανυψωτικά, γιατί και εκεί έρχεται ο Κύριος, ο Οποίος μας προσφέρει πολλαπλασίως τη χάρη Του. Το θέμα είναι μήπως ακολουθούμε δαιμονική οδό: να αμαρτάνουμε και να καυχόμαστε γι’  αυτό.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ


 

«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου η σημερινή εορτή της σύναξης των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό. Θυμίζουμε: μετά τη Γέννηση του Κυρίου εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, μετά τη Βάπτιση του Κυρίου, η σύναξη του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετά την Πεντηκοστή, η σύναξη για τον Άγιον Πνεύμα. Το ίδιο λοιπόν και εδώ: ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακαρία δυάς∙ υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε, ότι την της κτίσεως πάσης υπερέχουσαν εβλαστήσατε». «…το ζεύγος το άγιον, η ξυνωρίς η αγία, Ιωακείμ και Άννα», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή: μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας – ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια – και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως – ο άνθρωπος μπορεί πια να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου. Αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι. Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών» (Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας). Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο: της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία: ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη: η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ: ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας


Τό θέμα τῆς πίστης στόν Θεό εἶναι τεράστιο καί ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τήν ποιότητα τῶν λογισμῶν μας: ἀπό τό τί λογισμούς καλλιεργεῖ κανείς φαίνεται ἄν εἶναι πιστός στόν Χριστό, ὀλιγόπιστος ἤ ἀκόμη καί ἄπιστος. Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πάλι, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖ καί ἔχει γράψει πολλά γιά τό θέμα τῶν λογισμῶν, (ὅπως καί ὅλοι ἀσφαλῶς οἱ νηπτικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας), τόσο πού θά μποροῦσε κανείς νά ἐκπονήσει σχεδόν καί διδακτορική διατριβή πάνω στά λόγια του, συνήθιζε νά ἐπαναλαμβάνει καί τά παρακάτω ἀξιοσημείωτα:
«Πρέπει πάντοτε νά προσέχουμε καί νά ἔχουμε μία συνεχή ἀμφιβολία γιά τό ἄν τά πράγματα εἶναι ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε. Γιατί, ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του καί τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός… Πρέπει νά ἔχουμε καλούς λογισμούς. Ἄν δέν ἔχουμε, τότε καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος νά εἶναι γέροντάς μας καί νά κάνει συνέχεια θαύματα, δέν θά μπορέσει σέ τίποτα νά μᾶς βοηθήσει»!
1. Εἶναι τά πράγματα πάντοτε ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε;
Ὁ ὅσιος μᾶς καλεῖ νά προσέχουμε καί νά ἀμφιβάλλουμε γιά τήν ὀρθότητα τῶν λογισμῶν καί τῶν σκέψεών μας. Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἱστορία τόν ἐπιβεβαιώνουν περίτρανα. Πόσες φορές δέν συναντᾶμε ἀνθρώπους, πού γεμᾶτοι ἀπό κατήφεια καί μελαγχολική διάθεση προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν πόσο μαύρη εἶναι ἡ ζωή τους, γιατί ὅλα τούς πᾶνε ἀνάποδα, ὅλοι τούς ἐχθρεύονται καί τούς ὑπονομεύουν, οἱ ἴδιοι πονᾶνε παντοῦ καί πάσχουν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες, τά οἰκονομικά τους βρίσκονται σέ μεγάλη στενότητα!  Πού σημαίνει ὅτι πρόκειται μᾶλλον γι’ ἀνθρώπους πού ἡ ἀπαισιοδοξία τούς ἔχει καταβάλει καί πού ἐκφράζουν αὐτούς πού ὁ λαός μας λέει ὅτι «βλέπουν τό ποτήρι ὄχι μισογεμᾶτο, μά μισοάδειο». Θυμίζει ἡ περίπτωσή τους τούς ὀπαδούς τῆς φιλοσοφίας τοῦ ἀθέου ὑπαρξισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκκινώντας ἀπό τά φοβερά γεγονότα πού ἐκτυλίχτηκαν κατά τόν 20ό αἰώνα – παγκοσμίους πολέμους, αὔξηση ἐγκληματικότητας, ἔξαρση ναρκωτικῶν – τόνιζαν καί τονίζουν ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε καλό στόν πλανήτη μας, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός «κόσμος» πού εἶχαν δώσει οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στόν κόσμο μας, δηλαδή ὅτι εἶναι κόσμημα: κάτι πού ἔχει τάξη καί ὀμορφιά, δέν ἰσχύει, ὅτι ἡ μόνη βεβαιότητα εἶναι ὁ φόβος πού φωλιάζει στόν ἄνθρωπο καί ἡ συνακόλουθη ἀνασφάλεια.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, στόν ἀντίποδα, μπορεῖ νά συναντήσουμε ἁγίους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ζοῦν στόν ἴδιο μέ τούς παραπάνω κόσμο, μά ἡ διάθεσή τους εἶναι παντελῶς διαφορετική: ἔχουν μία πνευματική ἰσορροπία καταπλήσσουσα, εἶναι γαληνεμένοι καί εἰρηνικοί στή ζωή τους, τό ἄγχος καί ἡ ἀνασφάλεια εἶναι ξένες πρός αὐτούς καταστάσεις, κι ἀκόμη: ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία φαίνεται καθαρά ὅτι διακατέχουν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο. Κι ὄχι βεβαίως γιατί δέν ζοῦν κι αὐτοί στιγμές ἤ περιόδους μεγαλύτερες μέ θλίψη, στενοχώρια, φόβο ἤ ἀνασφάλεια – στοιχεῖα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου μας -, ἀλλά δέν εἶναι αὐτά πού καθορίζουν τή ζωή τους, δέν σφραγίζεται δηλαδή αὐτή μέ μία ἀρνητική θεώρηση τῆς ζωῆς, μέ φιλοσοφικές μάλιστα μερικές φορές προϋποθέσεις, κι αὐτό γιατί τά θεωροῦν ὑπό τό πρίσμα τῆς πίστης στόν Θεό, ὡς δηλαδή παραχώρηση καί διαπαιδαγώγηση Ἐκείνου προκειμένου νά ἀσκηθοῦν στήν ὑπομονή καί νά ὁδηγηθοῦν ἔτσι σέ μεγαλύτερη τελειότητα (βλ. Ἰακ. 1,2).
2. Πίστη: ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας.
Τί εἶναι ἐκεῖνο λοιπόν τό ὁποῖο προκαλεῖ τίς διαφορετικές θεωρήσεις, ὥστε ἄλλοι νά τά βλέπουν ὅλα μαῦρα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, καί ἄλλοι νά τά βλέπουν πλημμυρισμένα στό φῶς, ἐνῶ καί οἱ μέν καί οἱ δέ βρίσκονται κάτω ἀπό τόν ἴδιο παρονομαστή, τή ζωή αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Ἐκεῖνο πού διαφοροποιεῖ τούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία βλέπουν τόν κόσμο καί τή ζωή. Καί τήν ὀπτική αὐτή γωνία τή δημιουργεῖ ἡ ὑπάρχουσα ἤ ὄχι πίστη τους στόν Θεό. Ὁ καθένας βλέπει τόν κόσμο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Ἄν ἡ ψυχή εἶναι δεμένη μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ καί φωτίζεται ἀπό Αὐτόν, τότε μπορεῖ νά ἐπισημάνει τήν παρουσία Του σέ κάθε τι ἀπό τή δημιουργία, ὁπότε βλέπει τό νόημα τῶν πραγμάτων καί ἔχει λόγους νά χαίρεται. Ἄν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στόν Θεό ἤ γενικῶς παρουσιάζει μία λειψή πίστη, αὐτό πού ὀνομάζουμε ὀλιγοπιστία, τότε τόν κόσμο θά τόν δεῖ μέ τά κυριαρχημένα ἀπό τά πάθη του καί τίς ἀνασφάλειές του μάτια τῆς ψυχῆς του, ὁπότε ὁ χρωματισμός τοῦ κόσμου θά γίνει ἀνάλογος: ὅλα κακά καί ἄσχημα.
Ἡ σύγχρονη ψυχολογία ἔχει ἐπισημάνει τήν ἀλήθεια αὐτή πρό πολλοῦ, ὅταν χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο προβολή, γιά νά ἑρμηνεύσει τούς χαρακτηρισμούς καί τίς ἀξιολογήσεις τῶν ἀνθρώπων σχετικά μέ τή ζωή τους καί τόν κόσμο πού τούς περιβάλλει. Ὑποστηρίζει δηλαδή ὅτι ὅταν προβαίνουμε σέ κάποια ἀξιολόγηση ἑνός γεγονότος ἤ μιᾶς καταστάσεως, στήν πραγματικότητα προβάλλουμε πρός τά ἔξω ὅ,τι κυριαρχεῖ στόν ἐσωτερικό μας κόσμο: ἄν ὁ κόσμος μας αὐτός εἶναι ἰσορροπημένος, ἰσορροπημένα θά βλέπουμε καί τά γύρω μας· ἄν ὑπάρχει κάποια ἐμπλοκή μέσα μας, τήν ἐμπλοκή αὐτή θά προβάλλουμε καί πρός τά ἔξω. Γι’ αὐτό καί οἱ κρίσεις μας τίς περισσότερες φορές εἶναι ἐπισφαλεῖς καί ὑπό ἀμφισβήτηση: ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπό τό τί κυριαρχεῖ μέσα μας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τή σχέση αὐτή μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ κόσμου ἀπό πλευρᾶς ἀξιολόγησης τήν κατέγραψε μέ τή φράση: «πάντα καθαρά τοῖς καθαροῖς» (Τίτ. 1, 15). Ὅλα εἶναι καθαρά γι’ αὐτούς πού εἶναι καθαροί στήν ψυχή. Ἡ ἐπισήμανση ἔτσι τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στόν κόσμο συνιστᾶ ταυτοχρόνως καί φανέρωση τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στή δική μας ψυχή. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ὁ νεώτερος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μέ πολύ διεισδυτικό τρόπο καί ἀμεσότητα, ὡς ἑξῆς καταγράφει τήν παραπάνω ἀλήθεια:
«Ἤξευρε γάρ πῶς, ὅταν ἀριστερῶς λογιάσῃς κανένα κακόν τοῦ ἀδελφοῦ σου, εἶναι κάποια ρίζα τοῦ αὐτοῦ κακοῦ καί εἰς τήν καρδίαν τήν ἐδικήν σου· ἥτις, κατά τήν διάθεσιν, καί τό πάθος, ὁποῦ ἔχει, ἔτσι ἐμπαθῶς κρίνει καί τά τῶν ἄλλων, ὡς γέγραπται. “Ὁ πονηρός ἄνθρωπος, ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας ἐκβάλλει τά πονηρά” (Ματθ. ιβ΄ 35). Διατί, κατά ἄλλον τρόπον, ἕνας καθαρός καί ἀπαθής ὀφθαλμός, ἀπαθῶς βλέπει καί τά πράγματα, καί ὄχι πονηρῶς. “Καθαρός ὁ ὀφθαλμός τοῦ μή ὁρᾶν πονηρά” (Ἀββακ. α΄13). Ὅθεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς τόν λογισμόν σου νά κρίνῃς ἄλλους διά κανένα ἐλάττωμα, ἀγανάκτησε κατά τοῦ ἑαυτοῦ σου, ὡς πταίστου, καί ἐργάτου τοῦ ἰδίου σφάλματος, καί εἰπέ εἰς τήν καρδίαν σου· “Πῶς ἐγώ ὁ ταλαίπωρος, εὑρισκόμενος εἰς τό ἴδιον σφάλμα, καί εἰς ἄλλα βαρύτερα ἐλαττώματα, θέλω ἀποτολμήσει νά ὑψώσω τήν κεφαλήν, διά νά ἰδῶ, καί νά κρίνω τῶν ἄλλων τά σφάλματα;” Καί οὕτω, τά ἅρματα, ὁποῦ θέλεις νά μεταχειρισθῇς κατά τῶν ἄλλων μεταχειρίσου τα κατά σοῦ διά νά δώσῃς ἰατρείαν εἰς τάς πληγάς σου».
Ἀπό τήν πατερική μας παράδοση εἶναι πολύ γνωστό ἐν προκειμένῳ τό περιστατικό πού διασώζει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, κατά τό ὁποῖο τρεῖς διερχόμενοι ἀπό ἕναν δρόμο ἄνθρωποι τό σούρουπο καί βλέποντας κάποιον νά περιμένει στή γωνία, ἔκαναν τρεῖς διαφορετικές σκέψεις γι’ αὐτόν: ὁ ἕνας σκέφτηκε ὅτι πρόκειται γιά κλέφτη, πού περιμένει τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά κλέψει τά σπίτια· ὁ ἄλλος σκέφτηκε ὅτι περιμένει τή φίλη του, γιά νά πᾶνε νά πορνέψουν· καί ὁ τρίτος ἔκανε τή σκέψη ὅτι περιμένει τόν φίλο του, γιά νά πᾶνε στήν ἀγρυπνία τῆς παρακείμενης Ἐκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι στό περιστατικό ἔχουμε ἀνάγλυφη τήν περίπτωση τοῦ φαινομένου τῆς ψυχολογικῆς προβολῆς: ὁ καθένας ἑρμήνευσε τά πράγματα σύμφωνα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του.
Τά πράγματα γίνονται ἀκόμη τραγικότερα βέβαια, μέ αὐτό πού λέει ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πού ἀποτελεῖ ὄντως σπουδαία πνευματική πραγματικότητα: ὅτι ὅταν κανείς ἐπιμένει σέ λανθασμένους λογισμούς, τότε δέν ἔχουμε ἁπλῶς μία διαστρεβλωμένη θεώρηση τῶν πραγμάτων, δέν εἶναι δηλαδή μόνο θέμα τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἀλλά ἔχουμε καί ἀλλοίωση ἐπί τά χείρω τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, διαστρέβλωση τοῦ ἴδιου τοῦ ψυχισμοῦ του καί τοῦ παθητικοῦ μέρους του: ὁ ἄνθρωπος καί ἀγαθός νά εἶναι ἐκ φύσεως γίνεται πονηρός, μέ τή συνδρομή ἀσφαλῶς καί τοῦ διαβόλου. «Ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του και τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός…». Ὅτι μέ τήν ἐπισήμανση αὐτή ἀναδεικνύεται ὁλοφάνερα ἡ ἀνάγκη γιά ἐπιμονή στούς καλούς λογισμούς, ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπακοῆς ὡς ἄρνησης τῆς ἐμπιστοσύνης στό ἴδιον ἐγώ καί οἰκείωσης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ κυρίως μέσω τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, εἶναι  ἐντελῶς περιττό καί νά ποῦμε.
3. Τό αὐτονόητα πρακτέον: ἡ καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν.
Τό τί πρέπει λοιπόν νά κάνουμε εἶναι αὐτονόητο: νά ἀγωνιζόμαστε ὡς πιστοί στήν καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν. Νά ἀρχίσουμε δηλαδή συστηματικά νά βλέπουμε τόν κόσμο, τούς συνανθρώπους, τόν ἑαυτό μας, τή φύση ὄχι μέ τά μάτια τοῦ ἐμπαθοῦς ψυχισμοῦ μας, ἀλλά μέ τά μάτια πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ ἁγία Ἐκκλησία Του. Νά ἐφαρμόζουμε δηλαδή τό πατερικό λόγιο «μή, Κύριε, τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν θέλημα γινέσθω». Κι αὐτό πιό συγκεκριμένα σημαίνει:
- νά ἐπιμένουμε στήν αἴσθηση καταρχάς τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ μας. Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἡ πιό φυσική λοιπόν σκέψη καί αἴσθηση τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νά βλέπει καί νά νιώθει τήν παρουσία Ἐκείνου στά πάντα. «Ὅτι ἐξ Αὐτοῦ καί δι’Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται». «Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»·
- νά συνηθίσουμε νά βλέπουμε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στό πρόσωπο τῶν συνανθρώπων μας. Ὅ,τι κι ἄν εἶναι ὁ συνάνθρωπος κι ὅ,τι κι ἄν κάνει, δέν παύει νά ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μυστική παρουσία Ἐκείνου. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).
- νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε καί τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό σέ σχέση ἄμεση μέ τόν Χριστό: ἀποτελοῦμε ὡς βαπτισμένοι στό ὄνομά Του, πέρα ἀπό εἰκόνες Του, καί μέλη τοῦ σώματός Του, κατοικητήριά Του, ναούς τοῦ ἁγίου Πνεύματός Του.
Ἡ συστηματική καλλιέργεια τῶν λογισμῶν αὐτῶν, (ἐννοεῖται μέ ὁρμητική διάθεση τῆς ψυχῆς), δέν μᾶς ὁδηγεῖ σέ χώρους οὐτοπίας – δέν μᾶς βγάζει ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἴσα-ἴσα μᾶς προσγειώνει στήν καθαυτό ἀλήθεια, ἀφοῦ μᾶς κάνει νά μή μένουμε στήν ἐπιφάνεια τῶν γεγονότων καί τοῦ κόσμου, ἀλλά νά βλέπουμε τό βάθος τους. Ἄλλωστε ποιός ἄλλος γνωρίζει καλύτερα τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό τους, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Ὅταν λοιπόν μᾶς προσανατολίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σ’ αὐτήν τήν ὅραση τῶν πραγμάτων, ποιός θά ‘ναι ἐκεῖνος, ἐκτός ἀπό τόν ἄπιστο ἄνθρωπο, πού θά τήν ἀμφισβητήσει;
Ὁ ὅσιος Παΐσιος, βλέπουμε στό παρατεθέν ἀρχικό κείμενο,  ἐπισημαίνει πώς ἄν δέν κινούμαστε ἔτσι, μέ τόν τρόπο πού λέει δηλαδή ὁ Χριστός καί ἡ ἀποκάλυψή Του, τόσο διαστρεβλώνεται ἡ ψυχή μας, ὥστε καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος νά εἶναι γέροντάς μας, σάν τόν ἅγιο Ἀντώνιο, σέ τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει!
Τά πράγματα λοιπόν εἶναι μονόδρομος: ἡ ὀρθή πίστη μας στόν Θεό καί στόν Χριστό. Ἤ θά αὐξάνουμε τήν πίστη μας γιά νά συνδεόμαστε μέ Ἐκεῖνον καί τήν Παναγία Τριάδα, θεωρώντας τά πάντα κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἤ θά ταλαιπωρούμαστε ἀπό τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀπιστία μας, βουλιάζοντας μέσα στήν ἀνισορροπία τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας, γενόμενοι ἕρμαια τοῦ διαβόλου. Στήν πραγματικότητα αὐτό σημαίνει ἐπιλογή μεταξύ Παραδείσου καί κόλασης!

 

 

 

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ


Ὁ χρόνος, κατά τήν πίστη μας, ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά μετανοήσει. Ὅ,τι ζητεῖται ἐντέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάνοιά του. Καί μετάνοια σημαίνει νά ἀπομακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό καί νά στραφῶ πρός τόν Θεό μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματός Του. Πῶς θά μάθω ὅμως μέ ἀκρίβεια τί εἶναι ἁμαρτία καί ποιό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἀκριβῶς στό σημεῖο αὐτό ἔχει κατεξοχήν τή θέση της ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ τή μελέτη τοῦ αἰώνιου βιβλίου φωτίζεται ὁ σκοτισμένος ἀπό τήν ἁμαρτία νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἀρχίζει ὁ πιστός νά βλέπει γύρω του καθαρά: ποιό εἶναι τό ἀληθινό συμφέρον του, τί ζητᾶ ἀπό αὐτόν ὁ Θεός, ποιό εἶναι τό οὐσιῶδες καί ποιό τό ἐπουσιῶδες στή ζωή. 
Γιά τό θέμα τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχουν ἀσχοληθεῖ καί ἔχουν γράψει πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ ὅσιος Παΐσιος, μολονότι δέν εἶναι Δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἁγιασμένη ἐμπειρία του ἔχει κάτι σημαντικό νά μᾶς πεῖ. Ἄς τόν ἀκούσουμε καί ἄς τόν σχολιάσουμε. 
«Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική. Ἐκεῖ δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός. Καί ἐγώ διαβάζω μερικές φορές καί δέν κατανοῶ κάτι. Καταλαβαίνω μόνο ὅτι ἐδῶ κάτι καλό λέει. Ὅμως φαίνεται ὅτι αὐτό το καλό δέν εἶναι γιά μένα κι ἔτσι τ’ ἀφήνω. 
Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε. Στά σπίτια μας ἔχουμε μεγάλες βιβλιοθῆκες, παίζουμε τή “Φιλοκαλία” στά δάχυλα, ὅμως ἀπό πράξη τίποτα. 
Ἕνας μουσουλμάνος, ἐδῶ, στά μέρη τῆς Θράκης, μιά μέρα διάβασε τό Εὐαγγέλιο, ἐνθουσιάστηκε καί ἐπειδή ἦταν καλοπροαίρετος, πίστεψε ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Κατάλαβε ὅμως ἀπ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο τρία μόνο πράγματα · ὅτι πρέπει: α) νά ἀγαπᾶ τόν Θεό καί νά εὔχεται πρός Αὐτόν συνέχεια, γιά νά τόν βοηθᾶ, β) νά ἀγαπᾶ τόν πλησίον του καί γ) νά κάνει ὑπομονή σ’ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει, γιά νά ὠφελεῖται ἡ ψυχή του. Αὐτά μόνο κατάλαβε, ἀλλά πῆγε καί βαπτίστηκε καί προσπαθοῦσε νά τηρεῖ αὐτά τά τρία πού κατάλαβε. 
Ὁ χότζας καί οἱ ἄλλοι μουσουλμάνοι, ἀνάμεσά τους καί οἱ συγγενεῖς, ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἀπό μουσουλμάνος ἔγινε χριστιανός, τοῦ κήρυξαν τόν πόλεμο καί δέν τόν ἄφηναν σέ ἡσυχία. Ἐκεῖνος ὅμως ἐφάρμοσε τά τρία πράγματα πού εἶχε καταλάβει. Προσευχόταν συνέχεια στόν Θεό, ἀγαποῦσε τούς πλησίον του καί ἔκανε καί ὑπομονή. Αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά κάνει τούς μουσουλμάνους νά θαυμάζουν τήν καλωσύνη του καί ν’ ἀρχίζουν νά πιστεύουν στόν Χριστό καί νά βαπτίζονται. Κι ἔτσι καί τόν ἑαυτό του βοήθησε καί τούς συνανθρώπους του. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἐπειδή δέν κάνουμε αὐτά πού γνωρίζουμε, ἀλλά γεμίζουμε συνέχεια τήν ψυχή μας μέ γνώσεις, μπερδευόμαστε καί δέν μποροῦμε οὔτε κἄν τόν ἑαυτό μας νά βοηθήσουμε καί νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τούς μάταιους λογισμούς. Οὔτε ἕνα “μουσουλμάνο” λογισμό δικό μας δέν μποροῦμε νά τόν κάνουμε “ὀρθόδοξο”». 
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 226-227).
1. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν κατανοεῖται μέ τή λογική· ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Ἡ προτροπή τοῦ ὁσίου εἶναι σαφής: «Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική». Γιατί ἄραγε; Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἕνα ἁπλό βιβλίο γραμμένο ἀπό ταλαντούχους ἔστω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στηρίχθηκαν στίς δυνάμεις καί τή φαντασία τους γιά νά τό γράψουν. Οὔτε ὅμως πρόκειται γιά ἕνα σοφό βιβλίο, πού ἀποτυπώνει τήν ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καί ἱστορίας. Τέτοια βιβλία, ἀνθρωπίνως σοφά καί ἐμπνευσμένα, ὑπάρχουν πολλά, εἶναι πιθανῶς πολλαπλῶς ὠφέλιμα, μά ὑπόκεινται πάντοτε στόν ἔλεγχο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λογική του μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς κριτήριο γιά νά τά δεχτεῖ ἤ νά τά ἀπορρίψει. 
Ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖ τό βιβλίο ἐκεῖνο, στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός διά τοῦ Πνεύματός Του ἐνέπνευσε πιστούς καί ἁγίους Του ἀνθρώπους, ὥστε νά ἀποτυπώσουν, μέ τίς δικές τους δυνάμεις ἀσφαλῶς, ὅσα Ἐκεῖνος ἔκρινε ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ’ ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1, 21). Εἶναι λοιπόν βιβλίο θεόπνευστο καί ὡς θεόπνευστο ἀπαιτεῖ τήν πίστη καί τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν κατανόησή του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πού διά τῆς λογικῆς καί μόνον θά θελήσει νά προσεγγίσει τήν Ἁγία Γραφή, οὐσιαστικά θά τή διαστρέψει. Ἀφοῦ γράφτηκε ἡ Ἁγία Γραφή ἐν Πνεύματι, ἄρα μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ καί νά κατανοηθεῖ. 
Καί πράγματι· ὅσοι μέχρι σήμερα θέλησαν στηριγμένοι στίς δυνάμεις τους νά ἑρμηνεύσουν τό θεόπνευστο αὐτό βιβλίο, ὁδηγήθηκαν στήν αἵρεση, στή διαστροφή δηλαδή τῆς ἀλήθειας. Διότι ἔθεσαν τόν δικό τους λόγο ὑπεράνω τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κρίνει τόν ἄνθρωπο· δέν κρίνεται ἀπό αὐτόν. Ἀπό τήν ἄλλη, ὅσοι προσήγγισαν μέ πίστη καί ταπείνωση τήν Ἁγία Γραφή ἔνιωσαν νά διανοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς καρδίας τους «τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς». Τελικῶς, τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός τοῦ ἀνθρώπου στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. 
«Γιά τήν κατανόηση τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν χρειάζεται ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, ἀφοῦ κατανοήσουμε τήν ἀληθινή σημασία τῶν κειμένων της, νά δεχθοῦμε ἀπό ἐκεῖ μεγάλη ὠφέλεια» (ἱερός Χρυσόστομος). 
Κι ἐπειδή τό Πνεῦμα αὐτό ἀποτελεῖ τήν ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχει σαφῶς ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πρό τῆς ἀναγνώσεως τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς στή Θεία Λειτουργία, ὁ ἱερέας ζητεῖ ἀπό τόν Θεό νά λάμψει στίς καρδιές τῶν πιστῶν καί νά διανοίξει τόν νοῦ τους γιά νά κατανοήσουν τά λόγιά Του: «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν…». Ὅλοι γνωρίζουμε ἄλλωστε τήν ἀντίδραση τῶν δύο μαθητῶν στό χωριό Ἐμμαούς μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: γεμᾶτοι θάμβος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μαζί τους καί τή γιά δεύτερη φορά τέλεση ἀπό Αὐτόν τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «ἐπιπλήττουν» τόν ἑαυτό τους λέγοντας: «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τά γραφάς;» (Λουκ. 24, 32).
Ὥστε στήν Ἁγία Γραφή «δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός». 
2. Ἁγία Γραφή: ἡ γραπτή παράδοση τῆς Εκκλησίας.
Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή κατανοεῖται ὀρθά μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας φανερώνει ὅτι τά κείμενά της δέν αὐτονομοῦνται. Μόνον στους αἱρετικούς Προτεστάντες ἔχουμε μιά αὐθαίρετη αὐτονόμηση καί ἀπολυτοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σάν νά εἶναι ἡ μοναδική πηγή τῆς ἀλήθειας. «Μόνη ἡ Γραφή» εἶναι τό βασικό τους δόγμα, πού ἀνοίγει βεβαίως, μαζί μέ τίς ἄλλες βασικές τους ἀρχές: «μόνη ἡ πίστη, μόνη ἡ χάρη», τόν δρόμο τῆς αὐθαιρεσίας καί τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ εὔκολη ὑπέρβαση τῆς αὐθεντίας τῆς Γραφῆς ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ὁδηγεῖ σέ ἄλλου εἴδους αὐθαιρεσίες, γεγονός πού ἱστορικά ἐπισημαίνεται μέ τήν καθιέρωση δογμάτων, (π.χ. τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἡ ἄσπιλη σύλληψη τῆς Θεοτόκου), ξένων πρός τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρία τῆς πρώτης καί ἑνωμένης στή συνέχεια μιᾶς Ἐκκλησίας. 
Γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας, πηγή τῆς ἀποκάλυψης εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί φορέας της τό ζωντανό σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν ὑπάρχει ἡ παράδοση τῆς ἀποκάλυψης, ἐνῶ τμῆμα τῆς παράδοσης αὐτῆς ἀποτυπώθηκε γραπτῶς καί ἀπετέλεσε τήν Καινή Διαθήκη. Ἡ Καινή Διαθήκη, μαζί μέ τήν προφητεία γι’αὐτήν, τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαρτίζουν τήν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή, ὡς προαναγγελία γιά τόν Χριστό (Π. Δ.) καί ὡς διακήρυξη τοῦ ἐρχομοῦ Του (Κ.Δ.), ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τή γραπτή παράδοση, ἡ ὁποία γιά νά κατανοηθεῖ ὀρθά ἀπαιτεῖ τό φῶς τῆς ὅλης ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού ὀνομάζεται Ἱερά Παράδοση. 
Κατά συνέπεια οὔτε μόνη ἡ Γραφή οὔτε μόνη ἡ Ἱερά Παράδοση, ὡς φορεῖς τῆς ἀποκάλυψης, μποροῦν νά μᾶς δώσουν τήν ἀλήθεια περί Χριστοῦ, ἀλλ’ ἡ Γραφή κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι μιά ἀλήθεια εἶναι γνησίως χριστιανική, ὅταν ἀφενός ἔχει στήριγμα στή Γραφή καί ἀφετέρου ἑρμηνεύεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση. Καί οἱ Προτεστάντες λοιπόν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐν προκειμένῳ, πού ἀπολυτοποιοῦν τόν ἕνα φορέα τῆς ἀποκάλυψης εἰς βάρος τοῦ ἄλλου, βρίσκονται ἐκτός τῆς ἀληθείας. 
3. Ὁ τρόπος μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Τό μέλος λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κάθε χριστιανός, εἶναι ὑποχρεωμένος νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά φωτίζεται καί νά ὀρθοποδεῖ στόν δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἡ μελέτη αὐτή χρειάζεται νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού ὑποδεικνύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ τρόπος αὐτός ἤδη ἐπισημάνθηκε προηγουμένως: νά γίνεται μέ πίστη καί μέ ταπείνωση. Χωρίς πίστη καί ταπείνωση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἑρμητικά κλειστός γιά τόν μελετητή του, καί μάλιστα λειτουργεῖ καί ἀρνητικά γιά τή ζωή του· τόν κάνει ὑπερήφανο καί χειρότερο. 
Ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση αὐτή ὁδηγοῦν τόν χριστιανό στό νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή ἔμπρακτα· μέ προσπάθεια ἐφαρμογῆς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Κι ἡ ἐφαρμογή αὐτή θά τοῦ ἀποκαλύπτει σταδιακά τόν Θεό στήν καρδιά του. Διότι ὁ Θεός φανερώνεται ὄχι στόν μελετητή, ἀλλά στόν τηρητή τοῦ θελήματός Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωά. 3, 24). 
«Μή λές, δέν γνωρίζω τό πρέπον καί ἑπομένως δέν ἁμαρτάνω πού δέν τό πράττω. Γιατί ἄν ἔκανες ὅσα καλά γνώριζες, θά σοῦ φανερώνονταν στή συνέχεια καί τά λοιπά, ὅπως βλέπεις καθώς προχωρεῖς τό ἕνα σπίτι μετά τό ἄλλο… Δέν σέ συμφέρει πρίν ἐργασθεῖς τά πρῶτα, νά μάθεις τά δεύτερα. Ἐπειδή ἡ γνώση φουσκώνει, δηλαδή φέρνει ὑπερηφάνεια ἐξαιτίας τῆς ἀργίας, ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ, γιατί ὑπομένει τά πάντα. Μελέτα τά λόγια τῆς θείας Γραφῆς μέ τήν πράξη καί μήν ἐπεκτείνεσαι σέ πολυλογία, ὑπερηφανευόμενος γιά σκέψεις θεωρητικές. Ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν πράξη καί βασίζεται σέ μιά ἁπλή γνώση, ἀντί γιά δίκοπο μαχαίρι κρατᾶ καλαμένιο ραβδί, τό ὁποῖο σέ καιρό πολέμου, κατά τή Γραφή, θά τοῦ τρυπήσει τό χέρι καί θά μπεῖ μέσα σ’αὐτό καί θά τοῦ βάλει τό φυσικό δηλητήριο προτοῦ τοῦ τό βάλουν οἱ ἐχθροί» (ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής). 
Τίς παραπάνω ἀλήθειες ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσιος Παΐσιος: «Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε». «Πρᾶξίς ἐστιν θεωρίας ἐπίβασις» κατά τούς Πατέρες. Ἀπό τήν πράξη προχωρᾶμε στή θεωρία καί τή γνώση. 
4. Ἡ ἱεραποστολή τοῦ μελετῶντος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Τά λεγόμενα τοῦ ὁσίου Παϊσίου μᾶς ἐπισημαίνουν καί μιά ἄλλη πτυχή τοῦ μελετητῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς· τήν ἱεραποστολική του δράση. Αὐτός πού ὀρθά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπιδρᾶ καί στούς γύρω του, πολλές φορές κατά τρόπο ἀνεπίγνωστο στόν ἴδιο. Ὄχι μόνο δηλαδή ἔχει τή δυνατότητα λόγω τῆς γνώσεως τῶν Γραφῶν νά φωτίζει καί τούς ἄλλους μέ τόν λόγο του, μετά τόν φωτισμό τόν δικό του, μά μέ τή φωτισμένη πιά ζωή του γίνεται ὁδοδείκτης καί γι’ ἄλλους συνανθρώπους του. «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων – εἶπε ὁ Κύριος - ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16). Ὁ ὅσιος Γέροντας μνημονεύει τόν μουσουλμάνο τῆς Θράκης. Ἐφάρμοσε ἐκεῖνος ὅ,τι κατάλαβε ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἡ συνέπειά του αὐτή ὁδήγησε σιγά-σιγά καί τούς ἄλλους μουσουλμάνους στήν πίστη στόν Χριστό.
Πρόκειται, πέρα ἀπό τόν παραπάνω λόγο τοῦ Χριστοῦ, καί γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο. Μελέτα, τοῦ γράφει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μένε σ’ αὐτόν καί ἡ προκοπή σου θά γίνεται φανερή σέ ὅλους. «Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπή φανερά ᾖ ἐν πᾶσι» (Α΄ Τιμ. 4, 15).
Ἄν εἴχαμε διάθεση γιά πραγματική σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν ἀγαπούσαμε τόν Θεό καί τόν λόγο Του, ἡ παρουσία μας στόν κόσμο καί τό περιβάλλον μας θά ἦταν καταλυτική. Ὄχι τόσο ὁ λόγος μας, ἀλλά κυρίως ἡ ζωή μας θά κέρδιζε τούς συνανθρώπους μας. Γιατί, ἁπλούστατα, θά τούς ἕλκυε καί θά τούς γοήτευε ἡ ἐκπεμπόμενη ἀπό ἐμᾶς χάρη τοῦ Θεοῦ.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ



«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών. Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις ημέρες  Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του, οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».
Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως δεύτερο καθαρό  φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’  ένα λόγο, ως «αυτόπτης και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι  δεν υπάρχει σημαντικότερο στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη:  οι απόστολοι δεν είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.
Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’  επαφή με τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε, προκειμένου να  θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο φρικτά από μαύρη λέπρα σ’  όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί, κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου, λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε χριστιανό τον Αύγαρο.
Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου  από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν  στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’  εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’  αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος.  Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.