Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

ΤΙ ΜΑΣ ΘΕΛΓΕΙ ΚΑΙ «ΚΟΛΛΑΜΕ» ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ;


Τί εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει ὅλους τούς χριστιανούς, ἀκόμη καί τούς «ἀσχέτους» καί ἀπομακρυσμένους ἀπό τήν πίστη, νά θεωροῦν τήν Παναγία ὡς τό κατεξοχήν ἀγαπητό πρόσωπο, ἐκεῖνο πού νιώθουν ὅτι τούς τραβᾶ σάν μαγνήτης καί δέν θέλουν νά «ξεκολλήσουν» ἀπ’ αὐτό;
Ὄχι ἀσφαλῶς τό μεγαλεῖο της πού τήν κάνει νά ὑπέρκειται ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀκόμη δέ καί τῶν ἴδιων τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀρχαγγέλων - ἕνα τέτοιο μεγαλεῖο τό μόνο πού προκαλεῖ εἶναι ἴσως ὁ φόβος καί ἕνα δέος πού σέ τελική ἀνάλυση μᾶς κάνει νά κλίνουμε γόνυ, γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἀλλιῶς· οὔτε ἐπίσης ἡ «παντοδυναμία» της, ἐκχωρισμένη ἀπό τόν Υἱό καί Θεό της, πού βαίνει παράλληλα πρός τήν παραπάνω μεγαλειότητά της καί τό ἀποτέλεσμα στό ὁποῖο ὁδηγεῖ· αὐτό πού «ἔχει» ἡ Παναγία μας καί μᾶς τραβᾶ καί μᾶς ἕλκει εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού συνιστᾶ τήν ἁγιότητά της, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού καταλαμβάνει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή της – «Κεχαριτωμένη» ἄλλωστε τήν προσφωνεῖ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ – εἶναι ἡ ἑλκτική δύναμη πού στρέφει καί τόν πιό «δύστροπο» πρός αὐτήν καί τόν κάνει νά νιώθει ἄνετα μαζί της, σάν τό μικρό παιδί πού νιώθει ἄνετα πάντοτε μέ τή μάνα του.
Στήν πραγματικότητα ἡ ἕλξη τῆς χάρης της εἶναι ἕλξη τελικῶς πρός τήν ταπείνωσή της. Γιατί τί εἶναι ἐκεῖνο πού «ἀναγκάζει» τόν Θεό νά προσφέρει τή χάρη Του, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Ἑαυτό Του, σ’ ἕνα πλάσμα Του, παρά μόνον τό στοιχεῖο πού ἀφήνει χῶρο γιά τή δική Του ἐγκατοίκηση σ’ αὐτό: τήν ταπείνωση τοῦ πλάσματός Του;  Ὅπου ὁ Θεός ἐπισημαίνει τήν ταπείνωση, ἐκεῖ κλίνει καί τή βούλησή Του, ἐκεῖ βρίσκει «τόπον καταπαύσεώς» Του. «Πρός τίνα ἐπιβλέψω, εἰ μή πρός τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί ἀκούοντά μου τούς λόγους καί τρέμοντα αὐτούς;» Διαρκῶς ἄλλωστε δέν τονίζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅτι «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν;» Μαγνήτης τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ ταπείνωση τό μοναδικό ἔδαφος στό ὁποῖο μπορεῖ νά φυτρώσει καί νά ἀναπτυχθεῖ καί ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως τό ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Γέροντας τοῦ ὁσίου Παϊσίου π. Τύχων: «ὁ Θεός εὐλογεῖ κάθε ἡμέρα τόν κόσμο Του, ὅταν ὅμως βλέπει ταπεινό ἄνθρωπο, τόν εὐλογεῖ καί μέ τά δυό Του χέρια».
Τήν πραγματικότητα αὐτή λοιπόν ἐπισημαίνουμε καί στό πάντιμο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἤδη ἀπό τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ἐξαγγέλλεται ἐν χάριτι ἀπό τήν ἴδια ὅτι ὁ Θεός «ἐπέβλεψε ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ». Καί ποιό τό χαρακτηριστικό τῆς ταπείνωσης πού φέρνει τή χάρη τοῦ Θεοῦ; Μά τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ἑτοιμότητα τῆς ὑπακοῆς πρός τό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου». Πρόκειται γιά ὅ,τι συνιστᾶ καί τό ἦθος τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ μας, ὅπως μᾶς τό ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του: «Τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅς ἐν μορφῂ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσεν, μορφήν δούλου λαβών…καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ». Στήν Παναγία μας βλέπουμε αὐτήν τήν ὑπακοή πού ἐπέδειξε ὁ Υἱός καί Θεός της, συνεπῶς τήν ἁγία ταπείνωσή Του καί τήν ἅγια χάρη Του.
Κι αὐτό τό ἦθος, τό ἦθος τῆς ταπείνωσης πού ἐκφράζεται ὡς ἀπόλυτη ὑπακοή στό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖνο πού δείχνει τό πῶς πράγματι τιμᾶται ἡ Παναγία στίς ἑορτές της, κατεξοχήν δέ στήν Κοίμησή της. Καλά τά ἐγκώμια καί ὅλες οἱ ἄλλες δοξολογικές φωνές ἀπέναντί της, ἀλλά ἄν δέν καταλήγουν στήν ἀκολουθία τοῦ ἤθους της, στό μαρτυρικό φρόνημα τῆς ταπείνωσής της, μᾶλλον δέν ἔχουν καμία σημασία πνευματική γιά ἐμᾶς. Γιατί μοιάζουν μᾶλλον μ’ αὐτό πού ἐπεσήμαναν οἱ προφῆτες, κυρίως δέ ὁ μέγας Ἡσαΐας, ὁ ὁποῖος γινόταν τό στόμα τοῦ Θεοῦ γιά νά λέει: «Ὁ λαός αὐτός μέ τό στόμα μέ τιμᾶ, ἐνῶ ἡ καρδιά του πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀποστρέφω τό πρόσωπό μου ἀπ’ αὐτούς».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΔΙΟΜΗΔΗΣ



«Ο άγιος καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας (την πόλη που γέννησε και ανάθρεψε τον Σαύλο, τον μετέπειτα απόστολο Παύλο), και ανήκε σε επίσημο και αγαθό γένος. Με αγαθότερο όμως τρόπο, ασκούσε την ιατρική τέχνη, θεραπεύοντας όσους έρχονταν σε αυτόν, δηλαδή και τις ψυχές τους με τη θεοσέβειά του, και τα σώματά τους με την τέχνη του. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού, άφησε την Ταρσό και πήγε στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου με την ευσέβειά του και την ιατρική του μέθοδο ευεργετούσε όλους τους προσερχομένους με ποικίλους τρόπους, οπότε και κατηγορήθηκε στον βασιλιά. Όταν οι απεσταλμένοι του βασιλιά πήγαν να τον συλλάβουν, τον βρήκαν να έχει ήδη μετατεθεί προς τον Κύριο. Παρ’  όλα αυτά, του έκοψαν την κεφαλή και την πήγαν στον βασιλιά, ο οποίος, αφού την είδε, διέταξε να την πάνε αμέσως πάλι πίσω και να την προσθέσουν στο σώμα του. Πράγματι, οι στρατιώτες την πήγαν και την συνάρμοσαν στο σώμα του, ενώ, λέγεται ότι την ίδια στιγμή ξαναβρήκαν αυτοί τη δύναμη των οφθαλμών τους, που την είχαν χάσει, όταν έκοψαν την κεφαλή του αγίου».

Ο άγιος ανήκει σ’  ένα από τα πολλά ζευγάρια των αγίων Αναργύρων, που  η Εκκλησία μας εορτάζει. Συχνά ακούμε να μνημονεύονται τα ονόματά τους: «πρεσβείαις των αγίων ενδόξων και ιαματικών Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού, Κύρου και Ιωάννου, Παντελεήμονος και Ερμολάου, Σαμψών και Διομήδους…ικετεύομέν Σε, Κύριε», που σημαίνει ότι και ο Διομήδης χαρακτηρίζεται εξόχως από το βασικό γνώρισμα των αγίων Αναργύρων, την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που εκφραζόταν ως ιαματική ενέργεια και της ψυχής και του σώματος των ανθρώπων. Όπως ακριβώς μάλιστα το σημειώνει και το συναξάρι του «αγαθώτερος τους τρόπους γενόμενος, μετήρχετο την ιατρικήν τέχνην». Είναι περιττό βεβαίως και να θυμήσουμε ότι την αγαθή αυτή διάθεση της ψυχής του την απέκτησε όχι μόνον κατά κληρονομικό τρόπο από τους γονείς του, αλλά και από τη δική του έμπονη προσπάθεια να τηρεί τις άγιες εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να καθαρίσει, όσο δυνατόν σ’  αυτόν, την καρδιά του και να βρει δίοδο εγκατοίκησης η χάρη του Θεού, που φανερώνεται πάντοτε ως αγάπη. Κατά τον υμνογράφο μάλιστα «παθών ανεπίδεκτον τον λογισμόν εργασάμενος, δοχείον, αοίδιμε, ώφθης του Πνεύματος». Προσπάθησες να κρατήσεις τον λογισμό σου μακριά από τα πάθη, κι έγινες έτσι, αοίδιμε, δοχείο του Πνεύματος.

Εκείνο που προκαλεί όμως ιερό δέος από το συναξάρι του αγίου είναι το γεγονός ότι οι στρατιώτες έχασαν την ενέργεια των οφθαλμών τους, το φως τους δηλαδή, όταν έκοψαν την τιμία του κεφαλή. Γιατί επέτρεψε κάτι τέτοιο η Πρόνοια του Θεού; Σε πολλούς αγίους έχει συμβεί κάτι παρόμοιο, χωρίς να υπάρξει όμως τόσο φοβερό αποτέλεσμα. Το συναξάρι μάς αφήνει περιθώριο ερμηνείας, έστω κι αν κανείς δεν γνωρίζει τις βουλές του Θεού στις όποιες ενέργειές Του: οι στρατιώτες είχαν εντολή να συλλάβουν τον άγιο και όχι να τον σκοτώσουν. Η αποτομή της κεφαλής του, όταν μάλιστα είχε επέλθει ο θάνατος, εντάσσεται στα όρια της ιεροσυλίας, κάτι που συνιστά «ύβριν», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, ενέργεια δηλαδή που αποτελεί υπέρβαση των ορίων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, στους στρατιώτες αυτούς διαπιστώνει κανείς μία δαιμονική συμπεριφορά, που δεν γίνεται αποδεκτή όχι μόνον από τη χριστιανική πίστη, αλλά και παγκόσμια, πανθρησκειακά. Σε όλον τον κόσμο και σε όλες τις θρησκείες, ο νεκρός, ο κεκοιμημένος, απολαμβάνει κάποιου ιδιαίτερου σεβασμού. Όπου δεν υφίσταται τέτοιος σεβασμός, εκεί λειτουργεί η «νέμεσις», η θεία δίκη. Ας θυμηθούμε ότι πάνω σ’  αυτόν τον σεβασμό προς τους νεκρούς έχουν γραφεί υπέροχα έργα στην παγκόσμια λογοτεχνία, όπως για παράδειγμα η τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη». Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας μάλιστα, πολύ συχνά αναφέρονται περιστατικά σύλησης τάφων και νεκρών, όπως στο «Λειμωνάριον» του Ιωάννη Μόσχου, όπου ο ίδιος ο κεκοιμημένος, με την ενέργεια του Θεού, ανασηκώνεται, για να αντιδράσει στους διαφόρους τυμβωρύχους, και μάλιστα εκείνους που καταλύουν με ασέβεια την ιερή ησυχία του σκηνώματός του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση της ασέβειας των στρατιωτών έναντι του ιερού σκηνώματος του αγίου Διομήδη, επισημαίνουμε όμως και το πιο σημαντικό: ναι μεν τιμωρούνται οι στρατιώτες γι’  αυτό που έκαναν, αλλά και δέχονται τη γεμάτη αγάπη ενέργεια του αγίου. Διότι αμέσως με την επιστροφή της κεφαλής του τους αποκαθιστά και τους θεραπεύει. Κι αυτό σημαίνει: στη χριστιανική πίστη, η όποια «νέμεσις», η όποια απόδοση της δικαιοσύνης, λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της αγάπης. Ο Θεός, και μαζί Του βεβαίως οι άγιοι, δεν θέλει απλώς τον κολασμό του ανθρώπου που αμαρτάνει, αλλά κυρίως τη σωτηρία του. Κι αυτό επιτυγχάνεται μόνον με την παροχή της αγάπης. Η δικαιοσύνη, δηλαδή, χριστιανικά, είναι δικαιοσύνη, όταν έχει ως περιεχόμενο την αγάπη. Συνεπώς, ο όποιος κολασμός αποτελεί παιδαγωγία του Θεού, για πρόκληση μετανοίας. «Ταις πρεσβείαις του αγίου Διομήδους, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς».

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ






Η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.

1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.

2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου  αποκαλύπτει και το βάθος. Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽. Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽.

3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία.

4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽.

Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου.

Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία;

5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (8)




«Καί ποῦ λοιπόν ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; Ποῦ προσφύγω; Ποῦ δέ καί σωθήσομαι; Τίνα θερμήν ἕξω βοηθόν, θλίψεσι τοῦ βίου καί ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος; Εἰς σέ μόνην ἐλπίζω καί θαρρῶ καί καυχῶμαι καί προστρέχω τῇ σκέπη σου, σῶσόν με» (ὠδή δ΄ Μεγ. Παρακλ. Κανόνος).
(Καί ποῦ λοιπόν θά βρῶ ἄλλη βοήθεια; Ποῦ νά προσφύγω; Ποῦ νά σωθῶ; Ποιά θά ’χω θερμή βοηθό, καθώς κλονίζομαι - ἀλλοίμονο! - ἀπό τίς θλίψεις καί τίς ζάλες τοῦ βίου; Σέ σένα μόνη ἐλπίζω κι ἔχω θάρρος καί καυχῶμαι καί προστρέχω στή σκέπη σου, σῶσε με».

Δέν νιώθει στέρεα τήν περπατησιά του στόν κόσμο ὁ αὐτοκράτωρ ποιητής. Ἡ κοσμική ἐξουσία πού ἔχει δέν τόν καθιστᾶ ἄτρωτο: οἱ θλίψεις ἀπό τήν ἀρρώστια του καί τούς κινδύνους ἀπό τούς ἐχθρούς του τοῦ προκαλοῦν ζάλη πού τόν κλονίζουν∙ ἡ ἀνασφάλεια ἔχει γίνει τό χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του. Ἀλλά αὐτό συμβαίνει τίς περισσότερες φορές σέ ὅλους μας – κάποια ἀρρώστια, κάποιο ἀτύχημα, κάποια ἀναποδιά ὅπως λέμε τῆς ζωῆς δημιουργοῦν ἀνατροπές πού μᾶς κάνουν νά νιώθουμε ἐπισφαλεῖς καί ἀνασφαλεῖς∙ δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὁ κλονισμός τῶν «σταθερῶν» μας κτυπάει καί τή δική μας πόρτα.

Ὁ ποιητής εἶναι βέβαιος γιά τήν πίστη του καί ξέρει ποιά εἶναι ἡ ἀναφορά του. Ξέρει δηλαδή ὅτι ὁπουδήποτε στόν κόσμο κι ἄν στραφεῖ δέν πρόκειται νά βρεῖ ἐκεῖνο πού θά ἀποτελέσει τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία του – τί πράγμα στόν κόσμο μπορεῖ νά προσφέρει πράγματι τή σωτηρία; Κάθε ἀνθρώπινο καί ἐπίγειο εἶναι φθαρτό καί περιορισμένο, συνεπῶς καί ἀδύναμο. Κατά πῶς τό λέει διαρκῶς καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «μή πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπί υἱούς ἀνθρώπων, οἶς οὐκ ἔστι σωτηρία». Ἡ μόνη σταθερή ἀναφορά του, ἡ μόνη ἐλπίδα του πού τοῦ δίνει θάρρος στή ζωή του, ἡ μόνη τελικά καύχησή του εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Παναγία Μητέρα Του – κινεῖται μέ ἀπόλυτη ὑπακοή στόν λόγο τοῦ Κυρίου: «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε». 

 Καί ἡ πίστη του αὐτή τόν καθιστᾶ ὄντως πρότυπο καί γιά ἐμᾶς. Ἄν ὁ Χριστός καί οἱ ἅγιοί Του, μέ πρώτη τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, δέν εἶναι τό στήριγμά μας, ποιά ἄλλη καταφυγή ἀνθρώπινη μπορεῖ νά γίνει ἡ σωτηρία μας; Πολύ περισσότερο βεβαίως πού ἡ πίστη αὐτή βρίσκει ἄμεση ἀνταπόκριση∙ γιατί ἀναφερόμαστε σέ Ἐκεῖνον, κατ’ ἐπέκταση δέ καί σ’ Ἐκείνην, πού ἀποτελεῖ τήν ὑπόθεση σύμπαντος κόσμου, Αὐτόν πού μᾶς κρατάει στή ζωή καί «ἐργάζεται» νυχθημερόν γιά τή σωτηρία μας. Ἡ ἐμπειρία ἀπό τίς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ μας καί τῶν ἁγίων Του σέ κάθε πιστή ψυχή καθιστᾶ βέβαιη τήν πίστη μας αὐτή.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (7)




«Κακώσεως ἐν τόπῳ τῶ τῆς ἀσθενείας  ταπεινωθέντα, Παρθένε, θεράπευσον, ἐξ ἀρρωστίας εἰς ῥῶσιν μετασκευάζουσα» (ὠδή θ΄ Μικροῦ Παρακλ. Κανόνος).
(Θεράπευσέ με, Παρθένε, πού ταπεινώθηκα στόν τόπο τῆς κάκωσης, δηλαδή τῆς ἀσθένειας, μεταβάλλοντας τήν ἀρρώστια μου σέ δύναμη).

Τή θεραπεία του, σωματική καί ψυχική, ζητάει γιά μιά ἀκόμη φορά ὁ πιστός μέσω τοῦ ἐκπροσώπου του ἐκκλησιαστικοῦ ποιητῆ, ἀπό Ἐκείνη πού ἔχει τήν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της νά μεσιτεύει καί νά εἰσακούεται «ταχέως», πού σημαίνει ὅτι ὁ Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων Ἰησοῦς Χριστός παραχωρεῖ στήν Παναγία Μητέρα Του τήν ἰαματική Του δύναμη, καθιστώντας κι Αὐτήν δεύτερο Ἰατρό τῆς ψυχοσωματικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου. Κι εἶναι καλό νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι αὐτή ἡ δοσμένη στή Θεοτόκο παντοδυναμία δέν πρέπει νά μᾶς παραξενεύει, ὅπως παραξενεύονται διάφοροι ἑτερόδοξοι πού ἀμφισβητοῦν τήν ὑψηλή θέση Της στήν Ἐκκλησία - ὁρισμένοι μάλιστα σπεύδουν καί νά τήν εἰρωνευτοῦν(!) - γιατί τήν ἴδια παντοδυναμία ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος νά δώσει σέ κάθε πιστό μαθητή Του, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ μέ τή χάρη Ἐκείνου τά χνάρια τῆς δικῆς Του πορείας.

«Τηρῆστε τίς ἐντολές Μου κι ἐγώ μαζί μέ τόν Πατέρα μου θά σᾶς ἀγαπήσω καί θά σᾶς φανερωθῶ», εἶπε∙ κι ἀλλοῦ: «Ἐάν μείνετε ἑνωμένοι μαζί Μου καί τηρεῖτε τίς ἐντολές μου, ὅ,τι θελήσετε ζητῆστε το καί θά σᾶς γίνει»∙ σέ ἄλλο σημεῖο βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, μένει μέσα στόν Θεό καί ὁ Θεός μένει μέσα σ’ αὐτόν». Κι ἀκόμη: «Μάνα μου καί ἀδελφός μου καί ἀδελφή μου εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀκοῦνε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τόν ἐφαρμόζουν». Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος θεωρεῖ κι αὐτός ὡς δεδομένη τήν παντοδυναμία πού τοῦ δίνει ὁ Κύριος, γιατί νιώθει πώς εἶναι ἑνωμένος βεβαίως μαζί Του: «Εἶμαι πανίσχυρος μέ τόν Χριστό πού μέ δυναμώνει». Λοιπόν, ἄν ὁ κάθε πιστός ἔχει μία τέτοια δυνατότητα, τήν ὁποία ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος, πόσο περισσότερο τήν ἔχει Αὐτή πού ὑπῆρξε ἡ Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας, γιά τόν ἰδιαίτερο λόγο μάλιστα πού Ἐκείνη ὡς κύριο γνώρισμά Της εἶχε τήν ἀπόλυτη ὑπακοή Της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου».

Γιατί τότε ὁ ὑμνογράφος, γνώστης τῆς πραγματικότητας αὐτῆς, στρέφεται πρός τήν Παναγία καί ζητᾶ αὐτό πού θά μποροῦσε κι ὁ ἴδιος νά κάνει; Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι διαπιστώνει τήν ἁμαρτωλότητά του: ὁ Κύριος μᾶς τά ἔδωσε ὅλα, ἐμεῖς ὅμως λόγω τῆς διαρκοῦς ἀδυναμίας μας καί τῆς εὔκολης πρόσκλισής μας πρός τά πάθη μας δέν ἐνεργοποιοῦμε τίς δοσμένες ἀπό τόν Θεό σέ μᾶς δυνάμεις μας. Ζητᾶ λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ἀπό Ἐκείνην πού πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι εἶναι ἕνα μέ τόν Υἱό καί Θεό Της νά μᾶς προσφέρει τήν ἴαση – οἱ ἁμαρτίες του λόγω τῆς ὀλιγοπιστίας του τόν καθηλώνουν καί τόν ταλαιπωροῦν∙ καί στρέφεται σ’ Ἐκείνην πού εἶναι ἡ Μάνα μας, γιατί δέν τολμᾶ νά ὑψώσει τό βλέμμα του στόν ἴδιο τόν Θεό του – θυμίζει τόν ὅσιο Παῒσιο πού στό ἴδιο μῆκος κύματος κινούμενος, ἔλεγε μέ τόν δικό του ἁπλό τρόπο ἀκριβῶς τοῦτο: «ντρέπομαι νά ζητήσω τό ὁτιδήποτε ἀπό τόν Κύριο καί γι’ αὐτό κρατάω διαρκῶς ἀπό τό φουστάνι της τήν Παναγία».

Ἡ ταπείνωση αὐτή τοῦ ὑμνογράφου – τύπου τοῦ κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ - ἐνισχύεται ἀκόμη περισσότερο καί ἀπό τήν ταπείνωση πού δημιουργεῖ ἡ σωματική ἀσθένεια. Στίς ἀσθένειες τοῦ σώματος κάμπτεται τό ὑπερήφανο φρόνημά μας, συνεπῶς δημιουργεῖται «χῶρος» γιά νά ἐνεργήσει πιό ἄμεσα καί εὔκολα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ («ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν»)∙ ὅ,τι σημείωνε μεταξύ ἄλλων καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἐδόθη μοι ἄγγελος σατάν, ἵνα μέ κολαφίζῃ, ἵνα μή ὑπεραίρωμαι». Κι εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι τό αἴτημα γιά θεραπεία: τή μεταβολή τῆς ἀρρώστιας σέ δύναμη, τήν κατανοεῖ ὁ ὑμνογράφος ὄχι ὡς ἀφορμή γιά ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του, ἀλλά ὡς εὐκαιρία γιά νά δοξολογεῖ πληρέστερα τόν Κύριο καί τούς ἁγίους Του καί ὡς διακονία τῶν συνανθρώπων του. Ἄν ἡ ὑγεία μας δέν βρίσκεται μέσα σ’ αὐτήν τήν προοπτική, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, δέν ξέρουμε, ὅσο δύσκολο καί ὀδυνηρό εἶναι αὐτό πρός ἀποδοχή, ἄν μποροῦμε νά τή χαρακτηρίζουμε τελικῶς ὡς ἀξία καί δῶρο γιά τόν ἄνθρωπο.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (6)





«Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί Σου καί ἐπίσκεψαι τήν κάκωσιν ἥν ἔχω» (ζ΄ ὠδή Μεγ. Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Ρίξε τό ἱλαρό βλέμμα Σου ἐπάνω μου καί πρόσεξε τήν πληγή πού ἔχω).

Μέ τά δύο σταθερά καί πάλι δεδομένα του κινεῖται ὁ αὐτοκράτωρ ποιητής, προκειμένου νά ἐκφράσει τό αἴτημά του στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Μέ τό πρῶτο, τῆς ψυχοσωματικῆς ταλαιπωρίας πού κατατρύχει συνήθως τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο τοῦτο - ὁ ἴδιος ὡς γνωστόν ταλαιπωρεῖτο ἀπό βαριά ἐπιληψία∙ καί μέ τό δεύτερο, τῆς βαθιᾶς πίστης τοῦ χριστιανοῦ ὡς πρός τή θερμή ἀγάπη τῆς Παναγίας ἀπέναντί του.

Καί τά δύο δεδομένα πράγματι ἐκφράζουν τήν ἀλήθεια πού ζεῖ ὁ χριστιανός. Διότι ποιός ἄνθρωπος, ὄχι μόνο ὁ χριστιανός, στόν κόσμο τοῦτο δέν ταλαιπωρεῖται κατά καιρούς ἀπό τή θλίψη καί τόν πόνο καί τούς διαφόρους πειρασμούς; Ὅπως ὁ Κύριος τόνιζε «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Ἡ ζωή αὐτή πού ὁ Κύριος εὐδόκησε νά βρεθοῦμε ἄχρι καιροῦ εἶναι μέν ζωή πού ἔχει τοῦ κόσμου τά καλά, μά ταυτοχρόνως εἶναι «κοιλάς πένθους καί δακρύων», λόγω τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, καί οὐαί στόν ἄνθρωπο πού θά νομίσει ὅτι αὐτός μόνος θά γλιτώσει ἀπό τή «μοῖρα» αὐτή – πετάει κυριολεκτικά στά σύννεφα. Κανείς δέν ξέρει τό μέλλον του καί συνεπῶς κανείς δέν ξέρει τί τοῦ ἐπιφυλάσσει τό αὔριο: ἐκεῖ πού λές ὅτι ὅλα πᾶνε καλά, ἐκεῖ αἰφνίδια ἔρχεται ἡ ἀνατροπή∙ κι ἐκεῖ πού νομίζεις ὅτι ὅλα πᾶνε στραβά καί ἀνάποδα, ἐκεῖ ἔρχεται τό χαμόγελο τοῦ οὐρανοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο πού πολλοί ἀπό τούς Πατέρες μας, ὅπως βεβαίως καί ἡ ἀνθρώπινη ἐμπειρία ἐπιβεβαιώνει, σημειώνουν ὅτι ἡ ζωή στόν κόσμο τοῦτο μοιάζει μέ τίς ἐναλλαγές τοῦ καιροῦ∙ πότε ἔχει λιακάδα καί πότε ἔχει συννεφιά καί κακοκαιρία. Γι’ αὐτό προτείνουν νά μή χαίρεται κανείς ὑπέρμετρα στή λιακάδα, ὅπως καί νά μή λυπᾶται ὑπέρμετρα στήν κακοκαιρία.

Ἄν ὅμως τό πρῶτο δεδομένο εἶναι τοῖς πᾶσι ἀποδεκτό, τό δεύτερο ἀπαιτεῖ τή χάρη τῆς πίστης στόν Κύριο, τήν Παναγία καί τούς ἁγίους μας. Κι αὐτό εἶναι τό προτέρημα καί τό προέχον τοῦ χριστιανοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων συνανθρώπων του. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ χριστιανός ἐνῶ βρίσκεται μέσα στό καμίνι συχνά τῶν θλίψεων καί τοῦ πόνου καί τῶν δοκιμασιῶν, ὅμως δέν καταβάλλεται – πλήν ἴσως προσωρινά – γιατί ἔχει τήν ἐλπίδα σ’ Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Παντοκράτωρ Κύριος, «ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα», μέσα στήν παρουσία τοῦ Ὁποίου «ζεῖ καί κινεῖται καί ἐστί». Καί μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί ἄλλες θρησκεῖες καί πεποιθήσεις, πού προϋποθέτουν στή ζωή μία ἀνώτερη ἤ πολλές ἀνώτερες δυνάμεις, προκειμένου νά δώσουν ἀντοχή στήν ταλαιπωρία τῆς ὕπαρξης, ὅμως στή χριστιανική πίστη κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου ὑφίσταται ὁ Θεός ὡς πρόσωπο, «ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» - καλύτερα: ὡς τριαδική κοινωνία ὑποστάσεων - ὁ Ὁποῖος ἐνδιαφέρεται καί μεριμνᾶ γιά τόν κόσμο Του, ἰδιαιτέρως δέ γιά τόν «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» δημιουργημένο ἄνθρωπο.

Ὁ ἀληθινός καί μόνος Θεός δηλαδή ὑπάρχει πάντοτε ἐν θερμῇ ἀγάπῃ πρός τόν κόσμο, χωρίς νά παραιτεῖται ποτέ ἀπό τή δημιουργία Του, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα γιά τή σωτηρία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὅπως μᾶς τό βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι». Κι ἡ ἐργασία Του αὐτή εἶναι πέραν τῆς δημιουργίας, ἡ πρόνοια γιά τόν κόσμο, ἰδίως γιά τόν ἄνθρωπο καί μάλιστα τόν πιστό ἄνθρωπο, καί ἡ διακυβέρνηση αὐτοῦ τοῦ κόσμου μέχρις ὅτου ἐπιτευχθεῖ ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ: ὁ ἄνθρωπος νά πιστέψει σ’ Αὐτόν καί νά ἀποκτήσει ἀληθινή ἐπίγνωση Αὐτοῦ μέ τήν ὑπακοή καί τήν ἀνταπόκρισή του στή δική Του ἀγάπη. «Ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».  

Τήν ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί μάλιστα τόν ἄνθρωπο τήν ἔχουν καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς μέλη ἀγαπημένα τοῦ Χριστοῦ, κατεξοχήν δέ ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία στέκει πάντοτε μέ στοργή καί ἱλαρότητα ἀπέναντι στά παιδιά της, κατά τό πρότυπο τοῦ ἴδιου τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Αὐτή ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας, τήν ὁποία ἄλλωστε ἐπικαλεῖται ὁ ὑμνογράφος, εἶναι τό δεύτερο λοιπόν  δεδομένο του, τό ὁποῖο διατυπώνει μέ τήν ἐκφραστική ὄμορφη εἰκόνα τοῦ ἱλαροῦ βλέμματός Της. Γιά τόν ὑμνογράφο ἡ Παναγία ζεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί τό βλέμμα Της, ἀποτύπωση τοῦ ψυχικοῦ καί πνευματικοῦ της κόσμου, δέν μπορεῖ νά εἶναι διαφορετικό ἀπό ὅ,τι Ἐκείνου. Τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως στήν ἀνθρώπινη διάστασή Του τό εἴδαμε στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τήν ἐνίσχυση καί τήν παρηγοριά τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν ἴδια τήν πρόκληση τῆς ζωῆς του, εἶναι ἡ ἀνόρθωση καί ἡ ἀνάστασή Του, ἀλλά καί συνιστᾶ καί τόν ἔλεγχο τῆς ἁμαρτίας του ἤ καί τή βίωση τῆς ὀργῆς Του γιά τόν ἀμετανόητο – τό ἱλαρό βλέμμα τοῦ Χριστοῦ πού ἀναπαύει καί εἰρηνεύει  τήν ψυχή τοῦ καλοπροαίρετου ἀνθρώπου, ἀλλά προκαλεῖ ἀναστάτωση καί φλόγα στήν ψυχή τοῦ κακοπροαίρετου ἀντιστοίχως.

Τό ἱλαρό βλέμμα τῆς Παναγίας ἐπικαλεῖται ὁ ὑμνογράφος∙ γιατί ξέρει ὅτι αὐτό θά σημάνει καί τήν ἀπαρχή τῆς λύσης τῆς ὅποιας πληγῆς του καί τοῦ ὅποιου πόνου του. Ἄς κοιτάξουμε τίς μεγαλομάτες Παναγιές πολλῶν γνωστῶν εἰκόνων: κυριολεκτικά σταλάζουνε τόν Οὐρανό, προκαλώντας μας μετάνοια καί κατάνυξη!  

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (5)


«... σοί γάρ νῦν προσφεύγων ἀνατείνω καί τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν» (ὠδή α΄ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Γιατί προσφεύγοντας τώρα σέ Σένα, ὑψώνω καί τήν ψυχή καί τή διάνοια).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τοῦ συγκεκριμένου κανόνα πρός τήν Παναγία, ὁ μοναχός Θεοστήρικτος ἤ κατ’ ἄλλους ὁ ἅγιος Θεοφάνης, μᾶς ὑπενθυμίζει, κι ὄχι μόνο σ’ αὐτό τό τροπάριο, ὅτι ἡ σχέση μας μέ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, δέν (μπορεῖ νά) εἶναι μία σχέση ἀσφαλῶς πίστεως ἀλλά ἀδρανής καί θεωρητική. Γιατί ἔτσι παραπέμπει στήν ψιλή καί ἀπογυμνωμένη πίστη γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο μέ ἐντελῶς ἀρνητικό τρόπο οἱ ἀπόστολοι, ὅπως οἱ ἅγιοι Παῦλος καί Ἰάκωβος, δηλαδή ἐκείνη πού δέν ἐμψυχώνεται ἀπό τήν ἀγάπη καί τή θερμή ἀναφορά πρός τόν Θεό, συνεπῶς γιά τήν πίστη πού μπορεῖ νά εἶναι καί δαιμονική: «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι». Ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία, τονίζει, συνιστᾶ κίνηση, προσφυγή, ἀνάταση, κι ὄχι μόνο ἑνός μέρους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἀλλά σύνολου τοῦ ψυχισμοῦ του. Τρέχω σ’ Ἐσένα ὡς καταφυγή μου, λέει, ὑψώνω τήν ψυχή καί τή διάνοιά μου, ὅλος ὁ ἑαυτός μου βρίσκεται προσανατολισμένος στό πάντιμο πρόσωπό Σου, συνεπῶς κινεῖται καί τό σῶμα μου, ἀφοῦ τό σῶμα «πάει» ἐκεῖ πού τό καθοδηγεῖ ἡ ψυχή. Κι αὐτό γιατί; Διότι «γέννησες τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁπότε Ἐσένα παρακαλῶ πού ἔχεις τέτοια παρρησία ἐνώπιόν Του, νά λυτρωθῶ ἀπό ὅλα τά δεινά τοῦ βίου, ψυχικά καί σωματικά».

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς ἔντασης πού ἔχει ἡ σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Θεό μας: τῆς θερμῆς καί ὁλοκληρωτικῆς ἀγάπης μας πρός Αὐτόν, κατά τήν ἐντολή πού ἔχει δώσει ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Ὅπως ὁ Θεός μας ζητάει τό ἑκατό τοῖς ἑκατό τῆς καρδιᾶς καί τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου – γιατί κι Ἐκεῖνος αὐτό ἔδωσε καί δίνει στόν ἄνθρωπο: ὁλόκληρο τόν Ἐαυτό Του – κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀπαιτεῖται ἡ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί τῆς διανοίας στροφή τοῦ πιστοῦ καί πρός τήν Παναγία. Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία φανερώνει τήν ποιότητα τῆς σχέσης μας μέ τόν Χριστό καί τήν Παναγία Τριάδα. Ἄν ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά «δεῖ» τόν Χριστό στό πρόσωπο τῆς Παναγίας, δέν ξέρουμε κατά πόσο μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ αὐτός ὀρθόδοξος χριστιανός. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βασικό κριτήριο τῆς ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας εἶναι ἡ στάση ἀπέναντι στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἄς δοῦμε ὅλους τούς ἁγίους μας. Ὅπως πολλάκις ἔχει τονιστεῖ ἡ θεοτοκοφιλία τους ἦταν ἀπολύτως δεδομένη, σέ βαθμό πού πολλοί ἀπό αὐτούς τή χαρακτήρισαν «Θεόν μετά Θεόν», «κατέχουσα τά δευτερεῖα τῆς Θεότητος».

Τά δεινά τοῦ βίου μας λοιπόν μᾶς σπρώχνουν στή Μάνα μας τήν Παναγία, ὅπως τή μάνα του ἀποζητάει πάντοτε τό μικρό παιδάκι, ἀλλά μέ τρόπο ὄχι ξερό καί ἄνευρο, ἀλλά μέ θερμότητα πίστης καί ἀγάπης. Τότε πράγματι, «πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως», θά βλέπουμε καί τή στοργική ἐπέμβασή της, γιατί σάν Μάνα πάντοτε ἐπιβλέπει σέ μᾶς, χαίροντας μέ τίς χαρές μας καί κλαίοντας μέ τίς θλίψεις καί τούς πόνους μας.