Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

ΦΡΟΥΡΙΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟ!

 


«Πρεσβεία θερμή καί τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐλέους πηγή,  τοῦ κόσμου καταφύγιον…» (κάθισμα θεοτοκίον).

 

Η μάχη μαίνεται αδιάκοπη, δεν υπάρχει καμία προοπτική να τελειώσει. Οι εχθροί πολλοί και πάνοπλοι κι όχι μόνο εκεί έξω, αλλά και δίπλα και κοντά μου – πολλοί οι προδότες έτοιμοι να με κατασπαράξουν. Και το χαρακτηριστικό των εχθρών; Όχι μόνο η πανοπλία τους, αλλά και η μεγάλη πονηρία τους. Έμπειροι στον πόλεμο και στις μάχες, μπορούν να μεταμφιέζονται ακόμη και σε φιλικά μου πρόσωπα, προκειμένου να βρεθώ εντελώς εκτεθειμένος απέναντί τους. Χαρά τους μόνιμη η εξολόθρευσή μου.

Παλεύω να γλιτώσω. Ξέρω ότι υπάρχει πολύ κοντά ένα φρούριο απόρθητο. Αν φτάσω μέχρι εκεί τα προβλήματά μου θα λυθούν – οι εχθροί τρέμουν να το πλησιάσουν. Και μόνο η αναφορά στο όνομα του Αρχηγού του φρουρίου τούς κάνει να τρέπονται σε άτακτη φυγή. Το όραμα αυτό μου δίνει δύναμη και κουράγιο – ήδη βλέπω το φως που εκπέμπει για να λειτουργεί ως φάρος σε κάθε αδύναμο και ανίσχυρο και κτυπημένο και κατατρεγμένο.

Αγκομαχώντας έφτασα, είμαι ολόκληρος ένα τραύμα. Η μεγάλη θύρα μού ανοίγεται και χέρια με αρπάζουν για να με περιποιηθούν. Πρόσωπα γεμάτα στοργή και αγάπη σκύβουν επάνω μου σαν να είμαι ο μοναδικός που εμένα περίμεναν για να πουν ότι επιτελούν το έργο για το οποίο έχουν ταχτεί. Και το πιο σημαντικό που ξεπερνά κάθε είδος φαντασίας μου; Έρχεται αυτοπροσώπως για να με δει και να με περιποιηθεί ο Αρχηγός, ο Πρώτος, Αυτός που και το όνομά Του εξαφανίζει κάθε αντίπαλο και εχθρό. Και, ω του θαύματος! Ο Πρώτος και ο Αρχηγός είναι η Μάνα μου – δεν μπορώ αλλιώς να χαρακτηρίσω το πλήρες αγάπης και στοργής και ευμένειας απέναντί μου πρόσωπό Της. Κι η Μάνα μου αυτή είναι η Παναγία Μητέρα του Κυρίου και Θεού μου.

Αναλύομαι σε δάκρυα. Δάκρυα πρώτα ευγνωμοσύνης που γρήγορα μεταποιούνται σε δάκρυα ντροπής – μπροστά Της νιώθω πόσο αμαρτωλός και ανάξιος της παρουσίας Της είμαι. Κι όσο Εκείνη με προσέχει και με περιποιείται, τόσο και περισσότερο η αναξιότητά μου μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μου. Τι περίεργο όμως! Ενώ κλαίω και ντρέπομαι, ταυτόχρονα νιώθω τέτοια γλυκιά παρηγοριά στην καρδιά μου που αρχίζω και απορώ αν είμαι στα καλά μου. Η φωνή Της στ’ αυτιά μου ακούγεται ως η πιο θεσπέσια μουσική: «Παιδάκι μου, γιατί απομακρύνθηκες από κοντά μου; Εδώ είναι το σπίτι σου, εδώ είναι η θέση σου. Μη φοβάσαι όμως. Εγώ δεν πρόκειται να σε αφήσω ποτέ!»

Η καρδιά μου πάει να σπάσει τώρα από χαρά. Η Παναγία δίπλα μου να με φροντίζει και να ασχολείται εξ ολοκλήρου μαζί μου σαν να είμαι το πιο αγαπημένο της παιδί. Μα, υπάρχει κάτι που από την αρχή δεν μπορώ να προσδιορίσω. Όχι, δεν με τρομάζει. Το αντίθετο∙ μου αυξάνει την αγάπη και τη χαρά. Με κάνει να νιώθω ασφαλής σε βαθμό απόλυτο. Σιγά σιγά ξεκαθαρίζει το τοπίο και θέλω να προσπέσω στο έδαφος και να γίνω ένα με το χώμα, καταφιλώντας τα πόδια της Μάνας. Γιατί; Διότι στο πρόσωπό Της και στην παρουσία Της βλέπω τον ίδιο τον Κύριο και Θεό μου. Τον Ιησού Χριστό. Ναι, δεν είναι μόνη η Παναγία, η Αρχηγός. Εκείνος, ο Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος Χριστός Την έχει μέσα στην αγκαλιά Του και Εκείνη διάφανη τον Υιό Της αποκαλύπτει.

Η αγάπη Της και το έλεός Της είναι η αγάπη και το έλεος του ίδιου του Θεού μας. Νιώθω να θεραπεύονται άμεσα οι πληγές μου. Κοιτάζω και δεν βλέπω πια πληγές. Τι βλέπω; Θεραπευμένη την ύπαρξή μου. Ψηλαφώ τον εαυτό μου και αγγίζω… Χριστό και Παναγία. Τα μάτια μου ανοίγονται διάπλατα. Αρχίζω να υποψιάζομαι το μέγα μυστήριο της πίστεως. Εκείνος με έχει προσλάβει μέσα στον Εαυτό Του και με έχει ντυθεί. Δεν είμαι απλά… εγώ. Το εγώ μου φαίνεται διευρυμένο έως το… άπειρο. «Παιδάκι μου», ακούω τη φωνή πια του Κυρίου – από πού άραγε έρχεται τόσο κοντινή η φωνή; «Δεν είσαι μόνος σου. Είσαι μέσα σε Εμένα κι Εγώ μέσα σε σένα. Και η Παναγία Μητέρα μου που είναι και δική σου Μητέρα, κυρίως Αυτή με έχει ντυθεί. Κοίτα προσεκτικά! Στα δικά Της μάτια τα δικά Μου δεν αντιφεγγίζουν; Εγώ ενεργώ μέσα από Αυτήν που είναι ό,τι αγαπητότερο έχω στον κόσμο. Και ξέρεις γιατί; Γιατί Με θέλει στη ζωή Της και δεν φεύγει ποτέ από κοντά Μου. Κι αυτό θέλω, παιδί μου ταλαιπωρημένο, και από σένα. Αν δεν θελήσεις και πάλι να απομακρυνθείς από κοντά μου, κι εσύ θα γίνεις αγαπητός μου σαν τη Μάνα Μου. Μάλλον, για να το καταλάβεις καλύτερα, θα ανοίξουν τα μάτια σου και θα ενεργοποιηθούν οι αισθήσεις σου για να κατανοήσεις την αγάπη που τρέφω στο πρόσωπό σου. Και σε βεβαιώνω: αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά μου∙ να με θέλεις στη ζωή σου ώστε να σου προσφέρω τη χάρη Μου όλο και περισσότερο. Και μαζί με σένα και όλους τους ανθρώπους».

«Κύριε», μπόρεσα να ψελλίσω. «Κατανοώ την αγάπη Σου και τη δύναμή Σου. Δεν έχω εμπιστοσύνη όμως στον εαυτό μου. Τα πάθη μου με ξελογιάζουν και με αποσπούν βίαια τις περισσότερες φορές από κοντά Σου. Κύριε, Σε παρακαλώ, κράτα με να μη σου φύγω. Είναι ακατανόητο αυτό που μου συμβαίνει: να είμαι στον Παράδεισο και να προσκλίνω στην Κόλαση, εκεί που ο εχθρός διαρκώς με πειράζει και μου προκαλεί φόβους και όλων των ειδών τις δυσκολίες και τις ταλαιπωρίες. Κύριε, σώσε με!»

Τα δάκρυά μου με έκαναν να μην καλοβλέπω. Σιγά σιγά όμως ανοίχτηκαν. Κι είδα να βρίσκομαι στην αγκαλιά της Παναγίας. Κι είδα να βρίσκομαι στην αγκαλιά του Χριστού μου. Όμως όλα τώρα ήταν ξεκάθαρα. Ο φόβος όμως μην απομακρυνθώ από την αγάπη Τους και ξεγλιστρήσω από το απόρθητο τείχος συνέχισε να με ταλαιπωρεί. Γιατί βλέπεις θέλουν να Τους θέλω κι εγώ. Η ελευθερία μου είναι το κλειδί του Παραδείσου μου ή της Κόλασής μου. Με το ζόρι πώς να με κρατήσει η Αγάπη;  

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 

«Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. 14, 16)

 

Στο γνωστό περιστατικό του πολλαπλασιασμού των άρτων από τον Κύριο, το οποίο επανελήφθη και άλλη φορά, μας μεταφέρει το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Κύριος, μόλις είχε ολοκληρώσει τη διδασκαλία Του στα πλήθη που Τον ακολουθούσαν και είχε θεραπεύσει όλους τους αρρώστους τους, και η ώρα ήταν περασμένη. Οι μαθητές του Κυρίου άρχισαν να αντιμετωπίζουν με αγωνία το πρόβλημα της σίτισης  τόσων ανθρώπων – πέντε χιλιάδες άνδρες χωρίς τα γυναικόπαιδα: «Απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας, αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα». Μα, ο Κύριος έχει τον σκοπό Του: είναι η ευκαιρία να φανερώσει για μία ακόμη φορά τη θεϊκή Του δόξα, καλύπτοντας με θαυματουργικό τρόπο την ανάγκη του φαγητού των ανθρώπων και προσανατολίζοντας τους μαθητές Του σε κάτι βαθύτερο: στην ανάγκη τροφής τους από τον αληθινό άρτο, που είναι ο ίδιος Του ο εαυτός. Η εντολή όμως που τους δίνει στο αδιέξοδο που διαφαινόταν, ήταν πέρα από τα δεδομένα της σκέψης τους: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Δώστε τους εσείς να φάνε.

 

1. Ο Κύριος, πράγματι, φαίνεται να προκαλεί τη λογική των μαθητών Του: πώς να ταΐσουν τόσους ανθρώπους με ελάχιστα εφόδια – πέντε ψωμιά και δύο ψάρια; Η αντίδρασή τους είναι η ευγενική αντίδραση κάθε λογικού ανθρώπου: κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Οι μαθητές δηλαδή είναι εγκλωβισμένοι στα δεδομένα της ανθρώπινης εμπειρίας, που κινείται στα πλαίσια του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου: 1+1=2. Την ίδια στιγμή βεβαίως αποκαλύπτουν την απιστία τους απέναντι στον Χριστό. Διότι Τον αντιμετωπίζουν κι Εκείνον ως έναν από αυτούς, δηλαδή ως άνθρωπο που τα περιορισμένα πλαίσια της ζωής κανονίζουν τις ενέργειές του. Και δεν πρέπει τούτο να μας παραξενεύει. Οι μαθητές του Κυρίου, καλοπροαίρετοι άνθρωποι και με γνήσια αναζήτηση της αλήθειας – γι’  αυτό άλλωστε και κλήθηκαν από Εκείνον – ακολούθησαν τον Χριστό, απλώς υποψιαζόμενοι την ιδιαίτερη σχέση Του με τον Θεόν Πατέρα. Αδυνατούσαν όμως να φτάσουν στο χαρισματικό σημείο να Τον δουν ως τον Υιό του Θεού, τον ίδιο τον ενανθρωπήσαντα Θεό. Κι αυτή η αδυναμία τους διαπιστώνεται και στην Παναγία Μητέρα Του. Ακόμη κι Εκείνη ήταν επιφυλακτική, τουλάχιστον στην αρχή της δράσεώς Του, στις «προκλητικές» ενέργειες του Υιού της, ως μάρτυρα της θεϊκής παρουσίας.

2. Πότε έφτασαν στο σημείο αληθινής όρασής Του, ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου; Πέρα από συγκεκριμένες ελάχιστες περιπτώσεις, που με φώτιση Θεού αναγνωρίζουν τη θεϊκή Του προέλευση – για παράδειγμα στην ομολογία της θεότητάς Του από τον απόστολο Πέτρο: «συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζώντος», ή στο γεγονός της Μεταμορφώσεώς Του – η πίστη τους ότι ο διδάσκαλός τους είναι ο Υιός του Θεού αποκτάται την ημέρα της Πεντηκοστής, τότε που το Πνεύμα το Άγιον κατήλθε εν είδει πυρίνων γλωσσών στις κεφαλές τους, οπότε και διανοίχθηκαν τα μάτια τους, για να δουν τον Χριστό, «καθώς εστι». Με άλλα λόγια, τον Χριστό μπορεί κανείς να Τον δει ορθά, όπως είναι, μόνο με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος: «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι αγίω». Χωρίς το Πνεύμα αυτό του Θεού, ο Χριστός παραμένει για τους πολλούς ένας σπουδαίος ίσως άνθρωπος, ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας μεγάλος Δάσκαλος, όχι όμως Θεός. Δικαιολογημένα λοιπόν οι μαθητές του Κυρίου εκφράζουν την απορία τους στην εντολή Του να ταΐσουν αυτοί τον κόσμο. Ήταν πολύ νωρίς για να έχουν νιώσει ποιον είχαν δίπλα τους.

3. Παρ’ όλα αυτά όμως! Κάνουν υπακοή στον λόγο του Κυρίου και γίνονται μέτοχοι του θαυμαστού γεγονότος: τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια πολλαπλασιάζονται και καλύπτουν τις ανάγκες τροφής των χιλιάδων ανθρώπων, κι ακόμη περισσότερο: περισσεύουν και πάρα πολλά, για τα οποία τους δίνεται η εντολή να τα μαζέψουν. Έτσι ο Κύριος τούς δίνει ώθηση να προχωρήσουν πέρα από αυτό που επισημαίνουν οι αισθήσεις τους: στην παντοδύναμη ενέργεια του λόγου και της παρουσίας Του. Θα περάσει ακόμη κάποιος καιρός, είπαμε, μέχρι την Πεντηκοστή, αλλά, έστω και προσωρινά, συνειδητοποιούν – με πολύ εύθραυστο τρόπο είναι αλήθεια: τα γεγονότα του Πάθους θα το αποδείξουν – ότι η λογική υπερβαίνεται όπου υπάρχει Εκείνος. Τα δεδομένα από τις αισθήσεις δεν είναι ικανά να περιορίσουν τη χάρη της προσφοράς Του και την έκχυση της αγάπης Του. Έκτοτε η Εκκλησία μας, ζώντας μέσα στον πλούτο της χάριτος του Κυρίου, θα ψάλλει διαρκώς: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον, ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού». Η λύση στα θεωρούμενα αδιέξοδα είναι πάντοτε ο Κύριος: «όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».

4. Όμως ο Κύριος, ενώ καλύπτει τις συγκεκριμένες υλικές ανάγκες των ανθρώπων, δεν μένει σ’  αυτό. Δεν ήρθε για να γίνει η διέξοδος απλώς των υλικών προβλημάτων του ανθρώπου, σαν να πρότεινε τη λύση ενός κοινωνικού χαρακτήρα πολιτικού σχήματος. Μία τέτοια πρόταση την δέχτηκε ως πειρασμό από τον Πονηρό, στους γνωστούς τρεις πειρασμούς Του στην έρημο, και την απέρριψε. Ο Κύριος έρχεται να δώσει στον άνθρωπο, αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη: τον ίδιο τον Θεό, να είναι μέτοχος της αιώνιας ύπαρξής Του. Διότι γι’  αυτό δημιουργήθηκε. Θα αποκαλύψει λοιπόν στους μαθητές Του την απογοήτευσή Του από τον κόσμο που τράφηκε θαυματουργικά – «Με ακολουθούν όχι για τη διδασκαλία Μου, αλλά γιατί τους έθρεψα» - και θα τους προσανατολίσει ακριβώς στο βαθύτερο νόημα της ενέργειάς Του: στην αληθινή τροφή των ανθρώπων που είναι το σώμα Του και το αίμα Του. «Εγώ ειμι ο  άρτος ο αληθινός, ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν μη φάγητε τον άρτον τούτον, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Σ’  αυτήν την προσφορά Του η Εκκλησία μας είδε έκτοτε το κέντρο και τον πυρήνα της ζωής της. Στη Θεία Ευχαριστία δηλαδή, στην οποία προσφέρεται ο Κύριος, υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, εκεί βιώνεται και το αληθινό νόημα του πολλαπλασιασμού των άρτων, με την προϋπόθεση βεβαίως πάντοτε ότι ο άνθρωπος θέλει κι αυτός την προσφορά αυτή. Κι η θέλησή του αυτή φανερώνεται με την τήρηση των αγίων Του εντολών, οι οποίες δημιουργούν το πλαίσιο, ώστε το σώμα και το αίμα του Κυρίου να λειτουργούν  με «συμβατό» τρόπο στον άνθρωπο, δηλαδή να μη γίνονται «εις κρίμα ή εις κατάκριμά» του, αλλά «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

ΜΗ ΜΕ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΑΘΛΙΟ!

 

«Νῦν πεποιθώς ἐπί τήν σήν κατέφυγον ἀντίληψιν κραταιάν, και προς τήν σήν σκέπην, ὁλοψύχως ἔδραμον, καί γόνυ κλίνω Δέσποινα, και θρηνῶ και στενάζω, μή μέ παρίδῃς τόν ἄθλιον, τῶν Χριστιανῶν καταφύγιον» (ωδή α΄ Μεγ. Παρακλ. Κανόνος)

(Τώρα με πίστη κι εμπιστοσύνη κατέφυγα στη δική Σου δυνατή βοήθεια και στη δική Σου σκέπη ολόψυχα έτρεξα, και γονατίζω, Δέσποινα, και θρηνώ και στενάζω, μη με περιφρονήσεις τον άθλιο, Συ που είσαι το καταφύγιο των χριστιανών).

 

Τρία πράγματα τονίζει ο βασιλιάς ποιητής στον  συγκεκριμένο ύμνο από τον κανόνα του για την Υπεραγία Θεοτόκο: Πρώτον, την αίσθηση που έχει για τον ίδιο του τον εαυτό. Δεύτερον, την εικόνα που προβάλλει η Εκκλησία για τη Μεγάλη Μάνα. Και τρίτον, τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο πιστός τη Μάνα αυτή.

Άθλιο βλέπει τον εαυτό του ο ποιητής. Μπορεί να κατέχει το ύψιστο αξίωμα μέσα στο βασίλειό του, όμως τα μάτια του είναι μεταποιημένα από τη χάρη του Θεού και βλέπουν το βάθος της πραγματικότητας, την πνευματική του κατάσταση που βρίσκεται μέσα στην περιδίνηση των παθών του. Πρόκειται όντως για χαρισματική διαπίστωση, η οποία αποκαλύπτει τη μετάνοια ενός πιστού ανθρώπου – μόνον ο πιστός μπορεί να έρχεται σαν τον άσωτο της παραβολής «εἰς ἑαυτόν» και να θέλει να ξεφύγει από την κατάντια της αμαρτίας για να επιστρέψει στον Θεό του: «ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου». Και συστοιχεί η διαπίστωση αυτή με ό,τι ο μέγας απόστολος Παύλος εξέφραζε: «Χριστός ἦλθεν ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ». Ο βασιλιάς ποιητής λοιπόν εκκινεί από την ορθή εκκλησιαστικά βάση που δεν είναι άλλη από τη ρεαλιστική θεώρηση του εαυτού του, την αποδοχή της αθλιότητάς του.

Τα μάτια της πίστεως όμως θεώνται ορθά και την Παναγία. Δεν είναι μία απλή γυναίκα, έστω καλή και ταπεινή και υπάκουη. Είναι «ἡ κραταιά ἀντίληψις», είναι «ἡ σκέπη» του κόσμου, είναι «ἡ Δέσποινα», είναι όλων των χριστιανών «τό καταφύγιον». Κι αυτό όχι γιατί το κατάφερε μόνη της – οι άνθρωποι μόνοι μας το μόνο που καταφέρνουμε είναι το «τίποτε». Ο Υιός και Θεός της την ανέβασε στο υψηλότατο αυτό σημείο, κυριολεκτικά την πνευματική κορυφή του κόσμου, διότι ασφαλώς συνέτρεξαν σ’ αυτήν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη λήψη μίας τόσο μεγάλης χάρης. Και οι προϋποθέσεις αυτές, ως γνωστόν, ήταν η απλότητα της καρδιάς της, η βαθιά πίστη της στον Θεό, η μεγάλη της ταπείνωση, η καθαρότητα του όλου βίου της, καταστάσεις που ουδέποτε βρέθηκαν κι ούτε θα βρεθούν ποτέ σε άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό όπως σ’ Εκείνην.

Κι είναι τούτο μία αλήθεια που δεν πρέπει να λησμονούμε. Παραπονιόμαστε συχνά ότι ο Θεός μάς ξεχνάει, ότι δεν ανταποκρίνεται στις προσευχές μας, ότι δεν μας δίνει τα χαρίσματα που του ζητούμε. Και δεν καταλαβαίνουμε, λόγω της αλαζονείας και του εγωισμού μας, ότι υπεύθυνοι γι’ αυτό είμαστε εμείς οι ίδιοι. Διότι δεν θα αντέχαμε τη χάρη της προσφοράς Του – ο Θεός επιθυμεί διακαώς να μας δώσει τα πάντα, αρκεί εμείς να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής τους. Διαφορετικά η όποια προσφορά της χάρης Του θα λειτουργήσει αρνητικά, θα λειτουργήσει ίσως ως «κόλαση» για τη ζωή μας, όπως ένα μεγάλο βάρος πάνω σε εύθραυστο γυαλί. Η Παναγία μας λοιπόν έγινε η βοήθειά μας, η σκέπη μας, η Δέσποινά μας, η καταφυγή μας, γιατί Εκείνη πρώτη βρήκε τον Κύριο αντιλήπτορα και βοηθό στη ζωή της, σκέπη και καταφυγή της, Εκείνος έγινε το σπίτι της κι η ρίζα της και η τροφή της.

Πώς προσεγγίζει λοιπόν ένας τέτοιος αληθινός πιστός την Παναγία; Με πίστη κι εμπιστοσύνη, «πεποιθώς», σημειώνει ο ποιητής∙ με ολοκάρδια στροφή και σπουδή προς Εκείνην, «ὁλοψύχως ἔδραμον» κατά το «εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ»∙ με μεγάλη ταπείνωση και δάκρυα και στεναγμούς μετανοίας, «γόνυ κλίνω και θρηνώ και στενάζω». Πίστη, θερμή αγάπη, ταπείνωση και δάκρυα – ό,τι ελκύει την αγάπη του Δημιουργού και των δικών Του αγαπημένων προσώπων με πρώτη την Παναγία. Κι όλα αυτά «νῦν», τώρα. Όχι αργότερα, όχι αύριο ή μεθαύριο. Γιατί την εν ταπεινώσει πίστη και αγάπη τη βιώνει κανείς πάντοτε στο παρόν, το παρόν φανερώνει την ποιότητα του εσωτερικού κόσμου μας.

Στην πραγματικότητα όμως μία τέτοια προσέγγιση συνιστά ανταπόκριση της δικής Της προσέγγισης προς εμάς. Εκείνη δείχνει ότι μας εμπιστεύεται πάντοτε, έστω κι αν διαπιστώνει με θλίψη τις αστοχίες και τα ανομήματά μας∙ εκφράζει την αδιάκοπη θερμή αγάπη της, έστω κι αν συχνά παγώνει η δική μας καρδιά απέναντί της∙ δεν διστάζει να μας αποκαλεί παιδιά της και να μας παίρνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν της, έστω κι αν εμείς «παιδιαρίζουμε» αδιαφορώντας για τα ουσιώδη του βίου. Ας θυμηθούμε την αγιορείτικη  ιστορία με τη στάση της Μάνας Παναγίας απέναντι στα «γουρουνάκια» της, κατά τον δικό της χαρακτηρισμό. Τους καλογέρους δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλίνει από την καλογερική και ζούσαν έκδοτοι στα πάθη τους, κυρίως δε το πιοτό. Κι όταν το μοναστήρι που βρίσκονταν τους έδιωξε γιατί δεν έδειχναν σημάδια μετανοίας, Εκείνη επενέβη για να τους σώσει και να τους επαναφέρει. Γιατί είναι η Μάνα που προσβλέπει στο καλύτερο για τα παιδιά της, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμία τέτοια προοπτική στον ορίζοντα.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

ΔΕΝ ΘΑ Σ’ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ!


«Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ» (θεοτοκίον)

(Δεν θα απομακρυνθούμε, Δέσποινα, από σένα)

 

Είναι η ευχή και η υπόσχεση του πιστού χριστιανού που νιώθει ότι χωρίς την Παναγία Μητέρα δεν μπορεί να ζήσει – μαζί Της θέλει να είναι πάντοτε, προσκολλημένος στην παρουσία Της, γιατί έχει ευεργετηθεί από τη δύναμη και την αγάπη Της. Το ομολογεί και το κραυγάζει κατανοώντας ταυτόχρονα και την αναξιότητά του προφανώς λόγω του πλήθους των ανομιών και των αμαρτιών του: δεν μπορώ να σιωπήσω και να μην διαλαλώ τη δύναμη της ευεργεσίας Σου απέναντί μου. Διότι αν δεν ήσουν Εσύ η Πρώτη που μεσίτευες για μένα στον Υιό και Θεό Σου, ποιος θα με είχε σώσει από τόσους μεγάλους κινδύνους; Ποιος μάλιστα θα με είχε διαφυλάξει μέχρι τώρα ελεύθερο από τη δαιμονική τυραννία; Λοιπόν, πράγματι δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, γιατί σώζεις εμένα και τους άλλους πιστούς από ένα σωρό δεινά.

Τι υπόκειται ως βάση στην κραυγή αυτή του πιστού απέναντι στη Μάνα Παναγία; Πρώτον, το γεγονός ότι η ικεσία στην Παναγία είναι ικεσία στην πραγματικότητα στον ίδιο τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό. Και δικαιολογημένα: Χριστός και Παναγία, όπως κηρύσσει πάντοτε η Εκκλησία μας, συν-ορώνται, χωρίς να μπορεί κανείς να διασπάσει τον μεταξύ τους άρρηκτο δεσμό. Γιατί Εκείνος είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, του ζωντανού σώματός Του, ως ο Υιός του Θεού κι Εκείνη είναι το πρώτο και πιο τιμημένο και εξαίρετο μέλος του σώματος Αυτού. Αν ο οποιοσδήποτε χριστιανός κατανοείται ως ένα με Εκείνον από τη στιγμή που βαπτίστηκε, όταν μάλιστα ενεργοποιεί διά της τηρήσεως των αγίων εντολών Του τη χαρισματική αυτή ταυτότητά του – «ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῶ» - πόσο απείρως περισσότερο ισχύει τούτο για την υπεραγία Θεοτόκο, η οποία εκλέχτηκε μεταξύ όλων των γυναικών απαρχής του κόσμου και μετέπειτα για να γίνει η Μητέρα του Θεού ως ανθρώπου; Κανείς δεν μπορεί να σταθεί ισοστάσια προς την Παναγία – Εκείνη κατέχει «τα δευτερεία της θεότητος», Εκείνη συνιστά την «μετά Θεόν» καταφυγή των ανθρώπων.

Και δεύτερον, ακριβώς λόγω της ταυτοτικής αυτής σχέσεως της Παναγίας προς τον Υιό και Θεό Της ζει και λειτουργεί κι η Ίδια στον ίδιο ρυθμό αγάπης και προσφοράς με Εκείνον. Η Παναγία είναι Παναγία όχι πρώτιστα γιατί κυοφόρησε και μεγάλωσε ως άνθρωπο τον Ιησού Χριστό, αλλά γιατί ταυτόχρονα ήταν η Πρώτη που υπήκουε απολύτως και μέχρι τέλους έως θανάτου στο άγιο θέλημά Του - την εκλογή Της ως Μητέρα του Θεού την επιβεβαίωνε καθημερινώς και αδιαλείπτως. Το «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου» ήταν η καθημερινή επωδός της επί γης πορείας Της, γι’ αυτό και η αγάπη Εκείνου εξακτινωνόταν μέσα από όλη την ύπαρξή Της, το σώμα και την ψυχή Της. Αγάπη ο Θεός και Χριστός, αγάπη και η Παναγία Μητέρα Του. Πώς λοιπόν να μην βρίσκεται εσαεί με βλέμμα ευμενές απέναντι στα τέκνα του Θεού Της και τέκνα κατ’ επέκταση και δικά Της; Η ευεργεσία Της προς αυτά ήταν και είναι η συνέχεια της ευεργεσίας του Θεού απέναντί τους, κάτι που δεν μπορεί ο πιστός, όπως το λέει ο υμνογράφος, να μη το διαλαλήσει.

Ποιος συνεπώς λογικός άνθρωπος θα απομακρυνόταν από την πηγή της αγάπης και της θεραπείας του; Ό,τι απάντηση έδωσε ο απόστολος Πέτρος στον Ιησού Χριστό, όταν προκάλεσε Εκείνος τους μαθητές Του αν θέλουν να φύγουν από κοντά Του: «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; Σύ ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις», την ίδια τοποθέτηση έχει και ο εν επιγνώσει πιστός απέναντι στην Παναγία και τον Κύριο: «Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ Σοῦ». Μπορεί να αμαρτάνουμε λόγω της αδυναμίας μας, αλλά δεν έχουμε Άλλον, Άλλη να μας σώζει από όλα τα δεινά του βίου μας. Και βεβαίως, σιγά σιγά έτσι μπορούμε να φτάσουμε και στο ανώτερο σημείο της πίστεώς μας: να μένουμε προσκολλημένοι στον Κύριο και την Παναγία μας όχι γιατί είναι οι σωτήρες από τις δυσκολίες μας και οι δότες των διαφόρων αγαθών μας, αλλά γιατί τους έχουμε αγαπήσει αληθινά και βαθιά, γι’ Αυτούς τους Ίδιους, έστω κι αν οι οδύνες ενός σταυρωμένου βίου μάς κατατρύχουν. Τότε, ναι, θα έχουμε φτάσει στο μεγάλο ζητούμενο και αδιάκοπα προσδοκώμενο: την κατάσταση του υιού, την πέραν του μισθωτού και του δούλου.  

Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

Η ΚΑΚΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΟ ΑΛΓΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 


«Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος» (Από τους παρακλητικούς κανόνες).

(Δες με ευμένεια, πανύμνητη Θεοτόκε, τη δύσκολη ασθένεια του σώματός μου και γιάτρεψε τον πόνο της ψυχής μου).

 

Ποιος άνθρωπος επί της γης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα πράγματα γι’ αυτόν, σωματικά και ψυχικά, εξελίσσονται με τρόπο που δεν υπάρχουν προβλήματα; Μπορεί κάποιος στη νεότητά του να νιώθει δυνατός και παντοδύναμος – ένας μικρός «θεός» ίσως ελλείψει πραγματικών προβλημάτων – όμως με την πάροδο του χρόνου η φθορά που συνοδεύει την ηλικία αρχίζει και κάνει αισθητή την παρουσία της, όπως και οι διάφορες στενώσεις από πλευράς ψυχικής από τη διαπίστωση ότι τελικώς ο κόσμος αυτός δεν μπορεί να γεμίσει την καρδιά και να της δώσει έναν λόγο να αναπνεύσει. «Κοιλάδα πένθους και δακρύων» άλλωστε χαρακτηρίζει η Γραφή τη ζωή αυτή, εξαγγέλλοντας τα αποτελέσματα, για τον άνθρωπο, της αμαρτίας στην οποία απαρχής περιέπεσε και που συνεχίζει δυστυχώς να περιπίπτει. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Κύριος δεν είναι Εκείνος που βεβαιώνει τους μαθητές Του ότι «στον κόσμο αυτόν θα έχετε θλίψεις» και ότι «με πολλές θλίψεις θα εισέλθετε στη Βασιλεία των Ουρανών;»

Η κάκωση λοιπόν του σώματος και το άλγος της ψυχής είναι δεδομένες καταστάσεις για κάθε άνθρωπο όπου γης και όποιας εποχής και αυτή είναι η βάση από την οποία εκκινεί ο άγιος υμνογράφος της ακολουθίας των Παρακλητικών κανόνων. Ποιο είναι όμως το μεγαλείο του πιστού ανθρώπου, το οποίο δυστυχώς δεν υφίσταται στον άπιστο; Ότι ενώ πάσχει και οδυνάται σωματικά και ψυχικά, μπορεί να υπερβεί τις δυσκολίες του, γιατί έχει σημείο αναφοράς πέρα από τη δική του ύπαρξη και πέρα ακόμη και από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει και δραστηριοποιείται. Και το σημείο αυτό αναφοράς είναι ο Δημιουργός Του Κύριος Ιησούς Χριστός και μαζί με Αυτόν και τα άλλα μέλη του σώματός Του, της Εκκλησίας, που είναι οι άγιοι με πρώτη και κύρια την Παναγία Μητέρα Του. Τι μας προσέφερε ο Κύριος ερχόμενος στον κόσμο; Να μας προσλάβει στον εαυτό Του και να μας κάνει δικές Του παρουσίες, να ζει πράγματι Εκείνος μέσω ημών, εφόσον βεβαίως Τον αποδεχθήκαμε στη ζωή μας, βαπτιστήκαμε και χριστήκαμε στο άγιο όνομά Του. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». «Εγώ είμαι το αμπέλι, εσείς τα κλήματα». Ο πιστός χριστιανός λοιπόν που έχει επίγνωση της άπειρης αυτής δωρεάς του Θεού απέναντί του συνειδητοποιεί ότι κέντρο βάρους της ζωής του δεν είναι πια ο εαυτός του και ο αισθητός κόσμος∙ είναι ακριβώς ο Χριστός και δι’ Αυτού όλος ο Τριαδικός Θεός – ο άνθρωπος είναι ολόκληρος μαζί με τον Χριστό και μαζί με τους συνανθρώπους του, κάθε τόπου και κάθε εποχής, που θα πει ότι ο Χριστός διαιωνίζει την παρουσία Του και μέσα από αυτόν ως «εν ετέρα μορφή».

Οπότε η κάκωση του σώματος και το άλγος της ψυχής εντάσσονται από την άποψη αυτή κάτω από άλλον παρονομαστή: γίνονται σκαλοπάτια για πνευματική άσκηση, για υπομονή, για καλλιέργεια της εμπιστοσύνης προς τον Θεό, για περαιτέρω προκοπή στον αγιασμό του. Πονά ο χριστιανός, οδυνάται, δεν νιώθει καλά, όταν πάσχει, γι’ αυτό και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη, να του δώσει υπομονή, να του άρει ει δυνατόν τον πόνο, αλλά με τελική κατάληξη την κραυγή της πιο μεγάλης πίστεως: «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ». «Γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε». Κι αυτό το «άφημα» στην πρόνοια του Θεού που μετράει και τις τρίχες ακόμη της κεφαλής μας είναι το στοιχείο που ησυχάζει την καρδιά του πιστού, όπως το εξέφρασαν και οι πιστοί της πρώτης Εκκλησίας όταν αντιμετώπιζε πρόβλημα της ίδιας της ζωής του ο πατέρας τους, ο μέγας απόστολος Παύλος: «ησυχάσαμεν ειπόντες το θέλημα του Κυρίου γινέσθω».

Προστρέχουμε λοιπόν στην Παναγία μας και δι’ Αυτής στον ίδιο τον Κύριο κάθε φορά που πάσχουμε, Την παρακαλούμε μέσα στο πλαίσιο της αγάπης Της και του ελέους Της να μας δει με τη μεγαλύτερη στοργή που μπορεί να μας κοιτάξει, όμως αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στη δική Της κρίση που είναι η κρίση του Πατέρα μας Θεού. Και ξέρουμε ότι αυτό είναι ό,τι καλύτερο και θεραπευτικότερο για τη ζωή και την ύπαρξή μας.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ἀκολουθεῖν": ΠΕΤΡΑ ΚΙ ΟΥΡΑΝΟΣ

 

ΠΕΤΡΑ ΚΙ ΟΥΡΑΝΟΣ

Αφουγκράσματα κι απόηχοι γης ελληνικής 

(Σελ. 80. Διαστ.: 19Χ24)

 

Δύο φίλοι, ο Κωνσταντίνος και ο Δημήτρης, διακατέχονται
από αληθινό σεβασμό προς την παράδοση του τόπου τους,
και μάλιστα τη μουσική. Ο έρωτάς τους γι’ αυτήν γίνεται το
όχημα για να διεισδύσουν και στις υπόλοιπες γεμάτες ζωή
διαστάσεις της παράδοσης της πατρίδας τους.
Η βιωματική προσέγγισή της –η επιτόπια παρουσία τους
στους τόπους που ζει και εκφράζεται η παράδοση– τους κά-
νει να νιώσουν από κοντά τους ντόπιους ανασασμούς. Μέσα
απ’ το παραμύθι που λέει μια γιαγιά. Μέσα απ’ το τραγούδι
ενός παππού καραβοκύρη. Μέσα απ’ τους τρανταγμούς του
χορού σε μια χωριάτικη πλατεία.

Ένα λαογραφικό περιδιάβασμα σε μέρη που χτυπάει η
καρδιά της παράδοσης... Μία φανταστική ιστορία βγαλμένη
από τις ρίζες του τόπου μας... Ένα παραμύθι γεμάτο ήχους
κι αρώματα από Ελλάδα…

 

Συγγραφέας: Στέφανος Δορμπαράκης

Σχέδια και εικόνες: Χριστίνα Παπαθέου-Δουληγέρη

Σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

"ΛΕΓΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ..."

«Λέγε συνεχώς μέσα στην καρδιά σου: «Ο Χριστός είναι Αγάπη». Έτσι, θα αγαπάς όλους τους ανθρώπους, θυσιάζοντας χάριν αυτής της Αγάπης, ό,τι έχεις ακριβό, ακόμη και την ίδια σου τη ζωή» (Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, Ιεροί λογισμοί μιας οσίας ψυχής, εκδ. Παπαδημητρίου).

Τρεις είναι οι κύριες προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται στον παραπάνω λόγο του ο μέγας Ρώσος άγιος της νεώτερης εποχής Ιωάννης της Κροστάνδης (1829-1908).

Πρώτη, ότι ο Χριστός είναι ο Θεός, ο Οποίος είναι Αγάπη, όπως μοναδικά το σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» (Α΄Ιω. 4, 8). Αγάπη ο Θεός, Αγάπη ο Χριστός ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, συνεπώς κάθε λόγος Του, κάθε ενέργειά Του την αγάπη Του αυτή αποτυπώνει.

Δεύτερη, ότι ο άνθρωπος είναι κλημένος κι αυτός να αγαπά κατά το πρότυπο του Δημιουργού Του Χριστού, διότι τον δημιούργησε «κατ’ εἰκόνα καί  καθ’ ὁμοίωσιν» Εκείνου. Ό,τι είναι ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, τέτοιος πρέπει να γίνει και ο άνθρωπος που θα πιστέψει στον Χριστό, αν θέλει να έχει κοινωνία μαζί Του. «Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπη τῇ ἐμῇ. Ἐάν τάς ἐντομάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπη μου» είπε. Αλλά για να γίνει αυτό απαιτείται ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον εγκλωβισμό του στην αμαρτία που τον απομονώνει και από τον Θεό και από τον συνάνθρωπό του και από τον εαυτό του και να ενσωματωθεί σ’ Εκείνον δια του εκκλησιασμού του μέσω του αγίου βαπτίσματος, ο Οποίος ακριβώς ήλθε στον κόσμο «ἵνα τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν». Τι άλλο στην πραγματικότητα είναι κάθε εν επιγνώσει χριστιανός παρά ένας άλλος Χριστός ως Εκείνου προέκταση; «Ἐγώ είμι ἡ ἄμπελος ὑμεῖς τά κλήματα» απεκάλυψαν τα αψευδή χείλη Του. «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ» (άγιος Ιωάννης Κλίμακος). Οπότε, δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο για τον πιστό χριστιανό από το να αποδύεται καθημερινά στον αγώνα να μένει στις εντολές του Χριστού, δηλαδή στην εντολή της αγάπης, κατά το «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» – αυτός είναι ο βασικός σκοπός του καιρού που του παραχωρεί ο Κύριος στον κόσμο τούτο.

Αλλά υπάρχει και η τρίτη προϋπόθεση που θίγει ο άγιος της Κροστάνδης, η οποία αποκαλύπτει το πόσο καλή γνώση του πεσμένου στην αμαρτία ανθρώπου, δηλαδή του κάθε ανθρώπου, είχε. «Λέγε συνεχώς μέσα στην καρδιά σου» προτρέπει. Γνωρίζει ο άγιος Ιωάννης ότι μπορεί ο πιστός να έχει βαπτιστεί, να έχει χριστεί με το άγιο μύρο της πίστεως, να εκκλησιάζεται και να μετέχει στα άχραντα μυστήρια, όμως δεν παύει ευρισκόμενος στον κόσμο τούτο τον απατεώνα με τις πολυποίκιλες παγίδες των παθών του και του Πονηρού διαβόλου να έλκεται στο κακό. Σαν τον απόστολο Παύλο ομολογεί ο κάθε χριστιανός ότι «ευχαριστιέμαι με τον νόμο του Θεού, όμως βλέπω έναν άλλο νόμο μέσα μου, τον νόμο της αμαρτίας, που με τραβάει μακριά από το θέλημα του Θεού». Οπότε τι χρειάζεται επιπλέον να κάνει ο πιστός; Διαρκώς να βρίσκεται σε κατάσταση νήψεως, εγρηγόρσεως, ετοιμότητας για τήρηση του αγίου θελήματος του Θεού. Η επανάληψη των λόγων της αγίας Γραφής, των λόγων του Χριστού - που σημαίνει ότι ο πιστός μελετάει τους λόγους αυτούς και ει δυνατόν τους αποστηθίζει για να τους έχει ανά πάσα στιγμή πρόχειρους στον νου και την καρδιά του – τον κρατάει εκεί που πρέπει: στο σημείο συντονισμού του με τον ίδιο τον Κύριο. Γι’ αυτό και ο πιστός βρίσκεται αδιάκοπα σε μία εσωτερική ένταση – μπορεί κάποιο πάθος του να τον σύρει εκτός νόμου Θεού, εκείνος όμως «βιάζει» τον εαυτό του να μην παρασυρθεί. Αν παρασυρθεί χάνει τον Θεό του, μπαίνει κυριολεκτικά στον χώρο μιας «κινούμενης άμμου», εμπλέκεται δηλαδή στην ταραχή του παρερχόμενου αυτού εδώ κόσμου.

Να επαναλαμβάνουμε διαρκώς μέσα μας το όνομα του Χριστού, την Αγάπη Του, την κεντρική εντολή Του «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», είναι ό,τι κρισιμότερο για την πνευματική μας ζωή. Κι ιδίως στις δύσκολες στιγμές μας όπου υπάρχει κάποια έξαψη παθών: σε μία εχθρική ενέργεια ενός συνανθρώπου μας, σε έναν υβριστικό λόγο του, σε μία αντίδραση απρόσμενη από τον/τη σύντροφό μας ή από τα παιδιά μας, εκεί να επιμένουμε με την αγία επανάληψη των ευαγγελικών λόγων για να μένουμε μαζί με τον Χριστό κι Εκείνος μαζί μας. Όπως κάνουμε σε μία ανηφόρα όταν οδηγούμε, που πατάμε περισσότερο γκάζι, το ίδιο και στις ανηφοριές του βίου μας: να τροφοδοτούμε τη βούλησή μας πατώντας περισσότερο «γκάζι», ανακυκλώνοντας τα παντοδύναμα λόγια του Θεού μας. Ο μεγάλος άγιος της Κροστάνδης μας το υπενθυμίζει.