Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΟΣΙΟΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ


 

(Ἐξαφορμῆς τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Προπατόρων, κατά την ὁποία στην Ἐκκλησία μας διαβάζεται ἡ παραβολή τοῦ Μεγάλου Δείπνου - κλήσης κυρίως για συμμετοχή στο μυστήριο τῆς Θείας Ευχαριστίας - θυμόμαστε τον Λειτουργικό ὅσιο, τον μεγάλο σύγχρονο ἅγιο Γέροντα, Ἰάκωβο (Τσαλίκη), τον ἅγιο τῆς Ευβοίας).

 
Μεγάλη ἡ εὐλογία  τοῦ Θεοῦ πού διοχετευόταν στόν λαό Του μέσω τῶν τριῶν πιό γνωστῶν νεωτέρων ὁσίων ὅσο ζοῦσαν, μεγάλη ἡ εὐλογία πού ἐξίσου δέχεται αὐτός ὁ λαός μέ τίς θεοπειθεῖς προσευχές τους, ἀλλά καί μέ τή συνεχιζόμενη μέ ἄλλον τρόπο παρουσία τους μέσω τῶν βιβλίων πού ἔχουν κυκλοφορηθεῖ καί κυκλοφοροῦνται ἀκόμη γι᾽ αὐτούς. ῞Ο,τι δύναμη ἔχουν οἱ βίοι τῶν ἁγίων μας καί τά διάφορα Γεροντικά, τέτοια καί περισσότερη ἴσως ἔχουν καί ὅσα γράφονται σάν μαρτυρίες γιά τούς συγχρόνους αὐτούς ἁγίους.

 1. ῾Η σημερινή μας ἀναφορά εἶναι ὁ ὅσιος ᾽Ιάκωβος, ὁ γέροντας τῆς Εὔβοιας, ὁ λειτουργικός ὅσιος, ὅπως ἔχει χαρακτηριστεῖ. Σ᾽ αὐτήν τή λειτουργική του αἴσθηση θά ἐπικεντρώσουμε περισσότερο τήν προσοχή μας, θά δοῦμε δηλαδή κάποιες ὄψεις τοῦ πῶς βίωνε ὁ γέροντας αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τή Θεία Λειτουργία. Κι ἐκεῖ θά θαυμάσουμε τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ ἀνδρός, τό πόσο ῾λιβανισμένος᾽ ἦταν, τό πόσο ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μία μαρτυρία τοῦ Δείπνου τοῦ Μυστικοῦ τοῦ Κυρίου καί τῶν μαθητῶν Του. Προγηγουμένως ὅμως θά δοῦμε ὁρισμένα βιογραφικά του στοιχεῖα, απαραίτητα γιά την καλύτερη κατανόηση τῆς ὁσιακῆς του ζωῆς.


῾Ο ἅγιος ᾽Ιάκωβος λοιπόν, ἡγούμενος στήν ῾Ι. Μονή ὁσίου Δαβίδ Γέροντος στίς Ροβιές Εὐβοίας, καταγόταν ἀπό τή Μ. ᾽Ασία, τόν τόπο πού γέννησε χιλιάδες ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Συγκεκριμένα, τό χωριό πού γεννήθηκε, στίς 5 Νοεμβρίου 1920, καί ἔζησε τά δύο πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἦταν τό Λιβίσι τῆς Μάκρης, ἕνα ἀπό τά παραθαλάσσια χωριά τῆς ἰωνικῆς γῆς, στό ὕψος περίπου τοῦ Καστελλόριζου.
᾽Εξαιτίας τῶν θλιβερῶν γεγονότων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καί τοῦ ξεριζωμοῦ τοῦ ἑλληνισμοῦ τό 1922, ἀναγκάστηκε νά ἐγκαταλείψει τά ἁγιασμένα χώματα τῆς Μ. ᾽Ασίας καί μεταφυτεύτηκε  ὡς πολύτιμο καί ἁγιασμένο κλῆμα στό χωριό ῞Αγιος Γεώργιος ῎Αμφισσας καί μετά ἀπό δύο χρόνια στό χωριό Φαράκλα τῆς Βόρειας Εὔβοιας. ᾽Εκεῖ ἔζησε μέχρι πού ἔγινε τριάντα ἐτῶν, ὁπότε τόν μεταφύτευσε ὁ Θεός ὁριστικά στό ἁγιασμένο μοναστήρι τοῦ ὁσίου Δαβίδ.

᾽Αγωνίστηκε ἀπό τή στιγμή πού μπῆκε στό μοναστήρι νά ζήσει σάν τόν ὅσιο Δαβίδ, γι᾽ αὐτό καί τίς νύχτες, μετά τήν ταλαιπωρία τῆς ἡμέρας, τραβοῦσε γιά τό ἀσκητήριο τοῦ ὁσίου, μέσα στό ὁποῖο καί ὁ ἴδιος, σάν τόν ὅσιό του, ἔζησε πανίερες θεοπτικές ἐμπειρίες.
Πέρασε πολλές δυσκολίες ὁ ἅγιος γέρων ὅσο ἔζησε στή Μονή. Δοκιμασίες προερχόμενες ἀπό ἀνθρώπους ἀλλά καί δαίμονες. Μά ἡ ἀρετή του στό τέλος νίκησε. Τό μοναστήρι ἔγινε πόλος ἕλξεως καί ἄλλων μοναχῶν, κυρίως ὅμως πολλῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, προσκυνητῶν. ᾽Ιδίως ἀπό τό 1975 καί ἐφεξῆς, ὁπότε ἀναδείχτηκε σέ ἡγούμενο τῆς Μονῆς, πλήθη κόσμου ἔρχονταν προκειμένου νά δοῦν καί νά ἀκούσουν τόν γέροντα, μάλιστα δέ νά λάβουν λύση σέ κάποιο ἀπό τά προβλήματά τους, εἴτε τά προσωπικά εἴτε τά οἰκογενειακά καί τά ἐπαγγελματικά τους.

῾Ο ὅσιος, τό εἴπαμε προηγουμένως,  ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ λειτουργικός ὅσιος. Καθημερινά τελοῦσε τή Θεία Λειτουργία ἤ συμμετεῖχε σ᾽ αὐτήν σέ στάση γονατιστή. ῎Ενιωθε – κάτι πού τό μαρτυροῦσε ἀδιάκοπα - ὅτι δέν ὑπάρχει ἔργο ἀνώτερο πού μπορεῖ νά τελεστεῖ ἐπί τῆς γῆς, ἀφοῦ κατά τή Θεία Λειτουργία συμβαίνουν συγκλονιστικά πράγματα μέ τήν παρουσία τῶν ἀγγέλων, τῶν ἁγίων, κυρίως δέ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας. Θά τό δοῦμε στή συνέχεια.

῾Η φοβερή ἄσκηση ὅμως τοῦ ἁγίου Γέροντα, ἀκόμη καί σέ προχωρημένη ἡλικία, οἱ τρομακτικές δυσκολίες πού ἔζησε ἀπό μικρός, ἡ ἀσθενική του κράση, ἔκαμψαν τήν ὑγεία του καί τόν ἀνάγκασαν νά εἰσέρχεται συχνά στά νοσοκομεῖα. ῾Η πορεία του πιά ἦταν προδιαγεγραμμένη. Τό τέλος ἔφτανε. Τό πρωΐ τῆς  21ης Νοεμβρίου τοῦ 1991, ἔψαλε, ὅπως πάντα στό παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς, τό ἀφιερωμένο στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Στίς 4 μ.μ., ἀφοῦ εἶχε δεχτεῖ τήν ἐξομολόγηση πνευματικοῦ τέκνου του, κατάκοπος, δέν ἄντεξε καί ἡ ψυχή του πέταξε σάν πουλάκι στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του. Κατ᾽ ἀπαίτηση τοῦ πλήθους πού συνέρρευσε στήν κηδεία του, οἱ ἀρχιερεῖς συμφώνησαν καί ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλη ἔξω ἀπό τόν Ναό στό προαύλιο τῆς Μονῆς.

῾Η μνήμη πού ἄφησε ἦταν ὁσίου ἀνδρός. Τά θαύματα πού γίνονταν καί ὅσο ζοῦσε καί μετά θάνατον εἶναι πάμπολλα. Ὁ πιστός λαός ζοῦσε την ἁγιότητα τοῦ ανδρός πάντοτε, πολύ περισσότερο τά τελευταῖα χρόνια που ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε επισήμως ἀπό την Ἐκκλησία μας.

2. ᾽Επανερχόμαστε. Προκειμένου νά δοῦμε τί ἦταν ἡ Θεία Λειτουργία γιά τόν ὅσιο ᾽Ιάκωβο καί πῶς τή βίωνε αὐτός, θά καταθέσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό γνωστότερο κυκλοφορούμενο γι᾽ αὐτόν βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ  καθηγητῆ τοῦ Πανεπιστημίου ᾽Αθηνῶν Στυλιανοῦ (Γερασίμου μοναχοῦ) Παπαδοπούλου πού ἐπιγράφεται ῾῾Ο μακαριστός ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης᾽. Σ᾽ αὐτό ὁ μακαριστός καθηγητής, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ἀγαποῦσε καί σεβόταν ὑπερβαλλόντως τόν ἅγιο Γέροντα, κάτι πού τό εἰσέπραττε ἀντιστοίχως καί ἀπό ἐκεῖνον, καταγράφει αὐτά τά ἐξαίσια καί συγκλονιστικά πού βίωνε ὁ ὅσιος, τά ὁποῖα εἴτε τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὁ ἴδιος εἴτε τά ἄκουσε ἀπό τό στόμα σοβαρῶν καί ὑπευθύνων πνευματικῶν τέκνων του. Σημειώνει λοιπόν ὁ καθηγητής:

Συγκλονιστικές καί οἱ ἐμπειρίες τοῦ γέροντα στό ναό, στή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας. ῎Αρρητα καί ἐξαίσια ὅσα ἔβλεπε καί ζοῦσε. ῎Εκανε Προσκομιδή καί συχνά ἔβλεπε τήν πνευματική κατάσταση τῶν κεκοιμημένων πού μνημόνευε. ᾽Από τή μισάνοιχτη μικρή θύρα τοῦ ῾Ιεροῦ, τόν εἴδανε μπροστά στήν Προσκομιδή νά στέκει ψηλά, νά μήν πατάει στό δάπεδο. Λησμόνησε κάποια φορά νά μνημονεύσει τή μητέρα του καί τοῦ ἐμφανίστηκε μέ παράπονο: - ᾽Ιακωβάκι μου, σ᾽ ὅλους ἔδωσες τά δῶρα τους, ἐμένα σήμερα δέ μοῦ ἔδωσες!
Διηγότανε ὅτι τό ἴδιο συνέβη μέ τόν Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας τήν Προσκομιδή καί στρεφόμενος νά πάει στήν ῾Αγία Τράπεζα, τόν βλέπε νά στέκει δεξιά του, μέ τίς χοῦφτες τή μία μέσα στήν ἄλλη, ὅπως ὅταν κοινωνεῖ ὁ ἱερέας τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Στή μνημόνευση καί στήν προσευχή γιά τούς ῾τεθνεῶτες᾽ ἤτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Καί ἕναν μοναχό πού τόσο τόν ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε τόν Θεό νά τοῦ δείξει ποῦ πῆγε μετά τόν θάνατό του ὁ μοναχός αὐτός. Τόν εἶδε μιά νύχτα σέ ἄθλιο σκοτεινό ὑπόγειο καί πολύ θλιμμένον. Τόν χαιρέτισε καί ὁ μοναχός τοῦ εἶπε: - ᾽Εδῶ εἶμαι...ὅταν μέ μνημονεύεις περνάει μιά ἡλιαχτίδα καί κάτι βλέπω.
῞Ολα γίνονταν μέ τρόπο ἁπλό καί ἐναργή. Τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, πολλές φορές δέν βρισκόταν στό ῾Ιερό μόνος του ὁ μακαριστός λειτουργός. ῎Αγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε τόν Θεό, χαροποιοῦσαν τήν ἀτμόσφαιρα, συνεργοῦσαν μέ τόν λειτουργό, τά φτερά τους ἀγγίζανε τόν λειτουργό, ἔβλεπε τή νεανική μορφή τους... Βγαίνει, κάει τή Μεγάλη Εἴσοδο. Μία παριστάμενη μοναχή τόν βλέπει νά κινεῖται στόν ἀέρα, νά εἰσέρχεται στό ῾Ιερό χωρίς νά πατάει στό δάπεδο. Θαύμασε κι ἔκανε τόν Σταυρό της, τά εἶχε χαμένα, πρώτη φορά ἔβλεπε θαῦμα. ῞Οταν τελείωσε ἡ Λειτουργία καί πῆγε ἡ μοναχή νά πάρει τήν εὐχή του νά φύγει, τῆς λέει ἀφελῶς: - Σήμερα ἡ Λειτουργία ἦταν ἀλλιῶς.
᾽Εκείνη πῆρε θάρρος καί ἄνοιξε τό στόμα της νά περιγράψει πῶς τόν εἶδε στή Μεγάλη Εἴσοδο. Πρόλαβε ὅμως ὁ γέροντας καί τῆς εἶπε νά σιωπήσει, νά μήν εἰπεῖ πουθενά τίποτα.
᾽Εξηγοῦσε ἀργότερα τά διακονικά καθήκοντα. Γιά νά κάνει προσεκτικό τόν διάκονο, τοῦ μίλησε γιά τίς ἐμπειρίες καί τίς ὀπτασίες του μέ βαθιά κατάνυξη: - ῎Αχ, πάτερ μου, νά βλέπατε τί γίνεται τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, πού ὁ ἱερέας διαβάζει τήν Εὐχή, θά φεύγατε ὅλοι... ᾽Αοράτως ἀνεβοκατεβαίνουν ἄγγελοι καί πολλές φορές αἰσθάνομαι τίς φτεροῦγες τους νά χτυποῦν στούς ὤμους μου!᾽

3. (α) ῾Η ἀντίληψη τοῦ ἁγίουι Γέροντα ᾽Ιακώβου γιά τή Θεία Λειτουργία ἦταν ἡ ἀντίληψη ὅλων τῶν ἁγίων μας καί αὐτό πού διδάσκει πράγματι ἡ ᾽Εκκλησία: ὅτι συνιστᾶ τό πιό ἀνώτερο καί ἱερότερο πράγμα πού ὑπάρχει ἐπί τῆς γῆς. Κι αὐτό γιατί φανερώνει ὅλη τήν ἐπί γῆς πορεία τοῦ Κυρίου, ὅπως καί τή δόξα του στούς Οὐρανούς. ῾Ο Χριστός σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς Του καί ἡ κλήση Του νά μετάσχουμε σέ αὐτήν δέν εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία;  Δέν χαρακτηρίζεται τυχαῖα λοιπόν ἀπό τούς Πατέρες μας ὡς τό κέντρο τῆς ᾽Εκκλησίας, γεγονός πού σημαίνει: κάθε τι πού ὑπάρχει στήν ᾽Εκκλησία, κάθε προσευχή καί πράξη αὐτῆς προϋποθέτει τό μυστήριο αὐτό καί καταλήγει σέ αὐτό.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς ἔτσι τό γιατί ὁ ὅσιος εἶχε σέ μεγάλη ὑπόληψη τούς ἱερεῖς, ἀπό τόν μικρότερο ὥς τόν μεγαλύτερο. Κάθε ἱερέα πού θά συναντοῦσε θά ἔσπευδε νά τόν προσκυνήσει καί νά τοῦ φιλήσει πρῶτος τό χέρι. ᾽Ενθυμοῦμαι καί ἐγώ, ὅταν βρέθηκα γιά πρώτη φορά τό 1989 στό Μοναστήρι του κι ἦρθα ἀντιμέτωπος μέ τόν ἅγιο γέροντα. Πρίν προλάβω νά κάνω τίποτε, ἐκεῖνος μέ βαθιά μετάνοια πῆρε τό χέρι μου καί τό φίλησε, λέγοντάς μου ταυτόχρονα: ῾Ιερεύς δέν εἶστε; Σημειώνει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ καθηγητής στό παραπάνω ἀναφερθέν βιβλίο του γιά τόν Γέροντα: ῾῾Ο ᾽Ιάκωβος, νεαρός ἀκόμη, μόλις ἔβλεπε τόν παπα-Θοδόση νά ᾽ ρχεται μέ τό ἄλογο ἀπό τήν Τσούκα (Ζωοδόχος Πηγή σήμερα) ἔτρεχε νά τόν βοηθήσει νά κατέβει, φίλαγε τό ράσο του, ἔπαιρνε τό πετραχήλι, τό ἀκουμποῦσε μ᾽ εὐλάβεια στό μετωπό του καί ἡ καρδιά του ἔλεγε μέ λαχτάρα: - ῎Αχ, πάτερ μου, θά μ᾽ ἀξιώσει καί μένα ποτέ ὁ Θεός... Δέν ἀποτολμοῦσε οὔτε μέσα του νά τελειώσει τή φράση, γιατί ἐπρόκειτο γιά τό λειτούργημα τοῦ ῾Ιερέα. Εἶχε γιά τούς ἱερεῖς βαθύτατο σεβασμό. Καί τόν εἶχε μέχρι τήν κοίμησή του. Σέ τέτοιο βαθμό, πού μηχανευότανε χίλιους τρόπους, γιά νά μπορέσει νά φιλήσει τό χέρι ἱερέως καί διακόνων πού ἐξομολογοῦνταν στόν ἴδιο. Τό θεωροῦσε ἰδιαίτερη εὐλογία! ῎Εφτανε στό σημεῖο, ὅταν ἐξομολογιόταν ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός γέροντας, νά φιλάει τά παπούτσια καί τά πόδια τοῦ ἱερέα ἐξομολόγου του. Γιατί στήν ἐξομολόγηση στεκότανε γονατιστός, καί τήν ὥρα πού θά τοῦ διαβαζόταν ἡ συγχωρητική εὐχή ἔπεφτε πάντα πρηνηδόν, μπρούμυτα᾽. Κι ἀλλοῦ ὁ ἴδιος καθηγητής: ῾Κόντευε πιά νά πεθάνει ὁ γέροντας καί σεβότανε τούς ἱερεῖς περισσότερο κι ἀπ᾽ ὅσο τούς σεβότανε παιδάκι, τότε πού νόμιζε ὅτι δέν ἔχουν σάρκες καί ὑλικές ἀνάγκες᾽.

῾Ο σεβασμός του αὐτός δέν εἶχε ἀνθρωποπαθῆ στοιχεῖα. Δέν ἐπρόκειτο δηλαδή γιά κάποια συναισθηματικοῦ τύπου προσέγγιση ἤ κάποια ἰδεοληψία. Τέτοιες προσεγγίσεις κινοῦνται σέ ἐπίπεδο ἐμπαθές πού πόρρω ἀπεῖχαν ἀπό τόν ἀπαθῆ γέροντα. ῾Ο σεβασμός του στούς ἱερεῖς ἦταν καρπός, ὅπως εἴπαμε, τῆς ἀπόλυτης συναίσθησης τοῦ ὕψους τοῦ διακονήματός τους, ἐνώπιον ποίου αὐτοί εὑρίσκονται τήν ὥρα τῆς ἱερουργίας τοῦ μυστηρίου καί τί σημαίνει Θεία Λειτουργία. ᾽Εκινεῖτο στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τούς μεγάλους Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας στό θέμα αὐτό, πού ἔγραψαν λόγους περί ἱερωσύνης, σάν τόν ἱερό Χρυσόστομο, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο κι ἀκόμη τόν πατρο-Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό. ῾Ο ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν ἐκεῖνος γιά παράδειγμα πού τόνιζε ὅπως καί ἄλλοι στίς ὁμιλίες του τό ὕψος τῆς ἱερατικῆς διακονίας μέ τά γνωστά λόγια: ῾ἄν δεῖς βασιλιά καί ἱερέα, τόν ἱερέα νά τιμήσεις πρῶτα. Γιατί αὐτός μέ τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό᾽;

       Καί δέν πετοῦσε στά σύννεφα ὁ ἄγιος. ῎Ηξερε ὅτι ὑπάρχουν ἱερεῖς πού δέν στέκονται στό ὕψος τῆς ἱερωσύνης τους, ὅτι ἀθετοῦν αὐτά πού ὑποσχέθηκαν τήν ὥρα τῆς χειροτονίας τους. Σάν τήν περίπτωση ἑνός ἱερέα πού θέλησε νά ρωτήσει τον ἅγιο ᾽Ιάκωβο πῶς τόν βλέπει. Κι ὁ ὅσιος, ὁ ὁποῖος ῾κοίταζε προσεχτικά στά μάτια καί καταλάβαινε ποιοί ἔχουνε καλή διάθεση καί ποιοί ἤρθανε ἀπό περιέργεια᾽ καί ἔλεγε ῾βλέπω μέσα στά πρόσωπα᾽ δέν τοῦ ἀπάντησε. Μόνο γέλασε, γιατί καθώς εἶπε ἀργότερα ῾ἤτανε παιδιά μου μαῦρος, δέν μπορῶ νά σᾶς πῶ᾽. ῞Οπως ἐπίσης ἤξερε ὅτι κάποιοι ἱερεῖς ζητᾶνε ῾πολλά χρήματα γιά Λειτουργίες ἤ Σαρανταλείτουργα καί στενοχωριότανε ἀφόρητα᾽. Τό μόνο τότε πού ἔλεγε ἦταν: - Νά προσέχετε ποῦ δίνετε τά χρήματά σας!᾽ ῾Ο ἅγιος λοιπόν εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητας. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλα αὐτά ἐπικέντρωνε στό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης καί ὄχι στήν ὅποια πτώση τοῦ ἱερέα ἤ τοῦ ἀρχιερέα.

    Τά παραπάνω ἐξηγοῦν μέ μεγάλη σαφήνεια ἀφενός τόν πόθο πού εἶχε ὁ μέγας ᾽Ιάκωβος γιά νά λειτουργεῖ πάντοτε, ἀφετέρου τήν ὀδύνη πού ἔνιωθε ὅταν κυρίως γιά λόγους ἰατρικούς οἱ ἰατροί τοῦ ἀπαγόρευαν νά λειτουργεῖ. ῾Η ἀπαγόρευση ἦταν γι᾽ αὐτόν ἡ μεγαλύτερη τιμωρία. Καί τί ἔκανε συνήθως; Παρ᾽ ὅλες τίς ἰατρικές ἀπαγορεύσεις καί τήν προσπάθεια τῶν καλογέρων του νά τόν ὑποχρεώσουν νά ἀναπαυθεῖ, ἐκεῖνος ῾σηκωνότανε μέ πυρετό, μέ ἀρρυθμία καρδιᾶς, μέ σφίξιμο πολύ στό στῆθος, μέ φοβερή φλεβίτιδα...καί λειτουργοῦσε᾽.

      (β) Τή λειτουργική αὐτή συνείδησή του δέν τήν ἀπέκτησε ὡς ἱερέας. Τοῦ τήν μετέδωσε ἡ ἁγιασμένη γιαγιά του καί ἡ μητέρα του. ᾽Εκεῖνες μέ τή μεγάλη πίστη τους στόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία ζοῦσαν ἔντονα τή Θεία Λειτουργία κι αὐτήν τήν ἱερή αἴσθησή τους μετάγγισαν καί στόν ᾽Ιάκωβο ἤδη ἐκ βρέφους. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Γέροντας ζοῦσε ὡς ἱερέας πρίν νά γίνει ἱερέας. ῾Πάτερ ᾽Ιάκωβε᾽ τόν προσφωνοῦσαν οἱ περισσότεροι ἀπό παιδί κι ὕστερα λίγο εἰρωνικά καί στόν στρατό. Κι εἶναι γνωστό ὅτι τίς περισσότερες φορές ὅταν οἱ συμπατριῶτες του εἶχαν πρόβλημα, σ᾽ αὐτόν κατέφευγαν, χωρίς νά εἶναι ἱερέας βεβαίως, προκειμένου νά τούς διαβάσει κάποια προσευχή, ἀφοῦ ὁ δικός τους παπάς ἦταν προχωρημένης ἡλικίας καί δέν τόν εἶχαν πάντα μαζί τους, γιατί κάλυπτε ἄλλα χωριά.

       ῎Ας ἀκούσουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπό τόν βίο του πάνω σ᾽ αὐτήν τήν πρό τῆς ἱερωσύνης ἱερωσύνη τοῦ ὁσίου Γέροντα. Εἶναι κατεξοχήν ἀποκαλυπτικά γιά τό τί ἔπειτα θά ἀκολουθήσει:
      ῾Τό ᾽Ιακωβάκι ἔγινε πιά πέντε χρονῶν. Καί τό καλό του παιχνίδι ἦταν τό θυμιατούρι, ἔτσι τό λέγανε στό Λιβίσι. Εἶχε βρεῖ ἕνα μικρό κεραμίδι μέ κοίλωμα. ῎Εβαζε μέσα καρβουνάκι ἀπό τήν πυροστιά πού μαγειρεύανε καί τό ᾽φερνε γύρω στό σπίτι καί λιβάνιζε μέ πολλή σοβαρότητα, ψελλίζοντας ῾ἀλούγια, ἀλούγια᾽(ἀλληλούια). Λιβάνιζε καί τούς γειτόνους᾽.
       Καί παρακάτω: ῾᾽Από τά ἕξι του τό ᾽Ιακωβάκι, χωρίς νά ξέρει γράμματα, εἶχε μάθει ἀπ᾽ ἔξω τά τῆς θείας Λειτουργίας. ῞Οσα λέει ὁ παπάς κι ὅσα ὁ ψάλτης τήν Κυριακή. Τά σιγόψελνε μόνο του, κάνοντας ἐλάχιστα λάθη. Μά τά ᾽λεγε μέ τόση σοβαρότητα καί αὐστηρότητα, πού οἱ γύρω του σαστίζανε᾽.
    Παρομοίως: ῾Τά παιδάκια στό σχολεῖο, λίγο ἀσυναίσθητα, λίγο εἰρωνικά, τόν φώναζαν καμιά φορά παππού. ῾Ο ἀδερφός του ὁ Γιῶργος καί κάποιοι πού τόν ξέρανε περισσότερο συχνά τόν λέγανε ῾καλόγερο᾽. ᾽Αργότερα, σχεδόν ἀπό τά δέκα του χρόνια, πολλοί θά τόν φωνάζουνε ῾πάτερ ᾽Ιάκωβε᾽ καί κάποτε- κάποτε θά τοῦ φιλᾶνε τό χέρι, ἐνῶ αὐτός θά τό τραβάει᾽.
     ῾῎Αρχισε νά πηγαίνει ἀπό νωρίς καί στό ἀναλόγιο, ἐνῶ βοηθοῦσε τόν παπά στό ῾Ιερό. Στό ναό ἔφτανε πολύ πρίν ἀπό τόν παπά, ἀξημέρωτα. Καί πρῶτα τακτοποιοῦσε τά τοῦ ῾Ιεροῦ. Μέ φόβο Θεοῦ κι ἐπιμέλεια, γιά τά ὁποῖα πῆρε σύντομα τό μισθό. Διότι ἐκεῖ, στήν ἁγία Τράπεζα, πολλές φορές ἀντιλήφθηκε καί εἶδε ἀγγέλους καί ἄκουσε οὐράνιες ψαλμωδίες᾽.
       ῾᾽Αρκετό καιρό πρίν ἀρρωστήσει ἡ μητέρα του, τοῦ προεῖπε κάτι σπουδαῖο: - ᾽Εσύ, ᾽Ιακωβάκι μου, θά γίνεις ἱερέας καί ἡ πρώτη πού θά πάρει ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι σου θά εἶναι ἡ ἀδερφή σου᾽.

       (γ) ῾Ιερέας λοιπόν πρίν νά γίνει ἱερέας ὁ ἅγιος᾽Ιάκωβος. Κυριολεκτικά ὡς παιδί ἦταν αὐτό πού εἶπε ὁ ὅσιος Εὐθύμιος ὁ μέγας γιά τόν νεαρό μαθητή του Σάββα τόν ἡγιασμένο: ῾παιδαριογέρων᾽. Γέροντας ἤδη ἀπό παιδί, ἔχοντας φρόνηση δηλαδή πολιοῦ καί σεβαστοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Γιατί βεβαίως ῾πολιά ἐστί φρόνησις ἀνθρώποις καί ἡλικία γήρως, βίος ἀκηλίδωτος᾽ κατά τή Σοφία Σολομῶντος. ᾽Εκεῖ ὅμως πού ἡ λειτουργική του συνείδηση ἀπογειώθηκε, καθώς λέμε, ἦταν ὅταν ἔγινε κληρικός. Κυριολεκτικά τότε ζοῦσε ὅπως λένε τά τροπάρια γιά τούς ὁσίους μας: ὡς ἄσαρκος ἐπί τῆς γῆς, ῾ἐπίγειος ἄγγελος᾽. ᾽Ιδίως ὅταν ἐπρόκειτο νά λειτουργήσει, σχεδόν ξαγρυπνοῦσε προσευχόμενος. Γι᾽ αὐτό καί ὅπως εἴπαμε ἀπό τήν ἀρχή τά βιώματά του ἀπό τή Θεία Λειτουργία ἦταν συγκλονιστικά. Τό σημειώνουμε καί πάλι:  ῾῎Αχ, πάτερ μου, - ἔλεγε σέ κάποιον ἱερέα – νά βλέπατε τί γίνεται τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ πού ὁ ἱερέας διαβάζει τήν Εὐχή, θά φεύγατε ὅλοι...᾽.

       Γιά τόν ἅγιο Γέροντα πράγματι ἡ Θεία Λειτουργία ἦταν ὅ,τι δηλώνει καταρχάς ἡ ἴδια ἡ λέξη: ἔργο τοῦ λαοῦ (λεῖτος ἀπό τό λεώς, λαός καί ἔργον). Λειτουργία δηλαδή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καί σ᾽ αὐτό τό σῶμα περιλαμβάνονται ὄχι μόνον ἐννοεῖται ὁ Χριστός ὡς ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, ἀλλά καί ἡ θριαμβεύουσα καί ἡ στρατευόμενη ᾽Εκκλησία. ῞Ολοι συνεπῶς οἱ ἐν Χριστῷ βαπτισμένοι καί ζῶντες, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἁγίους ἀγγέλους, ὅλοι μαζί πραγματοποιοῦν τήν ἑνότητά τους ἐν Χριστῷ τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας. Αὐτό πού μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ εὐχές τοῦ Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας, κατά τίς ὁποῖες εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο γιατί μᾶς ἀξίωσε ἀπό τά χέρια μας νά δεχτεῖ τή λειτουργία ῾καίτοι παρίστανται Αὐτῷ χιλιάδες ἀρχαγγέλων, καί μυριάδες ἀγγέλων, τά Χερουβείμ, καί τά Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά᾽, αὐτό τό ζοῦσε καί τό ῾ἔβλεπε᾽ ὁ ὅσιος.

        Νέος, τό 1961, - σημειώνει ὁ βιογράφος του - εἶχε πανηγυρίσει τή διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Καί ὁ ῞Αγιος πάντα παρηγοροῦσε τόν ἀσκητή π. ᾽Ιάκωβο, μέ πολλούς τρόπους. Τό ἔκαμε καί στή μνήμη του, στίς 9 Νοεμβρίου τοῦ 1989, πού λειτούργησε ὁ γέροντας στό παρεκκλήσι τῆς Μονῆς ῞Αγιος Νεκτάριος. ᾽Εκεῖνο τό πρωί, μέχρι νά πεῖ ῾Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽, στεκότανε γονατιστός στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. ῎Αρχισε, προχώρησε, τελείωσε ἡ Λειτουργία. Μά ἤτανε γιά τόν ἴδιο καί τούς λίγους ἐκκλησιαζόμενους ἀλλιώτικη Λειτουργία. ῞Ολοι ζούσανε μία λαμπρή μέθεξη, παρακολουθώντας τόν Γέροντα νά λειτουργεῖ. Κι ἔδωσε ὁ ἴδιος τήν ἐξήγηση: - Πρός τό τέλος, παιδιά μου, τῆς Δοξολογίας (ἐνῶ ἤτανε γονατιστός ἀκόμα στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ) εἶδα, μέ συγχωρεῖτε, τόν ἅγιο Νεκτάριο! ῏Ηταν χαρούμενος κι ἔψελνε καί κεῖνος μαζί μας ῾ἅγιος ὁ Θεός...᾽, ἔπειτα ἐγώ καταλαβαίνετε πῶς συνέχισα τή Λειτουργία...! Μέ παραπλήσιο τρόπο ἔβλεπε στό ναό καί τόν ὅσιο Δαβίδ. Μιά Κυριακή, ἐνῶ ἔψελνε τό Μεγαλυνάριό του, τόν βλέπει ὡς καλόγερο, δίπλα στόν ᾽Εσταυρωμένο, νά εὐλογεῖ. ῾Ο γέροντας ἔβλεπε ῾Αγίους πολύ συχνά καί σοῦ ᾽δινε τήν ἐντύπωσε ὅτι τό γεγονός ἀποτελοῦσε τήν τροφή του᾽.

       (δ) Τό γεγονός ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται οὐσιαστικά ἀπό τόν Χριστό διά τῶν χειρῶν τῶν ἱερέων ἦταν ἐπίσης κάτι πολύ ἄμεσο γιά τόν ἅγιο Ἰάκωβο. Διότι ζοῦσε τή Θεία Εὐχαριστία ὅπως τήν ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς τῆς ἱδρύσεώς Της ἀπό τόν Κύριο: ὡς τή συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Αὐτό δέν εἶναι ἄλλωστε ἡ Θεία Λειτουργία; ῾Η προέκταση μέσα στόν χρόνο ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου; ῞Ο,τι οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου ἔζησαν τότε – τήν προσφορά τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀπό τόν ῎Ιδιο: ῾Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμα μου᾽ καί ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμα μου᾽ – αὐτό ζοῦμε καί διαχρονικά. ῾Απλῶς ὁ μέγας Γέροντας χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό νά δεῖ αὐτό τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου ὄχι μόνο μέ τήν ὅραση τῆς πίστεως, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τή σωματική θά λέγαμε ὅρασή του, τή μετασκευασμένη ὅμως ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Δέν ξέρουμε πόσες φορές συνέβη τοῦτο, σημασία πάντως ἔχει ὅτι κάποια φορά δέν ἄντεξε μπροστά στό μέγιστο αὐτό θαῦμα πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ὥστε τό κατέγραψε σέ τετράδιό του. 

       Γράφει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ μακαριστός καθηγητής Παπαδόπουλος: ῾Τό μεγαλύτερο καί θαυμασιότερο θαῦμα πού τοῦ πρόσφερε ὁ Θεός, ἔγινε τό πρωί τῆς 22ας Νοεμβρίου τοῦ 1975. Συγκλονίστηκε τόσο πολύ ἀπό τό θαῦμα τοῦτο, πού ἀμέσως μετά τό κατέγραψε σ᾽ ἕνα σημείωμα, τό ὁποῖο βρήκαμε σέ τετράδιό του. Τό σημείωμα ἀρχίζει  μέ τήν παραπάνω ἡμερομηνία καί περιλαμβάνει ἀκριβῶς τά ἑξῆς: ῾- Τήν 22αν Νοεμβρίου, ἡμέραν Σάββατον τό πρωί εἰς τήν ἁγίαν Προσκομιδή μετά τήν μνημόνευσιν καί ἐν ὥρᾳ πού θά καλύψω τά ἅγια Δῶρα, εἶδα ζωντανή καί ἐν ἁγιότητι ὁμολογῶ 1 κομμάτι αἷμα στεγνό, τό ἄγγιξα, καί στό δάκτυλό μου ἀπάνω ἔμεινε τό αἷμα. Φωνάζοντας τόν ἀδελφόν τῆς ῾Ι. Μονῆς Μοναχόν π. Σεραφείμ, εἶπα τήν ὑπόθεσιν καί μοῦ εἶπε, ἐμεῖς, πάτερ, δέν βλέπωμεν, ἀλλά εἶδες τί εἶναι; Καί ἐγώ τοῦ ἀπάντησα ὅτι πιστεύω καί προσκυνῶ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός παρών. Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, εἶπα. ᾽Αρχιμ. ᾽Ιάκωβος᾽.

       (ε) Εἴπαμε παραπάνω ὅτι ἡ θεία Λειτουργία συνιστᾶ μυστήριο πού ξεπερνᾶ κάθε ἀντιληπτική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ προβάλλει μέσα στούς αἰῶνες, σέ συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο κάθε φορά, τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι βιώνουμε σ᾽ αὐτήν ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς Του καί ὄχι ἀποσπασματικά κάποια μέρη Της. ῾Η ᾽Εκκλησία μας εἶναι σαφής: μπορεῖ νά πραγματοποιεῖ τήν ἐντολή τοῦ ῾λάβετε φάγετε᾽ καί τοῦ ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες᾽, τήν ἐντολή δηλαδή πού ἔδωσε ὁ Κύριος στό Μυστικό Δεῖπνο γιά νά τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὅμως ταυτοχρόνως μᾶς καλεῖ νά δοῦμε τόν Κύριο στήν ὁλοκληρία Του. Στήν πιό ἱερή στιγμή τοῦ μυστηρίου, τήν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Δώρων, καθώς λέμε, ὅπου ὁ ἱερέας ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν πιστῶν ἑτοιμάζεται νά παρακαλέσει τόν Θεό ὥστε διά τοῦ Πνεύματός Του νά μεταβάλει τό ψωμί σέ σῶμα Χριστοῦ καί τό κρασί σέ αἷμα Του, προσεύχεται καί λέει: ῾Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καί πάντων τῶν ὑπέρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας, Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα᾽. Σοῦ προσφέρουμε, Κύριε καί Θεέ μας, τά δικά Σου ἀπό τά δικά Σου ὡς πρός ὅλα καί γιά ὅλα, ἀφοῦ θυμηθήκαμε τή σωτήρια ἐντολή Σου, νά τελοῦμε δηλαδή τήν Εὐχαριστία, κι ἐπίσης ὅλα ὅσα ἔχεις κάνει γιά χάρη μας, δηλαδή τόν Σταυρό, τόν τάφο, τήν τριήμερη ἀνάστασή Σου, τήν ἀνάβασή Σου στούς οὐρανούς, τήν καθέδρα Σου στά δεξιά τοῦ Πατέρα, τή Δευτέρα καί ἔνδοξη πάλι παρουσία Σου.

       Προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς μας, πού δηλώνεται μέ τό ψωμί καί τό κρασί,  στόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τά παίρνει γιά νά τά μεταβάλει σέ σῶμα καί αἷμα Του ὥστε νά μᾶς τά προσφέρει πάλι πίσω ῾εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον᾽ εἶναι ἀκριβῶς ἡ δική Του ἐδῶ στόν κόσμο παρουσία, ἀλλά καί ὁ θρίαμβός Του καί ἡ δόξα Του μέ τήν ἀνάστασή Του ὡς νίκη ἀπέναντι στήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, μέ τήν ᾽Ανάληψή Του, μέ τήν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός καθέδρα Του καί μέ τόν ἐρχομό Του καί πάλι στή Δευτέρα Του παρουσία.

Αὐτήν τήν ὁλοκληρία τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου σέ ὅλες τίς φάσεις της ζοῦσε καί ὁ ἅγιος Γέροντας κάθε φορά στή Θεία Λειτουργία. Μπορεῖ νά μήν εἶχε τίς θεωρητικές ἱστορικές γνώσεις γιά τό πῶς ἐξελίχτηκε στούς αἰῶνες τό Μυστήριο αὐτό: ἀπό τήν ἀρχική ἁπλότητά του στή μετέπειτα μεγαλοπρέπειά του, ὅμως τό ζοῦσε μέ τρόπο ἑνιαῖο. ῎Εβλεπε δηλαδή ὅτι τό κάθε μέρος τῆς Λειτουργίας δέν ἀποτελεῖ κάτι τό αὐτονομημένο, ἀλλά τό συμπλήρωμα ἑνός ὅλου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῞Οπως τό ἐπισημαίνουν καί οἱ εἰδικοί λειτουργιολόγοι: ῾῾Η ὄλη μυσταγωγία εἶναι σάν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα διηγήσεως, ὥστε τό καθένα ἀπό τά τελούμενα ἤ λεγόμενα νά φέρει κάποιο συμπλήρωμα στό σύνολο. ῾Η μέν θυσία τονίζει, διακηρύσσει τόν θάνατο καί τήν ἀνάσταση καί τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου...τά δέ πρίν ἀπό τή θυσία διακηρύσσουν τά πρίν ἀπό τόν θάνατο, τήν ἔλευσή Του, τή δμόσια ἐμφάνιση, τήν τέλεια φανέρωση᾽ (Ἰ. Κογκούλης). Γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἐξόχως σημαντικό τό γεγονός ὅτι ὁ ὅσιος ᾽Ιάκωβος εἶδε καί ἔπιασε τό αἷμα τοῦ Κυρίου στό τέλος τῆς προσκομιδῆς, ἐκεῖ πού ἑτοιμάζουμε τήν προσφορά γιά νά τελεστεῖ τό μυστήριο,  καί ὄχι τήν ὥρα τῆς μεταβολῆς τῶν τιμίων Δώρων. Μέ ἄλλα λόγια αὐτό τό θαυμαστό πού συνέβη στον ἅγιο τόν Νοέμβριο τοῦ 1975, ὅπως εἴπαμε, δείχνει ὅτι πρέπει κανείς νά βλέπει τό μυστήριο κατά ἑνιαῖο τρόπο, χωρίς νά προβληματίζεται μέ σχολαστικό τρόπο γιά τήν ἀκριβή ὥρα τῆς μεταβολῆς. Γνωρίζουμε βέβαια ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ἀλλά πρέπει ἀπό κεῖ καί πέρα νά ῾ἀφήνουμε᾽ τόν Θεό νά δρᾶ μέ τόν τρόπο πού ᾽Εκεῖνος κρίνει καί στόν χρόνο πού θέλει. ῾Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς.

Θυμίζει αὐτό πού λέμε ἕνα περιστατικό ἀπό τό ῾Λειμωνάριον᾽ τοῦ ᾽Ιωάννη Μόσχου, ἑνός ἁγιασμένου μοναχοῦ τοῦ 6ου μ. Χ. αἰώνα, κατά τό ὁποῖο ῾σ᾽ ἕνα κοινόβιο τοῦ Χοζεβᾶ κάποιος ἀδελφός εἶχε μάθει τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς. Μιά φορά λοιπόν τόν ἔστειλαν νά φέρει πρόσφορα καί καθώς ἐρχόταν στό μοναστήρι εἶπε τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, σά νά ἀπήγγειλε στίχους ἀπό τό ψαλτήρι. Τίς προσφορές πού ἔφερε λοιπόν τίς ἔβαλαν στό δίσκο στό ἅγιο θυσιαστήριο οἱ διάκονοι. Καί καθώς λειτουργοῦσε ὁ ἀββάς ᾽Ιωάννης ὁ Χοζεβίτης, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε προσβύτερος, γιατί ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, δέν εἶδε, ὡς συνήθως, τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Κι ἐπειδή λυπήθηκε, μήπως ἄραγε ἁμάρτησε ὁ ἴδιος καί γι᾽αὐτό ἔφυγε τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο, μπῆκε στό διακονικό κλαίγοντας καί πέφτοντας καταπρόσωπο. Τότε τοῦ ἐμφανίζεται ὁ ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ λέει: ῾᾽Από τότε πού ὁ ἀδελφός ὁ ὁποῖος κουβαλᾶ τίς προσφορές εἶπε στόν δρόμο τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, ἁγιάστηκαν καί εἶναι τέλειες᾽. Κι ἀπό τότε ὁ γέροντας ἀπαγόρεψε νά μάθει κανείς τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς, ἄν δέν ἔχει χειροτονία, καί νά τήν λέει κανείς στήν τύχη, σέ ὁποιαδήποτε ὥρα, μακριά ἀπό καθαγιασμένο τόπο᾽.

(στ) ῾Η κατανόηση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς τῆς ἐν ἀγάπῃ προσφερομένης στούς πιστούς ζωῆς τοῦ Κυρίου, προκειμένου νά γίνει καί δική μας ζωή, μᾶς ὁδηγεῖ βεβαίως στήν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου, ἔτσι ὅπως μᾶς καθοδηγεῖ μάλιστα καί ὁ λειτουργικός ὅσιος ᾽Ιάκωβος, μᾶς ἀνοίγει δηλαδή τά μάτια γιά νά βλέπουμε κι ἐμεῖς ὅσα συγκλονιστικά διαδραματίζονται, εἶναι αὐτονόητο ὅμως  ὅτι ἀκριβῶς ἐξαιτίας του μᾶς προβληματίζει ὑπερβαλλόντως καί στό πῶς πρέπει νά προσερχόμαστε σ᾽ αὐτό. ῎Αν στή Θεία Λειτουργία βρισκόμαστε μπροστά στόν Θεό μας, μπροστά στούς ἁγίους ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, μπροστά στούς ἁγίους μας, τότε καί ἡ προετοιμασία μας γιά τή συμμετοχή μας στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου πρέπει νά εἶναι ἡ κατάλληλη. ῾᾽Εν ταῖς λαμπρότησιν τῶν ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος;᾽ ψιθυρίζει ἔνδακρυς ὁ μυημένος πιστός. Καί πρέπει νά τονίζουμε κι αὐτή τή διάσταση ἀπό τό παράδειγμα τοῦ ὁσίου γέροντα, γιατί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀρκετοί οἱ ὁποῖοι σπεύδουν ἀπροϋπόθετα μερικές φορές νά μετάσχουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, χωρίς νά ἔχουν ῾ἔνδυμα γάμου᾽. ῾Ο ἄγιος γέρων βεβαίως ὅπου ἔβλεπε γνήσια μετάνοια, ἔστω κι ἄν ὑπῆρχε πλῆθος ἁμαρτιῶν, ἦταν ἄκρως συγκαταβατικός καί προέτρεπε γιά θεία Κοινωνία. ῞Οπου ὅμως ἔβλεπε ἀμετανοησία ἐκεῖ ἔθετε προσκόμματα, γιά τό καλό βεβαίως τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἔβλεπε τήν ἀμετανοησία μέ τά διανοιγμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια του. Εἴπαμε καί κάπου παραπάνω ὅτι παρατηροῦσε τούς ἀνθρώπους καί διέβλεπε τήν κατάστασή τους. ῎Αλλους, τούς μετανοημένους, τούς ἔβλεπε λευκούς καί φωτεινούς, ἄλλους, τούς ἀμετανοήτους, τούς ἔβλεπε μέσα σέ σύννεφο μαῦρο. Κι εἶναι ὁ ἁγιασμένος γέρων πού μᾶς δείχνει κι ἐδῶ τό πῶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μένει ἀνενέργητη στόν ἀκατάλληλα προσερχόμενο στή Θεία Εὐχαριστία, μᾶλλον δέν παίρνει αὐτός τή Θεία Εὐχαριστία, ἔστω κι ἄν τήν ἔχει στό στόμα του.

῾῞Ενας δημοσιογράφος – σημειώνει καί πάλι ὁ βιογράφος του καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου – πῆγε νά κοινωνήσει χωρίς νά πρέπει: - Τήν ὥρα πού πῆγα νά τόν κοινωνήσω δίστασα...ἅγιέ μου Δαβίδ...καί περνᾶ ἀπό τήν ἁγία λαβίδα μιά χρυσή λάμψη πάνω ἀπό τό κεφάλι μου καί πάει στήν ῾Αγία Τράπεζα...῾Η λάμψη αὐτή, τήν ὁποία εἶδε, ἔλεγε, μοναχός, ἀρετῆς ἄνθρωπος, σήμαινε ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα δέν ἄφησε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου νά πάει σέ ἀκάθαρτον ἄνθρωπο. Τό πρόσωπο τοῦ ὁποίου μάλιστα ἔδειχνε μέ μιά μαυρίλα, ὅτι κάποια σχέση εἶχε μέ μάγια, καθώς ἐξηγοῦσε ὁ π. ᾽Ιάκωβος᾽.

Στό μυαλό μας ἔρχεται αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ῾δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω᾽. Διαφορετικά, χωρίς δηλαδή ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ ἐν μετανοίᾳ ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία μπορεῖ νά ἀποβεῖ καταστροφική γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, ἴσως δέ καί σωματικῆς. Καί δέν φταίει ὁ Θεός βεβαίως γι᾽ αὐτό. ῾Ο ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δεχόμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ χωρίς νά ἔχει καταστήσει κατάλληλο γι᾽ αὐτήν τόν ἑαυτό του ἀρχίζει νά τή ζεῖ ὡς ὀργή καί τιμωρία. Τά δικά του πάθη τήν μεταβάλλουν μέ τόν τρόπο αὐτό. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ἀποκαλυπτικά ὅτι ὁρισμένοι πού ἀρρώστησαν καί ἔφυγαν ἀπό τή ζωή αὐτή τό ἔπαθαν, γιατί κοινωνοῦσαν ἀναξίως, δηλαδή καί πάλι λέμε, ἀμετανόητα καί χωρίς ἐπίγνωση.

(ζ) ῎Αν ὁ ὅσιος ᾽Ιάκωβος μιλοῦσε γιά τήν ἀνάγκη τῆς μετανοίας ὡς προϋπόθεσης τῆς συμμετοχῆς στή Θεία Λειτουργία ἦταν γιατί ὁ ἴδιος ἦταν ἄνθρωπος τῆς μετανοίας. Διαρκῶς ζοῦσε μέ τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἔχοντας πλήρη συναίσθηση ὅτι ῾βρωμίζει καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέει᾽. ῎Ελεγε ὁ ἴδιος: ῾Ξέρετε τί λέω, ὅταν βλέπω κι ἔρχονται καί γονατίζουνε μπροστά μου γιά ἐξομολόγηση: Ποιός εἶσαι σύ, βρέ ἀγράμματε καί ἄσημε ᾽Ιάκωβε κι ἔρχονται καί γονατίζουνε μπροστά σου τόσα ἐπίσημα πρόσωπα, καθηγηταί Πανεπιστημίου, ἀρεοπαγῖται, πρόεδροι ᾽Εφετῶν;᾽ ῾Σέ κληρικούς, πνευματικά του τέκνα, ἡ αὐτοκατάκριση προχωροῦσε περισσότερο κι ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του: - ῎Αχ, βρωμοϊάκωβε, μουρλόπραμα εἶσαι κι ὁ κόσμος νομίζει ὅτι κάτι εἶσαι...


       ᾽Εκεῖ ὅμως πού ἀποκορυφωνόταν ἡ μετάνοιά του ἦταν ὅταν ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖτο τίς ἁμαρτίες του. Διότι βεβαίως ἐκεῖ καταλήγει ἡ μετάνοια: στήν ἐξομολόγηση ἐνώπιον πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος θά βεβαιώσει τή γνησιότητα ἤ ὄχι τῆς μετανοίας τοῦ ἐξομολογουμένου. ῾Πάντα ἡ ἐξομολόγηση τοῦ π. ᾽Ιακώβου – λέει ὁ καθηγητής βιογράφος του – γινόταν ἐμπειρία συγκλονιστική γιά τόν πνευματικό πού τή δεχόταν. Ζήτησε κάποια φορά, τό 1983 αὐτό, νά ἐξομολογηθεῖ. ῾Ο ἱερέας, πνευματικό του τέκνο, ἀρνήθηκε. Καταλήφθηκε ἀπό φόβο, νά ἐξομολογήσει τόν γέροντά του, ἕνα ὅσιο ἀσκητή πού αὐτός ἐξομολογεῖ χιλιάδες ἀνθρώπους καί συμβουλεύει ἀσκητές μεγάλης ἀρετῆς!᾽ Τελικῶς μέ τήν πίεση τοῦ γέροντα κάμφθηκε. ῾Γονατίσανε καί οἱ δύο μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ ὁσίου Δαβίδ, στό τέμπλο. Καί ἄρχισε τό ξεχείλισμα τῆς ταπεινοφροσύνης πού κλόνιζε κάστρα καί τόν κόσμο ὁλόκληρο. Πλημμύρισε ὁ ναός ἀπό τήν ἀνοιχτή καρδιά καί τόν ἀνοιχτό νοῦ τοῦ ὁσίου ἀσκητῆ, πού ὅμως ἤτανε ὁ ἡγούμενος μ᾽ εὐθύνες, ἤτανε καί πνευματικός ὁδηγός χιλιάδων πιστῶν, λαϊκῶν, μοναχῶν, ἱερέων, ἐπισκόπων καί πατριαρχῶν. ῞Ολα τ᾽ ἀπέθεσε ὁ ἀσκητής, χωρίς ἀναστολές, χωρίς κρατούμενα. Καί τ᾽ ἀπέθετε συνειδητά στόν Κύριο πρῶτα, στόν ὅσιο Δαβίδ ἔπειτα καί στόν ἱερέα τελευταῖα. ᾽Εξομολογιόταν καί ἤτανε σά νά ἔκανε διάλογο μέ τόν ὅσιο Δαβίδ, ἔχοντας μάρτυρα τόν ἱερέα...- Βλέπεις, ἅγιε Γέροντα Δαβίδ, τά λέω μπροστά στόν καλό μας ἱερέα, κατέληξε. ῾Ο ῾καλός μας ἱερέας᾽ δέν εἶχε καί δέν τόλμησε νά πεῖ κάτι στόν ἐξομολογηθέντα ὅσιο. Τότε ἐκεῖνος ἔπεσε πρηνής, ὁλόσωμα, ἔβαλε τό μέτωπο κυριολεκτικά στά ὑποδήματα τοῦ ἱερέα καί περίμενε τή συγχωρητική Εὐχή᾽.

Στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου ᾽Ιακώβου βλέπουμε τόν ἄνθρωπο πού ἔχει ἐπίγνωση τοῦ νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ, νά εἶναι χρισμένος μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, νά κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.  Στό πρόσωπό του μέ ἄλλα λόγια βλέπουμε τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπο. Καί δέν εἴμαστε βεβαίως ἐμεῖς μέ τίς ἀσθενικές πνευματικές μας δυνάμεις πού κάνουμε αὐτήν τήν ἐκτίμηση, μολονότι ὁ Θεός δέν ἀφήνει ἀμάρτυρο τούς ἁγίους Του στό πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔστω καί τούς πιό ἁπλοϊκούς πιστούς. Τό ἀντίθετο ἴσως. Πάντως ἡ ἐκτίμηση γιά τό ὕψος τῆς ἁγιότητός του ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλον, ἐξίσου μεγάλο ἅγιο, τον ὅσιο Πορφύριο. ῾῾Ημέρες μετά τήν κοίμηση τοῦ π. ᾽Ιακώβου ὁ μακαριστός π. Πορφύριος εἶπε: - Αὐτός (=ὁ π. ᾽Ιάκωβος) εἶχε μέγα προορατικό χάρισμα, τό ὁποῖο ἔκρυβε ἐπιμελῶς γά νά μή δοξάζεται. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἁγίους τοῦ αἰώνα μας᾽.
῾Η παρακαταθήκη του σ᾽ ἐμᾶς εἶναι ἡ παρακαταθήκη ὅλων τῶν ἁγίων: τό ἀκολουθεῖν τῷ Κυρίῳ. Δηλαδή νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό καί νά φανερώνουμε τήν ἀγάπη μας αὐτή μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό χρειαζόμαστε τήν ἀδιάκοπη ἐνίσχυσή Του, ἐφόσον βεβαίως εἴμαστε μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του, τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί ἡ ἐνίσχυση αὐτή περνᾶ πρωτίστως μέσα ἀπό τή συμμετοχή μας στή Θεία Λειτουργία. ῾Ο λειτουργικός ἅγιος ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης ἔζησε αὐτή τή θεία Λειτουργία μέ ὅλη τήν ἔνταση καί τή δύναμη τῆς ὕπαρξής του. Γιατί κατάλαβε ὅτι θεία Λειτουργία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι στό δικό μας χέρι νά μυρίσουμε καί ἐμεῖς λίγο περισσότερο λιβάνι. ῾Ο μόνος ἄλλωστε πού φοβᾶται τό λιβάνι εἶναι ὁ διάβολος καί οἱ ἀκόλουθοί του.


 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ)



Μήν οὖν ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν
(Β´ Τιμ. 1, 8)

α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα ᾽Ελευθέριο. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ὑπῆρξε μία ζωή μαρτυρίας καί ὁμολογίας τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τέτοιας πού κατέληξε καί στό δικό του αἱματηρό μαρτύριο, κάτι πού σημειώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή γιά τή δική του πορεία, στή μίμηση τῆς ὁποίας καλεῖ καί τόν μαθητή του Τιμόθεο. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔτσι μέ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὑπομνηματίζει θά λέγαμε τή ζωή τοῦ ἁγίου ᾽Ελευθερίου καί εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος πορεύτηκε σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, γενόμενος μιμητής καθ᾽ ὅλα τῆς ζωῆς του. Ἡ προτροπή μάλιστα τοῦ ἀποστόλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο ῾νά μήν ντρέπεσαι νά ὁμολογεῖς τόν Κύριό μας᾽ (῾μή ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν᾽) ἔχει σπουδαία σημασία ἰδίως γιά τήν ἐποχή μας.

β. 1. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀποστόλου γιά τόν Τιμόθεο εἶναι νά μή χάσει τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὅπως θά τό σημειώσει ἀμέσως παρακάτω, γι᾽ αὐτό καί ἡ προτροπή του στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ὑπενθύμιση στόν Τιμόθεο γιά προσωπική καί ἄμεση στάση του ἔναντι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι ῾πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Ος δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί μοι ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν᾽. ῎Ετσι ἡ ὁμολογία πίστεως στόν Χριστό ἀφενός ἀποτελεῖ ὅρο γιά νά εἴμαστε δικοί Του καί νά εἰσέλθουμε δικαιωμένοι δι᾽ Αὐτοῦ στή Βασιλεία τοῦ Πατέρα Του, ἀφετέρου προϋποθέτει πώς κέντρο βάρους γιά τόν πιστό εἶναι ὄχι ὁ κόσμος μέ τίς ἐπιθυμίες του, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μέ ἑτοιμότητα μάλιστα θυσίας καί τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πρός χάρη Του, ἀφοῦ ὁ κόσμος διάκειται ἐχθρικά πρός τόν Κύριο καί τήν πίστη Του.

2. ῾Η προτροπή ὅμως τοῦ ἀποστόλου πρός τόν Τιμόθεο νά μή ντρέπεται γιά τήν πίστη του στόν Χριστό φανερώνει ταυτοχρόνως  ἔμμεσα καί τόν ἀπόλυτο ρεαλισμό τοῦ ἀποστόλου. Γνωρίζει ὁ ἀπόστολος ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὁ Τιμόθεος ἐνόψει μάλιστα τοῦ ἐχθρικά διακείμενου κόσμου  μπορεῖ νά δειλιάσει. ῎Εχει ὑπόψη του πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστεως τελικῶς ὑποχώρησαν εἴτε ἀρνούμενοι τήν πίστη εἴτε κρυπτόμενοι κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς ἀδιαφορίας. Ἡ περίπτωση χριστιανῶν γιά παράδειγμα,  ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τούς Γαλάτες, εἶναι μία τέτοια περίπτωση, κατά τήν ὁποία παρουσιάζονταν κάποιοι ὑπέρμαχοι τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ, ἁπλῶς καί μόνον ῾ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται᾽. Λοιπόν ὁ ἀπόστολος καλεῖ τόν μαθητή του σέ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του, ὑπενθυμίζοντάς του μάλιστα ὅτι ἀφενός τήν πίστη του αὐτή τήν εἶδε ὁ Τιμόθεος ἐνσαρκωμένη ὄχι μόνο στόν ἴδιο, ἀλλά καί στήν ἁγία γιαγιά του Λωΐδα καί τήν ἁγία μητέρα του Εὐνίκη, ἀφετέρου ῾ὁ Θεός οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽, Πνεῦμα τό ὁποῖο ἤδη ἔχει λάβει ὁ Τιμόθεος ἀπό τό βάπτισμά του καί τήν ἱερωσύνη του.  

3. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος σχετίζει ἄμεσα τή μαρτυρία καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Χριστό μέ τό μαρτύριο ὑπέρ ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει οὔτε ὑποψία στόν ἅγιο Παῦλο ὅτι μπορεῖ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ νά συνιστᾶ μία θεωρία ἤ μία ἰδεολογία πού ἐξαντλεῖται μόνο στά λόγια χωρίς νά ἀγκαλιάζει τή ζωή. Καί πῶς θά μποροῦσε νά συμβεῖ τοῦτο, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπέκλεισε τήν κατάσταση αὐτή, ὅπως γιά παράδειγμα μέ τόν λόγο του ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου᾽; ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ εἶναι πάντοτε αὐτός πού δικαιώνεται καί σώζεται, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος ᾽Ιάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔχει χαρακτηρίσει τήν κατάσταση αὐτή ὡς σχεδόν δαιμονική. Διότι ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽, ἀλλά βεβαίως δέν πράττουν. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ ζωή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ τήν ἄμεση ἐπιβεβαίωση γιά τόν Τιμόθεο τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Ὁ ἀπόστολος καταρχάς εἶναι φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου Του: αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ῾δι᾽ ἥν πάσχει᾽ αὐτός, ἐνῶ καλεῖ τόν μαθητή του καί ἐκεῖνος ῾νά εἶναι ἕτοιμος νά κακοπαθήσει μαζί του κι ὁ Θεός θά τοῦ δώσει τή δύναμη᾽.

4. Ἡ τελευταία φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ὁ Θεός θά δώσει τή δύναμη στόν Τιμόθεο γιά τό μαρτύριο πού θά ὑποστεῖ λόγω τῆς μαρτυρίας του γιά τόν Χριστό πηγαίνει παραπέρα τόν λόγο του. Καί ἡ πίστη στόν Χριστό δηλαδή ὡς ὁμολογία καί μαρτυρία γι᾽ Αὐτόν καί ἡ πίστη ὡς μαρτύριο καί κακοπάθεια ὑπέρ Αὐτοῦ συνιστοῦν χαρισματική κατάσταση. Δέν εἶναι οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις μέ ἄλλα λόγια πού καθιστοῦν κάποιον ἀληθινό χριστιανό, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού βρίσκει ἁπλῶς ἑτοιμότητα διάθεσης καί καρδιᾶς ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά, μία ὁμολογία ἤ ἕνα μαρτύριο, βασιζόμενα στίς ἀνθρώπινες δυνατότητες, πού σημαίνει σ᾽ ἕνα ὑπερφίαλο ἐγώ: ῾ἐγώ μπορῶ καί τά καταφέρνω μόνος μου᾽, μπορεῖ νά θεωροῦνται ἡρωϊκές ἴσως καταστάσεις, δέν χαρακτηρίζονται ὅμως χριστιανικές κι οὔτε γίνονται ἀποδεκτές ἀπό τόν Θεό, διότι προφανῶς ἐλλείπει τό βασικότερο στοιχεῖο χριστιανοσύνης πού εἶναι ἡ ἀγάπη.  Δέν λέει τυχαῖα γιά παράδειγμα ὁ ἀπόστολος καί πάλι Παῦλος ὅτι ῾ἐάν παραδώσει κάποιος καί τό σῶμα του γιά νά καεῖ λόγω τῆς πίστης του, δέν ἔχει ὅμως ἀγάπη, δέν ὑπάρχει ὠφέλεια ἀπό τή θυσία του αὐτή᾽. Κι  ἔρχεται ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια αὐτή ξεκάθαρα καί σέ ἄλλο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του. ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν᾽. Μᾶς δόθηκε σάν χάρισμα ἀπό τόν Θεό, λέει, ὄχι μόνο νά πιστεύουμε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά καί νά πάσχουμε γιά χάρη Του. ῎Ετσι στή δωρεά τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου του ὁ χριστιανός πάντοτε βρίσκεται στό σημεῖο ῾μηδέν᾽ ἀπό πλευρᾶς δικῆς του. ῾Η ταπείνωση δηλαδή ἀποτελεῖ τό μόνιμο βάθρο πάνω στό ὁποῖο κινεῖται, διατηρώντας μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἤδη ὑπάρχουσα χάρη πού ἔχει.

γ. Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου – προτροπή  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου – νά μή ντρέπεται ὁ Τιμόθεος νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του ἰσχύει ἀσφαλῶς διαχρονικά. Καί τοῦτο γιατί σέ ὅλες τίς ἐποχές τό ἀντίχριστο πνεῦμα ὑπάρχει παρόν σέ μεγάλο βαθμό, ἰδίως δέ στήν ἐποχή μας πού λόγω τῆς αὐξημένης ὑποκρισίας της ξέρει νά παίρνει πολυποίκιλες μορφές. Καί σήμερα χρειάζεται τόλμη καί θάρρος νά ὁμολογήσει κανείς τήν χριστιανική πίστη του, ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχει ῾δέσει᾽ τήν ὕπαρξή του μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού σημαίνει νά βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα νά ῾πάθει ὑπέρ Αὐτοῦ᾽. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ βαθμός ἐκκλησιαστικότητάς μας, δηλαδή ὁ βαθμός τῆς ροῆς μέσα μας τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως. ῞Οσο μένουμε στά λόγια τῶν ἀποστόλων ἐν ᾽Εκκλησίᾳ, τόσο μένουμε ἐν Χριστῷ, τόσο Τόν φανερώνουμε  ἐν τοῖς πράγμασι καί τοῖς λόγοις. Τό σημερινό παράδειγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ελευθερίου μάλιστα γίνεται καθοριστικό ὅριο τῆς πορείας αὐτῆς. Γιατί καί ὁ ἅγιος ζοῦσε τήν παράδοση τοῦ ἀποστόλου Παύλου - ἡ μητέρα του ᾽Ανθία ἀπό ἐκεῖνον ἔμαθε τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ - πού τόν ὁδήγησε κατά φυσικό τρόπο καί στή μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί στό μαρτύριο γιά χάρη Του. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ





«Ο άγιος Ελευθέριος ήταν από την πόλη της Ρώμης, πολύ νέος στην ηλικία, ορφανός από πατέρα, που είχε μόνη τη μητέρα του, στο όνομα Ανθία, η οποία είχε κατηχηθεί στην πίστη του Χριστού από τον άγιο απόστολο Παύλο. Οδηγήθηκε από αυτήν στον επίσκοπο Ανίκητο ο άγιος και έμαθε από αυτόν τα ιερά γράμματα, ενώ τον ενέταξε και στο τάγμα των κληρικών. Κατά το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του χειροτονείται διάκονος, κατά το δέκατο όγδοο πρεσβύτερος, στο δε εικοστό προχειρίζεται επίσκοπος του Ιλλυρικού, ενώ προηγουμένως είχε κάνει πολλά θαύματα λόγω της μεγάλης αρετής του. Επειδή όμως, με τη διδασκαλία του, μετέστρεφε πολλούς προς την πίστη του Χριστού, ο βασιλιάς Αδριανός στέλνει και τον καλεί. Κι όταν εκείνος διακήρυξε  ενώπιόν του ότι ο Χριστός είναι Θεός των όλων, δίνει προσταγή να τον βάλουν σε χάλκινο κρεβάτι και να απλώσουν από κάτω σωρό φωτιάς. Έπειτα να τον βάλουν σε σχάρα που είχε εκκαυθεί πάρα πολύ, και πάλι σε πυρωμένο τηγάνι, γεμάτο από λάδι και στέαρ και πίσσα. Με τη χάρη όμως και τη δύναμη του Χριστού φυλάσσεται από όλα αβλαβής. Έπειτα κατασκευάζεται κλίβανος, με τη συμβουλή του επάρχου Κορέμμονος, έχοντας από τη μία και την άλλη πλευρά μυτερούς οβελίσκους. Στον κλίβανο αυτόν εισέρχεται πρώτος ο ίδιος ο Κορέμμων, αφού γέμισε από άγιο Πνεύμα και ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Θεός. Από αυτόν εξήλθε αβλαβής και του έκοψαν το κεφάλι. Ο άγιος Ελευθέριος ρίχτηκε στο τηγάνι, αλλά βγήκε σώος, γιατί σβήστηκε η φλόγα. Έπειτα φρουρείται και δένεται σε άρμα, που το τραβούσαν άγρια άλογα. Λύθηκε όμως από αγγέλους, που τον οδήγησαν σε όρος υψηλό, όπου έζησε μαζί με τα άγρια ζώα, τα οποία εξημερώνονταν, καθώς ο άγιος τους έλεγε λόγια του Θεού. Αργότερα νουθέτησε τους στρατιώτες που έστειλαν να τον συλλάβουν και τους βάπτισε μαζί με άλλους, περίπου πεντακόσιους, που πίστεψαν στον Χριστό. Οδηγήθηκε κάποια στιγμή προς τον βασιλέα και ρίχτηκε στα θηρία να τον φάνε, αλλά διαφυλάχθηκε σώος, οπότε φονεύεται από δύο στρατιώτες που επέπεσαν πάνω του, με προσταγή του ηγεμόνα. Η δε μητέρα του Ανθία, αφού αγκάλιασε το νεκρό σώμα του αγίου και το ασπαζόταν, φονεύεται και αυτή με ξίφος. Τελείται δε η σύναξή του στο μαρτυρείο του, πλησίον του Ξηρολόφου».


Εν πρώτοις, πριν από οποιαδήποτε άλλη αναφορά, θα πρέπει να επισημάνουμε μία παραδοξότητα: την υπέρβαση οποιουδήποτε κανόνα της Εκκλησίας σχετικά με την είσοδό του αγίου Ελευθερίου και την εξέλιξή του στους βαθμούς της ιερωσύνης. Τι θέλουμε να πούμε; Ο άγιος Ελευθέριος κλήθηκε από την Εκκλησία να γίνει διάκονος σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών. Τρία χρόνια αργότερα, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, και σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, προήχθη σε επίσκοπο. Όταν κανείς γνωρίζει ότι οι ηλικίες που διαμορφώθηκαν, τα μετέπειτα βεβαίως χρόνια, για τους βαθμούς της ιερωσύνης είναι κατά πολύ μεγαλύτερες – η Εκκλησία μας καθόρισε ότι στα εικοσιπέντε του χρόνια κάποιος μπορεί να γίνει διάκονος για παράδειγμα – κοντοστέκεται, γιατί βλέπει ότι ενώπιον του αγίου Ελευθερίου η ίδια η Εκκλησία κινήθηκε με έναν εντελώς ελεύθερο τρόπο, δηλαδή με τον χαρισματικό τρόπο που καθορίζει το Πνεύμα του Θεού, που «πνει όπου θέλει», ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δέσμευση ηλικίας και φύσεως. Και το γεγονός τούτο μας συγκινεί ιδιαίτερα, διότι φανερώνει ότι η Εκκλησία μας δεν δεσμεύεται από κανέναν νόμο κανονιστικό, όταν βλέπει την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Για την Εκκλησία μας η σημαντικότερη κανονιστική αρχή είναι αυτή που εξήγγειλε ο ίδιος ο αρχηγός Της: «το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον».


Γιατί όμως; Τι ήταν εκείνο που έκανε την Εκκλησία την εποχή εκείνη, να θέσει «επί την λυχνίαν επισκοπής» ένα νεαρό παλληκάρι, έφηβο ακόμη; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη και υπονοήθηκε και προηγουμένως: η πνευματεμφορία του αγίου Ελευθερίου. Ο άγιος Ελευθέριος, όπως σημειώνουν μάλιστα και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, «εκ θείου Πνεύματος λαβών της σοφίας τον πλούτον, μιμητής ανεδείχθη των Αποστόλων». Η αγιασμένη του ζωή, με άλλα λόγια, το γεγονός ότι εκ βρέφους αποδείχθηκε «καθαρά μυροθήκη του Πνεύματος» υπήρξε η προϋπόθεση, προκειμένου να λάβει «την προσθήκην του Πνεύματος» διά της ιερωσύνης, την οποία, όπως είπαμε, κατέστεψε και με το στεφάνι του μαρτυρίου.
Πώς φανερωνόταν η παρουσία του Πνεύματος του Θεού στη ζωή του; Μα, πρώτα από όλα, με εκείνο που ο ίδιος ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει ως καρπό του Πνεύματος: τις αρετές. «Ο γαρ καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, χρηστότης, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Ο άγιος Ελευθέριος ήταν πλήρης αρετών. «Των αρετών το τερπνόν καταγώγιον» τον ονομάζει ο υμνογράφος της Εκκλησίας. Κι έπειτα, με τα πάμπολλα θαύματα τα οποία επιτελούσε, και εξακολουθεί βεβαίως και επιτελεί. Θαύματα που αποδείκνυαν την παρρησία την οποία είχε και έχει ενώπιον του Τριαδικού Θεού μας, ο Οποίος ήθελε και θέλει να προσφέρει τη χάρη Του μέσω του ταπεινού αγίου Του. Κι εκεί που κατεξοχήν θεωρείται μέχρι σήμερα ο προστάτης και ο ευεργέτης, είναι στις επίτοκες γυναίκες, τιςεγκύους, οι οποίες πάντοτε τον επικαλούνταν, προκειμένου να φτάσουν να «ελευθερωθούν» με τον καλύτερο τρόπο. Την παραπάνω αλήθεια επισημαίνει και ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας: «Των επιτόκων γυναίων, Πάτερ, κηδόμενος, ελευθερίαν δίδως τω Ναώ σου φοιτώσαις∙ εύπλοιαν δε πάλιν άλλοις θερμώς εξαιτούσιν επέδωκας∙ και τοις νοσούσιν υγείαν συ χορηγείς, διαλάμπων εν τοις θαύμασιν». Δηλαδή: Φροντίζοντας, πάτερ, τις επίτοκες γυναίκες, δίνεις ελευθερία σ’ αυτές, που έρχονται προσκυνήτριες στον Ναό σου. Και έκανες καλοτάξιδους πάλι εκείνους που σε παρακάλεσαν θερμά, όπως και στους ασθενείς δίνεις την υγεία, λάμποντας έτσι με τα θαύματα.

Πώς έφτασε σ’ αυτό το σημείο αγιασμού ο άγιος Ελευθέριος, με αποτέλεσμα να χαριτωθεί τόσο πολύ από τον Θεό; Βεβαίως, με τη νόμιμη άσκησή του. Από μικρός, «εκ νεότητος» «ως ο Σαμουήλ», κατενόησε ότι εκείνο που εμποδίζει την παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου είναι τα πάθη του. Γι’ αυτό και αποδύθηκε σε ασκητικούς αγώνες εξαλείψεως των παθών αυτών, καλύτερα: μεταστροφής τους σε ένθεα πάθη, δηλαδή, σε αγάπη του Θεού και σε αγάπη του ανθρώπου.   Στον αγώνα αυτόν είχε συνεργό βεβαίως τον ίδιο τον Κύριο, αφού χωρίς Αυτόν «ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν», αλλά και ο ίδιος προσανατόλισε ολοκληρωτικά τον νου και την καρδιά του σ’  Εκείνον, έχοντας μάθει από την Παράδοση της Εκκλησίας ότι μόνον όποιος έχει μεταθέσει το κέντρο βάρους της ύπαρξής του στον Θεό μπορεί και πράγματι να βρει τον Θεό και να Τον κάνει κάτοικο της ψυχής και του σώματός Του. Κατά τον υμνογράφο του, «τον νουν προσηλώσας ανεικάστω πόθω τω ωραιοτάτω κάλλει του θείου εραστού, τω γλυκίω αυτού έρωτι ετρώθη». (Προσήλωσε ολοκληρωτικά τον νου του στο ωραιότατο κάλλος του θείου εραστή, του Χριστού, και πληγώθηκε από τον γλυκό του έρωτα). Πράγματι: η ταλάντευση μεταξύ του Θεού και του κόσμου, η «διψυχία» που λέει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, συνιστά ακαταστασία, που το μόνο που φέρνει στην ψυχή του ανθρώπου είναι η ταραχή. Ο ίδιος ο Κύριος το απεκάλυψε: «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο άγιος Ελευθέριος λοιπόν δεν «έπαιζε» με την πίστη του: αγάπησε με πάθος τον Κύριο, προσκολλήθηκε σ’  Αυτόν, γι’  αυτό και δέχτηκε τόσο πλούσια τη δύναμή Του, δύναμη τέτοια ώστε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να υπερβεί τα ανθρώπινα πάθη του. «Θεώ προσκολλώμενος καθαρωτάτω νοϊ, εκ νεότητος, σαρκικού φρονήματος ψυχήν εμάκρυνας και των θαυμάτων δαψιλή χάριν επλούτησας». (Προσκολλήθηκες στον Θεό με καθαρότατο νου, ήδη από τη νεότητά σου, και απομάκρυνες την ψυχήν σου από το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα, οπότε και απέκτησες πλούσια την άφθονη χάρη των θαυμάτων).


Δεν μπορούμε βεβαίως  να μην επισημάνουμε και τη βοήθεια που του παρέσχε ο πνευματικός του πατέρας, ο Γέροντάς του, ο άγιος Ανίκητος, πάπας Ρώμης. Αν, είπαμε, έμαθε από την Παράδοση της Εκκλησίας ότι σκοπός της ζωής είναι να αποκτήσει το Πνεύμα του Θεού και ότι αυτό επιτυγχάνεται με την άσκηση κατά των παθών, το έμαθε, γιατί ακριβώς καθοδηγήθηκε σωστά. Πέραν της βοήθειας σ’ αυτό από την ίδια τη μητέρα του – μαθήτρια του αποστόλου Παύλου – ο άγιος Ανίκητος ήταν εκείνος που τον μύησε στην πνευματική αυτή Παράδοση. Ο ίδιος υπήρξε φορέας αυτής, γι’  αυτό και είχε τη δυνατότητα να την μεταγγίσει στο νεαρό βλαστάρι της πίστεως, τον άγιο Ελευθέριο. Έτσι ο άγιός μας ευλογήθηκε από τον Θεό να μάθει την Παράδοση όχι από βιβλία και διαλέξεις, αλλά από ζωντανή πηγή, από τη συναναστροφή του με αγίους. Κατά τον συναξαριστή του: «Προσήχθη δε υπό της μητρός του Ανθίας τω Επισκόπω Ανικήτω ο άγιος Ελευθέριος και παρ’  αυτού τα ιερά Γράμματα μανθάνει και τω των Κληρικών καταλέγεται τάγματι».

Ο άγιος Ελευθέριος προσανατολίζει και εμάς σήμερα στην ίδια με αυτόν ζωή, ζωή στην πραγματικότητα του Χριστού και των αγίων Αποστόλων. Και μας καλεί, δεόμενος υπέρ ημών, σε απελευθέρωση από τα πάθη μας. Όπως το θέτει και ο άγιος υμνογράφος: «Παθών αμαυρότησι δεδουλωμένον, φαιδραίς ικεσίαις σου, μάρτυς Ελευθέριε, νυν ελευθέρωσον». (Μάρτυς Ελευθέριε, ελευθέρωσέ με τώρα, με τις ευφρόσυνες ικεσίες σου στον Κύριο, εμένα που είμαι δουλωμένος στη μαυρίλα των παθών). Είθε με τις πρεσβείες του αγίου να φτάσουμε κι εμείς σ’  αυτήν την απελευθέρωση, που μας καταξιώνει ως ανθρώπους και μας ανοίγει τη Βασιλεία του Θεού ήδη από τη ζωή αυτή.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΤΑΠΙΟΣ


«Ο όσιος Πατάπιος ορμώμενος από τις Θήβες της Αιγύπτου επέλεξε τη μοναχική ζωή και ακολούθησε τον Χριστό. Ασκήθηκε για πολλά χρόνια στην έρημο κι έπειτα ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έκανε πάρα πολλά θαύματα: έδωσε το φως σε τυφλούς, θεράπευσε υδρωπικούς με χρίση αγίου ελαίου, έδιωξε δαίμονες, θεράπευσε και καρκίνο. Στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Κύριο εν ειρήνη».


Ο όσιος Πατάπιος μπορεί μεν να κατάγεται  από την Αίγυπτο, όμως είναι αγαπημένος άγιος των ορθοδόξων και μάλιστα των Ελλήνων. Και τούτο διότι, ως γνωστόν, το λείψανό του (το οποίο δωρήθηκε από τους Παλαιολόγους στην οικογένεια των εξαδέλφων τους Νοταράδων που εγκαταστάθηκαν στην Κορινθία) ευρίσκεται πάνω από το Λουτράκι, στα Γεράνεια όρη, στο ομώνυμό του μοναστήρι, κάτι που «τυχαία» ανακαλύφθηκε ήδη από το 1904.  Πλήθος πιστών καθημερινώς έρχονται προσκυνητές του, προκειμένου να πάρουν την χάρη της ευλογίας του και να βοηθηθούν στα διάφορα προβλήματα και τις ανάγκες τους. Κι όχι τυχαία. Ο όσιος αποτελεί προστάτη όλων των αναγκεμένων ανθρώπων, το δε λείψανό του συνιστά πηγή πράγματι των ιάσεων.

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν «χορταίνουν» να τονίζουν την αλήθεια αυτή, που επιβεβαιώνεται διαχρονικά. «Η σορός σου, Σοφέ, πάσι βρύει ιάματα∙ εξ ων πάντες πιστοί αρυόμενοι, σώζονται εκ νόσων πολλών, ψυχών και σωμάτων» (Η σορός σου, σοφέ Πατάπιε, αναβρύζει σε όλους ιάματα. Αυτά τα ιάματα παίρνοντάς τα όλοι οι πιστοί σώζονται από πολλές νόσους, ψυχών και σωμάτων). «Θαυμάτων βυθός, ιαμάτων ποταμός, κρήνη αέναος, ρείθρον μηδόλως δαπανώμενος, σου η σορός αναδέδεικται, Πάτερ, τοις πιστώς προσιούσι» (Η σορός σου έχει αναδειχθεί, Πάτερ, για όσους σε πλησιάζουν με πίστη, βυθός θαυμάτων, ποταμός ιαμάτων, κρήνη που δεν στερεύει ποτέ, ρείθρο που δεν τελειώνει καθόλου). Κι ιδιαιτέρως στην εποχή μας – αλλά και ποια εποχή είναι χωρίς θλίψεις και δοκιμασίες;  - που ο κόσμος ταλαιπωρείται από πάρα πολλά προβλήματα και ανάγκες, ο όσιος Πατάπιος είναι στην «ημερησία διάταξη»: προσφέρει σε όλους τους πιστούς αυτό που έχουν ανάγκη, διότι βεβαίως έχει ενώπιον του Θεού μεγάλη παρρησία. Έτσι «πάντων των εν ανάγκαις προστάτης ώφθης, Πατάπιε όσιε».

Φαίνεται λίγο περίεργο το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος ασκητής, με τόση σκληραγωγία απέναντι στον εαυτό του, είχε και έχει μία τόσο τρυφερή καρδιά, έτοιμη να καμφθεί μπροστά στις ικεσίες του κάθε πονεμένου. Αλλά τούτο δεν μας παραξενεύει. Διότι η άσκηση ενός χριστιανού πιστού σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπεί: να ελέγξει ο ίδιος, με τη χάρη του Θεού, τα πάθη του εγωισμού του και να τα μεταποιήσει σε πάθος αγάπης. Έτσι όσο πιο σκληρή η σκληραγωγία, τόσο και πιο «σάρκινη» η καρδιά, τόσο και μεγαλύτερη η ευαισθησία και η τρυφερότητα. Μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός των πάντων στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας είναι να φθάσει ο άνθρωπος να ζει ορθά την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αν μάλιστα δεν υπάρχει η θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο, πρέπει να αμφισβητήσουμε και την υποψία έστω της αγάπης προς τον Θεό. Κι εκείνο που επίσης φανερώνει την αλήθεια της αγάπης είναι βεβαίως η ταπείνωση, η βάση όλων των αρετών. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνει και πάλι η γραφίδα του αγίου υμνογράφου. «Αγάπην οπλισάμενος, ώσπερ ξίφος, όσιε, και θυρεώ σκεπόμενος της ενθέους σου ταπεινώσεως, των δαιμόνων τα στίφη εξηφάνισας» (Οπλισμένος με την αγάπη, όσιε, σαν ξίφος, και υπό την σκέπη της ενθέους σου ταπεινώσεως, σαν ένας είδος ασπίδας, εξαφάνισες τα στίφη των δαιμόνων). «Ταπείνωσιν, αγρυπνίαν και σύντονον δέησιν, αγάπην αθόλωτον, πίστιν, ελπίδα κεκτημένος, γέγονας συνόμιλος επουρανίων αγγέλων, Πάτερ όσιε» (Απέκτησες ταπείνωση, αγρυπνία και ισχυρή δέηση, καθαρή αγάπη, πίστη, ελπίδα, και έγινες συνόμιλος των επουρανίων αγγέλων, πάτερ όσιε)

Εκείνο που τονίζει ιδιαιτέρως ο υμνογράφος από την ασκητική ζωή του οσίου Παταπίου - τέτοια που τον συγκρίνει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο: «Ηλιού τον Θεσβίτην μιμούμενος και ιχνηλατών Ιωάννην τον Πρόδρομον» - είναι το χάρισμα των δακρύων που απέκτησε. Τα δάκρυά του μάλιστα ήταν εκείνα που αφενός απεξήραναν τα πάθη του σώματος και αφετέρου έφεραν τους ποταμούς των ιαμάτων του. «Πάθη του σώματος, θεομακάριστε Πάτερ, εξήρανας, δακρύων ρεύμασι, και ιαμάτων ποταμούς, Πατάπιε ανέβλυσας». Κι ακόμη: τα θερμά του αυτά δάκρυα ως έκφραση της μετανοίας και του πόθου προς τον Θεό καταβύθισαν τα στρατεύματα των δαιμόνων και τα οιδήματα της αμαρτίας, ενώ έγιναν πέλαγος θαυμάτων γι’ αυτούς που βρίσκονταν στον βυθό των παθημάτων. «Η άβυσσος των θερμών σου δακρύων κατέκλυσε δαιμόνων στρατεύματα και αμαρτίας οιδήματα, πέλαγος θαυμάτων δε τοις εν βυθώ παθημάτων αναδέδεικται». Κι είναι αλήθεια: αν κανείς δεν ζει τη μετάνοια με αίσθηση ψυχής, αν δεν κλαίει για τις αμαρτίες και τα πάθη του, πώς θα καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του, πώς θα δει τον Θεό λάμποντα στο κάτοπτρο της καρδιάς του; Είθε η μετάνοια του αγίου και ο πόθος του προς τον Θεό να γίνουν καθοδηγητικά σημεία και της  δικής μας πνευματικής πορείας.  Ίσως κι εμείς δούμε έτσι «το νοητό πυρ, το Πνεύμα του Θεού, να αναφλέγει τα αισθητήρια της ψυχής μας και να αποτεφρώνει τη φλόγα της αμαρτίας μας».