Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΙ Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ



Ο άγιος Ανδρέας αρχιεπίσκοπος Κρήτης (δεύτερο ήμισυ 7ου αι.-740) διακρινόταν για τη μόρφωσή του αλλά και για το λογοτεχνικό του χάρισμα. Άφησε στην Εκκλησία πολλά δογματικά συγγράμματα και  ομιλίες, κυρίως όμως «αρμονικά μελωδήματα» (Θεοφάνης), τα οποία τον ενέταξαν στους σπουδαίους υμνογράφους της Εκκλησίας, «καθώς προκαλεί ευχαρίστηση στις καρδιές με την υμνολόγηση της Αγίας Τριάδος, των ταγμάτων των αγίων και της αχράντου Παρθένου». Το λαμπρότερο όμως πόνημά του με το οποίο κατανύσσει τις καρδιές των ορθοδόξων πιστών κάθε χρόνο οδηγώντας τους σε μετάνοια είναι ο Μέγας Κανόνας του, ο οποίος ψαλλόμενος την πέμπτη εβδομάδα των νηστειών της Αγίας Σαρακοστής, αποτελεί μία σύνοψη όλης της θείας οικονομίας, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Κατά τον υμνογράφο του Θεοφάνη το έργο αυτό σφραγίζει τον άγιο, γι’ αυτό στο συναξάρι του (4 Ιουλίου) σημειώνει: «Πέθανε και βρήκε μεγάλο στεφάνι των κόπων του ο ποιμένας της Κρήτης, του οποίου έργο ήταν ο Μέγας Κανών».
Από το εκτενές αυτό έργο (250 περίπου τροπάρια), που θα ήταν καλό να αποτελεί εντρύφημα των χριστιανών συχνά πυκνά κατά τη διάρκεια του έτους, επιλέγουμε ένα τροπάριο (από την γ΄ ωδή σε νεοελληνική απόδοση), που νομίζουμε ότι έχει ξεχωριστή σημασία και για την εποχή μας, την τόσο αλλοπρόσαλλη και  παράδοξη, καθώς πορεύεται δυστυχώς εκεί που συναντά το «τίποτε» ως απουσία νοήματος ζωής. Και δικαιολογημένα: πορευόμαστε οι άνθρωποι κατά το θέλημά μας και όχι κατά το θέλημα του Θεού.
«Άκουσες, ψυχή μου, για τον Αβραάμ που εξαρχής εγκατέλειψε την πατρική του γη και έγινε μετανάστης. (Λοιπόν) να μιμηθείς τη διάθεση και την προαίρεσή του».
Τον Αβραάμ προβάλλει ο άγιος ως πρότυπο προκειμένου να τον μιμηθεί και στη δική του ζωή. Τον Αβραάμ που η Αγία Γραφή συχνά (με αποκορύφωμα τον απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή: πρβλ. 4, 11εξ.) τον θεωρεί ως το κατεξοχήν υπόδειγμα αληθινής πίστεως στον Θεό. Γιατί; Διότι όλη η ζωή του υπήρξε ένα «ναι» στο θέλημα του Θεού, ο Οποίος μιλώντας μυστικά στην καρδιά του τον καλούσε να κάνει πράγματα πέρα από κάθε λογική και φυσική αίσθηση.
Στον υπόψη ύμνο ο Αβραάμ προβάλλεται ως πρότυπο για το πρώτο μεγάλο γεγονός αλλαγής της ζωής του: τον ξεριζωμό του· να φύγει και να γίνει μετανάστης, όχι γιατί τον ανάγκασε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία, αλλά γιατί τον σπρώχνει μία εσωτερική φωνή, την οποία  εμπιστεύεται ως Θεού φωνή και η οποία τελικώς δεν τον απογοητεύει. Πώς όμως ο άγιος Ανδρέας καλεί την ψυχή του (αλλά και τη δική μας) ώστε να γίνουμε «μετανάστες» μιμούμενοι τον Αβραάμ; Τι σημαίνει να μεταναστεύει κανείς, προφανώς για να μπορεί να παραμένει χριστιανός;
Η απάντηση είναι απλή αλλά και δύσκολη. Απλή, γιατί ο χριστιανός, εν αντιθέσει όπως είπαμε προς ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία που ζει, καλείται ανά πάσα στιγμή στη ζωή του να φεύγει από το δικό του θέλημα, το εγωιστικό και αμαρτωλό και θεμελιωμένο στα ψεκτά πάθη του, προκειμένου να βρίσκεται στο θέλημα του Θεού, πάνω στις εντολές του Χριστού,  σε κοινωνία δηλαδή με τον Ίδιο που είναι «η Οδός»!
Δύσκολη, γιατί η προσκόλληση του ανθρώπου στα πάθη και στον εγωισμό του – ακόμη και για τον βαπτισμένο πιστό που έχει λάβει τη δύναμη και τη χάρη απεμπλοκής από τα πάθη – είναι συχνά τόσο μεγάλη, ώστε πρέπει όντως να καταβάλει σκληρή προσπάθεια για να στραφεί προς τον Θεό και να ξεκινήσει τη σωτήρια και απαραίτητη «μετανάστευση». Κι εδώ έγκειται βεβαίως η πνευματική άσκηση και ο αγώνας κάθε χριστιανού, γεγονός που τον διαφοροποιεί ποιοτικά από κάθε άλλον συνάνθρωπό του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ Ο ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟΣ (ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ)


«῾Ο ἅγιος ῾Υάκινθος καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καί ὑπηρετοῦσε στό βασιλικό τραπέζι τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ. Κατηγορήθηκε ὅμως ὡς χριστιανός, γι᾽ αὐτό καί δόθηκε ἡ ἐντολή νά κτυπηθεῖ σέ ὅλο τό σῶμα του καί νά ριχτεῖ στήν φυλακή. ᾽Εκεῖ μένοντας ἀρκετές ἡμέρες χωρίς φαγητό παρέθεσε τό πνεῦμα του στόν Θεό»

῎Εχει προταθεῖ ἀπό ὁρισμένους χριστιανούς ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου νά καθιερωθεῖ ὡς ἡ ἑορτή τῶν ἐρωτευμένων σέ ἀντικατάσταση τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Βαλεντίνου (14 Φεβρουαρίου), γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχουν πολλές καί ἀντιφατικές παραδόσεις. Καί τοῦτο βεβαίως ὄχι γιατί ὁ ἅγιος ἔχει καμμία οὐσιαστική σχέση πρός αὐτό πού προβάλλεται ὡς ἀνθρώπινος ἔρωτας, ἀλλά γιατί τό ὄνομά του πού παραπέμπει στό πολύ ὄμορφο καλλωπιστικό φυτό ὑάκινθος, τό κοινῶς ὀνομαζόμενο ζουμπούλι, μέ τό ἔντονο ἄρωμα καί τά πολυάριθμα μικρά ἄνθη του, κυανοῦ, ρόζ ἤ ἄσπρου χρώματος, συνηγορεῖ γιά κάτι τέτοιο. ῾Η σχέση τοῦ ἁγίου πρός τόν ἔρωτα ὑπάρχει, κατά πῶς μᾶς τό θέτει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας του Θεοφάνης ὁ ποιητής, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού συναντᾶμε σέ ὅλους τούς ἁγίους, δηλαδή τήν ἔννοια τοῦ θείου ἔρωτα, τῆς σφοδρῆς ἀγάπης πρός τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό.

Πράγματι, ἡ ὅλη κατά Χριστόν πορεία τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου κατανοεῖται μόνον κάτω ἀπό τήν ὀπτική αὐτή. ῾Η ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τοῦ ἔδωσε τήν δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τήν ὀργή καί τήν μήνη τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτοκράτορα, ἐπιμένοντας ὅτι εἶναι χριστιανός, καί νά ὑποστεῖ φοβερά μαρτύρια μέχρι τῆς τελικῆς ἐκπνοῆς του λόγω ἀσιτίας. ῾῎Ελεγξες τόν τύραννο, ἀθλοφόρε, πού εἶχε φτάσει σέ κατάσταση μανίας, γιατί ἤσουν ντυμένος ἀπό τόν Χριστό μέ τήν ἀήττητη δύναμή Του᾽ (῾Μαινόμενον τόν τύραννον ἤλεγξας, ἀθλοφόρε, δύναμιν ἀήττητον παρά Χριστοῦ ἐνδυσάμενος᾽) (ὠδή ε´). ῾᾽Αγάπησες τόν Θεό μέ τήν ψυχή σου σύ, ἀθλητή μακάριε, παλεύοντας μέχρις αἵματος πρός τήν ἁμαρτία καί ἀνατρέποντας τούς ἐχθρούς᾽ (῾Σύ τόν Θεόν ἠγάπησας ἐκ ψυχῆς, μέχρις αἵματος  πρός τήν ἁμαρτίαν, ἀθλητά μακάριε, ἀντικαθιστάμενος καί δυσμενεῖς τρεπόμενος᾽) (ὠδή η´).

῾Ο ἅγιος ποιητής μάλιστα παίρνει ἀφορμή ἀπό τήν γνωριμία πού εἶχε ὁ ῾Υάκινθος πρός τόν αὐτοκράτορα Τραϊανό, ἀφοῦ ὑπῆρξε θαλαμηπόλος του, γιά νά πεῖ ὅτι τελικῶς ὁ ἅγιος ἦταν ὁ ἀληθινός αὐτοκράτορας, γιατί ἀκριβῶς μέ τόν εὐσεβή λογισμό τῆς πίστεως πού εἶχε ἔγινε αὐτοκράτορας τῶν παθῶν του, τρεφόμενος ἀπό τόν θεϊκό λόγο καί ὄχι ἀπό τήν τροφή τῶν παρανόμων. ῾Αὐτοκράτορα φέρων τῶν παθῶν ἀριδήλως τόν εὐσεβῆ λογισμόν, τροφήν τῶν παρανόμων κατέπτυσας, παμμάκαρ, θείῳ λόγῳ τρεφόμενος᾽ (ὠδή ζ´). Κι εἶναι πολύ σημαντική ἡ παρατήρηση τοῦ Θεοφάνη, γιατί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὅταν ὁ μάρτυρας δέχεται τό ὅποιο μαρτύριο εἴτε ὡς κτύπημα εἴτε ὡς στέρηση, τήν ἴδια ὥρα ὁ Κύριος μέ μυστικό τρόπο ἔρχεται καί λειτουργεῖ σ᾽ αὐτόν ἀντιστοίχως εἴτε ὡς θεϊκό χάδι εἴτε ὡς πλήρωση καί τροφή. Πρόκειται γιά πραγματικότητα πού δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, γιατί ἰσχύει γενικότερα: κάθε ὑπομονή πού κάνουμε στήν ζωή μας τήν ὥρα τῆς ὅποιας δοκιμασίας μας, ἐνῶ φαίνεται ὅτι ὑφιστάμεθα μία ταλαιπωρία καί ἕνα βάσανο, ὁ Κύριος εἶναι παρών καί τήν δοκιμασία τήν μεταποιεῖ σέ εὐλογία.

῾Ο ἐκκλησιαστικός ποιητής δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ἀξιοποιήσει καί τό ὄνομα τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου. ᾽Αφενός μᾶς προτρέπει νά τοῦ πλέξουμε στεφάνι μέ τούς ὕμνους ἀποτελούμενο ἀπό ἀμαράντινους ὑακίνθους (῾῾Υακίνθῳ σήμερον ἐξ ὑακίνθων ἀμαράντων πλέξωμεν στέφανον πάντες οἱ πιστοί᾽) (κοντάκιο), ἀφετέρου μᾶς μεταφέρει στήν θριαμβεύουσα ᾽Εκκλησία, τήν ᾽Εκκλησία τῶν πρωτοτόκων, δίνοντάς μας τήν εἰκόνα τῆς θέσης τοῦ ἁγίου μάρτυρα ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἁγίους. ῾Σάν ὄμορφο ζουμπούλι λάμπρυνες τήν θεία σκηνή, σάν ἐκλεκτό ζωηρό κόκκινο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀθλήσεώς σου ἔγινες ἀφιέρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν πρωτοτόκων᾽ (῾῾Υάκινθος ὡς φαιδρός, σκηνήν τήν θείαν ἐφαίδρυνας, ὡς κόκκινον ἐκλεκτόν, ἀθλήσεως αἵματι, ἀνάθημα γέγονας τῆς τῶν πρωτοτόκων ᾽Εκκλησίας, παναοίδιμε᾽) (ὠδή ς´). Κι ἀκόμη: θεωρεῖ ὁ ποιητής τόν ἅγιο μάρτυρα σάν διαυγή καί πολύτιμο  λίθο τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, γιατί μέ τήν ῾εἰλικρίνεια τῆς ψυχῆς του καί τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ του᾽ (ὠδή ζ´) ἔγινε φωτεινό κατοικητήριο τοῦ  Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. (῾῎Ωφθης διαυγείᾳ τοῦ Πνεύματος, ὥσπερ λίθος διαυγής τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). (῾Σέ τόν διαυγείᾳ μαρτυρικῇ πολύτιμον λίθον γεγονότα θείου ναοῦ᾽) (ὠδή α´).

῾Ο ἅγιος ῾Υάκινθος γιά τόν Θεοφάνη θεωρεῖται καί ὡς πρότυπο ἰδιαιτέρως τῆς νεότητας. Γιατί νέος καθώς ἦταν ὁ ἅγιος φανέρωσε ἐκεῖνο πού τιμᾶ τήν νεότητα καί τήν διακρατεῖ πάντοτε ἀνθοφοροῦσα: τήν γενναιότητα τοῦ νοῦ καί τήν φρόνηση καί σύνεση τῶν μεγάλων. Πού σημαίνει: δέν δίνει ἀξία σέ ἕναν νέο ἀπό μόνη της ἡ νεότητά του. Κι αὐτή θά παρέλθει πολύ γρήγορα. ῾Η νεότητα τῆς καρδιᾶς μετράει κατεξοχήν, γιατί αὐτή παραμένει ἐσαεί. ῾᾽Απέδειξες, μάρτυς ἀθλοφόρε, τό νεανικό τῆς ἡλικίας σου καί τό γενναῖο τῆς διανοίας σου, καθώς πάλεψες μέ ἀνδρεία κατά τῆς πλάνης ὑπέρ Χριστοῦ᾽ (῾Τό τῆς ἡλικίας νεανικόν καί τῆς διανοίας τό γενναῖον ὑπέρ Χριστοῦ ἀπέδειξας, μάρτυς ἀθλοφόρε, κατά τῆς πλάνης ἀνδρισάμενος᾽) (ὠδή α´). ῾᾽Ενῶ ἤσουν νέος, φάνηκες νά ἔχεις καθαρά φρόνηση μεγάλου, μάρτυς Χριστοῦ, καί νά κοσμεῖσαι ἀπό σύνεση᾽ (῾Νέος καθιστάμενος, πρεσβυτικήν σαφῶς φρόνησιν, μάρτυς Χριστοῦ, ὤφθης κεκτημένος, καί συνέσει κοσμούμενος᾽) (ὠδή γ´).


Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



Η σύναξη των αγίων Αποστόλων – επέκταση της εορτής των πρωτοκορυφαίων Πέτρου και Παύλου -  προβάλλει εκ νέου και τους «πρωταποστόλους», αλλά και τους άλλους μαθητές του Κυρίου. Η Εκκλησία μας δεν χάνει ευκαιρία να τιμήσει αυτούς που συνιστούν τα θεμέλιά της, που θα πει να μας προκαλέσει σε ορθή αυτοσυνειδησία ως προς την πίστη μας και να μας δώσει το γνήσιο παράδειγμα ώστε να «ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Διότι βεβαίως αυτό έκαναν και όλοι οι απόστολοι: περιπατούσαν «ἐν Κυρίῳ».
Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα στην προσπάθειά του να μας υποδείξει τον δρόμο των αποστόλων και πώς κινήθηκαν στον κόσμο ως  απεσταλμένοι του Χριστού σημειώνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, το οποίο αποτελεί παρακαταθήκη και για εμάς που θέλουμε να βρισκόμαστε στη δική τους πορεία: Ποιο ήταν το όπλο που χρησιμοποίησαν μέσα στον εχθρικό γι’ αυτούς κόσμο που βρέθηκαν. Διότι είναι δεδομένο – το είδαμε στη ζωή του ίδιου του Κυρίου Ιησού – ότι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία εναντιώνεται σε κάθε τι που δεν είναι της δικής του «γραμμής» και της δικής του «οσμής», συνεπώς κάθε τι που δεν εκφράζει το αμαρτωλό φρόνημά του το θεωρεί ξένο σώμα και προσπαθεί να το αποβάλει. Δυστυχώς αυτή είναι η τραγωδία του κόσμου: να δέχεται την ευεργεσία της χάρης του Θεού και να ανταποδίδει την κακότητα και τη σταύρωση!
Λοιπόν, στην γ΄ ωδή του κανόνα για τους κορυφαίους των αποστόλων αναφέρει: «Γυμνούς καί ἀόπλους εἰς τά ἔθνη ἀπέστειλας σοῦ τούς Μαθητάς, ἀνθ’ ὅπλων σοῦ τό ὄνομα βαστάζοντας τό ἅγιον∙ καί τόν τῆς πλάνης πόλεμον, Χριστέ, τῇ πίστει διέλυσαν» (Χριστέ, απέστειλες τους μαθητές σου  στα ειδωλολατρικά έθνη γυμνούς και άοπλους, έχοντας σαν όπλο τους το άγιο όνομά σου. Και με την πίστη τους σ’ αυτό διέλυσαν τον πόλεμο της πλάνης).
Οι απόστολοι πίστεψαν και ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό, Αυτόν που απεκαλύφθη ως ο ενανθρωπήσας Θεός. Η Βασιλεία του Θεού που έφερε δεν είχε εγκόσμιο χαρακτήρα (αυτή ήταν και η απάντηση του Κυρίου στον Πιλάτο που του έθεσε παρόμοιο ερώτημα: «ἡ Βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»), γι’ αυτό και τα όπλα των αποστόλων ήταν μόνον πνευματικά: η πίστη στο άγιο όνομα του Χριστού. Ο κόσμος τούς αντιμετώπισε με τον δικό του τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή ό,τι βίαιο και εχθρικό είχε κατασκευάσει για τους αντιπάλους του, εκείνοι δε στάθηκαν άοπλοι και εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στα όπλα αυτά. Γι’ αυτό και γεύτηκαν βεβαίως το φυσικό και αυτονόητο που επέτρεψε και επιτρέπει συνήθως ο Θεός: τα βασανιστήρια και τον θάνατο.
 Κι εδώ βεβαίως διαπιστώνεται το παράδοξο της ύπαρξης του χριστιανού στον κόσμο: δεν εναντιώνεται στον αντίπαλο, δεν παίρνει κι αυτός όπλα να του αντιπαρατεθεί, αλλά κατά το παράδειγμα του αρχηγού της πίστεως «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἄγεται καί ὡς ἀμνός ἄμωμος ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει  τό στόμα αὐτοῦ». Μία διαφορετική στάση θα σήμαινε αλλοίωση του φρονήματος του Χριστού, ο Οποίος είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν». Στον κόσμο τούτο με άλλα λόγια ο θεωρούμενος νικητής είναι πάντα ο εχθρός της πίστεως – αυτός που οδηγεί στον σταυρό και τον θάνατο!
Αλλ’ ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύεται πια η άλλη λογική που διέπει τη χριστιανική πίστη: κινητοποιείται η παντοδυναμία του Θεού που λειτουργεί «ανάποδα» προς τη λογική του κόσμου. Εκεί που ο κόσμος θεωρεί ότι νίκησε, εκεί πια επέρχεται η πλήρης και ολοσχερής διάλυσή του. Ό,τι συνέβη και με τον Σταυρό του Κυρίου: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ»∙ «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον». Ο Σταυρός δηλαδή έφερε την Ανάσταση και οι δυνάμεις του σκότους, ο ίδιος ο θάνατος και ο παμπόνηρος διάβολος, καταργήθηκαν. Ο Θεός δεν «δουλεύει» κατά τα ανθρώπινα αμαρτωλά πρότυπα – δεν θα ήταν ο Θεός μας! Κι αυτό θα πει ότι τελικώς η παντοδυναμία που φέρνει τα πάνω κάτω είναι η ταπείνωση και η αγάπη, αυτή που προσωρινά φαίνεται ότι είναι η χαμένη.
Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο τροπάριο: οι μαθητές του Κυρίου χωρίς όπλα, γυμνοί, εκτεθειμένοι σε κάθε κακότητα του αμαρτωλού φρονήματος του κόσμου, βρέθηκαν στο τέλος νικητές. Γιατί είχαν στα χέρια τους το ισχυρότερο όπλο που υπάρχει στον κόσμο, αόρατο και «αδύναμο» για τους πολλούς: το παντοδύναμο όνομα του Χριστού. Το δικό Του όνομα είναι «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα», μπροστά στο οποίο κλίνουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια, όλες οι σκοτεινές δυνάμεις του κόσμου. Ψελλίζει κανείς το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» και τρέμουν τα σύμπαντα. Γιατί στο όνομα αυτό περικλείεται η ενέργεια του Τριαδικού Θεού, του Δημιουργού Παντοκράτορος Θεού, Αυτού δηλαδή από τον Οποίον έχουν προέλθει τα πάντα, διακρατούνται τα πάντα, κατευθύνονται προς Αυτόν τα πάντα. Κι είναι το όπλο του ονόματος του Χριστού, που ο Ίδιος έβαλε στα χέρια των μαθητών Του, καθώς τους το έδωσε και ως εντολή. «Ἔως ἄρτι οὐκ ἠτήσασθε οὐδέν ἐν τῶ ὀνόματί μου. Αἰτεῖτε καί λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρά ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη».
Το όνομα του Χριστού: το παντοδύναμο όπλο μας στον κόσμο τούτο. Αρκεί να το επικαλούμαστε όπως και οι απόστολοι και οι άγιοί μας: με πίστη στην προσωπική παντοδύναμη και πανταχού παρουσία Του∙ με θερμή αγάπη προς την ποθητή μορφή Του.

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



Ἡ ἑορτή τῆς σύναξης τῶν δώδεκα ἀποστόλων ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τῆς μεγάλης χθεσινῆς ἑορτῆς τῶν πανευφήμων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, προεκτείνει δηλαδή τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ᾽Εκκλησία μας στούς μεγάλους αὐτούς ἀποστόλους: κατά τήν ὑμνολογία, στόν μέν Πέτρο τήν τιμή τοῦ  προεξάρχοντος τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στόν δέ Παῦλο τήν τιμή  τοῦ κοπιάσαντος ὑπέρ πάντας ἄλλους στό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι διαπιστώνουμε στίς μεγάλες ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας: μετά ἀπό ἕνα σπουδαῖο γεγονός, τήν ἑπομένη τιμᾶται τό πρωταγωνιστοῦν πρόσωπο, ὅπως π.χ. τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τή σύναξη τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων ἑορτάζουμε τή σύναξη τοῦ ᾽Ιωάννη τοῦ Προδρόμου κ.ο.κ. ᾽Αντιστοίχως λοιπόν σήμερα: μετά τήν ἑορτή τῶν πρωτοθρόνων λεγομένων ἀποστόλων ἑορτάζουμε συνολικά ἐκείνους πού εἶχαν τήν ἴδια ἰδιότητα μέ αὐτούς, τήν ἰδιότητα καί τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου.

Ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, πέραν τοῦ ὅτι δίνει τήν ἀφορμή γιά νά δεῖ κανείς τήν κατά Χριστόν βιοτή καί τό ἔργο καθενός ἀπό αὐτούς, θέτει τόν προβληματισμό τῆς ἀποστολικότητας τῆς ᾽Εκκλησίας, τί σημαίνει δηλαδή ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἀποστολική, ὅπως τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό σύμβολο τῆς πίστεως:  πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας λοιπόν εἶναι ἀποστολική, διότι θεμελιώνεται ῾ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων᾽. Βασικός θεμέλιος λίθος, βασικό ἀγκωνάρι εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός - ὁ Ἱδρυτής καί ἡ Κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας - ὑπόλοιποι θεμέλιοι λίθοι, κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οἱ ἀπόστολοί Του. ᾽Εκεῖνοι κλήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔλαβαν τήν ἐντολή νά εἶναι οἱ μάρτυρές Του, ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, νά φανερώνουν δηλαδή τή ζωή Του καί νά συνδέουν μέσω αὐτῶν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν. Καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Α´᾽Ιωάν. 1, 1-3).

῎Ετσι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό ἔξω ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους, πού σημαίνει δέν μπορεῖ κανείς νά ζεῖ τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποστολική. Κάθε διαφορετική ἐκτός ᾽Εκκλησίας σχέση μέ τόν Θεό - διότι ῾τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ - συνιστᾶ ἁπλῶς δρόμο, πού ὁδηγεῖ τόν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μέσα στήν ᾽Εκκλησία καί ὄχι κατευθεῖαν στόν Θεό. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω τόν ἅγιο Κορνήλιο: μπορεῖ οἱ προσευχές του νά ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως σημειώνουν οἱ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων, ᾽Εκεῖνος ὅμως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Πέτρο, προκειμένου νά τόν κατηχήσει καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας νά ἔχει ζωντανή καί ἐνεργή σχέση μαζί Του. 

Μέ βάση τά παραπάνω: ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει μέ τόν θάνατο καί τοῦ τελευταίου τῶν ἀποστόλων, συνεπῶς ἡ ἀποκάλυψη δέν συνεχίζεται, ἐνῶ  κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους  στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας σημαίνει  1) ὑπακοή σέ ὅ,τι ἐκεῖνοι δίδαξαν γιά τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦρθε πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, 2) μίμηση, ὅσον τό δυνατόν σέ ἐμᾶς, τῆς θεοφιλοῦς ζωῆς τους: νά ἀκολουθοῦμε δηλαδή τά δικά τους χνάρια ζωῆς, τά ὁποῖα ῾πατᾶνε᾽ πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.


Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ, ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ



«Ποιός θά ἐπινοοῦσε μεγαλύτερη ὑπόθεση ἐγκωμίων γι’ αὐτούς, ἀπό τή μαρτυρία καί ἀνακήρυξη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος τόν μέν Πέτρο μακάρισε καί χαρακτήρισε ὡς πέτρα πάνω στήν ὁποία εἶπε ὅτι ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία, γιά δέ τόν Παῦλο προεῖπε ὅτι θά γίνει σκεῦος ἐκλογῆς Του, προκειμένου νά βαστάσει τό ὄνομά Του ἐνώπιον τυράννων καί βασιλέων;

Τά περί τοῦ Πέτρου 

Ὁ ἅγιος Πέτρος ἦταν ἀδελφός τοῦ πρωτοκλήτου Ἀνδρέου καί  καταγόταν ἀπό ἄσημη καί ὄχι σπουδαία πόλη, τή Βαθσαϊδά· ἦταν υἱός τοῦ Ἰωνᾶ ἀπό τή φυλή τοῦ Συμεών, ἐπί Ὑρκανοῦ ἀρχιερέως, ζώντας σέ ἔσχατη πενία καί βγάζοντας τά πρός τό ζῆν μέ τή χειρωνακτική του ἐργασία. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του Ἰωνᾶς, ὁ Πέτρος νυμφεύθηκε κι ἔλαβε ὡς γυναίκα του τή θυγατέρα τοῦ Ἀριστόβουλου, ἀδελφοῦ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, μέ τήν ὁποία ἔκανε παιδιά, ἐνῶ ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στόν δρόμο τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἄγαμης ζωῆς. Κατά τόν καιρό πού ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἦταν φυλακισμένος, ἔφτασε ὁ Ἰησοῦς στή λίμνη τῆς Γεννησαρέτ καί βρῆκε τόν Ἀνδρέα καί τόν Πέτρο νά φτιάχνουν τά δίχτυα τους· τούς κάλεσε ὡς μαθητές Του κι αὐτοί ἀμέσως Τόν ἀκολούθησαν.  
Ἐν συνεχείᾳ ὁ Πέτρος ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἰουδαία, τήν Ἀντιόχεια, τόν Πόντο, τή Γαλατία, τήν Καππαδοκία, στήν Ἀσία καί τή Βιθυνία, ἔφτασε μέχρι καί τήν ἴδια τή Ρώμη. Κι ἀφοῦ ξεπέρασε στή φήμη καί στή δύναμη μέ τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσε τόν Σίμωνα τόν μάγο, ἐκεῖ στή Ρώμη πού βασίλευε ὁ Νέρων, συνελήφθη καί σταυρώθηκε μέ τό κεφάλι κάτω, ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε, ὁπότε καί δέχτηκε ἔτσι τό μακάριο τέλος. Κατά τόν χαρακτήρα τοῦ σώματος ἦταν λευκός, λίγο ὠχρός, φαλακρός στό κεφάλι, έχοντας σγουρά τά ὑπόλοιπα μαλλιά καί ὀφθαλμούς κατά τήν ἐπιφάνεια αἱματώδεις καί ὅμοιους μέ τό χρῶμα τοῦ κρασιοῦ. Ἦταν λευκός στά μαλλιά τῆς κεφαλῆς, μέ τό γένι λευκό καί δασύ, ἔχοντας μακριά τή ρίνα καί σηκωμένα τά φρύδια, μέτριος κατά τό ὕψος, ὄρθιος στό σχῆμα τοῦ σώματος. Ἦταν συνετός καί φρόνιμος, ἐνῶ κινεῖτο μέ ὀξύτητα ἀπό θεϊκό ζῆλο ἐναντίον τῆς ἀδικίας. Συγχωρητικός στούς μετανοοῦντες, μεταβαλλόταν εὔκολα καί γρήγορα ἄλλαζε χωρίς φόβο τίς πρότερές του ἀποφάσεις.

Τά περί τοῦ Παύλου 

Ὁ ἅγιος Παῦλος ἦταν Ἐβραῖος κατά τό γένος καί αὐτός, καταγόμενος ἀπό τή φυλή Βενιαμίν, Φαρισαῖος κατά τή θρησκευτική αἵρεση, καί μαθήτευσε στόν Γαμαλιήλ. Εἶχε ἐκπαιδευθεῖ ἐξαιρετικά στόν Μωσαϊκό νόμο καί κατοικοῦσε στήν Ταρσό. Ἐπειδή ἦταν φανατικά προσκολημμένος στόν νόμο τοῦ Μωϋσῆ, δίωκε μέ μανία τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ και μέ τη δική του θέληση καί πρόθεση  φονεύεται ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος. Καταμεσήμερο, μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀγάπης καί τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ, κι ἀφοῦ ἔχασε τήν ὅρασή του, ἄκουσε θεία φωνή νά τοῦ ἔρχεται ἐξ οὐρανοῦ, ἡ ὁποία τόν ἔστειλε στόν Ἀνανία, ἀρχαῖο μαθητή πού κατοικοῦσε στή Δαμασκό, ὁ ὁποῖος καί κατήχησε τόν Παῦλο καί τόν βάπτισε.
Ἐπειδή ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, σάν νά εἶχε φτερά γύρισε ὅλη τήν οἰκουμένη καί τή σαγήνευσε στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἔφτασε καί στή Ρώμη, κι ἀφοῦ δίδαξε πολλούς, στόν τόπο αὐτόν τελείωσε τή ζωή του – τοῦ κόψανε τό κεφάλι - μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἀπό τήν τελευτή τοῦ Πέτρου. Εἶπαν ὅτι ἀπό τήν πληγή τοῦ κτυπήματος ἔρευσε ἐκτός ἀπό αἷμα καί γάλα. Μολονότι ὁ μακάριος Παῦλος τελειώθηκε χρονικά μετά τόν Πέτρο, ὅμως καί τῶν δύο τά λείψανα τά ἔθεσαν σέ ἕναν τόπο. Ἦταν δέ κατά τήν ἐμφάνιση ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος φαλακρός στό κεφάλι καί λεπτός, ἔχοντας χαροποιούς ὀφθαλμούς, μέ στροφή πρός τά κάτω τῶν φρυδιῶν, λευκός κατά τήν ὄψη, καί φαινόταν νεώτερος ἀπό ὅ,τι πράγματι ἦταν. Τά γένια του ἔστρωναν ὄμορφα, ἐνῶ ἡ μύτη του ἦταν κυρτή καί καθώς ἔπρεπε σέ ὅλο του τό πρόσωπο. Στό κεφάλι καί στόν πώγωνα κοσμεῖτο ἀπό μαῦρες καί λευκές τρίχες, ἦταν κυρτός στό σῶμα, καί εὔρωστος καί μικρόσωμος, συνεσταλμένος κατά τά ἤθη καί φρόνιμος, καί γεμάτος ἀπό θεῖα χαρίσματα. Εἶχε σεμνά κινήματα, καί λόγους γλυκεῖς καί προσείλκυε στήν ἀγάπη του ὅλους ὅσοι πρόστρεχαν κοντά του μέ τή δύναμη τῶν θαυμάτων. Καί οἱ δύο αὐτοί κορυφαῖοι ἀπόστολοι ἦταν γεμάτοι ἀπό Ἅγιον Πνεῦμα καί θεία χάρη. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή τους στόν Ναό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί στό Ὀρφανοτροφεῖο, καί στόν σεπτό ναό τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου, πού εἶναι πλησίον τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας, καί σέ ὅλες τίς κατά τόπον ἅγιες τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίες».   

«Τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκας, τήν κορυφήν τῶν Μαθητῶν σου, Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν σου καί ἀνάπαυσιν· τούς πόνους γάρ ἐκείνων καί τόν θάνατον ἐδέξω ὑπέρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τά ἐγκάρδια» (Κοντάκιον ἑορτῆς).
(Τούς κήρυκες πού κήρυξαν μέ ἀσφάλεια τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν κορυφή τῶν Μαθητῶν σου, Κύριε, τούς πῆρες κοντά Σου γιά νά ἀπολαύσουν τά ἀγαθά Σου καί ν’ ἀναπαυθοῦν. Διότι τούς κόπους τους καί τόν θάνατό τους τούς δέχτηκες σάν ὁλοκληρωτική προσφορά πάνω ἀπό ὅλα, Σύ πού εἶσαι ὁ μόνος πού γνωρίζεις τά κρυφά τῆς καρδιᾶς).

Τό κοντάκιο τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, (ἡ ὁποία σημειωτέον ἀποτελεῖ καί τόν σκοπό τῆς συνδεδεμένης μέ αὐτούς νηστείας), συνοψίζει ἐν πολλοῖς τά κύρια στοιχεῖα πού προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας γι’ αὐτούς: 1. Ἀποτελοῦν οἱ ἅγιοι  τήν κορυφή ὅλων τῶν ἁγίων ἀποστόλων· 2. Συνιστοῦν τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκες τῆς πίστεως τοῦ Κυρίου· 3. Οἱ κόποι τους γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί ὁ μαρτυρικός τους θάνατος ἔγιναν ἀποδεκτά ἀπό τόν Κύριο ὡς ἡ πληρέστερη προσφορά πού θά μποροῦσε νά προσφερθεῖ σ’ Αὐτόν· 4. Συνεπῶς ὁ καρδιογνώστης Κύριος τούς πῆρε κοντά Του, προκειμένου νά ἀναπαυτοῦν ἀπό τούς κόπους τους καί ν’ ἀπολαύσουν τά αἰώνια ἀγαθά Του.

Πράγματι: 1. Ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς τονίζει ὅτι οἱ συγκεκριμένοι ἀπόστολοι συνιστοῦν τήν «ἀφρόκρεμα» τῶν ἀποστόλων, εἶναι οἱ πρωτοκορυφαῖοι καί οἱ πρωτόθρονοι, οἱ πρωτοστάτες τῶν ὑπολοίπων. Κι αὐτό γιατί; Διότι ὁ μέν Πέτρος ὑπῆρξε «ὁ προεξάρχων τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου» (στιχηρό ἑσπερινοῦ) - ἡ Καινή Διαθήκη ἀρκούντως φανερώνει τό ἡγεμονικό καί τό ἀρχηγικό του χάρισμα μεταξύ τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ταυτόχρονα βέβαια μέ τίς ἀστοχίες του -, ὁ δέ Παῦλος ὑπῆρξε «ὁ κοπιάσας ὑπέρ πάντας τούς ἀποστόλους» (στιχ. ἑσπ.) - ἡ οἰκουμενική δραστηριότητά του ὄντως ὑπερκέρασε κάθε ἄλλη δράση τῶν ἄλλων ἀποστόλων. Κι ἐνῶ τονίζεται ἀπό τήν ὑμνολογία μας ἡ πρωτοστασία τους, σπεύδουν οἱ ὑμνογράφοι μας ἀπαρχῆς νά σημειώσουν ὅτι δέν ὑπῆρξε κάποια ἀντιπαλότητα μεταξύ τους, δέν δημιουργήθηκε κάποιος διχασμός που τους χώρισε, (ὅπως θά σημειώσει κάτι παρεμφερές ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του: στήν Κόρινθο δυστυχῶς ὑπῆρξε ὁμαδοποίηση γύρω ἀπό κάποια ὀνόματα ἀποστόλων, ὁπότε ὁ ἅγιος Παῦλος ὑπῆρξε «καταπέλτης» στό σχίσμα αὐτό)· ἀλλά καί οἱ δύο ἦταν τόσο ἑνωμένοι μεταξύ τους, σάν νά εἶχαν μόνον μία ψυχή πού βρισκόταν ἁπλῶς σέ δύο σώματα. «Μέ ποιά στέμματα ἐπαίνων νά στεφανώσουμε τόν Πέτρο καί τόν Παῦλο; Αὐτούς πού ἦταν διηρημένοι ὡς πρός τά σώματα, ἀλλά ἑνωμένοι ὡς πρός τό Πνεῦμα» (Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασιν ἀναδῂσωμεν Πέτρον καί Παῦλον; Τούς διῃρημένους τοῖς σώμασι, καί ᾑνωμένους τῶ Πνεύματι) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

2. Οἱ ἅγιοι Πέτρος καί Παῦλος ὑπῆρξαν αὐτοί πού κήρυξαν τόν θεῖο λόγο μέ ἀσφάλεια  – «οἱ ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγοι κήρυκες».  Κι αὐτό σημαίνει, ὅπως βεβαίως ἀντιστοίχως ἐπισημαίνουμε καί στούς ἄλλους Ἀποστόλους, ὅτι ὁ λόγος πού κήρυσσαν δέν ἦταν καρπός μίας δικῆς τους διανοητικῆς προσπάθειας ἤ φαντασίωσης, κάτι πού διαπιστώνει κανείς σέ ὅλους δυστυχῶς τούς αἱρετικούς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ λόγος πού ἐρχόταν ὡς φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν κεκαθαρμένη καρδία τους. Πρόκειται γιά τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, πού κατανοήθηκε ἐπακριβῶς καί μέ ἀκρίβεια ἀπό τούς ἀγίους ἀποστόλους, λόγω τῆς ἐπελεύσεως ἐπ’ αὐτούς τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Διότι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα πού εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖται πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ λόγος τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων, λόγος καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων, παρέχει καί τή μόνη ἀσφάλεια γιά νά βεβαιώνεται ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ὅτι δέχεται ὄντως τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ ἀσφαλής διδασκαλία ἔχει πάντοτε ἀποστολικό χαρακτήρα. Ἐκτός τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας δέν ὑφίσταται ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἐκτός τῆς σχέσεώς μας μέ αὐτούς διακυβεύεται καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», ὁμολογοῦμε πάντοτε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ ἀποστολική διδασκαλία λοιπόν εἶναι ἡ διδασκαλία πού φέρνει καί τή μόνη ἀληθινή θεογνωσία. «Οἱ πτέρυγες τῆς θεογνωσίας» (στιχ. ἑσπ.) χαρακτηρίζονται μεταξύ τῶν ἄλλων οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι.

3. Οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος κοπίασαν ὑπερβαλλόντως γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποδέχτηκε ὡς τήν ἀνώτερη προσφορά σ’ Αὐτόν τό ἔργο τους, ἔργο βεβαίως τῆς ἀπέραντης καί θερμῆς πίστεως καί ἀγάπης τους. Τό σύντομο συναξάρι τους καταγράφει ὄντως ὅλες τίς περιπέτειες πού ὑπέστησαν μέχρι τόν μαρτυρικό θάνατό τους, ὁ δέ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού σέ στιγμές «ἐκτός ἑαυτοῦ» ἀναγκάζεται νά πεῖ καί τό τί πέρασε χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τό τί τοῦ προσέφερε ὁ Κύριος στή διακονία του αὐτή. Ἡ ἀποδοχή ἀπό τόν Κύριο τῆς ὅλης μαρτυρικῆς πορείας τους θυμίζει καί αὐτό πού λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ἀποδοχή τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἄβελ, σέ ἀντιπαραβολή πρός τόν Κάϊν. Καί οἱ δύο πρόσφεραν θυσία στόν Θεό, ἀλλά ἀποδεκτή ἔγινε ἡ θυσία μόνον τοῦ Ἄβελ, γιατί προερχόταν ἀπό καθαρή καρδιά, γεμάτη ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον. Κατά παρόμοιο τρόπο, ὁ ὑμνογράφος βάζει, χωρίς νά κατονομάζει βέβαια, στή θέση τοῦ Ἄβελ τήν προσφορά τῶν μεγάλων ἀποστόλων.

 Γι’ αὐτό καί 4. Ὁ Κύριος ἀποδέχεται ὡς εὐωδία τό ὅλο ἔργο τους, μέ ἀποτέλεσμα νά παρέχει μετά καί τό μαρτύριό τους τήν ἀνάπαυση καί τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν Του. Οἱ ἅγιοι ἑορτάζοντες ἀπόστολοι ἀπολαμβάνουν τώρα τόν Παράδεισο, ὡς ἐν ἀγάπῃ σχέση μέ τόν Κύριο πού τούς ἀγάπησε, ὅπως ἤδη τό εἶχε σημειώσει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λίγο πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του, κάνει μία ἐπισκόπηση αὐτῆς, θεωρώντας ὅτι «τόν δρόμον τετέλεκεν, τήν πίστιν τετήρηκεν, λοιπόν ἀπόκειται αὐτῷ ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος». Εἶναι εὐνόητο ὅτι ὁ ἀπόστολος δέν κινεῖτο στή ζωή του ὡς μισθωτός, δηλαδή ἔχοντας στή σκέψη του τίς ἀπολαυές τοῦ Παραδείσου, ἀλλά ἔχοντας ὡς μοναδικό κριτήριό του τή θερμή ἀγάπη του πρός τόν Χριστό. «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» Ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος θά τόν στεφανώσει, μέ τήν ἔννοια ὅτι θά τόν ἔχει μέσα στήν ἀγκαλιά Του, γιατί ἀκριβῶς Τόν ἀγάπησε καί πρόσφερε καί τή ζωή του γιά χάρη Του. Κι αὐτό ἰσχύει βεβαίως καί γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο. «Σύ, Κύριε, οἶδας ὅτι φιλῶ Σε». Κι αὐτή ἡ ἀγαπητική σχέση τοῦ Κυρίου μέ τούς ἀποστόλους Του τούς δίνει τή δύναμη ἀφενός νά πρεσβεύουν καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν περιλειπομένων – οἱ ἅγιοι ζώντας τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι στραμμένοι ἀδιάκοπα καί σέ μᾶς πού ταλαιπωρούμαστε ἀκόμη μέσα στίς θλίψεις αὐτῆς τῆς ζωῆς - ἀφετέρου νά προσδοκοῦν τήν ἀκόμη πιό ἔντονη σχέση τους μέ Ἐκεῖνον, ἀφοῦ μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου καί οἱ ἴδιοι δέν μποροῦν νά φτάσουν στήν ὁριστική τελείωσή τους. «Ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι». Κι εἶναι ἡ τελευταία αὐτή ἀλήθεια ἡ μεγαλύτερη ἴσως παρηγοριά πού ἔχουμε: ὄχι μόνον ὁ Κύριος ὡς ἡ πηγή τῆς ἀγάπης ἔχει δεδομένη τήν ἀγάπη καί τήν εὐεργετική στάση Του ἀπέναντί μας, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἅγιοί μας, μέ πρώτη τήν Παναγία μας κι ἔπειτα τούς ἁγίους ἀποστόλους, δέν μποροῦν νά «ἡσυχάσουν» μέχρις ὅτου καί ἐμεῖς βροῦμε τόπο καταπαύσεως μαζί τους. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ σωτηρία μας εἶναι «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», γιατί ὅλοι ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα, τό σῶμα τοῦ Κυρίου μας, εἴτε ἐνεργείᾳ εἴτε δυνάμει. «Ἄς παρευρίσκεστε ἀνάμεσά μας ἀοράτως, καθιστώντας μας ἀξίους γιά τίς ἄυλες δωρεές, ἐμᾶς πού δοξολογοῦμε μέ ἄσματα τήν ἑορτή σας» («Πάρεστε μέσον ἡμῶν ἀοράτως, καταξιοῦντες δωρεῶν ἀΰλων, τούς τήν ἡμῶν ἑορτήν εὐφημοῦντας ᾄσμασι») (Δοξαστικό αἴνων).


Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Ο ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ



Ο μήνας Ιούνιος λαμπροφορεί τις μεγάλες μορφές των αγίων πρωτοθρόνων αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου), για των οποίων την εορτή μάλιστα η Εκκλησία μάς προετοιμάζει με ξεχωριστή νηστεία. Πρόκειται περί μεγάλης εορτής κατά την οποία καλούμαστε να ακολουθήσουμε κι εμείς την εν αγάπη προς τον Κύριο πορεία τους, αλλά επίσης να προκληθούμε να αναμετρηθούμε και στο θέμα της εν Χριστώ ενότητάς μας, όπως αυτό προβάλλεται με έντονο τρόπο από την εικόνα του εναγκαλισμού τους – η πιο γνωστή εικόνα των πρωτοκορυφαίων είναι ακριβώς ο ένας να αγκαλιάζει τον άλλον. Κατά τον μακαριστό Φώτη Κόντογλου μάλιστα υπάρχει κι ένα επίγραμμα που συνοδεύει τη συγκεκριμένη εικόνα: «Ποθών ο Πέτρος την σεβασμίαν θέαν του συμμαθητού, προς συνάντησιν τρέχει. Ιδών δ’ ο Παύλος όνπερ επόθει λίαν, χείρας εκτείνας, δεξιούται τον Πέτρον» (Ποθώντας ο Πέτρος τη σεβάσμια όψη του συμμαθητή του τρέχει προς συνάντησή του. Βλέποντας κι ο Παύλος αυτόν που τόσο πολύ ποθούσε απλώνει τα χέρια και τον αγκαλιάζει).
Η κλήση ν’  ακολουθήσει κανείς τους αγίους είναι αυτονόητη για την Εκκλησία. Δεν τους προβάλλει χάριν φιλολογικού μνημοσύνου, αλλά για να τους υποδείξει ως οδοδείκτες και αδελφούς, οι οποίοι προσανατολίζουν στον μόνο Σωτήρα Ιησού Χριστό κι ενισχύουν τον δικό μας πνευματικό αγώνα προς μίμησή τους. Άλλωστε «τιμή μάρτυρος μίμησις μάρτυρος». Κι αυτό σημαίνει ότι όπως οι μεγάλοι αυτοί απόστολοι αγάπησαν με απόλυτο τρόπο τον Χριστό μέχρι θυσίας της ζωής τους, κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουμε κι εμείς αντιστοίχως να πορευτούμε. Το ξεχωριστό στην εορτή που αξίζει σχολιασμού είναι ο εναγκαλισμός τους. Γιατί στον εναγκαλισμό βλέπουμε το όριο της πίστης μας, αυτό που ο καθένας πρέπει να κάνει με κάθε συνάνθρωπό του.
Τι εννοούμε; Μπορεί καταρχάς η εικόνα να προϋποθέτει μία «απολογητική» διάθεση του αγιογράφου - ιστορικά γνωρίζουμε ότι είχε υπάρξει σύγκρουση μεταξύ των δύο αποστόλων (ο απόστολος Παύλος όταν «ήρθε ο Πέτρος στην Αντιόχεια, του αντιμίλησε κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος. Γιατί πριν έρθουν μερικοί άνθρωποι του Ιακώβου, έτρωγε στα κοινά δείπνα μαζί με τους εθνικούς. Σαν ήρθαν όμως, υποχωρούσε και διαχώριζε τη θέση του, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους»: Γαλ. 2,11εξ.) -, όμως αυτό που κυριάρχησε και τότε και μετέπειτα ήταν ακριβώς η εν Χριστώ ενότητά τους, ο εναγκαλισμός τους. Γιατί τελικά αυτό ισχύει στη χριστιανική πίστη: μπορεί να διαφωνώ με τον συνάνθρωπό μου (όταν πρόκειται μάλιστα για θέματα που δεν άπτονται του πυρήνα της πίστεως), δεν παύω όμως να τον αγαπώ και να χαίρομαι από την παρουσία του και την ύπαρξή του. Κι αυτό γιατί η αγάπη ως αποδοχή του άλλου, και μάλιστα σε σημείο να τον θεωρώ κομμάτι δικό μου και κρυμμένη παρουσία του Χριστού, είναι το διαρκώς ζητούμενο και το άκρως επιθυμητό. Ο Κύριος αυτό έθεσε ως προϋπόθεση για να είναι μαζί μας και εμείς μαζί Του. «Αυτή είναι η εντολή μου με την οποία θα δείχνετε ότι με αγαπάτε: να αγαπά ο ένας τον άλλον». Για να συνεχίσει: «Έτσι θα νιώσετε κι εσείς την αγάπη του Θεού Πατέρα και τη δική μου και θα κάνουμε κατοικητήριό μας την ύπαρξή σας».
Οπότε στην εικόνα του εναγκαλισμού των αποστόλων με τη διευκρίνηση του επιγράμματος έχουμε την εποπτική παράσταση της σχέσεως των χριστιανών μεταξύ μας: τρέχουμε με βαθιά αγάπη προς  τον συνάνθρωπό μας, γιατί μας έλκει το σεβάσμιο της μορφής του∙ κι εκείνος αντιστοίχως με τον ίδιο πόθο προς εμάς ανοίγει την αγκαλιά του για να μας περικλείσει μέσα του. Και το βάθος που δεν φαίνεται στην εικόνα: και οι δύο είναι μέσα στην αγκαλιά του Χριστού.
Κάθε διαφορετική εικόνα σχέσεως, έστω κι αν χαρακτηρίζεται χριστιανική, δεν είναι. Γιατί πάντα θα λείπει η παρουσία του Χριστού.   

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ: Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ



Μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα τῆς σχέσης τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη Προδρόμου μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού μᾶς προβάλλει ἡ ὑμνολογία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, εἶναι αὐτή τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης δηλαδή προβάλλεται, μέ βάση τά πραγματικά περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὡς ἐκεῖνος πού φανερώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξαγγέλλει μέ δυνατή φωνή, ὥστε νά γίνει ἀκουστός, τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Καί βεβαίως δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἔχει αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ὅλοι οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποτελοῦν κατ᾽ ἀκρίβεια τέτοιες φωνές γιά τόν ἐρχομό Αὐτοῦ, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ὡς ὁ τελευταῖος προφήτης καί τό πλήρωμα γι᾽ αὐτό τῆς προφητείας, εἶναι ἡ πιό δυνατή φωνή, κυριολεκτικά, ὅπως ὀνομάζεται, «ὁ μεγαλοφωνότατος πάντων τῶν προφητῶν».

Ἡ σχέση τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή, ἡ φωνή δηλαδή ἀκούγεται γιά νά φανερώνει ἀποκλειστικά καί μόνο τόν Λόγο, γεγονός πού σημαίνει  ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὡς ἄγγελος τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ: νά εἶναι ὁ Πρόδρομος ᾽Εκείνου, ἄρα μέ τόν τρόπο αὐτό νά κατανοεῖ κανείς καί τήν ὕπαρξη καί τό ἔργο του. ῎Ετσι ἡ φωνή τοῦ Προδρόμου δέν μποροῦσε νά μηνύσει κάτι ἄλλο, πέραν αὐτοῦ γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ὁ Χριστός, δηλαδή τή μετάνοια. Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός μας, ἦλθε ἀκριβῶς γιά νά ἑνώσει «εἰς ἕν», πού θά πεῖ στόν ἑαυτό Του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ Του στόν Θεό Πατέρα, «πάντα τά διεσκορπισμένα τέκνα Αὐτοῦ», συνεπῶς νά καλέσει τόν κόσμο ὅλο σέ μετάνοια. Γι᾽ αὐτό καί τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη καί τό κήρυγμα τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Ὑπενθύμιση αὐτονοήτων, θά πεῖ κάποιος. Ναί, ἀλλά μέ προέκταση καί στά καθ᾽ ἡμᾶς. Δηλαδή: δέν μπορεῖ κάποιος πού θέλει νά ἀνήκει στόν Χριστό καί στήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία, νά ἔχει διαφορετική φωνή ἀπό ὅ,τι ᾽Εκεῖνος. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Ὁ χριστιανός ῾βοᾶ᾽ μέ τά λόγια του, κυρίως ὅμως μέ τή ζωή του, τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (ὁ Κύριος). Δέν εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε χριστιανοί, καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ ζωή καί οἱ λόγοι μας νά μή βρίσκονται σέ εὐθεία γραμμή καί ἀναλογία πρός τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων φίλων Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βάση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ πεποίθηση καί τό βίωμα ὅτι οἱ χριστιανοί συνιστοῦμε μέλη Χριστοῦ καί συνεπῶς προεκτείνουμε ᾽Εκείνου τήν παρουσία στόν κόσμο. Κι ἐπειδή ὁ Λόγος Χριστός ἔζησε καί δίδαξε τήν ἀγάπη – αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα αὐτοῦ πού μετανοεῖ - ἄρα καί ὁ χριστιανός εἶναι πράγματι χριστιανός, ὅταν ζεῖ καί διδάσκει πάντα τήν ἀγάπη. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ῾φωνή᾽, ἔστω καί στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ παραχάραξη ᾽Εκείνου καί βεβαίως παραφωνία Του.