Τρίτη 23 Απριλίου 2019

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ


«Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σὺν δάκρυσι, κατακενοῦσά σου ποσὶ Φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν, λυτροῦται τῇ κελεύσει σου, πνέων δὲ τὴν χάριν σου, μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε. Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου».
(Ἡ πόρνη γυναίκα ἦλθε κοντά Σου, χύνοντας στά πόδια Σου, φιλάνθρωπε, μύρα μαζί μέ δάκρυα. Καί μέ τήν ἐντολή Σου λυτρώνεται ἀπό τή δυσωδία τῶν κακῶν, τήν ἴδια στιγμή πού ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἀναπνέοντας ἀκόμη τή χάρη Σου (ἀπό τή συμμετοχή του στόν Μυστικό Δεῖπνο) τήν ἀποδιώχνει ἀπό τόν ἑαυτό του, μέ ἀποτέλεσμα, χάνοντάς Σε λόγω τῆς φιλαργυρίας του, νά κυλιστεῖ μέσα στή βρωμιά τῆς προδοσίας. Δόξα Χριστέ στήν εὐσπλαγχνία Σου).
Πρόκειται γιά τό μυστήριο τῆς συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό. Μπορεῖ νά εἶσαι κοντά Του χρόνια καί χρόνια καί τελικῶς νά μήν ἔχεις πάρει ὅπως λέμε «μυρωδιά» γιά τό τί συμβαίνει. Καί μπορεῖ νά Τόν συναντήσεις μία φορά στή ζωή σου, ἀκόμη καί στά τελευταῖα σου, καί τόσο νά Τόν καταλάβεις, τόσο νά συγκλονιστεῖς, ὥστε αὐτό νά εἶναι τό πιό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς σου. Εἶναι αὐτό πού σημειώνει, μεταξύ  ἄλλων, καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὁ ὅσιος τῆς Σαρακοστῆς: «Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού γέρασαν στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου, κι ὅμως βρίσκονται ἀκόμη στό Δημοτικό Σχολεῖο». Κι ἄς κοιτάξουμε συγκεκριμένα παραδείγματα: ὁ Ἰούδας ἦταν μαθητής τοῦ Κυρίου - ὁ Χριστός τόν ἐπέλεξε. Τοῦ ἔδωσε τά πάντα, ὅπως καί στούς ἄλλους μαθητές Του· ἐκεῖνος στό τέλος Τόν ἀρνήθηκε καί Τόν πρόδωσε· ἔμεινε στούς αἰῶνες μέ τό στίγμα τοῦ προδότη μαθητή. Ἡ μεγάλη θητεία του κοντά στόν Κύριο ὄχι μόνον δέν τόν ὠφέλησε, ἀλλά μᾶλλον τόν ἔβλαψε. Ὁ Κύριος εἶπε γι’ αὐτόν ἕναν ἀπό τούς σκληρότερους θεωρούμενους λόγους Του: «Καλύτερα νά μήν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός»! Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ληστής πού σταυρώθηκε δίπλα Του στόν Γολγοθᾶ· φωτίζεται στίς τελευταῖες του στιγμές, μετανοεῖ, κερδίζει πρῶτος τόν Παράδεισο. «Ἀμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῶ Παραδείσῳ». Τό ἴδιο καί ἡ περίπτωση τῆς μοιχαλίδος γυναίκας. Μπροστά στόν Χριστό συνειδοτοποιεῖ τήν ἁμαρτωλή ζωή της καί μετανοεῖ. Βίοι παράλληλοι, μά καί τόσο ξένοι: ὁ μαθητής πού γίνεται προδότης· ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα πού δικαιώνεται καί καθίσταται πρότυπο μετανοίας σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Κι αὐτό γιατί; Πῶς ἐξηγεῖται τό μυστήριο αὐτό; Δέν ξέρουμε ἄν ἐξηγεῖται. Τό μόνο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μᾶλλον μπροστά στό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου· τέτοιας πού στρέφεται κανείς καί ἐνάντια στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.  Ὁ μαθητής λοιπόν δέν πρόσεξε, γιατί τόν κέρδισε τελικά τό πάθος του, ἐν προκειμένῳ ἡ φιλαργυρία του. Ἡ ἁμαρτωλή στράφηκε ἐν ἀγάπῃ πρός τόν Χριστό - ἡ ἀγάπη της πρός Ἐκεῖνον τῆς ἔδωσε τή δύναμη νά ἀπεμπλακεῖ ἀπό τό πάθος της.  

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΡΙΤΗΣ


«Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν Ἁγίων σου, πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; ἐὰν γὰρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τὸν νυμφῶνα, ὁ χιτών με ἐλέγχει, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καὶ δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπὸ τῶν Ἀγγέλων. Καθάρισον Κύριε, τὸν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου, καὶ σῶσόν με ὡς φιλάνθρωπος».
(Μέσα στό φῶς τῆς λάμψης τῶν ἁγίων σου, πῶς θά εἰσέλθω ὁ ἀνάξιος; Γιατί ἄν τολμήσω νά μπῶ μαζί μ’ αὐτούς στόν νυμφώνα σου, Κύριε, τό ἔνδυμά μου μοῦ δημιουργεῖ ἔλεγχο, γιατί δέν εἶναι ἔνδυμα γάμου, ὁπότε σάν δέσμιος θά πεταχτῶ ἔξω ἀπό τούς ἀγγέλους. Καθάρισε, Κύριε, τόν ρύπο τῆς ψυχῆς μου καί σῶσε με σάν φιλάνθρωπος πού εἶσαι).
Ἀπό τούς αἴνους τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Τρίτης σέ ἦχο α΄ τό γνωστό τροπάριο, τό ὁποῖο ἔχει τή βάση καί τήν πηγή του σέ παραβολή τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος μίλησε γιά τή βασιλεία πού φέρνει, ἡ ὁποία ἐνῶ ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο: νά μπορεῖ αὐτός νά παρακάθεται μαζί μέ τόν Δημιουργό του καί τούς ἁγίους ἀγγέλους στό τραπέζι τοῦ γάμου, γιατί εἶναι ἐκλεκτός προσκεκλημένος – γι’ αὐτόν στήθηκε τό γαμήλιο τραπέζι - ταυτοχρόνως ἀπαιτεῖ καί τή δική του προετοιμασία· τήν καθαρότητα τοῦ ἐνδύματός του, τήν καθαρότητα δηλαδή ὅσον εἶναι δυνατόν ἀπό τήν ἁμαρτία. Καί τοῦτο γιατί δέν μπορεῖ νά συνυπάρξει σχέση τοῦ ἀπολύτως καθαροῦ καί ἁγίου Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο πού ἐνσυνείδητα καί ἀμετανόητα ἁμαρτάνει. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». «Ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, (τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου ἐννοεῖται), ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Ὁ Θεός μας θέλει τόν ἄνθρωπο συνεργό τῆς σωτηρίας του. Τόν καθάρισε ἀπό τήν ἁμαρτία του μέ τή σταυρική Του θυσία, ντύθηκε ὁ ἄνθρωπος τόν καθαρό χιτώνα μέ τό ἅγιο βάπτισμα, τόν ἴδιο δηλαδή τόν Χριστό, ἀλλά ἀπό κεῖ καί πέρα χρειάζεται καί ἡ δική του συμμετοχή. Καί τελικῶς τί ζητάει ὁ πανάγαθος Θεός μας, ξέροντας τήν ἀδυναμία καί τήν ἀσθένειά μας; Ἕνα «ἥμαρτον», βγαλμένο ὅμως ἀπό τήν καρδιά μας. Ἡ μετάνοιά μας ἔχει τή δύναμη νά ξεπλύνει μέ τά δάκρυά της τόν ὅποιο ρύπο στόν χιτώνα τῆς ψυχῆς μας, καί σ’ αὐτό μᾶς καλεῖ καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος.

 «Ὁ Νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος, παρὰ πάντας ἀνθρώπους, ὁ συγκαλέσας ἡμᾶς, πρὸς ἑστίασιν πνευματικὴν τοῦ νυμφῶνός σου, τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον, τῇ μεθέξει τῶν παθημάτων σου, καὶ στολὴν δόξης κοσμήσας, τῆς σῆς ὡραιότητος, δαιτυμόνα φαιδρὸν ἀνάδειξον, τῆς Βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος».
(Νυμφίε Χριστέ, πού εἶσαι ὁ ὡραιότερος ὡς πρός τό πνευματικό κάλλος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους καί πού μᾶς μάζεψες γιά πνευματική ἑστίαση τοῦ νυμφῶνος Σου, βγάλε ἀπό πάνω μου τήν τερατώδη ἀπό τίς ἁμαρτίες μου μορφή, κάνοντάς με μέτοχο τῶν παθῶν Σου. Κι ἀφοῦ μέ στολίσεις μέ τή στολή τῆς δόξας τῆς ὡραιότητάς Σου, ἀνάδειξέ με χαρούμενο συνδαιτημόνα τῆς βασιλείας Σου, σάν εὔσπλαγχνος πού εἶσαι).
Στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τό προηγούμενο κινεῖται καί τό ὑπέροχο τροπάριο τῶν ἀποστίχων τῶν αἴνων ἀπό τόν ὄρθρο τῆς Μ. Τρίτης, «ὁ νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος». Ὁ πιστός, τόν ὁποῖο ἐκπροσωπεῖ ὁ ὑμνογράφος ὡς στόμα τῆς Ἐκκλησίας, βλέπει νά πρόκειται ἐνώπιόν του ὁ ἴδιος ὁ Χριστός – Αὐτός εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τόν Χριστό καλεῖται νά πλησιάσει, ὄχι μέ μία ἔννοια ἐξωτερική – τί νά κάναμε ἕναν τέτοιον ἀπόμακρο Θεό; - ἀλλά βαθιά ἐσωτερική καί ὁλοκάρδια. Γιατί ὁ Χριστός προσέλαβε τόν ἄνθρωπο καί τόν κατέστησε μέλος Του, δικό Του κομμάτι ὀργανικό καί ἀναντικατάστατο. Λοιπόν, ὁ Χριστός εἶναι γιά τόν πιστό ὅ,τι πιό κοντινό, ὁ ἴδιος του κυριολεκτικά ὁ ἑαυτός, χωρίς τόν Ὁποῖον δέν μπορεῖ πιά νά ζήσει. Ἡ ἐντολή Του μάλιστα «νά Τόν τρῶμε καί νά Τόν πίνουμε» μέσα στό πλαίσιο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «γιατί διαφορετικά ζωή μέσα μας δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει» ἐπιβεβαιώνει τήν ἀλήθεια αὐτή. Τί γίνεται ὅμως; Ἡ καθημερινότητά μας φανερώνει τό πόσο ἀδύναμοι καί ὀλιγόπιστοι εἴμαστε, γιατί ξεχνᾶμε αὐτό πού εἶναι ἡ… ζωή μας! Καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Χριστό καί ἁμαρτάνουμε καί χάνουμε ἔτσι τήν ὀμορφιά τῆς παρουσίας Του στήν ὕπαρξή μας, γινόμενοι κυριολεκτικά τέρατα! Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ μετάνοια! Μέ τή μετάνοια στρεφόμαστε πρός τήν πηγή τῆς ὀμορφιᾶς καί τῆς ὡραιότητας, τόν Κύριο, καί τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς καθαρίσει καί πάλι. Κι ἕνας τρόπος καθαρίζει τόν ἄνθρωπο στήν ψυχή: ἡ μετοχή στά πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετοχή δηλαδή στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Σάν τόν ἄσωτο τότε πού ἐπιστρέφει στό σπίτι τοῦ Πατέρα, μπαίνουμε καί πάλι στήν πατρική ἀγκαλιά, μᾶς ντύνει Ἐκεῖνος μέ τήν πρώτη στολή, μᾶς κάνει ἄξιους συνδαιτημόνες τῆς βασιλείας Του.
 

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ


«Τῷ τὴν ἄβατον, κυμαινομένην θάλασσαν, θείῳ αὐτοῦ προστάγματι, ἀναξηράναντι, καὶ πεζεῦσαι δι' αὐτῆς, τὸν Ἰσραηλίτην λαὸν καθοδηγήσαντι, Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».
Ἡ ἀπόρρητος, Λόγου Θεοῦ κατάβασις, ὅπερ Χριστὸς αὐτός ἐστι, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, τὸ Θεὸς οὐχ ἁρπαγμόν, εἶναι ἡγησάμενος, ἐν τῷ μορφοῦσθαι δοῦλον, δεικνύει τοῖς Μαθηταῖς· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
Διακονῆσαι, αὐτὸς ἐλήλυθα, οὗ τὴν μορφὴν ὁ Πλαστουργός, ἑκὼν περίκειμαι, τῷ πτωχεύσαντι Ἀδάμ, ὁ πλουτῶν Θεότητι, θεῖναι ἐμήν τε αὐτοῦ, ψυχὴν ἀντίλυτρον, ὁ ἀπαθὴς Θεότητι».
(Ἄς ὑμνολογήσουμε τόν Κύριο, γιατί εἶναι ὁ μεγαλοπρεπής δοξασμένος Θεός. Εἶναι Αὐτός πού μέ τό θεϊκό πρόσταγμά Του τήν ἀδιάβατη ταραγμένη ἀπό κύματα θάλασσα τήν ἔκανε ξηρά καί καθοδήγησε τόν Ἰσραηλιτικό λαό ὥστε νά τήν διαβεῖ.
Ἡ μυστική κάθοδος στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ Λόγου, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δείχνει στούς μαθητές Του ὅτι εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος, ἐξηγώντας ὅτι ἡ θεότητά Του μέ τό νά γίνει πραγματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι καρπός βίαιης ἁρπαγῆς.
Ἐγώ ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός, μέ τόν πλοῦτο τῆς θεότητός Μου, ἦλθα στόν κόσμο προκειμένου νά ὑπηρετήσω τόν Ἀδάμ πού πτώχευσε ἀπό τήν ἁμαρτία του καί τοῦ ὁποίου τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τή θέλησή Μου περιβλήθηκα· κι ἀκόμη νά θυσιάσω σά νά δίνω λύτρα γιά χάρη του, τή ζωή μου, ἐγώ πού εἶμαι ἀπαθής ὡς πρός τή θεότητά Μου).
Ἡ πρώτη ὠδή τοῦ τριωδίου κανόνα τοῦ ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας, ποίημα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ ὑμνογράφου, δοσμένο στόν γλυκύ καί ταπεινό δεύτερο ἦχο, ἀποτελεῖ ἐν σμικρῷ μία σύνοψη ὅλης τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀληθινός καί πραγματικός ἄνθρωπος χωρίς νά σταματᾶ ποτέ βεβαίως νά εἶναι καί ὁ Παντοδύναμος Θεός. Κι αὐτό μέ σκοπό νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πτώση του στήν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶχε τραυματίσει τόσο τήν ἀνθρώπινη φύση, ὥστε δέν ἀρκοῦσε ἡ ἀποστολή τῶν προφητῶν - ἐκεῖνοι ἦρθαν γιά νά προετοιμάσουν ἁπλῶς τό ἔδαφος· ἀπαιτεῖτο ἡ κάθοδος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Καί πῶς μᾶς σώζει Αὐτός ὁ ἐν σαρκί Θεός; Μ’ ἕναν τρόπο πού οὐδέποτε μποροῦσε νά διανοηθεῖ ὁ ἄνθρωπος: καί γενόμενος τέλειος ἄνθρωπος ὡς πρός ὅλα, (πλήν φυσικά τῆς ἁμαρτίας ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κανονικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου), ἀλλά ἐπιλέγοντας ὅ,τι πιό «ἀναξιοπρεπές» γιά ἕναν Θεό· νά ὑπηρετήσει ὁ Δημιουργός τό ἁμαρτωλό δημιούργημά Του, κι ἀκόμη· νά πεθάνει μέ τόν πιό ἀτιμωτικό τρόπο, πάνω στόν Σταυρό, γιά χάρη του, παίρνοντας πάνω Του ὅλες τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ ἄνθρωπος σώθηκε καί ἀναστήθηκε, δηλαδή πέρασε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κάτι πού προτυπώθηκε καί προεικονίστηκε ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τό γεγονός τῆς θαυμαστῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπό τούς Ἰσραηλίτες μέ ἡγέτη τόν Μωυσῆ. Δοξολογοῦμε τόν Θεό γιά τήν ἄπειρη συγκατάβαση καί ἀγάπη Του.

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝ (ΕΣΠΕΡΑΣ)


«Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός· καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα· ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν, ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῆς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, προστασίαις τῶν Ἀσωμάτων ἐλέησον ἡμᾶς».
(Ἰδού ὁ Νυμφίος Χριστός θά ‘ρθει ξαφνικά τά μεσάνυχτα. Κι εἶναι μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θά τόν βρεῖ ξύπνιο πνευματικά, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη εἶναι ἀνάξιος αὐτός πού θά τόν βρεῖ ράθυμο καί ἀμελή. Πρόσεξε λοιπόν ψυχή μου, μή τυχόν νικηθεῖς ἀπό τόν ὕπνο, γιά νά μή παραδοθεῖς στόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας καί βρεθεῖς ἔξω ἀπό τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά σύνελθε φωνάζοντας δυνατά, ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι Θεέ μας, ἐλέησέ μας μέ τήν προστασία τῶν ἁγίων ἀγγέλων).
Πρόκειται γιά τό γνωστότερο τροπάριο πού σφραγίζει ἰδίως τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Στηριγμένο στήν παραβολή τῶν δέκα Παρθένων πού εἶπε ὁ Κύριος, μᾶς καλεῖ νά σταθοῦμε μέ τόν τρόπο πού προτείνει ὁ Ἴδιος: τόν τρόπο τῆς ἐγρήγορσης, δηλαδή τῆς πνευματικῆς ἀνά πᾶσα στιγμή ἑτοιμότητας, μέ σκοπό νά μποροῦμε νά Τόν ὑποδεχθοῦμε τότε πού θά ἔλθει. Γιατί ἀφενός ἡ ζωή αὐτή στήν ὁποία βρισκόμαστε, ζωή πτώσεως δυστυχῶς στήν ἁμαρτία, ἔχει τό χαρακτηριστικό τῆς ἕλξης καί τῆς γοητείας τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν μας, γεγονός πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ κατάσταση πνευματικοῦ ὕπνου καί σκοτασμοῦ τῆς ψυχῆς του· ἀφετέρου ὁ Κύριος εἶναι ὁ διαρκῶς ἐρχόμενος, μέ τήν ἔννοια βεβαίως ὅτι μπορεῖ ἡ κάθε στιγμή τοῦ χρόνου νά εἶναι ἡ στιγμή τῆς Δευτέρας Του Παρουσίας – κανείς δέν ξέρει τήν ὥρα καί τή στιγμή της πλήν τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου -, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια ὅτι μπορεῖ νά μᾶς σημάνει τήν ὥρα τῆς ἐξόδου μας ἀπό τόν κόσμο τοῦτο - ἡ ὥρα τοῦ θανάτου μας ἐξίσου εἶναι ἄδηλη καί ἀποτελεῖ τό σημεῖο τῆς συνάντησής μας μέ Ἐκεῖνον. Κι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐγρήγορσης ἐπιτείνεται ἔτι πλέον, ὅταν κατανοεῖ κανείς, πέραν τῶν παραπάνω, ὅτι ἡ παρουσία Του λειτουργεῖ  καί ἐν κρυπτῷ, κυριολεκτικά «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός»: μᾶς παρουσιάζεται ὁ Κύριος στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου μας, μᾶς κτυπᾶ τή θύρα ἀκόμη καί τήν ὥρα τῆς σκοτεινῆς ἁμαρτίας μας, πάντοτε δηλαδή ἐκεῖ πού δέν τό περιμένουμε. Σ’ αὐτήν τήν ἑτοιμότητά μας ἔχουμε, μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος, δύο ὅπλα: τήν τελωνική προσευχή μας, ἀλλά καί τήν προστασία τῶν ἁγίων ἀγγέλων τοῦ Κυρίου. Το πνευματικό αὐτό ἐγερτήριο μᾶς προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στόν ζωηρό καί πολύ ὡραῖο ἦχο πλ. τοῦ τετάρτου.

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Η ΜΟΝΟΛΟΓΙΣΤΗ ΕΥΧΗ


Με πίστη στο μυαλό του ο αφελής
αλλά κι ασκητικός Ιώβ ο μοναχός
επέμενε στο κατ’ αυτόν  απλό και αυτονόητο:
η μονολόγιστη ευχή είναι μονάχα
για τους καλόγερους, τους μονοτρόπους.
Πλάνη θωρούσε, το λοιπόν, ό,τι
επρέσβευε ο ταπεινός μα και συνάμα
θαυμαστός της ιερής Θεσσαλονίκης
άγγελος και αετός Γρηγόριος,
- «για όλους, και για το παιδί, είν’
η κραυγή που κράζει το «ελέησον».
Ώσπου τον ελυπήθη ο Θεός
- κάποια ρωγμή σεμνή θα είδε -
κι έστειλε άγγελο φωτός
να του μηνύσει στο κελί του!
«Όπως δοξάζει ο δούλος μου
κι αγαπημένος μου Γρηγόριος,
αυτό είν’ η αλήθεια»!

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



«Τήν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καί τήν ἁγίαν Ἑβδομάδα τοῦ Πάθους σου αἰτοῦμεν κατιδεῖν, Φιλάνθρωπε, τοῦ δοξάσαι ἐν αὐτῇ τά μεγαλεῖά σου καί τήν ἄφατον δι’ ἡμᾶς οἰκονομίαν σου, ὁμοφρόνως μελῳδοῦντες· Κύριε, δόξα Σοι» (Δοξαστικόν ἰδιόμελον εἰς ἦχον πλ. α΄, ἀποστίχων ὄρθρου).
(Τώρα πού φτάσαμε στό τέλος τῆς ψυχωφελοῦς Τεσσαρακοστῆς, Σέ παρακαλοῦμε, Φιλάνθρωπε, νά δοῦμε καθαρά καί τήν ἁγία ἑβδομάδα τοῦ Πάθους Σου, προκειμένου νά δοξάσουμε μέσα σ’ αὐτήν τά μεγαλεῖα σου καί τήν ἄφατη γιά χάρη μας οἰκονομία Σου, ψάλλοντας: Κύριε, δόξα Σοι).
Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ὡς γνωστόν, σηματοδοτεῖ τό τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ εὐλογημένη περίοδος πού ξεκίνησε τήν Καθαρά Δευτέρα φτάνει πιά στό τέλος της – τό ἴδιο τροπάριο ψέλνεται καί στόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς τοῦ Λαζάρου. Καί τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; Πρῶτον, ὅτι ἡ περίοδος αὐτή τῆς Σαρακοστῆς εἶναι «ψυχωφελής»· δεύτερον, ὅτι ἐνῶ πρόκειται περί «τέλους» ὡς συμπλήρωσης τῶν σαράντα ἡμερῶν της, λειτουργεῖ καί πάλι ὡς σημεῖο ἐκκίνησης: τῆς ἀπαρχῆς τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος – εἴμαστε μπροστά σ’ ἕνα θαυμαστό κατώφλι. Κι εἶναι αὐτονόητο· ἡ Σαρακοστή τέθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία προκειμένου νά ἑτοιμαστοῦμε οἱ χριστιανοί γιά τή συγκεκριμένη Ἑβδομάδα, αὐτήν στήν ὁποία προβάλλονται ἐκεῖνα τά γεγονότα πού ἔφεραν τή σωτηρία στό ἀνθρώπινο γένος - τά Πάθη τοῦ Κυρίου, τήν ἴδια τή Σταυρική Του θυσία. Στόν Σταυρό δέν ἦρε ὁ Κύριος τίς ἁμαρτίες μας καί κατήργησε τόν διάβολο, πατώντας τόν θάνατο; «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ». Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί χαρακτηρίζεται ὡς «Μεγάλη». Ὄχι, ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, γιατί ἔχει μεγαλύτερη διάρκεια ἡ κάθε ἡμέρα της, ἀλλά γιατί εἶναι σπουδαῖα καί συγκλονιστικά τά ὅσα διαλαμβάνει μέ τά Πάθη τοῦ Κυρίου. Μπροστά λοιπόν στό πνευματικό μέγεθος τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἀφενός ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη καί ξεχωριστή προετοιμασία – κανείς «ἀμύητος» καί χαμερπής δέν μπορεῖ νά ψαύσει τό ἱερό μυστήριο - ἀφετέρου προκαλεῖται ὁ μυημένος κι ἑτοιμασμένος ὅσο εἶναι δυνατόν πιστός νά δοξολογήσει τόν Κύριο τῆς δοξης, διακρίνοντας ὄχι τήν ἐπιφάνεια ἑνός ἀνθρώπου πού πάσχει, ἀλλά τό βάθος τῆς ἀγάπης τοῦ Ἴδιου τοῦ Δημιουργοῦ. Ἡ προετοιμασία τῶν σαράντα ἡμερῶν, ὡς ἕνα εἶδος μύησης στήν πνευματικότητα τῆς ἁγίας ἑβδομάδας, ἑρμηνεύει καί τόν ὅρο «ψυχωφελής Τεσσαρακοστή» - ὅ,τι πρόσφερε ἡ Ἐκκλησία αὐτήν τήν περίοδο, (μέ τό πλῆθος τῶν ἀκολουθιῶν της, μέ τόν τονισμό τῆς ἀληθινῆς νηστείας, σωματικῆς καί πνευματικῆς, μέ τή διαρκή ὑπενθύμιση τῆς μετανοίας ὡς τοῦ μονόδρομου πού ἐκβάλλει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ), ἦταν γιά τή θρέψη καί τή ζώωση τῆς ψυχῆς μας! Καί παρ’ ὅλα αὐτά! Ἔστω καί μέ προετοιμασία, ἀπαιτεῖται καί πάλι ἡ χάρη τοῦ Κυρίου γιά τό σωστό περπάτημα τῆς ἁγίας Ἑβδομάδος! «Σοῦ ζητᾶμε νά μᾶς δώσεις τή χάρη νά δοῦμε καθαρά καί τό περιεχόμενο τῆς ἁγίας Ἑβδομάδος τοῦ Πάθους Σου».
 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


«Θεωρίαν καί πρᾶξιν, ὥσπερ συζεύξαντες, πρός Χριστόν ἱκεσίαν, ἐκπέμψαι σπεύσωμεν· τόν τεθαμμένον ἡμῶν νοῦν, ὡς ἄλλον Λάζαρον νεκρόν, ὅπως ζωώσῃ τῇ αὐτοῦ ἐπιστασίᾳ τῇ φρικτῇ, βαΐα δικαιοσύνης αὐτῷ προσφέρειν καί κράζειν· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος» (κάθισμα ὄρθρου, ἦχος πλ.α΄).
(Ἔχοντας ἑνώσει, κατά κάποιον τρόπο, θεωρία καί πράξη, ἄς σπεύσουμε νά ἱκετέψουμε τόν Χριστό, νά δώσει ζωή μέ τή φοβερή παρουσία Του στόν θαμμένο μας νοῦ, σάν νά εἶναι ἕνας ἄλλος Λάζαρος νεκρός, ὥστε (ἀπό δῶ καί πέρα) νά Τοῦ προσφέρουμε τά βάγια τῆς δικαιοσύνης μας (μέ τή σύμφωνη πρός τό θέλημά Του ζωή μας) καί νά Τοῦ φωνάζουμε δυνατά, Εὐλογημένος εἶσαι Σύ πού ἔρχεσαι (στ’ ὄνομα τοῦ Κυρίου)).
Δέν ξέρουμε κατά πόσο χρησιμοποιεῖ τούς ὅρους θεωρία καί πράξη ὁ ἅγιος ὑμνογράφος μέ τήν πνευματική τους ἔννοια, δηλαδή τήν πράξη ὡς τήν πρακτική ἐξάσκηση τῶν ἀρετῶν καί τή θεωρία ὡς τόν φωτισμό πού δίνει ὁ Θεός ἀπό τήν ἐξάσκηση αὐτή, ἀφοῦ «πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασίς ἐστιν» - πιθανόν αὐτό νά ἔχει ὑπόψη του, δεδομένου ὅτι ὁ νοῦς μπορεῖ νά βρίσκεται σέ κατάσταση ὑπνώττουσα, τήν ὥρα πού ὁ πιστός σέ πρώτη φάση ἀσκεῖ τίς ἀρετές πρός κάθαρσή του ἀπό τίς ἡδονές· ἤ ἄν παίρνει ὡς βάση τό γεγονός τῆς ἀνάστασης τοῦ νεκροῦ Λαζάρου ἀπό τόν Κύριο στή Βηθανία (θεωρία), προκειμένου νά τό δεῖ σέ σχέση μέ τή ζωή τή δική μας (πράξη). Εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς ὅμως τί μᾶς λέει; Νά ἱκετέψουμε τόν Κύριο, ὅπως τότε πού ἦλθε κι ἀνέστησε τόν Λάζαρο, ἔτσι νά κάνει καί σέ μᾶς, γιατί καί ὁ δικός μας νοῦς, πού εἶναι τό κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς μας ὕπαρξης, κεῖται θαμμένος καί νεκρός σάν ἄλλος Λάζαρος, λόγω βεβαίως τῆς ἄγνοιας καί τῶν ἁμαρτιῶν μας. Προϋποτίθεται στή σκέψη τοῦ ὑμνογράφου μας ὅτι ἡ ἁμαρτία νεκρώνει δυστυχῶς τό πνευματικό μας ὄμμα, τόν νοῦ μας, καί ἡ ἐκ νέου ζώωσή του, ἡ ἀνάστασή του, δέν μπορεῖ νά συμβεῖ παρά μόνον μέ τήν παντοδύναμη ἐνέργεια τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος μόνον ἔχει τή δύναμη νά διοχετεύσει ζωή στήν ἄβυσσο τοῦ Ἅδη μας καί νά μᾶς δώσει μετάνοια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τήν ἀνάσταση τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ποιό θά εἶναι τό σημεῖο ὅτι ὄντως ἀνέστη ὁ νοῦς μας; Ἀφενός ἡ σύμφωνη μέ τό ἅγιο θέλημά Του ζωή μας μέ τούς κραδασμούς τῶν βαΐων τῆς χαρᾶς μας, ἀφετέρου ἡ δοξολογική κραυγή μας γιά τή συγκατάβασή Του νά ἔλθει καί νά ἔρχεται πάντοτε μέσα στά ὅρια καί τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς.