Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (24 ΙΟΥΝΙΟΥ)


Ἡ ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου Προδρόμου συνιστᾶ ἰδιαίτερα χαρμόσυνο γεγονός γιά ὅλη τή Δημιουργία : χαίρουν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ὅλος ὁ πιστός στόν Χριστό κόσμος, ἀλλά ἀκόμη καί ἡ ἴδια ἡ ἄλογη φύση: ῾Γήθεται ἅπασα κτίσις τῷ σῷ τόκῳ θεϊκῶς᾽. Αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι ὄχι μόνον ὅτι γεννήθηκε ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος – καί αὐτό κατά τόν Κύριο εἶναι γεγονός χαρᾶς: ῾διά τήν χαράν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ᾽ εἶπε κάπου - ἀλλά ὅτι γεννήθηκε ἐκεῖνος πού προετοίμασε τό ἔδαφος γιά τόν ἐρχομό τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ, δηλαδή φάνηκε τό λυχνάρι πρίν ἔρθει τό φῶς, ἦρθε ἡ αὐγή πρίν ἀνατείλει ὁ Ἥλιος, ἀκούστηκε ἡ φωνή πού φανέρωσε τόν ἴδιο τόν Λόγο. Οἱ ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας δέν φείδονται ἐπαίνων καί ἐγκωμίων γιά νά δηλώσουν τή χαρμόσυνη αὐτή πραγματικότητα, ὅπως π.χ.῾ἐγεννήθη φωνή τοῦ Λόγου καί φωτός Πρόδρομος᾽, ῾ὁ λύχνος τοῦ φωτός προέρχεται, ἡ αὐγή τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης μηνύει τήν ἔλευσιν, εἰς ἀνάπλασιν πάντων καί σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν᾽.

῎Ετσι ἡ γέννηση τοῦ ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου ἀφενός ἀποτελεῖ χαρά πού ἀντανακλᾶ τήν ὑπέρμετρη καί ἄφατη χαρά γιά τόν ἐρχομό στόν κόσμο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ μας, ἀφετέρου προβάλλει τό μέγεθος τῆς προσωπικότητας τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ εἶναι ὁ μόνος μάλιστα πού δέχτηκε ἀργότερα τόσους ἐπαίνους ἀπό τόν Κύριο καί συνεπῶς δηλώθηκε μέ τόν πιό πανηγυρικό τρόπο τό ὕψος τῆς ἁγιότητάς του: ῾Οὐδείς ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων τοῦ ᾽Ιωάννου᾽, ῾ὁ μείζων πάντων τῶν προφητῶν προφήτης, οὗ ἕτερος οὐκ ἔστιν, οὐδέ ἐγήγερται᾽. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, στοιχώντας στόν ἴδιο τόν ἀρχηγό της, τόν τοποθέτησε δεύτερο μετά τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, μέ ἰδιαίτερη καθημερινή μνημόνευσή του μετά ἀπό Αὐτήν καί μέ τή θέση του στό τέμπλο κάθε ναοῦ στά ἀριστερά τοῦ Κυρίου.

Τό προφητικό καί προδρομικό του στοιχεῖο δηλώθηκε ἀπό τήν ἀρχή τῆς δράσης του στήν ἔρημο τοῦ ᾽Ιορδάνου, πρῶτον μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί τό βάπτισμα τῆς μετανοίας καί δεύτερον μέ τή διαρκή ἀναφορά του στόν ἐρχόμενο Μεσσία. Κι αὐτά τά δύο ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους, διότι κανείς δέν μποροῦσε καί δέν μπορεῖ νά πιστέψει στόν Χριστό, ἀποδεχόμενος Αὐτόν ὡς προσωπικό του λυτρωτή, ἄν δέν μετανοήσει γιά τίς ἁμαρτίες του, μέ ἀλλαγή τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του καί μέ προσανατολισμό του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνησιότητα τῆς δράσης του ἀπό τήν ἄλλη, δηλαδή ὅτι βρίσκεται στό ἔργο αὐτό σταλμένος ἀπό τόν Θεό, ἐπιβεβαιώθηκε καί ἀπό τό μαρτυρικό τέλος τῆς ζωῆς του, πού ἐπιστέγασε οὐσιαστικά τήν ὅλη μαρτυρική πορεία του, καί κυρίως ἀπό τά λόγια, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, γιά τόν Ὁποῖο πάντοτε τόνιζε ὅτι ῾ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι᾽. Ἡ μεγαλωσύνη του ἀπό τήν ἄποψη αὐτή φάνηκε καί ἀπό τό μέγεθος τῆς ταπείνωσής του.

Ἡ ὑπέρμετρη ἁγιότητά του καί τό καταλυτικό γιά τήν προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ ἔργο του δέν ὀφείλονται μόνο στή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ᾽Ιωάννης ἦταν ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προφήτης, ἀλλά πού συνήργησε σ᾽ αὐτό καί ὁ ἴδιος τά μέγιστα, γιά νά ἀναδειχθεῖ στό σημεῖο πού ἔφτασε. Καί ἡ συνέργειά του ἔγκειτο στήν κατάθεση τῆς θέλησής του στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ᾽Αδιάκοπα ὁ ᾽Ιωάννης , ἤδη ἐκ βρέφους κοιλίας, ἔθετε τόν ἑαυτό του στήν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού σημαίνει ὅτι αὐτά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός – τά χαρίσματα τοῦ κατά φύσιν – τά ἐργάστηκε μέ τέτοιον τρόπο διά τῆς ἁγνότητάς του καί τῆς σωφροσύνης του, ὥστε νά ἀποφύγει ὅ,τι ὁδηγοῦσε στήν ἁμαρτία – τό λεγόμενο παρά φύσιν – καί νά φτάσει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ στό μεγαλεῖο τῆς ἐν Θεῷ παραμονῆς του – σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζεται ὑπέρ φύσιν.  Κατά τά λόγια μάλιστα τοῦ δοξαστικοῦ τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ, ποιήματος τῆς ἁγίας Κασσιανῆς, ῾ἁγνείαν γάρ παντελῆ καί σωφροσύνην ἀσπασάμενος, εἶχε μέν τό κατά φύσιν, ἔφυγε δέ τό παρά φύσιν, ὑπέρ φύσιν ἀγωνισάμενος᾽. Αὐτόν λοιπόν ὅλοι οἱ πιστοί, μιμούμενοι κατά τίς ἀρετές του, ἄς τόν παρακαλοῦμε νά πρεσβεύει γιά ἐμᾶς, γιά νά σωθοῦν οἱ ψυχές μας.

 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

῾ΚΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ!᾽




Τ᾽ ἀπόσταγμα ἀλήθειας τῆς ζωῆς,
ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφία:
Κι αὐτό θά περάσει!᾽
Ἡ μονιμότητα, λέξη οὐτοπική,
τῶν συνδικάτων μόνον αἴτημα καί ἰδεολογία.
Πῶς νά δεθεῖς μ᾽ αὐτό πού ἤδη ἔφυγε;
Πῶς νά σταθεῖς σ᾽ ὅ,τι πορεύεται καί πάει;
Κάθε τι πού᾽ νιωσε τό φῶς
ἔχει τό σπέρμα τῆς φθορᾶς:
τό νέο ἔρχεται, προβάλλει!

῾Κι αὐτό θά περάσει!᾽
Κέντημα ὑπέρθυρου στ᾽ ἀρχονταρίκι
τ᾽ ἅη Γιώργη τῶν Βασσῶν,
ἴσο κρατώντας στό κελλί
τοῦ μοναχοῦ τό ταπεινό:
῾Σήμερον ἐμοῦ, αὔριον ἀλλουνοῦ,
καί ποτέ κανενός᾽!
Ρωγμή φωτός
πού παραπέμπει στό μόνο
μόνιμο κι ἀληθινό:
τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού᾽ ναι
ὁ ὤν, ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος᾽!

῾ΚAI ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ'




Ἡ κρίση πού μαστίζει τόν κόσμο μας καί ἰδιαιτέρως τήν πατρίδα μας εἶναι μέν οἰκονομική, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι καί πνευματική καί ἠθική. Εἶναι μία ἀλήθεια, πού ἔχει ἐπισημανθεῖ ἀπό πολλούς σκεπτόμενους καί σοβαρούς ἀνθρώπους, ὄχι πάντοτε κατ᾽ ἀνάγκην ἐκκλησιαστικούς. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἔλλειψη ἀξιῶν πού φαίνεται ὅτι κυριαρχεῖ στόν κόσμο - ὅ,τι συνιστᾶ τήν πνευματική κρίση - ὁδηγεῖ ἀναπόδραστα στήν ἔλλειψη σεβασμοῦ τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητας, ὅπως καί τῆς ἐν γένει φύσεως - ὅ,τι συνιστᾶ τήν ἠθική κρίση. Κατά συνέπεια, ἐκεῖνοι πού λειτουργοῦν ὡς ῾λύκοι᾽ γιά τούς ἄλλους συνανθρώπους τους γίνονται οἱ κυρίαρχοι τοῦ κόσμου καί ἐπιβεβαιώνουν τή σωστή ἐπισήμανση ὅτι ὁ κόσμος μας ἔχει γίνει ἕνα εἶδος ζούγκλας, καλύτερα: χειρότερος καί ἀπό ζούγκλα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Αγία Γραφή, ἐπανειλημμένως χαρακτηρίζει τόν διάβολο – συνεπῶς καί τά ὄργανά του - ὡς κοσμοκράτορα, ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου.


῎Εστω ὅμως καί ἔτσι, ὁ κόσμος μας δέν παύει νά ἀποτελεῖ δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ τά πράγματα, λόγω τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, νά πηγαίνουν ἀπό τό κακό στό χειρότερο – μή ξεχνᾶμε ὅτι δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ ὁ Θεός, ἀλλά ἡ κακή προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου πού ἐπαναστάτησε κατά τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ - ὅμως τόν τελικό λόγο σέ ὅλα ἔχει ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός, ὁ Δημιουργός καί Προνοητής καί Διακυβερνητής τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος διαρκῶς τόνιζε τήν ἀλήθεια ὅτι καί τό παραμικρότερο πουλάκι τοῦ οὐρανοῦ καί τό πιό ἀσήμαντο ἀγριόχορτο εἶναι ἀντικείμενα τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ Αὐτός εἶναι πού δίνει σέ ὅλα ῾ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα᾽. ῎Ετσι ποτέ ὁ Θεός δέν παραιτεῖται ἀπό τά πλάσματά Του, συνεπῶς, ὅπως ἔχει ὀρθά εἰπωθεῖ, ποτέ ὁ Θεός δέν γίνεται ἄκοσμος καί ὁ κόσμος ἄθεος. ῎Ας θυμηθοῦμε ὅτι στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννου ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ κατά τή Δευτέρα Του παρουσία θά σημάνει ὄχι μόνον τό τέλος τοῦ σχήματος τοῦ παρόντος κόσμου, ἀλλά καί τήν ἐξαφάνιση τοῦ ὅποιου κραταιοῦ θεωρουμένου κακοῦ - σάν τό φύσημα τοῦ ἀνθρώπου πού διαλύει τόν ἰστό μιᾶς μικρῆς ἀράχνης.

Γιατί ὑπενθυμίζουμε τά παραπάνω γνωστά καί ἐν πολλοῖς αὐτονόητα; Γιά νά συναισθανθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ὅτι καί ἡ κρίση πού περνᾶμε, εἶναι ἕνα φαινόμενο πού ἀφενός ἀνάγει τήν ἀρχή του στήν ἁμαρτία τή δική μας, συνεπῶς μπορεῖ καί νά τελειώσει μέ τή μετάνοιά μας – αὐτό ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς – καί ἀφετέρου δέν εἶναι ἔξω ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς εἶναι ἐλεγχόμενη ἀπό ᾽Εκεῖνον, μέ σκοπό τήν παιδαγωγία μας πρός ἐπανατοποθέτησή μας ἀπέναντί Του. Μόνον ὁ ἄπιστος ἄνθρωπος, πού ἔχει διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του δέν ῾βλέπει᾽ τό βάθος τῆς πραγματικότητας, τήν ἐνέργεια δηλαδή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας, καί γι᾽ αὐτό μπορεῖ νά πανικοβάλλεται καί νά ἀγχώνεται παραπάνω ἀπό ὅσο πρέπει. Ὁ Χριστιανός ῾βλέπει᾽ τήν κρίση αὐτή μέσα στά πλαίσια τῆς ἀγαπώσας καρδιᾶς τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί ἐνεργοποιεῖται καί κινητοποιεῖται,  ὅσο τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του, ἀλλά μέ ἐξάρτηση τελικῶς τῆς ἐλπίδας του ἀπό ᾽Εκεῖνον. Καί ξέρει ὅτι ῾καί αὐτό θά περάσει᾽.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;᾽  (Ματθ. 6, 30)

α. ῞Εναν ὕμνο στή πρόνοια τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας. Διακηρύσσει διά στόματος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τό πόσο κοντά μας εἶναι ὁ Θεός, τό πόσο νοιάζεται γιά ἐμᾶς. Παράλληλα ὅμως ἀποτελεῖ καί ἕναν αὐστηρό ἔλεγχο τῆς ἀδυναμίας μας:  τῆς τύφλωσης πού μᾶς διακατέχει στό νά διαπιστώνουμε τά ἄλλως αὐτονόητα. Εἰδικά ἡ φράση τοῦ Κυρίου ὅτι καί τό ἀγριόχορτο πού δέν τοῦ δίνει κανείς σημασία εἶναι ἀντικείμενο τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ, συμπυκνώνει τή διπλή αὐτή διάσταση τῶν λόγων Του.

β. 1. Ὁ Κύριος λοιπόν εἶναι τραγικά σαφής ὅσον ἀφορᾶ στήν κατάσταση ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων:  εἴμαστε ὀλιγόπιστοι. Δέν ἔχουμε τή δυνατότητα δηλαδή νά ἀναγνωρίσουμε τήν παρουσία Του καί στή Δημιουργία πού εἶναι δική Του καί Τοῦ ἀνήκει, πολύ περισσότερο σ᾽ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Διότι ὁ Κύριος διαβαθμίζει τήν παρουσία καί τήν Πρόνοιά Του:  οἱ ἄνθρωποι δεχόμαστε ἀπείρως περισσότερο ἀπό ὅσο ἡ λοιπή δημιουργία τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό βεβαίως γιατί μόνον οἱ ἄνθρωποι πλαστήκαμε ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ᾽. Αὐτό δέν δείχνει μεταξύ ἄλλων καί τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ;  ῎Ανθρωπος ἔγινε ὁ Θεός γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο καί μέσω αὐτοῦ καί ὅλη τή φύση. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, σάν τόν ὅσιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή γιά παράδειγμα, ἐπισημαίνουν τήν ἀλήθεια αὐτή: ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού προνοεῖ γιά τά πάντα, καί τά ἄψυχα, ὑπάρχει περισσότερη ἐνέργειά Του γιά τά ἔμψυχα, ἰδιαίτερη ἀκόμη γιά τούς ἀνθρώπους, κατεξοχήν δέ, ἡ θεοποιός ἐνέργειά Του, γιά τούς πιστούς καί συνεπεῖς χριστιανούς.

2. Αἰτία κατά τόν Κύριο τῆς ὀλιγοπιστίας αὐτῆς εἶναι ἡ ψυχική τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό ῾ἐν ἡμῖν φῶς᾽, ὁ νοῦς δηλαδή, εἶναι σβηστό, βρισκόμαστε στό σκοτάδι, ὁπότε ἀδυνατοῦμε νά ἐπισημάνουμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος προκειμένου νά τό καταστήσει σαφές χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τῆς σωματικῆς τύφλωσης: ὅπως ὁ σωματικά τυφλός δέν βλέπει τό φῶς τοῦ ἥλιου, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ὀλιγόπιστος:  ὡς ψυχικά τυφλός δέν βλέπει τό πνευματικό φῶς, τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο δέν ἐπεσήμαινε καί γιά τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς του; ᾽Επειδή Τόν ἀπέρριπταν, ἐπειδή δέν ἔβλεπαν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν ἐρχομό Του, γι᾽ αὐτό τούς χαρακτήριζε τυφλούς πού ὁδηγοῦν ἄλλους τυφλούς, μέ ἀποτέλεσμα νά πέσουν ὅλοι μαζί σέ λάκκο!

3. ῎Ετσι ἡ ὀρθή σχέση μας μέ τή φύση, ἀλλά καί μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν συνάνθρωπό μας, εἶναι ἀδύνατη χωρίς τή σχέση μας μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού μᾶς ἀνοίγει τά μάτια γιά νά βλέπουμε τά πάντα στίς ὀρθές καί ἀληθινές τους διαστάσεις, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ μή χριστιανός, ὁ μή ἔχων σχέση μέ τόν Χριστό, ἔχει κολοβωμένη καί ἐλλιπή ὅραση τῆς πραγματικότητας, κατά συνέπεια οἱ ἐπισημάνσεις του γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ὅσο πιθανόν σωστές κι ἄν εἶναι, μοιάζουν μέ τήν πραγματικότητα πού ἐπισημαίνει ἕνας τυφλός ἄνθρωπος καθώς ψαχουλεύει μέσα στό σκοτάδι:  διαπιστώνει ἀληθινά πράγματα, ἀλλά διαρκῶς τοῦ διαφεύγει τό ὅλον. ᾽Αλλά καί ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη, ὡς πείραμα, προσέγγιση καί λογική ἐπεξεργασία τῶν δεδομένων τῆς αἰσθητῆς πραγματικότητας, χωρίς τόν φωτισμό τῆς πίστεως μᾶς ἀποκαλύπτει μέν τήν πραγματικότητα, δέν ὑπάρχει ὅμως τό βάθος τοῦ νοήματος τῆς πραγματικότητας αὐτῆς.

4. Τό ζητούμενο λοιπόν γιά νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε σωστά καί ὑγιῶς τά πράγματα καί τόν ἑαυτό μας, νά τά βλέπουμε δηλαδή μέσα στήν προοπτική τῆς ἀπαρχῆς δημιουργίας τους καί μέσα στό νόημά τους, εἶναι νά ἀποτινάξουμε τήν ψυχική μας τύφλωση. Νά βροῦμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς διανοίξει τούς ὀφθαλμούς. Νά πιστέψουμε δηλαδή στόν Χριστό. Ἡ πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον μόνον, ὅσον καί ἄν ἀκούγεται ἀπόλυτο, συνιστά τό φῶς τοῦ νοῦ καί τῆς συνείδησής μας, πού μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά δοῦμε καί τόν Θεό παντοῦ καί ὁπουδήποτε. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἱκανότητα νά δοῦμε τόν Θεό ἔξω ἀπό ἐμᾶς: στή φύση καί στόν συνάνθρωπο, περνάει μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση τῆς ἱκανότητας νά Τόν βλέπουμε μέσα μας. ῎Αν δέν ἔχουμε Θεό ἐμεῖς, δέν μποροῦμε καί νά Τόν δοῦμε ἀλλοῦ. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽.

5. Καί ἡ πίστη αὐτή, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, εἶναι μέν δωρεά ᾽Εκείνου, ἀλλά στόν ἄνθρωπο πού τό θέλει καί τό ἀναζητεῖ, γεγονός πού παραπέμπει στήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία: στήν ᾽Εκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖται πάντοτε ὁ γνήσιος ἀναζητητής τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ πού εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ προϋπόθεση τοῦ ἀνοίγματος καί τῶν ψυχικῶν ὀφθαλμῶν μας. ῞Οσο δηλαδή ἐπιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, ὅσο ὁ Κύριος γίνεται ἡ προτεραιότητά μας καί ἡ τροφοδοσία μας ἀπό ᾽Εκεῖνον μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὁ θερμός πόθος τῆς καρδιᾶς μας, τόσο καί ὑγιεῖς γινόμαστε, τόσο βρίσκουμε ἐκεῖνο τό σημεῖο ὕπαρξης πού ἀποτελεῖ τήν ἀληθινή σφαίρα τοῦ εἶναι μας, μέ τόν ζωντανό Θεό παρόντα στή ζωή μας. ῾Τηρεῖστε τίς ἐντολές μου καί θά σᾶς φανερωθῶ᾽ διαβεβαίωσε ὁ Κύριος.

γ. Σ᾽ ἕναν κόσμο τραγικά ἀνασφαλή καί φοβισμένο, λόγω πρωτίστως τῆς ἀπιστίας του στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τοῦ Κυρίου ἔρχονται σάν βάλσαμο στίς ψυχές:  ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει. Μπορεῖ οἱ αἰσθήσεις μας νά βλέπουν τήν τραγωδία, μπορεῖ οἱ εἰδήσεις νά μᾶς βομβαρδίζουν μέ καταστροφικά σενάρια, μπορεῖ ὅλος ὁ περίγυρος νά μᾶς δημιουργεῖ τήν αἴσθηση ὅτι πέφτουμε στό κενό, ὅμως πίσω ἀπό ὅλα στέκει ἡ καρδιά τοῦ Πατέρα. ῾Καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς μας εἶναι ἀριθμημένες᾽ λέει ὁ Κύριος. Τό κενό βρίσκεται μᾶλλον μέσα μας. Ἡ τραγωδία εἶναι τό σύμπτωμα τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητας. Ὁ Θεός ὅμως ὑφίσταται καί μᾶς κρατάει, δημιουργώντας ἀδιάκοπα τίς συνθῆκες προκειμένου νά Τόν βλέπουμε καί νά Τόν ζοῦμε. Καί οἱ συνθῆκες αὐτές εἶναι τελικῶς μία: ἡ μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή μας στόν Κύριο. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Οὐ μόνον δέ, ἀλλά καί καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν…᾽
(Ρωμ. 5, 3)

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅπως φανερώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τό κύριο θέμα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Μέ τήν ἀγάπη αὐτή σωθήκαμε, γιατί ὁ Θεός ἐν Χριστῷ μᾶς ἕνωσε μέ τόν ἑαυτό Του, καταργώντας τήν ἁμαρτία μας μέ τή σταυρική Του θυσία. ῾Τῷ πάθει Σου, Χριστέ, παθῶν ἠλευθερώθημεν᾽. Στό πλαίσιο αὐτό σωτηρίας ἡ θλίψη τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου στή ζωή αὐτή προσλαμβάνει ἄλλες διαστάσεις: γίνεται μέσο προαγωγῆς καί ἐξαγιασμοῦ. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ὁ ἀπόστολος ὄχι μία φορά φτάνει στό παράδοξο καί παράλογο γιά τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας σημεῖο νά καυχᾶται καί γιά τίς θλίψεις του: ῾καυχόμαστε ἀκόμη καί στίς δοκιμασίες᾽.

1. Γιά ὅλους σχεδόν τούς ἀνθρώπους βεβαίως ἡ θλίψη θεωρεῖται γεγονός ἀρνητικό καί ἀπευκταῖο. Μόνον ἄνθρωποι μέ διαταραγμένο τόν ψυχικό τους κόσμο μπορεῖ νά τήν ἐπιθυμοῦν στή ζωή τους καί νά εὐχαριστοῦνται μέ αὐτήν. Ἡ ἴδια ἡ ᾽Εκκλησία μας καθημερινῶς μάλιστα εὔχεται ῾ὑπέρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καί ἀνάγκης...᾽. Γιατί αὐτό; Διότι ἡ θλίψη μᾶς ἐκτρέπει ἀπό τήν ῾κανονική᾽ πορεία τῆς ζωῆς μας, μᾶς χαλάει πολλές φορές τά σχέδια πού ἔχουμε κάνει, μᾶς βγάζει ἔξω ἀπό τή βολή μας. Μέ θεολογική ἑρμηνεία: ἡ θλίψη εἶναι κατάσταση ἔξω ἀπό τήν ἴδια τή δημιουργία μας ὡς ἀνθρώπων. Κατά τήν πίστη μας, ὁ Θεός δέν μᾶς δημιούργησε γιά νά θλιβόμαστε καί νά πονοῦμε. Μᾶς ἔπλασε μέ σκοπό νά μετέχουμε στή χαρά καί τήν εὐτυχία ᾽Εκείνου. Ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ ἦταν ῾δομικό᾽ στοιχεῖο θά λέγαμε τῆς πρώτης ὕλης τοῦ σύμπαντος κόσμου, συνεπῶς ἡ φυσιολογία καί γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν νά χαίρεται καί ὄχι νά θλίβεται.

2. Αὐτό ὅμως πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία. ῾Ως γνωστόν ἡ πτώση στήν ἁμαρτία, ὡς καρπός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀνέτρεψε τά δεδομένα καί ἔφερε ὡς συνέπεια τόν διχασμό, τίς συγκρούσεις, τή φθορά, τόν θάνατο. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽. ῎Εκτοτε ἡ θλίψη καί ὄχι ἡ χαρά ἔγινε τό γνώρισμα τοῦ κόσμου τούτου, πού σημαίνει ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἐρχόμενος στόν κόσμο ἔρχεται σέ ῾κοιλάδα πένθους καί δακρύων᾽, ὅπου ἡ κάθε ἐνέργεια καί ἡ κάθε ἐκδήλωσή του ἔχει τή σφραγίδα τοῦ πόνου καί τοῦ κόπου. Διότι κάθε τι πιά εἶναι χρωματισμένο ἀπό τήν ἁμαρτία. ῾Αμαρτία καί θλίψη συμβαδίζουν καί συνυπάρχουν, ὅπως τό βεβαιώνει καί ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ ἀποστόλου: ῾θλίψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν᾽. Κι ὅπως δέν μπορεῖ κανείς νά ἀποφύγει τήν ἁμαρτία, ἄλλο τόσο δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει καί τή συνέπειά της, τή θλίψη καί τόν πνιγμό τῆς ψυχῆς. Μπορεῖ νά μηχανευόμαστε μύρια πράγματα γιά νά ὑπερβαίνουμε τόν πόνο πού αὐτή φέρνει – διασκεδάσεις, ταξίδια κλπ. –ὅμως στό τέλος θά ἐπικάθηται ὡς βασίλισσα στήν καρδιά μας.

3. ῾Η τραγική αὐτή πραγματικότητα ἴσχυσε ἀπολύτως μέχρι βεβαίως τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἀκόμη καί  ἡ ἀρχαιοελληνική ἐποχή, γιά τήν ὁποία εἶπαν ὅτι συνιστᾶ ἕναν ὕμνο στή χαρά τῆς ζωῆς, στό βάθος, μετά ἀπό ἐπιστημονικές ἔρευνες πού ἔγιναν στά κλασικότερα ἀπό τά κείμενά της, φάνηκε ὅτι διακατέχεται ἀπό μία ὑπόγεια μελαγχολία: δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει τό κατεξοχήν θλιβερό γεγονός τοῦ φαινομένου τοῦ θανάτου. ῾Ο Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός ὅμως ἔκανε τό ἀνθρωπίνως ἀδύνατο: ἐπανέφερε καί πάλι τή δημιουργία στήν ἀρχική της κατάσταση κι ἀκόμη περισσότερο. ῾Ως ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός εἰσέρχεται στόν δικό Του κόσμο πού ἔφτιαξε καί γίνεται μέτοχος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ὡς ἕνας ἀπό ἐμᾶς. Ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπό πλευρᾶς Του σημαίνει πρόσληψη τοῦ ἄρρωστου στοιχείου, τό ὁποῖο ὅμως μέσα στό πῦρ τῆς θεότητάς Του τό καθαρίζει, τό ἀναγεννᾶ καί μέ τή νίκη Του κυρίως ἀπέναντι στόν θάνατο τό καθιστᾶ καί πάλι δυνατό γιά σχέση μέ τόν Θεό καί συνεπῶς γιά δυνατότητα μετοχῆς τῆς χαμένης χαρᾶς καί εὐτυχίας. ᾽Εν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καί πάλι νά χαμογελάσει καί  νά νιώσει στά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς του τό ἁπαλό χάδι τῆς στοργῆς τοῦ Οὐρανοῦ,  

4. Δέν σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ θλίψη ἐξαφανίστηκε μαγικά ἀπό τούς ἀνθρώπους. ῾Ο Θεός ἀπαρχῆς θέλησε ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι συνεργός Του, ὥστε ἡ κάθε προσφορά Του σ᾽ αὐτόν νά ἀπαιτεῖ καί τή δική του ἔγκριση. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία; ᾽Ελλείψει τῆς συνεργίας του; ᾽Από τή στιγμή ὅμως πού ὁ ἄνθρωπος θά πεῖ ῾ναί᾽ στόν Δημιουργό του, ἀπό ἐκείνη τή στιγμή ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ θά διοχετεύεται καί σ᾽ αὐτόν, γιατί ἀκριβῶς θά συντονίζεται μ᾽ ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Μετά τόν Χριστό μας λοιπόν ἡ χαρά ὑπάρχει, ἀλλά μέ τήν ταυτόχρονη ὕπαρξη καί τῆς θλίψης, στόν βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιά τόν ἁγιασμό του, ἔχοντας ὅμως καί τίς στιγμές τῆς ἀδυναμίας καί τῆς πτώσης του στήν ἁμαρτία. Τό πίπτειν καί ἐγείρεσθαι, ἡ διαδικασία τῆς μετάνοιας δηλαδή, θά εἶναι πιά ἡ ἐπί γῆς πορεία του, συνεπῶς ἡ χαρμολύπη, ἡ παράδοξη σύζευξη τῶν ἀντιθέτων, θά προσδιορίζει τή ζωή του. 

5.  ῾Η θλίψη ὅμως ἔρχεται στόν χριστιανό ὄχι μόνο ἀπό τίς δικές του ἁμαρτίες, ἀλλά καί ἀπό τή φθορά τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία φύσης. Οἱ ἀρρώστιες, οἱ ῾κακοτυχίες᾽, οἱ ὅποιες δοκιμασίες τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἐξακολουθοῦν καί ὑφίστανται μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, συνεπῶς ἐνῶ ὁ Κύριος κατήργησε τό αἴτιο τῆς θλίψης: τήν ἁμαρτία, οἱ συνέπειες τῆς φθορᾶς βρίσκονται σέ καθημερινή διάταξη. Τή θλίψη αὐτή καί τίς δοκιμασίες ὅμως τίς ἀντιμετωπίζει ἀλλιῶς πιά ὁ χριστιανός: μέ τή νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας δεδομένη λόγω τῆς ἐνίσχυσης ἀπό τόν Κύριο – μέσα στήν ᾽Εκκλησία ὅπου ἔχει γίνει μέλος Χριστοῦ καί τρέφεται καθημερινῶς ἀπό Αὐτόν – τίς θεωρεῖ ὡς μέσα περαιτέρω, ὅπως εἴπαμε, προαγωγῆς του στήν πίστη καί στή σχέση του μέ τόν Θεό. Θεωρεῖ τίς δοκιμασίες καί τίς θλίψεις παιδαγωγικά μέσα, πού ὡς σκαλοπάτια τόν ὁδηγοῦν πληρέστερα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾καυχόμαστε στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, γιατί ξέρουμε καλά πώς οἱ δοκιμασίες ὁδηγοῦν στήν ὑπομονή, ἡ ὑπομονή στόν δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ὁ δοκιμασμένος χαρακτήρας στήν ἐλπίδα. Κι ἡ ἐλπίδα τελικά δέν ἀπογοητεύει᾽.

Τά λόγια καί ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς προσγειώνουν στήν πραγματικότητα. Δέν τρέφουμε αὐταπάτες ὅτι οἱ χριστιανοί δέν θά ἔχουμε θλίψεις καί δέν θά δοκιμαστοῦμε στή ζωή αὐτή. Κάτι τέτοιο θά ἦταν ἄρνηση ἀπό μέρους μας τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου μας. Ξέρουμε ὅμως ὅτι ἡ ὅποια θλίψη καί δοκιμασία εἶναι τελικῶς μετοχή στόν Σταυρό ᾽Εκείνου πού εἶναι ὁ Θεός μας, πού εἶναι ὁ Σωτήρας μας, πού μᾶς ἔσωσε, γιατί ἔφερε τήν ᾽Ανάσταση. ῾Η θλίψη τελικῶς περικλείει τήν ἀνάσταση καί τή δική μας, ἄν τή δοῦμε μέ τά μάτια τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ.