Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ (27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν επί των βασιλέων Ονωρίου και Αρκαδίου, χριστιανός από γονείς χριστιανούς, κατοικούσε στην πόλη Βηθλαβά, στη χώρα των Ελουζησίων, από γένος έντιμο και λαμπρό, και ετιμάτο πολύ από τον βασιλιά Ισδιγέρδο. Γι’  αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή τον αγαπούσε πολύ ο βασιλιάς των Περσών, απομακρύνθηκε από την πίστη των Χριστιανών και ακολούθησε τον βασιλιά, οδηγούμενος έτσι στην απώλεια με την άρνηση του Χριστού. Όταν όμως η μητέρα του και η σύζυγός του διέκοψαν την κοινωνία τους με αυτόν, διότι προτίμησε την αγάπη του βασιλιά από την αγάπη του Χριστού, και για την πρόσκαιρη δόξα επέλεξε την αιώνια ντροπή και κατάκριση – κάτι που του το μήνυσαν με γράμματα που του έστειλαν – πληγώθηκε στην ψυχή και απομακρύνθηκε από τη μάταια θρησκεία του βασιλιά, οπότε άρχισε να κλαίει για όσα αμάρτησε, καθώς αποστάτησε από τον Χριστό. Για τον λόγο αυτό οδηγείται σε εξέταση, ενώ ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε  πάρα πολύ από το γεγονός. Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί πικρό θάνατο, με την κατάτμηση λίγο λίγο της αρμονίας του σώματος: των χεριών και των ποδιών και των βραχιόνων, ώστε να μείνει μόνον σ’ αυτόν το κεφάλι με την κοιλιά. Έπειτα του αφαίρεσαν και το κεφάλι με μαχαίρι».
Η μητέρα και η σύζυγος του αγίου Ιακώβου έπαιξαν τον ρόλο του αλείπτη, δηλαδή του πνευματικού προπονητή του, όταν η συναισθηματική προσκόλληση του αγίου στον βασιλιά των Περσών τον απομάκρυνε από την πίστη του Χριστού. Όπως σημειώνει ο υμνογράφος: «Νουθεσίαν εμφρόνως δεξάμενος των οικειοτάτων σου χαίρων εχώρησας προς τους αγώνας». (Δέχτηκες τη νουθεσία των πιο οικείων προσώπων σου με φρόνηση, και με χαρά προχώρησες προς τους μαρτυρικούς αγώνες). Και: «πεισθείς τη καλή συζύγω…ανεδείχθης μάρτυς θαυμαστός».  Όπως συνέβαινε ιδίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οπότε και αναφάνηκε ο συγκεκριμένος αυτός θεσμός: να καθοδηγούνται από έμπειρους πνευματικούς, τους αλείπτες ονομαζομένους,  οι αρνησίχριστοι, ώστε μετά από προετοιμασία να πηγαίνουν στο μαρτύριο, ομολογώντας την πίστη τους εκεί που αρνήθηκαν τον Χριστό, έτσι και με τον Ιάκωβο: χωρίς να έχουν συνείδηση επακριβώς του συγκεκριμένου ρόλου τους η μητέρα και η γυναίκα του, αυθόρμητα, έγιναν το όργανο του Θεού για να μεταστραφεί και πάλι εκείνος, και μάλιστα να φτάσει στο μαρτύριο. Και τι μαρτύριο; Τέτοιο που ο υμνογράφος μάς προτρέπει να στενάξουμε και να κλάψουμε, βλέποντας το τι πέρασε με την ομολογία του Χριστού. «Από ψυχής στενάξωμεν πάντες, δάκρυα εκχέοντες, καθορώντες πικρώς τον Μάρτυρα μελιζόμενον».
Το τρομερό αυτό μαρτύριο όμως που υπέστη – «των δακτύλων και των χειρών, και βραχιόνων εκκοπέντων σου, ομοίως και ποδών και κνημίδων σου, μέχρι μηρών εκαρτέρησας» - δηλωτικό της γνήσιας μεταστροφής και μετάνοιάς του, τον έκανε να αναφανεί ως νέο αστέρι εκ Περσίδος, καθοδηγητικό των υπολοίπων χριστιανών. Ο άγιος Θεοφάνης δηλαδή, ο υμνογράφος του αγίου Ιακώβου, έκθαμβος μπροστά πια στα φοβερά μαρτύριά του, τον θεωρεί ως αντίστοιχο με το αστέρι που καθοδήγησε κατά τη Γέννηση του Κυρίου τους εκ Περσίδος μάγους. Ο άγιος Ιάκωβος μάς φέρνει μπροστά στον Χριστό μέσω του μαρτυρίου του. Εκείνον προβάλλει το πάθος του, το οποίο βεβαίως κατανοείται ως μαρτύριο «κοινωνίας των παθημάτων του Χριστού». «…Ιακώβου του εκ Περσίδος ημίν αστράψαντος, δίκην αστέρος του τοις Μάγοις φανέντος, και προς την αληθή επίγνωσιν καθοδηγήσαντος». Και: «Εκ Περσίδος αστέρα νεοφανή ο Χριστός ανατείλας τοις επί γης, τον θείον Ιάκωβον…δι’ αυτού τον ζόφον της πλάνης απήλασε». (Ο Χριστός ανέτειλε στους ανθρώπους τον θείο Ιάκωβο ως νεοφανή αστέρα…και δι’  αυτού έδιωξε τη σκοτεινιά της πλάνης). Ο παραλληλισμός που κάνει ο υμνογράφος, λόγω της αφορμής που του δίνει η εκ Περσίας καταγωγή του Ιακώβου, είναι καταπληκτικός. Διότι έτσι τονίζει με πράγματι μοναδικό τρόπο τη δύναμη του χριστιανικού μαρτυρίου: ο θάνατος ενός χριστιανού δίνει τη μεγαλύτερη ώθηση στην πίστη των ανθρώπων. Είναι όντως ένα φως που καθοδηγεί τους εν σκότει ευρισκομένους.
Ο Θεοφάνης όμως, πέραν των ανωτέρω, κάνει και δύο ακόμη σημαντικές επισημάνσεις.  Πρώτον∙ ο άγιος Ιάκωβος τελικώς με τη μεταστροφή του αποδεικνύεται πράγματι έξυπνος. Ενώ ένας κοσμικός άνθρωπος, με κριτήρια απιστίας, θα έλεγε ότι εκμεταλλευόμενος τη σχέση του με τον βασιλιά, όπως και τη θέση και τα πλούτη που του εξασφάλιζε η γνωριμία του αυτή, τότε ήταν πραγματικά έξυπνος, με τα κριτήρια της πίστεως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Και δικαίως: έξυπνος τελικώς είναι εκείνος που προκρίνει το αιώνιο από το πρόσκαιρο και το φθαρτό. Κι αυτό έκανε ο άγιος Ιάκωβος. «Ρεόντων το φθαρτόν και ευδιάλυτον παρείδες εμφρόνως, Στεφανηφόρε∙ ως αγχίνους δε προέκρινας των αεί προσμενόντων  το ασάλευτον». (Περιφρόνησες, στεφανηφόρε Ιάκωβε, γιατί είχες φρόνηση, το φθαρτό και το ευδιάλυτο των πρόσκαιρων πραγμάτων. Σαν έξυπνος δε άνθρωπος προτίμησες το ασάλευτο των αιωνίων πραγμάτων). Πόσο πρέπει να τονίζουμε την αλήθεια αυτή και σήμερα, που δυστυχώς δεν μπορούμε να δούμε το προέχον των αιωνίων από τα προσωρινά και φθαρτά. Και είμαστε και χριστιανοί.
Δεύτερον∙ ο άγιος Ιάκωβος, όπως τον παρουσιάζει ο υμνογράφος, εξαγγέλλει επίσης μία αλήθεια που δεν λαμβάνεται υπόψη όσο πρέπει: ό,τι υφίσταται ένας πιστός χάριν της πίστεώς του, τόσο αυτό που υφίσταται αναπληρώνεται αντιστοίχως από τον Θεό και γίνεται η δόξα του. Σαν τον Σταυρό του Κυρίου: το Πάθος έγινε η δόξα Του. Με τη διατύπωση του ιδίου του υμνογράφου: «Ει και τα μέλη μου αισθητά όντα τέμνετε, αλλ’ έχω Χριστόν, νοητώς μοι τα πάντα γινόμενον». (Αν και τα μέλη μου που είναι αισθητά τα κομματιάζετε, όμως έχω τον Χριστό, που νοητά γίνεται τα πάντα για μένα). Με άλλα λόγια: ο πιστός, έστω κι αν βλέπει να του παίρνουν τα πάντα (για παράδειγμα σήμερα, τον μισθό, τη σύνταξη, τις κοινωνικές παροχές, την εργασία),  όσο έχει τον Χριστό, όσο η πίστη του είναι ζωντανή, θα βλέπει Εκείνον να του αναπληρώνει ό,τι έχασε με τρόπο θαυμαστό. Αλλά καταντάμε κουραστικοί κάθε φορά: έχουμε την πίστη Του; Κρατάμε τον Χριστό;

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ (26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)





«Ο όσιος Στυλιανός αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του και έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Έδωσε μάλιστα ό,τι περιουσία  είχε στους πτωχούς και ακολούθησε τον μοναχικό βίο, ξεπερνώντας όλους στην επίπονη άσκηση και τη σκληραγωγία. Έπειτα πήγε στην έρημο, κι αφού βρήκε ένα σπήλαιο ως τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφή από θείο άγγελο κι έγινε θεραπευτής ποικίλων ανιάτων παθών. Όταν κάποτε ο φθοροποιός θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, έκανε άτεκνες αυτές που είχαν γεννήσει, οι μητέρες επικαλούνταν το όνομα του αγίου και φτιάχνοντας το τίμιο εικόνισμά του ξαναγίνονταν και πάλι ικανές προς τεκνοποιία. Όταν πέθανε, το σώμα του κατατέθηκε στη χώρα των Παφλαγόνων, επιτελώντας πολλές ιάσεις και θαυματουργίες».

Ο όσιος Στυλιανός είναι γνωστός ως προστάτης, κυρίως, των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. «Εξαιρέτως νεογνών και νηπίων και βρεφών προστάτης εδείχθης θερμότατος». Το ιδιαίτερο αυτό χάρισμά του ως προς τα παιδιά, όπως σημειώνει το συναξάρι του,  δεν του δόθηκε αυθαίρετα. Ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε τη θέλησή Του να θεραπεύονται τα παιδιά μέσω αυτού: η επίκληση του ονόματός του γινόταν ίαμα σ’ αυτά και στις μητέρες τους. «Ο Χριστός σε εμεγάλυνε, χάριτι πολλή, και θείοις θαύμασι, και νεογνών και νηπίων ακέστορα (=θεραπευτή, σωτήρα),Πάτερ, τω κόσμω σε έδειξε». Ποια η αιτία που πρέπει να εννοήσουμε για το χάρισμα αυτό; Γιατί κατεξοχήν αυτός να θεωρείται ο ευεργέτης των παιδιών; Η απάντηση μάλλον σχετίζεται με αυτό που κατά κόρον θίγει ο υμνογράφος της ακολουθίας του, εν προκειμένω ο μακαριστός γέροντας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης: ότι αγιάστηκε ήδη από την κοιλιά της μητέρας του. «Θεώ από παιδός ανετέθη»∙ «ηγίασε, Πάτερ,  σε ο Θεός μητρός εκ κοιλίας»∙ «αγιασθείς από μητρώας νηδύος». Και τούτο διότι ο Θεός προείδε, μέσα στα πλαίσια της παγγνωσίας Του, τη θετική προς Αυτόν στάση του, οπότε τον χαρίτωσε με πλούσια χαρίσματα και σημεία. «Απαλών εξ ονύχων σε ο Θεός προσελάβετο, προειδώς του βίου σου την χρηστότητα». Η από τόσο νωρίς κλήση του από τον Θεό μάλιστα κάνει τον υμνογράφο να τον παραλληλίζει με γιγάντια από το παρελθόν αναστήματα, που και αυτά είχαν κληθεί με αντίστοιχο τρόπο: τον προφήτη Σαμουήλ, τον προφήτη Ιερεμία, τον προφήτη και Πρόδρομο του Κυρίου, Ιωάννη τον Βαπτιστή («Σαμουήλ ως ένθεος», «ως ο κλεινός Ιερεμίας», «ώσπερ ο μέγας Βαπτιστής»).

Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μεγάλου Στυλιανού μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση μη αληθινή της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Και τούτο διότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της, ως ένα από τα στηρίγματά της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας, Στυλιανέ, ανεδείχθης, μακάριε», κατά το γνωστό απολυτίκιό του. Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, γι’  αυτό και ως θεοΐδρυτη «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», όμως ο ίδιος ο Χριστός θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος ήταν που είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο όλο, όπως και ότι το όνομά Του θα βλασφημείται ή όχι εξαιτίας τους. Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό – «τω Χριστώ ηκολούθησας τελείω φρονήματι» - γίνεται και αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας, κατά το θέλημα του ίδιου του Χριστού: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας σαν σε διαφάνεια την παρουσία Εκείνου.

Ποιο το κύριο γνώρισμα της αγιασμένης ζωής του, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας; Ο άγιος Στυλιανός «αξίως διέπρεψε ηθών καθαρότητι και αγώσιν ιεροίς αρετών τελειότητος, ώσπερ άγγελος». (Διέπρεψε στην καθαρότητα των ηθών και στους ιερούς αγώνες για να αποκτήσει την τελειότητα των αρετών ως άγγελος). Κι αυτό θα πει ότι αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του, ώστε να ζήσει την αγάπη του Θεού, ήταν η εγκράτεια. Επανειλημμένως η ακολουθία του αναφέρει ότι υπήρξε «στήλη έμψυχος της εγκρατείας», «της εγκρατείας αληθής υποτύπωσις». Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλεται «ως άσαρκος», «φθαρτών την αίσθησιν ολικώς βδελυξάμενος», ζώντας σε ένα σπήλαιο και τρεφόμενος από άγγελο του Θεού. Μιλώντας όμως για εγκράτεια δεν πρέπει να την εννοήσουμε με έννοια αιρετική: ως αποχή των αισθητών από μίσος προς αυτά ή ως μία άρνηση γενικότερα προς τη ζωή. Η εγκράτεια, κατά την πίστη μας, είναι η απομάκρυνση από τη γοητεία που ασκεί ο κόσμος  στον άνθρωπο μέσω των αισθήσεών του, διότι έχει προσανατολίσει εν αγάπη και θείω έρωτι τον νου και την καρδιά του προς τον Θεό. Η εγκράτεια δηλαδή είναι μία γενική αρετή, που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου. «Ο πιστός πάντα εγκρατεύεται» (απόστολος Παύλος).

Που σημαίνει: δεν είναι δυνατόν να στραφεί κάποιος προς τον Θεό, αν ταυτοχρόνως δεν καταβάλλει προσπάθεια απεγκλωβισμού του από τον μαγνήτη των παθών. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να είναι κανείς με τον Θεό, να ακολουθεί τα ίχνη του Χριστού, χωρίς να θέλει να νηστεύει. Η νηστεία, ως στοιχείο εγκράτειας, δηλώνει το πού έχει ρίξει ο πιστός το κέντρο βάρους της ψυχής του. Αδυναμία νηστείας – εννοείται χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος – σημαίνει ότι η ψυχή είναι «δεμένη» με τα πράγματα του κόσμου τούτου και όχι με τον Χριστό.  Έτσι η εγκράτεια κατανοείται πρωτίστως με θετική διάσταση. Για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα: είναι σαν το ελατήριο εκείνο που συμπιεζόμενο, μπορεί να φαίνεται ότι μικραίνει, μαζεύει όμως τεράστια ενέργεια. Κι η ενέργεια αυτή μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση πετάγματος. Η εγκράτεια λοιπόν, ασκούμενη σωστά στην Εκκλησία, δίνει εκείνη την τεράστια ενέργεια, προκειμένου κανείς να «πετάξει», να ακολουθήσει δηλαδή τα χνάρια του Χριστού. Στην πραγματικότητα είναι το «απαρνησάσθω εαυτόν» που είπε ο Κύριος, για να γίνει κάποιος ακόλουθος και μαθητής Του. «Κατεπλάγησαν την σην ασκητικήν διαγωγήν οι ορώντες σε, σοφέ, άσαρκον βίον εν σαρκί πολιτευόμενον έρωτι τω αγίω» θα σημειώσει για τον άγιο Στυλιανό επί του θέματος ο υμνογράφος. Δηλαδή: Αυτοί που σε έβλεπαν, σοφέ, να ζεις από άγιο θεϊκό έρωτα άσαρκο βίο μέσα σε σάρκα, έμειναν έκπληκτοι για την ασκητική σου διαγωγή. Είθε, με τις πρεσβείες του οσίου μεγάλου Στυλιανού, η χάρη του Θεού να δώσει να ζούμε και εμείς με λίγη εγκράτεια, σ’  έναν κόσμο που ταλανίζεται μεν από όλων των ειδών τις κρίσεις, αλλά είναι βουτηγμένος κατά το πλείστον στις διάφορες εμπαθείς ηδονές.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ (25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)





«Η αγία Αικατερίνα ήταν από την πόλη της Αλεξάνδρειας, κόρη κάποιου άρχοντα, ονόματι Κώνστα, πάρα πολύ ωραία, αξεπέραστης μάλιστα ομορφιάς, ψηλή και λεπτή κατά το σώμα, ετών δεκαοκτώ. Αυτή λοιπόν αφού σπούδασε, στο ανώτερο δυνατό σημείο, όλη τη ελληνική και ρωμαϊκή παιδεία, δηλαδή τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, τον μέγιστο ποιητή των Ρωμαίων, τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους ιατρούς, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τον Ευσέβιο από τους φιλοσόφους, τον Ιαννή και τον Ιαμβρή από τους μεγάλους μάγους, τον Διόνυσο και τη Σύβιλλα, όπως και κάθε ρητορική τέχνη που είχε εφευρεθεί στον κόσμο, ακόμη όμως αφού έμαθε  και κάθε λέξη από τις διάφορες γλώσσες, εξέπληξε όχι μόνο αυτούς που την έβλεπαν, αλλά και αυτούς που άκουγαν για τη φήμη, τη σοφία και την παιδεία της. Λόγω της ομολογίας της για τον Χριστό, βασανίστηκε πολύ από τον βασιλιά Μαξέντιο, ενώ στο τέλος της έκοψαν και το κεφάλι, δεχόμενη έτσι και το στεφάνι του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Χριστό, τον αληθινό Θεό μας».

«Αικατερίνα, και σοφή και παρθένος∙ εκ δε ξίφους, και μάρτυς∙ ώ καλά τρία!» Οι στίχοι αυτοί του συναξαρίου φανερώνουν τα χαρίσματα με τα οποία η Αικατερίνα κέρδισε τον Παράδεισο και απέκτησε τόσο μεγάλη θέση στο στερέωμα της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται περί των φυσικών λεγομένων χαρισμάτων, τα οποία λίγο ή πολύ έχουν όλοι οι επί γης άνθρωποι. Μολονότι η αγία, όπως σημειώνει το συναξάρι της, ήταν όντως προικισμένη και με αυτά – διότι και σπάνια σωματική ομορφιά είχε και ιδιοφυής ήταν και σεμνή στο ήθος εκ χαρακτήρος – όμως με τη χάρη του Θεού και την ελεύθερη βούλησή της απέκτησε τα πνευματικά χαρίσματα, με τα οποία και μόνον αγιάζεται κανείς εν Θεώ και εισέρχεται στη Βασιλεία των Ουρανών. Και πνευματικά χαρίσματα είναι αυτά που έρχονται σε φως, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει επίγνωση της δωρεάς του Θεού που του έδωσε στο άγιο βάπτισμα, όταν δηλαδή νιώσει ότι έγινε μέλος Χριστού και προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τη νέα εν Χριστώ ζωή του τηρώντας τις εντολές του Χριστού.

 Έτσι λοιπόν και με την αγία Αικατερίνα: κατά τον στίχο που αναφέραμε, υπήρξε σοφή, με την έννοια ότι πέραν της ανθρώπινης σοφίας, φωτίστηκε πρωτίστως από τον Θεό και έλαβε Εκείνου τη σοφία. Ο φωτισμός αυτός μάλιστα, κατά τον υμνογράφο της αγίας, τον άγιο Θεοφάνη, δόθηκε με τη μεσολάβηση του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Διά στόματος εκείνου έλαβε την όντως σοφία, την εξ ουρανού η αγία. «Την σοφίαν την όντως εξ Ουρανού, διά στόματος, μάρτυς, του Μιχαήλ, λαβούσα, πανεύφημε». Ο υμνογράφος όμως επιμένει στο θέμα αυτό, ιδίως μέ  ένα στίχο που φαίνεται να την παραλληλίζει  και με τον ίδιο τον Σολομώντα. Χωρίς να  κατονομάζει τον θεωρούμενο πράγματι σοφό βασιλιά του Ισραήλ, και μάλιστα από την παιδική του ηλικία, ίσως τον εννοεί, διότι και η Αικατερίνα «την εκ Θεού σοφίαν έλαβε παιδόθεν», κάτι που το απέδειξε, όταν με αυτήν κυρίως τη σοφία, έχοντας ως όργανο βεβαίως και την έξω, δηλαδή την κοσμική σοφία που είχε αποκτήσει, μπόρεσε να μυήσει στην πίστη του Χριστού εκατόν πενήντα διαπρεπείς ρήτορες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως όπλο τους μόνον την κοσμική έννοιά της. Κι όχι μόνον τους μετέστρεψε, αλλά και τους έκανε, με τη χάρη του Θεού, να γίνουν και εκείνοι μάρτυρες Κυρίου. Είναι γνωστό ότι μαζί της εορτάζουν κατά το συναξάρι της ημέρας και «οι άγιοι εκατόν πεντήκοντα ρήτορες, οι διά της Αγίας Αικατερίνης πιστεύσαντες τω Χριστώ, οίτινες ετελειώθησαν πυρί». «Μαρτύρων το καύχημα, της ευσεβείας μύστης γεγένησαι, τω λαμπρώ σου Νυμφίω, Μαρτύρων δήμον προσαγαγούσα Χριστώ». (Αικατερίνα, που είσαι το καύχημα των μαρτύρων, έγινες μύστης της ευσέβειας, διότι οδήγησες στον λαμπρό σου Νυμφίο Χριστό (ολόκληρο) δήμο μαρτύρων).

Και μας δίνει την ευκαιρία η πάνσοφος αυτή νύμφη του Κυρίου, εν σχέσει και με τη σοφία των ρητόρων που αντιμετώπισε, να σημειώσουμε αυτό που επισημαίνει και ο υμνογράφος και που έχει αξία διαχρονική: η κοσμική σοφία των ρητόρων, επειδή ακριβώς δεν διαπνεόταν από τη χάρη του Θεού και στηριζόταν μόνον στις πλοκές των ανθρωπίνων ματαίων συλλογισμών, τελικώς ήταν «ανάπλεως απαιδευσίας», εντελώς γεμάτη από απαιδευσία. «Χαίροις, (Αικατερίνα), η των φληνάφων ρητόρων την θρασυστομίαν ελέγξασα, ως απαιδευσίας ανάπλεως». (Να χαίρεσαι, Αικατερίνα, σύ που έλεγξες το θρασύ στόμα των ρητόρων σαν κάτι που ήταν γεμάτο από έλλειψη παιδείας). Αληθινά: μία παιδεία χωρίς Χριστό, δηλαδή χωρίς χάρη Θεού, τι μπορεί να είναι; Κατά τη ρήση ενός αγίου Γέροντα: ένας έξυπνος δαιμονισμός. Πόσο πρέπει να προβληματιστούμε όλοι πάνω σ’  αυτήν την παρατήρηση του αγίου υμνογράφου! Ιδίως σήμερα, που χωρίς αιδώ και σκέψη πολλοί «υπεύθυνοι με θέση και εξουσία» αποδύονται σε αγώνα εξοβελισμού από την ελληνική εκπαίδευση κάθε χρώματος χριστιανικού.

Η αγία Αικατερίνα όμως υπήρξε και παρθένος και μάρτυς. Είχε δηλαδή εκείνα τα χαρίσματα που θεωρούνται τα πιο ισχυρά προκειμένου κανείς να «κατακτήσει» τον ουρανό. Το αίμα μάλιστα του μαρτυρίου της ήταν η προσφορά της στον Κύριο, κάτι παρόμοιο με την προσφορά της γυναικός του Ευαγγελίου,  που αγόρασε μύρο και το πρόσφερε σ’  Εκείνον, αλείφοντάς το στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης της. «Ως αλάβαστρον μύρου το αίμα σου προσενήνοχας τω σω Νυμφίω Χριστώ, Αικατερίνα αθληφόρε αήττητε». Κι ήταν σαν μύρο το αίμα της, γιατί υπήρξε καρπός της βαθειάς αγάπης της σε Εκείνον, του πόθου της που την έκαιγε σαν φωτιά. «Πόθω πυρπολουμένη, Μάρτυς παναοίδιμε, τω του Δεσπότου σου». Και βεβαίως η παρθενία της, όπως πολλές φορές έχει τονιστεί, δεν εννοείται ως χάρισμα από πλευράς πρωτίστως σωματικής – υπάρχουν πολλές με το χάρισμα αυτό μακριά από τον Θεό: ας θυμηθούμε την παραβολή των δέκα παρθένων – αλλά από πλευράς ψυχικής και πνευματικής: ως καθαρότητα ψυχική λόγω αγιασμένης ζωής. «Καθάρασα σεαυτήν προθύμως διά πολιτείας». Η δύναμη της διπλής χάρης της αγίας Αικατερίνης ενώπιον του Θεού, της παρθενίας δηλαδή και του μαρτυρίου, διαπιστώνεται από τον υμνογράφο με εντυπωσιακό τρόπο. Βλέπει την αγία να βρίσκεται σε φωτεινούς θαλάμους στον Παράδεισο, κοσμούμενη με νυφικά στολίδια, κρατώντας με το δεξί χέρι της τη λαμπάδα της παρθενίας και με το αριστερό την κομμένη της κεφαλή. Όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος παρίσταται στην εικόνα του με το αποκομμένο κεφάλι του, έτσι και η αγία Αικατερίνα. «Μετέστης προς θαλάμους φωτοειδείς, νυμφικοίς κοσμουμένη στολίσμασι, παρθενικήν έχουσα λαμπάδα τη δεξιά, τη δε ετέρα φέρουσα την αποτμηθείσαν σου κεφαλήν».

Ο άγιος υμνογράφος μας καθοδηγεί και σε άλλες διαστάσεις της πολυτάλαντης προσωπικότητάς της. Κι η διάσταση που δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστη είναι ο τονισμός από αυτόν των αποτελεσμάτων της αγιασμένης ζωής και του μαρτυρίου της αγίας. Σημειώνει μεταξύ άλλων στο εξαποστειλάριο της ακολουθίας: «Ενεύρωσας το φρόνημα γυναικών, ω παρθένε, Αικατερίνα πάντιμε, αθλοφόρων η δόξα». (Ισχυροποίησες το φρόνημα των γυναικών, παρθένε και πάντιμε Αικατερίνα, συ που είσαι η δοξα των αθλοφόρων μαρτύρων). Η αίσθηση του υμνογράφου, αίσθηση της όλης Εκκλησίας, ότι η αγία Αικατερίνα με ό,τι έζησε και έκανε έδωσε νεύρο στο φρόνημα των γυναικών, τις έκανε πιο ισχυρές, είναι κάτι σημαντικό. Σε εποχή που τονίζονται τα δικαιώματα των γυναικών, που ο λεγόμενος φεμινισμός, ως κίνημα για να αποκτήσουν οι γυναίκες εκείνα που δικαιούνται μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία,  έρχεται συχνά πυκνά στην επικαιρότητα, η διαπίστωση ότι οι γυναίκες μάρτυρες, σαν την αγία Αικατερίνα, είναι αυτές που ουσιαστικά και δραστικά δυναμώνουν το φρόνημά τους, πρέπει να εξαγγέλλεται. Νομίζουμε ότι εδώ βρισκόμαστε σε ό,τι ανώτερο έχει δοθεί ως ώθηση  για τον φεμινισμό. Διότι αυτός δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στο παράδειγμα. Και δυναμικότερο παράδειγμα από μία γυναίκα που έδωσε και τη ζωή της για την πίστη στον Θεό και στον άνθρωπο δεν υπάρχει.

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΛΗΜΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΜΗΣ (24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)




«Ο μακάριος και σοφότατος Κλήμης ήταν Ρωμαίος, καταγόμενος από βασιλική γενιά, υιός του Φαύστου και της Ματθιδίας, και απέκτησε όλη την παιδεία της ελληνικής γνώσεως. Όταν σώθηκε κάποτε με παράδοξο τρόπο από ναυάγιο και έτυχε να συναντήσει τον κορυφαίο των Αποστόλων Πέτρο, κατηχήθηκε από αυτόν στην αληθινή πίστη του Χριστού. Έγινε  κήρυκας του Ευαγγελίου και συνέγραψε τις διατάξεις των Αποστόλων, οπότε και καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης. Συνελήφθη όμως από τον Δομιτιανό και βασανίστηκε. Και επειδή δεν πειθόταν στα προστάγματά του, εξορίστηκε σε έρημη πόλη, κοντά στη Χερσώνα. Από εκεί πάλι, αφού του έδεσαν στον αυχένα σιδερένια άγκυρα, τον έριξαν στον βυθό της θάλασσας και έτσι τελειώθηκε.
Ο των θαυμασίων πραγμάτων όμως Θεός, δοξάζοντας και μετά θάνατον τον δικό Του δούλο, κάνει ένα μεγάλο και τεράστιο υπερφυσικό θαύμα. Από τότε δηλαδή που τον έριξαν στη θάλασσα, το νερό της θάλασσας υποχωρούσε τρία μίλια κάθε φορά στη μνήμη του αγίου και γινόταν ξηρά, που υποδεχόταν επί επτά ημέρες  αυτούς που πήγαιναν εκεί, στο συγκεκριμένο σημείο της ρίψεώς του. Το θαύμα αυτό δημιουργούσε ευφροσύνη σ’ αυτούς που έλπιζαν στον Κύριο. Κάποτε λοιπόν που υποχώρησε πάλι η θάλασσα και εισήλθε στην αποκαλυφθείσα ξηρά ο λαός, έτυχε να εγκαταλειφθεί στον τόπο εκείνο ένα μικρό παιδάκι, καθώς το ξέχασαν οι γονείς του. Μόλις το αντελήφθησαν, τα νερά της θάλασσας είχαν επανέλθει στη θέση τους, οπότε εκείνοι κίνησαν θρήνους και οδυρμούς σε όλη την πόλη. Την επόμενη χρονιά που το κύμα και πάλι υποχώρησε, πήγαν οι γονείς και βρήκαν το παιδί τους υγιές, να παρακάθεται στη λάρνακα του αγίου. Στις ερωτήσεις τους τι και πώς συνέβη, έμαθαν από το παιδί τους ότι τρεφόταν από τον ευρισκόμενο εκεί άγιο, που το προφύλασσε και από τη βλάβη των ψαριών. Γεμάτοι χαρά πήραν το παιδί τους, ευχαρίστησαν με τον δέοντα τρόπο τον άγιο και αναχώρησαν για το σπίτι τους, δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα Του αυτό».

Με τον άγιο Κλήμεντα (92-101 μ.Χ.) μεταφερόμαστε στο κλίμα της αποστολικής εποχής. Μαθητής και διάδοχος του αποστόλου Πέτρου ο Κλήμης θεωρείται ένας από τους αποστολικούς Πατέρες της Εκκλησίας,  εκείνους που ευτύχησαν να μαθητεύσουν παρά τους πόδας αυτών και να καταστούν μάλιστα συνεχιστές του έργου και της διακονίας τους. Μολονότι η κυριαρχούσα παράδοση της Εκκλησίας μας είναι ότι υπήρξε τρίτος επίσκοπος Ρώμης, μετά τους αγίους Λίνο και Ανέγκλητο – αυτό μας παραδίδει ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνων – ο υμνογράφος της ακολουθίας του άγιος Ιωσήφ ακολουθεί μία άλλη παράδοση, στηριζομένη στον εκκλησιαστικό συγγραφέα Τερτυλλιανό, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο Κλήμης διαδέχτηκε τον απόστολο Πέτρο στη Ρώμη, συνεπώς υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος αυτής. «Πέτρου Κορυφαίου μαθητής, Πάτερ, γεγονώς, επί πέτραν τούτου εδόμησας λίθον ώσπερ τίμιον σαυτόν». «Πέτρος ο Απόστολος σε τα θεία μεμύηκε και αυτού διάδοχον καταλέλοιπεν άξιον».

 Όπως κι αν είναι  το πράγμα όμως, εκείνο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι όντως υπάρχει μία ιδιαίτερη και στενή σχέση του αποστόλου Πέτρου με τον άγιο Κλήμεντα, την οποία με πολλή δύναμη διακηρύσσει ο υμνογράφος, σε βαθμό που χρησιμοποιεί και τη μαθηματική σκέψη, προκειμένου να την προβάλει. Τι κάνει δηλαδή ο άγιος Ιωσήφ; Στοιχώντας στην αρχή της λογικής που λέει «τα προς τρίτον ίσα και μεταξύ τους ίσα», εφαρμόζει την αρχή αυτή στους Κύριο Ιησού Χριστό, απόστολο Πέτρο και άγιο Κλήμεντα, για να πει πόσο μακάριος από τον ίδιο τον Κύριο είναι και ο άγιος Κλήμης. «Μεμακάρισαι γνησίως, μαθητεύσας τω κήρυκι, μεμαθητευμένω Λόγω μακαρίσαντι, πάνσοφε, τούτον αξίως λαβόντα αποκάλυψιν εκ Πατρός ουρανίου». Δηλαδή: Έχεις μακαριστεί κατά γνήσιο τρόπο, διότι μαθήτευσες στον κήρυκα (του Χριστού, δηλαδή τον Πέτρο), ο οποίος υπήρξε μαθητής του Λόγου (Χριστού), που τον μακάρισε, πάνσοφε, για την αποκάλυψη που έλαβε από τον ουράνιο Πατέρα. Με άλλα λόγια: ο Πέτρος υπήρξε μαθητής του Κυρίου∙ ο Κλήμης υπήρξε μαθητής του Πέτρου∙ ο Κύριος μακάρισε τον Πέτρο∙ συνεπώς ο Κύριος μακάρισε κατ’  επέκταση και τον Κλήμεντα.

Δεν είναι όμως η γνωριμία του αγίου Κλήμεντα με τον απόστολο Πέτρο το μόνο στοιχείο, κατά τον υμνογράφο, για τη σπουδαία θέση του στο εκκλησιαστικό στερέωμα. Κάτι τέτοιο θα μας έβγαζε εκτός της χριστιανικής παραδόσεως. Αν κάποιος θεωρείται γνωστός των αποστόλων και γι’ αυτό σημαντικός, είναι διότι και εκείνος αγωνίστηκε να πολιτευτεί κατά την πίστη και τη ζωή των αποστόλων. Κι αυτό διαπιστώνει και ο άγιος Ιωσήφ: ο Κλήμης καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης, διότι η ζωή του τον έφτασε εκεί. Καθοδηγήθηκε από το άγιο Πνεύμα, εισήλθε στη ζωή του Πνεύματος και έτσι κατανόησε και τον ίδιο τον Κύριο, τον Οποίο κήρυσσε λόγω και έργω διαπαντός, και χάριν του Οποίου έδωσε και την ίδια του τη ζωή. «Εις βάθη του Πνεύματος, μετά του πνεύματος, όσιε, οσίως ενέκυψας, και κατενόησας, ως εχώρησας, τον ακαταληψία νοούμενον Κύριον, Μακαριώτατε». (Έσκυψες μέσα στα βάθη του αγίου Πνεύματος με το πνεύμα σου, όσιε, κατά όσιο τρόπο, και κατανόησες έτσι, όσο μπόρεσες, τον ακατάληπτο στη νόησή Του Κύριο, Μακαριώτατε). Κι εκείνο που επιβεβαίωσε ότι όντως με όσιο τρόπο μυήθηκε στα του Πνεύματος του Θεού, είναι και το μαρτύριό του: να δώσει και τη ζωή του  για την πίστη του Κυρίου. Σαν κλήμα, κυριολεκτικά, (ως Κλήμης στο όνομα), στο αμπέλι του Χριστού, που έχει σταφύλια της γνώσης του Θεού, τα οποία, αφού πατήθηκαν στο ληνάρι του μαρτυρίου, έβγαλαν  καλό κρασί που ευφραίνει τις καρδιές των πιστών. «Η κατάκαρπος, ως κλήμα εκβλαστάνει σε άμπελος, Ιησούς, παμμάκαρ, φέρων επιγνώσεως βότρυας, εν τοις ληνοίς μαρτυρίου, οίνον βλύζοντας, τας καρδίας πάντων πιστών τον ευφραίνοντα». (Το κατάκαρπο αμπέλι, δηλαδή ο Ιησούς, μακάριε Κλήμη,  σε βλαστάνει σαν κλήμα, φέρνοντας σταφύλια της γνώσης του Θεού. Αυτά τα σταφύλια, πατημένα στο πατητήρι του μαρτυρίου σου, ανέβλυσαν οίνο, που ευφραίνει τις καρδιές όλων των πιστών).

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ´ ΛΟΥΚΑ



῾῾Ο Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν᾽ (᾽Εφεσ. 2, 14)

α. ᾽Εκπληκτικά ἐπίκαιρος ἀλλά καί παράδοξος ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου  ἀπό τήν πρός ᾽Εφεσίους ἐπιστολή. Κι αὐτό γιατί  σ᾽ ἕναν κόσμο πού σπαράσσεται ἀπό τούς πολέμους, τή βία, τό φόβο καί τήν ἀνασφάλεια ἐκεῖνος μιλάει γιά τήν εἰρήνη. ῾Η ἔννοια ὅμως πού τῆς προσδίδει πόρρω ἀπέχει ἀπό τή συνήθη κατανόησή της ἀπό τούς περισσοτέρους ἀνθρώπους. ῾Ο Χριστός – κηρύσσει ὁ ἀπόστολος – εἶναι ἡ εἰρήνη τῶν ἀνθρώπων. ᾽Εκεῖνος εἶναι πού ἕνωσε τούς εἰδωλολάτρες καί τούς ᾽Ιουδαίους καί μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό.

β. 1. Ἡ εἰρήνη λοιπόν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων δέν εἶναι τό ἀποτέλεσμα  ἁπλῶς μίας συμμαχίας τῶν λαῶν δέν εἶναι ἡ συνέπεια μίας ἰσορροπίας δυνάμεων, ὅπως λέμε δέν εἶναι ἀκόμη τό ἀποτέλεσμα ἐπιβολῆς μίας μεγάλης ἐξωτερικῆς δυνάμεως, ὅπως παλαιότερα μέ τή Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία (pax romana) ἤ κατά τούς νεώτερους χρόνους μέ τήν ᾽Αμερικάνικη ὑπερδύναμη (pax americana). Ἡ τέτοιου εἴδους εἰρήνη εἶναι πολύ εὔθραστη καί ἕωλη, γιατί ἀκριβῶς βασίζεται σέ ἐξωτερικές καταστάσεις ἐξαιρετικά εὐμετάβλητες.

2. Ἡ ἀληθινή εἰρήνη, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός! Οἱ ἄνθρωποι δηλαδή μονοιάζουμε καί συνδεόμαστε μεταξύ μας ὅταν πιστέψουμε στόν Χριστό καί ἑνωθοῦμε μαζί Του. Γιατί; Διότι ὁ Χριστός εἶναι Αὐτός πού κατήργησε, ἰδίως μέ τή Σταυρική Του θυσία, ἐκεῖνο πού δυναμίτιζε καί δυναμιτίζει πάντοτε κάθε ἑνότητα καί κοινωνία: τήν ἁμαρτία. Πάνω στόν Σταυρό ὁ Κύριος σήκωσε τήν ἁμαρτία καί τήν κατήργησε, ἔτσι ὥστε ὅποιος ἑνώνεται μέ τόν Χριστό νά βρίσκει καί τόν δρόμο τῆς κοινωνίας μέ τόν συνάνθρωπό του, ἀλλά καί μέ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

3. Καί πράγματι! Ποιός ἀμφιβάλλει ὅτι ὅταν ἀφήνουμε τήν ἁμαρτία μέσα μας, νά λειτουργοῦμε δηλαδή μέ βάση τόν ἐγωϊσμό μας, πέρα ἀπό τή διάσπασή μας μέ τόν Θεό δέν βρίσκουμε χῶρο στόν ἑαυτό μας νά χωρέσουμε καί τόν συνάνθρωπό μας; Ἡ κάθε ἁμαρτία εἶναι ἐγωϊσμός. Δέν ἐπιτρέπει τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό φαίνεται καθημερινά. ῾Ο φιλάργυρος γιά παράδειγμα: ἀγαπᾶ τά χρήματα καί τά ὑλικά ἀγαθά καί γιά χάρη τους εἶναι ἕτοιμος ἀκόμη καί νά σκοτώσει. ῾Ο φιλόδοξος καί ὑπερήφανος: δέν ἀνέχεται τόν συνάνθρωπό του παρά μόνον ὡς ὑποτελή του. ῾Ο φιλήδονος: εἶναι προσανατολισμένος μόνον στήν ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὁ ἄλλος ἄν δέν συνεργεῖ σ᾽ αὐτό γίνεται ἐχθρός του. Λοιπόν ὁ Χριστός καταργώντας τήν ἁμαρτία ἑνώνει στόν ῎Ιδιο ὅλους τούς ἀνθρώπους. Γιατί τούς δίνει τή δύναμη νά ἀγαποῦν σωστά καί ἀληθινά.

4. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος τονίζοντας τήν παραπάνω ἀλήθεια μᾶς ὁδηγεῖ καί σέ εὐρύτερο ἐπίπεδο: ῾Ενωμένοι ἐν Χριστῷ μέ τούς συνανθρώπους μας εἰσερχόμαστε στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, σέ ὅ,τι ὀνομάζεται λαός τοῦ Θεοῦ. ῾῎Αρα οὐκέτι ἐστέ ξένοι καί πάροικοι, ἀλλά συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ᾽ (Δέν εἶστε λοιπόν πιά ξένοι καί χωρίς δικαιώματα, ἀλλά ἀνήκετε στόν λαό τοῦ Θεοῦ, στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ). ῾Η συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο μᾶς κάνει νά γευόμαστε τή μυστική πραγματικότητα τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ: νιώθουμε ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, ἕνα μέ τά ἄλλα μέλη, δηλαδή τούς ἀποστόλους καί ὅλους τούς ἁγίους. ῞Οπως τό κλαδί ζωοποιεῖται ἀπό τούς χυμούς τῆς ρίζας καί τοῦ δένδρου, ἔτσι καί ὁ πιστός στόν Χριστό: νιώθει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων στή ζωή του. Μπορεῖ τόν Θεό νά Τόν προσφωνεῖ ῾Πατέρα᾽ καί τούς συνανθρώπους ῾ἀδέλφια᾽ του. Κι αὐτό σημαίνει κατ᾽ ἐπέκταση ὅτι ἡ μοναξιά καί ὁ φόβος παύουν νά ὑφίστανται στόν χριστιανό. Πῶς νά νιώσει μόνος ὅταν εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό καί τόν κόσμο ὅλο; Πῶς νά νιώσει φόβο, ὅταν ἀγαπᾶ τούς πάντες καί τά πάντα; ᾽Ακόμη κι ὁ φόβος τοῦ θανάτου χάνεται: τί νά φοβηθεῖ ἀφοῦ γνωρίζει τί εἶναι πιά ὁ θάνατος μετά Χριστόν; Μία ἁπλή δίοδος πού σέ ρίχνει καί πάλι στήν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ.

γ. ῾Ο Χριστός μέ τόν Σταυρό Του εἶναι τό κέντρο τοῦ κόσμου: μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο ὅλο. Τό ἐρώτημα εἶναι πόσο ἐμεῖς πού Τοῦ ἀνήκουμε ὡς χριστιανοί καί μέλη Του Τόν σκεφτόμαστε, Τόν ζοῦμε, Τόν ἀγαποῦμε; Πόσο δηλαδή ἀποτελεῖ καί γιά ἐμᾶς τό κέντρο τοῦ κόσμου μας! Δυστυχῶς ἡ καθημερινότητα ἀποκαλύπτει τίς περισσότερες φορές ὅτι ἄλλα συνιστοῦν τά κέντρα μας: ἡ δουλειά μας, ἡ καριέρα μας, τά χρήματά μας, ἡ οἰκογένειά μας. Γι᾽ αὐτό ὅμως καί γευόμαστε τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα μίας τέτοιας ἀνατροπῆς: τό ἄγχος, τή στενοχώρια, τή μελαγχολία, τίς καθημερινές συγκρούσεις. ᾽Απαιτεῖται ἄμεσα ἀλλαγή πλεύσης. ᾽Απαιτεῖται δηλαδή μετάνοια. 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ´ ΛΟΥΚΑ



Ψυχή, ἔχεις πολλά ἀγαθά, κείμενα εἰς ἔτη πολλά. ᾽Αναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου᾽ (Λουκ. 2, 19)

α. Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὁ Κύριος φωτογραφίζει τήν τραγωδία τοῦ ὑλιστῆ ἀνθρώπου: ἐκείνου πού εἶναι προσανατολισμένος μόνον στά ὑλικά πράγματα προκειμένου νά ὑπηρετεῖ τίς αἰσθήσεις του καί πού ἔχει διαγράψει γι᾽ αὐτό ἀπό τή ζωή του τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπό του. Εἶναι ὁ ἄφρων ἄνθρωπος, αὐτός πού δέν ἔχει φρόνηση καί μυαλό, ὁ ὁποῖος ζεῖ μέσα σέ ψευδαισθήσεις καί φαντασιώσεις, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνει καί τήν ἐδῶ ἀλλά καί τήν αἰώνια ζωή.

β. 1. Τρεῖς εἶναι οἱ ψευδαισθήσεις τοῦ ἄφρονος πλουσίου τῆς παραβολῆς:
(α) ῾ψυχή μου, ἔχεις πολλά ἀγαθά᾽. Πιστεύει ὅτι τά ὑλικά ἀγαθά τοῦ ἀνήκουν, ὅτι εἶναι πράγματα δικά του. ῾Η ψυχή του εἶναι γεμάτη ἀπό αὐτά. Διακατέχεται συνεπῶς ἀπό μία αἴσθηση κατοχῆς τῆς ὕλης.
Ποιά εἶναι ὅμως ἡ πραγματικότητα; Τά πάντα ἀνήκουν στόν Θεό. ῎Αν ὑπάρχουν ἀγαθά πού ἀνήκουν σέ ἐμᾶς, εἶναι γιατί ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά τά ἔχουμε, προκειμένου νά τά διαχειριστοῦμε ὀρθά. Νά καλύψουμε δηλαδή τίς οὐσιαστικές ἀνάγκες μας, ἀλλά καί τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων μας. Στήν πρώτη ᾽Εκκλησία πού συνιστᾶ κριτήριο γιά ὅλες τίς ἐποχές, πουλοῦσαν τά ἀγαθά τους καί τό ἀντίτιμο τό ἔδιναν στούς ἀποστόλους γιά νά τό μοιράσουν στούς ἀναγκεμένους.
(β) ῾κείμενα εἰς ἔτη πολλά᾽. Πιστεύει ὅτι τό μέλλον εἶναι δικό του καί τοῦ ἀνήκει, ὅτι εἶναι σχεδόν αἰώνιος ἄνθρωπος. ῾Ο θάνατος δέν φαίνεται νά τόν ἀπασχολεῖ κι οὔτε ὑπάρχει στόν ὅποιον προβληματισμό του. Κι ἀκόμη: πιστεύει ὅτι ἡ ζωή του πάντοτε θά εἶναι ἡ ἴδια γι᾽ αὐτόν: πλούσια καί καρποφόρα.
Ποιά εἶναι ὅμως ἡ πραγματικότητα; ᾽Αφενός τό μέλλον εἶναι τοῦ Θεοῦ. ᾽Εκεῖνος εἶναι ῾ὁ Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος᾽. Αὐτός συνιστᾶ τό Α καί τό Ω. Κανείς δέν γνωρίζει τό μέλλον πέραν τοῦ Θεοῦ ἤ πέραν ἐκείνου στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀποκαλύπτει κάτι σχετικό. ῾Ο θάνατος γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι παραμονεύει ἀνά πᾶσα στιγμή στή ζωή μας. Εἶναι ὁ μόνιμος συνοδοιπόρος μας. ᾽Αφετέρου ἡ ζωή ἀποκαλύπτει ὅτι ῾ὁ καιρός, ὅπως λέμε, ἔχει γυρίσματα᾽. Τά πράγματα ἀλλάζουν συνήθως μέ ρυθμούς καταιγιστικούς. Τίποτε δέν μένει τό ἴδιο. ῞Οπως ἀλλάζουν οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους, ἔτσι συνήθως ἀλλάζει καί τό σκηνικό τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Πόσοι πλούσιοι γιά παράδειγμα ἐν μιᾷ νυκτί κυριολεκτικῶς ἔχασαν τά πάντα καί ὁδηγήθηκαν στήν ἀπόλυτα ἔνδεια καί τή φτώχεια; ῾Παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου᾽ κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου, ἀλλά καί ῾τά πάντα ῥεῖ᾽ κατά τόν ἐμπειρικό λόγο τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου.
(γ) ῾ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου᾽. Πιστεύει ὁ ἄφρων  ὅτι ἡ ζωή εἶναι μία εὐχαρίστηση καί μόνο τῆς σαρκός. Σκοπός του φαίνεται νά εἶναι ἡ ἡδονή. Παραθεωρεῖ ὅτι ἡ ἡδονή περικλείει τήν ὀδύνη κι ὅτι ἡ ἀποκλειστική εὐχαρίστηση τῶν αἰσθήσεων ὁδηγεῖ στό στέγνωμα τῆς ψυχῆς, συνήθως δέ καί σέ πλῆθος σωματικῶν ἀσθενειῶν.
῾Η πραγματικότητα λοιπόν εἶναι καί πάλι διαφορετική: Μετά τήν πτώση τῶν ἀνθρώπων στήν ἁμαρτία τό κυριαρχικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς εἶναι ἡ θλίψη καί οἱ δοκιμασίες της. ῾Κοιλάς πένθους καί δακρύων᾽ ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν χαρακτηρισμό τῆς Γραφῆς. Κι ὅπως εἴπαμε: ἡ ὅποια ἡδονή περικλείει τίς περισσότερες φορές τήν ὀδύνη καί τόν πόνο. ῾Η ἐμπειρία μάλιστα διαρκῶς ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ ὅποια ἀνάπαυση καί ἡ εὐφροσύνη τοῦ ἀνθρώπου συνιστοῦν καταστάσεις πρωτίστως τῆς ψυχῆς καί τοῦ πνεύματός του καί λιγότερο τῆς σαρκός.

2. ῾Ο Κύριος ἔκανε τήν ἀποτίμηση τῶν ψευδαισθήσεων αὐτῶν: ὅποιος τίς ἔχει εἶναι ἄφρων. Γιατί ἔρχεται ὁ θάνατος μέ τρόπο ἀνεπάντεχο καί ἐνώπιόν του φανερώνεται ὅτι ἡ ζωή τῆς ἀφροσύνης ἀποτελεῖ χαμένο κόπο (῾ἅ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;᾽), ὁδηγεῖ δέ στό χειρότερο: στήν παράδοση στά χέρια τῶν ἐχθρῶν δαιμόνων καί τήν ἀπώλεια τῆς αἰώνιας ζωῆς (῾τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ᾽).

3. ῾Η τραγωδία τοῦ ἄφρονος πλουσίου φαίνεται νά ὑφίσταται καί στή ζωή πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς χριστιανούς. Διότι ἴσως καί σέ ἐμᾶς
- νά ὑπάρχει ἡ ἐπιδίωξη τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὡς σκοπός ζωῆς, πού σημαίνει ὅτι διακατεχόμαστε ἀπό τήν ἰδιοκτησιακή ἀντίληψη τοῦ κόσμου,
- νά μή σκεπτόμαστε τόν θάνατο, ἔχοντας διαμορφώσει τήν ἄφρονα ἀντίληψη μίας αἰωνιότητας τῆς ἐδῶ ζωῆς μας,
- νά θέτουμε ὑπεράνω ὅλων τίς σαρκικές ἀπολαύσεις καί εὐχαριστήσεις μας.
῎Αν συμβαίνει αὐτό χρειάζεται ἀμέσως νά μετανοήσουμε, ὅσο ἀκόμη ἔχουμε χρόνο. Δηλαδή:
- νά μνημονεύουμε τόν ἐρχόμενο θάνατό μας (῾μιμνήσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα᾽, συνιστᾶ καί πάλι ἡ ῾Αγία Γραφή),
- καί νά προσανατολιζόμαστε στήν κατά Θεό πάντοτε προκοπή μας. 

γ. ῾Ο Κύριος ἔδωσε τή λύση καί τή διέξοδο: ῾νά πλουτοῦμε κατά Θεόν᾽. Δηλαδή νά ζοῦμε κατά τό ἅγιο θέλημά Του μέ προσπάθεια τά βήματά μας νά εἶνα πάνω στά ἴχνη ᾽Εκείνου. Τότε ὁ πλοῦτος τοῦ Κυρίου θά εἶναι μαζί μας, τώρα καί πάντα!