Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



Η οσία Ελισάβετ από μικρή ακολούθησε την ασκητική ζωή και έλαβε από τον Χριστό τη χάρη των ιαμάτων. Γι᾽αυτό και θεράπευσε όλων των ειδών τα  νοσήματα. Η γέννησή της φανερώθηκε με θεία αποκάλυψη και προαγγέλθηκε ότι θα γίνει σκεύος εκλογής του Θεού. Φορούσε ένα χιτώνα μόνον και έγινε σκληρή στο κρύο και στον παγετό. Δεν έπλυνε το σώμα της ποτέ με νερό και σαράντα ημέρες έζησε χωρίς καθόλου να φάει. Για τρία χρόνια είχε τον νου της μόνον προς τον Θεό, ενώ με τους σωματικούς οφθαλμούς της δεν είδε καθόλου το κάλλος ή το μέγεθος του ουρανού. Ένα τεράστιο φοβερό φίδι το θανάτωσε με την προσευχή της και για πολλά χρόνια δεν γεύτηκε καθόλου λάδι. Υποδήματα στα πόδια της δεν απέκτησε. Λάμποντας λοιπόν με όλα αυτά τα κατορθώματα, αναπαύτηκε εν Κυρίω, συνεχίζοντας να παρέχει μέχρι σήμερα τη χάρη των πολλών θαυμάτων της σ᾽αυτούς που προσέρχονται σ᾽αυτήν με πίστη. Διότι το χώμα που λαμβάνει κανείς από τη σορό της θεραπεύει κάθε νόσο᾽.

Αποκτά μεγάλη επικαιρότητα η οσία Ελισάβετ η θαυματουργός κυρίως από το γεγονός ότι ολόκληρη η ζωή της υπήρξε – και συνεχίζει εν χάριτι να είναι – μία εξαιρετική παρουσία συμπαθείας προς τον κόσμο. Ιδιαιτέρως σήμερα που λόγω της πολλαπλής κρίσεως που βιώνουμε ένα μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας ζει μέσα στη θλίψη και τη στενοχώρια, έρχεται η οσία ως κατεξοχήν προστάτης των εν θλίψεσι ανθρώπων να δώσει εκείνη τη χάρη που βοηθά στην υπέρβαση της θλίψης και την απόκτηση της αληθινής χαράς. Ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας αυτό ακριβώς καταγράφει ήδη από την αρχή των ύμνων που αφιερώνει στην οσία: ῾Δέχτηκες τη χάρη να διώχνεις τις αρρώστιες των ψυχών και των σωμάτων, Μητέρα σεμνή, να απομακρύνεις τα πονηρά πνεύματα με το Θείο Πνεύμα, να είσαι η προστάτις όλων αυτών που βρίσκονται στις θλίψεις᾽(῾Εδέξω χάριν ψυχών νοσήματα και των σωμάτων, Μήτερ σεμνή, αποσοβείν, πνεύματα διώκειν θείω Πνεύματι, πάντων των εν θλίψεσι προϊστασθαι᾽) (στιχηρό εσπερινού). Ολόκληρη η ζωή της ήταν μία ενσυνείδητη προσπάθεια να μετέχει στο πάθος των συνανθρώπων της, δηλαδή να ζει την πραγματική και αληθινή αγάπη που έφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Κι αυτό σημαίνει βεβαίως ότι αγωνιζόταν να βρίσκεται πάνω στην πέτρα της ορθόδοξης πίστης, αφού η αληθινή αγάπη, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, είναι γνωστό ότι αποτελεί το εκλεκτότερο λουλούδι της σωστής ορθόδοξης πίστης. Πίστη και αγάπη είναι οι δύο όψεις του ενός νομίσματος κι όποιος νομίζει ότι μπορεί να έχει το ένα εκ των δύο μόνο του πλανάται πλάνην οικτράν. ῾Άσκησες τη συμπάθεια, την ορθόδοξη πίστη και την αγάπη, προς τον Κύριο και τον πλησίον, θεομακάριστη σεμνή. Γι᾽αυτό και η θεία χάρη του Πνεύματος αναπαύθηκε σε σένα, Μητέρα Ελισάβετ᾽ (῾Συμπάθειαν εξήσκησας, πίστιν ορθόδοξον και την αγάπην, την προς τον Κύριον και τον πλησίον, θεομακάριστε σεμνή. Όθεν θεία χάρις σοι του Πνεύματος, Μήτερ Ελισάβετ, ανεπαύσατο᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Έτσι η οσία Ελισάβετ υπήρξε για όλους τους πιστούς είτε στο παρελθόν είτε κι έπειτα μέχρι σήμερα ῾ένα απλωμένο χέρι συμπάθειας᾽ (῾χείρα προτείνεις συμπαθείας᾽) (ωδή ζ´), που σημαίνει ότι στο πρόσωπό της βλέπουμε πάντοτε έναν ένθεο φίλο μας, συνέχεια και προέκταση του φιλικού και πολυπόθητου προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού. Διότι στην πραγματικότητα αυτό είναι η οσία: μία άλλη φανέρωση του Χριστού μας στον κόσμο, μία θέαση του κάλλους του προσώπου Του, το οποίο διακαώς πάλευε να δει και να ζήσει η ίδια. ῾Πόθησες να δεις με καθαρότητα το νοητό κάλλος του Νυμφίου Χριστού᾽(῾Ιδέσθαι κάλλος νοητόν του Νυμφίου καθαρώς επεπόθησας᾽) (ωδή θ´). Κι αυτό θα πει: άνθρωπος ο οποίος αγαπά τον Κύριο και έχει Αυτόν ως προτεραιότητα της ψυχής του γίνεται τελικά ίδιος με Εκείνον. Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος πράγματι επανειλημμένως επισημαίνει τη θερμή αγάπη της οσίας, εκ βρέφους μάλιστα, προς τον Κύριο, κάτι που φανερωνόταν με την αδιάκοπη ενατένισή της προς Εκείνον. ῾Ολοκληρωτικά ανέθεσες όλη τη διάνοιά σου στον Κύριο, γι᾽αυτό και ενατένιζες Αυτόν με τα μάτια του νου και της καρδιάς σου᾽ (῾Ολοτρόπως Κυρίω πάσαν την διάνοιαν αναθεμένη σου, οφθαλμούς νοός μεν και καρδίας αυτώ ενητένιζες᾽) (ωδή ε´). Η απόλυτη αυτή προτεραιότητα της οσίας, η οποία αποτελεί απλώς υλοποίηση της εντολής του Θεού να Τον αγαπούμε με όλην την καρδιά και την ψυχή και τη δύναμη και τη διάνοιά μας, εξηγεί και αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξο: για τρία χρόνια να μη βλέπει καθόλου τις ομορφιές του ουρανού. Η οσία δεν ήθελε να βλέπει τις ομορφιές αυτές όχι γιατί αρνείτο την ομορφιά της δημιουργίας – αυτό θα ήταν αντίθετο προς τη χριστιανική πίστη – αλλά γιατί είχε απορροφηθεί από την ομορφιά του Δημιουργού. Και θα έλεγε κανείς ότι μόνον εκείνος που θεάται την ομορφιά του Δημιουργού ικανώνεται να δει και με τα σωστά μάτια την ομορφιά των δημιουργημάτων Του. ῾Για τρία χρόνια δεν είδες τον ουρανό, αλλά έβλεπες μόνο προς τα κάτω τη γη, αφού ήσουν από γη, θεομακάριστε᾽ (῾εν τρισί δε χρόνοις τον ουρανόν ουκ εθεάσω, αλλά γην ως εκ γης, θεομακάριστε᾽) (ωδή ε´).

Ακριβώς, η ορθή ιεράρχηση που είχε κάνει στη ζωή της: η αγάπη του Θεού και του πλησίον πρωτίστως, και έπειτα όλα τα άλλα, ήταν αυτό που ερμηνεύει όλες τις θεωρούμενες ῾ακρότητες᾽ της ασκητικής της διαγωγής: την σκληρή νηστεία της, το μάκρος αυτής, τα πύρινα εν μετανοία δάκρυά της. Η οσία ήταν προσανατολισμένη στο πώς θα στολίσει τον ναό της ψυχής της κι η ενέργεια της χάρης του Θεού την έκανε να μη βλέπει τίποτε άλλο. Για παράδειγμα: ῾Ζήλεψες τον Ηλία και τον Μωυσή, πάνσεμνε, στο μήκος των ημερών, γι᾽αυτό και έκανες νηστεία όπως εκείνοι, δεχόμενη έτσι με τη χάρη του θείου Πνεύματος τον ουράνιο άρτο των σοφωτάτων θεωριών Του᾽ (῾Τον Ηλίαν ζηλούσα και Μωυσήν, πάνσεμνε, μήκει ημερών, ως εκείνοι νηστείαν ήνυσας, άρτον ουράνιον θεωριών σοφωτάτων δεχομένη χάριτι, του θείου Πνεύματος᾽) (ωδή γ´). ῾Κολλήθηκες, σεμνή, στον πόθο του Χριστού, γι᾽αυτό και έλιωσες το φρόνημα της σάρκας με τη νηστεία᾽(῾Κολληθείσα σεμνή τω του Χριστού πόθω, της σαρκός το φρόνημα διά νηστείας έτηξας᾽) (ωδή α´). ῾Επειδή πόθησες, σεμνή, να αποκτήσεις το έλεος του Θεού με ασκητικό τρόπο, γι᾽αυτό και δεν θέλησες τη μετάληψη του λαδιού από τα βρεφικά σου χρόνια, ευφραινομένη από τις επιδόσεις των ασκητικών σου κόπων᾽ (῾Τον έλεον του Θεού ασκητικώς επισπάσασθαι επιποθούσα, σεμνή, ελαίου μετάληψιν εκ βρέφους εξέκλινας, ιλαρυνομένη ταις των πόνων επιδόσεσιν᾽) (ωδή ς´).

Μακάρι ῾τη φιλόθεη γνώμη που απέκτησε η οσία, διά της οποίας ζει τώρα μαζί με τους αγγέλους᾽(ωδή ζ´) να αποκτήσουμε έστω και λίγο και εμείς. ῾Ταις της οσίας Ελισάβετ πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν᾽.



Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ



῾Η Μ. Σαρακοστή καθιερώθηκε ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας ἀκριβῶς γιά νά μᾶς προετοιμάσει νά ζήσουμε τήν Μεγάλη ῾Εβδομάδα μέ τόν τρόπο πού πρέπει: πνευματικά καί ὄχι τυπικά καί ἐξωτερικά. Μοιάζει ἡ περίπτωση μέ τήν σκληρή ἄσκηση καί προπόνηση πού κάνουν οἱ διάφοροι ἀθλητές, γιά νά φτάσουν μόνο καί μόνο στό νά ἀγωνιστοῦν σ᾽ ἕναν ἀγώνα πού μπορεῖ νά κρατήσει μόλις μερικά λεπτά ἤ δευτερόλεπτα. ῎Ετσι ἐκεῖνο πού ἀπαιτεῖ ἡ Μ. ῾Εβδομάδα φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ ἑτοιμότητα καί ἡ ἐγρήγορση ἑνός ἀθλητῆ, ἄρα ἡ ραθυμία καί ἡ ἀκηδία εἶναι τά στοιχεῖα ἀρνήσεως καί καταστροφῆς τοῦ πνεύματος πού τήν χαρακτηρίζει.

Ποῦ ὀφείλεται ἄραγε ἡ ἀπαίτηση αὐτή γιά μία τόσο μεγάλη προετοιμασία; Γιατί δέν μπορεῖ κανείς μέ ἄμεσο τρόπο, ἀπροϋπόθετα, νά μπεῖ μέσα στήν Μ. ῾Εβδομάδα;
῾Η Μ. ῾Εβδομάδα ἔχει ὡς περιεχόμενο ὅλα ἐκεῖνα τά συγκλονιστικά γεγονότα τοῦ Πάθους, ἀλλά καί τῆς ᾽Αναστάσεως τοῦ Κυρίου, μέ τά ὁποῖα κυρίως μᾶς ἀπολύτρωσε ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο. Πρόκειται δηλαδή γιά γεγονότα πού ἔχουν καθαρά πνευματικό χαρακτήρα καί κατά συνέπεια ἀπαιτοῦν πρός κατανόηση καί θέασή τους ἀνεπτυγμένες πνευματικές αἰσθήσεις. Οἱ πνευματικές αἰσθήσεις δέν γεννῶνται καί δέν ἀνταπτύσσονται αὐτομάτως καί χωρίς κόπο. Γιά νά τίς ἀποκτήσει κανείς χρειάζεται νά κοπιάσει, νά κουραστεῖ μέσα κυρίως ἀπό τόν ἀγώνα κατά τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος πού ἀντιστρατεύεται τό πνεῦμα (βλ. Γαλ. 5, 17). ῾Η Σαρακοστή λοιπόν ἔχει ὡς περιεχόμενο ἀκριβῶς τόν ἀγώνα αὐτόν, πού φανερώνεται μέσα ἀπό τήν νηστεία, τήν πιό ἔντονη καί συχνή προσευχή, τίς μετάνοιες, τίς ἀγρύπνιες. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ τό φῶς τοῦ ἥλιου. Γιά νά τό δεῖ κανείς χρειάζεται νά ἔχει ὑγιῆ τά μάτια του, ἀκέραιη τήν αἴσθηση τῆς ὁράσεώς του. ῎Ετσι καί μέ τό πνευματικό φῶς τῶν ἡμερῶν τῆς ῾Εβδομάδος αὐτῆς: δέν μπορεῖ κανείς νά τό δεῖ παρά στόν βαθμό πού ἔχει ὑγιᾶ τήν πνευματική του ὅραση. Τήν ἀλήθεια ὅτι τά γεγονότα εἶναι σάν τό φῶς τοῦ ἥλιου ἀκοῦμε καί στά τροπάρια τῆς πρώτης ἤδη ἡμέρας, τῆς Μ. Δευτέρας, ὅπως στό πολύ γνωστό: ῾Τά πάθη τά σεπτά ἡ παροῦσα ἡμέρα ὡς φῶτα σωστικά ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ᾽.

῾Υπάρχει ὅμως καί μία ἀκόμη ἀλήθεια πού θίγεται μέσα ἀπό τήν παρομοίωση πού κάνουμε καί πού ἐκφράζει πράγματι τό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας. ῞Οπως γιά νά δεῖ κανείς τό φῶς τοῦ ἥλιου ἀπαιτεῖται νά βρίσκεται μέσα στίς ἀκτίνες του, νά εἶναι δηλαδή μέτοχος τοῦ φωτός, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ κατανόηση καί ἡ θέαση τοῦ φωτός τῶν ἡμερῶν τῆς Μ. ῾Εβδομάδος σημαίνουν μετοχή σ᾽ αὐτό. Μέ ἄλλα λόγια παρακολουθεῖ καί κατανοεῖ τά γεγονότα τοῦ Πάθους καί τῆς ᾽Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖνος πού μετέχει σ᾽ αὐτά.

῾Υπό τό πνεῦμα αὐτό ἡ Μ. ῾Εβδομάδα δέν εἶναι μόνον ἡ πορεία τοῦ Χριστοῦ στά γεγονότα τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἡ πορεία ἡμῶν τῶν πιστῶν μαζί μέ τόν Χριστό. ῎Ετσι ἄν δέν δοῦμε τόν ἑαυτό μας κατά τίς ἡμέρες αὐτές μαζί μέ ᾽Εκεῖνον στό Μυστικό Δεῖπνο, στήν ἀγωνία τοῦ κήπου τῆς Γεθσημανῆ, στήν σύλληψή Του, στήν δίκη καί τήν καταδίκη Του, στά Πάθη καί τήν Σταύρωσή Του, ἀλλά καί στό ὑπερφυές γεγονός τῆς ᾽Αναστάσεώς Του, δέν θά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι πράγματι νιώσαμε τί σημαίνει Μεγάλη ῾Εβδομάδα. Κοντολογίς ἡ ῾Εβδομάδα αὐτή δέν εἶναι μόνον ἡ πρόκληση γιά νά γνωρίσουμε ἀπό πιό κοντά τόν ᾽Ιησοῦ, ἀλλά καί ἡ πρόκληση νά γνωρίσουμε ἀπό πιό κοντά καί τόν ἑαυτό μας. ῾Η Μ. ῾Εβδομάδα λειτουργεῖ πάντα ὡς ὁ πνευματικός καθρέπτης μας.

Μέ βάση τά παραπάνω, κανείς δέν ἔχει τό δικαίωμα νά γιορτάσει Πάσχα, ἄν προηγουμένως δέν περάσει ἀπό τήν συσταύρωσή του μέ τον Χριστό. Διότι Σταύρωση καί ᾽Ανάσταση εἶναι οἱ δύο πλευρές τοῦ ἴδιου γεγονότος, πού προϋποθέτουν κατ᾽ ἀνάγκην συμμετοχή καί βίωση.

Πῶς ὅμως σταυρώνεται κανείς μέ τόν Χριστό; Πῶς συμπορεύεται μαζί Του; Τήν ἀπάντηση τήν παίρνουμε ἀπό τήν ὑμνολογία καί πάλι τῆς Μ. Δευτέρας. ᾽Αφοῦ ὁ ὑμνογράφος ἀναφερθῆ στήν ἄνοδο τοῦ Κυρίου στά ῾Ιεροσόλυμα καί στά γεγονότα πού θά ἐπακολουθήσουν, σημειώνει: ῾Δεῦτε οὖν καί ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καί συσταυρωθῶμεν καί νεκρωθῶμεν δι᾽ αὐτόν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς᾽. ᾽Εμπρός κι ἐμεῖς οἱ πιστοί, μέ καθαρές τίς διάνοιες, ἄς πορευτοῦμε μαζί Του κι ἄς συσταυρωθοῦμε κι ἄς νεκρωθοῦμε γιά χάρη Του ὡς πρός τίς ἡδονές τοῦ βίου.
῾Η συσταύρωση δηλαδή μέ τόν Χριστό, πού κατανοεῖται ὡς νέκρωση τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, προϋποθέτει τήν κάθαρση τῆς διανοίας, τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας. Κι αὐτό θά πεῖ: μόνον μία καθαρή καρδιά μπορεῖ νά συμμετάσχει στά πάθη τοῦ Χριστοῦ, ἄρα καί νά γίνει μέτοχος καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του.

Πῶς καθαρίζεται ὅμως ὁ νοῦς καί ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου; ᾽Ασφαλῶς μέ τήν λήψη τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κανείς ἄλλος, ἐκτός ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά καθαρίσει τά ἔγκατα τῆς ὑπάρξεώς μας πού εἶναι ὁ νοῦς καί ἡ διάνοιά μας. ῾᾽Ελθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος᾽ λέμε στήν γνωστή προσευχή τοῦ ῾Βασιλεῦ Οὐράνιε᾽ ἀπευθυνόμενοι πρός τό Παράκλητον Πνεῦμα, ἐνῶ ὁ μεγάλος νηπτικός Διδάσκαλος τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιος Διάδοχος ἐπισημαίνει: ῾Νοῦν καθαρίσαι μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματός ἐστι᾽.

Καί τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἔρχεται στόν ἐσωτερικό μας κόσμο μέ τήν συμμετοχή στά μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας - ἰδίως στήν Θεία Εὐχαριστία, ὅταν βεβαίως ἐν μετανοίᾳ κανείς μετέχει σ᾽ αὐτήν - ἀλλά καί μέ ὅλη τήν προσπάθεια πού κάνουμε γιά νά τηρήσουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τίς ἐντολές τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι π.χ. ὁ ἀγώνας γιά τήν ἀπόκρουση τῶν πονηρῶν λογισμῶν, (σκέψεων καί εἰκόνων), ὁ ἀγώνας γιά ἔλεγχο τῶν λόγων μας, (ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού τά πάθη μας μᾶς ἐκβιάζουν νά ἀπαντήσουμε ὑβριστικά σέ ὑβριστική γιά μᾶς ἐπίθεση τῶν ἄλλων), ὁ ἀγώνας γιά μή διάπραξη ἁμαρτίας, (ἔστω κι ἄν οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες εἶναι ῾ἰδανικές᾽ γιά κάτι τέτοιο), εἶναι στήν πραγματικότητα ἀγώνας νά κρατήσουμε σταθερά μέσα μας τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἄρα καί καθαρή τήν ψυχή μας.

Τό λιγότερο λοιπόν πού ἔχουμε νά κάνουμε, ἄν θέλουμε στ᾽ ἀλήθεια νά ζήσουμε τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου καί ὡς δική μας ἀνάσταση, εἶναι νά ἀξιοποιήσουμε ὅλες τίς εὐκαιρίες πού μᾶς προσφέρει ἡ ᾽Εκκλησία μας τήν ῾Εβδομάδα αὐτή. Κι αὐτό σημαίνει: τακτική συμμετοχή στίς διάφορες ἀκολουθίες, συμμετοχή στό μυστήριο τῆς μετανοίας, τήν ἐξομολόγηση, συμμετοχή στήν Θεία Εὐχαριστία, πρόσκληση γιά μεγαλύτερο αὐτοέλεγχο καί προσφορά στόν συνάνθρωπο.

῎Ας εὐχηθοῦμε λοιπόν νά μήν εἶναι ἡ Μ. ῾Εβδομάδα μία παρένθεση στήν ζωή μας. Νά μήν ἐπανέλθουμε δηλαδή μετά τό πέρας της καί πάλι στά ἴδια ἁμαρτήματα, καί πάλι στήν ρηχή πεζότητα τῆς ζωῆς μας. Θά ἦταν πραγματικά ἅγιο νά ἐπικαλούμαστε τόν Θεό νά γίνει ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάδα μέ τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶναι φορτισμένη, τό περιεχόμενο ὁλόκληρης τῆς ζωῆς μας. Αὐτό ἀπαιτεῖ ἄλλωστε καί ἡ φυσιολογία μας ὡς χριστιανῶν, ὡς μελῶν δηλαδή τοῦ Κυρίου ἀπό τήν ὥρα πού βαπτισθήκαμε καί χριστήκαμε στό ἅγιο ὄνομά Του. 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ



῾῎Ηκουσαν οἱ ποιμένες τῶν ἀγγέλων ὑμνούντων τήν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καί δραμόντες ὡς πρός ποιμένα θεωροῦσιν τοῦτον ὡς ἁμνόν ἄμωμον, ἐν τῇ σαρκί Μαρίας βοσκηθέντα.

(Οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεέμ ἄκουσαν τούς ἀγγέλους νά ὑμνολογοῦν τήν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀφοῦ ἔτρεξαν γιά νά δοῦν ποιμένα βλέπουν αὐτόν σάν ἁγνό ἀρνάκι πού βοσκήθηκε στήν σάρκα τῆς Μαρίας).

῎Αν ἡ πρώτη στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἔχει ὡς περιεχόμενο τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, ἡ δεύτερη ἔχει τήν Γέννηση τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί τά γεγονότα πού συνδέονται μέ αὐτήν: τήν ἔλευση στήν φάτνη τῶν ποιμένων τῆς Βηθλεέμ, τήν προσκύνηση τῶν Μάγων, τήν φυγή στήν Αἴγυπτο.  ῾Η κλήση μάλιστα τῶν ποιμένων ἀπό τόν Κύριο προκειμένου αὐτοί νά γίνουν οἱ πρῶτοι θεατές καί προσκυνητές τῆς ἐνανθρώπησής Του εἶναι ἐκεῖνο πού προκαλεῖ τόν θαυμασμό τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου, ὁ ὁποῖος μετατιθέμενος στήν θέση τῶν ἁπλῶν αὐτῶν ἀνθρώπων ἀποπειρᾶται νά μᾶς κάνει μετόχους τῶν προφανῶς δοξολογικῶν συναισθημάτων τους μπροστά στό ὑπερφυσικό θέαμα: νά βλέπουν τόν Θεό ὡς μικρό παιδάκι μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Μητέρας Του, ὅπως ἕνα μικρό ἀρνάκι δίπλα στήν ἀμνάδα μάνα του.

1. Γιατί χαρακτηρίζουμε κλήση ἀπό τόν Κύριο τήν θαυμαστή ἐμπειρία πού ἔζησαν τότε μέ τήν Γέννηση τοῦ Κυρίου οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεέμ; Διότι κ α ί  ἡ ὅραση καί ἡ ἀκοή ἀγγέλων πού δοξολογοῦσαν τόν Κύριο καί τούς μηνοῦσαν νά πᾶνε στήν Βηθλεέμ γιά νά προσκυνήσουν τόν τεχθέντα Σωτήρα τοῦ κόσμου, κ α ί  ἡ διαπίστωση ἔπειτα ὅτι πρόκειται πράγματι περί τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ γίνονται μέ τήν χάρη ᾽Εκείνου: ὁ Θεός διανοίγει τίς πνευματικές αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν σχέση του μέ τόν ῎Ιδιο,  κάτι πού συνιστᾶ καί τήν χαρισματική θεωρούμενη ὥρα τῆς κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου  πρός σωτηρία. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με - ὅπως βεβαίωσε ἄλλωστε ἀργότερα ὁ Κύριος - ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Οἱ ποιμένες λοιπόν καλοῦνται νά προσεγγίσουν τό μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ. Γίνονται οἱ πρῶτοι αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου.
Καί τί βλέπουν; ᾽Ενῶ τρέχουν γιά νά δοῦν τόν ποιμένα, τόν ἀρχηγό, τόν Θεό Σωτήρα - ὅ,τι θαυμαστό καί μεγαλειῶδες ἔφερνε στήν σκέψη ἡ φαντασία τους -  βλέπουν μία Μάνα νά κρατᾶ ἕνα βρέφος. ᾽Αντί τοῦ ποιμένα τό ἄκακο ἀρνάκι, μᾶλλον τόν ποιμένα ὡς ἄκακο ἀρνάκι, κι αὐτό μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Μάνας του. ῾Η ἀνατροπή τῶν προσδοκιῶν καί τῶν δικῶν τους δεδομένων φαίνεται νά εἶναι ὁλοκληρωτική. ῾Ο Θεός τούς καθιστᾶ μετόχους τῆς ἄλλης λογικῆς μέ τήν ὁποία δρᾶ καί ἐνεργεῖ. ῎Οχι αὐτό πού ἐκεῖνοι νομίζουν, ἀλλά αὐτό πού ἡ παντοδύναμη ἐνέργειά Του ἐπιλέγει: τήν ταπείνωση ὡς ὁδό γιά τόν ἀλαζόνα καί ματαιόφρονα τοῦτο κόσμο. ῾῾Η ταπείνωσίς ἐστιν ἡ στολή τῆς Θεότητος᾽ (ἀββάς ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος).
῾Η στάση τους εἶναι μονόδρομος: ἡ δοξολογική ἀναφορά σ᾽ ᾽Εκεῖνον καί στήν Παναγία Μητέρα Του. ῾Ο ὑμνογράφος καταγράφει τό αὐτονόητο γι᾽ αὐτήν τήν περίπτωση: ὅ,τι προβληματισμό εἶχε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἐρχόμενος στήν Μαριάμ στήν πόλη τῆς Ναζαρέτ πού τόν ὁδήγησε νά ἀπευθυνθεῖ σ᾽ αὐτήν μέ τό ῾χαῖρε᾽, (βλ. π.χ. δοξαστικό ἑσπερινοῦ ἑορτῆς Εὐαγγελισμοῦ: ῾᾽Απεστάλη ἐξ οὐρανοῦ Γαβριήλ ὁ ἀρχάγγελος εὐαγγελίσασθαι τῇ Παρθένῳ τήν σύλληψιν· καί ἐλθών εἰς Ναζαρέτ, ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ τό θαῦμα ἐκπληττόμενος· ὅτι, Πῶς ὁ ἐν ὑψίστοις ἀκατάληπτος ὤν, ἐκ παρθένου τίκτεται!...Τί οὖν ἵσταμαι, καί οὐ λέγω τῇ Κόρῃ; Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά Σοῦ...᾽), τό ἴδιο γίνεται καί μέ τούς ποιμένες: ῾...ἥν ὑμνοῦντες εἶπον: Χαῖρε...᾽

2. Οἱ ποιμένες συνιστοῦν τύπο γιά τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Στό πρόσωπό τους καί στήν κλήση τους βλέπουμε αὐτό τό ὁποῖο διαδραματίζεται σέ κάθε ἐποχή προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά συναντήσει τόν Σωτήρα Χριστό. Τί ἐννοοῦμε;
Πέραν τῶν μή χριστιανῶν οἱ ὁποῖοι ὄντως γιά νά πλησιάσουν τόν Κύριο ἀπαιτεῖται νά δεχθοῦν σάν τούς ποιμένες ἔξωθεν κλήση ἀπό τόν Θεό, καί οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοί γιά νά εἶναι ἐν ἐπιγνώσει χριστιανοί ἀπαιτεῖται νά νιώσουν τήν ἐκ τῶν ἔσω, ἀπό τήν καρδιά τους, ἐνέργεια τῆς χάρης ᾽Εκείνου. Μπορεῖ ὁ χριστιανός δηλαδή ὡς βαπτισμένος νά ἔχει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ἄν δέν ἔχει ἀνοικτούς ὅμως τούς πνευματικούς ὀφθαλμούς του καί τίς λοιπές αἰσθήσεις του, ἡ χάρη αὐτή θά παραμένει ἐσαεί μέσα του κρυμμένη. Καί οἱ χριστιανοί λοιπόν χρειαζόμαστε τήν νύξη τοῦ Θεοῦ γιά νά δοῦμε αὐτό πού εἶναι πρό ὀφθαλμῶν μας ἀλλά δέν τό βλέπουμε.
῎Επειτα. ῞Οπως οἱ ποιμένες ἐρχόμενοι νά δοῦν τόν Σωτήρα συναντοῦν τήν Μάνα Παναγία νά κρατᾶ τό βρέφος Κύριο, ἔτσι καί ὁ κάθε ἄνθρωπος: στήν πορεία του νά συναντήσει τόν Χριστό θά βλέπει ὅτι συναντᾶ τήν Μάνα Παναγία, στό πρόσωπο ὅμως τῆς ᾽Εκκλησίας. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἐπιμένουν ἀδιάκοπα στήν προβολή τῆς ἀλήθειας ὅτι ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τύπο τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί τοῦτο γιατί ὅπως ἐκείνη γέννησε τόν Χριστό, ἔτσι καί ἡ Μάνα ᾽Εκκλησία, σάν ἄλλη Παναγία, γεννᾶ Αὐτόν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, μέσα ἀπό τήν κοιλιά της τήν ἁγία κολυμβήθρα. Συνεπῶς ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ ἔξω ἀπό τό ζωντανό σῶμα Του τήν ᾽Εκκλησία δέν ὑπάρχει.  ῾Ο ἱδρυτής τῆς ᾽Εκκλησίας, Αὐτός πού διακρατεῖ τά πάντα στά χέρια Του, ἀρέσκεται νά προσφέρεται ἐκεῖ πού θά πραγματοποιεῖται ἡ σύναξη τῶν πιστῶν Του στό ὄνομά Του. ῾Οὗ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν᾽.
Καί βεβαίως τό σημαντικότερο. ῎Αν οἱ ποιμένες γίνονται μέτοχοι τῆς ἄλλης λογικῆς μέ τήν ὁποία δρᾶ ὁ Θεός στόν κόσμο, τό ἴδιο ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος. Δηλαδή ἡ θέα τοῦ Χριστοῦ, ἡ εὕρεσή Του δέν θά γίνεται μέ τούς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. ᾽Εκεῖ πού θά σπεύδει κανείς νά βρεῖ τόν παντοδύναμο Κύριο, ἐκεῖ θά βλέπει αὐτό πού ἀνθρωπίνως φαίνεται κοινό ἤ ἀδύνατο: τόν Χριστό στό ψωμί καί τό κρασί τῆς θείας Εὐχαριστίας, στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου, στό πρόσωπο τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ.  ῾Η πρόκληση τοῦ Θεοῦ γιά ὑπέρβαση τῶν ἀνθρωπίνων δεδομένων ὑφίσταται πάντοτε. ῾Η πίστη θά εἶναι ἡ μόνιμη προϋπόθεση ὅρασής Του.

3. Τί ἦταν ἐκεῖνο ὅμως πού ῾εἶχαν᾽ οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεέμ καί δέν τό εἶχαν ἴσως ἄλλοι τῆς ἐποχῆς τους, γιά νά γίνουν οἱ πρῶτοι θεατές τοῦ ὑπέρ φύσιν γεγονότος τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ; ῎Οχι βέβαια κάποια ἀναμαρτησία – διότι ῾πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ᾽ - ἀλλά τήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς τους. Οἱ ποιμένες προφανῶς δέν εἶχαν πωρωθῆ καί σκληρυνθῆ ἐσωτερικά μέ τήν πονηρία. Μπορεῖ νά ἦσαν ὑπό τό καθεστώς τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά διατηροῦσαν κάποια καλά ἀποθέματα ἀπό τό κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶχαν δηλαδή καλή διάθεση. Κι αὐτό τελικῶς φαίνεται νά εἶναι ἐκεῖνο πού ἑλκύει τόν Θεό γιά νά παράσχει τήν χάρη Του στό λογικό αὐτό πλάσμα του. ῞Οπου μέ ἄλλα λόγια ἔχουμε καλή διάθεση, ἄς ὑπάρχει καί ἀπιστία καί ἁμαρτία, ἐκεῖ δέν θά ἀργήσει νά φανεῖ ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, τήν ἄλλη Μάνα Παναγία, ὅπως εἴπαμε, (ὅταν πρόκειται γιά ἀβαπτίστους), ἤ τήν ὀρθή ἔνταξη σ᾽ αὐτήν, (ὅταν πρόκειται γιά βαπτισμένους  ἀλλά χωρίς ἐπίγνωση).
᾽Εκεῖνο πάντως πού θά ἀποτελεῖ τήν ἐπιβεβαίωση σέ κάθε περίπτωση ὅτι κινούμαστε σωστά καί ὅτι βρήκαμε τόν ἀεί ζητούμενο Χριστό θά εἶναι καί ἡ δική μας στάση δοξολογίας ἀπέναντι σ᾽ Αὐτόν καί τήν Παναγία Μητέρα Του, ὅπως συνέβη καί μέ τούς ποιμένες.  ῞Οσο τά ῾χαῖρε᾽ δέν θά λείπουν ἀπό τήν δική μας καρδιά καί τό στόμα μας μποροῦμε νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καί σέ ἐμᾶς, ὅτι δηλαδή εἴμαστε μέσα στό φῶς τῆς θέας Του.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ



Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ...καθαριεῖ τήν συνείδησιν ὑμῶν ἀπό νεκρῶν ἔργων εἰς τό λατρεύειν Θεῷ ζῶντι᾽ ( ῾Εβρ. 9, 14)

α. ῾Η Κυριακή Ε´ Νηστειῶν ἀποτελεῖ τήν ἀπαρχή τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Σαρακοστῆς. Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου σημαίνει τήν λήξη τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἐνῶ ἡ ἑπομένη, ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων, θεωρεῖται τό ὅριο εἰσόδου στήν Μεγάλη ῾Εβδομάδα. Τά ἀναγνώσματα λοιπόν τῆς σημερινῆς ἡμέρας εἶναι εὐνόητο ὅτι ἀναφέρονται στήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου, τό μέν εὐαγγελικό στήν προαναγγελία τοῦ Πάθους καί τῆς ᾽Αναστάσεως τοῦ Κυρίου ἀπό τόν ῎Ιδιο στούς μαθητές Του, (οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσαν νά κατανοήσουν τό τί τούς ἀποκαλύπτει), τό δέ ἀποστολικό ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή στό σωτηριῶδες ἀποτέλεσμα πού ἔφερε τό αἷμα τοῦ Κυρίου ἐπί τοῦ Σταυροῦ, τήν κάθαρση τῆς συνείδησης τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μποροῦν νά λατρεύουν τόν ζωντανό καί ἀληθινό Θεό. ῾Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ...καθαριεῖ τήν συνείδησιν ὑμῶν ἀπό νεκρῶν ἔργων εἰς τό λατρεύειν Θεῷ ζῶντι᾽.

β. 1. ῾Η λατρεία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ εἶναι λοιπόν κατά τόν ἀπόστολο τό ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Αὐτό πού δέν μποροῦσε νά πράξει ὁ ἄνθρωπος μέχρι τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου, νά δεῖ καί νά λατρεύσει τόν ἀληθινό Θεό, λόγω τῆς ἁμαρτίας πού ὡς φράγμα εἶχε τεθεῖ μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Δημιουργοῦ του, γίνεται πραγματικότητα μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου, κατεξοχήν δέ μέ τό Πάθος Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ( Γέννηση καί Σταυρός εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένα), ἐπί τοῦ ῾Οποίου ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, ῾καταργεῖ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας ἐν τῇ σαρκί Αὐτοῦ᾽ καί συνεπῶς καταλάσσει, συμφιλιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ο ἄνθρωπος πιά ἐν Χριστῷ, ἐνσωματωμένος σέ ᾽Εκεῖνον, μπορεῖ νά σχετιστεῖ μέ τόν Θεό, μπορεῖ δηλαδή ἐν Πνεύματι ἁγίῳ νά κράξει ῾ἀββᾶ, ὁ Πατήρ᾽, νά πεῖ τόν Θεό ῾Πατέρα᾽, ἔχοντας παρρησία ἐνώπιόν Του, γιατί καθάρισε τήν ζοφωμένη εἰκόνα Αὐτοῦ στήν συνείδησή του ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, συνεπῶς ἄνοιξε ἐκ νέου τόν ἀπαρχῆς προορισμό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁμοίωσή του μέ τόν Θεό.
Κι εἶναι τοῦτο ἡ βασικότερη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, ἡ ὁποία ἀπό τήν μία τονίζει τόν ἀπόλυτο καί μοναδικό χαρακτήρα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας - ῾οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽, καί: ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ θύρα,  δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται᾽ -  ἀπό τήν ἄλλη ἐνῶ ἀναγνωρίζει τά θετικά στοιχεῖα τῆς κάθε θρησκείας ὡς ἀναζήτησης τοῦ ἐσκοτισμένου ἀνθρώπου πρός εὕρεση τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖ ὅτι οἱ θρησκεῖες ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους τελικῶς σέ ἀδιέξοδο, διότι λατρεύουν  δαιμονίοις καί οὐ Θεῷ᾽, ἤ τά ἀποθεωμένα ἀπό τούς ἀνθρώπους ψεκτά πάθη τους. Κατά τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾πάντες ὅσοι ἦλθον πρό ἐμοῦ κλέπται εἰσί καί λησταί᾽, συνεπῶς ὁ βόρβορος τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταταται σ᾽ αὐτόν, μέχρις ὅτου βρεῖ τόν Κύριο καί καθαριστεῖ ἀπό τό Πνεῦμα Του.

2. Κι εἶναι γνωστό βεβαίως ὅτι μιλώντας γιά κάθαρση τῆς συνειδήσεως ὡς ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου ἐννοοῦμε τήν ἐπί προσωπικοῦ ἐπιπέδου βίωσή της, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν ᾽Εκκλησία. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι βεβαίως ὁ Κύριος ὡς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός ῾ἦρε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽ ἐπί τοῦ Σταυροῦ, λυτρώνοντας τόν ἄνθρωπο σέ ἕνα γενικό ἐπίπεδο, ὅμως ἡ ἐνεργοποίηση τῆς λύτρωσης αὐτῆς γιά τόν κάθε ἄνθρωπο μεμονωμένα πραγματοποιεῖται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐνσωματωθεῖ στόν Χριστό μέ τήν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. ῞Οποια δωρεά λοιπόν ἀπέρρευσε ἀπό τόν Σταυρό, αὐτή γίνεται μεθεκτή στόν πιστό προσωπικά μέ τά παραπάνω μυστήρια, ἐνῶ ἐπεκτείνεται καί ἐπαυξάνεται κάθε φορά πού ὁ πιστός ἐν μετανοίᾳ μετέχει στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός ἀπό χριστολογικό, ἔχει σαφῶς καί ἐκκλησιολογικό χαρακτήρα.

3. ῎Ετσι ἡ κάθαρση τῆς συνειδήσεως ὡς ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἀναγκαστική φορά πρός τήν ἁμαρτία - ὅ,τι ὀνομάζουμε συνέχεια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῆς φθορᾶς συνεπῶς πού φέρνει αὐτό – θεωρεῖται ὅρος γιά νά σχετίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό. Θεός καί βρώμικη συνείδηση ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι πραγματικότητες ἀσυμβίβαστες. ῾Ο ἀπόλυτα καθαρός Θεός ἐπαναπαύεται μόνο στήν καθαρή ἀπό τίς ἁμαρτίες συνείδηση τῶν ἁγίων Του.  Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ναί μέν καθαρίστηκε ἅπαξ ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, διά τοῦ ὁποίου ὅπως εἴπαμε γεύεται ὁ ἄνθρωπος τήν δωρεά τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν ἁμαρτία ἐν τῷ αἵματι τοῦ Κυρίου, ὅμως ἐλλοχεύει ἀδιάκοπα ὁ κίνδυνος στήν ζωή αὐτή ἐκπτώσεως καί πάλι στήν ἁμαρτία καί συνεπῶς ἀμαυρώσεως τῆς συνειδήσεως. ῾Η λήθη δυστυχῶς, ἡ λησμονιά δηλαδή τῶν δωρεῶν τῆς πίστεως, εἶναι ἡ μόνιμη ἀπειλή γιά τό μέλος τοῦ Χριστοῦ. Λίγο νά μήν προσέξει ὁ πιστός ἐκπίπτει ἀπό τό ὕψος τῆς θέσης του ὡς προέκτασης τοῦ Χριστοῦ καί φανέρωσής Του μέσα στόν κόσμο, πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν εἶναι δεδομένη καί ἡ ἐναντίωση σέ αὐτόν τοῦ πονηροῦ διαβόλου, πού κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.  
῾Η καθαρή συνείδηση λοιπόν ἐνῶ θεωρεῖται κάτι δεδομένο γιά τόν πιστό λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀποτελεῖ ταυτοχρόνως  καί ἕνα μόνιμο ζητούμενο. Κι αὐτό τό ζητούμενο συνιστᾶ αὐτό πού ὀνομάζεται πνευματική καί ἀσκητική ζωή στήν ᾽Εκκλησία. Μέ ἄλλα λόγια ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ ἀφότου ἐνσωματώθηκε στήν ᾽Εκκλησία εἶναι πῶς θά διακρατήσει τήν καθαρότητα τῆς συνειδήσεώς του, πῶς δηλαδή θά διακρατήσει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού τοῦ δόθηκε στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ὥστε νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, νά λατρεύει τόν ζωντανό Θεό κατά τήν ἀρχική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου.

4. Κι ἐννοεῖται ὅτι μιλώντας μέ τόν τρόπο αὐτόν γιά τήν συνείδηση τοῦ πιστοῦ,  ἀπό τήν καλή ἤ τήν κακή κατάσταση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του, τήν κατανοοῦμε μέ τήν πνευματική της διάσταση. Δέν ἐννοοῦμε δηλαδή ὡς συνείδηση μόνο τήν ψυχολογική ἐκδοχή της: τήν αἴσθηση καί  ἐπίγνωση γιά παράδειγμα τοῦ ἑαυτοῦ ὡς ξεχωριστῆς ὀντότητος στόν κόσμο, διότι ναί μέν ἡ ἐκδοχή αὐτή εἶναι αὐτονόητα δεκτή, δέν εἶναι ὅμως ἐπαρκής γιά τήν θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Γιά τήν ᾽Εκκλησία μας ἡ συνείδηση θεωρήθηκε ἐξαρχῆς τῆς δημιουργίας παράλληλα μέ τήν φύση τό σκαλοπάτι πού ὁδηγεῖ σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως δηλαδή διά τῆς φύσεως ὁδηγούμαστε σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί μέ τήν συνείδηση: δόθηκε στόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό γιά νά μπορεῖ νά στήνει τήν σχέση του μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Δύο διδάσκαλοι γεγόνασιν ἡμῖν ἐξαρχῆς, ἡ κτίσις καί τό συνειδός᾽ κατά τόν ἀββᾶ Δωρόθεο.
Γιά νά πεῖ ὁ ἴδιος βιβλικοπατερικά πιό συγκεκριμένα: ῾῞Οταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο, ἔσπειρε μέσα του κάτι τό θεῖο, ἕναν ζωηρό καί φωτεινό λογισμό πού ἦταν σάν σπινθήρας, φώτιζε τόν νοῦ καί τοῦ ἔδειχνε νά διακρίνει τό καλό καί τό κακό. Τοῦτο καλεῖται συνείδηση, πού εἶναι ὁ φυσικός νόμος. Αὐτόν τόν νόμο, δηλαδή τήν συνείδηση, ἀκολουθώντας οἱ πατριάρχες καί ὅλοι οἱ ἅγιοι πρίν ἀπό τόν γραπτό νόμο εὐαρέστησαν τόν Θεό. ῞Οταν αὐτή καταχώθηκε καί καταπατήθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους προοδευτικῶς διά τῆς ἁμαρτίας, χρειαστήκαμε τόν γραπτό νόμο, χρειαστήκαμε τούς ἁγίους προφῆτες, χρειαστήκαμε τήν ἴδια τήν ἐπιδημία τοῦ Δεσπότη μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ γιά νά τήν ξεσκεπάσει καί νά τήν ἀνοικοδομήσει, γιά νά ἀναζωογονήσει ἐκεῖνον τόν καταχωσμένο σπινθήρα διά τῆς φυλάξεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν του. Στό χέρι μας λοιπόν εἶναι τώρα πιά ἤ νά τήν καταχώσουμε πάλι ἤ νά τήν ἀφήσουμε νά λάμπει καί νά μᾶς φωτίζει, ἐάν πειθόμαστε σ᾽ αὐτήν...῎Ας προσπαθήσουμε λοιπόν νά φυλάξουμε τήν συνείδησή μας, ὅσο εἴμαστε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, χωρίς νά τῆς δώσουμε χῶρο νά μᾶς ἐλέγξει γιά κάτι, χωρίς νά τήν καταπατοῦμε σέ κάτι, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἐλάχιστο. Διότι γνωρίζετε ὅτι ἀπό τά μικρά αὐτά καί θά λέγαμε εὐτελῆ ἐρχόμαστε στήν καταφρόνηση καί τῶν μεγάλων᾽.

γ. Νά λατρεύουμε σωστά τόν ἀληθινό Θεό μας. Δηλαδή νά ζοῦμε σωστά τήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή ζωή. ᾽Αλλά μέ παράλληλο ἀγώνα ἐπιμέλειας τῆς συνειδήσεώς μας: ῾ὡς πρός τόν Θεό, ὡς πρός τόν συνάνθρωπο, ὡς πρός τά πράγματα᾽ (ἀββᾶς Δωρόθεος), πού σημαίνει ἀγώνα πάνω στήν ὁδό τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί στήν μετάνοια. Χωρίς τόν ἀγώνα αὐτόν ἡ συνείδηση δέν μᾶς μιλᾶ, ἤ κι ἄν μᾶς μιλᾶ, καθοδηγεῖ λανθασμένα.  Αὐτήν τήν μετάνοια ὡς διαρκές πνευματικό βίωμα πού καθαρίζει τήν συνείδησή μας  προβάλλει πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας, κατεξοχήν  σήμερα μέ τό συγκλονιστικό παράδειγμα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Μέσα στήν ἀσωτία βουτηγμένη αὐτή ἐπί δεκαετίες, ἀνταποκρίθηκε στήν κλήση μετανοίας τοῦ Θεοῦ, ἐπιμελήθηκε τήν συνείδησή της, τήρησε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχθηκε σέ ἐξαίρετο μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πού λατρεύει ἀέναα πιά τόν ζωντανό Θεό καί πρεσβεύει καί γιά ἐμᾶς.