Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ

«Ο όσιος Νικηφόρος γεννήθηκε το 1890 στο Σηρικάριο της Κισάμου από ευσεβείς γονείς και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Παιδί ακόμη έμεινε ορφανός και διαπαιδαγωγήθηκε από τον παππού του. Σε νεαρή ηλικία πήγε στα Χανιά για να εργαστεί μαθητεύοντας στην κομμωτική τέχνη. Πρώτη φορά στα δεκαέξι του τού εμφανίστηκε σημάδι της λέπρας. Για να μη κλειστεί λοιπόν στη Σπιναλόγκα έφυγε κρυφά και πήγε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η νόσος όμως προχωρούσε και με  προτροπή ιεράρχη της Αλεξάνδρειας προσήλθε στο λωβοκομείο της Χίου, κοντά στον άγιο Άνθιμο (Βαγιανό) που φρόντισε για την εισαγωγή του στο ίδρυμα. Ο άγιος Άνθιμος έγινε ο Γέροντάς του και κάνοντάς του απόλυτη υπακοή ντύθηκε το αγγελικό σχήμα, παίρνοντας το όνομα Νικηφόρος. Μετά παρέλευση σαραντατριών ετών, οδηγήθηκε στον αντιλεπρικό σταθμό της Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, όπου πέρασε το υπόλοιπο του βίου του, λάμποντας ως αστέρας υπομονής και προσευχής. Κοιμήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1964, αφήνοντάς μας παράδειγμα καρτερίας αλλά και τα μυρωμένα λείψανά του ως ιατρείο για κάθε αρρώστια». 

 

Ο υμνογράφος του οσίου Νικηφόρου αφορμάται καταρχάς από το όνομά του για να πει ότι όλη η ζωή του υπήρξε νικηφόρα, δηλαδή κατήγαγε συνεχείς πνευματικές νίκες απέναντι στα πάθη του, στον Διάβολο, στον «άγγελο σατάν» τη βδελυκτή λέπρα. Κι έπειτα μας καθοδηγεί στην αιτία που τον οδήγησε στις νίκες: την πίστη του στη ζωντανή παρουσία του Θεού που έχει «αριθμημένες και τις τρίχες της κεφαλής μας», οπότε αντίστοιχη ήταν και η θεώρηση από τον άγιο της αρρώστιας του: ήταν μία παραχώρηση της αγάπης Του, προκειμένου να τον ωθήσει σε πνευματική ύψη. «Χριστέ, η ψυχή του οσίου σου αποδείχτηκε δόκιμη, γιατί θεώρησε τη λέπρα της σάρκας του σαν δόση της πρόνοιάς Σου».

Ο υμνογράφος επισημαίνει ότι ο όσιος Νικηφόρος ζούσε κάτι παρόμοιο με τον απόστολο Παύλο, ο οποίος προσευχόμενος σε μεγάλη δοκιμασία του στον Κύριο άκουσε από τον Ίδιο να του λέει ότι «του αρκεί η χάρη Του» και δεν πρόκειται να τον θεραπεύσει. Το ίδιο λοιπόν και με τον Νικηφόρο: η κάθε προσευχή του προς ίαση προσέκρουσε σε άρνηση του Κυρίου. «Περιφέροντας τη νόσο στη σάρκα κραύγαζες τη φωνή του Παύλου: μου δόθηκε ο σκόλοπας να με κολαφίζει με διαφόρους τρόπους, για να μην υπερηφανεύομαι. Διότι η δύναμη του Θεού φτάνει στην τελείωσή της με την αρρώστια Γι’  αυτό μου αρκεί η χάρη που έλαβα, Κύριε».

Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί τελικώς η σημαντικότερη αρετή που καλλιέργησε ο όσιος ήταν η καρτερία: η ψυχική δύναμη δηλαδή και η υπομονή. Θα μπορούσε να λέγεται «Νικηφόρος ο καρτερόψυχος» -  ο άνθρωπος της υπομονής, ο δεύτερος Ιώβ, «ο εστεμμένος με τον κότινο της νίκης εν Πνεύματι από τα χέρια του ίδιου του Κυρίου». Και αναδείχθηκε ίσως «και υπέρτερος του Ιώβ», διότι το «γιατί, Κύριε» δεν έφτασε ποτέ στα δικά του χείλη.

Ο υμνογράφος διαπιστώνει το αυτονόητο: για να φτάσει σε αυτό το αποστολικό ύψος ο Νικηφόρος, εκτός από τα ασκητικά μέσα της προσευχής, της νηστείας, της γονυκλισίας, χρησιμοποίησε και τα «βαθύτερα» της Ορθόδοξης Παράδοσης: πρώτον, την υπακοή σε άγιο Γέροντα, τον Άνθιμο της Χίου, δεύτερον, την καταφυγή στην υπεραγία Θεοτόκο. «Προ πολλού ο Άνθιμος σε κατεύθυνε ως κυβερνήτης και προσόρμισε την ψυχή σου στον Παράδεισο» σημειώνει. (Κι ως καθαρός μάλιστα στην ψυχή έγινε αυτόπτης θαυμασίων γεγονότων του αγίου Ανθίμου, τα οποία κατέγραψε προς ωφέλεια των αναγνωστών). Κι έπειτα, η καταφυγή στη Θεοτόκο, που ο Νικηφόρος αγαπούσε υπερβαλλόντως και μπροστά στο εικόνισμά Της καθημερινώς προσευχόταν γονατιστός. Η περιγραφή του υμνογράφου είναι συγκινητική. «Καρτερικά πέρασε τη ζωή του ο Νικηφόρος ο λεπρός, μπροστά στην εικόνα σου Θεοτόκε, της Υπακοής όπως λέγεται, κραυγάζοντας κατά τα απόδειπνα: «ω Νύμφη, χαίρε ανύμφευτε».

Ο όσιος Νικηφόρος είναι οικουμενικός άγιος με απέραντη αγάπη για όλους. Αλλά δεν παύει και να αγαπά ιδιαιτέρως, λέει ο υμνογράφος του, τους τόπους απ’ όπου πέρασε: Κίσαμο, Χανιά, Αλεξάνδρεια, Χίο, Αθήνα. Να τον παρακαλούμε κι εμείς να μας έχει στις δεήσεις του και στην αγκάλη του. Κι ιδίως τώρα που ο κόσμος όλος ταλαιπωρείται από διάφορες πανδημίες, πρέπει να καταφεύγουμε σ’ αυτόν που μπορεί να μας καταλάβει ολωσδιόλου, αφού κι εκείνος διήλθε τη ζωή του με τη λοιμώδη νόσο της εποχής του και την αντιμετώπισε με τρόπο πνευματικό:  με υπομονή, με προσευχή, με δοξολογία του Θεού. 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΣ

«Ο όσιος Θεόκτιστος που εορτάζουμε σήμερα, είναι άλλος από τον όσιο Θεόκτιστο, τον συνασκητή του αγίου μεγάλου Ευθυμίου, που εορτάζουμε τον Σεπτέμβριο.  Ο σημερινός υπήρξε ηγούμενος  στην ιερά μονή Κουκουμίου  της Σικελίας. Από νωρίς η μεγάλη αγάπη του προς τον Χριστό τον έστρεψε προς τον μοναχικό βίο και αποδύθηκε σε επίμονες προσευχές και σε μεγάλη εγκράτεια. Η ενάρετη ζωή του εκτιμήθηκε σύντομα, γι’ αυτό και έγινε ιερέας, αργότερα δε του ζητήθηκε να γίνει ηγούμενος στο μοναστήρι που ασκείτο.  Η πραότητα του χαρακτήρα του και η μεγάλη του ανεξικακία υπήρξαν παροιμιώδεις, με αποτέλεσμα ο λόγος του να γίνεται εύκολα αποδεκτός από τους μοναχούς του και τους πιστούς που συνέρρεαν στο μοναστήρι του. Έζησε αρκετά χρόνια και αναπαύτηκε εν Κυρίω ειρηνικά».

 

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον όσιο Θεόκτιστο, ποίημα του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους, επικεντρώνουν στην κατά Χριστό πολιτεία του οσίου, ιδίως μετά την αποταγή του κόσμου και τον εγκλεισμό του στο μοναστήρι του.  Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Θεοφάνης μας παρουσιάζει με καθαρότητα την πορεία θεώσεως του οσίου ασκητή. Και εν πρώτοις τονίζει το κίνητρο για την απομάκρυνσή του από την κοσμική σύγχυση. Δεν ήταν μία απογοήτευση  ή μία απελπισία από την εμπαθή προσκόλληση στα του κόσμου, μολονότι και τέτοιες περιπτώσεις αποταγής υπάρχουν χωρίς να καταδικάζονται από τους αγίους της Εκκλησίας μας. Το κίνητρό του ήταν ό,τι πιο ανώτερο, ευγενές και υγιές υφίσταται στην πνευματική ζωή της πίστεως, δηλαδή ο σφοδρός πόθος του για τον Χριστό: αυτός του έδωσε φτερά προκειμένου να φύγει από τη σύγχυση που δημιουργεί συνήθως ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος. «Απέκτησες πτερά από τον πόθο του Χριστού και μεταρσιώθηκες, ξεφεύγοντας από την κοσμική σύγχυση. Γι’ αυτό και προσχώρησες στα κοπιώδη σκάμματα της ασκήσεως και έζησες με εγκράτεια σαν άγγελος».

Από κει και πέρα, πληγωμένος από τον έρωτα του Χριστού, προσπαθούσε να ακολουθήσει τα ίχνη Εκείνου, νεκρώνοντας το όποιο αμαρτωλό φρόνημα κινούσε εντός του ο αρχέκακος διάβολος και δεχόμενος  στην καρδιά του την ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει η χάρη του Πνεύματος στον άνθρωπο, χωρίς δική του συνέργεια απομακρύνσεως από τα σκιρτήματα της αμαρτίας. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο υμνογράφος του οσίου είναι σαφής: «Όταν καταπληγώθηκες στην ψυχή, από τον θείο έρωτα, παμμάκαρ, σηκώνοντας τον σταυρό σου, με χαρά ακολούθησες τον σταυρωμένο Χριστό. Κι αφού νέκρωσες το αμαρτωλό φρόνημα με την εγκράτεια, δέχτηκες τη ζωντανή ενέργεια του αγίου Πνεύματος». Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός του αγίου υμνογράφου ως προς την επίπονη σκληρή άσκηση του οσίου Θεοκτίστου: «χαίρων». Ο όσιος ασκητής σήκωνε τον σταυρό του και ακολουθούσε με συνέπεια τον σταυρό του Χριστού όχι με κατήφεια, όχι με ψυχική πίεση και στενοχώρια – δείγματα ότι δεν υφίσταται στην πραγματικότητα η αγάπη προς τον Χριστό – αλλά με χαρά. Κι αυτό ακριβώς είναι το γνώρισμα της ειλικρινούς αγάπης σ’ Εκείνον: ασκώ βία στον εαυτό μου, «νεκρώνω» -  με την έννοια του μεταστρέφω - τα αμαρτωλά πάθη μου, προκειμένου να έχω ζωντανή την παρουσία του Χριστού μέσα στην ύπαρξή μου. Κι αυτό γίνεται με χαρά. Μόνον στην αρχή της ασκητικής προσπάθειας μπορεί να υπάρξει στενοχώρια, όπως όταν ανάβει κανείς ένα ξύλο μπορεί στην αρχή να βγάλει καπνιά, έπειτα όμως η χαρά της χάρης του Θεού γλυκοχαράζει στην ψυχή και γίνεται αγαλλίαση και παρηγοριά και στην ψυχή και στο σώμα.

Η ασκητική αυτή πορεία καθάρσεως του οσίου Θεοκτίστου, πορεία επί τα ίχνη του Ιησού με τη χάρη Εκείνου και αυτονοήτως μέσα σε εκκλησιαστικά πλαίσια, δεν είχε διαλείμματα. Διάλειμμα, όπως όλοι γνωρίζουμε, στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν. Όποιος προσπάθησε να «ξεκουραστεί», να κάνει διάλειμμα, είδε ότι αυτομάτως οπισθοχώρησε. Ή προχωρεί κανείς προς τα εμπρός ή δυστυχώς γκρεμίζεται. «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει» απεκάλυψε ο Κύριος. Αυτό βλέπουμε, κατά τον υμνογράφο μας, και στη ζωή του οσίου Θεοκτίστου. Ο νους του υπήρξε άγρυπνος, γιατί έσπευδε να δει μέσα του να ανατέλλει το φως του Θεού. Είχε γίνει, όπως σημειώνουν όλα τα ασκητικά κείμενα, «όλος μάτια». «Προσφέροντας αδιάκοπα ξάγρυπνο νου, θεόφρον πάτερ, κοίμισες εντελώς τα ψυχοφθόρα πάθη, επειδή βιαζόσουν να φθάσεις στη θεϊκή αυγή, στη λαμπρότητα του άδυτου φωτός αυτών που ευφραίνονται και στο οποίο κατοικούν». Με άλλα λόγια ο όσιος Θεόκτιστος αγωνίστηκε να κρατήσει ανόθευτο αυτό που δήλωνε το όνομά του: «Θεού κτίσις». Γι’ αυτό ακριβώς κατά τον άγιο Θεοφάνη και τον τιμούμε και τον γεραίρουμε. «Έγινες ανόθευτη κτίση Θεού, Θεόκτιστε, γιατί δεν νόθευσες το κάλλος της ψυχής σου, όσιε, με τις κηλίδες των αμαρτημάτων. Αντίθετα, ομόρφυνες τον εαυτό σου με τις επιδόσεις των καλών και ωραίων, γι’ αυτό και σε δοξάζουμε».

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ (2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

 

«Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε (1759) στο Κουρσκ της Ρωσίας και  ονομάσθηκε Πρόχορος. Σε ηλικία δέκα ετών, ορφανός από πατέρα,  άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά. Τον θεράπευσε θαυματουργικά η Παναγία, η οποία του εμφανίστηκε στον ύπνο του και του υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει, κάτι που έγινε κατά τη διάρκεια μίας λιτανείας, κατά την οποία η εικόνα της Θεοτόκου λόγω βροχής μεταφέρθηκε στην αυλή του σπιτιού του, οπότε και η μητέρα του τον πέρασε κάτω από την εικόνα Της. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.

Νέος πηγαίνει να μονάσει στη μονή του Σάρωφ, όπου μετά οχτάχρονη δοκιμασία εκάρη μοναχός και στη συνέχεια διάκονος. Ως Διάκονος, ασκώντας κυρίως την ταπείνωση,  παρέμενε όλη την ημέρα στο Μοναστήρι τηρώντας με ακρίβεια τους μοναχικούς κανόνες. Το βράδυ όμως αποσυρόταν στο δάσος σ’ ένα κελί, προσευχόμενος μέχρι το πρωί. Το 1793 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ξεκίνησε μεγαλύτερους πνευματικούς αγώνες. Με την ευλογία του ηγουμένου εγκαταστάθηκε μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ ζώντας επί δεκαπενταετία σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμήθηκε τους  παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας, καθώς ανέβηκε σε μία πέτρα, προσευχόμενος με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και επαναλαμβάνοντας με συναίσθηση: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Επανερχόμενος στη Μονή του Σάρωφ απομονώθηκε για άλλα δεκαπέντε χρόνια – ασκώντας τα πρώτα πέντε απόλυτη σιωπή. Φωτισμένος από τη χάρη του Θεού αξιώθηκε θεοπτικών εμπειριών. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώθηκε καθ’ υπόδειξη της Θεοτόκου στη διακονία του πλησίον. Με την αγία του ζωή και το φωτεινό πρόσωπό του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν στη θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να ευλογηθούν και να καθοδηγηθούν στη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!». Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

Την 1η Ιανουαρίου 1833, ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ο μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990, στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο» (Από το ιστολόγιο Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ είναι από τους πιο αγαπημένους αγίους όχι μόνο των Ρώσων πιστών αλλά όλων των ορθοδόξων. Το κύριο γνώρισμα της ζωής του που λειτουργεί ως μαγνήτης των καρδιών των ανθρώπων υπήρξε το ταπεινό του φρόνημα, το οποίο φανέρωνε την ταυτότητα σχέσεως που είχε καλλιεργήσει προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι και ο ίδιος ο Κύριος αυτό το φρόνημα είχε, όπως το εξαγγέλλει ιδίως ο απόστολος Παύλος: «αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως ήταν το φρόνημα του Ιησού Χριστού, ο Οποίος μολονότι Θεός ταπείνωσε τον εαυτό του, καθώς έγινε άνθρωπος, έχοντας υπακοή προς τον Πατέρα Του μέχρι θανάτου σταυρικού». Άλλωστε ο Ίδιος είχε αποκαλύψει: «μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά», πού σημαίνει ότι χριστιανός ως μέλος Χριστού χωρίς ταπείνωση δεν υπάρχει. Κι είναι αυτονόητο βεβαίως ότι η χαρισματική αυτή ταπείνωση που συντονίζει τον πιστό με τον Χριστό εκφράζεται και αποδεικνύεται με τη θυσιαστική έναντι του συνανθρώπου αγάπη. Ταπείνωση και αγάπη: το ιερό ζεύγος που κοσμεί την ύπαρξη του αληθινά πιστού, του αγίου.

Μερικά χαρακτηριστικά, λόγια και περιστατικά, από τη ζωή του αγίου Σεραφείμ φωτίζουν  την όλη βιοτή του και συνιστούν καθοδηγητικά στοιχεία για όλους τους χριστιανούς κάθε εποχής:

α. Η προσφώνησή του προς όλους: «Χαρά μου!»∙ και η υπενθύμισή του προς κάποιους άλλους: «Χριστός Ανέστη!».

Τι μας αφήνει να εννοήσουμε με τα λόγια αυτά ο μεγάλος όσιος; Αφενός το γεγονός ότι στο πρόσωπο των συνανθρώπων του έβλεπε τη χάρη της εικόνας του Θεού, τον ίδιο τον Χριστό! Ο άγιος Σεραφείμ επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που λέει για τον χριστιανό ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή «διά πίστεως περιπατούμεν, ου δι’ είδους» - στον κόσμο τούτο η πίστη ως όραση της παρουσίας του Θεού είναι εκείνο που μας καθορίζει και όχι απλώς ό,τι μας προσφέρουν οι σωματικές μας αισθήσεις. Κι αυτό σημαίνει ότι ο αληθινός χριστιανός, σαν τον άγιο Σεραφείμ, έχει προσανατολισμένο τον νου του «όχι στα βλεπόμενα αλλά στα μη βλεπόμενα»: στα αιώνια και άφθαρτα, τη χάρη όπως είπαμε του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε είναι Εκείνος που έχει δώσει ως εντολή τη βαθειά αυτή όραση, από την οποία θα κριθεί και το αιώνιο μέλλον μας: «ό,τι κάνετε στον συνάνθρωπό σας το κάνετε σ’ εμένα». Πώς λοιπόν ο όσιος του Θεού να μη θεωρεί «χαρά του» κάθε άνθρωπο, στον οποίο έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό, συνεπώς και το «αντικείμενο» του έρωτά του; Ο άγιος Σεραφείμ, σαν τους άλλους αγίους, αγαπούσε μέχρι βαθμού θυσίας κάθε άνθρωπο, πριν ακόμη έλθει σε προσωπική επαφή μαζί του.

Κι αφετέρου: το γεγονός ότι έκρινε πως σε κάποιους έπρεπε να υπενθυμίσει τον αναστάσιμο χαιρετισμό φανέρωνε ότι ο ίδιος καταρχάς  την Ανάσταση του Κυρίου την ζούσε όχι απλώς ως μία εορτή που προβάλλεται από την Εκκλησία έστω και πανηγυρικά, αλλά ως καθημερινή εμπειρία του – η Ανάσταση συνιστά βίωμα που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξη του χριστιανού, με το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πηγαίας εσωτερικής χαράς∙ κι έπειτα, ακριβώς γι’ αυτό, ότι κανείς χριστιανός δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί στην «κατάποσή» του από τη θλίψη και τον ψυχικό μαρασμό – είναι σαν να ομολογεί ότι δεν πιστεύει στον Κύριο και την Ανάστασή Του. Προφανώς αρκετοί που επισκέπτονταν τον άγιο Σεραφείμ ήταν άνθρωποι καταβεβλημένοι από τις δοκιμασίες και τις οδύνες της ζωής, έχοντας «ξεχάσει» ότι η χριστιανική πίστη αποτελεί συμμετοχή στο Πάθος του Κυρίου στον βαθμό που ταυτοχρόνως αποτελεί και συμμετοχή στη χαρά της Αναστάσεώς Του.

β. Η υπενθύμιση του οσίου ότι «σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση του αγίου Πνεύματος» - αυτό που τόνισε στον διάλογό του με τον Ρώσο αξιωματικό Μοτοβίλωφ.

Κι εδώ ο όσιος εκφράζει το βάθος της πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Σκοπό δεν έχουμε οι χριστιανοί να γίνουμε απλώς «καλοί άνθρωποι», αλλά να γίνουμε, κατά την υπόσχεση του Θεού μας, «άλλοι Θεοί επί της γης». «Θα κατοικήσω μέσα τους και θα περπατήσω στην ύπαρξή τους και θα είμαι γι’ αυτούς Θεός και αυτοί θα είναι για μένα λαός», όπως προαναγγέλλει ήδη ο προφήτης Ησαϊας προσβλέποντας στον ερχομό του Μεσσία. Και πράγματι: ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήλθε για να μας αποκαταστήσει από το τραύμα της αμαρτίας εντάσσοντάς μας μέσα στο σώμα Του και να μας ξανακάνει «τέκνα Θεού» κατά τον τρόπο της δημιουργίας μας. Ο χριστιανός τι άλλο μπορεί να έχει ως αυτοσυνειδησία πέρα από το ότι συνιστά μέλος Χριστού και κλήμα στο αμπέλι Εκείνου; Ντυμένος τον Χριστό διά του αγίου βαπτίσματος, συνεπώς έχοντας λάβει το άγιον Πνεύμα που προσφέρει την «ένδυση» αυτή, καλείται να επιβεβαιώνει την ύψιστη αυτή δωρεά διά της καθημερινής ασκήσεως των αγίων εντολών Του, λοιπόν η τήρηση των εντολών Του Χριστού ενεργοποιεί την εικόνα Αυτού στη δική του ψυχοσωματική οντότητα. Χριστιανός: ένα «μίμημα Χριστού όσο μπορεί ο άνθρωπος» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Οπότε, σκοπός κάθε χριστιανού είναι να διακρατεί το άγιο Πνεύμα που έλαβε και να αγωνίζεται επίμονα και αδιάκοπα να το αυξάνει – ό,τι συνιστά ζωντανή σχέση με τον Χριστό και Θεό.

γ. Η γνωστή ρήση του αγίου Σεραφείμ: «απόκτησε την ειρήνη του Θεού μέσα σου και χιλιάδες άνθρωποι θα την εύρουν μαζί μ’ εσένα».

Ο λόγος αυτός του αγίου Σεραφείμ αποτελεί, όπως εύκολα κατανοεί κανείς, συνεπή συνέχεια της παραπάνω πνευματικής πραγματικότητας της αυτοσυνειδησίας του χριστιανού. Ως μέλος Χριστού δηλαδή ο χριστιανός, ως «μίμημα» Εκείνου, δεν μπορεί παρά να ζει την πραότητα και την ειρήνη του Χριστού, λειτουργώντας έτσι με τον καλύτερο και ανώτερο ιεραποστολικό τρόπο για τον κόσμο. Ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε: «τη δική μου ειρήνη σάς δίδω κι όχι αυτήν που δίνει ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία», το ίδιο ακριβώς λέει και ο όσιός μας. Διότι «ο Χριστός είναι η ειρήνη μας» κατά τον λόγο και των αγίων Αποστόλων. Από την άποψη αυτή η ειρήνη που πρόβαλλε και ο άγιος Σεραφείμ είναι η χαρισματική ειρήνη του Χριστού που εξακτίνωνε την κατάσταση και της δικής του καρδιάς και λειτουργούσε ως άγιος «μαγνήτης» για όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. Και πρέπει επιπλέον να σημειώσουμε ότι εδώ έχουμε και την ταυτότητα της κοινής εμπειρίας των αγίων μας. Διότι παρόμοια φράση βρίσκουμε και στον όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Ο μέγας αυτός ασκητικός διδάσκαλος είναι που εξίσου καταγράφει: «Ειρήνευσε με τον εαυτό σου και θα ειρηνεύσει μαζί σου ο ουρανός και η γη» - ειρηνεύεις βεβαίως με τον εαυτό σου όταν ειρηνεύεις με τον Θεό∙ και όλα πλέον είναι μαζί σου ειρηνεμένα!

δ. Η μεγάλη αγάπη του στα παιδιά. Είναι γνωστό ότι όταν βρισκόταν σε απομόνωση στο δάσος ο άγιος Σεραφείμ ασκώντας απόλυτη σιωπή, ο κόσμος τον αναζητούσε. Κι αν τύχαινε κάποια φορά να τον βρει, εκείνος έπεφτε μπρούμυτα στο έδαφος μη βλέποντας και μη απαντώντας σε κανένα. Τι έκαναν τότε οι πιστοί άνθρωποι; Γνωρίζοντας την αδυναμία του αγίου για τα παιδιά, έβαζαν εκείνα να τον φωνάζουν και να τον αναζητούν. Κι εκείνος πράγματι, αδυνατούσε να μην ανταποκριθεί. Γιατί; Διότι τα παιδιά αποτελούν την καθαρότερη στον κόσμο φανέρωση της Βασιλείας του Θεού – η χάρη του Θεού σ’ αυτά, όσο είναι δυνατόν, ζει «αντικειμενικά». Οι λόγοι του Κυρίου είναι σαφείς: «Αφήστε τα παιδιά να έλθουν κοντά μου, γιατί σ’ αυτά ανήκει η Βασιλεία του Θεού». Και: «εάν δεν γίνετε σαν τα παιδιά δεν πρόκειται να εισέλθετε στη Βασιλεία των Ουρανών». Η καθαρότητα της ψυχής λοιπόν των παιδιών έλκυε και ελκύει όχι μόνο τον Ουράνιο κόσμο, αλλά και τους πολίτες του Ουρανού στον κόσμο τούτο, τους αγίους. Σαν τον άγιο Σεραφείμ που «έβλεπε» με καθαρότητα τη χάρη του Θεού στα πρόσωπα των παιδιών. Πώς λοιπόν να αντισταθεί στην έλξη που του ασκούσαν; Κι αυτό αποδεικνύει και με άλλον τρόπο τη χάρη που ζούσε στην καθαρή καρδιά και του ίδιου: ήταν κι αυτός ένα μικρό «παιδί» στην ψυχή, «νήπιος» ως προς την κακία του κόσμου. Αυτό δεν προτρέπει και ο απόστολος Παύλος; «Ως προς την κακία να είστε νήπιοι, ως προς το μυαλό όμως να είστε τέλειοι».

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

Π Ρ Ω Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ι Α !

 

«ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ!»

«Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το “γνώθι σαυτόν”. Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Ποιος είσαι στ’ αλήθεια, όχι ποιός νομίζεις εσύ ότι είσαι. Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαι σε ταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά αν δεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζεις μόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο» (όσιος Ιωσήφ ο ησυχαστής).

Η αυτογνωσία, ως όραμα και ευχή για το νέος έτος 2023 και για κάθε ξεκίνημα του ανθρώπου,  κατανοείται διαφορετικά στην αρχαιοελληνική (και κάθε εξωχριστιανική) από τη χριστιανική παράδοση: στη μία η κίνηση είναι του ανθρώπου που στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις – δεν υπάρχει καμία αποδοχή αμαρτίας και αδυναμίας! Στην άλλη η κίνηση είναι πάλι του ανθρώπου αλλά που ανταποκρίνεται στην πρωτοβουλία του Θεού να έλθει στον κόσμο προς σωτηρία του ανθρώπου – υπάρχει η πλήρης αποδοχή της αδυναμίας, η οποία όμως μεταποιείται σε παντοδυναμία από τη χάρη του Θεού! Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος μακαρισμός του Κυρίου σχετίζεται με την αλήθεια αυτή: «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των Ουρανών», μακάριοι όσοι αναγνωρίζουν την πνευματική τους φτώχεια, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Κι έτσι η χριστιανική κατανόηση της αυτογνωσίας συνδέεται με το ουσιαστικότερο στοιχείο της θείας Αποκαλύψεως: ότι ο Θεός είναι «ο Ων», η πηγή του Είναι και κάθε είναι και ύπαρξης, γι’ αυτό και συνυπάρχει με την ταπείνωση – πώς να καυχηθεί εκείνος που βλέπει ότι η ύπαρξή του είναι δωρεά του Θεού και οτιδήποτε στον κόσμο εξαρτάται από τις ενέργειες Εκείνου;

Έτσι ο μεν χριστιανός με το «γνώθι σαυτόν» γνωρίζει την πραγματικότητα του εαυτού του καθώς τοποθετείται ενώπιον του Θεού: η αυτογνωσία είναι καρπός της θεογνωσίας του, ενώ ο μη χριστιανός, όπως ο αρχαίος Έλληνας, (αλλά και ο χριστιανός που έχει χάσει την πίστη του), ενώ κατανοεί ότι υπάρχουν προβλήματα στον αυτοπροσδιορισμό του, γνωρίζει αποσπάσματα του εαυτού του, που σημαίνει έχει αλλοιωμένη επίγνωση του είναι του – βλέπει πρωτίστως τα πάθη του! Κι εδώ ακριβώς διευκρινίζεται ο λόγος του αγίου Ιωσήφ: «να γνωρίσεις ποιος είσαι στ’ αλήθεια κι όχι αυτός που νομίζεις ότι είσαι»! Πραγματικά, όσο δεν έχουμε την ορθή πίστη του Θεού, τόσο δεν έχουμε και ορθή θεώρηση του εαυτού μας – όποιος δεν ζει κατά Θεόν «πουθενά δεν βλέπει τον Θεό και τη δύναμή Του. Παντού βλέπει σάρκα και ύλη», κατά την έκφραση του αγίου Ιωάννη της Κροστάνδης. «Βρισκόμαστε πάντοτε μακριά από τον δρόμο» δηλαδή, μακριά από τον Χριστό και την αλήθεια, οπότε η αυτογνωσία μας στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται παρά μόνο στα φτερά της φαντασίας μας! 

Μακάρι ο καινούργιος χρόνος να μας βρίσκει καθημερινά στην ετοιμότητα θέας του Θεού μας, ώστε μέσα στο φως Εκείνου να βλέπουμε καθαρά και τον εαυτό μας και να «μετράμε» έτσι και τον βαθμό της σοφίας μας στον κόσμο τούτο. Αλλά τούτο απαιτεί ως γνωστόν την προσπάθεια να κρατάμε καθαρή την καρδιά μας από οτιδήποτε πονηρό και κακό, που θα πει να βρισκόμαστε αδιάκοπα στον δρόμο της μετανοίας.

ΜΕΛΙΣΣΟΚΕΡΙ ΑΝΑΨΑ...

 


Στην ήσυχη την εκκλησιά με

σταυροκόπημα μπήκα γερμένος μέσα.

Μελισσοκέρι άναψα σεμνό κι ένα μου

δάκρυ καυτερό πύρωσε τις παρειές μου.

Μετάνοια έβαλα μπροστά στην Παναγιά

Παρηγορήτρα κι ακούμπησα χείλη

τα θερμά στης Μάνας μου το χέρι.

Απόμεινα ολόρθος να κοιτώ τη φλόγα

του κεριού μου – ίδια μια φλόγα που ’καιγε

ψυχής μου το καντήλι. Και το κεράκι

λιώνοντας έλιωσε την καρδιά μου

– μου μήνυσε πώς να τραβώ

τον δρόμο της ζωής μου.

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ

 

«Ο άγιος Σίλβεστρος χειροτονείται λόγω της μεγάλης του αρετής επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης, διαδεχόμενος τον προηγούμενο επίσκοπο Μιλτιάδη που απέθανε. Έκανε πολλά θαύματα και ήταν αυτός που χειραγώγησε στην πίστη του Χριστού τον μέγα βασιλιά Κωνσταντίνο, του οποίου καθάρισε διά του αγίου Βαπτίσματος τα πάθη της ψυχής και του σώματός του, και απέδειξε ότι ο Χριστός είναι Αυτός που προφητεύτηκε από την Παλαιά Διαθήκη, όπως και έδωσε ζωή σε έναν ταύρο, τον οποίο φόνευσε με μάγια ένας Εβραίος και δεν μπόρεσε βεβαίως να τον ξαναφέρει πίσω στη ζωή. Ο άγιος έγινε αίτιος της σωτηρίας πολλών ανθρώπων και εξεδήμησε προς τον Κύριο σε βαθύ γήρας».

Ο άγιος Σίλβεστρος μολονότι ανήκει στους Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, τιμάται  από την οικουμενική Ορθοδοξία. Διότι έζησε σε εποχή που ήταν ενωμένη η Δύση με την Ανατολή, δηλαδή σε εποχή που το σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας δεν την είχε ακόμη απομακρύνει από την αλήθεια της πίστεως. Αποτελεί δε για κάθε εποχή Πατέρα και Διδάσκαλο της Εκκλησίας, γιατί υπερμάχησε υπέρ της ορθοδοξίας αγωνιζόμενος κατά των παρεκκλίσεων των αιρέσεων: φανέρωσε με δύναμη τη μία φύση του Τριαδικού Θεού, αλλά σε τρεις υποστάσεις, Μονάδα στην Τριάδα και Τριάδα στη Μονάδα. Πατέρας, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία όμως θεότητα. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας τονίζουν με έμφαση τον υπέρ της αληθούς πίστεως αγώνα του, όπως και την προσπάθειά του να δείξει ότι η αίρεση, η διαστρέβλωση της πίστεως, συνιστά σκότος, που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον ίδιο τον Θεό. «Πάτερ Ιεράρχα Σίλβεστρε, με το ιερό φως της ιερωσύνης σου φώτισες τους πιστούς με φωτοβόλα διδάγματα να σέβονται την τρισυπόστατη ουσία της Θεότητος, ως Μονάδα κατά τη φύση Της. Και γι’ αυτό έδιωξες μακριά το σκοτάδι των αιρέσεων» («Πάτερ Ιεράρχα Σίλβεστρε, ιερωσύνης φωτί ιερώς φωτιζόμενος, τους πιστούς εφώτισας φωτοβόλοις διδάγμασι, Μονάδα φύσει την τρισυπόστατον ουσίαν σέβειν∙ και απεδίωξας σκότος αιρέσεων»).

Η επισήμανση του ιερού υμνογράφου περί της αιρέσεως ως σκότους δεν πρέπει να διαλάθει εύκολα της προσοχής μας. Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη δυστυχώς και θεωρούμενοι χριστιανοί, το υποβαθμίζουν. Δηλαδή ότι τα δόγματα της πίστεως δεν είναι απλώς κάποιες θεωρητικές προτάσεις, οι οποίες έχουν σημασία μόνον για κάποιους θεολόγους και παπάδες. Τα δόγματα συνιστούν τη φανέρωση της αληθινής εικόνας του Τριαδικού Θεού και του Ιησού Χριστού ως του ενανθρωπήσαντος Θεού, που σημαίνει ότι υποβάθμιση ή παρέκκλιση από αυτά οδηγεί αυτομάτως σε οντολογική αλλοίωση του ίδιου του ανθρώπου και απώλεια της ίδιας της σωτηρίας του ως πραγματικής σχέσεως με τον Θεό. Με άλλα λόγια το δόγμα καθορίζει το ήθος και τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε αγωνίστηκε «έως θανάτου» υπέρ της αληθείας της πίστεώς της. Τέτοιος πατέρας και διδάσκαλος λοιπόν της πίστεως ήταν και ο άγιος Σίλβεστρος κι αυτό προβάλλει εν πρώτοις ο άγιος υμνογράφος του.

Ο ίδιος βεβαίως, ο άγιος Ιωσήφ, δεν μένει μόνον στην προβολή του αγίου Σιλβέστρου ως διαπρυσίου διδασκάλου της ορθοδοξίας και αντιαιρετικού αγωνιστή. Επικεντρώνει την προσοχή του και στις προϋποθέσεις του αγίου, προκειμένου να έχει τον θείο αυτόν φωτισμό: ο άγιος Σίλβεστρος, μολονότι επίσκοπος και μάλιστα της έχουσας τότε τα πρεσβεία τιμής πρεσβυτέρας Ρώμης, ή μάλλον ακριβώς λόγω της θέσεώς του αυτής, υπήρξε μέγας ασκητικός άνδρας, που αγωνιζόταν για τον προσωπικό του αγιασμό διά της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και συνεπώς της υπερβάσεως των ψεκτών αμαρτωλών παθών. «Κυριάρχησες με υψηλό φρόνημα πάνω στα πάθη σου, σοφέ Σίλβεστρε, και υπέταξες το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα  με τους ασκητικούς τρόπους ζωής στον άγιον Πνεύμα. Έγινες λοιπόν θείο κατοικητήριο της Τριάδος, γι’ αυτό και ψάλλοντας ταπείνωσες με ένδοξο τρόπο τα πνεύματα της πονηρίας» («Μεγαλοφρόνως παθών κατεκράτησας και σάρκα ασκητικαίς αγωγαίς υπέταξας τω Πνεύματι, σοφέ∙ θείον καταγώγιον Τριάδος γεγονώς περιφανώς της πονηρίας τα πνεύματα ψάλλων εταπείνωσας»). Ο υμνογράφος εξαγγέλλει το αυτονόητο∙ κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινός διδάσκαλος της Εκκλησίας και μάλιστα κληρικός, αν δεν ακολουθεί ασκητική διαγωγή με τήρηση των εντολών του Κυρίου. Διαφορετικά, συνιστά κίβδηλο διδάσκαλο, που και την όποια θεωρητική κατάρτισή του στα θέματα της πίστεως θα την χάσει σύντομα. Ο φωτισμός του νου δηλαδή συνυπάρχει όχι μόνον με τη μελέτη των κειμένων της Εκκλησίας μας, αλλά και με τον ασκητικό τρόπο της ζωής.

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ!

 

Τό τώρα, ὡς ἡ εὐκαιρία καί ἡ δωρεά πού μᾶς δίνει Χριστός ὁ Θεός μας γιά νά τήν ἀξιοποιοῦμε μέ συνετό τρόπο,  μοιάζει μ’  ἕνα λευκό χαρτί πού μᾶς ἁπλώνει ἐνώπιόν μας, εἴτε αὐτό λέγεται σήμερα εἴτε λέγεται ὥρα πού περνᾶμε εἴτε λέγεται στιγμή τοῦ χρόνου, ὥστε μέ τόν χρωστήρα τῆς βούλησής μας νά ζωγραφίσουμε πάνω  σ’ αὐτό ὄχι μουτζαλιές καί σκιές, ὄχι τίς μαυρίλες τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά τόν ὁλοφώτεινο πίνακα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν καί τοῦ ἁγίου Του θελήματος. Ἡ κάθε στιγμή καί ὥρα μας δηλαδή πρέπει νά μᾶς βρίσκει στήν ἑτοιμότητα τοῦ «γενηθήτω τό θέλημά Σου» καί ὄχι τό θέλημά μου. Καί τό θέλημά Του κι ἡ ἐντολή Του εἶναι γνωστή: «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». «Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. Ἐάν τάς ἐντολάς μου τηρήσητε μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ Μου». Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά γεμίσω τόν χρόνο μου καλῶς, νά ζωγραφίσω τό πορτραῖτο τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μου, πέρα ἀπό τό νά θέτω σέ πράξη αὐτό πού ζητάει ὁ Θεός καί πού συνιστᾶ καί τήν ἴδια τήν ὕπαρξή Του: τήν ἀγάπη. Ἡ εὐχή τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφεστάτη: «νά ὁδεύουμε καλῶς σάν σέ ἡμέρα μέ τό φῶς τῶν ἐντολῶν Σου».

Ὁ μεγάλος νηπτικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας άγιος Διάδοχος  Φωτικῆς μᾶς διαφωτίζει ἰδιαιτέρως στό θέμα τῆς ἀγάπης μ’ ἕνα παράδειγμα: «Σέ μία προσωπογραφία ὅταν προστεθεῖ στό σχέδιο ἡ κατάλληλη ἀπόχρωση ἀπό κάθε χρῶμα, ἡ προσωπογραφία μοιάζει στόν εἰκονιζόμενο ἀκόμη καί στό μειδίαμα. ῎Ετσι καί σέ ἐκείνους πού ζωγραφίζονται ἀπό τήν θεία χάρη γιά νά γίνουν ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽, ὅταν προστεθεῖ ὁ φωτισμός τῆς ἀγάπης, τότε φανερώνει ὅτι τό ῾κατ᾽ εἰκόνα᾽ βρίσκεται καθ᾽ ὁλοκληρίαν στήν ὡραιότητα τοῦ ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽. Καμμία ἄλλη ἀρετή δέν μπορεῖ νά προξενήσει ἀπάθεια στήν ψυχή, παρά μόνον ἡ ἀγάπη. Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκπλήρωση ὅλου τοῦ νόμου. ῞Ωστε λοιπόν ξανακαινουργώνεται μέρα μέ τήν μέρα ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος μέ τήν γεύση τῆς ἀγάπης, καί ὁλοκληρώνεται ὅταν φτάσει στήν τελειότητά της» (κεφ. 89).