Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΥΡΟΥ



Ο άγιος Δωρόθεος ζούσε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου και ήταν επίσκοπος Τύρου. Επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, λόγω του διωγμού που επρόκειτο να ξεσπάσει, άφησε την οικία του και τον τόπο του και απήλθε στη Δυσσόπολη. Μετά την καταστροφή αυτών, πήγε στην Τύρο και κατεύθυνε την Εκκλησία του μέχρι την εποχή του Ιουλιανού του παραβάτη. Τότε ξαναπήγε στη Δυσσόπολη, όπου αφού συνελήφθη από τους άρχοντες του Ιουλιανού και υπέμεινε πολλά βασανιστήρια, σε βαθύτατο γήρας έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, προσφέροντας την ψυχή του στον Θεό την ώρα που έπασχε, σε ηλικία ήδη εκατόν επτά ετών. Άφησε διάφορα εκκλησιαστικά συγγράμματα και ιστορίες, στα ελληνικά και τα ρωμαϊκά. Διότι γνώριζε και τις δύο γλώσσες, από τη μεγάλη σπουδή του και την κλίση της φύσης του”.


Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, όπως γίνεται συνήθως στην εκκλησιαστική υμνολογία, αξιοποιεί το όνομα του αγίου Δωροθέου, προκειμένου να τον τοποθετήσει από πλευράς πνευματικής: ο άγιος υπήρξε το δώρο του Θεού στην Εκκλησία για να βοηθήσει τους πιστούς στη σωτηρία τους, ο ίδιος προσφέρθηκε ως δώρο στον Θεό με την ασκητική του διαγωγή και το μαρτύριό του. ῾Αυτός που από την πλούσια αγάπη Του παρέχει τα δώρα ως Θεός σ᾽ αυτούς που έχουν ανάγκη, δώρισε εσένα, Δωρόθεε, σαν θεϊκό δώρο στην Εκκλησία, για τη φανερή σωτηρία των πιστών᾽(῾Σε ως θείον δώρον, Δωρόθεε, ο τα δώρα ως Θεός παρέχων πλουσία χρηστότητι τοις δεομένοις εις πιστών εναργή σωτηρίαν, τη Εκκλησία εδωρήσατο᾽) (ωδή θ´). ῾Πρόσφερες τον εαυτό σου, παμμακάριστε Δωρόθεε, ως καθαρότατο δώρο στον Θεό, με τον τέλειο βίο σου και το ιερό μαρτύριό σου᾽(῾Δώρον Θεώ, παμμάκαρ, σεαυτόν προσήξας καθαρώτατον, διά βίου τελείου και σεπτού μαρτυρίου, Δωρόθεε᾽) (ωδή α´). ῾Πρόσφερες τον εαυτό σου ως άγιο θεϊκό δώρο στον Δημιουργό, αφού προηγουμένως διέπρεψες στην άσκηση και ύστερα άθλησες με δύναμη στο μαρτύριο᾽ (῾Δώρον θείον άγιον σαυτόν προσήξας τω Κτίστη, πρότερον εν τη ασκήσει ενδιαπρέψας, ύστερον τω μαρτυρίω στερρώς αθλήσας᾽) (κοντάκιο).

Έτσι είναι σαφές ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για τον Θεό από την αγιασμένη ζωή ενός πιστού ανθρώπου, που σημαίνει ότι ο Θεός δεν ευαρεστείται με τις υλικές προσφορές μας αλλά με τη ζωή μας τη σύμφωνη με το άγιο θέλημά Του. Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να νομίζουμε ότι θα έχουμε τον Θεό προστάτη και συμπαραστάτη μας, αν του κάνουμε δώρα με τα οποία ευαρεστείται: ακριβά καντήλια, ωραίες εικόνες, οικοδομή ναών. Χωρίς να αρνείται κανείς και αυτές τις προσφορές, όταν πηγάζουν από την αγάπη μας  – ο ίδιος ο Κύριος δεν απέπεμψε το ακριβό δώρο της πόρνης γυναίκας που αγόρασε μύρο και το άλειψε στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης της – όμως το καίριο και ουσιαστικό είναι η καλή και αγία ζωή μας, η θεμελιωμένη στη μετάνοια και τις εντολές του Χριστού. Θέλουμε να κάνουμε τον Θεό μας να χαίρεται; Ας ζούμε σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Και η χαρά Του πολλαπλασιάζεται όταν μας βλέπει να μένουμε στο θέλημά Του αυτό, έστω και με θυσία της ζωής μας. Κι από την άλλη: δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία που δίνει ο Θεός στον κόσμο μας από την δωρεά ενός αγίου Του. Ο άγιος είναι η ευλογημένη απάντηση του Θεού στον παραπαίοντα και αμαρτωλό κόσμο μας, το ακριβότερο δώρο Του σε εμάς, αφού με την παρουσία του αγίου διακρατείται και ο ίδιος ο κόσμος. Λόγω των αγίων που σε κάθε εποχή υπάρχουν, ο Θεός μακροθυμεί και δίνει περισσότερο χρόνο, ώστε να κινητοποιηθούν περισσότεροι άνθρωποι σε μετάνοια και να σωθούν. ῾Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήσωσιν οι άνθρωποι᾽(πρβλ. Αποκάλυψη Ιωάννη, κεφ. 2,21). Κι αυτό ιδιαιτέρως πρέπει να τονίζεται στην εποχή μας, την τόσο περίεργη από πλευράς πνευματικής και οικονομικής κρίσεως. Η απάντηση του Θεού δεν θα έρθει με τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων και των υλικών αγαθών, αλλά με τη δημιουργία συνθηκών μετανοίας στην καρδιά μας. Αν αρχίσει η εσωτερική αλλοίωσή μας και η επιστροφή μας προς τον Θεό, τότε πράγματι θα σημαίνει ότι ήλθε η ώρα της υπέρβασης της όποιας κρίσεως.

Ο άγιος Ιωσήφ δεν επικεντρώνει την προσοχή του στο όντως παράδοξο: ένας γέροντας 107 ετών να δέχεται τη μήνη του περιβάλλοντος του παραβάτη αυτοκράτορα και να υφίσταται τόσα βασανιστήρια.  Ίσως γιατί γνωρίζει καλά ότι όταν κάποιος ξεφεύγει από την πίστη και αρνείται τον Χριστό, σαν τον Ιουλιανό τον αυτοκράτορα,  δεν έχει πια περιθώρια ανθρωπιάς μέσα του. Επικεντρώνει όμως αρκετά στα συγγράμματα που άφησε ο άγιος Δωρόθεος, διότι επίσης γνωρίζει ότι τα γραπτά που μένουν στους αιώνες, είναι εκείνα που βοηθούν τους ανθρώπους σε κάθε εποχή στο να βρίσκουν τον δρόμο του Θεού, ενώ τους απομακρύνουν από τις πλάνες του διαβόλου. ῾Αναδείχτηκες, θεομακάριστε Πατέρα, πυξίδα του αγίου Πνεύματος, γράφοντας τα θεία δόγματα με γνώση θεϊκή᾽(῾Πυξίον θείου Πνεύματος, θεομακάριστε, εδείχθης, Πάτερ, τα θεία δόγματα εγγεγραμμένα φέρων εν γνώσει θεϊκή᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Η φωνή των λόγων σου και η δύναμη των ωραίων διδασκαλιών σου έφτασε, παμμακάριστε, σε όλη τη γη με τη χάρη του Θεού᾽(῾Ρημάτων ο φθόγγος και τερπνών δογμάτων η δύναμις, πάσαν επέδραμε, παμμακάριστε, την γην θεία χάριτι᾽) (ωδή ς´). ῾Κράτησες τα ρεύματα της απάτης, Δωρόθεε, με το ρεύμα της πάνσοφης γλώσσας σου και πότισες καλά τις διάνοιες των πιστών᾽(῾Ρεύματα της απάτης έστησας, Δωρόθεε, τω ρεύματι της πανσόφου σου γλώττης, και πιστών διανοίας κατήρδευσας᾽) (ωδή α´).

Και τι ήταν εκείνο που έγραψε ο άγιος και φώτισε τόσο πολύ τις διάνοιες των πιστών; Τους βίους των αγίων, μάλιστα των εβδομήκοντα μαθητών του Χριστού. Την πίστη της Εκκλησίας και τα δόγματα της πίστεως ο άγιος Δωρόθεος τα πρόσφερε μέσα από το ενσαρκωμένο ευαγγέλιο, τη ζωή των αγίων. Κι είναι τούτο μία πολύ μεγάλη αλήθεια: σε κάθε εποχή, κι ίσως ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, η σημαντικότερη προσφορά είναι η προσφορά της ζωής των αγίων μας. ῾Φανέρωσες με τις ιερές σου συγγραφές, θεόπνευστε Πατέρα, τον τρόπο ζωής των αγίων, γιατί φωτιζόσουν στην ψυχή από τη θεία γνώση᾽(῾Αγίων πολιτείας ιεραίς συγγραφαίς εδήλωσας, Πάτερ θεόπνευστε, θεία γνώσει την ψυχήν φωτιζόμενος᾽) (ωδή ς´).  


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ



῾῾Ο ἅγιος Μητροφάνης, υἱός τοῦ Δομετίου, ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου καί πρώτου μεταξύ τῶν χριστιανῶν βασιλέων. ῾Ο Δομέτιος ἦταν ἀδελφός τοῦ βασιλιᾶ Πρόβου καί γέννησε δύο υἱούς, τόν Πρόβο καί τόν Μητροφάνη. ῾Ο Δομέτιος κατενόησε μέ σώφρονα λογισμό ὅτι ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων εἶναι πλανημένη καί ψεύτικη, γι᾽ αὐτό προσῆλθε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί βαπτίστηκε στό ἄγιο ὄνομά Του. ᾽Αφοῦ λοιπόν ἦλθε στό Βυζάντιο, συναναστρεφόταν τόν Τίτο, τόν ἐπίσκοπο τοῦ Βυζαντίου, πού ἦταν ἄνδρας ἅγιος καί θεοφόρος, ὁ ὁποῖος ἐνέταξε τόν Δομέτιο στόν κλῆρο τῆς ᾽Εκκλησίας. Μετά τόν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου Τίτου, ὁ Δομέτιος γίνεται ἐπίσκοπος Βυζαντίου, κι αὐτόν τόν διαδέχεται ὁ Πρόβος ὁ υἰός του. ᾽Αφοῦ κάθησε στήν ᾽Εκκλησία ὁ Πρόβος δώδεκα ἔτη ἐκδημεῖ πρός τόν Κύριο, κι ἀμέσως ὁ Μητροφάνης, ὁ ἀδελφός τοῦ Πρόβου καί υἱός τοῦ Δομετίου, ἀνέρχεται στόν Πατριαρχικό θρόνο.
Αὐτόν τόν Μητροφάνη βρῆκε ὁ μέγας Κωνσταντίνος ὡς ἐπίσκοπο στό Βυζάντιο καί κατενόησε τήν ἀρετή του, τήν εὐθύτητα τῶν τρόπων του καί τήν ἁγιότητα πού τόν περιέβαλε. Λέγεται μάλιστα γιά τόν Κωνσταντίνο ὅτι ἀγάπησε τόσο τόν τόπο καί διατέθηκε φιλότιμα πρός αὐτόν, (ὥστε νά μή φεισθεῖ κανένα ἔξοδο καί νά ἀνεγείρει πόλη πού νικοῦσε καί ξεπερνοῦσε ὅλες τίς ἄλλες πού εἶχαν γίνει ἀπό τούς ἀνθρώπους, στήν ὁποία ἔβαλε τό κράτος καί τή βασιλεία, μεταφέροντας αὐτήν ἀπό τήν πρεσβυτέρα Ρώμη), ὄχι μόνο λόγω τῆς θέσης τῆς πόλης πού εἶχε εὐκρασία καί στίς τέσσερις ἐποχές τοῦ χρόνου, ὄχι μόνο γιά τήν ἀφθονία τῶν καρπῶν καί τῆς ἄρδευσής της ἀπό τή θάλασσα, ὅπως καί ὅτι βρισκόταν καί στά δύο τμήματα τῆς οἰκουμένης, τήν Εὐρώπη καί τήν ᾽Ασία, ἀλλά καί γιά τήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἁγίου Μητροφάνη.
῞Οταν δέ συναθροίστηκε ἡ πρώτη Σύνοδος στή Νίκαια (325), ὁ μέν μακάριος Μητροφάνης δέν μπόρεσε νά πάει λόγω τοῦ γήρατος καί τῶν ἀσθενειῶν του, διότι ἦταν κλινήρης ἀφοῦ ἡ φυσική του δύναμη εἶχε μαραθεῖ ἀπό τά χρόνια, ἔστειλε ὅμως στή θέση του τόν πρῶτο μεταξύ τῶν πρεσβυτέρων ᾽Αλέξανδρο, ἄνδρα τίμιο, τόν ὁποῖο καί ὅρισε διάδοχό του.  Μέ τήν ἐπάνοδο λοιπόν τοῦ βασιλιᾶ καί τῶν θεοφόρων Πατέρων, κι ἀφοῦ λύθηκε ἡ Σύνοδος, λέγεται ὅτι ἀποκαλύφθηκε στόν ἅγιο Μητροφάνη ἀπό τόν Θεό πώς ὁ ᾽Αλέξανδρος καί μετά ἀπό αὐτόν ὁ Παῦλος ὅτι εἶναι οἱ κατάλληλοι καί εὐάρεστοι στόν Θεό γιά μιά τέτοια διακονία. Κοιμήθηκε δέ καί ἀναπαύτηκε ὁ μακάριος, ὁπότε καί μετατίθεται πρός τόν Θεό. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξή του στήν ἁγιώτατη μεγάλη ᾽Εκκλησία, στόν σεβάσμιο αὐτοῦ οἶκο, πού βρίσκεται πλησίον τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρα ᾽Ακακίου στό ῾Επτάσκαλο᾽. 

Τό κοντάκιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου Μητροφάνη συμπυκνώνει τά κύρια στοιχεῖα τῆς ζωῆς του στά ὁποῖα ἐπικεντρώνουν τήν προσοχή μας οἱ ἅγιοι ὑμνογράφοι του: πρῶτον, τή δύναμη τοῦ ὀρθόδοξου λόγου του, δεύτερον, τό γεγονός ὅτι ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Πατριάρχης τοῦ Βυζαντίου μετά τήν ἀνάδειξη τοῦ τόπου αὐτοῦ σέ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο, τρίτον, τή χάρη τῆς προφητείας τήν ὁποία ἔλαβε ἀπό τόν Θεό. ῾Τόν ἱεράρχη τοῦ Χριστοῦ Μητροφάνη, τόν φωσφόρο λαμπτήρα τῆς ᾽Εκκλησίας πού κήρυξε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ ὁμοούσιο μέ τόν Πατέρα ἐν μέσω τῶν θεοφόρων Πατέρων, καί κόσμησε ἀνάμεσα στούς πρώτους τόν θρόνο στή Βασιλίδα τῶν πόλεων ἐνῶ ἔλαβε σαφῶς τή χάρη τῆς προφητείας ἀπό τόν Θεό, ἄς τόν ὑμνήσουμε ἀπό κοινοῦ᾽ (῾Τόν ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ Μητροφάνην, τῆς ᾽Εκκλησίας τόν φωσφόρον λαμπτῆρα, τόν ὁμοοούσιον τόν Λόγον τῷ Πατρί, ἐν μέσῳ κηρύξαντα, θεοφόρων Πατέρων, καί θρόνον κοσμήσαντα, Βασιλίδος ἐν πρώτοις, καί προφητείας χάριν ἐκ Θεοῦ, σαφῶς λαβόντα, συμφώνως ὑμνήσωμεν᾽).


Πράγματι, ἐπανειλημμένως οἱ ὑμνογράφοι του τονίζουν τό ὀρθόδοξο φρόνημά του -  συνεπῶς καί τόν φωτισμό πού εἶχε ἐκ Θεοῦ γιά νά διακρίνει τήν ἀλήθεια ἀπό τά αἱρετικά φληναφήματα τοῦ αἱρεσιάρχη ᾽Αρείου, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖτο τήν θεότητα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ – πού γινόταν αἰτία νά ἁπλώνεται σέ ὅλη τήν οἰκουμένη ἡ ἀλήθεια τῆς ὀρθόδοξης πίστης. ῾῾Η δύναμη τῶν θείων ρημάτων καί ὁ φθόγγος τῶν ἔνθεων λόγων σου, ἁπλώθηκε σέ ὅλα τά πέρατα τῆς οἰκουμένης, κηρύσσοντας, μακάριε, τήν ὀρθοδοξία σέ ὅλους᾽ (῾Ρημάτων θείων ἡ δύναμις, καί φθόγγος τῶν ἐνθέων λογίων σου, πάντα διέδραμε, τῆς οἰκουμένης τά πέρατα, ὀρθοδοξίαν πᾶσι, μάκαρα, κηρύττοντα᾽) (ὠδή ς᾽). Μπορεῖ βεβαίως ὁ ἴδιος νά μή παρευρέθηκε στή Σύνοδο τῆς Νικαίας, λόγω ἀδυναμίας, ὅμως ὁ ἐκπρόσωπός του ᾽Αλέξανδρος ἐκείνου τήν πίστη καί τό φρόνημα κλήθηκε νά καταθέσει, πίστη καί φρόνημα βεβαίως ὄχι ἄλλο ἀπό ἐκεῖνο πού ἐξέφραζε τό φρόνημα καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο. Γι᾽ αὐτό καί δέν μᾶς παραξενεύει τό γεγονός ὅτι ὁ ὑμνογράφος τοποθετεῖ μέσα στούς Πατέρες καί τόν ἴδιο τόν ἅγιο, παρόντα ἐν πνεύματι ἀσφαλῶς, ἔστω καί ἀπόντα τῷ σώματι. ῾῞Οπως ὁ Πέτρος, κήρυξες ἐνώπιον τῆς Συνόδου τόν Υἱόν Λόγον ὁμοούσιον μέ τόν Θεό Πατέρα᾽ (῾῾Ως Πέτρος γάρ ἐνώπιον τῆς Συνόδου, ἐκήρυξας τῷ Θεῷ Πατρί Λόγον Υἱόν ὁμοούσιον᾽) (κάθισμα γ´ ὠδῆς ὄρθρου). 


Καί ναί μέν ὁ ὅρος ῾ὁμοούσιος᾽, γιά τόν ὁποῖο ἀγωνίστηκε σθεναρότατα ὁ μέγας Πατήρ ᾽Αθανάσιος, μπορεῖ νά μήν ἔχει ἁγιογραφική ἀκριβῶς βάση, ὅμως ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Γραφῆς καί τήν ἀλήθεια πού ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος καί κήρυξαν οἱ ἄγιοι ᾽Απόστολοι: ὅτι ὁ Κύριος δηλαδή δέν εἶναι λιγότερο Θεός ἀπό τόν Θεό Πατέρα.  Γι᾽ αὐτό καί κάθε φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πιστός, ἰδίως δέ οἱ διάδοχοι τῶν ἀποστόλων ἐπίσκοποι, ἀποδέχτηκαν τόν ὅρο, γιατί ἔβλεπαν πέρα ἀπό τό γράμμα τό κρυμμένο Πνεῦμα. Προσωπικότητες σπουδαῖες, ἅγιοι μεγάλοι, πέραν τοῦ ἁγίου ᾽Αθανασίου, σάν τούς ἁγίους Νικόλαο, Σπυρίδωνα, ᾽Αλέξανδρο, Μητροφάνη, ἔσπευσαν πράγματι νά ὑπογράψουν καί μέ τά δύο τους χέρια ὅ,τι τό Πνεῦμα εἶχε ἰδιαιτέρως ἀποκαλύψει στόν πρωτεργάτη τοῦ ὅρου ἅγιο ᾽Αθανάσιο. Γιατί ἀκριβῶς ἐξέφραζε τήν ἀλήθεια. Κι ἐκεῖνο βεβαίως πού ἔκανε τούς ἁγίους θεοφόρους Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά ἀποδέχονται τόν ὅρο γιατί ἔβλεπαν τήν ἀλήθεια του ἦταν γιατί ἡ ζωή τους ἦταν ὁμότροπη μέ τή ζωή τῶν ἁγίων ᾽Αποστόλων. ῞Οταν ἡ ζωή ἑνός ἀνθρώπου εἶναι σύμφωνη πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός ὅ,τι δηλαδή ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε καί οἱ ᾽Απόστολοι ἐκήρυξαν, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ φωτίζει τόν ἄνθρωπο γιά νά διαβλέπει τήν ἀλήθεια καί νά τήν ὁμολογεῖ μέ τόν ὀρθό τρόπο. Τό συγκεκριμένο κάθισμα τῆς γ´ ὠδῆς τό σημειώνει ἐξαιρετικά: ῾Φάνηκες μέ κάθε ἀλήθεια νά μιμεῖσαι τούς τρόπους καί τίς φωνές τῶν ᾽Αποστόλων᾽. Κι ἀκόμη: ῾῞Οπως ὁ Παῦλος θυσίασες τήν ψυχή σου γιά τό ποίμνιό σου, ἀοίδιμε᾽ (῾᾽Αποστόλων τούς τρόπους καί τάς φωνάς ἐκμιμούμενος ὤφθης παναληθῶς...῞Ωσπερ δέ ὁ Παῦλος τήν ψυχήν ὑπέρ ποίμνης τέθυκας, ἀοίδιμε᾽).


Οἱ ὑμνογράφοι μας ὅμως τονίζουν ἐπανειλημμένως καί τό γεγονός ὅτι πρῶτος αὐτός καταστάθηκε Πατριάρχης τῆς βασιλίδος τῶν Πόλεων. Καί γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θέλησε νά εἶναι σ᾽ αὐτήν τή θέση λόγω τῆς ἁγίας ζωῆς του, καί γιατί ὁ αὐτοκράτορας,  ἀσφαλῶς μέ φωτισμό Θεοῦ, ἐκτίμησε τό ἐξαίρετο τῆς ἁγίας προσωπικότητάς του. ῾῎Εγινες ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἔλαβες ὡς κλῆρο τόν θρόνο αὐτοῦ ἐπί γῆς, Μητροφάνη, ἀναδεικνύμενος ἄξια πρῶτος ἐσύ ἀπό τούς Πατριάρχες στή βασίλισσα Πόλη, θεομακάριστε᾽ (῾Χριστοῦ ὀπαδός γεγενημένος, τόν θρόνον τόν τούτου ἐπί γῆς, ἐκληρώσω Μητρόφανες, πρῶτον εἰς πόλιν ἄνασσαν Πατριαρχῶν δεικνύμενος ἀξίως, θεομακάριστε᾽) (ὠδή γ´). ῾Εἶδε τήν εὐθύτητα τῆς γνώμης σου, ὁ πρῶτος τῶν εὐσεβῶν βασιλέων, ἀκολουθώντας τή θεία θέληση, Μητροφάνη, καί σέ ὅρισε στή θεία Σύνοδο πρῶτο τῶν Πατριαρχῶν᾽ (῾᾽Ιδών σου τό εὔθετον τῆς γνώμης ὁ πρῶτος ἀνάκτων εὐσεβῶν, τῷ θείῳ ἐφεπόμενος βουλήματι, Μητρόφανες, Πατριαρχῶν τε σε πρόκριτον, θείᾳ Συνόδῳ ἀπέφηνε᾽) (ὠδή γ´). 

Καί δέν σταματοῦν οἱ ὑμνογράφοι νά σημειώνουν καί τό χάρισμα τῆς προφητείας πού ὁ Κύριος ἔδωσε στόν ἀγαθό δοῦλο Του. Διότι ἀφενός ῾ἐκ κοιλίας μητρός προγνωρίζοντάς τον τόν καθαγίασε καί τόν κατέστησε δοχεῖο τοῦ Πνεύματός Του᾽ (ὠδή ς´), ἀφετέρου γιατί ἐπιβεβαίωνε ἀδιάκοπα ὁ ἅγιος τήν θεόθεν κλήση του μέ τήν ἁγιασμένη βιοτή του. ῾Νέκρωσες προηγουμένως τά σκιρτήματα τῆς σάρκας μέ ἐγκράτεια καί κόπους καί προσευχές, ὁπότε ἔγινες θεῖος ἱερουργός τοῦ Πλαστουργοῦ᾽(ὠδή δ´)·῾᾽Επιτελοῦσες τά θεῖα μέ θεῖο τρόπο καί ἄγγιζες τά καθαρά μέ καθαρότατο λογισμό᾽ (ὠδή ε´). ῾Ο ἅγιος Μητροφάνης λοιπόν εἶχε προορατικό καί διορατικό χάρισμα. ῾᾽Εμπνεύσθηκες ἀπό τόν Θεό, Σοφέ, καί ἀποκάλυψες στόν βασιλιά, μέχρι καί τόν τρίτο, αὐτούς πού ἐπρόκειτο νά σέ διαδεχτοῦν στόν θρόνο᾽ (῾᾽Απεκάλυψας τούς μέλλοντας τῷ ἄνακτι, ἐμπνευσθείς ἄνωθεν, καί μέχρι τρίτου, σοφέ, διαδεξαμένους σου θρόνον᾽) (ὠδή ζ´). ᾽Ακόμη καί τόν μέγα  ᾽Αθανάσιο διεῖδε ὡς τόν ἑπόμενο Πατριάρχη ᾽Αλεξανδρείας, ὅταν τόν ρώτησε ἐπ᾽ αὐτοῦ  ὁ προηγούμενος. ῾Εἶπες προορατικά στόν ἱεράρχη πού σ᾽ ἐρώτησε ὅτι ὁ μέγας ᾽Αθανάσιος, ὁ πολύς κατά τά θεῖα καί λαμπρός ἀριστέας, θά εἶναι μετά ἀπό αὐτόν ὁ Πρόεδρος τῶν ᾽Αλεξανδρέων᾽ (῾᾽Ερωτήσαντι ἱεράρχῃ εἴρηκας, ᾽Αλεξανδρέων Πρόεδρον, προοπτικῶς μετ᾽ αὐτόν, τόν μέγαν ᾽Αθανάσιον εἶναι, τόν πολύν τά θεῖα, καί λαμπρόν ἀριστέα᾽) (ὠδή η´). 

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς τό πόσο ἀξιοθαύμαστος ἦταν μεταξύ τῶν Πατέρων τῆς ἐποχῆς του ὁ ἅγιος Μητροφάνης. ῞Ενας ἀσκητής ἐπίσκοπος, ἕνας διορατικός καί προορατικός ἅγιος, ἕνας διαπρύσιος κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά περάσει ἀπαρατήρητος. Πρέπει νά φανταστοῦμε μέ πόσο σεβασμό τόν πλησίαζαν οἱ πιστοί ἄνθρωποι, οἱ ἄλλοι ἅγιοι τῶν χρόνων του, γιά νά τόν δοῦν, νά τόν ἀγγίξουν, νά τόν ἀκροαστοῦν. ῎Αν ὁ διορατικός καί προορατικός ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, Γέρων Πορφύριος, συνήθροιζε πλήθη πιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἄς φανταστοῦμε καί τό τί γινόταν καί τήν ἐποχή ἐκείνη σχετικά μέ τόν ἅγιο Μητροφάνη, τόν Πατριάρχη τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων, τόν ἐκλεκτό τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτοκράτορα. ῾Ο ὑμνογράφος μᾶς ἀφήνει νά τό ὑποψιαστοῦμε μέ ἀσφάλεια. ῾῾Η πρώτη Σύνοδος θαύμασε τή λάμπουσα χάρη τῶν δωρημάτων τοῦ Πνεύματος πάνω σου, ὅσιε, καί σέ δοξάζει ἀκολουθώντας τήν ψῆφο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ βασιλιᾶ᾽ (῾Θαυμάσασα Σύνοδος ἡ πρώτη τήν λάμπουσαν χάριν τῶν ἐν σοί δωρημάτων τοῦ Πνεύματος, τῇ θείᾳ ψήφῳ, ὅσιε, Θεοῦ καί τῇ τοῦ ἄνακτος ἀκολουθοῦσα δοξάζει σε᾽) (ὠδή γ´). 

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Μέ ἀφορμή τή συνάντηση τοῦ ὁσίου Παϊσίου μέ τόν ἅγιο Λουκιλιανό



Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

«Στίς 13 Μαΐου τοῦ 1979 ὁ Γέροντας μετακόμισε ἀπό τό κελί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό Κουτλουμουσιανό κελί, «Παναγούδα». Ἦταν 3 Ἰουνίου καί ὁ Γέροντας, λόγω τῆς μετακόμισης, δέν εἶχε τακτοποιήσει τά πράγματά του οὔτε εἶχε βγάλει ἀπ’ τά κιβώτια τά Μηναῖα καί τά ἄλλα ἐκκλησιαστικά βιβλία. Λόγω τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὁ Γέροντας δέν ἤξερε τήν ἀκριβή ἡμερομηνία καί ποιός ἅγιος γιόρταζε ἐκείνη τήν ἡμέρα καί τήν ἀκολουθία τήν ἔκανε μέ κομποσκοίνι. Ὅταν ἔφτασε νά εὐχηθεῖ γιά τόν ἅγιο τῆς ἡμέρας κι ἔλεγε τό συνηθισμένο «ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν», τόν ἀπασχόλησε ὁ λογισμός ποιός νά εἶναι ὁ ἅγιος πού γιόρταζε. Ἐκείνη τή στιγμή ἐμφανίστηκαν, μέ θαυμαστό τρόπο, μέσα στό ἐκκλησάκι δύο ἅγιοι, ὁ ἕνας μπροστά καί ὁ ἄλλος λίγο πιό πίσω. Ὁ δεύτερος ἦταν ὁ ἅγιος Παντελεήμων. Ὁ Γέροντας πάντα ἔλεγε ὅτι ὁ ἅγιος Παντελεήμων μοιάζει πολύ μέ τόν εἰκονιζόμενο στήν εἰκόνα τῆς σκήτης τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος. Ὁ ἄλλος ἅγιος πού ἦταν μπροστά ἦταν ἄγνωστος. Εἶπε τότε ἐκεῖνος: «Γέροντα, εἶμαι ὁ Λουκιλιανός».
 Ὁ Γέροντας δέν εἶχε προσέξει αὐτό τό ὄνομα καί ρώτησε: 
- Πῶς; Λουκιανός;
- Ὄχι, τοῦ ἀπάντησε ὁ ἅγιος. Εἶμαι ὁ Λουκιλιανός.
 Καί τότε, πάλι μέ θαυμαστό τρόπο, οἱ δύο ἅγιοι ἐξαφανίστηκαν. 
   Τότε ὁ Γέροντας πῆγε καί ἄνοιξε τά κιβώτια μέ τά βιβλία καί στό Μηναῖο τοῦ Ἰουνίου βρῆκε πραγματικά ὅτι στίς 3 ἦταν ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Λουκιλιανοῦ.
   Ἀπό τότε ὁ Γέροντας ἀγαποῦσε τόν ἅγιο Λουκιλιανό ἰδιαίτερα κι ἔβαλε μιά εἰκονίτσα στό ἱερό καί μιά πάνω ἀπό τό στασίδι του, πού τήν εἶχε ἐκεῖ μέχρι τό τέλος».   (Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παῒσιος, σσ. 274-275).

1.  Οἱ ἅγιοι εἶναι ζωντανοί καί μετά θάνατον.

Οἱ ἅγιοι δέν εἶναι ὑπερφυσικά ὄντα, ξένα πρός ἐμᾶς καί τή φύση μας. Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πού ἔζησαν καί ἔδρασαν κάτω ἀπό τίς ἴδιες σχεδόν συνθῆκες μέ ἐμᾶς. Τό μόνο ἰδιάζον στοιχεῖο τῆς ζωῆς τους ἦταν ἡ ἀγάπη τους πρός τόν Χριστό, πού τούς ὁδηγοῦσε στό νά τηρήσουν μέ κάθε δυνατή πιστότητα τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου τους. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστό: σάρκωσαν τόν Χριστό μέσα τους καί ἔγιναν «δοχεῖα τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Γι’ αὐτό καί ὅταν ἦλθε ἡ στιγμή νά φύγουν ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, εἴτε μέ φυσικό εἴτε μέ μαρτυρικό θάνατο, βρέθηκαν στά χέρια Ἐκείνου πού μέ πάθος ἀγάπησαν.  Ἡ ψυχή τους, μετά τήν προσωρινή, μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀπόθεση τοῦ σώματός τους, χαίρει καί ἀγάλλεται γιά τήν ἀπολαβή τῶν δωρεῶν τοῦ Παραδείσου, ἀλλά καί σκιρτᾶ μέ τήν προσμονή τῶν ἀκόμη μεγαλυτέρων ἀγαθῶν πού ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός στους ἀγαπημένους Του. 
   Βεβαίως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πιστοί καί ἄπιστοι, θά βρεθοῦμε μετά τόν θάνατό μας στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ. Μά, ἡ ζωή ἐκείνη, ἡ μετά τήν ἐδῶ στόν κόσμο αὐτό, δέν εἶναι ἡ ἴδια γιά ὅλους. Γιά τούς πιστούς, πολύ περισσότερο γιά τούς ἁγίους, τούς κατεξοχήν πιστούς, εἶναι πραγματική καί ἀληθινή ζωή, γιατί ζοῦν τήν κοινωνία μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεό. Ἐνῶ γιά τούς ἀπίστους εἶναι μιά ζωή ἐν θανάτῳ: ζοῦν μέσα στόν Θεό, χωρίς νά νιώθουν τήν εὐεργετική παρουσία Του. Μᾶλλον θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἡ παρουσία αὐτή τοῦ Θεοῦ λειτουργεῖ ἀρνητικά γι’ αὐτούς: τούς δημιουργεῖ λόγω τῆς ἀμετανοησίας τους κόλαση. 
   Ἀναλογικά, συμβαίνει περίπου τό ἴδιο πού ζοῦν οἱ ἄνθρωποι καί ἐδῶ, στή γῆ. Οἱ πιστοί ζοῦμε τόν Θεό, οἱ ἄπιστοι ζοῦν ὡς ἤδη πεθαμένοι. «Ἄφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς» (Ματθ. 8, 22) εἶπε ὁ Κύριος. Κι αὐτό θά πεῖ: μπορεῖ κάποιος νά εἶναι βιολογικά ἐν ζωῇ, πνευματικά ὅμως νά εἶναι ἤδη νεκρός. Ἡ ψυχή λοιπόν τοῦ ἀμετανοήτου καί ἀπίστου ἀνθρώπου θά βρίσκεται σέ αὐτήν τήν παράδοξη κατάσταση: νά εἶναι ζωντανή νεκρή. Καί ἡ προοπτική τῆς Δευτέρας Παρουσίας θά ἐπιτείνει ἀκόμη περισσότερο τήν τραγικότητα.
    Οἱ ἅγιοι λοιπόν, ὄχι μόνον στόν κόσμο αὐτό, ἀλλά πολύ περισσότερο μετά τόν θάνατό τους, εἶναι ζωντανοί. Κι ἡ παρουσία τους γεμίζει καί τόν δικό μας κόσμο, πιό πολύ ἀπό ὅ,τι ὅταν βρίσκονταν μέ τό σῶμα τους. Διότι ἀκριβῶς τώρα δέν ἐμποδίζονται ἀπό τό φυσικό τους σκήνωμα. Ἄς θυμηθοῦμε τά λόγια ἐδῶ, τοῦ ἄλλου μεγάλου συγχρόνου ὁσίου Γέροντα Πορφυρίου: «Μετά τόν θάνατό μου θά εἶμαι πιό πολύ κοντά σας, γιατί δέν θά ἔχω τόν περιορισμό τοῦ σώματος».

2.  Μᾶς ἀκοῦνε καί ἐπεμβαίνουν στή ζωή μας.

 Μποροῦν λοιπόν καί μᾶς ἀκοῦνε, κι ἀκόμη νά ἐπεμβαίνουν στή ζωή μας. Βεβαίως τοῦτο δέν ὀφείλεται σέ κάποια ὑπερφυσική ἱκανότητα δική τους οὔτε ἀσφαλῶς στή μεταβολή τῆς φύσης τους σέ κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό πού εἶναι: ἄνθρωποι σάν κι ἐμᾶς. Ὀφείλεται στήν ἐνέργεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ, πού τούς δίνει τή δυνατότητα νά εἶναι κοντά μας. Οἱ ἅγιοι δηλαδή, ὡς ψυχές στή φάση πού βρίσκονται, (ἄρα καί αὐτοί εὑρισκόμενοι ὄχι στήν τέλεια κατάστασή τους, ἀφοῦ δέν ἔχουν τό σῶμα τους), λόγω τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού ζεῖ πλούσια μέσα τους, γίνονται τρόπον τινά καί αὐτοί πανταχοῦ παρόντες. Ὄχι ὅτι ἡ ψυχή τους βρίσκεται παντοῦ· ἁπλῶς ζώντας μέσα στόν πανταχοῦ παρόντα Θεό τούς δίνεται ἡ χάρη νά ἀκοῦνε τούς πιστούς καί νά ἐπεμβαίνουν, ἄν ἐπιτρέψει ὁ Θεός, στή ζωή τους. 
   Εἶναι πολύ ἀποκαλυπτικά ἐν προκειμένῳ τά λόγια τοῦ γνωστοῦ σέ ὅλους συγχρόνου ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω. Σέ γραφή του σχετικά μέ τούς ἁγίους ἀναφέρει:
    «Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά εἶναι μακριά ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ’ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος… 
    Οἱ ἅγιοι ζοῦν σ’ ἄλλον κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό ἅγιον Πνεῦμα τή θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο ἅγιον Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας… 
    Οἱ ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό ἅγιον Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλον τόν κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάνομε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι’ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στόν Θεό γιά μᾶς… 
    Καί μή θαυμάζετε γι’ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν ἁγίων ζῆ μέ τό ἅγιον Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ’ ὅλον τόν κόσμο γιά τόν ἅγιον Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό ἅγιον Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας. 
     Οἱ ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τόν Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σέ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν».

3.  Ἡ Ἐκκλησία ὡς ἕνα σῶμα διακρίνεται  σέ στρατευόμενη και θριαμβεύουσα.

Τά παραπάνω ἀποτελοῦν ἐπιβεβαίωση τῆς βασικῆς πίστης τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ἀποτελεῖ ἡ ἴδια τό ἑνιαῖο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο διακρίνεται, ὄχι χωρίζεται, σέ θριαμβεύουσα καί στρατευόμενη Ἐκκλησία. Ὅλοι οἱ πιστοί γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει κεφαλή της Ἐκεῖνον, ψυχή πού τή ζωοποιεῖ τό ἅγιον Πνεῦμα, μέλη της δέ τόσο τούς ἐν τῷ κόσμῳ ζῶντες, ὅσο καί τούς κεκοιμημένους ἁγίους, μαζί μέ τόν πνευματικό κόσμο τῶν ἀγγέλων. 
  Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία δέν περιορίζεται μόνον σ’ αὐτό πού βλέπουμε μέ τά σαρκικά μας μάτια – τήν ἀνθρώπινη καί ἐπίγεια μόνο διάστασή της – πολύ περισσότερο δέν ταυτίζεται μόνον μέ τούς κληρικούς. Ἐκτείνεται σέ διαστάσεις ἄπειρες, ἀφοῦ περιλαμβάνει καί τόν ἴδιο τόν Δημιουργό μας. Γι’ αὐτό καί χαρακτηρίζεται καί αὐτή ἄκτιστη καί αἰώνια, «πύλαι δέ Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
  Θεμέλιο γιά τήν ἑνότητα αὐτή τοῦ ἐδῶ καί τοῦ ἐκεῖ κόσμου, τῆς στρατευόμενης καί τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀποτελεῖ τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἑνώθηκε τό οὐράνιο μέ τό ἐπίγειο, ἐνῶ μέ τή σταυρική Του θυσία καταλύθηκε κάθε φράγμα πού χώριζε τόν Θεό καί τούς ἀγγέλους μέ τόν κόσμο. «Διά τοῦ σταυροῦ σου, Χριστέ, μία ποίμνη γέγονε ἀγγέλων καί ἀνθρώπων καί μία Ἐκκλησία. Οὐρανός καί ἡ γῆ ἀγάλλονται», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Ἔτσι ἐν Χριστῷ ἐμεῖς μποροῦμε νά ἐπικαλούμαστε τούς ἁγίους, μέ τή βεβαιότητα ὅτι μᾶς ἀκοῦνε καί ὅτι μποροῦν νά μᾶς βοηθήσουν, ἐκεῖνοι δέ ἔχουν ἐξίσου τή δυνατότητα νά μᾶς βλέπουν, νά συμπάσχουν μαζί μας, νά πρεσβεύουν γιά μᾶς, νά ἐπεμβαίνουν στή ζωή μας.

4.  Ἡ ἀγάπη πρός τούς ἁγίους.

 Τί πιό φυσικό λοιπόν γιά τόν πιστό ν’ ἀγαπᾶ τούς ἁγίους καί ν’ ἀναφέρεται πρός αὐτούς! Ἀγαπώντας τους ἀγαπᾶ τόν Χριστό πού ζεῖ μέσα τους, καί ἀγαπᾶ καί τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἀποτελοῦν μέλη τοῦ ἴδιου μέ Αὐτόν σώματος. Ἡ σωτηρία τοῦ πιστοῦ κατά συνέπεια περνᾶ καί μέσα ἀπό αὐτούς. Ἄν θά σωθοῦμε, θά σωθοῦμε «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», πού σημαίνει ὅτι ποτέ ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό δέν ἐκπίπτει σέ ἀτομικό γεγονός. Ἡ Παναγία καί οἱ λοιποί ἅγιοι ἀποτελοῦν τόν καλό, εὐλογημένο καί χαρισματικό ἑαυτό μας, γι’ αὐτό καί (πρέπει νά) λειτουργοῦν ὡς πρότυπα τῆς ζωῆς μας.
   Ἔτσι ἡ πιό ἔξυπνη κατά κυριολεξίαν κίνηση τοῦ πιστοῦ εἶναι νά δεθεῖ, ὅσο μπορεῖ περισσότερο στή ζωή αὐτή, μέ τούς ἁγίους, νά τούς ἔχει φίλους καί μεγαλύτερους ἀδελφούς, ὥστε καί ἐδῶ νά ἀπολαμβάνει τή συντροφιά τους, ἀλλά καί μετά τήν ἔξοδό του ἀπό τόν κόσμο νά τούς βρεῖ ἕτοιμους καί πρόθυμους πρός ὑποδοχή του.
(Από το βιβλίο, Μαθητεία σέ σύγχρονους ἁγίους Γέροντες, εκδ. "ἀκολουθεῖν", β΄ἔκδοση, 2018, σελ. 50-59).

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ



«Ο άγιος Νικηφόρος (758-822) έζησε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του δυσσεβή, του επονομαζομένου Κοπρώνυμου, και ήταν γέννημα και θρέμμα της Βασιλίδος των πόλεων. Οι γονείς του, λαμπρής και γνωστής οικογένειας, ήταν ο Θεόδωρος και η Ευδοκία. Ο Θεόδωρος ήταν γραμματέας των βασιλικών εντολών κι επειδή κατηγορήθηκε ότι προσκυνούσε τις θείες εικόνες μαστιγώθηκε και εξορίστηκε στο φοβερό φρούριο της Μύλασσας. Αργότερα τον έφεραν πίσω, αλλ’ επειδή και πάλι δεν υπάκουσε στις βασιλικές προσταγές, τον εξόρισαν πέρα από τη Νίκαια. Εκεί έζησε έξι χρόνια με μεγάλες κακουχίες κι έτσι έφυγε από τη ζωή αυτή. 
Ο γιος του ο τίμιος Νικηφόρος, ήδη από γεννησιμιού του μεγάλωσε μέσα στην αγκαλιά της Ορθοδοξίας και ανατράφηκε με το γάλα της πίστεως. Όταν μεγάλωσε και πήρε καλή μόρφωση, κατατάχθηκε κι αυτός στους Γραμματείς. Αργότερα όμως, όλα τα επίγεια τα θεώρησε σκουπίδια και σαν τον ιστό της αράχνης, γι’ αυτό και αναχώρησε από την Πόλη και πήγε στην Προποντίδα, ζώντας με πλήρη αφιέρωση στον Θεό και με πολλούς ασκητικούς κόπους και ταλαιπωρίες. Όταν απεβίωσε ο μέγας Αρχιερεύς Ταράσιος (πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως), ο αυτοκράτορας Νικηφόρος πίεσε με έντονες παρακλήσεις τον ομώνυμό του ασκητή Νικηφόρο  να αναλάβει αυτός τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Λίγο αργότερα όμως αναπαύτηκε από τη ζωή αυτή ο συγκεκριμένος αυτοκράτορας, τον διαδέχθηκε ο υιός του Σταυράκιος που κι αυτός πολύ γρήγορα απέθανε, οπότε ανέλαβε τα σκήπτρα της βασιλείας ο ευσεβέστατος Μιχαήλ. 
Τον Μιχαήλ όμως τον έριξε βίαια από τον θρόνο ο όνομα και πράγμα Λέων κι έγινε αυτός βασιλιάς, αρχίζοντας τις επιθέσεις του κατά των αγίων εικόνων και κατά της ευσεβούς ορθοδόξου πίστεως. Πόσα και τι είδους παθήματα πέρασε ο σεβάσμιος Πατέρας μας Νικηφόρος στους θαρραλέους αγώνες του απέναντι στον ασεβή και αλιτήριο αυτόν βασιλιά, είναι αδύνατο και να πούμε και να γράψουμε. Το μόνο που μπορούμε να σημειώσουμε είναι ότι ο θεομίσητος Λέων, μόλις ανέλαβε τον εξουσία, αμέσως καθαίρεσε από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον Νικηφόρο, τον εξόρισε και τον έριξε στη φυλακή, δίνοντας την εντολή να μην έχει καμιά απολύτως ανθρώπινη παρηγοριά από οποιονδήποτε. Έτσι έζησε με ταλαιπωρίες μεγάλες ο άγιος, μέχρις ότου ο ασεβής αυτός Λέων έχασε με άσχημο τρόπο τη ζωή του, καθώς κατέκοψαν τα μέλη του σώματός του με μαχαίρια δικοί του άνθρωποι, μέσα στον ναό του Φάρου. Ο δε μακάριος Νικηφόρος, καταπονημένος από τις πολύχρονες ταλαιπωρίες και τις κακοπάθειες, παρέθεσε το πνεύμα του στα χέρια του Χριστού, σε ηλικία περίπου εβδομήντα ετών, αφού πέρασε εννιά χρόνια στον Πατριαρχικό θρόνο και δεκατρία στην εξορία».  

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του αγίου Νικηφόρου, με έναν τολμηρό αλλά ρεαλιστικό ταυτόχρονα στίχο του, μάς δίνει το πνευματικό ύψος του εορταζομένου αγίου: «Ο Πατριάρχης Νικηφόρος είναι δίπλα στον Πατριάρχη Αβραάμ τον θείο Γέροντα. Ο Νικηφόρος στις 2 Ιουνίου βρήκε θέση στον Παράδεισο» («Τοῦ Πατριάρχου Πατριάρχης πλησίον, Θείου γέροντος Ἀβραάμ Νικηφόρος. Δευτερίῃ Νικηφόρος εἰς Ἐδέμ εὕρατο μοίρην») (στίχος συναξαρίου). Και δεν μένει μόνον εκεί. Όχι μόνο ο Αβραάμ, αλλά όλοι οι μεγάλοι Πατριάρχες της Παλαιάς Διαθήκης, όπως ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Μωϋσής, τιμούν τον άγιο Νικηφόρο με ωδές και ύμνους, θεωρώντας ότι προστέθηκε στη δική τους χορεία εν ουρανοίς. «Χοροί Πατριαρχών, τήν ἁγίαν σου μνήμην, ἐν ὕμνοις καί ὠδαῖς, Νικηφόρε τιμῶσι∙ προσθήκην γάρ ἐδέξαντο τήν ψυχήν σου τήν ἔνδοξον») (κάθισμα όρθρου). Γιατί αυτό; Θα περιμέναμε από τον άγιο υμνογράφο να μας πει ότι πρόκειται πρώτα από όλα για παιδί ενός μάρτυρα – μάρτυρας ο πατέρας του Θεόδωρος. Κι όμως! Ούτε μία αναφορά στον άγιο πατέρα. Ο υμνογράφος είναι «θαμπωμένος» θα λέγαμε από την αγία βιοτή του οσίου Νικηφόρου κι εκεί επικεντρώνει την προσοχή του, αλλά και τη δική μας.

Και πράγματι. Νομίζουμε πως δεν υπάρχει λέξη που να μη χρησιμοποίησε ο Θεοφάνης για να μας προβάλει τη θεμελιωμένη πάνω στον Κύριο ζωή του Νικηφόρου, ήδη από την ώρα της γέννας του και μέχρι την ώρα της εξόδου του από τον κόσμο. Είναι το «θεῖον ἐκτύπωμα» - στο πρόσωπό του βλέπουμε τον ίδιο τον Θεό (στιχ. εσπ.), είναι «αυτός που την πράξη της άσκησης την έκανε σκαλοπάτι για να ανεβεί στη θεωρία του Θεού» (ὠδή α΄), είναι «αυτός που ο λόγος του ήταν κοσμημένος από τις ενάρετες πράξεις του και ο βίος του αντιστοίχως γεμάτος από την ομορφιά του λόγου του Θεού» (ὠδή α΄). Όλη η ζωή του δηλαδή κατά τον άγιο υμνογράφο ήταν ένας αγώνας πάνω στο μαρτύριο της συνειδήσεως: πώς να τηρεί απαρέγκλιτα τις εντολές του Κυρίου Ιησού: «τῆς γάρ συνειδήσεως ἤνεγκας μαρτύριον» (ὠδή η΄). Γι’ αυτό και φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού, ώστε όχι μόνο η ζωή του αλλά και ο λόγος του και τα κηρύγματά του να φανερώνουν όντως τι το Πνεύμα φανερώνει στην Εκκλησία. «Λάμποντας σαν ήλιος με τις ακτίνες του Πνεύματος στις Εκκλησίες, αναδείχθηκες ουρανομήκης στύλος της, θεόφρον» («Φωσφόρος ταῖς ἀκτῖσιν ἐκλάμπων τοῦ Πνεύματος ταῖς Ἐκκλησίαις, θεόφρον, ἀνεδείχθης στῦλος οὐρανομήκης») (ὠδή ς΄). Και πρέπει να σημειώσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος του κανόνα του για τον άγιο ο Θεοφάνης το αφιερώνει στην εξαγγελία του λόγου του Θεού, αφού την εποχή του η ορθόδοξη πίστη διωκόταν από τον αυτοκράτορα Λέοντα, ο οποίος θεωρούσε την προσκύνηση των εικόνων ως πράξη ειδωλολατρική. Ο άγιος Νικηφόρος λοιπόν ήταν εκείνος, μεταξύ των άλλων Πατέρων, που έδειξε ότι η εικόνα αποτελεί πρακτική εφαρμογή της πίστεως στον Ιησού Χριστό ως Θεό αλλά και άνθρωπο. Άρνηση να τιμήσει κανείς τις εικόνες σημαίνει ότι αρνείται την πραγματικότητα της ενσάρκωσης του Θεού, αλλοίωση της πίστεως σ’ Εκείνον, συνεπώς συνιστά χριστολογική αίρεση που τον άνθρωπο τον εκτρέπει από τη ζωντανή σχέση του με τον Θεό. «Με θεολογικό νου ερεύνησες το βάθος της σοφίας και με τη δύναμη των διδασκαλιών σου διέλυσες (κρέμασες) εντελώς αυτούς που αρνούνται την εικόνα του Χριστού» («Φιλοσοφίᾳ τῆς σοφίας τό βάθος ἠρεύνησας, καί δογμάτων σου πλοκαῖς, τούς ἀθετοῦντας εἰκόνα Χριστοῦ τρανῶς ἀπηγχόνησας») (ὠδή γ΄).

Ο άγιος Θεοφάνης, όπως συμβαίνει πάντοτε για κάθε άγιο, «διανοίγει» και την καρδιά του οσίου Νικηφόρου προκειμένου να μας νοηματοδοτήσει την όλη πορεία του. Μας συγκινεί ιδιαίτερα ο λόγος του: «Έχοντας κάνει παράδεισο την καρδιά σου, στο κέντρο της οποίας είναι φυτευμένο το ξύλο της ζωής, δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος, φανέρωσες σε όλους τον λόγο της πίστεως, πάτερ Νικηφόρε θεόπνευστε» («Ὡς παράδεισον τήν καρδίαν σου κεκτημένος, ξύλον ζωῆς ἐν μέσῳ ταύτης πεφυτευμένον, πᾶσιν ἐφανέρωσας τον λόγον τῆς Πίστεως, Πάτερ Νικηφόρε θεόπνευστε») (ὠδή δ΄). Για να μιλήσει κανείς για την πίστη, για να είναι πειστικός ο λόγος και το κήρυγμά του για τον Χριστό και την αγία Εκκλησία Του, πρέπει να εμπνέεται από το Πνεύμα του Θεού. Η έμπνευση όμως αυτή προϋποθέτει τον αγώνα να κρατάει κανείς τον Χριστό στο κέντρο της καρδιάς του – να ενεργοποιεί το άγιο βάπτισμά του. Κι αυτό γίνεται μόνο με έναν τρόπο, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου: όταν τηρούνται οι άγιες εντολές Του. «Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. Ἐάν τάς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου». Ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει κατακάθαρα ενώπιόν μας τον άγιο και την κατά Χριστόν πορεία του.  

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

ΤΙ ΑΣΠΡΟ 
                 ΤΙ ΜΑΥΡΟ...


(Του Στέφανου Δορμπαράκη)

Πέπλο τρυφερό στο μέρος της καρδιάς

π’ αντανακλά πανάκριβη τη βύσσο

τ’ απόλυτα μοναδικού προσώπου.

Μα των χρωμάτων η παλέτα

άλλη βαφή θ’ απλώσει

στου καθενός την όψη

-  άσπρο και μαύρο ανοιχτό

κι ίσως και πιο βαθύ ακόμη.

Ποια η αξία για το «είναι»

του χρώματος η τελική χροιά

όταν στης μάνας γης την αγκαλιά

θα γείρεις για να ξαποστάσεις;

Το «σήμα» κρένει χωρισμό

που όλους τους ισιώνει...

Μήτε το χρώμα θα μετρήσει

μήτε το κάλλος θα κρατήσει

απ’ τον χιτώνα τον δερμάτινο.

Για την αθάνατη ψυχή αρκεί το χρώμα

της αγάπης που πορφύρωσε τον κόσμο. 




Η «ΚΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΟΣ




Ένας ύμνος από την υμνολογία του αγίου Ιουστίνου έρχεται και φωτίζει τον εσωτερικό του αγώνα, αποκαλύπτοντάς μας, κατά τη θεώρηση του αγίου υμνογράφου του, το πνευματικό επίπεδο στο οποίο βρισκόταν. «Στερέωμα Χριστόν ἐν τῇ καρδίᾳ σου κατέχων, ἀνδρείως ἀντικατέστης, Ἰουστίνε, τῷ δικάζοντι ἀνομεῖν παρανόμως σε προστάττοντι» (ὠδή γ΄). Δηλαδή: Έχοντας βαθιά μέσα στην καρδιά σου τον Χριστό ως βάση και στερέωμά σου, Ιουστίνε, αντιμετώπισες με ανδρεία τον δικαστή που σε πρόσταζε με παράνομο τρόπο να ανομήσεις και να προδώσεις τον Θεό.

Ο άγιος ήταν φιλόσοφος με την έννοια της αναζήτησης της αλήθειας, μέχρις ότου βρήκε «τήν μόνην ἀληθῆ τε και ξύμφορον φιλοσοφίαν», δηλαδή την πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη στην οποία προσκολλήθηκε τόσο που έδωσε και την ίδια  τη ζωή του γι’ αυτήν γινόμενος μάρτυρας. Κι αυτό γιατί διαπίστωσε από την ίδια του την εμπειρία ότι ο Χριστός δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος ίσως άνθρωπος  που  κάλυπτε κάποια «κενά» μιας κοσμοθεωρίας, αλλά ο Ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος, συνεπώς γέμιζε την καρδιά και την ύπαρξή του όλη μ’ εκείνο το «πυρ» που φωτίζει τον άνθρωπο και κατακαίει τα πάθη που θέτουν φραγμό στην εύρεση του ζωντανού και αληθινού Θεού. Ο άγιος με άλλα λόγια ήταν από τους πρώτους διανοητές που συνειδητοποίησε με τη χάρη ασφαλώς του Θεού ότι το κυρίαρχο στοιχείο για να ζήσει πράγματι ο άνθρωπος με νόημα στη ζωή του δεν είναι η λογική του, αλλά η καρδιά του, κι έτσι έγινε μέτοχος κι αυτός της φλόγας του Παρακλήτου που περιέλαμψε τους μαθητές του Κυρίου κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Κατά τον λόγο του Χριστού: «πῦρ ἦλθον βαλεῖν καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη».

Λοιπόν, τι σημειώνει με διεισδυτικό τρόπο ο υμνογράφος ως στόμα της Εκκλησίας; Ότι ο άγιος είχε φτάσει στο ανώτερο δυνατό σημείο της πνευματικής ζωής, κατά το οποίο έχει ξεπεραστεί και ο ίδιος ο φόβος του θανάτου. Ο φόβος του θανάτου είναι σημάδι της «φυσικής» ζωής, της ζωής όπως βιώνεται στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας – είναι το τίμημα ακριβώς της αμαρτίας˙ στη χριστιανική ζωή που ακολουθεί τα χνάρια του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού ο φόβος αυτός ξεπερνιέται – μία δειλία βεβαίως είναι «αποδεκτή» καθώς βρίσκεται ο άνθρωπος ακόμη μέσα στον κόσμο τούτο – γιατί ο πιστός άνθρωπος εντάσσεται μέσα σ’ Εκείνον που «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν», ζώντας πια το πιο καθοριστικό στοιχείο που αποδεικνύει την υπέρβαση του φόβου, την αγάπη του Χριστού. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Λόγια σαν του αποστόλου Παύλου «ἔχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι και σύν Χριστῷ εἶναι» ή σαν του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος που λέει ότι «ο άγιος περιμένει με χαρά καθημερινά τον θάνατο», δεν παραξενεύουν τον χριστιανό. Απλώς αναμετριέται με το επίπεδο αυτό και συνήθως κλίνει την κεφαλή και το γόνυ συνειδητοποιώντας τη μικρότητα και… αντιχριστιανικότητά του˙ γιατί φοβάται ακόμη τον θάνατο.

Ο άγιος Ιουστίνος λοιπόν έχοντας πιστέψει στον Χριστό ζούσε την παρουσία του αγίου Πνεύματος στην ύπαρξή του που του έδινε θάρρος και δύναμη να αντιμετωπίσει τους ισχυρούς της γης την εποχή εκείνη, αλλά και ακόμη με τόλμη και χωρίς φόβο να οδηγηθεί και στον ίδιο τον θάνατο. Κι εδώ έρχεται κατεξοχήν ο άγιος υμνογράφος να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το «μυστικό» της αφοβίας του αγίου, τι ήταν εκείνο που κυριαρχούσε στην καρδιά του, ώστε αναλόγως να βλέπει και να αντιμετωπίζει τα πράγματα στη ζωή του. «Κατείχε» μάς λέει «τον Χριστό στο βάθος της καρδιάς του κι ο Χριστός ήταν το στήριγμά του». Να λοιπόν το «μυστικό» του, αλλά και το μυστικό κάθε αγίου, δηλαδή κάθε μάρτυρα της πίστεως. Αν η καρδιά είναι δεμένη με τον Χριστό, αν Εκείνος, όπως το απεκάλυψε, αποτελεί «τήν πέτραν» πάνω στην οποία έχει θεμελιωθεί το οικοδόμημα της ψυχής, από κει πέρα τίποτε απολύτως δεν μπορεί να γίνει ανάχωμα για την πνευματική πορεία του ανθρώπου. Πρόκειται για την πνευματική πραγματικότητα που αποκαλύπτει επανειλημμένως η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή, ότι δηλαδή ο πιστός άνθρωπος «ἐστήριξε τήν καρδίαν του ἐν Κυρίῳ», ότι «ἐπ’ Αὐτ ἐπεστηρίχθη ἡ ψυχή του», συνεπώς βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό που «παίζεται» στα μυστικά βάθη του πνεύματος του ανθρώπου.

Και τι σημαίνει συγκεκριμένα ότι ο πιστός έχει στήριγμά του ή «στερέωμά» του τον Χριστό; Σημαίνει ότι ο πιστός ως μέλος Χριστού, συνεπώς ενισχυόμενος από Εκείνον, με ορμητική διάθεση ψυχής, κατά το «εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ», «κολλάει» καταρχάς τον εαυτό του στις άγιες εντολές Εκείνου. Πρόκειται για μία από τις πιο σπουδαίες αλήθειες του ευαγγελικού λόγου, σύμφωνα με τον οποίο «ο Χριστός περικλείεται μέσα στις εντολές Του». «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με. Ὁ δε ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Και: «ἐάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα και μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν». Κι έπειτα, «κολλάει» στο όνομα του Κυρίου. Το όνομα του Χριστού γίνεται για τον πιστό το «βάθρο» της εν Κυρίω πορείας του, η «γη» που πατάει, δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς Εκείνον. «Μνήμη Ἰησοῦ κολληθήτω σῇ ἀναπνοῇ», όπως λέει και πάλι ο της Κλίμακος άγιος.

Ο άγιος υμνογράφος μάς αποκαλύπτει το «βάθος» της καρδιάς του αγίου Ιουστίνου. Μας αποκαλύπτει συνεπώς τον δρόμο της αγιότητας και μας προσανατολίζει στη μόνη πραγματικότητα που πρέπει και εμείς να πορευτούμε.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ



   «Ο άγιος Ιουστίνος ήταν από τη Φλαβία Νεάπολη της Συρίας, υιός του Πρίσκου του Βακχείου. Ήλθε στη Ρώμη, στον Αντωνίνο τον βασιλιά, εναντιούμενος στην πλάνη των ειδώλων, και επέδωσε λιβέλλους υπέρ της εις Χριστόν πίστεως και ομολογίας, με τις οποίες απεδείκνυε την αλήθεια και τη δύναμη της πίστεως αυτής, ενώ γκρέμιζε με βάση την Αγία Γραφή τις ειδωλολατρικές πλάνες. Επειδή τον φθόνησε ο φιλόσοφος Κρήσκης, φονεύτηκε, αφού προηγουμένως όμως υπέστη πολλά βασανιστήρια. Ο άγιος Ιουστίνος, λόγω της καθαρότητας και της αγιότητας της ζωής του, κι αφού έφτασε στο πιο ψηλό σημείο αρετής και γέμισε εντελώς από κάθε θεϊκή και ανθρώπινη σοφία, άφησε σε όλους τους πιστούς συγγράμματα που είναι πλήρη από κάθε σοφία και ωφέλεια. Διότι προσφέρουν τη γνώση του Θεού σε όλους όσοι θα τα μελετήσουν».

     
Η ακολουθία της ημέρας δεν επικεντρώνει μόνον στον άγιο Ιουστίνο, τον φιλόσοφο και μάρτυρα. Επειδή μαζί με αυτόν μαρτύρησαν και άλλοι μάρτυρες, όπως οι άγιοι Ιουστίνος (άλλος αυτός), Χαρίτων, Χαριτώ, Ευέλπιστος, Ιέραξ, Πέων και Βαλλεριανός, γι' αυτό και οι ύμνοι αναφέρονται γενικά σε όλους, ελάχιστα δε σε μόνο τον άγιο φιλόσοφο Ιουστίνο. Ο Ιουστίνος όμως είναι εκείνος που κατέχει την ξεχωριστή θέση μεταξύ όλων, δεδομένου ότι είναι "ο ιδρυτής της πρώτης χριστιανικής θεολογικής σχολής και αποτελεί νέα και συγκλονιστική παρουσία στην Εκκλησία". Και τούτο γιατί ναι μεν "μέρος από τη θεολογική του σκέψη δεν έγινε Παράδοση της Εκκλησίας, όμως η Εκκλησία δεν δυσκολεύτηκε να τον κατανοήση και να τον τιμήση, διότι ο διδάσκαλος Ιουστίνος, που ήταν μόνο λαϊκός, έγινε μάρτυρας της πίστεώς της και διότι πρώτος αυτός, έστω και χωρίς απόλυτη επιτυχία, επιχείρησε σοβαρά, με τόλμη και σύνεση, να αντιπαραβάλη τη χριστιανική αλήθεια στη φιλοσοφική σκέψη και μάλιστα την πλατωνική" (Στυλ. Παπαδόπουλος).

 
Βεβαίως όταν η Εκκλησία μας τον χαρακτηρίζει φιλόσοφο δεν έχει κατά νου τον θύραθεν φιλόσοφο που δημιουργεί ένα δικό του φιλοσοφικό σύστημα, ανεξάρτητα από την εις Χριστόν πίστη. Μία τέτοια περίπτωση μπορεί να τιμηθεί από την ιστορία της φιλοσοφίας, όχι όμως από τη χριστιανική πίστη, η οποία αποκλειστικά και μόνο στηρίζεται στην αποκάλυψη του Θεού, σε πρώτη φάση της Παλαιάς Διαθήκης, σε δεύτερη και τέλεια της Καινής με τον ερχομό του ενανθρωπήσαντος Θεού Ιησού Χριστού. Τον χαρακτηρίζει φιλόσοφο, διότι αφενός είχε φιλοσοφική κατάρτιση - άλλωστε μέχρι να καταλήξει στον χριστιανισμό πέρασε από διάφορες φιλοσοφίες που τον άφησαν όμως ανικανοποίητο - αφετέρου χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία ως όργανο εκφράσεως της ευαγγελικής αλήθειας. Κι αυτό σημαίνει ότι εκείνο που έφλεγε την καρδιά του αγίου ήταν τελικά η σοφία του Θεού και όχι η ανθρώπινη εκδοχή της. Η υμνολογία μας το επισημαίνει: "Κοσμημένος ο σοφός Ιουστίνος από τη σοφία του Θεού, έδειξε με τη χάρη του Θεού την ανοησία της φιλοσοφίας των Ελλήνων και έπεισε τους ανθρώπους να προσκυνούν την Τριάδα και να κραυγάζουν ορθόδοξα: Είσαι ευλογημένος ο Θεός των Πατέρων μας" ("Σοφία Θεού Ιουστίνος ο σοφός κεκοσμημένος, την των Ελλήνων απεμώρανε φιλοσοφίαν εν χάριτι, πείσας προσκυνείν την Τριάδα, ορθοδόξως κραυγάζειν τε: Ευλογητός ει ο Θεός, ο των Πατέρων ημών") (ωδή ζ΄).

    
Ο άγιος Ιουστίνος είπαμε ότι πέρασε από διάφορες φιλοσοφίες μέχρι να φτάσει στην πίστη του Χριστού. Κι η πίστη του αυτή δεν υπήρξε αποτέλεσμα των φιλοσοφικών ερευνών του. Κανείς από μόνος του δεν γίνεται χριστιανός, αν δεν κληθεί και δεν ελκυσθεί από τον ίδιο τον ζωντανό Θεό. Ο ίδιος ο Κύριος το αποκάλυψε: "Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν" (Κανείς δεν μπορεί να έλθει σε εμένα, εάν ο Πατέρας μου που με έστειλε δεν τον ελκύσει). Ο άγιος Ιουστίνος κλήθηκε από τον ίδιο τον Θεό, γιατί βεβαίως αναζητούσε γνήσια την αλήθεια. Συνέβη σ' αυτόν ό,τι και στον απόστολο Παύλο και ό,τι σε άλλους αγίους: με έναν ξεχωριστό τρόπο του υποδείχτηκε η αλήθεια. Σ' ένα από τα σπουδαία έργα του, τον "Διάλογον προς Τρύφωνα τον Ιουδαίον" περιγράφει με φιλολογικό τρόπο την κλήση του προς τον Χριστό. "Κουρασμένος από τις αναζητήσεις του και ποθώντας ειλικρινά την αλήθεια, περιδιάβαζε μελαγχολικός και στοχαζόμενος σε κάποια παραλία (πιθανόν της Εφέσου), όπου συνάντησε μυστηριώδη σεβάσμιο γέροντα. Αυτός του τόνισε ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να θεραπεύσει την εσώτατη περί Θεού ζήτηση του ανθρώπου και του υπέδειξε τη μοναδική σημασία των προφητών, οι οποίοι 'μόνοι και είδαν και εξήγγειλαν την αλήθεια στους ανθρώπους'" (Στυλ. Παπαδόπουλος). Ο υμνογράφος της ακολουθίας του κάνει τον παραλληλισμό με τον απόστολο Παύλο, χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένα τι συνέβη στην κλήση του αγίου. "Δέχτηκες από τον ουρανό την κλήση, όπως ο θεσπέσιος Παύλος, θεόσοφε, κι αφού έζησες τον ίσιο δρόμο με άριστο τρόπο, πέρασες στο στάδιο του μαρτυρίου" ("Ουρανόθεν την κλήσιν δεξάμενος, ώσπερ ο θεσπέσιος Παύλος, θεόσοφε, ευθυδρομήσας άριστα, μαρτυρίου το στάδιον ήνυσας") (ωδή ς΄).

       Η περίπτωση του αγίου Ιουστίνου είναι αξιοθαύμαστη, γιατί επιβεβαιώνει για μία ακόμη φορά ότι όπου υπάρχει γνήσια αναζήτηση της αλήθειας, εκεί έχουμε φανέρωση του Θεού και ο άνθρωπος βρίσκει το μοναδικό και βέβαιο στήριγμα της ζωής του. Όπως ακριβώς και με τον άγιο: "Κατείχες τον Χριστό στην καρδιά σου ως στερέωμα, Ιουστίνε" ("Στερέωμα Χριστόν εν τη καρδία σου κατέχων, Ιουστίνε") (ωδή γ΄).