Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ


«Αυτός ο άγιος μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων  Μαξιμιανού και Μαξίμου και καταγόταν από την Αμάσεια του Πόντου, από ένα χωριό που λεγόταν Χουμιαλοί. Μόλις συγκαταλέχτηκε στη στρατιά των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων στρατιωτών, υπό την εξουσία του αξιωματικού Βρύγκα, εξετάστηκε από αυτόν, οπότε ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Θεός, ενώ καταχλεύασε τα σεβάσματα των ειδωλολατρών σαν άψυχα ξόανα και έργα χειρών ανθρώπων. Κι όταν του δόθηκε η ευκαιρία, δεν έμεινε άπρακτος, αλλά σκέφτηκε και προέβη στο μέγιστο από τα έργα: κατέκαψε το είδωλο της μητέρας των θεών, όπως οι ειδωλολάτρες παραφρονώντας λένε. Γι’ αυτόν τον λόγο και συνελήφθη, κι αφού ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο αυτουργός του εμπρησμού, πρώτα μεν τον έξυσαν κρεμασμένο με σιδερένια νύχια, έπειτα τον έριξαν μέσα σε καμίνι φωτιάς και εκεί τελειώθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο άγιότατο Μαρτύριό του, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου, κατά το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών, όταν έγινε και το θαύμα από αυτόν των κολύβων και έσωσε έτσι τον ορθόδοξο λαό από τη μιασμένη βρώση των ειδωλοθύτων».
Η συντριπτική πλειοψηφία των ύμνων της Εκκλησίας μας σήμερα αναφέρεται σ’ αυτό που δηλώνει το όνομα του αγίου Θεοδώρου: δώρο Θεού. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του, διαρκώς τονίζει ότι ο άγιος είναι «επώνυμος των θείων δωρεών», ότι «δωρίστηκε ως δώρο Θεού» στους ανθρώπους, ότι είναι «θείων δωρεών και πράγμα και όνομα». Ήδη μάλιστα στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού διαβάζουμε: «Ο Χριστός σε έδωσε στην οικουμένη σαν δώρο που φέρνει πλούτο, Θεόδωρε, γιατί δέχτηκε σαν ευεργέτης Θεός το δώρο σου, δηλαδή το τίμιο αίμα σου, που χύθηκε γι’ Αυτόν και προσφέρθηκε σ’ Αυτόν με το ζήλο της ευσέβειας» («Δώρον ο Χριστός πλουτοποιόν σε τη οικουμένη παρέσχεν, ως ευεργέτης Θεός δώρόν σου το τίμιον αίμα, Θεόδωρε, δι’ αυτόν εκχεόμενον και θεοσεβείας ζήλω προσφερόμενον, αυτώ δεξάμενος»). Με άλλα λόγια, κατά τον Θεοφάνη, ο Θεόδωρος είναι το αντίδωρο του Θεού στην Εκκλησία, αφού έλαβε τον ίδιο ως δώρο και  τον προσέφερε έπειτα σε όλους.
Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου είναι πολύ σημαντική: Ό,τι προσφέρουμε εν αγάπη στον Θεό, ο Θεός δεν το κρατάει για τον εαυτό Του, αλλά μας το προσφέρει πολλαπλασιασμένο ως ευεργεσία για εμάς πάλι τους ίδιους. Του προσφέρουμε για παράδειγμα την προσευχή μας; Την μεταποιεί σε χάρη Του προς ίαση της ψυχής και του σώματός μας. Κι όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όλη την οικουμένη. Του προσφέρουμε – πάντα βεβαίως με την ενίσχυση Εκείνου – την υπακοή μας ως κατάθεση της θελήσεώς μας στο θέλημά Του; Παίρνει την υπακοή μας και την κάνει δική Του υπακοή σε εμάς. Γι’ αυτό και κατά την πίστη μας μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος από την παρουσία των αγίων ως ανθρώπων προσφερομένων στον Θεό δεν υφίσταται. Οι άγιοι είναι οι ευεργέτες της ανθρωπότητας, έστω κι αν ο κόσμος δεν κατανοεί τίποτε περί αυτού. Ο Θεός μας τους γνωρίζει, τους αποδέχεται, τους κάνει πρεσβευτές μας για την υπέρβαση των όποιων δυσκολιών μας στον κόσμο. Και το μεγαλύτερο αντίδωρο του Θεού στον κόσμο για το μεγαλύτερο δικό μας δώρο σε Αυτόν, την ίδια την Παναγία μας,  είναι ο ερχομός Του σε εμάς. Εκείνη δηλαδή, πάντα τονίζουμε με τη χάρη του Θεού, δωρίστηκε σε Αυτόν, κι Εκείνος την προσέλαβε και την έκανε σάρκα Του προκειμένου να έρθει στον κόσμο ως άνθρωπος. «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Συνεπώς  ό,τι κάνουμε για χάρη του Θεού δεν είναι «χαμένος» χρόνος, όπως πιστεύουν ορισμένοι εκτός της πίστεως, αλλά ο πολυτιμότερος χρόνος της ζωής μας. Είπαμε, επανακάμπτει σε εμάς και μάλιστα πολλαπλασιασμένο εκ μέρους του Κυρίου μας.
Επεκτεινόμαστε στην αλήθεια αυτή, διότι ακριβώς αυτό πρωτίστως τονίζει ο άγιος Θεοφάνης. Κι είναι πολύ παρήγορα τα τροπάριά του, διότι αναφέρονται σε όλες τις διαστάσεις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως τις θλίψεις και τις δοκιμασίες που υφιστάμεθα, και στις οποίες ο άγιος Θεόδωρος, ως όργανο του Θεού, έρχεται ως σωτήρας και βοηθός. «Τη θεοδώρητη χάρη των θαυμάτων σου, μάρτυς Θεόδωρε - σημειώνει για παράδειγμα - απλώνεις σε όλους που προστρέχουν με πίστη σε σένα, διά της οποίας σε δοξολογούμε λέγοντας: Λυτρώνεις τους αιχμαλώτους, θεραπεύεις τους αρρώστους, πλουτίζεις τους φτωχούς και διασώζεις τους πλέοντες» («Την θεοδώρητον χάριν των θαυμάτων σου, Μάρτυς Θεόδωρε, πάσιν εφαπλοίς τοις πίστει σοι προστρέχουσι, δι ης ευφημούμέν σε λέγοντες∙ αιχμαλώτους λυτρούσαι, θεραπεύεις νοσούντας, πενομένους πλουτίζεις και διασώζεις πλέοντας») (δοξαστικό εσπερινού). «Σώσε με από τη θλίψη που με κατέχει, με τις πρεσβείες σου, μάρτυρα Χριστού, ομαλοποιώντας όλη την τραχύτητα της ζωής μου» («Ρύσαι ταις πρεσβείαις σου της κατεχούσης με θλίψεως, μάρτυς Χριστού, πάσαν ομαλίζων την του βίου τραχύτητα») (ωδή γ΄). Κι ακόμη περισσότερο ο άγιος Θεόδωρος, κατά τον Θεοφάνη, εκτός από τις επεμβάσεις του για τις εξωτερικές δυσκολίες της ζωής, επεμβαίνει και για τις εσωτερικές, δηλαδή τις ψυχολογικές και πνευματικές δυσκολίες, προερχόμενες είτε από τις δαιμονικές επιθέσεις είτε από τα ίδια τα πάθη μας. Σε ένα από τα πιο ωραία τροπάριά του της έκτης ωδής επισημαίνει: «Επειδή υπήρξες θερμότατος υπερασπιστής της ευσεβούς πίστεως και έλεγξες αυστηρά την πλάνη των ειδώλων, εξαφάνισε από την ψυχή μου τις φαντασίες των δαιμόνων και τις εικόνες των παθών» («Υπέρμαχος πεφυκώς της ευσεβείας θερμότατος, και πλάνης στηλιτευτής ειδώλων γενόμενος, δαιμόνων φαντάσματα και παθών εικόνας της ψυχής μου εξαφάνισον»). Η εκζήτηση της βοήθειας του αγίου Θεοδώρου για όλες τις περιστάσεις της ζωής μας συνιστά πια μονόδρομο. Έχουμε πρεσβευτή ισχυρότατο, δοσμένο σε εμάς από τον Θεό μας.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ




«Ο άγιος Θεόδωρος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου (τις πρώτες δεκαετίες του 3ου μ.Χ. αιώνα). Καταγόταν από τα Ευχάϊτα, αλλά κατοικούσε στην Ηράκλεια του Πόντου. Υπερείχε από τους περισσοτέρους ως προς το κάλλος της ψυχής του, το μέγεθος του σώματος και τη δύναμη των λόγων. Όλοι, γι’ αυτό, προσπαθούσαν να αποκτήσουν τη φιλία του. Για τον ίδιο λόγο και ο Λικίνιος ήθελε πάρα πολύ να τον συναντήσει, μολονότι είχε ακούσει  ότι είναι χριστιανός και βδελύσσεται τους λεγόμενους θεούς. Έστειλε λοιπόν από τη Νικομήδεια μερικούς, του ιδίου αξιώματος με τον Θεόδωρο, και τους πρόσταξε να του φέρουν τον μάρτυρα με ευγενικό τρόπο. Όταν αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι ο μακάριος Θεόδωρος έφερε ως αντίρρηση ότι πρέπει ο βασιλιάς μάλλον να έλθει μαζί με τους μεγαλύτερους από αυτόν θεούς, αμέσως ο βασιλιάς ήλθε στην Ηράκλεια.
Ο άγιος Θεόδωρος, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να συναντήσει τον Λικίνιο μετά από νυκτερινό όραμα που του έστειλε ο Θεός, όταν πληροφορήθηκε ότι ο βασιλιάς πλησιάζει, ανέβηκε σε άλογο, τον συνάντησε και τον τίμησε όπως έπρεπε. Ο βασιλιάς τότε του έδωσε το δεξί του χέρι και χαιρέτισε τον Θεόδωρο πολύ θερμά. Εισήλθε έπειτα στην πόλη κι αφού κάθισε σε υψηλό βήμα, προέτρεπε τον μακάριο Θεόδωρο να προσφέρει στους δικούς του θεούς θυσία. Ο άγιος  ζήτησε να πάρει στο σπίτι του τα αγάλματα των επισημοτέρων θεών, να προσφέρει εκεί πρώτα τις προσευχές του, και έπειτα πάλι δημόσια να προσφέρει στους θεούς αυτούς σπονδές. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι έδωσε εντολή  να του δοθούν τα χρυσά και τα αργυρά αγάλματα, ο άγιος τα έλαβε και κατά το μέσο της νύκτας τα συνέτριψε, τα έκανε μικρά κομμάτια και τα έδωσε στους ενδεείς και τους πένητες.
Την επομένη ημέρα, όταν ο Μαξέντιος ο Κομενταρήσιος είπε ότι είδε την κεφαλή της μεγάλης θεάς Αφροδίτης να περιφέρεται από κάποιον πτωχό, ο Λικίνιος διέταξε και αμέσως ο άγιος συνελήφθη από τη φρουρά του Λικινίου. Και πρώτα μεν τον ξέντυσαν, τον κράτησαν τεντωμένο τέσσερις, και τον κτύπησαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών: επτακόσιες πληγές στην πλάτη, πενήντα στην κοιλιά, όπως και κτυπήματα με μολύβδινες σφαίρες στον αυχένα. Έπειτα τον έξυσαν μέχρι αίματος, τον κατέφλεξαν με λαμπάδες, και έτριψαν με όστρακα τις πρησμένες και καμμένες πληγές, οπότε τον έριξαν στη φυλακή, ασφαλίζοντας τα πόδια του σε ξύλινη μέγγενη.
Έμεινε χωρίς φαγητό και νερό στη φυλακή επί επτά ημέρες. Τον έβγαλαν πάλι και κάρφωσαν τα χέρια και τα πόδια του σε σταυρό, κι εκεί του πέρασαν περόνη από το κάτω μέρος του σώματος, που έφθασε μέχρι τα έγκατά του. Γύρω του στέκονταν και παιδιά, που τόξευαν τον άγιο στο πρόσωπο και τα μάτια, ενώ από τις βολές των βελών που κτυπούσαν τα μάτια, έπεσαν κάτω οι κόρες των οφθαλμών του. Άλλοι δε, έκοψαν τα γεννητικά του όργανα, κάνοντας εγκάρσιες τομές σ’ αυτά. Πέρασε τη νύκτα πάνω στο σταυρό και νόμισε ο Λικίνιος ότι είχε ήδη πεθάνει. Αλλά απατήθηκε. Διότι άγγελος Κυρίου τον έλυσε από τα δεσμά και έγινε ολόκληρος υγιής, και έψαλλε και ευλογούσε τον Θεό.
Το ξημέρωμα, απέστειλε ο Λικίνιος να σηκώσουν το σώμα του Μάρτυρα και να το ρίξουν στη θάλασσα. Όταν όμως έφθασαν οι απεσταλμένοι και είδαν τον άγιο να είναι ακόμη ζωντανός και όλος υγιής, πίστεψαν στον Χριστό, άνδρες περίπου ογδόντα πέντε στον αριθμό. Και μετά από αυτούς, άλλοι τριακόσιοι στρατιώτες, στους οποίους ηγείτο ο ανθύπατος Κέστης, που στάλθηκαν για να φονεύσουν τους πρώτους, και αυτοί πίστεψαν στον Χριστό. Όταν είδε ο Λικίνιος την πόλη αναστατωμένη, διέταξε να κοπεί η κεφαλή του αγίου. Στάθηκαν όμως τότε πάμπολλα πλήθη χριστιανών και εμπόδιζαν τους στρατιώτες. Μόλις λοιπόν ο άγιος τους ησύχασε και προσευχήθηκε στον Χριστό, του έκοψαν το κεφάλι και πήρε τέλος ο δρόμος του μαρτυρίου. Μετατέθηκε δε από την Ηράκλεια στα Ευχάϊτα, στο γονικό οίκημά του, καθώς ο μάρτυς είχε δώσει τις κατάλληλες εντολές από πριν στον γραμματέα του Αύγαρο. Ο Αύγαρος, που ήταν μαζί με τον άγιο καθ’ όλη τη διάρκεια του μαρτυρίου του, έγραψε το μαρτυρολόγιο του αγίου κατά πλάτος, δηλαδή και τις ερωτήσεις που του έθεσαν και τις απαντήσεις που έδωσε και τα ποικίλα είδη των βασανιστηρίων που πέρασε, και τις εκ Θεού φανερώσεις και βοήθειες».

Ο πυρπολημένος από θείο πόθο νους του αγίου Θεοδώρου αποτελεί το κλειδί που ερμηνεύει την καρτερία του στα τόσα βασανιστήρια που υπέστη, όπως βεβαίως και τη δύναμή του να υπερβεί πρώτα όλες τις προσφορές του ίδιου του βασιλιά. Απαιτείται να έχει κάποιος ολοκληρωτικά στραμμένο τον νου του στον Θεό, να φλέγεται από την αγάπη Εκείνου, για να μπορεί να περιφρονεί τη φιλία ενός βασιλιά, και μάλιστα με τέτοιες εξουσίες την εποχή εκείνη, και να καταφρονεί τα μαρτύρια που τσακίζουν το σώμα του ανθρώπου. Κι αυτό είναι το διαρκώς ζητούμενο από την Εκκλησία για τον πιστό άνθρωπο: όχι απλώς να τον περιορίσει με κάποιες εντολές και κανόνες – αυτό αποτελεί εξιουδαϊσμό της πνευματικής της ζωής – αλλά να τον προσανατολίσει στην αγάπη προς τον Θεό, την πρώτη και μεγάλη εντολή που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο. «Με πυρπολημένο τον νου από τον θείο πόθο, με γενναιότητα και μεγάλη τόλμη  προχώρησες στον θάνατο της φωτιάς» («τω γαρ θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος, του εν πυρί θανάτου γενναίως κατετόλμησας»), σημειώνει στο κάθισμα του όρθρου ο υμνογράφος του αγίου. «Ο πόθος σου προς τον Θεό διέγραψε κάθε εμπαθή σχέση με τα γήινα, παμμακάριστε, δηλαδή και την ηδονή της δόξας, τον πλούτο και την τρυφή, και το περιβόητο ύψος της αναγνώρισης από όλους» («Ο προς Θεόν πόθος σου πάσαν ημαύρωσε προσπαθείας ύλην, παμμακάριστε, δόξαν τερπνήν, πλούτον και τρυφήν, και περιφανείας το περιβόητον ύψωμα») (ωδή δ΄ ).

Ο υμνογράφος του αγίου Θεοδώρου Νικόλαος προβάλλει την ομορφιά του και το παράστημά του: ο άγιος Θεόδωρος ήταν «ωραίος νέος, με σπάνια ομορφιά, διακρινόμενος για το κάλλος της ψυχής και του σώματος». Αλλά η ομορφιά του ανθρώπου, κατά τον υμνογράφο, κάτι που βλέπουμε στους αγίους μας σαν τον σημερινό, έγκειται κατεξοχήν στην ομορφιά της ψυχής. «Η ομορφιά των αρετών τον έκανε ωραίο, κυρίως όμως στολιζόταν από τα στίγματα των μαρτύρων». («Νεανίας ωραίος, πανευπρεπής δέδειξαι, κάλλει καταλλήλως εμπρέπων, ψυχής και σώματος, ωραϊζόμενος των αρετών ευμορφία, και μαρτύρων στίγματι καλλωπιζόμενος» (ωδή γ΄). Πράγματι, για την πίστη μας, η ομορφιά του σώματος είναι ένα αγαθό, το οποίο όμως επειδή είναι φθαρτό δεν έχει πρωτεύουσα σημασία. Έρχονται τα γηρατειά κι αυτό που αποτελεί συνήθως καύχημα για τον έχοντα το αγαθό τούτο, εξαφανίζεται. Χωρίς να λάβουμε υπόψη πιθανούς τραυματισμούς, αρρώστιες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο, ή και τον αφανίζοντα τα πάντα θάνατο. Η αληθινή ομορφιά έγκειται, όπως λέει για τον άγιο ο υμνογράφος, στην απόκτηση των αρετών. Όταν η ανθρώπινη ψυχή ντύνεται τις αρετές, όταν η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τότε και ο πιο άσχημος εξωτερικά θεωρούμενος άνθρωπος αποκτά μία γλυκύτητα και μία «επιφάνεια» που γοητεύει και μαγνητίζει τους πάντες. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» ακούμε να λέει επ’ αυτού ο λόγος του Θεού. Στον άγιο Θεόδωρο βεβαίως συνυπήρχαν και τα δύο στοιχεία: και το κάλλος του σώματος και το κάλλος της ψυχής. Για τον άγιο όμως η προτεραιότητα ήταν δεδομένη: το κάλλος της ψυχής. Και μάλιστα όχι μόνο με τις αρετές, αλλά κυρίως με τα βάσανα που υπέστη. Κι αυτό διότι προφανώς τον έβαζαν στα χνάρια του κατ’ εξοχήν «ωραίου κάλλει παρά πάντας ανθρώπους» Ιησού Χριστού.

Με το μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου όμως έχουμε και ένα είδος  επιβεβαίωσης της αναστάσεως των σωμάτων που θα φέρει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Θέλουμε να πούμε ότι ο Κύριος δίνοντας τη χάρη Του δι’ αγγέλου να αποκαταστήσει το διαμελισμένο από τα βασανιστήρια σώμα του αγίου, να το ξανακάνει υγιές καθ’ ολοκληρίαν όπως ήτανε, πριν από την αποτομή της κεφαλής του, μας δίνει με μεγάλη ενάργεια μία εικόνα της εκ νέου δημιουργίας των σωμάτων που θα πραγματοποιήσει. Διότι υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι διερωτώνται: μα πώς τα διαλυμένα σώματα από τον θάνατο ή τα πυρπολημένα από τη φωτιά ή τα φαγωμένα από θηρία θα αναστηθούν; Και η απάντηση βεβαίως είναι απλή: ο Θεός θα προβεί σε μία νέα δημιουργία τους. Αυτός που «εξ ουκ όντων» δημιούργησε τα πάντα, ο Ίδιος και πάλι θα δημιουργήσει τα φθαρμένα και διαλυμένα. Κι εδώ ακριβώς, στο μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου, παίρνουμε μία εικόνα αυτής της μελλοντικής δημιουργίας: με μία απλή ενέργειά Του, και μάλιστα δι’ αγγέλου Του, το σώμα αποκαθίσταται. «Φάνηκες νικητής, ολοκληρωτικά άρτιος, μετά τη σταύρωση και την κάθε άλλη αποκοπή των μελών σου  και  νέκρωση, συ που νίκησες τον κόσμο. Διότι ο Χριστός με το χέρι του αγγέλου σαν αρχηγός της ζωής, σου ξανάδωσε ζωή» («Νικηφόρος ωράθης, άρτιος ολόκληρος μετά την σταύρωσιν και την άλλην πάσαν  των μελών συγκοπήν τε και νέκρωσιν, ο νικήσας κόσμον∙ σε γαρ Χριστός χειρί αγγέλου, ως ζωής αρχηγός, ανεζώωσεν» (ωδή ε΄).

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Στη μακαριστή Άννα (Σαμπαζιώτου)


Αγιοκέρι σ’ έπλασε με τα δικά Του χέρια
κι όλος στοργή σού φύσηξε λαμπάδα να γενείς.
Στο μανουάλι του Σχολειού σ’ έβαλε ίδια φλόγα
κεράκια αναρίθμητα ν’ ανάβεις  Χριστοφώς.
Έλαμπες κι ήσουν βασιλιάς μεσημβρινός 'νας ήλιος
λιώνοντας μ’ ιλαρότητα σαν φως εσπερινού.
Στο γέρμα σου σε ζήτησα και διόλου δεν σε βρήκα
μ’ άκουσα τον αέρα σου σε χίλιες δυο ψυχές.
Το ξέρω πια καλά, να τ’ αρνηθείς δεν πρέπει: 
Στου Παραδείσου τους αγρούς κυλιέσαι σαν παιδί.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ...(64)


Η είδηση που διαβάσαμε και δυστυχώς είδαμε από φωτογραφίες είναι φρικιαστική! Κάποιοι θεωρούμενοι «άνθρωποι» μαγάρισαν με ακαθαρσίες τις εικόνες του Κυρίου, της Παναγίας μας, των αγίων μας! «Δεν το έκαναν χριστιανοί», είπε με απόλυτη βεβαιότητα ο Δήμαρχος της περιοχής, «αλλά ειδωλολάτρες και εχθροί του χριστιανισμού που έτυχε να περάσουν από την περιοχή μας». Δεν το αμφισβητούμε – πώς είναι δυνατόν ένας χριστιανός, έστω κι ο πιο αμελής και αδιάφορος να φτάσει σ’ ένα τέτοιο βέβηλο σημείο; Από την άλλη όμως μάς δίνεται η ευκαιρία και πάλι να επιβεβαιώσουμε τον λόγο του αγίου και δικαίου Συμεών του θεοδόχου για τον Κύριο: «οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν… καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Σε όλους τους αιώνες ο Χριστός ήταν, είναι και θα είναι η πέτρα πάνω στην οποία θα προσκρούει κάθε άνθρωπος: είτε θετικά πιστεύοντας σ’ Αυτόν (η ανάσταση) είτε αρνητικά παίρνοντας αντιθετική στάση απέναντί Του (η πτώση). Σημασία έχει πάντως πως ποτέ δεν μπορεί κανείς να αντιπαρέλθει τον Χριστό και να αδιαφορήσει απέναντί Του. Κι ακόμη:  (και αυτό) το γεγονός είναι η επιβεβαίωση πως ο Κύριος βρίσκεται πάντοτε Εσταυρωμένος σε όλους τους αιώνες, αδιάκοπα προσευχόμενος στον Ουράνιο Πατέρα: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Η στάση του Κυρίου απέναντι σ’ αυτούς που Τον «προσβάλλουν» και τον «μαγαρίζουν» είναι η στάση της ανοικτής αγκαλιάς: οι εχθροί Του είναι τα παιδιά Του για τα οποία ήλθε και σταυρώθηκε και τα κυνηγάει εναγωνίως για να τα σώσει – το μαγάρισμα των εικόνων Του είναι η αφορμή για να εντείνει ακόμη περισσότερο το κυνηγητό Του, κυνηγητό της αγάπης Του, προς αυτά τα πλανεμένα παιδιά Του. «Αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και ψάχνει για το ένα το χαμένο»…
Αλλά δεν πρέπει να κάνουμε εξαφορμής του θλιβερού γεγονότος και την επισήμανση, που είναι εξίσου, αν όχι και περισσότερο, φρικιαστική; Κάθε φορά που προσβάλλουμε τον συνάνθρωπό μας (με τα λόγια μας, τη συμπεριφορά μας, ακόμη και τις σκέψεις μας), ο οποίος στο βάθος του είναι η ίδια η εικόνα του Χριστού, κατά τον αψευδή λόγο Του: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε», δεν «μαγαρίζουμε» τον Ίδιο; Η ακάθαρτη συχνά καρδιά μας «πετάει» πάνω στον αδελφό μας, άρα στον ίδιο τον Κύριο, ό,τι χειρότερο ως ακαθαρσία υπάρχει, αλλά αυτό το θεωρούμε μικρό και τιποτένιο. Φρίττουμε για τις ορατές ακαθαρσίες, αλλά δεν φρίττουμε για τις πνευματικές! Εδώ δεν αναδεικνύεται η δική μας, των θεωρουμένων καλών χριστιανών, υποκρισία;

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΣΚΟΠΕΛῼ


Εκτός από τη μεγαλομάρτυρα Αγάθη σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει και τον όσιο θεοφόρο πατέρα Θεοδόσιο τον εν Σκοπέλῳ. Δεν πρόκειται για το όμορφο νησί μας των Βορείων Σποράδων Σκόπελο  ασφαλώς, αλλά τον Σκόπελο στην Αντιόχεια της Συρίας. Ο όσιος υπήρξε θαυμαστός στην εποχή του, (αλλά και σε κάθε εποχή), με τους ασκητικούς αγώνες του, την αγάπη του, την προσφορά του στον κόσμο. Παραθέτουμε στη συνέχεια το σύντομο συναξάρι του από το Μηναίο της Εκκλησίας, όπως και μια ιστορία που την αφορμή μας την δίνει ο άγιος Ιωάννης Μόσχος (6ος αι.) στο γνωστό έργο του «Λειμωνάριον» (κεφ. 80-81).
«Ο Θεοδόσιος καταγόταν από την Αντιόχεια κι ήταν γόνος λαμπρών και ξακουστών γονέων. Σ’ ένα βουνό κοντά στην Κιλικία βρήκε ένα δάσος κι εκεί οικοδόμησε ένα πολύ μικρό σπιτάκι. Αποδύθηκε σε νηστείες, σε αγρυπνίες και χαμαικοιτίες, φορώντας ένα τρίχινο ένδυμα και φέροντας στον τράχηλο, την οσφύ και τα χέρια ένα βαρύ φορτίο από σίδερο. Για τη μεγάλη του άσκηση ο Θεός τον χαρίτωσε με ξεχωριστή χάρη και παρρησία ενώπιόν Του, όπως για παράδειγμα να προσευχηθεί και από ξερή πέτρα να βγάλει νερό. Έγινε τόσο ξακουστός ώστε όσοι έπλεαν στον κόλπο της Κιλικίας να επικαλούνται το όνομά του και να σώζονται από οποιαδήποτε ζάλη που προκαλούσε η θαλασσοταραχή. Κατέβηκε πάλι στην Αντιόχεια, επειδή οι Ίσαυροι λεηλάτησαν τη χώρα των Κιλίκων.  Εκεί αφού αγωνίστηκε πνευματικά πολύ, εξεδήμησε προς τον Κύριο».
 
 ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΠΟΥ ΑΝΕΒΛΥΣΕ…

Η Άννα κάθισε κουρασμένη και κατάκοπη, σχεδόν ξεψυχισμένη, στον πάγκο της μικρής κουζίνας της. Έπιασε το κεφάλι της και με τα δυο χέρια και… αναλύθηκε σε δάκρυα. Αναφιλητά τράνταζαν το κορμί της, ενώ λογισμοί περίεργοι, απόγνωσης και απελπισίας, άρχισαν να τριβελίζουν τον νου και την καρδιά της.  «Χριστέ μου, Χριστέ μου, γιατί; Πού είσαι; Ξέρεις το πρόβλημα που έχουμε, γιατί δεν επεμβαίνεις;», μουρμούριζε ξέπνοα μες στ’ αναφιλητά της, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε.
Πιστή γυναίκα η Άννα, μ’ αγάπη αληθινή στον Χριστό και στους αγίους της Εκκλησίας, ήξερε πως η απελπισία που πάει να την καταβάλει δεν είναι εκ Θεού. Αλλά, από την άλλη ζούσε το καθημερινό πρόβλημα που ταλάνιζε όχι μόνον αυτή – αν ήταν μόνη της δεν θα την ενδιέφερε και τόσο, θα έκανε υπομονή – μα και τα μικρά παιδιά της. Χήρα γυναίκα η Άννα εδώ και τρία χρόνια, πάλευε να αναστήσει τα δύο κορίτσια της και το μικρό αγόρι της, δέκα, οκτώ και πέντε χρονών αντίστοιχα. Ο μακαρίτης τους άφησε χρόνους, καθώς καταπλακώθηκε από ένα δοκάρι σε μία οικοδομή που δούλευε, κι έκτοτε, με τη βοήθεια κάποιων συγγενών της, αγωνιζόταν να τα βγάλει πέρα. Και τα κατάφερνε, ήταν αλήθεια, γιατί ήταν δυναμική και άξια γυναίκα, καθώς της έδινε κουράγιο και φτερά η μεγάλη πίστη της στον Χριστό και την Παναγία. Από την Εκκλησία δεν έλειπε, όσο μπορούσε, και πάσχιζε την πίστη της τη ζωντανή να τη μεταλαμπαδεύσει και στα μικρά παιδιά της. Μα, το πρόβλημα τελικά που αντιμετώπιζε η οικογένεια δεν λυνόταν εύκολα. Κι ήταν πρόβλημα άμεσο, καθημερινό, θέμα ζωής και θανάτου: η ύπαρξη του νερού. Δεν είχαν νερό να πιούν, να καθαρίσουν, να ζήσουν… Αναγκάζονταν, κι αυτή και οι άλλοι βεβαίως της ευρύτερης περιοχής, να καταφεύγουν σε μακρινό μέρος, εκεί που δημιουργούσε μία μικρή πηγή ο χείμαρρος του τόπου, στο οροπέδιο της Απάμειας της Συρίας. Σπουδαία πόλη, με ιστορία ξεχωριστή και ιδιαίτερη, μα και με το πρόβλημα της ύδρευσης.
Επιχείρησε η Άννα να κάνει το ίδιο που προσπάθησαν κι άλλοι: να ανοίξει πηγάδι στο χωράφι που περιέβαλε το σπιτικό τους. Είχε μάθει ότι υπάρχουν δυσκολίες, ότι δεν βρίσκει κανείς εύκολα νερό, κι άλλοι το επιχείρησαν και τα παράτησαν. Μα ήταν τόσο πιεστικό το πρόβλημα, που τ’ αποφάσισε, στηριζόμενη στην πίστη και στις προσευχές της. «Θα επέμβει ο Κύριος και θα κάνει το αίτημα της καρδιάς των δούλων Του», μονολογούσε ή τόνωνε με τα λόγια της τα παιδάκια της που στύλωναν πάνω της με αγωνία το βλέμμα τους. «Κάντε προσευχή κι εσείς, παιδιά μου, παρακαλέστε τον Χριστό και την Παναγία μας, να βρούμε νερό… να ζήσουμε. Ο Θεός ακούει την προσευχή ιδίως των παιδιών». Και γονάτιζαν όλοι μαζί στο εικονοστάσι του σπιτιού τους κι η προσευχή τους γεμάτη δάκρυα ανέβαινε θυμίαμα ευωδιαστό στα πόδια του Δημιουργού τους.
Δούλεψε, δανείστηκε, έδωσε ό,τι τους είχε αφήσει ο μακαρίτης ο άντρας της, προκειμένου να βρει τα χρήματα που έπρεπε – κι ήταν πολλά αλήθεια – για να ανοιχτεί το πηγάδι. Κι οι εργάτες με πολλή ευσυνειδησία και με όρεξη, βλέποντας κι εκείνοι την ανάγκη, έσκαβαν κι έσκαβαν… και προχωρούσαν σε βάθος, μα του κάκου! Ίχνος νερού δεν έβρισκαν, μολονότι κάποιοι, που λέγανε πως ήξεραν, τους καθοδήγησαν στο θεωρούμενο σωστό σημείο. Είδε η Άννα να εξανεμίζονται τα χρήματα κι ο κόπος να πηγαίνει χαμένος. Στην αρχή δεν το έβαλε κάτω, είπε να συνεχίσουν το σκάψιμο, δεν μπορεί κάτι θα εύρισκαν, η πίστη της ήταν μεγάλη. Το βάθεμα του λάκκου και πάλι όμως κατέληξε σε αποτυχία. Ξερός τόπος, άνυδρος, πέτρες και χώματα…
Έδωσε εντολή να σταματήσουν, γιατί είδε πια το αδιέξοδο. Φύγανε οι εργάτες, τους πλήρωσε, με κατεβασμένα μάτια είναι αλήθεια πήρανε ό,τι τους αναλογούσε, κι έπεσε ξέπνοη και με απόγνωση στον πάγκο της κουζίνας… Και ξέσπασε σε δάκρυα και σε αναφιλητά. Ευτυχώς τα παιδιά της δεν βρίσκονταν εκείνη την ώρα μαζί της και ήταν πιο εύκολο να αφεθεί ελεύθερη στα συναισθήματά της. Τα λόγια της προσευχής της μπερδεύονταν με τις σκέψεις της απελπισίας που πήγαιναν σαν δόλιοι κλέφτες να σκαρφαλώσουν στην καρδιά της. Έκανε προσπάθεια και σηκώθηκε. Βαριά τα βήματά της σύρθηκαν και πάλι στο μόνο μέρος που έβρισκε παρηγοριά και ανάπαψη: στο προσευχητάρι της. Έπεσε στα γόνατα, έκλαψε, δεν έλεγε πια τίποτε, σταμάτησαν και τα δάκρυά της… Μόνο ένα βλέμμα ικεσίας έριχνε κατά καιρούς στον Κύριο και στην Παναγία Μητέρα Του, και κάποια στιγμή της φάνηκε σαν να δάκρυσε κι Εκείνη…
Άκουσε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα, δεύτερο κι ύστερα τρίτο. Σηκώθηκε με δυσκολία, φτιάχτηκε λίγο, σκούπισε τα δάκρυά της κι άνοιξε. Στο κατώφλι στεκόταν ένας γέροντας, σαν καλόγερος της φάνηκε, που δεν τον είχε ξαναδεί. «Την ευχή σας», ψέλλισαν τα χείλη της και το βλέμμα της ερωτηματικό έψαξε το βλέμμα του άγνωστου ρασοφορεμένου. «Την ευχή του Χριστού και της Παναγίας, κόρη μου», είπε εκείνος. «Μπορώ να περάσω; Δεν θα σε καθυστερήσω». Του έκανε χώρο και πέρασε ο γέροντας. Τον έβαλε να καθίσει στο μικρό καθιστικό τους κι έσπευσε να τον τρατάρει κάποιο γλύκισμα. Έφερε κι ένα ποτήρι από το λιγοστό νερό που ‘χε για τα παιδιά της και τ’ απόθεσε στο τραπεζάκι.
«Ποιος είστε, Γέροντα;» είπε αναθαρρημένη τώρα η Άννα, παίρνοντας κουράγιο απ’ το γαλήνιο και ήρεμο βλέμμα του. «Πώς από εδώ; Δεν σας έχω ξαναδεί». Ο Γέροντας δεν απάντησε αμέσως. Έκανε το σημείο του σταυρού και πήρε το ποτήρι με το νερό. Το ήπιε και παρακάλεσε και για ένα δεύτερο. «Να με συμπαθάς, κόρη μου, μα είμαι πολύ διψασμένος και κουρασμένος… Έρχομαι από μακριά, είδα πρώτο το σπίτι σου στην είσοδο της πόλης και είπα να σου κτυπήσω την πόρτα. Να είσαι καλά και ο Κύριος να σου δίνει όλες τις ευλογίες του Ουρανού».
Σαν αγκάθι ακούστηκε το τελευταίο από την Άννα. «Τις ευλογίες του Ουρανού…», σκέφτηκε. «Από το στόμα σας και στου Θεού τ’ αυτί», απάντησε, και πήγε να γεμίσει και πάλι το ποτήρι. «Γέροντα, δεν έχουμε περισσότερο από το μισό αυτό», είπε και το πρόσφερε. «Δυστυχώς, υπάρχει μεγάλη έλλειψη νερού στην περιοχή, προσπαθήσαμε να βρούμε νερό μ’ ένα πηγάδι που σκάψαμε – θα είδατε ίσως τα χώματα και τον λάκκο – μα δυστυχώς δεν έγινε τίποτε… Μόλις φύγανε οι εργάτες και είμαστε λίγο σε απορία…» - σκοτείνιασαν τα μάτια της Άννας και χωρίς να θέλει γέμισαν και πάλι δάκρυα.
«Γιατί δεν επικαλείστε τον άγιο Θεοδόσιο;» ρώτησε ο άγνωστος καλόγερος. «Ο άγιος που είναι από τα μέρη αυτά, που ‘φτιαξε ένα μικρό μοναστήρι όχι πολύ μακριά από εδώ… έχω ακούσει πολλά θαυμαστά να γίνονται με την επίκλησή του». Η γυναίκα λίγο σαν να τα ‘χασε. «Πώς… πώς…τον ξέρω, έχω ακούσει γι’ αυτόν, μα… Γέροντα, διαρκώς επικαλούμαστε τον Χριστό και την Παναγία μας. Είπαμε ότι είναι αρκετό τούτο, δεν νομίζετε;» Δεν απάντησε αμέσως ο καλόγερος. Πήρε το γλυκό και το ‘φερε στο στόμα του. Και πάλι ευχαρίστησε κι απόσωσε το λιγοστό νερό της δεύτερης φορά που του ‘φερε η Άννα.
Σκούπισε τα χείλη του και είπε: «Ο Χριστός και η Παναγία μας είναι η διαρκής αναφορά μας, παιδί μου, έχεις δίκιο. Μα, συχνά ο Κύριός μας θέλει να επεμβαίνει στους πιστούς Του μέσω αγίων Του, για να τους δοξάζει στην Εκκλησία, για να τους κάνει γνωστούς στους υπόλοιπους ανθρώπους του. Μη ξεχνάτε ότι όλοι είμαστε μέλη του ενός σώματος του Χριστού που είναι η κεφαλή. Εκείνος λοιπόν ενεργεί μέσω των μελών Του, που θα πει ότι ίσως ο Κύριος να θέλει να δώσει τη χάρη και την ευλογία Του χρησιμοποιώντας στην περιοχή αυτή της Συρίας τον νέο αυτόν άγιό Του, τον Θεοδόσιο του Σκοπέλου. Και μάλλον… υπάρχει και συγκεκριμένος λόγος για να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο αυτόν άγιο…». Ανοίξανε με απορία τα μάτια της Άννας. «Συγκεκριμένος λόγος;… Ποιος είναι αυτός;» είπε και κρεμάστηκε με καινούργια ελπίδα απ’ το στόμα του Γέροντα.
«Δεν έχεις ακούσει, κόρη μου, για την πηγή που έδωσε ο Κύριος ως ευλογία στο μικρό μοναστηράκι του αγίου; Κι εκείνος αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα με σένα: δεν είχανε νερό. Και παρακάλεσε τον Κύριο και νήστεψε κι έκανε του κόσμου τις ασκήσεις, για να ελεήσει  κι εκείνον και τους καλογέρους του. Κι ο Κύριος ευδόκησε κι έδωσε πηγή ωραία και μεγάλη, με περίσσια απ’ ό,τι είχε ζητήσει. Αλλά συνέβη και τούτο: μετά από κάποιο καιρό ορισμένοι νέοι καλόγεροι, βλέποντας το πλούσιο νερό που είχαν, απαίτησαν από τον ηγούμενο Θεοδόσιο να φτιάξουνε και λουτρό: να πλένονται με άνεση, να καθαρίζουν το σώμα τους. Κι ο Γέροντας τα έχασε στην αρχή. Τους είπε ότι δεν είναι κοσμικοί να έχουν τέτοιες ανέσεις, ότι το νερό το έδωσε ο Κύριος για τις άμεσες ανάγκες τους, ότι αυτό που ζητάνε αποτελεί προσβολή για την καλογεροσύνη τους. Εκείνοι όμως επέμεναν πολύ, οπότε ο όσιος κάμφθηκε και φτιάξανε λουτρό, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία τους…». Σταμάτησε ο καλόγερος κι ένα δάκρυ βρήκε δίοδο να κυλίσει μέσα στη μακριά γενειάδα του. Έκανε και πάλι το σημείο του σταυρού και αναστέναξε βαθιά.
«Ώστε οι καλόγεροι του μοναστηριού είχανε και λουτρό, πέρα από το να πίνουνε;» είπε η Άννα, η οποία άκουγε σαν μαγεμένη την ιστορία. «Ναι, κόρη μου. Αλλά για μία μόνο φορά. Γιατί μόλις χρησιμοποίησαν οι συγκεκριμένοι καλόγεροι το λουτρό, αμέσως η πηγή… ξεράθηκε!» «Ξεράθηκε;» έκανε εμβρόντητη η νέα γυναίκα. «Ναι, ξεράθηκε. Τι κι αν ξεκίνησαν νέες προσευχές και μακριές νηστείες ο Γέροντας και οι καλόγεροι αυτήν τη φορά, ο Κύριος… κώφευε. Σταγόνα δεν έπεφτε… Μέχρις ότου ο Θεοδόσιος κατάλαβε. Έδωσε εντολή και γκρέμισαν το λουτρό. Και μόλις το γκρέμισαν, αμέσως η πηγή και πάλι γέμισε. Το μάθημα που πήραν όλοι οι καλόγεροι ήταν μεγάλο: κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να αλλοιθωρίζουν στα πνευματικά, να είναι και κοσμικοί και καλόγεροι. Μετανιωμένοι αύξησαν τους ασκητικούς αγώνες τους και ευλογήθηκαν πολύ από τον Κύριο… Γι’ αυτό σου λέω, κόρη μου, παρακάλεσε τον άγιο Θεοδόσιο, της περιοχής αυτής είναι άγιος, ξέρει από προβλήματα νερού, κι εκείνος θα… κινητοποιηθεί. Είμαι βέβαιος ότι ο Κύριος θα τον ακούσει».
«Αρκεί να τον παρακαλέσουμε, Γέροντα;» είπε η Άννα με ψιθυριστή φωνή. «Μήπως χρειάζεται να κάνουμε και κάτι άλλο;». «Ναι… Τώρα που μου το λες, σκέφτομαι ότι μαζί με τις παρακλήσεις σας θα ήταν καλό να βρεις μία  εικόνα του και να την ρίξεις μέσα στο πηγάδι. Θα ‘ναι σαν να βρίσκεται ο ίδιος. Και άσε τα υπόλοιπα στον Θεό και στον άγιο…». Σηκώθηκε ο Γέροντας, χωρίς να δώσει κάποιες τελικά διευκρινίσεις για τον εαυτό του, ευχαρίστησε πολύ, ευλόγησε το σπιτικό και όπως ήρθε ξαφνικά, έτσι και χάθηκε.
Η Άννα στάθηκε για αρκετή ώρα απορημένη, φέρνοντας στον νου της ό,τι είχε διαμειφθεί. Βαθιά μέσα της σαν να έβλεπε μία απάντηση του Θεού. Θυμήθηκε κι αυτό που θεώρησε ως δάκρυ της Παναγίας. «Ποιος να είναι αυτός ο καλόγερος άραγε;» διερωτήθηκε, μα άφησε το ερώτημα μπροστά σ’ αυτό που έβλεπε ότι έπρεπε να κάνει. Απευθύνθηκε σε δύο γείτονές της. Τους είπε για την παράξενη επίσκεψη του καλόγερου, τους είπε για την πρότασή του. Της απάντησαν ότι ξέρανε τον άγιο κι είχαν ακούσει όντως για την πηγή. Δεν άργησαν να έρθουνε με μία εικόνα του αγίου. Τρέμοντας η Άννα, κρατώντας την εικόνα του Θεοδοσίου που την ασπάστηκε πολλές φορές, κι αυτή και τα παιδιά της που είχαν εντωμεταξύ έρθει κι άκουσαν από τη μητέρα τους τα καθέκαστα, παρακάλεσε τον άγιο να κάνει και σ’ αυτούς το θαύμα του – πώς της θύμιζε ο άγιος τον καλόγερο που την επισκέφτηκε! Μαζί με τα παιδιά της, μαζί και οι δύο γείτονες, προχώρησαν όλοι προς τον λάκκο, προς το ξερό πηγάδι. Γονάτισαν για τελευταία φορά, ύψωσε η Άννα ψηλά στον Ουρανό την εικόνα του αγίου, και την έριξε μέσα στον βαθύ ξερόλακκο.
Αυτό που ακολούθησε ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Πίστευαν στα θαύματα του Θεού, είχαν ακούσει πάμπολλα σημεία και παράδοξα που γίνονταν από τους αγίους, μα τούτο που έζησαν προσωπικά εκείνη την ώρα όλοι τους τούς συγκλόνισε: Την ίδια στιγμή, μόλις η εικόνα έφτασε στον πάτο του λάκκου, ανέβλυσε νερό που έφτασε μέχρι σχεδόν επάνω. Νερό ζωντανό, πλούσιο, εύγεστο, από τα καλύτερα που είχαν δοκιμάσει.
Ξέσπασαν σε φωνές, σε ύμνους, αγκαλιάστηκαν όλοι, άρχισαν να χορεύουν. Έπιαναν με τις χούφτες τους νερό και πιτσιλιούνταν…, δεν χόρταιναν. Όταν πέρασε η πρώτη αντίδραση και ησύχασαν, με δάκρυα στα μάτια τους όλοι γονάτισαν και πάλι και ευχαρίστησαν από τα βάθη της καρδιά τους τον άγιο Θεοδόσιο του Σκοπέλου, τον Σύριο, κυρίως όμως τον ίδιο τον Κύριο και την Υπεραγία Θεοτόκο, που έδωσε την ευλογία να δοξαστεί ο δούλος Του μέσα από το θαυμαστό αυτό γεγονός. Πολλοί γεύτηκαν έκτοτε το καθάριο αυτό νερό, κι ακόμη περισσότεροι κατανύχτηκαν από τη θαυμαστή παρουσία του αγίου τους, τον οποίο άρχισαν με μεγάλη θέρμη να τον επικαλούνται με πίστη και αγάπη.
                 (Από το βιβλίο "Ὡς ἔλαφος διψῶσα", ἐκδ. ἀκολουθεῖν, 2019, σελ. 127-138)

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (63)


Οι προκλήσεις της καθημερινότητας από τα πάθη μας, από τον πεσμένο στην αμαρτία περίγυρο και κόσμο μας, από τον ίδιο τον αρχέκακο διάβολο μάς κάνουν πολλές φορές να παίρνουμε στάση αμυντική, να νιώθουμε μικροί και ήδη ηττημένοι – φαίνεται να προσδιοριζόμαστε από τον κόσμο κι εκείνος να έχει το πάνω χέρι. Με αποτέλεσμα; Ο φόβος όχι απλώς να κουρνιάζει σε μια γωνιά της καρδιάς μας δημιουργώντας μας μία διαρκή εσωτερική ταραχή, αλλά συχνά και να… βασιλεύει!
Στην κατάσταση αυτή όμως πρέπει να αντιτάξουμε την πίστη μας στον Χριστό και τις εσωτερικές αντοχές και δυνάμεις μας. Γιατί ο Κύριος εφόσον βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Του, (συνεπώς γίναμε Εκείνος εν ετέρα μορφή), μάς έχει θέσει στον κόσμο τούτο μ’ έναν παράδοξο τρόπο κυρίαρχους πάνω του. Εμείς έχουμε το πάνω χέρι κι όλα βρίσκονται κάτω από εμάς. Αρκεί βεβαίως να λειτουργεί η χαρισματική αυτοσυνειδησία μας: να έχουμε επίγνωση ότι προεκτείνουμε τον ίδιο τον Κύριο. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα», όπως αποκάλυψε για τους πιστούς Του. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε» εξαγγέλλει κι ο απόστολος και ψέλνει η Εκκλησία, και· «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (απ. Παύλος).
Η εξισορρόπησή μας αυτή μάς φέρνει στο σημείο του προπάτορα Αδάμ πριν από την πτώση του στην αμαρτία: βασιλείς σαν κι εκείνον κι εμείς της κτίσης, με φωτισμό Θεού να μπορούμε να ονοματίζουμε τα πάντα, γιατί τα «γνωρίζουμε» εν Χριστώ, δηλαδή τα προσεγγίζουμε αγαπητικά και όχι φοβικά – έχουν όλα την «ταυτότητα» του Δημιουργού Χριστού («τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»). Ο απόστολος Παύλος με μεγαλειώδη πράγματι τρόπο μάς το υποδεικνύει και με άλλον τρόπο: «Πάντα (εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλώς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωή εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα), πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 3, 23). Ο μόνος που υπέρκειται ημών, γιατί μας έχει ενσωματώσει στον Εαυτό Του είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Όλοι και όλα μάς ανήκουν, γιατί τα αγαπούμε.   

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ Η ΠΡΟΦΗΤΙΣ



«Ο άγιος Συμεών που η ζωή του παρατάθηκε στον παρόντα βίο, λόγω του χρησμού που είχε δεχθεί από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει πριν δει τον Χριστό, υποδέχτηκε στην αγκαλιά του Αυτόν, και αφού του αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα το Άγιο όλα όσα θα γίνουν γι’ Αυτόν και τα προφήτεψε, σύμφωνα με τον χρησμό που του δόθηκε δέχτηκε το τέλος της ζωής. Η δε προφήτις Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ, ο οποίος καταγόταν από τη φυλή Ασήρ. Έζησε με τον άνδρα της επί επτά χρόνια, κι αφού τον έχασε λόγω θανάτου του, ζούσε διαρκώς στον Ναό με νηστεία και προσευχή, περνώντας εκεί όλη τη ζωή της. Γι’ αυτό, επειδή αυτός ήταν ο τρόπος της ζωής της αδιάκοπα, αξιώθηκε και αυτή να δει τον Κύριο να προσφέρεται ως άνθρωπος στον Ναό, σαράντα ημερών, από την Παναγία Μητέρα Του και τον δίκαιο Ιωσήφ. Δοξολογούσε δε τον Θεό και τον κήρυσσε με δύναμη σε όλους όσους βρίσκονταν στον Ναό, λέγοντας: Αυτό το βρέφος είναι ο Κύριος που στερέωσε τον ουρανό και τη γη. Αυτός είναι ο Χριστός, τον Οποίον προφήτεψαν όλοι οι προφήτες. Αυτών των αγίων λοιπόν, του Συμεών και της Άννας, επιτελούμε σήμερα τη μνήμη και κηρύσσουμε τη φρικτή και άρρητη προς εμάς συγκατάβαση του Θεού».  

 Όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις: η επομένη μίας μεγάλης Δεσποτικής εορτής να είναι αφιερωμένη στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν, η σημερινή εορτή, συνέχεια της Υπαπαντής του Κυρίου, είναι αφιερωμένη στο κατεξοχήν πρόσωπο που πρωταγωνίστησε, τον δίκαιο Συμεών τον θεοδόχο, κατ’ επέκταση δε και στην Άννα την προφήτιδα. Κι ενώ η ίδια η ημέρα της Υπαπαντής κινήθηκε, καθώς είπαμε, μέσα σε ατμόσφαιρα θάμβους και μυστηρίου, διότι ο παντοδύναμος και παντοκράτωρ Κύριος προσφέρθηκε ως βρέφος στον Ναό, κρατούμενος από τις γηραλέες χείρες του Συμεών, η σημερινή, ως προέκτασή της, χωρίς να αφίσταται του μυστηρίου αυτού επικεντρώνει και στις προϋποθέσεις του πρεσβύτη Συμεών, προκειμένου αυτός να γίνει μέτοχος της δωρεάς του Θεού, της χάρης Του δηλαδή να κρατηθεί στα δικά του χέρια. Διότι η όποια δωρεά του Θεού στον άνθρωπο δεν είναι χωρίς προϋποθέσεις. Αν ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τον Θεό, ο Θεός δεν προσφέρεται σ’ αυτόν. Όχι γιατί δεν θέλει ο Θεός – η χαρά του Θεού είναι να είναι πάντοτε με τον άνθρωπο – αλλά γιατί δεν θα ήταν τούτο συμφέρον στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος σε κατάσταση μη συντονισμού του με τον Θεό – αυτό σημαίνει προϋποθέσεις του ανθρώπου – «καίγεται» από την θέα του Θεού. «Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον του Θεού και ζήσεται».
 Ο γέρων Συμεών λοιπόν πριν δει τον Χριστό και τον αγκαλιάσει, ήδη είχε καταστήσει τον εαυτό του άξιο για κάτι τέτοιο. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ακολουθώντας ακριβώς την ευαγγελική διήγηση, που τονίζει τη δικαιοσύνη του Συμεών και την πνευματοφορία του («Πνεύμα άγιον ην επ’ αυτώ»), επανειλημμένως αναφέρεται στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Υψωθείς ταις πράξεσι ταις ιεραίς, θεηγόρε, φωτοειδής ως στύλος επερειδόμενος σαφώς, τω Παναγίω Πνεύματι γεγένησαι» (Έφτασες με τις ιερές πράξεις της ζωής σου σε πνευματικό ύψος, θεηγόρε, κι έγινες σαν φωτεινός στύλος, γιατί στηριζόσουν σαφώς στο Πανάγιο Πνεύμα)«Νοός καθαρότητι Θεώ τω παντοκράτορι, άγγελος καθάπερ λειτουργήσας, Μάκαρ» (Μακάριε Συμεών, σαν άγγελος λειτούργησες στον παντοκράτορα Θεό, με την καθαρότητα του νου σου)«Σαυτόν απετέλεσας ναόν Θεού πανάγιον, πράξεσιν ενθέοις, Θεηγόρε όθεν ως βρέφος εν τω αγίω ναώ έβλεψας Θεόν μετά σαρκός» (Έκανες τον εαυτό σου πανάγιο ναό του Θεού, με τις ένθεες πράξεις σου, θεηγόρε. Γι’ αυτό και είδες τον Θεό με ανθρώπινη σάρκα ως βρέφος μέσα στον άγιο Ναό). Κάθαρση του νου, πρακτική ζωή σύμφωνα με τις εντολές του Θεού: να οι προϋποθέσεις που μας δείχνει ο άγιος Συμεών, για να μπορεί κανείς να γίνει θεόπτης, να έχει εν αγκάλαις και μέσα του τον ίδιο τον Θεό.
Το πνευματικό αυτό ύψος του αγίου Συμεών, η σύμφωνη με τον Θεό ζωή του και η καθαρότητα της ψυχής του, που τον κατέστησαν ναό του Θεού και θεόπτη, κάνει τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο να βγάλει το λογικό συμπέρασμα ότι με τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί μεν ο Συμεών να είναι γέρων στην ηλικία, είναι όμως νέος στο πνεύμα. Διότι αυτό προκαλεί στο πνεύμα του ανθρώπου η παρουσία της χάρης του Θεού: να το κρατά πάντοτε σε νεανική σφριγηλότητα. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού, τότε δεν μαραζώνει από το δηλητήριο της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι αυτή που γερνά τον άνθρωπο, γιατί τον πληγώνει και τον τραυματίζει, οδηγώντας τον σιγά σιγά στον πνευματικό θάνατο. Κι αυτό σημαίνει ότι, κατά την πίστη μας, η νεότητα είναι πρωτίστως θέμα «καρδιάς», θέμα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, κι όχι θέμα απλώς ηλικιακό. Πόσες φορές δεν βλέπουμε και σήμερα νέα παιδιά να είναι με μαραμένη και γερασμένη «καρδιά», διότι έχουν εκδοθεί στις διάφορες αμαρτίες αμετανόητα, και γέρους ανθρώπους να σφύζουν από χαρά και διάθεση, γιατί ακριβώς αγωνίζονται να μένουν εν Θεώ. Κι είναι κάτι που το επεσήμαινε  με πίκρα και στενοχώρια και ο αγιασμένος γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης, μιλώντας ακριβώς για τέτοια νέα παιδιά: «Καινούργιες μηχανές, με παγωμένα λάδια».  Ο υμνογράφος λοιπόν αναφερόμενος στην παραπάνω πραγματικότητα μας λέει: «Νεάζων τω πνεύματι, προβεβηκώς δε τω σώματι, Συμεών» (Με νεανική ακμή στο πνεύμα, αλλά προχωρημένης ηλικίας στο σώμα, Συμεών). Κι αλλού: «Υπερήκμασας τω γήρα, τη δε πίστει ενέαζες, νέον βρέφος θέλων βλέψαι, Συμεών, τον παντέλειον, ανακαινίζοντα κόσμον τον γηράσαντα επιθέσει του παλαιού πολεμήτορος» (Γέρασες πολύ, Συμεών, αλλά ήσουν νέος με την πίστη σου, θέλοντας να δεις σαν μικρό βρέφος τον παντέλειο Θεό, ο Οποίος κάνει καινούργιο τον κόσμο που γέρασε από την επίθεση του παλαιού εχθρού διαβόλου).
Μία τέτοια θέαση των πραγμάτων μας οδηγεί και στη σκέψη, μήπως θα έπρεπε η σημερινή εορτή να προταθεί, αν δεν έχει γίνει ήδη, ως εορτή της τρίτης ή και της τέταρτης, όπως πια λένε, ηλικίας. Με σκοπό να προβληθεί η αξία και η προσφορά της, πέρα από την διαπιστούμενη απλώς κάμψη των σωματικών δυνάμεων. Και το λέμε αυτό, διότι συνήθως από πολλούς η γεροντική ηλικία θεωρείται αν όχι «αρρώστια» από μόνη της – και έτσι τη χαρακτηρίζουν ορισμένοι – πάντως μία ηλικία εν πολλοίς άχρηστη, που και βλεπομένη προκαλεί βάρος. Με τη συνάντηση του γέροντα Συμεών και του Ιησού Χριστού όμως, όπως και με την παρουσία της αγίας Άννας, τα πράγματα τοποθετούνται εντελώς διαφορετικά. Τα γεροντικά χέρια γίνονται θρόνος του Θεού, το στόμα γίνεται προφητικό κήρυγμα, ο ίδιος ο Συμεών  γίνεται ο προάγγελος του Κυρίου και σ’ αυτόν τον Άδη. Το ίδιο και η γερόντισσα Άννα. Ποιος δεν θα ζήλευε τους γέροντες αυτές; Ποιος δεν θα ήθελε να είναι στη θέση τους; Κι ας σκεφτεί κανείς έπειτα πόσοι άγιοι γέροντες, άνδρες και γυναίκες, δεν ήταν το στήριγμα της Εκκλησίας και του κόσμου, όσο ζούσαν; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη δύναμη αγιότητας του αγίου Αντωνίου, που έφυγε από τη ζωή αυτή σε ηλικία 105 ετών; Ποιος μπορεί να καταφρονήσει την αγιότητα του οσίου Παύλου του Θηβαίου, που μέχρι τα 113 έτη του ήταν αστέρας της Εκκλησίας; Αλλά και μετέπειτα: ο γέρων Πορφύριος, ο γέρων Σωφρόνιος, ο γέρων Παϊσιος, ο γέρων Ιάκωβος; Γέροντες, προχωρημένης ηλικίας, κι όμως τόσο νέοι, τόσο ακμαίοι στην ψυχή, που θα τους ζήλευε και ο πιο νέος άνθρωπος.
Κι εν προκειμένω, ο άγιος Ιωσήφ, ακριβώς προς επιβεβαίωση του νεανικού φρονήματος του δικαίου Συμεών, μας λέει κάτι που αποτελεί καταδίκη της μιζέριας άλλων γερόντων, που πάσχουν όμως και από γεροντική «καρδιά», από μαρασμό δηλαδή γιατί δεν βλέπουν συνέχεια σ’ αυτήν τη ζωή, από διαρκή ανακύκλωση των αρρωστιών και των πόνων τους, από τη βαθιά επιθυμία τους να «παγιδεύουν» τους άλλους παίζοντας το παιχνίδι του θύματος. Τι λέει ο υμνογράφος; Ο γέρων Συμεών, λέει, έδινε παρηγοριά, προσανατόλιζε τους άλλους στην υπέρβαση της θλίψης τους, τους μιλούσε για τη χαρά που έφερε ο Χριστός, έβλεπε και το δικό του τέλος ως χαρά. Ένα άνοιγμα στο μέλλον, παρήγορο και λυτρωτικό, ήταν ο λόγος του αγίου Γέροντα, κι αυτό έδειχνε το υπέρ και τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης νεάζον φρόνημά του. «Η χαρά των θλιβομένων επεδήμησε, η απολύτρωσις του Ισραήλ αληθώς ωράθη ως νήπιον εν τω ναώ αυτού, απολύων με προς την ζωήν την μέλλουσαν, Συμεών εβόα χαίρων» (Έφτασε στον κόσμο η χαρά των θλιβομένων, αληθινά φάνηκε σαν νήπιο στον Ναό Του η απολύτρωση του Ισραήλ, που με αφήνει να φύγω και να πάω προς τη μέλλουσα ζωή, φώναζε με χαρά ο Συμεών).