Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (8)




«Καί ποῦ λοιπόν ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; Ποῦ προσφύγω; Ποῦ δέ καί σωθήσομαι; Τίνα θερμήν ἕξω βοηθόν, θλίψεσι τοῦ βίου καί ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος; Εἰς σέ μόνην ἐλπίζω καί θαρρῶ καί καυχῶμαι καί προστρέχω τῇ σκέπη σου, σῶσόν με» (ὠδή δ΄ Μεγ. Παρακλ. Κανόνος).
(Καί ποῦ λοιπόν θά βρῶ ἄλλη βοήθεια; Ποῦ νά προσφύγω; Ποῦ νά σωθῶ; Ποιά θά ’χω θερμή βοηθό, καθώς κλονίζομαι - ἀλλοίμονο! - ἀπό τίς θλίψεις καί τίς ζάλες τοῦ βίου; Σέ σένα μόνη ἐλπίζω κι ἔχω θάρρος καί καυχῶμαι καί προστρέχω στή σκέπη σου, σῶσε με».

Δέν νιώθει στέρεα τήν περπατησιά του στόν κόσμο ὁ αὐτοκράτωρ ποιητής. Ἡ κοσμική ἐξουσία πού ἔχει δέν τόν καθιστᾶ ἄτρωτο: οἱ θλίψεις ἀπό τήν ἀρρώστια του καί τούς κινδύνους ἀπό τούς ἐχθρούς του τοῦ προκαλοῦν ζάλη πού τόν κλονίζουν∙ ἡ ἀνασφάλεια ἔχει γίνει τό χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του. Ἀλλά αὐτό συμβαίνει τίς περισσότερες φορές σέ ὅλους μας – κάποια ἀρρώστια, κάποιο ἀτύχημα, κάποια ἀναποδιά ὅπως λέμε τῆς ζωῆς δημιουργοῦν ἀνατροπές πού μᾶς κάνουν νά νιώθουμε ἐπισφαλεῖς καί ἀνασφαλεῖς∙ δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὁ κλονισμός τῶν «σταθερῶν» μας κτυπάει καί τή δική μας πόρτα.

Ὁ ποιητής εἶναι βέβαιος γιά τήν πίστη του καί ξέρει ποιά εἶναι ἡ ἀναφορά του. Ξέρει δηλαδή ὅτι ὁπουδήποτε στόν κόσμο κι ἄν στραφεῖ δέν πρόκειται νά βρεῖ ἐκεῖνο πού θά ἀποτελέσει τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία του – τί πράγμα στόν κόσμο μπορεῖ νά προσφέρει πράγματι τή σωτηρία; Κάθε ἀνθρώπινο καί ἐπίγειο εἶναι φθαρτό καί περιορισμένο, συνεπῶς καί ἀδύναμο. Κατά πῶς τό λέει διαρκῶς καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «μή πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπί υἱούς ἀνθρώπων, οἶς οὐκ ἔστι σωτηρία». Ἡ μόνη σταθερή ἀναφορά του, ἡ μόνη ἐλπίδα του πού τοῦ δίνει θάρρος στή ζωή του, ἡ μόνη τελικά καύχησή του εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Παναγία Μητέρα Του – κινεῖται μέ ἀπόλυτη ὑπακοή στόν λόγο τοῦ Κυρίου: «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἐμέ πιστεύετε». 

 Καί ἡ πίστη του αὐτή τόν καθιστᾶ ὄντως πρότυπο καί γιά ἐμᾶς. Ἄν ὁ Χριστός καί οἱ ἅγιοί Του, μέ πρώτη τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, δέν εἶναι τό στήριγμά μας, ποιά ἄλλη καταφυγή ἀνθρώπινη μπορεῖ νά γίνει ἡ σωτηρία μας; Πολύ περισσότερο βεβαίως πού ἡ πίστη αὐτή βρίσκει ἄμεση ἀνταπόκριση∙ γιατί ἀναφερόμαστε σέ Ἐκεῖνον, κατ’ ἐπέκταση δέ καί σ’ Ἐκείνην, πού ἀποτελεῖ τήν ὑπόθεση σύμπαντος κόσμου, Αὐτόν πού μᾶς κρατάει στή ζωή καί «ἐργάζεται» νυχθημερόν γιά τή σωτηρία μας. Ἡ ἐμπειρία ἀπό τίς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ μας καί τῶν ἁγίων Του σέ κάθε πιστή ψυχή καθιστᾶ βέβαιη τήν πίστη μας αὐτή.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (7)




«Κακώσεως ἐν τόπῳ τῶ τῆς ἀσθενείας  ταπεινωθέντα, Παρθένε, θεράπευσον, ἐξ ἀρρωστίας εἰς ῥῶσιν μετασκευάζουσα» (ὠδή θ΄ Μικροῦ Παρακλ. Κανόνος).
(Θεράπευσέ με, Παρθένε, πού ταπεινώθηκα στόν τόπο τῆς κάκωσης, δηλαδή τῆς ἀσθένειας, μεταβάλλοντας τήν ἀρρώστια μου σέ δύναμη).

Τή θεραπεία του, σωματική καί ψυχική, ζητάει γιά μιά ἀκόμη φορά ὁ πιστός μέσω τοῦ ἐκπροσώπου του ἐκκλησιαστικοῦ ποιητῆ, ἀπό Ἐκείνη πού ἔχει τήν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της νά μεσιτεύει καί νά εἰσακούεται «ταχέως», πού σημαίνει ὅτι ὁ Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων Ἰησοῦς Χριστός παραχωρεῖ στήν Παναγία Μητέρα Του τήν ἰαματική Του δύναμη, καθιστώντας κι Αὐτήν δεύτερο Ἰατρό τῆς ψυχοσωματικῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου. Κι εἶναι καλό νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι αὐτή ἡ δοσμένη στή Θεοτόκο παντοδυναμία δέν πρέπει νά μᾶς παραξενεύει, ὅπως παραξενεύονται διάφοροι ἑτερόδοξοι πού ἀμφισβητοῦν τήν ὑψηλή θέση Της στήν Ἐκκλησία - ὁρισμένοι μάλιστα σπεύδουν καί νά τήν εἰρωνευτοῦν(!) - γιατί τήν ἴδια παντοδυναμία ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος νά δώσει σέ κάθε πιστό μαθητή Του, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ μέ τή χάρη Ἐκείνου τά χνάρια τῆς δικῆς Του πορείας.

«Τηρῆστε τίς ἐντολές Μου κι ἐγώ μαζί μέ τόν Πατέρα μου θά σᾶς ἀγαπήσω καί θά σᾶς φανερωθῶ», εἶπε∙ κι ἀλλοῦ: «Ἐάν μείνετε ἑνωμένοι μαζί Μου καί τηρεῖτε τίς ἐντολές μου, ὅ,τι θελήσετε ζητῆστε το καί θά σᾶς γίνει»∙ σέ ἄλλο σημεῖο βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, μένει μέσα στόν Θεό καί ὁ Θεός μένει μέσα σ’ αὐτόν». Κι ἀκόμη: «Μάνα μου καί ἀδελφός μου καί ἀδελφή μου εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀκοῦνε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τόν ἐφαρμόζουν». Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος θεωρεῖ κι αὐτός ὡς δεδομένη τήν παντοδυναμία πού τοῦ δίνει ὁ Κύριος, γιατί νιώθει πώς εἶναι ἑνωμένος βεβαίως μαζί Του: «Εἶμαι πανίσχυρος μέ τόν Χριστό πού μέ δυναμώνει». Λοιπόν, ἄν ὁ κάθε πιστός ἔχει μία τέτοια δυνατότητα, τήν ὁποία ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος, πόσο περισσότερο τήν ἔχει Αὐτή πού ὑπῆρξε ἡ Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας, γιά τόν ἰδιαίτερο λόγο μάλιστα πού Ἐκείνη ὡς κύριο γνώρισμά Της εἶχε τήν ἀπόλυτη ὑπακοή Της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου».

Γιατί τότε ὁ ὑμνογράφος, γνώστης τῆς πραγματικότητας αὐτῆς, στρέφεται πρός τήν Παναγία καί ζητᾶ αὐτό πού θά μποροῦσε κι ὁ ἴδιος νά κάνει; Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι διαπιστώνει τήν ἁμαρτωλότητά του: ὁ Κύριος μᾶς τά ἔδωσε ὅλα, ἐμεῖς ὅμως λόγω τῆς διαρκοῦς ἀδυναμίας μας καί τῆς εὔκολης πρόσκλισής μας πρός τά πάθη μας δέν ἐνεργοποιοῦμε τίς δοσμένες ἀπό τόν Θεό σέ μᾶς δυνάμεις μας. Ζητᾶ λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ἀπό Ἐκείνην πού πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι εἶναι ἕνα μέ τόν Υἱό καί Θεό Της νά μᾶς προσφέρει τήν ἴαση – οἱ ἁμαρτίες του λόγω τῆς ὀλιγοπιστίας του τόν καθηλώνουν καί τόν ταλαιπωροῦν∙ καί στρέφεται σ’ Ἐκείνην πού εἶναι ἡ Μάνα μας, γιατί δέν τολμᾶ νά ὑψώσει τό βλέμμα του στόν ἴδιο τόν Θεό του – θυμίζει τόν ὅσιο Παῒσιο πού στό ἴδιο μῆκος κύματος κινούμενος, ἔλεγε μέ τόν δικό του ἁπλό τρόπο ἀκριβῶς τοῦτο: «ντρέπομαι νά ζητήσω τό ὁτιδήποτε ἀπό τόν Κύριο καί γι’ αὐτό κρατάω διαρκῶς ἀπό τό φουστάνι της τήν Παναγία».

Ἡ ταπείνωση αὐτή τοῦ ὑμνογράφου – τύπου τοῦ κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ - ἐνισχύεται ἀκόμη περισσότερο καί ἀπό τήν ταπείνωση πού δημιουργεῖ ἡ σωματική ἀσθένεια. Στίς ἀσθένειες τοῦ σώματος κάμπτεται τό ὑπερήφανο φρόνημά μας, συνεπῶς δημιουργεῖται «χῶρος» γιά νά ἐνεργήσει πιό ἄμεσα καί εὔκολα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ («ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν»)∙ ὅ,τι σημείωνε μεταξύ ἄλλων καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἐδόθη μοι ἄγγελος σατάν, ἵνα μέ κολαφίζῃ, ἵνα μή ὑπεραίρωμαι». Κι εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι τό αἴτημα γιά θεραπεία: τή μεταβολή τῆς ἀρρώστιας σέ δύναμη, τήν κατανοεῖ ὁ ὑμνογράφος ὄχι ὡς ἀφορμή γιά ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του, ἀλλά ὡς εὐκαιρία γιά νά δοξολογεῖ πληρέστερα τόν Κύριο καί τούς ἁγίους Του καί ὡς διακονία τῶν συνανθρώπων του. Ἄν ἡ ὑγεία μας δέν βρίσκεται μέσα σ’ αὐτήν τήν προοπτική, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, δέν ξέρουμε, ὅσο δύσκολο καί ὀδυνηρό εἶναι αὐτό πρός ἀποδοχή, ἄν μποροῦμε νά τή χαρακτηρίζουμε τελικῶς ὡς ἀξία καί δῶρο γιά τόν ἄνθρωπο.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (6)





«Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί Σου καί ἐπίσκεψαι τήν κάκωσιν ἥν ἔχω» (ζ΄ ὠδή Μεγ. Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Ρίξε τό ἱλαρό βλέμμα Σου ἐπάνω μου καί πρόσεξε τήν πληγή πού ἔχω).

Μέ τά δύο σταθερά καί πάλι δεδομένα του κινεῖται ὁ αὐτοκράτωρ ποιητής, προκειμένου νά ἐκφράσει τό αἴτημά του στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Μέ τό πρῶτο, τῆς ψυχοσωματικῆς ταλαιπωρίας πού κατατρύχει συνήθως τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο τοῦτο - ὁ ἴδιος ὡς γνωστόν ταλαιπωρεῖτο ἀπό βαριά ἐπιληψία∙ καί μέ τό δεύτερο, τῆς βαθιᾶς πίστης τοῦ χριστιανοῦ ὡς πρός τή θερμή ἀγάπη τῆς Παναγίας ἀπέναντί του.

Καί τά δύο δεδομένα πράγματι ἐκφράζουν τήν ἀλήθεια πού ζεῖ ὁ χριστιανός. Διότι ποιός ἄνθρωπος, ὄχι μόνο ὁ χριστιανός, στόν κόσμο τοῦτο δέν ταλαιπωρεῖται κατά καιρούς ἀπό τή θλίψη καί τόν πόνο καί τούς διαφόρους πειρασμούς; Ὅπως ὁ Κύριος τόνιζε «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Ἡ ζωή αὐτή πού ὁ Κύριος εὐδόκησε νά βρεθοῦμε ἄχρι καιροῦ εἶναι μέν ζωή πού ἔχει τοῦ κόσμου τά καλά, μά ταυτοχρόνως εἶναι «κοιλάς πένθους καί δακρύων», λόγω τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, καί οὐαί στόν ἄνθρωπο πού θά νομίσει ὅτι αὐτός μόνος θά γλιτώσει ἀπό τή «μοῖρα» αὐτή – πετάει κυριολεκτικά στά σύννεφα. Κανείς δέν ξέρει τό μέλλον του καί συνεπῶς κανείς δέν ξέρει τί τοῦ ἐπιφυλάσσει τό αὔριο: ἐκεῖ πού λές ὅτι ὅλα πᾶνε καλά, ἐκεῖ αἰφνίδια ἔρχεται ἡ ἀνατροπή∙ κι ἐκεῖ πού νομίζεις ὅτι ὅλα πᾶνε στραβά καί ἀνάποδα, ἐκεῖ ἔρχεται τό χαμόγελο τοῦ οὐρανοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο πού πολλοί ἀπό τούς Πατέρες μας, ὅπως βεβαίως καί ἡ ἀνθρώπινη ἐμπειρία ἐπιβεβαιώνει, σημειώνουν ὅτι ἡ ζωή στόν κόσμο τοῦτο μοιάζει μέ τίς ἐναλλαγές τοῦ καιροῦ∙ πότε ἔχει λιακάδα καί πότε ἔχει συννεφιά καί κακοκαιρία. Γι’ αὐτό προτείνουν νά μή χαίρεται κανείς ὑπέρμετρα στή λιακάδα, ὅπως καί νά μή λυπᾶται ὑπέρμετρα στήν κακοκαιρία.

Ἄν ὅμως τό πρῶτο δεδομένο εἶναι τοῖς πᾶσι ἀποδεκτό, τό δεύτερο ἀπαιτεῖ τή χάρη τῆς πίστης στόν Κύριο, τήν Παναγία καί τούς ἁγίους μας. Κι αὐτό εἶναι τό προτέρημα καί τό προέχον τοῦ χριστιανοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων συνανθρώπων του. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ χριστιανός ἐνῶ βρίσκεται μέσα στό καμίνι συχνά τῶν θλίψεων καί τοῦ πόνου καί τῶν δοκιμασιῶν, ὅμως δέν καταβάλλεται – πλήν ἴσως προσωρινά – γιατί ἔχει τήν ἐλπίδα σ’ Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Παντοκράτωρ Κύριος, «ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα», μέσα στήν παρουσία τοῦ Ὁποίου «ζεῖ καί κινεῖται καί ἐστί». Καί μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί ἄλλες θρησκεῖες καί πεποιθήσεις, πού προϋποθέτουν στή ζωή μία ἀνώτερη ἤ πολλές ἀνώτερες δυνάμεις, προκειμένου νά δώσουν ἀντοχή στήν ταλαιπωρία τῆς ὕπαρξης, ὅμως στή χριστιανική πίστη κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου ὑφίσταται ὁ Θεός ὡς πρόσωπο, «ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» - καλύτερα: ὡς τριαδική κοινωνία ὑποστάσεων - ὁ Ὁποῖος ἐνδιαφέρεται καί μεριμνᾶ γιά τόν κόσμο Του, ἰδιαιτέρως δέ γιά τόν «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» δημιουργημένο ἄνθρωπο.

Ὁ ἀληθινός καί μόνος Θεός δηλαδή ὑπάρχει πάντοτε ἐν θερμῇ ἀγάπῃ πρός τόν κόσμο, χωρίς νά παραιτεῖται ποτέ ἀπό τή δημιουργία Του, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα γιά τή σωτηρία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὅπως μᾶς τό βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι». Κι ἡ ἐργασία Του αὐτή εἶναι πέραν τῆς δημιουργίας, ἡ πρόνοια γιά τόν κόσμο, ἰδίως γιά τόν ἄνθρωπο καί μάλιστα τόν πιστό ἄνθρωπο, καί ἡ διακυβέρνηση αὐτοῦ τοῦ κόσμου μέχρις ὅτου ἐπιτευχθεῖ ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ: ὁ ἄνθρωπος νά πιστέψει σ’ Αὐτόν καί νά ἀποκτήσει ἀληθινή ἐπίγνωση Αὐτοῦ μέ τήν ὑπακοή καί τήν ἀνταπόκρισή του στή δική Του ἀγάπη. «Ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».  

Τήν ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί μάλιστα τόν ἄνθρωπο τήν ἔχουν καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς μέλη ἀγαπημένα τοῦ Χριστοῦ, κατεξοχήν δέ ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία στέκει πάντοτε μέ στοργή καί ἱλαρότητα ἀπέναντι στά παιδιά της, κατά τό πρότυπο τοῦ ἴδιου τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Αὐτή ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας, τήν ὁποία ἄλλωστε ἐπικαλεῖται ὁ ὑμνογράφος, εἶναι τό δεύτερο λοιπόν  δεδομένο του, τό ὁποῖο διατυπώνει μέ τήν ἐκφραστική ὄμορφη εἰκόνα τοῦ ἱλαροῦ βλέμματός Της. Γιά τόν ὑμνογράφο ἡ Παναγία ζεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί τό βλέμμα Της, ἀποτύπωση τοῦ ψυχικοῦ καί πνευματικοῦ της κόσμου, δέν μπορεῖ νά εἶναι διαφορετικό ἀπό ὅ,τι Ἐκείνου. Τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως στήν ἀνθρώπινη διάστασή Του τό εἴδαμε στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τήν ἐνίσχυση καί τήν παρηγοριά τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν ἴδια τήν πρόκληση τῆς ζωῆς του, εἶναι ἡ ἀνόρθωση καί ἡ ἀνάστασή Του, ἀλλά καί συνιστᾶ καί τόν ἔλεγχο τῆς ἁμαρτίας του ἤ καί τή βίωση τῆς ὀργῆς Του γιά τόν ἀμετανόητο – τό ἱλαρό βλέμμα τοῦ Χριστοῦ πού ἀναπαύει καί εἰρηνεύει  τήν ψυχή τοῦ καλοπροαίρετου ἀνθρώπου, ἀλλά προκαλεῖ ἀναστάτωση καί φλόγα στήν ψυχή τοῦ κακοπροαίρετου ἀντιστοίχως.

Τό ἱλαρό βλέμμα τῆς Παναγίας ἐπικαλεῖται ὁ ὑμνογράφος∙ γιατί ξέρει ὅτι αὐτό θά σημάνει καί τήν ἀπαρχή τῆς λύσης τῆς ὅποιας πληγῆς του καί τοῦ ὅποιου πόνου του. Ἄς κοιτάξουμε τίς μεγαλομάτες Παναγιές πολλῶν γνωστῶν εἰκόνων: κυριολεκτικά σταλάζουνε τόν Οὐρανό, προκαλώντας μας μετάνοια καί κατάνυξη!  

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (5)


«... σοί γάρ νῦν προσφεύγων ἀνατείνω καί τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν» (ὠδή α΄ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Γιατί προσφεύγοντας τώρα σέ Σένα, ὑψώνω καί τήν ψυχή καί τή διάνοια).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τοῦ συγκεκριμένου κανόνα πρός τήν Παναγία, ὁ μοναχός Θεοστήρικτος ἤ κατ’ ἄλλους ὁ ἅγιος Θεοφάνης, μᾶς ὑπενθυμίζει, κι ὄχι μόνο σ’ αὐτό τό τροπάριο, ὅτι ἡ σχέση μας μέ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, δέν (μπορεῖ νά) εἶναι μία σχέση ἀσφαλῶς πίστεως ἀλλά ἀδρανής καί θεωρητική. Γιατί ἔτσι παραπέμπει στήν ψιλή καί ἀπογυμνωμένη πίστη γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο μέ ἐντελῶς ἀρνητικό τρόπο οἱ ἀπόστολοι, ὅπως οἱ ἅγιοι Παῦλος καί Ἰάκωβος, δηλαδή ἐκείνη πού δέν ἐμψυχώνεται ἀπό τήν ἀγάπη καί τή θερμή ἀναφορά πρός τόν Θεό, συνεπῶς γιά τήν πίστη πού μπορεῖ νά εἶναι καί δαιμονική: «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι». Ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία, τονίζει, συνιστᾶ κίνηση, προσφυγή, ἀνάταση, κι ὄχι μόνο ἑνός μέρους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἀλλά σύνολου τοῦ ψυχισμοῦ του. Τρέχω σ’ Ἐσένα ὡς καταφυγή μου, λέει, ὑψώνω τήν ψυχή καί τή διάνοιά μου, ὅλος ὁ ἑαυτός μου βρίσκεται προσανατολισμένος στό πάντιμο πρόσωπό Σου, συνεπῶς κινεῖται καί τό σῶμα μου, ἀφοῦ τό σῶμα «πάει» ἐκεῖ πού τό καθοδηγεῖ ἡ ψυχή. Κι αὐτό γιατί; Διότι «γέννησες τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁπότε Ἐσένα παρακαλῶ πού ἔχεις τέτοια παρρησία ἐνώπιόν Του, νά λυτρωθῶ ἀπό ὅλα τά δεινά τοῦ βίου, ψυχικά καί σωματικά».

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς ἔντασης πού ἔχει ἡ σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Θεό μας: τῆς θερμῆς καί ὁλοκληρωτικῆς ἀγάπης μας πρός Αὐτόν, κατά τήν ἐντολή πού ἔχει δώσει ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Ὅπως ὁ Θεός μας ζητάει τό ἑκατό τοῖς ἑκατό τῆς καρδιᾶς καί τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου – γιατί κι Ἐκεῖνος αὐτό ἔδωσε καί δίνει στόν ἄνθρωπο: ὁλόκληρο τόν Ἐαυτό Του – κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀπαιτεῖται ἡ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί τῆς διανοίας στροφή τοῦ πιστοῦ καί πρός τήν Παναγία. Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία φανερώνει τήν ποιότητα τῆς σχέσης μας μέ τόν Χριστό καί τήν Παναγία Τριάδα. Ἄν ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά «δεῖ» τόν Χριστό στό πρόσωπο τῆς Παναγίας, δέν ξέρουμε κατά πόσο μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ αὐτός ὀρθόδοξος χριστιανός. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βασικό κριτήριο τῆς ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας εἶναι ἡ στάση ἀπέναντι στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἄς δοῦμε ὅλους τούς ἁγίους μας. Ὅπως πολλάκις ἔχει τονιστεῖ ἡ θεοτοκοφιλία τους ἦταν ἀπολύτως δεδομένη, σέ βαθμό πού πολλοί ἀπό αὐτούς τή χαρακτήρισαν «Θεόν μετά Θεόν», «κατέχουσα τά δευτερεῖα τῆς Θεότητος».

Τά δεινά τοῦ βίου μας λοιπόν μᾶς σπρώχνουν στή Μάνα μας τήν Παναγία, ὅπως τή μάνα του ἀποζητάει πάντοτε τό μικρό παιδάκι, ἀλλά μέ τρόπο ὄχι ξερό καί ἄνευρο, ἀλλά μέ θερμότητα πίστης καί ἀγάπης. Τότε πράγματι, «πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως», θά βλέπουμε καί τή στοργική ἐπέμβασή της, γιατί σάν Μάνα πάντοτε ἐπιβλέπει σέ μᾶς, χαίροντας μέ τίς χαρές μας καί κλαίοντας μέ τίς θλίψεις καί τούς πόνους μας.

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (4)



«Ἀπό πάσης ἀνάγκης, θλίψεως καί νόσου καί βλάβης με λύτρωσαι∙ καί τῇ σῇ δυνάμει, ἐν τῇ σκέπῃ σου φύλαξον ἄτρωτον, ἐκ παντός κινδύνου καί ἐξ ἐχθρῶν τῶν πολεμούντων καί μισούντων με, Κόρη πανύμνητε» (ὠδή ε΄ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Λύτρωσέ με ἀπό κάθε ἀνάγκη, θλίψη καί νόσο καί βλάβη. Καί μέ τή δύναμή Σου, φύλαξέ με κάτω ἀπό τή σκέπη Σου ἄτρωτο ἀπό κάθε κίνδυνο καί ἀπό ἐχθρούς πού μέ πολεμοῦν καί μέ μισοῦν, Κόρη πανύμνητε).

Ὁ βασιλιάς ποιητής γίνεται βαθιά ἀνθρώπινος στό συγκεκριμένο καί ὄχι μόνο τροπάριό του, γι’ αὐτό καί ἐξαιρετικά συμπαθής σέ ὅλους μας. Ἐνῶ γνωρίζει καλά τή θεολογία τοῦ πόνου, ὅτι ὁ πόνος δηλαδή στήν ὀρθόδοξη χριστιανική παράδοση δέν ἔχει μόνο ἀρνητικό χαρακτήρα ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία∙ ἀντιθέτως μέ τά δεδομένα τῆς ἐν Χριστῶ ἀποκάλυψης γίνεται κατά παραχώρηση Κυρίου μέσον προαγωγῆς καί τελείωσης τοῦ ἀνθρώπου: ἄς θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τό τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου στήν καθολική του ἐπιστολή ὅτι μία ἀνάγκη, ἕνας πόνος, μία θεωρούμενη ἀτυχία, ὡς πειρασμός τοῦ βίου, πρέπει νά ἀποτελεῖ πρόκληση χαρᾶς, γιατί δοκιμάζει τήν πίστη καί ἔτσι ὁδηγεῖται ὁ πιστός στήν ὑπομονή καί τήν τελείωσή του («πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, εἰδότες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν, ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί όλόκληροι ἐν μηδενί λειπόμενοι»)∙ ὅμως, παρ’ ὅλη τή γνώση του αὐτή ἐπιμένει νά ζητάει ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τή λύτρωσή του ἀπό ὁτιδήποτε τόν ταλαιπωρεῖ στόν κόσμο τοῦτο: ἀνάγκη, θλίψη, νόσο, βλάβη, κινδύνους ἀπό ἐχθρούς. Θέλει δηλαδή ὅ,τι στήν πραγματικότητα θέλουμε καί ζητοῦμε ὅλοι μας: τήν ὑγεία μας ὁλόκληρη, τή σωματική καί τήν ψυχική, κάτι πού τελικῶς τό εὔχεται διακαῶς ἡ Ἐκκλησία μας.  

Γιατί ἀναγνωρίζει κι αὐτός, ὁ ὑμνογράφος, ὅτι εἶναι ἀδύναμος ἄνθρωπος, παρ’ ὅλη τήν κοσμική ἐξουσία του, ἔστω καί τήν περιορισμένη στήν ἐποχή του, κι ἡ ἀδυναμία του αὐτή τόν κάνει νά μή νιώθει καλά στήν ἐπί γῆς πορεία του. Ἴσως μοιάζει κατά τοῦτο καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἔχει τονίσει σέ ἐπιστολές του, κι ὄχι μία φορά, τό πόσο πράγματι οἱ πειρασμοί τοῦ βίου συνεργοῦν στήν πνευματική μας κατάρτιση, τόσο πού τίς θλίψεις τίς θεωρεῖ καί καύχημά του: «καί καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσι, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονήν κατεργάζεται, ἡ δέ ὑπομονή δοκιμήν, ἡ δέ δοκιμή ἐλπίδα, ἡ δέ ἐλπίς οὐ καταισχύνει», ὅμως σέ δεδομένη στιγμή πού κάποιος σωματικός πόνος τόν ταλαιπωροῦσε ἀφάνταστα στράφηκε πρός τόν Κύριο καί Τόν παρεκάλεσε νά τόν θεραπεύσει, γιά νά εἰσπράξει ὅμως τήν ἀρνητική Του ἀπάντηση: «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου∙ ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται».

Ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχουν φορές στή ζωή μας πού εἶναι τέτοιες οἱ θλίψεις, ψυχικές ἤ σωματικές, πού νομίζουμε ὅτι εἶναι ὑπεράνω τῶν δυνάμεών μας∙ πού ἀρχίζει νά λειτουργεῖ μέσα μας ὁ πιό πονηρός πειρασμός, ὁ πειρασμός τῆς ὀλιγοπιστίας, ὁ ὁποῖος μᾶς προκαλεῖ τή λήθη ὅτι οὐδέποτε ὁ Κύριος θά μᾶς ἀφήσει νά δοκιμαστοῦμε ὑπέρ τίς δυνάμεις μας, ἀλλά θά ἔλθει ἀμέσως ἀρωγός στήν ὅποια δυσκολία μας καί θά μᾶς δώσει μάλιστα καί τή διέξοδο ὥστε νά ὑπερβοῦμε τόν ὅποιο πειρασμό, ὅπως τό σημειώνει ἰδίως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι: «οὐκ ἐάσει ὑμᾶς ὁ Θεός πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῶ πειρασμῶ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὐμᾶς ὑπενεγκεῖν». Προφανῶς λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ἐν προκειμένῳ, κινούμενος ἀπό «τά νέφη τῶν λυπηρῶν» πού κύκλωσαν τήν καρδιά του καί τόν ἔκαναν νά κινεῖται μέσα στό σκότος τῆς μή καθαρῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας στή ζωή του, φτάνει σ’ αὐτό τό σημεῖο νά ζητάει, ὅπως εἴπαμε,  ἀπό τήν Παναγία «τά πάντα»: τήν ἀπόλυτη ὑγεία του καί τό ἄτρωτο ἀπό κάθε κίνδυνο καί ἐπιβουλή τῶν ὅποιων ἐχθρῶν του.

Ἀλλά τό θαυμαστό εἶναι ὅτι μέσα σ’ αὐτήν τήν παραζάλη τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων, τελικῶς δέν κάμπτεται καί δέν τά χάνει. Γιατί ξέρει ποιά εἶναι ἡ διέξοδος: ἡ καταφυγή στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ καταφυγή δηλαδή στόν Κύριο μέσω τῆς Θεοτόκου. Κι αὐτό εἶναι πού τόν ἐξυψώνει καί τόν σώζει καί τόν καθιστᾶ παραδειγματικό γιά ὅλους τούς πιστούς σημεῖο: ἡ βαθιά ἀγάπη του στήν Παναγία μας καί ἡ ἀπόλυτη πεποίθησή του ὅτι τελικῶς Ἐκείνη θά ἐπέμβει προκειμένου νά τόν λυτρώσει ἀπό ὁτιδήποτε τόν ταλαιπωρεῖ. Σάν τό παιδί πού στρέφεται στούς γονεῖς του ζητώντας τους ἀκόμη καί τά ἀδύνατα, γιατί πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι οἱ γονεῖς του τόν ἀγαποῦν τόσο πού δέν πρόκειται ποτέ νά τοῦ χαλάσουν τό χατίρι.

Γι’ αὐτό καί μᾶς συγκινεῖ βαθιά ὁ ὑμνογράφος μας, ὅπως σημειώσαμε ἀπαρχῆς∙ γιατί φανερώνει τήν πίστη πού ζήτησε ὁ Κύριος νά ἔχουμε, ἄν θέλουμε νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν πίστη δηλαδή ἑνός παιδιοῦ. «Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Ἡ ὑπερβολή τῶν αἰτημάτων του δείχνει ἀνάγλυφα καί τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης του γιά τήν Παναγία μας. Κι Ἐκείνη βεβαίως τό ξέρει, τό βλέπει καί συγκινεῖται ὑπερβαλλόντως. Οἱ θαυμαστές ἐπεμβάσεις Της, ἀκόμη καί  σέ περιπτώσεις πού «φαίνεται» ὅτι δέν θά ἔπρεπε, πείθουν γιά τήν παρήγορη αὐτήν πραγματικότητα.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Μία από τις μεγάλες Δεσποτικές λεγόμενες εορτές είναι η Μεταμόρφωση του Κυρίου: εκεί που στο όρος Θαβώρ ο Κύριος, έχοντας πάρει μαζί Του τους «προκρίτους των μαθητών», τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», δηλαδή το πρόσωπό Του έλαμψε σαν τον ήλιο, τα ενδύματά Του έγιναν λευκά σαν το φως, δίπλα Του φάνηκαν οι προφήτες Μωϋσής και Ηλίας, ενώ ακούστηκε άνωθεν, από τον ουρανό, η φωνή του Θεού Πατέρα, η οποία έλεγε «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε». Όλη αυτή η θεοφάνεια, η οποία βεβαίως θυμίζει και το «σκηνικό» της Βάπτισης του Κυρίου, πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα νέφος το οποίο περιέλαμψε τους μαθητές, οι οποίοι μη αντέχοντας το θέαμα έπεσαν πρηνείς, ενώ κάποια στιγμή ο Πέτρος, «μη ειδώς ο ελάλει», βλέποντας και τους Μωϋσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο, είπε σ’ Αυτόν: «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι». Μετά από λίγο, το συγκλονιστικό αυτό θέαμα και άκουσμα τελείωσε, κι ο Κύριος παίρνοντας τους έκθαμβους μαθητές τούς είπε να μην ειπούν τίποτε, έως ότου αναστηθεί εκ των νεκρών, προλέγοντας ταυτοχρόνως και τα γεγονότα του Πάθους Του.
Θα έλεγε κανείς ότι σ’ αυτό το γεγονός έχουμε συμπυκνωμένη τη θεολογία της Εκκλησίας μας, περί της φύσεως του Ιησού Χριστού, περί του σκοπού της ενανθρωπήσεώς Του, περί της ανακαινίσεως του σύμπαντος κόσμου, περί της σχέσεώς Του με την Παλαιά Διαθήκη, θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι Πατέρες μας ιδίως του 14ου αι., και μάλιστα ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν δόθηκε η αφορμή από αιρετικούς, οι οποίοι αναφάνηκαν και αλλοίωσαν τη θεολογία της Εκκλησίας, και τα οποία η Εκκλησία μας πάντοτε τα ζει και τα προβάλλει στην πνευματική της ζωή. Ορισμένα από αυτά θα σχολιάσουμε στη συνέχεια:

1. Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αυτό που τονίζει η Πατερική μας παράδοση: Η Μεταμόρφωση του Χριστού στην πραγματικότητα είναι Μεταμόρφωση των ίδιων των μαθητών: ο Χριστός, ων πάντοτε Θεός και άνθρωπος, έχοντας ενωμένες τις δύο Του φύσεις «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στη μία Του θεϊκή υπόσταση-προσωπικότητα, δεν αλλάζει ποτέ: παραμένει πάντοτε ο Ίδιος. Στο γεγονός της Μεταμορφώσεως λοιπόν δεν προσλαμβάνει κάτι που δεν το είχε, αλλά αυτό που ήταν, το δίνει «κατά μέρος», να το δουν και να το νιώσουν και οι τρεις μαθητές Του. Κι αυτό που τους αποκαλύπτει είναι η θεϊκή Του δόξα. Μέχρι τότε οι μαθητές ζούσαν τον Κύριο ως άνθρωπο, ενώ ελάχιστα διαισθάνονταν τη θεϊκή Του προέλευση. Στο όρος Θαβώρ ικανώνονται από το Πνεύμα του Θεού, το Οποίο ως νέφος τους περιέλαμψε και τους άνοιξε τους πνευματικούς οφθαλμούς – έχουμε και πνευματικές αισθήσεις που λειτουργούν ή όχι ανάλογα με τη σχέση που έχουμε με τον Θεό – να δουν με «μετασκευασμένους» οφθαλμούς τη θεϊκή λάμψη, το «άκτιστον φως» του Χριστού. Η Μεταμόρφωση λοιπόν είναι Μεταμόρφωση των μαθητών, που με άλλα μάτια είδαν τα συγκλονιστικά του όρους Θαβώρ, δηλαδή τον Χριστό, αλλά και στη θεϊκή Του διάσταση. Την πραγματικότητα αυτή η Εκκλησία μας διαρκώς τη διαλαλεί, καθημερινά, όταν μεταξύ των άλλων μας επισημαίνει: «Εν τω φωτί Σου, Κύριε, οψόμεθα φως». Μόνον όταν ο άνθρωπος λάβει το φως του Θεού, μπορεί τότε να δει το φως του Θεού. Ο άνθρωπος «βλέπει» ανάλογα με ό,τι έχει μέσα του.

2. Όπως είπαμε, αυτά που είδαν οι μαθητές για τον Χριστό ήταν ό,τι μπορούσαν να αντέξουν. Κατά το κοντάκιο της εορτής, «Επί του όρους μετεμορφώθης, και ως εχώρουν οι μαθητές Σου, την δόξαν Σου, Χριστέ ο Θεός, εθεάσαντο». Κι είναι ευνόητο: Ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος και ο Θεός είναι άπειρος. Επομένως ο άνθρωπος, όπως και όλη η δημιουργία, ακόμη και οι άγγελοι, όχι μόνον δεν μπορεί να δει και να μετάσχει στην ουσία του Θεού – αυτό είναι μόνο για την αγία Τριάδα – αλλά μπορεί να δει και να μετάσχει σ’ αυτό που λέμε ενέργεια του Θεού, αλλιώς στη χάρη ή τη δόξα ή το φως Του, μόνον εκ μέρους, όσο αντέχει. Αυτό που λαμβάνει όμως από τον Θεό ως παροχή της χάρης Του είναι ό,τι ανώτερο για εκείνον. Κάτι παραπάνω θα τον «διέλυε» και θα τον «σκότωνε». «Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό και να ζήσει».

3. Γιατί ο Κύριος θέλησε να τους δώσει αυτήν τη χάρη, να δουν τη θεϊκή Του δόξα; Διότι μετά από λίγο ακολουθούν τα γεγονότα του Πάθους, άρα έπρεπε οι μαθητές να κατανοήσουν ότι το Πάθος ήταν εκούσιο, ότι ήταν η επιλογή του ενανθρωπήσαντος Θεού, για να σώσει το ανθρώπινο γένος, αίροντας την αμαρτία του επί του Σταυρού. Όπως το επισημαίνει το κοντάκιο και πάλι: «ίνα όταν Σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα». Ο Χριστός «έδει παθείν», διότι η αμαρτία του ανθρωπίνου γένους ήταν τέτοια, που μόνον ο λόγος, το κήρυγμα δεν ήταν ικανό να σώσει τους ανθρώπους. Έπρεπε να πάθει ο Ίδιος ο Θεός εν σαρκί, γεγονός που φανερώνει την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει η ανθρωπότητα, αλλά και το άπειρο μέγεθος της αγάπης του Θεού απέναντι σ’ αυτήν.

4. Στη μέσα στο φως της λάμψης του Θεού θέα του προσώπου του Χριστού, οι μαθητές συνειδητοποιούν και την προοπτική του ανθρώπου, μετά τον ερχομό Εκείνου. Όπως φανερώθηκε ο Χριστός, σαν ήλιος πρωϊνός, έτσι θα φανερωθούμε κι εμείς κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία, όταν ακολουθούμε τον Χριστό. Μη ξεχνάμε ότι ο Χριστός ενσωμάτωσε τον άνθρωπο στον ίδιο Του τον εαυτό, κάτι που ενεργοποιείται έκτοτε δια του αγίου βαπτίσματος και βιώνεται αυξητικά μέσα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων και της εφαρμογής των εντολών Του, κι αυτή η ενσωμάτωση τον έκανε μέλος Του, δηλαδή δική Του προέκταση, επομένως ό,τι Εκείνος ζει, αυτό αποτελεί και θα αποτελέσει ζωή και των πιστών ανθρώπων. Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Πατέρες των Συνόδων του 14ου αι. τόνιζαν την πραγματικότητα μετοχής στο άκτιστο φως του Θεού, κατά αναλογία με ό,τι συνέβη στο όρος Θαβώρ με τους τρεις μαθητές, ήδη από τη ζωή αυτή, ας φανταστούμε την ασύλληπτη μέθεξη του πιστού σ’ αυτό το φως μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον ως ψυχή, αλλά και με το σώμα του θα μετέχει σ’ Εκείνον. Τότε θα λάμψουν οι άγιοι ως ήλιος, όπως έλαμψε κι ο Χριστός. Με τη Μεταμόρφωση λοιπόν αποκαλύπτεται και το μεγαλείο της προοπτικής του ανθρώπου, αυτό που οι άγιοί μας το ονομάζουν «θέωση».

5. Σ’ αυτήν την ένθεη κατάσταση μετοχής στο φως του Χριστού βλέπουμε ότι ανακαινίζεται μαζί με τον άνθρωπο και η ίδια η φύση. Πώς το βλέπουμε αυτό; Μέσα από τα ενδύματα του Χριστού. Και αυτά έλαμψαν και έγιναν λευκά σαν το χιόνι. Δηλαδή, η χάρη του Χριστού μεταγγίστηκε κατά κάποιο τρόπο και στα υλικά πράγματα, σημείο μετοχής και της φύσεως, όπως είπαμε, στη δόξα του Θεού. Και τούτο γιατί η φύση δεν είναι κάτι κακό ή κατώτερο και συνεπώς αποβλητέο, αλλά στη χριστιανική πίστη αναβαθμίζεται και αυτή, βρίσκοντας την πραγματική της θέση: να είναι βοηθός του ανθρώπου στη σωτηρία του. Η φύση ανήκει στον Θεό και την έδωσε στον άνθρωπο για να είναι ο χώρος κατοικίας του, που σημαίνει ότι η φύση προσέβλεπε στον άνθρωπο ως τον βασιλιά της. Ξέπεσε στην αμαρτία ο άνθρωπος λοιπόν, ξέπεσε και η φύση. Και με την αποκατάσταση του ανθρώπου εν Χριστώ, αποκαθίσταται και αυτή. «Η προσμονή της φύσεως, μας λέει ο απόστολος Παύλος, είναι να σωθεί ο άνθρωπος, ώστε με τη σωτηρία αυτού να σωθεί και εκείνη». Έτσι η Μεταμόρφωση είναι μία ισχυρή απάντηση σ’ όλους εκείνους που ήθελαν και θέλουν να βλέπουν τον χριστιανισμό ως μία πνευματοκρατία ή ως ένα ιδεαλισμό, με υποτίμηση και άρνηση της φύσεως.

6. Φάνηκαν όμως ο Μωϋσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ, πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, που έζησαν αιώνες πολλούς προ Χριστού. Τι σημαίνει τούτο; Πρώτον, ότι ο Κύριος είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το γεγονός ότι οι μαθητές βλέπουν αυτούς τους αγίους, κεκοιμημένους  ή απόντες από τον κόσμο αυτό από τόσο παλιά, είναι μία ισχυρότατη απόδειξη ότι αυτοί ζουν εν Θεώ. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος εναποθέτει το σώμα του, αλλά η ψυχή του, με τη χάρη του Θεού, συνεχίζει να ζει. Κι αυτό το σώμα, όπως η δυναμική της αναστάσεως του Κυρίου έφερε, θα αναστηθεί για να ενωθεί με την ψυχή και πάλι. Ο θάνατος λοιπόν με τον Χριστό έγινε μία απλή δίοδος, που μας οδηγεί μέσα στην αγκαλιά του Χριστού, πολύ πιο έντονα και άμεσα όμως: «πρόσωπον προς πρόσωπον». Μία προεικόνιση αυτού του γεγονότος είναι και η παρουσία των προφητών αυτών στο Θαβώρ. Κι από την άλλη: ο Κύριος φανερώνεται ότι αποτελεί το κέντρο και της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη, που συγκεφαλαιώνεται στον Νόμο και τους Προφήτες – τον Μωϋσή και τον Ηλία – συνιστά την πρώτη αποκάλυψη του Χριστού, με αποκορύφωση τον ερχομό Του στην Καινή. Παλαιά και Καινή αποτελούν ένα ενιαίο γεγονός, που δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει, χωρίς να διαστρεβλώσει και τα δύο. Η Μεταμόρφωση λοιπόν δίνει απάντηση και στο θέμα αυτό. Η Παλαιά Διαθήκη έχει χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Ο Κύριος συνιστά το νόημα και εκείνης.

Η θεολογία της Μεταμορφώσεως του Κυρίου είπαμε από την αρχή ότι συγκεφαλαιώνει όλη την πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Αποκαλύπτει εκτός από τον Χριστό και τον άνθρωπο στην προοπτική του. Αλλά προϋποθέτει αυτό που προϋποθέτουν όλα τα πνευματικά γεγονότα στην Εκκλησία: την ετοιμότητα του ανθρώπου αποδοχής του πλούτου που περιέχει. Ποτέ δηλαδή κανένα πνευματικό γεγονός δεν προσφέρεται στον άνθρωπο, χωρίς αυτός να μπορεί πνευματικά να το αντέξει. Όπως ένα πλουσιότατο γεύμα δεν μπορεί να προσφερθεί σε ένα βρέφος, κατά τον ίδιο τρόπο ο πλούτος της χάριτος του Θεού, που τονίζεται στη Μεταμόρφωση απαιτεί τον «ενηλικιωμένο» χριστιανό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας «τρέμει» μπροστά σε φαινόμενα νεανικού ενθουσιασμού, δηλαδή όταν νεαροί που ακούνε για «άκτιστον φως», νομίζουν ότι μπορούν χωρίς κόπο, εύκολα, να το αποκτήσουν. Και δυστυχώς τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Τα λεγόμενα «νεανικά ναυάγια» δεν είναι μόνο σε θέματα ηθικής, αλλά δυστυχώς και σε θέματα πνευματικά. Κι εκείνο που πολύ καθαρά μας δίνει τις προϋποθέσεις βιώσεως της χορηγίας χάρης της Μεταμορφώσεως είναι ο ύμνος που λέει: «καὶ ἡμεῖς ἀστράψωμεν, ταῖς θείαις ἀλλοιώσεσιν, αὐτὴν κατασπαζόμενοι (την θείαν Μεταμόρφωσιν). Ὄρος ὑψηλότατον τὴν καρδίαν, κεκαθαρμένην ἐκ παθῶν, ἔχοντες ὀψόμεθα, Χριστοῦ τὴν Μεταμόρφωσιν, φωτίζουσαν τὸν νοῦν ἡμῶν». Δηλαδή: Ας αστράψουμε κι εμείς από τις θείες αλλοιώσεις (της Μεταμορφώσεως), καταφιλώντας την (μέσα στην αγκαλιά μας). Έχοντας την καρδιά μας ως υψηλότατο όρος, καθαρισμένη από τα πάθη, θα δούμε τη Μεταμόρφωση του Χριστού να φωτίζει τον νου μας. Η κάθαρση της καρδιάς μας, δια της μετανοίας και της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, είναι η προϋπόθεση για να δούμε κι εμείς το φως του Χριστού να λάμπει μέσα μας. 

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (3)





«Ἐξ ἀμετρήτων ἀναγκῶν καί θλίψεων καί ἐξ ἐχθρῶν δυσμενῶν καί συμφορῶν βίου λυτρωθείς, Πανάχραντε, τῇ κραταιᾷ δυνάμει σου, ἀνυμνῶ μεγαλύνω, τήν ἄμετρόν σου συμπάθειαν, καί τήν εἰς ἐμέ σου παράκλησιν» (ὠδή α΄).
(Ἐπειδή λυτρώθηκα, Πανάχραντε, ἀπό ἀμέτρητες ἀνάγκες καί θλίψεις καί ἀπό κακούς ἐχθρούς καί συμφορές τοῦ βίου, μέ τήν ἰσχυρή δύναμή σου, ἀνυμνῶ καί δοξολογῶ τή χωρίς μέτρο συμπάθειά σου, ὅπως καί τήν παρηγοριά πού μοῦ δίνεις).

Ὁ ἐκκλησιαστικός ὑμνογράφος συνεχίζει τό ἴδιο μοτίβο στή σκέψη  του καί τήν ἀναφορά του στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅπως καί στά ὑπόλοιπα τροπάρια τοῦ κανόνα: ἀντιμετωπίζει πλῆθος ἀναγκῶν, θλίψεων καί συμφορῶν στήν καθημερινότητά του∙ καταφεύγει στήν ἰσχυρή βοήθεια τῆς Παναγίας∙ νιώθει τήν ἀνάγκη νά τήν δοξολογήσει γιά τίς σωτήριες ἐπεμβάσεις Της. Καί βεβαίως εἶναι αὐτονόητο πώς αὐτό πού συμβαίνει σ’ ἐκεῖνον, μέσα στά πολλαπλᾶ βεβαίως καθήκοντά του ὡς βασιλιᾶ, συμβαίνει καί σέ κάθε πιστό πού ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά βρεθεῖ στόν κόσμο τοῦτο. Γιατί καί οἱ θλίψεις καί πολλές φορές οἱ συμφορές μᾶς συνοδεύουν συχνά στή ζωή μας∙ καί ἡ Παναγία γιά τόν πιστό εἶναι ἡ ἕτοιμη ἀνά πᾶσα στιγμή βοήθεια λόγω τῆς ἰσχυρῆς δύναμής Της ἀπό τήν ξεχωριστή σχέση Της πρός τόν Υἱό καί Θεό Της∙ καί ἡ χωρίς μέτρο ἀγάπη καί συμπάθειά Της ὡς ποιητικό αἴτιο τῆς βοήθειάς της αὐτῆς εἶναι δεδομένη πρός ὅλους τούς χριστιανούς.

Κι ἐκεῖνο πού χρήζει ἰδιαίτερου νομίζουμε σχολιασμοῦ εἶναι ἀκριβῶς αὐτό τό «δίπολο» τῆς Παναγίας - συνέχεια καί ἔκφραση τοῦ «δίπολου» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας καί τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστης μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: ἀφενός ἡ ἰσχυρή ἐξουσία καί δύναμη πού ἔχει, ἀφετέρου ἡ ἄμετρη ἀγάπη Της πρός ἐμᾶς τά παιδιά Της, πού φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα τήν παρηγοριά στίς θλιμμένες καί φρυγμένες ἀπό τόν καύσωνα τῆς ἁμαρτίας καί τῶν συμφορῶν τοῦ βίου καρδιές. Κι ἐξηγήσαμε καί παραπάνω: ἡ Παναγία μας είναι παντοδύναμη, ἔχει γίνει καλύτερα παντοδύναμη, λόγω τῆς μοναδικῆς σχέσης της μέ τόν Υἱό καί Θεό της, ὅπως ἄλλωστε ὁ Ἴδιος τό εἶχε ὑποσχεθεῖ: «πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι»∙ καί «ἐάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὅ,τι ἄν θέλητε αἰτήσασθε καί γενήσεται ὑμῖν». Ἄν ὁ κάθε χριστιανός μπορεῖ νά γίνει παντοδύναμος, ὅταν θέσει τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό τήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ - τό τονίζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» -  πόσο περισσότερο Ἐκείνη πού ὑπῆρξε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, κυρίως δέ πού ἀδιάκοπα βρισκόταν ἐν θερμῇ ἀγάπῃ ὑπακοῆς πρός τόν Κύριο καί Θεό Της; Λοιπόν, πράγματι ἡ ἐξουσία Της, δοσμένη ἀπό τόν Θεό ἀπό τή χάρη Του, εἶναι ἀσύλληπτη, κάτι πού μπορεῖ νά ἐπιβεβαιώσει ὁ κάθε χριστιανός, ὅταν μέ πίστη ἀναφερθεῖ σ’ Ἐκείνην, στήν πραγματικότητα στόν Χριστό μέσω Ἐκείνης.

Κι ἔπειτα ἡ ἀγάπη Της καί ἡ πρός τόν καθένα μας συμπάθειά Της. Ἡ Παναγία μας ἔχει τόσο μεγάλη ἐξουσία, ὅσο μεγάλη εἶναι καί ἡ ἀγάπη Της. Μᾶλλον ἡ ἐξουσία Της εἶναι καρπός τῆς ἄμετρης ἀγάπης Της πρός τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, κυρίως δέ πρός τόν πιστό ἄνθρωπο, πού θά πεῖ ὅτι ἡ ἀληθινή δύναμη ὑπάρχει ἐκεῖ πού ψηλαφᾶ κανείς τήν ἀληθινή ἀγάπη, ὅπως κατεξοχήν τό φανέρωσε τοῦτο ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὁ Ὁποῖος ἔδειξε τήν παντοδυναμία Του σέ ὅλη βεβαίως τήν ἐν ἀγάπῃ πορεία Του ἐπί τῆς γῆς, κυρίως δέ στή Σταυρική Του θυσία. Πάνω στόν Σταυρό ὁ Κύριος, ἑπομένως στή φαινομενική ἀδυναμία καί ἧττα Του, ἐξαφανίζει τήν ἁμαρτία καί καταπατᾶ τόν θάνατο καί καταργεῖ τόν Πονηρό διάβολο. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐτό ἔχει ὡς θεμέλιο τῆς θεολογικῆς του σκέψης, ὅπως τό βλέπουμε μέ ἀνάγλυφο τρόπο στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή: Οἱ χριστιανοί εἴμαστε οἱ δυνατοί στόν κόσμο τοῦτο, ὄχι γιατί χαρακτηριζόμαστε ἀπό τίς ὑπερφυσικές δυνάμεις μας, ψυχολογικές ἤ σωματικές, ὄχι γιατί ἔχουμε τήν ἐξουσία τῶν χρημάτων ἤ τῶν μεγάλων θέσεων - ὅ,τι ἀποτελεῖ γνώρισμα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου - ἀλλά γιατί πορευόμαστε κατά τόν τύπο τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή χωρίς νά θέτουμε ὡς γνώμονα τό ἀρεστό σέ μᾶς, ἀλλά τό ἀρεστό στόν συνάνθρωπό μας, ὅ,τι φανερώνει τήν ἀληθινή θυσιαστική ἀγάπη. «Ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν καί μή ἑαυτοῖς ἀρέσκειν. Ἕκαστος ἡμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τό ἀγαθόν πρός οἰκοδομήν. Καί γάρ ὁ Χριστός οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν».

Ἀξίζει νά προβληματιστεῖ κανείς πάνω στή θεολογική σκέψη τοῦ βασιλιᾶ ποιητῆ στόν παρακλητικό κανόνα του πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Γιατί ἐνῶ ἦταν βασιλιάς, συνεπῶς μέ ἐξουσία κοσμική, ὅμως δέν ἔπεσε στήν παγίδα καί στόν πειρασμό πού φέρνει ἡ ἐξουσία στά χέρια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐξουσία κατανοεῖται ὀρθά μέσα στά πλαίσια τῆς ἀγάπης∙ τότε γίνεται κυριολεκτικά διακονία πού παρηγορεῖ τίς καρδιές καί ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Ἡ Παναγία μας ἔχει στό ἀνώτερο δυνατό αὐτήν τήν ταπεινή ἐξουσία τῆς ἀγάπης καί μᾶς καλεῖ νά τήν ἐνεργοποιοῦμε καθημερινά γιά χάρη μας. Γιατί τότε μετέχει κι Αὐτή στή χαρά τή δική μας ἀπό τήν ὅποια λύτρωσή μας. Καί μαζί Της βεβαίως χαίρει ἀπείρως καί ὁ Δημιουργός καί Θεός μας.