Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ


 

«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου η σημερινή εορτή της σύναξης των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό. Θυμίζουμε: μετά τη Γέννηση του Κυρίου εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, μετά τη Βάπτιση του Κυρίου, η σύναξη του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετά την Πεντηκοστή, η σύναξη για τον Άγιον Πνεύμα. Το ίδιο λοιπόν και εδώ: ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακαρία δυάς∙ υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε, ότι την της κτίσεως πάσης υπερέχουσαν εβλαστήσατε». «…το ζεύγος το άγιον, η ξυνωρίς η αγία, Ιωακείμ και Άννα», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή: μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας – ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια – και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως – ο άνθρωπος μπορεί πια να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου. Αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι. Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών» (Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας). Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο: της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία: ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη: η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ: ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας


Τό θέμα τῆς πίστης στόν Θεό εἶναι τεράστιο καί ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τήν ποιότητα τῶν λογισμῶν μας: ἀπό τό τί λογισμούς καλλιεργεῖ κανείς φαίνεται ἄν εἶναι πιστός στόν Χριστό, ὀλιγόπιστος ἤ ἀκόμη καί ἄπιστος. Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πάλι, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖ καί ἔχει γράψει πολλά γιά τό θέμα τῶν λογισμῶν, (ὅπως καί ὅλοι ἀσφαλῶς οἱ νηπτικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας), τόσο πού θά μποροῦσε κανείς νά ἐκπονήσει σχεδόν καί διδακτορική διατριβή πάνω στά λόγια του, συνήθιζε νά ἐπαναλαμβάνει καί τά παρακάτω ἀξιοσημείωτα:
«Πρέπει πάντοτε νά προσέχουμε καί νά ἔχουμε μία συνεχή ἀμφιβολία γιά τό ἄν τά πράγματα εἶναι ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε. Γιατί, ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του καί τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός… Πρέπει νά ἔχουμε καλούς λογισμούς. Ἄν δέν ἔχουμε, τότε καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος νά εἶναι γέροντάς μας καί νά κάνει συνέχεια θαύματα, δέν θά μπορέσει σέ τίποτα νά μᾶς βοηθήσει»!
1. Εἶναι τά πράγματα πάντοτε ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε;
Ὁ ὅσιος μᾶς καλεῖ νά προσέχουμε καί νά ἀμφιβάλλουμε γιά τήν ὀρθότητα τῶν λογισμῶν καί τῶν σκέψεών μας. Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἱστορία τόν ἐπιβεβαιώνουν περίτρανα. Πόσες φορές δέν συναντᾶμε ἀνθρώπους, πού γεμᾶτοι ἀπό κατήφεια καί μελαγχολική διάθεση προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν πόσο μαύρη εἶναι ἡ ζωή τους, γιατί ὅλα τούς πᾶνε ἀνάποδα, ὅλοι τούς ἐχθρεύονται καί τούς ὑπονομεύουν, οἱ ἴδιοι πονᾶνε παντοῦ καί πάσχουν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες, τά οἰκονομικά τους βρίσκονται σέ μεγάλη στενότητα!  Πού σημαίνει ὅτι πρόκειται μᾶλλον γι’ ἀνθρώπους πού ἡ ἀπαισιοδοξία τούς ἔχει καταβάλει καί πού ἐκφράζουν αὐτούς πού ὁ λαός μας λέει ὅτι «βλέπουν τό ποτήρι ὄχι μισογεμᾶτο, μά μισοάδειο». Θυμίζει ἡ περίπτωσή τους τούς ὀπαδούς τῆς φιλοσοφίας τοῦ ἀθέου ὑπαρξισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκκινώντας ἀπό τά φοβερά γεγονότα πού ἐκτυλίχτηκαν κατά τόν 20ό αἰώνα – παγκοσμίους πολέμους, αὔξηση ἐγκληματικότητας, ἔξαρση ναρκωτικῶν – τόνιζαν καί τονίζουν ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε καλό στόν πλανήτη μας, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός «κόσμος» πού εἶχαν δώσει οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στόν κόσμο μας, δηλαδή ὅτι εἶναι κόσμημα: κάτι πού ἔχει τάξη καί ὀμορφιά, δέν ἰσχύει, ὅτι ἡ μόνη βεβαιότητα εἶναι ὁ φόβος πού φωλιάζει στόν ἄνθρωπο καί ἡ συνακόλουθη ἀνασφάλεια.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, στόν ἀντίποδα, μπορεῖ νά συναντήσουμε ἁγίους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ζοῦν στόν ἴδιο μέ τούς παραπάνω κόσμο, μά ἡ διάθεσή τους εἶναι παντελῶς διαφορετική: ἔχουν μία πνευματική ἰσορροπία καταπλήσσουσα, εἶναι γαληνεμένοι καί εἰρηνικοί στή ζωή τους, τό ἄγχος καί ἡ ἀνασφάλεια εἶναι ξένες πρός αὐτούς καταστάσεις, κι ἀκόμη: ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία φαίνεται καθαρά ὅτι διακατέχουν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο. Κι ὄχι βεβαίως γιατί δέν ζοῦν κι αὐτοί στιγμές ἤ περιόδους μεγαλύτερες μέ θλίψη, στενοχώρια, φόβο ἤ ἀνασφάλεια – στοιχεῖα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου μας -, ἀλλά δέν εἶναι αὐτά πού καθορίζουν τή ζωή τους, δέν σφραγίζεται δηλαδή αὐτή μέ μία ἀρνητική θεώρηση τῆς ζωῆς, μέ φιλοσοφικές μάλιστα μερικές φορές προϋποθέσεις, κι αὐτό γιατί τά θεωροῦν ὑπό τό πρίσμα τῆς πίστης στόν Θεό, ὡς δηλαδή παραχώρηση καί διαπαιδαγώγηση Ἐκείνου προκειμένου νά ἀσκηθοῦν στήν ὑπομονή καί νά ὁδηγηθοῦν ἔτσι σέ μεγαλύτερη τελειότητα (βλ. Ἰακ. 1,2).
2. Πίστη: ὁ χρωματισμός τῆς ζωῆς μας.
Τί εἶναι ἐκεῖνο λοιπόν τό ὁποῖο προκαλεῖ τίς διαφορετικές θεωρήσεις, ὥστε ἄλλοι νά τά βλέπουν ὅλα μαῦρα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, καί ἄλλοι νά τά βλέπουν πλημμυρισμένα στό φῶς, ἐνῶ καί οἱ μέν καί οἱ δέ βρίσκονται κάτω ἀπό τόν ἴδιο παρονομαστή, τή ζωή αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Ἐκεῖνο πού διαφοροποιεῖ τούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία βλέπουν τόν κόσμο καί τή ζωή. Καί τήν ὀπτική αὐτή γωνία τή δημιουργεῖ ἡ ὑπάρχουσα ἤ ὄχι πίστη τους στόν Θεό. Ὁ καθένας βλέπει τόν κόσμο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Ἄν ἡ ψυχή εἶναι δεμένη μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ καί φωτίζεται ἀπό Αὐτόν, τότε μπορεῖ νά ἐπισημάνει τήν παρουσία Του σέ κάθε τι ἀπό τή δημιουργία, ὁπότε βλέπει τό νόημα τῶν πραγμάτων καί ἔχει λόγους νά χαίρεται. Ἄν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στόν Θεό ἤ γενικῶς παρουσιάζει μία λειψή πίστη, αὐτό πού ὀνομάζουμε ὀλιγοπιστία, τότε τόν κόσμο θά τόν δεῖ μέ τά κυριαρχημένα ἀπό τά πάθη του καί τίς ἀνασφάλειές του μάτια τῆς ψυχῆς του, ὁπότε ὁ χρωματισμός τοῦ κόσμου θά γίνει ἀνάλογος: ὅλα κακά καί ἄσχημα.
Ἡ σύγχρονη ψυχολογία ἔχει ἐπισημάνει τήν ἀλήθεια αὐτή πρό πολλοῦ, ὅταν χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο προβολή, γιά νά ἑρμηνεύσει τούς χαρακτηρισμούς καί τίς ἀξιολογήσεις τῶν ἀνθρώπων σχετικά μέ τή ζωή τους καί τόν κόσμο πού τούς περιβάλλει. Ὑποστηρίζει δηλαδή ὅτι ὅταν προβαίνουμε σέ κάποια ἀξιολόγηση ἑνός γεγονότος ἤ μιᾶς καταστάσεως, στήν πραγματικότητα προβάλλουμε πρός τά ἔξω ὅ,τι κυριαρχεῖ στόν ἐσωτερικό μας κόσμο: ἄν ὁ κόσμος μας αὐτός εἶναι ἰσορροπημένος, ἰσορροπημένα θά βλέπουμε καί τά γύρω μας· ἄν ὑπάρχει κάποια ἐμπλοκή μέσα μας, τήν ἐμπλοκή αὐτή θά προβάλλουμε καί πρός τά ἔξω. Γι’ αὐτό καί οἱ κρίσεις μας τίς περισσότερες φορές εἶναι ἐπισφαλεῖς καί ὑπό ἀμφισβήτηση: ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπό τό τί κυριαρχεῖ μέσα μας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τή σχέση αὐτή μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ κόσμου ἀπό πλευρᾶς ἀξιολόγησης τήν κατέγραψε μέ τή φράση: «πάντα καθαρά τοῖς καθαροῖς» (Τίτ. 1, 15). Ὅλα εἶναι καθαρά γι’ αὐτούς πού εἶναι καθαροί στήν ψυχή. Ἡ ἐπισήμανση ἔτσι τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στόν κόσμο συνιστᾶ ταυτοχρόνως καί φανέρωση τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στή δική μας ψυχή. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ὁ νεώτερος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μέ πολύ διεισδυτικό τρόπο καί ἀμεσότητα, ὡς ἑξῆς καταγράφει τήν παραπάνω ἀλήθεια:
«Ἤξευρε γάρ πῶς, ὅταν ἀριστερῶς λογιάσῃς κανένα κακόν τοῦ ἀδελφοῦ σου, εἶναι κάποια ρίζα τοῦ αὐτοῦ κακοῦ καί εἰς τήν καρδίαν τήν ἐδικήν σου· ἥτις, κατά τήν διάθεσιν, καί τό πάθος, ὁποῦ ἔχει, ἔτσι ἐμπαθῶς κρίνει καί τά τῶν ἄλλων, ὡς γέγραπται. “Ὁ πονηρός ἄνθρωπος, ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας ἐκβάλλει τά πονηρά” (Ματθ. ιβ΄ 35). Διατί, κατά ἄλλον τρόπον, ἕνας καθαρός καί ἀπαθής ὀφθαλμός, ἀπαθῶς βλέπει καί τά πράγματα, καί ὄχι πονηρῶς. “Καθαρός ὁ ὀφθαλμός τοῦ μή ὁρᾶν πονηρά” (Ἀββακ. α΄13). Ὅθεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς τόν λογισμόν σου νά κρίνῃς ἄλλους διά κανένα ἐλάττωμα, ἀγανάκτησε κατά τοῦ ἑαυτοῦ σου, ὡς πταίστου, καί ἐργάτου τοῦ ἰδίου σφάλματος, καί εἰπέ εἰς τήν καρδίαν σου· “Πῶς ἐγώ ὁ ταλαίπωρος, εὑρισκόμενος εἰς τό ἴδιον σφάλμα, καί εἰς ἄλλα βαρύτερα ἐλαττώματα, θέλω ἀποτολμήσει νά ὑψώσω τήν κεφαλήν, διά νά ἰδῶ, καί νά κρίνω τῶν ἄλλων τά σφάλματα;” Καί οὕτω, τά ἅρματα, ὁποῦ θέλεις νά μεταχειρισθῇς κατά τῶν ἄλλων μεταχειρίσου τα κατά σοῦ διά νά δώσῃς ἰατρείαν εἰς τάς πληγάς σου».
Ἀπό τήν πατερική μας παράδοση εἶναι πολύ γνωστό ἐν προκειμένῳ τό περιστατικό πού διασώζει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, κατά τό ὁποῖο τρεῖς διερχόμενοι ἀπό ἕναν δρόμο ἄνθρωποι τό σούρουπο καί βλέποντας κάποιον νά περιμένει στή γωνία, ἔκαναν τρεῖς διαφορετικές σκέψεις γι’ αὐτόν: ὁ ἕνας σκέφτηκε ὅτι πρόκειται γιά κλέφτη, πού περιμένει τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά κλέψει τά σπίτια· ὁ ἄλλος σκέφτηκε ὅτι περιμένει τή φίλη του, γιά νά πᾶνε νά πορνέψουν· καί ὁ τρίτος ἔκανε τή σκέψη ὅτι περιμένει τόν φίλο του, γιά νά πᾶνε στήν ἀγρυπνία τῆς παρακείμενης Ἐκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι στό περιστατικό ἔχουμε ἀνάγλυφη τήν περίπτωση τοῦ φαινομένου τῆς ψυχολογικῆς προβολῆς: ὁ καθένας ἑρμήνευσε τά πράγματα σύμφωνα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του.
Τά πράγματα γίνονται ἀκόμη τραγικότερα βέβαια, μέ αὐτό πού λέει ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πού ἀποτελεῖ ὄντως σπουδαία πνευματική πραγματικότητα: ὅτι ὅταν κανείς ἐπιμένει σέ λανθασμένους λογισμούς, τότε δέν ἔχουμε ἁπλῶς μία διαστρεβλωμένη θεώρηση τῶν πραγμάτων, δέν εἶναι δηλαδή μόνο θέμα τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἀλλά ἔχουμε καί ἀλλοίωση ἐπί τά χείρω τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, διαστρέβλωση τοῦ ἴδιου τοῦ ψυχισμοῦ του καί τοῦ παθητικοῦ μέρους του: ὁ ἄνθρωπος καί ἀγαθός νά εἶναι ἐκ φύσεως γίνεται πονηρός, μέ τή συνδρομή ἀσφαλῶς καί τοῦ διαβόλου. «Ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του και τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός…». Ὅτι μέ τήν ἐπισήμανση αὐτή ἀναδεικνύεται ὁλοφάνερα ἡ ἀνάγκη γιά ἐπιμονή στούς καλούς λογισμούς, ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπακοῆς ὡς ἄρνησης τῆς ἐμπιστοσύνης στό ἴδιον ἐγώ καί οἰκείωσης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ κυρίως μέσω τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, εἶναι  ἐντελῶς περιττό καί νά ποῦμε.
3. Τό αὐτονόητα πρακτέον: ἡ καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν.
Τό τί πρέπει λοιπόν νά κάνουμε εἶναι αὐτονόητο: νά ἀγωνιζόμαστε ὡς πιστοί στήν καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν. Νά ἀρχίσουμε δηλαδή συστηματικά νά βλέπουμε τόν κόσμο, τούς συνανθρώπους, τόν ἑαυτό μας, τή φύση ὄχι μέ τά μάτια τοῦ ἐμπαθοῦς ψυχισμοῦ μας, ἀλλά μέ τά μάτια πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ ἁγία Ἐκκλησία Του. Νά ἐφαρμόζουμε δηλαδή τό πατερικό λόγιο «μή, Κύριε, τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν θέλημα γινέσθω». Κι αὐτό πιό συγκεκριμένα σημαίνει:
- νά ἐπιμένουμε στήν αἴσθηση καταρχάς τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ μας. Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἡ πιό φυσική λοιπόν σκέψη καί αἴσθηση τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νά βλέπει καί νά νιώθει τήν παρουσία Ἐκείνου στά πάντα. «Ὅτι ἐξ Αὐτοῦ καί δι’Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται». «Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»·
- νά συνηθίσουμε νά βλέπουμε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στό πρόσωπο τῶν συνανθρώπων μας. Ὅ,τι κι ἄν εἶναι ὁ συνάνθρωπος κι ὅ,τι κι ἄν κάνει, δέν παύει νά ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μυστική παρουσία Ἐκείνου. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).
- νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε καί τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό σέ σχέση ἄμεση μέ τόν Χριστό: ἀποτελοῦμε ὡς βαπτισμένοι στό ὄνομά Του, πέρα ἀπό εἰκόνες Του, καί μέλη τοῦ σώματός Του, κατοικητήριά Του, ναούς τοῦ ἁγίου Πνεύματός Του.
Ἡ συστηματική καλλιέργεια τῶν λογισμῶν αὐτῶν, (ἐννοεῖται μέ ὁρμητική διάθεση τῆς ψυχῆς), δέν μᾶς ὁδηγεῖ σέ χώρους οὐτοπίας – δέν μᾶς βγάζει ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἴσα-ἴσα μᾶς προσγειώνει στήν καθαυτό ἀλήθεια, ἀφοῦ μᾶς κάνει νά μή μένουμε στήν ἐπιφάνεια τῶν γεγονότων καί τοῦ κόσμου, ἀλλά νά βλέπουμε τό βάθος τους. Ἄλλωστε ποιός ἄλλος γνωρίζει καλύτερα τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό τους, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Ὅταν λοιπόν μᾶς προσανατολίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σ’ αὐτήν τήν ὅραση τῶν πραγμάτων, ποιός θά ‘ναι ἐκεῖνος, ἐκτός ἀπό τόν ἄπιστο ἄνθρωπο, πού θά τήν ἀμφισβητήσει;
Ὁ ὅσιος Παΐσιος, βλέπουμε στό παρατεθέν ἀρχικό κείμενο,  ἐπισημαίνει πώς ἄν δέν κινούμαστε ἔτσι, μέ τόν τρόπο πού λέει δηλαδή ὁ Χριστός καί ἡ ἀποκάλυψή Του, τόσο διαστρεβλώνεται ἡ ψυχή μας, ὥστε καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος νά εἶναι γέροντάς μας, σάν τόν ἅγιο Ἀντώνιο, σέ τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει!
Τά πράγματα λοιπόν εἶναι μονόδρομος: ἡ ὀρθή πίστη μας στόν Θεό καί στόν Χριστό. Ἤ θά αὐξάνουμε τήν πίστη μας γιά νά συνδεόμαστε μέ Ἐκεῖνον καί τήν Παναγία Τριάδα, θεωρώντας τά πάντα κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἤ θά ταλαιπωρούμαστε ἀπό τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀπιστία μας, βουλιάζοντας μέσα στήν ἀνισορροπία τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας, γενόμενοι ἕρμαια τοῦ διαβόλου. Στήν πραγματικότητα αὐτό σημαίνει ἐπιλογή μεταξύ Παραδείσου καί κόλασης!

 

 

 

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ


Ὁ χρόνος, κατά τήν πίστη μας, ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά μετανοήσει. Ὅ,τι ζητεῖται ἐντέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάνοιά του. Καί μετάνοια σημαίνει νά ἀπομακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό καί νά στραφῶ πρός τόν Θεό μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματός Του. Πῶς θά μάθω ὅμως μέ ἀκρίβεια τί εἶναι ἁμαρτία καί ποιό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἀκριβῶς στό σημεῖο αὐτό ἔχει κατεξοχήν τή θέση της ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ τή μελέτη τοῦ αἰώνιου βιβλίου φωτίζεται ὁ σκοτισμένος ἀπό τήν ἁμαρτία νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἀρχίζει ὁ πιστός νά βλέπει γύρω του καθαρά: ποιό εἶναι τό ἀληθινό συμφέρον του, τί ζητᾶ ἀπό αὐτόν ὁ Θεός, ποιό εἶναι τό οὐσιῶδες καί ποιό τό ἐπουσιῶδες στή ζωή. 
Γιά τό θέμα τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχουν ἀσχοληθεῖ καί ἔχουν γράψει πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ ὅσιος Παΐσιος, μολονότι δέν εἶναι Δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἁγιασμένη ἐμπειρία του ἔχει κάτι σημαντικό νά μᾶς πεῖ. Ἄς τόν ἀκούσουμε καί ἄς τόν σχολιάσουμε. 
«Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική. Ἐκεῖ δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός. Καί ἐγώ διαβάζω μερικές φορές καί δέν κατανοῶ κάτι. Καταλαβαίνω μόνο ὅτι ἐδῶ κάτι καλό λέει. Ὅμως φαίνεται ὅτι αὐτό το καλό δέν εἶναι γιά μένα κι ἔτσι τ’ ἀφήνω. 
Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε. Στά σπίτια μας ἔχουμε μεγάλες βιβλιοθῆκες, παίζουμε τή “Φιλοκαλία” στά δάχυλα, ὅμως ἀπό πράξη τίποτα. 
Ἕνας μουσουλμάνος, ἐδῶ, στά μέρη τῆς Θράκης, μιά μέρα διάβασε τό Εὐαγγέλιο, ἐνθουσιάστηκε καί ἐπειδή ἦταν καλοπροαίρετος, πίστεψε ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Κατάλαβε ὅμως ἀπ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο τρία μόνο πράγματα · ὅτι πρέπει: α) νά ἀγαπᾶ τόν Θεό καί νά εὔχεται πρός Αὐτόν συνέχεια, γιά νά τόν βοηθᾶ, β) νά ἀγαπᾶ τόν πλησίον του καί γ) νά κάνει ὑπομονή σ’ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει, γιά νά ὠφελεῖται ἡ ψυχή του. Αὐτά μόνο κατάλαβε, ἀλλά πῆγε καί βαπτίστηκε καί προσπαθοῦσε νά τηρεῖ αὐτά τά τρία πού κατάλαβε. 
Ὁ χότζας καί οἱ ἄλλοι μουσουλμάνοι, ἀνάμεσά τους καί οἱ συγγενεῖς, ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἀπό μουσουλμάνος ἔγινε χριστιανός, τοῦ κήρυξαν τόν πόλεμο καί δέν τόν ἄφηναν σέ ἡσυχία. Ἐκεῖνος ὅμως ἐφάρμοσε τά τρία πράγματα πού εἶχε καταλάβει. Προσευχόταν συνέχεια στόν Θεό, ἀγαποῦσε τούς πλησίον του καί ἔκανε καί ὑπομονή. Αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά κάνει τούς μουσουλμάνους νά θαυμάζουν τήν καλωσύνη του καί ν’ ἀρχίζουν νά πιστεύουν στόν Χριστό καί νά βαπτίζονται. Κι ἔτσι καί τόν ἑαυτό του βοήθησε καί τούς συνανθρώπους του. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἐπειδή δέν κάνουμε αὐτά πού γνωρίζουμε, ἀλλά γεμίζουμε συνέχεια τήν ψυχή μας μέ γνώσεις, μπερδευόμαστε καί δέν μποροῦμε οὔτε κἄν τόν ἑαυτό μας νά βοηθήσουμε καί νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τούς μάταιους λογισμούς. Οὔτε ἕνα “μουσουλμάνο” λογισμό δικό μας δέν μποροῦμε νά τόν κάνουμε “ὀρθόδοξο”». 
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 226-227).
1. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν κατανοεῖται μέ τή λογική· ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Ἡ προτροπή τοῦ ὁσίου εἶναι σαφής: «Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική». Γιατί ἄραγε; Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἕνα ἁπλό βιβλίο γραμμένο ἀπό ταλαντούχους ἔστω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στηρίχθηκαν στίς δυνάμεις καί τή φαντασία τους γιά νά τό γράψουν. Οὔτε ὅμως πρόκειται γιά ἕνα σοφό βιβλίο, πού ἀποτυπώνει τήν ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καί ἱστορίας. Τέτοια βιβλία, ἀνθρωπίνως σοφά καί ἐμπνευσμένα, ὑπάρχουν πολλά, εἶναι πιθανῶς πολλαπλῶς ὠφέλιμα, μά ὑπόκεινται πάντοτε στόν ἔλεγχο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λογική του μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς κριτήριο γιά νά τά δεχτεῖ ἤ νά τά ἀπορρίψει. 
Ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖ τό βιβλίο ἐκεῖνο, στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός διά τοῦ Πνεύματός Του ἐνέπνευσε πιστούς καί ἁγίους Του ἀνθρώπους, ὥστε νά ἀποτυπώσουν, μέ τίς δικές τους δυνάμεις ἀσφαλῶς, ὅσα Ἐκεῖνος ἔκρινε ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ’ ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1, 21). Εἶναι λοιπόν βιβλίο θεόπνευστο καί ὡς θεόπνευστο ἀπαιτεῖ τήν πίστη καί τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν κατανόησή του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πού διά τῆς λογικῆς καί μόνον θά θελήσει νά προσεγγίσει τήν Ἁγία Γραφή, οὐσιαστικά θά τή διαστρέψει. Ἀφοῦ γράφτηκε ἡ Ἁγία Γραφή ἐν Πνεύματι, ἄρα μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ καί νά κατανοηθεῖ. 
Καί πράγματι· ὅσοι μέχρι σήμερα θέλησαν στηριγμένοι στίς δυνάμεις τους νά ἑρμηνεύσουν τό θεόπνευστο αὐτό βιβλίο, ὁδηγήθηκαν στήν αἵρεση, στή διαστροφή δηλαδή τῆς ἀλήθειας. Διότι ἔθεσαν τόν δικό τους λόγο ὑπεράνω τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κρίνει τόν ἄνθρωπο· δέν κρίνεται ἀπό αὐτόν. Ἀπό τήν ἄλλη, ὅσοι προσήγγισαν μέ πίστη καί ταπείνωση τήν Ἁγία Γραφή ἔνιωσαν νά διανοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς καρδίας τους «τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς». Τελικῶς, τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός τοῦ ἀνθρώπου στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. 
«Γιά τήν κατανόηση τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν χρειάζεται ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, ἀφοῦ κατανοήσουμε τήν ἀληθινή σημασία τῶν κειμένων της, νά δεχθοῦμε ἀπό ἐκεῖ μεγάλη ὠφέλεια» (ἱερός Χρυσόστομος). 
Κι ἐπειδή τό Πνεῦμα αὐτό ἀποτελεῖ τήν ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχει σαφῶς ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πρό τῆς ἀναγνώσεως τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς στή Θεία Λειτουργία, ὁ ἱερέας ζητεῖ ἀπό τόν Θεό νά λάμψει στίς καρδιές τῶν πιστῶν καί νά διανοίξει τόν νοῦ τους γιά νά κατανοήσουν τά λόγιά Του: «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν…». Ὅλοι γνωρίζουμε ἄλλωστε τήν ἀντίδραση τῶν δύο μαθητῶν στό χωριό Ἐμμαούς μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: γεμᾶτοι θάμβος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μαζί τους καί τή γιά δεύτερη φορά τέλεση ἀπό Αὐτόν τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «ἐπιπλήττουν» τόν ἑαυτό τους λέγοντας: «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τά γραφάς;» (Λουκ. 24, 32).
Ὥστε στήν Ἁγία Γραφή «δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός». 
2. Ἁγία Γραφή: ἡ γραπτή παράδοση τῆς Εκκλησίας.
Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή κατανοεῖται ὀρθά μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας φανερώνει ὅτι τά κείμενά της δέν αὐτονομοῦνται. Μόνον στους αἱρετικούς Προτεστάντες ἔχουμε μιά αὐθαίρετη αὐτονόμηση καί ἀπολυτοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σάν νά εἶναι ἡ μοναδική πηγή τῆς ἀλήθειας. «Μόνη ἡ Γραφή» εἶναι τό βασικό τους δόγμα, πού ἀνοίγει βεβαίως, μαζί μέ τίς ἄλλες βασικές τους ἀρχές: «μόνη ἡ πίστη, μόνη ἡ χάρη», τόν δρόμο τῆς αὐθαιρεσίας καί τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ εὔκολη ὑπέρβαση τῆς αὐθεντίας τῆς Γραφῆς ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ὁδηγεῖ σέ ἄλλου εἴδους αὐθαιρεσίες, γεγονός πού ἱστορικά ἐπισημαίνεται μέ τήν καθιέρωση δογμάτων, (π.χ. τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἡ ἄσπιλη σύλληψη τῆς Θεοτόκου), ξένων πρός τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρία τῆς πρώτης καί ἑνωμένης στή συνέχεια μιᾶς Ἐκκλησίας. 
Γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας, πηγή τῆς ἀποκάλυψης εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί φορέας της τό ζωντανό σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν ὑπάρχει ἡ παράδοση τῆς ἀποκάλυψης, ἐνῶ τμῆμα τῆς παράδοσης αὐτῆς ἀποτυπώθηκε γραπτῶς καί ἀπετέλεσε τήν Καινή Διαθήκη. Ἡ Καινή Διαθήκη, μαζί μέ τήν προφητεία γι’αὐτήν, τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαρτίζουν τήν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή, ὡς προαναγγελία γιά τόν Χριστό (Π. Δ.) καί ὡς διακήρυξη τοῦ ἐρχομοῦ Του (Κ.Δ.), ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τή γραπτή παράδοση, ἡ ὁποία γιά νά κατανοηθεῖ ὀρθά ἀπαιτεῖ τό φῶς τῆς ὅλης ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού ὀνομάζεται Ἱερά Παράδοση. 
Κατά συνέπεια οὔτε μόνη ἡ Γραφή οὔτε μόνη ἡ Ἱερά Παράδοση, ὡς φορεῖς τῆς ἀποκάλυψης, μποροῦν νά μᾶς δώσουν τήν ἀλήθεια περί Χριστοῦ, ἀλλ’ ἡ Γραφή κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι μιά ἀλήθεια εἶναι γνησίως χριστιανική, ὅταν ἀφενός ἔχει στήριγμα στή Γραφή καί ἀφετέρου ἑρμηνεύεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση. Καί οἱ Προτεστάντες λοιπόν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐν προκειμένῳ, πού ἀπολυτοποιοῦν τόν ἕνα φορέα τῆς ἀποκάλυψης εἰς βάρος τοῦ ἄλλου, βρίσκονται ἐκτός τῆς ἀληθείας. 
3. Ὁ τρόπος μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Τό μέλος λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κάθε χριστιανός, εἶναι ὑποχρεωμένος νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά φωτίζεται καί νά ὀρθοποδεῖ στόν δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἡ μελέτη αὐτή χρειάζεται νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού ὑποδεικνύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ τρόπος αὐτός ἤδη ἐπισημάνθηκε προηγουμένως: νά γίνεται μέ πίστη καί μέ ταπείνωση. Χωρίς πίστη καί ταπείνωση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἑρμητικά κλειστός γιά τόν μελετητή του, καί μάλιστα λειτουργεῖ καί ἀρνητικά γιά τή ζωή του· τόν κάνει ὑπερήφανο καί χειρότερο. 
Ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση αὐτή ὁδηγοῦν τόν χριστιανό στό νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή ἔμπρακτα· μέ προσπάθεια ἐφαρμογῆς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Κι ἡ ἐφαρμογή αὐτή θά τοῦ ἀποκαλύπτει σταδιακά τόν Θεό στήν καρδιά του. Διότι ὁ Θεός φανερώνεται ὄχι στόν μελετητή, ἀλλά στόν τηρητή τοῦ θελήματός Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωά. 3, 24). 
«Μή λές, δέν γνωρίζω τό πρέπον καί ἑπομένως δέν ἁμαρτάνω πού δέν τό πράττω. Γιατί ἄν ἔκανες ὅσα καλά γνώριζες, θά σοῦ φανερώνονταν στή συνέχεια καί τά λοιπά, ὅπως βλέπεις καθώς προχωρεῖς τό ἕνα σπίτι μετά τό ἄλλο… Δέν σέ συμφέρει πρίν ἐργασθεῖς τά πρῶτα, νά μάθεις τά δεύτερα. Ἐπειδή ἡ γνώση φουσκώνει, δηλαδή φέρνει ὑπερηφάνεια ἐξαιτίας τῆς ἀργίας, ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ, γιατί ὑπομένει τά πάντα. Μελέτα τά λόγια τῆς θείας Γραφῆς μέ τήν πράξη καί μήν ἐπεκτείνεσαι σέ πολυλογία, ὑπερηφανευόμενος γιά σκέψεις θεωρητικές. Ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν πράξη καί βασίζεται σέ μιά ἁπλή γνώση, ἀντί γιά δίκοπο μαχαίρι κρατᾶ καλαμένιο ραβδί, τό ὁποῖο σέ καιρό πολέμου, κατά τή Γραφή, θά τοῦ τρυπήσει τό χέρι καί θά μπεῖ μέσα σ’αὐτό καί θά τοῦ βάλει τό φυσικό δηλητήριο προτοῦ τοῦ τό βάλουν οἱ ἐχθροί» (ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής). 
Τίς παραπάνω ἀλήθειες ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσιος Παΐσιος: «Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε». «Πρᾶξίς ἐστιν θεωρίας ἐπίβασις» κατά τούς Πατέρες. Ἀπό τήν πράξη προχωρᾶμε στή θεωρία καί τή γνώση. 
4. Ἡ ἱεραποστολή τοῦ μελετῶντος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Τά λεγόμενα τοῦ ὁσίου Παϊσίου μᾶς ἐπισημαίνουν καί μιά ἄλλη πτυχή τοῦ μελετητῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς· τήν ἱεραποστολική του δράση. Αὐτός πού ὀρθά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπιδρᾶ καί στούς γύρω του, πολλές φορές κατά τρόπο ἀνεπίγνωστο στόν ἴδιο. Ὄχι μόνο δηλαδή ἔχει τή δυνατότητα λόγω τῆς γνώσεως τῶν Γραφῶν νά φωτίζει καί τούς ἄλλους μέ τόν λόγο του, μετά τόν φωτισμό τόν δικό του, μά μέ τή φωτισμένη πιά ζωή του γίνεται ὁδοδείκτης καί γι’ ἄλλους συνανθρώπους του. «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων – εἶπε ὁ Κύριος - ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16). Ὁ ὅσιος Γέροντας μνημονεύει τόν μουσουλμάνο τῆς Θράκης. Ἐφάρμοσε ἐκεῖνος ὅ,τι κατάλαβε ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἡ συνέπειά του αὐτή ὁδήγησε σιγά-σιγά καί τούς ἄλλους μουσουλμάνους στήν πίστη στόν Χριστό.
Πρόκειται, πέρα ἀπό τόν παραπάνω λόγο τοῦ Χριστοῦ, καί γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο. Μελέτα, τοῦ γράφει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μένε σ’ αὐτόν καί ἡ προκοπή σου θά γίνεται φανερή σέ ὅλους. «Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπή φανερά ᾖ ἐν πᾶσι» (Α΄ Τιμ. 4, 15).
Ἄν εἴχαμε διάθεση γιά πραγματική σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν ἀγαπούσαμε τόν Θεό καί τόν λόγο Του, ἡ παρουσία μας στόν κόσμο καί τό περιβάλλον μας θά ἦταν καταλυτική. Ὄχι τόσο ὁ λόγος μας, ἀλλά κυρίως ἡ ζωή μας θά κέρδιζε τούς συνανθρώπους μας. Γιατί, ἁπλούστατα, θά τούς ἕλκυε καί θά τούς γοήτευε ἡ ἐκπεμπόμενη ἀπό ἐμᾶς χάρη τοῦ Θεοῦ.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ



«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών. Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις ημέρες  Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του, οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».
Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως δεύτερο καθαρό  φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’  ένα λόγο, ως «αυτόπτης και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι  δεν υπάρχει σημαντικότερο στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη:  οι απόστολοι δεν είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.
Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’  επαφή με τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε, προκειμένου να  θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο φρικτά από μαύρη λέπρα σ’  όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί, κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου, λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε χριστιανό τον Αύγαρο.
Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου  από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν  στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’  εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’  αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος.  Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)




Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.
 
1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.
2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου  αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽. Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽.
3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία.
4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽.
Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου.
Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία;
5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές. 

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ



(Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων θέλησε νά κάνει ἡγούμενο στή Μονή τοῦ ἁγίου Εὐστοργίου ἕναν ἅγιο Γέροντα, ὁ ὁποῖος ὅμως μπροστά στό βάρος τῆς εὐθύνης ἀπεποιεῖτο τή θέση, προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τό τάμα του νά προσκυνήσει στό Ὄρος Σινᾶ. Τελικά, ὁ Γέροντας ἔδωσε τήν ὑπόσχεση νά ἀποδεχτεῖ τήν ἡγουμενία, μετά τήν ἐπιστροφή του. Ὅμως στήν πορεία μαζί μ’ ἕναν ὑποτακτικό του, μετά τή διάβαση τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, ἀρρώστησε, ὁπότε κατέφυγαν σ’ ἕνα μικρό σπήλαιο τῆς περιοχῆς. Ἐκεῖ διεπιστώθη ὅτι οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐντελῶς διαφορετικές ἀπό ὅ,τι καί ὁ Γέροντας ἀλλά καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος προγραμμάτιζαν...).

Τό τάμα πρόβαλ’ ὁ ἀββᾶς, ὁ πρῶτος νά μή γίνει,
«εἶναι βαριά γιά μένανε, τόσο μεγάλη εὐθύνη∙ 
τ’ Ὄρος Σινᾶ νά ἐπισκεφτῶ, τό ‘χει ἡ καρδιά μου δέσει,
γυρίζοντας τή συζητῶ, τοῦ ‘γούμενου τή θέση».
Ὁ Δέσποτας ἐκάμφθηκε, ἔδωσε τήν εὐχή του,
κι ὁ γέροντας πορεύτηκε, ἔλιωσε τό κορμί του.
Ρίγη καί πυρετός μαζί, μετά τόν Ἰορδάνη,
τόν ρίξαν κάτω τόν ἀββᾶ, σάν τέλος του ἐφάνη.
Μία μικρή σπηλιά ἐκεῖ, τοῦ φάνταξε ἀγκάλη,
ὁ πυρετός ἐπέμενε, τό ἴδιο καί μιά ζάλη.
«Γέροντα, γιά ποῦ τό ‘βαλες;», τήν ὥρα πού κοιμᾶται,
ἀκούει μέσα στ’ ὄνειρο,  ξυπνάει καί θυμάται.
«Στ’ Ὄρος Σινᾶ!» τ’ ἀπάντησε, «μά πές μου τ’ ὄνομά σου,
τί θέλεις ἀπό μένανε, δέν ξέρω τή θωριά σου». 
«Μή πᾶς στό Ὄρος τό Σινᾶ, παράκληση σοῦ κάνω∙
εἶσαι πιά γέρος κι ἄρρωστος, μεῖνε ἐδῶ ἐπάνω». 
Ἀρνήθηκε ὁ Γέροντας, κι ὁ ξένος ἐπανῆλθε, 
πάλι σέ ὄνειρο βαθύ, τό ἄλλο βράδυ ἦλθε.
«Καλόγερε, θά κουραστεῖς, κάτσε ἐδῶ στόν βράχο»∙
«ποιός εἶσαι;» ρώτησ’ ὁ ἀββᾶς, «ἀπάντηση θέ νά ‘χω». 
«Ὁ Ἰωάννης Πρόδρομος, ὁ Βαπτιστής Κυρίου∙
μέσ’ στή σπηλιά ἀσκήτεψα, κι εἶδα ὁράσεις Θείου.
Πολλές φορές ὁ Ἰησοῦς, ὡς ἐπισκέπτης ἦλθε,
ἡ χάρη Του παρήγορη, σέ μέ ὡς φῶς κατῆλθε.
Αὐτός ὁ τόπος ὁ μικρός, λοιπόν εἶναι μεγάλος, 
ἀνώτερος κι ἀπ’ τό Σινᾶ, κι ἔχει Θεοῦ τό κάλλος.
Κάνε λοιπόν ὑπακοή, κατοίκησε ‘δῶ πέρα,
καί τήν ὑγειά σου θά ‘χεις πιά, βέβαιη κάθε μέρα».
Ὁ Γέροντας ὑπάκουσε, ἔκλινε τό κεφάλι,
στάθηκ’ ἀμέσως ὑγιής, ζωντάνεψε καί πάλι.
Τό σπήλαιο τό ἔκανε, σπουδαία Ἐκκλησία,
καί μ’ ἄλλους πλῆθος ἀδελφούς, κάναν Μονή ἁγία.
Σάψας ὁ τόπος λέγεται, πέρ’ ἀπ’ τόν Ἰορδάνη,
ἀριστερά ‘χει Χείμαρρο, τοῦ Ζηλωτῆ τό χάνι.

(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 1)










Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ


Ὁ Λεόντιος πάγωσε στή θέση του. Ἡ καρδιά του ἄρχισε νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα. Κρύος ἱδρώτας τόν περιέλουσε. Θέλησε νά φωνάξει καί νά σηκωθεῖ νά φύγει, μά ἦταν ἀδύνατο: τά πόδια του καρφωμένα πάνω στή γῆ δέν ἔλεγαν νά κάνουν ρούπι. Ἡ αὐγή δέν εἶχε ἀκόμη φανεῖ καί ὁ ναός φωτιζόταν ἐλάχιστα ἀπό τά λιγοστά καντήλια. Αὐτό ὅμως πού τόν φόβισε καί τόν τάραξε τό εἶδε καθαρά.

      Διαβαζόταν τό μεσονυκτικό στόν Κεντρικό Ναό τῆς νέας λαύρας τῆς Μονῆς τοῦ ἀγίου Σάββα, ἡμέρα Κυριακή, ὅταν μπῆκε στόν Πρόναο. Εἶχε ἑτοιμαστεῖ νά κοινωνήσει, εἶχε κάνει τόν κανόνα του, διάβασε τίς προβλεπόμενες εὐχές, ἔκανε τίς μετάνοιες του. Τό κελί του στόν νέο αὐτόν χῶρο, τή νέα λαύρα, τοῦ ἄρεσε πολύ. Δέν ἤθελε στήν ἀρχή νά ἐγκαταλείψει τό Μεγάλο Μοναστήρι πού ἀπό μικρός εἶχε εἰσέλθει. Ἡ Μονή τοῦ ἁγίου Σάββα ἦταν φημισμένη γιά τούς ἁγίους ἀσκητές της, γιά τό διακριτικά αὐστηρό πρόγραμμα πού εἶχε καθορίσει ὁ μεγάλος Πατέρας καί ἱδρυτής της ὅσιος Σάββας, κι ἔνιωθε ὅτι ἐδῶ μέ ἀσφάλεια θά πορευόταν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας του. Καί πράγματι, ὅλα τά χρόνια του ἦταν χρόνια ἔντονης ἀσκητικῆς προσπάθειας, «βίας φύσεως διηνεκοῦς» πού λέγανε οἱ παλαιότεροι ἀσκητές γιά τή μονότροπη Πολιτεία. Μά τοῦ τό ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος, ὅταν τόν κάλεσε κάποια ημέρα στό ἡγουμενεῖο: «Λεόντιε, πρέπει τό κενό πού δημιουργήθηκε στή νέα λαύρα ἀπό τούς πλανεμένους ἀδελφούς ὠριγενιστές, νά τό ἀναπληρώσουμε. Θά σέ παρακαλέσω νά εἶσαι καί σύ ἀπό αὐτούς πού θά πᾶνε στόν νέο αὐτόν χῶρο μας. Εἶναι μιά ξεχωριστή εὐκαιρία νά ἁγιαστεῖ ὁ τόπος, πού δέν ξέρω ποιά δαιμόνια μπορεῖ νά τόν ἔχουν μαγαρίσει».


Δέν ἄργησε νά συμφωνήσει. Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι πάντοτε ὁ ἴδιος ἦταν τέκνο ὑπακοῆς – τό «ναί» του σέ κάθε κέλευσμα καί προτροπή τῆς Μονῆς σ’ αὐτόν ἦταν ἄμεσο, χωρίς νά τό θέτει ὑπό τή δική του κρίση – τώρα ἔβλεπε καί τή λογική τοῦ πράγματος. Ἡ Μονή τους εἶχε πονέσει ἀπό αὐτό πού εἶχε συμβεῖ κάποιο διάστημα πρίν. Μία ὁμάδα ἀδελφῶν της εἶχε  ἐπηρεαστεῖ ἀπό τίς κακοδοξίες τοῦ σπουδαίου κατά τά ἄλλα θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας Ὠριγένη κι εἶχε ἀρχίσει νά παρουσιάζει συμπεριφορά πού δέν ταίριαζε στή μοναχική ἰδιότητα. Οἱ ἀδελφοί αὐτοί πίστεψαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνεπῶς καί τό Μοναστήρι τους, δέν ἀκολουθοῦσαν τήν ὀρθή πίστη∙ ὅτι ἡ ὀρθή πίστη ἐκφραζόταν καλύτερα μέ αὐτά πού ἔλεγε καί ἔγραφε ὁ Ὠριγένης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπηρεασμένος ἀπό τή φιλοσοφία τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, διέγραφε τήν «ἱστορική» Ἐκκλησία καί κήρυσσε μία «πνευματική» ἐκδοχή της, ὁπότε παρέσυρε τούς ὀπαδούς καί ἀκολούθους του σέ ἀτραπούς πού τούς ἔκανε νά χάνουν τή ζωντανή σχέση τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀντέδρασε τό μοναστήρι μέ τίς ἐπιλογές τῶν μοναχῶν αὐτῶν, ὁπότε ἐκεῖνοι ἔκριναν καλό ὄχι βεβαίως νά μετανοήσουν καί νά κάνουν ὑπακοή, ἀλλά νά φύγουν καί νά δημιουργήσουν μιά δική τους λαύρα, ἕναν δικό τους μοναχικό συνοικισμό, ὅπου ἐκεῖ ἀπερίσπαστοι νά λατρεύουν τή δική τους «χριστιανική» θεότητα. Ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία βλέποντας τόν μεγάλο κίνδυνο ἀπό τήν ἀλλοίωση τῆς πίστης καί τήν ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε τό ἰσχυρό πνεῦμα τοῦ Ὠριγένη, ἀκόμη καί μετά θάνατον, συγκρότησε μεγάλη Σύνοδο στά μέσα τοῦ 6ου αἰ. κι ἐκεῖ κατέδειξε καί κατεδίκασε τήν πλάνη τῶν ὠριγενιστῶν ἀποκόπτοντας ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἦταν ὀπαδοί του καί δέν μετανοοοῦσαν. Ὴταν ἑπόμενο βέβαια μετά τήν καταδίκη αὐτή οἱ πλανεμένοι ἀδελφοί τοῦ μοναστηριοῦ νά μήν μποροῦν νά σταθοῦν στή νέα αὐτή λαύρα, πού ἐξηρτᾶτο στήν οὐσία ἀπό τή Μεγάλη Μονή τοῦ ὁσίου Σάββα, καί νά φύγουν. Γρήγορα ἡ νέα αὐτή λαύρα ἐπανδρώθηκε ἀπό ἄλλους ἀδελφούς τῆς Μονῆς, ἕνας τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ ἀββᾶς Λεόντιος, ὑπακούοντας, καθώς εἴπαμε, στήν προτροπή τοῦ ἡγουμένου.

Γρήγορα ὁ Λεόντιος προσαρμόστηκε στόν νέο χῶρο, εἶδε τόν ἡσυχαστικό χαρακτήρα τῆς λαύρας, δοξολόγησε τόν Θεό πού διά τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ ἔδωσε τή νέα αὐτήν εὐκαιρία ἁγιασμοῦ του, ἀποδύθηκε σέ νέους ἀσκητικούς ἀγῶνες. Καί, νά, πού τή συγκεκριμένη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ ἀποβραδίς ἐπιτέλεσε ὅ,τι προέβλεπε τό τυπικό γιά τήν ἑτοιμασία τῆς Θείας Κοινωνίας, πῆρε τόν δρόμο ἀπό τό κελί του πού τόν ἔφερνε ξημερώματα στόν Κεντρικό Ναό. Ἡ καρδιά του φτερούγιζε στή σκέψη πού γιά μία ἀκόμη φορά θά γινόταν σύσσωμος καί σύναιμος μέ τόν Κύριο, καθώς ἡ βρώση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πόση τοῦ ἁγίου αἵματός Του θά ἐνεργοποιοῦσε στήν ὕπαρξή του τή δωρεά νά εἶναι μέλος Κυρίου ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του.
Μπῆκε λοιπόν ἀπό τούς πρώτους στόν Ναό, πρῶτα στόν Πρόναο, ἔκανε τίς μετάνοιες του, ἀσπάστηκε τίς εἰκόνες τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας Μητέρας Του, καθώς καί ὅλων τῶν φίλων του ἁγίων. Ἡ θέση του ἦταν συγκεκριμένη λόγω τῶν πολλῶν χρόνων του στό Μεγάλο Μοναστήρι: κοντά στόν προεστῶτα τῆς νέας λαύρας, σέ θέση πού ἔβλεπε πολύ καθαρά τό ἱερό ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, καί μάλιστα τό δεξιό τμῆμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Καί τότε εἶδε αὐτό πού τόν ἀκινητοποίησε καί τόν «πάγωσε»∙ πού τόν ἔκανε νά μήν μπορεῖ νά σύρει κανένα βῆμα πιά∙ πού ἔκανε τήν καρδιά του νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα καί ἄρρυθμα: Μιά φιγούρα μεγάλη μέσα στό Ἱερό, στά δεξιά τοῦ Θυσιαστηρίου, ἕναν ἄγγελο πού τό μέγεθός του φάνταξε τεράστιο στά μάτια του! Ὄχι, δέν εἶχε ξαναδεῖ ἄγγελο οὔτε ἀγγέλους κι οὔτε ἤθελε. Πίστευε ὅτι ἀσφαλῶς καί ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς καί ἐπιδροῦν θετικά στή ζωή μας, ἀλλά μποροῦν καί τούς βλέπουν οἱ ἅγιοι, οἱ προχωρημένοι πνευματικά, αὐτοί τῶν ὁποίων οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί διανοίγονται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιά νά βλέπουν καί τό βάθος ἀκόμη τῆς πραγματικότητας. Ὁ ἴδιος ὅμως τί ἤτανε; Σκόνταφτε πολύ συχνά, παρ’ ὅλη τήν ἡλικία του, στά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του, ἔβλεπε ὁλοκάθαρα τόν ἑαυτό του μέ τόν τρόπο πού ἔλεγε ὁ Κύριος, ἕνα μηδενικό δηλαδή, ἀφοῦ τά λόγια Του ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»! «Ἔνα τίποτε εἶμαι», ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του, καί τό πίστευε ἀκράδαντα. «Πῶς λοιπόν ἐγώ μέ τέτοια δεινή πνευματική κατάσταση θά δῶ ἀγγέλους; Συνεπῶς, ἤ εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας μου ἤ ὁ Πονηρός μέ δουλεύει μέ τόν καλύτερο τρόπο». Αὐτό τόν τρομοκράτησε καί τόν ἔκανε νά μείνει σάν πέτρα.
Κυριάρχησε λίγο στόν ἑαυτό του, ἴσα γιά νά σύρει σάν πεθαμένος τά βήματά του ἔξω καί πάλι ἀπό τόν Ναό. Βγῆκε τελικά, χωρίς κανείς νά τοῦ πεῖ τίποτε, κι ὅλα τοῦ φάνηκαν ξένα κι ἀλλόκοτα. Ὁ χῶρος πού μέχρι πρό τινος τοῦ χαμογελοῦσε, ἦταν τώρα κίνδυνος γι’ αὐτόν.  Ὁ φόβος εἶχε ἁλώσει τήν ψυχή του καί τόν ἔκανε νά σέρνεται σάν κυνηγημένος. Τί κι ἄν ἤτανε Κυριακή καί σέ λίγο θά ξεκινοῦσε μέ λαμπρότητα ἡ Θεία Λειτουργία; Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν νά φτάσει γρήγορα στό κελί του καί νά κλειδωθεῖ σ’ αὐτό. Ἄνοιξε μέ δυσκολία καί μέ κρατημένη τήν ἀναπνοή τή θύρα, ἔκλεισε καί σωριάστηκε σ’ ἕνα κάθισμα. Ἡ ἀναπνοή του ἦταν βαριά καί πέρασε κάποια ὥρα μέχρι νά βρεῖ τόν συνηθισμένο της ρυθμό.
Τό κελί του ἄρχισε νά παίρνει τίς συνηθισμένες του διαστάσεις καί οἱ λογισμοί του λίγο νά ἠρεμοῦν καί νά τακτοποιοῦνται. Ἡ ὀπτασία πού εἶδε, ἡ «ὅρασή» του ἄρχισε νά γίνεται ἀντικείμενο λογικῆς ἐπεξεργασίας, ἀλλά καί πνευματικοῦ προσδιορισμοῦ.
«Γιατί φοβήθηκα τόσο;» ἄρχισε νά διερωτᾶται. «Πιστεύω στόν Κύριο, πιστεύω στούς ἁγίους ἀγγέλους Του, πιστεύω στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὅλα βρίσκονται μέσα στήν ἐνέργεια Ἐκείνου. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού μέ φόβισε; Ὁ ἅγιος ἄγγελος; Ὅμως ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος νά βλέπω ἀγγέλους. Συνεπῶς τί ἦταν αὐτό πού εἶδα; Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως ὁ φόβος δέν εἶναι σημάδι τῆς ἔλλειψης ἀγάπης μέσα στήν καρδιά μου; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης στήν Α΄ Καθολική ἐπιστολή του δέν λέει ὅτι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»; Συνεπῶς, ὅ,τι εἶδα ἦταν κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ γιά νά καταλάβω πόσο ἐλλειμματικός εἶμαι καί στήν πίστη καί στήν ἀγάπη. Θεέ μου, συγχώρεσέ με∙ Κύριε, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό!».
Ἔπεσε στά γόνατα ὁ Λεόντιος καί τό πρόσωπό του χάθηκε στό δάπεδο τοῦ κελιοῦ του. Τά δάκρυά του ἄρχισαν νά πληθαίνουν καί νά ρέουν σάν μικρό ποτάμι. Καταλάβαινε τή μικρότητα καί τήν ὀλιγότητά του κι ἄρχισε ἀπό τή μιά νά παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν ἐλεήσει, ἀπό τήν ἄλλη νά τόν δοξολογεῖ πού τοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία, ἔστω καί μέσα ἀπό τή φοβερή γι’ αὐτόν ὅραση, νά δεῖ τά πραγματικά ὅριά του. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔλεγε καί ξανάλεγε, ἐνῶ τό στῆθος του τρανταζόταν ἀπό τό βίωμα τῆς μετανοίας του.
«Λεόντιε!», σάν νά ἄκουσε μέσα στίς θρηνητικές κραυγές του μιά φωνή πού τόν προσφωνοῦσε. «Λεόντιε!». Ξαφνιάστηκε καί ἀνασήκωσε τό κεφάλι νά δεῖ ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ φωνή, χωρίς ὅμως – κι αὐτό τόν παραξένεψε – νά φοβηθεῖ καθόλου αὐτήν τή φορά. Ἦταν σάν νά ἄκουγε πολύ καθαρά τώρα τό ὄνομά του, ἀλλά ἀπό κάποιον πολύ ἀγαπημένο του, ἀπό ἕναν καρδιακό φίλο του, γι’ αὐτό καί στράφηκε μέ χαρά θαρρεῖς πρός τή θύρα τοῦ κελιοῦ του. Τίποτε ὅμως! Κανένας! Ἡ φωνή ὅμως συνέχισε νά τόν καλεῖ: «Λεόντιε!».
Ἄρχισε νά καταλαβαίνει. Ἡ φωνή ἠχοῦσε στά αὐτιά του καθαρά, ἀλλά ἀπό τό μέρος θά ἔλεγες τῆς καρδιᾶς. Πῆγε καί πάλι νά προσκυνήσει, ἀλλά μέ ἐπίγνωση αὐτήν τή φορά, χωρίς νά βλέπει κάτι∙ μόνον ἄκουγε.  «Λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει». «Λεόντιε!», ἄκουσε καί πάλι. «Δέν εἶμαι ὁ Κύριός μας. Εἶμαι ὁ ἄγγελός του πού λίγο πρίν στόν Ναό ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά μέ δεῖς. Εἶμαι ὁ ἄγγελος τοῦ Ναοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός μας θέλησε νά δεῖς μέ ἄμεσο τρόπο κι ἐσύ ὅτι βρίσκομαι ὡς φύλακας τοῦ Ναοῦ. Ἀπό τότε πού ἐγκαινιάστηκε τοῦτο τό θυσιαστήριο, σέ μένα ἀνατέθηκε νά κατοικῶ σ’ αὐτό».
Ὁ Λεόντιος ἔνιωσε τήν καρδιά του νά δυναμώνει∙ νά γιγαντώνεται. Ἦταν βέβαιος τώρα ὅτι πράγματι ἐπρόκειτο γιά ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ὁ φόβος πού τόν εἶχε αἰχμαλωτίσει πρίν εἶχε φυγαδευτεῖ κι ἕνα κύμα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης κυριαρχοῦσε μέσα του. Ξανάπεσε μέ τό πρόσωπό του στό ἔδαφος καί μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης αὐτήν τή φορά ἄρχισε νά προσεύχεται καί νά δοξολογεῖ τόν Κύριο. Ἀπότομα σηκώθηκε, ἄνοιξε τή θύρα τοῦ κελιοῦ του καί σχεδόν τρέχοντας κατέβηκε καί πάλι στόν Ναό. Τώρα ἤξερε: Ὁ Κύριος τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει τόν ἄγγελό Του∙ ἡ δική του πίστη τώρα τόν ἔκανε νά βλέπει καί τόν δικό του προσωπικό ἄγγελο, πού ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίστηκε καί ἔγινε «ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Στή θέση του μέσα στόν Ναό μετέσχε στό ὑπόλοιπο τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐνῶ μέ κατάνυξη μεγάλη καί μέ θερμό πόθο κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Τόν ἄγγελο τοῦ Ναοῦ δέν τόν ξαναεῖδε, ὅπως τήν πρώτη φορά. Τόν ἔβλεπε ὅμως πάντοτε μέ τήν ὅραση τῆς πίστης πού τοῦ χάριζε ὁ Κύριος καί τοῦ μιλοῦσε νοερῶς σάν σέ ἀγαπητό του φίλο.
                                           (Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 4)