Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (10)


«Όποιος αποκρούει τον έλεγχο, είτε δίκαιο είτε άδικο, αυτός αρνήθηκε τη σωτηρία του. Ενώ εκείνος που τον δέχεται, είτε με δυσκολία είτε χωρίς δυσκολία, αυτός γρήγορα θα επιτύχει την άφεση των πταισμάτων του» (λόγ. δ΄, 38)
Παρακαλείς καθημερινά για την άφεση των αμαρτιών και των πταισμάτων σου: «Άφες ημίν τα οφειλήματα», λες στην προσευχή των προσευχών, το «Πάτερ ημών». Θέλεις δηλαδή να πετύχεις τη σωτηρία σου, που έχεις σωστά κατανοήσει ως ζωντανή σχέση με τον Σωτήρα Χριστό. Και ξέρεις ότι η άφεση αυτή δίνεται στον βαθμό που και εσύ συγχωρείς τους άλλους. «Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Ο Κύριος όμως, οι Απόστολοι, όλοι οι Πατέρες μας, μάς ανοίγουν τα μάτια, γιατί μας εξηγούν ότι για να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο αγάπης ως συγχώρησης όλων των συνανθρώπων μας χρειάζεται η ταπείνωση, η βάση όλων των αρετών. Χωρίς την ταπείνωση, και η όποια πίστη μας και η όποια αγάπη μας είναι ψεύτικες. Είναι καλυμμένος εγωισμός.
Ποιο είναι το πιο άμεσο κριτήριο για να καταλάβω αν βρίσκομαι στον δρόμο της υψοποιού αυτής αρετής, που συνιστά «το ένδυμα» της θεότητας; Η αντίδρασή μου απέναντι στον έλεγχο, στην άσκηση κριτικής για τη ζωή μου, τα λόγια μου, την εν γένει συμπεριφορά μου. Τι έκανε ο μέγιστος των οσίων Αντώνιος, καθώς ιστορεί το Γεροντικό; Για να δει το πνευματικό επίπεδο ενός θεωρούμενου καλού νεαρού μοναχού που τον επαινούσαν πολύ όλοι, τον πρόσβαλε. Κι όταν είδε ότι αντιδρούσε άσχημα, του επεσήμανε φιλόστοργα: «Πρόσεχε, αδελφέ. Γιατί απέξω φαίνεσαι σαν πόλη ωραία, που τα νώτα της όμως τα λυμαίνονται ληστές».
Δες λοιπόν το πνευματικό σου επίπεδο και συ, από το πώς αντιδράς στους όποιους ελέγχους που σου ασκούν, δίκαιους ή άδικους. Αν αντιδράς και νιώθεις αδικημένος, είσαι ακόμη πολύ χαμηλά. Αν όμως έχεις κατανοήσει τη σημασία και την αξία τους – μην εξετάζεις το ποιόν των επικριτών σου – και είτε με οδύνη είτε με ευκολία τους δέχεσαι, τότε, ναι! Η σωτηρία σου έχει αρχίσει να ενεργοποιείται στην καρδιά σου. Μακάρι μάλιστα να φτάσεις στο χαρισματικό σημείο, να θεωρείς τους ελέγχους και ως επαίνους.
«Παιδί μου, μην είσαι εγωιστής», είπε ένας Γέροντας στον νεαρό υποτακτικό του.  «Γέροντα, δεν είμαι εγωιστής», απάντησε θιγμένος εκείνος. «Και ποια μεγαλύτερη απόδειξη ότι πράγματι είσαι εγωιστής θα μου έδινες», είπε ο Γέροντας, «από την άρνησή σου να δεχθείς ότι είσαι;»

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (10)


«Θέλω ένα ευχέλαιο
Το τηλέφωνο κτύπησε αρκετές φορές.
«Μάλιστα, λέγετε παρακαλώ».
«Πάτερ, εσείς είστε; », ακούστηκε ταραγμένη η φωνή της γυναίκας από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«Μάλιστα, ποιος είναι;»
Είπε η κυρία, δόθηκαν οι συστάσεις.
«Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος κ. Ελένη;»
«Πάτερ, αυτό που συμβαίνει στο σπίτι μου εδώ και κάποιο καιρό είναι τρομερό. Ξεπερνάει τα όρια μου, κοντεύω να τρελαθώ. Προσπαθούν να με καθησυχάσουν ο σύζυγός μου, τα παιδιά μου, αλλά δεν γίνεται. Νομίζω ότι η μόνη λύση είναι, αν μπορέσετε, να έλθετε στο σπίτι για να μας κάνετε ένα ευχέλαιο».
«Είστε άρρωστη, κ. Ελένη;», ρώτησε με ενδιαφέρον ο ιερέας.  «Είναι άρρωστος κανένας από την οικογένεια; Ανησυχώ όπως μου τα λέτε. Πήγατε σε κανένα γιατρό;»
«Όχι, πάτερ, δόξα τω Θεώ είμαστε καλά από πλευράς υγείας. Κάτι άλλο συμβαίνει, νομίζω πολύ τρομερό. Αλλά αν συνεχιστεί, μάλλον θα αρρωστήσω κι εγώ κι ίσως μαζί μου και οι άλλοι…».
«Θα θέλατε να μου πείτε πιο συγκεκριμένα; Μπορείτε τώρα, από το τηλέφωνο, ή να συναντηθούμε κάποια στιγμή στον ναό;»
«Μπορώ και τώρα από το τηλέφωνο. Αλλά πρέπει να μας κάνετε ευχέλαιο οπωσδήποτε. Το βλέπω σαν τη μόνη διέξοδο για να ξεπεραστεί το πρόβλημα».
«Κυρία Ελένη», κάτι άρχισε να υποψιάζεται ο ιερέας, «θέλω πριν μου πείτε οτιδήποτε επ’ αυτού – θα σας ακούσω πολύ προσεκτικά στη συνέχεια – να σας υπενθυμίσω ότι το ευχέλαιο είναι μυστήριο της Εκκλησίας μας και σκοπό έχει την ίαση από τις σωματικές αλλά και τις ψυχικές ασθένειες του ανθρώπου. Επικαλούμαστε τον Κύριο να μας θεραπεύσει και είναι σαν να προεκτείνεται το ευλογημένο και θεϊκό χέρι Του επάνω μας, όπως συνέβαινε διαρκώς από την εποχή που ήλθε. Και προϋποθέτει προς τέλεσή του, βεβαίως τον ιερέα ή περισσοτέρους ιερείς κανονικά, αλλά και την ενεργό συμμετοχή του πιστού. Δηλαδή τη μετάνοιά του, την ετοιμασία του από πλευράς πνευματικής. Γι’ αυτό και υπάρχουν ένα σωρό συγχωρητικές ευχές που διαβάζει ο ιερέας. Χωρίς την ετοιμασία αυτή του πιστού, είναι σαν να αντιμετωπίζουμε το μυστήριο κατά μαγικό τρόπο, κάτι που δεν φέρνει βεβαίως το επιθυμητό αποτέλεσμα, μάλλον και προκαλούμε τον Κύριο. Συγγνώμη που σας τα υπενθυμίζω, αλλά πολλοί χριστιανοί μας δυστυχώς εκλαμβάνουν το ευχέλαιο με αυτόν τον τρόπο, τον εξωτερικό και επιφανειακό, τον μαγικό καλύτερα, και γι’ αυτό δεν θέλω να είστε κι εσείς μέσα σ’ αυτούς. Ξέρω την πίστη σας, την καλή σας διάθεση, την ευλογημένη οικογένειά σας.
Λοιπόν, ποιο είναι το πρόβλημα;»
Υπήρξε ένα μικρό κενό, ένας βαθύς αναστεναγμός, και η φωνή της γυναίκας ακούστηκε τώρα πιο ήσυχη.
«Πάτερ, μάλλον τότε δεν θα πρέπει να ‘ρθετε. Με αυτά που μου είπατε,  η περίπτωση δεν φαίνεται να είναι για ευχέλαιο. Μπορεί  ίσως για έναν αγιασμό».
«Τελικά, όμως, δεν αναφέρατε το πρόβλημα».
«Πάτερ, τον τελευταίο καιρό, όταν πάω να απλώσω τα ρούχα, μου πέφτουν συχνά κάτω τα… μανταλάκια. Πίστεψα ότι αυτό είναι κακό «μάτι», ότι κάποιος μας έχει κάνει «μάγια»!
«Έχετε εμπιστοσύνη, κ. Ελένη μου, στον Κύριο. Ο Κύριος μάς αγαπά όλους, όπως ξέρετε, με άπειρο τρόπο, είμαστε δικά Του μέλη, έχει τον καθένα μας λοιπόν στο κέντρο της «καρδιάς» Του, και δεν είναι εύκολο γι’ αυτό, αν δεν είναι προς το συμφέρον μας, να επιτρέψει οτιδήποτε κακό να μας συμβεί. «Και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες από Αυτόν». Αλλά στο θέμα που μου λέτε, θα σας έλεγα να μη βιάζεστε, όταν απλώνετε τα ρούχα. Να είστε απλώς λίγο περισσότερο προσεκτική».

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ


Πέρα από τη δοξολογία του ονόματος του Θεού που δοξάζει τους μάρτυρές Του, ο θρήνος και ο φόβος είναι τα αισθήματα που δημιουργεί η περίπτωση του Σαπρικίου. Ποιος μπορεί να καυχηθεί για το όποιο αξίωμά  του στην Εκκλησία, για τα κηρύγματά του, για τη δράση του, για τη θαρραλέα ακόμη πίστη του; Ο Σαπρίκιος τα είχε αυτά: ήταν ιερέας, κήρυσσε και δρούσε ιεραποστολικά, ομολογούσε την πίστη του με θάρρος. Το κριτήριο όμως είναι άλλο: απολύτως και μόνον η αγάπη, που αποδεικνύεται έμπρακτα ως συγχώρηση προς τον κάθε συνάνθρωπο – ό,τι ζούσε και φανέρωνε ο άγιος Νικηφόρος. Τα πάντα δηλαδή μπορεί κανείς να έχει ως αρετές. Δεν έχει το ένα «ου εστί χρεία», την αγάπη, δεν έχει τίποτε. Γι’ αυτό και αφενός κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί για οτιδήποτε: η αληθινή αγάπη φυτρώνει εκεί που υπάρχει το έδαφος της ταπείνωσης, αφετέρου το μαρτύριο από μόνο του δεν σώζει. Και στην περίπτωση ακόμη που ο Σαπρίκιος έδινε τη ζωή του για τον Χριστό, δεν θα ήταν χριστιανός μάρτυρας. Ο χριστιανός μάρτυρας πεθαίνει, αλλά χωρίς ίχνος μίσους και έχθρας μέσα του. Το λέει σαφέστατα και ο απόστολος Παύλος: «και εάν παραδώ το σώμα μου, ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Και να καεί το σώμα μου για την πίστη μου, χωρίς αγάπη η θυσία αυτή δεν με ωφελεί.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (9)


«Το να θαυμάζει κανείς τους κόπους των Αγίων είναι καλό. Το να ζηλεύει να τους μιμηθεί είναι σωτήριο. Αλλά το να θέλει διαμιάς να τους μιμηθεί είναι παράλογο και ακατόρθωτο» (λόγ. δ΄, 34).
Πρέπει να είσαι προσγειωμένος: να έχεις επίγνωση δηλαδή της πνευματικής πραγματικότητάς σου, των μέτρων και των ορίων σου. Άλλο τι θέλω και τι οραματίζομαι στην πνευματική ζωή, και άλλο αυτό που συνιστά την πραγματικότητα. Μπορεί να οραματίζομαι π.χ. να διαπλεύσω το πέλαγος της Σαρακοστής με τη νηστεία που έχει θεσπίσει η Εκκλησία μας: την αληθινή νηστεία ως εγκράτεια τροφών αλλά και παθών, και να βλέπω ότι όταν έρχεται η ώρα του φαγητού «δεν κρατιέμαι» με τίποτε: θέλω να καταβροχθίσω τα πάντα, έστω και τα νηστίσιμα. Μπορεί να οραματίζομαι να γίνω μάρτυρας του Κυρίου, να δώσω και το αίμα μου για χάρη Του, και να εξαγριώνομαι και με τον παραμικρό έλεγχο που μου ασκούν ή την παραμικρή προσβολή. Είμαι λοιπόν πολύ… χώμα ακόμη. Κι αυτό θα πει: να είμαι ρεαλιστής, μετρώντας σωστά τον εαυτό μου. Να γίνω σωστός παρατηρητής του εαυτού μου, δηλαδή λίγο… ταπεινός!
Η αλήθεια είναι ότι η χριστιανική ζωή, το «ακολουθείν» δηλαδή τον Κύριο, είναι τα υψηλά. Και κτίζεται σιγά σιγά. Ποτέ δεν μπορείς «διαμιάς να μιμηθείς τους αγίους». Γιατί αυτοί δούλεψαν μεθοδικά πάνω στον εαυτό τους – υπάρχουν βέβαια και οι λίγες εξαιρέσεις με μία εξαιρετική χάρη που δέχτηκαν από τον Κύριο και την αξιοποίησαν - , «έδωσαν αίμα και έλαβαν Πνεύμα», οπότε και στεφανώθηκαν από τον Κύριο. Ο ίδιος ο Κύριος δεν είπε ότι η ακολουθία Του συνιστά σταυρό που έχει ως όρο την απάρνηση του εαυτού; Σταυρός και ευκολία δεν συνυπάρχουν. «Τι στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»!
Άκου και τι λέει επ’ αυτού ένας άλλος μεγάλος ασκητικός Δάσκαλος, ο όσιος Διάδοχος Φωτικής: «Σιγά σιγά καθαρίζεται η ψυχή ώσπου να φτάσει στην τέλεια κάθαρση». Και το παράδειγμα που φέρνει: «Τον χειμώνα, όταν σταθεί κανείς στο ύπαιθρο και βλέπει προς την ανατολή το πρωί, το μπροστινό μέρος του σώματός του ζεσταίνεται λίγο από τον ήλιο, όχι όμως και το πίσω μέρος, γιατί δεν είναι ο ήλιος κατακόρυφα από πάνω του. Έτσι και εκείνοι που αρχίζουν να δέχονται την ενέργεια του Πνεύματος, θερμαίνονται λίγο στην καρδιά από τη θεία χάρη και γι’ αυτό ο νους τους αρχίζει να καρποφορεί πνευματικά νοήματα. Φανερά όμως μέρη της καρδιάς τους μένουν ακόμη με το σαρκικό φρόνημα, επειδή δεν καταφωτίζονται ακόμα όλα τα μέλη της καρδιάς με βαθιά αίσθηση από την αγία χάρη».  
Λοιπόν μην είσαι παράλογος επιθυμώντας το ακατόρθωτο. Βάδιζε  τη νόμιμη οδό και κάποια ώρα ίσως με τη χάρη του Θεού να φτάσεις και τους μεγάλους αγίους: θαύμαζε τους κόπους τους· ζήλευε τον τρόπο της ζωής τους ώστε να τους μιμείσαι όσο μπορείς.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι άγιοι συμφωνούν στο ότι «αρετή που δεν κατακτήθηκε με κόπο, δεν είναι αρετή».

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (9)

 
Το κεράκι...
Όταν ξαναήλθε για την εξομολόγηση έλαμπε το πρόσωπό του.
«Πάτερ, αυτό που μου είπατε την τελευταία φορά το εφάρμοσα και είδα σχεδόν άμεσα το αποτέλεσμά του».
«Ποιο;», απόρησε ο ιερέας. «Δεν θυμάμαι για τι μου λέτε. Και ο καιρός που πέρασε, και οι διάφορες εξομολογήσεις πολλών ανθρώπων που περνούν από το εξομολογητάρι, με κάνουν να μη θυμάμαι τις συζητήσεις που γίνονται κάθε φορά με τον εξομολογούμενο, οπότε να με συμπαθάτε, μα δεν… θυμάμαι».
«Σας είχα εξομολογηθεί την προηγουμένη φορά», είπε ο μεσήλικας άνδρας, «ότι είχα κάποιο πρόβλημα μ’ έναν γείτονα που με ταλαιπωρούσε, και συνεχίζει βέβαια να με ταλαιπωρεί, με τα λόγια τα πειρακτικά που λέει συχνά, με ενέργειες προσβλητικές, και μάλιστα κάποιες που στρέφονται εναντίον και των ίδιων των παιδιών μου. Ήταν και είναι ακατανόητη για μένα η στάση του, γιατί κοιτάω την όλη βιωτή μου απέναντί του, πώς του συμπεριφέρομαι, κι εγώ και όλη η οικογένειά μου, και δεν βρίσκω κάτι που να του έχουμε φταίξει. Γι’ αυτό και μέσα μου υπάρχει κάτι σαν αγκάθι, που μερικές φορές με κάνει να δημιουργούνται λογισμοί εκδίκησης απέναντί του, να θέλω να του κάνω ίσως κάποιο κακό… Συγκρατούμαι βέβαια πάντοτε, γιατί γνωρίζω τον λόγο του Θεού που μας καλεί να αγαπούμε και τους ίδιους τους εχθρούς μας, μα δεν έχω φτάσει σε αυτό το σημείο…».
«Λοιπόν, σε τι έγκειτο η βοήθειά μου την προηγουμένη φορά;», είπε ο ιερέας, ο οποίος σιγά σιγά έφερνε στη μνήμη του τη συνάντησή τους και τι μάλλον του είχε προτείνει να κάνει.
«Πάτερ, λειτούργησε σαν θεραπευτικό φάρμακο η πρότασή σας, τουλάχιστον σ’ εμένα,  και θα σας την θυμίσω σύντομα. Πέρα από το ότι μου θυμίσατε την εντολή βεβαίως του Κυρίου περί αγάπης για όλους και μάλιστα τους ενάντιους σε μας – είναι η εντολή, μου είπατε, που κατεξοχήν αυτή εφαρμοζόμενη μας φέρνει άμεσα μπροστά στον Θεό και μας γεμίζει από τη χάρη Του -, μου επισημάνατε ότι μπορεί να μη βλέπω κάτι εχθρικό δικό μου απέναντι σ’ αυτόν τον συνάνθρωπό μου, μα ίσως ανεπίγνωστα κάτι που είπα ή κάτι που έκανα, κάποια ίσως γκριμάτσα του προσώπου μου, να εκλήφθηκε από αυτόν με αρνητικό τρόπο και να θεώρησε έτσι ότι τον περιφρονώ ή ότι τον εχθρεύομαι. Εκείνο όμως που έκανα και συνεχίζω να κάνω, και γι’ αυτό πράγματι σας ευγνωμονώ και ευχαριστώ τον Κύριο, είναι ότι πίεσα τον εαυτό μου, κατά τον λόγο σας, να βάζω τον γείτονά μου πρώτον στην προσευχή μου, και κάθε φορά που μπαίνω στην Εκκλησία να ανάψω ένα κεράκι, να το ανάβω κυρίως προς χάρη αυτού. Πάτερ, ιδίως αυτό το τελευταίο με έκανε να δω την παρουσία της χάρης του Θεού. Γιατί από την πρώτη φορά που το έκανα, ένιωσα μία τέτοια γλύκα στην ψυχή μου που δεν περιγράφεται».
Είπε και σταμάτησε ο αγωνιστής άνθρωπος, ενώ ένα δάκρυ κύλισε από τα κατανυγμένα μάτια του.
Ο ιερέας συγκινήθηκε κι αυτός. Έστρεψε το βλέμμα του στον Εσταυρωμένο που βρισκόταν στο μικρό εξομολογητάρι και ανέπεμψε νοερά ύμνο για την απειρία της αγάπης Του.
«Πράγματι, το ελάχιστο που κάνουμε», είπε στον χαριτωμένο άνθρωπο, «το παίρνει ο Κύριος και το πολλαπλασιάζει με τέτοιο τρόπο που το κάνει να μοιάζει ατίμητο. Ο όσιος Γέροντας Πορφύριος, η μεγάλη αυτή μορφή της εποχής μας, δεν έλεγε ότι στα μηδενικά της ζωής μας ο Κύριος, όταν δει το παραμικρό θετικό, βάζει μπροστά το «ένα» και τα κάνει τεράστια και αξιοτίμητα;»
«Πάτερ, δεν ήταν τίποτα αυτό που έκανα, και όμως μου έδωσε αντ’ αυτού ο Κύριος τόση χάρη…», μούσκεψε το μαντήλι του ο μεσήλικας κι έσκυψε το κεφάλι του.
«Να πω και κάτι ακόμη, κύριε Θόδωρε», συμπλήρωσε ο ιερέας, «που το διάβασα τώρα τελευταία και μου έκανε ξεχωριστή εντύπωση. Το ‘γραψε ένας νέος άνθρωπος που κατάλαβε κι εκείνος προφανώς την αξία και της ελάχιστης προσπάθειας που ευαρεστεί όμως πολύ τον Θεό μας».
«Τι είναι αυτό;», είπε ο Θόδωρος, κι ανασήκωσε το κεφάλι του με ενδιαφέρον.
«Εδώ το έχω», είπε ο πνευματικός. «Μου έκανε εντύπωση και το αντέγραψα. Να σας το διαβάσω. Επιγράφεται: «Μόνο ένα λεπτό!».
«Άλλη μια μέρα πέρασε… Το συμπέρασμα το ίδιο… Κενότητα κι απαισιοδοξία. Κάθε βράδυ απόφαση για αλλαγή, αλλά στο τέλος η ίδια διαπίστωση: «Πάλι δεν έκανα τίποτα»…
Δεν θα σου μιλήσω για τις γνωστές δικαιολογίες. Πλέον αυτές έχουν γίνει μια γραφική «πιπίλα» για τον κόσμο… Ναι ξέρω… «Τρέξιμο»… «Άγχος»… «Κρίση»… και πόσα ακόμα… μα η ουσία πού είναι;
Τελικά το ζητούμενό μου είναι ένα: «μόνο ένα λεπτό». Τόσο χρειάζομαι. Όχι παραπάνω. Λίγο χρόνο το πρωί και λίγο το βράδυ. Λίγα δευτερόλεπτα…
Μα τι λέω; Δευτερόλεπτα; ΝΑΙ… λίγα δευτερόλεπτα. Ο Θεός δεν θέλει ώρες. Μόνο ένα λεπτό να του χαρίσω. Αυτό θέλει. Κάποια δεύτερα δοξολογίας. Ένα «Δόξα τω Θεώ». Φτάνει να το πω. Φτάνει να το πιστέψω. Και πού ξέρεις; Αύριο μπορεί να γίνουν δύο τα λεπτά…».
 
«Έχετε δίκιο, πατέρα μου», κούνησε το κεφάλι του ο άνθρωπος. «Είναι μικρό αλλά δυνατό κείμενο. Και τόσο… αληθινό!»
«Λοιπόν, κ. Θόδωρε», είπε ο πνευματικός. «Ασφαλώς δεν ήλθατε σήμερα για να πείτε μόνον αυτό. Τι έχετε άλλο προς εξομολόγηση;»

 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ


Ο υμνογράφος του αγίου Θεοδώρου Νικόλαος προβάλλει την ομορφιά του και το παράστημά του: ο άγιος Θεόδωρος ήταν «ωραίος νέος, με σπάνια ομορφιά, διακρινόμενος για το κάλλος της ψυχής και του σώματος». Αλλά η ομορφιά του ανθρώπου, κατά τον υμνογράφο, κάτι που βλέπουμε στους αγίους μας σαν τον σημερινό, έγκειται κατεξοχήν στην ομορφιά της ψυχής. «Η ομορφιά των αρετών τον έκανε ωραίο, κυρίως όμως στολιζόταν από τα στίγματα των μαρτύρων». («Νεανίας ωραίος, πανευπρεπής δέδειξαι, κάλλει καταλλήλως εμπρέπων, ψυχής και σώματος, ωραϊζόμενος των αρετών ευμορφία, και μαρτύρων στίγματι καλλωπιζόμενος» (ωδή γ΄). Πράγματι, για την πίστη μας, η ομορφιά του σώματος είναι ένα αγαθό, το οποίο όμως επειδή είναι φθαρτό δεν έχει πρωτεύουσα σημασία. Έρχονται τα γηρατειά κι αυτό που αποτελεί συνήθως καύχημα για τον έχοντα το αγαθό τούτο, εξαφανίζεται. Χωρίς να λάβουμε υπόψη πιθανούς τραυματισμούς, αρρώστιες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο, ή και τον αφανίζοντα τα πάντα θάνατο. Η αληθινή ομορφιά έγκειται, όπως λέει για τον άγιο ο υμνογράφος, στην απόκτηση των αρετών. Όταν η ανθρώπινη ψυχή ντύνεται τις αρετές, όταν η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τότε και ο πιο άσχημος εξωτερικά θεωρούμενος άνθρωπος αποκτά μία γλυκύτητα και μία «επιφάνεια» που γοητεύει και μαγνητίζει τους πάντες. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» ακούμε να λέει επ’ αυτού ο λόγος του Θεού. Στον άγιο Θεόδωρο βεβαίως συνυπήρχαν και τα δύο στοιχεία: και το κάλλος του σώματος και το κάλλος της ψυχής. Για τον άγιο όμως η προτεραιότητα ήταν δεδομένη: το κάλλος της ψυχής. Και μάλιστα όχι μόνο με τις αρετές, αλλά κυρίως με τα βάσανα που υπέστη. Κι αυτό διότι προφανώς τον έβαζαν στα χνάρια του κατ’ εξοχήν «ωραίου κάλλει παρά πάντας ανθρώπους» Ιησού Χριστού.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (8)


«Εκείνος που στις συζητήσεις επιθυμεί να επιβάλλει τη γνώμη του, η οποία μπορεί να είναι και ορθή, ας γνωρίζει ότι νοσεί από τη νόσο του διαβόλου, (δηλαδή από την υπερηφάνεια)» (λόγ. δ΄, 41).
Είσαι βέβαιος για τις απόψεις σου, γιατί τις στηρίζεις στον ορθό λόγο και στην κοινή αίσθηση του δικαίου, ακόμη και στην παράδοση του τόπου σου. Είσαι πολύ περισσότερο βέβαιος για την πίστη σου την ορθόδοξη, γιατί έχεις αποδεχθεί τον Ιησού Χριστό ως Σωτήρα σου και την αγία Του Εκκλησία - το ζωντανό σώμα Του -, ως τη μάνα σου. Και γι’ αυτό δεν θέλεις να κινείσαι διπλωματικά: τις απόψεις σου και την πίστη σου δεν τις διαπραγματεύεσαι. Κι ακόμη περισσότερο: όταν μετέχεις σε συζητήσεις, όπου υπάρχουν άλλοι που διαφοροποιούνται από σένα και ως προς τις απόψεις σου και ως προς την πίστη σου, δυσανασχετείς. Και ίσως νευριάζεις και απορείς πώς υπάρχουν άνθρωποι τόσο τυφλοί που δεν βλέπουν τα αυτονόητα. Θεωρείς λοιπόν εντελώς δικαιολογημένη την τάση σου να επιβάλλεις(!) τις απόψεις σου και την πίστη σου. Γιατί πρέπει να… καταλάβουν. Πρέπει να… πεισθούν. Πρέπει να… σωθούν!  
Πρόσεξε όμως!  Καταλαβαίνεις ότι έχεις μπει σε επικίνδυνα μονοπάτια ψυχοπαθολογίας. Γιατί ξεκάθαρα λειτουργεί μέσα σου το φίλαρχο στοιχείο, η κυριαρχία επί των άλλων, δηλαδή ο εγωισμός και η υπερηφάνεια. Οπότε νοσείς τη νόσο του διαβόλου, αυτή που έριξε από τους ουρανούς  τον πρώτο αρχάγγελο και τον έκανε ακριβώς άρχοντα του σκότους. Το ζητούμενο στη ζωή μας πάντοτε είναι η αγάπη η οποία στηρίζεται στην ταπείνωση – ό,τι αποτελεί το ήθος του σαρκωμένου Θεού μας. Ο ίδιος ο Θεός μάς καλεί στην ορθή πίστη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους εμείς να αποφασίσουμε. Μην ξεπερνάς λοιπόν τον ίδιο τον Θεό, στο όνομα τάχα Εκείνου!  Κάθε προσβολή του άλλου, έστω και διαφωνούντος και αρνητή, αποτελεί ευθεία προσβολή του Κυρίου. Γιατί καταργείς το μεγαλύτερο θεόσδοτο δώρο Του στον άνθρωπο, την ελευθερία.
Κι εκείνο που δείχνει την παραπάνω αλήθεια είναι αφενός το γεγονός ότι οι όποιες απόψεις σε θέματα της ζωής αυτής, όσο ορθές κι αν είναι, έχουν το στοιχείο της σχετικότητας: τίποτε ανθρώπινο δεν είναι απόλυτο· αφετέρου η ίδια η πίστη μας επιβάλλεται λόγω της αλήθειας που εκφράζει σε κάθε καλοπροαίρετη καρδιά. Η ίδια η αλήθεια εμπερικλείει και τη δύναμη αποδεικτικότητάς της. Η αλήθεια του Θεού δεν έχει ανάγκη από δικηγόρους!