Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ


Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ μας υπενθυμίζει   με δύο ύμνους του μία ενέργεια του Θεού, που φανερώνει πόσο βαθιά φιλόστοργος και φιλάνθρωπος είναι. Είναι ίσως η κορυφαία στιγμή της σύνθεσης του κανόνα του για τον όσιο Λουκά. Περί τίνος πρόκειται; Ο όσιος από μικρή ηλικία στράφηκε ένθερμα προς τον Χριστό. Έφυγε μάλιστα κρυφά από τους γονείς του και προχώρησε στις πνευματικές ασκήσεις του, ακολουθώντας και τη μοναχική ζωή. Η μητέρα του ιδιαιτέρως πόνεσε πολύ από την κρυφή φυγή του, γι’ αυτό και με δάκρυα και σπαραγμό ψυχής παρακαλούσε τον Κύριο να της φανερώσει το πού βρίσκεται. Κι ο Κύριος ακριβώς κάμφθηκε. Χωρίς να θέλει κάτι τέτοιο ο αγαπημένος του δούλος Λουκάς, Εκείνος της τον φανέρωσε. Έτσι και ο Λουκάς στεφανώθηκε από τον Χριστό για την ολοσχερή αγάπη του προς Αυτόν, την υπερβαίνουσα και το γονεϊκό φίλτρο, και η μητέρα του δέχτηκε τον καρπό της προσευχής της: έμαθε για το παιδί της. Θεωρούμε ότι είναι η κορυφαία στιγμή της ακολουθίας, διότι δείχνει ότι ο Κύριος μπροστά στα καρδιακά αιτήματα του ανθρώπου κάμπτεται. Δεν ξέρουμε, αλλά μας θυμίζει λίγο η υπενθύμιση αυτή του αγίου υμνογράφου αυτό που είναι γνωστό σαν ιστορία από τις επεμβάσεις της Παναγίας: οι απορριπτόμενοι του Παραδείσου, λόγω της «ακρίβειας» του αποστόλου Πέτρου, του κρατούντος τα κλειδιά της Βασιλείας, γίνονταν δεκτοί «παρανόμως» από την Παναγία, η οποία τους εισήγαγε στον Παράδεισο από το πλάι της θύρας με το μαφόρι της.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ…(8)


Σαν την εποχή των αγίων Πατέρων …
Άνοιξε τη θύρα του μεγάλου ναού κι αμέσως τον αγκάλιασε η γνώριμη και τόσο αγαπητή του ατμόσφαιρα: σιωπή, μυρωδιά από λιβάνι τριαντάφυλλο και καμένο καθαρό κερί.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!», ψιθύρισαν για μία ακόμη φορά τα χείλη του, κι ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται από δάκρυα.
Άναψε το κεράκι του, κι έβαλε βαθιά μετάνοια για να φιλήσει την εικόνα του ένθρονου Κυρίου και της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας.
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με», συνέχισε τη θεοφιλή «φλυαρία» του.  
«Γέροντα, την ευχή σας», άκουσε μία σεμνή και σιγανή φωνή δίπλα του, κι ένιωσε να του αρπάζουν με λαχτάρα το χέρι και να το φιλούν.  
«Την ευχή της Παναγίας μας», απάντησε γλυκά.
«Είμαι ο νεωκόρος του ναού κι ασφαλώς είστε ο π. Νικόδημος που περιμένει ο Γέροντάς μας. Προχωρήστε στο ιερό. Εκεί βρίσκεται και κάτι τακτοποιεί στην άγια Τράπεζα».
Προσκύνησε τις εικόνες και στα άλλα προσκυνητάρια και πήγε προς το Ιερό. Δεν πρόλαβε καλά καλά να μπει, κι ο παπα Δημήτρης έπεσε στην αγκαλιά του και τράβηξε το χέρι του για να το φιλήσει. Μα πρόλαβε εκείνος.
«Τι κάνεις, Γέροντα;», είπε ο παπα Δημήτρης. «Πόσο σε πεθύμησα από το καλοκαίρι πέρσι που βρεθήκαμε στο περιβόλι της Παναγίας μας. Χάρηκα τόσο πολύ που μου ‘πες στο τηλέφωνο ότι θα έλθεις να με δεις. Έλα, προσκύνησε την άγια Τράπεζα».
Ο Γέροντας Νικόδημος, έβγαλε το μοναχικό σκούφο του, έκανε τρεις βαθιές μετάνοιες, σταυροκοπήθηκε και προσκύνησε το Ευαγγέλιο και την άγια Τράπεζα. «Δοξασμένο το όνομα του Κυρίου μας», μουρμούρισαν τα χείλη του.
«Παπα Δημήτρη μου», είπε με συστολή και σεβασμό, «θέλησα να σε δω, γιατί μιας και κατέβηκα στην πόλη από το Όρος για κάποιες ιατρικές εξετάσεις είπα και να ξομολογηθώ τα κρίματά μου».
«Γέροντα, τι λες;», σαν να σάστισε ο παπα Δημήτρης. «Εσύ να εξομολογηθείς σ’ εμένα; Εσύ ο Γέροντας που τον σέβονται όλοι στο Όρος, μεγάλοι και μικροί, εσύ που και Δεσποτάδες καταφεύγουν σ’ εσένα, να θέλεις να εξομολογηθείς σ’ εμένα; Το βρίσκω αδιανόητο». Ο παπα Δημήτρης φαινόταν εμβρόντητος μη χωρώντας το μυαλό του αυτό που άκουσε.
«Σε παρακαλώ, παπα Δημήτρη μου», είπε ο Γέροντας. «Γνωριζόμαστε τόσο καιρό, ξέρω ποιος είσαι, κι είναι για μένα ξεχωριστή ευκαιρία και ευλογία να αξιοποιήσω τον χρόνο μου. Τι πα να πει είμαι Γέροντας του Όρους; Όλοι μας, από τον πιο μικρό έως τον πιο μεγάλο, αμαρτάνουμε, είτε με τα λόγια είτε με τα έργα είτε και με τους λογισμούς μας. Όπως το ξέρεις καλύτερα από μένα, αναμάρτητος είναι μόνον ο Κύριός μας. Λοιπόν, σε παρακαλώ, άσε τις επιφυλάξεις και φόρεσε το πετραχήλι σου. Έχω ανάγκη να εξομολογηθώ. Είμαι άλλωστε προχωρημένης ηλικίας και ο θάνατος, τον οποίο έτσι κι αλλιώς περιμένω κάθε στιγμή, μπορεί να μου κτυπήσει τη θύρα σήμερα…».
Ο παπα Δημήτρης κάμφθηκε, φόρεσε το πετραχήλι του και δέχτηκε την ταπεινή, γεμάτη στεναγμούς και δάκρυα εξομολόγηση του Γέροντα Νικόδημου. Μα τι ‘ταν αυτό για τον παπα Δημήτρη; Αποκάλυψη Θεού. Άκουσε «αμαρτίες», που και για τον προχωρημένο χριστιανό στα πνευματικά δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν έτσι. Λογισμούς που δεν έβλεπε κανείς την αμαρτωλότητά τους, κι όμως για τον Γέροντα ήταν σαν να είχε περιπέσει στο αμάρτημα της πορνείας και της μοιχείας…
«Θέ μου, σαν να εξομολογώ τον όσιο Γέροντα Παΐσιο είναι», σκεφτόταν μέσα του ο παπα Δημήτρης, ο οποίος δεν ήταν κανένας τυχαίος κι αυτός κληρικός. Γνωστός σε όλη την περιοχή του και πέρα από αυτήν, είχε τη φήμη εξίσου αγιασμένου κληρικού, πολύ έμπειρου στα πνευματικά, με σπουδαίο ιεραποστολικό και κηρυκτικό έργο. «Πόσο μου θυμίζουν οι «αμαρτίες» του Γέροντα αυτά που έλεγε ως αμαρτίες του ο Γερω- Παϊσιος, τότε μάλιστα που κρύωνε πολύ λόγω του χιονιά που είχε ενσκήψει στο Όρος και το κελάκι του έμπαζε από παντού. Την ώρα της προσευχής του δεν είχε διακόψει για να πει «Πρέπει να φορέσω κάτι πιο βαρύ επάνω μου», κι αμέσως ένιωσε το σφάλμα στο οποίο είχε περιπέσει; Σαν να ήταν…μοιχός! Κι αυτό γιατί διέκοψε την προσευχή του για έναν…ανθρώπινο και επίγειο λογισμό. Κι έκλαιγε ασταμάτητα μέχρι να νιώσει τη χάρη του Θεού και πάλι πάνω του. Κάπως έτσι είναι και τώρα…».
Απόσωσε ο Γέροντας κι έσκυψε σαν μαθητούδι το κεφάλι, περιμένοντας τη συμβουλή και την ευχή από τον παπα Δημήτρη. Ο παπα Δημήτρης χωρίς να πει τίποτε, σηκώθηκε, διάβασε τη συγχωρητική ευχή και πριν να προλάβει ο Νικόδημος να αντιδράσει σε τίποτε, έβαλε το πετραχήλι του σ’ εκείνου τους ώμους.
«Γέροντα, η σειρά μου. Εξομολογήθηκες εσύ, τώρα θα ακούσεις κι εμένα».
Γονάτισε ο παπα Δημήτρης μπρος στον Γέροντα Νικόδημο κι άνοιξε και τη δική του την καρδιά. Την καρδιά που την πυρπολούσε η ίδια φλόγα του αγίου Πνεύματος που έκαιγε και στον Γέροντα του Όρους.
Κι ήταν σαν να συνεχιζόταν η πρωϊνή θεία Λειτουργία. Κι ήταν σαν να ‘βλεπε κανείς εικόνες από την εποχή των Μεγάλων αγίων Πατέρων. Μία ακόμη σελίδα από τα Γεροντικά της Εκκλησίας μας...

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (7)


«Απόφευγε σαν μάστιγα τους τόπους των πτώσεων. Διότι όταν δεν υπάρχει εμπρός μας ένα οπωρικό, δεν ερεθίζεται και τόσο η όρεξή μας»(λόγ. γ´, 10)
«Εκ του οράν το εράν», από την όραση πηγάζει η επιθυμία. Ένα παλιό γνωμικό που καταγράφει αυτό που συμβαίνει με την ανθρώπινη φύση:  αυτό που έχω μπροστά μου, προκαλεί την επιθυμία μου για να το γευθώ. Κι όχι μόνο η όραση, κατεξοχήν βεβαίως αυτή, αλλά και οι άλλες αισθήσεις:  προκαλούμενες εξάπτουν την επιθυμία στον άνθρωπο. Εκεί δεν στηρίζεται και όλη η επιστήμη με τις διαφημίσεις;  Σου φέρνουν το προϊόν μπροστά σου, με ωραίο περιτύλιγμα, εξωραϊσμένο στο ανώτερο δυνατό, ολοζώντανο, ντυμένο και με την κατάλληλη μουσική, και χωρίς να το χρειάζεσαι σε προκαλούν να το πάρεις, να το δοκιμάσεις. Σε κάνουν να το θεωρείς απαραίτητο στη ζωή σου. Γιατί έχουν σπουδάσει την ψυχολογία του ανθρώπου. Γιατί τελικά σε ξέρουν.
Μην υπερτιμάς λοιπόν τις δυνάμεις σου. Δεν είναι τυχαίο αυτό που κηρύσσει η Γραφή και όλη η Πατερική Παράδοση, ότι ο χριστιανός «πάντα εγκρατεύεται». Η εγκράτεια, ως αυτοσυγκράτηση, ως διαρκής έλεγχος των επιθυμιών μας, είναι γενική αρετή που διατρέχει τη ζωή του πιστού  καθημερινά και διαπαντός:  στα μάτια πρώτα και σε όλες τις αισθήσεις έπειτα. Λοιπόν, εκεί που έχει υπάρξει πτώση, μην ξαναπάς. Ή αν βρεθείς εξ ανάγκης, να είσαι σε επιφυλακή. Μην ξανοίγεσαι. Και μάλιστα, όταν ξέρεις ότι αυτό που έχει συμβεί μία φορά, είναι εύκολο να γίνει και δεύτερη, και τρίτη. Γιατί συνδράμει την κατάσταση αυτή η συνήθεια που είναι δευτέρα φύση για τον άνθρωπο. Όπως το λέει το πατερικό λόγιο:  «Μη συνηθίσης ήτταν εν πολέμω. Η γαρ συνήθεια δευτέρα φύσις εστίν».
Ισχύει όμως και το αντίστροφο: αφού προκαλούμαστε στην επιθυμία μας με την όρασή μας και με ό,τι μας φέρνει στη μνήμη ο τόπος μιας πτώσεως, ας επιλέγουμε εκείνους τους τόπους, εκείνες τις καταστάσεις, εκείνους τους ανθρώπους, που μας προκαλούν στο αγαθό. Έλεγε ο άγιος Επιφάνιος ότι και μόνη η θέα της Αγίας Γραφής για παράδειγμα μας ωθεί στο αγαθό. Πόσες φορές μία εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, ενός αγίου δεν μας έκαναν να θελήσουμε να προσευχηθούμε;  Πόσες φορές ένας αγιασμένος τόπος:  ένας ναός, ένα μοναστήρι ακόμη περισσότερο, δεν μας οδήγησαν σε κατάνυξη;  Κι ακόμη:  πόσες φορές η συνάντηση με έναν γνήσιο άνθρωπο του Θεού δεν μας έδωσε την αφορμή μετανοίας μας και εσωτερικής αλλαγής;

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (7)


Κανονικά την ευχή!
Τους είδε να μπαίνουν στον ναό και χάρηκε πολύ. Είχαν παρακαλέσει να τους δει κάποια ιδιαίτερη ώρα που θα μπορούσαν κι εκείνοι και αυτός, και πράγματι ήταν συνεπείς. Σταυροκοπήθηκαν όλοι τους:  ο πατέρας, η μάνα,  η κόρη τους η δεκάχρονη, κι ο μικρός τους γιος, ο Νικολάκης, πέντε ετών. Έριξαν κάτι στο παγκάρι και άναψαν κερί. Έψαξαν ένα γύρω για τον ιερέα, κι εκείνος που τους έβλεπε από τον σολέα τους φώναξε:  «Εδώ είμαι, έρχομαι αμέσως».
Τους αγκάλιασε όλους, έναν έναν ξεχωριστά. Περισσότερο στάθηκε στο μικρό αγόρι. «Νίκο μου, τι κάνεις;  Καλά είσαι;  Άρχισες το σχολείο;»
Ο μικρός Νίκος, με τη ντροπαλότητα του μικρού παιδιού, έσκυψε το κεφάλι κάτω και μαζεύτηκε γύρω από το πόδι του πατέρα του. «Πάω στο νήπιο. Του χρόνου θα πάω στην Πρώτη».
«Μπράβο, αγόρι μου. Μεγάλωσες πια. Έγινες κοτζάμ άντρας», είπε ο ιερέας και χαμογέλασε πλατιά. Ρώτησε και για τους υπόλοιπους και κατευθύνθηκε στο εξομολογητάρι. Άναψε το καντηλάκι με προσοχή, φόρεσε το πετραχήλι του και ξεκίνησε μία μικρή ακολουθία. Έπειτα, ένας ένας μπήκαν για την προγραμματισμένη εξομολόγησή τους.
«Πάτερ», είπε ο πατέρας στο τέλος. Θέλει να εξομολογηθεί και ο Νικολάκης. Όχι όπως τις άλλες φορές, με ανοικτή την πόρτα. Κανονικά, μέσα στο εξομολογητάρι. Ζηλεύει που βλέπει όλους μας να ερχόμαστε και…καταλαβαίνετε!»
«Βεβαίως, βεβαίως», είπε χαμογελώντας ο ιερέας. «Έλα, Νίκο μου, κι εσύ».
Ο μικρός κάθισε στην καρέκλα με τη βοήθεια του ιερέα, κάθισε κι ο ιερέας. Κοίταξε το αγοράκι κι ήταν σαν να έβλεπε έναν άγγελο. Θυμήθηκε παλιά τα τετράδια του σχολείου, και μάλιστα εκείνο που είχε ως εξώφυλλο ένα μικρό παιδί και από πάνω του να στέκει ένας λευκοφορεμένος άγγελος και να το προστατεύει. «Κάπως έτσι είναι και τώρα», σκέφτηκε. «Άγιε άγγελε, φύλαγε πάντοτε το παιδάκι αυτό και κατεύθυνε τα διαβήματά του στον ίσιο δρόμο».
«Λοιπόν, Νικολάκη μου;  Έχεις κάτι να εξομολογηθείς;  Μου είπε ο μπαμπάς σου ότι ήθελες να βρεθείς κι εσύ μόνος μέσα στο εξομολογητάρι. Λοιπόν;  Μήπως θέλεις κάτι να σε ρωτήσω εγώ;»
«Ρωτήστε με», είπε το παιδί σιγανά.
«Προσευχούλα κάνεις;  Αγαπάς τον Χριστό μας;  Ακούς τον πατέρα σου, τη μητέρα σου;  Μήπως μαλώνεις με την αδελφή σου;»
Το παιδί ανάλογα έγνεφε ναι ή όχι. «Πάντοτε, Νίκο μου, να θυμάσαι την προσευχή σου», είπε στοργικά ο παπάς. «Να σκέφτεσαι πόσο πολύ μας αγαπάει ο Χριστός μας, που Τον βλέπεις τώρα μπροστά σου πάνω στο σταυρό. Αγαπάει τον καθένα μας πάρα πολύ, κι εσένα ακόμη πιο πολύ, γιατί είσαι μικρό παιδάκι και θέλεις να Του μοιάσεις».
Το παιδάκι άκουγε και φαινόταν να ρουφά τα λόγια του ιερέα, τα οποία βεβαίως δεν τα άκουγε για πρώτη φορά. Κάθε φορά που ερχόταν με τους γονείς του, ο ιερέας φρόντιζε να του τα επαναλαμβάνει.
«Λοιπόν, Νίκο μου. Σκέφτεσαι κάτι άλλο;  Σε βλέπω ότι κάτι θέλεις να πεις. Είναι έτσι;»
«Ναι, πάτερ», είπε το μικρό αγόρι. «Θέλω κάτι να πω».
«Τι, καρδούλα μου;»
Ο μικρός κοντοστάθηκε. Κι έπειτα με αποφασιστικό λόγο είπε: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου…».
Ο ιερέας χαμογέλασε αλλά και συγκινήθηκε με την αγνή ψυχούλα του μικρού Νίκου. «Ένας πράγματι μικρός άγγελος», ψιθύρισε.
«Έλα, Νίκο μου, να σου διαβάσω και ευχή», είπε ο ιερέας.
Ο μικρός σηκώθηκε και έσκυψε κάτω από το πετραχήλι. Ο ιερέας κάτι άρχισε να μουρμουράει σαν ευχή. Αλλά ο μικρός δεν…έπαιζε! Παραμέρισε λίγο το πετραχήλι, κοίταξε τον παπά και του είπε σοβαρά: «Κανονικά την ευχή»!

 

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (6)


«Με πολύ κόπο και μόχθο θα αποκτήσουμε καλό ήθος και καλή εσωτερική κατάσταση. Είναι όμως δυνατόν εκείνο που με πολύ κόπο κατορθώσαμε, να το χάσουμε μέσα σε μία στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α´ Κορ. ιε´ 33), κοσμικές και συγχρόνως άκοσμες» (λόγ. γ´ 33).
Έχεις πάρει τη δύναμη από το άγιο βάπτισμα να ζήσεις σαν τον ίδιο τον Κύριο. Να φτάσεις στο χαρισματικό σημείο να λες σαν τον απόστολο Παύλο:  «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός». Γιατί Εκείνος σε έκανε μέλος Του και σου λέει μαζί Του να είσαι μία δική Του φανέρωση στον κόσμο. Κι ανανεώνεις αυτήν τη δωρεά κάθε φορά με την προσευχή σου, με τον όποιον πνευματικό σου αγώνα, κυρίως με τη συμμετοχή σου στη Θεία Ευχαριστία.
Αλλά από την άλλη βλέπεις ότι βρίσκεται συχνά σε έξαψη ο εγωισμός σου, δηλαδή νιώθεις τις φιλόσαρκες τάσεις σου, τις κενόδοξες και υπερήφανες σκέψεις σου, την τυφλή επιθυμία σου κάποιες φορές να αποκτήσεις πράγματα και χρήματα που δεν τα έχεις αληθινά ανάγκη, την έλλειψη της αγάπης σου προς τον πλησίον σου. Μην απορείς:  είναι γιατί ακόμη σ᾽ αυτόν τον κόσμο που βρισκόμαστε εξακολουθεί και λειτουργεί ο παλαιός άνθρωπος «συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις». Οπότε παλεύεις, και με τη χάρη του Θεού, παρόλες ίσες τις πτώσεις, σιγά σιγά στερεώνεσαι πνευματικά, και με κόπο και μόχθο αποκτάς ένα χριστιανικό τρόπο ζωής και μία εσωτερική γαλήνη που σε κάνει να χαίρεσαι.
Μην επαναπαυτείς ποτέ. Μην πεις με τον λογισμό σου «πάω καλά και δεν υπάρχει περίπτωση να πέσω». Γιατί η πίστη είναι πάντοτε «αεί σχοινοβατείν». Σε μία στιγμή μπορείς να τα χάσεις όλα. Κι αυτό που μπορεί αμέσως να σε τραβήξει κάτω, χωρίς ίσως να το πάρεις είδηση, είναι ν᾽ αρχίσεις να συναναστρέφεσαι κοσμικούς ανθρώπους, ανθρώπους δηλαδή που έχουν κοσμικό φρόνημα:  χωρίς αίσθηση της παρουσίας του Θεού, χωρίς επίγνωση της χριστιανικότητάς τους, χωρίς το κόσμημα της αρετής στην ύπαρξή τους.  
Η παροιμία το υπενθυμίζει:  «Δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι». Αυτός που συναναστρέφεσαι αυτός και θα γίνει το επίπεδό σου. Δεν κολλάει υγεία ο άρρωστος, αλλά ο υγιής την αρρώστια. Το απόφθεγμα του Γεροντικού μάς το λέει και αντίστροφα:  «Θέλεις να αποκτήσεις φόβο Θεού;  Προσκολλήσου σε άνθρωπο που έχει φόβο Θεού».

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΒΟΥΚΟΛΟΥ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ

        

         Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι στον τάφο του οσίου αποστολικού Πατέρα Βουκόλου φύτρωσε φυτό που παρείχε ιάσεις στους προστρέχοντες. Θεωρεί  ότι το θαυμαστό αυτό γεγονός συνιστά μαρτυρία από τον Θεό της δικαίωσης του αγίου, και για τη δράση του ως ποιμένα και για την κατάστασή του στους ουρανούς. «Βλάστησες σαν φοίνικας στις αυλές του Θεού, γι’ αυτό και εκοιμήθης όπως πρέπει στους δικαίους. Και τώρα φέρεις φυτό στο θείο σου μνήμα, που αποτελεί θαύμα σ’ αυτούς που το βλέπουν, θεοκήρυκα Βουκόλε» («Εκβλαστήσας ως φοίνιξ εν ταις αυλαίς του Θεού, οφειλόμενον ύπνον δικαίοις ύπνωσας φέρεις δε φυτόν προς του θείου σου μνήματος, θαύμα τοις ορώσι, Βουκόλε θεοκήρυξ») (ωδή η΄). Ο άγιος Βουκόλος: ένας φωτεινός αποστολικός πατέρας που παραπέμπει στον κατά πολύ νεώτερό του, συνεορτάζοντα με αυτόν, άλλον φωτεινό, και λόγω ονόματος, άγιο Φώτιο, τον «ομότροπον των αποστόλων»,  τον οικουμενικό πατέρα και μέγαν εν διδασκάλοις.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (5)


«Έχουμε εχθρούς που είναι πραγματικά πονηροί, σκληροί, δόλιοι, πανούργοι, δυνατοί, άυπνοι, αόρατοι, άυλοι. Στα χέρια τους κρατούν φωτιά και θέλουν να κάψουν τον ναό του Θεού με τη φλόγα τους» (λόγ. α΄, 44).
Μην τρομάζεις. Ο άγιος δεν τα γράφει για να πανικοβληθείς, αλλά για να σου ανοίξει τα μάτια, με ποιους έχεις να κάνεις, αφότου μάλιστα βγήκες από την αγία κολυμβήθρα ως μέλος Χριστού. Όπως έχει κάνει ο απόστολος Πέτρος (:«ο αντίδικος ημών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη»), κι ο απόστολος Παύλος (: «ουκ έστιν η πάλη ημών προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τα πνευματικά της πονηρίας...προς τον κοσμοκράτορα του σκότους του αιώνος τούτου»). Είναι θέμα στοιχειώδους εξυπνάδας για έναν που έχει εισέλθει στον πνευματικό πόλεμο να ξέρει τον εχθρό του. Κι έχεις ως χριστιανός μπει σ’ αυτόν τον πόλεμο, στο στάδιο των πνευματικών αρετών, όπως κάθε φορά η Εκκλησία στο  αποκαλύπτει ιδίως με την έναρξη του Τριωδίου.
Και τι λέει ο άγιος; Θέλει προσοχή. Βεβαίως έχεις εχθρούς, πολύ σκληρούς και δόλιους, που κρατούν φωτιά στα χέρια τους για να σε καταστρέψουν, γιατί είσαι ναός του Θεού – «ναός Θεού γάρ εσμεν ζώντος», όπως λέει ο απόστολος  -, αλλά απλώς «θ έ λ ο υ ν  να σε κάψουν με τη φλόγα τους». Θέλουν αλλά δεν μπορούν. Γιατί αν μπορούσαν θα το είχαν ήδη κάνει, και για σένα και για όλη την ανθρωπότητα.
Και δεν μπορούν, γιατί υπάρχει ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Εκείνος «ήλθε ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Με τη Σταύρωση και την Ανάστασή Του μάλιστα «κατήργησε τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον», οπότε έκτοτε «είναι σαν το φίδι που δεν έχει δηλητήριο, σαν το σκυλί που δεν έχει δόντια» (όσιος Παΐσιος).
Το μόνο που σου ζητείται είναι να παραμένεις σ’ αυτό που κλήθηκες. Σ’ αυτό που σου δόθηκε ως μεγαλύτερη δωρεά με το άγιο βάπτισμά σου: να είσαι «κλήμα στο αμπέλι του Χριστού» και μέλος Εκείνου.  Να είσαι με άλλα λόγια ο αληθινός εαυτός σου. Τότε όχι μόνον ο εχθρός δεν μπορεί να σε παραβλάψει στο παραμικρό, αλλά και σε τρέμει, όπως το καλάμι τρέμει με τον δυνατό άνεμο!