Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


«Παραλάβαμε εξαρχής και με φωτισμό Θεού να εορτάζουμε την επομένη των αγίων Θεοφανείων τη Σύναξη του πανιέρου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού, διότι διακόνησε το μυστήριο του θείου βαπτίσματος. Συντάσσεται η εορτή αυτή και με τις άλλες πανηγύρεις του αγίου Ιωάννου, ώστε να μην αφήσουμε στη σιωπή τίποτε από τα θαύματα εκείνου. Την ίδια ημέρα θυμόμαστε και τη μεταφορά της πάντιμης χειρός του αγίου Ιωάννου προς τη Βασιλίδα των πόλεων, που έγινε ως εξής: Στην πόλη Σεβαστή, στην οποία λέγεται ότι είχε θαφτεί το σώμα του Προδρόμου, έφτασε ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος πήρε το δεξί χέρι του προφητικού εκείνου σώματος και το πήγε στην πόλη του την Αντιόχεια. Το χέρι του Προδρόμου επιτελούσε εκεί πάμπολλα θαύματα, μεταξύ των οποίων και το παρακάτω. Υπήρχε κάποιος δράκος, ένα τεράστιο ερπετό, που φώλιαζε στα όρια της πόλεως, το οποίο οι κάτοικοί της και οι ειδωλολάτρες το τιμούσαν με ετήσια θυσία. Όταν ήλθε ο καιρός, κληρώθηκε κάποιος από τους χριστιανούς να προσφέρει στο θηρίο το μικρό του κορίτσι. Διότι ο δράκος αυτός έβγαινε έρποντας έξω από τη φωλιά του, παρουσιάζοντας ένα ανέλπιστο θέαμα, και  με το τεράστιο ανοιχτό στόμα του δεχόταν το θύμα και το κατασπάρασσε με τα δόντια του. Για τον λόγο αυτό ο πατέρας της κόρης εκλιπαρούσε με στεναγμούς τον Θεό και τον Πρόδρομο να απαλλάξει την κόρη του από τον πικρό θάνατο. Οπότε σοφίζεται το εξής: Ζητάει να προσκυνήσει το άγιο χέρι του Προδρόμου. Και την ώρα που το ασπαζόταν, κρυφά κόβει με τα δόντια του τον αντίχειρα από τα δάκτυλα και βγαίνει από τον ναό έχοντας πετύχει τον σκοπό του. Λοιπόν, όταν έφτασε η ημέρα της θυσίας και παρευρισκόταν ο λαός για να δει το θέαμα, προσέρχεται ο πατέρας φέρνοντας την κόρη του. Πλησίασε το φοβερό ερπετό, κι όταν το είδε να χάσκει και να ζητά το θύμα του, εξακόντισε μέσα στον φάρυγγά του το ιερό δάκτυλο, γεγονός που επέφερε αμέσως τον θάνατο του ερπετού. Όταν έγιναν αυτά, ο μεν πατέρας επέστρεψε με ζωντανή την κόρη του, διηγούμενος την παράδοξη λύτρωσή της, το δε πλήθος του λαού με έκπληξη για το μεγάλο θαύμα ανέπεμπε ευχαριστίες στον Θεό και τον Πρόδρομο, ενώ έκτισε και μέγιστο ναό προς τιμήν του Προδρόμου. Λέγεται δε, ότι κατά την εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού ανυψώνεται αυτό το τίμιο χέρι από τον αρχιερέα, ενώ κατά την ανύψωση άλλοτε εκτείνεται και άλλοτε συστέλλεται. Κι όταν εκτείνεται σημαίνει ότι θα υπάρχει ευφορία καρπών, ενώ όταν συστέλλεται, θα υπάρχει αφορία και φτώχεια. Γι’ αυτό και πολλοί από τους κατά καιρούς βασιλείς επιθύμησαν να κατάσχουν το ιερό χέρι του Προδρόμου, κατεξοχήν δε ο Κωνσταντίνος και ο Ρωμανός από τους Πορφυρογέννητους. Λοιπόν, και ενώ αυτοί βασίλευαν, κάποιος διάκονος της Εκκλησίας των Αντιοχέων, που ονομαζόταν Ιώβ, ζήτησε  και πήρε μαζί του το τίμιο χέρι του Προδρόμου, την ώρα της επιλύχνιας ακολουθίας, κατά την οποία υπάρχει συνήθεια, όπως έχει παραδοθεί στους χριστιανούς, να τελούν τον αγιασμό. Το ιερό χέρι του μεγάλου προφήτη ο φιλόχριστος βασιλιάς το κατασπάστηκε με πόθο και το απέθεσε στα ανάκτορα. Τελείται δε η σύναξη αυτού στο Φοράκιο».

Η σύναξη του αγίου Ιωάννου Προδρόμου δίνει αφορμή στην υμνολογία της Εκκλησίας μας να προβάλει τη φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του με τις πολυποίκιλες αρετές του. Και εν πρώτοις οι ύμνοι σημειώνουν ότι ο μακαρισμός του αγίου Ιωάννη από την Εκκλησία συνιστά δοξολογία του ίδιου του Ιησού Χριστού. «Πανεύφημε Πρόδρομε Χριστού…σε ευσεβώς μακαρίζοντες, Χριστόν δοξάζομεν». Διότι βεβαίως αν ο άγιος Ιωάννης είναι τόσο μεγάλος στο εκκλησιαστικό στερέωμα, είναι γιατί σχετίστηκε με τον Κύριο, ως προφήτης και πρόδρομός Του, ως βαπτιστής και μάρτυράς Του. Από τον Κύριο πήρε το όποιο φως και την όποια αξία του ο Ιωάννης, με πλήρη επίγνωσή του ως προς αυτό. Γι’ αυτό και είναι ο λύχνος που φανέρωσε το απαύγασμα της δόξας του Πατέρα, τον Ιησού Χριστό. «Ως λύχνος πάσι φαίνων το της δόξης Πατρός απαύγασμα, φανέν σώματι» (Σαν λυχνάρι φανέρωσες σε όλους τη λάμψη της δόξας του Πατέρα, που φάνηκε με σώμα). Και γι’ αυτό επίσης η κύρια αρετή του ήταν η αρετή της ταπείνωσης, η προϋπόθεση για την ύπαρξη της χάρης του Θεού στον άνθρωπο. Μπροστά στον Χριστό νιώθει την απέραντη μηδαμινότητά του: «Ουκ ειμί ικανός, ίνα κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων Αυτού». «Εγώ έχω χρείαν του υπό σου βαπτισμού και συ έρχη προς με»;

Ο τονισμός του προφητικού και προδρομικού στοιχείου στον άγιο Ιωάννη αποτελεί τον πυρήνα της ποίησης των αγίων υμνογράφων του. Ο άγιος Ιωάννης στέλνεται από τον Θεό, προκειμένου να ετοιμάσει το έδαφος της παρουσίας του Χριστού. «Τον φωτισμόν ημών, τον φωτίσαντα πάντα άνθρωπον, ιδών ο Πρόδρομος…δείκνυσιν αυτόν και λέγει τοις λαοίς∙ ίδε ο λυτρούμενος τον Ισραήλ, ο ελευθερών ημάς εκ της φθοράς» (Όταν είδε ο Πρόδρομος τον φωτισμό μας, που φώτισε κάθε άνθρωπο, τον Ιησού Χριστό, τον δείχνει και λέγει στους λαούς: να αυτός που λυτρώνει τον Ισραήλ, αυτός που μας ελευθερώνει από την φθορά). «Τας τρίβους προητοίμασας του Κυρίου, βαδίσας προ προσώπου αυτού Προφήτα» (Προετοίμασες τους δρόμους του Κυρίου, καθώς βάδισες πριν από Αυτόν, προφήτα). Το απλωμένο χέρι μάλιστα του αγίου Προδρόμου και το δάκτυλο με το οποίο υπέδειξε τον Κύριο στους μαθητές του στον ποταμό Ιορδάνη, γίνονται τα κεντρικά αντικείμενα, τα οποία χρησιμοποιεί ο υμνογράφος ήδη από την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, στο δοξαστικό των ιδιομέλων της Θ΄ ώρας, για να καταδείξει ακριβώς ότι είναι ο Πρόδρομος Κυρίου. Η ποίηση εδώ «απογειώνεται» και φθάνει σε δυσθεώρητα ύψη λυρισμού: «την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, μεθ’ ης και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών, Βαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν» (Το χέρι σου που άγγιξε την πανάχραντη κορυφή του Δεσπότου, και με το δάκτυλο του οποίου χεριού  μάς Τον υπέδειξες, σήκωσε ψηλά για χάρη μας, Βαπτιστά, επειδή έχεις πολλή παρρησία ενώπιόν Του).

Το προδρομικό στοιχείο του αγίου είχε ξεκινήσει όμως από πολύ νωρίς. Ο άγιος Πρόδρομος δεν δακτυλοδεικτούσε τον Χριστό μόνον στην έρημο ή την ώρα του βαπτίσματος. Είχε «αναγνωρίσει» τη μεσσιανικότητά Του και την είχε μηνύσει ήδη εκ κοιλίας μητρός του. Η ώρα της επίσκεψης της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας στην ξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον ευαγγελισμό της, τότε που σκίρτησε ο κυοφορούμενος Ιωάννης στην  κοιλιά της εγκυμονούσας γερόντισας μητέρας του, ήταν η απαρχή της προδρομικής αποστολής του. Ο άγιος υμνογράφος το σημειώνει πολλαπλώς: «Πλήρης γέγονας του Παναγίου Πνεύματος έτι κοιλία σης Μητρός, ένδον φερόμενος και σκιρτήματι τερπνώ τον της Παρθενίας καρπόν χαίρων εμήνυσας, και προσεκύνησας, Προφήτα πανσεβάσμιε» (Έγινες πλήρης από το πανάγιο Πνεύμα, όταν φερόσουν ακόμη μέσα στην κοιλιά της μητέρας σου, και μήνυσες χαίροντας με τερπνό σκίρτημα τον καρπό της Παρθενίας, τον Ιησού Χριστό, και Τον προσκύνησες, προφήτη πανσεβάσμιε). Κι ακόμη περισσότερο: προετοίμασε, κατά τον υμνογράφο, τον ερχομό του Χριστού και στον Άδη, όταν βρέθηκε εκεί τριήμερος Εκείνος μετά την εκπνοή Του από τη σταυρική Του θυσία. «Χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν Άδη Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί» (Με χαρά ευαγγελίστηκες και στους ευρισκομένους στον Άδη τον Θεό που φανερώθηκε ως άνθρωπος).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν μπορούν να μην αναφερθούν εκτενώς και στο θεοπτικό στοιχείο της ζωής του αγίου. Με την προϋπόθεση της καθαρής και ισάγγελης πολιτείας του («σκεύος καθαρότητος ανεδείχθης», «υπερφυούς αρετής λαμπηδόσιν ηγλαϊσμένος», «άγγελος τον ισάγγελον ευηγγελίσατο Ζαχαρία τω σεπτώ») – κανείς απροϋπόθετα δεν μπορεί να γίνει θεόπτης - ο Θεός τού έδωσε τη χάρη της διανοίξεως των πνευματικών οφθαλμών του, προκειμένου να δει τη δόξα του τριαδικού Θεού, κατά την ώρα της Βαπτίσεως του Κυρίου. «Υψόθεν προσέβλεψας σοφέ Ιωάννη Πρόδρομε, Πατρός την δόξαν την άρρητον, Υιόν εν ύδατι∙ και το Πνεύμα είδες, απελθόν ως πέλειαν, καθαίρον και φωτίζον τα πέρατα∙ διό Τριάδος σε μυστιπόλον αναμέλποντες, σου τιμώμεν την θείαν πανήγυριν» (Με τη χάρη του Θεού είδες σοφέ Ιωάννη Πρόδρομε, την άρρητη δόξα του Πατέρα,  τον Υιό μέσα στο νερό. Και το Πνεύμα είδες, που απήλθε ως περιστέρι, και που καθαρίζει και φωτίζει τα πέρατα. Γι’ αυτό σε δοξολογούμε ως μύστη της Τριάδος και τιμάμε το θείο πανηγύρι σου). Κι είναι τούτο μία αλήθεια που πρέπει να τονίζεται: η όραση της Θεοφάνειας από τον άγιο Πρόδρομο δεν ήταν όραση και από τους άλλους που παρευρίσκονταν στον Ιορδάνη ποταμό. Ο Ιωάννης μόνον, όπως βεβαίως και οι παρευρισκόμενοι άγγελοι, άκουσε τη φωνή του Θεού Πατέρα και είδε το άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού να ίπταται υπεράνω του βαπτιζόμενου Χριστού. «Ον οι προφήται πολυτρόπως εθεάσαντο και αινιγματωδώς προεκήρυξαν, τούτον βαπτίσαι εν Ιορδάνη κατηξιώθης∙ φωνής τε ακήκοας Πατρικής ουρανόθεν,  μαρτυρούσης αυτού την υιότητα∙ και το Πνεύμα είδες περιστεράς εν είδει, την φωνήν έλκον επί τον βαπτιζόμενον» (Αυτόν που οι προφήτες με πολλούς τρόπους είδαν και με αινιγματικό τρόπο προεκήρυξαν, αυτόν αξιώθηκες να βαπτίσεις στον Ιορδάνη. Κι άκουσες την πατρική φωνή από τον ουρανό, που έδινε μαρτυρία για την υιότητα του Χριστού. Και το Πνεύμα είδες με τη μορφή του περιστεριού, που έφερνε τη φωνή πάνω στον βαπτιζόμενο).

Οι υμνογράφοι, είπαμε, παίρνουν αφορμή να δουν και άλλες πλευρές του αγίου Ιωάννου: να θυμηθούν ότι ο Κύριος τον επαίνεσε περισσότερο από όλους τους προφήτες και τους άλλους ανθρώπους («Προφήτην σε προέφησε των Προφητών υπέρτερον, εν γεννητοίς ο Δεσπότης γυναικών μείζονα πάντων»), ότι υπήρξε μέγας αγωνιστής υπέρ της αληθείας, τόσο που έδωσε και τη ζωή του γι’ αυτήν με τον μαρτυρικό του θάνατο («ως αρνίον άκακον ιερουργούμενος προσηνέχθης θυσία»),  ότι υπήρξε ο μεσίτης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης («Προφητών σε σφραγίδα γινώσκομεν, ως τη Παλαιά και Καινή μεσιτεύσαντα»). Και βεβαίως ότι το κήρυγμά του ήταν εκείνο που αποτελεί τον δρόμο της σωτηρίας όλων μας: η μετάνοια. «Σοφία του Θεού κοσμούμενος, προελήλυθας χριστοκήρυξ∙ βοώντος γαρ γέγονας κραυγάζουσα Μετανοείτε φωνή» (Με κόσμημα τη σοφία του Θεού, ήλθες να κηρύξεις τον Χριστό. Διότι έγινες η φωνή αυτού που βοά στην έρημο δυνατά: μετανοείτε). Τώρα που ο άγιος Ιωάννης μας εποπτεύει από ψηλά, από τη Βασιλεία του Θεού που βρίσκεται, ας τον παρακαλούμε με τις μεσιτείες του να μας διαφυλάσσει έτσι, ώστε να ακολουθούμε αυτό το θείο κήρυγμά του και να μένουμε σταθεροί στις ένθεες διδαχές του και στα σωτήρια δόγματά του («Ύπερθεν ημάς νυν, μάκαρ, εποπτεύων, ταις σαις πρεσβείαις διαφύλαξον, τω θείω κηρύγματι επομένους σου, πανόλβιε, και διδαχαίς εμμένοντας, Πρόδρομε, τοις ενθέοις και σωτηρίοις σου δόγμασι»).

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ




Μερικές χρήσιμες πληροφορίες

1. ῾Ο ἁγιασμός τῶν Θεοφανείων λέγεται μεγάλος ἁγιασμός γιά νά διακρίνεται ἀπό τόν μικρό ἁγιασμό. ῾Ο μικρός ἁγιασμός (πού εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος εἰσαγωγῆς του στήν ᾽Εκκλησία,  ὁπωσδήποτε ὅμως πρό τοῦ 8ου μ. Χ. αἰώνα) τελεῖται κάθε πρώτη τοῦ μηνός στούς ῾Ιερούς Ναούς, ὅπως καί στούς οἴκους τῶν χριστιανῶν, ἀλλά καί ὁποιαδήποτε ἄλλη στιγμή, ὅταν ζητηθεῖ κάτι τέτοιο. ῾Ο μεγάλος ὅμως ἁγιασμός (ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστός ἤδη ἀπό τόν 5ο μ.Χ. καί ξεκίνησε ὡς ἁγιασμός τῶν ὑδάτων σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου στήν παννυχίδα πού τελεῖτο ἀπό τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, προκειμένου νά βαπτιστοῦν στή συνέχεια οἱ κατηχούμενοι ὥστε νά μετάσχουν στή θεία Κοινωνία, ἐξ οὗ καί τό ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε᾽ στή θέση τοῦ τρισαγίου) τελεῖται μόνο δύο φορές τόν χρόνο: τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς. ῾Η δεύτερη φορά τελέσεως τοῦ ἁγιασμοῦ προῆλθε ἀπό λόγους πρακτικούς: ὄχι μόνο οἱ κατηχούμενοι, ἀλλά καί οἱ ἤδη βαπτισμένοι ἔπαιρναν τό ἁγιασμένο ὕδωρ ῾εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος᾽. Καί τις δύο φορές εἶναι εὐνόητο ὅτι τελεῖται ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἀκολουθία.

2. ῾Η διαφορά μεταξύ τῶν δύο ἁγιασμῶν – πέρα τῆς χρονικῆς στιγμῆς πού τελεῖτο ὁ καθένας καί πέρα τοῦ χαρακτήρα πού εἶχε – βρίσκεται στήν ἔκτασή τους. ῾Ο μικρός ἁγιασμός περιέχει λιγότερα λόγια ἀπό τόν μεγάλο καί αὐτό κυρίως δηλώνεται μέ τήν ὀνομασία τους. ῾Η παροχή ὅμως ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἴδια. Δέν παρέχει ἄλλη χάρη ὁ μεγάλος ἁγιασμός καί ἄλλη ὁ μικρός. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο τό ἴδιο ἅγιο Πνεῦμα ἐπικαλοῦνται καί τήν ἴδια χάρη τοῦ ᾽Ιορδάνη ποταμοῦ λόγω τῆς ἐμβάπτισης σ᾽ αὐτόν τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Σταυροῦ Του συνεχίζουν καί διαιωνίζουν. Συμβαίνει ἴσως κάτι παρόμοιο μέ τόν χαρακτηρισμό τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς μεγάλων καί μικρῶν. ῾Η διαφορά μεταξύ τους δέν βρίσκεται στή σπουδαιότητα τῶν προφητειῶν τους, ἀλλά στό πλῆθος τῶν σελίδων πού μᾶς ἔχουν ἀφήσει.

3. ᾽Ο ἁγιασμός εἴτε μεγάλος εἴτε μικρός δέν τίθεται στήν ἴδια θέση μέ τή Θεία Κοινωνία. Εἶναι μεγάλος λάθος αὐτό πού λένε ὁρισμένοι χριστιανοί ὅτι μποροῦν νά ἀντικαταστήσουν τή Θεία Κοινωνία μέ τόν ἁγιασμό (μόνο σ᾽ αὐτούς πού δέν τούς ἐπιτρέπεται ἡ Θεία Κοινωνία γιά διαφόρους πνευματικούς λόγους ὑπάρχει ὡς συγκατάβαση ἀπό τόν πνευματικό ἡ λήψη τοῦ ἁγιασμοῦ). Στή Θεία Κοινωνία πού εἶναι τό κατεξοχήν μυστήριο στό ὁποῖο φανερώνεται ἡ ᾽Εκκλησία, ἔχουμε τόν ἴδιο τόν Κύριο ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, γι᾽ αὐτό καί ἡ χάρη πού παρέχει εἶναι δραστική, δηλαδή ἐπιδρᾶ στόν κοινωνοῦντα εἴτε εἶναι σωστά προετοιμασμένος εἴτε ὄχι. ᾽Επιδρᾶ θετικά σ᾽ αὐτόν πού εἶναι σωστά προετοιμασμένος, δηλαδή τόν κάνει καλύτερο καί τόν ἁγιάζει, ἐνῶ ἐπιδρᾶ ἀρνητικά σ᾽ αὐτόν πού προσέρχεται μέ ἀμετανοησία καί χωρίς ἐπίγνωση, δηλαδή τόν κάνει χειρότερο καί πιό σκοτεινιασμένο στόν νοῦ. Στόν ἁγιασμό ὅμως ἔχουμε ὄχι ἕνα μυστήριο, ἀλλά μία ἁγιαστική λεγόμενη πράξη, πού σημαίνει ὅτι παρέχεται μέν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὄχι μέ τόν δραστικό τρόπο πού δρᾶ ἕνα μυστήριο. Γι᾽ αὐτό καί ἐνῶ ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὑποχρεωτική καί ἀπαραίτητη στόν πιστό πρός σωτηρία, δέν συμβαίνει τό ἴδιο μέ τόν ἁγιασμό. Δέν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι μετά τή Θεία Κοινωνία ὑπάρχει ὡς πρακτική εἴτε ἡ λήψη τοῦ ἁγιασμοῦ εἴτε ἡ λήψη τοῦ ἀντιδώρου. Στό ῞Αγιον ῎Ορος μάλιστα ἔχουμε μάθει ὅτι ἐνῶ φαίνεται ὅτι πρέπει νά προηγηθεῖ ὁ ἁγιασμός, προηγεῖται τό ἀντίδωρο καί ἀκολουθεῖ ὁ ἁγιασμός, γιατί αὐτό διευκολύνει τήν ἴδια τήν πράξη.

4. ῾Ο ἁγιασμός μπορεῖ νά κρατηθεῖ στό σπίτι ὅλον τόν χρόνο ὡς μέσο ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν. ῾Η ἀντίληψη ὅτι δέν κρατεῖται μᾶλλον προῆλθε ἀπό αὐτό πού συμβαίνει μέ τή Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία πρέπει νά καταλυθεῖ τήν ἴδια ἡμέρα. Γιά νά καταλάβει κανείς τό ἐσφαλμένο τῆς ἀντίληψης αὐτῆς δέν ἔχει παρά νά σκεφτεῖ ὅτι στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες οἱ χριστιανοί πού συνήθιζαν νά κοινωνοῦν κάθε ἡμέρα καί γιά διαφόρους λόγους δέν μποροῦσαν νά ἔρχονται στή Θεία Λειτουργία εἶχαν τήν ἄδεια ἀπό τήν ᾽Εκκλησία νά ἔχουν τή Θεία Κοινωνία στό σπίτι τους γιά τήν καθημερινή μετάληψή τους. Εἶναι αὐτονόητο ὅμως ὅτι ὁ χριστιανός πού κρατεῖ τόν ἁγιασμό στό σπίτι θά πρέπει νά προσέχει ὥστε ἡ ζωή του νά εἶναι πράγματι χριστιανική. Σπίτι πού ἀκούγονται βλασφημίες καί ὕβρεις, πού δέν γίνεται προσευχή, πού δέν ὑπάρχει ἐπίγνωση ὅτι ὡς χριστιανοί εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, πού μ᾽ ἕναν λόγο τό σπίτι δέν εἶναι ῾λειτουργημένο καί λιβανισμένο᾽, εἶναι ἀνάξιο νά ἔχει ὄχι ἁγιασμό ἀλλά οὔτε κἄν εἰκόνα. ῎Αν ὅμως δέν συμβαίνει τό παραπάνω, τότε καί κρατᾶμε τόν ἁγιασμό καί τόν χρησιμοποιοῦμε πρός μετάληψη, μετά ἀπό προσευχή βεβαίως καί μετάνοια, ἰδίως σέ δύσκολες καί κρίσιμες στιγμές τῆς ζωῆς μας.

5. Μέ βάση τά παραπάνω συνειδητοποιοῦμε καί τό ἑξῆς: ἄν δέν ἔλθει ὁ ἱερέας γιά διαφόρους λόγους γιά νά ἁγιάσει τό σπίτι μας - ἰδίως σέ πολυκατοικίες πού μερικές φορές μάλιστα δέν ἔχει καί ἀσανσέρ – τότε μποροῦν οἱ πιστοί μέ τόν ἁγιασμό πού παίρνουν ἀπό τόν ἱερό Ναό νά ἁγιάσουν τό σπίτι. Μή ξεχνᾶμε ἄλλωστε ὅτι κατά τήν πίστη μας ὅλοι οἱ βαπτισμένοι στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἔχουν τή λεγόμενη γενική ἤ πνευματική ἱερωσύνη. ῾Ως ῾βασίλειον ἱεράτευμα᾽ λοιπόν μποροῦν νά προβαίνουν στόν ἁγιαστικό αὐτόν ραντισμό.

6. ῾Υπενθυμίζουμε τέλος ὅτι ὁ σωστός ἑορτασμός τῶν Θεοφανείων βρίσκεται στήν ἀπό νωρίς συμμετοχή μας στίς ἀκολουθίες  καί κυρίως στήν ἑτοιμασία μας νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. ῞Ολες οἱ ἑορτές ἄλλωστε τῆς ᾽Εκκλησίας μας γι᾽ αὐτό ὑπάρχουν καί γίνονται: νά μᾶς βοηθήσουν νά παίρνουμε μέσα μας τόν Χριστό και  ἔτσι νά ζοῦμε τή δική Του ζωή ὡς δική μας. 

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Τα άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζουμε κατά την ημέρα αυτή, και στη Μεγάλη Εκκλησία και στις κατά τόπους άγιες Εκκλησίες, επιτελώντας την παννυχίδα από το εσπέρας. Ο ίδιος ο Θεός Λόγος αφού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ και εκτέλεσε όλα τα νόμιμα, έρχεται για να βαπτισθεί προς τον μέγα Ιωάννη τον Προφήτη, ο οποίος και τον εμπόδιζε λέγοντας: Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Εσένα, και Συ έρχεσαι σε μένα; Όταν όμως άκουσε από τον Κύριο το, άσε τώρα αυτά, και κατάλαβε ότι το Βάπτισμά Του αποτελεί εκπλήρωση όλης της δικαιοσύνης του Θεού, είναι δηλαδή μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου, δεν Του έφερε εμπόδιο. Βαπτίσθηκε λοιπόν ο Κύριος και αγίασε όλη τη φύση των υδάτων. Κι αφού έθαψε στα ρείθρα του Ιορδάνου όλη την αμαρτία των ανθρώπων, αμέσως βγήκε από το νερό. Έτσι ανακαίνισε και ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε παλιώσει λόγω των αμαρτιών, οπότε του χάρισε τη Βασιλεία των Ουρανών».

Εδώ και μερικές ημέρες η Εκκλησία μάς προετοιμάζει, μετά την Γέννηση του Κυρίου, για την δεύτερη (τρίτη στην πραγματικότητα μετά και την περιτομή Αυτού) μεγάλη Δεσποτική εορτή, των Θεοφανείων, της Βαπτίσεως του ενανθρωπήσαντος Θεού. Η μία, σημειώνουν οι άγιοι υμνογράφοι, παραπέμπει στην άλλη,  μολονότι και οι δύο εορτάζονταν από κοινού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως εορτή των Επιφανείων, της Φανέρωσης του Θεού στον κόσμο, κάτι που διακρίθηκε από τον τέταρτο μ. Χ. αιώνα, για λόγους περισσότερο πρακτικούς παρά πίστεως. Τελικώς όμως καθιερώθηκε ο ξεχωριστός εορτασμός τους, ο οποίος μολονότι ξεχωριστός, συνθεωρείται από τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο υμνογράφος Ιωάννης ο μοναχός, μάλιστα, συγκρίνει τις δύο εορτές, για να καταλήξει σε κάτι που ξενίζει: η Βάπτιση του Κυρίου είναι λαμπρότερη από την εορτή των Χριστουγέννων. «Λαμπρά μεν η παρελθούσα εορτή – σημειώνει – λαμπροτέρα δε Σωτήρ η επερχομένη». Και εξηγεί: «Εκείνη άγγελον έσχε ευαγγελιστήν και αύτη Πρόδρομον εύρε προετοιμαστήν. Εν εκείνη, αιμάτων εκχεομένων, ως άτεκνος ωδύρετο η Βηθλεέμ∙ εν ταύτη, υδάτων ευλογουμένων, πολύτεκνος γνωρίζεται η Κολυμβήθρα. Τότε Αστήρ τους Μάγους εμήνυσε, νυν δε Πατήρ κόσμω σε υπέδειξεν. Ο σαρκωθείς και πάλιν ερχόμενος εμφανώς, Κύριε, δόξα σοι» (Λαμπρή η προηγουμένη εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου, λαμπρότερη όμως, Σωτήρα, αυτή που έρχεται. Εκείνη είχε ως ευαγγελιστή άγγελο, και αυτή βρήκε προετοιμαστή Πρόδρομο. Σε εκείνη, επειδή χύθηκαν τα αίματα των νηπίων, οδυρόταν η Βηθλεέμ ως άτεκνη, ενώ σε αυτήν, επειδή ευλογήθηκαν τα ύδατα, η Κολυμβήθρα της Εκκλησίας γίνεται γνωστή ως πολύτεκνη. Τότε Αστέρας φανερώθηκε στους Μάγους, τώρα δε ο Πατέρας Σε υπέδειξε στον κόσμο. Συ που σαρκώθηκες και πάλιν έρχεσαι φανερά, Κύριε, δόξα Σοι).

Ο ίδιος υμνογράφος, συνθεωρώντας, όπως είπαμε, τις δύο εορτές, τις βλέπει ως επί μέρους φάσεις εκπλήρωσης της αρχικής υποσχέσεως του Θεού, ήδη από την εποχή της πτώσεως στην αμαρτία των πρωτοπλάστων, περί της σωτηρίας του κόσμου. Σε κάθε φάση μάλιστα ο Θεός χρησιμοποίησε και τα ανάλογα μέσα, τους «λειτουργούς του μυστηρίου» Του. «Κύριε, πληρώσαι βουλόμενος α ώρισας απ’ αιώνος, από πάσης της κτίσεως, λειτουργούς του μυστηρίου σου έλαβες∙ εκ των Αγγέλων τον Γαβριήλ, εκ των ανθρώπων την Παρθένον, εκ των Ουρανών τον Αστέρα, και εκ των υδάτων τον Ιορδάνην∙ εν ω το ανόμημα του κόσμου εξείληψας, Σωτήρ ημών δόξα Σοι» (Κύριε, θέλοντας να εκπληρώσεις όλα όσα καθόρισες προαιώνια, απ’ αρχής της δημιουργίας, έλαβες λειτουργούς συνεργάτες του μυστηρίου σου: από τους Αγγέλους τον Γαβριήλ, από τους ανθρώπους την Παρθένο Μαρία, από τους Ουρανούς τον Αστέρα, και από τα ύδατα τον Ιορδάνη, μέσα στον οποίο εξάλειψας την αμαρτία του κόσμου, Σωτήρα μας, δόξα Σοι).

Η επισήμανση του υμνογράφου περί της εξαλείψεως της αμαρτίας του κόσμου μέσα στον Ιορδάνη συνιστά την απαρχή αυτού που θα ολοκληρωθεί επάνω στον Σταυρό του Κυρίου και στην Ανάστασή Του. Ό,τι αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού - ότι δηλαδή ο Κύριος στον Σταυρό «κατήργησε το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία», όπως και με την Ανάστασή Του καταπάτησε τον θάνατο και τον διάβολο -  ξεκίνησε από τη Βάπτιση του Κυρίου. (Ένας ύμνος μάλιστα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου προσφέρει ανάγλυφα την αλήθεια αυτή. Ο Κύριος έρχεται στον Ιορδάνη με τον τρόπο που Τον υπέδειξε ο Ιωάννης: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιωάννης βλέπει τον Κύριο, αλλά Τον βλέπει φορτωμένο με τις αμαρτίες του κόσμου. Κι έτσι φορτωμένος έρχεται στον Ιορδάνη, οπότε ο Ιωάννης Τον αντιμετωπίζει με φόβο και τρόμο. «Αίρων τας ημών αμαρτίας επί ώμων, ήλθες Ιησού προς τα ρείθρα του Ιορδάνου∙ εγώ δε δέδοικά σου το φρικτόν της ελεύσεως∙ πώς ουν μοι κελεύεις σε βαπτίσαι; Αυτός εμέ καθάραι ήκεις, και πώς Βάπτισμα το παρ’ εμού επιζητείς, το πάντων καθάρσιον;». Δηλαδή: Με σηκωμένες τις αμαρτίες μας στους ώμους Σου, ήλθες Ιησού στα ρείθρα του Ιορδάνου. Εγώ δε φοβάμαι τη φρικτή έλευσή Σου. Πώς λοιπόν με διατάζεις να σε βαπτίσω; Συ ο ίδιος ήλθες να με καθαρίσεις και πώς ζητάς το δικό μου βάπτισμα, το βάπτισμα που εσύ φέρνεις και καθαρίζει τα πάντα;)

Η Γέννησή του Κυρίου αποτέλεσε τη βάση της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, η Βάπτισή Του ενεργοποίησε τη νίκη αυτή, ο Σταυρός και η Ανάσταση την οριστικοποίησαν. Ο Κύριος με άλλα λόγια λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας με όλες τις φάσεις της ζωής Του. Η αποστολή έπειτα από Αυτόν του αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σήμανε την απαρχή της οικειοποιήσεως της λύτρωσης αυτής από όσους θα Τον αποδέχονταν. Στην Εκκλησία δηλαδή αυτό που ο Κύριος έφερε στο ανθρώπινο γένος θα γινόταν και προσιτό και οικείο στις καρδιές των ανθρώπων. Κι όπως με το Βάπτισμα του Κυρίου έχουμε την απαρχή της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, όπως είπαμε, έτσι και με το βάπτισμα στην κολυμβήθρα πια της Εκκλησίας, ο πιστός εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και γεύεται ψυχοσωματικά τις δωρεές αυτής της λύτρωσης.

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας αδιάκοπα και πολλαπλώς τονίζει τις διαστάσεις αυτές της κάθαρσης του κόσμου και του ανθρώπου από την αμαρτία διά της Βαπτίσεως του Κυρίου. Δεν βαπτίστηκε ο Κύριος, διότι είχε ανάγκη Αυτός του βαπτίσματος: απόδειξη το γεγονός ότι αμέσως βγήκε από τον Ιορδάνη, ελλείψει αμαρτιών, την ώρα που οι άλλοι βαπτιζόμενοι παρέμεναν εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Το βάπτισμα, όπως είπαμε, ήταν για εμάς τους ανθρώπους. Εισερχόμενος στον Ιορδάνη Αυτός που σήκωνε τις αμαρτίες των ανθρώπων, βύθισε και εξάλειψε τις αμαρτίες αυτές, όπως παλαιότερα ο Ίδιος ως μόνον Θεός εξάλειψε τις αμαρτίες των ανθρώπων διά του κατακλυσμού των υδάτων επί Νώε, κι όπως έδωσε νέα αρχή στη ζωή του Ισραήλ, κάνοντάς τους να περάσουν μέσα από τα σχισμένα ύδατα της ερυθράς θάλασσας με τον Μωυσή. Έτσι τα νερά λειτούργησαν πάντοτε, πραγματιστικά, αλλά και συμβολικά, για την κάθαρση των αμαρτιών των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο Κύριος, είδαμε, τη σωτηρία την «έδεσε» με το «νερό και το Πνεύμα». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν των Ουρανών».

Και βεβαίως η εξάλειψη των αμαρτιών διά του Βαπτίσματος του Κυρίου ήταν το αποτέλεσμα του αγιασμού των υδάτων και του φωτισμού που έφερνε η είσοδός Του στο νερό του Ιορδάνη, συνεπώς σε όλη τη φύση, κύριο και καθοριστικό στοιχείο της οποίας είναι το νερό. Ο Κύριος δηλαδή, η πηγή της αγιότητας και του σωτηρίου πνευματικού φωτός, εισάγει με την είσοδό Του στο νερό, τον αγιασμό και το φως Του. Έκτοτε η φύση αγιάστηκε και η Εκκλησία μας συνεχίζει και διαιωνίζει τον αγιασμό αυτόν με τον Σταυρό του Κυρίου που εμβαπτίζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των υδάτων. Είπαμε όμως: ο αγιασμός αυτός συνιστά την απαρχή, η οποία οριστικοποιήθηκε  τελεσίδικα με τον Σταυρό και την Ανάσταση, περαιτέρω δε με την αποστολή του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η υμνολογία μας είναι ανεξάντλητη στη διαπίστωση των επί μέρους θεολογικών όψεων της Βαπτίσεως του Κυρίου. Και βεβαίως είναι αυτονόητο ότι αφενός εξαγγέλλει πάντοτε την αιτία του χαρακτηρισμού της Βαπτίσεως του Κυρίου ως εορτής Θεοφανείων: στη Βάπτιση φανερώθηκε ο Τριαδικός Θεός. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ο Πατέρας που προσμαρτυρεί τον Ιησού ως μονογενή Του Υιό, ο Χριστός που βαπτίζεται, το άγιον Πνεύμα που βεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του Θεού Πατέρα. Και αφετέρου επισημαίνει ότι με το Βάπτισμά Του ο Κύριος αρχίζει κατά επίσημο, θα λέγαμε, τρόπο τη δράση Του στον κόσμο προς σωτηρία αυτού. Όπως παλιά στον Ισραήλ ένας προφήτης ή ένας ιερέας έχριε διά μύρου τον βασιλιά, ώστε αυτός επισήμως να κατασταθεί στη θέση του, έτσι και εδώ: ο ίδιος ο Θεός Πατέρας χρίει διά του πνευματικού μύρου, του αγίου Πνεύματος, τον Υιό Του ως τον Μεσσία του κόσμου.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ


ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου᾽ (Μάρκ. 1, )

α. Γιά τό λιοντάρι τῆς ἐρήμου, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθῆ, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο, κάνει λόγο σήμερα τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. ᾽Αποτελεῖ αὐτός τήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Διότι ὁ ᾽Ιωάννης ἐστάλη ἀπό τόν Θεό νά προετοιμάσει τόν δρόμο τοῦ Μεσσία: ῾ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω τόν ἄγγελόν μου πρό προσώπου σου᾽. Καί τόν προετοίμασε καί μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί μέ τό βάπτισμα τῆς μετανοίας. Κι ἦταν ὅλη ἡ ζωή του ἀντίστοιχη πρός τήν ἀποστολή του: ντυμένος μέ τρίχες καμήλου καί τρεφόμενος μέ ἀκρίδες καί μέλι ἄγριο. ῾Η κραυγή λοιπόν τοῦ ἀγίου ᾽Ιωάννη ἦταν ῾ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου᾽.

β. 1. Ποιά ἡ ὁδός Κυρίου; Δέν εἶναι ἀσφαλῶς κάποια ἐπίγεια ὁδός οὔτε ὅμως καί οἱ δρόμοι ὡς τρόποι ζωῆς πού καθορίζουν οἱ διάφορες θρησκεῖες ἤ τά διάφορα φιλοσοφικά καί κοινωνικά ρεύματα. ῞Ολα αὐτά εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, πού σημαίνει ὅτι ἐμπεριέχουν τό στοιχεῖο τῆς πλάνης ὅπως κάθε τι ἀνθρώπινο. ῾Οδός Κυρίου εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού ὑποδεικνύει ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά τόν ἀκολουθήσει καί νά ζήσει. Εἶναι ἀκριβῶς ὁ δρόμος ζωῆς πού ἐξήγγελλαν οἱ προφῆτες καί ἔφερε ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός, ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἀκόμη πιό καθαρά: ὁδός Κυρίου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὅπως τό βεβαίωσε τό ἀψευδές στόμα Του: ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή᾽. ῎Ετσι ὅ,τι εἶπε καί ἔζησε ὁ Κύριος συνιστᾶ τόν δρόμο πού μᾶς φέρνει ἄμεσα σέ σχέση μέ τόν Θεό.

2. ῾Ο Κύριος ὅμως ἦλθε ὄχι ἁπλῶς νά μᾶς ὑποδείξει τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά μᾶς ἐνσωματώσει στόν ἑαυτό Του καί ἑπομένως γενόμενοι ἕνα μ᾽ ᾽Εκεῖνον νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ὁδός Κυρίου. Μέ ἄλλα λόγια ὁ κάθε χριστιανός (πρέπει νά) εἶναι  μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε στό πρόσωπό του πρέπει νά βλέπει ὁ κόσμος Αὐτόν τόν ῎Ιδιο. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμολογοῦσε τή χάρη αὐτή: ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽, ἐνῶ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶχε προφητευθῆ ἡ ὑπερφυής αὐτή πραγματικότητα: ῾᾽Ενοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω...᾽.

3. Αὐτή ὅμως ἡ ἀσύλληπτη γιά τόν ἀνθρώπινο νοῦ πραγματικότητα, τήν ὁποία φέρνει στόν πιστό ὁ Χριστός, ἀπαιτεῖ καί τήν ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ. Χρειάζεται καί ἡ ἑτοιμότητα τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἡ διάθεσή του νά δεῖ καί νά ἀποδεχθεῖ τήν προσφορά αὐτή. ῾῾Ετοιμάσατε...᾽. Μία ἑτοιμότητα πού δέν ἔχει διακοπές ἤ διαλείμματα, δεδομένου ὅτι ἡ ὁδός Κυρίου εἶναι μονίμως ἀνοικτή πρός τόν ἄνθρωπο καί ἡ προσφορά Του σ᾽ αὐτόν ἀδιάκοπη. Χριστιανός ἔτσι σημαίνει νήφων καί ἐγρηγορώς ἄνθρωπος, πού ἔχει τά μάτια του ἀνοικτά γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Κυρίου στόν ἑαυτό του, στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου του, στήν κάθε εὐκαιρία τοῦ χρόνου, εὐχάριστη ἤ πολλῷ μᾶλλον θεωρούμενη δυσάρεστη. ῾Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε, ὁ Κύριος ἔρχεται᾽.

4. ῾Ο προφήτης βεβαίως δέν τρέφει αὐταπάτες. ῾Η κλήση τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ ᾽Ιωάννου γιά ἑτοιμασία τοῦ ἀνθρώπου πρός ἀποδοχή τοῦ Μεσσία θά βρίσκει συνήθως κλειστά ὦτα. ῾Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ᾽, σημειώνει.  Κι αὐτό γιατί οἱ πολλοί δέν θέλουν νά ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Φορτωμένες οἱ καρδιές τους ἀπό τά ψεκτά πάθη καί ἀπό ὅ,τι γοητευτικό προσφέρει ὁ κόσμος μέσω τῶν αἰσθήσεων, φανερώνουν τήν ἐρημία πού κυριαρχεῖ μέσα τους γιά δίψα τῆς ἀλήθειας καί τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ. Η ξηρασία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί ἡ λιμοκτονία τοῦ σωτήριου λόγου Του εἶναι τά γνωρίσματα τῆς ζωῆς τους.  Παρ᾽ ὅλα αὐτά ὅμως ὁ προφήτης, συνεπῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία πού συνεχίζει τήν προφητική παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐξακολουθοῦν καί κηρύσσουν: ῾῾Ετοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου᾽. Γιατί ναί μέν ὑφίσταται ἡ ἐρημία, ἀλλ᾽ὡς νησίδες ὑπάρχουν καί κάποιες ὀάσεις, ἄνθρωποι δηλαδή καλοπροαίρετοι πού ἀναζητοῦν τόν Θεό στή ζωή τους.

γ. ῎Ας φοβηθοῦμε τήν ἐρημία καί τήν ξηρασία τῆς καρδιᾶς. ῎Ας συνειδητοποιήσουμε τό μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς μας καί ἄς θελήσουμε τή σωτηρία μας. Δηλαδή ἄς ἀφήσουμε τόν Χριστό νά περιπατήσει μέσα μας, ἐπιλέγοντας τόν μόνο δρόμο πού Τοῦ ταιριάζει: τή μετάνοια.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)




Σύ δέ νῆφε ἐν πᾶσι᾽ (Β´ Τιμ. 4, 5)

α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στόν μαθητή του Τιμόθεο, ἀφήνοντάς του τίς ὑποθῆκες ζωῆς πού πρέπει ν᾽ ἀκολουθεῖ. Πρόκειται γιά ἕνα εἶδος πνευματικῆς διαθήκης θά ἔλεγε κανείς, ἀφοῦ ἔχει τήν ἐκ Θεοῦ πληροφορία ὅτι βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του - ῾ὁ καιρός τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε᾽ - καί συνεπῶς ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ λόγος του ἀποκτᾶ μία ἐπί πλέον βαρύτητα. ῾Η προτροπή του μάλιστα στόν Τιμόθεο νά βρίσκεται σέ νήψη ὡς πρός ὅλα θεωρεῖται ἄκρως σημαντική ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς τόσο ὥστε ὡς ὅρος χαρακτήρισε μία ὁλόκληρη σειρά πατερικῶν κειμένων, τή γνωστή σέ ὅλους νηπτική γραμματεία.

β. 1. ῾Ο ὅρος νήψη βεβαίως σημαίνει τήν ἐγρήγορση καί τήν πνευματική ἑτοιμότητα, στήν ὁποία καλεῖ νά βρίσκεται ἀδιάκοπα ὁ Τιμόθεος. Καί μάλιστα ἐγρήγορση ὡς πρός ὅλα, πού σημαίνει ὄχι μόνο ὡς πρός τίς ἀνάγκες τίς βιοτικές, οἱ ὁποῖες καί αὐτές εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητες στόν κόσμο τοῦτο, ἀλλά πρωτίστως ὡς πρός τίς ἀνάγκες τίς πνευματικές. Ὅπως σημειώνει ὁ γνωστός ὀρθόδοξος θεολόγος ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ σέ λόγο του περί νήψεως ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο ῾Ησύχιο καί τόν ἀρχιμ. Αἰμιλιανό τῆς ῾Ι. Μονῆς Σίμωνος Πέτρας ῾Αγίου ῎Ορους ῾ὁ ἅγιος ῾Ησύχιος - ὁ ὁποῖος σημειωτέον ἔχει γράψει εἰδικό ἔργο περί νήψεως πνευματικῆς - θεωρεῖ τή νήψη ὡς περιεκτική ἐνέργεια, πού περιλαμβάνει κάθε ἀρετή καί κάθε ἐντολή. ῾Η κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως αὐτῆς εἶναι νηφαλιότης, ἀλλά ἡ βαθύτερη ἔννοιά της εἶναι ἐγρήγορση, ἐπαγρύπνηση, ἐσωτερική ἐνάργεια καί διαύγεια. Σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ πατρός Αἰμιλιανοῦ, ἡ νήψη πρέπει νά κατανοηθεῖ γενικότερα ὡς ῾ἔλεγχος τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ...ἔλεγχος τοῦ ἑαυτοῦ μου᾽, γεννᾶ δέ τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ, ὅπως σημειώνει καί ὁ ἑρμηνευτής, ῾ἔχεις νήψη; ἔχεις τόν Χριστό᾽.

2. ῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου γιά νήψη καί ἐγρήγορση τοῦ μαθητῆ του  βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή πρός τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου στούς μαθητές Του νά εἶναι σέ ἐγρήγορση ἐνόψει τοῦ τελικοῦ ἐρχομοῦ Του νοουμένου εἴτε ὡς Δευτέρα Παρουσία Του εἴτε ὡς ὥρα τοῦ θανάτου. Κι ἀκόμη: νά εἶναι σέ ἐγρήγορση προκειμένου νά μή εἰσέλθουν σέ δαιμονικό πειρασμό. ῾Γρηγορεῖτε ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Κύριος ἔρχεται᾽. ῾Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν᾽. Νήφω καί γρηγορῶ λοιπόν κατά τόν Κύριο σημαίνει: μένω ἄγρυπνος πρῶτον, γιά νά μπορῶ νά ὑποδεχθῶ τόν Κύριο σάν τίς πέντε φρόνιμες παρθένους τῆς γνωστῆς παραβολῆς, οἱ ὁποῖες αὐτές μόνες εἰσῆλθαν μαζί μέ τόν νυμφίο Χριστό στούς γάμους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· δεύτερον, γιά νά εἶμαι θωρακισμένος ἀπέναντι στόν Πονηρό πού πάντοτε ξύπνιος προσπαθεῖ νά ἁλώσει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

3. Αἰτία ἀσφαλῶς γιά τήν ἀνάγκη τῆς νήψεως εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία, μέσα τόν ὁποῖο ῾ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια αὐτοῦ ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητός του᾽ μπορεῖ εὔκολα νά παγιδευτεῖ ἀπό ῾τήν τυραννίδα τῆς λήθης᾽ (ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας), καθώς ἐμπλέκεται στόν κόσμο τῶν αἰσθήσεων καί γοητεύεται ἀπό αὐτόν. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου, ὅπως καί τοῦ ἀποστόλου, δίνεται σέ ἐνεστωτικό χρόνο διαρκείας, ὥστε νά μήν ὑπάρξει ὑπόνοια διαλείμματος καί ἀποπροσανατολισμοῦ: ῾γρηγορεῖτε᾽, ῾νῆφε᾽. Τυχόν ἀμέλεια ἤ χαλάρωση ὡς πρός τήν ἐγρήγορση θά σημάνει τήν ἴδια ὥρα πνευματική ὀπισθοδρόμηση καί ἄνοιγμα ῾κερκόπορτας᾽ στήν ψυχή πρός ὄφελος τοῦ ἐχθροῦ. Πολλές φορές ἔχει ἐπισημανθεῖ ἡ παραπάνω ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή δέν μπορεῖ νά βαδίζει κανείς ταυτόχρονα σέ δύο ἀντίθετες κατευθύνσεις, διότι ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. ῾῾Ο μή ὥν μετά τοῦ Κυρίου κατ᾽ Αὐτοῦ ἐστιν᾽, συνεπῶς ἡ λήθη ὡς παραμερισμός τῆς προτεραιότητας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ σέ κατάσταση πνευματικοῦ χάους καί πνευματικῆς νέκρωσης. Τό παράδειγμα τοῦ ἀσώτου τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπολύτως ἐνδεικτικό: ὁ ἄσωτος πού ἐμπλέκεται μόνο στίς ἡδονές τοῦ βίου ἔχοντας διαγράψει τόν Πατέρα του εἶναι χαμένος καί νεκρός. ῾῾Ο υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀπολωλός᾽.

4. ῎Ετσι ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου στόν Τιμόθεο ἀποτελεῖ ὑπενθύμιση ὅτι ὁ χριστιανός δέν μπορεῖ νά βρίσκεται σέ ἀνάπαυση σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο. ῾Η ζωή του ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς στρατιωτικῆς ἑτοιμότητας ἐν καιρῷ πολέμου, ὅπως τό σημειώνει μάλιστα σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς πού τοῦ λέει νά πορεύεται στόν κόσμο ὡς καλός στρατιώτης ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.  Σύ οὖν κακοπάθησον ὡς καλός στρατιώτης ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Διότι, πέραν τῆς ἀνά πᾶσα στιγμή ἐμφάνισης τοῦ Κυρίου, ὁ ἀντίδικος διάβολος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽. Κι ἐκεῖνο πού κατεξοχήν βοηθεῖ τόν πιστό στήν ἐγρήγορση καί τήν πνευματική ἑτοιμότητα εἶναι, κατά τόν Κύριο, ἡ προσευχή καί ἡ διαρκής ἔγνοια γιά τή διακονία πού ἔχει κανείς ἀναλάβει. ῾Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε᾽ λέει ὁ Κύριος, ῾ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ καί τήν διακονίαν σου πληροφόρησον᾽, λέει ὁ ἀπόστολος. ῞Οσο μέ ἄλλα λόγια ἡ προσευχή ὡς ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μέ τόν Κύριο δέν ὑποβαθμίζεται καί δέν παραλείπεται, ὅσο ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἐκζήτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐπιμέλεια στήν πραγματοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ μας, τόσο καί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ θά εἶναι ἐναργής στή ζωή μας καί οἱ πύλες τῆς βασιλείας Του ἀνοικτές καί γιά μᾶς.
 Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε ὅτι μιλώντας γιά τήν προσευχή καί τήν ἐπιμέλεια στήν ἄσκηση τῆς ὅποιας διακονίας μας ἐννοοῦμε ἀφενός τήν προσευχή ὡς κοινή λατρεία στήν ᾽Εκκλησία πού ὁδηγεῖ καί στήν ἀδιάλειπτη κατ᾽ ἰδίαν προσευχή, ἀφετέρου τήν ἐπιμονή μας στην ὁδό τῆς ἀγάπης, ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἡ πρώτιστη καί πιό σημαντική διακονία μας στόν κόσμο τοῦτο, πράγμα πού σημαίνει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ὅτι χριστιανός χωρίς ἐκκλησιασμό καί προσευχή, ὅπως καί χωρίς ἀγάπη, βρίσκεται σέ κατάσταση πνευματικῆς καταστολῆς καί ἀναισθησίας, ἤδη χαμένος καί νεκρωμένος στόν αἰώνα τοῦτο τόν ἀπατεώνα.

γ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ τήν προτροπή τῆς νήψεως μᾶς φέρνει λίγο καί πάλι στήν ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδας. ῾Η ᾽Εκκλησία μας, σ᾽ αὐτήν την πιό λεπτή καί ὑψηλή ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς περίοδο, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ῾ἰδού ὁ νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός. Καί μακάριος ὁ δοῦλος ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δέ πάλιν ὅν εὑρήσει ραθυμοῦντα᾽. ῾Η νήψη δηλαδή ὡς χαρισματικό ἄνοιγμα τῶν ὀφθαλμῶν μας γιά ὅ,τι γίνεται στόν κόσμο καί μάλιστα στό βάθος του πέραν τῶν αἰσθήσεων, ὁδηγεῖ στή μακαριότητα. ῾Η ἔλλειψή της συνιστᾶ  ἀπό τώρα τήν κόλαση. ῾Ο Χριστός ἐντέλει δέν μᾶς θέλει κοιμισμένους ἀλλά μέ ὁλάνοιχτους τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας καί τῆς συνειδήσεώς μας. ῞Οσοι μίλησαν ἀπό τήν ἄποψη αὐτή γιά τή θρησκεία ὡς ὄπιο τοῦ λαοῦ ἀσφαλῶς ἐννοοῦσαν κάτι ἄλλο πέραν τοῦ χριστιανισμοῦ.

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ (2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Σίλβεστρος χειροτονείται λόγω της μεγάλης του αρετής επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης, διαδεχόμενος τον προηγούμενο επίσκοπο Μιλτιάδη που απέθανε. Έκανε πολλά θαύματα και ήταν αυτός που χειραγώγησε στην πίστη του Χριστού τον μέγα βασιλιά Κωνσταντίνο, του οποίου καθάρισε διά του αγίου Βαπτίσματος τα πάθη της ψυχής και του σώματός του, και απέδειξε ότι ο Χριστός είναι Αυτός που προφητεύτηκε από την Παλαιά Διαθήκη, όπως και έδωσε ζωή σε έναν ταύρο, τον οποίο φόνευσε με μάγια ένας Εβραίος και δεν μπόρεσε βεβαίως να τον ξαναφέρει πίσω στη ζωή. Ο άγιος έγινε αίτιος της σωτηρίας πολλών ανθρώπων και εξεδήμησε προς τον Κύριο σε βαθύ γήρας».
Ο άγιος Σίλβεστρος μολονότι ανήκει στους Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, τιμάται  από την οικουμενική Ορθοδοξία. Διότι έζησε σε εποχή που ήταν ενωμένη η Δύση με την Ανατολή, δηλαδή σε εποχή που το σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας δεν την είχε ακόμη απομακρύνει από την αλήθεια της πίστεως. Κι όχι μόνον τούτο: αποτελούσε στην εποχή του, αλλά και διαχρονικά, Πατέρα και Διδάσκαλο της ορθοδοξίας, τόσο που υπερμάχησε υπέρ αυτής αγωνιζόμενος κατά των παρεκκλίσεων των αιρέσεων: φανέρωσε με δύναμη τη μία φύση του Τριαδικού Θεού, αλλά σε τρεις υποστάσεις, Μονάδα στην Τριάδα και Τριάδα στη Μονάδα. Πατέρας, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία όμως θεότητα. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας τονίζουν με έμφαση τον υπέρ της αληθούς πίστεως αγώνα του, όπως και την προσπάθειά του να δείξει ότι η αίρεση, η διαστρέβλωση της πίστεως, συνιστά σκότος, που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον ίδιο τον Θεό. «Πάτερ Ιεράρχα Σίλβεστρε, ιερωσύνης φωτί ιερώς φωτιζόμενος, τους πιστούς εφώτισας φωτοβόλοις διδάγμασι, Μονάδα φύσει την τρισυπόστατον ουσίαν σέβειν και απεδίωξας σκότος αιρέσεων» (Πάτερ Ιεράρχα Σίλβεστρε, με το ιερό φως της ιερωσύνης σου φώτισες τους πιστούς με φωτοβόλα διδάγματα να σέβονται την τρισυπόστατη ουσία της Θεότητος, ως Μονάδα κατά τη φύση Της. Και γι’ αυτό έδιωξες μακριά το σκοτάδι των αιρέσεων).
Η επισήμανση του ιερού υμνογράφου Ιωσήφ περί της αιρέσεως ως σκότους δεν πρέπει να διαλάθει εύκολα της προσοχής μας. Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη δυστυχώς και πιστοί «χριστιανοί», το υποβαθμίζουν. Δηλαδή ότι τα δόγματα της πίστεως δεν είναι απλώς κάποιες θεωρητικές προτάσεις, οι οποίες έχουν σημασία μόνον για κάποιους θεολόγους και παπάδες. Τα δόγματα συνιστούν τη φανέρωση της αληθινής εικόνας του Τριαδικού Θεού και του Ιησού Χριστού ως του ενανθρωπήσαντος Θεού, που σημαίνει ότι υποβάθμιση ή παρέκκλιση από αυτά οδηγεί αυτομάτως σε οντολογική αλλοίωση του ίδιου του ανθρώπου και απώλεια της ίδιας της σωτηρίας του, ως πραγματικής σχέσεως με τον Θεό. Με άλλα λόγια το δόγμα καθορίζει το ήθος και τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε αγωνίστηκε «έως θανάτου» υπέρ της αληθείας της πίστεώς της. Τέτοιος πατέρας και διδάσκαλος λοιπόν της πίστεως ήταν και ο άγιος Σίλβεστρος κι αυτό προβάλλει εν πρώτοις ο άγιος υμνογράφος του.
Ο ίδιος βεβαίως, ο άγιος Ιωσήφ, δεν μένει μόνον στην προβολή του αγίου Σιλβέστρου ως διαπρυσίου διδασκάλου της ορθοδοξίας και αντιαιρετικού αγωνιστή. Επικεντρώνει την προσοχή του και στις προϋποθέσεις του αγίου, προκειμένου να έχει τον θείο αυτόν φωτισμό: ο άγιος Σίλβεστρος, μολονότι επίσκοπος και μάλιστα της έχουσας τότε τα πρεσβεία τιμής πρεσβυτέρας Ρώμης, ή μάλλον ακριβώς λόγω της θέσεώς του αυτής, υπήρξε μέγας ασκητικός άνδρας, που αγωνιζόταν για τον προσωπικό του αγιασμό διά της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και συνεπώς της υπερβάσεως των ψεκτών αμαρτωλών παθών. «Μεγαλοφρόνως παθών κατεκράτησας και σάρκα ασκητικαίς αγωγαίς υπέταξας τω Πνεύματι, σοφέ θείον καταγώγιον Τριάδος γεγονώς περιφανώς της πονηρίας τα πνεύματα ψάλλων εταπείνωσας» (Κυριάρχησες με υψηλό φρόνημα πάνω στα πάθη σου, σοφέ Σίλβεστρε, και υπέταξες το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα  με τους ασκητικούς τρόπους ζωής στον άγιον Πνεύμα. Έγινες λοιπόν θείο κατοικητήριο της Τριάδος, γι’ αυτό και ψάλλοντας ταπείνωσες με ένδοξο τρόπο τα πνεύματα της πονηρίας). Ο υμνογράφος εξαγγέλλει το αυτονόητο: κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινός διδάσκαλος της Εκκλησίας και μάλιστα κληρικός, αν δεν ακολουθεί ασκητική διαγωγή με τήρηση των εντολών του Κυρίου. Διαφορετικά, συνιστά κίβδηλο διδάσκαλο, που και την όποια θεωρητική κατάρτισή του στα θέματα της πίστεως θα την χάσει σύντομα. Ο φωτισμός του νου δηλαδή συνυπάρχει όχι μόνον με τη μελέτη των κειμένων της Εκκλησίας μας, αλλά και με τον ασκητικό τρόπο της ζωής.