Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)


Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.

1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽. 

2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου  αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽. 

3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία. 

4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽. 

Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου. 

Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία; 

5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές. 

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΝΔΟΞΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΕΥΠΛΟΥΣ Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ (11 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)



Αυτός έζησε επί της βασιλείας του Διοκλητιανού και καταγόταν από την πόλη Κατάνη της Σικελίας. Κατηγορήθηκε στον άρχοντα Καλβιασιανό κι επειδή δεν αρνήθηκε τον Χριστό, κατά πρώτον του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια μαζί με τα γόνατα, έπειτα τον κρέμασαν σε όρθιο ξύλο, τον έξυσαν με σιδερένια χέρια, οπότε εκείνη την ώρα πήρε δύναμη, γιατί άκουσε θεία φωνή που τον ενίσχυε. Μετά από αυτά, του έσπασαν τις κνήμες, κτυπώντας τον με σιδερένιες σφύρες, και τον έριξαν στη φυλακή, στην οποία με μόνη την προσευχή του έκανε να αναβλύσει πηγή νερού. Τον ξαναέβγαλαν, για να τρυπήσουν αυτήν τη φορά τα αυτιά του με πυρακτωμένα σιδερένα νύχια, και τέλος, καταδικάσθηκε με τη διά ξίφους τιμωρία᾽.

Ο κανόνας της εορτής του αγίου προβάλλει με πολλή σαφήνεια καίρια σημεία – και όχι μόνον τα παρακάτω -  της αγιασμένης πορείας του: 
(1) Σαν την αγία Παρασκευή, που έζησε την ίδια εποχή με αυτόν, κατοικία του είχε τον σταυρό του Κυρίου. Ο υμνογράφος του αποδίδοντας την ίδια αλήθεια και ῾παίζοντας᾽ λίγο και με το όνομά του, χρησιμοποιεί απλώς την εικόνα του πλοίου αντί της οικίας, δηλαδή ο άγιος διέπλευσε το πέλαγος της ζωής του, πάνω στο πλοίο του σταυρού, και έχοντας τον σταυρό ως όπλο έφθασε στο λιμάνι της ζωής, τη βασιλεία του θεού. ῾Τω όπλω του σταυρού, ευπλοήσας εισήλθες, εις λιμένα της ζωής᾽. Έτσι ο άγιος Εύπλους είχε ως γνώρισμα της ζωής του την υπακοή στο θέλημα του Θεού, να ακολουθεί δηλαδή τον Χριστό στα χνάρια της δικής Του αγιασμένης ζωής, γεγονός που σημαίνει ότι όλη του η ζωή ήταν προσανατολισμένη στη θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπό του.

(2) Γι᾽ αυτόν το λόγο και ο υμνογράφος δεν διστάζει να τον χαρακτηρίσει ως λιοντάρι. Ακολουθώντας δηλαδή τον Κύριο, έχοντας στρέψει καθ᾽ ολοκληρίαν όλον τον εαυτό του πρός τον Θεό, απέκτησε και τις δυνάμεις Εκείνου, κατά τη δική Του υπόσχεση, γι᾽ αυτό και τη δυσσέβεια των απίστων έλεγξε με σφοδρότητα και στο στάδιο των αγώνων εισήλθε με μεγάλη πίστη και προθυμία. ῾Ολικώς ταις νεύσεσι, ταις θείαις λαμπρυνθείς, και ανδρεία οχυρωθείς, ώσπερ λέων άριστε, συ προς το στάδιον, πεποιθώς εισέδραμες, την δυσσέβειαν τροπούμενος᾽. Κι είναι μία αλήθεια τούτο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει: ο άνθρωπος που με πίστη ακολουθεί τον Χριστό, που τηρεί δηλαδή τις εντολές Εκείνου, νιώθει στην ψυχή και στο σώμα του να διοχετεύεται η ίδια η παντοδυναμία του Θεού. Είναι η εμπειρία όλων των αγίων, όπως την καταγράφει και ο μέγας απόστολος Παύλος: ῾πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ᾽.  Ο Χριστιανός έτσι ῾περπατάει᾽ μέσα στον κόσμο όχι με φόβο, όχι με δειλία, αλλά με δύναμη σαν το λιοντάρι. ῾Ου γάρ έδωκεν ημίν ο Θεός Πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού᾽.

(3) Το αποτέλεσμα μίας τέτοιας αγιασμένης πορείας δεν είναι μόνον η ευλογία του κόσμου, όσο ζει ο άγιος, δεν είναι μόνον η ῾κατάκτηση᾽ της βασιλείας του Θεού, αλλά και η συνεχιζόμενη ευλογία  στους αιώνες, που παρέχει ο Θεός δι᾽ αυτού, ευλογία που φανερώνεται  και με τη δύναμη βεβαίως της μεσιτείας του για εμάς, αλλά και με την διατήρηση του ιερού λειψάνου του. Με τον άγιο Εύπλου έχουμε όλες τις δυνατές ευλογίες. Διότι μας άφησε, εκτός από την ιερότητα της παρουσίας του, και το ιερό λείψανό του, το οποίο αποτελεί, κατά τον υμνογράφο του, ῾νοσημάτων παντοίων καθάρσιον, και πνευμάτων δεινών ελατήριον᾽, δηλαδή: θεραπεύει όλα τα νοσήματα και διώχνει όλα τα φοβερά πονηρά πνεύματα. Ο υμνογράφος δεν κάνει άλλο από το να τονίζει την πίστη της Εκκλησίας μας για την ύπαρξη των αγίων λειψάνων, τα οποία  συνιστούν βασικό στοιχείο της ορθόδοξης Εκκλησίας: με τα λείψανα των αγίων, στα οποία έχει ῾μεταγγιστεί᾽ η χάρη του αγίου Πνεύματος,  πράγματι προσφέρεται η ίαση στους ανθρώπους και φυγαδεύονται τα δαιμόνια. Την αλήθεια αυτή μπορεί να την αρνούνται πολλοί ορθολογιστές συνάνθρωποί μας, ακόμη δυστυχώς και ῾χριστιανοί᾽, την ξέρουν όμως πολύ καλά οι ίδιοι οι δαίμονες.
Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς᾽. 


Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Οὐκ οἴδατε ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;᾽ (Α´ Κορ. 3, 16)

α. ῾Ο ὕμνος πρός τήν ἑνότητα τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ συνεχίζεται καί στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τίς διασπαστικές ἐνέργειες ὁρισμένων ὑπενθυμίζει στούς πιστούς τῆς Κορίνθου ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί συνιστοῦν μία ἑνότητα λόγω τοῦ θεμελίου πάνω στό ὁποῖο εἶναι οἰκοδομημένοι, τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. Αὐτός εἶναι ἡ βάση καί πάνω σ᾽ αὐτήν τήν βάση ὑψώνεται τό οἰκοδόμημα, δηλαδή οἱ ἴδιοι οἱ πιστοί, μέ κτίστες τούς συνεργάτες τοῦ Κυρίου τούς ἁγίους Του ἀποστόλους. Τήν ποιότητα τοῦ ἔργου τοῦ καθενός κτίστη θά τήν ἀποκαλύψει ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως τοῦ Κυρίου, γιατί τό ἔργο αὐτό θά δοκιμαστεῖ μέσα ἀπό τήν φωτιά της. Κάθε διάσπαση λοιπόν αὐτῆς τῆς ἑνότητας στρέφεται κατά τῶν ἴδιων τῶν πιστῶν ὡς ναοῦ τελικῶς τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ συνεπῶς ἱεροσυλία καί γι᾽ αὐτό θά ἀντιμετωπίσει τήν ἀντίθεση τοῦ ἴδιου τοῦ Παντοδύναμου. ῾Ο ἐπιτατικός ἐρωτηματικός τρόπος μάλιστα μέ τόν ὁποῖο θέτει ὁ ἀπόστολος τό θέμα τῆς ζωντανῆς σχέσης τῶν πιστῶν μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους: ῾δέν ξέρετε πώς εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ κι ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ ἀνάμεσά σας;᾽, προβάλλει ἀκόμη περισσότερο τήν ἔννοια τῆς ἑνότητας.

β. 1. Πράγματι. ῾Η ἑνότητα Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί ἀνθρώπων μεταξύ τους προβάλλεται ποικιλοτρόπως ἀπό τόν ἅγιο Παῦλο μέ τήν χρήση ἰδίως τῆς εἰκόνας τοῦ ναοῦ. Οἱ πιστοί συνιστοῦμε τόν ναό τοῦ Θεοῦ, τό κατοικητήριό Του, συνεπῶς τό Πνεῦμα Του κατοικεῖ μέσα μας κι ἀνάμεσά μας. Πρόκειται ὡς γνωστόν γιά μία σχέση πού ἀνάγει τήν ἀρχή της ἤδη στήν Δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένου, χάθηκε μέ τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου πού διέσπασε τήν θεοκοινωνία αὐτήν, ἀλλά τέθηκε σέ ἐνέργεια καί πάλι στό ἀπόλυτο δυνατό ἀπό τήν στιγμή τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Κύριος ἐρχόμενος στόν κόσμο προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του τόν ἄνθρωπο, πραγματοποιώντας αὐτό πού ἐξήγγελλε ἤδη ἡ Παλαιά Διαθήκη διά τῶν προφητῶν: ῾᾽Εγώ εἶπα θεοί ἐστε καί υἱοί ῾Υψίστου πάντες᾽. ῾᾽Ενοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ᾽. Καί ὁ ῎Ιδιος ἀκριβῶς ἀποκαλύπτοντας ὅτι ἡ σχέση Του μέ τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι μία ἐξωτερική καί τυπική σχέση λέει: ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγώ ἐν ὑμῖν᾽. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν δέν προβάλλει ἴδια σχήματα τοῦ μυαλοῦ του, ἀλλά ὅ,τι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπαρχῆς καί μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει.

2. ῾Η ἀλήθεια ὅτι οἱ πιστοί στόν Χριστό συνιστοῦμε τόν ναό τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς βρισκόμαστε σέ μία ἄμεση καί προσωπική σχέση μέ τό Πνεῦμα Του καί μεταξύ μας, κατανοεῖται πρωτίστως μέ τήν γενική ἐκκλησιαστική ἔννοια. ῾Η ᾽Εκκλησία δηλαδή ὡς σῶμα Χριστοῦ βρίσκεται ἀδιάκοπα ἑνωμένη μέ ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ἡ  κεφαλή αὐτῆς, στήν ὁποία διοχετεύει τήν ζωή καί τήν χάρη Του. ῾Ο Θεός ἐν Χριστῷ βρίσκεται ἀνάμεσα στούς πιστούς, οἱ πιστοί γίνονται ὡς ὅλον τό κατοικητήριο καί ὁ ναός Του. ῾Οὗ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν᾽. Κανείς ἀπό μόνος του μέ ἕναν τρόπο ἀτομικό καί ἀπομονωμένο δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση ζωντανή καί ἀληθινή μέ τόν Θεό ἔξω ἀπό αὐτό τό σῶμα, δεδομένου ὅτι ἡ σωτηρία μετά τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου πραγματοποιεῖται ῾σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις᾽. Κάθε ῾ἁγιότητα᾽ ἐκτός ᾽Εκκλησίας λοιπόν τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καί θεωρεῖται ὡς ἄλλου τύπου ἐγωϊσμός, πιό ἐπικίνδυνος ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον ἀκριβῶς λόγω τοῦ ῾φωτεινοῦ᾽ ἐνδύματός του. Δέν εἶναι τυχαῖο κατά συνέπεια ὅτι πάντοτε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας τόνιζαν καί τονίζουν ὡς κέντρο τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς ζωῆς τήν ᾽Ενορία: ἐκεῖ πού συνάζεται ὁ πιστός λαός γιά νά φάει καί νά πιεῖ τό σῶμα καί τό αἶμα τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.

3. ῾Η ἀλήθεια αὐτή ὅμως κατανοεῖται καί μέ τήν εἰδική ἐκκλησιαστική ἔννοια, ὅτι δηλαδή ὁ κάθε πιστός ὡς πρόσωπο συνιστᾶ κι αὐτός ναό τοῦ Θεοῦ. Διότι ἀκριβῶς ἀποτελεῖ μέλος τοῦ σώματος. ῾Μέλη Χριστοῦ ἐσμεν καί ἀλλήλων μέλη᾽. Συνεπῶς οἱ πιστοί καί ὡς ὅλον καί ὡς μέρος βιώνουν τήν χαρισματική αὐτήν πραγματικότητα νά εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ, κάτι ἀσφαλῶς πού δέν ἀποτελεῖ ἀντίφαση, ἀλλά τήν πιό λογική συνέπεια: τό μέρος, τό μέλος ζεῖ ἐπί προσωπικοῦ ἐπιπέδου ὅ,τι ζεῖ καί τό σῶμα ὡς ὅλον. Πού σημαίνει: ἀκόμη καί στήν μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση καί ἀπομόνωση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας ὑφίσταται τό ἐκκλησιαστικό στοιχεῖο, τό μαζί μέ τούς ἄλλους. Ποτέ γιά παράδειγμα τό ῾Πάτερ ἡμῶν᾽ δέν πρόκειται νά εἰπωθεῖ ῾Πάτερ μου᾽. ῾Ο χριστιανός ἔτσι ἄν εἶναι ὀρθόδοξος φέρει μέσα του λόγω τῆς σχέσης του μέ τόν Χριστό καί ὅλους τούς ὑπόλοιπους πιστούς, εἴτε ἐνεργείᾳ εἴτε δυνάμει. Ὁ κάθε ὀρθόδοξος εἶναι (καί διαρκῶς γίνεται) ὁ κατεξοχήν παγκόσμιος ἄνθρωπος.

4. Τό γεγονός ὅτι ὁ κάθε πιστός εἶναι κι αὐτός ναός τοῦ Θεοῦ ὡς προέκταση τῆς ᾽Εκκλησίας τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πέραν τοῦ συγκεκριμένου ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Εἶναι ἀπό τά πιό σημαντικά χωρία αὐτό πού κηρύσσει ὁ ἀπόστολος πάλι μέ τόν ἴδιο ἐπιτατικό ἐρωτηματικό τρόπο: ῾Οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν καί οὔκ ἐστε ἑαυτῶν; Δοξάσατε οὖν τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ᾽.  Ἡ ἴδια ἡ ψυχοσωματική ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἀνήκει σ᾽ ᾽Εκεῖνον τόν ῾Οποῖο ἐνδύθηκε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί ἀπό τόν ῾Οποῖο τρέφεται γιά νά ζήσει. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Καί ῾ἐάν μή φάγητε τό σῶμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς᾽.
 Ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ πιστοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς ναοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καί ἐπί σωματικοῦ ἐπιπέδου, τόν κάνει νά βιώνει τήν ἱερότητα μέσα στήν ὁποία βρίσκεται καί τόν στρέφει στόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἐκεῖ ὅπου ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐστι᾽. ᾽Ιδιαιτέρως ἡ καρδιά του ἀντιμετωπίζεται σάν τήν ἁγία Τράπεζα ἑνός Ναοῦ: ἐκεῖ ἵσταται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ἀναπέμπει τίς ἱκετευτικές καί δοξολογικές κραυγές του πρός τόν Κύριο τῆς δόξης, κράζοντας ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽. Μέ ἄλλα λόγια ὁ πιστός ἔχοντας ἐπίγνωση ὅτι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς του εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ βασιλεία τήν ὁποία ἔφερε ἀρνεῖται τήν διαρκή διάχυση τοῦ νοῦ του στά ἐξωτερικά πράγματα διά τῶν αἰσθήσεων καί μαζεύεται στό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ὕπαρξής του: τήν καρδιά, λειτουργώντας ὡς ἱερέας τοῦ Χριστοῦ. Τότε βλέπει τήν ζωντάνια τῆς πίστης καί τήν αἰσθητή παρουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀρχικά περιλάμπει τά διάφορα ἐπίπεδα τῆς ψυχῆς κι ἔπειτα καί τοῦ σώματος. Οἱ ἅγιοί μας, κατεξοχήν οἱ νηπτικοί Πατέρες μας παλαιότεροι καί νεώτεροι  ἔχουν ἀφήσει ὑπέροχα κείμενα τῆς πραγματικότητας αὐτῆς, ἡ ὁποία προσανατολίζει κι ἐμᾶς τούς ἀπείρους καί ἀρχαρίους σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ τό βάθος τῆς πίστης καί τήν αἴσθηση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ μας.

γ. ῾῾Ο Θεός πέθανε᾽ κραύγαζε μέ τραγικό τρόπο μέσα στό ἔργο του ῾Τάδε ἔφη Ζαρατούστρα᾽ ὁ προφήτης τῆς ἀθεΐας τῆς νεώτερης ἐποχῆς Νίτσε.  Κι εἶχε δίκιο. Γιατί ὅπως ἐξηγοῦσε: ῾Πέθανε γιατί ἐμεῖς τόν σκοτώσαμε᾽. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ὁ βαπτισμένος χριστιανός, δέν θελήσει νά σταθεῖ σοβαρά ἀπέναντι στόν Κύριο καί Θεό του, μέ μαθηματική ἀκρίβεια σιγά σιγά θά στραφεῖ ὁλοκληρωτικά πρός τόν αἰσθητό μόνο κόσμο ἀγόμενος καί φερόμενος ἀπό τά πάθη του καί τόν πονηρό διάβολο, διαγράφοντας καί ῾φονεύοντας᾽ τόν Θεό του μέ ἀποτέλεσμα καί τόν ῾φόνο᾽ τῶν συνανθρώπων του! ᾽Αλλά ὁ Θεός βεβαίως μπορεῖ νά φονεύεται μέσα στόν ἄνθρωπο, ἀλλά δέν πεθαίνει! Καί τήν ζωντάνια τῆς παρουσίας Του μπορεῖ νά τήν δεῖ καί νά τήν βιώσει καθένας πού θά θελήσει νά ζήσει ὀρθά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Τότε θά ἀνοιχτοῦν τά μάτια του καί θά δεῖ τόν ζωντανό Χριστό μαζί μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσα στά ὅρια τῆς δικῆς του ὕπαρξης, γιατί θά τοῦ δοθεῖ ἡ χάρη νά λειτουργεῖ ὡς ἱερέας στήν δική του ἁγία Τράπεζα: τήν καρδιά του, συμψάλλοντας μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους καί ὅλους τούς ἁγίους. Στό χέρι μας εἶναι νά μήν εἴμαστε ὀρφανοί. Στό χέρι μας εἶναι νά ἔχουμε καί Θεό καί ἀνθρώπους. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με᾽  
(Ματθ. 14, 30)

Ένα εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά εμφανίζεται  ξημερώματα στους ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.

1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα· αμέσως μετά βιώνει την αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος (῾σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος᾽), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι ῾φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ᾽. Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του  πρός τον Χριστό, που τον κάνει να κυμαίνεται μεταξύ πίστεως και ολιγοπιστίας: στην πρώτη περίπτωση – να περπατά πάνω στα κύματα – διαπιστώνουμε την πίστη του στα λόγια και την παρουσία του Κυρίου, στην άλλη – τον καταποντισμό - διαπιστώνουμε την ολιγοπιστία του ή και την απιστία του ακόμη σ᾽ Εκείνον. Αλλά το έχουμε εξηγήσει και άλλοτε: δεν έχει έλθει ακόμη η Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.

2. Φυσιολογικά, θα έπρεπε ο απόστολος Πέτρος να συνεχίσει την επί των υδάτων πορεία του όχι μόνο διότι τον κάλεσε ο Χριστός, σαν μία υπακοή επομένως  στον λόγο Του, αλλά και διότι πρίν από κάποιο διάστημα ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές σε πλοιάριο πάλι ευρισκόμενοι, μαζί με τον Κύριο όμως, όταν κινδύνευσαν από τη θαλασσοταραχή και απευθύνθηκαν έντρομοι σ᾽ Εκείνον που φαινόταν να κοιμάται, είδαν, μέσα σε θάμβος πάλι, τον Διδάσκαλό τους να διατάσσει τον άνεμο και τα κύματα να γαληνέψουν. Κι έγινε αμέσως γαλήνη μεγάλη, ώστε διερωτώντο ποιος ήταν τελικώς Αυτός τον Οποίο ακολουθούσαν.

3. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε αυτήν τη μετάπτωση από την πίστη στην ολιγοπιστία; Η ευαγγελική διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος προς τον Χριστό, όσο  ατένιζε Εκείνον που τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση. Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στη φουρτουνιασμένη από τον ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία (εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το θεωρούμενο φυσιολογικό. ῾Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;᾽, είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.
Από την άλλη, όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία, απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽ από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.

4. Η περίπτωση του Πέτρου λειτουργεί τυπολογικά: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; - η λύση είναι όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το ῾Κύριε, σῶσόν με᾽ ή αλλιώς ῾Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽ πρέπει να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την ῾κόλλησιν᾽ που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού - ῾ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ  δεξιά Σου᾽ σημειώνει ο ψαλμωδός για παράδειγμα -  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η ῾κόλλησις᾽ αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη, όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού.  ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια  φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος ο γέροντας.

Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)



undefined

 Μία από τις μεγάλες Δεσποτικές λεγόμενες εορτές είναι η Μεταμόρφωση του Κυρίου: εκεί που στο όρος Θαβώρ ο Κύριος, έχοντας πάρει μαζί Του τους «προκρίτους των μαθητών», τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», δηλαδή το πρόσωπό Του έλαμψε σαν τον ήλιο, τα ενδύματά Του έγιναν λευκά σαν το φως, δίπλα Του φάνηκαν οι προφήτες Μωϋσής και Ηλίας, ενώ ακούστηκε άνωθεν, από τον ουρανό, η φωνή του Θεού Πατέρα, η οποία έλεγε «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε». Όλη αυτή η θεοφάνεια, η οποία βεβαίως θυμίζει και το «σκηνικό» της Βάπτισης του Κυρίου, πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα νέφος το οποίο περιέλαμψε τους μαθητές, οι οποίοι μη αντέχοντας το θέαμα έπεσαν πρηνείς, ενώ κάποια στιγμή ο Πέτρος, «μη ειδώς ο ελάλει», βλέποντας και τους Μωϋσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο, είπε σ’ Αυτόν: «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι». Μετά από λίγο, το συγκλονιστικό αυτό θέαμα και άκουσμα τελείωσε, κι ο Κύριος παίρνοντας τους έκθαμβους μαθητές τούς είπε να μην ειπούν τίποτε, έως ότου αναστηθεί εκ των νεκρών, προλέγοντας ταυτοχρόνως και τα γεγονότα του Πάθους Του.
Θα έλεγε κανείς ότι σ’ αυτό το γεγονός έχουμε συμπυκνωμένη τη θεολογία της Εκκλησίας μας, περί της φύσεως του Ιησού Χριστού, περί του σκοπού της ενανθρωπήσεώς Του, περί της ανακαινίσεως του σύμπαντος κόσμου, περί της σχέσεώς Του με την Παλαιά Διαθήκη, θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι Πατέρες μας ιδίως του 14ου αι., και μάλιστα ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν δόθηκε η αφορμή από αιρετικούς, οι οποίοι αναφάνηκαν και αλλοίωσαν τη θεολογία της Εκκλησίας, και τα οποία η Εκκλησία μας πάντοτε τα ζει και τα προβάλλει στην πνευματική της ζωή. Ορισμένα από αυτά θα σχολιάσουμε στη συνέχεια:

1. Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αυτό που τονίζει η Πατερική μας παράδοση: Η Μεταμόρφωση του Χριστού στην πραγματικότητα είναι Μεταμόρφωση των ίδιων των μαθητών: ο Χριστός, ων πάντοτε Θεός και άνθρωπος, έχοντας ενωμένες τις δύο Του φύσεις «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στη μία Του θεϊκή υπόσταση-προσωπικότητα, δεν αλλάζει ποτέ: παραμένει πάντοτε ο Ίδιος. Στο γεγονός της Μεταμορφώσεως λοιπόν δεν προσλαμβάνει κάτι που δεν το είχε, αλλά αυτό που ήταν, το δίνει «κατά μέρος», να το δουν και να το νιώσουν και οι τρεις μαθητές Του. Κι αυτό που τους αποκαλύπτει είναι η θεϊκή Του δόξα. Μέχρι τότε οι μαθητές ζούσαν τον Κύριο ως άνθρωπο, ενώ ελάχιστα διαισθάνονταν τη θεϊκή Του προέλευση. Στο όρος Θαβώρ ικανώνονται από το Πνεύμα του Θεού, το Οποίο ως νέφος τους περιέλαμψε και τους άνοιξε τους πνευματικούς οφθαλμούς – έχουμε και πνευματικές αισθήσεις που λειτουργούν ή όχι ανάλογα με τη σχέση που έχουμε με τον Θεό – να δουν με «μετασκευασμένους» οφθαλμούς τη θεϊκή λάμψη, το «άκτιστον φως» του Χριστού. Η Μεταμόρφωση λοιπόν είναι Μεταμόρφωση των μαθητών, που με άλλα μάτια είδαν τα συγκλονιστικά του όρους Θαβώρ, δηλαδή τον Χριστό, αλλά και στη θεϊκή Του διάσταση. Την πραγματικότητα αυτή η Εκκλησία μας διαρκώς τη διαλαλεί, καθημερινά, όταν μεταξύ των άλλων μας επισημαίνει: «Εν τω φωτί Σου, Κύριε, οψόμεθα φως». Μόνον όταν ο άνθρωπος λάβει το φως του Θεού, μπορεί τότε να δει το φως του Θεού. Ο άνθρωπος «βλέπει» ανάλογα με ό,τι έχει μέσα του.

2. Όπως είπαμε, αυτά που είδαν οι μαθητές για τον Χριστό ήταν ό,τι μπορούσαν να αντέξουν. Κατά το κοντάκιο της εορτής, «Επί του όρους μετεμορφώθης, και ως εχώρουν οι μαθητές Σου, την δόξαν Σου, Χριστέ ο Θεός, εθεάσαντο». Κι είναι ευνόητο: Ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος και ο Θεός είναι άπειρος. Επομένως ο άνθρωπος, όπως και όλη η δημιουργία, ακόμη και οι άγγελοι, όχι μόνον δεν μπορεί να δει και να μετάσχει στην ουσία του Θεού – αυτό είναι μόνο για την αγία Τριάδα – αλλά μπορεί να δει και να μετάσχει σ’ αυτό που λέμε ενέργεια του Θεού, αλλιώς στη χάρη ή τη δόξα ή το φως Του, μόνον εκ μέρους, όσο αντέχει. Αυτό που λαμβάνει όμως από τον Θεό ως παροχή της χάρης Του είναι ό,τι ανώτερο για εκείνον. Κάτι παραπάνω θα τον «διέλυε» και θα τον «σκότωνε». «Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό και να ζήσει».

3. Γιατί ο Κύριος θέλησε να τους δώσει αυτήν τη χάρη, να δουν τη θεϊκή Του δόξα; Διότι μετά από λίγο ακολουθούν τα γεγονότα του Πάθους, άρα έπρεπε οι μαθητές να κατανοήσουν ότι το Πάθος ήταν εκούσιο, ότι ήταν η επιλογή του ενανθρωπήσαντος Θεού, για να σώσει το ανθρώπινο γένος, αίροντας την αμαρτία του επί του Σταυρού. Όπως το επισημαίνει το κοντάκιο και πάλι: «ίνα όταν Σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα». Ο Χριστός «έδει παθείν», διότι η αμαρτία του ανθρωπίνου γένους ήταν τέτοια, που μόνον ο λόγος, το κήρυγμα δεν ήταν ικανό να σώσει τους ανθρώπους. Έπρεπε να πάθει ο Ίδιος ο Θεός εν σαρκί, γεγονός που φανερώνει την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει η ανθρωπότητα, αλλά και το άπειρο μέγεθος της αγάπης του Θεού απέναντι σ’ αυτήν.

4. Στη μέσα στο φως της λάμψης του Θεού θέα του προσώπου του Χριστού, οι μαθητές συνειδητοποιούν και την προοπτική του ανθρώπου, μετά τον ερχομό Εκείνου. Όπως φανερώθηκε ο Χριστός, σαν ήλιος πρωϊνός, έτσι θα φανερωθούμε κι εμείς κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία, όταν ακολουθούμε τον Χριστό. Μη ξεχνάμε ότι ο Χριστός ενσωμάτωσε τον άνθρωπο στον ίδιο Του τον εαυτό, κάτι που ενεργοποιείται έκτοτε δια του αγίου βαπτίσματος και βιώνεται αυξητικά μέσα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων και της εφαρμογής των εντολών Του, κι αυτή η ενσωμάτωση τον έκανε μέλος Του, δηλαδή δική Του προέκταση, επομένως ό,τι Εκείνος ζει, αυτό αποτελεί και θα αποτελέσει ζωή και των πιστών ανθρώπων. Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Πατέρες των Συνόδων του 14ου αι. τόνιζαν την πραγματικότητα μετοχής στο άκτιστο φως του Θεού, κατά αναλογία με ό,τι συνέβη στο όρος Θαβώρ με τους τρεις μαθητές, ήδη από τη ζωή αυτή, ας φανταστούμε την ασύλληπτη μέθεξη του πιστού σ’ αυτό το φως μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον ως ψυχή, αλλά και με το σώμα του θα μετέχει σ’ Εκείνον. Τότε θα λάμψουν οι άγιοι ως ήλιος, όπως έλαμψε κι ο Χριστός. Με τη Μεταμόρφωση λοιπόν αποκαλύπτεται και το μεγαλείο της προοπτικής του ανθρώπου, αυτό που οι άγιοί μας το ονομάζουν «θέωση».

5. Σ’ αυτήν την ένθεη κατάσταση μετοχής στο φως του Χριστού βλέπουμε ότι ανακαινίζεται μαζί με τον άνθρωπο και η ίδια η φύση. Πώς το βλέπουμε αυτό; Μέσα από τα ενδύματα του Χριστού. Και αυτά έλαμψαν και έγιναν λευκά σαν το χιόνι. Δηλαδή, η χάρη του Χριστού μεταγγίστηκε κατά κάποιο τρόπο και στα υλικά πράγματα, σημείο μετοχής και της φύσεως, όπως είπαμε, στη δόξα του Θεού. Και τούτο γιατί η φύση δεν είναι κάτι κακό ή κατώτερο και συνεπώς αποβλητέο, αλλά στη χριστιανική πίστη αναβαθμίζεται και αυτή, βρίσκοντας την πραγματική της θέση: να είναι βοηθός του ανθρώπου στη σωτηρία του. Η φύση ανήκει στον Θεό και την έδωσε στον άνθρωπο για να είναι ο χώρος κατοικίας του, που σημαίνει ότι η φύση προσέβλεπε στον άνθρωπο ως τον βασιλιά της. Ξέπεσε στην αμαρτία ο άνθρωπος λοιπόν, ξέπεσε και η φύση. Και με την αποκατάσταση του ανθρώπου εν Χριστώ, αποκαθίσταται και αυτή. «Η προσμονή της φύσεως, μας λέει ο απόστολος Παύλος, είναι να σωθεί ο άνθρωπος, ώστε με τη σωτηρία αυτού να σωθεί και εκείνη». Έτσι η Μεταμόρφωση είναι μία ισχυρή απάντηση σ’ όλους εκείνους που ήθελαν και θέλουν να βλέπουν τον χριστιανισμό ως μία πνευματοκρατία ή ως ένα ιδεαλισμό, με υποτίμηση και άρνηση της φύσεως.

6. Φάνηκαν όμως ο Μωϋσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ, πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, που έζησαν αιώνες πολλούς προ Χριστού. Τι σημαίνει τούτο; Πρώτον, ότι ο Κύριος είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το γεγονός ότι οι μαθητές βλέπουν αυτούς τους αγίους, κεκοιμημένους  ή απόντες από τον κόσμο αυτό από τόσο παλιά, είναι μία ισχυρότατη απόδειξη ότι αυτοί ζουν εν Θεώ. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος εναποθέτει το σώμα του, αλλά η ψυχή του, με τη χάρη του Θεού, συνεχίζει να ζει. Κι αυτό το σώμα, όπως η δυναμική της αναστάσεως του Κυρίου έφερε, θα αναστηθεί για να ενωθεί με την ψυχή και πάλι. Ο θάνατος λοιπόν με τον Χριστό έγινε μία απλή δίοδος, που μας οδηγεί μέσα στην αγκαλιά του Χριστού, πολύ πιο έντονα και άμεσα όμως: «πρόσωπον προς πρόσωπον». Μία προεικόνιση αυτού του γεγονότος είναι και η παρουσία των προφητών αυτών στο Θαβώρ. Κι από την άλλη: ο Κύριος φανερώνεται ότι αποτελεί το κέντρο και της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη, που συγκεφαλαιώνεται στον Νόμο και τους Προφήτες – τον Μωϋσή και τον Ηλία – συνιστά την πρώτη αποκάλυψη του Χριστού, με αποκορύφωση τον ερχομό Του στην Καινή. Παλαιά και Καινή αποτελούν ένα ενιαίο γεγονός, που δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει, χωρίς να διαστρεβλώσει και τα δύο. Η Μεταμόρφωση λοιπόν δίνει απάντηση και στο θέμα αυτό. Η Παλαιά Διαθήκη έχει χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Ο Κύριος συνιστά το νόημα και εκείνης.

Η θεολογία της Μεταμορφώσεως του Κυρίου είπαμε από την αρχή ότι συγκεφαλαιώνει όλη την πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Αποκαλύπτει εκτός από τον Χριστό και τον άνθρωπο στην προοπτική του. Αλλά προϋποθέτει αυτό που προϋποθέτουν όλα τα πνευματικά γεγονότα στην Εκκλησία: την ετοιμότητα του ανθρώπου αποδοχής του πλούτου που περιέχει. Ποτέ δηλαδή κανένα πνευματικό γεγονός δεν προσφέρεται στον άνθρωπο, χωρίς αυτός να μπορεί πνευματικά να το αντέξει. Όπως ένα πλουσιότατο γεύμα δεν μπορεί να προσφερθεί σε ένα βρέφος, κατά τον ίδιο τρόπο ο πλούτος της χάριτος του Θεού, που τονίζεται στη Μεταμόρφωση απαιτεί τον «ενηλικιωμένο» χριστιανό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας «τρέμει» μπροστά σε φαινόμενα νεανικού ενθουσιασμού, δηλαδή όταν νεαροί που ακούνε για «άκτιστον φως», νομίζουν ότι μπορούν χωρίς κόπο, εύκολα, να το αποκτήσουν. Και δυστυχώς τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Τα λεγόμενα «νεανικά ναυάγια» δεν είναι μόνο σε θέματα ηθικής, αλλά δυστυχώς και σε θέματα πνευματικά. Κι εκείνο που πολύ καθαρά μας δίνει τις προϋποθέσεις βιώσεως της χορηγίας χάρης της Μεταμορφώσεως είναι ο ύμνος που λέει: «κα μες στράψωμεν, τας θείαις λλοιώσεσιν, ατν κατασπαζόμενοι (την θείαν Μεταμόρφωσιν). ρος ψηλότατον τν καρδίαν, κεκαθαρμένην κ παθν, χοντες ψόμεθα, Χριστο τν Μεταμόρφωσιν, φωτίζουσαν τν νον μν». Δηλαδή: Ας αστράψουμε κι εμείς από τις θείες αλλοιώσεις (της Μεταμορφώσεως), καταφιλώντας την (μέσα στην αγκαλιά μας). Έχοντας την καρδιά μας ως υψηλότατο όρος, καθαρισμένη από τα πάθη, θα δούμε τη Μεταμόρφωση του Χριστού να φωτίζει τον νου μας. Η κάθαρση της καρδιάς μας, δια της μετανοίας και της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, είναι η προϋπόθεση για να δούμε κι εμείς το φως του Χριστού να λάμπει μέσα μας. Γένοιτο.