Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ



Μερικές χρήσιμες πληροφορίες

1. ῾Ο ἁγιασμός τῶν Θεοφανείων λέγεται μεγάλος ἁγιασμός γιά νά διακρίνεται ἀπό τόν μικρό ἁγιασμό. ῾Ο μικρός ἁγιασμός (πού εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος εἰσαγωγῆς του στήν ᾽Εκκλησία,  ὁπωσδήποτε ὅμως πρό τοῦ 8ου μ. Χ. αἰώνα) τελεῖται κάθε πρώτη τοῦ μηνός στούς ῾Ιερούς Ναούς, ὅπως καί στούς οἴκους τῶν χριστιανῶν, ἀλλά καί ὁποιαδήποτε ἄλλη στιγμή, ὅταν ζητηθεῖ κάτι τέτοιο. ῾Ο μεγάλος ὅμως ἁγιασμός (ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστός ἤδη ἀπό τόν 5ο μ.Χ. καί ξεκίνησε ὡς ἁγιασμός τῶν ὑδάτων σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου στήν παννυχίδα πού τελεῖτο ἀπό τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, προκειμένου νά βαπτιστοῦν στή συνέχεια οἱ κατηχούμενοι ὥστε νά μετάσχουν στή θεία Κοινωνία, ἐξ οὗ καί τό ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε᾽ στή θέση τοῦ τρισαγίου) τελεῖται μόνο δύο φορές τόν χρόνο: τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς. ῾Η δεύτερη φορά τελέσεως τοῦ ἁγιασμοῦ προῆλθε ἀπό λόγους πρακτικούς: ὄχι μόνο οἱ κατηχούμενοι, ἀλλά καί οἱ ἤδη βαπτισμένοι ἔπαιρναν τό ἁγιασμένο ὕδωρ ῾εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος᾽. Καί τις δύο φορές εἶναι εὐνόητο ὅτι τελεῖται ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἀκολουθία.

2. ῾Η διαφορά μεταξύ τῶν δύο ἁγιασμῶν – πέρα τῆς χρονικῆς στιγμῆς πού τελεῖτο ὁ καθένας καί πέρα τοῦ χαρακτήρα πού εἶχε – βρίσκεται στήν ἔκτασή τους. ῾Ο μικρός ἁγιασμός περιέχει λιγότερα λόγια ἀπό τόν μεγάλο καί αὐτό κυρίως δηλώνεται μέ τήν ὀνομασία τους. ῾Η παροχή ὅμως ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἴδια. Δέν παρέχει ἄλλη χάρη ὁ μεγάλος ἁγιασμός καί ἄλλη ὁ μικρός. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο τό ἴδιο ἅγιο Πνεῦμα ἐπικαλοῦνται καί τήν ἴδια χάρη τοῦ ᾽Ιορδάνη ποταμοῦ λόγω τῆς ἐμβάπτισης σ᾽ αὐτόν τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Σταυροῦ Του συνεχίζουν καί διαιωνίζουν. Συμβαίνει ἴσως κάτι παρόμοιο μέ τόν χαρακτηρισμό τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς μεγάλων καί μικρῶν. ῾Η διαφορά μεταξύ τους δέν βρίσκεται στή σπουδαιότητα τῶν προφητειῶν τους, ἀλλά στό πλῆθος τῶν σελίδων πού μᾶς ἔχουν ἀφήσει.

3. ᾽Ο ἁγιασμός εἴτε μεγάλος εἴτε μικρός δέν τίθεται στήν ἴδια θέση μέ τή Θεία Κοινωνία. Εἶναι μεγάλος λάθος αὐτό πού λένε ὁρισμένοι χριστιανοί ὅτι μποροῦν νά ἀντικαταστήσουν τή Θεία Κοινωνία μέ τόν ἁγιασμό (μόνο σ᾽ αὐτούς πού δέν τούς ἐπιτρέπεται ἡ Θεία Κοινωνία γιά διαφόρους πνευματικούς λόγους ὑπάρχει ὡς συγκατάβαση ἀπό τόν πνευματικό ἡ λήψη τοῦ ἁγιασμοῦ). Στή Θεία Κοινωνία πού εἶναι τό κατεξοχήν μυστήριο στό ὁποῖο φανερώνεται ἡ ᾽Εκκλησία, ἔχουμε τόν ἴδιο τόν Κύριο ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, γι᾽ αὐτό καί ἡ χάρη πού παρέχει εἶναι δραστική, δηλαδή ἐπιδρᾶ στόν κοινωνοῦντα εἴτε εἶναι σωστά προετοιμασμένος εἴτε ὄχι. ᾽Επιδρᾶ θετικά σ᾽ αὐτόν πού εἶναι σωστά προετοιμασμένος, δηλαδή τόν κάνει καλύτερο καί τόν ἁγιάζει, ἐνῶ ἐπιδρᾶ ἀρνητικά σ᾽ αὐτόν πού προσέρχεται μέ ἀμετανοησία καί χωρίς ἐπίγνωση, δηλαδή τόν κάνει χειρότερο καί πιό σκοτεινιασμένο στόν νοῦ. Στόν ἁγιασμό ὅμως ἔχουμε ὄχι ἕνα μυστήριο, ἀλλά μία ἁγιαστική λεγόμενη πράξη, πού σημαίνει ὅτι παρέχεται μέν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὄχι μέ τόν δραστικό τρόπο πού δρᾶ ἕνα μυστήριο. Γι᾽ αὐτό καί ἐνῶ ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὑποχρεωτική καί ἀπαραίτητη στόν πιστό πρός σωτηρία, δέν συμβαίνει τό ἴδιο μέ τόν ἁγιασμό. Δέν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι μετά τή Θεία Κοινωνία ὑπάρχει ὡς πρακτική εἴτε ἡ λήψη τοῦ ἁγιασμοῦ εἴτε ἡ λήψη τοῦ ἀντιδώρου. Στό ῞Αγιον ῎Ορος μάλιστα ἔχουμε μάθει ὅτι ἐνῶ φαίνεται ὅτι πρέπει νά προηγηθεῖ ὁ ἁγιασμός, προηγεῖται τό ἀντίδωρο καί ἀκολουθεῖ ὁ ἁγιασμός, γιατί αὐτό διευκολύνει τήν ἴδια τήν πράξη.

4. ῾Ο ἁγιασμός μπορεῖ νά κρατηθεῖ στό σπίτι ὅλον τόν χρόνο ὡς μέσο ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν. ῾Η ἀντίληψη ὅτι δέν κρατεῖται μᾶλλον προῆλθε ἀπό αὐτό πού συμβαίνει μέ τή Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία πρέπει νά καταλυθεῖ τήν ἴδια ἡμέρα. Γιά νά καταλάβει κανείς τό ἐσφαλμένο τῆς ἀντίληψης αὐτῆς δέν ἔχει παρά νά σκεφτεῖ ὅτι στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες οἱ χριστιανοί πού συνήθιζαν νά κοινωνοῦν κάθε ἡμέρα καί γιά διαφόρους λόγους δέν μποροῦσαν νά ἔρχονται στή Θεία Λειτουργία εἶχαν τήν ἄδεια ἀπό τήν ᾽Εκκλησία νά ἔχουν τή Θεία Κοινωνία στό σπίτι τους γιά τήν καθημερινή μετάληψή τους. Εἶναι αὐτονόητο ὅμως ὅτι ὁ χριστιανός πού κρατεῖ τόν ἁγιασμό στό σπίτι θά πρέπει νά προσέχει ὥστε ἡ ζωή του νά εἶναι πράγματι χριστιανική. Σπίτι πού ἀκούγονται βλασφημίες καί ὕβρεις, πού δέν γίνεται προσευχή, πού δέν ὑπάρχει ἐπίγνωση ὅτι ὡς χριστιανοί εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, πού μ᾽ ἕναν λόγο τό σπίτι δέν εἶναι ῾λειτουργημένο καί λιβανισμένο᾽, εἶναι ἀνάξιο νά ἔχει ὄχι ἁγιασμό ἀλλά οὔτε κἄν εἰκόνα. ῎Αν ὅμως δέν συμβαίνει τό παραπάνω, τότε καί κρατᾶμε τόν ἁγιασμό καί τόν χρησιμοποιοῦμε πρός μετάληψη, μετά ἀπό προσευχή βεβαίως καί μετάνοια, ἰδίως σέ δύσκολες καί κρίσιμες στιγμές τῆς ζωῆς μας.

5. Μέ βάση τά παραπάνω συνειδητοποιοῦμε καί τό ἑξῆς: ἄν δέν ἔλθει ὁ ἱερέας γιά διαφόρους λόγους γιά νά ἁγιάσει τό σπίτι μας - ἰδίως σέ πολυκατοικίες πού μερικές φορές μάλιστα δέν ἔχει καί ἀσανσέρ – τότε μποροῦν οἱ πιστοί μέ τόν ἁγιασμό πού παίρνουν ἀπό τόν ἱερό Ναό νά ἁγιάσουν τό σπίτι. Μή ξεχνᾶμε ἄλλωστε ὅτι κατά τήν πίστη μας ὅλοι οἱ βαπτισμένοι στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἔχουν τή λεγόμενη γενική ἤ πνευματική ἱερωσύνη. ῾Ως ῾βασίλειον ἱεράτευμα᾽ λοιπόν μποροῦν νά προβαίνουν στόν ἁγιαστικό αὐτόν ραντισμό.

6. ῾Υπενθυμίζουμε τέλος ὅτι ὁ σωστός ἑορτασμός τῶν Θεοφανείων βρίσκεται στήν ἀπό νωρίς συμμετοχή μας στίς ἀκολουθίες  καί κυρίως στήν ἑτοιμασία μας νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. ῞Ολες οἱ ἑορτές ἄλλωστε τῆς ᾽Εκκλησίας μας γι᾽ αὐτό ὑπάρχουν καί γίνονται: νά μᾶς βοηθήσουν νά παίρνουμε μέσα μας τόν Χριστό καί νά ἔτσι νά ζοῦμε τή δική Του ζωή ὡς δική μας. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Σύ δέ νῆφε ἐν πᾶσι᾽ (Β´ Τιμ. 4, 5)

α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στόν μαθητή του Τιμόθεο, ἀφήνοντάς του τίς ὑποθῆκες ζωῆς πού πρέπει ν᾽ ἀκολουθεῖ. Πρόκειται γιά ἕνα εἶδος πνευματικῆς διαθήκης θά ἔλεγε κανείς, ἀφοῦ ἔχει τήν ἐκ Θεοῦ πληροφορία ὅτι βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του - ῾ὁ καιρός τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε᾽ - καί συνεπῶς ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ λόγος του ἀποκτᾶ μία ἐπί πλέον βαρύτητα. ῾Η προτροπή του μάλιστα στόν Τιμόθεο νά βρίσκεται σέ νήψη ὡς πρός ὅλα θεωρεῖται ἄκρως σημαντική ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς τόσο ὥστε ὡς ὅρος χαρακτήρισε μία ὁλόκληρη σειρά πατερικῶν κειμένων, τή γνωστή σέ ὅλους νηπτική γραμματεία.

β. 1. ῾Ο ὅρος νήψη βεβαίως σημαίνει τήν ἐγρήγορση καί τήν πνευματική ἑτοιμότητα, στήν ὁποία καλεῖ νά βρίσκεται ἀδιάκοπα ὁ Τιμόθεος. Καί μάλιστα ἐγρήγορση ὡς πρός ὅλα, πού σημαίνει ὄχι μόνο ὡς πρός τίς ἀνάγκες τίς βιοτικές, οἱ ὁποῖες καί αὐτές εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητες στόν κόσμο τοῦτο, ἀλλά πρωτίστως ὡς πρός τίς ἀνάγκες τίς πνευματικές. Ὅπως σημειώνει ὁ γνωστός ὀρθόδοξος θεολόγος ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ σέ λόγο του περί νήψεως ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο ῾Ησύχιο καί τόν ἀρχιμ. Αἰμιλιανό τῆς ῾Ι. Μονῆς Σίμωνος Πέτρας ῾Αγίου ῎Ορους ῾ὁ ἅγιος ῾Ησύχιος - ὁ ὁποῖος σημειωτέον ἔχει γράψει εἰδικό ἔργο περί νήψεως πνευματικῆς - θεωρεῖ τή νήψη ὡς περιεκτική ἐνέργεια, πού περιλαμβάνει κάθε ἀρετή καί κάθε ἐντολή. ῾Η κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως αὐτῆς εἶναι νηφαλιότης, ἀλλά ἡ βαθύτερη ἔννοιά της εἶναι ἐγρήγορση, ἐπαγρύπνηση, ἐσωτερική ἐνάργεια καί διαύγεια. Σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ πατρός Αἰμιλιανοῦ, ἡ νήψη πρέπει νά κατανοηθεῖ γενικότερα ὡς ῾ἔλεγχος τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ...ἔλεγχος τοῦ ἑαυτοῦ μου᾽, γεννᾶ δέ τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ, ὅπως σημειώνει καί ὁ ἑρμηνευτής, ῾ἔχεις νήψη; ἔχεις τόν Χριστό᾽.

2. ῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου γιά νήψη καί ἐγρήγορση τοῦ μαθητῆ του  βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή πρός τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου στούς μαθητές Του νά εἶναι σέ ἐγρήγορση ἐνόψει τοῦ τελικοῦ ἐρχομοῦ Του νοουμένου εἴτε ὡς Δευτέρα Παρουσία Του εἴτε ὡς ὥρα τοῦ θανάτου. Κι ἀκόμη: νά εἶναι σέ ἐγρήγορση προκειμένου νά μή εἰσέλθουν σέ δαιμονικό πειρασμό. ῾Γρηγορεῖτε ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Κύριος ἔρχεται᾽. ῾Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν᾽. Νήφω καί γρηγορῶ λοιπόν κατά τόν Κύριο σημαίνει: μένω ἄγρυπνος πρῶτον, γιά νά μπορῶ νά ὑποδεχθῶ τόν Κύριο σάν τίς πέντε φρόνιμες παρθένους τῆς γνωστῆς παραβολῆς, οἱ ὁποῖες αὐτές μόνες εἰσῆλθαν μαζί μέ τόν νυμφίο Χριστό στούς γάμους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· δεύτερον, γιά νά εἶμαι θωρακισμένος ἀπέναντι στόν Πονηρό πού πάντοτε ξύπνιος προσπαθεῖ νά ἁλώσει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

3. Αἰτία ἀσφαλῶς γιά τήν ἀνάγκη τῆς νήψεως εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία, μέσα τόν ὁποῖο ῾ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια αὐτοῦ ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητός του᾽ μπορεῖ εὔκολα νά παγιδευτεῖ ἀπό ῾τήν τυραννίδα τῆς λήθης᾽ (ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας), καθώς ἐμπλέκεται στόν κόσμο τῶν αἰσθήσεων καί γοητεύεται ἀπό αὐτόν. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου, ὅπως καί τοῦ ἀποστόλου, δίνεται σέ ἐνεστωτικό χρόνο διαρκείας, ὥστε νά μήν ὑπάρξει ὑπόνοια διαλείμματος καί ἀποπροσανατολισμοῦ: ῾γρηγορεῖτε᾽, ῾νῆφε᾽. Τυχόν ἀμέλεια ἤ χαλάρωση ὡς πρός τήν ἐγρήγορση θά σημάνει τήν ἴδια ὥρα πνευματική ὀπισθοδρόμηση καί ἄνοιγμα ῾κερκόπορτας᾽ στήν ψυχή πρός ὄφελος τοῦ ἐχθροῦ. Πολλές φορές ἔχει ἐπισημανθεῖ ἡ παραπάνω ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή δέν μπορεῖ νά βαδίζει κανείς ταυτόχρονα σέ δύο ἀντίθετες κατευθύνσεις, διότι ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. ῾῾Ο μή ὥν μετά τοῦ Κυρίου κατ᾽ Αὐτοῦ ἐστιν᾽, συνεπῶς ἡ λήθη ὡς παραμερισμός τῆς προτεραιότητας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ σέ κατάσταση πνευματικοῦ χάους καί πνευματικῆς νέκρωσης. Τό παράδειγμα τοῦ ἀσώτου τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπολύτως ἐνδεικτικό: ὁ ἄσωτος πού ἐμπλέκεται μόνο στίς ἡδονές τοῦ βίου ἔχοντας διαγράψει τόν Πατέρα του εἶναι χαμένος καί νεκρός. ῾῾Ο υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀπολωλός᾽.

4. ῎Ετσι ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου στόν Τιμόθεο ἀποτελεῖ ὑπενθύμιση ὅτι ὁ χριστιανός δέν μπορεῖ νά βρίσκεται σέ ἀνάπαυση σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο. ῾Η ζωή του ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς στρατιωτικῆς ἑτοιμότητας ἐν καιρῷ πολέμου, ὅπως τό σημειώνει μάλιστα σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς πού τοῦ λέει νά πορεύεται στόν κόσμο ὡς καλός στρατιώτης ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.  Σύ οὖν κακοπάθησον ὡς καλός στρατιώτης ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Διότι, πέραν τῆς ἀνά πᾶσα στιγμή ἐμφάνισης τοῦ Κυρίου, ὁ ἀντίδικος διάβολος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽. Κι ἐκεῖνο πού κατεξοχήν βοηθεῖ τόν πιστό στήν ἐγρήγορση καί τήν πνευματική ἑτοιμότητα εἶναι, κατά τόν Κύριο, ἡ προσευχή καί ἡ διαρκής ἔγνοια γιά τή διακονία πού ἔχει κανείς ἀναλάβει. ῾Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε᾽ λέει ὁ Κύριος, ῾ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ καί τήν διακονίαν σου πληροφόρησον᾽, λέει ὁ ἀπόστολος. ῞Οσο μέ ἄλλα λόγια ἡ προσευχή ὡς ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μέ τόν Κύριο δέν ὑποβαθμίζεται καί δέν παραλείπεται, ὅσο ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἐκζήτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐπιμέλεια στήν πραγματοποίηση τοῦ χριστιανισμοῦ μας, τόσο καί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ θά εἶναι ἐναργής στή ζωή μας καί οἱ πύλες τῆς βασιλείας Του ἀνοικτές καί γιά μᾶς.
 Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε ὅτι μιλώντας γιά τήν προσευχή καί τήν ἐπιμέλεια στήν ἄσκηση τῆς ὅποιας διακονίας μας ἐννοοῦμε ἀφενός τήν προσευχή ὡς κοινή λατρεία στήν ᾽Εκκλησία πού ὁδηγεῖ καί στήν ἀδιάλειπτη κατ᾽ ἰδίαν προσευχή, ἀφετέρου τήν ἐπιμονή μας στην ὁδό τῆς ἀγάπης, ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἡ πρώτιστη καί πιό σημαντική διακονία μας στόν κόσμο τοῦτο, πράγμα πού σημαίνει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ὅτι χριστιανός χωρίς ἐκκλησιασμό καί προσευχή, ὅπως καί χωρίς ἀγάπη, βρίσκεται σέ κατάσταση πνευματικῆς καταστολῆς καί ἀναισθησίας, ἤδη χαμένος καί νεκρωμένος στόν αἰώνα τοῦτο τόν ἀπατεώνα.

γ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ τήν προτροπή τῆς νήψεως μᾶς φέρνει λίγο καί πάλι στήν ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδας. ῾Η ᾽Εκκλησία μας, σ᾽ αὐτήν την πιό λεπτή καί ὑψηλή ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς περίοδο, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ῾ἰδού ὁ νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός. Καί μακάριος ὁ δοῦλος ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δέ πάλιν ὅν εὑρήσει ραθυμοῦντα᾽. ῾Η νήψη δηλαδή ὡς χαρισματικό ἄνοιγμα τῶν ὀφθαλμῶν μας γιά ὅ,τι γίνεται στόν κόσμο καί μάλιστα στό βάθος του πέραν τῶν αἰσθήσεων, ὁδηγεῖ στή μακαριότητα. ῾Η ἔλλειψή της συνιστᾶ  ἀπό τώρα τήν κόλαση. ῾Ο Χριστός ἐντέλει δέν μᾶς θέλει κοιμισμένους ἀλλά μέ ὁλάνοιχτους τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας καί τῆς συνειδήσεώς μας. ῞Οσοι μίλησαν ἀπό τήν ἄποψη αὐτή γιά τή θρησκεία ὡς ὄπιο τοῦ λαοῦ ἀσφαλῶς ἐννοοῦσαν κάτι ἄλλο πέραν τοῦ χριστιανισμοῦ.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΚΤΙΣΤΟΣ (4 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο όσιος Θεόκτιστος που εορτάζουμε σήμερα, είναι άλλος από τον όσιο Θεόκτιστο, τον συνασκητή του αγίου μεγάλου Ευθυμίου, που εορτάζουμε τον Σεπτέμβριο.  Ο σημερινός υπήρξε ηγούμενος  στην ιερά μονή Κουκουμίου  της Σικελίας. Από νωρίς η μεγάλη αγάπη του προς τον Χριστό τον έστρεψε προς τον μοναχικό βίο και αποδύθηκε σε επίμονες προσευχές και σε μεγάλη εγκράτεια. Η ενάρετη ζωή του εκτιμήθηκε σύντομα, γι’ αυτό και έγινε ιερέας, αργότερα δε του ζητήθηκε να γίνει ηγούμενος στο μοναστήρι που ασκείτο.  Η πραότητα του χαρακτήρα του και η μεγάλη του ανεξικακία υπήρξαν παροιμιώδεις, με αποτέλεσμα ο λόγος του να γίνεται εύκολα αποδεκτός από τους μοναχούς του και τους πιστούς που συνέρρεαν στο μοναστήρι του. Έζησε αρκετά χρόνια και αναπαύτηκε εν Κυρίω ειρηνικά».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον όσιο Θεόκτιστο, ποίημα του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους, επικεντρώνουν στην κατά Χριστό πολιτεία του οσίου, ιδίως μετά την αποταγή του κόσμου και τον εγκλεισμό του στο μοναστήρι του.  Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Θεοφάνης μας παρουσιάζει με καθαρότητα την πορεία θεώσεως του οσίου ασκητή. Και εν πρώτοις τονίζει το κίνητρο για την απομάκρυνσή του από την κοσμική σύγχυση. Δεν ήταν μία απογοήτευση  ή μία απελπισία από την εμπαθή προσκόλληση στα του κόσμου, μολονότι και τέτοιες περιπτώσεις αποταγής υπάρχουν, χωρίς να καταδικάζονται από τους αγίους της Εκκλησίας μας. Το κίνητρό του ήταν ό,τι πιο ανώτερο, ευγενές και υγιές υφίσταται στην πνευματική ζωή της πίστεως, δηλαδή ο σφοδρός πόθος του για τον Χριστό: αυτός του έδωσε φτερά προκειμένου να φύγει από τη σύγχυση που δημιουργεί συνήθως ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος. «Πτερωθείς τω πόθω Χριστού, γέγονας μετάρσιος, της κοσμικής απαναστάς συγχύσεως∙ όθεν προσεχώρησας προς ασκήσεως τα επίπονα σκάμματα, δι’  εγκρατείας άγγελος καθάπερ επεβίωσας» (Φτερώθηκες από τον πόθο του Χριστού και μεταρσιώθηκες, ξεφεύγοντας από την κοσμική σύγχυση. Γι’ αυτό και προσχώρησες στα κοπιώδη σκάμματα της ασκήσεως και έζησες με εγκράτεια σαν άγγελος).

Από κει και πέρα, πληγωμένος από τον έρωτα του Χριστού, προσπαθούσε να ακολουθήσει τα ίχνη Εκείνου, νεκρώνοντας το όποιο αμαρτωλό φρόνημα κινούσε εντός του ο αρχέκακος διάβολος και δεχόμενος  στην καρδιά του την ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει η χάρη του Πνεύματος στον άνθρωπο, χωρίς δική του συνέργεια απομακρύνσεως από τα σκιρτήματα της αμαρτίας. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο υμνογράφος του οσίου είναι σαφής: «Ότε κατετρώθης την ψυχήν, έρωτι τω θείω, παμμάκαρ, τον σον επάρας σταυρόν, χαίρων ηκολούθησας τω σταυρωθέντι Χριστώ∙ και νεκρώσας το φρόνημα σαρκός, εγκρατεία, Πνεύματος ενέργειαν ζώσαν εισδέδεξαι» (Όταν καταπληγώθηκες στην ψυχή, από τον θείο έρωτα, παμμάκαρ, σηκώνοντας τον σταυρό σου, με χαρά ακολούθησες τον σταυρωμένο Χριστό. Κι αφού νέκρωσες το αμαρτωλό φρόνημα με την εγκράτεια, δέχτηκες τη ζωντανή ενέργεια του αγίου Πνεύματος). Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός του αγίου υμνογράφου ως προς την επίπονη σκληρή άσκηση του οσίου Θεοκτίστου: «χαίρων». Ο όσιος ασκητής σήκωνε τον σταυρό του και ακολουθούσε με συνέπεια τον σταυρό του Χριστού όχι με κατήφεια, όχι με ψυχική πίεση και στενοχώρια – δείγματα ότι δεν υφίσταται στην πραγματικότητα η αγάπη προς τον Χριστό – αλλά με χαρά. Κι αυτό ακριβώς είναι το γνώρισμα της ειλικρινούς αγάπης σ’ Εκείνον: ασκώ βία στον εαυτό μου, «νεκρώνω» -  με την έννοια του μεταστρέφω - τα αμαρτωλά πάθη μου, προκειμένου να έχω ζωντανή την παρουσία του Χριστού μέσα στην ύπαρξή μου. Κι αυτό γίνεται με χαρά. Μόνον στην αρχή της ασκητικής προσπάθειας μπορεί να υπάρξει στενοχώρια, όπως όταν ανάβει κανείς ένα ξύλο μπορεί στην αρχή να βγάλει καπνιά, έπειτα όμως η χαρά της χάρης του Θεού γλυκοχαράζει στην ψυχή και γίνεται αγαλλίαση και παρηγοριά και στην ψυχή και στο σώμα.


Η ασκητική αυτή πορεία καθάρσεως του οσίου Θεοκτίστου, πορεία επί τα ίχνη του Ιησού με τη χάρη Εκείνου και αυτονοήτως μέσα σε εκκλησιαστικά πλαίσια, δεν είχε διαλείμματα. Διάλειμμα, όπως όλοι γνωρίζουμε, στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν. Όποιος προσπάθησε να «ξεκουραστεί», να κάνει διάλειμμα, είδε ότι αυτομάτως οπισθοχώρησε. Ή προχωρεί κανείς προς τα εμπρός ή δυστυχώς γκρεμίζεται. «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει» απεκάλυψε ο Κύριος. Αυτό βλέπουμε, κατά τον υμνογράφο μας, και στη ζωή του οσίου Θεοκτίστου. Ο νους του υπήρξε άγρυπνος, γιατί έσπευδε να δει μέσα του να ανατέλλει το φως του Θεού. Είχε γίνει, όπως σημειώνουν όλα τα ασκητικά κείμενα, «όλος μάτια». «Άγρυπνον νουν αενάως προσφέρων, πάτερ θεόφρον, πάθη κατεκοίμισας ψυχοφθόρα, όρθρον προς θείον επειγόμενος φθάσαι, προς αδύτου φωτός λαμπρότητα των ευφραινομένων, εν ω η κατοίκησις» (Προσφέροντας αδιάκοπα ξάγρυπνο νου, θεόφρον πάτερ, κοίμισες εντελώς τα ψυχοφθόρα πάθη, επειδή βιαζόσουν να φθάσεις στη θεϊκή αυγή, στη λαμπρότητα του άδυτου φωτός αυτών που ευφραίνονται και στο οποίο κατοικούν). Με άλλα λόγια ο όσιος Θεόκτιστος αγωνίστηκε να κρατήσει ανόθευτο αυτό που δήλωνε το όνομά του: «Θεού κτίσις». Γι’ αυτό ακριβώς κατά τον άγιο Θεοφάνη και τον τιμούμε και τον γεραίρουμε. «Θεού κτίσις πέφυκας, Θεόκτιστε, ανόθευτος, μη νοθεύσας ψυχής σου το κάλλος, όσιε, των αμαρτημάτων κηλίσιν, αλλά σαυτόν, όλον ωραΐσας καλών επιδόσεσι∙ διά τούτο σε γεραίρομεν». (Έγινες ανόθευτη κτίση Θεού, Θεόκτιστε, γιατί δεν νόθευσες το κάλλος της ψυχής σου, όσιε, με τις κηλίδες των αμαρτημάτων. Αντίθετα, ομόρφυνες τον εαυτό σου με τις επιδόσεις των καλών και ωραίων, γι’ αυτό και σε δοξάζουμε).


Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ



«Ο άγιος Σίλβεστρος χειροτονείται λόγω της μεγάλης του αρετής επίσκοπος της πρεσβυτέρας Ρώμης, διαδεχόμενος τον προηγούμενο επίσκοπο Μιλτιάδη που απέθανε. Έκανε πολλά θαύματα και ήταν αυτός που χειραγώγησε στην πίστη του Χριστού τον μέγα βασιλιά Κωνσταντίνο, του οποίου καθάρισε διά του αγίου Βαπτίσματος τα πάθη της ψυχής και του σώματός του, και απέδειξε ότι ο Χριστός είναι Αυτός που προφητεύτηκε από την Παλαιά Διαθήκη, όπως και έδωσε ζωή σε έναν ταύρο, τον οποίο φόνευσε με μάγια ένας Εβραίος και δεν μπόρεσε βεβαίως να τον ξαναφέρει πίσω στη ζωή. Ο άγιος έγινε αίτιος της σωτηρίας πολλών ανθρώπων και εξεδήμησε προς τον Κύριο σε βαθύ γήρας».

Ο άγιος Σίλβεστρος μολονότι ανήκει στους Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, τιμάται  από την οικουμενική Ορθοδοξία. Διότι έζησε σε εποχή που ήταν ενωμένη η Δύση με την Ανατολή, δηλαδή σε εποχή που το σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας δεν την είχε ακόμη απομακρύνει από την αλήθεια της πίστεως. Κι όχι μόνον τούτο: αποτελούσε στην εποχή του, αλλά και διαχρονικά, Πατέρα και Διδάσκαλο της ορθοδοξίας, τόσο που υπερμάχησε γι᾽ αυτήν αγωνιζόμενος κατά των παρεκκλίσεων των αιρέσεων: φανέρωσε με δύναμη τη μία φύση του Τριαδικού Θεού, αλλά σε τρεις υποστάσεις, Μονάδα στην Τριάδα και Τριάδα στη Μονάδα. Πατέρας, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία όμως θεότητα. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας τονίζουν με έμφαση τον υπέρ της αληθούς πίστεως αγώνα του, όπως και την προσπάθειά του να δείξει ότι η αίρεση, η διαστρέβλωση της πίστεως, συνιστά σκότος, που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον ίδιο τον Θεό. «Πάτερ Ιεράρχα Σίλβεστρε, ιερωσύνης φωτί ιερώς φωτιζόμενος, τους πιστούς εφώτισας φωτοβόλοις διδάγμασι, Μονάδα φύσει την τρισυπόστατον ουσίαν σέβειν∙ και απεδίωξας σκότος αιρέσεων» (Πάτερ Ιεράρχα Σίλβεστρε, με το ιερό φως της ιερωσύνης σου φώτισες τους πιστούς με φωτοβόλα διδάγματα να σέβονται την τρισυπόστατη ουσία της Θεότητος, ως Μονάδα κατά τη φύση Της. Και γι’ αυτό έδιωξες μακριά το σκοτάδι των αιρέσεων).

Η επισήμανση του ιερού υμνογράφου περί της αιρέσεως ως σκότους δεν πρέπει να διαλάθει εύκολα της προσοχής μας. Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη δυστυχώς και πιστοί «χριστιανοί», το υποβαθμίζουν. Δηλαδή ότι τα δόγματα της πίστεως δεν είναι απλώς κάποιες θεωρητικές προτάσεις, οι οποίες έχουν σημασία μόνον για κάποιους θεολόγους και παπάδες. Τα δόγματα συνιστούν τη φανέρωση της αληθινής εικόνας του Τριαδικού Θεού και του Ιησού Χριστού ως του ενανθρωπήσαντος Θεού, που σημαίνει ότι υποβάθμιση ή παρέκκλιση από αυτά οδηγεί αυτομάτως σε οντολογική αλλοίωση του ίδιου του ανθρώπου και απώλεια της ίδιας της σωτηρίας του, ως πραγματικής σχέσεως με τον Θεό. Με άλλα λόγια το δόγμα καθορίζει το ήθος και τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε αγωνίστηκε «έως θανάτου» υπέρ της αληθείας της πίστεώς της. Τέτοιος πατέρας και διδάσκαλος λοιπόν της πίστεως ήταν και ο άγιος Σίλβεστρος κι αυτό προβάλλει εν πρώτοις ο άγιος υμνογράφος του.

Ο ίδιος βεβαίως, ο άγιος Ιωσήφ, δεν μένει μόνον στην προβολή του αγίου Σιλβέστρου ως διαπρυσίου διδασκάλου της ορθοδοξίας και αντιαιρετικού αγωνιστή. Επικεντρώνει την προσοχή του και στις προϋποθέσεις του αγίου, προκειμένου να έχει τον θείο αυτόν φωτισμό: ο άγιος Σίλβεστρος, μολονότι επίσκοπος και μάλιστα της έχουσας τότε τα πρεσβεία τιμής πρεσβυτέρας Ρώμης, ή μάλλον ακριβώς λόγω της θέσεώς του αυτής, υπήρξε μέγας ασκητικός άνδρας, που αγωνιζόταν για τον προσωπικό του αγιασμό διά της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και συνεπώς της υπερβάσεως των ψεκτών αμαρτωλών παθών. «Μεγαλοφρόνως παθών κατεκράτησας και σάρκα ασκητικαίς αγωγαίς υπέταξας τω Πνεύματι, σοφέ∙ θείον καταγώγιον Τριάδος γεγονώς περιφανώς της πονηρίας τα πνεύματα ψάλλων εταπείνωσας» (Κυριάρχησες με υψηλό φρόνημα πάνω στα πάθη σου, σοφέ Σίλβεστρε, και υπέταξες το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα  με τους ασκητικούς τρόπους ζωής στον άγιον Πνεύμα. Έγινες λοιπόν θείο κατοικητήριο της Τριάδος, γι’ αυτό και ψάλλοντας ταπείνωσες με ένδοξο τρόπο τα πνεύματα της πονηρίας). Ο υμνογράφος εξαγγέλλει το αυτονόητο: κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινός διδάσκαλος της Εκκλησίας και μάλιστα κληρικός, αν δεν ακολουθεί ασκητική διαγωγή με τήρηση των εντολών του Κυρίου. Διαφορετικά, συνιστά κίβδηλο διδάσκαλο, που και την όποια θεωρητική κατάρτισή του στα θέματα της πίστεως θα την χάσει σύντομα. Ο φωτισμός του νου δηλαδή συνυπάρχει όχι μόνον με τη μελέτη των κειμένων της Εκκλησίας μας, αλλά και με τον ασκητικό τρόπο της ζωής.