Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ (3β)



Γ´ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

῾Ξένον τόκον ἰδόντες ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τόν νοῦν εἰς οὐρανόν μεταθέντες᾽.

1. ῾Ο ὑμνογράφος βασίζεται στό γεγονός τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τῆς βάσεως καί τοῦ θεμελίου ὁλόκληρης τῆς χριστιανικῆς πίστεως, γιά νά μᾶς θυμίσει δύο πράγματα: πρῶτον, ὅτι ἡ Γέννηση αὐτή συνιστᾶ τό κατεξοχήν μυστήριο, ὄντως ῾ξένον τόκον᾽ πού ἀνατρέπει κάθε ἀνθρώπινη λογική – πῶς ἡ λογική νά δεχθεῖ τόν Θεό πού γίνεται ἄνθρωπος; ῾Οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν᾽· δεύτερον, ὅτι ἐνώπιον τοῦ παραδόξου αὐτοῦ τόκου ὁ ἄνθρωπος καλεῖται σέ μετάνοια, σέ ἀλλαγή δηλαδή τρόπου ζωῆς, διότι ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ τήν μόνη προϋπόθεση  κατανοήσεως καί μετοχῆς στόν σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου: νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ξεκινώντας τήν δημόσια δράση Του αὐτό ἀκριβῶς κήρυξε: ῾Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν᾽. Τήν ἴδια ἀλήθεια τονίζει καί ὁ ὑμνογράφος μέσα στήν συνάφεια τοῦ συγκεκριμένου οἴκου τῶν χαιρετισμῶν: ῾Διά τοῦτο γάρ ὁ ὑψηλός Θεός ἐφάνη ἐπί γῆς ταπεινός ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκῦσαι πρός τό ὕψος τούς αὐτῷ βοῶντας, ᾽Αλληλούϊα᾽.

2. Σέ τί μᾶς καλεῖ λοιπόν συγκεκριμένα ὁ ὑμνογράφος; Μπροστά στήν παράδοξη καί ὑπέρ φύσιν γέννα νά γίνουμε ξένοι ἀπό τόν κόσμο. ῾Ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου᾽. Κι ἐννοεῖ βεβαίως ὄχι νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τούς ἀνθρώπους καί τήν Δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀπό τό κοσμικό φρόνημα, δηλαδή τό φρόνημα τῆς ἁμαρτίας. Πρόκειται γιά τήν ἀλήθεια πού ἐπανειλημμένως προβάλλεται σχεδόν ἀπό ὅλες τίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας -  ὅπως γιά παράδειγμα στήν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως, ὅπου καλούμαστε νά ἀποξενωθοῦμε ἀπό τά πάθη μας γιά νά σχετιστοῦμε μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ: ῾Ξενωθείην παθῶν καί τῆς χάριτος σχοίην τε προσθήκην᾽ -, προβάλλεται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅταν μιλοῦν γιά τήν ἀποταγή τοῦ κόσμου, κυρίως ὅμως προβάλλεται ἀπό τόν ἴδιο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού μᾶς καλεῖ νά ἀποστραφοῦμε τό φρόνημα αὐτό, νά μήν ἀγαπήσουμε δηλαδή ὅτιδήποτε συνιστᾶ φιλοσαρκία καί φιληδονία, φιλαργυρία καί φιλοκτημοσύνη, κενοδοξία καί ὑπερηφάνεια. ῾Μή ἀγαπῶμεν τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ. ῞Οτι πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστι᾽ (ἅγ. ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος). Μέ ἄλλα λόγια ἡ κλήση γιά ἀποστροφή καί ἀποξένωση τοῦ κόσμου εἶναι ἀποστροφή ἀπό τήν ρίζα τῆς ἁμαρτίας: τόν ἐγωϊσμό καί τήν φιλαυτία ὡς νοσηρή ἀγάπη πού θέτει τό ἐγώ ὡς θεότητα, συνεπῶς δέν ἀφήνει κανένα χῶρο γιά ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

3. Πῶς θά γίνει αὐτό; Πῶς μποροῦμε νά ἀποξενωθοῦμε ἀπό τά ψεκτά αὐτά πάθη γιά νά εἴμαστε μέ τόν Θεό; ῎Οχι τόσο μέ τό νά τά πολεμᾶμε κατευθεῖαν, λέει ὁ ὑμνογράφος ὡς φωνή καί συνείδηση τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅσο μέ τό νά περιφρονοῦμε τήν γοητευτική φωνή τους διά τῆς στροφῆς τοῦ νοῦ μας στόν οὐρανό, στόν Χριστό δηλαδή καί στήν Βασιλεία Του, ὅπως καί στίς ἔνθεες ἀρετές Του, δηλαδή τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη, τήν ταπείνωση: ῾τόν νοῦν εἰς οὐρανόν μεταθέντες᾽. Αὐτή εἶναι ἡ βασική μέθοδος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως ἐπιγραμματικά τό ἔχει ἐκφράσει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ῾νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τό κακόν᾽. Καί ἡ ἐκκλησιαστική ἐμπειρία  διαπιστώνει ὅτι πράγματι πιό εὔκολος τρόπος γιά νά νικήσει κανείς τό κακό δέν ὑπάρχει πέραν τῆς στροφῆς στό ἀγαθό.

4. Πολλές φορές ταλαιπωρούμαστε καί δυσκολευόμαστε νά νικήσουμε τήν κακία καί τήν ὅποια ἀδυναμία μας, γιατί πιστεύουμε ὅτι πρέπει νά τά πολεμήσουμε κατά μέτωπον. Χωρίς νά ἀποκλείει κανείς καί αὐτήν τήν πνευματική μέθοδο (π.χ. ῾δός αἷμα καί λάβε Πνεῦμα᾽), οἱ ἅγιοί μας ἐπιμένουν: τό εὔκολο καί τό ῾ἀναίμακτο᾽ (Γέρων Πορφύριος) εἶναι ἡ ἁπαλή στροφή τοῦ νοῦ μας στό ἀγαθό. Κατά τόν λόγο τοῦ μεγάλου συγχρόνου Γέροντος τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ π. Πορφυρίου, ῾τό σκοτάδι νικιέται ὄχι μέ τό νά τό πυροβολεῖ κανείς, ἀλλά μέ τό ἀνάβει τό φῶς᾽.  ῾Τό νερό πού ποτίζει τό χωράφι μέ τά λουλούδια, ἀφήνει χέρσο ὡς ἀπότιστο τό χωράφι μέ τά ἀγκάθια καί τά ζιζάνια᾽ (π. Παΐσιος). Νερό εἶναι ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς μας πού ἐνισχύεται ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. ῞Οταν στρέφουμε τήν δύναμη αὐτή πρός τόν Θεό καί τό θέλημά Του, τότε κατά συνέπεια ἀδυνατίζει τό κακό καί ἡ ὅποια δύναμή του!

῾Η Παναγία μας ἄν ἅγιασε καί ἕλκυσε τόσο πολύ τόν Θεό σ᾽ αὐτήν ἦταν γιατί ὁ νοῦς της βρισκόταν ὁλωσδιόλου στραμμένος σ᾽ ᾽Εκεῖνον. Τροφή καί τρυφή της ἀδιάκοπη ἦταν τό ἅγιο θέλημά Του. Κάθε ἀνθρώπινο πάθος καί κακία λοιπόν ἐξαφανίστηκε καί χαριτώθηκε ἔτσι ὥστε νά γίνει ἡ ῾Υπέραγνη Μητέρα Του. ῎Ας στρέψουμε κι ἐμεῖς λοιπόν τόν νοῦ μας  στόν Θεό. ῎Ας τόν ποτίζουμε καθημερινά μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ὕμνους τῆς ᾽Εκκλησίας μας, μέ τούς βίους τῶν ἁγίων μας. Χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε ἴσως θά προχωροῦμε στήν ἁγιότητα. Καί ἁγιότητα σημαίνει ὅτι σαρκώνουμε κι ἐμεῖς μέσα μας τόν Χριστό. 

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ (3)



Γ´ ΣΤΑΣΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

῾Νέαν ἔδειξεν κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ᾽ αὐτοῦ γενομένοις...ἵνα τό θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν…᾽
Μέ τήν ἐμφάνισή Του ὁ Δημιουργός ἔδειξε σέ ἐμᾶς τά δημιουργήματά  Του νέα δημιουργία…ὥστε βλέποντας τό θαῦμα νά ὑμνήσουμε αὐτήν.

᾽Αφορμή νά προσεγγίσουμε καί πάλι τό πανάχραντο πρόσωπο τῆς Παναγίας μᾶς δίνει ὁ πρῶτος οἶκος τῆς Γ´ στάσης: Βλέποντας, λέει ὁ ὑμνογράφος, τό θαῦμα τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτήν, πού γίνεται ἔτσι μητέρα καί παραμένει παρθένος, κινούμαστε σέ ὑμνολογία πρός αὐτήν! ῾...ἵνα τό θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες...᾽

Νά θυμηθοῦμε, καταρχάς, ὅτι μπροστά στήν Παναγία στεκόμαστε μέ δύο τρόπους: ἤ δοξολογικά - ὑμνητικά, ὅπως στούς Χαιρετισμούς, ἤ παρακλητικά, ὅπως στίς Παρακλήσεις πρός αὐτήν. Στίς παρακλήσεις μας μάλιστα πολλές φορές δέν χρειάζονται λόγια: ἀρκεῖ ὁ πόθος τῆς καρδιᾶς μας, γιά νά προσφέρει ἐκείνη τήν παράκληση- παρηγοριά σ᾽ αὐτήν. ῾Απλῶς νά τονίσουμε ὅτι ἀνώτερος τρόπος, ἀνεβασμένο θά λέγαμε ἐπίπεδο, εἶναι ἡ δοξολογική στάση, γιατί φανερώνει τήν παρηγορημένη, τήν ῾παρακεκλημένη᾽ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀρχοντιά τῆς ἀγάπης μας πρός Αὐτήν. Ὅπως συνήθιζε παρεμφερῶς νά λέει καί ὁ Γέρων Τύχων, ὁ πνευματικός τοῦ Γέροντος Παϊσίου μέ τά σπασμένα ἑλληνικά του: ῾τό Κύριε ἐλέησον, 100 δραχμές, τό Δόξα τῷ Θεῷ, χίλιες δραχμές᾽ !

Στό συγκεκριμένο οἶκο (Ν) ὁ ὑμνογράφος ἔρχεται νά μᾶς διευκρινίσει τήν αἰτία τῆς δοξολογικῆς-ὑμνητικῆς στάσης πρός τήν Παναγία, γιατί δηλαδή τήν τιμοῦμε, γιατί λέμε σ᾽ αὐτήν τά Χαῖρε. Δέν ὑμνολογοῦμε λοιπόν τήν Παναγία, γιατί (α) ἔχει μιά ἰδιαίτερη φυσική ὀμορφιά, ὅπως συμβαίνει ἰδίως τή σημερινή ἐποχή, πού ἡ φυσική ὀμορφιά θεωρεῖται, κατεξοχήν στό χῶρο τοῦ θεάματος, ἀπό μόνη της μεγάλη ἀξία, μολονότι καί ἡ Παναγία πρέπει νά εἶχε καί μιά τέτοια ὀμορφιά, λόγω ἀκτινοβολίας τῆς πνευματικῆς ὀμορφιᾶς της - ἄς θυμηθοῦμε τό ἁγιογραφικό ῾Καρδίας εὐφραινομένης τό πρόσωπον θάλλει᾽ (Παροιμίες), (β) οὔτε ὅμως λόγω τῶν πολλῶν καί ἀξεπέραστων ἀνθρωπίνως ἀρετῶν της, πού κάνουν ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους νά λέμε λόγια θριαμβευτικά μπροστά τους. Πόσες φορές ἄλλωστε δέν ἐνθουσιαζόμαστε, ὅταν βρεθοῦμε ἐνώπιον ἀνθρώπων μέ σπάνιες ψυχικές ἀρετές; Πόσο περισσότερο συμβαίνει τοῦτο ἐνώπιον τῶν ἀρετῶν τῆς Παναγίας! Ὅμως οὔτε αὐτό εἶναι ἡ κύρια αἰτία τῆς ὑμνητικῆς στάσης μας ἀπέναντί της. Γιατί λοιπόν; Γιατί τήν ὑμνολογοῦμε; Γιατί, λέει ὁ ὑμνογράφος, βλέπουμε σ᾽ αὐτήν τό θαῦμα: νά ἔχει σαρκώσει μέσα της τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, νά φανερώνεται ἔτσι ὡς νέα κτίση τοῦ Θεοῦ καί νά διακηρύσσεται τοῦτο μέ τήν ἀειπαρθενία της: νά εἶναι Μητέρα καί Παρθένος, ῾νύμφη ἀνύμφευτος᾽!

Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ἡ ὀμορφιά τῆς Παναγίας ὀφείλεται στό θαῦμα τῆς ἐπελεύσεως ἐπ᾽ αὐτήν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τῆς σαρκώσεως γι᾽ αὐτό τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, μέ ἄλλα λόγια ἡ ὀμορφιά Της ὀφείλεται στόν Θεό πού Τήν ἐπισκέφθηκε καί ὄχι ἁπλῶς σέ κάτι δικό της - ἄν καί τίποτε στήν πραγματικότητα δέν ὑπάρχει γνήσια καλό δικό μας, τῶν ἀνθρώπων, χωρίς τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού μᾶς τό δίνει. Κι αὐτό κατ᾽ ἐπέκταση θά πεῖ: ἡ ἀληθινή ὀμορφιά τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα του, πού φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα, κατά τόν ὑμνογράφο, τή δοξολογία καί τήν ὑμνολογία τοῦ πιστοῦ συνανθρώπου ὡς ξέσπασμα καί ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς του, ἐπειδή ἀκριβῶς γίνεται θεατής καί μέτοχος αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς. ῾Ὅτι ἐξ Αὐτοῦ καί δι᾽ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα᾽!

῎Ετσι, μπροστά στήν ὀμορφιά τῆς Παναγίας ἀπό τό θαῦμα τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτήν, ἡ καρδιά μας ἀνοίγει καί ὁ λόγος γίνεται τραγούδι. ῎Αν μπροστά στήν ὀμορφιά πολλές φορές τῆς φύσης θέλουμε νά τραγουδήσουμε καί νά ψάλουμε, πόσο περισσότερο προκαλούμαστε γιά κάτι τέτοιο μπροστά σ᾽ Αὐτήν πού Τήν ἐπισκέφθηκε ἡ πηγή τῆς ὀμορφιᾶς, ὁ ἴδιος ὁ Θεός; ῎Εχει εἰπωθεῖ: ῾ ἡ ὀμορφιά θά σώσει τόν κόσμο᾽! Ναί, εἶναι ἀλήθεια. Ὅταν ἡ ὀμορφιά εἶναι ἀκριβῶς ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού Τήν ψηλαφοῦμε στά πρόσωπα τῶν ἁγίων καί μάλιστα τῆς Θεοτόκου. Μπροστά στήν Παναγία σωζόμαστε, γιατί μᾶς ἀνοίγει τήν καρδιά καί θέλουμε νά τραγουδήσουμε. Μπροστά στήν Παναγία ὅμως νιώθουμε καί τή δική μας εὐθύνη: νά γινόμαστε κι ἐμεῖς τό ἴδιο ὄμορφοι, μέ τόν Θεό δηλαδή μέσα μας, ὥστε νά μήν ῾κουμπώνονται᾽ οἱ συνάνθρωποί μας ἀπέναντί μας οὔτε καί νά σκυθρωπάζουν ἐξαιτίας τῆς δυστροπίας μας, ἀλλά ἀντιθέτως νά ἀνοίγει καί αὐτῶν ἡ καρδιά καί μόνο μέ τή θέα μας καί μόνο μέ τό ἄκουσμά μας!


Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ (8)



῾Η ὑπομονή

῾Η ταπεινοφροσύνη κατά τούς Πατέρες δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὑπομονή. Γι᾽ αὐτό καί στήν συνέχεια τῆς εὐχῆς ὁ ὅσιος ᾽Εφραίμ τοποθετεῖ τήν χάρη τῆς ἀρετῆς αὐτῆς. ῾Ο ὅσιος ᾽Ηλίας ὁ ἔκδικος ὡς ἑξῆς μᾶς δίνει τήν ἄρρηκτη σχέση ταπεινοφροσύνης καί ὑπομονῆς. ῾Σπίτι τῆς ψυχῆς – γράφει – εἶναι ἡ ὑπομονή, ἐπειδή μέσα σ᾽ αὐτήν ζεῖ ἐξασφαλισμένη. Περιουσία της εἶναι ἡ ταπείνωση, γιατί τρέφεται ἀπό αὐτήν᾽. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι ὅπως ἀπαραίτητη γιά τήν πνευματική προκοπή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ταπείνωση, ἔτσι ἀπαραίτητη εἶναι καί ἡ ὑπομονή. Εἶναι τόσο σημαντική μάλιστα ἡ ἀρετή τῆς ὑπομονῆς, ὥστε χωρίς αὐτήν δέν ὑπάρχει σωτηρία. Τά λόγια τοῦ Κυρίου μας ἰδίως δέν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφισβητήσεως. ῾῾Ο ὑπομείνας εἰς τέλος – εἶπε – οὗτος σωθήσεται᾽ (Ματθ. 10, 22). ῾Ο ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός, μεγάλος νηπτικός συγγραφέας, γράφει κι αὐτός γιά τήν σημασία τῆς ὑπομονῆς. ῾Κάθε ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη πρό πάντων ἀπό ὑπομονή, ὅπως ἡ γῆ ἀπό βροχή, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, γιά νά βάλει πάνω σ᾽ αὐτήν τό θεμέλιο, πού λέει ὁ ἀπόστολος, δηλαδή τήν πίστη, καί πάνω στήν πίστη κτίζει σιγά-σιγά ἡ διάκριση σάν ἔμπειρος οἰκοδόμος τό σπίτι τῆς ψυχῆς᾽.

῾Η ὑπομονή λοιπόν εἶναι τό ἔδαφος, πάνω στό ὁποῖο μπορεῖ νά οἰκοδομηθεῖ ὁποιαδήποτε ἀρετή. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὑπομονή δέν εἶναι μία ἀπό τίς πολλές ἀρετές, ἀλλά αὐτή πού συνοδεύει ὅλες καί στήν γένεσή τους, μά καί στήν διατήρηση καί τήν τελείωσή τους. ῾Η κάθε ἀρετή δηλαδή εἶναι πράγματι ἀρετή, ὅταν εἶναι καρπός ὑπομονῆς. Γι᾽ αὐτό καί οἱ Πατέρες τήν ἀρετή πού ἀποκτήθηκε χωρίς κόπο καί ὑπομονή τήν θεωροῦν ἐπιφανειακή καί συνεπῶς εὔκολη νά χαθεῖ. ῾῾Η ὑπομονή εἶναι ἡ συγκρότηση ὅλων τῶν ἀρετῶν. Γιατί καμμία ἀρετή δέν στέκεται χωρίς τήν ὑπομονή. Καθένας πού θά στραφεῖ πίσω δέν εἶναι κατάλληλος γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. ᾽Αλλά καί ἄν νομίζει κανείς ὅτι ἔχει ὅλες τίς ἀρετές, πάλι δέν εἶναι κατάλληλος, ἄν δέν ὑπομείνει μέχρι τό τέλος, ὥστε ἀφοῦ σωθεῖ ἀπό τίς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ, νά φτάσει στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν᾽ (ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός).

῞Ωστε τίποτε δέν εἶναι περισσότερο ἀναγκαῖο στήν πνευματική ζωή καί τά στάδιά της, ὅσο ἡ ὑπομονή. Αὐτή δίνει τήν δύναμη ἀντοχῆς ἰδιαιτέρως στίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς. ῎Αλλωστε τί νόημα θά εἶχε νά μιλᾶμε γιά ὑπομονή, ἄν δέν ὑπῆρχα οἱ θλίψεις καί οἱ πειρασμοί; Εἶναι σημαντικό ὅμως ἐδῶ νά σημειώσουμε ὅτι αὐτή ἡ ὑπομονή τῶν θλίψεων καί τῶν πειρασμῶν δέν γίνεται ἀπό μία μοιρολατρική ἤ καί μαζοχιστική ἀκόμη διάθεση. Δέν εἶναι δηλαδή ἡ ὑπομονή τοῦ ῾ὑπομένω, γιατί δέν μπορῶ νά κάνω ἀλλιῶς᾽. Μία τέτοια ὑπομονή συσσωρεύει ἀγανάκτηση καί διάθεση ἐκδικήσεως, ὅταν βρεῖ δέ τήν κατάλληλη στιγμή, θά ἐκφραστεῖ ὡς βία καί ἐπανάσταση. ῾Η ὑπομονή γιά τήν ὁποία μιλᾶμε ἐδῶ ἔχει νόημα καί περιεχόμενο. Κατανοεῖται μέ τήν προοπτική τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὑπάρχει ἡ πίστη ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει - ὄχι δημιουργεῖ - τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς γιά νά δοκιμαστεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ Αὐτόν καί νά ὁδηγηθεῖ ἔτσι στήν ὁλοκλήρωσή του, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ὁμοίωσή του μέ τόν Δημιουργό του.

Μέσα στήν διάσταση αὐτή οἱ θλίψεις καί οἱ πειρασμοί ὄχι μόνον δέν ἀξιολογοῦνται ἀρνητικά, ἀλλά ἐντελῶς θετικά: θεωροῦνται μακαριότητα καί χαρά, εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στό πλάσμα του, ῾Μακάριος ἀνήρ ὅς ὑπομένει πειρασμόν, ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τόν στέφανον τῆς ζωῆς, ὅν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν᾽ (᾽Ιακ. 1, 12). Καί: ῾Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, εἰδότες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν, ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί ὁλόκληροι ἐν μηδενί λειπόμενοι᾽ (᾽Ιακ. 1, 2-4). ῾Ο ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός καί πάλι σημειώνει: ῾Καλύτερο ἀπό ὅλα εἶναι ἡ ὑπομονή στίς θλίψεις. ᾽Εκεῖνος πού ἀξιώθηκε νά ἔχει αὐτό τό μεγάλο χάρισμα, ὀφείλει νά εὐχαριστεῖ τόν Θεό, γιατί εὐεργετήθηκε περισσότερο ἀπό ὅλους.  ῎Εγινε μιμητής τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων ἀποστόλων Του, τῶν μαρτύρων καί τῶν ὁσίων᾽.

῎Αμεσα κατανοοῦνται οἱ παραπάνω ἀλήθειες μέσα ἀπό ἕνα συγκεκριμένο παράδειγμα πού μᾶς παρέχει ὁ ἅγιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος. Λέγει χαρακτηριστικά: ῾Εἶπε κάποιος ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες. ῾Υπῆρχε κάποτε κάποιος ἀναχωρητής, γέροντος τίμιος πρός τόν ὁποῖο πῆγα καί ἐγώ μιά φορά, ὅταν βρισκόμουνα σέ λύπη τῶν πειρασμῶν. Αὐτός ὁ μακάριος ἦταν ξαπλωμένος, γιατί ἦταν ἀσθενής. ᾽Αφοῦ τόν ἀσπάσθηκα καί κάθισα κοντά του, τοῦ εἶπα: Νά εὔχεσαι, πάτερ, γιά μένα, γιατί πολύ θλίβομαι ἀπό τούς πειρασμούς τῶν δαιμόνων. ᾽Εκεῖνος ἄνοιξε τά μάτια του, μέ κοίταξε καί εἶπε: Παιδί μου, εἶσαι ἀκόμα νέος καί ὁ Θεός δέν ἀφήνει σέ σένα πειρασμούς. Κι ἐγώ εἶπα, ναί, καί νέος εἶμαι, καί πειρασμούς ἔχω δυνατῶν ἀνθρώπων. Κι ἐκεῖνος πάλι εἶπε: Λοιπόν ὁ Θεός θέλει νά σοῦ δώσει σοφία. ᾽Απάντησα: Καί πῶς θέλει νά μοῦ δώσει σοφία, ἐνῶ καθημερινά κινδυνεύω τόν ψυχικό θάνατο; Κι ἐκεῖνος: Σιώπα, παιδί μου, ὁ Θεός σέ ἀγαπᾶ. Μέλλει ὁ Θεός νά σοῦ δώσει τήν χάρη Του. Κι εἶπε στήν συνέχεια: Γνώριζε, τέκνον, ὅτι τριάντα χρόνια πολέμησα μέ τούς δαίμονες, κι ἐνῶ πέρασε τό 25ο ἔτος, ἄρχισα νά βρίσκω κάποια μικρή ἀνάπαυση. Καθώς περνοῦσε ὁ καιρός, αὔξανε καί ἡ ἀνάπαυσή μου. ᾽Αφοῦ πέρασε δέ τό 27ο κι ἔφθασε τό 28ο ἔτος, αὐξήθηκε καί ἡ ἀνάπαυσή μου περισσότερο. ᾽Αφοῦ πέρασε δέ καί τό 30ό κι ἔφθανα ἤδη στό τέλος, τόσο αἰσθάνθηκα τήν δύναμη τῆς ἀναπαύσεως, ὥστε δέν γνώριζα σέ πόσο μέτρο ἔφθασε. Εἶπε δέ ἀκόμη καί τά ἑξῆς: ὅτι ὅταν ἐγερθῶ στήν προσευχή μου, μιά μόνη δόξα προφθάνω νά πῶ. Στήν συνέχεια καί τρεῖς μέρες νά σταθῶ, βρίσκομαι σέ ἔκπληξη μέ τόν Θεό, καί δέν αἰσθάνομαι καθόλου τόν κόπο. ᾽Ιδού λοιπόν τό δι᾽ ὑπομονῆς ἔργον τοῦ πολλοῦ καιροῦ ποίαν ἀνάπαυσιν προεξένησεν εἰς ἐμέ᾽.

᾽Από τά παραπάνω καταφαίνεται ὅτι ἡ ὑπομονή παρέχει τήν τάξη στόν πνευματικό ἀγώνα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά πολεμᾶ τά πάθη του ὄχι ὅλα μαζί, ἀλλά ἕνα-ἕνα. Γιατί διαφορετικά ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ῾νά ἀποτύχει καί νά γυρίσει πίσω καί νά μή βρεθεῖ κατάλληλος γιά τήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν᾽. ῾Η βιασύνη δηλαδή καί ἡ ἀνυπομονησία στήν πνευματική ζωή ἀποτελοῦν τήν καταστροφή της. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἀνυπομονησία, ἐκεῖ παρατηρεῖται ταραχή. Κι ὅπου ὑπάρχει ταραχή, ἐκεῖ κι ἐλλείπει ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. ῎Εχουμε πολλά παραδείγματα στό σημεῖο αὐτό νεαρῶν ἰδίως μοναχῶν, πέρα ἀπό τό παραπάνω πού ἀναφέρει ὁ ἀββάς ᾽Ισαάκ, πού εὑρισκόμενοι ἀκόμη στήν ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ταράσσονταν, γιατί ἀνυπομονοῦσαν νά γευτοῦν πλούσια τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, νά δοῦν τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἔλεγχος καί ἡ νουθεσία τῶν ἐμπείρων γερόντων σ᾽ αὐτούς ἦταν ἄμεσος καί σκληρός πολλές φορές.

Εἶναι αὐτονόητο ἔτσι ὅτι ἡ ὑπομονή δημιουργεῖ τίς συνθῆκες νίκης κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς ψυχῆς. ῾᾽Οφείλει ἐκεῖνος πού θέλει νά νικήσει τούς ἐχθρούς, νά ἔχει μεγάλη ὑπομονή...῎Αν κανείς δέν ἔχει ὑπομονή καί πολλή ταπείνωση, θά πάθει ἐκεῖνα πού ἔπαθαν πολλοί καί χάθηκαν μέ τήν ἀνοησία τους, γιατί πίστεψαν στά νοήματά τους καί νόμισαν ὅτι μποροῦν νά βαδίσουν σωστά χωρίς ὁδηγό ἤ χωρίς τήν πείρα πού προξενεῖ ἡ ὑπομονή καί ἡ ταπείνωση᾽ (Πέτρος Δαμασκηνός).

῾Η ὑπομονή λοιπόν ὡς μεγάλο χάρισμα τοῦ Θεοῦ καί ἰδιαίτερη εὐλογία Του, στηρίζεται στήν πίστη σ᾽ Αὐτόν καί τρέφεται ἀπό τήν ἐλπίδα ᾽Εκείνου. ῾᾽Εκεῖνος πού δέν ὑπομένει, δέν εἶναι πιστός᾽ (᾽Ηλίας ὁ ἔκδικος). ῾Ο δυναμικός σωτηριολογικός χαρακτήρας τῆς ὑπομονῆς εἶναι φανερός. 

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΤΙΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



῾Αυτός ο μακάριος και άγιος Πατέρας μας Τίτος από νεαρή ηλικία αγάπησε τον Χριστό, πήγε σε Κοινόβιο και απομακρύνθηκε από τον κόσμο και τους συγγενείς του. Εκεί τόσο πολύ επιδόθηκε στην ταπείνωση και την υπακοή, ώστε να ξεπεράσει όχι μόνο την αδελφότητα, αλλά και κάθε άνθρωπο. Έγινε δε και ποιμένας των λογικών προβάτων του Χριστού κι είχε τόση πραότητα και αγάπη και συμπάθεια, όπως κανείς άλλος μεταξύ των ανθρώπων. Διαφυλάχτηκε καθαρός στην ψυχή και στο σώμα από νεαρή ηλικία σαν άγγελος Θεού. Γι᾽ αυτό και ο Κύριος τον χαρίτωσε με εξαιρετική χάρη θαυματουργιών, οπότε και εκδήμησε προς Αυτόν, αφήνοντας στους μαθητές και τους συνασκητές του τους ασκητικούς του αγώνες σαν στήλη έμψυχη και εικόνα απαράγραπτη᾽᾽.

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Τίτου του θαυματουργού, θέλοντας να χαρακτηρίσει τη μεγάλη αγιότητα του οσίου, χρησιμοποιεί ως παράδειγμα αυτό που συμβαίνει με το άγιο μύρο: συντίθεται από δεκάδες αρωματικές ύλες και ουσίες, προκειμένου να φτάσει στο ύψος του εξαισίου αρώματός του. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο όσιος Τίτος: ῾῾υπήρξε μύρο αγιάσματος, που συντέθηκε εντελώς από τα αρώματα της ασκητικής του διαγωγής, για να είναι οσμή του Θεού μας᾽᾽ (῾῾Μύρον αγιάσματος, εκ των ασκητικών, όσιε,  αρωμάτων όλως συνετέθης, εις οσμήν του Θεού ημών᾽᾽) (ωδή γ´). Ευωδία Χριστού με άλλα λόγια ο όσιος Τίτος, ο οποίος θεωρείται από τον άγιο Θεοφάνη ως μαθητής κι αυτός του αποστόλου Παύλου από πλευράς πνευματικής, σαν τον παλαιό εκείνο μαθητή και συνεργάτη του Παύλου, τον απόστολο Τίτο. ῾῾Νέον ως του Παύλου σε φοιτητήν Τίτον ευφημούμεν᾽᾽ (ωδή α´). Κι ο υμνογράφος γίνεται πιο συγκεκριμένος. Έγινε ευωδία Χριστού ο όσιος, διότι ῾῾συνέλεξε στην ψυχή του τον θείο πλούτο της χάρης, δηλαδή την καθαρή προσευχή, την αγνότητα, τη σεμνότητα, την προσεκτική αγρυπνία, με τα οποία γνωρίστηκε σαν πραγματικός οίκος του Θεού ημών᾽᾽ (῾῾Συνέλεξας εν ψυχή τον θείον πλούτον της χάριτος, την άμεμπτον προσευχήν, αγνείαν, σεμνότητα, αγρυπνίαν σύντονον, δι᾽ων εγνωρίσθης οίκος όντως του Θεού ημών᾽᾽) (ωδή ς´).

Από όλα τα αρώματα της ασκητικής  ζωής του οσίου ο Θεοφάνης επικεντρώνει κατεξοχήν στην εγκράτειά του. ῾῾Ποταμός εγκρατείας, πάτερ, δείχτηκες σε εμάς᾽᾽ (ωδή ζ´). Τα πλείστα των ύμνων που αφιερώνει σ᾽ αυτόν είναι ακριβώς για την αρετή του αυτή, την οποία μάλιστα παρουσιάζει ως το ομορφότερο άνθος του ευωδέστατου κήπου του, με την οποία τρέφει και εμάς που τον τιμούμε. ῾῾Σαν ευωδέστατος κήπος και ζωντανός παράδεισος των αρετών άνθισες την εγκράτεια, με την οποία τρέφεις όλους αυτούς που σε τιμούν᾽᾽(῾῾Ως λειμών ευωδέστατος και των αρετών παράδεισος έμψυχος, την εγκράτειαν εξήνθησας, δι᾽ ης πάντας τρέφεις τους τιμώντάς σε᾽᾽) (ωδή δ´). Η εγκράτεια μόνη όμως δεν κάνει και πολλά πράγματα, λέει ο άγιος Θεοφάνης, αν δεν είναι συνδεδεμένη με την προσευχή. Υπάρχουν άνθρωποι εγκρατείς, και σε άλλες θρησκείες μάλιστα, χωρίς να σημαίνει τούτο και την παρουσία της χάρης του Θεού. Η εγκράτεια γίνεται όπλο ακαταγώνιστο, που θραύει όλα τα οχυρώματα του εχθρού διαβόλου, όταν ενισχύει το ξίφος της προσευχής. Εγκράτεια και προσευχή πράγματι καταισχύνουν όλη τη σκοτεινιά του διαβόλου. (῾Όπλον την εγκράτειαν και θυρεόν ευχήν, όσιε, έχων αεί, τας αρχάς του σκότους θριαμβεύσας κατήσχυνας᾽᾽) (ωδή γ´). Κι όταν μιλά για την προσευχή του οσίου Τίτου ο υμνογράφος εννοεί εκείνη που απευθύνεται στον Ιησού Χριστό, ως ολοκληρωτική στροφή της διάνοιας προς Εκείνον. ῾῾Όλη την επιθυμία και τη διάνοια, όσιε, τη στερέωσες στον πόθο του Χριστού και έτσι καταφρόνησες τα γήινα᾽᾽(῾῾Άπασαν την έφεσιν και την διάνοιαν, όσιε, προς τον Χριστού πόθον προσερείσας, των γηίνων ηλόγησας᾽᾽) (ωδή γ´).

Η ολοκληρωτική στροφή του οσίου προς την αγάπη του Χριστού τον κάνει να γίνεται και τύπος της αληθινής πίστης. Στο πρόσωπό του ο άγιος υμνογράφος βλέπει πράγματι το όριο της ορθόδοξης πίστης και το παράδειγμα της εγκρατείας. ῾῾Όρον απαρέγκλιτον πίστεως και της εγκρατείας υποτύπωσιν έχοντες᾽᾽ (ωδή θ´). Και μάλιστα της ορθόδοξης πίστης που σχετίζεται με την αίρεση την εποχή εκείνη της εικονομαχίας. Ο όσιος, παρ᾽ όλον τον πόλεμο κατά των εικόνων, έμενε προσηλωμένος στην ομολογία της ορθόδοξης πίστης. Και συνέχιζε, έστω και με κίνδυνο της ζωής του, να εικονίζει τον Χριστό ως άνθρωπο και να τον περιγράφει. ῾῾Εν τη ομολογία τη της πίστεως, Πάτερ, έμεινας άτρεπτος· Χριστόν γαρ εικονίζων σαρκί και περιγράφων, προσεκύνεις᾽᾽ (ωδή ζ´).  Η αλήθεια της ορθόδοξης πίστης του, την οποία απέκτησε ήδη από τα μητρικά  σπάργανα, φανερωνόταν και από εκείνο που αποτελεί το σημαντικότερο κριτήριό της: τη στάση έναντι της Παναγίας. Διότι η στάση μας έναντι αυτής κρίνει και την ποιότητα της πίστης μας έναντι και του ίδιου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: ῾῾Καθώς σε διάλεξε το άγιο Πνεύμα, οδηγήθηκες στον Θεό από τα μητρικά σου σπάργανα, κι έγινες μύστης και λάτρης της απείρανδρης Θεοτόκου᾽᾽ (῾῾Τη θεία του Πνεύματος εκλογή, Θεώ προσηνέχθης εκ σπαργάνων των μητρικών, και της απειράνδρου Θεοτόκου μύστης και λάτρις εχρημάτισας᾽᾽) (ωδή α´). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο άγιος Θεοφάνης θεωρεί ότι η μνήμη του οσίου Τίτου είναι ημέρα εόρτια για την Εκκλησία. Γιατί ο ίδιος ως εστιάτορας στρώνει κοινό τραπέζι για τους πιστούς και μάλιστα τους μοναχούς, προκειμένου να μετάσχουν στη βρώση της αιώνιας ζωής(῾῾Σήμερον ημέρα εόρτιος· συγκαλεί γαρ Τίτος Μοναζόντων τα ποίμνια, εις χορείαν και κοινήν εστίασιν και βρώσιν ακηράτου ζωής᾽᾽) (ωδή θ´).

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ (7)



῾Η ταπεινοφροσύνη

Τό δεύτερο χάρισμα πού αἰτεῖ ὁ χριστιανός κατά τήν εὐχή αὐτή εἶναι ἡ ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης. Σωφροσύνη καί ταπεινοφροσύνη καταρχάς πρέπει ὑπογραμμίσουμε ὅτι εἶναι ἀρετές ἀλληλένδετες. Δέν νοεῖται ἡ σωφροσύνη χωρίς τήν ταπεινοφροσύνη, ὅπως ἄλλωστε δέν νοεῖται καμμία ἀρετή χωρίς αὐτήν (τήν ταπεινοφροσύνη). Καί τοῦτο γιατί ἡ ταπεινοφροσύνη θεωρεῖται ἡ βάση καί τό θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν. ῾Τῶν μακαρισμῶν ἐντεῦθεν ἤρξατο ὁ Χριστός – σημειώνει ὁ μέγας Πατήρ Χρυσόστομος. ῞Ωσπερ...θεμέλιον...μεγίστης οἰκοδομῆς καταβάλλεσθαι μέλλων οὕτω τήν ταπεινοφροσύνην πρώτην ἔθηκεν. Οὔ γάρ ἐστιν ταύτης σωθῆναι χωρίς᾽. Καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος γράφει: ῾Μή παρούσης ταπεινοφροσύνης πάντα ἡμῶν ἕωλα᾽. Γι᾽ αὐτό καί ῾πρό παντός χρῄζομεν τῆς ταπεινοφροσύνης᾽.

Τί εἶναι ἐκεῖνο πού δίνει τέτοια ὑψηλή θέση στήν ταπεινοφροσύνη, ἔτσι πού χωρίς αὐτήν ὅλα νά εἶναι ἀκάθαρτα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; (Χρυσόστομος). ᾽Ασφαλῶς τό γεγονός ὅτι αὐτή ἀποτελεῖ ῾τήν στολήν τῆς θεότητος᾽ κατά τόν ἀββά ᾽Ισαάκ τόν Σύρο, πού σημαίνει ὅτι ὁ ταπεινόφρων γίνεται θεοειδής, ἀφοῦ ῾μιμεῖται᾽ τόν ἴδιο τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὁ ῾Οποῖος ῾ἐταπείνωσεν ἑαυτόν᾽ προκειμένου νά σώσει τόν κόσμο. ῎Αλλωστε ἡ ὑπερηφάνεια ὡς ἀντίθετη τῆς ταπεινοφροσύνης κατάσταση ἀποτελεῖ τήν νόσο τοῦ διαβόλου, γι᾽ αὐτό καί ῾ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽.

῾Ως θεία ἀρετή ὅμως ἡ ταπεινοφροσύνη δέν εἶναι εὔκολο νά προσδιορισθεῖ στήν οὐσία της. ᾽Εκεῖνος πού ῾φαντάζεται ὅτι θά δώσει νά καταλάβουν αὐτά τά πράγματα μέ τήν ἐξήγησή του ὅσοι δέν τά ἔχουν γευθῆ προσωπικῶς, αὐτός ὁμοιάζει μέ ἐκεῖνον πού θέλει νά ἐξηγήσει μέ λόγια καί παραδείγματα πόσο γλυκό εἶναι τό μέλι σέ ἐκείνους πού ποτέ δέν τό ἐγεύθηκαν᾽ (ἅγ. ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος). Μοιάζει ἡ ταπεινοφροσύνη μέ ἕναν θησαυρό πού ἔχει ῾ἀπ᾽ ἔξω μόνο μία ἐπιγραφή, ἡ ὁποία εἶναι ἀκατανόητη καί παρέχει πολλή καί ἀτέλειωτη ἐρευνητική προσπάθεια σέ ὅσους ζητοῦν νά τήν ἐξηγήσουν μέ λόγια. Καί ἡ ἐπιγραφή αὐτή ἔχει ὡς ἑξῆς: ῾Η ΑΓΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ’  (ἅγ. ᾽Ιωάννης Κλίμακος).

Συνεπῶς οἱ κίνδυνοι διαστροφῆς της, δηλαδή νά θεωρεῖ κανείς ὡς ταπεινοφροσύνη αὐτό πού ἔχει τό προσωπεῖο αὐτῆς, εἶναι πολύ μεγάλοι. Καί πράγματι. Οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας μᾶς ἐπέστησαν τήν προσοχή καί μᾶς ἔδωσαν κριτήρια διακρίσεως τῆς ἀληθινῆς ἀπό τήν ψεύτικη καί κίβδηλη ταπεινοφροσύνη. ῎Ετσι γιά παράδειγμα μᾶς δίδαξαν καί μᾶς διδάσκουν ὅτι ταπεινοφροσύνη δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ κακουχία τοῦ σώματος (Κλήμης ᾽Αλεξανδρεύς) οὔτε ἡ ἀπό ἀνάγκη ταπεινοφροσύνη (ἱ. Χρυσόστομος). ᾽Ακόμη: δέν εἶναι ταπεινοφροσύνη τό νά νομίζει κάποιος τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό, ὅταν εἶναι βουτηγμένος ἀμετανόητα στίς ἁμαρτίες (ἱ. Χρυσόστομος), ὅπως δέν εἶναι ἡ κατάσταση πού ῾ἐν λόγῳ μόνον καί σχήματι᾽ ὑποδύεται κανείς τήν ταπείνωση (ἀββᾶς Δωρόθεος).

᾽Αντίθετα διαρκῶς τονίζουν ὅτι ῾ἡ ταπεινοφροσύνη πραότης ἐστίν᾽ (Κλήμης) καί ῾προσευχή συνεχής μετά δακρύων καί πόνων᾽ (ὅσιος Μάξιμος ὁμολογητής). ῾Ταπεινοφροσύνη ἐστί τό ταπεινά φρονεῖν. Ταπεινά δέ φρονεῖ οὐχ ὁ ἀπό ἀνάγκης ταπεινός ἀλλ᾽ ὁ ἑαυτόν ταπεινῶν᾽ (Χρυσόστομος). ῎Ετσι ἡ ἀρετή αὐτή εἶναι ῾διάθεσις εἰδικῶς ταπεινή γενομένη ἐν αὐτῇ τῇ καρδίᾳ᾽ (Δωρόθεος), γι᾽ αὐτό καί ῾ἐστί ἄβυσσος εὐτελείας πᾶσι κλέπταις οὖσα ἀνεπιχείρητος᾽ (᾽Ιωάννης Κλίμακος). Κατά συνέπεια, καί πάλι κατά τόν ἅγιο Χρυσόστομο, ῾ταπεινοφροσύνη ἐστί, ὅταν τις πολλά καί μεγάλα συνειδώς ἑαυτῷ, μηδέν μέγα περί ἑαυτοῦ φαντάζηται᾽, ἐνῶ ἔχει ὡς σημάδια τῆς ὑπάρξεώς της ῾τό ἑαυτόν μέμφεσθαι, τό μή πιστεύειν τῇ ἰδίᾳ συνέσει, τό μισεῖν τό ἴδιον θέλημα᾽ (ἅγιος Δωρόθεος). Κι αὐτό συμβαίνει γιατί ἡ χάρη τῆς ταπεινοφροσύνης δίνει ἐκεῖνον τόν φωτισμό στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά διακρίνει αὐτός τί ὁ ἴδιος ἀπό μόνος του ἔχει καί τί ὑπάρχει μέσα ὡς δωρεά τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως τό διατυπώνει μέ ἰδιαίτερη ἔνταση καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ῾Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;᾽ (Α´ Κορ. 4,7).

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ταπεινόφρων εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς αὐτογνωσίας. ῎Εχει δηλαδή ἐπίγνωση καί τῶν ἀγαθῶν του στοιχείων τά ὁποῖα ἀνάγει στόν Θεό, καί τῶν ἁμαρτιῶν του τίς ὁποῖες προσγράφει στόν ἑαυτό του. ῎Αλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός τοῦ φανερώνει τίς ἁμαρτίες του, δίνοντάς του παράλληλα καί τήν χάρη τῆς μετανοίας. ῾῾Ο τήν ταπείνωσιν κτησάμενος ἀποκαλύπτει αὐτῷ ὁ Θεός τάς ἁμαρτίας αὐτοῦ᾽ (ἀββάς ῾Ησαΐας). Πῶς ἄλλωστε νά μήν ὑπάρχει ἡ ἐπίγνωση αὐτή, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ῾φωτογράφισε᾽ τήν κατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μέ τά λόγια ῾χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν;᾽ (᾽Ιωάν. 15,5). ῎Αν κάτι καλό ἔχουμε, ὀφείλεται στόν Χριστό. ᾽Από μόνοι μας εἴμαστε ἕνα μηδέν. ῾Ο ταπεινόφρων λοιπόν εἶναι ὁ ἀληθινά πιστός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος παίρνει στά σοβαρά στήν ζωή του τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γι᾽ αὐτό ὁ κατεξοχήν ρεαλιστής καί προσγειωμένος τύπος ἀνθρώπου.

Μέσα στήν λογική αὐτή βλέπουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ νά κυνηγᾶ τόν ταπεινόφρονα, ὅπως ἡ σκιά τό σῶμα (ἀββᾶς ᾽Ισαάκ). Κι εἶναι ἡ ἴδια ἀλήθεια πού ἐξέφραζε μέ πολύ ἁπλό καί χαριτωμένο τρόπο καί ὁ γέρων Τύχων, στό ῞Αγιον ῎Ορος, πνευματικός τοῦ γέροντος Παϊσίου: ῾῾Ο Θεός κάθε ἡμέρα εὐλογεῖ τόν κόσμο μέ τό χέρι Του. ῞Οταν ὅμως δεῖ ταπεινό ἄνθρωπο, τόν εὐλογεῖ καί μέ τά δύο Του χέρια᾽. ῾Ο ταπεινόφρων δηλαδή ἀποτελεῖ τήν χαρά τοῦ Θεοῦ. Γιατί προεκτείνει, καθώς ἀναφέραμε, τήν πορεία τοῦ ῎Ιδιου μέσα στόν κόσμο. Κι εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι ὁ κοσμημένος μέ τήν ἀρετή αὐτή γίνεται ἄτρωτος ἀπό τίς ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου, ὑπερβαίνοντας ὁποιαδήποτε δική του παγίδα. Εἶναι τό ὅραμα πού εἶδε συγκλονισμένος ὁ μέγας ᾽Αντώνιος: ῾Εἶδα ἁπλωμένες ὅλες τίς παγίδες τοῦ διαβόλου πάνω στήν γῆ. Καί στέναξα καί εἶπα: Ποιός ἄραγε μπορεῖ νά τίς διαβεῖ ἀβλαβῶς; Κι ἄκουσα τήν φωνή τοῦ Θεοῦ νά μοῦ λέει: Μόνον ὁ ταπεινόφρων!᾽

Δέν εἶναι ὑπερβολή λοιπόν ἄν ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ὁ μονόδρομος πού ἐκβάλλει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ συνιστᾶ, κατά τούς Πατέρες μας, καί τό τέλος κάθε πειρασμοῦ: ὅλοι οἱ πειρασμοί παραχωροῦνται ἀπό τόν Θεό γιά νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος στήν ταπείνωση. ῾Οπότε κατά τήν ὄμορφη διατύπωση τοῦ μοναχοῦ ᾽Αντίοχου: ῾῾Η ταπεινοφροσύνη ὑψιπετεῖ καί ἀεροπόρον ἀποτελεῖ τόν ἄνθρωπον᾽.

Πῶς μπορεῖ κανείς λοιπόν νά ἀποκτήσει τήν ῾θεοδώρητον ταύτην ἀρετήν τῆς ταπεινοφροσύνης;᾽ (᾽Αντίοχος) Βεβαίως ὡς θεοδώρητος εἶναι χάρη Θεοῦ. ῞Οπως ὅμως ὅλα τά χαρίσματα, κι ἀκόμη περισσότερο ἐν προκειμένῳ λόγω τῆς σπουδαιότητός της, ἀπαιτεῖται καί ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἡ ἀνταπόκριση αὐτή ἀπαιτεῖ πολλούς κόπους. ῾Ταπεινοφροσύνη μετά πολλῶν κόπων κατορθοῦται᾽ (ἅγιος Διάδοχος). Κι οἱ κόποι αὐτοί εἶναι σωματικοί καί ψυχικοί. Εἶναι γνωστή ἡ ρήση τοῦ ἀββᾶ τοῦ Γεροντικοῦ ὡς πρός τήν ἀναγκαιότητα τῶν σωματικῶν κόπων. ῾῾Ο σωματικός κόπος ὁδηγεῖ εἰς τόν τῆς ταπεινοφροσύνης τρόπον᾽. Αὐτός ὁ σωματικός κόπος ὅμως, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τίς ἁρμόζουσες ψυχικές ἀρετές, δέν ὁδηγεῖ στό ἐπιθυμητό ἀποτέλεσμα. Καί τοῦτο γιατί ῾ἡ ἄσκησις, ἡ ἀγρυπνία καί παντοῖος κόπος᾽ μπορεῖ νά μήν ἐκφράζει τήν γνήσια ταπείνωση (᾽Αποφθέγματα Γερόντων). ῾Η γνήσια ταπεινοφροσύνη, παράλληλα μέ τήν σωματική ἄσκηση βεβαίως, κυρίως ἀποκτᾶται μέσω τῆς ὀρθῆς συμπεριφορᾶς ἔναντι τοῦ πλησίον, δηλαδή μέσω τῆς ἀγάπης. Κι ἡ ἀγάπη ἀποδεικνύεται μέ τόν ἀπόλυτο σεβασμό τοῦ ἄλλου. Καί πάλι ὁ ἀββάς ῾Ησαΐας τό ἐκφράζει ἐπιγραμματικά: ῾τό μή πλῆξαι τήν συνείδησιν τοῦ πλησίον τίκτει τήν ταπεινοφροσύνην᾽.