Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΗ (5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)


«Η αγία Αγάθη ήταν από την πόλη Πάνορμο της Σικελίας, λάμποντας από νεότητα και αγνότητα σώματος και κάλλος ψυχής, ενώ ήταν και πλούσια. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου, οδηγείται στον ηγεμόνα Κυντιανό. Και κατά πρώτον την έδωσαν σε μία άπιστη πόρνη γυναίκα, για να την μεταστρέψει από την πίστη της στον Χριστό. Επειδή όμως κρατούσε στέρεα την πίστη αυτή και προτιμούσε περισσότερο τον θάνατο με μαρτύριο, την κτύπησαν σκληρά και της έκοψαν τον μαστό, τον οποίο αποκατέστησε υγιή ο πανένδοξος απόστολος Πέτρος. Έπειτα την έσυραν πάνω σε όστρακα και την κατέφλεξαν με φωτιά. Την έριξαν τέλος στη φυλακή, οπότε εκεί παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Λέγεται μάλιστα ότι στον τάφο της άγγελος έφερε μία πλάκα, η οποία είχε γραμμένα επάνω τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις». Τελείται δε η σύναξή της στο Μαρτύριό της που βρίσκεται στο Τρίκογχο».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της αγίας Αγάθης, βρίσκει την ευκαιρία, στον κανόνα που έγραψε γι’ αυτήν, να τονίσει και πάλι ότι η Εκκλησία μας είναι ντυμένη στα κόκκινα από το αίμα των αγίων μαρτύρων της. Το μαρτυρικό αίμα του κάθε αγίου συνιστά μάλιστα και ένα στολίδι γι’ αυτήν, δείγμα ότι το μαρτύριο αποτελεί τη δόξα της Εκκλησίας. «Ας στολιστεί σήμερα η Εκκλησία  ένδοξο πορφυρικό ένδυμα, που βάφτηκε από τα αγνά αίματα της μάρτυρος Αγάθης» («Στολιζέσθω σήμερον η Εκκλησία πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών λύτρων Αγάθης της Μάρτυρος»). Και παίρνει την αφορμή για να μας θυμίσει το αυτονόητο: η αγία έδωσε και τη ζωή της για χάρη της πίστης της στον Χριστό, επειδή ακριβώς αγάπησε ολοκληρωτικά Εκείνον και προσπάθησε, γι’ αυτό, να ρυθμίσει την ύπαρξή της με βάση τις άγιες εντολές Του. «Από όλα τα τερπνά και ευχάριστα της ζωής, τον Χριστό διάλεξες, Αγάθη, επειδή θέλχθηκες από τον θεϊκό πόθο» («Απάντων των τερπνών Χριστόν προέκρινας, Αγάθη, θελχθείσα τω θείω πόθω») «Ρύθμιζες τη ζωή σου, ένδοξη μάρτυς, με βάση τα θεία προστάγματα του Χριστού» («Θείοις προστάγμασι ρυθμιζομένη του Χριστού, ένδοξε»).

Ο άγιος Θεοφάνης κατά φυσικό τρόπο εγκύπτει σ’ αυτό που βλέπει ως παραδοξότητα στον βίο της αγίας: άγγελος Κυρίου να φέρει πλάκα, με χαραγμένες φράσεις δηλωτικές της αγιότητάς της, σημάδι ότι ο Θεός ήθελε να την καταστήσει φανερή στον κόσμο. Και κάνει τον συνειρμό: και ο Μωυσής στο όρος Σινά έλαβε τις πλάκες από τον Θεό, με χαραγμένο τον Νόμο Του σ’ αυτές. «Έγινε παράδοξο θαύμα με την άθληση της πανένδοξης Αγάθης και Μάρτυρος Χριστού του Θεού, που είναι εφάμιλλο με τον Μωυσή. Εκείνος δηλαδή, νομοθετώντας τον λαό στο όρος Σινά, δέχτηκε τις θεοχάρακτες Γραφές που γράφτηκαν σε πλάκες. Εδώ από την άλλη ο άγγελος έφερε πλάκα από τον ουρανό στον τάφο, που είχε γραμμένα «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις» («Παράδοξον θαύμα γέγονεν εν τη αθλήσει της πανενδόξου Αγάθης και μάρτυρος Χριστού του Θεού, εφάμιλλον τω Μωυσείεκείνος γαρ τον λαόν νομοθετών εν τω όρει, τας εγγραφείσας εν πλαξί θεοχαράκτους Γραφάς εδέξατο ενταύθα δε ο άγγελος ουρανόθεν τω τάφω πλάκα επεκόμισεν εγγεγραμμένην Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού,  και πατρίδος λύτρωσις»). Ποιος θα το φανταζόταν ότι μία νεαρή κόρη στη Νότια Ιταλία θα παραβαλλόταν με τον πατριάρχη Μωυσή τον θεόπτη; Επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά αυτό που ο Κύριος είχε πει, ότι και ο μικρότερος στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή μετά τον ερχομό Εκείνου, είναι μεγαλύτερος και από τον μεγαλύτερο στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, μένει έκθαμβος και από δύο ακόμη θαύματα που έγιναν με την αγία. Το πρώτο, όταν εξερράγη το ηφαίστειο της Αίτνας και η καυτή λάβα επρόκειτο να καταστρέψει την παρακείμενη πόλη. Οι κάτοικοι που τιμούσαν την αγία και το τίμιο λείψανό της,  την επικαλέστηκαν με πίστη. Και ω, του θαύματος! Η ακάθεκτη φλόγα της λάβας αναστάληκε. Η πόλη διασώθηκε, η αγία ενήργησε. «Την ακάθεκτη ορμή της φωτιάς από την Αίτνα την ανέστειλες με τις ευχές σου, αγαθώνυμη. Και διέσωσες την πόλη, η οποία τιμούσε το σεπτό σου λείψανο, μάρτυς, από το οποίο παίρνει με ευχαρίστηση τους ποταμούς των ιαμάτων, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος» («Όρμημα ακάθεκτον πυρός αιτναίου ανέστειλας σαις ευχαίς, Αγαθώνυμε και πόλιν διέσωσας, το σεπτόν σου, μάρτυς, λείψανον τιμώσαν, εξ ου τρυφά τους ποταμούς των ιαμάτων εν θείω Πνεύματι»). Το δεύτερο, όταν η ίδια η αγία, ευρισκομένη στα μαρτύρια, είδε να θεραπεύεται από την αποκοπή του μαστού της, με τη θαυμαστή παρουσία του αγίου αποστόλου Πέτρου. Εκείνος φάνηκε όταν φρουρείτο η αγία, και της θεράπευσε τις πληγές. «Παρουσιάστηκε με λαμπρό τρόπο ο μαθητής του Χριστού σε εσένα, που ήσουν δέσμια, αήττητη Μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, θεραπεύοντας τις φοβερές πληγές σου, τις οποίες υπέστης βεβαίως με χαρά» («Επέστη φαιδρώς του Χριστού ο μαθητής σοι φρουρουμένη τας σας ιώμενος δεινάς μάστιγας, ας περ υπέστης αήττητε μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, αγαλλομένη»). Η θαυμαστή ίαση του μαστού της, σημειώνει ο ποιητής, οδήγησε σε φοβερή μανία  και σε τεράστια κατάπληξη τον διώκτη της, ενώ εκείνη δοξολογούσε τον νυμφίο της Χριστό. «Καταλήφθηκε από τρομερή μανία ο κακός διώκτης και απορούσε φοβερά, βλέποντας τη δική σου ανανέωση και τη βλάστηση του μαστού σου. Εσύ όμως, μάρτυς, με χαρά φώναζες στον νυμφίο σου με δυνατή κραυγή: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων μας» («Μανία δεινή συσχεθείς ο δυσμενής, εξηπορείτο δεινώς, την σην θεώμενος ανανέωσιν και του μαστού σου την βλάστην χαίρουσα γαρ, μάρτυς, εβόας τω σω νυμφίω κραυγάζουσα Ευλογητός ει ο Θεός, ο των Πατέρων ημών»).

Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι η αγία Αγάθη φαίνεται να έχει εκπληκτική επικαιρότητα στην εποχή μας. Και τη φωτιά της πολυποίκιλης κρίσεως, που σαν λάβα ηφαιστείου απειλεί να μας καταστρέψει,  μπορεί με τη χάρη του Θεού να αναστείλει, και τις γυναίκες που πάσχουν από οποιοδήποτε πρόβλημα μαστού μπορεί να θεραπεύσει. Πολύ λίγο γνωστή στους πολλούς η αγία Αγάθη, με τόσο μεγάλη όμως χάρη Θεού και δύναμη ευεργεσίας της στον κόσμο.


Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ Η ΠΡΟΦΗΤΙΣ (3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Συμεών που η ζωή του παρατάθηκε στον παρόντα βίο, λόγω του χρησμού που είχε δεχθεί από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει πριν δει τον Χριστό, υποδέχτηκε στην αγκαλιά του Αυτόν, και αφού του αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα το Άγιο όλα όσα θα γίνουν γι’ Αυτόν και τα προφήτεψε, σύμφωνα με τον χρησμό που του δόθηκε δέχτηκε το τέλος της ζωής. Η δε προφήτις Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ, ο οποίος καταγόταν από τη φυλή Ασήρ. Έζησε με τον άνδρα της επί επτά χρόνια, κι αφού τον έχασε λόγω θανάτου του, ζούσε διαρκώς στον Ναό με νηστεία και προσευχή, περνώντας εκεί όλη τη ζωή της. Γι’ αυτό, επειδή αυτός ήταν ο τρόπος της ζωής της αδιάκοπα, αξιώθηκε και αυτή να δει τον Κύριο να προσφέρεται ως άνθρωπος στον Ναό, σαράντα ημερών, από την Παναγία Μητέρα Του και τον δίκαιο Ιωσήφ. Δοξολογούσε δε τον Θεό και τον κήρυσσε με δύναμη σε όλους όσους βρίσκονταν στον Ναό, λέγοντας: Αυτό το βρέφος είναι ο Κύριος που στερέωσε τον ουρανό και τη γη. Αυτός είναι ο Χριστός, τον Οποίον προφήτεψαν όλοι οι προφήτες. Αυτών των αγίων λοιπόν, του Συμεών και της Άννας, επιτελούμε σήμερα τη μνήμη και κηρύσσουμε τη φρικτή και άρρητη προς εμάς συγκατάβαση του Θεού».  

 Όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις: η επομένη μίας μεγάλης Δεσποτικής εορτής να είναι αφιερωμένη στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν, η σημερινή εορτή, συνέχεια της Υπαπαντής του Κυρίου, είναι αφιερωμένη στο κατεξοχήν πρόσωπο που πρωταγωνίστησε, τον δίκαιο Συμεών τον θεοδόχο, κατ’ επέκταση δε και στην Άννα την προφήτιδα. Κι ενώ η ίδια η ημέρα της Υπαπαντής κινήθηκε, καθώς είπαμε, μέσα σε ατμόσφαιρα θάμβους και μυστηρίου, διότι ο παντοδύναμος και παντοκράτωρ Κύριος προσφέρθηκε ως βρέφος στον Ναό, κρατούμενος από τις γηραλέες χείρες του Συμεών, η σημερινή, ως προέκτασή της, χωρίς να αφίσταται του μυστηρίου αυτού επικεντρώνει και στις προϋποθέσεις του πρεσβύτη Συμεών, προκειμένου αυτός να γίνει μέτοχος της δωρεάς του Θεού, της χάρης Του δηλαδή να κρατηθεί στα δικά του χέρια. Διότι η όποια δωρεά του Θεού στον άνθρωπο δεν είναι χωρίς προϋποθέσεις. Αν ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τον Θεό, ο Θεός δεν προσφέρεται σ’ αυτόν. Όχι γιατί δεν θέλει ο Θεός – η χαρά του Θεού είναι να είναι πάντοτε με τον άνθρωπο – αλλά γιατί δεν θα ήταν τούτο συμφέρον στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος σε κατάσταση μη συντονισμού του με τον Θεό – αυτό σημαίνει προϋποθέσεις του ανθρώπου – «καίγεται» από την θέα του Θεού. «Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον του Θεού και ζήσεται».

 Ο γέρων Συμεών λοιπόν πριν δει τον Χριστό και τον αγκαλιάσει, ήδη είχε καταστήσει τον εαυτό του άξιο για κάτι τέτοιο. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ακολουθώντας ακριβώς την ευαγγελική διήγηση, που τονίζει τη δικαιοσύνη του Συμεών και την πνευματοφορία του («Πνεύμα άγιον ην επ’ αυτώ»), επανειλημμένως αναφέρεται στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Υψωθείς ταις πράξεσι ταις ιεραίς, θεηγόρε, φωτοειδής ως στύλος επερειδόμενος σαφώς, τω Παναγίω Πνεύματι γεγένησαι» (Έφτασες με τις ιερές πράξεις της ζωής σου σε πνευματικό ύψος, θεηγόρε, κι έγινες σαν φωτεινός στύλος, γιατί στηριζόσουν σαφώς στο Πανάγιο Πνεύμα)∙ «Νοός καθαρότητι Θεώ τω παντοκράτορι, άγγελος καθάπερ λειτουργήσας, Μάκαρ» (Μακάριε Συμεών, σαν άγγελος λειτούργησες στον παντοκράτορα Θεό, με την καθαρότητα του νου σου)∙ «Σαυτόν απετέλεσας ναόν Θεού πανάγιον, πράξεσιν ενθέοις, Θεηγόρε όθεν ως βρέφος εν τω αγίω ναώ έβλεψας Θεόν μετά σαρκός» (Έκανες τον εαυτό σου πανάγιο ναό του Θεού, με τις ένθεες πράξεις σου, θεηγόρε. Γι’ αυτό και είδες τον Θεό με ανθρώπινη σάρκα ως βρέφος μέσα στον άγιο Ναό). Κάθαρση του νου, πρακτική ζωή σύμφωνα με τις εντολές του Θεού: να οι προϋποθέσεις που μας δείχνει ο άγιος Συμεών, για να μπορεί κανείς να γίνει θεόπτης, να έχει εν αγκάλαις και μέσα του τον ίδιο τον Θεό.

Το πνευματικό αυτό ύψος του αγίου Συμεών, η σύμφωνη με τον Θεό ζωή του και η καθαρότητα της ψυχής του, που τον κατέστησαν ναό του Θεού και θεόπτη, κάνει τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο να βγάλει το λογικό συμπέρασμα ότι με τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί μεν ο Συμεών να είναι γέρων στην ηλικία, είναι όμως νέος στο πνεύμα. Διότι αυτό προκαλεί στο πνεύμα του ανθρώπου η παρουσία της χάρης του Θεού: να το κρατά πάντοτε σε νεανική σφριγηλότητα. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού, τότε δεν μαραζώνει από το δηλητήριο της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι αυτή που γερνά τον άνθρωπο, γιατί τον πληγώνει και τον τραυματίζει, οδηγώντας τον σιγά σιγά στον πνευματικό θάνατο. Κι αυτό σημαίνει ότι, κατά την πίστη μας, η νεότητα είναι πρωτίστως θέμα «καρδιάς», θέμα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, κι όχι θέμα απλώς ηλικιακό. Πόσες φορές δεν βλέπουμε και σήμερα νέα παιδιά να είναι με μαραμένη και γερασμένη «καρδιά», διότι έχουν εκδοθεί στις διάφορες αμαρτίες αμετανόητα, και γέρους ανθρώπους να σφύζουν από χαρά και διάθεση, γιατί ακριβώς αγωνίζονται να μένουν εν Θεώ. Κι είναι κάτι που το επεσήμαινε  με πίκρα και στενοχώρια και ο αγιασμένος γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης, μιλώντας ακριβώς για τέτοια νέα παιδιά: «Καινούργιες μηχανές, με παγωμένα λάδια».  Ο υμνογράφος λοιπόν αναφερόμενος στην παραπάνω πραγματικότητα μας λέει: «Νεάζων τω πνεύματι, προβεβηκώς δε τω σώματι, Συμεών» (Με νεανική ακμή στο πνεύμα, αλλά προχωρημένης ηλικίας στο σώμα, Συμεών). Κι αλλού: «Υπερήκμασας τω γήρα, τη δε πίστει ενέαζες, νέον βρέφος θέλων βλέψαι, Συμεών, τον παντέλειον, ανακαινίζοντα κόσμον τον γηράσαντα επιθέσει του παλαιού πολεμήτορος» (Γέρασες πολύ, Συμεών, αλλά ήσουν νέος με την πίστη σου, θέλοντας να δεις σαν μικρό βρέφος τον παντέλειο Θεό, ο Οποίος κάνει καινούργιο τον κόσμο που γέρασε από την επίθεση του παλαιού εχθρού διαβόλου).

Μία τέτοια θέαση των πραγμάτων μας οδηγεί και στη σκέψη, μήπως θα έπρεπε η σημερινή εορτή να προταθεί, αν δεν έχει γίνει ήδη, ως εορτή της τρίτης ή και της τέταρτης, όπως πια λένε, ηλικίας. Με σκοπό να προβληθεί η αξία και η προσφορά της, πέρα από την διαπιστούμενη απλώς κάμψη των σωματικών δυνάμεων. Και το λέμε αυτό, διότι συνήθως από πολλούς η γεροντική ηλικία θεωρείται αν όχι «αρρώστια» από μόνη της – και έτσι τη χαρακτηρίζουν ορισμένοι – πάντως μία ηλικία εν πολλοίς άχρηστη, που και βλεπομένη προκαλεί βάρος. Με τη συνάντηση του γέροντα Συμεών και του Ιησού Χριστού όμως, όπως και με την παρουσία της αγίας Άννας, τα πράγματα τοποθετούνται εντελώς διαφορετικά. Τα γεροντικά χέρια γίνονται θρόνος του Θεού, το στόμα γίνεται προφητικό κήρυγμα, ο ίδιος ο Συμεών  γίνεται ο προάγγελος του Κυρίου και σ’ αυτόν τον Άδη. Το ίδιο και η γερόντισσα Άννα. Ποιος δεν θα ζήλευε τους γέροντες αυτές; Ποιος δεν θα ήθελε να είναι στη θέση τους; Κι ας σκεφτεί κανείς έπειτα πόσοι άγιοι γέροντες, άνδρες και γυναίκες, δεν ήταν το στήριγμα της Εκκλησίας και του κόσμου, όσο ζούσαν; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη δύναμη αγιότητας του αγίου Αντωνίου, που έφυγε από τη ζωή αυτή σε ηλικία 105 ετών; Ποιος μπορεί να καταφρονήσει την αγιότητα του οσίου Παύλου του Θηβαίου, που μέχρι τα 113 έτη του ήταν αστέρας της Εκκλησίας; Αλλά και μετέπειτα: ο γέρων Πορφύριος, ο γέρων Σωφρόνιος, ο γέρων Παϊσιος, ο γέρων Ιάκωβος; Γέροντες, προχωρημένης ηλικίας, κι όμως τόσο νέοι, τόσο ακμαίοι στην ψυχή, που θα τους ζήλευε και ο πιο νέος άνθρωπος.

Κι εν προκειμένω, ο άγιος Ιωσήφ, ακριβώς προς επιβεβαίωση του νεανικού φρονήματος του δικαίου Συμεών, μας λέει κάτι που αποτελεί καταδίκη της μιζέριας άλλων γερόντων, που πάσχουν όμως και από γεροντική «καρδιά», από μαρασμό δηλαδή γιατί δεν βλέπουν συνέχεια σ’ αυτήν τη ζωή, από διαρκή ανακύκλωση των αρρωστιών και των πόνων τους, από τη βαθιά επιθυμία τους να «παγιδεύουν» τους άλλους παίζοντας το παιχνίδι του θύματος. Τι λέει ο υμνογράφος; Ο γέρων Συμεών, λέει, έδινε παρηγοριά, προσανατόλιζε τους άλλους στην υπέρβαση της θλίψης τους, τους μιλούσε για τη χαρά που έφερε ο Χριστός, έβλεπε και το δικό του τέλος ως χαρά. Ένα άνοιγμα στο μέλλον, παρήγορο και λυτρωτικό, ήταν ο λόγος του αγίου Γέροντα, κι αυτό έδειχνε το υπέρ και τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης νεάζον φρόνημά του. «Η χαρά των θλιβομένων επεδήμησε, η απολύτρωσις του Ισραήλ αληθώς ωράθη ως νήπιον εν τω ναώ αυτού, απολύων με προς την ζωήν την μέλλουσαν, Συμεών εβόα χαίρων» (Έφτασε στον κόσμο η χαρά των θλιβομένων, αληθινά φάνηκε σαν νήπιο στον Ναό Του η απολύτρωση του Ισραήλ, που με αφήνει να φύγω και να πάω προς τη μέλλουσα ζωή, φώναζε με χαρά ο Συμεών).

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



«Αφού πέρασαν σαράντα ημέρες, μετά τη σωτήρια ενανθρώπηση του Κυρίου, τη γέννησή Του άνευ ανδρός από την αγία αειπάρθενο Μαρία, κατά τη σεβασμιότατη αυτή ημέρα, η πάναγνη Μητέρα Του και ο δίκαιος Ιωσήφ έφεραν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στο Ιερό, σύμφωνα με τη συνήθεια του  σκιώδους και νομικού γράμματος, του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε και ο γηραιός  και πρεσβύτης Συμεών, που είχε δεχθεί ως χρησμό από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει, πριν να δει τον Χριστό Κυρίου, δέχτηκε αυτόν στην αγκαλιά του, και αφού ευχαρίστησε και ομολόγησε τον Θεό, φώναξε: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα Σου»: τώρα μπορείς να πάρεις τον δούλο σου, Κύριε, ειρηνικά. Και μετά, γεμάτος χαρά, έφυγε από τη ζωή αυτή, ανταλλάσσοντας τα επίγεια με τα ουράνια και αιώνια. Η σύναξη αυτή τελείται στον σεβάσμιο Ναό της αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, που βρίσκεται στις Βλαχέρνες».

Όλη η υμνογραφία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής και Θεομητορικής εορτής κινείται μέσα σε ατμόσφαιρα θάμβους και μυστηρίου: «επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον». Οι ύμνοι τονίζουν βεβαίως την ιστορική πραγματικότητα: τον ερχομό της αγίας οικογένειας στον Ναό, όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες από την ημέρα της Γεννήσεως του Κυρίου, και τη συνάντηση Αυτού με τον γέροντα Συμεών, αλλά μας ανοίγουν και τα μάτια της ψυχής εν πνεύματι, για να δούμε το «βάθος» της πραγματικότητας αυτής: τη γεμάτη έκπληξη στάση των αγίων αγγέλων, οι οποίοι αδυνατούν να κατανοήσουν τα διαδραματιζόμενα εν γη, καθώς βλέπουν τον Δημιουργό του ανθρώπου να βαστάζεται ως βρέφος, τον αχώρητο και άπειρο Θεό να περιορίζεται μέσα στην αγκαλιά ενός γέροντα, τον απερίγραπτο  Υιό και Λόγο του Θεού, τον ομοούσιον τω Πατρί, να γίνεται περιγραπτός ως άνθρωπος με τη θέλησή Του. Και η μόνη εξήγηση που μπορούν να δώσουν για τα ακατανόητα αυτά πράγματα είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. «Τη Θεοτόκω προσδράμωμεν οι βουλόμενοι κατιδείν τον Υιόν αυτής προς Συμεών απαγόμενον ον περ ουρανόθεν οι Ασώματοι βλέποντες, εξεπλήττοντο λέγοντες Θαυμαστά θεωρούμεν νυνί και παράδοξα, ακατάληπτα, άφραστα ο τον Αδάμ δημιουργήσας βαστάζεται ως βρέφος ο αχώρητος χωρείται εν αγκάλαις του Πρεσβύτου ο επί των κόλπων απεριγράπτως υπάρχων του Πατρός αυτού, εκών περιγράφεται σαρκί, ου Θεότητι, ο μόνος φιλάνθρωπος».

Στο μέγα αυτό μυστήριο - που θεωρείται ως συνέχεια της Γεννήσεως και της Περιτομής του Κυρίου, συνεπώς ως επίταση της εξαγγελίας ότι Χριστός ο Θεός μας φάνηκε στον κόσμο ως άνθρωπος όχι θεωρητικά και φανταστικά, αλλά αληθινά και πραγματικά («ου δοκήσει ουδέ φαντασία, αλλ’ αληθεία τω κόσμω φανέντα») – μετέχει ο γέρων Συμεών, ο οποίος φέρεται να μυσταγωγείται στο μυστήριο αυτό («και ταύτα Συμεών μυσταγωγούμενος, επέγνω τον αυτόν, Θεόν φανέντα σαρκί»: και μυούμενος σ’ αυτά ο Συμεών, γνώρισε βαθιά τον ίδιο, ως Θεό που φάνηκε ως άνθρωπος) και να έχει θεοπτία μεγαλύτερη και καθαρότερη και από εκείνην του Μωυσή στο όρος Σινά («Εκείνος μεν, ο Μωυσής, διά γνόφου και φωνής αμυδράς θεόπτης ηξίωτο… ούτος δε, ο Συμεών, τον προαιώνιον Λόγον του Πατρός σωματωθέντα εβάστασε και των Εθνών απεκάλυψε το φως, τον Σταυρόν και την Ανάστασιν», δηλαδή: Ο Μωυσής αξιώθηκε  να γίνει θεόπτης μέσα σε γνόφο και φωνή που μόλις ακουγόταν, ο Συμεών βάστασε τον Λόγο του Πατρός με το σώμα Του και αποκάλυψε το φως των Εθνών, δηλαδή  τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού).

Η μυσταγωγία και θεοπτία αυτή του Συμεών μέσα από το μυστήριο της συναντήσεώς Του με τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό συνιστά το μέγιστο γεγονός της ζωής του. Διότι αφενός η γεροντική  αγκαλιά του γίνεται θρόνος του παντοκράτορα Θεού, αφετέρου, ακριβώς γι’ αυτό, φτάνει στο σημείο της πλήρους ελευθερίας, δηλαδή της επιθυμίας του να φύγει πια από τον κόσμο τούτο με χαρά. «Ο τοις Χερουβίμ εποχούμενος και υμνούμενος υπό των Σεραφίμ, σήμερον τω θείω Ιερώ κατά νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαίς ενθρονίζεται αγκάλαις» (Αυτός που φέρεται επί των Χερουβίμ και υμνείται από τα Σεραφίμ, σήμερα προσφέρεται στο θείο Ιερό, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, και ενθρονίζεται σε πρεσβυτικές αγκάλες). «Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη; Τίνι κράζεις και βοάς; Νυν ηλευθέρωμαιείδον γαρ τον Σωτήρα μου» (Λέγε Συμεών, ποιον φέρεις στην αγκαλιά σου και χαίρεσαι μέσα στον Ναό; Σε ποιον κράζεις και βοάς: Τώρα έχω ελευθερωθεί, διότι είδα τον Σωτήρα μου).

Η επιθυμία του Συμεών να φύγει πια από τον κόσμο τούτο, επιθυμία μάλιστα που συνοδεύεται με μεγάλη χαρά («Δεξάμενος δε τούτον Συμεών ο δίκαιος και των δεσμών την έκβασιν ιδών τελεσθείσαν, γηθοσύνως εβόα», δηλαδή: ο Συμεών ο δίκαιος αφού δέχτηκε τον Χριστό και είδε ότι έφτασε το τέλος της ζωής του με μεγάλη χαρά φώναζε), συνιστά το όριο της αγιότητας. Μόνον ο άγιος είναι εκείνος που θέλει να φύγει από τη ζωή αυτή, όχι γιατί την βαρέθηκε ή απελπίστηκε – αυτό αποτελεί τον ορισμό της απιστίας – αλλά γιατί έζησε και ζει τη σχετική γι’ αυτήν τη ζωή πληρότητα της σχέσης του με τον Χριστό, και προσδοκά την τελειότητα της σχέσης μετά τη φυγή του από τον κόσμο. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό). Το ίδιο βεβαιώνουν και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας μας, σαν τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, που σημειώνει: «Ο άγιος προσδοκά κάθε ημέρα τον θάνατό του».

Οι ύμνοι μάλιστα της εορτής αποκαλύπτουν και μία διάσταση της με χαρά επιθυμίας του Συμεών να εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο,  που δεν είναι πολύ γνωστή στον πιστό λαό: Θέλει να φύγει γρήγορα, διότι δεν αντέχει να μη πάει να αναγγείλει στους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, το χαρμόσυνο άγγελμα, ότι δηλαδή ό,τι ο Θεός τους υποσχέθηκε μετά την πτώση τους στην αμαρτία: ότι θα έλθει κάποτε ως άνθρωπος για να σώσει το ανθρώπινο γένος, τώρα έγινε πραγματικότητα. Και από την άποψη αυτή προηγείται ο Συμεών του Ιωάννου του Προδρόμου που κι αυτός στον Άδη προετοίμασε τον δρόμο του Μεσσία. «Αδάμ εμφανίσων άπειμι, εις Άδου διατρίβοντι, και τη Εύα προσκομίσων ευαγγέλια, Συμεών ανεβόα» (Ο Συμεών φώναζε: Φεύγω από τη ζωή αυτή, για να φανερώσω στον Αδάμ, που  ζει στον Άδη, και να φέρω στην Εύα, τα ευαγγέλια, το χαρμόσυνο δηλαδή μήνυμα του ερχομού του Χριστού στον κόσμο).

Είναι ευνόητο ότι η συνάντηση του αγίου Συμεών με τον σαράντα ημερών Κύριο λειτουργεί και για εμάς κατά παραδειγματικό τρόπο, κάτι που το σημειώνει βεβαίως η υμνογραφία. Άλλωστε, κανένα γεγονός της επί γης παρουσίας του Κυρίου δεν είναι μόνον για μία εποχή ή για έναν μόνον άνθρωπο. Κι αυτό σημαίνει ότι όπως συναντήθηκε τότε ο άγιος Συμεών με τον Χριστό, έτσι καλούμαστε και εμείς να συναντηθούμε μαζί Του, μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας μας και με τις προσευχές αυτής. Να τον υποδεχτούμε ως Σωτήρα μας και να Τον προσκυνήσουμε ως Θεό μας. «Δεύτε και ημείς, άσμασιν ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν και δεξώμεθα Αυτόν, ου το σωτήριον ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυίδ καταγγέλλει, ούτός εστιν ο εν προφήταις λαλήσας ο σαρκωθείς δι’ ημάς και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν» (Εμπρός και εμείς, με ένθεα άσματα, ας συναντηθούμε με τον Χριστό και ας υποδεχτούμε Εκείνον, του Οποίου τη σωτηρία είδε ο Συμεών. Αυτός είναι Εκείνος τον Οποίον κηρύσσει ο Δαυίδ, Αυτός είναι Εκείνος που λάλησε μέσα από τους προφήτες, Αυτός που σαρκώθηκε για εμάς και μιλά με τον Νόμο Του. Αυτόν ας προσκυνήσουμε».

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



Διδάσκαλε, ποία ἐντολή μεγάλη ἐν τῷ Νόμῳ;᾽ (Ματθ. 22, 36)

α. ῾Η ἐρώτηση τοῦ νομοδιδασκάλου μέ σκοπό μάλιστα πειρασμικό γιά τό ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή τοῦ Θεοῦ στή Μωσαϊκή νομοθεσία ἦταν ἡ ἀφορμή γιά τόν Κύριο προκειμένου νά μιλήσει γιά τήν ἀγάπη πού πρέπει νά ἔχει ὁ πιστός πρῶτα στόν Θεό κι ἔπειτα στόν συνάνθρωπό του. ῾᾽Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ  σου καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. Αὕτη ἐστί πρώτη καί μεγάλη ἐντολή. Δευτέρα δέ ὁμοία αὐτῇ: ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽. Κι αὐτό σημαίνει: τό ξεκίνημα ἑνός πειρασμοῦ γίνεται ἀπό τόν Κύριο εὐκαιρία εὐθύβολης τοποθέτησής Του πάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖται πιό καίριο καί οὐσιαστικό γιά τή σωτηρία του ἀνθρώπου. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν βεβαίως ἀναμενόμενο: ῾οὐδείς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδέ ἐτόλμησέ τις ἀπ᾽ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτόν οὐκέτι᾽.

β. 1. ῾Η ἀπάντηση τοῦ Κυρίου καταρχάς στόν νομοδιδάσκαλο εἶναι εὐνόητο ὅτι δέν ἀναφέρεται μόνο σ᾽ αὐτόν καί τούς ᾽Ιουδαίους. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη συνιστᾶ λόγο διαχρονικό, τόν ὁποῖο ἐπιβεβαίωσε καί ὁ ἴδιος ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός. ῾Ο Χριστός δηλαδή πού ὡς ἄσαρκος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ πρίν τήν ἐνανθρώπησή  Του ἔδωσε τόν Νόμο Του στούς ᾽Ιουδαίους μέσω τοῦ Μωϋσῆ, ὁ ῎Ιδιος τώρα ὡς ἄνθρωπος ἔρχεται καί τόν ἐπικυρώνει, γιά νά φανερωθεῖ ἀκριβῶς ἡ ταυτότητα τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου: αὐτό πού ξεκίνησε μέ τήν ἐκλογή τοῦ ᾽Ισραήλ συνεχίστηκε καί ὁλοκληρώθηκε  μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού βιώνεται ἐν ἁγίῳ Πνεύματι μέσα στήν ᾽Εκκλησία. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας θεωρεῖ ἑνοποιημένη τήν ῾Αγία Γραφή εἴτε ὡς Παλαιά εἴτε ὡς Καινή Διαθήκη. Γιά νά τό  ἐπαναλάβουμε μία ἀκόμη φορά: ἡ Παλαιά Διαθήκη συνιστᾶ ὁλόκληρη μία προφητεία γιά τήν Καινή. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: ῾ὅ,τι ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆτες γιά ᾽Εμένα τό ἔγραψαν᾽.

2. Εἶναι ἐξόχως σημαντική ἡ ἐπιλογή βεβαίως τοῦ Κυρίου: μεγάλη ἐντολή τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ πιό σπουδαία καί καίρια γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, αὐτή τήν ὁποία δέν μπορεῖ κανείς νά παραθεωρήσει ἤ νά ὑπερβεῖ, εἶναι ἡ διπλή διάσταση τῆς ἀγάπης: πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο.  ῾Ο Κύριος μέ ἄλλα λόγια μᾶς προσανατολίζει στόν πυρήνα τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ: ὅ,τι ἄλλο ἔχει πεῖ, ὅ,τι ἄλλο ἔχει ζητήσει ἀπό τόν λαό Του νά ἐπιτελέσουν πρέπει νά προϋποθέτει καί νά καταλήγει στήν ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη εἶναι ἀκριβῶς τό εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Γιατί αὐτό; Διότι ὁ ῎Ιδιος θά βεβαιώσει ὅτι ῾ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. Καί μέ τό δεδομένο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ, ἄρα καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ζεῖ μέ ἀγάπη.  ῾Η ἀγάπη ἀποτελεῖ τή φυσιολογία του. Συνεπῶς σκέψεις, λόγια, συμπεριφορές του πού καταστρατηγοῦν τό θέλημα αὐτό τοῦ Θεοῦ τόν ὁδηγοῦν σέ ἀλλοίωση τῆς προσωπικότητάς του, τόν διαστρεβλώνουν ὡς ἄνθρωπο, τόν κάνουν ἀληθινά ἀπάνθρωπο καί ὑπάνθρωπο. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος μέ ἀπόλυτο τρόπο ἐπικέντρωσε στήν ἀγάπη. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους᾽. Τό ἴδιο καί οἱ ἅγιοι μαθητές καί ἀπόστολοί Του: ῾Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω᾽.

3. Γιατί ὅμως αὐτό πού συνιστᾶ τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ἀγάπη, δίνεται ἀπό τόν Θεό μέ τή μορφή ἐντολῆς; Γιατί ἐντολή καί μάλιστα μεγάλη; Διότι ἀσφαλῶς προϋποτίθεται ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία καί ἑπομένως ἡ ἀλλοίωση τῆς φυσιολογίας του. ῾Ο Θεός δηλαδή τονίζει τήν ἀγάπη ὡς προσανατολισμό στήν κανονική του κατάσταση, τήν δίνει δέ μέ τή μορφή τῆς ἐντολῆς προκειμένου νά βοηθεῖται πιά ὁ ἄνθρωπος στήν ἀναπηρία πού ὑπέστη ἀπό τήν ἁμαρτία του. ῞Οπως ἕνας ὥριμος ἄνθρωπος κινεῖται στήν πραγμάτωση τοῦ καθήκοντός του ἀπό ἐσωτερική ἀνάγκη χωρίς ἔξωθεν ἐπιβολή, ἐνῶ ἕνας ἀνώριμος ἔχει ἀνάγκη τήν περιχαράκωση πού δημιουργεῖ μία ἐντολή, κατά τόν ἴδιο τρόπο θά λέγαμε καί ἐδῶ: ὁ ἄνθρωπος τῆς πτώσης χωρίς πιά τήν ὡριμότητα τῆς ἐλεύθερης ἀγάπης εἶχε ἀνάγκη τήν ἐντολή γιά ἀγάπη. ῾Η ἐντολή συνιστοῦσε τή βακτηρία του.

4. ῾Η παρατήρηση βεβαίως τοῦ Κυρίου ἀπό τήν ἄλλη γιά τή διπλή διάσταση τῆς ἀγάπης: πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀγαπᾶ τόν Θεό μέ τόν ἴδιο τρόπο πού καλεῖται νά ἀγαπᾶ καί τόν συνάνθρωπό του. Κι ἀντιστρόφως: νά ἀγαπᾶ τόν συνάνθρωπό του ὅπως καί τόν Θεό. Καμία διάσπαση δέν μπορεῖ νά ἐπέλθει στή διπλότητα αὐτή, ἄν θέλει κανείς νά εἶναι στήν ἀγάπη. ᾽Εκεῖνος πού τόνισε μέ μοναδικό τρόπο τή σύνδεση αὐτή, μᾶλλον τήν ἑνότητα τῆς ἀγάπης στή διπλή της κατεύθυνση, ἦταν ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος. ῾᾽Εάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεόν, καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν. ῾Ο γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; Καί ταύτην τήν ἐντολήν ἔχομεν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν ἀγαπᾷ καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ᾽.  Μετρᾶμε λοιπόν τόν βαθμό τῆς ἀγάπης μας στόν Θεό, συνεπῶς πόσο ἀνήκουμε σ᾽ Αὐτόν καί τόν ἔχουμε παρόντα στή ζωή μας, ἀπό τόν βαθμό τῆς ἀγάπης μας στόν συνάνθρωπό μας. Καί μάλιστα, ὡς γνωστόν, τόν ὅποιον συνάνθρωπό μας ἀνεξάρτητα ἀπό καταγωγή, μόρφωση, φύλο, κοινωνική τάξη. ῾Η παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη δέν ἀφήνει καί ἐδῶ κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Γι᾽ αὐτό καί ὁ λόγος τῶν ἀποστόλων, ὅπως τοῦ ἁγίου Παύλου, εἶναι σαφής: ῾Οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος  οὐδέ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἤ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ. Πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽.

γ. ῾Η ἐντολή τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο συνιστᾶ τήν προτεραιότητα πού ζητᾶ ὁ Κύριος γιά τήν εἴσοδο στή Βασιλεία Του. ῞Οταν προτρέπει ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν καί τήν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν᾽ στήν πραγματικότητα προτρέπει νά στεκόμαστε πάντοτε πάνω στήν ἀγάπη. Αὐτή συνιστᾶ τόν δρόμο, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Χριστό. Μονοπάτια ἐκτός ἀγάπης δέν ὑπάρχουν. Μπορεῖ κανείς νά ἔχει ὅλες τίς ἀρετές, ἄν λείπει ὅμως ἡ ἀγάπη πού τίς ἑνοποιεῖ καί τίς νοηματοδοτεῖ, δέν ἔχει τίποτε. Κι ἀκόμη: ἡ ὤθηση τοῦ ἑαυτοῦ μας σ᾽ αὐτήν τή μοναδική προτεραιότητα μᾶς ὁδηγεῖ μακριά ἀπό ὁποιαδήποτε ταραχή καί ἀπό τόν σκληρό πόλεμο τῶν λογισμῶν. ῾Η ἀγάπη ἄν γίνει ἀποδεκτή ἀπό τόν ἄνθρωπο συνιστᾶ τή λύση ὅλων τῶν προβλημάτων του.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



῾διωκόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι᾽ (Β´Κορ. 4,9)

α. ῞Ενα ἀπό τά γνωστότερα καί πιό συχνά ἐπαναλαμβανόμενα ἀποστολικά ἀναγνώσματα στήν ᾽Εκκλησία μας  εἶναι τό σημερινό ἀπό τήν Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῞Οπως καί ἄλλοτε εἴχαμε σημειώσει, στό ἀνάγνωσμα προβάλλεται ἡ ἀληθινή πίστη στόν Χριστό ὡς γεγονός τῆς φωτισμένης ἀπό τόν Θεό καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ζεῖ μέσα στό εὔθραστο σῶμα του τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ζωή δηλαδή πού κύριο γνώρισμα ἔχει τό Πάθος καί τόν Σταυρό Του, ἀλλά καί τήν ἄλλη ὄψη τοῦ Σταυροῦ, τήν ᾽Ανάστασή Του. ῎Ετσι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως κατ᾽ ἐπέκταση καί κάθε πιστός, ῾ζοῦν τή θλίψη καί τίς δοκιμασίες χωρίς ὅμως νά καταβάλλονται, βρίσκονται σέ ἀδιέξοδο ἀλλά δέν ἀπελπίζονται, τούς καταδιώκουν ὅμως ὁ Θεός δέν τούς ἐγκαταλείπει, μπορεῖ νά πέφτουν κάτω ὅμως δέν χάνουν τόν ἀγώνα᾽. ῾Η καταδίωξη μάλιστα τῶν πιστῶν ὡς στοιχεῖο γνησιότητας τῆς μαθητείας τους στόν Χριστό εἶναι ἐκεῖνο πού χρήζει κάποιου ἰδιαίτερου σχολιασμοῦ: ῾διωκόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι᾽.

β. 1. Κι ἄν βεβαίως ἡ θλίψη καί οἱ δοκιμασίες σφραγίζουν τήν κάθε ἀνθρώπινη ζωή ὡς καρποί τῆς πτώσης στήν ἁμαρτία, ὅμως ἐξίσου καί ὁ διωγμός πού ὑφίσταται ἕνας χριστιανός λόγω τῆς πίστης του στόν Χριστό ἀπαντᾶται μέ τήν ἴδια συχνότητα. Δέν ὑπάρχει δηλαδή χριστιανός, ὁ ὁποῖος στή ζωή του, λίγες ἤ περισσότερες φορές, νά μήν ὑπέστη ἤ νά μήν ὑφίσταται εὐθέως ἤ πλαγίως, σκληρά ἤ λιγότερα σκληρά ἐπίθεση ἤ ἀμφισβήτηση γιά τήν πίστη του. Δέν εἶναι μόνο ἡ διαχρονική πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ πού ἐπιβεβαιώνει στό πρόσωπο ὅλων τῶν ἁγίων τήν πραγματικότητα αὐτή, ἀλλά καί ἡ ἐμπειρία τῶν χριστιανῶν καί στή σημερινή ἐποχή. ῞Οπως τό σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὁ ἴδιος καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι διώκονται γιά τή σχέση τους μέ τόν Χριστό, συνεπῶς τό ἴδιο -  τηρουμένων βεβαίως τῶν ἀναλογιῶν - ἰσχύει καί γιά κάθε πιστό τῆς κάθε ἐποχῆς.
Πρόκειται γιά ἕνα ῾νόμο᾽ πού φανέρωσε ὁ ἴδιος ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός, γιά νά δηλώσει ὅτι στό πρόσωπο τῶν μαθητῶν Του πάντοτε θά ὑπάρχει ἡ ἀντίδραση ἐναντίον ᾽Εκείνου. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Καί τό ἴδιο ἐξέφρασαν καί οἱ ἀπόστολοι σάν τόν ἅγιο Παῦλο: ῾Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ διωχθήσονται᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ χριστιανική πίστη εἶναι ζωή δύσκολη, θλιμμένη ὁδός κατά τόν Κύριο, γι᾽ αὐτό καί δύσκολα ἀποδεκτή ἀπό τόν ἄνθρωπο πού θέλει νά πορεύεται κατά τά κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου. Τό ῾οὐ γάρ πάντων ἡ πίστις᾽ τοῦ ἀποστόλου βρίσκει ἐδῶ τήν ἐξήγησή του.

2. Γιατί ἄραγε; Τί καθιστᾶ ῾ἀναγκαιότητα᾽ τόν διωγμό ὄχι μόνο τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί τῶν μαθητῶν Του;
Πρῶτον, τό γεγονός πού ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος καί θίξαμε καί παραπάνω: ὁ χριστιανός ἑνωμένος ὀργανικά μέ τόν Χριστό λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματός του - ῾ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἄλλη ζωή ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Πάθος ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ; Πάθος καί ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ Του. ῞Ολοι ἐκεῖνοι πού κατά καιρούς παλαιότερα ἤ καί νεώτερα θεώρησαν τήν ἔνταξή τους στό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν ᾽Εκκλησία ὡς εὐκαιρία νά προβληθοῦν, νά ἀποκτήσουν ἐφήμερα πλούτη ἤ νά ἱκανοποιήσουν τίς ἐμπαθεῖς ὀρέξεις τους, εἶναι εὐνόητο ὅτι κατενόησαν ἐσφαλμένα τήν πίστη καί ὑπῆρξαν, ἄν ὄχι λεκτικά, στήν πράξη ὅμως βαθύτατα αἱρετικοί. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας ποτέ δέν ἔμεινε στά λόγια κάποιου γιά νά δεῖ τήν πίστη του, ἀλλά στόν τρόπο τῆς ζωῆς του. ῾Οὐκ ἐν λόγοις ἡ ἀλήθεια, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς πράγμασι᾽ πού λέει καί ὁ πατερικός λόγος, ὅπως καί  Μισῶ διδάγματα οἷς ἐναντίος ὁ βίος᾽ πού σημειώνει ἐξίσου καί ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
Δεύτερον, ἐκεῖνο πού ἐξηγεῖ τόν διωγμό πού ὑφίσταται ὁ πιστός χριστιανός ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς πίστης εἶναι ὅτι ἡ ζωή του – συνέχεια ὅπως εἴπαμε τοῦ Χριστοῦ - ἀποτελεῖ πρόκληση γιά ἐκείνους. Τούς προκαλεῖ γιατί μέ τή φωτισμένη ἀπό τόν Θεό ζωή του ἀποκαλύπτει τή δική τους σκοτεινή ζωή, συνεπῶς ἀποτελεῖ τόν πιό σκληρό, χωρίς λόγια συνήθως, ἔλεγχό τους. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ καί στήν Παλαιά Διαθήκη - ῾ἐξαλείψομεν τόν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι᾽- ἀλλά κυρίως στήν Καινή διά στόματος ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου ἐπιβεβαιώνει τή σπουδαία αὐτή ἀνθρωπολογική ἀλήθεια. Στό ἐρώτημα γιά παράδειγμα  γιατί οἱ πολλοί στήν ἐποχή τοῦ Κυρίου - ἀλλά καί μετέπειτα - ἀπέρριψαν Αὐτόν πού ἦλθε ὡς τό φῶς τοῦ κόσμου, ἡ ἐξήγηση τοῦ εὐαγγελιστῆ ἦταν: ῾ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα᾽. Διότι ῾πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ ᾽.

3. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὅμως προεκτείνει τόν λόγο. ῎Αν ὁ διωγμός εἶναι στοιχεῖο πού σχετίζεται μέ τό εὔθραστο τῆς σωματικῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, ὅμως ὁ θησαυρός τῆς πίστης ριζωμένος στήν καρδιά του ὡς χάρη Θεοῦ τοῦ δίνει τή δύναμη ὑπέρβασής του: ῾διωκόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι᾽. Μπορεῖ ὁ χριστιανός νά διώκεται, νά μή μπορεῖ νά σταθεῖ πουθενά στόν κόσμο τοῦτο ἀπό τίς ἀντίθεες δυνάμεις, ὅμως ἔχει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μονίμως καί ἀδιάκοπα στή ζωή του. Κι αὐτή τελικῶς εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐλογία καί ἡ μεγαλύτερη παρηγοριά του. Γιατί ῾εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ ῎Εχεις μαζί σου τόν Δημιουργό σου, τόν Προνοητή τῆς ζωῆς σου, τόν Κυβερνήτη σου, τόν Κριτή σου καί θά φοβηθεῖς αὐτό πού συνιστᾶ τήν προσωρινότητα, ἔστω καί τή δύσκολη; Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἀληθινός τόπος τοῦ χριστιανοῦ, ἡ χώρα του καί ἡ κατοικία του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός του. Διότι σ᾽ Αὐτόν εἶναι ριζωμένος καί Αὐτός συνιστᾶ τό Α καί τό Ω τῆς ζωῆς του. ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽. ῾Μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν᾽. Συνεπῶς ὁ κάθε ξένος τόπος γιά τόν χριστιανό στόν κόσμο τοῦτο εἶναι καί δικός του τόπος ὡς δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ἀντιστρόφως: κάθε δικός του θεωρούμενος τόπος πρέπει νά κατανοεῖται ὡς ξένος, γιατί ἀλλοῦ εἶναι ἡ πατρίδα καί ἡ κατοικία του. ῾Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν᾽.

4. Κι αἰτία τῆς μόνιμης παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ πιστοῦ εἶναι βεβαίως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ πάντες μπορεῖ νά μᾶς ἐγκαταλείψουν, ὄχι ὅμως ὁ Θεός. ῾Η ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι σάν τή δική μας πού ταλαντεύεται ἀνάλογα μέ τίς διακυμάνσεις τῶν συναισθημάτων μας ἤ τίς προκλήσεις τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός ὡς στοργικός Πατέρας μᾶς ἀγαπᾶ γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἀπό τίς μικρότητες καί τίς ἀδυναμίες μας. Στέκεται πάντοτε δίπλα μας καί ποτέ ἀπέναντί μας. ῾Ο Θεός δηλαδή ἀπεχθάνεται τήν ἁμαρτία μας, ὄχι τό πρόσωπό μας. Καί στή μεγαλύτερη κατάντια μας καί στόν ἔσχατο ῞Αδη πού θά βρεθοῦμε, ᾽Εκεῖνος εἶναι παρών γιά νά μᾶς περιθάλψει. Πολύ περισσότερο βεβαίως ὅταν διωκόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά χάρη ᾽Εκείνου καί τοῦ Εὐαγγελίου Του. Τότε ἡ τρυφερότητά Του φτάνει στό ἀπώγειό της. Τότε ᾽Εκεῖνος γίνεται ὁ πανίσχυρος ὑπερασπιστής μας.
῎Ηδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκούγεται ὁ συγκλονιστικός λόγος τοῦ προφήτη τοῦ Θεοῦ: ῾Κι ἄν ὅλοι σέ ἐγκαταλείψουν, ἐγώ δέν πρόκειται νά σέ ἀφήσω. Κι ἄν ἡ μάνα ξεχάσει τό παιδί της, ἐγώ δέν πρόκειται ποτέ νά σέ ξεχάσω᾽. Ποιός φυσιολογικός ἄνθρωπος πού δέν ἔχει χάσει τό μυαλό του μπορεῖ νά ἀκούει τόν λόγο αὐτόν τοῦ Θεοῦ καί νά μήν κατανύσσεται; Ποιός  ἀκόμη καί μέ τήν πιό σκληρυμένη καρδιά δέν θά κλάψει καί δέν θά ὑποστεῖ ρωγμή στό βάθος του; Γι᾽ αὐτό καί ὁ πιστός δέν κινεῖται ἐκδικητικά ἐναντίον κανενός. Γιατί ξέρει ὅτι ῎Αλλος τόν ἔχει ἀναλάβει. ῾Δότε τόπον τῇ ὀργῇ. ᾽Εμοί ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος παντοκράτωρ᾽.

γ. ῾Ο Κύριος ἦλθε στόν κόσμο καί ἀνέτρεψε τά δεδομένα τοῦ κόσμου τούτου. ῾Ο ἐφησυχασμός, ἡ ραθυμία, ἡ ἄνεση μπορεῖ νά ἀποτελοῦν ζητούμενα τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, δέν συνθέτουν ὅμως τή  φυσιογνωμία τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο χριστιανός βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα δοκιμασίας καί θλίψης καί διωγμοῦ, γιατί αὐτόν τόν δρόμο περπάτησε ὁ ἀρχηγός Του κι αὐτός ὁ δρόμος εἶναι καί ὁ δικός του κλῆρος. Κι ἀκόμη: σ᾽ αὐτόν τόν δρόμο τόν δύσκολο καί θλιμμένο βρίσκεται καί ἡ χαρά καί ἡ μακαριότητά του. Γιατί ἐκεῖ συναντᾶται μέ τόν διωγμένο καί ἀπεριμμένο Κύριο. ῾Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης᾽. ῾Χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσιν καί εἴπωσιν πᾶν ρῆμα καθ᾽ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς᾽. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΤΡΥΦΩΝ


«Ο άγιος Τρύφων ήταν από την κώμη της Λαμψάκου της επαρχίας των Φρυγών, επί της βασιλείας του Γορδιανού, κατά το διακοσιοστό ενενηκοστό πέμπτο έτος από της βασιλείας του Αυγούστου. Όταν ακόμη ήταν πολύ νέος και ασχολείτο με εργασία κατάλληλη για την ηλικία του (διότι έβοσκε χήνες, όπως λένε), γέμισε από Άγιο Πνεύμα και θεράπευε κάθε ασθένεια και έβγαζε και δαίμονες. Θεράπευσε μάλιστα και τη θυγατέρα του βασιλιά, που κυριαρχείτο από τον δαίμονα. Στην περίπτωση αυτή λέγεται ότι υπέδειξε ο άγιος στους παρόντες τον δαίμονα σαν μαύρο σκυλί, εξαγγέλλοντας τις πονηρές πράξεις του, και ότι με το θαύμα αυτό οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού. Την εποχή του βασιλιά Δεκίου, που διαδέχτηκε τον Φίλιππο, τον κυρίαρχο μετά τον Γορδιανό, κατηγορήθηκε στον έπαρχο της Ανατολής Ακυλίνο, ότι έλεγε να μη λατρεύουν οι άνθρωποι τους δαίμονες. Οδηγήθηκε προς αυτόν στη Νίκαια, κι επειδή ομολόγησε το όνομα του Χριστού, πρώτον κτυπήθηκε με σπαθιά. Έπειτα τον έδεσαν σε άλογα και τον έτρεχαν, χειμώνα καιρό, μέσα από δύσβατα και δυσπρόσιτα μέρη. Και μετά από αυτό, τον έσυραν γυμνό πάνω σε σιδερένια καρφιά. Κι ακόμη:  τον μαστίγωσαν και του έκαψαν τα πλευρά με λαμπάδες πυρός, ενώ στο τέλος αποφάσισαν να τον σκοτώσουν με ξίφος, κάτι που δεν πρόφτασαν να το κάνουν, διότι είχε παραδώσει  ήδη το πνεύμα του στον Θεό. Τελείται δε η σύναξή του στο Μαρτύριό του, που βρίσκεται μέσα στο ναό του Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας».

Δεν είναι γνωστός ο άγιος Τρύφων για τις σπουδές του,  τη μόρφωσή του και τη θεολογική του κατάρτιση δεν προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως κάποιος Ιεράρχης που την βοήθησε στην υπέρβαση κάποιας κρίσεως εξαιτίας αιρέσεως ή για το θαυμαστό κοινωνικό έργο που επιτέλεσε. Τιμάται από την Εκκλησία, γιατί μέσα στην όλη απλότητα της ζωής του κατάλαβε ένα πράγμα, που προσπάθησε μέχρι τέλους, έστω και με θυσία αυτής της ζωής, να το κρατήσει: ότι δηλαδή σκοπός του στον κόσμο τούτο που βρέθηκε, ήταν να γίνει άγιος να μοιάσει του Χριστού ζώντας με σωφροσύνη. Δηλαδή ό,τι είχε ακούσει από τον λόγο του Θεού, ό,τι ο Ίδιος ο Θεός τού φανέρωσε ως τρόπο ζωής, να το κάνει βίωμά του. Κι είναι αυτό που σημειώνει και ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του κανόνα του: «Ρημάτων των θείων ενηχηθείς, ετέλεσας ταύτα, παναοίδιμε, πρακτικώς, την αγιωσύνην αγαπήσας και σωφροσύνην ασπασάμενος» (Άκουσες μέσα στην καρδιά σου τα θεία λόγια και τα έκανες πράξη, πανσεβάσμιε, διότι αγάπησες την αγιοσύνη και ασπάστηκες τη σωφροσύνη).

Η αγάπη για την αγιοσύνη συνιστά και το σκοπό της ζωής του κάθε ανθρώπου, ιδίως εκείνου που έχει τη δύναμη γι’ αυτό, του χριστιανού. Η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι», να γινόμαστε άγιοι, διότι ο ίδιος ο Θεός είναι άγιος. Κι αυτό σημαίνει ότι η αγιοσύνη ως σκοπός ζωής δεν αποτελεί ιδιορρυθμία ενός περίεργου ανθρώπου, ένα «βίτσιο» ίσως. Είναι το όραμα προς το οποίο καθημερινώς και αδιαλείπτως κατατείνει, πρέπει να κατατείνει, κάθε χριστιανός. Και θεολογική βάση γι’ αυτό είναι η «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργία του ανθρώπου. Δημιουργηθήκαμε από τον Θεό να Τον εικονίζουμε, με σκοπό να Του μοιάσουμε όσο το δυνατόν πληρέστερα στα πλαίσια της ανθρώπινης φύσης μας. Έτσι η φυσιολογία του ανθρώπου είναι να γίνεται -  που σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς για να το φτάσει -  άγιος. Ο άγιος Τρύφων, έστω και απλός βοσκός χηνών – προστάτης των γεωργών αλλά και των ζώων θεωρείται - χωρίς κάποια μόρφωση, χωρίς μελέτες και ακούσματα κηρυγμάτων, αλλά με μόνη την αγνότητα των προθέσεών του, το κατάλαβε και το άκουσε στο βάθος της καρδιάς του. Κι επειδή πήρε στα σοβαρά αυτό που κατάλαβε, το ενεργοποίησε στη ζωή του. Το «σωφροσύνην ασπασάμενος» που λέει ο υμνογράφος, αυτό ακριβώς φανερώνει.

Η πιστότητα και η αγάπη του στο όραμα αυτό της ζωής του τον έκανε αφενός να δεχτεί τις ακτίνες της χάρης του Θεού, γινόμενος δεύτερο φως μετά το πρώτο, του Θεού («Φως εγένου δεύτερον, φωτί τω πρώτω προσπελάσας, αίγλη του αυτού πυρσούμενος και μορφούμενος», δηλαδή: έγινες δεύτερο φως, επειδή πλησίασες το πρώτο φως, γινόμενος σαν πυρσός και παίρνοντας μορφή από τη δόξα Αυτού), αφετέρου να γίνει, ακριβώς γι’ αυτό, θαυμαστό όργανο Εκείνου για τη θεραπεία ασθενών και δαιμονισμένων, ωθώντας έτσι τους ανθρώπους στο να βρίσκουν  τον δρόμο τους για τον Θεό.  Κι αυτό σημαίνει ότι όπου ο Θεός βρίσκει άνθρωπο καλοπροαίρετο και με διάθεση στροφής προς Αυτόν εν αγάπη, τον κάνει κατοικητήριό Του και οδό Του για την εύρεση του Ίδιου από τους ανθρώπους. Ο άγιος άνθρωπος, με άλλα λόγια, και χωρίς να μιλάει, με μόνο το παράδειγμά του, δρα ως ιεραπόστολος. Οι άνθρωποι βλέποντάς τον καθοδηγούνται προς Αυτόν.

Την παραπάνω αλήθεια ο άγιος Θεοφάνης μας την προσφέρει με έναν έξοχο ύμνο, ήδη από την πρώτη ωδή του κανόνα: «Υπήρξας τω όντι ποιμαντικός, ποιμαίνων ψυχής σου εν σοφία τους λογισμούς, ψυχάς επιστρέφων πλανωμένας και τω Θεώ προσάγων, ένδοξε» (Υπήρξες πράγματι ποιμένας, με το να ποιμαίνεις  με σοφία τους λογισμούς της ψυχής σου, και με το να επιστρέφεις τις πλανεμένες ψυχές και να τις οδηγείς στον Θεό, ένδοξε). Είναι μία καταπληκτικής εμπνεύσεως αλήθεια: ο άγιος Τρύφων, αλλά και κάθε πιστός, είτε κληρικός είτε λαϊκός, είναι ποιμένας, γιατί ποιμαίνει πρώτα από όλα τον εαυτό του. Πώς; Με το να ελέγχει τους λογισμούς της ψυχής του, καθοδηγώντας τους, όπως ο βοσκός τα πρόβατα στο μαντρί, εκεί που είναι ο τόπος της καταπαύσεώς του, ο ίδιος ο Θεός. Επομένως, όταν οι λογισμοί του ανθρώπου απομακρύνονται από τον Θεό, κινδυνεύουν να «φαγωθούν» από τον λύκο διάβολο, ή από το λιοντάρι διάβολο, κατά την εικόνα του αποστόλου Πέτρου: «ο διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Και βεβαίως, με τον τρόπο αυτό γίνεται ποιμένας και των υπολοίπων ανθρώπων: επιστρέφει στον Θεό τις πλανεμένες ψυχές. Όπως το καταλαβαίνουμε, από την άποψη αυτή, όλοι: κανείς δεν μπορεί να γίνει αληθινός ποιμένας, κυρίως μάλιστα ο κληρικός, αν πρώτα δεν είναι και δεν γίνεται ποιμένας του εαυτού του. Εκείνος που έχει μάθει να διαποιμαίνει τους λογισμούς του, εκείνος χαριτώνεται από τον Θεό και για την καθοδήγηση των άλλων.