Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΙΑ

«Τα άγια Θεοφάνια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζουμε κατά την ημέρα αυτή, και στη Μεγάλη Εκκλησία και στις κατά τόπους άγιες Εκκλησίες, επιτελώντας την παννυχίδα από το εσπέρας. Ο ίδιος ο Θεός Λόγος αφού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ και εκτέλεσε όλα τα νόμιμα, έρχεται για να βαπτισθεί προς τον μέγα Ιωάννη τον Προφήτη, ο οποίος και τον εμπόδιζε λέγοντας: Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Εσένα, και Συ έρχεσαι σε μένα; Όταν όμως άκουσε από τον Κύριο το, άσε τώρα αυτά, και κατάλαβε ότι το Βάπτισμά Του αποτελεί εκπλήρωση όλης της δικαιοσύνης του Θεού, είναι δηλαδή μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου, δεν Του έφερε εμπόδιο. Βαπτίσθηκε λοιπόν ο Κύριος και αγίασε όλη τη φύση των υδάτων. Κι αφού έθαψε στα ρείθρα του Ιορδάνου όλη την αμαρτία των ανθρώπων, αμέσως βγήκε από το νερό. Έτσι ανακαίνισε και ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε παλιώσει λόγω των αμαρτιών, οπότε του χάρισε τη Βασιλεία των Ουρανών».

Εδώ και μερικές ημέρες η Εκκλησία μάς προετοιμάζει, μετά την Γέννηση του Κυρίου, για τη δεύτερη μεγάλη Δεσποτική εορτή, των Θεοφανείων, (μολονότι παρεμβάλλεται και η Περιτομή του Κυρίου), της Βαπτίσεως του ενανθρωπήσαντος Θεού. Η μία, σημειώνουν οι άγιοι υμνογράφοι, παραπέμπει στην άλλη,  μολονότι και οι δύο εορτάζονταν από κοινού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως εορτή των Επιφανείων, της Φανέρωσης του Θεού στον κόσμο, κάτι που διακρίθηκε από τον τέταρτο αιώνα, για λόγους περισσότερο πρακτικούς παρά πίστεως. Τελικώς όμως καθιερώθηκε ο ξεχωριστός εορτασμός τους, ο οποίος μολονότι ξεχωριστός, συν-θεωρείται από τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο υμνογράφος Ιωάννης ο μοναχός, μάλιστα, συγκρίνει τις δύο εορτές, για να καταλήξει σε κάτι που ξενίζει: η Βάπτιση του Κυρίου είναι λαμπρότερη από την εορτή των Χριστουγέννων. «Λαμπρά μεν η παρελθούσα εορτή – σημειώνει – λαμπροτέρα δε Σωτήρ η επερχομένη». Και δίνει και την εξήγηση: «Λαμπρή η προηγουμένη εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου, λαμπρότερη όμως, Σωτήρα, αυτή που έρχεται. Εκείνη είχε ως ευαγγελιστή άγγελο, και αυτή βρήκε προετοιμαστή Πρόδρομο. Σε εκείνη, επειδή χύθηκαν τα αίματα των νηπίων, οδυρόταν η Βηθλεέμ ως άτεκνη, ενώ σε αυτήν, επειδή ευλογήθηκαν τα ύδατα, η Κολυμβήθρα της Εκκλησίας γίνεται γνωστή ως πολύτεκνη. Τότε Αστέρας φανερώθηκε στους Μάγους, τώρα δε ο Πατέρας Σε υπέδειξε στον κόσμο. Συ που σαρκώθηκες και πάλιν έρχεσαι φανερά, Κύριε, δόξα Σοι».

Ο ίδιος υμνογράφος, συν-θεωρώντας, όπως είπαμε, τις δύο εορτές, τις βλέπει ως επί μέρους φάσεις εκπλήρωσης της αρχικής υποσχέσεως του Θεού, ήδη από την εποχή της πτώσεως στην αμαρτία των πρωτοπλάστων, περί της σωτηρίας του κόσμου. Σε κάθε φάση μάλιστα ο Θεός χρησιμοποίησε και τα ανάλογα μέσα, τους «λειτουργούς του μυστηρίου» Του. «Κύριε, θέλοντας να εκπληρώσεις όλα όσα καθόρισες προαιώνια, απ’ αρχής της δημιουργίας, έλαβες λειτουργούς συνεργάτες του μυστηρίου σου: από τους Αγγέλους τον Γαβριήλ, από τους ανθρώπους την Παρθένο Μαρία, από τους Ουρανούς τον Αστέρα, και από τα ύδατα τον Ιορδάνη, μέσα στον οποίο εξάλειψες την αμαρτία του κόσμου, Σωτήρα μας, δόξα Σοι».

Η επισήμανση του υμνογράφου περί της εξαλείψεως της αμαρτίας του κόσμου μέσα στον Ιορδάνη συνιστά την απαρχή αυτού που θα ολοκληρωθεί επάνω στον Σταυρό του Κυρίου και στην Ανάστασή Του. Ό,τι αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού - ότι δηλαδή ο Κύριος στον Σταυρό «κατήργησε το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία», όπως και με την Ανάστασή Του καταπάτησε τον θάνατο και τον διάβολο -  ξεκίνησε από τη Βάπτιση του Κυρίου. Ένας ύμνος μάλιστα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου προσφέρει ανάγλυφα την αλήθεια αυτή. Ο Κύριος έρχεται στον Ιορδάνη με τον τρόπο που Τον υπέδειξε ο Ιωάννης: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιωάννης βλέπει τον Κύριο, αλλά Τον βλέπει φορτωμένο με τις αμαρτίες του κόσμου. Κι έτσι φορτωμένος έρχεται στον Ιορδάνη, οπότε ο Ιωάννης Τον αντιμετωπίζει με φόβο και τρόμο. «Με σηκωμένες τις αμαρτίες μας στους ώμους Σου, ήλθες Ιησού στα ρείθρα του Ιορδάνου. Εγώ, δε, φοβάμαι τη φρικτή έλευσή Σου. Πώς λοιπόν με διατάζεις να σε βαπτίσω; Συ ο ίδιος ήλθες να με καθαρίσεις και πώς ζητάς το δικό μου βάπτισμα, το βάπτισμα που εσύ φέρνεις και καθαρίζει τα πάντα;»

Η Γέννησή του Κυρίου αποτέλεσε τη βάση της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, η Βάπτισή Του ενεργοποίησε τη νίκη αυτή, ο Σταυρός και η Ανάσταση την οριστικοποίησαν. Ο Κύριος με άλλα λόγια λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας με όλες τις φάσεις της ζωής Του. Η αποστολή έπειτα από Αυτόν του αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σήμανε την απαρχή της οικειοποιήσεως της λύτρωσης αυτής από όσους θα Τον αποδέχονταν. Στην Εκκλησία δηλαδή αυτό που ο Κύριος έφερε στο ανθρώπινο γένος θα γινόταν και προσιτό και οικείο στις καρδιές των ανθρώπων. Κι όπως με το Βάπτισμα του Κυρίου έχουμε την απαρχή της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, όπως είπαμε, έτσι και με το βάπτισμα στην κολυμβήθρα πια της Εκκλησίας, ο πιστός εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και γεύεται ψυχοσωματικά τις δωρεές αυτής της λύτρωσης.

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας αδιάκοπα και πολλαπλώς τονίζει τις διαστάσεις αυτές της κάθαρσης του κόσμου και του ανθρώπου από την αμαρτία διά της Βαπτίσεως του Κυρίου. Δεν βαπτίστηκε ο Κύριος, διότι είχε ανάγκη Αυτός του βαπτίσματος: απόδειξη το γεγονός ότι αμέσως βγήκε από τον Ιορδάνη, ελλείψει αμαρτιών, την ώρα που οι άλλοι βαπτιζόμενοι παρέμεναν εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Το βάπτισμα, όπως είπαμε, ήταν για εμάς τους ανθρώπους. Εισερχόμενος στον Ιορδάνη Αυτός που σήκωνε τις αμαρτίες των ανθρώπων, βύθισε και εξάλειψε τις αμαρτίες αυτές, όπως παλαιότερα ο Ίδιος ως μόνον Θεός εξάλειψε τις αμαρτίες των ανθρώπων διά του κατακλυσμού των υδάτων επί Νώε, κι όπως έδωσε νέα αρχή στη ζωή του Ισραήλ, κάνοντάς τους να περάσουν μέσα από τα σχισμένα ύδατα της ερυθράς θάλασσας με τον Μωυσή. Έτσι τα νερά λειτούργησαν πάντοτε, πραγματιστικά, αλλά και συμβολικά, για την κάθαρση των αμαρτιών των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο Κύριος  τη σωτηρία την «έδεσε» με το «νερό και το Πνεύμα». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν των Ουρανών».

Και βεβαίως η εξάλειψη των αμαρτιών διά του Βαπτίσματος του Κυρίου ήταν το αποτέλεσμα του αγιασμού των υδάτων και του φωτισμού που έφερνε η είσοδός Του στο νερό του Ιορδάνη, συνεπώς σε όλη τη φύση, κύριο και καθοριστικό στοιχείο της οποίας είναι το νερό. Ο Κύριος δηλαδή, η πηγή της αγιότητας και του σωτηρίου πνευματικού φωτός, εισάγει με την είσοδό Του στο νερό, τον αγιασμό και το φως Του. Έκτοτε η φύση αγιάστηκε και η Εκκλησία μας συνεχίζει και διαιωνίζει τον αγιασμό αυτόν με τον Σταυρό του Κυρίου που εμβαπτίζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των υδάτων. Είπαμε όμως: ο αγιασμός αυτός συνιστά την απαρχή, η οποία οριστικοποιήθηκε  τελεσίδικα με τον Σταυρό και την Ανάσταση, περαιτέρω δε με την αποστολή του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η υμνολογία μας είναι ανεξάντλητη στη διαπίστωση των επί μέρους θεολογικών όψεων της Βαπτίσεως του Κυρίου. Και βεβαίως είναι αυτονόητο ότι αφενός εξαγγέλλει πάντοτε την αιτία του χαρακτηρισμού της Βαπτίσεως του Κυρίου ως εορτής Θεοφανίων: στη Βάπτιση φανερώθηκε ο Τριαδικός Θεός. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ο Πατέρας που προσμαρτυρεί τον Ιησού ως μονογενή Του Υιό, ο Χριστός που βαπτίζεται, το άγιον Πνεύμα που βεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του Θεού Πατέρα. Και αφετέρου επισημαίνει ότι με το Βάπτισμά Του ο Κύριος αρχίζει κατά επίσημο, θα λέγαμε, τρόπο τη δράση Του στον κόσμο προς σωτηρία αυτού. Όπως παλιά στον Ισραήλ ένας προφήτης ή ένας ιερέας έχριε διά μύρου τον βασιλιά, ώστε αυτός επισήμως να κατασταθεί στη θέση του, έτσι και εδώ: ο ίδιος ο Θεός Πατέρας χρίει διά του πνευματικού μύρου, του αγίου Πνεύματος, τον Υιό Του ως τον Μεσσία του κόσμου.

ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΓΕΝΝΙΟΜΑΣΤΕ!

 

«Τρεις φορές, θα λέγαμε, γεννιόμαστε. Την πρώτη, όταν βγαίνουμε από τους μητρικούς κόλπους, οπότε από γη ερχόμαστε πάλι σε γη. Με τις άλλες δύο γεννήσεις όμως ανεβαίνουμε από τη γη στον ουρανό. Και απ’ αυτές η μία, που πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα, συντελείται από τη θεία χάρη. Αυτή την ονομάζουμε, και είναι πραγματικά, «παλιγγενεσία» (δηλαδή αναγέννηση). Η άλλη πάλι συντελείται από τη μετάνοιά μας και τους κόπους της αρετής. Σ’ αυτή βρισκόμαστε τώρα»  (οσία Συγκλητική, από τον Μικρό Ευεργετινό, έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου).

Με σαφή και συνοπτικό τρόπο η μεγάλη αγία της Εκκλησίας μας Συγκλητική (3ος αι. - εορτή: 5 Ιανουαρίου) μας υπενθυμίζει ότι ναι μεν ερχόμαστε στον κόσμο τούτο από τους κόλπους της μητέρας μας, όμως η προοπτική μας είναι ο κόσμος ο πέραν της γης, ο ουρανός, δηλαδή η Βασιλεία του Θεού. Η αγία λέει με απλότητα ό,τι βλέπει ένας άνθρωπος του Θεού, ένας πιστός στον Χριστό. Και τι βλέπει; Όχι μόνο αυτό που επισημαίνουν οι σωματικές αισθήσεις, αλλά και αυτό που επισημαίνει ο νοερός οφθαλμός που φωτίζεται από το φως της αποκαλύψεως του Κυρίου Ιησού Χριστού: ο άνθρωπος γεννιέται στον κόσμο τούτο με φυσικό τρόπο, αλλά γεννιέται και πνευματικά «δι’ ὕδατος καί Πνεύματος» με το άγιο βάπτισμα της Εκκλησίας, καθιστάμενος μέλος Χριστού και μέλος έτσι της Βασιλείας του Θεού – ο χριστιανός «ντύνεται» κυριολεκτικά τον ίδιο τον Χριστό και λειτουργεί στον κόσμο ως μία δική Του προέκταση, όπως το κλαδί ενός δένδρου. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (απ. Παύλος). Ποιο μεγαλύτερο δώρο μπορεί να υπάρξει για τον άνθρωπο από τη χάρη αυτή της εντάξεώς του στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, συνεπώς από τη χάρη να μπορεί να ζει μέσα στον Θεό του και Εκείνος μέσα σ’ αυτόν, να στέκεται ενώπιος ενωπίω Θεώ, λατρεύοντάς Τον «ἐν Πνεύματι και ἀληθείᾳ» και  προσδοκώντας την τελείωση της ζωντανής αυτής σχέσεως όταν φύγει από τον κόσμο τούτο και μάλιστα όταν έλθει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου; Τότε η έτσι κι αλλιώς πράγματι εδώ όραση του Θεού εν πίστει, από «θολή και αινιγματική» που είναι λόγω της παχύτητας του σώματος θα γίνει εντελώς καθαρή, «πρόσωπον πρός πρόσωπον» που λέει ο απόστολος Παύλος. «Ἄρτι βλέπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρός πρόσωπον».

Το μεγαλείο όμως του χριστιανού, το οποίο μπορεί να «δει» μόνον αυτός όπως είπαμε που έχει ανοικτές πνευματικές αισθήσεις και εξετάζει και τα μη βλεπόμενα των σωματικών οφθαλμών, βρίσκεται αδιάκοπα στον κόσμο τούτο υπό την απειλή ενός μεγάλου κινδύνου: του κινδύνου της εκπτώσεως στην αμαρτία. Ενώ δηλαδή διά της αναγεννήσεώς του με το βάπτισμα, όπου εν χάριτι έγινε ένας άλλος Χριστός, πήρε τη δύναμη να μην αμαρτάνει όπως σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος, η καθημερινότητα και η αμεσότητα της ζωής αποκαλύπτει το αντίθετο: όχι μία αλλά πολλές φορές αμαρτάνει, ξεσκίζοντας το ένδυμα που ντύθηκε, δηλαδή κάνοντας πέρα τον ίδιο τον Κύριο και διαγράφοντας επί προσωπικού επιπέδου το απολυτρωτικό Του έργο. Ο χριστιανός που αμαρτάνει, και μάλιστα αμαρτάνει εν επιγνώσει και συνειδήσει, αποκαλύπτεται ως ο μεγαλύτερος άφρων και παράφρων, αφού επιλέγει αντί του θρόνου της θεότητος που τον θέτει ο Πατέρας και Δημιουργός του, τα σκουπίδια και τον βόρβορο των παθών του, αναμειγμένα με το δηλητήριο του ανθρωποκτόνου Πονηρού. Λογικά το πράγμα είναι ακατανόητο˙ είναι όμως πραγματικό! Και στο πραγματικό δυστυχώς αυτό μετέχουμε όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, και οι εκτός εννοείται της πίστεως, αλλά πολύ περισσότερο οι εντός, οι χριστιανοί.

Ποια η θεωρούμενη αιτία της «αλογίας» και της παραφροσύνης αυτής; Η αμέλειά μας. Η αμέλεια που συνυπάρχει πάντοτε με την «τυραννίδα» των παθών, τη λήθη. Απορροφώμαστε δυστυχώς τόσο πολύ από τους ρυθμούς της καθημερινότητάς μας και τα γρανάζια των ποικίλων εργασιών μας, ώστε ξεχνάμε το σημαντικότερο που έχει αιώνιο χαρακτήρα: το θέλημα του Θεού και τη διαρκή προκοπή μας προς το πρόσωπο του Θεού μας. Ως χριστιανοί τον Θεό και το θέλημά Του θα έπρεπε να είχαμε προτεραιότητα, όπως μας δίνει την εντολή ο Κύριος: «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ» και όλα τα υπόλοιπα της ζωής σας θα ακολουθήσουν. Δεν το κάνουμε όμως, διότι προφανώς η πίστη μας λόγω της αμέλειάς μας είναι λειψή, γεγονός που οδηγεί τον χριστιανό στην παράδοξη το λιγότερο θεωρούμενη θέση, να μετέχει του Τριαδικού Θεού με ταυτόχρονη αποστροφή του από Εκείνον! Μία ιδιότυπη πράγματι «σχιζοφρένεια»! Αλλά με τον Θεό δεν μπορεί κανείς να… παίζει! «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος». Αρχίζουν τα προβλήματα για τον επιμελώς αμαρτάνοντα χριστιανό, οι παραχωρήσεις δηλαδή εκ Θεού εκείνων των δοκιμασιών που καθιστούν τη ζωή του δύσκολη, δοκιμασιών που φτάνουν στο σημείο να παραδίδεται αυτός στα χέρια του μεγαλύτερου εχθρού του, του ίδιου του διαβόλου και των σκληρών οργάνων του.

Η ευλογία θα είναι η επίγνωση της τραγικότητάς του: της απώλειας του Θεού από τη ζωή του˙ και γι’ αυτό η μετάνοιά του. Μόλις ο πιστός συνειδητοποιήσει την πτώση του και με «επαινετή αναίδεια» ελπίσει προς τον Θεό του, τότε και πάλι θα δει αισθητά στην ύπαρξή του το έλεος του Θεού. Θα δει κι αυτός όπως ο άσωτος της παραβολής τον ίδιο τον Κύριο να προστρέχει σ’ εκείνον, να τον αγκαλιάζει και να τον καταφιλεί. Κι ακόμη περισσότερο: να του διαγράφει τις όποιες αμαρτίες του και να τις θεωρεί ως μη…γενόμενες! Οπότε το ένδυμα του Χριστού που στην ασωτία του ο πιστός το χάλασε και ίσως το πέταξε, το ενδύεται και πάλι – δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τον Κύριο να έχει στην αγκαλιά Του το παιδί Του, και μάλιστα το πλανεμένο και χαμένο παιδί Του. Μας το δήλωσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο: «αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και ψάχνει το ένα το χαμένο»! Και η κατάσταση αυτή αναδεικνύει το ύψος της μετανοίας. Της μετανοίας που είναι η μόνη που μπορεί να προκαλεί κύματα χαράς σε όλον τον Ουρανό: τον Κύριο, τους αγγέλους, τους αγίους. «Χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».

Με μία βεβαίως παρατήρηση, την οποία κάνει η αγία Συγκλητική: η μετάνοιά μας να είναι αληθινή. Και αληθινή είναι όταν συνοδεύεται από τους «κόπους των αρετών». Στη μικρή αυτή φράση της οσίας δίνεται η απάντηση της κρίσεως που παρουσιάζουμε διαχρονικά οι χριστιανοί. Γιατί συχνά «μετανοούμε» αλλά η μετάνοιά μας είναι στα λόγια μας ή ίσως σε μία απλή διάθεσή μας. Αλλά αν η μετάνοια δεν σημάνει την αποφασιστική έως θανάτου αλλαγή της ζωής μας – ας δούμε το πρότυπο της μετανοίας, την αγία Μαρία την Αιγυπτία – δυστυχώς τίποτε δεν κάνουμε. Και μάλλον προσθέτουμε αμαρτία στις ήδη υπάρχουσες αμαρτίες μας. Η αληθινή όμως μετάνοια συνιστά την τρίτη γέννησή μας, από την οποία εξαρτάται και η αιώνια σωτηρία μας. Ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης στον εξαίσιο Μεγάλο Κανόνα του υπομνηματίζει την κατάληξη του λόγου της μεγάλης Συγκλητικής: «Δεῦρο τάλαινα ψυχή, σύν τῇ σαρκί σου, τῷ πάντων Κτίστῃ ἐξομολογοῦ καί ἀπόσχου λοιπόν τῆς πρίν ἀλογίας», εμπρός ταλαίπωρη και άθλια ψυχή μου, μαζί με το σώμα σου, εξομολογήσου στον πάντων Δημιουργό και απομακρύνσου από την προηγούμενη άλογη κατάσταση της αμαρτίας. Η εξομολόγησή μας στον πνευματικό της Εκκλησίας με άλλα λόγια έχει νόημα όταν έχει προηγηθεί η γνήσια μετάνοια και εξομολόγησή μας ενώπιον του Κυρίου, δηλαδή η εξομολόγηση που κάνει η ίδια η ζωή μας, μακριά από τις αμαρτίες μας.    

ΔΑΝΕΙΣΕ ΜΟΥ ΤΗ ΔΕΞΙΑ ΣΟΥ...

 

 «Ὕψος οὐρανοῦ, οὐδαμῶς ἐξιχνιάσω· ἄστρων ἀριθμόν, οὐδέ γῆν ἀναμετρήσω· καί πῶς τῆς κορυφῆς σου, τῷ Δεσπότῃ ὁ Πρόδρομος, ἅψομαι χειρί; Πῶς δέ βαπτίσω, τόν φέροντα δρακί τήν κτίσιν; Διό κράζω σοι· Εὐλογημένος ὁ φανείς, Θεός ἡμῶν δόξα Σοι».

«Σύνθρονος Πατρί, καί τῷ Πνεύματι ὑπάρχων, ταῖς ἀγγελικαῖς, στρατιαῖς δορυφοροῦμαι· ἀλλά σμικρῷ σπηλαίῳ, ἐξενίσθην τικτόμενος, ἐν τῇ Βηθλεέμ δι’ εὐσπλαγχνίαν· διό καί νῦν τήν δεξιάν σου, ἐμοί δάνεισον, ἵνα καί πλύνω ἐν ἐμοί, τοῦ κόσμου τά πταίσματα».

(ΙΩΑΝΝΗΣ: Καθόλου δέν μπορῶ νά ἐξιχνιάσω τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ κι οὔτε νά μετρήσω τόν ἀριθμό τῶν ἄστρων ἀλλά καί τή γῆ. Καί πῶς θά ἀγγίξω μέ τό χέρι μου τήν κεφαλή σου, ἐγώ ὁ Πρόδρομος ἀπέναντι σέ Σένα τόν Δεσπότη Κύριο; Καί πῶς θά βαπτίσω Ἐσένα πού κρατᾶς στό χέρι Σου τή Δημιουργία; Γι’ αὐτό Σοῦ φωνάζω δυνατά: Εὐλογημένος εἶσαι Θεέ μου πού φανερώθηκες, δόξα Σοι.

Ι. ΧΡΙΣΤΟΣ: Εἶμαι σύνθρονος μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα καί δορυφοροῦμαι ἀπό τίς ἀγγελικές στρατιές. Κι ὅμως γεννήθηκα ὡς ἄνθρωπος στή Βηθλεέμ καί φιλοξενήθηκα σέ μικρό σπήλαιο λόγω τῆς ἀγάπης Μου. Γι’ αὐτό καί τώρα δάνεισέ μου τή δεξιά σου, προκειμένου νά ξεπλύνω ἐγώ  τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου).

Ἀπό τούς αἴνους τῆς προπαραμονῆς τῆς Μεγάλης Ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων ἀκούγονται στήν Ἐκκλησία μας σέ ἦχο πλ. β΄ τά ὑπέροχα αὐτά τροπάρια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν διάλογο μεταξύ τοῦ Ἰωάννου Προδρόμου καί τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ὑμνογράφος δέν ἱκανοποιεῖται μέ μία «ξερή» κατάθεση τῆς σημασίας τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου γιά σύμπαντα τόν κόσμο – καί αὐτό γίνεται βεβαίως σέ ἄλλα τροπάρια. Δραματοποιεῖ τά γεγονότα πού συνέβησαν ἐκεῖ στό ρεῖθρο τοῦ Ἰορδάνου, τά προβάλλει ἀνάγλυφα, σάν νά εἴμαστε κι ἐμεῖς παρόντες καί ν’ ἀκοῦμε τό τί διαμείφθηκε μεταξύ τοῦ Ἰωάννου καί τοῦ Κυρίου. Ὅ,τι μαρτυρεῖ τό Εὐαγγέλιο, τό ἴδιο σχολιασμένο καί ἐπεξεργασμένο μᾶς τό προσφέρει ὁ ὑμνογράφος, προκειμένου ἀσφαλῶς νά κατανοήσουμε ὅσο εἶναι δυνατόν τό μέγεθος τῶν γεγονότων καί τό βάθος τοῦ μυστηρίου τους. Στό πρῶτο τροπάριο ἀκοῦμε τόν προβληματισμό καί τήν ἐπιφύλαξη καί τόν φόβο ἀκόμη τοῦ ἁγίου Προδρόμου: «δέν μπορῶ νά ἐξιχνιάσω τά ἐπίγεια καί τά κτιστά καί πῶς θά ἀγγίξω καί θά βαπτίσω τόν ἴδιο τόν Δημιουργό πού φέρει στό χέρι Του τά σύμπαντα; Τό μόνο πού μπορῶ νά κάνω εἶναι νά Τόν δοξολογῶ». Κι ἀμέσως στή συνέχεια ἀκοῦμε τήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου: «Ναί, εἶμαι ὁ ἕνας τῆς Τριάδος καί μέ δορυφοροῦν ἀγγελικές στρατιές. Ὅμως ἡ ἀγάπη μου εἶναι αὐτή πού μέ ἔκανε νά ἔλθω ταπεινά στή γῆ καί νά γεννηθῶ μάλιστα σ’ ἕνα μικρό σπήλαιο. Ὁπότε ὡς συνέχεια τῆς κένωσής μου αὐτῆς εἶναι καί ἡ βάπτισή μου ἀπό σένα Ἰωάννη, μέ σκοπό νά ξεπλύνω τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου». Στό πρόσωπο τοῦ Ἰωάννου ζοῦμε κι ἐμεῖς τό ἴδιο θάμβος καί τό ἴδιο δέος: κατανοοῦμε ἀπό τά γεγονότα τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση τοῦ Δημιουργοῦ, καί μαζί του κράζουμε: Εὐλογημένος ὁ φανείς, Θεός ἡμῶν, δόξα Σοι.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΙΩΑΝΝΗ, ΔΙΑΚΟΝΗΣΕ ΜΕ ΣΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗ ΠΟΤΑΜΟ

«Ἰωάννη Βαπτιστά, ὁ ἐν μήτρᾳ γνωρίσας με τόν ἀμνόν, ἐν ποταμῷ μοι διακόνησον, μετ’ Ἀγγέλων μοι λειτούργησον· ἐκτείνας ἅψαι τῇ παλάμῃ, τῆς κορυφῆς μου τῆς ἀχράντου· καί ὅταν ἴδῃς τά ὄρη τρέμοντα, καί τόν Ἰορδάνην ἐπαναστραφέντα, σύν τούτοις βόησον·  Ὁ σαρκωθείς ἐκ Παρθένου, εἰς ἡμῶν σωτηρίαν, Κύριε δόξα σοι».

(Βαπτιστά Ιωάννη, σύ πού βρισκόμενος στή μήτρα τῆς μάνας σου μέ ἀναγνώρισες ὡς τόν ἀμνόν τοῦ Θεοῦ, διακόνησέ με στόν ποταμό Ἰορδάνη, λειτούργησε γιά μένα μαζί μέ τούς ἀγγέλους. Ἅπλωσε κι ἀκούμπησε μέ τήν παλάμη σου τήν ἄχραντή μου κεφαλή. Κι ὅταν δεῖς τά ὄρη νά τρέμουν καί τόν Ἰορδάνη νά γυρίζει πρός τά πίσω, φώναξε δυνατά μαζί μ’ αὐτά· Κύριε, Σύ πού σαρκώθηκες ἀπό τήν Παρθένο γιά τή σωτηρία μας, δόξα σ’ Ἐσένα).

Δέν προλάβαμε νά ἀποσώσουμε τίς δοξολογικές καί ἱκετευτικές κραυγές μας γιά τό ὑπερφυές Μυστήριο τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας, ἦλθε ἡ ἅγια Περιτομή Του, κι ἀμέσως ἡ μέ σπουδή ἐξαγγελία τῆς ἄλλης Δεσποτικῆς Ἑορτῆς, τῆς Βαπτίσεώς Του, τῶν Θεοφανείων ἤ τῶν Φώτων. Κι ἴσως νά μήν μπορεῖ νά γίνει διαφορετικά, ἀφοῦ Χριστούγεννα καί Βάπτιση ἦταν ἀπαρχῆς συνδεδεμένα στήν Ἀνατολή, ὡς ἡ μία ἑορτή τῶν ἁγίων Ἐπιφανείων τοῦ Κυρίου. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ διάκριση Χριστουγέννων καί Βαπτίσεως ἔγινε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος δέχτηκε τόν ξεχωριστό ἑορτασμό τόν προερχόμενο ἀπό τή Δύση κι ἔκτοτε καθιερώθηκε ἔτσι νά ἑορτάζουμε μέχρι σήμερα ὅ,τι ἀπό πρίν ἦταν ἑνιαῖο.

Τό παραπάνω τροπάριο σέ ἦχο πλάγιο τοῦ τετάρτου ἀποτελεῖ δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ὄρθρου ἀπό τίς προεόρτιες ἡμέρες τῶν Φώτων καί εἶναι σύνθεση τοῦ γνωστοῦ ὑμνογράφου μοναχοῦ Ἀνατολίου τοῦ Στουδίτου (8ος αἰ.). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, κατά τήν ἔμπνευση τοῦ ὑμνογράφου, ἀπευθύνεται μέ τρόπο στοργικά ἐπιτακτικό στόν δοῦλο Του Ἰωάννη τόν Βαπτιστή, ἀφενός νά τοῦ ὑπενθυμίσει ὅτι ἦταν ἐκεῖνος, ὁ Ἰωάννης, πού ἐν χάριτι Τόν ἀνεγνώρισε γιά τό σωτήριο ἔργο Του ἤδη ἐκ κοιλίας μητρός του, καί ἀφετέρου νά μή φέρει ὁποιαδήποτε ἀντίρρηση γι’ αὐτό πού ἡ λογική του ἀρνεῖται νά δεχθεῖ: τή Βάπτισή Του, γιατί πρόκειται γιά διακονία καί λειτουργία πρός τόν Θεό. Τόν καλεῖ νά ξεπεράσει τούς φόβους του καί νά ἁπλώσει καί νά πιάσει τήν ἄχραντη κεφαλή Του, ἀναγγέλλοντάς του ταυτόχρονα ὅτι τό ἔργο του αὐτό ἐντάσσεται μέσα στή βουλή τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ὅτι συμμετέχει συγκλονισμένη καί ἡ ἄλογη φύση γιά ὅσα διαδραματίζονται κι ὅτι μαζί μέ τή φύση ἡ μόνη στάση ἔναντι τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δοξολογία Του.  Τά πάντα ἔχουν ὑπόβαθρο ἱστορικό, ἀλλά τό βάρος πέφτει στήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί στό κρυμμένο μυστήριο.    

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ (2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε (1759) στο Κουρσκ της Ρωσίας και  ονομάσθηκε Πρόχορος. Σε ηλικία δέκα ετών, ορφανός από πατέρα,  άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά. Τον θεράπευσε θαυματουργικά η Παναγία, η οποία του εμφανίστηκε στον ύπνο του και του υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει, κάτι που έγινε κατά τη διάρκεια μίας λιτανείας, κατά την οποία η εικόνα της Θεοτόκου λόγω βροχής μεταφέρθηκε στην αυλή του σπιτιού του, οπότε και η μητέρα του τον πέρασε κάτω από την εικόνα Της. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.

Νέος πηγαίνει να μονάσει στη μονή του Σάρωφ, όπου μετά οχτάχρονη δοκιμασία εκάρη μοναχός και στη συνέχεια διάκονος. Ως Διάκονος, ασκώντας κυρίως την ταπείνωση,  παρέμενε όλη την ημέρα στο Μοναστήρι τηρώντας με ακρίβεια τους μοναχικούς κανόνες. Το βράδυ όμως αποσυρόταν στο δάσος σ’ ένα κελί, προσευχόμενος μέχρι το πρωί. Το 1793 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ξεκίνησε μεγαλύτερους πνευματικούς αγώνες. Με την ευλογία του ηγουμένου εγκαταστάθηκε μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ ζώντας επί δεκαπενταετία σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμήθηκε τους  παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας, καθώς ανέβηκε σε μία πέτρα, προσευχόμενος με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και επαναλαμβάνοντας με συναίσθηση: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Επανερχόμενος στη Μονή του Σάρωφ απομονώθηκε για άλλα δεκαπέντε χρόνια – ασκώντας τα πρώτα πέντε απόλυτη σιωπή. Φωτισμένος από τη χάρη του Θεού αξιώθηκε θεοπτικών εμπειριών. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώθηκε καθ’ υπόδειξη της Θεοτόκου στη διακονία του πλησίον. Με την αγία του ζωή και το φωτεινό πρόσωπό του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν στη θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να ευλογηθούν και να καθοδηγηθούν στη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!». Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

Την 1η Ιανουαρίου 1833, ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ο μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990, στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο»

 (Από το ιστολόγιο Ορθόδοξος Συναξαριστής)

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ είναι από τους πιο αγαπημένους αγίους όχι μόνο των Ρώσων πιστών αλλά όλων των ορθοδόξων. Το κύριο γνώρισμα της ζωής του που λειτουργεί ως μαγνήτης των καρδιών των ανθρώπων υπήρξε το ταπεινό του φρόνημα, το οποίο φανέρωνε την ταυτότητα σχέσεως που είχε καλλιεργήσει προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι και ο ίδιος ο Κύριος αυτό το φρόνημα είχε, όπως το εξαγγέλλει ιδίως ο απόστολος Παύλος: «αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως ήταν το φρόνημα του Ιησού Χριστού, ο Οποίος μολονότι Θεός ταπείνωσε τον εαυτό του, καθώς έγινε άνθρωπος, έχοντας υπακοή προς τον Πατέρα Του μέχρι θανάτου σταυρικού». Άλλωστε ο Ίδιος είχε αποκαλύψει: «μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά», πού σημαίνει ότι χριστιανός ως μέλος Χριστού χωρίς ταπείνωση δεν υπάρχει. Κι είναι αυτονόητο βεβαίως ότι η χαρισματική αυτή ταπείνωση που συντονίζει τον πιστό με τον Χριστό εκφράζεται και αποδεικνύεται με τη θυσιαστική έναντι του συνανθρώπου αγάπη. Ταπείνωση και αγάπη: το ιερό ζεύγος που κοσμεί την ύπαρξη του αληθινά πιστού, του αγίου.

Μερικά χαρακτηριστικά, λόγια και περιστατικά, από τη ζωή του αγίου Σεραφείμ φωτίζουν  την όλη βιοτή του και συνιστούν καθοδηγητικά στοιχεία για όλους τους χριστιανούς κάθε εποχής:

α. Η προσφώνησή του προς όλους: «Χαρά μου!»∙ και η υπενθύμισή του προς κάποιους άλλους: «Χριστός Ανέστη!».

Τι μας αφήνει να εννοήσουμε με τα λόγια αυτά ο μεγάλος όσιος; Αφενός το γεγονός ότι στο πρόσωπο των συνανθρώπων του έβλεπε τη χάρη της εικόνας του Θεού, τον ίδιο τον Χριστό! Ο άγιος Σεραφείμ επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που λέει για τον χριστιανό ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή «διά πίστεως περιπατούμεν, ου δι’ είδους» - στον κόσμο τούτο η πίστη ως όραση της παρουσίας του Θεού είναι εκείνο που μας καθορίζει και όχι απλώς ό,τι μας προσφέρουν οι σωματικές μας αισθήσεις. Κι αυτό σημαίνει ότι ο αληθινός χριστιανός, σαν τον άγιο Σεραφείμ, έχει προσανατολισμένο τον νου του «όχι στα βλεπόμενα αλλά στα μη βλεπόμενα»: στα αιώνια και άφθαρτα, τη χάρη όπως είπαμε του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε είναι Εκείνος που έχει δώσει ως εντολή τη βαθειά αυτή όραση, από την οποία θα κριθεί και το αιώνιο μέλλον μας: «ό,τι κάνετε στον συνάνθρωπό σας το κάνετε σ’ εμένα». Πώς λοιπόν ο όσιος του Θεού να μη θεωρεί «χαρά του» κάθε άνθρωπο, στον οποίο έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό, συνεπώς και το «αντικείμενο» του έρωτά του; Ο άγιος Σεραφείμ, σαν τους άλλους αγίους, αγαπούσε μέχρι βαθμού θυσίας κάθε άνθρωπο, πριν ακόμη έλθει σε προσωπική επαφή μαζί του.

Κι αφετέρου: το γεγονός ότι έκρινε πως σε κάποιους έπρεπε να υπενθυμίσει τον αναστάσιμο χαιρετισμό φανέρωνε ότι ο ίδιος καταρχάς  την Ανάσταση του Κυρίου την ζούσε όχι απλώς ως μία εορτή που προβάλλεται από την Εκκλησία έστω και πανηγυρικά, αλλά ως καθημερινή εμπειρία του – η Ανάσταση συνιστά βίωμα που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξη του χριστιανού, με το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πηγαίας εσωτερικής χαράς∙ κι έπειτα, ακριβώς γι’ αυτό, ότι κανείς χριστιανός δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί στην «κατάποσή» του από τη θλίψη και τον ψυχικό μαρασμό – είναι σαν να ομολογεί ότι δεν πιστεύει στον Κύριο και την Ανάστασή Του. Προφανώς αρκετοί που επισκέπτονταν τον άγιο Σεραφείμ ήταν άνθρωποι καταβεβλημένοι από τις δοκιμασίες και τις οδύνες της ζωής, έχοντας «ξεχάσει» ότι η χριστιανική πίστη αποτελεί συμμετοχή στο Πάθος του Κυρίου στον βαθμό που ταυτοχρόνως αποτελεί και συμμετοχή στη χαρά της Αναστάσεώς Του.

β. Η υπενθύμιση του οσίου ότι «σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση του αγίου Πνεύματος» - αυτό που τόνισε στον διάλογό του με τον Ρώσο αξιωματικό Μοτοβίλωφ.

Κι εδώ ο όσιος εκφράζει το βάθος της πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Σκοπό δεν έχουμε οι χριστιανοί να γίνουμε απλώς «καλοί άνθρωποι», αλλά να γίνουμε, κατά την υπόσχεση του Θεού μας, «άλλοι Θεοί επί της γης». «Θα κατοικήσω μέσα τους και θα περπατήσω στην ύπαρξή τους και θα είμαι γι’ αυτούς Θεός και αυτοί θα είναι για μένα λαός», όπως προαναγγέλλει ήδη ο προφήτης Ησαΐας προσβλέποντας στον ερχομό του Μεσσία. Και πράγματι: ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήλθε για να μας αποκαταστήσει από το τραύμα της αμαρτίας εντάσσοντάς μας μέσα στο σώμα Του και να μας ξανακάνει «τέκνα Θεού» κατά τον τρόπο της δημιουργίας μας. Ο χριστιανός τι άλλο μπορεί να έχει ως αυτοσυνειδησία πέρα από το ότι συνιστά μέλος Χριστού και κλήμα στο αμπέλι Εκείνου; Ντυμένος τον Χριστό διά του αγίου βαπτίσματος, συνεπώς έχοντας λάβει το άγιον Πνεύμα που προσφέρει την «ένδυση» αυτή, καλείται να επιβεβαιώνει την ύψιστη αυτή δωρεά διά της καθημερινής ασκήσεως των αγίων εντολών Του, λοιπόν η τήρηση των εντολών Του Χριστού ενεργοποιεί την εικόνα Αυτού στη δική του ψυχοσωματική οντότητα. Χριστιανός: ένα «μίμημα Χριστού όσο μπορεί ο άνθρωπος» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Οπότε, σκοπός κάθε χριστιανού είναι να διακρατεί το άγιο Πνεύμα που έλαβε και να αγωνίζεται επίμονα και αδιάκοπα να το αυξάνει – ό,τι συνιστά ζωντανή σχέση με τον Χριστό και Θεό.

γ. Η γνωστή ρήση του αγίου Σεραφείμ: «απόκτησε την ειρήνη του Θεού μέσα σου και χιλιάδες άνθρωποι θα την εύρουν μαζί μ’ εσένα».

Ο λόγος αυτός του αγίου Σεραφείμ αποτελεί, όπως εύκολα κατανοεί κανείς, συνεπή συνέχεια της παραπάνω πνευματικής πραγματικότητας της αυτοσυνειδησίας του χριστιανού. Ως μέλος Χριστού δηλαδή ο χριστιανός, ως «μίμημα» Εκείνου, δεν μπορεί παρά να ζει την πραότητα και την ειρήνη του Χριστού, λειτουργώντας έτσι με τον καλύτερο και ανώτερο ιεραποστολικό τρόπο για τον κόσμο. Ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε: «τη δική μου ειρήνη σάς δίδω κι όχι αυτήν που δίνει ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία», το ίδιο ακριβώς λέει και ο όσιός μας. Διότι «ο Χριστός είναι η ειρήνη μας» κατά τον λόγο και των αγίων Αποστόλων. Από την άποψη αυτή η ειρήνη που πρόβαλλε και ο άγιος Σεραφείμ είναι η χαρισματική ειρήνη του Χριστού που εξακτίνωνε την κατάσταση και της δικής του καρδιάς και λειτουργούσε ως άγιος «μαγνήτης» για όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. Και πρέπει επιπλέον να σημειώσουμε ότι εδώ έχουμε και την ταυτότητα της κοινής εμπειρίας των αγίων μας. Διότι παρόμοια φράση βρίσκουμε και στον όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Ο μέγας αυτός ασκητικός διδάσκαλος είναι που εξίσου καταγράφει: «Ειρήνευσε με τον εαυτό σου και θα ειρηνεύσει μαζί σου ο ουρανός και η γη» - ειρηνεύεις βεβαίως με τον εαυτό σου όταν ειρηνεύεις με τον Θεό∙ και όλα πλέον είναι μαζί σου ειρηνεμένα!

δ. Η μεγάλη αγάπη του στα παιδιά. Είναι γνωστό ότι όταν βρισκόταν σε απομόνωση στο δάσος ο άγιος Σεραφείμ ασκώντας απόλυτη σιωπή, ο κόσμος τον αναζητούσε. Κι αν τύχαινε κάποια φορά να τον βρει, εκείνος έπεφτε μπρούμυτα στο έδαφος μη βλέποντας και μη απαντώντας σε κανένα. Τι έκαναν τότε οι πιστοί άνθρωποι; Γνωρίζοντας την αδυναμία του αγίου για τα παιδιά, έβαζαν εκείνα να τον φωνάζουν και να τον αναζητούν. Κι εκείνος πράγματι, αδυνατούσε να μην ανταποκριθεί. Γιατί; Διότι τα παιδιά αποτελούν την καθαρότερη στον κόσμο φανέρωση της Βασιλείας του Θεού – η χάρη του Θεού σ’ αυτά, όσο είναι δυνατόν, ζει «αντικειμενικά». Οι λόγοι του Κυρίου είναι σαφείς: «Αφήστε τα παιδιά να έλθουν κοντά μου, γιατί σ’ αυτά ανήκει η Βασιλεία του Θεού». Και: «εάν δεν γίνετε σαν τα παιδιά δεν πρόκειται να εισέλθετε στη Βασιλεία των Ουρανών». Η καθαρότητα της ψυχής λοιπόν των παιδιών έλκυε και ελκύει όχι μόνο τον Ουράνιο κόσμο, αλλά και τους πολίτες του Ουρανού στον κόσμο τούτο, τους αγίους. Σαν τον άγιο Σεραφείμ που «έβλεπε» με καθαρότητα τη χάρη του Θεού στα πρόσωπα των παιδιών. Πώς λοιπόν να αντισταθεί στο κάλεσμά τους; Κι αυτό αποδεικνύει και με άλλον τρόπο τη χάρη που ζούσε στην καθαρή καρδιά και του ίδιου: ήταν κι αυτός ένα μικρό «παιδί» στην ψυχή, «νήπιος» ως προς την κακία του κόσμου. Αυτό δεν προτρέπει και ο απόστολος Παύλος; «Ως προς την κακία να είστε νήπιοι, ως προς το μυαλό όμως να είστε τέλειοι».

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΕΛΑΝΗ Η ΡΩΜΑΙΑ

«Η οσία Μελάνη έζησε επί της βασιλείας του Ονωρίου και καταγόταν από ένδοξο και λαμπρό γένος. Επειδή αγάπησε με όλη την ψυχή της τον Κύριο, θέλησε να ζήσει παρθενικό βίο. Οι γονείς της όμως την πίεσαν και παρά τη θέλησή της την οδήγησαν σε γάμο, από τον οποίο έκανε δύο παιδιά. Έπειτα οι γονείς της και τα παιδιά της έτυχε να φύγουν από τη ζωή αυτή, οπότε η αγία άφησε την Πόλη και πήγε να ζήσει σε προάστιο. Εκεί ασχολείτο πια με τη φιλοξενία των ξένων που έρχονταν, και με τις επισκέψεις της στους φυλακισμένους και τους εξόριστους. Μετά από αυτά, αφού πούλησε την περιουσία της που ήταν μεγάλη και μάζεψε δώδεκα μυριάδες χρυσού,  έδινε χρήματα  στα Μοναστήρια και στις Εκκλησίες, ενώ η ίδια έτρωγε ανά δύο ημέρες, έπειτα ανά πέντε, ώστε τελικά να τρώει μόνον κατά το Σάββατο και την Κυριακή. Από την άλλη είχε το χάρισμα να γράφει έντεχνα και με ευφυή τρόπο. Έζησε και στην Αφρική  για επτά χρόνια κι αφού σκόρπισε τον πολύ πλούτο της, έφθασε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου έγινε έγκλειστη σε κελί. Μάζεψε κοντά της και ενενήντα παρθένους, που  παρείχε σ’ αυτές διαρκώς όλα τα αναγκαία για τη ζωή τους. Κάποια στιγμή την έπιασε ξαφνικά πόνος στον πλευρό και αρρώστησε βαριά. Προσκάλεσε τότε τον επίσκοπο Ελευθερουπόλεως και δέχτηκε από αυτόν τη θεία μετάληψη. Κι αφού  μάζεψε όλες τις αδελφές, άφησε αυτήν τη φωνή σαν τελευταίο λόγο της: «Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε». Κι αμέσως παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο».

Μέσα στις ανεξερεύνητες βουλές Του ο Θεός θέλησε να ικανοποιήσει τελικώς την αρχική επιθυμία της οσίας Μελάνης: να αφιερωθεί πλήρως στον Κύριο. Κι όχι μόνον αυτό: η οσία έγινε ο ελκτικός πόλος για να συναχτούν γύρω της και πάρα πολλές κοπέλες που επιθυμούσαν επίσης την πλήρη αφιέρωση διά του παρθενικού βίου, ώστε να δοξολογούν διαρκώς ως άγγελοι το άγιο όνομα Εκείνου.   Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος  επισημαίνει μεν  τη διάσταση αυτή του έργου της, αλλά σημειώνει και την προϋπόθεση: μπόρεσε η αγία να ανοικοδομήσει ιερό μοναστήρι για τις παρθένους, αφού όμως η ίδια είχε καταστήσει τον εαυτό της ναό της υπερθέου Τριάδος, κατοικητήριο του Θεού. «Ναόν την καρδίαν και το σώμα Τριάδος της υπερθέου εκτελέσας, θείους ανεδόμησας οίκους, αξιάγαστε∙ εν οις Παρθένων τάγματα και Μοναζόντων χορούς συνήθροισας υμνούντας συμφώνως και δοξολογούντας Χριστόν εις τους αιώνας» (Έκανες την καρδιά και το σώμα σου ναό της υπερθέου αγίας Τριάδος, αξιάγαστη Μελάνη,  και έτσι οικοδόμησες θεϊκούς οίκους. Σ’ αυτούς συνάθροισες τάγματα παρθένων και χορούς μοναζόντων, που με σύμφωνη γνώμη υμνούν και δοξολογούν τον Χριστό στους αιώνες). Κι είναι προφανές: κανείς δεν μπορεί να φέρει κοντά του και πολύ περισσότερο να κρατήσει στη συνέχεια νέους ανθρώπους, άνδρες ή γυναίκες, και μάλιστα με σκοπό την με αδιάκοπη βία κατά του εαυτού τους δοξολογία του Θεού, αν ο ίδιος δεν έχει γεμίσει από τη χάρη του Θεού, η οποία αυτή κατεξοχήν λειτουργεί ως μαγνήτης των ανθρώπων.

Ο άγιος Θεοφάνης επιμένει ιδιαίτερα στον πνευματικό αγώνα της οσίας Μελάνης. Αν έφτασε σε τόσο μεγάλο πνευματικό ύψος η οσία, αν κατέστησε τον εαυτό της άξιο κατοικητήριο του ίδιου του Θεού, είναι διότι πρώτον, ασκήθηκε στις βασικές αρετές του κάθε αφιερωμένου στον Θεό ανθρώπου, δηλαδή τη φρόνηση, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και τη θεία δικαιοσύνη, με τις οποίες τα πάθη της αμαρτίας μεταστρέφονται και γίνονται ένθεα πάθη – «Φρονήσει, ανδρεία, σωφροσύνη, και θεία δικαιοσύνη διαλάμπουσα, έσχες ανυψούσάν σε ύψος προς ουράνιον, υψοποιόν ταπείνωσιν, δι’ ης κατέβαλες, οσία, τον μεγάλαυχον όφιν» (Έλαμψες με τη φρόνησή σου, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και τη θεία δικαιοσύνη, γι’ αυτό και είχες την υψοποιό ταπείνωση να σε ανυψώνει προς το ουράνιο ύψος. Με αυτήν την ταπείνωση νίκησες, οσία, τον υπερήφανο διάβολο)∙ και δεύτερον, εκτός από τις ασκητικές αρετές έλαμψε κυρίως σ’ αυτό που αποτελεί σκοπό και των αρετών αυτών: την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η οσία υπήρξε ελεήμων καρδία, τόσο που όλη τη μεγάλη περιουσία της την διέθεσε στους πτωχούς και αναγκεμένους συνανθρώπους της. Κι ίσως ο Θεός γι’ αυτό θέλησε να έχει επίγειο πλούτο: για να γίνει όργανο προσφοράς του προς τον συνάνθρωπο. «Ελέω τον έλεον εκτήσω∙ εσκόρπισας έδωκας τοις πένησιν∙ η δικαιοσύνη σου μένει αιωνίζουσα, και το εκ ταύτης κέρδος σοι μη παλαιούμενον, Μελάνη θεοφόρε οσία» (Με το έλεός σου απέκτησες το έλεος του Θεού. Σκόρπισες, έδωσες στους φτωχούς, γι’ αυτό και η δικαιοσύνη σου μένει στους αιώνες, όπως και το κέρδος σου από αυτήν τη δικαιοσύνη δεν παλιώνει, Μελάνη θεοφόρε οσία).

Πράγματι: δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει πιο εύκολα και άνετα στη Βασιλεία του Θεού από τα δύο αυτά: την ασκητική δι’ εγκρατείας διαγωγή και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Και σημειώνει ο υμνογράφος τα δύο αυτά, διότι το ένα αποτελεί προϋπόθεση του άλλου: κανείς δεν μπορεί να ζήσει σωστά την αγάπη, να έχει αληθινό έλεος προς τον συνάνθρωπό του - συνεπώς να μπορεί να κατοικήσει μέσα του ο Θεός που είναι αγάπη – αν με τη ζωή της εγκράτειας και της άσκησης δεν εξαλείψει το κεντρικό εμπόδιό της, τον εγωισμό. Η ασκητική ζωή της εγκρατείας ισοπεδώνει το εγωιστικό αμαρτωλό φρόνημα και ανοίγει τον άνθρωπο στην ελευθερία της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αυτό συνιστά τον Παράδεισο ήδη από τη ζωή αυτή. Όπως το λέει και ο άγιος Θεοφάνης: «Τας αμόρφους τέλεον ιδέας των παθών εκ ψυχής ξέσασα, σεμνή, εγκρατείας χρώμασι, διεζωγράφησας εν αυτή απάθειαν και αγάπην ανυπόκριτον» (Αφού έξυσες, σεμνή, από την ψυχή εντελώς τις άμορφες ιδέες των παθών, ζωγράφισες σ’ αυτήν με τα χρώματα της εγκράτειας την απάθεια και την ανυπόκριτη αγάπη).

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΣΠΗΛΑΙΟ ΚΑΙ σπήλαιο!

«Γεγονότα λῃστῶν με σπήλαιον, Κύριε, ὁ τεχθείς ἐν Σπηλαίῳ, ναόν ἀνάδειξον σοῦ καί τοῦ Πατρός καί θείου σου Πνεύματος, ἵνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (β΄ προεόρτ. κανών Χριστουγέννων, 23ης Δεκεμβρίου).

(Κύριε, Συ που γεννήθηκες σε Σπήλαιο, ανάδειξέ με ναό δικό Σου και του Πατρός και του θείου Σου Πνεύματος, προκειμένου να σε δοξάζω σε όλους τους αιώνες. Κι αυτό γιατί έγινα σπήλαιο ληστών).

Ο μεγάλος άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, μιλώντας σε πρώτο ενικό πρόσωπο, που σημαίνει μιλώντας εξ ονόματος όλων των χριστιανών ως στόμα της Εκκλησίας, αναφέρεται στη Γέννηση του Κυρίου ξεκινώντας με το απόλυτο δεδομένο: την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Την αμαρτία που δεν την εκλαμβάνει μ’ έναν γενικό, αφαιρετικό και ιδεαλιστικό τρόπο – κάποτε ο άνθρωπος αμάρτησε και διέγραψε τον Θεό από την οπτική της ζωής του – αλλά με τον μόνο τρόπο που την αποδέχεται η Εκκλησία μας: ως μία πραγματικότητα που κληρονομήσαμε από τους Προπάτορές μας, όχι ως κληρονομημένη ενοχή αλλά ως φθορά που υπέστη η ανθρώπινη φύση – την ζει ο καθένας στο ίδιο το «πετσί» του. Μολύνθηκε δηλαδή το ανθρώπινο δένδρο απαρχής, οπότε και οι καρποί έκτοτε, όλοι οι άνθρωποι και όλη η φύση στους αιώνες, παρουσιάζονται μολυσμένοι. Η χριστιανική πίστη μας δεν τρέφει αυταπάτες ως προς το ποιόν του κάθε ανθρώπου: κάθε άνθρωπος μέσα στο μεγαλείο του ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασμένος έρχεται  στον κόσμο «ρέπων επί τα πονηρά επιμελώς εκ νεότητος αυτού» - κάθε άνθρωπος ζει τον θάνατο, πνευματικό και σωματικό, που έφερε η ανταρσία του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό του. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Μπορεί να έχει το φως του Χριστού που απαρχής του δώρισε Εκείνος, όμως το φως αυτό είναι πια τόσο ασθενικό, λόγω της σκίασής του από τις διαστροφές των παθών του και την επήρεια του Πονηρού, ώστε δεν μπορεί να τον φωτίσει παρά ελάχιστα – ίσα που να έχει ένα αίσθημα δικαίου και να διψάει για το χαμένο «κέντρο» του.

Κι ήρθε ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας Κύριος, το δεύτερο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού, ως άνθρωπος στον κόσμο –το μέγιστο των μυστηρίων: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» - οπότε με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως έδωσε και πάλι τη δυνατότητα στον άνθρωπο να φτάσει στον αρχικό προορισμό του: να γίνει κατά χάριν Θεός, «θεώσας το πρόσλημμα»!  Κι αυτό που αδυνατεί να δεχτεί η ανθρώπινη λογική, εκεί που ιλιγγιά ο νους του ανθρώπου: πώς ο αθεώρητος και άναρχος Θεός γίνεται ορατός και λαμβάνει αρχή, γίνεται δυνατό για τον απλούστατο λόγο ότι ο Θεός μας είναι η απόλυτη αγάπη και η απόλυτη ταπείνωση. Χωρίς τα «δεδομένα» αυτά κανείς δεν μπορεί να είναι χριστιανός, κανείς συνεπώς δεν μπορεί να γιορτάσει Χριστούγεννα. «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον».

Οπότε κάθε χριστιανός, βαπτισμένος και χρισμένος στο όνομα του Χριστού, «ενδεδυμένος» Εκείνον, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», έγινε και διαρκώς γίνεται ναός του Τριαδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – κοινή γαρ η ενέργεια του Θεού μας. Ο Θεός μας δηλαδή λόγω ακριβώς της αγάπης και της ταπείνωσής Του σμικρύνεται και εισέρχεται στα στενά όρια της ύπαρξής μας, το σώμα και την ψυχή μας, στο «σπήλαιο» της καρδιάς μας, δίνοντάς μας όμως έτσι τη δυνατότητα τέτοιας διεύρυνσης και «πλατυσμού», ώστε να μπορούμε να χωράμε εξαιτίας Του τον κόσμο όλο, παγκόσμια και διαχρονικά – το βλέπουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, την «πλατυτέραν των Ουρανών». Και δεν είναι ασφαλώς η δική μας δύναμη - μολονότι έφτιαξε και το σώμα μας για να δεχτεί την «απειρία» Του - αλλά Εκείνος που μας φέρνει σε τέτοιο σημείο που καθιστά και τον άνθρωπο τελικώς ένα μυστήριο. Θυμίζει η αλήθεια αυτή αυτό που σημειώνει η εκκλησιαστική υμνογραφία μας για τον Σταυρό του Κυρίου. «Σταυρός επάγη επί γης και ήψατο των Ουρανών, ουχ ως του ξύλου φθάσαντος το ύψος, αλλά Σου του εν αυτώ πληρούντος τα σύμπαντα» (Μπήχτηκε ο Σταυρός πάνω στη γη και άγγιξε τα Ουράνια. Όχι διότι το ξύλο του σταυρού έφτασε το ύψος αυτό, αλλά Εσύ που πάνω σ’ αυτό γεμίζεις με την παρουσία Σου τα σύμπαντα).

Ο άγιος υμνογράφος όμως ενώ ασφαλώς έχει υπ’ όψιν του τις θεολογικές παραπάνω αλήθειες αναφέρεται και στα μετέπειτα της παρουσίας του Κυρίου. Εννοούμε ότι μπορεί ο βαπτισμένος άνθρωπος να αποκαταστάθηκε με τον ερχομό του Θεού ως ανθρώπου, αλλά αν δεν προσέξει και λησμονήσει την άπειρη αυτή δωρεά του Θεού, δυστυχώς χάνει το δώρο, «ξεσκίζοντας» το ένδυμα-Χριστό, γινόμενος και πάλι «σπήλαιον ληστών» λόγω των αμαρτιών που αφήνει να αναπτύσσονται και να εξελίσσονται στην καρδιά του. Συνεπώς η βαθιά προσευχή του αγίου έγκειται και σε τούτο: «σ’ εμένα, Κύριε, που με έκανες ναό Σου, αλλά ξανάγινα σπήλαιο ληστών, δώσε μου μετάνοια ώστε να επανέλθω από εκεί που ξέπεσα. Να γίνω ναός σου εκ νέου, με σκοπό να Σε δοξάζω διαρκώς και ακατάπαυστα». Διότι η όποια δωρεά στον άνθρωπο από τον Κύριο της δόξης αν δεν γίνει αφορμή δοξολογίας προς Εκείνον, δυστυχώς εξαφανίζεται. Χριστιανός σημαίνει άνθρωπος που αέναα, σε όλες τις περιστάσεις του βίου, αγαθές αλλά και θεωρούμενες «κακές», βρίσκεται σε δοξολογική και ευχαριστιακή στάση. Το «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» είναι ό,τι τον χαρακτηρίζει, γεγονός που φανερώνει ότι όντως αυτός εορτάζει και τα Χριστούγεννα.