Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΒΛΕΠΕ, ΑΚΟΥΓΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕ…

«Έλεγαν περί του αββά Μακαρίου του μεγάλου, ότι έγινε καθώς είναι γραμμένον, θεός επίγειος˙ ότι καθώς είναι ο Θεός να σκεπάζη τον κόσμον, έτσι έγινεν ο αββάς Μακάριος σκεπάζων τα ελαττώματα, τα οποία έβλεπεν ωσάν να μη βλέπη και τα οποία ήκουεν ωσάν να μη ακούη» (Από το Γεροντικό).

Από τους μεγαλύτερους αββάδες του Γεροντικού ο όσιος Μακάριος ο μεγάλος (4ος αι.), καθοδηγητής πολλών μοναχών αλλά και λαϊκών στην πρακτική πνευματική κατά Χριστόν ζωή, έχοντας προσωπική σχέση με σπουδαίους άλλους Γέροντες της εποχής του, σαν τον άγιο μέγα Αντώνιο, μας άφησε αρκετά λόγια και περιστατικά στο βιβλίο του Γεροντικού, (41 μικρά κεφάλαια), μολονότι,  καθώς σημειώνουν οι επιστήμονες ερευνητές, δεν είναι καταγραφές του ίδιου. Έτσι κι αλλιώς όμως αποτελούν τα όσα αναφέρονται σ’ αυτόν – γιατί υπάρχει και άλλος Μακάριος, ο πολιτικός λεγόμενος – «σοβαρό ασκητικό κείμενο» (Π. Χρήστου), κάτι που εύκολα διαπιστώνει κανείς και από το μικρό αρχικό μας κεφάλαιο.

Πρόκειται καταρχάς για τη γενική περί αυτού εκτίμηση των ανθρώπων, μοναχών και λαΪκών, όταν πια προφανώς ο άγιος Μακάριος είχε προχωρήσει πολύ στην κατά Χριστόν ζωή και είχε φτάσει σε μεγάλη ηλικία – ενενήντα ετών περίπου εκοιμήθη (περί το 390) – αν και οι περί αυτού αναφορές σημειώνουν ότι ήδη από μικρό παιδί ζούσε έντονη πνευματική ζωή, ώστε «παιδαριογέρων» από τότε να ονομάζεται. Σημασία πάντως έχει το γεγονός ότι όλοι τον θεωρούσαν ως «θεό επίγειο», όχι βεβαίως με μία ειδωλολατρικού τύπου κατανόηση του όρου, αλλά με τη βαθιά χριστιανική. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι ενεργοποίησε στο ανώτερο δυνατό τα στοιχεία του εικονισμού του Θεού που Εκείνος έβαλε στον άνθρωπο – «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένος ο άνθρωπος – ώστε το «κατ’ εικόνα» σ’ αυτόν να γίνει όντως και «καθ’ ομοίωσιν».

Εννοείται, κατά την πίστη μας, ότι η διαδικασία αυτή εξελίξεως της εικόνας σε ομοίωση, (ο μέγας Βασίλειος σημειώνει ότι η αύξηση αυτή παρομοιάζει με την αύξηση ενός σπόρου για να γίνει δένδρο), προϋποθέτει τον ασκητικό αγώνα καθάρσεως της καρδιάς από το έρεβος της αμαρτίας στην οποία ο άνθρωπος περιήλθε λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία, συνεπώς και την πίστη στον ερχομό του Υιού του Θεού ως ανθρώπου, ο Οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, καθάρισε τη σκοτεινιά του κατ’ εικόνα και άνοιξε και πάλι, γιατί είχε χαθεί με την αμαρτία, η προοπτική του καθ’ ομοίωσιν. Ο μετά Χριστόν άνθρωπος δηλαδή, λόγω του αγίου βαπτίσματός του και της εντάξεώς του γι’ αυτό μέσα στο σώμα του Χριστού την Εκκλησία, μπορεί πια να ξαναζήσει την απαρχής και ακόμη περισσότερο χαρισματική προπτωτική του κατάσταση, να γίνει και διαρκώς να επεκτείνεται σ’ αυτό ένας κατά χάριν Θεός. Ο άγιος Μακάριος λοιπόν, επειδή κατέθεσε καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό του στην πίστη του Χριστού και της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι αγωνίστηκε «εξ όλης της ψυχής, της καρδίας, της διανοίας, της ισχύος» να αγαπήσει Κύριο τον Θεό του, έφτασε χάριτι Θεού να ζει ήδη από τον κόσμο αυτόν ό,τι ο Κύριος επαγγέλθηκε: να είναι ένας άλλος Χριστός, ένα δικό Του κατοικητήριο, μία φανέρωση της Βασιλείας του Θεού και μέσα απ’ αυτόν.

Είναι εκπληκτικό το πώς η Εκκλησία μας διά της υμνογραφίας της επισημαίνει τη διαδικασία αυτή για όλους τους αγίους της, ιδίως τους εν ασκήσει διαπρέψαντες οσίους και οσίες. Ακούμε και διαβάζουμε αίφνης για τον άγιο Αντώνιο ότι «τήρησε καθαρή την εικόνα του Θεού στην ύπαρξή του, καθιστώντας τον νου του, (που αγόταν και φερόταν από τα σαρκικά και ψυχικά πάθη τήδε κακείσε), ηγεμόνα πράγματι κατά των ολεθρίων παθών με την κατά Χριστόν άσκηση, ώστε ανέβηκε όσο ήταν δυνατόν σ’ αυτόν στο καθ’ ομοίωσιν – υπέταξε τη σάρκα στο πνεύμα» (Δόξα εσπερ.). Οπότε και για τον άγιο Μακάριο έρχεται καθαρή ενώπιόν μας η άσκησή του, η οποία συνοψίζεται στην εφαρμογή του μακαρισμού του Κυρίου «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» - βλέπει τον Θεό, δηλαδή είναι μέτοχος του φωτός και της δόξας Του, ένα μ’ Αυτόν, εκείνος που με τη δύναμή Του αποδύεται στον αγώνα καθάρσεως της καρδιάς του. Ο Θεός επαναπαύεται σ’ Αυτόν και η γη κυριολεκτικά «ουρανώνεται».

Το μικρό κεφάλαιό μας όμως δεν μένει μόνο στην εκτίμηση ως «θεού επιγείου» του Μακαρίου του μεγάλου. Προσδιορίζει πιο συγκεκριμένα το περιεχόμενο της «θεότητάς» του. Έγινε, λέει, σαν τον Θεό. Γεμάτος αγάπη δηλαδή προς τον άνθρωπο σε βαθμό που ανθρωπίνως δεν μπορεί να κατανοηθεί. Ποιος μπορεί να κατανοήσει την αγάπη του Θεού, ο Οποίος τον άνθρωπο που Τον διέγραψε και δεν Τον θέλησε στη ζωή του με την ανυπακοή του προς Αυτόν, Εκείνος τον θέλει διαρκώς κοντά Του, δίπλα Του, μέσα Του, σε σημείο μάλιστα να του ζητάει χώρο μέσα και στη δική του την καρδιά; Να αγαπάς εκείνον που σε θέλει και ανταποκρίνεται προς εσένα το καταλαβαίνεις. Να αγαπάς όμως και να θυσιάζεσαι για εκείνον που δεν είναι αξιαγάπητος και εντελώς αντίθετος προς την κατάστασή σου είναι αδιανόητο! Αλλά αυτή είναι η αγάπη του Θεού μας. «Όντων ημών αμαρτωλών Χριστός υπέρ ημών απέθανε». Αν η αγάπη Του ήταν ανταπόκριση της δικής μας αγάπης δεν θα μιλούσαμε για χριστιανική αγάπη, αλλά για αγάπη του κόσμου τούτου που την επισημαίνουμε και στους ανθρώπους της αμαρτίας. Αλλά ο Θεός μας μάς αγαπάει έστω κι αν εμείς επιμένουμε και Τον διαγράφουμε – «προς φθόνον επιποθεί ημάς το Πνεύμα του Θεού» λέγεται κάπου στη Γραφή. Απλώς την αγάπη Του τη βιώνει ο αρνητής Της ως οργή και κόλασή του – κι αυτό είναι το δράμα μας. Όσο όμως είμαστε εν ζωή Εκείνος δεν παύει να στέκεται στη θύρα της ψυχής μας και να κρούει με μεγάλη ευγένεια να Του ανοίξουμε. Γιατί σέβεται την ελευθερία μας και ποθεί να Τον ποθούμε. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω».

Και η αγάπη αυτή του Θεού μας και ο σεβασμός Του απέναντί μας φτάνει σε σημείο που μόλις κανείς λίγο την αισθανθεί θέλει να πενθεί και να κλαίει, και για τα δικά του τα χάλια, κυρίως όμως λόγω της αγάπης της δικής Του. Γιατί ο Θεός μας, μπροστά στον Οποίον όλα είναι «γυμνά και τετραχηλισμένα» - όπως σημειώνει και η Π. Διαθήκη «εν παντί τόπω οι οφθαλμοί Κυρίου, κατοπτεύουσιν αγαθούς τε και πονηρούς» -  μας σκεπάζει από ό,τι κακό και αμαρτωλό και κρυφό μπορούμε να κάνουμε ή να λέμε ή να σκεπτόμαστε, απείρως περισσότερο από ό,τι μια μάνα κάνει προς το αγαπημένο παιδί της. Ουδέποτε, λένε οι άγιοί μας, έχει φανεί ότι ο Θεός αποκαλύπτει για να ντροπιάσει τα κρυφά των ανθρώπων. Η περίπτωση μάλιστα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας είναι εξόχως ενδεικτική: στην επιθυμία της να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα τον Τίμιο Σταυρό, ενώ ήταν βουτηγμένη στα σαρκικά πάθη της, αοράτως και αφανώς την κρατούσε μακριά Του. Ένιωθε δύναμη που της εμπόδιζε την είσοδο στον Ναό. Κι αυτό βεβαίως ήταν η κατεξοχήν ευεργετική «κρυφή» επέμβαση του Κυρίου για να την συνεφέρει, όπως και συνέβη.

Λοιπόν, ό,τι έκανε και κάνει ο Θεός μας αυτό ήταν και η ζωή του αγίου Μακαρίου. Με τον μεγάλο πνευματικό του αγώνα που καθάρισε την καρδιά του, βίωνε την ενέργεια της αγάπης του Κυρίου κι έγινε ένας δεύτερος Θεός που σκέπαζε τους πάντες και τα πάντα. Έβλεπε την αμαρτία και τα σφάλματα κι ήταν σαν να μην τα έβλεπε. Άκουγε τα άσχημα κι ήταν σαν να μην τα άκουγε. Διότι έβλεπε και άκουγε «τα μη βλεπόμενα και τα μη ακουόμενα», δηλαδή το φως του Θεού που περιβάλλει κάθε άνθρωπο «ερχόμενον εις τον κόσμον». Ήξερε την επιστήμη των λογισμών και γι’ αυτό επικέντρωνε στο βάθος και στον κρυμμένο Χριστό που βρίσκεται πίσω από κάθε άνθρωπο. Ο απόστολος Παύλος δεν είναι εκείνος που μας αποκαλύπτει με μοναδικό τρόπο το πώς και εκείνος βίωνε την πνευματική αυτήν πραγματικότητα; «Ποιος είσαι εσύ που κρίνεις ξένο δούλο;» θέτει το ερώτημα. «Αν στέκεται σωστά ο άνθρωπος ή όχι είναι κάτι που αναφέρεται στον δικό του Κύριο. Και μάλιστα, να ξέρετε: ο παντοδύναμος Θεός που τον αγαπάει θα τον σηκώσει από την όποια πτώση του».

Ποιος άνθρωπος, όποιας πνευματικής καταστάσεως, δεν θα συγκινείτο ερχόμενος σ’ επαφή με έναν τέτοιο χαριτωμένο άνθρωπο; Γιατί ήταν σαν να στέκεται ενώπιον του ίδιου του Σταυρού του Κυρίου. Για να πει όμως και κάτι άλλο σημαντικό ο άγιος Μακάριος αλλού στα αποφθέγματά του: «Εάν ενθυμηθώμεν τα κακά, τα οποία μας προξενούν οι άνθρωποι, καταργούμεν την δύναμιν της ενθυμήσεως του Θεού». Μην ασχολείσαι δηλαδή με τους άλλους, με τις αμαρτίες και τα σφάλματά τους. Την ώρα που θα το κάνεις ήδη έχεις αρχίσει τη δική σου αμαρτία, γιατί ξεφεύγεις από τη μνήμη του Θεού και το πένθος για τα δικά σου αμαρτήματα. «Μην αφήνουμε τον δικό μας νεκρό για να κλάψουμε για ξένο νεκρό» (αββάς Γεροντικού). «Εγώ δεν αφήνω ούτε μία σκέψη μνησιακακίας μέσα μου, ούτε μία σκέψη εγωισμού, μη βρει παράθυρο ο σατανάς. Το παράθυρο είναι το δικαίωμα. Όταν απομακρύνεσαι απ’ τον Θεό, κινδυνεύεις, γιατί σε βρίσκει «σκέτον» ο σατανάς και κυριαρχεί επάνω σου. Ακούστε κι εμένανε, που έχω λίγη πείρα σ’ αυτά» (Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

«Οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 3, 17).

Είναι εκπληκτική η συμπύκνωση του λόγου του αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο ανάγνωσμα. Μέσα σε πέντε στίχους (κεφ. 3, 13- 17) καταγράφει το ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός (Θεός και άνθρωπος), ποιο είναι το έργο Του στον κόσμο και πώς θα πραγματοποιηθεί, σε συσχετισμό με την Παλαιά Διαθήκη (η προσφορά της αιώνιας ζωής διά της σταυρικής θυσίας), ποια η αιτία που κίνησε τον Θεό να στείλει τον υιό Του (η άπειρη αγάπη Του), ποιο το τελικό αποτέλεσμα της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο (η σωτηρία του ανθρώπου). Ο σχολιασμός των επιμέρους στίχων θα μπορούσε να περιλάβει όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το γεγονός της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Ο σκοπός όμως της αποστολής του Χριστού από τον Θεό είναι εκείνο που κυρίως θα μας απασχολήσει: «οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον, ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ».

1. Το πρώτο που σημειώνει ο Ευαγγελιστής στον προκείμενο στίχο είναι ότι ο ερχομός του Ιησού Χριστού δεν αποτελεί μία μεμονωμένη ενέργεια ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού: ο Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται ως άνθρωπος στον κόσμο σταλμένος από τον Θεό Πατέρα και βεβαίως «συνεργεία του αγίου Πνεύματος», κάτι που θα φανεί ιδιαιτέρως και στο γεγονός του Ευαγγελισμού, όταν το Πνεύμα το Άγιον θα επέλθει στην Παναγία για να σαρκώσει μέσα της τον Χριστό, και στην αρχή ήδη της δράσεως του Κυρίου, όταν στη Ναζαρέτ, αναπτύσσοντας το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, θα επισημάνει τον στίχο: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ». Κι είναι τούτο πράγματι μία κεντρική διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως, κατά την οποία η ενέργεια του Θεού είναι κοινή στη Θεότητα. Ο Θεός μας, όπως αποκαλύπτει ο αιώνιος λόγος του Θεού, είναι τρισυπόστατος (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα Άγιον), αλλά η ενέργειά Του είναι μία και κοινή και για τα τρία πρόσωπα. Έτσι «ο Πατήρ δι’  Υιού εν αγίω Πνεύματι ποιεί τα πάντα», που σημαίνει ότι και στη Δημιουργία του κόσμου και στην Αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού και στη συνέχεια της παρουσίας Του με την ίδρυση και τη λειτουργία της Εκκλησίας, έχουμε όλον τον Θεό να βρίσκεται ενιαία. Και ο λόγος είναι απλός: ο Θεός είναι ένας και οι διακρίσεις των υποστάσεων είναι τρόποι υπάρξεως του ίδιου Θεού, που ανάγονται μεν στα «εσωτερικά» της Θεότητος, διαπιστώνονται δε από τις φανερώσεις στον κόσμο του Ίδιου του Θεού. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ιδιαιτέρως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Θεός Πατήρ, άρα κυρίως φαινόταν Εκείνος∙ ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Καινή Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Υιός ως άνθρωπος∙ ο Τριαδικός Θεός δρα στην Εκκλησία, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετεί το Άγιον Πνεύμα.

2. Ο Ευαγγελιστής αναφέρεται στον σκοπό του ερχομού του Χριστού: τη σωτηρία του κόσμου και όχι την κρίση του κόσμου. Ο τονισμός της άρνησης της κρίσης από τον Χριστό  δεν πρέπει να γίνεται τυχαία. Ο Χριστός έρχεται όχι ως ο αυστηρός κριτής που θα ελέγξει τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του: μία τέτοια εικόνα του Θεού, που το μόνο που εγείρει στον άνθρωπο είναι ο φόβος, υπήρχε κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμη σ’  ένα νηπιακό πνευματικό επίπεδο, συνεπώς ο φόβος λειτουργούσε ως παιδαγωγία προς συνετισμό του ανθρώπου. Άλλωστε, η αμαρτία, μετά την πτώση του ανθρώπου σ’ αυτήν με τους πρωτοπλάστους, ήταν «φυσική», θα λέγαμε,  κατάσταση. Ο άνθρωπος αδυνατούσε να υπερβεί την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει, λοιπόν η κρίση του Θεού θα ήταν μόνον καταδίκη γι’  αυτόν. Πρόκειται για βεβαιότητα του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης, όπως με πόνο την διατυπώνει και ο μέγας ψαλμωδός: «Καί μή εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν». Η μόνη κρίση που φέρνει ο Χριστός είναι η φανέρωση της αμαρτίας του ανθρώπου, λόγω της αλήθειας που βρίσκεται πια στον κόσμο. Μπροστά στην αλήθεια, η πλάνη και το ψεύδος αποκαλύπτονται. «Νῦν κρίσις ἐστίν τοῦ κόσμου. Νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου ἐκβληθήσεται ἔξω». Όχι ο άνθρωπος, αλλά η αμαρτία κρίνεται και ο υποκινητής αυτής διάβολος.

3. Ο άγιος Ιωάννης λοιπόν αρνείται κατηγορηματικά αυτήν την εικόνα του Θεού ως κριτή του ανθρώπου στον κόσμο τούτο. Η περίοδος της σκιάς παρήλθε. Ο Ουρανός δεν είναι απειλητικός. Δεν κρυβόμαστε για να σωθούμε από μία άγνωστη δύναμη. Διότι  ο Θεός φανερώνεται με το αληθινό πρόσωπό Του. Κι αυτό το πρόσωπο είναι  του φίλου, του αδελφού, του γεμάτου αγάπη προς τα πλάσματά Του Πατέρα. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» και «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν». Είναι Εκείνος μπροστά στον Οποίο νιώθουμε ασφαλείς και ήσυχοι, όπως το μικρό παιδί στην αγκαλιά του πατέρα του. Η παρουσία Του είναι σωτηρία για εμάς. Ήλθε «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ Αὐτοῦ». Ό,τι πριν ήταν απειλή και βίωμα τραγικό: η αμαρτία, ο θάνατος, ο διάβολος, τα στοιχεία του κόσμου τούτου, αίρονται από Εκείνον. Τα πήρε και τα εξαφάνισε, μια για πάντα, για να ζήσουμε ήσυχα, σαν πραγματικοί άνθρωποι. Και παίρνοντας αυτά και εξαφανίζοντάς τα μέσα στη φλόγα της αγάπης Του μας γιάτρεψε. Γιατί αυτά αποτελούσαν την πληγή μας. Ήταν ό,τι συνιστούσε τραύμα και πόνο μας. Όπως τότε στην έρημο οι Ισραηλίτες, που δέχονταν τις επιθέσεις από τα δηλητηριώδη φίδια και πέθαιναν σφαδάζοντας από τους πόνους, γλίτωσαν, καθώς κοίταζαν το χάλκινο φίδι που έστησε ο αρχηγός του Μωϋσής, καθ’  υπόδειξη του Θεού, έτσι και με τον ερχομό του Χριστού: πάνω στον Σταυρό, σήκωσε Αυτός τις δικές μας αμαρτίες, κατήργησε τον διάβολο, καταπάτησε τον θάνατο, κι εμείς ελευθερωθήκαμε και γλιτώσαμε.

4. Η σωτηρία αυτή που μας έφερε ο Χριστός δεν πρέπει να κατανοηθεί μονοδιάστατα, ως μία απλή απαλλαγή και απελευθέρωση. Μας έσωσε, διότι κυρίως μας γέμισε με την παρουσία Του, εντάσσοντάς μας μέσα στον εαυτό Του. Και η ένταξη αυτή συνιστά την  προσφορά της αιώνιας ζωής, ως ζωής του Θεού μέσα στην ύπαρξή μας, ήδη από τον κόσμο αυτό: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, αλλ’  ἔχῃ ζωήν αἰώνιον». Κι αυτό συμβαίνει,  διότι κατά την πίστη μας η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που άρχεται μετά τον θάνατο του ανθρώπου, αλλά η ζωή του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο ήδη από το εδώ και το τώρα, για να ολοκληρωθεί στο απόλυτο δυνατό μετά την έξοδο του ανθρώπου από τον κόσμο και με την πρόσωπον προς πρόσωπον σχέση του  μαζί Του.

 Έτσι η σωτηρία είναι γεγονός που βιώνεται από τη ζωή αυτή, κατά την οποία ο άνθρωπος ζει την αιωνιότητα του Θεού, αρκεί βεβαίως να αποδεχτεί τον Χριστό, να πιστέψει σ’  Αυτόν. Αν μάλιστα δεν ζήσει εν πίστει στον κόσμο τούτο την ζωή του Θεού, συνεπώς τη σωτηρία του, δεν υπάρχει περίπτωση να τη ζήσει μετά, στην άλλη ζωή που λέμε. Ή μάλλον θα ζήσει την αιωνιότητα του Θεού, αλλά κατά τρόπο επώδυνο και τραγικό γι’  αυτόν, ό,τι συνήθως ονοματίζουμε ως κόλαση, ακριβώς διότι δεν θέλησε να δημιουργήσει τις συνθήκες φιλικής σχέσης με τον Θεό. Ο Θεός με άλλα λόγια θα του προσφέρεται, αλλά η προσφορά αυτή θα λειτουργεί γι’  αυτόν αρνητικά. Από την άποψη αυτή, οι πιστοί στον Χριστό ήδη από τη ζωή αυτή έχουν ξεπεράσει τον θάνατο. Η χάρη του Τριαδικού Θεού εγκατοικεί σ’ αυτούς και αυτοί βρίσκονται στον κόσμο ως «ἐν σαρκί περιπολοῦντες θεοί».

Μεγαλειώδης η ζωή του Χριστιανού. Στην πραγματικότητα, προέκταση της ζωής του ίδιου του Χριστού. Ο Χριστός μέσα από εμάς. «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Αυτό σημαίνει βεβαίως εκκλησιαστική ζωή, αφού μόνον με τη χάρη των μυστηρίων γίνεται κατορθωτή, και καθημερινή ενεργοποίησή της στις συνθήκες της ζωής μας. Ο Σταυρός του Χριστού γίνεται έτσι σταυρός και του ανθρώπου, κατεξοχήν στο θέμα της αγάπης. Κι αγάπη, όπως ιδιαιτέρως μας το τονίζει σήμερα ο άγιος Ιωάννης, σημαίνει να λειτουργούμε κι εμείς ως σωτηρία των άλλων και όχι ως η κρίση τους. Αν ο Χριστός ήλθε στον κόσμο αρνούμενος την κρίση των ανθρώπων, δεν μπορούμε εμείς στο όνομα του Χριστού, να κρίνουμε τους ανθρώπους. Και δυστυχώς, είναι αυτό που κυρίως κάνουμε. Οι πάντες, ή έστω πάρα πολλοί, κατανοούμε τον εαυτό μας ως τον «εισαγγελέα» του κόσμου: εύκολοι να κρίνουμε, να κατακρίνουμε, μη συνειδητοποιώντας ότι με τον τρόπο αυτό αρνούμαστε τον Χριστό. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: η παρουσία του Χριστιανού στον κόσμο, εφόσον προεκτείνει τη ζωή του Χριστού, είναι παρουσία σωτηριώδης: «κλαίειν μετά κλαιόντων καί χαίρειν μετά χαιρόντων». Φίλοι και αδελφοί προς τους άλλους. Καθόλου απειλητικοί, παρά μόνον στην αμαρτία. Και κυρίως: απειλητικοί απέναντι στη δική μας αμαρτία.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΣ Ο ΜΑΓΕΙΡΟΣ

 «Ο όσιος γεννήθηκε από αγροίκους και χωρικούς γονείς, οπότε και ανατράφηκε χωρίς ιδιαίτερη παιδεία. Ύστερα εισήλθε σε μοναστήρι κι αφού ντύθηκε το μοναχικό σχήμα έγινε υπηρέτης των μοναχών. Επειδή καταγινόταν πάντοτε στο μαγειρείο ως αγροίκος, οι άλλοι μοναχοί τον καταφρονούσαν και τον περιέπαιζαν, όμως ο μακάριος υπέφερε όλες τις καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδιάς και σύνεση και ησυχία του λογισμού, χωρίς να ταράσσεται καθόλου. Κι αυτό γιατί μολονότι αγράμματος, ήταν έμπειρος κατά την πνευματική γνώση. Στο μοναστήρι λοιπόν εκείνο που βρισκόταν, ήταν και ένας φιλόθεος ιερέας, ο οποίος παρακαλούσε διαρκώς τον Θεό να του φανερώσει τα αγαθά που πρόκειται να απολαύσουν όσοι τον αγαπούν. Μία νύκτα λοιπόν, την ώρα που κοιμόταν ο ιερέας, φάνηκε στον ύπνο του ότι βρέθηκε μέσα σε περιβόλι και έβλεπε τα εκεί ευρισκόμενα πανευφρόσυνα αγαθά με θάμβος και έκσταση. Εκεί όμως είδε και τον μάγειρα του μοναστηριού Ευφρόσυνο, ο οποίος στεκόταν στο μέσον του περιβολιού και απολάμβανε τα διάφορα εκείνα αγαθά. Τον πλησίασε τότε κι άρχισε να τον ρωτά ποιο είναι αυτό το περιβόλι και πώς εκείνος βρέθηκε σ’ αυτό! Ο Ευφρόσυνος του αποκρίθηκε: Εγώ έχοντας εξουσία για όλα όσα βλέπεις εδώ, χαίρομαι και ευφραίνομαι με τη θεωρία τους και τη νοερή απόλαυση. Ο ιερέας του είπε: Μπορείς να μου δώσεις κάποιο από τα αγαθά αυτά;  Κι ο Ευφρόσυνος αποκρίθηκε: Ναι, θα πάρεις από όλα αυτά με τη χάρη του Θεού μου. Τότε ο ιερέας του έδειξε κάποια μήλα και του ζήτησε να του δώσει από αυτά. Ο Ευφρόσυνος πήρε μερικά και τα έβαλε στο πανωφόρι του ιερέα λέγοντάς του: να, απόλαυσε τα μήλα που ζήτησες.

Κάποια στιγμή κτύπησε το σήμαντρο για να εγερθούν οι Πατέρες για τον όρθρο, οπότε ξύπνησε και ο ιερέας. Κι ενώ νόμιζε ότι η οπτασία που έβλεπε ήταν όνειρο, καθώς άπλωσε το χέρι του για το πανωφόρι του, βρήκε πραγματικά τα μήλα. Θαύμασε για την παράδοξη ευωδία τους κι έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα. Κίνησε έπειτα για την Εκκλησία και βλέποντας εκεί να στέκεται ο Ευφρόσυνος τον τράβηξε παράμερα και τον όρκισε να του πει πού ήταν εκείνη τη νύκτα. Ο Ευφρόσυνος του είπε: Συγχώρησέ με, πάτερ, σε κανένα μέρος δεν πήγα κατά τη νύκτα αυτήν, παρά τώρα ήλθα στην ακολουθία. Κι ο ιερέας είπε: Γι’  αυτό εγώ πρώτα σε έδεσα με όρκους, για να φανούν σε όλους τα μεγαλεία του Θεού. Και συ δεν πείθεσαι να φανερώσεις την αλήθεια; Τότε ο ταπεινόφρων Ευφρόσυνος αποκρίθηκε: Εκεί, πάτερ, ήμουνα, όπου είναι τα αγαθά που πρόκειται να κληρονομήσουν όσοι αγαπούν τον Θεό και που συ προ πολλών ετών ζητούσες να δεις. Εκεί είδες και εμένα να απολαμβάνω τα αγαθά του περιβολιού. Κι αυτό γιατί θέλοντας ο Κύριος να δώσει πληροφορία στην αγιοσύνη σου για τα ζητούμενα αγαθά των δικαίων, ενήργησε τέτοιο μεγάλο θαύμα μέσω από εμένα τον ευτελή. Κι ο ιερέας είπε: Και τι, πάτερ Ευφρόσυνε, τι μου έδωσες από τα αγαθά του περιβολιού; Τα ωραία και ευωδέστατα μήλα, αποκρίθηκε ο Ευφρόσυνος, τα οποία τώρα τα έβαλες στην κλίνη σου. Όμως, πάτερ συγχώρησέ με, γιατί εγώ είμαι σκουλήκι και δεν είμαι άνθρωπος.

Τότε ο ιερέας διηγήθηκε σε όλους τους αδελφούς την οπτασία που είδε, η οποία προξένησε σε όλους θαυμασμό και έκπληξη και ζήλο του καλού και της αρετής. Ο δε μακάριος Ευφρόσυνος, αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων, αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι. Κι απομακρύνθηκε τόσο πολύ, ώστε να μείνει παντελώς άγνωστος σε όλους. Πολλοί δε ασθενείς, τρώγοντας από τα μήλα εκείνα που είχε δώσει στον ιερέα, γιατρεύτηκαν από τις ασθένειές τους» (συναξάρι ακολουθίας οσίου).

Ο όσιος Ευφρόσυνος αποτελεί ένα επιπλέον θαυμαστό σημείο μέσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας που επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ευκολότερος και ανετότερος δρόμος για την είσοδο του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή, από την ταπείνωση. Κι αυτό διότι το καθοριστικότερο στοιχείο της ζωής του, απαρχής μέχρι τέλους, ήταν η υψοποιός αυτή αρετή. Οι αναφορές επ’  αυτού του εκκλησιαστικού ποιητή είναι πάμπολλες. Ήδη το απολυτίκιό του, εκεί που συμπυκνώνεται η ουσία της αγιότητας ενός αγίου, αυτό επισημαίνει εξαρχής: «ὁσίως ἐβίωσας ἐν ταπεινώσει πολλῇ». Και στο δοξαστικό επίσης του εσπερινού: «Οὗτος γάρ ταπεινώσει ἑαυτόν κοσμήσας», αυτό ήταν το κόσμημα της ζωής του, η ταπείνωση. Κι είναι αυτονόητο για τη χριστιανική πίστη ότι όπου υπάρχει η ταπείνωση, εκεί υπάρχει η παρουσία του Θεού, εκεί υπάρχουν και όλα τα χαρίσματα που δίνει ο Κύριος. Γιατί ακριβώς ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός μας αυτά τα δύο μάς απεκάλυψε ως κατεξοχήν στοιχεία της ζωής Του: την αγάπη και την ταπείνωση. «Ο Θεός αγάπη εστί» και «μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».

Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι πάνω στη βάση αυτή κτίζεται η πίστη στον Χριστό και η αγάπη για Εκείνον και τον συνάνθρωπο, όπως επίσης ότι η ταπείνωση συνυπάρχει με το κατεξοχήν αποδεικτικό στοιχείο της, την υπακοή. Ταπείνωση, πίστη, αγάπη, υπακοή – τα ακριβά κοσμήματα κάθε αγίου, ιδίως του σήμερα εορταζομένου οσίου Ευφροσύνου. Οπότε στο πρόσωπό του ψαύουμε την ενέργεια και τη χάρη του Τριαδικού Θεού ή αλλιώς μπροστά στον όσιο Ευφρόσυνο βλέπουμε μία άλλη «εν ετέρα μορφή» παρουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι ασφαλώς για να υπάρχουν οι αρετές αυτές συνυπάρχουν και όλες οι παράμετροί τους, η υπομονή, η εγκράτεια, το πένθος, τα δάκρυα – διαβάζοντας τη ζωή του οσίου νιώθουμε ότι περιδιαβαίνουμε σ’ όλον τον Παράδεισο – με τελική αναφορά τη χαρά και την ευφροσύνη που φέρνει η παρουσία του Θεού στον άνθρωπο του Θεού.

«Όσιε πάτερ Ευφρόσυνε, άσκησες την αρετή με επιμέλεια στο μαγειρείο της Μονής κι αγάπησες την ταπείνωση παραπάνω από το χρυσάφι της γης. Γι’ αυτό και υψώθηκες σε άρρητο ύψος τελειώσεως» (λιτή). «Χαίρε, όσιε Ευφρόσυνε, που είσαι ο εραστής των αρετών, το λαμπρό κατοικητήριο της θείας χάρης, το βάθρο της αγάπης προς τον πλησίον, το λιβάδι της ακτησίας, η στήλη της ταπεινοφροσύνης, το κόσμημα των μοναχών, το φως του άμεμπτου βίου και ο πολύτιμος θησαυρός της θεάρεστης ασκήσεως» (στιχ. εσπ.).

Ο τονισμός μάλιστα της ταπεινώσεως ως της κατεξοχήν αρετής του οσίου Ευφροσύνου συνιστά, κατά τον καλό υμνογράφο κ. Χ. Μπούσια, ό,τι σημαντικότερο για την εποχή μας. Γιατί; Διότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται θα λέγαμε και για την ανισορροπία αυτή: μέσα σε όλα τα δεινά και φοβερά που αντιμετωπίζει να προβάλλει ως «πρότυπο» τον οιηματία άνθρωπο, τον φαντασμένο που νομίζει ότι τα ξέρει και τα κάνει όλα! Μπορεί δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος να στέκει «ενεός» κι ανήμπορος μπρος σ’ έναν αόρατο ιό που έχει φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του, ο ίδιος όμως εξακολουθεί να υπερηφανεύεται και να αλαζονεύεται! Να, πώς το εκφράζει ο ποιητής: «Σήμερα έλαμψε ως λαμπρός ήλιος η πανευφρόσυνη μνήμη του πνευματοφόρου Ευφροσύνου, η οποία διώχνει την ομίχλη της οιήσεως και της υπερηφάνειάς μας» (δόξα εσπ.). Βλέπουμε τον άγιο Ευφρόσυνο, παραδειγματιζόμαστε και... προσγειωνόμαστε στην πραγματικότητα της ζωής μας.

Κι ακόμη ο βίος του θυμίζει δύο πράγματα από τη ζωή του μεγάλου συγχρόνου οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Πρώτον, αυτό που έλεγε ο άγιος ευρισκόμενος στη Μονή του αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους: σημασία στη ζωή μας δεν έχουν οι τίτλοι και τα αξιώματα, τα μεγάλα διακονήματα και οι θέσεις. Σημασία έχει το πώς κανείς διακονεί και στο μικρότερο διακόνημα: να έχει αίσθηση της παρουσίας του Χριστού ώστε να ζει αναμάρτητα. Η αναμαρτησία δεν είναι το κυρίως ζητούμενο στην κάθε ώρα και στιγμή της ζωής μας; «Αξίωσέ μας, Κύριε, την ημέρα μας να τη διαβούμε αναμάρτητα» - ό,τι ζούσε καθημερινά ο όσιος Ευφρόσυνος στο θεωρούμενο ταπεινό διακόνημά του στο μαγειρείο της Μονής. Και δεύτερον, αυτό που είχε αποκαλύψει ο ίδιος ο Σιλουανός, όταν υπηρετούσε στην τράπεζα της Μονής τους άλλους μοναχούς. «Ο Κύριος έδωσε να νιώσω τη μεγάλη χάρη Του, γιατί με τον λογισμό μου έλεγα ότι υπηρετώ τους αδελφούς του Κυρίου και τον ίδιο τον Κύριο». Κι είναι συγκλονιστικό να σκεφτεί κανείς ότι μεγάλη χάρη έλαβε ο άγιος Σιλουανός και όταν είδε τον Κύριο εν πνεύματι μέσα από την εικόνα Του στο μοναστήρι κατά την ώρα του εσπερινού, αλλά και όταν εκτελούσε το απλούστατο και ταπεινό διακόνημά του στο κοινό τραπέζι. Και γιατί θυμόμαστε τον άγιο Σιλουανό εν προκειμένω; Γιατί και ο όσιος Ευφρόσυνος ζούσε τον Παράδεισο με «αισθητό» τρόπο μάλιστα – το απεκάλυψε ο Κύριος στον φιλόθεο ιερέα της Μονής του - επειδή διακονούσε τους αδελφούς του με ταπείνωση, χωρίς να οργίζεται για τους εμπαιγμούς που δεχόταν, με διαρκή προσευχή γι’ αυτούς που τον «πείραζαν». Όσιος Ευφρόσυνος: μία ταπεινή και μικρή εξωτερικά μορφή∙ ένας γίγαντας του Πνεύματος κι ένα κατοικητήριο του Θεού με πανίερες θεοπτικές εμπειρίες εσωτερικά.

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

«Όπως η βασιλεία των Ουρανών ομοιώθηκε με δέκα παρθένες, όπως λέγει το στόμα του Χριστού στην Καινή Διαθήκη, έτσι και δέκα γυναίκες ομοιώθηκαν με σχήμα ανδρικό και σύντριψαν τα κέντρα του ανθρωποκτόνου διαβόλου. Μία δε από αυτές τις δέκα ήταν και η σήμερα εορταζομένη Θεοδώρα, που το όνομά της σημαίνει δώρο Θεού. Αυτή λοιπόν καταγόταν από την πόλη της Αλεξανδρείας κατά τους χρόνους Ζήνωνος του βασιλιά, κατά το έτος 472. Είχε συζευχθεί νόμιμα με άνδρα και ζούσε ζωή πολύ καλή και ακατηγόρητη. Επειδή όμως από φθόνο του μισόκαλου διαβόλου έπεσε κρυφά σε μοιχεία, αποφάσισε να ζητήσει και να βρει τη σωτηρία της. Γι’ αυτό όταν άκουσε τα ευαγγελικά λόγια, με τα οποία διδάσκει ο Κύριος ότι δεν υπάρχει τίποτε κρυφό που να μη γίνει φανερό αργότερα («οὐκ ἔστιν κρυπτόν, ὅ οὐ φανερόν γενήσεται»: Λουκ. 8, 17), χάριν τούτου, καθώς στοχάστηκε το βάρος της αμαρτίας που έκανε, βδελύχθηκε αυτήν την αμαρτία σαν ένα σίχαμα και μία ακαθαρσία, οπότε απορρίπτει τη γυναικεία ενδυμασία και ντύνεται το αγγελικό σχήμα των (ανδρών) μοναχών και μετονομάζεται από Θεοδώρα σε Θεόδωρο. Πήγε λοιπόν σε ανδρικό μοναστήρι, μετανοώντας και κλαίοντας την αμαρτία της.

Αφού πέρασε η μακάρια δύο ολόκληρα χρόνια, κοπιάζοντας με βαριές δουλειές και με αγώνα να σηκώνει τα πράγματα που χρειάζονταν για το μοναστήρι, από φθόνο του ψυχοφθόρου διαβόλου συκοφαντήθηκε από κάποιους κακότροπους ανθρώπους ότι πόρνεψε με μία γυναίκα. Γι’ αυτό οι συκοφάντες έφεραν ένα βρέφος και το έριξαν έξω στη θύρα του μοναστηριού, κατηγορώντας την ψεύτικα ότι ήταν δικό της. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος η αοίδιμη Θεοδώρα δέχθηκε τη συκοφαντία σαν αληθινή και πήρε το βρέφος, ανατρέφοντάς το κανονικά σαν να ήταν δικό της. Διότι προσπαθούσε η τρισμακάρια να κρύψει τον εαυτό της, ότι ήταν δηλαδή γυναίκα κατά τη φύση. Αφού έκανε υπομονή έξω από το μοναστήρι για την αγάπη του Θεού και για κανόνα της αμαρτίας της επτά ολόκληρα χρόνια, παλεύοντας με την ψύχρα του χειμώνα, με το καύμα του καλοκαιριού και με χαμαικοιτίες, μόλις και μετά βίας μετέπειτα μπήκε μέσα στο μοναστήρι.

Από τότε λοιπόν αφού καταξήρανε το σώμα της με συχνές προσευχές, με κόπους, με ολονύκτιες στάσεις και αγρυπνίες, κι αφού απέκτησε επίγνωση βαθιά το τι σημαίνει να κληρονομήσει κανείς τη βασιλεία των ουρανών, έφθασε σ’ εκείνον τον σκοπό και το τέλος που αγαπούσε. Διότι πραγματικά ακολούθησε φοβερό θαύμα στην αγία αυτή, το οποίο ποιος να μη θαυμάσει; Κι αυτό γιατί ενώ ήταν γυναίκα, έζησε μαζί με άνδρες χωρίς να το καταλάβει κανείς. Κι ακόμη γιατί ενώ βρισκόταν στο μέσο του σταδίου της ασκήσεως, αγωνιζόταν ως ένας από τους άνδρες, λάμποντας ασκητικά ως μέγας ήλιος. Οπότε φορτωμένη από τους άξιους μισθούς των κόπων της, ανέβηκε με χαρά στον ποθητό της νυμφίο Χριστό, ενώ οι μοναχοί βλέποντας αυτό το παράδοξο θαύμα, βρέθηκαν σε έκσταση και δόξασαν τον Θεό».

(Για την οσία αυτή Θεοδώρα γράφεται στο βιβλίο «Παράδεισος των Πατέρων» ότι είπε το αξιόλογο αυτό απόφθεγμα. Δηλαδή ότι δεν σώζει τον άνθρωπο ούτε η άσκηση ούτε η αγρυπνία ούτε κανείς άλλος ασκητικός κόπος, παρά μόνον η γνήσια ταπεινοφροσύνη. Διότι ήταν ένας αναχωρητής και εξεδίωκε τα δαιμόνια. Τα ρωτούσε δε αυτός με ποια αρετή βγαίνουν από τον άνθρωπο:

 - Με τη νηστεία βγαίνετε; Κι αποκρίνονταν τα δαιμόνια: Εμείς ποτέ δεν τρώμε ούτε πίνουμε.

- Τότε με την αγρυπνία βγαίνετε; Κι αποκρίνονταν: Εμείς ποτέ δεν κοιμόμαστε.

– Με την αναχώρηση και την καταφυγή σε έρημους τόπους βγαίνετε; Κι εκείνα αποκρίνονταν: Εμείς στην αναχώρηση και στην ερημιά βρισκόμαστε.

- Με ποια λοιπόν, τους είπε, αρετή βγαίνετε; Κι αποκρίθηκαν: Εμάς καμία αρετή δεν μας νικά, παρά μόνον η ταπεινοφροσύνη. Γιατί αυτή είναι ο νικητής των δαιμόνων.

Είπε πάλι η οσία, ότι ήταν ένας μοναχός που καθόταν στην έρημο στο κελί του. Από το πλήθος δε των πειρασμών που του προξενούσε ο διάβολος, απόκαμε και είπε: ας φύγω από δω για να γλιτώσω. Την ώρα που ετοίμαζε τα υποδήματά του για να φύγει, βλέπει έναν άλλον άνθρωπο που έβαζε κι εκείνος τα υποδήματά του (κι ήταν ο άλλος, ο διάβολος) και λέγει στον μοναχό: εσύ φεύγεις από δω εξαιτίας μου, αλλά να κι εγώ ότι σε προλαβαίνω κι ετοιμάζομαι να πάω πιο μπροστά από εσένα εκεί που θα πας).

(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: και το συναξάρι της οσίας και τα αποφθέγματα από τον «Παράδεισο» των Πατέρων).

Θαυμαστός ο βίος της οσίας Θεοδώρας της εν Αλεξανδρείᾳ. Διότι ενώ δεν είναι η μόνη στην εκκλησιαστική ιστορία που ασκήθηκε μεταμφιεσμένη σε άνδρα σε μοναστήρι ανδρών, είναι η μόνη που ακολουθεί αυτήν την παράδοξη άσκηση με δύο ξεχωριστά δεδομένα: πρώτον, επιλέγει το σκληρό μαρτύριο της πλήρους ξενιτείας για να «εξιλεωθεί» από το αμάρτημα της μοιχείας που το γνωρίζει όμως μόνο αυτή∙ δεύτερον, αποδέχεται τη συκοφαντία της σαρκικής σχέσεως με γυναίκα(!), από την οποία προήλθε και ένα βρέφος(!), πάλι ερμηνεύοντας μόνον αυτή το γεγονός ως «ξεπλήρωμα» της μοιχείας που επιτέλεσε έναντι του νόμιμου συζύγου της. Πρόκειται για πραγματικότητα που αναδεικνύει την αγιότητα της Θεοδώρας, γιατί φανερώνει ότι η πορεία της, κι όχι μόνον η ασκητική όταν ντύθηκε το μοναχικό σχήμα αλλά και πρωτύτερα, ήταν αδιάκοπα ενώπιον των οφθαλμών του Κυρίου. Πράγματι, συνέβη η μεγάλη σαρκική πτώση της, «φθόνῳ διαβόλου» κατά τον συναξαριστή, όμως έκτοτε δεν μπορούσε να αντέξει το τραγικό γι’ αυτήν γεγονός, (ενώ θα μπορούσε να το «ξεπεράσει», ακολουθώντας και τον κανόνα της μετανοίας διά του μυστηρίου της εξομολογήσεως).

 Όμως είναι τόσο λεπτή η συνείδησή της που δεν της αρκεί αυτό. Αισθάνεται ότι η εξολοκλήρου αφιέρωσή της στον Θεό, και μάλιστα με τον απόλυτο τρόπο της ξενιτείας που είπαμε, μπορεί να επιφέρει τη συγχώρεση και την ανάπαυση της καρδιάς της. Την αίσθηση αυτή σημειώνει και ο άγιος υμνογράφος της. Ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού αναφέρει πως «ο ήλιος μέχρι τη δύση του (όχι μετέπειτα συνεπώς) δεν σε είδε να αμαρτάνεις, σε είδε όμως και σε γνώρισε ο καρδιογνώστης Κύριος που δεν δύει ποτέ. Γιατί είναι Αυτός που βλέπει όλα τα κρυφά γενόμενα, οπότε σου φώτισε έντονα με το φως της μετάνοιας και τα μάτια της καρδιάς σου, με αποτέλεσμα να σπεύσεις να τον λατρεύσεις με την επίμονη εγκράτεια και την τελειότητα των αρετών» («Ὑπό γῆν σε ὁ ἥλιος, ὑποδύς οὐχ ἑώρακε πλημμελοῦσαν∙ ἔγνω δέ σε ο ἄδυτος, καρδιογνώστης καί Κύριος, ὁ βλέπων τά κρύφια καί κατηύγασε φωτί μετανοίας τά ὄμματα τῆς καρδίας σου∙ ὅθεν ἔσπευσας τοῦτον θεραπεῦσαι ἐπιμόνῳ ἐγκρατείᾳ καί ἀρετῶν τελειότητι»).

Ο δρόμος της ξενιτείας της οσίας, όπως και η αναδοχή ευχαρίστως της συκοφαντίας φανερώνουν από την άλλη τη σπουδαιότερη εξ όλων των αρετών που χαρακτήριζε τη Θεοδώρα, την αγία ταπείνωση. Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μαρτυρούν ότι αν θέλουμε αληθινά να γνωρίζουμε το πνευματικό ύψος ενός χριστιανού, πρέπει να δούμε τα σημάδια της αληθινής ταπεινοφροσύνης του. Κι αυτό γιατί ο αποκαλυφθείς Θεός μας είναι τα δύο αυτά: αγάπη και ταπείνωση. Η οσία Θεοδώρα λοιπόν αποκαλύπτει το υπέρμετρο ύψος της, γιατί διαπνεόταν από την ταπείνωση αυτή, και βεβαίως από την αγάπη της προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό της. «Φρονήματι τεταπεινωμένῳ» μάς λέει ο υμνογράφος ότι υπηρετούσε στο μοναστήρι η αγία (ωδή γ΄), «τρωθεῖσα θείῳ ἕρωτι» (εξαποστειλάριον),  ενώ μ’ αυτό το φρόνημα εξέχεε τη φλογισμένη αγάπη της προς τον Κύριο με τις προσευχές της: «Δες την ταπείνωση και τον κλαυθμό μου. Δες τη θλίψη μου και ανακούφισέ την... έκραζε η Θεοδώρα πρός τόν μόνον  δυνάμενον σώζειν» (ωδή δ΄). Κι ήταν η ταπείνωσή της αυτή πια που σαν ξίφος στα χέρια της οσίας έκοβε τις κεφαλές των δαιμόνων: «Τῷ ξίφει τοῦτον (τόν ἐχθρόν) τῆς ταπεινώσεως ἔτρωσας, συντρίψασα αὐτοῦ κάραν πολυμήχανον» (ωδή ε΄).

Η οσία χαριτώθηκε ιδιαιτέρως από τον Κύριο λόγω της μεγάλης της ταπείνωσης και της βαθιάς μετάνοιάς της, γι’ αυτό αφενός πάμπολλα ήταν και είναι τα θαύματά της («χάριν ἰαμάτων δεδωκώς σοι, Θεός»: ωδή ε΄), αφετέρου αποτελεί μέγα παράδειγμα μετανοίας για κάθε άνθρωπο που περιπίπτει στις αμαρτίες, όσες μεγάλες και βαριές κι αν είναι  υπογραμμός ἀναδέδεικται πεπτωκόσιν ὁ βίος σου καί βουλομένοις προσέρχεσθαι διά μετανοίας τῷ εἰδότι τά πταίσματα συγχωρεῖν καθώς γέγραπται» (οίκος συναξαρίου) (αναδείχτηκε παράδειγμα η ζωή σου γι’ αυτούς που έπεσαν στην αμαρτία και θέλουν να προσέρχονται με μετάνοια σ’ Αυτόν που γνωρίζει να συγχωρεί τις αμαρτίες, όπως έχει γραφεί).  

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΧΙ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΙ, ΑΛΛΑ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΙ

- Αδελφός ερώτησε τον αββά Ματώη να του πει λόγο ωφέλιμο για το πώς να συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε αδελφούς, γιατί παρασύρεται και τους κατακρίνει. «Και αποκρίθηκε ο Γέρων και είπε: αν δεν μπορείς να κρατάς τον εαυτό σου, φύγε πήγαινε καταμόνας, διότι τούτο φανερώνει αδυναμία. Εκείνος που κάθεται μαζί με αδελφούς δεν πρέπει να είναι τετράγωνος, αλλά στρογγύλος, για να κυλάει με όλους. Και συμπλήρωσε ο Γέρων: Εγώ δεν βρίσκομαι μόνος στην ερημία από αρετή, αλλά από αδυναμία. Διότι είναι δυνατοί εκείνοι που έρχονται στο μέσον των ανθρώπων» (Από το Γεροντικόν).

Ο σπουδαίος αββάς του Γεροντικού, όσιος Ματώης δίνει με σεμνό και ταπεινό τρόπο απάντηση στον προβληματισμό που ταλάνιζε τον αδελφό για τις σχέσεις του με τους άλλους εν Χριστώ αδελφούς του, αλλά και που συνιστά απάντηση για όλες τις εποχές, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος. Διότι το πρόβλημα των ανθρωπίνων σχέσεων δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα, αλλά το κεντρικότερο που υπάρχει, με το οποίο αγωνίζονται διαρκώς οι άνθρωποι καθώς εισέρχονται μέσα στον κόσμο τούτο, τον πεσμένο στην αμαρτία. Και δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς επί θεωρητικού επιπέδου. Η καθημερινότητα και η δική μας, στον χώρο τον παγκόσμιο, τον εθνικό, της οικογένειας, του επαγγέλματος, το επιβεβαιώνει αδιάκοπα. Ανοίγει για παράδειγμα κανείς την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο για να μάθει τι γίνεται στον κόσμο και βλέπει πως πάνω από το 90 τοις εκατό των ειδήσεων αναλίσκεται, μέχρις εσχάτης λεπτομέρειας, σε εγκλήματα και σε συγκρούσεις είτε μικρών σε ηλικία είτε μεγάλων – και δεν μιλάμε για τις παγκόσμιες συρράξεις, όπου ο καθένας ισχυρός προσπαθεί να υποτάξει τον ασθενέστερο, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία όλων. Όπως όλοι γνωρίζουν το λατινικό απόφθεγμα, ο άνθρωπος απαρχής της ιστορίας του έγινε λύκος που θέλει να κατασπαράξει τον άλλον. «Homo homini lupus». Κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, η ανθρώπινη ιστορία ξεκινάει με τον Κάιν που σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ.

Και ποια η αιτία της τραγικής αυτής καταστάσεως της χωρίς τελειωμό; Τι άλλο ακριβώς από την αμαρτία του ανθρώπου; Αφότου ο άνθρωπος στο πρόσωπο των πρωτοπλάστων με την πονηρή συμβουλία του Πονηρού δαίμονα παρήκουσε τον Δημιουργό και Πατέρα του, από εκείνη την ώρα και μετέπειτα μολύνθηκε το ανθρώπινο γένος από τη νόσο του εγωισμού και της υπερηφάνειας, νόσο που βύθισε σύνολη την ανθρωπότητα στο έρεβος του θανάτου, πνευματικού και έπειτα και σωματικού. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» καθώς σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος. Και ναι μεν ο Δημιουργός, ο γεμάτος αγάπη και στοργή έδωσε την ευκαιρία της μετανοίας στον Αδάμ και την Εύα – «Αδάμ πού ει; - τον καλεί για να τον συνεφέρει, και εκείνος και εκείνη δεν δείχνουν να Τον καταλαβαίνουν, επιλέγοντας την οριστική άρνηση με τα γνωστά αποτελέσματα πια της πτώσεως. «Ο άνθρωπος παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς». Και θα έλεγε κανείς, μαζί με άλλον όσιο αββά του Γεροντικού, τον αββά Ξανθία, ότι τα κτήνη βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση από τους ανθρώπους, γιατί εκείνα και φυσική αγάπη έχουν και δεν πρόκειται να κριθούν στην κρίση του Θεού.

Αλλά η αγάπη του Ουράνιου Πατέρα είναι ανεξάντλητη. Αν ο άνθρωπος χριστιανικά καλείται να αγαπά χωρίς να εκπίπτει από την αγάπη του αυτή – «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (απ. Παύλος) – πόσο απείρως στέκει η αγάπη Εκείνου που έδωσε τη συγκεκριμένη εντολή για τον άνθρωπο; Και την βλέπουμε με απόλυτο τρόπο στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος σταλμένος από τον Θεό Πατέρα σαρκώνεται εν Αγίω Πνεύματι διά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά τον μεγαλειώδη θεόπνευστο λόγο του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού «ούτως ο Θεός ηγάπησεν τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Το πρόβλημα πια των ανθρωπίνων σχέσεων επιλύθηκε άπαξ διά παντός, ιδίως με τη Σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού και συνωδά μ’ Αυτήν με την Ανάστασή Του, και γίνεται γεγονός ενεργούμενο και βιούμενο από κάθε συνεπή χριστιανό, που πιστεύει όντως στον Χριστό, καθώς Τον ενδύεται διά του αγίου βαπτίσματος μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία.

Διότι τι άλλο είναι οι άγιοι της Εκκλησίας παρά οι πιστοί χριστιανοί που έλαβαν στα σοβαρά την πίστη τους και κατενόησαν μέσα από την πράξη της ζωής τους ότι ο Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός περιέχει και αυτούς μέσα στη δική Του ανθρώπινη ύπαρξη, την ενωμένη όμως στη μία Του υπόσταση με τη θεϊκή Του φύση, και έτσι περιέχεται και από εκείνους. «Θεός θεοίς ενούμενος».  Γι’ αυτό και ακούμε διαρκώς από τα θεόπνευστα λόγια της Γραφής και των Πατέρων μας ότι οι άγιοι είναι τα σαρκωμένα Ευαγγέλια, άρα και η παρουσία του Ίδιου του Χριστού «εν ετέρα», τη δική τους, «μορφή». «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» κατά τον της Κλίμακος άγιο.

Το πρόβλημα λοιπόν, το μεγάλο και κεντρικό, το μοναδικό θα λέγαμε από το οποίο νοηματίζεται και η ζωή μας, αφού από αυτό εξαρτάται και η αιώνια πορεία μας, (ας θυμηθούμε την παραβολή της Κρίσεως και όχι μόνο), δηλαδή της ορθής και αληθινής στάσεως του ανθρώπου έναντι του συνανθρώπου του επιλύθηκε οριστικά. Και η λύση είναι το πρόσωπο του Χριστού μας. Από πλευράς του Θεού έτσι έχουν τα πράγματα: μας τα έδωσε όλα και μας κατέστησε συγκληρονόμους και πάλι της Βασιλείας Του – προοπτική που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη επίγεια είτε θρησκευτική είτε θεοσοφική είτε φιλοσοφική είτε οτιδήποτε άλλο. Αλλά εδώ πια αναφύεται το ανθρώπινο πρόβλημα μετά όμως την επίλυσή του. Η στάση του ανθρώπου – αν θα πιστέψει ή όχι στον Χριστό, ενεργοποιώντας την πίστη του αυτή με τον μοναδικό τρόπο που καθορίζει ο λόγος του Θεού, την αγάπη. Διότι «αγάπη ο Θεός», συνεπώς αγάπη και ο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένος άνθρωπος.

Κι εδώ αναδεικνύεται ο λόγος του αββά Ματώη, ο οποίος εκφράζει ό,τι συνιστά όπως είπαμε και το προσωπικό του βίωμα, θεμελιωμένο όμως στην Αγία Γραφή και τους προ αυτού Πατέρες της Εκκλησίας. Η εικόνα που φέρνει για να καταδείξει πώς μπορούν να συνυπάρξουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, με την αγάπη που δίδαξε ο Κύριος, είναι μοναδική που δεν επιδέχεται άρνηση και αμφισβήτηση. «Οι άνθρωποι αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί πρέπει να μην είμαστε τετράγωνοι, αλλά στρογγύλοι». Όπως εύκολα καταλαβαίνουμε ο «τετραγωνισμένος» άνθρωπος είναι αυτός που είναι κυριολεκτικά κολλημένος στο δικό του θέλημα και στις δικές του επιθυμίας. Οι ρόδες ενός οχήματος αν ήταν τετράγωνες δεν θα μπορούσαν να κινηθούν – θα έπρεπε να καταβληθεί τεράστια δύναμη συνεπώς θα ήταν καταδικασμένη από την αρχή οποιαδήποτε κίνηση. Το ίδιο και με εμάς τους ανθρώπους: ριζωμένοι στο θέλημά μας μένουμε με τον νοσηρό εγωισμό μας, συνεπώς με αδυναμία συνυπάρξεως και με τους άλλους αλλά κατ’ επέκταση και με τον Θεό μας. Ο Θεός μας σε ποιους επαναπαύεται; Σε όσους «συγγενεύουν» (όσιος Παΐσιος) με Εκείνον. Αγάπη ο Θεός, γι’ αγάπη κεκλημένος και ο άνθρωπος.

Το ζητούμενο ποιο είναι λοιπόν; Πώς το τετράγωνο θα γίνει κύκλος. Πώς θα στρογγυλέψουμε τον εαυτό μας. Και τι σημαίνει αυτό; Να μπορούμε να «μεταναστεύουμε» (όσιος Ανδρέας Κρήτης) από το εγώ μας και το προσωπικό μας θέλημα για να ερχόμαστε κοντά στον κάθε πλησίον. «Γεγονέναι πλησίον» λέει ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Κι ας ακούσουμε και πάλι τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος πώς έρχεται με τον δικό του τρόπο να διευκρινίσει τα πράγματα, (κι ίσως μεταφέροντας και αντιγράφοντας τον προγενέστερο αυτού αββά Ματώη με το συγκεκριμένο παραπάνω λόγιό του):  «Μία πέτρα με πολλές αιχμές και ανωμαλίες, όταν συγκρούεται και κτυπάται με άλλες πέτρες, συντρίβει όλα τα απότομα και σκληρά σημεία της και γίνεται στρογγυλή. Ομοίως και θυμώδης και απότομη ψυχή, όταν συναναστρέφεται και συζεί με σκληρούς και θυμώδεις ανθρώπους, υφίσταται ένα εκ των δύο: Ή υπομένει και θεραπεύει το τραύμα της. Ή αναχωρεί και γνωρίζει την αδυναμία της, που σαν σε καθρέπτη της την έδειξε καθαρά η άναδρη φυγή της» (Λόγος η΄, κεφ. 12, Περί αοργησίας).

Η συνύπαρξη έτσι με τους άλλους αποτελεί το κριτήριο για το πόσο χριστιανοί είμαστε. Το να ζεις αρμονικά με τους άλλους, με αγάπη και σεβασμό και ταπείνωση, έστω κι αν προσβάλλεσαι και αδικείσαι από αυτούς, είναι το σημαντικότερο σημάδι ότι όντως είσαι αληθινός χριστιανός, ακολουθώντας με συνέπεια τους λόγους του Χριστού. Γι’ αυτό και βλέπουμε τον όσιο Ματώη να δείχνει μεν τον δύσκολο δρόμο στον αδελφό που τον ρώτησε, ο ίδιος δε να δηλώνει με ταπείνωση ότι επέλεξε τον ερημιτικό βίο λόγω αδυναμίας! Έτσι κι αλλιώς όμως το συμπέρασμα είναι ένα: αν δεν αγωνιζόμαστε να στρογγυλεύουμε τον εαυτό μας, μέσα στην οικογένειά μας: οι σύζυγοι μεταξύ τους και ιδίως αυτοί με τα παιδιά τους, και μάλιστα τους εφήβους τους, αν δεν είμαστε σε ετοιμότητα ταπεινής υπακοής και αγάπης και στον χώρο που εργαζόμαστε και όπου μας καλεί το οποιοδήποτε καθήκον, τότε η πενθούσα μετάνοιά μας για την αδυναμία μας είναι μονόδρομος και για εμάς. Το εξέφρασε με άμεσο τρόπο και ο μέγας αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος, όταν τον κάλεσαν να μιλήσει σε συγκεντρωμένους μοναχούς κάποιου όρους. Στην παράκλησή τους να τους πει λόγο ψυχωφελή αυτά τους είπε: «Ας κλάψουμε αδελφοί και ας κατεβάσουν οι οφθαλμοί μας δάκρυα, προτού να φύγουμε, εκεί όπου τα δάκρυά μας θα κατακάψουν τα σώματά μας. Και έκλαψαν όλοι και έπεσαν με το πρόσωπό τους κάτω και είπαν: Πάτερ, ευχήσου για εμάς» (Γεροντικό).

ΑΙ ΑΓΙΑΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΗΝΟΔΩΡΑ, ΜΗΤΡΟΔΩΡΑ, ΝΥΜΦΟΔΩΡΑ

«Οι άγιες αυτές ήταν αδελφές και κατάγονταν από τη Βιθυνία. Από μικρές αγάπησαν τον Κύριο Ιησού, τον Οποίο είχαν διαρκές εντρύφημα των ψυχών τους. Έτσι μόνη φροντίδα τους ήταν πώς θα στολίσουν τον εαυτό τους με τις αρετές. Για μεγαλύτερη άσκηση και αφιέρωση στον Θεό, έφυγαν από την πατρίδα τους και αποσύρθηκαν σ’ ένα λόφο, κοντά στα Πύθια θερμά λουτρά. Με τη διαρκή προσευχή τους και την εν Χριστώ άσκησή τους έφτασαν σε μεγάλα ύψη αρετής, τόσο που θεράπευαν διάφορες ασθένειες των ανθρώπων που προσέτρεχαν σ’  αυτές. Ο έπαρχος Φρόντων όμως, που έμαθε γι’ αυτές, έστειλε και  τις συνέλαβε, κι επειδή αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πίστη στον Χριστό, άρχισε να τις υποβάλλει σε σκληρά βασανιστήρια: τη στρέβλωση των μελών, το ρίξιμο στη φωτιά, το γδάρσιμο με σιδερένια νύχια, το κρέμασμα σε ξύλο, τέλος δε τον δια ξίφους θάνατο. Σε όλα αυτά οι άγιες υπέμεναν καρτερικά, έχοντας τον νου τους στην αγάπη του Χριστού και ενισχυόμενες από τη χάρη Εκείνου. Με την παράδοση των πνευμάτων τους στον Θεό, ο έπαρχος θέλησε να κάψει τα άγια σώματά τους, αλλά οι φλόγες στράφηκαν εναντίον του, ενώ καταρρακτώδης βροχή έσβησε αμέσως τη φωτιά. Οι χριστιανοί περισυνέλεξαν τα λείψανά τους, τα οποία και τα ενταφίασαν με μεγάλο σεβασμό».

Δύο πράγματα είναι αξιοθαύμαστα στις τρεις αυτές αδελφές που εορτάζει η Εκκλησία μας σήμερα: Πρώτον, ότι απαρχής μέχρι τέλους της ζωής τους υπήρξαν αγαπημένες, τόσο που ήταν σαν μία ψυχή σε τρία σώματα. Και στο πατρικό τους στη Βιθυνία και στην αναχώρησή τους στον τόπο της άσκησής τους, αλλά και στο μαρτύριό τους δρούσαν σαν ένας άνθρωπος. Είναι πολύ όμορφη η εικόνα που χρησιμοποιεί ο εκκλησιαστικός ποιητής για να δηλώσει την ενότητά τους αυτή. Τις ονομάζει «τρίφωτον λαμπάδα, τριώροφον οίκημα, σκήνωμα της αγίας Τριάδος». Κι είναι αξιοθαύμαστο τούτο, διότι δυστυχώς όχι σπάνια τα αδέλφια μεταξύ τους δεν διαπνέονται από τη φυσική αγάπη που θα έπρεπε να διακρίνει τις σχέσεις τους. Πολλές φορές μάλιστα όχι μόνο δεν υπάρχει αγάπη, αλλά αναπτύσσεται και μίσος, το οποίο φτάνει, όταν προκύπτουν ιδίως θέματα κληρονομιάς, και σε ακραίες καταστάσεις. Στα θήλεα αδέλφια δε, το ιδιάζον που αναπτύσσεται και συχνά δηλητηριάζει τις σχέσεις τους είναι η ζήλεια. Είναι μία τραγική πραγματικότητα, μέτοχοι της οποίας συχνά γινόμαστε οι πνευματικοί εξομολόγοι. Η αγάπη λοιπόν μεταξύ των τριών αυτών αγίων αδελφών αποτελεί παράδειγμα και έλεγχο. Αυτή είναι η κανονική και φυσιολογική κατάσταση, την οποία βεβαίως και μόνον ευλογεί ο Θεός.

Το δεύτερο αξιοθαύμαστο είναι η ανδρεία την οποία επέδειξαν και στη σκληρή άσκηση που ανέλαβαν στο λόφο που αποσύρθηκαν, αλλά κυρίως στην ώρα των μαρτυρίων τους. Η γυναικεία φύση πάντοτε θεωρήθηκε ως πιο απαλή και συνεπώς ευάλωτη στις σκληρές καταστάσεις, κάτι που οι σημερινές άγιες, όπως και όλες οι άγιες της Εκκλησίας μας το απέδειξαν ανίσχυρο. Ο έπαρχος Φρόντων καταρχάς προσέκρουσε σε «νταμάρι», όταν επεχείρησε να τις μεταπείσει, ώστε να φύγουν από την πίστη του Χριστού. Κι εκεί που αποδείχτηκε γρανιτένια η θέλησή τους ήταν ακριβώς την ώρα των μαρτυρίων τους. Ο υμνογράφος, έκθαμβος μπροστά στο ένθεο φρόνημά τους, σημειώνει: «Ατελεί εν τω σώματι, και τελείω φρονήματι, παλαμναίον δράκοντα, τον αρχέκακον, κατεπαλαίσατε ένδοξοι, δυνάμει του Πνεύματος, και ανίσχυρον αυτού την ισχύν απεδείξατε». Δηλαδή: Καταπαλαίψατε, ένδοξοι μάρτυρες, τον αρχέκακον δολοφόνο δράκοντα, τον αρχέκακο διάβολο (και τα όργανά του), με το ατελές και αδύναμο σώμα σας, αλλά με το τέλειο φρόνημά σας, και με τη Δύναμη του αγίου Πνεύματος αποδείξατε ανίσχυρη τη δύναμή του.

Είναι περιττό βεβαίως να υπενθυμίσουμε ότι και στα δύο αξιοθαύμαστα στοιχεία των αγίων αυτών μαρτύρων υπάρχει ως προϋπόθεση και βάση η ένθερμη πίστη στον Χριστό και η τελεία αγάπη Του. Η πίστη και η αγάπη σ’  Εκείνον δίνει αφενός την ενότητα στους ανθρώπους, πολύ περισσότερο δε την υπομονή στα μαρτύρια. Κι είναι η απάντηση της Εκκλησίας σε κάθε παρόμοια κατάσταση∙ όπου υπάρχει διχόνοια, ζήλεια, μίσος και έχθρα, όπου υπάρχουν δυσκολίες και αντιξοότητες στη ζωή, η  λύση είναι μία: ο άνθρωπος να στραφεί προς τον Χριστό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο υμνογράφος ερμηνεύει και τα δύο αξιοθαύμαστα ακριβώς με τον τρόπο τούτο: την αδελφική αγάπη τους τη χαρακτηρίζει πνευματική. «Αδελφικώς τω πνεύματι συνδούμεναι» (έχοντας αδελφικό σύνδεσμο κατά το πνεύμα), ενώ το μαρτύριό τους το ερμηνεύει ως αποτέλεσμα ενίσχυσής τους από την αγάπη του Χριστού: «τον δεδοξασμένον Λόγον ολικώς αγαπήσασαι, ου τετρωμέναι τω πόθω υπεμείνατε, παθημάτων τας επαγωγάς καρτερώτατα» (Επειδή αγαπήσατε τον δοξασμένο Λόγο του Θεού ολοκληρωτικά, πληγωμένες από τον πόθο Του, υπομείνατε καρτερικότατα όλα τα βασανιστήρια).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ

«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου) η εορτή της συνάξεως των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό - ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακάρια δυάδα. Εσείς ξεπεράσατε όλους τους γονείς, γιατί βλαστήσατε αυτήν που υπερέχει από όλη τη δημιουργία», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή. Μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας - ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια˙ και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως - ο άνθρωπος μπορεί έκτοτε να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρωπίνης υπάρξεως, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα, εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν Άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου˙ αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων, λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι. Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών» (Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας).

Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο∙ της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία. Ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη. Η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Διότι με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!