Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Πολλοί οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ οἱ ἐκλεκτοί» Ματθ. 22, 14)

Με τη φράση αυτήν κατακλείει ο Κύριος την παραβολή των βασιλικών λεγομένων γάμων. Την παραβολή κατά την οποία ένας βασιλιάς καλεί μέσω των δούλων Του συγκεκριμένους ανθρώπους για να λάβουν μέρος στη χαρά του γάμου του υιού Του. Και η αντίδραση των προσκεκλημένων είναι εντελώς απρόσμενη και αχαρακτήριστη: αρνούνται τη συμμετοχή τους στη χαρά του συμποσίου. Ο βασιλιάς επιμένει: στέλνει και άλλους δούλους, λέγοντας ότι τα πάντα είναι έτοιμα, το τραπέζι είναι στρωμένο, τους περιμένει! Η αντίδραση στην επιμονή της προσκλήσεως του βασιλιά από τους προσκεκλημένους φτάνει στο «απώγειο»! Άλλοι από αυτούς αδιαφορούν επιλέγοντας την καθημερινότητα της ζωής τους, άλλοι οργανώνονται για να προβούν σε εχθρότητες και τελικά σε φόνο των απεσταλμένων του βασιλιά. Η οργή του βασιλιά πια είναι δικαιολογημένη: αφενός καταστρέφει τους αδιάφορους και τους φονείς, αφετέρου μέσω άλλων δούλων Του καλεί τους πάντες να μετάσχουν στο γιορτινό τραπέζι, μέχρις ότου ο οίκος του «ἐπλήσθη ἀνακειμένων», πονηρών και αγαθών. Και εισέρχεται ο βασιλιάς στο γαμήλιο τραπέζι για να δει και να ελέγξει τα πράγματα. Και διαπιστώνει ότι ένας προσκεκλημένος από τους πολλούς που μάζεψαν οι υπηρέτες Του προσήλθε απροετοίμαστος, χωρίς την κατάλληλη ενδυμασία για ένα τόσο μεγάλο γεγονός. Πάλι η οργή Του είναι δικαιολογημένη: οδηγείται έξω της οικίας σε σκοτεινό τόπο ο ανάξιος της κλήσεως. Εδώ ο Κύριος προβαίνει στην τελική αποτίμηση: πολλοί είναι οι προσκεκλημένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί, αυτοί που πληρούν τις προϋποθέσεις της συμμετοχής τους στη χαρά των γάμων του υιού Του!

1. Το πρώτο στο οποίο στέκεται κανείς από την παραβολή του Κυρίου είναι το κεντρικό πρόσωπο της παραβολής, ο βασιλιάς, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός μας. Τι χαρακτηρίζει τον Θεό αυτόν; Η αγάπη Του προς τους καλεσμένους Του, που σε πρώτη φάση είναι ο Ιουδαϊκός λαός και οι άρχοντές του, έπειτα δε και κάθε άνθρωπος όπου κι αν ευρίσκεται, η Εκκλησία ως σώμα Χριστού που ίδρυσε ο Κύριος. Στόχος του βασιλιά Θεού είναι να μετάσχουν οι άνθρωποι στη χαρά των γάμων του υιού Του, που δεν είναι άλλος βεβαίως από τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι το θέλημα του Θεού απαρχής μέχρι σήμερα κι όσο θα υπάρχει κόσμος είναι ακριβώς αυτό: οι άνθρωποι, όλοι ανεξαιρέτως χωρίς καμία διάκριση, να γίνουμε μέτοχοι της χαράς του Θεού, μέτοχοι της αγάπης Του – το ίδιο που αποκαλύπτει και η άλλη παραβολή του μεγάλου Δείπνου - κάτι που συνιστά το γεγονός της σωτηρίας. Γι’ αυτό δεν δημιουργηθήκαμε άλλωστε; Ως κατ’ εικόνες Εκείνου να ζούμε τη ζωή του Θεού, πλήρεις της χαράς Αυτού. «Χαίρετε» ήταν η προτροπή Του στους μαθητές Του, όπως «καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδεἰς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». Γι’ αυτό και το κήρυγμα των Αποστόλων ήταν αδιάκοπα το «Πάντοτε χαίρετε». Όσες φωνές πάνε να αρνηθούν το στοιχείο της χαράς ως κύριου και καίριου γεγονότος της εν Χριστώ αποκαλύψεως διαστρεβλώνουν τη χριστιανική πίστη κινούμενοι σε επίπεδο πνεύματος πονηρού. 

2. Η επίμονη και αδιάπτωτη αυτή αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο όμως περιέχει, όπως φαίνεται από την παραβολή, δύο στοιχεία. Αφενός τον σεβασμό Του έναντι της ελευθερίας του πλάσματός Του, αφετέρου τη δική Του δικαιοσύνη. Και πράγματι. Ο Θεός δεν φαίνεται να «παρεξηγείται» από την ωμή καταρχάς άρνηση των κεκλημένων, οι οποίοι «οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» – τους απευθύνει και δεύτερη πρόσκληση. Όπως μετέπειτα καλεί τους πάντες, πονηρούς και αγαθούς, να μετάσχουν του συμποσίου της χαράς του υιού Του, σε σημείο να «πλησθῇ ὁ γάμος τῶν ἀνακειμένων» - στην Εκκλησία δηλαδή δεν υπάρχει καμία διάκριση στην κλήση των ανθρώπων. Που θα πει: ο Θεός δεν εκβιάζει κανέναν. Καλεί σε ό,τι ανώτερο μπορεί να υπάρξει: να γίνουμε ένα με Εκείνον, αλλά η τελική επιλογή ανήκει στον ίδιο τον άνθρωπο. Η δική μας στάση και απόφαση καθορίζει την ποιότητα της σχέσεώς μας με τον Θεό. Κι αυτό φαίνεται περίτρανα στο δεύτερο σημείο της κλήσεως και των εκτός του Ισραήλ, δηλαδή και των ειδωλολατρών και των πάντων, διότι ζητείται η ευθύνη τους για το πώς εισέρχονται στον γάμο – «πῶς εἰσῆλθες ὧδε μή ἔχων ἔνδυμα γάμου;» Κλήθηκες, ναι! Ανταποκρίθηκες κι έγινες μέλος της Εκκλησίας, ναι! Μα έχεις την ευθύνη για την ορθή στάση και συμπεριφορά σου από δω και πέρα! Ο Θεός ζητάει «συνεργούς» και όχι απλώς μηχανές και ετεροκινούμενα. «Θεοῦ συνεργοί ἐσμεν» (απ. Παύλος).

Κι εδώ φαίνεται το στοιχείο της δικαιοσύνης του Θεού, η οποία αποτελεί έκφραση της αγάπης Του και του σεβασμού Του προς όλους. Διότι ενώ μας τα δίνει όλα, ενώ μας προσφέρεται χωρίς κρατούμενα, όμως έρχεται και η ώρα του «λογαριασμού». Η παραβολή των πονηρών γεωργών, όπου ο Κύριος απαιτεί τον οφειλόμενο σ’ Αυτόν καρπό από τους γεωργούς, αποτελεί μία από τις  ισχυρές αποδείξεις. Γιατί, όπως είπαμε και παραπάνω, Εκείνος είναι ο χορηγός των αγαθών και της ζωής, μα είναι και ο Κριτής. «Ἕκαστος περί ἑαυτοῦ δώσει λόγον τῷ Κυρίῳ». Μπορεί να πορευόμαστε ως αδέσποτοι στον κόσμο τούτο, εισπράττοντας τα αρνητικά επίχειρα βεβαίως των επιλογών μας, όμως υπάρχει και το τέλος. Η ώρα του θανάτου μας, η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας. Εκεί θα λογοδοτήσουμε για την όλη ζωή μας.

3. Και πρέπει να επιμείνουμε. Αγάπη και Δικαιοσύνη του Θεού συνυπάρχουν στην πίστη μας όχι ως αντιθετικές καταστάσεις, αλλά ως εκφράσεις της μίας και παντοδύναμης και πανάγαθης ενέργειας της Τριαδικότητάς Του. Ο Θεός δηλαδή αγαπά έχοντας ως περιεχόμενο της αγάπης Του τη δικαιοσύνη Του και είναι δίκαιος έχοντας ως περιεχόμενο της δικαιοσύνης Του την αγάπη Του. Κι ευνόητο βεβαίως ότι μιλάμε έτσι για καταστάσεις μυστηρίου που δεν επιδέχονται ανθρώπινες εξηγήσεις και παρεκβάσεις. Διότι αλλιώς κατανοείται η ανθρώπινη αγάπη και δικαιοσύνη κι αλλιώς η θεϊκή. Μικρή ένδειξη της αλήθειας αυτής ο Σταυρός του Κυρίου. Στον Σταυρό του Κυρίου αποκαλύπτεται η Δικαιοσύνη Του ως Αγάπη, αφού Εκείνος πάσχει και οδυνάται για χάρη μας - ο αθώος, ο Κύριος, καταδικάζεται, και ο ένοχος, ο άνθρωπος, δικαιώνεται. Δεν είναι δίκαιος κατά τα μέτρα μας λοιπόν ο Θεός ούτε και η αγάπη Του μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία για να τον «περιπαίζουμε» εμείς οι άνθρωποι. «Θεός οὐ μυκτηρίζεται

Η παραβολή τονίζει την αγάπη του Θεού, μα τονίζει περισσότερο την ευθύνη που έχουμε απέναντί Του οι άνθρωποι. Δεν είναι τυχαίο που οι απόστολοι, σαν τον απόστολο Παύλο ή τον απόστολο Ιωάννη, επισημαίνουν διαρκώς τη διάσταση αυτή, χωρίς την οποία χριστιανική πίστη και ζωή δεν υφίσταται. «Όποιος λέει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό, οφείλει και να ζει σαν κι Εκείνον» - «ὁ λέγων ἐν Αὐτῷ μένειν ὀφείλει καθώς Ἐκεῖνος περιεπάτησεν και αὐτός οὕτω περιπατεῖν» (άγιος Ιωάννης). Και «να ζούμε άξια προς την κλήση που μας απηύθυνε ο Χριστός» - «ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (απ. Παύλος). Διότι διαφορετικά θα ακούσουμε κι εμείς ό,τι μας υπενθυμίζει η ακολουθία της θείας Μεταλήψεως: «Φίλε, πώς βρέθηκες εδώ, να είσαι χριστιανός και να έρχεσαι να μεταλαμβάνεις το σώμα και το αίμα του Κυρίου, χωρίς να έχεις ένδυμα γάμου, δηλαδή να μην ενεργοποιείς την πίστη σου με τις αρετές;» Με άλλα λόγια: κλητοί μπορεί να είμαστε, αγωνιζόμαστε όμως να γινόμαστε καθημερινά και εκλεκτοί;

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

«Ο άγιος Ζαχαρίας, που εορτάζει σήμερα,  εβραϊκό όνομα που σημαίνει «αυτός που θυμάται τον Κύριο», είναι άλλος από τον προφήτη Ζαχαρία που ανήκει στον κύκλο των δώδεκα μικρών λεγομένων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Κι αυτός χαρακτηρίζεται προφήτης, γιατί πράγματι είχε προφητικό χάρισμα, και τα σχετικά με αυτόν καταγράφονται από τον ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος αναφέρει ότι την περίοδο της ιερατείας του στον Ναό, ως ιερεύς που ήταν, δέχτηκε οπτασία του αρχαγγέλου Γαβριήλ, προαναγγέλλοντάς του τη γέννηση του υιού του Ιωάννη, παρ’  όλα τα λογικά εμπόδια: το γήρας του ίδιου, το γήρας και τη στειρότητα της γυναίκας του Ελισάβετ. Λόγω της αμφισβήτησής του, ο αρχάγγελος τον «τιμωρεί» με αφωνία, η οποία λύεται με τη γέννηση του Ιωάννη, γεγονός που οδηγεί τον Ζαχαρία σε ύμνους και δοξολογίες, όπως και σε προφητεία για το παιδί του. Το τέλος του υπήρξε μαρτυρικό, όπως σημειώνεται και στην Καινή Διαθήκη, τον σκότωσαν δηλαδή οι συμπατριώτες του, κατά τη γνωστή συνήθειά τους, μεταξύ του Ναού και του θυσιαστηρίου».

Ο προφήτης Ζαχαρίας, παρ’  όλη τη σύνδεση της μνήμης του με τη δυσπιστία του σ’  αυτό που του ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, τιμάται ιδιαιτέρως από την Εκκλησία μας, σε αναφορά πάντοτε με τον τρισμέγιστο υιό του, Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο υμνογράφος μάλιστα της ακολουθίας του τον βλέπει καταστολισμένο μ’  ένα τριπλό στεφάνι: το στεφάνι του πιστού ιερέα του Θεού, του άριστου μάρτυρα και του ένδοξου προφήτη: «εν ιερεύσι πιστός και εν μάρτυσιν άριστος, και προφήτης ένδοξος…τριπλώ στεφάνω κατακοσμούμενος» (στιχ. εσπ.). Όμως εκείνο που οι πολλοί φέρνουν στη μνήμη τους είναι, όπως είπαμε, η αμφισβήτηση της ουράνιας οπτασίας, για την οποία ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι έφερε ως αποτέλεσμα την κώφευση και την αλαλία του, διότι φανέρωνε την προτεραιότητα της λογικής του έναντι της παντοδυναμίας του λόγου του Θεού. Είναι δυνατόν, διερωτάται μάλιστα ο άγιος Πατέρας, να υπάρξει η όποια λογική αντίρρηση σ’  Εκείνον που ο λόγος Του συστήνει και δημιουργεί τα σύμπαντα;

Κι όμως! Αν κρίναμε την αντίδραση του αγίου Ζαχαρία με τα κριτήρια των μετέπειτα αγίων μας, ιδίως των νηπτικών Πατέρων και Διδασκάλων, θα έπρεπε να τον επαινέσουμε. Διότι ακριβώς δεν έσπευσε να αποδεχθεί την οπτασία, το όραμα. Οι άγιοί μας δηλαδή, βασισμένοι στον λόγο του Θεού αλλά και την εμπειρία τους, μας διδάσκουν ότι η πρώτη αντίδρασή μας σε τέτοια φαινόμενα, αν παρουσιαστούν, θα πρέπει να είναι η επιφύλαξη κι ίσως η αμφισβήτηση. Κι αυτό γιατί δεν είναι μόνον ο Θεός, ο Οποίος μπορεί να φανερωθεί δι’  αγγέλου Του ή δι’  άλλου τρόπου, αλλά και ο πονηρός διάβολος. Ο διάβολος μάλιστα είναι εκείνος συνήθως, ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με τον συγκεκριμένο τρόπο, γι’  αυτό και η επιφυλακτικότητα θεωρείται τελικώς ότι είναι…εκ Θεού. Θυμόμαστε τα λόγια αγίου ασκητή του αγίου Όρους, (του οσίου Παϊσίου), ο οποίος έλεγε ότι από τα τριακόσια περίπου οράματα που δέχτηκε ως καλόγερος, μόνον τα τρία ήταν εκ Θεού. Ο έπαινος επομένως θα ήταν η ορθή αντίδρασή μας μπροστά στην αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία. Και  το ίδιο το ευαγγελικό κείμενο δεν φαίνεται να είναι αρνητικό σε κάτι τέτοιο. Η «τιμωρία» του προφήτη μάλλον λειτουργεί ως απλή παιδαγωγία, γι’  αυτό και μόλις γεννιέται το παιδί Ιωάννης, λύνεται και η γλώσσα του αγίου.

Η ακολουθία της ημέρας μάς δίνει όμως και μία άλλη ερμηνεία της κώφευσης και της αλαλίας του Ζαχαρία, εντάσσοντας αυτήν μέσα στο πλαίσιο του προφητικού του χαρίσματος: η κώφευσή του προφητεύει τη σιγή της Παλαιάς Διαθήκης, που ολοκληρώνει το έργο της με την εμφάνιση του φωτός της χάρης του Θεού, το οποίο υποδεικνύεται με τη γέννηση του Ιωάννη. «Ω, του παραδόξου θαύματος! Της Παλαιάς την σιγήν, και της Νέας την έκφανσιν, Ζαχαρίου κώφευσις, προφητεύει σαφέστατα. Την γάρ νόμου σιγήσας πλήρωσιν, το φως υπέδειξε το της χάριτος» (στιχ. εσπ.). Πρόκειται για μία συμβολική αναγωγή της αλαλίας του προφήτη, για την οποία συγκινούμαστε, γιατί μας δείχνει με τι ευρύ πνεύμα η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας και πόσο το Πνεύμα του Θεού την καθοδηγεί για την ορθή όρασή τους.

Και πέραν τούτου: η ίδια η ακολουθία, δηλαδή η όραση και πάλι των γεγονότων με θείο φωτισμό, μας προσανατολίζει σε κάτι που έχει άμεση αναφορά και στη δική μας ζωή. «Ο προφήτης σου, Δέσποτα – επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος (ωδή δ΄) – τύποις λογικοίς πιστώς ελειτούργει σοι, και της χάριτος ηξίωται, κατιδείν εν γνώσει την αλήθειαν». Δηλαδή: ο προφήτης σου, Κύριε, λειτουργούσε πιστά στους λογικούς τύπους (της Παλαιάς Διαθήκης), γι’ αυτό αξιώθηκε να δει με επίγνωση και την αλήθεια της χάριτος (με τον ερχομό του Χριστού). Όταν με άλλα λόγια και εμείς επιμένουμε, μένοντας σταθεροί και πιστοί σ’  αυτά  που έστω και τυπικά μπορούμε να επιτελέσουμε από τον νόμο του Θεού – την προσευχή μας, τον εκκλησιασμό μας, τη μελέτη του λόγου του Θεού, την ελεημοσύνη μας – θα δούμε τη χάρη του Θεού να ενεργοποιείται και να γλυκαίνει την καρδιά μας. Μία περίοδος πνευματικής ξηρότητας δηλαδή, όταν δεν γίνεται αφορμή για να αποκλίνουμε από τον λόγο του Θεού, φέρνει συνήθως πλούσια έπειτα τη δροσιά της παρουσίας του Θεού.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΛΟΥΣΤΡΟ!

«Πολλοί μαζεύουμε Βυζαντινές εικόνες, μαζεύουμε και κασέτες, κάνουμε αυτά, παίρνουμε και τα βιβλία τα Ασκητικά και τα Πατερικά, τα διαβάζουμε, ντοπαριζόμαστε στο τέλος, πέφτουμε σε απόγνωση, - έτσι γίνεται, αδελφοί μου – και χανόμαστε. Και λέμε από πάνω «Είμαστε καλοί. Εγώ είμαι Ορθόδοξος». Βρε, η Ορθοδοξία αγγίζει την καρδιά του ανθρώπου. Την ψυχή του ανθρώπου. Τη μεταμορφώνει. Την κάνει εύσπλαχνη. Την κάνει ταπεινή. Την καθαρίζει απ’ το κακό κι απ’ την αγριάδα. Της δίνει μια αγάπη. Πνεύμα θυσίας. Αυτοθυσίας. Υπομονής. Και βλέπεις τον άλλον, πο ’χει αυτή τη χάρη, κι είν’ Ορθόδοξος. Και μπορεί να ’χει μια εικόνα της Αναγεννήσεως, όπως ο άγιος Νεκτάριος, και να προσεύχεται σ’ αυτήν. Αλλά, τι; Να αγγίζει την Παναγία! Να πιστεύει την Παναγία! Να τιμά την Παναγία! Να αισθάνεται την Παναγία! Έτσι. Καταλάβατε; Αλλοιώς θα είναι μια Εκκλησιαστικότητα με Βυζαντινό λούστρο. Βέβαια.» (Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Α΄, Κυπρής, Αθήνα 2019).

Πρόκειται για τον τύπο και την ουσία. Αυτό δεν εκφράζει ο μακαριστός άγιος Γέρων παραθέτοντας τις δύο προσεγγίσεις της Ορθοδοξίας; Τη μία, κατά την οποία ο πιστός «παλεύει» να αποδείξει την «ορθοδοξία» του μ’ έναν επιφανειακό και προσχηματικό τρόπο, μαζεύοντας εικόνες βυζαντινές, κασέτες, βιβλία ασκητικά και πατερικά, αλλά δίχως το ορθόδοξο πνεύμα να αγγίζει το κέντρο του, εκείνο στο οποίο επιβλέπει ο Κύριος, την καρδιά του. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» ακούγεται ο αιώνιος λόγος του Θεού. Δεν έρχεται στον νου μας, καθώς ακούμε για τέτοιες καταστάσεις, ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού; Γιατί τι άλλο έκανε ο τυπολάτρης Φαρισαίος; Σχήματι άνθρωπος του Θεού, με τα ωραία ενδύματα, την εντυπωσιακή στάση προσευχής, την ολοφάνερη ελεημοσύνη, αλλά εντελώς μακριά από τον ίδιο τον Θεό, απόλυτα ξένος προς το Πνεύμα Του, τελικώς αποδοκιμασμένος από Εκείνον και αδικαίωτος! Γιατί; Διότι στην πραγματικότητα ήταν… άθεος! Θεός του ήταν ο εαυτός του, το εγώ του που το έστηνε ως άγαλμα  προκειμένου να στρέφονται οι άνθρωποι προς αυτόν και να τον θαυμάζουν. «Πήρες τον μισθό σου» λέει ο Κύριος. «Το μπράβο των ανθρώπων!» Το είχε σημειώσει και άλλοτε ο ενανθρωπήσας Κύριος: «Δεν μπορείς να έχεις πίστη Θεού, εφόσον κυνηγάς και θηρεύεις την ανθρώπινη δόξα!» Και˙ «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς».

Πρόκειται για στόφα εκκλησιαστική, για «εκκλησιαστικότητα με βυζαντινό λούστρο», καθώς τη χαρακτηρίζει ο σοφός Γέρων, δανειζόμενος έκφραση ενός συγχρόνου αγίου, όπως λέει, που έζησε στη Αλάσκα, Ρώσος την καταγωγή. Και μνημονεύει τη γραφή του: «Μπορείς να έχεις την εκκλησιαστική σου ζωή, τα ωραία σου άμφια, τις εικόνες, τις ακολουθίες, τα σωστά στο Εκκλησιαστικό πνεύμα έντυπά σου, αλλά αυτό δεν είναι Ορθοδοξία. Είναι μια εκκλησιαστικότητα με Βυζαντινό λούστρο». Και δεν το λέει βεβαίως μόνο για κληρικούς ο Ρώσος ιεραπόστολος. Ο λόγος του αγκαλιάζει όλους τους πιστούς, γιατί κάποιες φορές όλοι περιπίπτουμε στη συγκεκριμένη παγίδα: την επιφανειακή προσέγγιση καθώς είπαμε της Ορθοδοξίας. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι είναι το εύκολο! Χαϊδεύουμε τα πάθη μας πιστεύοντας ότι είμαστε ακραιφνώς ορθόδοξοι!

 Και πώς φαίνεται ότι υπηρετούμε την άρνηση και την απιστία, όντας… «ορθόδοξοι»; Από το αποτέλεσμα που παράγεται: «πέφτουμε σε σύγχυση, πέφτουμε σε απελπισία, πέφτουμε σε απόγνωση και χανόμαστε!» Ο Κύριος έδωσε το δικαίωμα της εκτίμησης αυτής: «Τό δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ γινώσκεται». «Ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ξέρουμε αν μία κατάσταση πνευματική είναι εκ Θεού ή όχι, από το τι μας προκαλεί. Η σύγχυση, η απελπισία, η απόγνωση, η απώλεια εαυτού είναι τα πιο τρανταχτά σημάδια της παρουσίας του Πονηρού πνεύματος. Ο διάβολος ό,τι έχει αυτό και προσφέρει. Οπότε, «στῶμεν καλῶς

 Και ποια είναι η στάση η καλή; Η δεύτερη προσέγγιση της Ορθοδοξίας, για την οποία κάνει λόγο ο πολύς και σοφός Ανανίας. Είσαι ορθόδοξος κατά το πνεύμα του Χριστού, των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας, όταν προσεγγίζεις την ορθόδοξη πίστη όχι ως ιδεολογία και «μόδα», αλλά με την καρδιά σου. Άλλωστε ο Κύριος γι’ αυτό μας κάλεσε: να ανοίξουμε την καρδιά μας και να Τον αποδεχτούμε χωρίς προαπαιτούμενα και αν. «Αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές Του» είπε και όχι «αν με καταλαβαίνετε». Δεν είναι η λογική ή οτιδήποτε επίγειο και επιφανειακό που αποτελεί το κριτήριο της πίστεώς μας σ’ Αυτόν. Είναι η καρδιά μας, δηλαδή η αγάπη μας που καλείται να ανταποκριθεί στην αγάπη Εκείνου που έχει και την απόλυτη πρωτοβουλία. «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς». Και τι συμβαίνει με τον τρόπο αυτόν; Η καρδιακή προσέγγιση του Χριστού και του αγίου σώματός Του της Εκκλησίας, που αποδεικνύεται από την προσπάθεια τήρησης των αγίων Του εντολών, φέρει και τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε: την ενοίκηση της αγίας Του χάριτος στην ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα μας, να πορευόμαστε κατά τον τρόπο Εκείνου στη ζωή μας, γινόμενοι ένας δεύτερος Χριστός στο διάστημα που μας έταξε να περάσουμε στον κόσμο τούτο.

Είναι μονόδρομος! Ο ορθόδοξος, βαπτισμένος και χρισμένος στο όνομα του Χριστού, μέλος της Εκκλησίας, ντυμένος τον Ίδιο τον Κύριο, δεν μπορεί παρά να σκέπτεται, να ομιλεί, να συμπεριφέρεται έχοντας «νοῦν Χριστοῦ» (απ. Παύλος). Το σημειώνει και με μοναδικό τρόπο ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α΄ καθολική του επιστολή: «Ὁ λέγων ἐν Αὐτῶ μένειν, ὀφείλει καθώς Ἐκεῖνος περιεπάτησεν καί αὐτός οὕτω περιπατεῖν». Λες ότι είσαι χριστιανός και μέλος Χριστού; Η ζωή σου αποτελεί μία συνέχεια Εκείνου – όποιος σε βλέπει «διαβάζει» την παρουσία Του και «μυρίζει» το άρωμά Του! Διαφορετικά, έστω και με το όνομα του χριστιανού, γίνεσαι άθεος. Και δεν πρέπει να μας ξενίζει η απολυτότητα αυτή, διότι το εκφράζει και πάλι ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου στη δεύτερη επιστολή του: «Πᾶς ὁ παραβαίνων καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, Θεόν οὐκ ἔχει». Άθεος και αντίχριστος δεν είναι όποιος πολεμάει τον Θεό και τον Χριστό, κατά τον γνωστό τρόπο των αρνητών της πίστεως, μα και καθένας μας που εκτρέπεται, με επίγνωση και αμετανόητα, σε αλλότρια μονοπάτια από την «Ὁδόν» Κυρίου. Σύμφωνα μάλιστα με τα λόγια του ίδιου του Γέροντος Ανανία: «Ε, τώρα, πολλή αντιχριστολογία πέφτει και τον Αντίχριστο τον έχουμε μέσα μας. Δεν συγχωράμε, δεν αγαπάμε, δεν προσευχόμεθα για τους άλλους, τους κατακρίνουμε». Τι έτι άλλης αποδείξεως χρήζομεν; Δεν είναι και ο λόγος του Κυρίου επ’ αυτού που επιστεγάζει την τραγική για εμάς αυτήν πραγματικότητα; «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι».

Ο Ορθόδοξος λοιπόν είναι ορθόδοξος στον βαθμό που η ορθοδοξία, ως η αληθινή εικόνα του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, αγγίζει την καρδιά και την ψυχή του ανθρώπου, μεταμορφώνοντάς τον σε τόπο Χριστού, όπου η ευσπλαχνία, η ταπείνωση, η καθαρότητα της αγάπης, της αυτοθυσίας, της υπομονής είναι τα κύρια και καίρια χαρακτηριστικά του. Με κύριο γνώρισμά του μάλιστα τη χαρά από την παρουσία Του! «Χαίρετε!» «Καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». 

Οπότε στην υπερφυή και χαρισματική αυτήν κατάσταση το «κυνηγητό» του «βυζαντινισμού» δεν υφίσταται! Μπορεί πράγματι το βυζαντινό στοιχείο, είτε ως εικόνα είτε ως υμνολογία είτε ως ατμόσφαιρα να φανερώνει την πιο υγιή μορφή έκφρασης της Εκκλησίας – είναι δεδομένο τούτο! – μα για να λειτουργεί με τον τρόπο αυτόν θα πρέπει να έχει υποστεί αλλοίωση ο πιστός «ἀπό τήν δεξιάν τοῦ Ὑψίστου». Ειδάλλως, όπως είπαμε, εκπίπτουμε σε τυπολατρεία και βρισκόμαστε υπό την οργήν του Θεού. Και το παράδειγμα με τον άγιο Νεκτάριο που φέρνει ο άγιος σοφός Γέρων Ανανίας είναι καταπέλτης! «Μπορεί ο πιστός να έχει μία εικόνα της Αναγεννήσεως, όπως ο άγιος Νεκτάριος, και να προσεύχεται σ’ αυτήν». Και την Παναγία να την ζει και να την αισθάνεται, που θα πει ότι πρωτίστως η Παναγία έχει επιβλέψει και επιβλέπει πάνω στον πιστό αυτόν. Δεν λένε τυχαία οι αββάδες του Γεροντικού ότι «αν έχεις καρδιά μπορείς να σωθείς!»

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

«Ο άγιος επίσκοπος Αντιοχείας Βαβύλας, όταν εισήλθε στην Εκκλησία ο βασιλιάς Νουμεριανός, τον έδιωξε από αυτήν, διότι φόνευσε τον υιό του βασιλιά των Περσών που τον είχε όμηρο. Γι’  αυτόν τον λόγο κι ο βασιλιάς αλυσόδεσε τον άγιο και τον διαπόμπευσε, ενώ στο τέλος έκοψε και το κεφάλι του, μαζί με τα κεφάλια τριών παιδιών που ήταν μαζί με τον άγιο» (Συναξάρι του Μηναίου).

Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όχι μόνο ασχολήθηκαν με τον άγιο Βαβύλα και τα τρία πνευματικά τέκνα του, αλλά έγραψαν σπουδαίους λόγους για να τονίσουν το ιερό παράδειγμά τους και τη θερμουργό πίστη τους στον Κύριο Ιησού Χριστό, κατάληξη της οποίας ήταν και η προσφορά του αίματός τους για χάρη Του, συνεπώς και η ένδοξη είσοδός τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Σ’ αυτούς τους λόγους στοιχεί και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος αναφερόμενος στον άγιο επίσκοπο Βαβύλα σημειώνει με έμφαση αυτό που συνήθως τονίζεται όταν πρόκειται περί αγίων ιερομαρτύρων: ο άγιος υπήρξε και θύτης, αλλά και θύμα. Θύτης, γιατί ιερουργούσε ως αρχιερέας τον Ιησού Χριστό στη Θεία Λειτουργία∙ θύμα, γιατί κλήθηκε εν χάριτι στην προσφορά και της ζωής του προς χάρη ακριβώς της πίστεώς του. Οι στίχοι του συναξαρίου είναι πολύ εκφραστικοί: «Ο Χριστόν αυτόν Βαβύλας θύων πάλαι, Χριστῷ προθύμως θύεται διά ξίφους» (Ο Βαβύλας που θυσίαζε τον Ίδιο τον Χριστό από παλιά ως ιερέας, θυσιάζεται πρόθυμα για χάρη Του με ξίφος).

Για τον άγιο Θεοφάνη βεβαίως, εκείνο που κατεξοχήν συνιστά το σημαντικότερο γεγονός, το οποίο ερμηνεύει και τη θαρραλέα ομολογία του αγίου (όπως και των τριών παιδιών) ενώπιον του βασιλιά, ομολογία που ξεπερνά και αυτή τη φυσική στροφή του ανθρώπου για διατήρηση της ζωής του («ἀπειλαῖς ἀπτόητος πρό βημάτων τυραννικῶν»: ωδή δ΄), είναι η μεγάλη αγάπη του αγίου για τον Ιησού Χριστό, ο έρωτάς του κυριολεκτικά για την αγία Τριάδα. Μιλάει όντως για θεϊκό έρωτα, χαρακτηρίζει τον άγιο ως εραστή της υπέρθεης Τριάδος. Κι αυτό γιατί; Διότι προκειμένου ο άνθρωπος να απεμπλακεί από τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων – έχοντας σώμα στρεφόμαστε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία με πάθος σε ό,τι αποτελεί έλξη της ύλης – απαιτείται μία ισχυρότερη δύναμη από τον πόθο αυτόν∙ κι αυτή η δύναμη δεν είναι άλλη από τον έρωτα προς τον Χριστό και Θεό μας. «Εσύ, Βαβύλα μακάριε» σημειώνει συγκεκριμένα, «αφού υπέταξες τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων στον θεϊκό έρωτα, καταφρόνησες και την ίδια τη ζωή, γιατί βιαζόσουν να δεις την ωραιότητα του Χριστού» (ωδή α΄) – ό,τι ομολογεί και ο άγιος Ιγνάτιος για τον έρωτά του Χριστό: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται».

Μιλώντας για τους αγίους της Εκκλησίας μας, βρισκόμαστε σε επίπεδο πέραν των υλικών και γηῒνων. Εισαγόμαστε δι’ αυτών μέσα στα λόγια του Ίδιου του Κυρίου, ο Οποίος μας καλεί σε αντίστοιχη αγάπη προς τη Δική Του, που σημαίνει ότι εισερχόμαστε μέσα σ’ Εκείνον, αφού κατά τον πατερικό λόγο ο Ίδιος περικλείεται στα λόγια Του – «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί Αὐτός ἐν ἡμῖν».  

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΙ ΕΒΛΕΠΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ;

«Πρηστήρια ὄργανα, βασανιστήρια πάντα πρό ὀφθαλμῶν σου βλέψας, οὐκ ἐσαλεύθης τῷ νοΐ˙ ἀλλά θερμῶς ἐχώρησας πρός βάσανα, Ἄνθιμε πολύαθλε» (ωδή γ΄ κανόνος αγίου).

(Ενώ είδες μπροστά στα μάτια σου τα φοβερά όργανα του μαρτυρίου και όλα τα βασανιστήρια, δεν σαλεύτηκε καθόλου ο νους σου. Αντίθετα, προχώρησες προς τα βάσανα με θερμή θέληση, Άνθιμε πολύαθλε).

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος με τον φωτισμό του Θεού που έχει μάς ανοίγει λίγο τα μάτια να κατανοήσουμε το τι συνέβαινε την ώρα του σκληρού μαρτυρίου του αγίου Ανθίμου. Ο ηγεμόνας Μαξιμιανός προκειμένου να τρομοκρατήσει τον άγιο και να τον κάμψει ψυχολογικά τον έφερε προς ανάκριση μπροστά στα όργανα του βασανισμού του – ποιος φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα πανικοβαλλόταν ξέροντας τι τον περιμένει σε μία ενδεχόμενη άρνηση της θέλησης του εξουσιαστή του; Δεν είναι συνήθης τακτική όλων των δικτατόρων για να κάμψουν το φρόνημα του υποτιθεμένου αντιπάλου τους; Η δημιουργία κλίματος φόβου και τρόμου - αυτό που κάνει και ο Πονηρός διάβολος όταν επιτίθεται στον πιστό άνθρωπο: το κλίμα φόβου είναι το κατάλληλο πλαίσιο υποταγής σ’ αυτόν.

Κι όμως ο άγιος Άνθιμος όχι μόνον δεν κάμπτεται και δεν πτοείται, αλλά αντιθέτως προχωρεί με θέρμη ψυχής προς τα βασανιστήρια. Και τα αντέχει και τα υπερνικά και εισέρχεται νικητής στη Βασιλεία του Θεού, έχοντας δώσει και το αίμα του για τον Κύριο της ζωής του. Πώς; Ποιο είναι το «μυστικό» του που τον ανεβάζει σε ανώτερο του φυσικού επίπεδο; Ασφαλώς, η αληθινή πίστη του, θεμελιωμένη στην αγάπη του Δημιουργού του. «Γίνου πιστός άχρι θανάτου» είναι η προτροπή του Πνεύματος του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε είχε πει: «μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα σας, αλλά δεν έχουν καμία εξουσία στην ψυχή σας», γιατί η ψυχή είναι αυτή που καθορίζει την ποιότητα της ζωής του ανθρώπου και εξασφαλίζει ή όχι τη ζωντανή σχέση με τον Θεό. Άλλωστε, όπου υπάρχει γνήσια και θερμή αγάπη, εκεί ο φόβος απομακρύνεται, όπως το επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Φόβος δεν υπάρχει εκεί που υπάρχει η αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη βγάζει έξω από την καρδιά του ανθρώπου τον φόβο».

Λοιπόν, ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ στην πνευματική κατάσταση του αγίου Ανθίμου προσανατολίζει τη σκέψη μας: ο άγιος ιερομάρτυς ζούσε τόσο έντονα την παρουσία του Χριστού στη ζωή του, είχε τόσο πολύ προσηλωμένους τους οφθαλμούς της διανοίας του σ’ Εκείνον, κατά το αγιογραφικό «οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον», ώστε ενώ «έβλεπε» τα φοβερά όργανα του βασανισμού του, δεν τα έβλεπε! Γιατί η προσοχή του ήταν στραμμένη στο πέραν αυτών, δηλαδή όπως είπαμε στην παρουσία του Κυρίου, στους αγγέλους που παρευρίσκονταν και τον ενίσχυαν, στους αγίους που είχαν προηγηθεί αυτού στα μαρτύρια, στο στεφάνι που ο Κύριος του είχε ετοιμάσει. «Δεν προσέχουμε τα βλεπόμενα αισθητά, αλλά τα μη βλεπόμενα» σημειώνει ο απόστολος Παύλος, «διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, ενώ τα μη βλεπόμενα είναι αιώνια».

Κι εδώ έγκειται η σπουδαιότητα της επισήμανσης του αγίου υμνογράφου. Σε όλα τα προβλήματα και τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι σ’ αυτήν τη ζωή, σε όλα τα «μαρτύρια» που μπορεί να περνάμε – που δεν είναι μόνον μαρτύρια απώλειας της φυσικής ζωής μας εννοείται – το «μυστικό» του αγίου Ανθίμου είναι το μυστικό του κάθε πιστού. Προσπαθούμε με τη χάρη του Θεού να μη μένουμε προσκολλημένοι στα αισθητά προβλήματα, σε ό,τι πάει να μας καταβάλει γιατί είναι ενώπιόν μας, αλλά να ενεργοποιούμε τον οφθαλμό της πίστεως και να βλέπουμε το «βάθος» των πραγμάτων: την πανταχού παρουσία του Κυρίου, την παρουσία του φύλακα αγγέλου μας, το στοργικό βλέμμα της Παναγίας Μητέρας μας. Κι εκεί να επιμένουμε. Ο νους μας τότε δεν θα σαλεύεται, δεν θα χάνει τον προσανατολισμό του, με αποτέλεσμα γρήγορα να αισθανθούμε και την ενέργεια της χάρης του Κυρίου, η οποία θα μας ενισχύσει και στην ψυχή και στο σώμα. Ο πειραματισμός πάνω στην πραγματικότητα αυτή θα μας πείσει απολύτως περί της αλήθειας της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ

«Ο άγιος Άνθιμος οδηγήθηκε δέσμιος για εξέταση προς τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, ενώ είχαν φέρει εκεί όλα τα όργανα των βασανιστηρίων. Κι όταν ρωτήθηκε και με παρρησία κήρυξε τον Χριστόν, του σπάσανε τον τένοντα, τον πλήγωσαν με πυρωμένα σίδερα και τον άπλωσαν γυμνό πάνω σε όστρακο, οπότε και τον κτύπησαν με ραβδιά. Στη συνέχεια του βάλανε ως υποδήματα χαλκά στηρίγματα πυρακτωμένα και τον έδεσαν σε τροχό, ενώ στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι. Κι ενώ κόπηκε το κεφάλι, συνέχισε να φυτρώνει τρίχες».

Ο άγιος Άνθιμος ανήκει στη χορεία των αγίων ιερομαρτύρων, οι οποίοι έχουν διπλή τη χάρη του Θεού: της ιερωσύνης και του μαρτυρίου. Και στα δύο διέπρεψε τόσο, ώστε να χαίρονται και να δοξολογούν τη μνήμη του και οι πιστοί στον κόσμο τούτο, αλλά και οι άγγελοι και οι προγενέστεροι αυτού μάρτυρες, άρα σύμπασα η Εκκλησία, η στρατευόμενη και η θριαμβεύουσα ονομαζομένη. Διότι «θυσίαν το πρότερον Θεώ φέρων την αναίμακτον, ως ιερεύς εννομώτατος, ως ολοκάρπωμα και δεκτήν θυσίαν σεαυτόν δι’  αίματος, ως Μάρτυς αληθέστατος ύστερον, Χριστώ προσήγαγες», δηλαδή ως ιερεύς που ζούσε απολύτως σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρόσφερε πρώτα την αναίμακτη θυσία σ’  Εκείνον, έπειτα δε, ως μάρτυς αληθέστατος πρόσφερε τον εαυτό του δεκτή θυσία στον Χριστό με το αίμα του. Κι όχι μόνο αυτό: υπήρξε, όπως έχει σημειωθεί και άλλοτε, αλείπτης πολλών μαρτύρων, δηλαδή με τον λόγο του,  τις παραινέσεις του και τις προσευχές του, κυρίως όμως με τη ζωή του,  καθοδήγησε και άλλους στο να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να γίνουν και αυτοί μάρτυρες του Κυρίου. «Μαρτύρων στρατεύματα Χριστώ, Πάτερ, προσενήνοχας, ταις υποθήκαις σου, Άνθιμε, και παραινέσεσι, νουθετών, διδάσκων, και σαφές υπόδειγμα, θεόφρον, σεαυτόν παρεχόμενος» (Πάτερ θεόφρον, πρόσφερες στον Χριστό στρατεύματα μαρτύρων, καθώς τους νουθετούσες με τις διδασκαλίες σου και τις παραινέσεις σου και τους παρείχες τον εαυτό σου ως σαφές υπόδειγμα).

Η υπέρ άνθρωπον πορεία του αγίου Ανθίμου, και όσο ζούσε εν ειρήνη και την ώρα του μαρτυρίου, είναι βεβαίως καρπός και της θείας χάρης που τον ενίσχυε – κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γίνει μάρτυρας Χριστού, με την έννοια όχι μόνον της υπομονής στα βασανιστήρια, κάτι που το συναντάμε και στα μαρτύρια εκτός της χριστιανικής πίστεως, αλλά και της επιμονής στην αγάπη προς τους εχθρούς: ο μάρτυρας του Χριστού πεθαίνει προσευχόμενος για τους διώκτες του – αλλά και της δικής του θέλησης, την οποία ολοκάρδια είχε καταθέσει στον Κύριό του. Αν μάλιστα δεν υπάρχει αυτή η θέληση από πλευράς του ανθρώπου, η χάρη του Θεού μένει ανενέργητη, όσο κι αν επιθυμεί ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο. Η θέληση του αγίου Ανθίμου να είναι με τον Θεό, η οποία ενεργοποιούσε και τη χάρη του Θεού, φάνηκε από την επίμονη προσπάθειά του να κρατάει στο νου και την καρδιά του τη μνήμη του Θεού. Ο άγιος ζούσε την εντολή του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη ψυχή σου, εν όλη τη καρδία σου, εν όλη τη διανοία σου, εν όλη τη ισχύι σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», γεγονός που προκαλούσε τον διάβολο, που δεν εύρισκε δίοδο πειρασμού στην καρδιά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτές τις περιπτώσεις είναι γνωστό: ο μεν διάβολος εκνευρίζεται, ενώ ο πιστός άνθρωπος ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τη χάρη του Θεού, διά της οποίας και κατατροπώνει τον αντίπαλο. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας περιγράφει την εσωτερική αυτή κατάσταση με εξαίσιο τρόπο: «Νευρώσας την ψυχήν, επιμόνοις μελέταις, εξενεύρισας εχθρόν, ανδρείαις συμπλοκαίς, και ανίσχυρον έδειξας». Δυνάμωσες την ψυχή σου με επίμονες μελέτες (του Θεού), γι’  αυτό και εκνεύρισες τον εχθρό, τον οποίο και απέδειξες ανίσχυρο, συμπλεκόμενος με αυτόν με ανδρειότητα.

Ο άγιος Άνθιμος είναι παράδειγμα όχι μόνον για τους πιστούς της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής. Μας υπενθυμίζει ότι τον Θεό δεν μπορούμε να Τον έχουμε στο περιθώριο της ζωής μας, αλλά στο κέντρο της, που σημαίνει πως ό,τι λέμε, κάνουμε, σκεπτόμαστε πρέπει να αποπνέει το άρωμα της θεϊκής παρουσίας. Κι αυτό πραγματοποιείται αν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι το όλο μυστικό της πνευματικής ζωής, που ενεργοποιεί, όπως είπαμε, τη χάρη του Θεού, είναι το θέμα των λογισμών. Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να είναι στραμμένα προς τον Θεό. Η επίμονη μελέτη μας στην παρουσία του Θεού, στις άγιες εντολές Του, στις προσευχές μας, κυρίως με τη σύντομη ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι εκείνη που ζωντανεύει την πίστη μας και μας κάνει πραγματικά μέλη του Χριστού, κυριολεκτικά κατοικητήρια Εκείνου. Ο άγιος Άνθιμος είναι και ο δικός μας αλείπτης στην εύρεση της Βασιλείας του Θεού.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΝΗΣΤΕΥΤΗΣ

Πώς εισήλθε στην Ακρόπολη της αρετής; 

 «Δι’ ἐγκρατείας, Πάτερ, καί προσευχῆς ἀκλινοῦς εἰσῆλθες πρός τήν ἀκρόπολιν τῆς ἀρετῆς, θεοφόρε, ἔνθα τῆς τρυφῆς τόν χειμάρρουν τρυφᾷς» (ωδή γ΄ κανόνος αγίου).

(Με την εγκράτεια, Πάτερ θεοφόρε, και τη σταθερή και ακλόνητη προσευχή σου εισήλθες στην ακρόπολη της αρετής, δηλαδή την αγάπη, όπου απολαμβάνεις τον χείμαρρο της τρυφής του Παραδείσου).

Α. «Ο άγιος Ιωάννης από παιδί διακρίθηκε για τη σπάνια εγκράτεια του και για τον από φυσικού έρωτα προς τη νηστεία, πράγμα που του έδωσε και την προσωνυμία του Νηστευτή. Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και όταν έγινε έφηβος έκανε το επάγγελμα του χαράκτη. Η καρδιά του όμως, ήταν δοσμένη στα θεία και κάθε μέρα διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα θρησκευτικά βιβλία, πλουτίζοντας έτσι τις γνώσεις του. Τα πλεονεκτήματα του αυτά, εκτίμησε ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ' και τον χειροτόνησε διάκονο. Από τη θέση αυτή ανέπτυξε ιδιαίτερα την ελεημοσύνη, βοηθώντας πλήθος φτωχών και άλλων απόρων. Αργότερα έγινε πρεσβύτερος, και μετά το θάνατο του Πατριάρχη Ευτυχίου, με κοινή υπόδειξη αρχόντων και λαού, εκλέχτηκε διάδοχος του ο Ιωάννης ο Νηστευτής σαν Ιωάννης Δ' (582 επί βασιλέως Μαυρικίου). Το πόσο έλαμψε και σαν Πατριάρχης ο Ιωάννης, έχουμε πολύ εύγλωττες μαρτυρίες: Ο επίσκοπος Σενιλλίας Ισίδωρος τον παριστάνει σαν Άγιο και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος τον αποκάλεσε «σκήνωμα πάσης ἀρετῆς». Στον Ιωάννη επίσης Σύνοδος των Πατριαρχών που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 587, του απένειμε τον τίτλο «Οἰκουμενικός». Σχετικά με τις εκκλησιαστικές ποινές ο Ιωάννης θέσπισε σοφό κανονικό, που βρίσκεται στο Πηδάλιο. Κοιμήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 595 μ.Χ. και το λείψανό του τάφηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων» (Από ιστολόγιο: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).

Β. Ο παραπάνω ύμνος του αγίου υμνογράφου Γερμανού καταγράφει τον δρόμο που ακολούθησε ο όσιος προκειμένου να εισέλθει στην αγκαλιά του Κυρίου και να απολαμβάνει έκτοτε την τρυφή της Βασιλείας Του. Η μόνη διαφορά είναι ότι επιλέγει αντί του όρου «Βασιλεία του Θεού» τη φράση «ακρόπολη της αρετής», διότι και τα δύο ταυτίζονται: ακρόπολη της αρετής είναι η αγάπη και αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. Λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης έφτασε στο άκρο της αρετής αυτής, που θα πει η καρδιά του και όλη η ύπαρξή του έγινε κατοικητήριο της αγίας Τριάδος, ήδη από τη ζωή αυτή στον κόσμο τούτο, πολύ περισσότερο όμως μετά την οσιακή κοίμησή του.

Δεν είναι απροϋπόθετη όμως η πορεία αυτή και η ένταξη στη Βασιλεία του Θεού. Απαιτείται η συνέργεια του ανθρώπου κι αυτή εκφράζεται με το ασκητικό φρόνημα της εγκράτειας και την εν αγάπη προσκόλληση του ανθρώπου στον Κύριο κατεξοχήν μέσω του αγώνα της προσευχής. Εγκράτεια και προσευχή θεωρούνται κατά την ορθόδοξη πίστη μας τα πιο «βαριά» όπλα της πνευματικής ζωής, τα οποία συνδέονται ουσιωδώς και οργανικώς μεταξύ τους. Κι αυτό διότι κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί ορθά, που θα πει με αταλάντευτη και «ακλινή» προσήλωση προς τον Κύριο, αν δεν έχει καταστήσει και δεν καθιστά τον εαυτό του ελεύθερο από τα πάθη του μέσω της εγκρατείας του. Άνθρωπος με άλλα λόγια που είναι έκδοτος στις ηδονές και τα πάθη του λόγω της ακρασίας του, δηλαδή άγεται και φέρεται από την προσκόλλησή του σ’ αυτά, δεν μπορεί να αναφερθεί σωστά στον Κύριο, η όποια προσευχή του ρυπαίνεται από την βρομιά των παθών του.

Πάει για παράδειγμα να προσευχηθεί ένας μνησίκακος και αντί του προσώπου του Κυρίου «βλέπει» διαρκώς ενώπιόν του το πρόσωπο εκείνου που μισεί γιατί ενδεχομένως κάτι του έκανε. Και μπορεί να λέει λόγια προσευχής με το στόμα, η καρδιά του όμως «ζωγραφίζει» εικόνες εκδίκησης για τον υποτιθέμενο εχθρό του – μία «προσευχή» έτσι που στρέφεται εναντίον του ίδιου του εαυτού του και αυξάνει το πλήθος των αμαρτιών του! Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, στηριγμένη στον Κύριο και στους αγίους Πατέρες της που εμπειρικά έζησαν τα της πνευματικής ζωής, μας παροτρύνουν πάντοτε στη νηστεία, στον περιορισμό κάθε ανεξέλεγκτης τάσης για απόλαυση των ηδονών του βίου, στη  μετριοπάθεια – είναι ο δρόμος για να μπορούν οι οφθαλμοί μας να είναι στραμμένοι, όπως είπαμε, προς τον Κύριο. «Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό», όπως απεκάλυψε το αψευδές στόμα του Κυρίου μας.