Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΡΠΑΘΙΟΣ

«Ο όσιος Ιωάννης καταγόταν από τη νήσο Κάρπαθο της Δωδεκαννήσου. Ακολούθησε τον μοναχικό βίο από θείο έρωτα και διέπρεψε στην ασκητική διαγωγή, γι᾽ αυτό και έγινε κατοικητήριο του Παναγίου Πνεύματος τόσο, ώστε να φαίνεται στους περισσοτέρους ανθρώπους ως άγγελος με σάρκα και γεμάτος από θείο φως. Εκλέχθηκε με θεϊκή ψήφο και τιμήθηκε με το αξίωμα της αρχιερωσύνης, οπότε και αναδείχθηκε πρόεδρος και ποιμένας της αγίας Εκκλησίας της Καρπάθου, την οποία θεοφιλώς και ευαγγελικώς διεποίμανε. Επειδή κοσμείτο από σοφία και δύναμη λόγου, έγινε δάσκαλος και καθοδηγητής μοναζόντων, όπως φανερώνουν και τα εκατό ῾παραμυθητικά᾽ κεφάλαιά του στη ῾Φιλοκαλία᾽ των νηπτικών, τα οποία απέστειλε προς μοναχούς της Ινδίας που του έγραψαν και του ζήτησαν τις συμβουλές του. Είναι άγνωστος ο ακριβής χρόνος που έζησε και άκμασε. Μερικοί υποθέτουν ότι έλαμψε κατά τον έβδομο αιώνα».

Λίγες είναι οι περιοχές οι οποίες μπορούν να καυχηθούν γι᾽ αυτό που καυχάται η νήσος Κάρπαθος: να έχει ως προστάτη άγιό της ένα  γέννημα αυτής, το οποίο αναδείχθηκε έπειτα και επίσκοπός της.  Επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας όσιος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, ο συνθέτης της ακολουθίας του αγίου Ιωάννου, σημειώνει τη διπλή αυτή χάρη της Καρπάθου: «Συ νήσος Κάρπαθος, να ευφραίνεσαι, γιατί απέκτησες θείο βλαστάρι, τον Ιωάννη τον όσιο, και πλουτίστηκες με θεοφόρο ποιμένα» (λιτή). «Η νήσος Κάρπαθος σε δοξολογεί, Ιωάννη παμμακάριστε. Διότι με τον βίο σου την καθαγίασες, ως βλάστημα και θείο καύχημά της» (Κοντάκιο). Αγιασμένο νησί η Κάρπαθος λοιπόν κατά τον μακαριστό υμνογράφο,  λόγω του αγίου Ιωάννου που γεννήθηκε σ᾽ αυτό, μεγάλωσε, ασκήθηκε, ποίμανε το νησί του. Κι είναι μία αλήθεια που δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε: ένας τόπος αγιάζεται λόγω των αγίων που έζησαν και ζουν σ᾽ αυτόν, που σημαίνει ότι ο αγιασμός ενός ανθρώπου, δηλαδή η παρουσία του αγίου Πνεύματος στη ζωή του μεταγγίζεται και στην περιοχή στην οποία ζει, στα υλικά πράγματα με τα οποία έρχεται σ᾽ επαφή, στον αέρα που αναπνέει, στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται.

Ο όσιος υμνογράφος δεν έχει πολλά στοιχεία υπόψη του από τη ζωή του αγίου Ιωάννου. Τα μόνα που με βεβαιότητα γνωρίζει είναι η ασκητική ζωή του οσίου και το γεγονός ότι αναδείχθηκε ποιμένας της Καρπάθου, γι᾽ αυτό και όλη η ακολουθία που συνέθεσε ανακυκλώνει πράγματι τα δύο αυτά. Στηριγμένος μάλιστα κατεξοχήν στα κείμενα που έχουν διασωθεί επ᾽ ονόματι του οσίου στη γνωστή ῾Φιλοκαλία᾽ των νηπτικών των αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου και με τα οξυμμένα πνευματικά αισθητήριά του κατανοεί ότι ο συντάκτης των κειμένων αυτών δεν είναι τυχαίος άνθρωπος. Πρόκειται για ασκητή, ο οποίος «έχοντας νου που έλαμπε από τις λαμπηδόνες της θείας χάρης» (ωδή ζ´), έγινε «σκεύος θείον» (ωδή ε´), «ώσπερ ασκητής και θείος ιεράρχης» (στίχος συναξαρίου), κι αυτό «γιατί νέκρωσε τις ορμές των παθών με την ασκητική πολιτεία του και τις ασκητικές διαγωγές του» (ωδή α´ και γ΄). Ο όσιος λοιπόν υπήρξε μέγας αγωνιστής στην άσκηση της δουλαγώγησης της σάρκας του, με αποτέλεσμα να υπερβεί την προσκόλληση στα αισθητά και να γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος.

Η αγιασμένη αυτή βιοτή του οσίου δεν έμεινε, κατά τον υμνογράφο, ανεκμετάλλευτη από την Εκκλησία. Οι σύγχρονοί του άγιοι Πατέρες επεσήμαναν χάριτι θεία την αγγελική του διαγωγή και τον εξέλεξαν επίσκοπο και ποιμένα της νήσου του. Κι είναι εξόχως σημαντική η παρατήρηση του αγίου υμνογράφου εν προκειμένω. Η εκλογή του οσίου ασκητή από τους συγχρόνους του Ιεράρχες ήταν εκλογή στην πραγματικότητα από τον ίδιο τον Χριστό. Εκείνος τους ενέπνευσε προκειμένου να τον δουν και να τον οδηγήσουν επί την λυχνίαν της τοπικής Εκκλησίας. «Ασκήτεψες  στους αγώνες της εγκράτειας, όσιε, και αναδείχτηκε ιεράρχης με τη θέληση του Χριστού. Γι᾽ αυτό διαποίμενες καλώς με λόγια και με πράξεις τον περιούσιο λαό, Ιωάννη θαυμαστέ» (κάθισμα όρθρου). Η επισήμανση όμως του αγίου υμνογράφου έχει και μία άλλη διάσταση. ´Οχι μόνο ο Χριστός φώτισε τους ανθρώπους της Εκκλησίας να τον εκλέξουν ως επίσκοπο, αλλά και η αγία βιοτή του ήταν η προϋπόθεση της καλής ποιμαντορίας του. Το γεγονός ότι εποίμανε καλώς με λόγια και με πράξεις τον λαό του ήταν καρπός ακριβώς των πνευματικών του αγώνων. Το επισημαίνει και αλλού: «Έγινες με τις ενάρετες πράξεις σου, Ιωάννη μακάριε, σαν φως ανάμεσα στους ασκητές, γι᾽ αυτός και χρημάτισες ιερώτατος ποιμένας της Καρπάθου» (ωδή η´). Κι έχει δίκιο ο υμνογράφος. Πώς είναι δυνατόν να είναι καλός ποιμένας, δηλαδή διάδοχος των αποστόλων και συνέχεια του έργου του Χριστού, άνθρωπος ο οποίος είναι άγευστος της χάρης του αγίου Πνεύματος; Ο άνθρωπος δίνει αυτό που έχει μέσα στην καρδιά του. Με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Πρέπει να φωτιστεί κανείς πρώτα και έπειτα να φωτίσει. Να καθαριστεί στην καρδιά και έπειτα να βοηθήσει στον καθαρμό των άλλων». ´Αλλωστε κατά τον λόγον του ίδιου του Κυρίου μας, «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται». Ο όσιος Ιωάννης λοιπόν υπήρξε όχι μόνο πρότυπο αγίου ασκητού, αλλά και πρότυπο οσίου ιεράρχου της Εκκλησίας.

Ο εκκλησιαστικός ποιητής γίνεται πιο σαφής. Η αγία βιοτή πράξει και λόγω του οσίου Ιωάννου επιδρούσε στο ποίμνιό του κατά τρόπο θετικό. Η κάθε κίνησή του, ο κάθε λόγος του γινόταν και ένας αναβαθμός για τους ανθρώπους της Καρπάθου. ´Ηταν ο όσιος αυτό που σημειώνει ο άγιος απόστολος Παύλος: «επιστολή Χριστού» που μπορούν να τη διαβάζουν όλοι. Και δεν υπάρχει πιο σημαντική ευλογία από αυτήν: να σε βλέπουν οι άλλοι, να σε ακούνε, και να μετανοούν. Να γίνεσαι δηλαδή δίοδος για να βλέπουν οι άνθρωποι την παρουσία του ίδιου του Χριστού. «Ο τρόπος της ζωής του, όσιε Ιωάννη, φάνηκε αληθινά στήλη εναρέτων πράξεων, η οποία διαπαιδαγωγεί όλους τους ανθρώπους να ποθούν βαθιά τα ουράνια, ώστε να σωθούμε από τη μαυρίλα των παθών. Κι αυτό γιατί με σοφία μυσταγωγείς με τη ζωή σου προς την ανάβαση των αρετών» (στιχηρό εσπερινού).

Και η αλήθεια αυτή επιβεβαιώθηκε και με τον αγιασμένο γραπτό λόγο του οσίου Ιωάννη. Ο υμνογράφος μας επανειλημμένως κάνει λόγο για το πώς ο λόγος του οσίου επέδρασε ως παραμύθιον, ως παρηγοριά δηλαδή, στους θλιμμένους από τους διαφόρους πειρασμούς Ινδούς μοναχούς, που τον παρεκάλεσαν να τους συμβουλεύσει. Τα λόγια του, λόγια παρακλήσεως, μίλησαν στην καρδιά τους και τους στήριξαν και τους έδωσαν θάρρος. «Φάνηκες ιερή παρηγοριά των μοναχών με τις διδασκαλίες σου, κατευθύνοντάς τους προς τα ανώτερα» (στιχηρό εσπερινού). «Καθώς μετείχες στη θεία παράκληση ενωμένος με τον Θεό, φάνηκες βοηθός στους μοναχούς που ταλαιπωρούνταν από αθυμία με τον γλυκασμό των λόγων σου, βγάζοντάς τους την πικρία της αθυμίας και σβήνοντάς τους τη φλόγα των παθών» (λιτή).

Τα παρηγορητικά κεφάλαια του οσίου Ιωάννου δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Είναι παράκληση για όλους τους πιστούς, γι᾽ αυτό και στο μικρό αυτό αφιέρωμα παραθέτουμε ελάχιστο δείγμα των γραπτών του.

- Οι τιμές του παρόντος βίου, όσο λαμπρές και αν είναι, καταργούνται οπωσδήποτε μαζί με αυτόν. Οι τιμές όμως που απονέμονται από τον Θεό στους άξιους, επειδή δίνονται με αφθαρσία, μένουν αιώνια.

-  Αν συμβεί και γίνει εναντίον σου επανάσταση του πλήθους των αισχρών λογισμών και υποχωρήσεις και νικηθείς, να γνωρίζεις ότι χωρίστηκες πρόσκαιρα από τη θεία χάρη. Γι᾽ αυτό και παραδόθηκες στην πτώση σου με δίκαιη κρίση. Να αγωνίζεσαι λοιπόν να μη μείνεις ποτέ με την αμέλειά σου μακριά από τη θεία χάρη ούτε για μια στιγμή.

- Η προσεκτική μελέτη του θείου λόγου, και μάλιστα όταν γίνεται με δάκρυα, νεκρώνει και αφανίζει τα πάθη, ακόμη και αν έχουν πολυκαιρίσει.

- Είναι αδύνατο να μη δοκιμάζει λύπη εκείνος που παιδαγωγείται με πειρασμούς. Αλλά ύστερα γεμίζουν με μεγάλη χαρά και γλυκά δάκρυα και θεία νοήματα οι άνθρωποι αυτοί που καλλιέργησαν τον πόνο και τη θλίψη μέσα στην καρδιά τους.

- Ενεδρεύει ο εχθρός διάβολος όπως το λιοντάρι στη φωλιά του, και κρύβει για κακό μας παγίδες και δίχτυα από λογισμούς ακάθαρτους και ασεβείς. Αλλά και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό.

(Μετάφραση Αντωνίου Γ. Γαλίτη)

Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

«Ο άγιος απόστολος Βαρθολομαίος, αφού έκανε φανερό το όνομα του Κυρίου σε διαφόρους τόπους, σταυρώνεται στη Μεγάλη Αρμενία της Ανατολής. Οι πιστοί που παραβρέθηκαν στο τέλος του, τον έβαλαν σε λίθινη λάρνακα και τον απέθεσαν στην Αλβανούπολη. Καθώς λοιπόν η λάρνακα εκείνη πρόσφερε διαρκώς τις θεραπείες, πρόστρεχαν οι λαοί και απαλλάσσονταν από τα πάθη που τους ενοχλούσαν. Βλέποντας αυτά οι υπηρέτες του διαβόλου οδηγούντο σε μανία εναντίον της λάρνακας του αγίου. Σκέφτηκαν  τότε να τη ρίξουν, με το σώμα του αγίου μέσα, μαζί και με τέσσερις ακόμη λάρνακες αγίων μαρτύρων, στη θάλασσα. Κι αυτό έγινε και για να αγιασθεί η πλατιά θάλασσα με τη διέλευση αυτών, όπως και οι τόποι στους οποίους τελικώς θα πήγαιναν να ευλογηθούν, και ο Θεός να δοξασθεί μέσα από τους αγίους Του, όπως είναι γραμμένο. Πέρασαν λοιπόν ως θαλασσοπόροι, ο άγιος Βαρθολομαίος και οι άλλοι μάρτυρες, ο Παππιανός, ο Λουκιανός, ο Γρηγόριος και ο Ακάκιος,  όλες τις μεγάλες θάλασσες, μέχρις ότου προσορμίστηκαν στη νήσο που ονομαζόταν Λίπαρη.

 Και οι μεν τέσσερις μάρτυρες, αφού άφησαν το λείψανο του αγίου αποστόλου, έφυγαν, για να πάει η καθεμία λάρνακα από αυτούς σε ξεχωριστό μέρος, ενώ ο άγιος Βαρθολομαίος φανερώθηκε στον επίσκοπο της νήσου Αγάθωνα, εξηγώντας του τα καθέκαστα. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως, μη μπορώντας να κατανοήσει το μέγεθος της ευλογίας στη νήσο του και μη σταματώντας τις δοξολογίες στον Θεό και στον άγιο. Στο σχέδιο του επισκόπου πια και του πιστού λαού να τοποθετήσουν τη λάρνακα του αγίου σε επίσημο μέρος και να του ανεγείρουν ναό, είδαν ότι ο άγιος αντιτίθεται. Διότι αδυνατούσαν οι άνδρες που έσερναν τη λάρνακα να προχωρήσουν, ενώ με θεία αποκάλυψη αφέθηκε αυτή εύκολα να τραβηχτεί, από ζεύγος αγελάδων, οι οποίες καθοδηγούντο από τον απόστολο. Και συνέβη τότε μέγιστο θαύμα, αδύνατο να γίνει αποδεκτό από τους απίστους: ένα νησάκι, που λεγόταν Βουλκάνος στα λατινικά, και Πυρπνόον στα ελληνικά, με ηφαίστειο πάνω του, μόλις πλησίασε το λείψανο του αγίου, αμέσως παρασύρθηκε από θεϊκή δύναμη επτά στάδια πέρα από το νησί Λίπαρη, ώστε να σταματήσει να είναι κίνδυνος για το νησί αυτό. Και μέχρι σήμερα κηρύσσεται με δύναμη το θαύμα αυτό. Εκεί που θέλησε λοιπόν ο άγιος να τοποθετηθεί, εκεί και κτίσθηκε περικαλλής ναός, που μαρτυρούσε καθημερινά τα αναρίθμητα θαύματα που επιτελούσε ο Θεός διά του αγίου του. 

 Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, μέχρι τις ημέρες του αυτοκράτορα Θεοφίλου. Και το φρούριο, μέσα στο οποίο  βρισκόταν ο ναός του αγίου, καταλήφθηκε από τους Αγαρηνούς, οπότε και η νήσος Λίπαρη έμεινε ακατοίκητη. Συνέβη τότε, ο άρχων της πόλεως Βενένδου να μάθει τα αποστολικά θαύματα και με θερμή πίστη να κινηθεί προς τον άγιο, τον οποίο μπόρεσε τελικώς να φέρει στην πόλη του, με τη βοήθεια καλά πληρωμένων ναυτικών από την πόλη των Αμαλφινών. Ο άρχων αυτός, αν και ήταν μακριά η θάλασσα, κίνησε όλο το πλήθος των ιερέων με τον επίσκοπο και όλον τον λαό, να πάνε προς προϋπάντηση του λειψάνου, κάτι που έγινε. Το λείψανο με τη λάρνακα κατατέθηκε σε σεβάσμιο τόπο, όπου ο μέγας απόστολος επιτελούσε καθημερινώς πολλές ιάσεις σε όλους, φανερώνοντας τη δόξα του υπεράγαθου Θεού μας».

Θαυμάσια ταινία υπερπαραγωγής θα μπορούσε να γίνει το συναξάρι της σημερινής ημέρας, που περιγράφει την ιστορία του λειψάνου του μαθητή του Κυρίου από τους δώδεκα, Βαρθολομαίου ή αλλιώς Ναθαναήλ. Δεν είναι δηλαδή μόνον αυτό που έζησε ως απόστολος ο άγιος Βαρθολομαίος – το τι πέρασε για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων και πώς έφθασε να μαρτυρήσει σαν τον Κύριο με σταυρικό θάνατο – αλλά και τι περιπέτειες διήλθε το άγιο λείψανό του, όχι μόνον από τους εχθρούς της πίστεως, αλλά και από την επέμβαση του ίδιου, κάτι που σημαίνει με υπερθαύμαστο τρόπο το πόσο ζωντανοί είναι οι άγιοί μας, και όσο ζουν, αλλά και μετά θάνατον. Με τον άγιο Βαρθολομαίο δηλαδή, για λόγους που γνωρίζει ο Κύριος, έχουμε μία πολύ θαυμαστή παρουσία της χάρης του Θεού σε όλη τη διαδρομή της ζωής του. Και η διαδρομή αυτή περιλαμβάνει και τα πριν τον θάνατό του, αλλά και τα μετά από αυτόν.

 Έτσι κι αλλιώς, μετά τον ερχομό του Χριστού, θάνατος δεν υφίσταται. Η ζωή απλώς μετά τον θάνατο αλλάζει μορφή. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν». Κι αυτή η πραγματικότητα βεβαίως δεν διαπιστώνεται μόνον με τον άγιο Βαρθολομαίο, αλλά και με πλήθος ακόμη αγίων. Όλα τα θαυμαστά της πίστεώς μας, με τα άγια λείψανα που παραμένουν άφθαρτα, με τις ευωδίες και τις μυροβολίες τους, με τα καθημερινά θαύματα που επιτελούνται με την επίκληση των ονομάτων τους, τι άλλο φανερώνουν παρά το ότι «ο θάνατος ουκέτι κυριεύει, αλλά κατεπόθη υπό της ζωής;» Στον άγιο Βαρθολομαίο, επανερχόμαστε, ίσως βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ αυτό που του υποσχέθηκε ο Κύριος, όταν εκείνος εξέφρασε τον θαυμασμό του για τη γνώση που είχε περί της κατ᾽ ιδίαν του προσευχής, λίγο πριν τον αναζητήσει ο Φίλιππος: «Ότι είπον σοι, είδον σε υποκάτω της συκής, πιστεύεις; Μείζω τούτων όψει». Και όντως! Και ο άγιος Βαρθολομαίος ῾βλέπει᾽ τα θαυμαστά που υφίσταται το λείψανό του μετά θάνατον, και εμείς μετέχουμε στο θάμβος του μυστηρίου αυτού.

Με τη θαλασσοπορία του λειψάνου του αγίου Βαρθολομαίου όμως, μέσα σε λίθινη λάρνακα – γιατί «νεκρός επιτύμβιος θαλασσοπόρος γεγένησαι», όπως σημειώνει και ο υμνογράφος – η σκέψη μας κάνει ένα συσχετισμό: παραλληλίζει αυτό που συνέβη στον άγιο μέσα στη λάρνακά του, χωρίς να βουλιάζει, όπως θα ήταν φυσικό, με αυτό που συνέβη στα χρόνια της ιστορικής παρουσίας του Κυρίου, όταν ο Πέτρος, ευρισκόμενος μέσα στο πλοιάριο με τους άλλους μαθητές και βλέποντας έξαφνα τον Κύριο να περπατά πάνω στα κύματα, ζητά από Εκείνον να περπατήσει παρομοίως και ο ίδιος. Και ο μεν Πέτρος τελικώς βουλιάζει, γιατί η πίστη του, ασθενική ακόμη, δεν είναι σταθερά προσανατολισμένη στον Κύριο, στον δε Βαρθολομαίο η λίθινη λάρνακα θαλασσοπορεί χωρίς πρόβλημα, λόγω της δυνάμεως του Θεού, που επενεργούσε στο λείψανό του, προφανώς για την «πρόσωπον προς πρόσωπον» σχέση του αγίου με Εκείνον. Κι είναι τούτο μία ένδειξη  της λαμπρής καταστάσεως, στην οποία βρίσκονται οι άγιοί μας μετά θάνατον. Στη ζωή αυτή παλεύουν και οι άγιοι στη θολή όραση της πίστεως: «άρτι βλέπομεν δι᾽ εσόπτρου εν αινίγματι», μετά όμως η όραση γίνεται κατακάθαρη, όπως όταν βλέπει κανείς κάποιον κατάματα: «τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον».

Η ηδονή αυτή της καθαρής όρασης του προσώπου του Κυρίου, δηλαδή η συμμετοχή στη ζωή Εκείνου με όλες τις δυνάμεις της ψυχής, που θα επιταθεί στο απόλυτο δυνατό, λόγω της συμμετοχής και του σώματος, μετά την ανάσταση εκ των νεκρών κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, δεν προσφέρεται χωρίς προϋποθέσεις. Κι οι προϋποθέσεις αυτές υφίστανται και λειτουργούν κατά το διάστημα της εδώ ζωής. Πρόκειται γι᾽ αυτό που είναι γνωστό ως οδύνη του Σταυρού. Χωρίς την οδύνη αυτή, η ηδονή είναι όνειρο άπιαστο. Διότι ο Σταυρός οδηγεί στην Ανάσταση και τη χαρά. Κι όταν μιλάμε για τον Σταυρό και την οδύνη που περικλείει, εννοούμε τον κόπο και τον πόνο που καταβάλλει κανείς, βεβαίως με την ενίσχυση της χάρης του Θεού,  για να σταθεί με υπομονή στις άγιες εντολές του Κυρίου. Αν ο άγιος Βαρθολομαίος, όπως και όλοι οι άγιοι, απολαμβάνει τη δόξα του Παραδείσου, με προοπτικές άπειρης ακόμη αύξησης σ᾽ αυτήν, είναι γιατί θέλησε να υπακούσει στον Κύριο και να τηρήσει το άγιο θέλημά Του. Και η οδύνη αυτή από την υπακοή σ᾽ Εκείνον, που αποκορυφώθηκε στην οδύνη και του σωματικού σταυρού του, μετατράπηκε σε άφατη χαρά και αγαλλίαση, στην υπέρμετρη του πνεύματος ηδονή.

 Όπως παρεμφερώς σημειώνει και ο υμνογράφος: «Το δια Σταυρού μακάριον, ένδοξε, τέλος δεξάμενος, σύμμορφος γεγένησαι των παθημάτων του Διδασκάλου σου, και κοινωνός λαμπρότατος και θείας δόξης αεί, συν Αγγέλοις τούτω παριστάμενος, και αρρήτου φωτός αξιούμενος». Δέχτηκες, ένδοξε, το διά σταυρού μακάριο τέλος και έγινες σύμμορφος με τα παθήματα του Διδασκάλου σου, αλλά και λαμπρότατος κοινωνός της θεϊκής Του δόξας. Γι᾽ αυτό και παρίστασαι πάντοτε μπροστά Του, μαζί με τους αγγέλους, γεμάτος από άρρητο φως. 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ Ο ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

«Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ αἰτωλός, ὁ νεώτερος αὐτός πατέρας καί δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε τό 1714 στό Μέγα Δέντρο τῆς Αἰτωλίας καί μαρτύρησε ἀπό τούς Τούρκους τό 1779 στό Κολικόντασι τῆς Ἀλβανίας, οἱ ὁποῖοι τόν κρέμασαν σ’ ἕνα δέντρο, καί πέταξαν τό λείψανό του στόν παρακείμενο Ἄψο ποταμό. Αἰτία τῆς θανατικῆς του καταδίκης ὑπῆρξε τό μίσος τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι τόν πολεμοῦσαν, κυρίως γιά τό γεγονός ὅτι ἔχασαν ὡς ἡμέρα τοῦ παζαριοῦ τους τήν Κυριακή, πού μεταφέρθηκε τό Σάββατο, λόγω τοῦ κηρύγματος τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Γράμματα ἔμαθε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, τά ὁποῖα συνέχισε κι ἀργότερα, ἀλλά ἀκεῖ πού τά ὁλοκλήρωσε ἦταν στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου εὐτύχησε νά ἔχει σπουδαίους δασκάλους, σάν τόν Παναγιώτη Παλαμᾶ, τόν Νικόλαο Τζαρτζούλη ἐκ Μετσόβου, ἰδίως δέ τόν Εὐγένιο Βούλγαρη. Στό Ἅγιον Ὄρος, κι ἰδίως στή Μονή Φιλοθέου, ἔζησε ἐπί δεκαεπτά χρόνια, κατά τήν ὁμολογία τοῦ ἴδιου, μετά τά ὁποῖα δέχτηκε κλήση ἀπό τόν Θεό νά βγεῖ στό κήρυγμα πρός χάριν τῶν ὑποδούλων καί βουτηγμένων στήν ἀμάθεια συμπατριωτῶν του. Ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἄδεια τῶν Γερόντων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἔπειτα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Σεραφείμ τοῦ Β΄, ὥστε τό κήρυγμά του νά μήν εἶναι ἀδέσποτο, κάτι πού ἐπανέλαβε καί ἀργότερα ἐπί Πατριάρχου Σωφρονίου, ἄρχισε τίς περιοδεῖες του, τρεῖς ἤ τέσσερις τόν ἀριθμό, κατά τίς ὁποῖες διέτρεξε, ἀπό ὅ,τι σημειώνουν οἱ μελετητές τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου του, ὅλη τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα, ἴσως καί τό βόρειο μέρος τῆς Πελοποννήσου, καθώς καί ἀρκετά νησιά στό Αἰγαῖο καί τό Ἰόνιο. Δέν εἶναι εὔκολο νά προσδιορίσει κανείς ἀκριβῶς τοπικά καί χρονικά τίς περιοδεῖες αὐτές, ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀπό ὅπου πέρασε «σφράγισε» τόν τόπο, ὥστε ἀκόμη καί σήμερα νά ἔχει μείνει στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων τό ἁγιασμένο καί μαρτυρικό πέρασμά του. Ὅπου πήγαινε, ἔμπηγε ἕναν ξύλινο σταυρό καί ἀνέβαινε πάνω σ’ ἕνα σκαμνάκι – σύμβολο τοῦ θανάτου του,  καθώς ἔλεγε – καί ἀπό ἐκεῖ κήρυσσε, πρωί καί βράδυ, στούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν μόνον Ἕλληνες, ἀλλά καί Τοῦρκοι καί ἄλλοι πολλοί. Πλήν τῶν Ἑβραίων, κάποιων Τούρκων καί Ἑνετῶν, πού τόν ἔβλεπαν καχύποπτα, ὁ καθένας γιά τούς δικούς του λόγους, ὁ κόσμος τόν λάτρευε. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ φράση του: «χίλιοι Τοῦρκοι μέ ἀγαπῶσι, καί ἕνας ὄχι τόσον». Κι εἶναι τοῦτο μία ἀλήθεια, τήν ὁποία ἐπιβεβαιώνουν πολλοί περιηγητές τῆς ἐποχῆς, πού ἔβλεπαν τήν ἀνταπόκριση τοῦ λαοῦ στό κήρυγμα τοῦ καλόγερου. Τό κήρυγμά του στήν πραγματικότητα ἦταν μία ἐξήγηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τοῦ γνωστοῦ Πιστεύω, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἀναφερόταν στή Δημιουργία τοῦ κόσμου, τῶν ἀγγέλων καί τοῦ ἀνθρώπου, στήν πτώση στήν ἁμαρτία καί τίς συνέπειές της, ἀλλά καί στήν ἐπανένταξη τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Θεό, τή ζωή, τή διδασκαλία καί τά θαύματα Ἐκείνου, τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του, ἀλλά καί τήν Ἀνάληψή του, τήν εἰς Οὐρανούς ἄνοδό Του, τήν Πεντηκοστή καί τή δημιουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τή Δευτέρα Παρουσία Του. Μέσα στό πλαίσιο τοῦ φωτισμοῦ αὐτοῦ τῶν ὑποδούλων, ἦταν καί ἡ ἵδρυση πολλῶν σχολείων, τῶν ἁπλῶν καί τῶν μεγαλυτέρων, ἔργο πού ἔχει ἐπαινεθεῖ πολλαπλῶς καί στή σημερινή ἐποχή, γι’ αὐτό καί φωτιστής τοῦ Γένους μεταξύ τῶν ἄλλων χαρακτηρίστηκε. Τό τέλος του ὑπῆρξε, ὅπως εἴπαμε, μαρτυρικό, καί ἡ μνήμη του, ἀπό τό 1961, ὁπότε καί ἐντάχτηκε ἐπισήμως στίς δέλτους τῶν ἁγίων τιμᾶται στίς 24 Αὐγούστου».

Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ δέν εἶναι τυχαία. Καταρχάς, προβληματίζει ἀπό τή ζωή του ἡ ἀπόφασή του νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι του στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά κάνει περιοδεῖες. Εἶναι ὅμως συγκινητική ἡ ἐξήγηση πού δίνει γιά τήν ἀπόφασή του αὐτή: δέν βγῆκε ἀπό τό Ὄρος, γιατί βαρέθηκε τή ζωή ἐκεῖ, δέν ἔφυγε γιατί ἦταν χαμηλό τό ἐπίπεδο τοῦ μοναχισμοῦ τῆς ἐποχῆς, ἀλλά γιατί ὑπῆρξε «νύξη» στήν καρδιά του ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο νά μᾶς τό λέει: «Σιμά εἰς τά ἄλλα ηὕρηκα καί τοῦτον τόν λόγον, ὁπού λέγει ὁ Χριστός μας, πώς δέν πρέπει κανένας χριστιανός, ἄνδρας ἤ γυναίκα, νά φροντίζη διά τοῦ λόγου του μόνον πῶς νά σωθεῖ, ἀλλά νά φροντίζη διά διά τούς ἀδελφούς του. Καί ὅποιος φροντίζει μόνον διά τοῦ λόγου του καί δέν φροντίζει καί διά τούς ἀδελφούς του ἐκεῖνος θά κολαστῆ. Ἀκούοντας καί ἐγώ, ἀδελφοί μου, ἐτοῦτον τόν γλυκύτατον λόγον, ὁπού λέγει ὁ Χριστός μας, νά φροντίζωμεν καί διά τούς ἀδελφούς μας, μέ ἔτρωγε ἐκεῖνος ὁ λόγος μέσα εἰς τήν καρδίαν μου τόσους χρόνους ὡσάν τό σκουλήκι, ὁπού τρώγει τό ξύλον»[1].

Ἀκριβῶς γι’ αὐτό ὁ ὅσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ὁ ὑμνογράφος τοῦ μεγάλου ἁγίου, σημειώνει: «Καταλάμφθηκες ἀπό τό φῶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτό καί ἀπεστάλης ἀπό τόν Κύριο στούς μακράν καί τούς ἐγγύς νά κηρύξεις τό Εὐαγγέλιο, Πάτερ, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Διότι σ’ ἐσένα δόθηκε μέ λαμπρό τρόπο, ὅπως λέει ὁ μέγας Παῦλος, ἡ παρόμοια χάρη, μακάριε, κατά τούς ὕστερους χρόνους»[2] (λιτή). Κι ἀλλοῦ: «Ποιός ἐπάξια θά ὑμνήσει τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης σου πού εἶχες γιά τόν πλησίον σου, ὅσιε πάτερ Κοσμᾶ; Ἤ ποιά γλώσσα θά διηγηθεῖ τούς ἀγῶνες καί τούς ἱδρῶτες σου, καί τούς κόπους καί τούς δρόμους πού ἀνέλαβες σάν ἄγγελος γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν πολλῶν, ἀθλώντας τό στάδιο τῆς εὐσέβειας;»[3] (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Γιά τόν ἅγιο ὑμνογράφο δηλαδή, καί ὄχι μόνον, ὁ πατρο-Κοσμᾶς ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ - ἕνας ἄλλος ἀπόστολος Παῦλος: «ζήλῳ τοῦ Παύλου καταφλεχθείς τήν ψυχήν» (ωδή ε΄) - προκειμένου νά στηρίξει τούς κλονισμένους ὑπόδουλους∙ ἕνα εἶδος πολικοῦ ἀστέρα γιά νά μποροῦν νά ξαναβροῦν τήν ὀρθή πορεία τους μέσα στό βαθύ σκότος τῆς ἄγνοιας πού βρίσκονταν. «Τόν καιρό τῆς δουλείας καί τῆς πικρῆς δυσκολίας σέ ἀπέστειλε ὁ Παντοκράτωρ Θεός, Πάτερ, προκειμένου νά στηρίξεις τή διάνοια αὐτῶν πού κλονίζοντας κι ἐκεῖ πού χάνονταν νά τούς σηκώσεις πάλι καί νά τούς σώσεις»[4].

 Παρ’ ὅλη τήν ἐκ Θεοῦ κλήση του δέν θεωροῦσε ὁ ἅγιος ὅμως τό δικό του παράδειγμα πρέπει νά τό ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι καλόγεροι. Κάποια στιγμή πού ἐπεσήμανε ὅτι ἕνας καλόγερος παρευρισκόταν στό κήρυγμά του, τόν ἔλεγξε γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τό μοναστήρι του, λέγοντας ὅτι ὁ ἴδιος βγῆκε μέ ἀπόφαση καταδίκης του γιά τήν ἐνέργειά του αὐτή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἱεραποστολή πού ἀνέλαβε, ἔβλεπε ὅτι ἦταν ἔξω ἀπό τά δεδομένα τῆς ζωῆς πού εἶχε ἐπιλέξει, καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ὡς ἕναν χαμένο, χάριν ὅμως τῶν ἀδελφῶν του. «Εἶναι κανένας καλόγερος ἐδῶ; Φύγε, καλόγερέ μου, πήγαινε εἰς τήν ἔρημον, ἄν θέλης νά σωθῆςΜά θέλετε εἰπεῖ: Καί ἐσύ καλόγερος εἶσαι, διατί συναναστρέφεσαι εἰς τόν κόσμον; Καί ἐγώ, ἀδελφοί μου, κακά τό κάμνω, μά, ἐπειδή τό γένος μας ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν, εἶπα: Ἄς χάση ὁ Χριστός μας ἐμένα, ἕνα πρόβατον, καί ἄς κερδίση τά ἄλλα. Ἴσως ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καί ἡ εὐχή σας σώση καί ἐμένα»[5].

Κλημένος ἀπό τόν Θεό ἀπόστολος λοιπόν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Μέ κύρια γνωρίσματα τῆς ζωῆς του 1) τόν ἔντονο ζῆλο του γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων, 2) τή μέχρι θυρίας ἀγάπη του γιά τούς συνανθρώπους του καί 3) τήν τεράστια ταπείνωσή του, ἡ ὁποία φανερωνόταν καί ἀπό τήν ἔγνοια του νά βρίσκεται ἐν ὑπακοῆ πρός τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία – δέν ἤθελε νά δρᾶς, ὅπως ἀναφέραμε, ἀδέσποτα - ἀλλά καί ἀπό τή στάση του ἔναντι τῶν ἀνθρώπων μέ τούς ὁποίους ἐρχόταν σέ ἐπαφή: ἔλεγε ὅτι δέν ἦταν ἄξιος οὔτε καί τά πόδια τους νά τούς φιλήσει[6].

 Ὁ ζῆλος του μάλιστα γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν συμπατριωτῶν του, καί ὄχι μόνο, στηριζόταν στή βαθειά πίστη του στή δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό εἶχε ζήσει ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του: ἕνας λόγος τοῦ Εὐαγγελίου[7] λειτούργησε μέσα του σάν «ἀτομική βόμβα» καί τοῦ ἄλλαξε ὁλόκληρη τή ζωή. Πίστευε λοιπόν ὅτι ἄν οἱ συμπατριῶτες του ἀκούσουν κι αὐτοί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητά τους, μποροῦν πράγματι νά ἀλλάξουν. «Φωτίστηκε ἡ διάνοιά σου ἀπό τή σοφία τοῦ Πνεύματος καί ἔλαμψες σάν μέγιστος ἥλιος ἀπό τόν Ἄθω, ὁπότε καί ἔβαλες φωτιά μέ τίς ἀκτίνες τῶν διδαχῶν σου σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε»[8] (ωδή α΄).

Κάτι πού ἔγινε σέ μεγάλο βαθμό. Καί στήν πίστη του αὐτή στηριζόταν καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἵδρυση σχολείων. Δέν ἦταν μόνον ἡ πολιτιστική ὤθηση πού ἤθελε νά δώσει στούς Ἕλληνες μέ τά σχολεῖα[9]. Αὐτό ἴσως ἐρχόταν δεύτερο. Τό πρῶτο καί κύριο, ὅπως καί πάλι ἐκεῖνος τό ὁμολογεῖ, ἦταν ὅτι μέ τά σχολεῖα ἀνοίγουν τά μάτια τῶν ἀνθρώπων, προκειμένου νά μάθουν γιά τήν Ἁγία Τριάδα, γιά τόν Χριστό ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου, γιά τούς ἀγγέλους, τούς δαίμονες ὡς ἐκπεσμένους ἀγγέλους, τήν Ἐκκλησία, τούς ἁγίους[10]. Μέ ἄλλα λόγια, τά γράμματα τά ἤθελε καί παθιαζόταν μέ αὐτά ὁ ἅγιος, γιά νά βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι στή σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἄν δέν βρίσκονταν σ’ αὐτήν τήν προοπτική, ἔβλεπε, ὡς διορατικός πού ἦταν, ὅτι αὐτά θά στρέφονταν τελικῶς κατά τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου – μία ἄλλη διατύπωση αὐτοῦ πού ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιοελληνική ἐποχή εἶχε ἐπισημανθεῖ ἀπό τούς σοφούς: «πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πονηρία καί οὐ σοφία φαίνεται»[11]. Καί τό ἀνέφερε καί σέ μία προφητεία του: «τό κακό θά ἔλθει ἀπό τούς γραμματισμένους», ἐννοώντας ἐκείνους βεβαίως πού ἡ κοσμική μόρφωση τούς ὁδηγεῖ σέ διαγραφή τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή τους, ἐνῶ ἀποκαλύπτεται περίτρανα ἔτσι ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ὑπερηφάνεια τῆς ψυχῆς τους, γεγονός πού σέ μεγάλο βαθμό τό ἐπιβεβαίωσε καί τό ἐπιβεβαιώνει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία. Ὁ σύγχρονος μεγάλος Γέροντας τοῦ Ὄρους ὅσιος Παῒσιος, τό ἔλεγε μέ τή δική του ἁπλή γλώσσα: «Ὁ μορφωμένος χωρίς Θεός ἄνθρωπος γίνεται ἕνας ἔξυπνος διάβολος».  

Γι’ αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μεγάλος ὅσιος καί διδάχος τοῦ Γένους πατρο-Κοσμᾶς στό θέμα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ κινεῖτο πάνω στήν ὁδό τῆς προγενέστερης παράδοσης τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας: τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί τή διαρκή προσευχη μέ τή χρήση τοῦ ἁγίου ὀνόματος Αὐτοῦ. Πόσο χαρακτηριστική εἶναι πράγματι ἡ ἀντίδρασή του, ὅταν στήν προσπάθειά του νά κατηχήσει τούς ὑπόδουλους συμπατριῶτες του ὥστε νά γνωρίσουν τον Θεό καί τόν Χριστό ἀναλύοντας ὅπως εἴπαμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἔφτανε σέ ἀδιέξοδο, γιατί οἱ ἄνθρωποι «δέν καταλάβαιναν». Καί ποῦ κατέφευγε ὁ ἅγιος ὡς τήν «ἀπόλυτη» λύση; «Ἐξομολογηθῆτε παστρικά», τόνιζε, «καθαρίστε τήν ψυχή σας ἀπό τίς ἁμαρτίες σας, συγχωρῆστε κάθε συνάνθρωπό σας ἀποφεύγοντας τήν ὅποια ἀδικία ἀπέναντί του, καί τότε θά καταλάβετε καί θά γνωρίσετε»[12]. Γιατί ὁ ἅγιος ἤξερε: ὁ Τριαδικός Θεός μας φανερώνεται μόνο στίς μετανοημένες καθαρές ψυχές ἤ τουλάχιστον σ’ ἐκεῖνες πού ἀγωνίζονται διά τῆς μετανοίας νά καθαριστοῦν – τό διαρκές κήρυγμα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τό ἐπισημαίνει μέ «πλάγιο» τρόπο: «Σάν ἔνθεος ἀπόστολος κηρύττεις σέ ὅλους τούς πιστούς τά δόγματα τῆς πίστεως, καί τούς καλεῖς σέ μετάνοια»[13] (απόστιχα εσπερινού). «Διέσπειρες σέ ὅλους τόν λόγο τῆς πίστεως, ἀλλά καί καθάρισες τά ἤθη καί τίς καταστάσεις τῶν ψυχῶν τους, ὅπως καί καθοδήγησες τούς ἀνθρώπους, Κοσμᾶ, πρός τή σωτήρια ὁδό τῆς ἀλήθειας»[14] (κάθισμα όρθρου).

Προκαλεῖ μεγάλη χαρά καί συγκίνηση τό γεγονός ὅτι τίς τελευταῖες δεκαετίες προβλήθηκε ἰδιαιτέρως ἡ φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του, τό ἔργο του, οἱ διδαχές του. Κι ἄς εὐχηθοῦμε, ὡς μικρό ἀντίδωρο στή μνήμη του, νά ἐγκύψουμε, ἔστω καί λίγο, στίς ἅγιες διδαχές του. Ἐκεῖ θά δοῦμε τή γνήσια καί πάλλουσα ἀπό θέρμη καί ἀγάπη χριστιανική (καί ἑλληνική) ψυχή του, ἡ ὁποία φώναζε καί φωνάζει ἀδιάκοπα καί καθοδηγητικά: Παιδιά μου, Χριστός και ψυχή σᾶς χρειάζονται. Χριστός καί Ἑλλάδα μᾶς χρειάζονται. Μαζί μέ τόν ἅγιο ὑμνογράφο κραυγάζουμε κι ἐμεῖς: «Ὕψωσε, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε, χέρια ἱκεσίας πρός τόν Θεό, ὥστε νά σώσει καί τώρα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό κάθε πλάνη καί νά δωρίσει τήν εἰρήνη σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα»[15] (ωδή θ΄).


[1] Ἰωάννου Β. ΜενούνουΚοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχές (καί Βιογραφία), ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΝΟΣ, β΄ἔκδ., σελ. 117, Διδαχή Α1, 5.

[2] «Τῷ τοῦ Πνεύματος φωτὶ καταλαμφθείς, παρὰ Κυρίου ἀπεστάλης, τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς κηρύξαι, τὸ Εὐαγγέλιον Πάτερ, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· σοὶ γὰρ δέδοται λαμπρῶς, κατὰ Παῦλον τὸν μέγαν, τοιαύτη χάρις μακάριε, ἐν ὑστέροις ἔτεσι».

[3] «Τίς ἐπαξίως ὑμνήσει, τῆς σῆς ἀγάπης τὸν πλοῦτον, ἧς πρὸς τὸν πέλας ἐκέκτησο, Κοσμᾶ Πάτερ Ὅσιε; ποία γλῶσσα διηγήσεται, τοὺς σοὺς ἀγῶνας καὶ ἱδρῶτας, καὶ κόπους καὶ δρόμους, οὓς ὑπὲρ τῆς τῶν πολλῶν σωτηρίας, ὡς ἄσαρκος ἀνέτλης, τῆς εὐσεβείας διαθλῶν τὸ στάδιον;»

[4] «Ἐν καιρῷ τῷ τῆς δουλείας, καὶ πικρᾶς χαλεπότητος, ἀπεστάλης Πάτερ, παρὰ τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος, τῶν κλονουμένων στηρίξαι τὴν διάνοιαν, καὶ ἐκλείποντας, λόγῳ σοφῷ ἀνασώσασθαι».

[5] Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π., Διδαχή, Β1, σελ. 200.

[6]  Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π.,  Διδαχή, Α1, σελ. 116. «Καί ὄχι μόνον δέν εἶμαι ἄξιος νά σᾶς διδάξω, ἀλλά μήτε τά ποδάρια νά σᾶς φιλήσω, διατί ὁ καθένας ἀπό λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπό ὅλον τόν κόσμον».

[7] Κυρίως λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τά τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. 10,24).

[8] «Σοφίᾳ τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς τὴν διάνοιαν, φωστὴρ ὥσπερ μέγιστος, ἐξ Ἄθω ἔλαμψας, καὶ ἐπύρσευσας, τῶν διδαχῶν ἀκτῖσι, Κοσμᾶ Ἰσαπόστολε, Ἑλλάδα ἅπασαν».

[9] Ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἵδρυση Σχολείων ἦταν μοναδικός. Τά λόγια του λειτουργοῦν ἐν προκειμένῳ ὡς δίκοπο μαχαίρι: «Καλά, παιδιά μου, μοῦ ἐχαρίσετε τά παιδιά σας, ἀμή νά ἰδοῦμεν, ἔχετε καί σχολεῖον ὁπού νά διαβάζουν, νά μανθάνουν γράμματα τά παιδιά μας; - Δέν ἔχομε, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. – Τέτοια παιδιά ἀγράμματα μοῦ ἐχαρίσετε; Τί τά θέλω; Χάρισμά σας. Παιδιά ὡσάν τά γουρουνόπουλα νά ἔχω δέν τό καταδέχομαι, διατί εἶμαι ὑπερήφανος. Χάρισμά σας. Ὡσάν θέλετε χαρίσετέ μου καί ἕνα σχολεῖον ἐδῶ εἰς τήν χώραν σας νά μανθάνουν τά παιδιά μας γράμματα, νά ἠξεύρουν ποῦ περιπατοῦνε καί τότε νάν τά εὔχωμαι νά ζήσουν, νά προκόψουν» (Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π., Διδ. Α1, σελ. 142).

[10] Ἰ. Μενούνου, αὐτόθι: «Διατί ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τό κατά δύναμιν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι ἁγία Τριάς, τί εἶναι ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, τί εἶναι δαίμονες, τί εἶναι Παράδεισος, τί εἶναι Κόλασις, τί εἶναι ἁμαρτία, ἀρετή. Ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τί εἶναι ἁγία Κοινωνία, τί εἶναι Βάπτισμα, τί εἶναι τό ἅγιον Εὐχέλαιον, ὁ τίμιος Γάμος, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι κορμί, τά πάντα ἀπό τό σχολεῖον τά μανθάνομεν, διατί χωρίς τό σχολεῖον περιπατοῦμεν εἰς τό σκότος. Καλύτερα νά ἔχης εἰς τήν χώραν σου σχολεῖον ἑλληνικόν παρά νά ἔχης βρύσες καί ποταμούς, διατί ἡ βρύσις ποτίζει τό σῶμα, τό δέ σχολεῖον ποτίζει τήν ψυχήν, τό σχολεῖον ἀνοίγει τές ἐκκλησίες, τό σχολεῖον ἀνοίγει τά μοναστήρια. Ἀνίσως καί δέν ἤτανε σχολεῖα, ποῦ ἤθελα ἐγώ νά μάθω νά σᾶς διδάσκω

[11] Πλάτωνος, Μενέξενος: «πᾶσά τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται».

[12] Ἰ. Μενούνου, ὅπ.π., Διδ. Α1, σελ. 120:  «Εἶναι καί ἄλλος τρόπος νά καταλάβετε διά τήν παναγίαν Τριάδα. Πῶς; Νά ἐξομολογηθῆτε παστρικά καί καλά, νά μεταλάβετε τά Ἄχραντα Μυστήρια μέ φόβον, μέ τρόμον καί μέ εὐλάβειαν καί τότες νά σᾶς φωτίση ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά καταλάβετε, διατί μέ διδασκαλίαν δέν ἠμπορεῖτε νά καταλάβετε».

[13] «ὡς Ἀπόστολος ἔνθεος, πᾶσι κηρύττων, εὐσεβείας τὰ δόγματα, καὶ μετάνοιαν, τοῖς πιστοῖς ὑφηγούμενος».

[14] «πᾶσι γὰρ διέσπειρας, τὸν τῆς πίστεως λόγον, ἤθη δὲ ἐκάθηρας, καὶ ψυχῶν καταστάσεις, καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἴθυνας Κοσμᾶ, πρὸς ἀληθείας, ὁδὸν τὴν σωτήριον».

[15] «Ὕψωσον Θεῷ, Κοσμᾶ Ἰσαπόστολε, χεῖρας ἱκέτιδας, πάσης πλάνης ῥύσασθαι, τὴν Ἐκκλησίαν νῦν τὴν Ὀρθόδοξον, εἰρήνη τῇ Ἑλλάδι δὲ πάσῃ δωρήσασθαι».

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)

«Μενοῦν γε∙ μακάριοι οἱ ἀκούοντες τον λόγον τοῦ Θεοῦ και φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11,28).

Είναι η απάντηση του Κυρίου απέναντι στο  ξέσπασμα μίας απλής γυναίκας μπροστά στο θάμβος που ζούσε από την παρουσία Του και τη διδασκαλία Του. «Ευλογημένη και μακάρια αυτή που σε γέννησε και σε βύζαξε». Ποιος αλήθεια μεγαλύτερος έπαινος υπάρχει για τον άνθρωπο που  θεωρείται ευεργεσία για τους συνανθρώπους του από την αναφορά στη μάνα του; Αν εμείς συχνά νιώθουμε το ίδιο, να μακαρίσουμε τη μάνα ενός ανθρώπου, επειδή βρίσκεται στον κόσμο ως πράγματι κόσμημα – η παρουσία του καταξιώνει ίσως το ανθρώπινο γένος είτε λόγω των χαρισμάτων του που τα καταθέτει προς χάριν του κοινωνικού συνόλου είτε λόγω της ψυχικής του καθαρότητας που τον κάνει να λειτουργεί ως ευωδία κυριολεκτικά ουράνια – πόσο περισσότερο ίσχυε τούτο την εποχή που ήλθε ο ίδιος ο Θεός ως άνθρωπος; Ο Χριστός «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε όλους, κατά τον λόγο της Γραφής, οπότε ο δοξαστικός λόγος της γυναίκας για τη Μάνα Του, («χαρά στη Μάνα που σε γέννησε»), πρέπει να θεωρηθεί ως η λογικότερη αλλά και η πιο χαρισματική αποτίμηση που Του έγινε ποτέ – μακάρισαν εξαιτίας Του Αυτήν που Τον έφερε ως άνθρωπο στον κόσμο!

Και ο Κύριος, ο ενανθρωπήσας Θεός, πώς αντέδρασε; Τι είπε; Δεν αντιπαρήλθε τον έπαινο, δεν τον αποσιώπησε, δεν αδιαφόρησε, δεν αντέδρασε αρνητικά, όπως έκανε συνήθως όταν ο επαινετικός λόγος αναφερόταν αμέσως σ’ Εκείνον – αρνιόταν τους δοξαστικούς λόγους, τους απαγόρευε, έφευγε. Τον λόγο όμως για τη Μάνα Του τον επιβεβαίωσε και μάλιστα με τρόπο κατεξοχήν επιτατικό. Όχι μόνον ισχύει αυτό που λες, αλλά πολύ περισσότερο! «Μενοῦν γε!» Οπωσδήποτε. Βεβαιότατα. Κατά την απόδοση του μεγάλου και σοφού μακαριστού ιεράρχη Διονυσίου (Ψαριανού), Μητροπολίτου Κοζάνης: «Χαρά και τρισχαρά της!» Διότι κατά τρόπο ευνόητο τέτοια Κόρη με τέτοια καθαρότητα ψυχής, τέτοια ταπείνωση και αγάπη, τέτοια ετοιμότητα υπακοής στο θέλημα του Θεού πουθενά δεν υπήρξε στον κόσμο ούτε θα βρισκόταν και στο μέλλον. «Όταν ήλθε ο κατάλληλος καιρός – σημειώνει ο απόστολος Παύλος θεόπνευστα – έστειλε ο Θεός τον Υιό Του να γεννηθεί από μία γυναίκα». Τη γυναίκα αυτή, την Παναγία Κόρη της Ναζαρέτ, πρόσμεναν όλοι οι αιώνες. Σ’ αυτήν μόνον εκπληρώθηκαν οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, και μάλιστα εκείνη του Πρωτευαγγελίου μετά την πτώση των προπατόρων: «ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον όφι-διάβολο». Κι ήταν η αλήθεια: στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου εκπληρώθηκε το Πρωτευαγγέλιο.

Κι ο εν συνεχεία λόγος του Κυρίου έρχεται και επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την παραπάνω πραγματικότητα. «Μακάριοι όσοι ακούνε τον λόγο του Θεού και τον τηρούνε στη ζωή τους». Η Μάνα Του δηλαδή δεν μακαρίζεται γιατί απλώς επιλέχθηκε για να γίνει η γέφυρα που θα έφερνε τον Θεό στον κόσμο. Μακαρίζεται γιατί ήταν προσανατολισμένη ήδη από τα γεννοφάσκια της στον λόγο του Θεού, στην αγάπη Εκείνου, στην υπακοή του αγίου θελήματός Του, όπως είπαμε και παραπάνω. Η Μαριάμ, η οποία βρέθηκε ήδη τριετής μέσα στα Άγια των Αγίων του Ναού, ζούσε ως άγγελος του Ουρανού, με απόλυτη προτεραιότητα της ζωής της τον ίδιο τον Θεό – το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ισχύος» ήταν το καθοδηγητικό στοιχείο που την συνείχε. Πώς λοιπόν να μη σαρκώσει τον Θεό ως άνθρωπο, όταν Εκείνος βρήκε στο πρόσωπό της το κατοικητήριο που αναζητούσε; «Θα κατοικήσω σ’ αυτούς και θα περπατήσω στην ύπαρξή τους, και θα είναι αυτοί λαός μου και εγώ θα είμαι Θεός τους» ήταν η υπόσχεσή Του και η μικρή Μαρία υπήρξε το «έδαφος» εκπληρώσεώς της – η θεοκοινωνία ήταν θα λέγαμε προδιαγεγραμμένη.

Κι αυτός ο προσανατολισμός κι αυτή η αγάπη προς τον Θεό δεν ήταν για ένα διάστημα. Απαρχής μέχρι τέλους της ζωής της η Θεοτόκος ήταν ένα «ναι» προς τον Υιό και Θεό της, που σημαίνει ότι ο μακαρισμός Του προς την Παναγία Μάνα Του έβαινε διαρκώς και αυξανόμενος – μία βάτος καιομένη και μη κατακαιομένη ήταν η καρδιά της από τη χάρη του Θεού. Και μαζί μ’ Εκείνον ο μακαρισμός της θα επαναλαμβανόταν από την καρδιά και τα χείλη κάθε πιστού μέλους Του, από τότε έως της συντελείας του αιώνος και επέκεινα. Εν πνεύματι το προφήτεψε και η Ίδια: «Ιδού από του νυν θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές των ανθρώπων». Δεν υπάρχει χριστιανός που να χαρακτηρίζεται έτσι και η στάση του απέναντι στην Παναγία να είναι στάση διαφορετική από ό,τι του Ίδιου του Θεού.

Η επιτατική επιβεβαίωση του μακαρισμού της απλής γυναίκας από τον Κύριο για την Παναγία Μητέρα Του λειτουργεί ως φως κατευθυντήριο και για κάθε πιστό: ξέρουμε πως η ακρόαση και η μελέτη του λόγου του Θεού που καταλήγει σε εφαρμογή και πράξη ζωής φέρνει πλούσια τη χάρη του Θεού – ο Θεός μας επαινεί και αναπαύεται στην καρδιά και όλη την ύπαρξή μας. Και δεν γίνεται διαφορετικά, αφού ο Ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε ότι μέσα στον λόγο Του και τις εντολές Του περικλείεται τελικώς η παντοδύναμη ενέργειά Του. Η Εκκλησία μας επιμένει σε κάθε εορτή της Θεοτόκου, πολύ περισσότερο στη μεγαλύτερη εξ όλων, την Κοίμησή της, να μας υπενθυμίζει την αλήθεια αυτή. Γιατί ενδιαφέρεται όχι απλώς να δοξολογούμε την Παναγία, αλλά να γινόμαστε κι εμείς μικρές Παναγίες, γεγονός που συνιστά τη σπουδαιότερη δοξολόγησή Της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Ο μάρτυς του Χριστού Αγαθόνικος έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού. Συνελήφθη από κάποιον κόμη, που ονομαζόταν Ευτόλμιος. Αυτός απεστάλη από τη Νικομήδεια στην Ποντιακή χώρα από τον βασιλιά, για να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς. Στην πορεία του με πλοίο, κατέλαβε το Εμπόριον, που λεγόταν και Κάρπη. Εκεί βρήκε τον άγιο Ζωτικό μαζί με τους μαθητές του να ομολογούν τον Χριστό, γι’  αυτό και τους κατεδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Έπειτα αφού επέστρεψε στη Νικομήδεια και έμαθε ότι ο καλούμενος Πρίγκιψ πίστεψε στον Χριστό από κάποιον Αγαθόνικο, που απομάκρυνε τους Έλληνες από τα είδωλα και τους οδηγούσε στη χριστιανική πίστη, έστειλε και συνέλαβε και τους δύο. Και τον μεν άγιο Αγαθόνικο τον κτυπά με σφοδρότητα, τον δε Πρίγκιπα μαζί με άλλους δέσμιους χριστιανούς, μαζί και με τον Αγαθόνικο, τους οδηγεί στη Θράκη, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς, με σκοπό να κάνει ο βασιλιάς την εξέτασή τους. Καθώς ήλθε και σ’  ένα χωριό, που ονομαζόταν Ποταμός, σκότωσε τον άγιο Ζήνωνα και τον Θεοπρέπιο και τον Ακίνδυνο, οι οποίοι λόγω των προηγηθέντων βασανιστηρίων, αδυνατούσαν να βαδίζουν. Όταν έφτασε κοντά στη Χαλκηδόνα, σκοτώνει τον άγιο Σεβηριανό, που κήρυττε τον Χριστό με παρρησία. Στο Βυζάντιο, παρουσιάζουν ενώπιόν του τον άγιο Αγαθόνικο, μαζί με τους υπόλοιπους συναιχμαλώτους και τον Πρίγκιπα, και αφού τους έβγαλαν έξω από την πόλη, τους κτυπάνε με σφοδρότητα, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στη Σηλυμβρία, σ’  ένα τόπο που λεγόταν Άμμους, όπου ζούσε ο Μαξιμιανός, κι εκεί έκοψαν την κεφαλή του αγίου Αγαθονίκου και του Πρίγκιπα και των άλλων χριστιανών, όσους ο κόμης έφερε από τη Νικομήδεια, και έτσι κατακοσμήθηκαν όλοι με το στεφάνι του μαρτυρίου».

Ιδιαίτερη θλίψη καταλαμβάνει την ψυχή καθενός ανθρώπου, που δεν έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά του, όταν διαβάζει τα συναξάρια των πρώτων, και όχι μόνο, χριστιανικών αιώνων, σαν το σημερινό, και βλέπει την ευκολία με την οποία οι διώκτες των χριστιανών εξολόθρευαν, και μάλιστα με σκληρά βασανιστήρια,  τους χριστιανούς. Η ανθρώπινη ζωή για τους διώκτες δεν είχε προφανώς καμία αξία, θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι χαίρονταν αυτό το οποίο έκαναν. Και ναι μεν για τους χριστιανούς μάρτυρες το μαρτύριο ήταν η δόξα τους, διότι μετείχαν έτσι στο μαρτύριο του Πρώτου μάρτυρα Κυρίου Ιησού Χριστού, συνεπώς έμπαιναν θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού – γι’  αυτό άλλωστε και τη μνήμη τους την εορτάζουμε τότε που μαρτύρησαν - δεν παύει όμως η ψυχή μας να πονά και να κλαίει για την κατάντια των διωκτών και βασανιστών των μαρτύρων, διότι με τις ενέργειές τους αυτές απεκάλυπταν το έρεβος της ψυχής τους, το μίσος που τους διακατείχε, την επήρεια του Πονηρού πάνω σ’  αυτούς.

Το τραγικό βεβαίως είναι ότι παρόμοιες ενέργειες μίσους κατά των ανθρώπων επισημαίνουμε σε όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη δε και στην «πολιτισμένη» και «προηγμένη» εποχή μας. Θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι μόνον οι χριστιανοί, οι οποίοι δέχτηκαν τη μήνη των διωκτών τους, λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό. Πλήθος ανθρώπων, που είχαν μία άλφα φιλοσοφία ή θρησκεία, ή και μία πολιτική ιδεολογία, διαφορετική από άλλους, υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς, διότι ακριβώς ήθελαν να μείνουν σταθεροί στα δικά τους πιστεύω. Και η θλίψη είναι η ίδια και γι’  αυτούς, γιατί, είπαμε, βλέπει κανείς την κατάντια των ανθρώπων, που όταν χάσουν τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό, χάνουν και την όποια ανθρωπιά τους: δεν υφίσταται πια κανένα ίχνος αγάπης, συνεπώς ο καθένας γίνεται για τον άλλο ένας «λύκος».

«Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται» είχε επισημάνει πολύ εύστοχα ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι, και πράγματι:  Τι είναι εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κάποιον χωρίς Θεό, έστω και «καλό» άνθρωπο, από το να βλάψει τον συνάνθρωπό του, δοθείσης της ευκαιρίας, όταν έχει υποστεί ένα κακό από εκείνον; Και μπορεί ίσως να μην προβεί σε κάποια εχθρική ενέργεια εναντίον του, μπορεί όμως να σκεφτεί εχθρικά μέσα στη σκέψη και την καρδιά του γι’  αυτόν. Η εχθρότητα της ψυχής προς κάποιον άλλον δεν συνιστά κι αυτή κακή «ενέργεια», απλώς άλλου τύπου; Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρίσκεται πάντοτε εν αγάπη, έστω και απέναντι στον εχθρό του, κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χάρη του Θεού, ιδίως με τη δύναμη που παρέχει η προσευχή στον Θεό και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Εν Χριστώ, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος φτάνει στο υπέρ φύσιν και χαρισματικό σημείο αγάπης και προς τον εχθρό.

Ο άγιος Αγαθόνικος σήμερα μας προκαλεί σ’  αυτήν την διπλή επισήμανση. Πρώτον, ο άνθρωπος ο χωρίς Θεό γίνεται χειρότερος και από τα πιο αιμοβόρα θηρία, που σημαίνει ότι μπροστά στην παρουσία ιδίως αγίων ανθρώπων ο άνθρωπος αυτός κυριολεκτικά δαιμονίζεται: προκαλείται να φανερώσει το τι κατοχή δαιμονίων έχει υπάρξει μέσα του και πόσο επικίνδυνος επομένως είναι για τον κόσμο. Δεύτερον, το πιο σημαντικό: ο άνθρωπος του Θεού, με τη δύναμη του Χριστού, ζει τον σταυρό Εκείνου και πεθαίνει με ακακία, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ερίζει, προσευχόμενος υπέρ των διωκτών και των εχθρών του. Ποιο μεγαλύτερο μεγαλείο ανθρώπου μπορεί να υπάρξει από αυτό; Νομίζουμε ότι σπουδαιότερη «απόδειξη» της αλήθειας της χριστιανικής πίστεως από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει: η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει την παρουσία  της ενέργειας του Θεού ως αγάπης στον άνθρωπο. Την αγάπη αυτή ως συμμετοχή στο Πάθος του Χριστού, συνεπώς ως αγάπη και προς τους εχθρούς,  βλέπουμε ότι ζούσε και ο άγιος Αγαθόνικος. Όπως το επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος του: «Ιχνηλατών το πάθος του Χριστού, του βλύσαντος πάσι την απάθειαν πιστοίς, υπέμεινας ονειδισμούς και θλίψεις, Μάρτυς, και θάνατον άδικον, ξίφει την σήν κεφαλήν, αποτμηθείς εν χαρά». Ακολουθώντας τα ίχνη του πάθους του Χριστού, από τον Οποίο ανέβλυσε για όλους τους πιστούς η απάθεια, υπέμεινες και σύ, Μάρτυς, με χαρά ονειδισμούς και θλίψεις και άδικο θάνατο, καθώς σου κόψανε με ξίφος το κεφάλι. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.