Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ Ο ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

«Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ αἰτωλός, ὁ νεώτερος αὐτός πατέρας καί δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε τό 1714 στό Μέγα Δέντρο τῆς Αἰτωλίας καί μαρτύρησε ἀπό τούς Τούρκους τό 1779 στό Κολικόντασι τῆς Ἀλβανίας, οἱ ὁποῖοι τόν κρέμασαν σ’ ἕνα δέντρο, καί πέταξαν τό λείψανό του στόν παρακείμενο Ἄψο ποταμό. Αἰτία τῆς θανατικῆς του καταδίκης ὑπῆρξε τό μίσος τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι τόν πολεμοῦσαν, κυρίως γιά τό γεγονός ὅτι ἔχασαν ὡς ἡμέρα τοῦ παζαριοῦ τους τήν Κυριακή, πού μεταφέρθηκε τό Σάββατο, λόγω τοῦ κηρύγματος τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Γράμματα ἔμαθε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, τά ὁποῖα συνέχισε κι ἀργότερα, ἀλλά ἀκεῖ πού τά ὁλοκλήρωσε ἦταν στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου εὐτύχησε νά ἔχει σπουδαίους δασκάλους, σάν τόν Παναγιώτη Παλαμᾶ, τόν Νικόλαο Τζαρτζούλη ἐκ Μετσόβου, ἰδίως δέ τόν Εὐγένιο Βούλγαρη. Στό Ἅγιον Ὄρος, κι ἰδίως στή Μονή Φιλοθέου, ἔζησε ἐπί δεκαεπτά χρόνια, κατά τήν ὁμολογία τοῦ ἴδιου, μετά τά ὁποῖα δέχτηκε κλήση ἀπό τόν Θεό νά βγεῖ στό κήρυγμα πρός χάριν τῶν ὑποδούλων καί βουτηγμένων στήν ἀμάθεια συμπατριωτῶν του. Ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἄδεια τῶν Γερόντων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἔπειτα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Σεραφείμ τοῦ Β΄, ὥστε τό κήρυγμά του νά μήν εἶναι ἀδέσποτο, κάτι πού ἐπανέλαβε καί ἀργότερα ἐπί Πατριάρχου Σωφρονίου, ἄρχισε τίς περιοδεῖες του, τρεῖς ἤ τέσσερις τόν ἀριθμό, κατά τίς ὁποῖες διέτρεξε, ἀπό ὅ,τι σημειώνουν οἱ μελετητές τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου του, ὅλη τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα, ἴσως καί τό βόρειο μέρος τῆς Πελοποννήσου, καθώς καί ἀρκετά νησιά στό Αἰγαῖο καί τό Ἰόνιο. Δέν εἶναι εὔκολο νά προσδιορίσει κανείς ἀκριβῶς τοπικά καί χρονικά τίς περιοδεῖες αὐτές, ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀπό ὅπου πέρασε «σφράγισε» τόν τόπο, ὥστε ἀκόμη καί σήμερα νά ἔχει μείνει στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων τό ἁγιασμένο καί μαρτυρικό πέρασμά του. Ὅπου πήγαινε, ἔμπηγε ἕναν ξύλινο σταυρό καί ἀνέβαινε πάνω σ’ ἕνα σκαμνάκι – σύμβολο τοῦ θανάτου του,  καθώς ἔλεγε – καί ἀπό ἐκεῖ κήρυσσε, πρωί καί βράδυ, στούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν μόνον Ἕλληνες, ἀλλά καί Τοῦρκοι καί ἄλλοι πολλοί. Πλήν τῶν Ἑβραίων, κάποιων Τούρκων καί Ἑνετῶν, πού τόν ἔβλεπαν καχύποπτα, ὁ καθένας γιά τούς δικούς του λόγους, ὁ κόσμος τόν λάτρευε. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ φράση του: «χίλιοι Τοῦρκοι μέ ἀγαπῶσι, καί ἕνας ὄχι τόσον». Κι εἶναι τοῦτο μία ἀλήθεια, τήν ὁποία ἐπιβεβαιώνουν πολλοί περιηγητές τῆς ἐποχῆς, πού ἔβλεπαν τήν ἀνταπόκριση τοῦ λαοῦ στό κήρυγμα τοῦ καλόγερου. Τό κήρυγμά του στήν πραγματικότητα ἦταν μία ἐξήγηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τοῦ γνωστοῦ Πιστεύω, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἀναφερόταν στή Δημιουργία τοῦ κόσμου, τῶν ἀγγέλων καί τοῦ ἀνθρώπου, στήν πτώση στήν ἁμαρτία καί τίς συνέπειές της, ἀλλά καί στήν ἐπανένταξη τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Θεό, τή ζωή, τή διδασκαλία καί τά θαύματα Ἐκείνου, τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του, ἀλλά καί τήν Ἀνάληψή του, τήν εἰς Οὐρανούς ἄνοδό Του, τήν Πεντηκοστή καί τή δημιουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τή Δευτέρα Παρουσία Του. Μέσα στό πλαίσιο τοῦ φωτισμοῦ αὐτοῦ τῶν ὑποδούλων, ἦταν καί ἡ ἵδρυση πολλῶν σχολείων, τῶν ἁπλῶν καί τῶν μεγαλυτέρων, ἔργο πού ἔχει ἐπαινεθεῖ πολλαπλῶς καί στή σημερινή ἐποχή, γι’ αὐτό καί φωτιστής τοῦ Γένους μεταξύ τῶν ἄλλων χαρακτηρίστηκε. Τό τέλος του ὑπῆρξε, ὅπως εἴπαμε, μαρτυρικό, καί ἡ μνήμη του, ἀπό τό 1961, ὁπότε καί ἐντάχτηκε ἐπισήμως στίς δέλτους τῶν ἁγίων τιμᾶται στίς 24 Αὐγούστου».

Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ δέν εἶναι τυχαία. Καταρχάς, προβληματίζει ἀπό τή ζωή του ἡ ἀπόφασή του νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι του στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά κάνει περιοδεῖες. Εἶναι ὅμως συγκινητική ἡ ἐξήγηση πού δίνει γιά τήν ἀπόφασή του αὐτή: δέν βγῆκε ἀπό τό Ὄρος, γιατί βαρέθηκε τή ζωή ἐκεῖ, δέν ἔφυγε γιατί ἦταν χαμηλό τό ἐπίπεδο τοῦ μοναχισμοῦ τῆς ἐποχῆς, ἀλλά γιατί ὑπῆρξε «νύξη» στήν καρδιά του ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο νά μᾶς τό λέει: «Σιμά εἰς τά ἄλλα ηὕρηκα καί τοῦτον τόν λόγον, ὁπού λέγει ὁ Χριστός μας, πώς δέν πρέπει κανένας χριστιανός, ἄνδρας ἤ γυναίκα, νά φροντίζη διά τοῦ λόγου του μόνον πῶς νά σωθεῖ, ἀλλά νά φροντίζη διά διά τούς ἀδελφούς του. Καί ὅποιος φροντίζει μόνον διά τοῦ λόγου του καί δέν φροντίζει καί διά τούς ἀδελφούς του ἐκεῖνος θά κολαστῆ. Ἀκούοντας καί ἐγώ, ἀδελφοί μου, ἐτοῦτον τόν γλυκύτατον λόγον, ὁπού λέγει ὁ Χριστός μας, νά φροντίζωμεν καί διά τούς ἀδελφούς μας, μέ ἔτρωγε ἐκεῖνος ὁ λόγος μέσα εἰς τήν καρδίαν μου τόσους χρόνους ὡσάν τό σκουλήκι, ὁπού τρώγει τό ξύλον»[1].

Ἀκριβῶς γι’ αὐτό ὁ ὅσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ὁ ὑμνογράφος τοῦ μεγάλου ἁγίου, σημειώνει: «Καταλάμφθηκες ἀπό τό φῶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτό καί ἀπεστάλης ἀπό τόν Κύριο στούς μακράν καί τούς ἐγγύς νά κηρύξεις τό Εὐαγγέλιο, Πάτερ, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Διότι σ’ ἐσένα δόθηκε μέ λαμπρό τρόπο, ὅπως λέει ὁ μέγας Παῦλος, ἡ παρόμοια χάρη, μακάριε, κατά τούς ὕστερους χρόνους»[2] (λιτή). Κι ἀλλοῦ: «Ποιός ἐπάξια θά ὑμνήσει τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης σου πού εἶχες γιά τόν πλησίον σου, ὅσιε πάτερ Κοσμᾶ; Ἤ ποιά γλώσσα θά διηγηθεῖ τούς ἀγῶνες καί τούς ἱδρῶτες σου, καί τούς κόπους καί τούς δρόμους πού ἀνέλαβες σάν ἄγγελος γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν πολλῶν, ἀθλώντας τό στάδιο τῆς εὐσέβειας;»[3] (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Γιά τόν ἅγιο ὑμνογράφο δηλαδή, καί ὄχι μόνον, ὁ πατρο-Κοσμᾶς ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ - ἕνας ἄλλος ἀπόστολος Παῦλος: «ζήλῳ τοῦ Παύλου καταφλεχθείς τήν ψυχήν» (ωδή ε΄) - προκειμένου νά στηρίξει τούς κλονισμένους ὑπόδουλους∙ ἕνα εἶδος πολικοῦ ἀστέρα γιά νά μποροῦν νά ξαναβροῦν τήν ὀρθή πορεία τους μέσα στό βαθύ σκότος τῆς ἄγνοιας πού βρίσκονταν. «Τόν καιρό τῆς δουλείας καί τῆς πικρῆς δυσκολίας σέ ἀπέστειλε ὁ Παντοκράτωρ Θεός, Πάτερ, προκειμένου νά στηρίξεις τή διάνοια αὐτῶν πού κλονίζοντας κι ἐκεῖ πού χάνονταν νά τούς σηκώσεις πάλι καί νά τούς σώσεις»[4].

 Παρ’ ὅλη τήν ἐκ Θεοῦ κλήση του δέν θεωροῦσε ὁ ἅγιος ὅμως τό δικό του παράδειγμα πρέπει νά τό ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι καλόγεροι. Κάποια στιγμή πού ἐπεσήμανε ὅτι ἕνας καλόγερος παρευρισκόταν στό κήρυγμά του, τόν ἔλεγξε γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τό μοναστήρι του, λέγοντας ὅτι ὁ ἴδιος βγῆκε μέ ἀπόφαση καταδίκης του γιά τήν ἐνέργειά του αὐτή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἱεραποστολή πού ἀνέλαβε, ἔβλεπε ὅτι ἦταν ἔξω ἀπό τά δεδομένα τῆς ζωῆς πού εἶχε ἐπιλέξει, καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ὡς ἕναν χαμένο, χάριν ὅμως τῶν ἀδελφῶν του. «Εἶναι κανένας καλόγερος ἐδῶ; Φύγε, καλόγερέ μου, πήγαινε εἰς τήν ἔρημον, ἄν θέλης νά σωθῆςΜά θέλετε εἰπεῖ: Καί ἐσύ καλόγερος εἶσαι, διατί συναναστρέφεσαι εἰς τόν κόσμον; Καί ἐγώ, ἀδελφοί μου, κακά τό κάμνω, μά, ἐπειδή τό γένος μας ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν, εἶπα: Ἄς χάση ὁ Χριστός μας ἐμένα, ἕνα πρόβατον, καί ἄς κερδίση τά ἄλλα. Ἴσως ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καί ἡ εὐχή σας σώση καί ἐμένα»[5].

Κλημένος ἀπό τόν Θεό ἀπόστολος λοιπόν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Μέ κύρια γνωρίσματα τῆς ζωῆς του 1) τόν ἔντονο ζῆλο του γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων, 2) τή μέχρι θυρίας ἀγάπη του γιά τούς συνανθρώπους του καί 3) τήν τεράστια ταπείνωσή του, ἡ ὁποία φανερωνόταν καί ἀπό τήν ἔγνοια του νά βρίσκεται ἐν ὑπακοῆ πρός τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία – δέν ἤθελε νά δρᾶς, ὅπως ἀναφέραμε, ἀδέσποτα - ἀλλά καί ἀπό τή στάση του ἔναντι τῶν ἀνθρώπων μέ τούς ὁποίους ἐρχόταν σέ ἐπαφή: ἔλεγε ὅτι δέν ἦταν ἄξιος οὔτε καί τά πόδια τους νά τούς φιλήσει[6].

 Ὁ ζῆλος του μάλιστα γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν συμπατριωτῶν του, καί ὄχι μόνο, στηριζόταν στή βαθειά πίστη του στή δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό εἶχε ζήσει ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του: ἕνας λόγος τοῦ Εὐαγγελίου[7] λειτούργησε μέσα του σάν «ἀτομική βόμβα» καί τοῦ ἄλλαξε ὁλόκληρη τή ζωή. Πίστευε λοιπόν ὅτι ἄν οἱ συμπατριῶτες του ἀκούσουν κι αὐτοί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητά τους, μποροῦν πράγματι νά ἀλλάξουν. «Φωτίστηκε ἡ διάνοιά σου ἀπό τή σοφία τοῦ Πνεύματος καί ἔλαμψες σάν μέγιστος ἥλιος ἀπό τόν Ἄθω, ὁπότε καί ἔβαλες φωτιά μέ τίς ἀκτίνες τῶν διδαχῶν σου σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε»[8] (ωδή α΄).

Κάτι πού ἔγινε σέ μεγάλο βαθμό. Καί στήν πίστη του αὐτή στηριζόταν καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἵδρυση σχολείων. Δέν ἦταν μόνον ἡ πολιτιστική ὤθηση πού ἤθελε νά δώσει στούς Ἕλληνες μέ τά σχολεῖα[9]. Αὐτό ἴσως ἐρχόταν δεύτερο. Τό πρῶτο καί κύριο, ὅπως καί πάλι ἐκεῖνος τό ὁμολογεῖ, ἦταν ὅτι μέ τά σχολεῖα ἀνοίγουν τά μάτια τῶν ἀνθρώπων, προκειμένου νά μάθουν γιά τήν Ἁγία Τριάδα, γιά τόν Χριστό ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου, γιά τούς ἀγγέλους, τούς δαίμονες ὡς ἐκπεσμένους ἀγγέλους, τήν Ἐκκλησία, τούς ἁγίους[10]. Μέ ἄλλα λόγια, τά γράμματα τά ἤθελε καί παθιαζόταν μέ αὐτά ὁ ἅγιος, γιά νά βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι στή σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἄν δέν βρίσκονταν σ’ αὐτήν τήν προοπτική, ἔβλεπε, ὡς διορατικός πού ἦταν, ὅτι αὐτά θά στρέφονταν τελικῶς κατά τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου – μία ἄλλη διατύπωση αὐτοῦ πού ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιοελληνική ἐποχή εἶχε ἐπισημανθεῖ ἀπό τούς σοφούς: «πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πονηρία καί οὐ σοφία φαίνεται»[11]. Καί τό ἀνέφερε καί σέ μία προφητεία του: «τό κακό θά ἔλθει ἀπό τούς γραμματισμένους», ἐννοώντας ἐκείνους βεβαίως πού ἡ κοσμική μόρφωση τούς ὁδηγεῖ σέ διαγραφή τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή τους, ἐνῶ ἀποκαλύπτεται περίτρανα ἔτσι ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ὑπερηφάνεια τῆς ψυχῆς τους, γεγονός πού σέ μεγάλο βαθμό τό ἐπιβεβαίωσε καί τό ἐπιβεβαιώνει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία. Ὁ σύγχρονος μεγάλος Γέροντας τοῦ Ὄρους ὅσιος Παῒσιος, τό ἔλεγε μέ τή δική του ἁπλή γλώσσα: «Ὁ μορφωμένος χωρίς Θεός ἄνθρωπος γίνεται ἕνας ἔξυπνος διάβολος».  

Γι’ αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μεγάλος ὅσιος καί διδάχος τοῦ Γένους πατρο-Κοσμᾶς στό θέμα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ κινεῖτο πάνω στήν ὁδό τῆς προγενέστερης παράδοσης τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας: τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί τή διαρκή προσευχη μέ τή χρήση τοῦ ἁγίου ὀνόματος Αὐτοῦ. Πόσο χαρακτηριστική εἶναι πράγματι ἡ ἀντίδρασή του, ὅταν στήν προσπάθειά του νά κατηχήσει τούς ὑπόδουλους συμπατριῶτες του ὥστε νά γνωρίσουν τον Θεό καί τόν Χριστό ἀναλύοντας ὅπως εἴπαμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἔφτανε σέ ἀδιέξοδο, γιατί οἱ ἄνθρωποι «δέν καταλάβαιναν». Καί ποῦ κατέφευγε ὁ ἅγιος ὡς τήν «ἀπόλυτη» λύση; «Ἐξομολογηθῆτε παστρικά», τόνιζε, «καθαρίστε τήν ψυχή σας ἀπό τίς ἁμαρτίες σας, συγχωρῆστε κάθε συνάνθρωπό σας ἀποφεύγοντας τήν ὅποια ἀδικία ἀπέναντί του, καί τότε θά καταλάβετε καί θά γνωρίσετε»[12]. Γιατί ὁ ἅγιος ἤξερε: ὁ Τριαδικός Θεός μας φανερώνεται μόνο στίς μετανοημένες καθαρές ψυχές ἤ τουλάχιστον σ’ ἐκεῖνες πού ἀγωνίζονται διά τῆς μετανοίας νά καθαριστοῦν – τό διαρκές κήρυγμα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τό ἐπισημαίνει μέ «πλάγιο» τρόπο: «Σάν ἔνθεος ἀπόστολος κηρύττεις σέ ὅλους τούς πιστούς τά δόγματα τῆς πίστεως, καί τούς καλεῖς σέ μετάνοια»[13] (απόστιχα εσπερινού). «Διέσπειρες σέ ὅλους τόν λόγο τῆς πίστεως, ἀλλά καί καθάρισες τά ἤθη καί τίς καταστάσεις τῶν ψυχῶν τους, ὅπως καί καθοδήγησες τούς ἀνθρώπους, Κοσμᾶ, πρός τή σωτήρια ὁδό τῆς ἀλήθειας»[14] (κάθισμα όρθρου).

Προκαλεῖ μεγάλη χαρά καί συγκίνηση τό γεγονός ὅτι τίς τελευταῖες δεκαετίες προβλήθηκε ἰδιαιτέρως ἡ φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του, τό ἔργο του, οἱ διδαχές του. Κι ἄς εὐχηθοῦμε, ὡς μικρό ἀντίδωρο στή μνήμη του, νά ἐγκύψουμε, ἔστω καί λίγο, στίς ἅγιες διδαχές του. Ἐκεῖ θά δοῦμε τή γνήσια καί πάλλουσα ἀπό θέρμη καί ἀγάπη χριστιανική (καί ἑλληνική) ψυχή του, ἡ ὁποία φώναζε καί φωνάζει ἀδιάκοπα καί καθοδηγητικά: Παιδιά μου, Χριστός και ψυχή σᾶς χρειάζονται. Χριστός καί Ἑλλάδα μᾶς χρειάζονται. Μαζί μέ τόν ἅγιο ὑμνογράφο κραυγάζουμε κι ἐμεῖς: «Ὕψωσε, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε, χέρια ἱκεσίας πρός τόν Θεό, ὥστε νά σώσει καί τώρα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό κάθε πλάνη καί νά δωρίσει τήν εἰρήνη σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα»[15] (ωδή θ΄).


[1] Ἰωάννου Β. ΜενούνουΚοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχές (καί Βιογραφία), ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΝΟΣ, β΄ἔκδ., σελ. 117, Διδαχή Α1, 5.

[2] «Τῷ τοῦ Πνεύματος φωτὶ καταλαμφθείς, παρὰ Κυρίου ἀπεστάλης, τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς κηρύξαι, τὸ Εὐαγγέλιον Πάτερ, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· σοὶ γὰρ δέδοται λαμπρῶς, κατὰ Παῦλον τὸν μέγαν, τοιαύτη χάρις μακάριε, ἐν ὑστέροις ἔτεσι».

[3] «Τίς ἐπαξίως ὑμνήσει, τῆς σῆς ἀγάπης τὸν πλοῦτον, ἧς πρὸς τὸν πέλας ἐκέκτησο, Κοσμᾶ Πάτερ Ὅσιε; ποία γλῶσσα διηγήσεται, τοὺς σοὺς ἀγῶνας καὶ ἱδρῶτας, καὶ κόπους καὶ δρόμους, οὓς ὑπὲρ τῆς τῶν πολλῶν σωτηρίας, ὡς ἄσαρκος ἀνέτλης, τῆς εὐσεβείας διαθλῶν τὸ στάδιον;»

[4] «Ἐν καιρῷ τῷ τῆς δουλείας, καὶ πικρᾶς χαλεπότητος, ἀπεστάλης Πάτερ, παρὰ τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος, τῶν κλονουμένων στηρίξαι τὴν διάνοιαν, καὶ ἐκλείποντας, λόγῳ σοφῷ ἀνασώσασθαι».

[5] Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π., Διδαχή, Β1, σελ. 200.

[6]  Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π.,  Διδαχή, Α1, σελ. 116. «Καί ὄχι μόνον δέν εἶμαι ἄξιος νά σᾶς διδάξω, ἀλλά μήτε τά ποδάρια νά σᾶς φιλήσω, διατί ὁ καθένας ἀπό λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπό ὅλον τόν κόσμον».

[7] Κυρίως λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τά τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. 10,24).

[8] «Σοφίᾳ τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς τὴν διάνοιαν, φωστὴρ ὥσπερ μέγιστος, ἐξ Ἄθω ἔλαμψας, καὶ ἐπύρσευσας, τῶν διδαχῶν ἀκτῖσι, Κοσμᾶ Ἰσαπόστολε, Ἑλλάδα ἅπασαν».

[9] Ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἵδρυση Σχολείων ἦταν μοναδικός. Τά λόγια του λειτουργοῦν ἐν προκειμένῳ ὡς δίκοπο μαχαίρι: «Καλά, παιδιά μου, μοῦ ἐχαρίσετε τά παιδιά σας, ἀμή νά ἰδοῦμεν, ἔχετε καί σχολεῖον ὁπού νά διαβάζουν, νά μανθάνουν γράμματα τά παιδιά μας; - Δέν ἔχομε, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. – Τέτοια παιδιά ἀγράμματα μοῦ ἐχαρίσετε; Τί τά θέλω; Χάρισμά σας. Παιδιά ὡσάν τά γουρουνόπουλα νά ἔχω δέν τό καταδέχομαι, διατί εἶμαι ὑπερήφανος. Χάρισμά σας. Ὡσάν θέλετε χαρίσετέ μου καί ἕνα σχολεῖον ἐδῶ εἰς τήν χώραν σας νά μανθάνουν τά παιδιά μας γράμματα, νά ἠξεύρουν ποῦ περιπατοῦνε καί τότε νάν τά εὔχωμαι νά ζήσουν, νά προκόψουν» (Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π., Διδ. Α1, σελ. 142).

[10] Ἰ. Μενούνου, αὐτόθι: «Διατί ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τό κατά δύναμιν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι ἁγία Τριάς, τί εἶναι ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, τί εἶναι δαίμονες, τί εἶναι Παράδεισος, τί εἶναι Κόλασις, τί εἶναι ἁμαρτία, ἀρετή. Ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τί εἶναι ἁγία Κοινωνία, τί εἶναι Βάπτισμα, τί εἶναι τό ἅγιον Εὐχέλαιον, ὁ τίμιος Γάμος, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι κορμί, τά πάντα ἀπό τό σχολεῖον τά μανθάνομεν, διατί χωρίς τό σχολεῖον περιπατοῦμεν εἰς τό σκότος. Καλύτερα νά ἔχης εἰς τήν χώραν σου σχολεῖον ἑλληνικόν παρά νά ἔχης βρύσες καί ποταμούς, διατί ἡ βρύσις ποτίζει τό σῶμα, τό δέ σχολεῖον ποτίζει τήν ψυχήν, τό σχολεῖον ἀνοίγει τές ἐκκλησίες, τό σχολεῖον ἀνοίγει τά μοναστήρια. Ἀνίσως καί δέν ἤτανε σχολεῖα, ποῦ ἤθελα ἐγώ νά μάθω νά σᾶς διδάσκω

[11] Πλάτωνος, Μενέξενος: «πᾶσά τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται».

[12] Ἰ. Μενούνου, ὅπ.π., Διδ. Α1, σελ. 120:  «Εἶναι καί ἄλλος τρόπος νά καταλάβετε διά τήν παναγίαν Τριάδα. Πῶς; Νά ἐξομολογηθῆτε παστρικά καί καλά, νά μεταλάβετε τά Ἄχραντα Μυστήρια μέ φόβον, μέ τρόμον καί μέ εὐλάβειαν καί τότες νά σᾶς φωτίση ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά καταλάβετε, διατί μέ διδασκαλίαν δέν ἠμπορεῖτε νά καταλάβετε».

[13] «ὡς Ἀπόστολος ἔνθεος, πᾶσι κηρύττων, εὐσεβείας τὰ δόγματα, καὶ μετάνοιαν, τοῖς πιστοῖς ὑφηγούμενος».

[14] «πᾶσι γὰρ διέσπειρας, τὸν τῆς πίστεως λόγον, ἤθη δὲ ἐκάθηρας, καὶ ψυχῶν καταστάσεις, καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἴθυνας Κοσμᾶ, πρὸς ἀληθείας, ὁδὸν τὴν σωτήριον».

[15] «Ὕψωσον Θεῷ, Κοσμᾶ Ἰσαπόστολε, χεῖρας ἱκέτιδας, πάσης πλάνης ῥύσασθαι, τὴν Ἐκκλησίαν νῦν τὴν Ὀρθόδοξον, εἰρήνη τῇ Ἑλλάδι δὲ πάσῃ δωρήσασθαι».

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)

«Μενοῦν γε∙ μακάριοι οἱ ἀκούοντες τον λόγον τοῦ Θεοῦ και φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11,28).

Είναι η απάντηση του Κυρίου απέναντι στο  ξέσπασμα μίας απλής γυναίκας μπροστά στο θάμβος που ζούσε από την παρουσία Του και τη διδασκαλία Του. «Ευλογημένη και μακάρια αυτή που σε γέννησε και σε βύζαξε». Ποιος αλήθεια μεγαλύτερος έπαινος υπάρχει για τον άνθρωπο που  θεωρείται ευεργεσία για τους συνανθρώπους του από την αναφορά στη μάνα του; Αν εμείς συχνά νιώθουμε το ίδιο, να μακαρίσουμε τη μάνα ενός ανθρώπου, επειδή βρίσκεται στον κόσμο ως πράγματι κόσμημα – η παρουσία του καταξιώνει ίσως το ανθρώπινο γένος είτε λόγω των χαρισμάτων του που τα καταθέτει προς χάριν του κοινωνικού συνόλου είτε λόγω της ψυχικής του καθαρότητας που τον κάνει να λειτουργεί ως ευωδία κυριολεκτικά ουράνια – πόσο περισσότερο ίσχυε τούτο την εποχή που ήλθε ο ίδιος ο Θεός ως άνθρωπος; Ο Χριστός «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε όλους, κατά τον λόγο της Γραφής, οπότε ο δοξαστικός λόγος της γυναίκας για τη Μάνα Του, («χαρά στη Μάνα που σε γέννησε»), πρέπει να θεωρηθεί ως η λογικότερη αλλά και η πιο χαρισματική αποτίμηση που Του έγινε ποτέ – μακάρισαν εξαιτίας Του Αυτήν που Τον έφερε ως άνθρωπο στον κόσμο!

Και ο Κύριος, ο ενανθρωπήσας Θεός, πώς αντέδρασε; Τι είπε; Δεν αντιπαρήλθε τον έπαινο, δεν τον αποσιώπησε, δεν αδιαφόρησε, δεν αντέδρασε αρνητικά, όπως έκανε συνήθως όταν ο επαινετικός λόγος αναφερόταν αμέσως σ’ Εκείνον – αρνιόταν τους δοξαστικούς λόγους, τους απαγόρευε, έφευγε. Τον λόγο όμως για τη Μάνα Του τον επιβεβαίωσε και μάλιστα με τρόπο κατεξοχήν επιτατικό. Όχι μόνον ισχύει αυτό που λες, αλλά πολύ περισσότερο! «Μενοῦν γε!» Οπωσδήποτε. Βεβαιότατα. Κατά την απόδοση του μεγάλου και σοφού μακαριστού ιεράρχη Διονυσίου (Ψαριανού), Μητροπολίτου Κοζάνης: «Χαρά και τρισχαρά της!» Διότι κατά τρόπο ευνόητο τέτοια Κόρη με τέτοια καθαρότητα ψυχής, τέτοια ταπείνωση και αγάπη, τέτοια ετοιμότητα υπακοής στο θέλημα του Θεού πουθενά δεν υπήρξε στον κόσμο ούτε θα βρισκόταν και στο μέλλον. «Όταν ήλθε ο κατάλληλος καιρός – σημειώνει ο απόστολος Παύλος θεόπνευστα – έστειλε ο Θεός τον Υιό Του να γεννηθεί από μία γυναίκα». Τη γυναίκα αυτή, την Παναγία Κόρη της Ναζαρέτ, πρόσμεναν όλοι οι αιώνες. Σ’ αυτήν μόνον εκπληρώθηκαν οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, και μάλιστα εκείνη του Πρωτευαγγελίου μετά την πτώση των προπατόρων: «ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον όφι-διάβολο». Κι ήταν η αλήθεια: στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου εκπληρώθηκε το Πρωτευαγγέλιο.

Κι ο εν συνεχεία λόγος του Κυρίου έρχεται και επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την παραπάνω πραγματικότητα. «Μακάριοι όσοι ακούνε τον λόγο του Θεού και τον τηρούνε στη ζωή τους». Η Μάνα Του δηλαδή δεν μακαρίζεται γιατί απλώς επιλέχθηκε για να γίνει η γέφυρα που θα έφερνε τον Θεό στον κόσμο. Μακαρίζεται γιατί ήταν προσανατολισμένη ήδη από τα γεννοφάσκια της στον λόγο του Θεού, στην αγάπη Εκείνου, στην υπακοή του αγίου θελήματός Του, όπως είπαμε και παραπάνω. Η Μαριάμ, η οποία βρέθηκε ήδη τριετής μέσα στα Άγια των Αγίων του Ναού, ζούσε ως άγγελος του Ουρανού, με απόλυτη προτεραιότητα της ζωής της τον ίδιο τον Θεό – το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ισχύος» ήταν το καθοδηγητικό στοιχείο που την συνείχε. Πώς λοιπόν να μη σαρκώσει τον Θεό ως άνθρωπο, όταν Εκείνος βρήκε στο πρόσωπό της το κατοικητήριο που αναζητούσε; «Θα κατοικήσω σ’ αυτούς και θα περπατήσω στην ύπαρξή τους, και θα είναι αυτοί λαός μου και εγώ θα είμαι Θεός τους» ήταν η υπόσχεσή Του και η μικρή Μαρία υπήρξε το «έδαφος» εκπληρώσεώς της – η θεοκοινωνία ήταν θα λέγαμε προδιαγεγραμμένη.

Κι αυτός ο προσανατολισμός κι αυτή η αγάπη προς τον Θεό δεν ήταν για ένα διάστημα. Απαρχής μέχρι τέλους της ζωής της η Θεοτόκος ήταν ένα «ναι» προς τον Υιό και Θεό της, που σημαίνει ότι ο μακαρισμός Του προς την Παναγία Μάνα Του έβαινε διαρκώς και αυξανόμενος – μία βάτος καιομένη και μη κατακαιομένη ήταν η καρδιά της από τη χάρη του Θεού. Και μαζί μ’ Εκείνον ο μακαρισμός της θα επαναλαμβανόταν από την καρδιά και τα χείλη κάθε πιστού μέλους Του, από τότε έως της συντελείας του αιώνος και επέκεινα. Εν πνεύματι το προφήτεψε και η Ίδια: «Ιδού από του νυν θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές των ανθρώπων». Δεν υπάρχει χριστιανός που να χαρακτηρίζεται έτσι και η στάση του απέναντι στην Παναγία να είναι στάση διαφορετική από ό,τι του Ίδιου του Θεού.

Η επιτατική επιβεβαίωση του μακαρισμού της απλής γυναίκας από τον Κύριο για την Παναγία Μητέρα Του λειτουργεί ως φως κατευθυντήριο και για κάθε πιστό: ξέρουμε πως η ακρόαση και η μελέτη του λόγου του Θεού που καταλήγει σε εφαρμογή και πράξη ζωής φέρνει πλούσια τη χάρη του Θεού – ο Θεός μας επαινεί και αναπαύεται στην καρδιά και όλη την ύπαρξή μας. Και δεν γίνεται διαφορετικά, αφού ο Ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε ότι μέσα στον λόγο Του και τις εντολές Του περικλείεται τελικώς η παντοδύναμη ενέργειά Του. Η Εκκλησία μας επιμένει σε κάθε εορτή της Θεοτόκου, πολύ περισσότερο στη μεγαλύτερη εξ όλων, την Κοίμησή της, να μας υπενθυμίζει την αλήθεια αυτή. Γιατί ενδιαφέρεται όχι απλώς να δοξολογούμε την Παναγία, αλλά να γινόμαστε κι εμείς μικρές Παναγίες, γεγονός που συνιστά τη σπουδαιότερη δοξολόγησή Της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Ο μάρτυς του Χριστού Αγαθόνικος έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού. Συνελήφθη από κάποιον κόμη, που ονομαζόταν Ευτόλμιος. Αυτός απεστάλη από τη Νικομήδεια στην Ποντιακή χώρα από τον βασιλιά, για να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς. Στην πορεία του με πλοίο, κατέλαβε το Εμπόριον, που λεγόταν και Κάρπη. Εκεί βρήκε τον άγιο Ζωτικό μαζί με τους μαθητές του να ομολογούν τον Χριστό, γι’  αυτό και τους κατεδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Έπειτα αφού επέστρεψε στη Νικομήδεια και έμαθε ότι ο καλούμενος Πρίγκιψ πίστεψε στον Χριστό από κάποιον Αγαθόνικο, που απομάκρυνε τους Έλληνες από τα είδωλα και τους οδηγούσε στη χριστιανική πίστη, έστειλε και συνέλαβε και τους δύο. Και τον μεν άγιο Αγαθόνικο τον κτυπά με σφοδρότητα, τον δε Πρίγκιπα μαζί με άλλους δέσμιους χριστιανούς, μαζί και με τον Αγαθόνικο, τους οδηγεί στη Θράκη, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς, με σκοπό να κάνει ο βασιλιάς την εξέτασή τους. Καθώς ήλθε και σ’  ένα χωριό, που ονομαζόταν Ποταμός, σκότωσε τον άγιο Ζήνωνα και τον Θεοπρέπιο και τον Ακίνδυνο, οι οποίοι λόγω των προηγηθέντων βασανιστηρίων, αδυνατούσαν να βαδίζουν. Όταν έφτασε κοντά στη Χαλκηδόνα, σκοτώνει τον άγιο Σεβηριανό, που κήρυττε τον Χριστό με παρρησία. Στο Βυζάντιο, παρουσιάζουν ενώπιόν του τον άγιο Αγαθόνικο, μαζί με τους υπόλοιπους συναιχμαλώτους και τον Πρίγκιπα, και αφού τους έβγαλαν έξω από την πόλη, τους κτυπάνε με σφοδρότητα, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στη Σηλυμβρία, σ’  ένα τόπο που λεγόταν Άμμους, όπου ζούσε ο Μαξιμιανός, κι εκεί έκοψαν την κεφαλή του αγίου Αγαθονίκου και του Πρίγκιπα και των άλλων χριστιανών, όσους ο κόμης έφερε από τη Νικομήδεια, και έτσι κατακοσμήθηκαν όλοι με το στεφάνι του μαρτυρίου».

Ιδιαίτερη θλίψη καταλαμβάνει την ψυχή καθενός ανθρώπου, που δεν έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά του, όταν διαβάζει τα συναξάρια των πρώτων, και όχι μόνο, χριστιανικών αιώνων, σαν το σημερινό, και βλέπει την ευκολία με την οποία οι διώκτες των χριστιανών εξολόθρευαν, και μάλιστα με σκληρά βασανιστήρια,  τους χριστιανούς. Η ανθρώπινη ζωή για τους διώκτες δεν είχε προφανώς καμία αξία, θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι χαίρονταν αυτό το οποίο έκαναν. Και ναι μεν για τους χριστιανούς μάρτυρες το μαρτύριο ήταν η δόξα τους, διότι μετείχαν έτσι στο μαρτύριο του Πρώτου μάρτυρα Κυρίου Ιησού Χριστού, συνεπώς έμπαιναν θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού – γι’  αυτό άλλωστε και τη μνήμη τους την εορτάζουμε τότε που μαρτύρησαν - δεν παύει όμως η ψυχή μας να πονά και να κλαίει για την κατάντια των διωκτών και βασανιστών των μαρτύρων, διότι με τις ενέργειές τους αυτές απεκάλυπταν το έρεβος της ψυχής τους, το μίσος που τους διακατείχε, την επήρεια του Πονηρού πάνω σ’  αυτούς.

Το τραγικό βεβαίως είναι ότι παρόμοιες ενέργειες μίσους κατά των ανθρώπων επισημαίνουμε σε όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη δε και στην «πολιτισμένη» και «προηγμένη» εποχή μας. Θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι μόνον οι χριστιανοί, οι οποίοι δέχτηκαν τη μήνη των διωκτών τους, λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό. Πλήθος ανθρώπων, που είχαν μία άλφα φιλοσοφία ή θρησκεία, ή και μία πολιτική ιδεολογία, διαφορετική από άλλους, υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς, διότι ακριβώς ήθελαν να μείνουν σταθεροί στα δικά τους πιστεύω. Και η θλίψη είναι η ίδια και γι’  αυτούς, γιατί, είπαμε, βλέπει κανείς την κατάντια των ανθρώπων, που όταν χάσουν τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό, χάνουν και την όποια ανθρωπιά τους: δεν υφίσταται πια κανένα ίχνος αγάπης, συνεπώς ο καθένας γίνεται για τον άλλο ένας «λύκος».

«Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται» είχε επισημάνει πολύ εύστοχα ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι, και πράγματι:  Τι είναι εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κάποιον χωρίς Θεό, έστω και «καλό» άνθρωπο, από το να βλάψει τον συνάνθρωπό του, δοθείσης της ευκαιρίας, όταν έχει υποστεί ένα κακό από εκείνον; Και μπορεί ίσως να μην προβεί σε κάποια εχθρική ενέργεια εναντίον του, μπορεί όμως να σκεφτεί εχθρικά μέσα στη σκέψη και την καρδιά του γι’  αυτόν. Η εχθρότητα της ψυχής προς κάποιον άλλον δεν συνιστά κι αυτή κακή «ενέργεια», απλώς άλλου τύπου; Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρίσκεται πάντοτε εν αγάπη, έστω και απέναντι στον εχθρό του, κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χάρη του Θεού, ιδίως με τη δύναμη που παρέχει η προσευχή στον Θεό και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Εν Χριστώ, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος φτάνει στο υπέρ φύσιν και χαρισματικό σημείο αγάπης και προς τον εχθρό.

Ο άγιος Αγαθόνικος σήμερα μας προκαλεί σ’  αυτήν την διπλή επισήμανση. Πρώτον, ο άνθρωπος ο χωρίς Θεό γίνεται χειρότερος και από τα πιο αιμοβόρα θηρία, που σημαίνει ότι μπροστά στην παρουσία ιδίως αγίων ανθρώπων ο άνθρωπος αυτός κυριολεκτικά δαιμονίζεται: προκαλείται να φανερώσει το τι κατοχή δαιμονίων έχει υπάρξει μέσα του και πόσο επικίνδυνος επομένως είναι για τον κόσμο. Δεύτερον, το πιο σημαντικό: ο άνθρωπος του Θεού, με τη δύναμη του Χριστού, ζει τον σταυρό Εκείνου και πεθαίνει με ακακία, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ερίζει, προσευχόμενος υπέρ των διωκτών και των εχθρών του. Ποιο μεγαλύτερο μεγαλείο ανθρώπου μπορεί να υπάρξει από αυτό; Νομίζουμε ότι σπουδαιότερη «απόδειξη» της αλήθειας της χριστιανικής πίστεως από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει: η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει την παρουσία  της ενέργειας του Θεού ως αγάπης στον άνθρωπο. Την αγάπη αυτή ως συμμετοχή στο Πάθος του Χριστού, συνεπώς ως αγάπη και προς τους εχθρούς,  βλέπουμε ότι ζούσε και ο άγιος Αγαθόνικος. Όπως το επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος του: «Ιχνηλατών το πάθος του Χριστού, του βλύσαντος πάσι την απάθειαν πιστοίς, υπέμεινας ονειδισμούς και θλίψεις, Μάρτυς, και θάνατον άδικον, ξίφει την σήν κεφαλήν, αποτμηθείς εν χαρά». Ακολουθώντας τα ίχνη του πάθους του Χριστού, από τον Οποίο ανέβλυσε για όλους τους πιστούς η απάθεια, υπέμεινες και σύ, Μάρτυς, με χαρά ονειδισμούς και θλίψεις και άδικο θάνατο, καθώς σου κόψανε με ξίφος το κεφάλι. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ

«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών. Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις ημέρες  Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του, οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».

Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως δεύτερο καθαρό  φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’  ένα λόγο, ως «αυτόπτης και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι  δεν υπάρχει σημαντικότερο στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη:  οι απόστολοι δεν είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.

Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’  επαφή με τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε, προκειμένου να  θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο φρικτά από μαύρη λέπρα σ’  όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί, κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου, λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε χριστιανό τον Αύγαρο.

Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου  από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν  στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε.

Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’  εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’  αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος.  Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΣΑΜΟΥΗΛ

«Ο άγιος Σαμουήλ καταγόταν από την Αρμαθαί Σιφά, από το όρος Εφραίμ, από τη φυλή Λευί, και ήταν γιος του Ελκανά και της Άννας. Ο Ελκανά είχε δύο γυναίκες, την Άννα και την Φαινάννα. Και η μεν Φαινάννα είχε παιδιά, ενώ η Άννα δεν είχε. Ανέβηκε λοιπόν κάποια φορά ο Ελκανά στο ιερό της Σηλώμ να προσκυνήσει τον Θεό μαζί με την Άννα, κι εκεί ήταν ο Ηλεί και οι δύο του γιοι, ο Οφνεί και ο Φινεές, που ήταν όλοι ιερείς του Θεού. Ο δε Κύριος απέκλεισε τη μήτρα της Άννας, ώστε να μην μπορεί να τεκνοποιήσει, και γι’  αυτό την στενοχωρούσε η αντίζηλός της Φαινάννα. Η Άννα προσευχήθηκε στον Κύριο, ο Οποίος την θυμήθηκε, και γέννησε γιο, τον Σαμουήλ, τον οποίο αφιέρωσε στον Θεό. Κι ο Σαμουήλ αυξήθηκε και μεγάλωσε στην ηλικία κι έγινε λειτουργός του Κυρίου, αναδείχθηκε δε σε μεγάλο Προφήτη. Ο Ηλεί από την άλλη, και οι γιοι του, επειδή εξόργιζαν τον Θεό με την έλλειψη σεβασμού προς Εκείνον, έχασαν τη ζωή τους. Υπήρξε και κριτής ο Σαμουήλ, που δίκαζε όλες τις ημέρες του, και δώρα δεν έλαβε. Ήταν εκείνος που έχρισε κατ’  εντολή του Θεού τον Δαυίδ ως βασιλέα, κι αφού έφτασε σε βαθιά γεράματα, πλήρης ετών, απέθανε. Έζησε χίλια τριάντα πέντε χρόνια προ Χριστού και υπήρξε προφήτης για σαράντα χρόνια».

Η Σάρρα του Αβραάμ δεν είχε παιδιά, και μετά από πολλή προσευχή γεννά τον Ισαάκ, που αναδείχθηκε σε μεγάλο Πατριάρχη του Ισραήλ και προτύπωση (προφητεία χωρίς λόγια δηλαδή) του Κυρίου Ιησού Χριστού. Πολύ αργότερα, η Άννα του Ιωακείμ, είναι στείρα και μετά από προσευχητική προσμονή ετών γεννά την Μαριάμ, την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Η Ελισάβετ, ακόμη πιο ύστερα, λόγω και πάλι στειρότητας, δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, ενώ μετά ιδιαίτερη προσευχή γεννά τον Ιωάννη, τον Πρόδρομο του Κυρίου, τον μεγαλύτερο από όλους τους προφήτες, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου. Η Άννα του Ελκανά, στην προκείμενη εορτή της ημέρας,  κι αυτή δεν μπορεί να γεννήσει, και μετά από θερμή και επίμονη προσευχή, γεννά τον Σαμουήλ, ο οποίος αναδεικνύεται προφήτης του Θεού και κριτής του Ισραήλ.

Έτσι διαπιστώνει κανείς μέσα από την ιερή Ιστορία ότι συχνά ο Θεός, προκειμένου να έρθουν στον κόσμο κατεξοχήν χαρισματούχα πρόσωπα, πρόσωπα δηλαδή που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο σχέδιό Του για τη σωτηρία του κόσμου, «αποκλείει» τη μήτρα της μητέρας τους για κάποιο διάστημα, ώστε αυτό που θα γεννηθεί να είναι καρπός μεγάλης και θερμής προσευχής. Με άλλα λόγια, ο Θεός φαίνεται ότι θέλει εξαρχής, για τα πρόσωπα αυτά, να δηλώνει τη θαυμαστή παρουσία τους στον κόσμο - δεν είναι δυνατόν αυτοί που θα Τον φανερώνουν να μην είναι «σφραγισμένοι» δικοί Του. Κι από την άλλη μπορεί κανείς κατ’ επέκταση να διακινδυνεύσει μία γενικότερη επισήμανση: μία περίοδος στειρότητας, από πλευράς πολιτισμικής, κοινωνικής προσφοράς, εργασιακής, προσωπικής ανάπτυξης, πνευματικής ακόμη, μπορεί να θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως έλλειμματική και κενή, ίσως όμως αποτελεί τη δημιουργική προεργασία, προκειμένου να αναφανούν ελλάμψεις φωτός και καταστάσεις όντως αληθινής προκοπής. Δεν είναι τυχαίο ότι συνεπικουρεί τη διακινδύνευση της κρίσεως αυτής η διαπιστωμένη από την εμπειρία κοινωνιολογική παρατήρηση ότι λειτουργεί πολλές φορές η «θεωρία του εκκρεμούς». Δηλαδή ο κόσμος πορεύεται πολύ συχνά σαν την κίνηση που κάνει ένα εκκρεμές. Εκεί που έχει γίνει η μία κίνηση ανόδου, συνεπώς η άλλη πλευρά παρουσιάζει «κενό», στη συνέχεια το «κενό» γεμίζει, διότι έχει αρχίσει η αντίστροφη κίνηση.

Ο άγιος Σαμουήλ λοιπόν, για να επανέλθουμε στην εορτή του, απαρχής αναδεικνύεται προφήτης και κριτής. Είναι «ο προ συλλήψεως δοθείς, δοτός Θεώ τω Υψίστω, υπό μητρός πανευκλεούς», κατά τον υμνογράφο, δηλαδή: και πριν ακόμη από τη σύλληψή του, δόθηκε από την ένδοξη μητέρα του ως προσφορά στον Θεό τον Ύψιστο, γι’ αυτό και χαριτώθηκε με το χάρισμα του «βλέποντος τα μέλλοντα» - «ο βλέπων» είναι μία από τις κύριες προσωνυμίες του. Με τον προφήτη Σαμουήλ όμως  διαπιστώνεται για μία ακόμη φορά και κάτι πολύ σημαντικό: δεν αρκεί κανείς να έχει το εκ Θεού χρίσμα απαρχής, χωρίς να αγωνίζεται καθημερινά να το επιβεβαιώνει στη ζωή του. Με άλλα λόγια, ο Θεός δίνει τη χάρη Του, αλλά αν ο άνθρωπος δεν καταθέτει και τη δική του θέληση προς αύξηση της χάρης αυτής, ο ίδιος ο Θεός την αποσύρει. Ο υμνογράφος αποκαλύπτει με φωτισμό Θεού την πνευματική διεργασία που επιτελούσε ο άγιος μέσα του: «πάσαν ύλην εκκενώσας, ένδοξε, του σου νοός, έσοπτρον του Πνεύματος εδείχθης». Ο Σαμουήλ είχε τη χάρη του Θεού, αλλά ταυτοχρόνως αγωνιζόμενος να απομακρύνει κάθε μη εκ Θεού υλικό από το νου του, κάθε λογισμό πονηρό δηλαδή, ανεδείχθη έσοπτρο του αγίου Πνεύματος.

Η μνήμη του αγίου Σαμουήλ αποτελεί μεγάλη παρηγοριά όχι μόνο για τις άτεκνες γυναίκες, αλλά και για όλους τους χριστιανούς, ιδίως, όπως είπαμε, την περίοδο της πνευματικής μας ξηρασίας. Όπως ο Θεός «διήνοιξε την μήτραν» της μητέρας του Άννας, το ίδιο μπορεί να κάνει πάντοτε και σε οποιαδήποτε γυναίκα. Κι αντιστοίχως: η πνευματική ξηρασία λόγω στειρότητας αρετών, μπορεί διαμιάς να μεταβληθεί σε πνευματική δροσιά. Αρκεί να επιμένουμε στην προσευχή και να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Κύριο. «Την στείραν μου ψυχήν, αρετών ευτεκνίαν, εκλβαστάνειν σαις ευχαίς, αξίωσον σοφέ, στειρευούσης το βλάστημα». Αξίωσε, σοφέ Σαμουήλ, με τις ευχές σου στον Κύριο, συ που είσαι το βλάστημα της στείρας, να βλαστάνει η στείρα μου ψυχή την ευτεκνία των αρετών.