Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

«Ο όσιος Μάξιμος έζησε κατά τους χρόνους του δυσσεβή Κώνστα, απόγονου του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Δέχτηκε τις μέγιστες τιμές από τους πρώην βασιλείς, και επειδή ήταν ικανός, με τους λόγους, τους τρόπους του και τη σύνεση λόγω της μακροχρόνιας θητείας του, να προτείνει τι πρέπει να πράττουν αυτοί στα πολιτικά διοικητικά θέματα, προβιβάστηκε στο αξίωμα του πρωτοασηκρήτη  και έγινε κοινωνός της σκέψης των βασιλέων. Όταν όμως η πονηρή και έκφυλη γνώμη των μονοθελητών ως προς τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας, δηλαδή ότι ο Χριστός έχει μία μόνο θεϊκή θέληση,  άρχισε να επικρατεί κατά ανόητο και δυσσεβή τρόπο, και οι μονοθελητές, όσον εξηρτάτο από αυτούς, διέγραφαν τη μία από τις δύο φύσεις του Χριστού, και μάλιστα όταν άρχισαν να γίνονται γνωστά  στον κόσμο διατάγματα, που ενίσχυαν την κακοδοξία και προβάλλονταν στη Μεγάλη Εκκλησία, δεν άντεξε ο όσιος να ασεβεί κι αυτός με τους ασεβείς έχοντας κοινωνία μαζί τους, γι’ αυτό και άφησε τις κοσμικές εξουσίες και προτίμησε να βρίσκεται μάλλον στον οίκο του Θεού παρά να κατοικεί στα σκηνώματα των αμαρτωλών. Πήγε λοιπόν και έμεινε στο Μοναστήρι της Χρυσούπολης και έγινε μοναχός, οπότε εκεί έγινε ύστερα και καθηγητής. Αργότερα, σαν να άναψε από θείο ζήλο, πήγε στην πρεσβυτέρα Ρώμη και έπεισε τον μακαριότατο πάπα Μαρτίνο να συγκαλέσει τοπική Σύνοδο και να αναθεματίσει τους αρχηγούς του δυσσεβούς δόγματος αυτών που είχαν παραφρονήσει πάνω στη μία θέληση του Χριστού. Έγραψε όμως και λόγους και συνέθεσε επιστολές που βεβαίωναν την ακρίβεια της ορθόδοξης πίστης με λογικές και από την αγία Γραφή αποδείξεις, προς έλεγχο αυτών που φρονούσαν αιρετικά, οπότε και τις απέστειλε παντού σε όλη την οικουμένη.

Όταν γύρισε από τη Ρώμη με τους δύο Αναστασίους τους μαθητές του, η Σύγκλητος που ομοδοξούσε με την αίρεση του βασιλιά, του ανέθεσε ευθύνες. Κι ενώ όλοι υπάκουαν στον βασιλιά, αυτός μόνος αντιστέκεται και κινεί σε αποστασία και τους άλλους, πείθοντάς τους με τις επιστολές του να φρονούν αντίθετα προς την αίρεση. Γι’ αυτόν τον λόγο στέλνεται με φρουρά κατά τη Θράκη. Και επειδή επέμενε στην ορθόδοξη πίστη, του έκοψαν το χέρι και τη γλώσσα. Και από εκεί στέλνεται σε εξορία κατά τη Λαζική. Εκεί έζησε επί τρία χρόνια, φροντίζοντας ο ίδιος τα αναγκαία για τη ζωή του, οπότε πλήρης ημερών κι αφού ασθένησε λίγο, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Το σώμα του κατατέθηκε στη Μονή του αγίου Αρσενίου, στη χώρα εκείνη των Λαζών, επιτελώντας καθημερινά πολλά θαύματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την εκτομή της γλώσσας του αποκαταστάθηκε αυτή κατά παράδοξο τρόπο από τον Θεό και ότι διακήρυσσε πάλι την πίστη του, όσο βρισκόταν εν ζωή. Από τους δύο μαθητές του, ο μεν πρεσβύτερος Αναστάσιος, αφού του έκοψαν το χέρι ίδια με τον δάσκαλό του, τον εξόρισαν μακριά, ενώ ο νεώτερος Αναστάσιος, αφού στάλθηκε σε κάποιο από τα φρούρια της Θράκης, πέθανε εκεί».

Η μνήμη του οσίου Μαξίμου του ομολογητού, του «παμμάκαρος και παμμεγίστου»,  αποτελεί για την Εκκλησία μας το αιώνιο κήρυγμα και του αίματός του που χύθηκε για χάρη της πίστεως και των θεοπνεύστων διδασκαλιών του. Η Εκκλησία μας δηλαδή έχει τον εορταζόμενο όσιο όχι ως ένα παρελθόν, έστω και δοξασμένο, αλλά ως ένα διαρκές παρόν της, αφού και το αίμα του (όπως και των άλλων μαρτύρων βεβαίως και διδασκάλων της Εκκλησίας) έθρεψε την Εκκλησία και οι διδασκαλίες του κράτησαν ανόθευτα την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των αγίων Αποστόλων και των μετέπειτα Πατέρων. Και μάλιστα τα δύο αυτά: το αίμα του και οι διδασκαλίες του ήταν άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, δηλαδή το αίμα του ήταν η επιβεβαίωση των ορθών διδαγμάτων του. Δεν είναι μία δική μας απλώς γνώμη για τον όσιο Μάξιμο. Είναι η κοινή πίστη της Εκκλησίας μας, εκφρασμένη διά στόματος του επίσης μεγάλου Πατέρα και ποιητή αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Στον κανόνα του για τον όσιο, για παράδειγμα, ο άγιος υμνογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Μέχρι σήμερα και σε όλες τους αιώνες, παμμακάριστε και παμμέγιστε Μάξιμε, το σαν του Άβελ χυμένο αίμα σου κηρύσσει στην Εκκλησία του Χριστού, με κραυγαλέα φωνή, τις θεόπνευστες διδασκαλίες σου».

Δεν έχει σημασία που ο άγιος Μάξιμος δεν έφυγε από τη ζωή αυτή μέσα από το μαρτύριο του αίματος. Έπαθε, βασανίστηκε, πληγώθηκε για την πίστη του, εξ ου και ομολογητής χαρακτηρίζεται, αλλά για την Εκκλησία μας δεν παύει να είναι και μάρτυρας όχι μόνο της συνειδήσεως αλλά και του αίματος. Όχι μόνον ο προαναφερθείς ύμνος, αλλά πολύ πιο καθαρά άλλοι ύμνοι τονίζουν τη διάσταση αυτή: «Ο μέγιστος Μάξιμος αναδείχθηκε εντελώς αληθινά και κήρυκας και μάρτυρας δι’ αίματος της ευσεβούς πίστεως του Χριστού». Και δεν πρέπει να μας παραξενεύει η παραπάνω θέση, ότι δηλαδή και το δικό του αίμα έθρεψε την Εκκλησία, διότι είναι γνωστό ότι η Εκκλησία μας, ιδρυμένη από τον Χριστό, τον πρώτο μάρτυρα, τράφηκε και τρέφεται από το αίμα πρώτιστα Εκείνου, αλλά και από τα αίματα των αγίων και εξαίρετων μελών Του, των αγίων μαρτύρων Του.

 Ας δούμε πόσο ωραία, με τη λιτή και θεόπνευστη γραφίδα του, μας το τονίζει το άγιος Δαμασκηνός στον κανόνα του: «Με τη ροή του αίματός σου ποτίστηκε η Εκκλησία του Χριστού». Για να συνεχίσει: «Γι’ αυτό και άνθισε το παραδεδομένο από τους Πατέρες δόγμα του θείου σπόρου σου, όσιε». Αν η γη που ποτίστηκε από τα αίματα ηρώων, προκειμένου να διαφυλάξουν την πατρίδα τους, απαιτεί την ελευθερία της και δεν ησυχάζει μέχρι να εκπληρωθεί τούτο – που σημαίνει ότι κάποια στιγμή τέτοια ματωμένα χώματα θα βρουν τη λευτεριά τους («την οργή των νεκρών να φοβάστε» λέει ο ποιητής) – πόσο περισσότερο τούτο ισχύει για την ίδια την Εκκλησία μας, το ζωντανό σώμα του Χριστού, που κυριολεκτικά ζει και τρέφεται από το αίμα του αρχηγού της, όπως είπαμε,  και των πιστών της; «Πύλαι γαρ Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής»!

Εκείνο όμως που ιδιαιτέρως προβάλλει η υμνολογία του οσίου σήμερα είναι όντως οι θεόπνευστες διδασκαλίες του οσίου. Αντιμετώπισε την αίρεση των μονοθελητών, των αρνουμένων δηλαδή τη διπλή θέληση του Κυρίου, ως Θεού και ανθρώπου, άρα των προεκτεινόντων τη χριστολογική αίρεση των μονοφυσιτών. Στην πραγματικότητα ο αρνούμενος ότι ο Κύριος έχει θεία και ανθρώπινη θέληση, όπως θεία και ανθρώπινη ενέργεια, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησής Του. Και ποιος είναι ο αρνούμενος την εν σαρκί φανέρωση του Θεού, ει μη «ο μη έχων τον Πατέρα ουδέ τον Υιόν»; Γι’ αυτό και ο άγιος Δαμασκηνός επανειλημμένως και με πλήρη γνώση αναφέρεται σ’ αυτήν τη διδασκαλία του: «Είπες ότι είναι μία η φύση της αγίας Τριάδος, μία η θέλησή Της, μία η ενέργειά Της. Αλλά κήρυξες τις δύο φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη δηλαδή, του σαρκωθέντος Θεού, του Χριστού, τις δύο θελήσεις και ενέργειές Του». «Κατέχοντας, Πάτερ, τους θεϊκούς λόγους σου σαν στήλη ορθοδοξίας, σεβόμαστε τον Έναν της Τριάδος, τον Χριστό, με δύο τις ουσίες και τις θελήσεις».

Και γιατί τόσο αγώνας, αιματηρός μάλιστα, για κάποιους φθόγγους; Γιατί το δύο αντί το μία; Διότι, όπως είπαμε, και μία λέξη ή ένας φθόγγος μπορεί να σημάνει πλήρη αλλοίωση της αλήθειας περί Θεού και Χριστού. Ο αγώνας της Εκκλησίας δεν έγκειται στις λέξεις αλλά στα πράγματα, στην αλήθεια. Και η αλήθεια δηλώνεται με λέξεις. Δεν είμαστε οπαδοί λέξεων οι χριστιανοί επομένως, αλλά «ερασταί της αληθείας», δηλαδή «ερασταί του Χριστού». Αυτόν θέλουμε, Αυτόν επιζητούμε, συνεπώς μία αλλοιωμένη διά λέξεων εικόνα Του, μας κάνει να χάνουμε την κοινωνία μαζί Του, που είναι και το διαρκώς ζητούμενο. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε με αλλοιωμένη πίστη να δοξάζουμε ορθά τον Χριστό και Θεό μας. Αυτό έχει υπόψη του και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Μας καλεί στο κοντάκιό του «να εγκωμιάσουμε -  φωνάζοντας: χαίρε κήρυκα της πίστεως - τον εραστή της αγίας Τριάδος και Μέγα Μάξιμο, γιατί αυτός μας δίδαξε με τρανό τρόπο  την ένθεη πίστη, προκειμένου να δοξάζουμε τον Χριστό με δύο φύσεις και δύο ενέργειες και θελήσεις», δηλαδή δεν θα είχαμε ορθή δοξολογία του Χριστού, αν δεν είχαμε αυτήν τη συγκεκριμένη πίστη. Θα επρόκειτο για κάποιο είδωλο του νου μας, με το όνομα απλώς του Χριστού – ό,τι προσφέρουν τελικώς οι αιρετικοί. «Τον της Τριάδος εραστήν και Μέγαν Μάξιμον, τον εκδιδάξαντα τρανώς πίστιν την ένθεον, του δοξάζειν τον Χριστόν, φύσεσιν εν δύω, ενεργείαις τε διτταίς ως και θελήσεσιν, επαξίως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, ανακράζοντες: Χαίρε κήρυξ της πίστεως».

Και ως εκ περισσού ας σημειώσουμε και το αυτονόητο, που επισημαίνει όμως και πάλι ο άγιος υμνογράφος: ο όσιος Μάξιμος δεν δίδαξε «το πατροπαράδοτον θείον δόγμα» στηριγμένος στις νοητικές του δυνάμεις ή σε περισπούδαστες ίσως μελέτες του. Χωρίς να αποκλείονται και αυτές, εκείνο που αποτέλεσε πρώτιστα στήριγμα και δύναμή του ήταν η καθαρή από τα πάθη καρδιά του. Πάλεψε να κρατήσει μακριά από την ψυχή του ό,τι εμπαθές την βρόμιζε, οπότε σαν καθαρό κάτοπτρο η ψυχή του αντιφέγγισε τις ακτίνες της Θεότητας, τις οποίες και εξέφρασε ως φως, όταν δημιουργήθηκε η κρίση στην Εκκλησία από τους δαιμονοκίνητους αιρετικούς.  Μόνον όποιος έχει καθαρή την καρδιά μπορεί και να δει τον Θεό σωστά, κατά τον λόγο του Κυρίου («μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»), αυτό συνέβη και με τον όσιο Μάξιμο. «Αποξενώθηκες από κάθε θανατηφόρα ηδονή, μακάριε, και έκανες ολόκληρο τον εαυτό σου καθαρό θεϊκό καθρέπτη».

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο όσιος Πατέρας μας και μέγας Ευθύμιος ζούσε επί της βασιλείας του Γρατιανού, στη Μελιτηνή τη Μητρόπολη της Αρμενίας και γεννήθηκε από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, τον Παύλο και τη Διονυσία, όπως και ο μέγας Ιωάννης Πρόδρομος, δηλαδή από στείρα και άκαρπη γαστέρα. Γι’ αυτό και πήρε την ονομασία του «Ευθύμιος» κατά την υπόσχεση του Θεού, όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε να ευθυμούν οι γονείς του, οι οποίοι παρακαλούσαν να δώσει ο Θεός να κάνουν παιδί. Αυτός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οδηγείται από τη μητέρα του στον Ευτρώιο, τον μεγάλο επίσκοπο της Μελιτηνής, και συγκαταλέγεται από αυτόν στην τάξη των κληρικών. Επειδή έδειξε μεγάλη πρόοδο στα ιερά γράμματα και ξεπέρασε όλους τους ομοίους του κατά την άσκηση και τις επιδόσεις στην αρετή, αναγκάζεται να λάβει τη χειροτονία του πρεσβυτέρου και να δεχτεί τη φροντίδα των ιερών ασκητηρίων και μοναστηρίων.

Κατά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, φτάνει στα Ιεροσόλυμα και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο σε κάποιο από τα σπήλαια ενός όρους, όπου απάλλαξε πολλούς από βαριές αρρώστιες. Λέγεται μάλιστα ότι και αυτός, εν ονόματι του Κυρίου, από πολύ λίγους και μικρούς άρτους, έθρεψε τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν καθ’ οδόν προς τη μονή για να τον συναντήσουν. Όχι μόνο δε ο ίδιος γεννήθηκε με τη δύναμη του Θεού κι έλυσε τη στείρωση της μητέρας του, αλλά και άλλες άτεκνες γυναίκες, με την προσευχή του τις έκανε εύτεκνες και γόνιμες. Και όπως ο μέγας προφήτης Ηλίας, και αυτός άνοιξε τις θύρες του ουρανού και θεράπευσε τη γη, που νοσούσε από την ακαρπία. Φανέρωσε δε την εσωτερική λαμπρότητα του οσίου και ο στύλος του πυρός, τον οποίο αυτοί που παρευρίσκονταν είδαν ότι κατήλθε από τον ουρανό, όταν αυτός ιερουργούσε την αναίμακτη θυσία, και βρισκόταν μαζί με τον όσιο, μέχρι ότου τελείωσε ο καιρός της θυσίας. Σημάδι μάλιστα  της τέλειας ασφαλώς καθαρότητας της καρδιάς του και της αγνότητάς του είναι το γεγονός ότι έβλεπε ο όσιος νοερά τις διαθέσεις εκείνων που προσέρχονταν να μετάσχουν στη θεία κοινωνία, ποιος δηλαδή από αυτούς προσέρχεται με καθαρή συνείδηση και ποιος με βρόμικη. Ο μακάριος αυτός όταν έγινε ενενήντα επτά ετών, εξεδήμησε προς τον Κύριο, επί της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.

Ο όσιος Ευθύμιος ήταν ευπρεπής στην όψη, απλός στους τρόπους του, λευκός στο χρώμα, καλοστεκούμενος και σεμνός στο μέγεθος, με άσπρες τρίχες, με γενειάδα που έφτανε μέχρι τους μηρούς. Λέγεται ακόμη περί αυτού ότι όταν επρόκειτο κάποιος μοναχός να φύγει από τη ζωή, ο οποίος νομιζόταν από τους πολλούς σώφρων και εγκρατής, αλλά δεν ήταν, αντιθέτως μάλιστα: ήταν ακόλαστος, ο μακάριος Ευθύμιος έβλεπε άγγελο να αποσπά την ψυχή του με τρίαινα, κι ότι άκουσε φωνή, η οποία φανέρωνε τις κρυφές ντροπές του μοναχού.  Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Το πρώτο που προβάλλει η υμνογραφία του οσίου Ευθυμίου του μεγάλου – συντεθειμένη από δύο μεγίστους υμνογράφους: τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον όσιο Θεοφάνη – είναι  ο παραλληλισμός του με τους προφήτες Ιερεμία, Σαμουήλ και άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και τούτο διότι και αυτοί, όπως και ο όσιος, υπήρξαν καρποί προσευχής και ηγιασμένοι εκ κοιλίας μητρός τους. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλησε να φανερωθεί με τον τρόπο αυτό η ιδιαίτερη χάρη που είχαν όλοι τους και η σωτήρια για πολλούς ανθρώπους παρουσία τους, με την καθοδήγηση που παρείχαν προς εύρεση του Θεού. Όπως σημειώνει κι ένας ύμνος του οσίου:  «καρπός στειρώσεως ο ίδιος, φάνηκες πολύγονος, διότι από το πνευματικό σου σπέρμα γέμισε από μοναχούς  η πριν αδιάβατη έρημος». «Από τη μήτρα της μητέρας σου σε καθαγίασε ο Θεός, πάτερ όσιε, όπως παλιά τον Ιερεμία και τον Σαμουήλ, θεοφόρε». «Όπως παλιά για τον Πρόδρομο που γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, έτσι και θείος άγγελος ανάγγειλε και τη δική σου γέννα, από στείρα μήτρα».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα  αυτού («έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα»), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλου είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε»).

Αν θέλει κανείς με μία φράση να χαρακτηρίσει τη ζωή του αγίου Ευθυμίου, θα έλεγε αυτό που ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: «Πάτερ Ευθύμιε, ο σος βίος ανυπέρβλητος, η πίστις όντως ορθόδοξος» - η ζωή σου αξεπέραστη, η πίστη σου αληθινά ορθόδοξη. Ορθόδοξη πίστη, αγιασμένη στο έπακρο ζωή, ορθοδοξία και ορθοπραξία: να ο κανόνας ζωής για κάθε πιστό, για κάθε, καλύτερα, άνθρωπο που αποφάσισε να λατρεύει τον Θεό κατά τρόπο τέλειο. «Ο ισάγγελος βίος σου έγινε κανόνας αρετής και ακριβέστατος χαρακτήρας για εκείνους που διάλεξαν να λατρεύουν τον Θεό με τελειότητα». Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που ο υμνογράφος μας άγιος Θεοφάνης τον παραλληλίζει μεταξύ άλλων και με τον προφήτη Μωυσή: όπως εκείνος με τη ράβδο την εκ Θεού έσχισε την ερυθρά θάλασσα προκειμένου να διέλθουν οι Ισραηλίτες προς τη γη της επαγγελίας, το ίδιο και ο όσιος: έγινε μιμητής της αρετής εκείνου και προκάλεσε ρήγμα στη θάλασσα των παθών, οπότε και διάβηκε χωρίς εμπόδια στη γη της επαγγελίας, τη βασιλεία του Θεού.

Οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η όντως ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την πηγή της Ζωής, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το να ντυθείς την ταπείνωση,  μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη».

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΜΟΛΙΣ ΜΠΗΚΕ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ"


Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί προτροπή του μεγάλου συγχρόνου αγίου Λουκά του ιατρού, αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, του ομολογητού. Στην πραγματικότητα όμως η πηγή του λόγου του αγίου Λουκά βρίσκεται στον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκείνος είπε: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τον λόγο μου και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει και θα έρθουμε προς αυτόν και θα κάνουμε μοναστήρι την καρδιά του»…Η χαρισματική αυτή πραγματικότητα της ύπαρξής μας διήκει μέσα από όλα τα κείμενα του βιβλίου. Είτε ως ιστορίες πιο ανάλαφρα είτε ως σχολιασμοί λόγων αγίων Πατέρων πιο βαθιά και «βαριά» θα έλεγε κανείς, αυτό έχει ως υπόβαθρο: ότι είμαστε μέλη του Χριστού ως μέλη της Εκκλησίας και συνεπώς είμαστε κατοικητήρια του Θεού που καλούμαστε αδιάκοπα να επιβεβαιώνουμε την υπέρ φύσιν αυτήν αλήθεια κάθε στιγμή της ζωής μας. Με τα ίδια τα λόγια του αγίου Λουκά: «Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι. Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία, θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυστα προσευχές. Ο Θεός είναι δίπλα σου» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σελίδες 225 (Διαστ.: 20Χ14). Σε όλα τα χριστιανικά και κεντρικά βιβλιοπωλεία.

ΟΛΟΣ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΑΤΙΑ!

«Η ψυχή που αξιώθηκε να ενωθεί πνευματικά με το φως του Χριστού και φωτίστηκε από την ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του, αφού την ετοίμασε για τον εαυτό του για θρόνο και κατοικία, γίνεται ολόκληρη φως και ολόκληρη πρόσωπο και ολόκληρη μάτι∙ και δεν υπάρχει κανένα μέρος αυτής της ψυχής που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός, δηλαδή κανένα μέρος της δεν είναι σκοτεινό, αλλ’  ολόκληρη αφού έγινε φως και πνεύμα και όλη αφού γέμισε μάτια, δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να χαρακτηρίζεται κάτω ή πίσω, αλλά από παντού είναι πρόσωπο, διότι έχει έρθει και έχει καθίσει πάνω σ’ αυτήν η απερίγραπτη ηθική ωραιότητα της δόξας του φωτός του Χριστού» (Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ομιλία α΄).

Δεν είναι μόνον ο Χριστός το Φως του κόσμου, κατά την αποκάλυψη του Ίδιου. Φως γίνεται και κάθε άνθρωπος, ως δεύτερο φως, όταν ενωθεί με την πηγή του, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το είπε απερίφραστα: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής». Ακολουθείς δηλαδή το Φως; Γίνεσαι και εσύ φως που το νιώθεις στην ύπαρξή σου ως την ίδια τη ζωή. Διότι Φως και Ζωή είναι ένα και το αυτό - ο Κύριος. «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμι η Ζωή και η Ανάστασις». Οπότε, αφότου ο Κύριος εισήλθε στον κόσμο και ως άνθρωπος, «τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε, η γη και τα καταχθόνια». Εν Χριστώ το μόνο που υφίσταται είναι το φως – το τρισήλιον φως της άκτιστης Θεότητας. «Φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως και το άγιον Πνεύμα».

Και πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το φως του Χριστού που γίνεται φως και των ανθρώπων και λάμπει σε όλη τη δημιουργία, είναι η άκτιστη ενέργειά Του, ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού στην πραγματικότητα αφού είναι κοινή η ενέργεια στη Θεότητα – αλλιώς φως και δόξα και ζωή - που θα πει ότι είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού» κατά την όραση του προφήτη Ησαῒου, χωρίς να υπάρχει σύγχυση με τη φύση ή την ουσία του Θεού – δεν υπάρχει κανένας πανθεϊσμός στη χριστιανική πίστη. Λοιπόν, «εν τω Χριστώ τω Θεώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» και η πανταχού παρουσία Του και η ενέργειά Του αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα μεταδίδοντάς τους τη ζωή και την αγάπη Του – ζωή και φως και οτιδήποτε άλλο δεν υφίσταται εκτός του Θεού∙ χωρίς Αυτόν τα πάντα είναι ανύπαρκτα, είναι κυριολεκτικά ένα «μηδέν». «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». «Ότι παρά Σοί πηγή ζωής, εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».

Κι ακόμη πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μιλώντας ο όσιος Μακάριος  για το φως του Χριστού που το δέχεται ο άνθρωπος δεν εννοεί εκείνη την ενέργεια του Θεού που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, κατά τον άγιο Ιωάννη τον θεολόγο: «ο Χριστός ήταν το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» - κάθε άνθρωπος οπουδήποτε στον κόσμο εφόσον έρχεται στην ύπαρξη είναι «σφραγισμένος» από τον Δημιουργό Χριστό. Αυτό είναι πράγματι φως Χριστού που αντανακλά την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργία του ανθρώπου, που όμως πρέπει, μετά την πτώση του στην αμαρτία, να αυξηθεί δραστικά με την πίστη στον Χριστό για να φτάσει να γίνει σωτηριώδες φως για την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ναι μεν κάθε άνθρωπος έχει φως Χριστού, διότι δεν υφίσταται ζωή χωρίς Εκείνον, όμως δεν είναι το φως της θεοποιού ενέργειάς Του ώστε να μπορεί να έχει μία ζωντανή αληθινή σχέση μαζί Του. Για να υπάρξει αυτό το σωτηριώδες φως απαιτείται η πίστη σ’ Εκείνον διά της εντάξεως στο σώμα Του με το βάπτισμα και την εν γένει εκκλησιαστική ζωή. Έτσι ο χριστιανός μόνο μπορεί ως μέλος πια Χριστού να δει Θεού πρόσωπο και να είναι φωτισμένος από την «ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του».

Φως λοιπόν ο Χριστός, φως δεύτερο και ο κάθε εν επιγνώσει χριστιανός, ο οποίος ζει στην ύπαρξή του, την ψυχή και το σώμα του, το φως αυτό με τέτοιον τρόπο, που γίνεται, κατά τον λόγο του οσίου Μακαρίου, «όλος πρόσωπο και όλος μάτια» χωρίς να υφίσταται σ’ αυτόν οτιδήποτε σκοτεινό. Κι είναι ευνόητο ότι ο μέγας όσιος αναφέρεται στον «τέλειο» χριστιανό, εκείνον που με τη διαρκή πνευματική του άσκηση έχει φτάσει στο σημείο της πλήρους, κατ’ άνθρωπο, ψυχικής καθαρότητας, ζει δηλαδή αυτό που ο Κύριος μακάρισε: «μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό». Πώς το λέει με τον δικό του τρόπο  ο άγιος; Ο πιστός γίνεται φωτισμένος όταν «έχει ετοιμάσει την ψυχή του για θρόνο και κατοικία του Χριστού». Η ετοιμασία της ψυχής ως κάθαρσή της από οποιαδήποτε κηλίδα που εμποδίζει την ανάκλαση του φωτός του Χριστού είναι ο αγώνας της για τήρηση των αγίων εντολών Εκείνου. Όσο προσανατολίζεται κανείς και στρέφει την ύπαρξή του στον λόγο του Χριστού κάνοντάς τον πράξη, τόσο και καθαρίζει το κάτοπτρο της ψυχής για να αστράψει μέσα της το φως και η δόξα του Κυρίου της.

Από την άποψη αυτή όλα τα ψυχολογικά και λοιπά προβλήματα του ανθρώπου εξαφανίζονται. Διότι όλα αυτά πηγή έχουν τη σκοτεινιά της ψυχής από την ύπαρξη και τη λειτουργία των παθών μέσα της. Η έλλειψη του φωτός του Χριστού στον άνθρωπο προκαλεί όλες τις δυσλειτουργίες σ’ αυτόν, γι’ αυτό και είναι μονόδρομος η απόκτηση της ψυχικής υγείας του και η πλήρης αποθεραπεία του: η στροφή προς τον Χριστό. Απλώς τούτο γίνεται σταδιακά, σιγά σιγά, στον βαθμό που ο πιστός εφαρμόζει στη ζωή του, όπως είπαμε, το θέλημα του Θεού. Κι είμαστε ευγνώμονες στον μεγάλο Μακάριο, γιατί με τον εμπνευσμένο λόγο του δίνει το στίγμα της πορείας μας, υποδεικνύοντάς μας την τελειότητα: την ολοφώτεινη εν Χριστώ ύπαρξή μας, τη γεμάτη μάτια από το φως και το πνεύμα Χριστού – ο χριστιανός, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

«Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γεννήθηκε το 301 σε κάποιο χωριό της Άνω Αιγύπτου και έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 - 395). Σε ηλικία 30 χρόνων αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας και στη Συρία, όπου παρέμεινε για εξήντα ολόκληρα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για τον ασκητικό του βίο και τις άλλες θαυμαστές αρετές του. Επειδή, παρά το νεαρό της ηλικίας του, πρόκοβε στις αρετές ονομάσθηκε «παιδαριογέρων». Στην έρημο γνώρισε τον Μέγα Αντώνιο του οποίου έγινε μαθητής. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και λόγω της ενάρετης ζωής του αξιώθηκε από τον Θεό να λάβει το χάρισμα της θεραπείας των ασθενών και της προφητείας. Λέγεται ότι συνεχώς επικοινωνούσε με τον Θεό «και ζούσε με τον Θεό τον περισσότερο χρόνο του παρά με τα γήινα πράγματα».

Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ερήμου. Για να είναι, λοιπόν, απερίσπαστος και να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, έσκαψε ο ίδιος και άνοιξε μια υπόγεια στοά, που άρχιζε από το κελί του και είχε μήκος εκατό περίπου μέτρα. Στην άκρη της στοάς διεύρυνε τον χώρο και διαμόρφωσε ένα σπήλαιο. Έτσι είχε την δυνατότητα όταν προσέρχονταν σε αυτόν πολλοί άνθρωποι και τον ενοχλούσαν, να κατεβαίνει στη στοά, χωρίς να τον παίρνουν είδηση και μέσω αυτής να πηγαίνει στο σπήλαιο και να κρύβεται, ώστε να μην μπορεί να τον βρει κανένας.

Κάποτε πήγε και συνάντησε τον Άγιο Μακάριο ένας αιρετικός, που είχε μέσα του δαιμόνιο και ισχυριζόταν ότι δεν είναι δυνατό να γίνει ανάσταση νεκρών. Ο Άγιος τότε, προκειμένου να τον πείσει, ανέστησε ένα νεκρό. Έλεγε δε ότι υπάρχουν δύο τάγματα δαιμόνων. Από αυτά, το ένα πολεμά τους ανθρώπους, παρασύροντάς τους σε πάθη τερατώδη και ακατονόμαστα, ενώ το άλλο, το οποίο ονομάζεται και «αρχικό», δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων διάφορες κακοδοξίες και πλάνες. Αυτούς, μάλιστα, τους δαίμονες του δεύτερου τάγματος, τους ξεχωρίζει ο Σατανάς και τους αποστέλλει στους μάγους και στους αιρεσιάρχες.

Επίσης, κάποτε ένας μαθητής του Οσίου έκλεβε τα πράγματα φτωχών ανθρώπων και, παρά τις συμβουλές του, δεν διόρθωνε το πάθος του αυτό. Με το προορατικό του λοιπόν χάρισμα ο Όσιος, προείπε ότι θα ξεσπούσε η οργή του Κυρίου εναντίον του. Και πραγματικά, ο μαθητής του προσβλήθηκε από μια φοβερή αρρώστια, την ελεφαντίαση. Το δέρμα του σώματός του δηλαδή, ξεράθηκε και ζάρωσε.

Είναι προς πνευματική μας ωφέλεια να αναφέρουμε και ένα άλλο θαυμαστό γεγονός που συνέβη με τον όσιο Μακάριο: κάποτε εκεί που περπατούσε στην έρημο βρήκε ένα κρανίο. Ήταν κάποιου που είχε διατελέσει ιερέας των ειδώλων. Μόλις ο Μακάριος πλησίασε και τον ρώτησε, άκουσε να του λέει ότι με τις προσευχές του ένιωθαν κάποια μικρή ανακούφιση στον πόνο τους  οι ευρισκόμενοι στην κόλαση, όταν τύχαινε ο Όσιος και προσευχόταν υπέρ αυτών.

Ο Όσιος Μακάριος σε προχωρημένη ηλικία εξορίσθηκε σε νησίδα του Νείλου από τον Αρειανό Επίσκοπο Αλεξανδρείας Λούκιο και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 90 ετών το έτος 391» (Από το ιστολόγιο «Ορθόδοξος συναξαριστής»).

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Μακαρίου του μεγάλου, του Αιγυπτίου – διότι σήμερα εορτάζει και ο άλλος επίσης μεγάλος Μακάριος ο Αλεξανδρεύς – δεν έχει πολλά να πει για τη γήινη πορεία του. Από μικρός, κατά το συναξάρι του, ήταν προσανατολισμένος προς την αγάπη του Κυρίου Ιησού Χριστού προσβλέποντας αδιάκοπα προς την «πηγή» όλων των ασκητών και όχι μόνο, τον Μέγα εν αγίοις Αντώνιο, μολονότι μάλλον η σχέση τους ήταν περιστασιακή. Βρίσκεται λοιπόν ο άγιος υμνογράφος μέσα σ’ ένα θάμβος ενώπιον της σπουδαίας και αγίας προσωπικότητας του Μακαρίου, θάμβος που φανερώνεται από την επιλογή την οποία κάνει προκειμένου να εξυμνήσει το πνευματικό ύψος του και την οσιακή βιοτή του. Και ποια η επιλογή; Δανείζεται τα λόγια του μεγίστου των αποστόλων Παύλου που λέει για τον ίδιο και την πνευματική του πορεία, ακριβώς για να περιγράψει με αυτά και τον όσιο Μακάριο.

Εντελώς ενδεικτικά: «Τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος», σημειώνει ο απόστολος -  «Ολοκλήρωσες, Πάτερ, τον δρόμο της άσκησης χωρίς παρεκκλίσεις και τήρησες την πίστη. Γι’  αυτό και έλαβες το στεφάνι της δικαιοσύνης που σου ετοίμασε ο Χριστός» (στιχ. εσπ.), λέει ο υμνογράφος για τον Μακάριο. «Νεκρώσωμεν το φρόνημα το της σαρκός», σημειώνει ο απόστολος – «νέκρωσες το αμαρτωλό φρόνημα της σάρκας με τα ασκητικά σου παλαίσματα και σε κυβερνούσε το θείο Πνεύμα και η θεία δύναμη» (ωδή α΄), λέει ο υμνογράφος. «Τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης», προτρέπει ο απόστολος – «Έχοντας το φρόνημά σου άνω προς τον Θεό, θεοφόρε, εγκατέλειψες τα επί της γης» (ωδή γ΄), διαπιστώνει ο υμνογράφος.

Λοιπόν, κατά τον άγιο υμνογράφο, η κατά Χριστόν πολιτεία του οσίου Μακαρίου ήταν παρόμοια με των αποστόλων και μάλιστα με του αγίου Παύλου, γεγονός που εξηγεί και τη μεγάλη παρρησία του οσίου ενώπιον του Κυρίου, με την οποία πρεσβεύει ως μεσίτης και για εμάς τους αδύναμους εν τω κόσμω τούτω, που θα πει ότι η σωτηρία μας εν Χριστώ πραγματοποιείται με Εκείνον βεβαίως, αλλά και με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και πάντων των αγίων - μία αλήθεια που δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε: η σχέση μας με τον Χριστό είναι μέσα στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία, εξαίρετα μέλη του Οποίου σώματος είναι η Παναγία πρώτα και έπειτα όλοι οι άγιοι. «Κι εμείς τον Μακάριο φέρνοντας ως μεσίτη, τον παρακαλούμε να προσεύχεται στον Χριστό για να σωθούν οι ψυχές μας» (Δόξα εσπ.).

 Δύο ύμνοι μάλιστα του αγίου Θεοφάνους έρχονται και με δύναμη ποιητική αποκαλύπτουν τον θησαυρό του οσίου, τον κρυπτόν της καρδίας του άνθρωπο. Ο ένας είναι από τον εσπερινό: «Ποθώντας τη μακαριότητα του Θεού που είναι πέρα από τις ανθρώπινες νοητικές συλλήψεις, θεσπέσιε Μακάριε, θεώρησες ως τρυφή σου την εγκράτεια, τη φτώχεια ως πλούτο, την ακτημοσύνη ως αληθινή περιουσία και την ταπείνωση ως μεγάλη δόξα σου» - ο όσιος Μακάριος αταλάντευτα προσανατολισμένος προς τον Θεό φανέρωνε με τη ζωή του την πράγματι πνευματική χριστιανική πορεία του: η εγκράτεια, η φτώχεια, η ακτημοσύνη, η ταπείνωση ήταν οι προτεραιότητές του, προτεραιότητες όντως ανθρώπου που το πολίτευμά του βρισκόταν στους ουρανούς.

Κι ο δεύτερος ύμνος από τον όρθρο (ωδή δ΄): «Έδειξες κατά τη νεότητα τη σωφροσύνη σου, κατά το γήρας τη σύνεσή σου, σε όλη τη ζωή σου την υπομονή και τη μακροθυμία σου και την προς όλους τους ανθρώπους αγάπη σου» - είτε νέος είτε προχωρημένης ηλικίας ο όσιος τον Χριστό ζούσε και ανέπνεε σαν τον άγιο Αντώνιο, γι’ αυτό και όχι μόνο έλαμψε ως ήλιος από τα καλά έργα του αλλά και από τις σοφές και εμπνευσμένες από το Πνεύμα του Θεού ομιλίες του. Η λάμψη αυτή της ζωής και των διδαχών του εξαγγέλλεται από τον άγιο υμνογράφο αρκούντως: «Έλαμψαν τα καλά έργα σου ως ήλιος στη γη και τον ουρανό. Γιατί κήρυξες σε μας με ορθόδοξο τρόπο την αληθινή και αμώμητη πίστη του Χριστού, υπηρέτη του Χριστού Μακάριε» (δόξα αποστίχων όρθρου).

Οι ομιλίες, πενήντα τον αριθμό, του αγίου Μακαρίου πράγματι χαρακτηρίζονται ως πλήρεις αγίου Πνεύματος, που οδηγούν τον στερεωμένο στην πίστη χριστιανό στα μεγάλη ύψη της γνώσεως του Ιησού Χριστού, που σημαίνει στην ψαύση της Βασιλείας του Θεού μέσα στον ουρανό της ίδιας της καρδιάς του. Ένα μικρό απόσπασμα από την πρώτη ομιλία του μάς δίνει μικρή γεύση της εμπνευσμένης διάνοιάς του: «Η ψυχή που αξιώθηκε να ενωθεί πνευματικά με το φως του Χριστού και φωτίστηκε από την ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του, αφού την ετοίμασε για τον εαυτό του για θρόνο και κατοικία, γίνεται ολόκληρη φως και ολόκληρη πρόσωπο και ολόκληρη μάτι∙ και δεν υπάρχει κανένα μέρος αυτής της ψυχής που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός, δηλαδή κανένα μέρος της δεν είναι σκοτεινό, αλλ’  ολόκληρη αφού έγινε φως και πνεύμα και όλη αφού γέμισε μάτια, δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να χαρακτηρίζεται κάτω ή πίσω, αλλά από παντού είναι πρόσωπο, διότι έχει έρθει και έχει καθίσει πάνω σ’ αυτήν η απερίγραπτη ηθική ωραιότητα της δόξας του φωτός του Χριστού».

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

«Είπε ο μακαριστός μεγάλος αγιορείτης Γέρων Γεώργιος Γρηγοριάτης (Καψάνης): “Κριτήριο γνήσιας χριστιανικής πίστης είναι για εμάς τους ορθοδόξους η στάση απέναντι στην Υπεραγία Θεοτόκο. Οι ετερόδοξοι είτε την αναβιβάζουν σε επίπεδο θεότητος είτε την υποβαθμίζουν θεωρώντας την μία απλή γυναίκα όπως όλες τις άλλες”. Σε ερώτηση δε κάποιου προσκυνητή, έλληνα της διασποράς που βρέθηκε στο Άγιον Όρος, πώς εξηγεί την κατάνυξη που βλέπει να ζουν στις προσευχές τους πολλοί ετερόδοξοι, ο μακαριστός Γέρων που είχε ζήσει κι εκείνος τη Διασπορά στην Αμερική απάντησε: οι προσευχές αυτές με τις εξάρσεις τις ψυχοσωματικές δεν χαρακτηρίζονται από το βίωμα της κατανύξεως. Η κατάνυξη είναι αγιοπνευματικό γεγονός που βασίζεται στην ταπείνωση. Αυτό που βλέπει κανείς στους ετεροδόξους αυτούς είναι απλώς ένα συναίσθημα”».

Για τον μεγάλο μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, καθηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους, δεν χρειάζεται κανείς να πει πολλά. Όσοι έχουν κάποια σχέση με την εκκλησιαστική ζωή και το Άγιον Όρος γνωρίζουν τη μεγάλη εμβέλειά του που διαπερνούσε όλους σχεδόν τους χώρους, ακόμη και τους εκτός της Εκκλησίας. Διότι πέραν της σπουδαίας θεολογικής και λοιπής κατάρτισής του – πανεπιστημιακός ήταν που τα άφησε όλα για να βρεθεί στο Όρος – διακρινόταν για την ιεραποστολική δράση του όσο ήταν στον κόσμο, μάλιστα στην περιοχή της Νέας Σμύρνης, κυρίως όμως για τη βαθιά πνευματική κατά Χριστόν ζωή του, την οποία αναγνώριζαν μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας σαν τους οσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Και χρειάζεται να υπενθυμίζουμε αδιάκοπα το τελευταίο, ότι δηλαδή η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής ως κατά Χριστόν ζωής είναι το ζητούμενο και από την όποια θεολογική κατάρτιση και από την οποιαδήποτε ιεραποστολική και λοιπή δράση, διότι χωρίς τον προσανατολισμό αυτόν όλα μένουν μετέωρα και άνευ σημασίας. Εννοούμε ότι η θεολογική μόρφωση και η ιεραποστολική δραστηριότητα δεν καταξιώνονται από μόνες τους στον χώρο της Εκκλησίας˙ καταξιώνονται από τον βαθμό που προάγουν πνευματικά τον θεολόγο και τον ιεραπόστολο, κατά την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι άλλο ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Οπότε η όποια μελέτη και η όποια δράση εκεί κατατείνουν: στο να στρέψουν τον άνθρωπο μέσα στην καρδιά του και με τα όπλα της πίστεως: την προσευχή, την αγάπη, την ταπείνωση, να καθαρίσει το «έδαφός» της ώστε να βρει τόπο καταπαύσεως ο Τριαδικός Θεός μας. Η διακράτηση του Θεού στην ύπαρξή μας δεν συνιστά τον σκοπό; Το «μορφωθήναι Χριστόν εν ημίν»! «Ο Χριστός δεν μακάρισε εκείνον που γνωρίζει κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που έχει μέσα του τον Θεό» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Ο μακαριστός καθηγούμενος Γεώργιος λοιπόν αυτό είχε ως προτεραιότητα της ζωής του, γι’ αυτό και θεωρείτο άνθρωπος φωτισμένος και χαριτωμένος από τον Θεό, του οποίου τη γνώμη σέβονταν οι πάντες. Κι έχουμε την εντύπωση ότι τον φωτισμό και τη χάρη αυτή τα απέκτησε γιατί είχε φρόνημα ταπεινό, που θα πει φρόνημα υπακοής. Κατανύσσεται κανείς και ισορροπεί πνευματικά όταν τον ακούει ή τον διαβάζει για παράδειγμα στις υποθήκες του προς τους μοναχούς και υποτακτικούς του. «Δεν ήρθαμε στο Άγιον Όρος – συνήθιζε να τους λέγει – για να πάρουμε την «εξουσία» από τους παλαιοτέρους καλογέρους που βρήκαμε στο μοναστήρι. Το αντίθετο: ήρθαμε να κάνουμε υπακοή, έστω κι αν είμαστε τώρα εμείς στα πράγματα. Κι έγνοια μας πρέπει να έχουμε πάντοτε να αναπαύουμε τα γεροντάκια». Τον είχα ακούσει δε και προσωπικά να τονίζει ότι «μπορεί να βρήκαμε από τους παλαιοτέρους κάτι ως παράδοση ακατανόητη για τα δικά μας δεδομένα, όμως δεν το αλλάξαμε, γιατί με την πάροδο του χρόνου ίσως μας αποκαλυφθεί η σημασία του».

Ένας τέτοιος άνθρωπος με τέτοιο φρόνημα υπακοής, δηλαδή με τέτοια ταπείνωση είναι επόμενο να ελκύει τη χάρη του Θεού και μάλιστα πλούσια. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Γι’ αυτό και τα πνευματικοπαίδια του, έστω και οι πιο «δύσκολοι» χαρακτήρες, κάμπτονταν μπροστά στη χάρη αυτή και «σιγά σιγά», όπως έλεγε, «η δυσκολία γινόταν ευκολία. Γιατί αδειάζουμε από τον εγωισμό μας, για να γεμίσουμε με Θεό. Όταν ο Θεός βρίσκει εγωισμό μέσα μας δεν έχει χώρο να σταθεί. Λοιπόν παλεύουμε τον εγωισμό να τον μεταποιήσουμε σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία». Και στο σημείο αυτό, του αγώνα μεταστροφής μας, θέση έχουν τα παραπάνω στοιχεία του αποσπάσματος. Διότι χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου, συνεπώς χωρίς και τη μεσιτεία των αγίων μελών του σώματός Του, της Εκκλησίας, τίποτε απολύτως δεν μπορούμε να καταφέρουμε. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, όπως και «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».

Για την Εκκλησία μας, η παρουσία της Θεοτόκου στον πνευματικό αγώνα του πιστού είναι μοναδική. Ό,τι εμείς δεν καταφέρνουμε λόγω αδυναμίας, το καταφέρνει Εκείνη που μας βλέπει και μας παρακολουθεί γεμάτη στοργή και αγάπη – οι Παρακλητικοί Κανόνες της αποτελούν επιβεβαίωση απόλυτη της αλήθειας αυτής. Ας θυμηθούμε μεταξύ άπειρων άλλων παρομοίων γεγονότων την επέμβαση της Παναγίας για τη διόρθωση της ζωής του νεαρού Συμεών, μετέπειτα οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Εκείνη επέβλεψε πάνω του και συνετίστηκε. Κι αργότερα, μέσω Εκείνης του δόθηκε το χάρισμα της αδιάκοπης καρδιακής προσευχής. Τι προϋποθέτει όμως τούτο; Την ορθή θέση και πίστη προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Χωρίς η Παναγία να είναι «θεά», όμως λόγω της προσφερθείσας και προσφερομένης σ’ αυτήν αέναα χάρης του Υιού και Θεού της, καθίσταται κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας «θεός μετά Θεόν». Με την έννοια ότι υπήρξε η Θεοτόκος. Η Μοναδική που γέννησε ως άνθρωπο τον Υιό του Θεού. Κι αυτό είναι αναντικατάστατο και κατοχυρωμένο και δογματικά (Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος). Η συμβολή επ’ αυτού του μεγάλου Πατέρα και Οικουμενικού Διδασκάλου αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας είναι πολύ σημαντική. Οπότε, η ορθή θεώρηση της Παναγίας φανερώνει και την ορθή πίστη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν η πίστη προς την Παναγία χωλαίνει, χωλαίνει ταυτοχρόνως και η πίστη προς τον Κύριό μας. Χριστός και Παναγία «συνθεωρούνται». Κριτήριο λοιπόν κατά τον σοφό Γέροντα Γεώργιο ορθοδοξίας  η στάση έναντι της Παναγίας.

Αλλά τούτο, όπως και τα άλλα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έχουν νόημα, όπως είπαμε, για εκείνον που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της κατά Χριστόν ζωής˙ που η ορθοδοξία γίνεται ορθοπραξία. Ο άγιος Ιωάννης ο  Θεολόγος το λέει με τρόπο αναμφισβήτητο. «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει. Ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει» (Β΄ Καθ. επ.). Ποιος μπορεί μετά από τέτοιον λόγο «καταπέλτη» να πει ότι είναι χριστιανός χωρίς να καταβάλλει το μέγιστο των δυνάμεών του; Χωρίς να ζει με την «ένταση» που ζητάει και ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ; Η ένταση όμως αυτή που συνιστά τη στροφή του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του για να την καθαρίσει το Πνεύμα του Θεού ονομάζεται αλλιώς μετάνοια, με τα συνοδευτικά στοιχεία της που είναι η αδιάλειπτη προσευχή, τα δάκρυα, η αυτομεμψία, η έλλειψη της κατάκρισης, η συγχωρητικότητα, η ταπείνωση – ό,τι φανερώνει την ατμόσφαιρα και το βίωμα της κατανύξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέση όντως με καταστάσεις που προκαλούν απλώς το συναίσθημα του ανθρώπου. Με το συναίσθημα βρισκόμαστε σε ανθρώπινο απλώς επίπεδο, αποδεκτό ασφαλώς και ίσως χαλαρωτικό, αλλ’ όχι σωτήριο – ο άνθρωπος περιδινίζεται τελικώς μέσα στα πάθη του. Με την κατάνυξη βρισκόμαστε σε χαρισματικό επίπεδο – η χάρη του Θεού είναι αυτή που έχει την πρωτοβουλία και βαθαίνει το πνεύμα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε άμεση και προσωπική κοινωνία με τον Χριστό. Η διαφορά καταλαβαίνουμε είναι τεράστια.  

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Είναι γνωστά τα λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού σχετικά με τα κλειδιά που θα έδινε στον απόστολο Πέτρο: «Και δώσω σοι τας κλεις της Βασιλείας των Ουρανών». Παραθέτουμε το κείμενο σε νεοελληνική απόδοση μέσα στην όλη συνάφειά του: «Όταν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, ρώτησε τους μαθητές του: “Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είναι ο Υιός του ανθρώπου;” Αυτοί απάντησαν: “Άλλοι λένε πως είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι ο Ηλίας, άλλοι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες”. “Εσείς, ποιος λέτε πως είμαι;” τους λέει. Ο Σίμων Πέτρος απάντησε: “Εσύ είσαι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού”. Τότε ο Ιησούς του αποκρίθηκε: “Μακάριος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, γιατί αυτό δεν σου το αποκάλυψε άνθρωπος, αλλά ο ουράνιος Πατέρας μου. Κι εγώ λέω σ’ εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ’ αυτήν την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη. Θα σου δώσω τα κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα της βασιλείας  των ουρανών, και ό,τι κρατήσεις ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στους ουρανούς˙ και ό,τι συγχωρήσεις στη γη, θα είναι συγχωρημένο και στους ουρανούς”» (Ματθ. 16, 13-19).

Τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών υπήρξαν βεβαίως αντικείμενο σχολιασμού από πολλούς πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στο σύνολό τους σχεδόν είδαν ότι επρόκειτο για τη διδασκαλία του Ευαγγελίου που ανέλαβαν οι Απόστολοι στα πέρατα της οικουμένης, όπως και στη διαχείριση των μυστηρίων που τους ανέθεσε – ανοίγεται η Βασιλεία του Θεού στον πιστό που θα πιστέψει στον λόγο του Ευαγγελίου μετέχοντας στα μυστήρια της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού. Κι αναφερόμαστε σε όλους τους Αποστόλους, διότι ο Κύριος στην παραπάνω συνάφεια απευθύνθηκε στον απόστολό Του Πέτρο, μετά την Ανάστασή Του όμως όταν επρόκειτο να αναληφθεί, την εξουσία αυτή, και μάλιστα του «δεσμείν και αφιέναι τας αμαρτίας» την έδωσε σε όλους τους αποστόλους, οι οποίοι με φωτισμό του αγίου Πνεύματος την παρέδωσαν και στους διαδόχους τους επισκόπους και εν γένει τους ιερείς.

Πιο συγκεκριμένα μάλιστα η ορθόδοξη παράδοση είδε αυτά τα «κλειδιά» σε σχέση με την ομολογία του Πέτρου που προηγήθηκε των συγκεκριμένων λόγων του Κυρίου για «τας κλεις της βασιλείας». Τι ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος; Ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού. Αυτή λοιπόν η ομολογία, η πίστη ότι ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν», απετέλεσε και αποτελεί και θ’ αποτελεί εσαεί την κρηπίδα της χριστιανικής πίστεως, το κριτήριο της εντάξεως ή όχι κάποιου στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή της αληθινής και θετικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό και όλον τον Τριαδικό Θεό. Πάνω στην ομολογία αυτή κρίθηκε πάντοτε η αλήθεια από το ψεύδος, όπως το εξέφρασε με απόλυτο και μοναδικό τρόπο εν Πνεύματι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α΄ Καθολική επιστολή του: «Παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστιν. Και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ούκ εστιν». Δεν δέχεται κανείς την αλήθεια αυτή; Δεν έχει πνεύμα Θεού και χαρακτηρίζεται από τον απόστολο «αντίχριστος». Κι είναι ευνόητο βεβαίως με βάση τον λόγο του Θεού ότι δεν μιλάμε για μία «ψιλή» και ιδεολογική αποδοχή της πίστεως στον Χριστό, αλλά για την πίστη που κινητοποιεί όλη την ύπαρξη του ανθρώπου και τον καθιστά «κατοικητήριον» όντως του Αγίου Πνεύματος και μία συνέχεια του Χριστού στον κόσμο – ό,τι επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας.

Πέραν τούτων όμως: έρχεται η υμνολογία της Εκκλησίας, κάθε φορά που δίνεται αφορμή για να μιλήσει για τον απόστολο Πέτρο, όπως με την εορτή της προσκυνήσεως της τιμίας αλύσεώς του (16 Ιανουαρίου), για να προσθέσει και μία ακόμη διάσταση ερμηνευτική της «κλειδουχίας» του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων. Κι αξίζει να παραθέσει κανείς τον συγκεκριμένο ύμνο από τους αίνους της εορτής: «Πρεσβείαις σου ως θείαις κλεισί, Πανεύφημε, ευτρέπισον ουρανίους τας εισόδους και ημίν, τας πύλας διανοίξας, ως έχων παρρησίαν τοις κορυφαίόν σε δοξάζουσι» (Πανεύφημε Πέτρε, με τις πρεσβείες σου σαν θεϊκά κλειδιά, ετοίμασε και για εμάς που σε δοξολογούμε ως κορυφαίο απόστολο, τις ουράνιες εισόδους, ανοίγοντάς μας τις πύλες, γιατί έχεις παρρησία στον Κύριο).

Για τον άγιο υμνογράφο δηλαδή ως στόμα της Εκκλησίας η προσευχή, όταν είναι αληθινή, όπως του αποστόλου Πέτρου, πράγματι λειτουργεί ως κλειδί που ανοίγει τον Παράδεισο, ανοίγει δηλαδή την αγκαλιά του Θεού απέναντί μας. Κι αυτό σημαίνει ότι αφενός οι άγιοί μας με τις μεσιτείες τους μας ωθούν να εισέλθουμε μαζί τους στη Βασιλεία του Θεού, διότι «πολύ ισχύει δέησις δικαίου» - ας θυμηθούμε πόσες φορές οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν για τους αγίους ότι αυτοί κρατούν την οικουμένη όλη, που θα πει τη βοηθούν για να βρει τον αληθινό της προορισμό που είναι η γνήσια μετάνοια ως αδιάκοπη πορεία προς τον Θεό – αφετέρου η δική μας, του καθενός, προσευχή όταν γίνεται με πόνο και εν καρδία, δημιουργεί τις συνθήκες για να ανοιχτεί η κλεισμένη θύρα της βαθειάς καρδιάς μας, εκεί που κατά τον Κύριο είναι «η βασιλεία του Θεού».

Οπότε, η ερμηνεία αυτή που εξίσου τονίζεται από την πατερική παράδοση, καθιστά τον κάθε πιστό υπεύθυνο «κλειδούχο». Δεν είναι μόνο οι απόστολοι, αλλά και κάθε πιστός, «κλειδοκράτορας». Γιατί η προσευχή, όπως μας καθοδηγεί ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «ως συνουσία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, είναι σύσταση και διατήρηση του κόσμου, συμφιλίωση με τον Θεό, μητέρα των δακρύων καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρηση των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδας, διάλυση της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωση του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωση των μέτρων, δήλωση της πνευματικής καταστάσεως, σημάδι της πνευματικής δόξας που έχει κανείς».