Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΛΟΥΣΤΡΟ!

«Πολλοί μαζεύουμε Βυζαντινές εικόνες, μαζεύουμε και κασέτες, κάνουμε αυτά, παίρνουμε και τα βιβλία τα Ασκητικά και τα Πατερικά, τα διαβάζουμε, ντοπαριζόμαστε στο τέλος, πέφτουμε σε απόγνωση, - έτσι γίνεται, αδελφοί μου – και χανόμαστε. Και λέμε από πάνω «Είμαστε καλοί. Εγώ είμαι Ορθόδοξος». Βρε, η Ορθοδοξία αγγίζει την καρδιά του ανθρώπου. Την ψυχή του ανθρώπου. Τη μεταμορφώνει. Την κάνει εύσπλαχνη. Την κάνει ταπεινή. Την καθαρίζει απ’ το κακό κι απ’ την αγριάδα. Της δίνει μια αγάπη. Πνεύμα θυσίας. Αυτοθυσίας. Υπομονής. Και βλέπεις τον άλλον, πο ’χει αυτή τη χάρη, κι είν’ Ορθόδοξος. Και μπορεί να ’χει μια εικόνα της Αναγεννήσεως, όπως ο άγιος Νεκτάριος, και να προσεύχεται σ’ αυτήν. Αλλά, τι; Να αγγίζει την Παναγία! Να πιστεύει την Παναγία! Να τιμά την Παναγία! Να αισθάνεται την Παναγία! Έτσι. Καταλάβατε; Αλλοιώς θα είναι μια Εκκλησιαστικότητα με Βυζαντινό λούστρο. Βέβαια.» (Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Α΄, Κυπρής, Αθήνα 2019).

Πρόκειται για τον τύπο και την ουσία. Αυτό δεν εκφράζει ο μακαριστός άγιος Γέρων παραθέτοντας τις δύο προσεγγίσεις της Ορθοδοξίας; Τη μία, κατά την οποία ο πιστός «παλεύει» να αποδείξει την «ορθοδοξία» του μ’ έναν επιφανειακό και προσχηματικό τρόπο, μαζεύοντας εικόνες βυζαντινές, κασέτες, βιβλία ασκητικά και πατερικά, αλλά δίχως το ορθόδοξο πνεύμα να αγγίζει το κέντρο του, εκείνο στο οποίο επιβλέπει ο Κύριος, την καρδιά του. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» ακούγεται ο αιώνιος λόγος του Θεού. Δεν έρχεται στον νου μας, καθώς ακούμε για τέτοιες καταστάσεις, ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού; Γιατί τι άλλο έκανε ο τυπολάτρης Φαρισαίος; Σχήματι άνθρωπος του Θεού, με τα ωραία ενδύματα, την εντυπωσιακή στάση προσευχής, την ολοφάνερη ελεημοσύνη, αλλά εντελώς μακριά από τον ίδιο τον Θεό, απόλυτα ξένος προς το Πνεύμα Του, τελικώς αποδοκιμασμένος από Εκείνον και αδικαίωτος! Γιατί; Διότι στην πραγματικότητα ήταν… άθεος! Θεός του ήταν ο εαυτός του, το εγώ του που το έστηνε ως άγαλμα  προκειμένου να στρέφονται οι άνθρωποι προς αυτόν και να τον θαυμάζουν. «Πήρες τον μισθό σου» λέει ο Κύριος. «Το μπράβο των ανθρώπων!» Το είχε σημειώσει και άλλοτε ο ενανθρωπήσας Κύριος: «Δεν μπορείς να έχεις πίστη Θεού, εφόσον κυνηγάς και θηρεύεις την ανθρώπινη δόξα!» Και˙ «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς».

Πρόκειται για στόφα εκκλησιαστική, για «εκκλησιαστικότητα με βυζαντινό λούστρο», καθώς τη χαρακτηρίζει ο σοφός Γέρων, δανειζόμενος έκφραση ενός συγχρόνου αγίου, όπως λέει, που έζησε στη Αλάσκα, Ρώσος την καταγωγή. Και μνημονεύει τη γραφή του: «Μπορείς να έχεις την εκκλησιαστική σου ζωή, τα ωραία σου άμφια, τις εικόνες, τις ακολουθίες, τα σωστά στο Εκκλησιαστικό πνεύμα έντυπά σου, αλλά αυτό δεν είναι Ορθοδοξία. Είναι μια εκκλησιαστικότητα με Βυζαντινό λούστρο». Και δεν το λέει βεβαίως μόνο για κληρικούς ο Ρώσος ιεραπόστολος. Ο λόγος του αγκαλιάζει όλους τους πιστούς, γιατί κάποιες φορές όλοι περιπίπτουμε στη συγκεκριμένη παγίδα: την επιφανειακή προσέγγιση καθώς είπαμε της Ορθοδοξίας. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι είναι το εύκολο! Χαϊδεύουμε τα πάθη μας πιστεύοντας ότι είμαστε ακραιφνώς ορθόδοξοι!

 Και πώς φαίνεται ότι υπηρετούμε την άρνηση και την απιστία, όντας… «ορθόδοξοι»; Από το αποτέλεσμα που παράγεται: «πέφτουμε σε σύγχυση, πέφτουμε σε απελπισία, πέφτουμε σε απόγνωση και χανόμαστε!» Ο Κύριος έδωσε το δικαίωμα της εκτίμησης αυτής: «Τό δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ γινώσκεται». «Ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ξέρουμε αν μία κατάσταση πνευματική είναι εκ Θεού ή όχι, από το τι μας προκαλεί. Η σύγχυση, η απελπισία, η απόγνωση, η απώλεια εαυτού είναι τα πιο τρανταχτά σημάδια της παρουσίας του Πονηρού πνεύματος. Ο διάβολος ό,τι έχει αυτό και προσφέρει. Οπότε, «στῶμεν καλῶς

 Και ποια είναι η στάση η καλή; Η δεύτερη προσέγγιση της Ορθοδοξίας, για την οποία κάνει λόγο ο πολύς και σοφός Ανανίας. Είσαι ορθόδοξος κατά το πνεύμα του Χριστού, των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας, όταν προσεγγίζεις την ορθόδοξη πίστη όχι ως ιδεολογία και «μόδα», αλλά με την καρδιά σου. Άλλωστε ο Κύριος γι’ αυτό μας κάλεσε: να ανοίξουμε την καρδιά μας και να Τον αποδεχτούμε χωρίς προαπαιτούμενα και αν. «Αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές Του» είπε και όχι «αν με καταλαβαίνετε». Δεν είναι η λογική ή οτιδήποτε επίγειο και επιφανειακό που αποτελεί το κριτήριο της πίστεώς μας σ’ Αυτόν. Είναι η καρδιά μας, δηλαδή η αγάπη μας που καλείται να ανταποκριθεί στην αγάπη Εκείνου που έχει και την απόλυτη πρωτοβουλία. «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς». Και τι συμβαίνει με τον τρόπο αυτόν; Η καρδιακή προσέγγιση του Χριστού και του αγίου σώματός Του της Εκκλησίας, που αποδεικνύεται από την προσπάθεια τήρησης των αγίων Του εντολών, φέρει και τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε: την ενοίκηση της αγίας Του χάριτος στην ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα μας, να πορευόμαστε κατά τον τρόπο Εκείνου στη ζωή μας, γινόμενοι ένας δεύτερος Χριστός στο διάστημα που μας έταξε να περάσουμε στον κόσμο τούτο.

Είναι μονόδρομος! Ο ορθόδοξος, βαπτισμένος και χρισμένος στο όνομα του Χριστού, μέλος της Εκκλησίας, ντυμένος τον Ίδιο τον Κύριο, δεν μπορεί παρά να σκέπτεται, να ομιλεί, να συμπεριφέρεται έχοντας «νοῦν Χριστοῦ» (απ. Παύλος). Το σημειώνει και με μοναδικό τρόπο ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α΄ καθολική του επιστολή: «Ὁ λέγων ἐν Αὐτῶ μένειν, ὀφείλει καθώς Ἐκεῖνος περιεπάτησεν καί αὐτός οὕτω περιπατεῖν». Λες ότι είσαι χριστιανός και μέλος Χριστού; Η ζωή σου αποτελεί μία συνέχεια Εκείνου – όποιος σε βλέπει «διαβάζει» την παρουσία Του και «μυρίζει» το άρωμά Του! Διαφορετικά, έστω και με το όνομα του χριστιανού, γίνεσαι άθεος. Και δεν πρέπει να μας ξενίζει η απολυτότητα αυτή, διότι το εκφράζει και πάλι ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου στη δεύτερη επιστολή του: «Πᾶς ὁ παραβαίνων καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, Θεόν οὐκ ἔχει». Άθεος και αντίχριστος δεν είναι όποιος πολεμάει τον Θεό και τον Χριστό, κατά τον γνωστό τρόπο των αρνητών της πίστεως, μα και καθένας μας που εκτρέπεται, με επίγνωση και αμετανόητα, σε αλλότρια μονοπάτια από την «Ὁδόν» Κυρίου. Σύμφωνα μάλιστα με τα λόγια του ίδιου του Γέροντος Ανανία: «Ε, τώρα, πολλή αντιχριστολογία πέφτει και τον Αντίχριστο τον έχουμε μέσα μας. Δεν συγχωράμε, δεν αγαπάμε, δεν προσευχόμεθα για τους άλλους, τους κατακρίνουμε». Τι έτι άλλης αποδείξεως χρήζομεν; Δεν είναι και ο λόγος του Κυρίου επ’ αυτού που επιστεγάζει την τραγική για εμάς αυτήν πραγματικότητα; «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι».

Ο Ορθόδοξος λοιπόν είναι ορθόδοξος στον βαθμό που η ορθοδοξία, ως η αληθινή εικόνα του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, αγγίζει την καρδιά και την ψυχή του ανθρώπου, μεταμορφώνοντάς τον σε τόπο Χριστού, όπου η ευσπλαχνία, η ταπείνωση, η καθαρότητα της αγάπης, της αυτοθυσίας, της υπομονής είναι τα κύρια και καίρια χαρακτηριστικά του. Με κύριο γνώρισμά του μάλιστα τη χαρά από την παρουσία Του! «Χαίρετε!» «Καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». 

Οπότε στην υπερφυή και χαρισματική αυτήν κατάσταση το «κυνηγητό» του «βυζαντινισμού» δεν υφίσταται! Μπορεί πράγματι το βυζαντινό στοιχείο, είτε ως εικόνα είτε ως υμνολογία είτε ως ατμόσφαιρα να φανερώνει την πιο υγιή μορφή έκφρασης της Εκκλησίας – είναι δεδομένο τούτο! – μα για να λειτουργεί με τον τρόπο αυτόν θα πρέπει να έχει υποστεί αλλοίωση ο πιστός «ἀπό τήν δεξιάν τοῦ Ὑψίστου». Ειδάλλως, όπως είπαμε, εκπίπτουμε σε τυπολατρεία και βρισκόμαστε υπό την οργήν του Θεού. Και το παράδειγμα με τον άγιο Νεκτάριο που φέρνει ο άγιος σοφός Γέρων Ανανίας είναι καταπέλτης! «Μπορεί ο πιστός να έχει μία εικόνα της Αναγεννήσεως, όπως ο άγιος Νεκτάριος, και να προσεύχεται σ’ αυτήν». Και την Παναγία να την ζει και να την αισθάνεται, που θα πει ότι πρωτίστως η Παναγία έχει επιβλέψει και επιβλέπει πάνω στον πιστό αυτόν. Δεν λένε τυχαία οι αββάδες του Γεροντικού ότι «αν έχεις καρδιά μπορείς να σωθείς!»

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

«Ο άγιος επίσκοπος Αντιοχείας Βαβύλας, όταν εισήλθε στην Εκκλησία ο βασιλιάς Νουμεριανός, τον έδιωξε από αυτήν, διότι φόνευσε τον υιό του βασιλιά των Περσών που τον είχε όμηρο. Γι’  αυτόν τον λόγο κι ο βασιλιάς αλυσόδεσε τον άγιο και τον διαπόμπευσε, ενώ στο τέλος έκοψε και το κεφάλι του, μαζί με τα κεφάλια τριών παιδιών που ήταν μαζί με τον άγιο» (Συναξάρι του Μηναίου).

Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όχι μόνο ασχολήθηκαν με τον άγιο Βαβύλα και τα τρία πνευματικά τέκνα του, αλλά έγραψαν σπουδαίους λόγους για να τονίσουν το ιερό παράδειγμά τους και τη θερμουργό πίστη τους στον Κύριο Ιησού Χριστό, κατάληξη της οποίας ήταν και η προσφορά του αίματός τους για χάρη Του, συνεπώς και η ένδοξη είσοδός τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Σ’ αυτούς τους λόγους στοιχεί και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος αναφερόμενος στον άγιο επίσκοπο Βαβύλα σημειώνει με έμφαση αυτό που συνήθως τονίζεται όταν πρόκειται περί αγίων ιερομαρτύρων: ο άγιος υπήρξε και θύτης, αλλά και θύμα. Θύτης, γιατί ιερουργούσε ως αρχιερέας τον Ιησού Χριστό στη Θεία Λειτουργία∙ θύμα, γιατί κλήθηκε εν χάριτι στην προσφορά και της ζωής του προς χάρη ακριβώς της πίστεώς του. Οι στίχοι του συναξαρίου είναι πολύ εκφραστικοί: «Ο Χριστόν αυτόν Βαβύλας θύων πάλαι, Χριστῷ προθύμως θύεται διά ξίφους» (Ο Βαβύλας που θυσίαζε τον Ίδιο τον Χριστό από παλιά ως ιερέας, θυσιάζεται πρόθυμα για χάρη Του με ξίφος).

Για τον άγιο Θεοφάνη βεβαίως, εκείνο που κατεξοχήν συνιστά το σημαντικότερο γεγονός, το οποίο ερμηνεύει και τη θαρραλέα ομολογία του αγίου (όπως και των τριών παιδιών) ενώπιον του βασιλιά, ομολογία που ξεπερνά και αυτή τη φυσική στροφή του ανθρώπου για διατήρηση της ζωής του («ἀπειλαῖς ἀπτόητος πρό βημάτων τυραννικῶν»: ωδή δ΄), είναι η μεγάλη αγάπη του αγίου για τον Ιησού Χριστό, ο έρωτάς του κυριολεκτικά για την αγία Τριάδα. Μιλάει όντως για θεϊκό έρωτα, χαρακτηρίζει τον άγιο ως εραστή της υπέρθεης Τριάδος. Κι αυτό γιατί; Διότι προκειμένου ο άνθρωπος να απεμπλακεί από τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων – έχοντας σώμα στρεφόμαστε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία με πάθος σε ό,τι αποτελεί έλξη της ύλης – απαιτείται μία ισχυρότερη δύναμη από τον πόθο αυτόν∙ κι αυτή η δύναμη δεν είναι άλλη από τον έρωτα προς τον Χριστό και Θεό μας. «Εσύ, Βαβύλα μακάριε» σημειώνει συγκεκριμένα, «αφού υπέταξες τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων στον θεϊκό έρωτα, καταφρόνησες και την ίδια τη ζωή, γιατί βιαζόσουν να δεις την ωραιότητα του Χριστού» (ωδή α΄) – ό,τι ομολογεί και ο άγιος Ιγνάτιος για τον έρωτά του Χριστό: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται».

Μιλώντας για τους αγίους της Εκκλησίας μας, βρισκόμαστε σε επίπεδο πέραν των υλικών και γηῒνων. Εισαγόμαστε δι’ αυτών μέσα στα λόγια του Ίδιου του Κυρίου, ο Οποίος μας καλεί σε αντίστοιχη αγάπη προς τη Δική Του, που σημαίνει ότι εισερχόμαστε μέσα σ’ Εκείνον, αφού κατά τον πατερικό λόγο ο Ίδιος περικλείεται στα λόγια Του – «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί Αὐτός ἐν ἡμῖν».  

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΙ ΕΒΛΕΠΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ;

«Πρηστήρια ὄργανα, βασανιστήρια πάντα πρό ὀφθαλμῶν σου βλέψας, οὐκ ἐσαλεύθης τῷ νοΐ˙ ἀλλά θερμῶς ἐχώρησας πρός βάσανα, Ἄνθιμε πολύαθλε» (ωδή γ΄ κανόνος αγίου).

(Ενώ είδες μπροστά στα μάτια σου τα φοβερά όργανα του μαρτυρίου και όλα τα βασανιστήρια, δεν σαλεύτηκε καθόλου ο νους σου. Αντίθετα, προχώρησες προς τα βάσανα με θερμή θέληση, Άνθιμε πολύαθλε).

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος με τον φωτισμό του Θεού που έχει μάς ανοίγει λίγο τα μάτια να κατανοήσουμε το τι συνέβαινε την ώρα του σκληρού μαρτυρίου του αγίου Ανθίμου. Ο ηγεμόνας Μαξιμιανός προκειμένου να τρομοκρατήσει τον άγιο και να τον κάμψει ψυχολογικά τον έφερε προς ανάκριση μπροστά στα όργανα του βασανισμού του – ποιος φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα πανικοβαλλόταν ξέροντας τι τον περιμένει σε μία ενδεχόμενη άρνηση της θέλησης του εξουσιαστή του; Δεν είναι συνήθης τακτική όλων των δικτατόρων για να κάμψουν το φρόνημα του υποτιθεμένου αντιπάλου τους; Η δημιουργία κλίματος φόβου και τρόμου - αυτό που κάνει και ο Πονηρός διάβολος όταν επιτίθεται στον πιστό άνθρωπο: το κλίμα φόβου είναι το κατάλληλο πλαίσιο υποταγής σ’ αυτόν.

Κι όμως ο άγιος Άνθιμος όχι μόνον δεν κάμπτεται και δεν πτοείται, αλλά αντιθέτως προχωρεί με θέρμη ψυχής προς τα βασανιστήρια. Και τα αντέχει και τα υπερνικά και εισέρχεται νικητής στη Βασιλεία του Θεού, έχοντας δώσει και το αίμα του για τον Κύριο της ζωής του. Πώς; Ποιο είναι το «μυστικό» του που τον ανεβάζει σε ανώτερο του φυσικού επίπεδο; Ασφαλώς, η αληθινή πίστη του, θεμελιωμένη στην αγάπη του Δημιουργού του. «Γίνου πιστός άχρι θανάτου» είναι η προτροπή του Πνεύματος του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε είχε πει: «μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα σας, αλλά δεν έχουν καμία εξουσία στην ψυχή σας», γιατί η ψυχή είναι αυτή που καθορίζει την ποιότητα της ζωής του ανθρώπου και εξασφαλίζει ή όχι τη ζωντανή σχέση με τον Θεό. Άλλωστε, όπου υπάρχει γνήσια και θερμή αγάπη, εκεί ο φόβος απομακρύνεται, όπως το επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Φόβος δεν υπάρχει εκεί που υπάρχει η αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη βγάζει έξω από την καρδιά του ανθρώπου τον φόβο».

Λοιπόν, ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ στην πνευματική κατάσταση του αγίου Ανθίμου προσανατολίζει τη σκέψη μας: ο άγιος ιερομάρτυς ζούσε τόσο έντονα την παρουσία του Χριστού στη ζωή του, είχε τόσο πολύ προσηλωμένους τους οφθαλμούς της διανοίας του σ’ Εκείνον, κατά το αγιογραφικό «οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον», ώστε ενώ «έβλεπε» τα φοβερά όργανα του βασανισμού του, δεν τα έβλεπε! Γιατί η προσοχή του ήταν στραμμένη στο πέραν αυτών, δηλαδή όπως είπαμε στην παρουσία του Κυρίου, στους αγγέλους που παρευρίσκονταν και τον ενίσχυαν, στους αγίους που είχαν προηγηθεί αυτού στα μαρτύρια, στο στεφάνι που ο Κύριος του είχε ετοιμάσει. «Δεν προσέχουμε τα βλεπόμενα αισθητά, αλλά τα μη βλεπόμενα» σημειώνει ο απόστολος Παύλος, «διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, ενώ τα μη βλεπόμενα είναι αιώνια».

Κι εδώ έγκειται η σπουδαιότητα της επισήμανσης του αγίου υμνογράφου. Σε όλα τα προβλήματα και τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι σ’ αυτήν τη ζωή, σε όλα τα «μαρτύρια» που μπορεί να περνάμε – που δεν είναι μόνον μαρτύρια απώλειας της φυσικής ζωής μας εννοείται – το «μυστικό» του αγίου Ανθίμου είναι το μυστικό του κάθε πιστού. Προσπαθούμε με τη χάρη του Θεού να μη μένουμε προσκολλημένοι στα αισθητά προβλήματα, σε ό,τι πάει να μας καταβάλει γιατί είναι ενώπιόν μας, αλλά να ενεργοποιούμε τον οφθαλμό της πίστεως και να βλέπουμε το «βάθος» των πραγμάτων: την πανταχού παρουσία του Κυρίου, την παρουσία του φύλακα αγγέλου μας, το στοργικό βλέμμα της Παναγίας Μητέρας μας. Κι εκεί να επιμένουμε. Ο νους μας τότε δεν θα σαλεύεται, δεν θα χάνει τον προσανατολισμό του, με αποτέλεσμα γρήγορα να αισθανθούμε και την ενέργεια της χάρης του Κυρίου, η οποία θα μας ενισχύσει και στην ψυχή και στο σώμα. Ο πειραματισμός πάνω στην πραγματικότητα αυτή θα μας πείσει απολύτως περί της αλήθειας της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ

«Ο άγιος Άνθιμος οδηγήθηκε δέσμιος για εξέταση προς τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, ενώ είχαν φέρει εκεί όλα τα όργανα των βασανιστηρίων. Κι όταν ρωτήθηκε και με παρρησία κήρυξε τον Χριστόν, του σπάσανε τον τένοντα, τον πλήγωσαν με πυρωμένα σίδερα και τον άπλωσαν γυμνό πάνω σε όστρακο, οπότε και τον κτύπησαν με ραβδιά. Στη συνέχεια του βάλανε ως υποδήματα χαλκά στηρίγματα πυρακτωμένα και τον έδεσαν σε τροχό, ενώ στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι. Κι ενώ κόπηκε το κεφάλι, συνέχισε να φυτρώνει τρίχες».

Ο άγιος Άνθιμος ανήκει στη χορεία των αγίων ιερομαρτύρων, οι οποίοι έχουν διπλή τη χάρη του Θεού: της ιερωσύνης και του μαρτυρίου. Και στα δύο διέπρεψε τόσο, ώστε να χαίρονται και να δοξολογούν τη μνήμη του και οι πιστοί στον κόσμο τούτο, αλλά και οι άγγελοι και οι προγενέστεροι αυτού μάρτυρες, άρα σύμπασα η Εκκλησία, η στρατευόμενη και η θριαμβεύουσα ονομαζομένη. Διότι «θυσίαν το πρότερον Θεώ φέρων την αναίμακτον, ως ιερεύς εννομώτατος, ως ολοκάρπωμα και δεκτήν θυσίαν σεαυτόν δι’  αίματος, ως Μάρτυς αληθέστατος ύστερον, Χριστώ προσήγαγες», δηλαδή ως ιερεύς που ζούσε απολύτως σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρόσφερε πρώτα την αναίμακτη θυσία σ’  Εκείνον, έπειτα δε, ως μάρτυς αληθέστατος πρόσφερε τον εαυτό του δεκτή θυσία στον Χριστό με το αίμα του. Κι όχι μόνο αυτό: υπήρξε, όπως έχει σημειωθεί και άλλοτε, αλείπτης πολλών μαρτύρων, δηλαδή με τον λόγο του,  τις παραινέσεις του και τις προσευχές του, κυρίως όμως με τη ζωή του,  καθοδήγησε και άλλους στο να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να γίνουν και αυτοί μάρτυρες του Κυρίου. «Μαρτύρων στρατεύματα Χριστώ, Πάτερ, προσενήνοχας, ταις υποθήκαις σου, Άνθιμε, και παραινέσεσι, νουθετών, διδάσκων, και σαφές υπόδειγμα, θεόφρον, σεαυτόν παρεχόμενος» (Πάτερ θεόφρον, πρόσφερες στον Χριστό στρατεύματα μαρτύρων, καθώς τους νουθετούσες με τις διδασκαλίες σου και τις παραινέσεις σου και τους παρείχες τον εαυτό σου ως σαφές υπόδειγμα).

Η υπέρ άνθρωπον πορεία του αγίου Ανθίμου, και όσο ζούσε εν ειρήνη και την ώρα του μαρτυρίου, είναι βεβαίως καρπός και της θείας χάρης που τον ενίσχυε – κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γίνει μάρτυρας Χριστού, με την έννοια όχι μόνον της υπομονής στα βασανιστήρια, κάτι που το συναντάμε και στα μαρτύρια εκτός της χριστιανικής πίστεως, αλλά και της επιμονής στην αγάπη προς τους εχθρούς: ο μάρτυρας του Χριστού πεθαίνει προσευχόμενος για τους διώκτες του – αλλά και της δικής του θέλησης, την οποία ολοκάρδια είχε καταθέσει στον Κύριό του. Αν μάλιστα δεν υπάρχει αυτή η θέληση από πλευράς του ανθρώπου, η χάρη του Θεού μένει ανενέργητη, όσο κι αν επιθυμεί ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο. Η θέληση του αγίου Ανθίμου να είναι με τον Θεό, η οποία ενεργοποιούσε και τη χάρη του Θεού, φάνηκε από την επίμονη προσπάθειά του να κρατάει στο νου και την καρδιά του τη μνήμη του Θεού. Ο άγιος ζούσε την εντολή του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη ψυχή σου, εν όλη τη καρδία σου, εν όλη τη διανοία σου, εν όλη τη ισχύι σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», γεγονός που προκαλούσε τον διάβολο, που δεν εύρισκε δίοδο πειρασμού στην καρδιά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτές τις περιπτώσεις είναι γνωστό: ο μεν διάβολος εκνευρίζεται, ενώ ο πιστός άνθρωπος ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τη χάρη του Θεού, διά της οποίας και κατατροπώνει τον αντίπαλο. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας περιγράφει την εσωτερική αυτή κατάσταση με εξαίσιο τρόπο: «Νευρώσας την ψυχήν, επιμόνοις μελέταις, εξενεύρισας εχθρόν, ανδρείαις συμπλοκαίς, και ανίσχυρον έδειξας». Δυνάμωσες την ψυχή σου με επίμονες μελέτες (του Θεού), γι’  αυτό και εκνεύρισες τον εχθρό, τον οποίο και απέδειξες ανίσχυρο, συμπλεκόμενος με αυτόν με ανδρειότητα.

Ο άγιος Άνθιμος είναι παράδειγμα όχι μόνον για τους πιστούς της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής. Μας υπενθυμίζει ότι τον Θεό δεν μπορούμε να Τον έχουμε στο περιθώριο της ζωής μας, αλλά στο κέντρο της, που σημαίνει πως ό,τι λέμε, κάνουμε, σκεπτόμαστε πρέπει να αποπνέει το άρωμα της θεϊκής παρουσίας. Κι αυτό πραγματοποιείται αν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι το όλο μυστικό της πνευματικής ζωής, που ενεργοποιεί, όπως είπαμε, τη χάρη του Θεού, είναι το θέμα των λογισμών. Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να είναι στραμμένα προς τον Θεό. Η επίμονη μελέτη μας στην παρουσία του Θεού, στις άγιες εντολές Του, στις προσευχές μας, κυρίως με τη σύντομη ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι εκείνη που ζωντανεύει την πίστη μας και μας κάνει πραγματικά μέλη του Χριστού, κυριολεκτικά κατοικητήρια Εκείνου. Ο άγιος Άνθιμος είναι και ο δικός μας αλείπτης στην εύρεση της Βασιλείας του Θεού.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΝΗΣΤΕΥΤΗΣ

Πώς εισήλθε στην Ακρόπολη της αρετής; 

 «Δι’ ἐγκρατείας, Πάτερ, καί προσευχῆς ἀκλινοῦς εἰσῆλθες πρός τήν ἀκρόπολιν τῆς ἀρετῆς, θεοφόρε, ἔνθα τῆς τρυφῆς τόν χειμάρρουν τρυφᾷς» (ωδή γ΄ κανόνος αγίου).

(Με την εγκράτεια, Πάτερ θεοφόρε, και τη σταθερή και ακλόνητη προσευχή σου εισήλθες στην ακρόπολη της αρετής, δηλαδή την αγάπη, όπου απολαμβάνεις τον χείμαρρο της τρυφής του Παραδείσου).

Α. «Ο άγιος Ιωάννης από παιδί διακρίθηκε για τη σπάνια εγκράτεια του και για τον από φυσικού έρωτα προς τη νηστεία, πράγμα που του έδωσε και την προσωνυμία του Νηστευτή. Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και όταν έγινε έφηβος έκανε το επάγγελμα του χαράκτη. Η καρδιά του όμως, ήταν δοσμένη στα θεία και κάθε μέρα διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα θρησκευτικά βιβλία, πλουτίζοντας έτσι τις γνώσεις του. Τα πλεονεκτήματα του αυτά, εκτίμησε ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ' και τον χειροτόνησε διάκονο. Από τη θέση αυτή ανέπτυξε ιδιαίτερα την ελεημοσύνη, βοηθώντας πλήθος φτωχών και άλλων απόρων. Αργότερα έγινε πρεσβύτερος, και μετά το θάνατο του Πατριάρχη Ευτυχίου, με κοινή υπόδειξη αρχόντων και λαού, εκλέχτηκε διάδοχος του ο Ιωάννης ο Νηστευτής σαν Ιωάννης Δ' (582 επί βασιλέως Μαυρικίου). Το πόσο έλαμψε και σαν Πατριάρχης ο Ιωάννης, έχουμε πολύ εύγλωττες μαρτυρίες: Ο επίσκοπος Σενιλλίας Ισίδωρος τον παριστάνει σαν Άγιο και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος τον αποκάλεσε «σκήνωμα πάσης ἀρετῆς». Στον Ιωάννη επίσης Σύνοδος των Πατριαρχών που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 587, του απένειμε τον τίτλο «Οἰκουμενικός». Σχετικά με τις εκκλησιαστικές ποινές ο Ιωάννης θέσπισε σοφό κανονικό, που βρίσκεται στο Πηδάλιο. Κοιμήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 595 μ.Χ. και το λείψανό του τάφηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων» (Από ιστολόγιο: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).

Β. Ο παραπάνω ύμνος του αγίου υμνογράφου Γερμανού καταγράφει τον δρόμο που ακολούθησε ο όσιος προκειμένου να εισέλθει στην αγκαλιά του Κυρίου και να απολαμβάνει έκτοτε την τρυφή της Βασιλείας Του. Η μόνη διαφορά είναι ότι επιλέγει αντί του όρου «Βασιλεία του Θεού» τη φράση «ακρόπολη της αρετής», διότι και τα δύο ταυτίζονται: ακρόπολη της αρετής είναι η αγάπη και αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. Λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης έφτασε στο άκρο της αρετής αυτής, που θα πει η καρδιά του και όλη η ύπαρξή του έγινε κατοικητήριο της αγίας Τριάδος, ήδη από τη ζωή αυτή στον κόσμο τούτο, πολύ περισσότερο όμως μετά την οσιακή κοίμησή του.

Δεν είναι απροϋπόθετη όμως η πορεία αυτή και η ένταξη στη Βασιλεία του Θεού. Απαιτείται η συνέργεια του ανθρώπου κι αυτή εκφράζεται με το ασκητικό φρόνημα της εγκράτειας και την εν αγάπη προσκόλληση του ανθρώπου στον Κύριο κατεξοχήν μέσω του αγώνα της προσευχής. Εγκράτεια και προσευχή θεωρούνται κατά την ορθόδοξη πίστη μας τα πιο «βαριά» όπλα της πνευματικής ζωής, τα οποία συνδέονται ουσιωδώς και οργανικώς μεταξύ τους. Κι αυτό διότι κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί ορθά, που θα πει με αταλάντευτη και «ακλινή» προσήλωση προς τον Κύριο, αν δεν έχει καταστήσει και δεν καθιστά τον εαυτό του ελεύθερο από τα πάθη του μέσω της εγκρατείας του. Άνθρωπος με άλλα λόγια που είναι έκδοτος στις ηδονές και τα πάθη του λόγω της ακρασίας του, δηλαδή άγεται και φέρεται από την προσκόλλησή του σ’ αυτά, δεν μπορεί να αναφερθεί σωστά στον Κύριο, η όποια προσευχή του ρυπαίνεται από την βρομιά των παθών του.

Πάει για παράδειγμα να προσευχηθεί ένας μνησίκακος και αντί του προσώπου του Κυρίου «βλέπει» διαρκώς ενώπιόν του το πρόσωπο εκείνου που μισεί γιατί ενδεχομένως κάτι του έκανε. Και μπορεί να λέει λόγια προσευχής με το στόμα, η καρδιά του όμως «ζωγραφίζει» εικόνες εκδίκησης για τον υποτιθέμενο εχθρό του – μία «προσευχή» έτσι που στρέφεται εναντίον του ίδιου του εαυτού του και αυξάνει το πλήθος των αμαρτιών του! Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, στηριγμένη στον Κύριο και στους αγίους Πατέρες της που εμπειρικά έζησαν τα της πνευματικής ζωής, μας παροτρύνουν πάντοτε στη νηστεία, στον περιορισμό κάθε ανεξέλεγκτης τάσης για απόλαυση των ηδονών του βίου, στη  μετριοπάθεια – είναι ο δρόμος για να μπορούν οι οφθαλμοί μας να είναι στραμμένοι, όπως είπαμε, προς τον Κύριο. «Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό», όπως απεκάλυψε το αψευδές στόμα του Κυρίου μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΜΑΜΑΣ

«Ο άγιος Μάμας ήταν από τη Γάγγρα, πόλη των Παφλαγόνων. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, οι οποίοι συνελήφθησαν για την πίστη τους στον Χριστό και ρίχτηκαν στη φυλακή. Εκεί, στα δεσμά της φυλακής, γεννήθηκε και ο άγιος. Επειδή οι γονείς του πέθαναν στη φυλακή, ανέλαβε το βρέφος κάποια Χριστιανή γυναίκα, ονόματι Αμμία, η οποία και τον ανέθρεψε. Τη θετή αυτή μητέρα του ο άγιος φώναζε διαρκώς «μαμά», γι’  αυτό και Μάμα τον ονόμασαν. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, συνελήφθη ως Χριστιανός και κτυπήθηκε με ραβδιά, ενώ στη συνέχεια του κρέμασαν βαρύ μολύβι στον τράχηλο και τον έριξαν στη θάλασσα. Σώθηκε όμως με τη δύναμη του Θεού από τον κίνδυνο και κρύφτηκε σ’  ένα σπήλαιο, τρεφόμενος από το γάλα ελαφιών. Και πάλι όμως τον συνέλαβαν, τον έριξαν σε καμίνι και τον πέταξαν στα θηρία. Τέλος τον τρύπησαν με σιδερένια τρίαινα, οπότε και έφυγε από τη ζωή αυτή».  

Τριπλή η χάρη την οποία έχει ο άγιος Μάμας. Πρώτον, γιατί υπήρξε παιδί μαρτύρων, από τους οποίους, έστω κι αν δεν τους γνώρισε, δεχόταν ασφαλώς τη διαρκή ευλογία των εν παρρησία προσευχών τους ενώπιον του Κυρίου. Δεύτερον, γιατί ανατράφηκε χριστιανικά, από ευσεβή γυναίκα, η οποία του μετάγγισε τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και δεν έπαυσε ασφαλώς να του μιλά για τους αγιασμένους γονείς του. Τρίτον, και σημαντικότερο, ο ίδιος υπήρξε, παιδί ακόμα, ομολογητής και μάρτυρας της χριστιανικής πίστεως, ανήκοντας στην περίοπτη ομάδα των αγίων παιδομαρτύρων. Την ιδιαίτερη αυτή χάρη του αγίου Μάμα προβάλλει η  Εκκλησία μας, μέσα ιδίως από την ακολουθία του, καθώς τον παραλληλίζει, λόγω και της αντιστοιχίας των μαρτυρίων τους, και με τους αγίους τρεις παίδες στη Βαβυλώνα, οι οποίοι ρίχτηκαν στη φωτιά, λόγω της συνέπειας στην πίστη τους, και με τον προφήτη Δανιήλ, ο οποίος  υπέστη το μαρτύριο του εγκλεισμού του σε λάκκο με λιοντάρια. Κι ακόμη, τον βλέπει ο άγιος υμνογράφος ως συνέχεια και του δικαίου Άβελ. Όπως δηλαδή εκείνος, ως ποιμήν προβάτων που προσέφερε  θυσία στον Θεό ό,τι καλύτερο είχε από το ποίμνιό του, δέχτηκε και το στεφάνι της αθλήσεως, έτσι και ο άγιος Μάμας: ζώντας μέσα σε ζώα, όταν κλείστηκε στο σπήλαιο, τελικώς «εαυτόν θύμα ευπρόσδεκτον τω Χριστώ προσήγαγε διά του μαρτυρίου».

Το σημαντικό μεταξύ των άλλων που επισημαίνουμε στον άγιο Μάμα, είναι το γεγονός ότι δεν απέρριψε, αλλ’  αντιθέτως αξιοποίησε πλήρως τη χάρη που του προσφέρθηκε. Θέλουμε να πούμε ότι ο νεαρός άγιος, γόνος μαρτύρων και αναθρεμμένος χριστιανικά, δεν αντιδρά στην ιδιαίτερη αυτή χάρη που του δίνεται, δεν λειτουργεί δηλαδή σ’  αυτόν, θα λέγαμε, η «φυσική» θεωρούμενη σήμερα αντιδραστικότητα της εφηβικής ηλικίας. Διότι πολύ συχνά διαπιστώνουμε ότι παιδιά ευσεβών γονέων, όταν εισέρχονται στην εφηβική ηλικία, αρχίζουν και αντιδρούν στις αρχές και τις αξίες των γονέων τους, γιατί θέλουν  να διαμορφώσουν τη δική τους ξεχωριστή ζωή μέσα σε πλαίσια ελευθερίας, άρα έξω κατ’  αυτούς από την «καταπίεση» της παραδεδομένης πίστης. Και βεβαίως, ως ένα σημείο, τα πράγματα είναι φυσικό να εξελίσσονται έτσι, όπως είναι φυσικό να βλέπουμε τελικώς την επάνοδο των «επαναστατημένων» νέων στις παραδόσεις της οικογένειας, ευθύς ως ισορροπήσουν από τη λαίλαπα της εφηβικής ηλικίας. Στον άγιο Μάμα δεν βλέπουμε όμως αυτή τη «φυσική» πορεία και εξέλιξη. Παρουσιάζει τέτοια εξέχουσα ωριμότητα ήδη από παιδί, που γίνεται πρότυπο όχι μόνο για τους νέους, αλλά και όλους τους ανθρώπους κάθε ηλικίας.

Ο υμνογράφος μάλιστα, αδυνατώντας προφανώς να κατανοήσει λογικά την εκπληκτική για τα δεδομένα της ηλικίας σύνεση και  ωριμότητα του παιδιού Μάμα,  επιχειρεί να την αιτιολογήσει, ανάγοντας  αυτήν σε μία ξεχωριστή χάρη, την οποία ο Θεός του έδωσε, επειδή προείδε και την αγαθή διάθεση της ψυχής του και την όλη αγιασμένη εξέλιξη της ζωής του. «Το ευγενές και κατά πάντα τέλειον, της διανοίας σου, ο προειδώς Λόγος, Μάμα εκ σπαργάνων σε, συνέσεως επλήρωσε, και καλών ταις ιδέαις, πολυειδώς κατεκόσμησε, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε». Δηλαδή: Ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε Μάμα, επειδή προείδε την ευγένεια και την κατά πάντα τελειότητα της διάνοιάς σου, από τα σπάργανα σε γέμισε με σύνεση,  και σε καταστόλισε ποικιλόμορφα με τις ιδέες των καλών.

Δεν θέλουμε να σχολιάσουμε τον τρόπο δράσεως αυτόν του Θεού – ποιος άλλωστε μπορεί να γίνει σύμβουλός Του; - μπορούμε όμως να παραδειγματιστούμε όλοι από τον άγιο Μάμα, προσπαθώντας, όσο είναι δυνατόν, να μη γινόμαστε αντιδραστικοί στα καλά που μας παραδίδονται από τις προηγούμενες γενιές. Κάποτε, θα πρέπει όλοι, ως πρόσωπα, ως κοινωνία, ως κράτος να σοβαρευτούμε, επιλέγοντας την ωριμότητα της αποδοχής των καλών και όχι διαρκώς την ανωριμότητα της απόρριψης. Κάποτε θα πρέπει να αφήσουμε την αντιδραστικότητα της εφηβείας και να ενηλικιωθούμε.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ: ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ!

«Ὑπέκλινας χαίρων τήν πειθήνιον ἀκοήν σου, Παμμακάριστε, τῷ Δεσπότῃ μακαρίζοντι, καί μακαριζομένην εὗρες πολιτείαν» (γ΄ ωδή κανόνος οσίου Συμεών).

(Με χαρά υπέκλινες την πειθήνια ακοή σου, παμμακάριστε όσιε, στον Κύριο που δίδαξε τους μακαρισμούς και βρήκες έτσι τον τρόπο ζωής που μακαρίζεται από Εκείνον).

«Ο όσιος Συμεών έζησε στα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ., επί αυτοκράτορας Λέοντος του Μεγάλου και Πατριάρχου Αντιοχείας Μαρτυρίου. Ο Συμεών γεννήθηκε στο χωριό Σισάν της Κιλικίας το 389 μ.Χ., από γονείς βοσκούς. Βοσκός ήταν και αυτός στα νεανικά του χρόνια. Από μικρός ήταν αφοσιωμένος με όλη του την ψυχή στα θεία. Τόσο θερμές ήταν οι προσευχές του προς το Θεό, ώστε πολλές φορές λουζόταν από δάκρυα. Κάποια μέρα, του έκαναν μεγάλη εντύπωση τα λόγια του Χριστού, «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθαίου, ε' 4,8). Δηλαδή, μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν από το Θεό. Μακάριοι, επίσης, είναι εκείνοι που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας, διότι αυτοί θα δουν το Θεό. Ποθώντας, λοιπόν, και ο Συμεών να κάνει τέτοια ζωή, πήγε κοντά στον όσιο Ηλιόδωρο, όπου έμεινε 10 χρόνια, και έγινε μοναχός. Επιθυμώντας, όμως, περισσότερη ησυχαστική ζωή, αποσύρθηκε σε ένα κελί στο χωριό Τελανισό, όπου ασκήτεψε τρία χρόνια. Η φήμη της αγίας του ζωής έκανε να συρρέουν πλήθη λαού κοντά του. Αλλά ο Συμεών, αποφεύγοντας την ακατάπαυστη εκείνη κοινωνικότητα και θέλοντας ακόμα περισσότερη ασκητική ζωή, εγκαταστάθηκε επάνω σ' ένα στυλό 36 πήχεων! Με τον ιδιόρρυθμο αυτό τρόπο ασκήτεψε 37 χρόνια. Αλλά και με τη χάρη του Θεού έκανε τελικά τη ζωή που επιθυμούσε και που μακαρίζει ο Κύριος. Κοιμήθηκε το 459 μ.Χ. και κηδεύτηκε από τον πατριάρχη Αντιόχειας Μαρτύριο στη μεγάλη εκκλησία της Αντιόχειας» (Από ιστολόγιο, Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Ο όσιος Συμεών αποτελεί μία από τις γνωστότερες περιπτώσεις των στυλιτών αγίων, εκείνων που αγίασαν ανεβασμένοι πάνω σε στύλο, ώστε να αποφεύγουν τα πλήθη των ανθρώπων που τους αναζητούσαν όπου και αν επήγαιναν. Στον παραπάνω ύμνο από την γ΄ ωδή του κανόνα του ο άγιος υμνογράφος εξηγεί με λιτότατο τρόπο το βασικό στοιχείο της ζωής του Συμεών που τον έκανε να φθάσει στα μεγάλη ύψη της αγιότητας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από ό,τι αποτελεί την οδό του ίδιου του Κυρίου, της Παναγίας Μητέρας, όλων των αγίων: την υπακοή στο θέλημα του Θεού. Εν προκειμένω ο όσιος Συμεών θέλησε να ακολουθήσει με απόλυτη πιστότητα τους μακαρισμούς του Κυρίου που καταγράφει ιδίως ο ευαγγελιστής Ματθαίος στην επί του Όρους ομιλία (5 κεφ.), οπότε και βίωσε από την εμπειρία του τις υποσχέσεις Εκείνου για τον υπήκοό Του: το άνοιγμα της καρδιάς του και την εγκατοίκηση σ’ αυτήν της χάρης του Θεού. Διότι αυτό συνιστά μακαριότητα για την πίστη μας. Όχι η απόκτηση χρημάτων και υλικών αγαθών, όχι η απόκτηση κοσμικής εξουσίας, όχι η θήρευση της ανθρώπινης δόξας, αλλά η προσαρμογή εν υπακοή στην οδό του Κυρίου, στις άγιες εντολές και στο θέλημά Του. Ο άνθρωπος υπακούοντας στον Θεό, έχοντας πειθήνια, κατά την έκφραση του υμνογράφου, ακοή σε ό,τι Εκείνος ευλόγησε και μακάρισε, εντάσσεται στην ευλογημένη Βασιλεία Του – κοινωνεί τον ίδιο τον Κύριο μέσα στην ύπαρξή του.

Θυμίζει η έκφραση του υμνογράφου αυτό που συνέβη με τον άγιο προφήτη και κριτή Σαμουήλ στην Παλαιά Διαθήκη, ο οποίος ακούοντας τη φωνή του Κυρίου, καθ’ υπόδειξη του ιερέα του ναού, απάντησε: «λάλει Κύριε ότι ο δούλος σου ακούει» - έτοιμο αυτί για υπακοή ο άγιος Σαμουήλ παιδιόθεν, γι’ αυτό και αναδείχτηκε σε μεγάλο προφήτη. Κι ακόμη θυμίζει τον μακαρισμό της αγίας Ελισάβετ, ξαδέλφης της Παναγίας, όταν η μικρή Μαριάμ βρέθηκε στο σπίτι της. Την μακάρισε η Ελισάβετ λέγοντας ότι «είναι μακάρια, γιατί πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν σ’ αυτήν τα λόγια του Κυρίου», ότι δηλαδή θα γεννήσει τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Κι έγινε η Μαριάμ η μεγαλύτερη εξ όλων των αγίων σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές.

Λοιπόν, η ετοιμότητα για υπακοή στο θέλημα του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο σε τρόπο ζωής που μακαρίζει ο ίδιος ο Θεός. Με την παρατήρηση που με σοφό τρόπο κάνει όμως ο υμνογράφος: υπήκουσε στον Θεό ο Συμεών, αλλά «χαίρων». Υπακοή δηλαδή, αλλά χαρούμενη υπακοή, γιατί υπήκουε στον Δημιουργό του, σ’ Αυτόν που ήξερε ότι τον αγαπά υπερκπερισσού, σ’ Αυτόν που η αγκαλιά Του ήταν ό,τι στοργικότερο και θελτικότερο υπήρχε στον κόσμο. Και μας συγκινεί ιδιαίτερα η μικρή αυτή λέξη, γιατί ακριβώς την ίδια χρησιμοποιούσε αδιάκοπα και ο μεγάλος της εποχής μας όσιος Γέρων Πορφύριος. «Έκανα», σημείωνε πάντοτε για τότε που νεαρός βρισκόταν στο άγιον Όρος, «χαρούμενη υπακοή στους Γεροντάδες μου». Γι’ αυτό και εκείνος αναδείχτηκε σε τόσο μεγάλο άγιο με τόσο σπουδαία χαρίσματα που βοήθησαν και βοηθούν τον κόσμο όλο.