Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

 «Φωτισθέντες, ἀδελφοί, τῇ Ἀναστάσει τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ... γνησίως φυλάξωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ∙ ἵνα ἄξιοι γενώμεθα καί τήν Ἀνάληψιν ἑορτάσαι καί τῆς παρουσίας τυχεῖν τοῦ ἀγίου Πνεύματος» (Αφού φωτιστήκαμε, αδέλφια, από την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού... ας φυλάξουμε αληθινά τις εντολές του Θεού∙ κι αυτό για να γίνουμε άξιοι να εορτάσουμε και την Ανάληψη και να δεχτούμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος).

Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το γεγονός που έφερε το φως του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, οπότε το φως του από τη σχέση του με Εκείνον χάθηκε – η σκοτεινιά των παθών του τον περιέβαλε με τρόπο τραγικό. Ο ερχομός του Υιού του Θεού ως ανθρώπου  στον κόσμο ανακεφαλαίωσε τα πάντα – όλα μπήκαν στη θέση τους: ο Κύριος ήρε την αμαρτία του κόσμου, την κατήργησε επί του Σταυρού, θανάτωσε τον θάνατο και με την Ανάστασή Του έδειξε με περίτρανο τρόπο ότι έκτοτε «ἡ ζωή κυριεύει» και το φως του Θεού είναι αυτό που πλημμυρίζει και πάλι τα σύμπαντα. Με μία βεβαίως προϋπόθεση: ο άνθρωπος να  θ έ λ ε ι  τον Χριστό στη ζωή του, να πιστέψει δηλαδή σ’  Αυτόν. Αυτή είναι η μεγαλωσύνη του Θεού μας: ενώ είναι παντοδύναμος περιορίζεται, ζητώντας την ελεύθερη υπακοή του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματός Του.

Ο άνθρωπος πιστεύει στον Χριστό, όταν αποδέχεται τον λόγο Του και «σταυρώνει» τον εαυτό του για να τηρεί τις άγιες εντολές Του: δηλαδή δεν έχει τη λογική του ως το απόλυτο κριτήριό του, δεν υπακούει στα ψεκτά πάθη του, κυρίως τον εγωισμό και την υπερηφάνεια που τον έλκουν γοητευτικά στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας, κατεξοχήν είναι πάντα προσανατολισμένος στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ιδίως τον θεωρούμενο εχθρό, γιατί αυτό είναι το γνησιότερο κριτήριο ότι ανήκει κανείς στον Χριστό.

Για τον άγιο υμνογράφο λοιπόν του παραπάνω ύμνου, ο αναστάσιμος φωτισμός έρχεται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Κυρίου. Για να συνεχίσει αξιωματικά: η γνήσια τήρηση αυτών των εντολών μάς καθιστά αξίους να εορτάσουμε την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.  Είναι εξαιρετικά σημαντικός ο λόγος του: η συμμετοχή σε μία εορτή, και μάλιστα Δεσποτική, απαιτεί αυξημένες προϋποθέσεις∙ απαιτεί την ένταση της εξόδου από τον παλαιό εαυτό και την «εγκατοίκηση» στην καινότητα της αιώνιας ζωής του λόγου του Θεού. Με άλλα λόγια χωρίς τον έρωτα για τον Χριστό (που φανερώνεται από την εφαρμογή των εντολών Του) η παρουσία ενός χριστιανού στην Εκκλησία έχει τυπικό χαρακτήρα, γίνεται ένα καθήκον που δεν επισύρει τη χάρη του Θεού. Μήπως γι’  αυτό και πολλοί από εμάς τους θεωρουμένους πιστούς ξένοι μπαίνουμε στην Εκκλησία και ξένοι βγαίνουμε από αυτήν;  

Η Ανάληψη και η Πεντηκοστή ζητάει ανθρώπους αξίους να τις εορτάσουν, που θα πει συγγενείς προς το πνεύμα που φέρνουν.  Κι ένας είναι ο τρόπος που συγγενεύει κανείς με τις εορτές: όταν κάνει πράξη το θέλημα του Θεού, γεγονός που ενεργοποιεί το ένδυμα του αγίου βαπτίσματός του. Και ένδυμα είναι ο ίδιος ο Χριστός! Αμέσως καταλαβαίνουμε έτσι ότι η κάθε εορτή, ιδίως η μεγάλη, λαμπρύνει στο ανώτερο δυνατό την εν Χριστώ ύπαρξή μας. Ο Χριστός λάμπει μέσω ημών! 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ

«῾Ο ἅγιος Θαλλέλαιος ἔζησε ἐπί βασιλείας τοῦ Νουμεριανοῦ (περί τά τέλη τοῦ 3ου αἰ.), καταγόταν ἀπό τόν Λίβανο, ὁ πατέρας του λεγόταν Βερούκιος καί ἡ μητέρα του Ρωμυλία, ἐνῶ σπούδασε τήν ἰατρική τέχνη. Συνελήφθη γιά τήν εἰς Χριστόν πίστη του στήν ῎Αζαρβο τή δεύτερη ἐπαρχία τῆς Κιλικίας, ἐνῶ ἦταν κρυμμένος σ᾽ ἕναν ἐλαιῶνα. ῾Οδηγεῖται τότε στόν ἄρχοντα Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος καθώς δέν μπόρεσε νά τόν πείσει νά θυσιάσει στά εἴδωλα, διέταξε νά τρυπηθοῦν οἱ ἀστράγαλοί του καί νά κρεμαστεῖ μέ σχοινιά μέ κάτω τό κεφάλι. ᾽Ενῶ λοιπόν φάνηκαν οἱ ὑπηρέτες ὅτι ἐκτελοῦν τή διαταγή, ἀπό κάποια θεία δύναμη ἔχασαν τά μυαλά τους καί ἀντί τοῦ ἁγίου τρύπησαν ἕνα ξύλο καί τό κρέμασαν. Κτυπῶνται λοιπόν αὐτοί, διότι θεωρήθηκαν ὅτι ἐνέπαιξαν τόν ἄρχοντα. ῎Επειτα ὁ ἄρχοντας διέταξε νά ριχτεῖ ὁ ἅγιος στή θάλασσα, ἀπό τήν ὁποία ὅμως βγῆκε ἀβλαβής, φορώντας ἔνδυμα λευκό. Μετά ἀπό αὐτά ρίχνεται στό στάδιο νά κατασπαραχθεῖ ἀπό τά θηρία, ἀλλά καί πάλι διέμεινε ἀλώβητος, ὁπότε τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι μέ ξίφος στήν ῎Εδεσσα τήν πόλη τῶν Αἰγαίων».

Νέο παλληκάρι ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος ἔδειξε, ὅπως καί ἄλλοι βεβαίως μάρτυρες πρίν καί μετά ἀπό αὐτόν, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ πίστη στόν Χριστό ὑπερβαίνονται οἱ πειρασμοί τοῦ κόσμου τούτου καί ἡ γοητεία πού ἀσκεῖ  ἰδίως στούς νέους ὁ κόσμος τῶν αἰσθήσεων. Κι αὐτό γιατί ἡ πίστη στόν Κύριο φωτίζει τόν νοῦ καί τίς φρένες τοῦ ἀνθρώπου, καθιστώντας τα τέλεια, ὥστε τό σῶμα νά ὑπακούει στόν φωτισμένο σάν ἥλιο νοῦ, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἄνθρωπος νά ἰσορροπεῖ πορευόμενος πάνω στό θέλημα τελικῶς τοῦ Κυρίου. Κι ὄχι μόνο ὁ ἄνθρωπος, καί μάλιστα ὁ νέος, τότε γίνεται πνευματικά ὑγιής καί ἰσορροπημένος, ἀλλά καθίσταται καί ὄργανο τοῦ Θεοῦ προκειμένου νά καθοδηγεῖ καί τούς ἄλλους συνανθρώπους του, ἕνα εἶδος φωτός πού λύνει τά σκοτάδια πού δημιουργοῦν σέ κάθε ἐποχή τά διάφορα εἴδωλα. ῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ ἐπανειλημμένως  τονίζει τήν πραγματικότητα αὐτή. «῎Ησουν νέος στό σῶμα, ἀλλά τέλειος στίς φρένες, μάρτυς Θαλλέλαιε, γι᾽ αὐτό καί ἔλαμψες σάν ἥλιος τίς ἀκτίνες τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας, μέ ἀποτέλεσμα νά κάνεις πέρα σαφῶς τή ζόφωση τῆς ματαιότητας τῶν εἰδώλων» (ὠδή α´).

῾Η πνευματική αὐτή ὑγεία καί ἰσορροπία τοῦ ἁγίου Θαλλελαίου πού τόν καθιστοῦσε καί σωστό ἱεραπόστολο τοῦ Κυρίου ἦταν κατά τόν ὑμνογράφο μας ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού βρῆκε ὅμως συνεργό καί τή δική του θέληση. Εἶναι ἡ πιό γνωστή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὅτι προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά σχετιστεῖ καί νά συντονιστεῖ μέ τόν Θεό ἀπαιτεῖται βεβαίως πρώτιστα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ - ᾽Εκεῖνος μᾶς ἀγαπᾶ ὑπερβαλλόντως καί δέν μᾶς ἀφήνει ποτέ σέ ῾ἡσυχία᾽- ἡ ὁποία ὅμως χάρη ἀπαιτεῖ καί τήν καλή διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τό ῾ναί᾽ τό δικό του γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει αὐτή μέσα στήν ὕπαρξή του. ῎Ετσι ὁ ἅγιος ὑποκινημένος ἀπό τόν Κύριο προσέβλεπε μόνο πρός Αὐτόν, σέ βαθμό τέτοιο πού δέν παρεξέκλινε καθόλου, ἔστω κι ἄν ὑφίστατο πάμπολλα μαρτύρια. «᾽Οχυρώθηκες ἀπό τήν εὐσέβειά σου καί δυναμώθηκες ἀπό τή χάρη τοῦ πανοικτίρμονος Θεοῦ, Θαλλέλαιε, γι᾽ αὐτό καί προχώρησες μέ γενναιότητα πρός τούς ἀγῶνες τοῦ μαρτυρίου καί ἔλυσες τά ὀχυρά τοῦ ἐχθροῦ, παίρνοντας τή νίκη» (ὠδή α´). «᾽Αποσκοπώντας μόνο πρός τόν Κύριο πού σοῦ παρεῖχε τή νίκη, δέν παρεκτράπηκες ἀπό τήν ἀληθινή ὁμολογία, ἀθλητά, ἀλλά διέμεινες σταθερός, προκαλώντας ἔκπληξη καί στούς ἄφρονες» (ὠδή γ´).

Ἡ βοήθεια τοῦ ἀγίου ἀπό τή χάρη τοῦ Κυρίου, ἰδίως κατά τήν ὥρα τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων του, πραγματοποιεῖτο, κατά τόν ἅγιο ᾽Ιωσήφ, καί μέσω τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἀσκητική ἰδίως παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας ὅτι τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, κατά παραχώρηση ἀσφαλῶς ᾽Εκείνου, πολεμοῦν πλήθη δαιμόνων. Οἱ δαίμονες κυριολεκτικά ῾δαιμονίζονται᾽ ὅταν βλέπουν ἄνθρωπο νά ἐπιτελεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα μέ θυσία τῆς ζωῆς του. Γι᾽ αὐτό καί προσπαθοῦν μέ πολλούς τρόπους, κυρίως μέ ὑποκίνηση τῶν δικῶν τους ῾ἀνθρώπων᾽, νά ὁδηγήσουν τόν ἅγιο σέ φόβο καί σέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Κύριος ὅμως πάντοτε εἶναι μαζί μας. Οὐδέποτε μᾶς ἀφήνει ἀνυπεράσπιστους καί πλήν τῆς ἴδιας τῆς δικῆς Του παρουσίας στέλνει καί τούς ἀγίους ἀγγέλους Του πρός βοήθεια - ὅ,τι συνέβη μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό μας πού τόν καιρό τοῦ πειρασμοῦ Του λίγο πρό τοῦ Πάθους ἄγγελος Τόν ἐνίσχυε. Θυμᾶται κανείς τόν νεαρό καλόγερο τοῦ Γεροντικοῦ πού φοβισμένος ἀπό τό πλῆθος τῶν δαιμονικῶν πειρασμῶν κατέφυγε σέ μεγάλο Γέροντα. Κι ἐκεῖνος τόν καθησύχασε, δείχνοντάς του ὅτι ναί μέν εἶναι ἀρκετοί οἱ δαίμονες, ἀλλά εἶναι πολύ λίγοι μπροστά στό ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἀγγέλων πού τόν βοηθοῦν. «Κατατρόπωσες τίς φάλαγγες τῶν δαιμόνων, σοφέ, ἔχοντας ὡς συνεργούς τούς ἁγίους ἀγγέλους κατά τόν καιρό τῶν ἀγώνων σου» (ὠδή ς´).

Κι ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπιμένει: μέσα στούς πειρασμούς ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος ἔμοιαζε μέ τούς ἁγίους τρεῖς παῖδες στήν κάμινο τοῦ πυρός, ἡ ὁποία ὅμως δροσιζόταν ἀπό τήν θεϊκή δρόσο, ἤ καί μέ τόν ἅγιο προφήτη Δανιήλ, ὁ ὁποῖος κι ἐκεῖνος ἀντιμετώπισε τόν πειρασμό τῶν λιονταριῶν καί βγῆκε ἀλώβητος σάν κι αὐτόν. «Στεκόσουν στό μέσο τῆς φλόγας τῶν πειρασμῶν, ὅπως οἱ τρεῖς παῖδες, ἔνδοξε, δεχόμενος ἀκριβῶς τή θεία δρόσο ἀπό τόν Θεό καί δοξολογώντας τόν ἐπί πάντων Θεό» (ὠδή ζ´). «Σάν ἄλλος νέος Δανιήλ ρίχτηκες ἀνάμεσα στά λιοντάρια, χωρίς νά βλαφτεῖς καθόλους ἀπό αὐτά, ἀθλοφόρε μάρτυς Θαλλέλαιε, λόγω τῆς θείας χάριτος»  (ὠδή ζ´). Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν πού ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπισημαίνει μέ φωτισμό Θεοῦ ὅτι «συγχορεύουν μαζί μέ τούς πιστούς κατά τή μνήμη τοῦ ἁγίου ὅσιοι ἀθλητές, δῆμοι ἀγγέλων καί ἀποστόλων καί προφητῶν», ἐνῶ παρακαλεῖ τόν ἅγιο «νά μή παύσει νά πρεσβεύει γιά ὅλους μας» (ὠδή η´). 

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;

Το ερώτημα δεν τίθεται ρητορικά. Ήδη έχει τεθεί προ πολλών χρόνων από μεγάλους μελετητές του χριστιανισμού, στην προσπάθειά τους να ψαύσουν τις βάσεις της χριστιανικής πίστεως. Κι ο λόγος είναι απλός: το να είναι κανείς χριστιανός σημαίνει ότι αντιστρέφει τα κριτήρια του κόσμου και της ίδιας της ανθρώπινης φύσεως, απαρνείται ό,τι ο κόσμος θεωρεί δεδομένο, επιλέγει πάντοτε τη ζωή Εκείνου, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο για να τον αλλάξει και να τον φέρει κυριολεκτικά άνω-κάτω, λόγω της αλλοιώσεως αυτού του κόσμου από την αμαρτία, συνεπώς να τον επαναφέρει στην ορθή του κατεύθυνση. Είναι γνωστό άλλωστε ότι τελικώς έτσι ορίζεται ο χριστιανός από τους αγίους μας: ως «μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» (άγ. Ιωάννης της Κλίμακος).

Στην πραγματικότητα το ερώτημα τέθηκε από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. «Άραγε, όταν έλθει ο υιός του ανθρώπου και πάλι επί της γης, θα εύρει την πίστη στους ανθρώπους;» (πρβλ. Λουκ. 18,8). Και το ερώτημα αυτό, η αμφισβήτηση της βεβαιότητας για την ύπαρξη χριστιανών, ετίθετο στη συνέχεια και από τους μαθητές του Χριστού, τους αγίους αποστόλους. Όταν ο απόστολος Παύλος, για παράδειγμα, καλούσε τους Κορινθίους και δι’ αυτών όλους τους πιστούς να μιμηθούν τη ζωή του – «μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄Κορ. 4, 16) - τι άλλο εννοούσε παρά ότι η απόκλιση από τον Κύριο ήταν ο εύκολος δρόμος;

Κι αξίζει να δει κανείς πιο συγκεκριμένα σε τι καλούσε ο απόστολους τους πιστούς για να τον μιμηθούν. Όχι ασφαλώς σε μία ζωή ανέσεων και απολαύσεων, στο κυνηγητό του χρήματος και των υλικών αγαθών, στη θήρευση της ανθρώπινης δόξας και των μεγάλων θέσεων, ό,τι δηλαδή συνιστά αυτό που λέμε αμαρτία: τη φιληδονία, τη φιλαργυργία, τη φιλοδοξία, τα παρακλάδια της φιλαυτίας και του εγωισμού. Ο απόστολος καλούσε τους Κορινθίους και όλους σε μία ζωή στέρησης και εγκρατείας, ταπείνωσης και αδοξίας, κόπου και μόχθου, σε πράγματα δηλαδή που με τα κριτήρια του κόσμου θεωρούνται παραδοξότητες και παραλογισμοί, που δεν ταιριάζουν στον «φυσιολογικό» άνθρωπο. «Μου φαίνεται πως ο Θεός σε μας τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε  στο στάδιο. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και γι’  ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί για χάρη του Χριστού, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στον Χριστό. Εμείς είμαστε αδύναμοι, ενώ εσείς είστε δυνατοί. Εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι. Ως αυτήν την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου, ώς αυτή την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας» (Πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 9-13).

Τα λόγια του είναι φωτιά. Νιώθει ότι καίνε τους παραλήπτες της επιστολής του. Γι’  αυτό και τους εξηγεί. «Δεν σας τα λέω για να σας ντροπιάσω, αλλά να σας νουθετήσω σαν παιδιά μου αγαπητά. Γιατί είμαι ο πατέρας σας που σας αναγέννησα μέσω του ευαγγελίου» (4,14). Η εξήγησή του γίνεται για να καλέσει και τους πιστούς στον αληθινό χριστιανισμό. «Μιμηταί μου γίνεσθε». Ό,τι ζω εγώ, σαν να τους λέει, δεν είναι μόνο για εμένα ή και για τους άλλους αποστόλους. Είναι για όλους. Διότι ο Χριστός σε ένα ευαγγέλιο κάλεσε τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις.

Και πράγματι. Αυτά που λέει ο απόστολος, η κλήση του να μιμηθούν και οι άλλοι τη ζωή του, είναι τα ίδια τα λόγια του Κυρίου που καλούσε τους ανθρώπους σε «μίμηση» της δικής Του ζωής: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34). Τι  άλλο έκανε και ο απόστολος Παύλος από το να καλεί τους μαθητές του σε απάρνηση του εγωιστικού εαυτού τους και άρση του σταυρού τους, προκειμένου να ακολουθήσουν τον Χριστό; Διότι ακριβώς η ακολουθία του Χριστού γίνεται στον βαθμό που ο άνθρωπος διαγράφει την αμαρτία και τις δεσμεύσεις της στη ζωή του. Δεν μπορεί κανείς να χαϊδεύει τα πάθη του και να είναι ταυτόχρονα με τον Χριστό. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24).

Έτσι κατανοεί κανείς εύκολα ότι η σκληρότητα της χριστιανικής ζωής, λόγω της συνεχούς εγκρατείας, της ταπείνωσης, της διαρκούς προσφοράς, είναι ο δρόμος για να είναι κανείς με τον Χριστό, να ζει Εκείνος μέσα του, να χαίρεται από την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Η οδύνη με άλλα λόγια της άσκησης αυτής οδηγεί, όπως σημειώνουν πολλές φορές οι άγιοί μας, στην ηδονή της παρουσίας του Θεού. Αυτό είναι το άλλο παράδοξο της χριστιανικής ζωής που δεν φαίνεται να κατανοεί όχι μόνον ο εκτός της πίστεως άνθρωπος, αλλά πολλές φορές ούτε κι εμείς οι θεωρούμενοι χριστιανοί. Συνεπώς αρνείται ο χριστιανός τη γοητεία και τη λογική του διαβρωμένου από την αμαρτία κόσμου τούτου, διότι θέλγεται και γοητεύεται από τη λογική του καινούργιου κόσμου που έφερε ο Χριστός.

Τα παραπάνω δύσκολα, γίνονται αποδεκτά μόνον κάτω από δύο βασικές προϋποθέσεις: (1) Ο άνθρωπος είναι βαπτισμένος στο όνομα της αγίας Τριάδος, που σημαίνει είναι μέλος της Εκκλησίας, μέλος του σώματος του Χριστού, συνεπώς και η κατανόηση και η ενεργοποίηση της ζωής αυτής γίνεται με τη χάρη του Θεού. Ο αβάπτιστος, ο εκτός της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν κατανοεί, όχι μόνο δεν μπορεί να πράξει, αλλά συνήθως διακωμωδεί και ειρωνεύεται. Και δικαίως. Διότι κινείται με βάση τον παλαιό άνθρωπο, τον ενεργούμενο από την αμαρτία και τον διάβολο. (2) Ο κόσμος αυτός  στον οποίο βρισκόμαστε, είναι ο κόσμος μεν του Θεού, αλλά ο φθειρόμενος και παρερχόμενος. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α΄Κορ. 7, 31). Ο χριστιανός με την ένταξή του στο σώμα του Χριστού εισέρχεται σε μία νέα πραγματικότητα που «πατάει» μεν στη γη, αλλά τρέφεται από τον ουρανό. Ο κόσμος δηλαδή αυτός δεν είναι το τέλος και ο σκοπός. Είναι το πεδίο του αγώνα, για να εισέλθουμε στην πραγματική πατρίδα, τη Βασιλεία του Θεού. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14). Έτσι δεν «κολλάμε» στον κόσμο αυτό οι χριστιανοί, παλεύουμε να αρνούμαστε τη γοητεία και την έλξη που ασκεί, και γι’ αυτό η εγκράτεια και η νηστεία γίνονται χαρούμενα εργαλεία, προκειμένου να διατηρούμαστε ανοικτοί στη χάρη του Θεού, στο σημείο συντονισμού μας με Εκείνον που μας αγαπά παράφορα και θέλει κι εμείς να Τον θέλουμε για να παραμένει στην ψυχή και το σώμα μας.

Υπάρχουν λοιπόν τέτοιοι χριστιανοί, πραγματικοί δηλαδή πιστοί στον Ιησού Χριστό σήμερα; Την απάντηση τη γνωρίζει μόνον ο Θεός. Και την υποψιαζόμαστε κι εμείς στον βαθμό που ανιχνεύουμε τα σημάδια της παρουσίας της χάρης Του στους δικούς Του ανθρώπους: την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την πραότητα, την πίστη, την εγκράτεια. Το καίριο όμως ερώτημα πάντα θα είναι: ανιχνεύουμε τα σημάδια αυτά και στη δική μας ζωή; Που θα πει: ε μ ε ί ς  είμαστε χριστιανοί;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΟΥΣΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΚΑΚΙΟΣ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΙΝΟΣ

«Ο μέγας Πατρίκιος κατηγορήθηκε για την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε ενώπιον του επάρχου Ιουλίου. Αυτός προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει με πολλούς τρόπους, προβάλλοντάς του ως επιχείρημα τα θερμά ύδατα που έβγαιναν από μία πηγή. Του είπε δηλαδή ότι αυτά θερμαίνονται από την πρόνοια των θεών και εκχέονται προς ευεργεσία των ανθρώπων. Ο άγιος μάρτυς απάντησε ότι πράγματι βγαίνουν τα θερμά ύδατα προς ευεργεσία, αλλά από τη δύναμη του Κυρίου Ιησού, ο Οποίος έταξε να υπάρχουν δύο τόποι: ο ένας γεμάτος από αγαθά όπου αναπαύονται οι Δίκαιοι, κι ο άλλος γεμάτος από σκοτάδι και φωτιά, όπου θα κατακριθούν οι αμαρτωλοί μετά την εκ νεκρών ανάστασή τους. Κι ακόμη, συνέχισε ο άγιος, ο Θεός έβαλε τη φωτιά σε όλη την κτίση και την ανέμιξε και στα άλλα στοιχεία αυτής. Και υπάρχει πάνω από το ουράνιο στερέωμα φωτιά και νερό, ενώ το ίδιο υπάρχει και κάτω από τη γη, απ’ όπου και αναδίδονται οι πηγές. Κι εκείνες οι πηγές που πλησιάζουν τη φωτιά εκχέουν θερμό νερό, ενώ οι άλλες που απέχουν από τη φωτιά εκχέουν ψυχρό. Τόνισε δε ο άγιος ότι η φωτιά κάτω από τη γη είναι το κολαστήριο των ασεβών ψυχών, το πιο κάτω δε από όλα νερό πήζει και γίνεται κρύσταλλο, που ονομάζεται Τάρταρος, όπου εκεί έλαχε να κατοικούν οι θεοί των ειδωλολατρών. Κι αφού του είπε πολλά και παρόμοια, πρόσταξε ο άρχοντας να ριχτεί μέσα στα θερμά νερά που ανέβλυζαν. Κι αντί να πάθει κάποια βλάβη ο άγιος, βλάφτηκαν περισσότερο αυτοί που τον έριξαν, ενώ ο ίδιος εξήλθε αβλαβής. Τότε ο άρχοντας διέταξε να θανατωθεί με ξίφος, οπότε μαζί με τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύαινο αποτμήθηκαν οι κεφαλές τους. Τελείται δε η σύναξή τους στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου».  

Μπορεί να μην αντιστοιχούν επακριβώς οι αντιλήψεις του αγίου ιερομάρτυρος Πατρικίου με ό,τι η Εκκλησία μας διδάσκει περί κολάσεως και παραδείσου, όμως τονίζει την κεντρική αλήθεια ότι υφίσταται η κόλαση και ο παράδεισος και ότι το κριτήριο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους για τη μία ή την άλλη κατάσταση είναι η πίστη τους στον Χριστό και ο σύμφωνος με τις άγιες εντολές Εκείνου τρόπος της ζωής τους. Πιστεύεις δηλαδή στον Χριστό και αγωνίζεσαι να προσαρμόζεις τη ζωή σου με ό,τι Εκείνος είπε; Τότε η σχέση σου με τον Θεό θα είναι θετική, γευόμενος την αγαθή παρουσία Του ως Παράδεισο. Διαγράφεις τον Χριστό και ζεις σύμφωνα με τα πάθη σου και τις δαιμονικές επιρροές; Τότε δυστυχώς η σχέση σου με τον Θεό θα είναι αρνητική, όχι γιατί Εκείνος δεν σε θέλει, αλλά γιατί εσύ ο ίδιος διαμόρφωσες την ύπαρξή σου έτσι ώστε να μην Τον… αντέχεις! Ποια τραγωδία και κόλαση μεγαλύτερη πράγματι υπάρχει από το να υφίστασαι την απειρία αγάπης Εκείνου, τον Οποίο εσύ φρόντισες στη ζωή αυτή να μισήσεις στο έπακρο με την εμπαθή ζωή σου;

Ο άγιος Πατρίκιος και οι συν αυτώ άγιοι, Ακάκιος, Μένανδρος, Πολύαινος, τιμώνται από την Εκκλησία μας και ευφραίνονται στην αγκαλιά του Κυρίου τους, διότι κόσμησαν τη στολή της ιερωσύνης τους με όλες τις χάρες του Θεού αγωνιζόμενοι στην πράξη των εντολών Του, ενώ όταν ήλθε η στιγμή της ομολογίας τους κατέστησαν ολόλαμπρη τη στολή αυτή με το αίμα του μαρτυρίου τους, γινόμενοι προπύργια αληθινά της χριστιανικής πίστεως (ωδή α΄) – βάθρα και στερεώματα της πίστεως γίνονται εκείνοι που δίνουν και το αίμα τους για χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού, ακολουθώντας επακριβώς Εκείνου τα ίχνη (ωδή δ΄).

Κι είναι περιττό να σημειώσουμε αυτό που ισχύει για όλους τους μάρτυρες και τους αγίους της Εκκλησίας μας: ποιητικό αίτιο της όλης αγίας διαγωγής του Πατρικίου και των συν αυτώ, και όσο ζούσαν και κατά τον χρόνο του μαρτυρικού τέλους τους, ήταν ο διάπυρος ζήλος τους υπέρ της πίστεως και της ευσεβείας. Κανείς ποτέ δεν αγιάζει, κανείς ποτέ δεν προκόπτει κατά Χριστόν, αν δεν νιώθει μέσα στην καρδιά του πόθο μεγάλο μέχρι θανάτου για Εκείνον και τα Εκείνου. Πρόκειται για το πιο καίριο στοιχείο που μας αποκάλυψε ο Ίδιος ο Κύριος: «εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου». Κίνητρο αδιάκοπο και παντοτινό για τον χριστιανό για να είναι και να παραμένει χριστιανός είναι η αγάπη. Αγάπη που φλογίζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, σώμα και ψυχή, χωρίς να αφήνει περιθώρια χλιαρότητας ή πολύ περισσότερο ψύχους. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης καταγράφει: «Ο θεηγόρος Πατρίκιος αφού πυρώθηκε από τον ζήλο της πίστεως, κατεμάρανε τη φλόγα της πλάνης» (ωδή γ΄).  

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

ΦΟΡΤΙΟ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ!

«Ὥσπερ φορτίον καί γεῶδες ἀχθοφόρημα ὡρᾶτο τοῖς ἐν κόσμῳ περιπατῶν ὁ Τυφλός, καί ἐν ταῖς πλατείαις πόδας συντρίβων, τάχα ὡς ὅρασιν τήν ράβδον πλουτῶν˙ ὅθεν καταφεύγει πρός τόν φωτοδότην, ἐξ οὗ λαμβάνει τό φῶς ὁρᾶν, καί ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ βλέπειν τόν ποιητήν, τόν καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ καί κατ’ εἰκόνα δημιουργήσαντα τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἐκ γῆς τό πρότερον, καί νῦν χοΐ καί πτύσματι, καταυγάσαντα τούτου τάς κόρας, καί δόντα φιλανθρώπως βλέπειν τόν ἥλιον» (εβδομάδα Τυφλού).

(Περπατώντας ο τυφλός και συντρίβοντας τα πόδια του στις πλατείες, έχοντας δήθεν ως όραση τη ράβδο του, φαινόταν στους ανθρώπους του κόσμου σαν φορτίο και βάρος της γης. Γι’ αυτό καταφεύγει προς τον φωτοδότη Κύριο, από τον Οποίο παίρνει το φως της όρασης και να βλέπει με τα μάτια του τον Ποιητή και Δημιουργό, που δημιούργησε καθ’ ομοίωσιν και κατ’εικόνα του Ίδιου τη φύση των ανθρώπων, στην αρχή της δημιουργίας από γη και τώρα από χώμα και φτύσμα, και ο Οποίος καταφώτισε τις κόρες των οφθαλμών του και του έδωσε από την αγάπη Του να βλέπει τον ήλιο).

Με δύναμη ποιητική ο άγιος υμνογράφος περιγράφει τα στάδια που πέρασε ο εκ γενετής τυφλός του Ευαγγελίου, μέχρις ότου θεραπευτεί από τον Κύριο, όχι μόνο σωματικά, αλλά κυρίως και πνευματικά. Πρώτο στάδιο, η οδυνηρή πραγματικότητα στην οποία ζούσε ως αόμματος – μη έχοντας όραση, κυρίως όμως και μάτια˙ άδειες κόγχες ήταν στη θέση των οφθαλμών του. Και η οδύνη του τυφλού, κατά τον υμνογράφο, ήταν διπλή: σωματική πρώτον, γιατί κρατώντας το μπαστούνι του τάχα ως όρασή του συχνά σκόνταφτε και έπεφτε, ιδίως στις πλατείες που ήταν μαζεμένος κόσμος˙ δεύτερον ψυχολογική, γιατί ακριβώς γινόταν, κατά την άποψή του, περίγελως των άλλων ή ακόμη χειρότερα αντικείμενο του οίκτου τους. Ο ποιητής εκφράζει με μοναδικό τρόπο την ψυχολογία του, πλήρη καταθλιπτικών στοιχείων: «είμαι ένα φορτίο για τον κόσμο, ένα βάρος πάνω στη γη!» Ίχνος χαράς και ελπίδας δεν φαίνεται να του δίνει ώθηση για ζωή.

Κι εκεί που όλα είναι γι’ αυτόν «μαύρα» και σκοτάδι, έρχεται το δεύτερο στάδιο: η συνάντησή του με τον Κύριο, ο Οποίος τον πλησιάζει με την άπειρη αγάπη Του, «φιλανθρώπως», για να του δώσει φως και προοπτική, στον κόσμο τούτο αλλά και αιώνια. Ποιες οι κινήσεις του Κυρίου; Ψυχολογικά και πνευματικά, τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε ενοχή: δεν είναι αυτός αίτιος λόγω αμαρτίας δικής του ή των γονέων του, για ό,τι του έχει συμβεί. Το αντίθετο: η ύπαρξή του συνιστά την αφορμή για να φανερωθεί η δόξα του Θεού! «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού μέσα από αυτόν».  Ο αόμματος που στα μάτια των άλλων και τα δικά του θα πρέπει ίσως να μην υπάρχει στον κόσμο είναι στα μάτια του Θεού η ύλη που έχει στα χέρια Του ο Θεός για να λάμψει η δόξα Του! Πόσο οι εκτιμήσεις μας για τον κόσμο, για τους συνανθρώπους μας, για τους εαυτούς μας είναι τις περισσότερες φορές πλανεμένες. Με τι μάτια, διεστραμμένα το συνηθέστερο λόγω της αμαρτίας μας, βλέπουμε εμείς˙ με τι μάτια, καθαρά από την απόλυτη και άπειρη αγάπη Του βλέπει ο ίδιος ο Κύριος!

Κι ακολουθεί το τρίτο και σημαντικότερο στάδιο: ο τυφλός αποκαθίσταται, καθώς γεύεται την εμπειρία του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ: να γίνεται υλικό στα δημιουργικά χέρια του Χριστού που του φτιάχνει μάτια και του δίνει το φως να βλέπει, με αποκορύφωση: να του φωτίσει τα πνευματικά μάτια που ήταν όμως έτοιμα και διψασμένα για τον Δημιουργό τους. Και τα διπλά μάτια του πια,  τα σωματικά και τα πνευματικά, διανοίγονται. Κι αυτό που αντικρίζει είναι η ομορφιά της δημιουργίας, η ομορφιά της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού ανθρώπινης φύσης του, η χαρισματική θέα του Δημιουργού Χριστού, και τότε που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη και τώρα που ο Ίδιος του έφτιαξε τους οφθαλμούς.

Δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος ο θεραπευθείς τυφλός. Ήταν έτοιμη η καρδιά του να γευτεί τον Δημιουργό της, ήταν ήδη πιστός και «χριστιανός» πριν τον συναντήσει ο Κύριος. Μπρος στο μεγαλείο του ανθρώπου αυτού κλίνουμε γόνυ καρδίας, δοξολογώντας τον Θεό μας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει ως τύπο και για εμάς. Και μας λέει ότι μπορούμε και εμείς να απολαύσουμε τη χαρισματική εμπειρία του και να ανοίξουμε τα μάτια μας, ιδίως  τα πνευματικά. Όταν πορευόμαστε εν μετανοία στη ζωή μας. «Έχοντας τυφλωμένα τα μάτια της ψυχής, προσέρχομαι σ’ Εσένα, Χριστέ, όπως ο τυφλός εκ γενετής, κραυγάζοντάς Σου με μετάνοια: Συ είσαι το υπέρλαμπρο φως των εν σκότει της αγνωσίας και της αμαρτίας ανθρώπων» (Κοντάκιο).

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΘΥΡΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΚΑΙ ΘΑ Σ’ ΑΚΟΥΩ!

«Μου είπε ο Γέρων ιερομόναχος π. Ι. Σ., ότι είχε επισκεφτεί τον όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη στο μοναστήρι του, του Τιμίου Προδρόμου, στο Έσσεξ της Αγγλίας, και τον ρώτησε για διάφορα θέματα της πνευματικής ζωής. Μεταξύ άλλων τον ρώτησε και για τον τρόπο εκφοράς των ευχών στη Θεία Λειτουργία, αν πρέπει να γίνονται εις επήκοον ή μυστικώς. Και ο όσιος του απάντησε: “π. Ι., εσύ θα βρίσκεσαι μπροστά στην Αγία Τράπεζα κι εγώ ευρισκόμενος στη θύρα του Ναού θα πρέπει να σε ακούω”».

Είναι από τα θέματα που επανήλθαν τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα, μολονότι ουδέποτε έπαψε να απασχολεί τους κληρικούς αλλά και τους πιο ενημερωμένους από τους πιστούς της Εκκλησίας, ιδίως από την εποχή που ετέθη με μεγαλύτερη ένταση από τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο μέσα στο πλαίσιο της λεγόμενης «λειτουργικής αναγεννήσεως», για την οποία είχε δείξει ξεχωριστό ενδιαφέρον: «Οι ευχές στη Θεία Λειτουργία να λέγονται εις επήκοον ή μυστικώς;» Είναι αυτονόητο ότι επανερχόμενο το θέμα σημαίνει πως δεν λύθηκε, δεν δόθηκε δηλαδή μία οριστική απάντηση κοινά αποδεκτή από όλους, και μάλλον ουδέποτε θα δούμε κάτι τέτοιο στο προσεχές ή και στο απώτατο μέλλον.

Επεχείρησε η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εδώ και αρκετά χρόνια (2004), να δώσει μία απάντηση, να θέσει τις βάσεις μάλλον για μία κοινή κατεύθυνση, αλλά μάλλον ματαίως, διότι οι ίδιοι οι Επίσκοποι, ή κάποιοι απ’ αυτούς - οπότε και οι κληρικοί της περιφέρειάς τους σ’ ένα μεγάλο βαθμό – ακολούθησαν και ακολουθούν  διαφορετική τακτική, τόσο που θα μπορούσε να επαναληφθεί, μ’ έναν τόνο υπερβολής βεβαίως, το λεχθέν ότι «όσοι Έλληνες, τόσες και οι διαφορετικές γνώμες». Και δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός. Διότι αφενός στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν υπάρχει κάτι ομοιόμορφο στο συγκεκριμένο θέμα, αφετέρου τούτο δεν συνιστά θέμα για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Προ καιρού έθεσα τον προβληματισμό σε διαπρεπή καθηγητή  της Θεολογικής Σχολής, ειδικό λειτουργιολόγο, ο οποίος μου διευκρίνισε ότι η Παράδοση έχει καταγράψει πάνω στον τρόπο αυτόν εκφοράς των ευχών «δεκατέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις». Που σημαίνει: είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, η Θεία Λειτουργία ως ο Χριστός προσφερόμενος και θυσιαζόμενος, ως η συνέχεια του Μυστικού Δείπνου, πραγματοποιείται χωρίς καμία διακοπή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι «κάτι δεν πάει καλά!» Η πίστη για τον Χριστό ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η πίστη για την αγία Τριάδα, η πίστη για την Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα του Χριστού, η πίστη για το Πανάγιον Πνεύμα ως το ενεργούν τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, δεν αμφισβητείται, δεν αλλοιώνεται, δεν καταργείται, θέλουμε να πούμε ότι ο προβληματισμός αυτός για τις ευχές, σοβαρότατος και ιερότατος κατά τα άλλα, δεν αποτελεί θέμα δογματικό, γι’ αυτό και οι όποιες ενστάσεις ή πολύ περισσότερο εντάσεις και ειρωνείες(!) μπορεί να εγερθούν από ορισμένους εκφεύγουν των ορίων της Εκκλησίας και της ορθής κατά Χριστόν πνευματικής ζωής.

Είναι κρίμα δηλαδή για ένα τέτοιο θέμα, μη δογματικό επαναλαμβάνουμε, που ο προβληματισμός του θα σήμαινε κλήση προς αγαπητική ένωση των πιστών και αλληλοκατανόησή τους λόγω «παροξυσμού αγάπης», να έχουμε το ακριβώς αντίθετο: κατηγορίες και ερωτηματικά για ελλειμματική θεολογία ή για ελλειμματική πνευματική ζωή. Σε πολλά τέτοια επιμέρους θέματα θα έπρεπε να ισχύει το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Γιατί δεν θίγεται ακριβώς η ουσία. Τι βλέπουμε στην πρώτη Εκκλησία για παράδειγμα στο θέμα του εορτασμού του Πάσχα; Διαφωνεί η Δύση με την Ανατολή και με τον τρόπο της αγάπης συμφωνούν ο καθένας να συνεχίσει τη δική του παράδοση. Το ζητούμενο ήταν και είναι ένα: «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα».

Και λοιπόν; Δεν πρέπει να ερευνούμε για το πιο σωστό ίσως, με την έννοια του πιο κοντινού προς το αρχικό καθεστώς της πρώτης Εκκλησίας και τι εξυπηρετεί τη σύγχρονη ποιμαντική πραγματικότητα; Ασφαλώς και πρέπει. Κι είναι ανάγκη να είμαστε όλοι ανοικτοί προς αυτό που η επιστημονική έρευνα των κειμένων των Πατέρων μας υποδεικνύει. «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω». Που θα πει: έστω κι αν ένας άγιος λειτουργούσε με τον άλφα ή βήτα τρόπο, δεν αποκλείει την αποδοχή αυτού που η έρευνα δείχνει ως το καλύτερο – δεν έχουμε εδώ «μετάθεσιν όρων αιωνίων». Ο άγιος είναι άγιος, μα υπεράνω αυτού είναι η ίδια η Εκκλησία, η οποία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσα από τη φωνή της, την Ιερά Σύνοδο: απολύτως όταν τίθεται θέμα δογματικό, ως πρόταση προς αποδοχή όταν είναι θέμα λειτουργικής ευταξίας. Ποιος μάλιστα πιστεύει ότι αν μία τοπική Εκκλησία στην οποία ζει ένας μεγάλος άγιος πρότεινε μία «ρύθμιση» ενός πρακτικού θέματος, δεν θα έσπευδε να την υιοθετήσει ο μεγάλος άγιος; Γιατί ακριβώς θα ήταν μεγάλος και άγιος λόγω της ταπεινώσεώς του και της υπακοής του προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία του.

Αξίζει να θυμίσουμε εδώ κάτι που μνημονεύει ο άγιος Ιωάννης Μόσχος στο γνωστό «Λειμωνάριόν» του. Κάποιος άγιος ιερέας όταν λειτουργούσε στο μοναστηράκι του, πάντοτε έβλεπε να συλλειτουργούν μαζί του δύο άγγελοι. Κι ήρθε η στιγμή που κάποιος διάκονος, ερχόμενος στον άγιο Γέροντα λόγω της φήμης του ως αγίου, είδε ότι την Πρόθεση για τη Θεία Λειτουργία την τελεί ο Γέροντας με λανθασμένο τρόπο, με τρόπο δηλαδή κάποιας αιρετικής απόκλισης εν αγνοία βεβαίως του ίδιου. Υπέδειξε την πλάνη ο διάκονος, αντέδρασε προς στιγμήν ο άγιος Γέρων, μα στράφηκε προς τους αγγέλους  που μόνον αυτός τους έβλεπε, να τους ρωτήσει για την παρατήρηση του διακόνου. Κι οι άγγελοι αμέσως του είπαν ότι έχει δίκιο ο κληρικός. «Να συμμορφωθείς, Γέροντα». Και στην απορία του, γιατί τόσο καιρό που λειτουργεί δεν του υπέδειξαν την πλάνη εκείνοι, απάντησαν: «Διότι ο Κύριος θέλει ο άνθρωπος να διδάσκεται μόνον από τον συνάνθρωπό του» - μία εφαρμογή θαυμάσια εν προκειμένω του χριστολογικού δόγματος! 

Συμπέρασμα; Αν υπάρχει! Ο άγιος Σωφρόνιος, ως ο βαθύνους και σοφός λειτουργικός άγιος, ως εκείνος που τόνιζε ότι η Θεία Λειτουργία, και μάλιστα του Μεγάλου Βασιλείου, είναι ό,τι σημαντικότερο έχουμε για την προσευχή που περιεχόμενό της έχει τη θεολογία – «μόνον το Ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου υπέρκειται της Θείας αυτής Λειτουργίας» έλεγε – μας προσανατολίζει προς την κατεύθυνση της εις επήκοον εκφοράς των ευχών της Θείας Λειτουργίας. Γιατί όλοι οι πιστοί είμαστε μέλη Χριστού με πνευματική ιερωσύνη ο καθένας λόγω του αγίου βαπτίσματός μας, οπότε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του και από τη θέση του, πρωτίστως ο κληρικός, «τελούμε» τη Θεία Λειτουργία, ή καλύτερα ο καθένας μετέχει στον μόνο Τελετάρχη, τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό που τελεί τα Μυστήρια εν Πνεύματι Αγίω, συνεπώς όλοι πρέπει να ακούμε το τι προσφέρεται στον Κύριο εν προσευχή. Κι ασφαλώς υπάρχει πάντοτε η απορία: γιατί επιτρέπεται να έχει και ο λαϊκός πιστός «βιβλιαράκι» ή πια και το «κινητό» για να βλέπει τα της Θείας Λειτουργίας και να προσεύχεται έτσι, αλλά τούτο δεν επιτρέπεται να γίνεται με τη φωνή του ιερέα;    

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

«Καί σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς…» (Ιωάν. 9, 16)

 Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη.

 1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους  οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής  ως ο Δημιουργός Θεός – τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός βεβαιώνει πλήθος  ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν  - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία  επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.

Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση.

2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου». Και «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου.

3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του.

4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «οὐ δυνάμεθα ἅ εἴδαμεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί τήν λαλιάν τήν ἐμήν οὐ γινώσκετε; Ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τόν λόγον τόν ἐμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ, καί τάς ἐπιθυμίας τοῦ πατρός ὑμῶν θέλετε ποιεῖν».

Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημεῖον ἀντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα τι κάνουμε εμείς; Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;