Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΕΝΗ...

 
Μαυρίσαν οι φτερούγες του απ’ του θανάτου
τον βρυγμό και των σταχτών τον ήχο.
Στην άγια Τράπεζα μπροστά τη λαβωμένη
γονάτισε σμπαράλι να κρατά το κατασάρκι
που έχασκε σα γλώσσα πεθαμένου.
Τα δάκρυά του μια φωτιά δροσίζανε τις πέτρες
μπαρουτοκαπνισμένες που ’χανε
στην ψίχα τους το μύρο αγίων από
 προσευχές και ψαλμουδιές αγγέλων.
Αδέξια πολέμαγαν κακό ν' αποτινάξουν
ένδυμα που τους έλαχε της έχθρας και του μίσους.
Ένας σταυρός που κείτουνταν από τις πέτρες κάτω
 πάλιν πολλάκις κήρυττε τον θάνατο του Άδη.
Με τ’ αρτοφόρι αγκαλιά κούρνιασε σ’ ένα απάγκιο
καμπάνες στήνοντας αυτί Ανάστασης ν’ ακούσει!