Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ



«... σπεῦσον ἀπολλύμεθα ὑπό πλήθους πταισμάτων...»
(Ἔλα γρήγορα, χανόμαστε από τό πλῆθος τῶν πταισμάτων)

Σέ χαρισματική κατάσταση εὑρισκόμενος ὁ ὑμνογράφος, ὡς συνεπής χριστιανός πού ἐκπροσωπεῖ ὅλους μας, ἀναγνωρίζει τό πλῆθος τῶν πταισμάτων καί τῶν ἀνομιῶν του. Διότι εἶναι χάρη Θεοῦ νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει ἀληθινή ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς του: ὅτι βρίσκεται σ’ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία, ἁμαρτωλός καί αὐτός.  Πρόκειται γιά τήν ἴδια κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε καί ὁ ἄσωτος υἱός τῆς γνωστῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπου ἦλθε ἡ ὥρα μετά τήν ὥρα τῆς ἀνταρσίας καί τῶν ἀσωτειῶν πού διέπραξε νά συναισθανθεῖ τήν κατάντια του καί νά ἀναπολήσει μέ νοσταλγία τήν πατρική ἑστία. «Εἰς ἑαυτόν ἐλθών...». Καί ἡ συναίσθηση αὐτή ἦταν ἡ ὥρα τῆς ἐπαφῆς μέ τήν ἐσωτερική του πραγματικότητα, ἡ ὁποία βοοῦσε γιά τό κενό τῆς ὕπαρξης, γιά τήν ἀπώλεια τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ, κυριολεκτικά γιά μία ζωή εὑρισκομένη ἐν χώρᾳ θανάτου - ὅπως θά τό διατυπώσει λίγο ἀργότερα ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας: «ὁ υἱός μου οὖτος νεκρός ἦν... καί ἀπολωλώς».

Καί τό χαρισματικό στοιχεῖο τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἐσωτερικῆς τραγικῆς ἁμαρτωλῆς πραγματικότητας γίνεται μεγαλύτερο, ὅσο κανείς διαπιστώνει τήν ἄβυσσο τοῦ μεγέθους τῆς ἁμαρτίας μέσα του, πραγματικά τόν Ἅδη πού περικλείει καί ἀντιμετωπίζει. Ὅπως μᾶς τό δείχνει ὁ μεγάλος ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἅγιος Παῦλος, ὅταν σημειώνει ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε νά σώσει τούς ἁμαρτωλούς, πρῶτος τῶν ὁποίων ἦταν ὁ ἴδιος. «Χριστός ἦλθε ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ». Τό νά νιώθει κανείς τήν ἁμαρτωλότητά του εἶναι πράγματι σπουδαῖο πράγμα καί δεῖγμα τῆς χάρης πού ἔχει ἡ ψυχή. Μά νά αἰσθάνεται ὅτι βρίσκεται πρῶτος στήν κλίμακα τῶν ἁμαρτωλῶν αὐτό φανερώνει τό ὕψιστο σημεῖο τῆς χαρισματικῆς κατάστασης. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἔδωσε τή δυνατότητα νά «ἀγγίξει» τήν ἀρετή τῶν ἀρετῶν, τήν ἴδια τήν ταπείνωση. Εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν ἅγιο Σιλουανό τοῦ Ἄθω, καθώς ἱστορεῖ ὁ μέγας Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ζήτησε ἄν θέλει νά ὑπερβαίνει ὅλου τοῦ εἴδους τούς πειρασμούς νά κρατάει τόν νοῦ του στόν Ἅδη χωρίς ἀπελπισμό; «Κράτει τόν νοῦ σου εἰς τόν Ἅδην καί μή ἀπελπίζου».

Κι εἶναι ἡ παραπάνω χάρη ὁ ἔλεγχος τῆς κοσμικῆς πραγματικότητας, τῆς πραγματικότητας δηλαδή τοῦ μακριά ἀπό τόν Θεό κόσμου, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, λόγω ἀκριβῶς τῆς διαγραφῆς τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή του ἤ τοῦ περιορισμοῦ Του στό περιθώριο τῆς ζωῆς του, ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι τά πάει καλά, ὅτι εἶναι καλός, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐφεύρημα τῶν παπάδων καί τῶν καλογέρων, ὅταν μάλιστα κάνει καί κάποιες ἀγαθοεργίες, ὅτι τελικά ἴσως ὁ ἴδιος νά εἶναι καί ὁ... Θεός! Γι’ αὐτό καί δέν ἀπορεῖ κανείς ὅταν διαπιστώνει διαρκῶς σ’ ἕναν τέτοιον κόσμο τά συμπτώματα πού τόν ἀκολουθοῦν: ἡ θλίψη, ἡ στενοχώρια, τό ἄγχος, ἡ ἔλλειψη νοήματος, ὁ ψυχικός πνιγμός! Αὐτό δυστυχῶς εἶναι τό τίμημα τοῦ χωρίς Θεό ἀνθρώπου, χωρίς μάλιστα νά προβληματίζεται αὐτός γιά κάτι βαθύτερο στή ζωή του: νά ζεῖ μία κόλαση ἤδη ἀπό τή ζωή αὐτή, ἔχοντας τήν αἴσθηση ἀπό τήν ἄλλη τοῦ... μεγαλείου καί τῆς σπουδαιότητάς του.

Ὁ ὑμνογράφος μας λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, ἔχει ὡς ἀφετηρία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καί τῆς ἀπώλειας στήν ὁποία αὐτή τόν ὁδηγεῖ. Ἀλλά βεβαίως δέν μένει ἐκεῖ∙ προχωρεῖ καί στό δεύτερο σκέλος τῆς σωτηριώδους μετανοίας: τήν μέ πόθο καί ὁρμή ψυχῆς στροφή πρός τόν Χριστό καί πρός τήν Παναγία Μητέρα Του. «Σπεῦσον... Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν Σου ἀφ’ ἡμῶν...». Κι αὐτό γιατί στροφή πρός τήν Παναγία σημαίνει, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε ἀπό τήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, στροφή πρός τόν ἴδιο τόν Κύριο. Στό πρόσωπο Ἐκείνης τόν Ἴδιο τόν Κύριο ἀναγνωρίζουμε καί τή χάρη Ἐκείνου ψηλαφᾶμε. Σάν τόν ἄσωτο, γιά νά συνεχίσουμε τήν παραπάνω ἀναφορά μας στήν παραβολή, πού μετά τήν ἐπίγνωση τῆς κατάντιας του παίρνει τήν ἀπόφαση τῆς ἐπιστροφῆς. «Ἀναστάς, πορεύσομαι πρός τόν Πατέρα μου». Σ’ αὐτήν τήν ἀποφασιστική στροφή πρός τόν Χριστό ἐπισημαίνει κανείς τήν ἀληθινή μετάνοια, συνεπῶς καί τή σωτηρία πού φέρνει στόν ἄνθρωπο ὡς ζωντανή σχέση μ’ Ἐκεῖνον.

Οἱ Παρακλήσεις πρός τήν Παναγία μας σ’ αὐτό πάντοτε μᾶς προσκαλοῦν: νά βλέπουμε τήν κατάντια καί τίς ἀσωτεῖες μας, ἀλλά νά μή μένουμε σ’ αὐτές: ἡ ψυχή καί ὅλη ἡ ψυχοσωματική μας ὕπαρξη νά κλίνει μέ θετική φορά «πρός τόν μόνον δυνάμενον σώζειν» καί πρός Ἐκείνην πού  μᾶς ἀγαπᾶ κατά τόν τρόπο Ἐκείνου καί θέλει τή σωτηρία μας παρομοίως μέ Ἐκεῖνον. «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς».