Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ



«... σπεῦσον ἀπολλύμεθα ὑπό πλήθους πταισμάτων...»
(Ἔλα γρήγορα, χανόμαστε από τό πλῆθος τῶν πταισμάτων)

Σέ χαρισματική κατάσταση εὑρισκόμενος ὁ ὑμνογράφος, ὡς συνεπής χριστιανός πού ἐκπροσωπεῖ ὅλους μας, ἀναγνωρίζει τό πλῆθος τῶν πταισμάτων καί τῶν ἀνομιῶν του. Διότι εἶναι χάρη Θεοῦ νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει ἀληθινή ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς του: ὅτι βρίσκεται σ’ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία, ἁμαρτωλός καί αὐτός.  Πρόκειται γιά τήν ἴδια κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε καί ὁ ἄσωτος υἱός τῆς γνωστῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπου ἦλθε ἡ ὥρα μετά τήν ὥρα τῆς ἀνταρσίας καί τῶν ἀσωτειῶν πού διέπραξε νά συναισθανθεῖ τήν κατάντια του καί νά ἀναπολήσει μέ νοσταλγία τήν πατρική ἑστία. «Εἰς ἑαυτόν ἐλθών...». Καί ἡ συναίσθηση αὐτή ἦταν ἡ ὥρα τῆς ἐπαφῆς μέ τήν ἐσωτερική του πραγματικότητα, ἡ ὁποία βοοῦσε γιά τό κενό τῆς ὕπαρξης, γιά τήν ἀπώλεια τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ, κυριολεκτικά γιά μία ζωή εὑρισκομένη ἐν χώρᾳ θανάτου - ὅπως θά τό διατυπώσει λίγο ἀργότερα ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας: «ὁ υἱός μου οὖτος νεκρός ἦν... καί ἀπολωλώς».

Καί τό χαρισματικό στοιχεῖο τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἐσωτερικῆς τραγικῆς ἁμαρτωλῆς πραγματικότητας γίνεται μεγαλύτερο, ὅσο κανείς διαπιστώνει τήν ἄβυσσο τοῦ μεγέθους τῆς ἁμαρτίας μέσα του, πραγματικά τόν Ἅδη πού περικλείει καί ἀντιμετωπίζει. Ὅπως μᾶς τό δείχνει ὁ μεγάλος ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἅγιος Παῦλος, ὅταν σημειώνει ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε νά σώσει τούς ἁμαρτωλούς, πρῶτος τῶν ὁποίων ἦταν ὁ ἴδιος. «Χριστός ἦλθε ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ». Τό νά νιώθει κανείς τήν ἁμαρτωλότητά του εἶναι πράγματι σπουδαῖο πράγμα καί δεῖγμα τῆς χάρης πού ἔχει ἡ ψυχή. Μά νά αἰσθάνεται ὅτι βρίσκεται πρῶτος στήν κλίμακα τῶν ἁμαρτωλῶν αὐτό φανερώνει τό ὕψιστο σημεῖο τῆς χαρισματικῆς κατάστασης. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἔδωσε τή δυνατότητα νά «ἀγγίξει» τήν ἀρετή τῶν ἀρετῶν, τήν ἴδια τήν ταπείνωση. Εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν ἅγιο Σιλουανό τοῦ Ἄθω, καθώς ἱστορεῖ ὁ μέγας Γέρων Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ζήτησε ἄν θέλει νά ὑπερβαίνει ὅλου τοῦ εἴδους τούς πειρασμούς νά κρατάει τόν νοῦ του στόν Ἅδη χωρίς ἀπελπισμό; «Κράτει τόν νοῦ σου εἰς τόν Ἅδην καί μή ἀπελπίζου».

Κι εἶναι ἡ παραπάνω χάρη ὁ ἔλεγχος τῆς κοσμικῆς πραγματικότητας, τῆς πραγματικότητας δηλαδή τοῦ μακριά ἀπό τόν Θεό κόσμου, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, λόγω ἀκριβῶς τῆς διαγραφῆς τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή του ἤ τοῦ περιορισμοῦ Του στό περιθώριο τῆς ζωῆς του, ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι τά πάει καλά, ὅτι εἶναι καλός, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐφεύρημα τῶν παπάδων καί τῶν καλογέρων, ὅταν μάλιστα κάνει καί κάποιες ἀγαθοεργίες, ὅτι τελικά ἴσως ὁ ἴδιος νά εἶναι καί ὁ... Θεός! Γι’ αὐτό καί δέν ἀπορεῖ κανείς ὅταν διαπιστώνει διαρκῶς σ’ ἕναν τέτοιον κόσμο τά συμπτώματα πού τόν ἀκολουθοῦν: ἡ θλίψη, ἡ στενοχώρια, τό ἄγχος, ἡ ἔλλειψη νοήματος, ὁ ψυχικός πνιγμός! Αὐτό δυστυχῶς εἶναι τό τίμημα τοῦ χωρίς Θεό ἀνθρώπου, χωρίς μάλιστα νά προβληματίζεται αὐτός γιά κάτι βαθύτερο στή ζωή του: νά ζεῖ μία κόλαση ἤδη ἀπό τή ζωή αὐτή, ἔχοντας τήν αἴσθηση ἀπό τήν ἄλλη τοῦ... μεγαλείου καί τῆς σπουδαιότητάς του.

Ὁ ὑμνογράφος μας λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, ἔχει ὡς ἀφετηρία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καί τῆς ἀπώλειας στήν ὁποία αὐτή τόν ὁδηγεῖ. Ἀλλά βεβαίως δέν μένει ἐκεῖ∙ προχωρεῖ καί στό δεύτερο σκέλος τῆς σωτηριώδους μετανοίας: τήν μέ πόθο καί ὁρμή ψυχῆς στροφή πρός τόν Χριστό καί πρός τήν Παναγία Μητέρα Του. «Σπεῦσον... Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν Σου ἀφ’ ἡμῶν...». Κι αὐτό γιατί στροφή πρός τήν Παναγία σημαίνει, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε ἀπό τήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, στροφή πρός τόν ἴδιο τόν Κύριο. Στό πρόσωπο Ἐκείνης τόν Ἴδιο τόν Κύριο ἀναγνωρίζουμε καί τή χάρη Ἐκείνου ψηλαφᾶμε. Σάν τόν ἄσωτο, γιά νά συνεχίσουμε τήν παραπάνω ἀναφορά μας στήν παραβολή, πού μετά τήν ἐπίγνωση τῆς κατάντιας του παίρνει τήν ἀπόφαση τῆς ἐπιστροφῆς. «Ἀναστάς, πορεύσομαι πρός τόν Πατέρα μου». Σ’ αὐτήν τήν ἀποφασιστική στροφή πρός τόν Χριστό ἐπισημαίνει κανείς τήν ἀληθινή μετάνοια, συνεπῶς καί τή σωτηρία πού φέρνει στόν ἄνθρωπο ὡς ζωντανή σχέση μ’ Ἐκεῖνον.

Οἱ Παρακλήσεις πρός τήν Παναγία μας σ’ αὐτό πάντοτε μᾶς προσκαλοῦν: νά βλέπουμε τήν κατάντια καί τίς ἀσωτεῖες μας, ἀλλά νά μή μένουμε σ’ αὐτές: ἡ ψυχή καί ὅλη ἡ ψυχοσωματική μας ὕπαρξη νά κλίνει μέ θετική φορά «πρός τόν μόνον δυνάμενον σώζειν» καί πρός Ἐκείνην πού  μᾶς ἀγαπᾶ κατά τόν τρόπο Ἐκείνου καί θέλει τή σωτηρία μας παρομοίως μέ Ἐκεῖνον. «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς».

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ



"Αυτός ο μακάριος έζησε επί της βασιλείας του Θεοφίλου του μισόχριστου, τον ένατο μ.Χ. αι.Οι γονείς του ήταν πατρίκιοι, καταγόταν δηλαδή ο άγιος από αρχοντική οικογένεια, κι ήταν γνωστοί ορθόδοξοι, Βασίλειος και Ευδοκία στο όνομα και Καππαδόκες στο γένος. Γι’ αυτό και ο Ευδόκιμος ανατράφηκε με πολύ ενάρετο τρόπο, παίρνοντας το τιμητικό αξίωμα του κανδιδάτου από τον Θεόφιλο, γενόμενος στρατοπεδάρχης πρώτα της γης των Καππαδοκών, κι έπειτα ολόκληρης της γης των Ρωμαίων. Ήταν εξαιρετικά δίκαιος, διαφυλάττοντας την ισότητα απέναντι σε όλους και κάνοντας πολλές ελεημοσύνες καθημερινά. Ζούσε έντονα την εκκλησιαστική ζωή, φροντίζοντας τις χήρες και τα ορφανά και ενεργοποιώντας κάθε είδος αρετής. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο μακάριος πολιτεύτηκε κατά Θεόν, μέχρις ότου αρρώστησε βαριά και παρέθεσε έτσι το πνεύμα του σ’ Εκείνον. Μετά την τελευτή του, κατόπιν εντολής που είχε δώσει όσο ζούσε, έθαψαν το τίμιο σώμα του με τα ενδύματα και τα υποδήματά του, το οποίο σώμα του δοξάσθηκε από τον Θεό με θαύματα πολλά, τα οποία τώρα αδυνατούμε να τα διηγηθούμε λεπτομερώς. Η μετακομιδή του λειψάνου του προς το Βυζάντιο έγινε στις 6 Ιουνίου, η δε αγία κοίμησή του, στις 31 Ιουλίου».

      
     Το τέλος του μηνός Ιουλίου καταυγάζεται από τη φωτεινή μνήμη, όπως λάμπει ο ήλιος που ανατέλλει, του αγίου και δικαίου Ευδοκίμου. «Ως όρθρος, ως ήλιος ανέτειλε η μνήμη σου», διατρανώνει ο υμνογράφος της εορτής του. Ο ίδιος διαρκώς τονίζει το πόσο ο άγιος ευδοκίμησε πνευματικά στη ζωή του, τόσο που τον θεωρεί ως τύπο του ορθοδόξου πιστού. Στο πρόσωπο και τη ζωή δηλαδή του αγίου Ευδοκίμου κατανοούμε το τι σημαίνει να είναι κανείς αληθινά ορθόδοξος, κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε με ορθά κριτήρια τις διάφορες «εκδόσεις» ορθοδοξίας που προβάλλονται σήμερα, με την απαίτηση μάλιστα από ορισμένες να θεωρούνται και οι μοναδικά αυθεντικές. Τι τονίζει λοιπόν εν προκειμένω ο υμνογράφος; «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον και ευσυμπάθητον γνώμην, αξιάγαστε». Δηλαδή: Φύλαξες τα δόγματα (την πίστη) των Πατέρων καθαρά και ανόθευτα, αξιοθαύμαστε Ευδόκιμε, γι’ αυτό και απέκτησες από τη νεότητά σου ορθόδοξο φρόνημα, βίο αγνό και ακηλίδωτο και διάθεση γεμάτη αγάπη στους συνανθρώπους σου.


      
     Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν από τη νεότητά του είχε ορθόδοξο φρόνημα. Σπεύδει αμέσως όμως ο ποιητής να μας πει ότι η ορθοδοξία του δεν ήταν ένα είδος ιδεολογίας: μία αποδοχή προτάσεων πίστεως, έστω και αληθινών, αλλά εμψυχωνόταν από την ίδια τη ζωή του, την οποία ζούσε καθημερινώς με αγνότητα και αγάπη. Με άλλα λόγια, η ορθοδοξία του αγίου ναι μεν είχε όλα τα στοιχεία της ορθής στον Χριστό πίστεως – ό,τι τελικώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως – αλλά την πίστη αυτή τη ζούσε στο εκάστοτε παρόν με έλεγχο των επιθυμιών του, ώστε η εγκράτεια και η σωφροσύνη να τον καθοδηγούν, και με πλήρωση της καρδιάς του από αγάπη. Διότι μία πίστη που δεν ζωντανεύει με την αγάπη, μέσα στα πλαίσια της εγκρατείας, σταματάει να είναι χριστιανική και μπορεί μάλιστα να θεωρείται και δαιμονική: Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».

       
     Ο υμνογράφος όμως με τον λιτό κι επιγραμματικό του τρόπο, μας λέει το πώς ο άνθρωπος, όπως το βλέπουμε στον άγιο Ευδόκιμο, μπορεί να λειτουργεί έτσι ορθόδοξα: «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα». Μόνον εκείνος που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή κρατάει καθαρή τη δική τους παράδοση, συνεπώς και τη δική τους αγιασμένη ζωή, μπορεί τελικώς να είναι ορθόδοξος. Εκείνος που θα πιστέψει ότι είναι ορθόδοξος, διαγράφοντας την Πατερική παράδοση και στήνοντας μία δική του κατανόηση της χριστιανικής πίστεως, πλανάται πλάνην οικτράν. Και τούτο γιατί η ακολουθία των Πατέρων συνιστά ακολουθία του ίδιου του Χριστού, δεδομένου ότι αυτοί έζησαν με τον πιο δυνατό και αυθεντικό τρόπο, και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίνοντας και την ίδια τη ζωή τους, τη ζωή Εκείνου. Γι’ αυτό και τονίζεται ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μας είναι μεταξύ των άλλων Πατερική, άρα και ορθά αποστολική. Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν αναδείχθηκε άγιος και δίκαιος, γιατί έζησε σωστά ως ορθόδοξος: πατερικά και εκκλησιαστικά. Κι αυτό μας προτρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν επιθυμούμε τον αγιασμό μας.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ



«Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’  ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’  αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».

Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’  αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος ακριβώς του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’  ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’  υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’  αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’  αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης  του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’  όλες τις εποχές.

Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας,   συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’  ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’  αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.  

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ




«Η Αγία Άννα, η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήταν από τη φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευε επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλιά των Περσών, και της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου. Ο Ματθάν είχε τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Παντρεύτηκε η πρώτη στη Βηθλεέμ και γέννησε τη Σαλώμη, τη μαία. Παντρεύτηκε η δεύτερη, κι αυτή στη Βηθλεέμ, και γέννησε την Ελισάβετ (τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου). Παντρεύτηκε δε και η Τρίτη, η Άννα, στη γη της Γαλιλαίας, και γέννησε Μαρία τη Θεοτόκο, που σημαίνει ότι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η αγία Μαρία η Θεοτόκος, ήσαν κόρες τριών αδελφών και μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες. Αυτή λοιπόν η Άννα, αφού γέννησε τη σωτηρία όλου του κόσμου, την Παναγία, και την απογαλάκτισε, την ανάθεσε στον Ναό, ως άμωμο δώρο στον παντοκράτορα Θεό, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της, μέχρις ότου εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο, με νηστείες και ευεργεσίες προς αυτούς που είχαν ανάγκη. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εν τω Δευτέρω».

Όλη η ακολουθία της ημέρας, εσπερινού και όρθρου, υπέρλαμπρη και φωτοφόρος, είναι γεμάτη από ωραιότατα εγκώμια προς την Αγία Άννα, στα οποία καλείται να μετάσχει «εν κυμβάλοις ψαλμικοίς», κατά το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού, «πάσα η κτίσις». «Μετ’  εγκωμίων εκτελείται η ένδοξος μνήμη σου…Άννα θεόκλητε». Ο εγκωμιασμός όμως δεν είναι μόνον για την αγία Άννα. Μετέχει σ’ αυτόν και ο σύζυγός της, ο δίκαιος Ιωακείμ, γιατί αυτός είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο ήλιος, που ενώθηκε με τη σελήνη, την αγία Άννα, για να προέλθει η ακτίνα της Παρθενίας, η Παναγία Μαριάμ, η κόρη τους. «Ήλιος ώσπερ τη σελήνη τη Άννη ενούμενος, ο κλεινός Ιωακείμ, της παρθενίας ακτίνα γεννά». «Ω, μακαρία δυάς, υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε…» Μακάρια δυάδα, που ξεπεράσατε όλους τους γονείς. Αιτία βεβαίως για τον πλούτο των εγκωμίων  είναι αυτό που ο καθένας κατανοεί: από τον Ιωακείμ και την Άννα, γεννήθηκε η Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο, μέσα στο βάθος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία αυτού, τον ίδιο τον Θεό εν σαρκί, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Δια της Παναγίας, της Θεότητος αυγή επέλαμψε». Με την Παναγία έλαμψε στον κόσμο το φως της Θεότητος. Και βεβαίως έτσι τιμώνται ο παππούς και η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας. «Μνήμην τελούντες Δικαίων, των Προπατόρων Χριστού…».

Η αιτιολόγηση αυτή της φωτοφόρου εορτής της Κοιμήσεως της αγίας Άννης δεν συνιστά μία απλή αναφορά της όλης εορτής. Αποτελεί το κέντρο, την αδιάκοπα ανακυκλούμενη έννοια, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι όλη η ακολουθία δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να προβάλλει τον ερχομό του Χριστού διά της Παναγίας Μητέρας Του, και αυτό να το παρουσιάζει με διαφορετικές λέξεις και πολλαπλά λογοτεχνικά σχήματα, με εικόνες και  με προτυπώσεις ακόμη από την Παλαιά Διαθήκη. Σαν να έχουμε το πολυτιμότερο διαμάντι στον κόσμο, και να το προβάλλουμε με όλων των ειδών τα φώτα και τους χρωματισμούς. «Οι εξ ακάρπων λαγόνων, ράβδον αγίαν την Θεοτόκον βλαστήσαντες, εξ ης η σωτηρία τω κόσμω ανέτειλε, Χριστός ο Θεός». «Της μητρός του Δεσπότου και Ποιητού, μήτηρ γέγονας Άννα πανευκλεής…»  Έτσι η κοίμηση της αγίας Άννης, και μαζί με αυτήν του αγίου Ιωακείμ, λειτουργεί παραπεμπτικά και αναγωγικά: δι’  αυτών  τιμάται και εγκωμιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Μνήμην Δικαίων τελούντες, σε ανυμνούμεν, Χριστέ». Κι είναι φυσικό: αν ένας άνθρωπος έχει κάποια αξία είναι γιατί ο ίδιος ο Θεός τον έχει χαριτώσει και τον έχει υπερυψώσει. Κι αν αυτό ισχύει για όλους τους αγίους, πόσο μάλλον για τους κατά σάρκα προπάτορές Του, τον παππού Του και τη γιαγιά Του;

Η τιμή ασφαλώς για την αγία Άννα και τον άγιο Ιωακείμ δεν είναι μία εύνοια του Θεού χωρίς λόγο. Για να χαριτωθούν με αυτόν τον τρόπο – να γεννήσουν το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, την Παναγία Θεοτόκο – συνήργησαν και οι ίδιοι, με την αγιασμένη ζωή τους, γεγονός που προβάλλει εξίσου πολλαπλώς η ακολουθία της ημέρας. «…Η νοητή χελιδών (η Αννα)…αμέμπτως εν σωφροσύνη βιωσαμένη καλώς». Με σωφροσύνη και με άμεμπτο τρόπο έζησε η αγία Άννα. «Τας νόμου εντολάς, θεαρέστως τηρούσα, μητέρας Ισραήλ, υπερήρας απάσας…αγιόλεκτε Άννα, προμήτορ Κυρίου». Τήρησες τις εντολές του νόμου του Θεού, με θεάρεστο τρόπο, αγιόλεκτε Άννα, και ξεπέρασες όλες τις μητέρες του Ισραήλ. Με την προϋπόθεση αυτή, να τηρεί δηλαδή πάντοτε το θέλημα του Θεού, αναδείχτηκε η Άννα σ’ αυτό το υψηλό σημείο, να γίνει Μητέρα της Μητέρας του Θεού, γι’  αυτό και οι ύμνοι στη συνέχεια δεν παύουν να μιλούν για το τελικό αποτέλεσμα: να μετατεθεί στους κόλπους του Θεού και να είναι συνόμιλος των αγγέλων. Ο Χριστός «σε  μεταθέμενος προς τα επουράνια, μετά δόξης, Άννα ένδοξε». «Σήμερον εκ της προσκαίρου μεταστάσα ζωής, εν τοις επουρανίοις μετά χαράς την πορείαν ποιουμένη αγάλλεται». Το ένδοξο τέλος της αγίας Άννης, τηρουμένων των αναλογιών, περιμένει βεβαίως και εμάς, εφόσον αγωνιζόμαστε στη ζωή αυτή να τηρούμε τις άγιες εντολές του Χριστού. Ο Θεός μας, μη ξεχνάμε, δεν είναι προσωπολήπτης.  

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑ




«Η αγία αυτή και ένδοξη μεγαλομάρτυς Ευφημία, διέλαμψε κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Πρίσκου, ανθυπάτου της Ευρώπης. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της πόλης της Χαλκηδόνας, καταγόμενη από ευγενείς και θεοσεβείς γονείς. Κατηγορήθηκε όμως στον ηγεμόνα ως χριστιανή, και γι’ αυτό την έρριξαν πρώτα στη φωτιά, έπειτα στα θηρία, και στη συνέχεια μηχανεύτηκαν και άλλα βασανιστήρια, τα οποία τα υπέμεινε όλα η αγία με γενναιότητα και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το ιερό λείψανό της διασωζόταν από τους ευσεβείς χριστιανούς στην πόλη της Χαλκηδόνας, όπου και είχε οικοδομηθεί εις τιμήν της περικαλλής ναός. Στα χρόνια των ευσεβεστάτων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας, συγκροτήθηκε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος των εξακοσίων δέκα πατέρων στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.), η οποία αναθεμάτισε τους αιρετικούς μονοφυσίτες Ευτυχή και Διόσκορο και διατύπωσε την αληθινή πίστη περί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού – δύο τέλειες φύσεις, ανθρώπινη και θεϊκή, ενωμένες στη μία Του θεϊκή υπόσταση «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Επειδή όμως δεν πείθονταν οι αιρετικοί, γι’ αυτό και σκέφτηκαν οι θεοφώτιστοι Πατέρες το εξής: να γράψουν την ορθόδοξη πίστη σε τόμο και αντιστοίχως να κάνουν και οι αιρετικοί, τους δε δύο αυτούς τόμους να τους εναποθέσουν σφραγισμένους στο στήθος της αγίας, μέσα στη λάρνακά της, κάτι που έγινε. Αργότερα, όταν άνοιξαν τη λάρνακα, τον μεν τόμο των αιρετικών τον βρήκαν ριγμένο υπό τους πόδας της αγίας, τον δε των ορθοδόξων να κρατείται από τη μεγαλομάρτυρα στα τίμια χέρια της. Αυτό βλέποντας όλοι, οι μεν αιρετικοί γέμισαν από ντροπή, οι δε ορθόδοξοι από χαρά. Το χαριτόβρυτο αυτό λείψανό της, ακέραιο, μετακομίστηκε, πριν από την άλωση, από τη Χαλκηδόνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ανηγέρθη ναός εις τιμήν της αγίας, και μετά την άλωση (1453), μετά από διάφορες αναγκαίες μετακομίσεις, τοποθετήθηκε οριστικά στον ναό του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου στο Φανάρι, εκεί που μέχρι σήμερα ευρίσκεται, τιμώμενο και σεβόμενο έκτοτε όχι μόνο από τους ορθοδόξους χριστιανούς, αλλά και από τους ετεροδόξους. Τελείται δε η μνήμη και πανήγυρη της αγίας, κατά την 11η Ιουλίου, κατά την οποία συρρέουν πλήθη πιστών, για ν’  ασπαστούν το ιερό λείψανό της και ν’  αξιωθούν πολλών ιαμάτων».

Η αγία Ευφημία έγινε ιδιαιτέρως γνωστή στις ημέρες μας, γιατί σχετίστηκε με μία θαυμαστή παρουσία της στον Γέροντα Παΐσιο, τον αγιορείτη, το 1987. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε, σε κάποια κρίση που τότε υπήρξε μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας, ο Γέροντας δέχτηκε την επίσκεψή της στο Άγιον Όρος, προφανώς γιατί ο Γέροντας έκανε έμπονη προσευχή για την υπέρβαση της κρίσης. Και ο Θεός θέλησε να του φανερώσει την εξέλιξη των πραγμάτων, στέλνοντας την αγία εκείνη, που σε ανάλογη εποχή κρίσης, όπως είδαμε και στο συναξάρι, έδωσε την απάντηση. Αλλά πέραν αυτού, ο Γέροντας είχε την ευκαιρία να θαυμάσει, όπως είπε, το πώς μία νεαρή κοπέλα άντεξε τόσα βασανιστήρια για χάρη του Χριστού, ενώ άκουσε άμεσα από το στόμα της ό,τι ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει στην Καινή Διαθήκη: «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις υμάς αποκαλυφθήναι δόξαν».

Η ολοζώντανη παρουσία της αγίας Ευφημίας στον Γέροντα υπήρξε μία απτή επιβεβαίωση του πόσο ζωντανοί είναι οι άγιοί μας, ακόμη και μετά θάνατον. Ο θάνατος δηλαδή δεν συνιστά ένα τέλος, ως εξαφάνιση και εκμηδένιση του ανθρώπου – αυτό που πρεσβεύει η αθεΐα – αλλά ένα απλό όριο, που τον μεταθέτει  στην όντως ζωή, εκεί που είναι η αληθινή πατρίδα, κατά το «ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» του αποστόλου Παύλου. Η μέλλουσα αυτή πόλη είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Χριστός, η ζωή δηλαδή και πάλι μέσα σ’  Αυτόν, με την έννοια ότι αυτό που ζει ένας πιστός εδώ, στον κόσμο τούτο, συνεχίζεται με πολύ καθαρότερο και ορατότερο τρόπο και μετέπειτα. «Εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν». Διότι δεν υφίσταται πια η παχύτητα του σκηνώματός μας, του σώματος, και έτσι ατενίζει ο πιστός τον Χριστό -  τον Οποίο και στον κόσμο αυτό ζούσε, αλλά θολά και ανιγματικά – «πρόσωπον προς πρόσωπον». Ότι βεβαίως η κατάσταση αυτή συνιστά την παραδείσια χαρμόσυνη κατάσταση των αγίων, θεμελιωμένη στην ανάσταση εκ των νεκρών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είναι περιττό και να πούμε.

Την πραγματικότητα αυτή της μετά θάνατον ζωής, που διακηρύσσει η Εκκλησία μας, ως το κατεξοχήν βάθρο της πίστης της – ο Χριστός γι’  αυτό κυρίως ήρθε: «ίνα ζωήν έχωσιν οι άνθρωποι, και περισσόν έχωσιν» - προβάλλει με τον αισθητότερο τρόπο και η εορτή της αγίας Ευφημίας. Ένα τροπάριο μάλιστα από την ακολουθία του όρθρου μάς γοητεύει εμμελώς: «Ώ, ξένον τεράστιον! νεκρά μεν εν τω μνήματι, θαύματα τελεί δ’  ώσπερ τις ζώσα, κρείττονα λίαν ή κατά άνθρωπον, αιμάτων εκβλύζουσα κρουνούς, είς ένδειξιν μείζονα, ότι ζώσιν οι δίκαιοι». Δηλαδή: Ώ, παράξενο τεράστιο! νεκρή μεν στο μνήμα (η αγία), κάνει θαύματα σαν ζωντανή, πολύ ανώτερα απ’  όσα μπορεί ο άνθρωπος, με το να εκβλύζει κρουνούς αιμάτων, σε ένδειξη μεγάλη, ότι ζουν οι δίκαιοι (και μετά θάνατον). Και για να μιλήσουμε, πάνω στο θέμα,  και με τον λόγο ενός συγχρόνου αγαπημένου αγίου, του Σιλουανού του ΄Αθω: «οι άγιοι ζουν σ’  άλλον κόσμο κι εκεί βλέπουν με το ΄Αγιο  Πνεύμα τη θεία δόξα και την ομορφιά του προσώπου του Κυρίου. Αλλά με το ίδιο ΄Αγιο Πνεύμα βλέπουν και τη ζωή και τα έργα μας. Γνωρίζουν τις θλίψεις μας κι ακούνε τις θερμές προσευχές μας…Κι αν στη γη η αγάπη δεν μπορεί να λησμονήσει τον αδελφό, πολύ περισσότερο στους ουρανούς οι άγιοι δεν μας λησμονούν και δέονται για μας».

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ




῾Ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Προκόπιος, πού τόν ἑορτάζουμε σήμερα 8 ᾽Ιουλίου, ἔζησε κι αὐτός τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα, πού δίωξε τούς Χριστιανούς, σκληρότερα ἀπό ὅλους τούς προκατόχους του, τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὑπῆρξε γόνος χριστιανοῦ πατέρα, ἀλλά εἰδωλολάτρισσας μητέρας, καί ἀνέβηκε μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, σέ μεγάλο ἀξίωμα, γενόμενος δούκας τῆς πόλεως τῶν ᾽Αλεξανδρέων. Παίρνοντας κάποτε ἐντολή ἀπό τόν αὐτοκράτορα νά διώξει τούς χριστιανούς, στόν δρόμο, ἄκουσε βροντερή φωνή, καλώντας τον μέ τ᾽ ὄνομά του – Νεανίας λεγόταν – πού τόν προέτρεπε νά σταματήσει τό διωγμό, ἄν δέν θέλει νά καταστραφεῖ. Ζητώντας ὁ Νεανίας τότε νά δεῖ σαφέστερα ᾽Εκεῖνον πού τοῦ μιλοῦσε, εἶδε ἕναν κρυστάλλινο Σταυρό καί ἄκουσε φωνή μέσα ἀπό Αὐτόν, πού τοῦ ἔλεγε ῾ἐγώ εἶμαι ὁ ἐσταυρωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ᾽. Θυμίζει βεβαίως ἡ ἐπέμβαση  αὐτή τοῦ Χριστοῦ στόν ἅγιο τήν ἐπέμβαση τοῦ ῎Ιδιου στόν ἀπόστολο Παῦλο (Σαῦλο τότε), ὁ ὁποῖος καί αὐτός κλήθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς, γι᾽ αὐτό καί οἱ ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας διαρκῶς συγκρίνουν τόν Προκόπιο μέ τόν μεγάλο ἀπόστολο τῶν ᾽Εθνῶν. Μεταστράφηκε ἀμέσως στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί διέταξε ὅταν γύρισε στή Σκυθόπολη, νά φτιάξουν ἕναν Σταυρό, κατά τόν τρόπο πού Τόν εἶδε, συγκείμενο ἀπό χρυσάφι καί ἀσήμι. Μετά μία νίκη του κατά τῶν Σαρακηνῶν, ἐπειδή ἀρνήθηκε νά θυσιάσει εὐχαριστήρια στά εἴδωλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα του τόν κατήγγειλε στόν Διοκλητιανό, γεγονός πού ἀπετέλεσε τήν ἔναρξη τῶν μαρτυρίων καί τῶν βασάνων του. Σέ ὅλα τά μαρτύρια, σκληρά καί ὑπέρ ἄνθρωπον, ἔμεινε στέρεος στήν πίστη, γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Προκόπιος, τόν θεράπευσε ἀπό ὅ,τι ὑφίστατο καί μάλιστα σέ κάποια ἀπό αὐτά, θαυμαστά πράγματι, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνήργησε, ὥστε νά μεταστραφεῖ στόν Χριστό καί ἡ μητέρα του, ὅπως καί δώδεκα συγκλητικές γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ὅλες, ὁμολογώντας Χριστόν, μαρτύρησαν στό ὄνομά Του. Τελικῶς ὁ ἅγιος, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του, ὅταν διατάχθηκε ἕνας στρατιώτης μέ ξίφος νά τοῦ κόψει τόν αὐχένα᾽.

Τό ὄνομά του Προκόπιος, δοσμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, δηλώνει καί τήν μετέπειτα πιά πορεία του ὡς χριστιανοῦ: διαρκῶς  πρόκοπτε κατά Χριστόν. Κι εἶναι αὐτό πού ἀπαρχῆς τονίζουν γι᾽ αὐτόν καί τά τροπάρια τῶν αἴνων τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς: ῾προκόπτων ἐν Θεῷ, πάντας πρέσβευε, ἀθλοφόρε, προκόπτειν ἐν αὐτῷ, μαρτύρων κλέος, μέγιστε Προκόπιε᾽. Δηλαδή, προκόπτοντας κατά Θεόν, πρέσβευε, ἀθλοφόρε, πού εἶσαι ἡ δόξα τῶν μαρτύρων, μέγιστε Προκόπιε, νά προκόπτουμε ὅλοι ἐμεῖς, στή σχέση μας μέ Αὐτόν.
Ἡ ἔννοια τῆς προκοπῆς εἶναι πολυποίκιλη, ἀλλά στίς ἡμέρες μας κατανοεῖται μονομερῶς. Προκοπή, γιά τούς πολλούς σήμερα, σημαίνει ἀπόκτηση πτυχίων, κατοχή θέσεων, ἀπόκτηση χρημάτων, μεγάλο καί θαυμαστό ὄνομα. Ἡ προκοπή, δηλαδή, συναρτᾶται πάντοτε μέ γήϊνους στόχους καί ὁριζόντιες μόνον ἐπιδιώξεις. Κι αὐτό βεβαίως εἶναι σύμπτωμα πνευματικῆς παρακμῆς, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Θεός ἔχει διαγραφεῖ ἀπό τή ζωή τῶν πολλῶν, ἤ, στήν καλύτερη περίπτωση, μπορεῖ νά ὑπάρχει, ἀλλά στό περιθώριο τῆς ζωῆς.

Ὁ ἅγιος Προκόπιος λοιπόν ἔρχεται μέ δύναμη, λόγω πρωτίστως τῆς ζωῆς του, ἀλλά καί τοῦ ὀνόματός του, νά μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι γιά τούς Χριστιανούς τουλάχιστον, ἡ προκοπή, χωρίς νά ἀρνεῖται κανείς σ᾽ ἕναν βαθμό καί τήν ὁριζόντια διάστασή της, ἔχει πρωτίστως σημασία πνευματική, δηλαδή ἀναγωγῆς στόν Θεό. Ὅπως τό σημειώνει καί ὁ ὑμνογράφος: ῾προκόπτειν πάντας (ἡμᾶς), ἐν θεαρέστοις ὁδοῖς καί θείαις πράξεσιν εὐαρεστοῦντας αὐτῷ (τῷ Θεῷ)᾽, δηλαδή: νά προκόπτουμε  ὅλοι ἐμεῖς, μέ τό νά εὐαρεστοῦμε τόν Θεό, τηρώντας τό θέλημά Του καί κάνοντας θεϊκές πράξεις. Προκομμένος, μέ ἄλλα λόγια, θεωρεῖται γιά τήν πίστη μας ἐκεῖνος πού αὐξάνεται πάντοτε ἐν Θεῷ, ἔστω κι ἄν κατά κόσμον δέν ἔχει πετύχει καί πολλά πράγματα. Καί μᾶλλον τά πράγματα πορεύονται ἀντιστρόφως ἀνάλογα: στόν βαθμό πού φαίνεται κανείς κατά κόσμον ἴσως ἀποτυχημένος, χωρίς νά ἔχει σπουδαῖες θέσεις, μεγάλες ἀπολαβές, τρανταχτό ὄνομα, τόσο περισσότερο εἶναι ἴσως προχωρημένος κατά Θεόν, ἀρκεῖ βεβαίως ἡ κατά κόσμον αὐτή ῾ἀποτυχία᾽ νά εἶναι ἐνσυνείδητη, καρπός δηλαδή ἐπιλογῆς, κατά τό ῾λάθε βιώσας᾽, καί ὄχι ἀποτέλεσμα ἀδιαφορίας καί τεμπελιᾶς.

 Ὅτι ἡ ἐπιλογή αὐτή -  ἡ προτεραιότητα νά εἶναι ἡ ἐν Θεῷ προκοπή καί ὄχι ἡ κατά κόσμον – θεωρεῖται  καί ἡ κατεξοχήν ἔξυπνη καί ἐπιτυχημένη, εἶναι περιττό καί νά ποῦμε, ἀφοῦ ἡ ζωή μας στόν κόσμο αὐτό εἶναι φθαρτή καί περιορισμένη καί ἀκολουθεῖ ἡ ἀτελεύτητη αἰωνιότητα, μέσα στούς κόλπους τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.