Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

Ο... "ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ"!

 

Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.

«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».

«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».

«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε - είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».

«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.

«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».

«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.

«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε. Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει - όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται  γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό. Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».

Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.

«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».

«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».

Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.

«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».

«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»

 «Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».

«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»

«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».

«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ’ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά.  Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα!  «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;

«Έχετε κάποια  αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»

«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».

«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».

Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.

«Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

ΚΟΛΥΜΒΙ ΜΕ ΤΑ ΡΟΥΧΑ;

«Είναι επικίνδυνο να κολυμβά κανείς με τα ρούχα του· ομοίως και το να εγγίζει τη θεολογία, ενώ έχει πάθη» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κζ΄, 9).

Το καταλαβαίνουμε αμέσως όλοι: το κολύμπι με τα ρούχα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί πέρα από το ότι δεν υπάρχει η ελευθερία κινήσεων, τα ρούχα καθώς διαποτίζονται από το νερό σε σπρώχνουν προς τον βυθό. Το ίδιο όμως λέει ο όσιος συμβαίνει και μ’ εκείνον που εγγίζει τη θεολογία, δηλαδή ασχολείται και μιλάει για θεολογικά θέματα, ενώ ακόμη βρίσκεται σε κατάσταση εμπαθή. Γιατί αυτό; Διότι όπως εξηγεί «ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς» (9) - τα δόγματα (αυτά κυρίως είναι η θεολογία) αναφέρονται στον ίδιο τον Τριαδικό Θεό και στον Κύριό μας Ιησού Χριστό: τη διπλή Του φύση, αλλ’ όχι την υπόστασή Του. Και πώς τα ξέρουμε; Μα από την αποκάλυψη του Ίδιου του Κυρίου: Εκείνος ήλθε, μας τα φανέρωσε και μας τα εξήγησε. «Εκείνος εξηγήσατο». Χωρίς την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού περί του Ιδίου του Θεού – και τα πρώτα σπέρματα αυτής στην Παλαιά Διαθήκη - με ποια δύναμη θα μπορούσαμε οι άνθρωποι, και μάλιστα ευρισκόμενοι στην κατάσταση της πτώσης στην αμαρτία, να κατανοήσουμε τη θεότητα; Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργεί είδωλα, πλάσματα δηλαδή της πλανεμένης φαντασίας του! Και αυτό έχει δείξει μέχρι τώρα η ανθρώπινη ιστορία.

Τα δόγματα λοιπόν είναι αποκαλυμμένες αλήθειες, οι οποίες μας βγάζουν από την άγνοια και μας προσανατολίζουν στην αλήθεια. Κι αυτά συνιστούν τον πλούτο και τον θησαυρό της Εκκλησίας μας. Με βάση αυτά μάλιστα μπορούμε να έχουμε την ορθή πνευματική ζωή: η πνευματική ζωή αποτελεί επακολούθημα της ορθής πίστης προς τον Θεό, ώστε η ορθοδοξία να γίνεται και ορθοπραξία. Γι’ αυτό και τονίζουν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι χωρίς τη σύνδεση και των δύο αυτών πάσχει και το ένα και το άλλο. Με διαφορετική διατύπωση, «ο βίος πρέπει να είναι  έλλογος και ο λόγος να είναι έμπρακτος».

Οπότε, όσο κανείς βρίσκεται υπό την επήρεια των παθών του δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασχολείται με τα θεολογικά θέματα. Τα πιστεύει, τα αποδέχεται, αλλά επικεντρώνει την προσοχή του στα πρακτικά θέματα, την τήρηση δηλαδή των αγίων εντολών του Χριστού, ώστε να μπορεί να καθαρίζει την ψυχή του. Και κατά την αναλογία της καθάρσεως αυτής αρχίζει να κατανοεί κάπως βαθύτερα και τα δόγματα της πίστεως. Θυμήσου τι έλεγε και ο νεώτερος πατέρας και δάσκαλος άγιος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός. Πασχίζοντας να εξηγήσει όσο μπορούσε το Τριαδικό του Θεού στους απλοϊκούς υπόδουλους χριστιανούς της εποχής της Τουρκοκρατίας, έβλεπε το αδιέξοδο και κατέληγε: «Εξομολογηθείτε στον Κύριο παστρικά, και θα φωτιστείτε από Εκείνον να κατανοήσετε την αποκάλυψη του Χριστού μας»! Διαφορετικά, μία εμπαθής ενασχόληση με τα δόγματα θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε αίρεση, γιατί τα πάθη επηρεάζουν αμεσότατα το λογιστικό του ανθρώπου, συνεπώς η κρίση του λειτουργεί υπό καθεστώς πλάνης. Όλοι οι αιρετικοί της Εκκλησίας δυστυχώς έτσι έγιναν αιρετικοί: χωρίς ακόμη να καθαρίσουν το οπτικό της ψυχής, θέλησαν με δαιμονική υπερηφάνεια  να «εξερευνήσουν» τα της θεότητας! Και βεβαίως πλανήθηκαν!

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Ο άγιος Ταράσιος δογμάτισε την προσκύνηση των σεπτών και αγίων εικόνων και δι’ αυτού η βασιλική αρχή και ρωμαϊκή εξουσία επανήλθε προς τις σεπτές παραδόσεις των αγίων Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων και η αγία Εκκλησία ενώθηκε με τα υπόλοιπα Πατριαρχεία. Έζησε ο Ταράσιος ευσεβώς και έγινε αξιοσέβαστος στους βασιλείς, ενώ ίδρυσε και ιερό μοναστήρι πέραν του στενού, όπου συνάθροισε πλήθη μοναστών. Υπήρξε πολύ ελεήμων στους πτωχούς, διακυβέρνησε καλώς την Εκκλησία επί είκοσι δύο έτη και δύο μήνες και τελειώθηκε εν ειρήνη, οπότε και κατατέθηκε το σκήνωμά του στο μοναστήρι που κτίστηκε από τον ίδιο. Ήταν σωματικά κατά πάντα όμοιος με τον Θεολόγο Γρηγόριο, εκτός από την ηλικία και την ουλή κάτω από τον οφθαλμό. Διότι δεν ήταν εντελώς μεγάλος στα χρόνια. Η σύναξή του τελείται στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Τρία είναι τα επίπεδα που προβάλλει η υμνολογία της εορτής του αγίου Ταρασίου: πρώτον∙ η πνευματική ασκητική του διαγωγή, διά της οποίας υπερέβη τα πάθη της σαρκός και έζησε θεωρητικό αγγελικό βίο («όλο το γεώδες των παθών της σαρκός το απέβαλες με τους κόπους της εγκρατείας, Ταράσιε, και έζησες επί γης βίο ισάγγελο» (ωδή η΄), δεύτερον∙ η ορθόδοξη διαποίμανση του ποιμνίου του, με το κήρυγμα των ορθοδόξων δογμάτων, κυρίως της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων, και την καταπολέμηση των αιρέσεων («Στερέωσες, Ταράσιε, την ταραγμένη διάνοια των πιστών,  στη άσειστη πέτρα της ορθοδοξίας, και τράνταξες τα θεμέλια της πλάνης και κατέβαλες τις βάσεις των αιρέσεων» (ωδή α΄)∙ «τη βασιλεύουσα διαποίμανες ορθόδοξα, διώχνοντας μακριά τα θηρία των αιρέσεων, θεόπνευστε, και διατρανώνοντας την προσκύνηση των σεπτών εικόνων» (κάθισμα όρθρου),  τρίτον∙ η τεράστια φιλανθρωπική του δράση υπέρ των πτωχών και αναγκεμένων συνανθρώπων του, καρπός της γεμάτης έλεος και αγάπη καρδιάς του («έχοντας την προαίρεσή σου σαν ανεξάντλητο ποτάμι ελέους, ανέβλυσες τους αέναους κρουνούς της ευεργεσίας στους αναγκεμένους» (ωδή ε΄), που συνεχιζόταν και με τα διάφορα θαύματά του («σαν μέγας ήλιος φωταγωγείς πάντοτε το πλήρωμα της οικουμένης με τις λάμψεις των δογμάτων σου και των θαυμάτων σου» (κοντάκιον). 

Ο σεμνός υμνογράφος του αγίου Ταρασίου Γεώργιος μάλιστα, γνωστός υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θέλοντας να προβάλει ζωντανά και παραστατικά το μέγεθος της αγιότητάς  του στους πιστούς, τον παρουσιάζει ως ζωντανή εικόνα και στήλη  που στέκει ενώπιόν μας καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε σε ό,τι αυτός πάλεψε να έχει στη ζωή του: την πίστη και τις αρετές. «Στέκεσαι μπροστά μας, σαν γεμάτη πνοή εικόνα και ζωντανή στήλη των αρετών και της πίστεως, Ταράσιε, φωνάζοντας αδιάκοπα με τα έργα και τα λόγια σου, σοφέ, και προτρέπεις όλους τους πιστούς να μιμηθούν εσένα» (ωδή θ΄). Ο υμνογράφος με τον τρόπο αυτό διακηρύσσει την παρρησία στον Θεό του αγίου Ταρασίου. Διότι μόνον ένας που έχει γίνει χριστομίμητος, σαν τον απόστολο Παύλο, μπορεί να έχει το θάρρος να καλεί και τους άλλους να τον ακολουθήσουν στον τρόπο της ζωής του. Όπως δηλαδή ο απόστολος έλεγε «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού», κατά τον ίδιο τρόπο και ο άγιος Ταράσιος: προέτρεπε τους πιστούς να τον μιμηθούν. Σε αποστολικά ύψη λοιπόν η ζωή του, όπως μας τον παρουσιάζει η Εκκλησία μας.

Κι είναι εκπληκτικό από τη ζωή του, όπως το διαπιστώνουμε και στους μεγάλους Ιεράρχες και Πατέρες της Εκκλησίας μας, το γεγονός ότι παρ’ όλες τις απασχολήσεις του ως αρχιεπίσκοπος έβρισκε χρόνο για τις εμβριθείς μελέτες του στην Αγία Γραφή – τι ωραία μας δίνει τη διάσταση αυτή ο ύμνος της ακολουθίας του (ωδή γ΄): «Εισέδυσες στον βυθό της θεόπνευστης Γραφής, Ταράσιε σοφέ, κι από εκεί ανείλκυσες τον πολύτιμο μαργαρίτη» – όπως και το ότι δεν σκλήρυνε την καρδιά του η θεσμική διοικητική του θέση. Η καρδιά του κρατήθηκε ανέπαφη, γεμάτη σπλάχνα οικτιρμών προς όλους τους ανθρώπους, κατεξοχήν μάλιστα προς τους πτωχούς και τους ενδεείς. Το σημειώσαμε και παραπάνω: η καρδιά και η προαίρεσή του ήταν «ανεξάντλητο ποτάμι ελέους και αγάπης». Πόσο πρέπει να τον έχουμε παράδειγμα τον άγιο όλοι οι πιστοί, και μάλιστα εκείνοι που κατέχουν  μεγάλα αξιώματα, είτε στην Εκκλησία είτε στην πολιτεία. Διότι αν τα αξιώματα δεν κάνουν πιο σάρκινη την καρδιά μας και δεν θεωρούνται αναβαθμός για μείζονα αγάπη, ασφαλώς δεν έχουν κανένα νόημα. Κι ίσως θεωρηθούν και η καταδίκη μας.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΤΙΜΟΘΕΟΣ Ο ΕΝ ΣΥΜΒΟΛΟΙΣ

 

«Αυτός ο μακάριος ακολούθησε τον μοναχικό βίο από νεαρή ηλικία και εξαφάνισε τα σκιρτήματα των παθών με την πολλή εγκράτεια και τη δυνατή προσευχή. Έφτασε σε επίπεδα απαθείας και φάνηκε δοχείο του Αγίου Πνεύματος, μένοντας παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του και στην ψυχή και στο σώμα. Ουδέποτε θέλησε να δει γυναίκα. Ζώντας στα όρη και τριγυρίζοντας στις ερήμους, άρδευε την ψυχή του με τη δροσιά των δακρύων. Γι’ αυτό και έλαβε χαρίσματα ιαμάτων. Έδιωχνε δηλαδή τους δαίμονες από τους ανθρώπους και θεράπευε κάθε άλλη νόσο. Αφού έζησε με τέτοιο τρόπο, έφτασε σε βαθιά γεράματα και εκδήμησε προς τον Κύριο».

Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Ήταν και το παράπονο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Ο όσιος Τιμόθεος λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από τον κανόνα αυτό. «Γνώρισες, όσιε πατέρα, σημειώνει ο Θεοφάνης, ότι η αγάπη νικάει την κρίση, γι’ αυτό και δεν περιφρόνησες κανένα ξένο, αλλά διάνοιξες τα σπλάχνα της καρδιάς σου σε όλους με αγαθοσύνη, κι έγινες πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών και τροφή των πεινασμένων» (ωδή θ΄). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης συγκρίνει τον όσιο με τον πατριάρχη Αβραάμ, κύριο γνώρισμα του οποίου, πέραν από την πίστη του, ήταν η αγάπη του προς τους ανθρώπους και μάλιστα η φιλοξενία του. «Με την αγάπη και τη συμπάθειά σου προς όλους έγινες άλλος Αβραάμ, ω Τιμόθεε, υποδεχόμενος όσους προσέρχονταν σε εσένα από όλα τα μέρη, και μέσω αυτών λατρεύοντας τον Θεό όλων» (ωδή γ΄).

Η δίψα του και η αγάπη του προς τον Θεό, που έπαιρνε τη μορφή της έμπρακτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ήταν αποτέλεσμα, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, της αδιάκοπης άσκησής του να ξεπεράσει την όποια αμέλεια δημιουργούν τα πάθη του ανθρώπου και να αποκτήσει την ευλογημένη ταπείνωση, τη βάση όλων των αρετών. Το άνθος της αγάπης δεν φύεται, ως γνωστόν, στους κοινούς δρόμους και στα απλά μονοπάτια. Αποτελεί βλάστημα των ψηλών κορυφών, δηλαδή απαιτεί αιματηρή κατάθεση της βούλησης του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. Διότι πώς θα ενεργήσει η χάρη της αγάπης του Θεού σε καρδιά γεμάτη από τα αγκάθια του εγωισμού; «Δος αίμα και λάβε πνεύμα» έλεγαν πάντοτε οι άγιοί μας, κάτι που το βλέπουμε βεβαίως και στη ζωή του οσίου Τιμοθέου. «Έχοντας εκτενώς στραμμένο το βλέμμα της διάνοιάς σου προς τον Θεό, απετίναξες, Πάτερ Τιμόθεε, τον ύπνο της αμέλειας από την ψυχή σου και έγινες ναός του θείου Πνεύματος και τόπος αγιάσματος» (ωδή α΄). «Θωρακισμένος με την ταπείνωση, Πάτερ, πέρασες χωρίς να βλαφτείς τις παγίδες του Πονηρού, και υψώθηκες προς τον Θεό και εντρυφάς στη δόξα Του για πάντα, μακάριε Τιμόθεε (ωδή α΄). Είναι αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τις παγίδες του διαβόλου, τις απλωμένες παντού στη γη, χωρίς να βρει το μονοπάτι που λέγεται ταπείνωση. Πρόκειται για ό,τι ο λόγος του Θεού αποκαλύπτει και η εμπειρία των αγίων βεβαιώνει: «Είδα τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη και τρόμαξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις περάσει αβλαβώς; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων» (όσιος Αντώνιος).

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Η 20ή Φεβρουαρίου, που καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2007, αποτελεί μία ευλογημένη πρόκληση για να υπάρξει παγκοσμίως ευαισθητοποίηση  σε θέματα αδικίας όπου κι αν παρουσιάζονται, όπως «η φτώχεια, η ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός, μέσα σε μία ανοιχτή και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία», που σημαίνει ότι ο ΟΗΕ ξεκινά με το δεδομένο ότι όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και στις ημέρες μας, και κοινωνική αρμονία δεν υφίσταται, αλλά και ισότητα μεταξύ των πολιτών ενός κράτους πολύ συχνά δεν υπάρχει.

Βεβαίως, το θετικό για τον Παγκόσμιο αυτόν Οργανισμό είναι ότι έχει κατανοήσει  πως τα θέματα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν επιλύονται, αν επιλύονται, με ευχολόγια και φιλοσοφικές τοποθετήσεις, αλλά με «διεθνείς δράσεις», (όπως σημειώνεται στο επεξηγηματικό για την καθιέρωση της ημέρας σχόλιο), οι οποίες όμως καθίστανται συχνότατα αναποτελεσματικές λόγω της αντιδράσεως σ’ αυτές είτε αντιλαϊκών ηγεσιών είτε οργανωμένων συμφερόντων μίας χώρας.

Παρ’ όλα αυτά, η επιμονή στην προβολή του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι χωρίς νόημα. Πάντοτε πρέπει να προσβλέπουμε στην καλή διάθεση του ανθρώπου, στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, στην πίστη τελικά στη δύναμη των λαών, που όταν «ξυπνούν» μπορούν να επιβάλουν αυτό που θεωρούν δίκαιο για τους πολλούς – οι διάφορες στην ιστορία «κοινωνικές κατακτήσεις» όντως επιβεβαιώνουν την αλήθεια αυτή. Κι αυτό γιατί, όσο κι αν έχει η κακία διαστρεβλώσει τον άνθρωπο, δεν τον έχει κάνει να χάσει μέσα του την έστω ως νοσταλγία και πόθο έννοια της αξιοκρατίας και του ανθρωπισμού. Η αξιοκρατία και ο ανθρωπισμός δεν είναι τα βασικά στηρίγματα του αγαθού που ονομάζεται κοινωνική δικαιοσύνη; Κι αυτά τα νοσταλγεί ή τα ποθεί, όπως είπαμε, κάθε άνθρωπος και κάθε λαός όπου κι αν ζει.

Έτσι η κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μην υφίσταται ή να υφίσταται λειψά και περιορισμένα σε έναν λαό και σ’ ένα κράτος, δεν παύει όμως πράγματι να υπάρχει και να λειτουργεί στις καρδιές των ανθρώπων, οι οποίες προσδοκούν πότε θα υπάρξουν οι συγκυρίες ώστε να πάρει σάρκα και οστά. Κι εκεί παίζεται το παιχνίδι των διαφόρων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων και των πολιτικών θεωριών: πόσο δηλαδή διαμορφώνουν τις συνθήκες για να λειτουργήσει η κοινωνική δικαιοσύνη, κάτι που σημαίνει ότι ο βαθμός λειτουργίας της δικαιοσύνης αυτής φανερώνει και την αξία ή όχι των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων και θεωριών.

Θα θέλαμε όμως να δούμε την κοινωνική δικαιοσύνη και από μία άλλη πλευρά, πιο βαθειά και αποτελεσματική πιστεύουμε, αυτήν της χριστιανικής πίστεως όταν είναι συνεπής. Διότι τι άλλο βλέπουμε στους  γνήσιους χριστιανούς, τους αγίους δηλαδή, παρά να ζουν τη δικαιοσύνη του Θεού, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια της ανθρώπινης διάστασής της; Ποιο το χαρακτηριστικό της θείας δικαιοσύνης; Η υπέρμετρη και χωρίς όρια αγάπη προς τον άνθρωπο, κατά το πρότυπο του Ιησού Χριστού, ο Οποίος επάνω στον Σταυρό «σηκώνει την αμαρτία όλου του κόσμου», αγκαλιάζει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, είτε πιστούς είτε απίστους, είτε της εποχής Του είτε και κάθε άλλης εποχής πριν ή και μετά από Αυτόν, προσφέροντάς τους τη δικαίωση ως δι’ Αυτού σχέση με τον ζωντανό Θεό. Και πώς εξέλαβαν ακριβώς οι πιστοί την υπερφυή αυτή αγάπη του Χριστού; Ως δεδομένο και της δικιάς τους ζωής, προκειμένου να παραμένουν ενωμένοι μαζί Του, συνεπώς να αγκαλιάζουν εν αγάπη κάθε άνθρωπο, να βλέπουν την ατίμητη αξία του ως εικόνας Θεού, να τον συγχωρούν ό,τι κι αν έχει κάνει, να του προσφέρουν οτιδήποτε χρειάζεται ώστε αυτός να ζει, έστω και με δική τους θυσία.

 Ποια έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να παραβληθεί μ’ αυτήν; Και να, το άμεσο χειροπιαστό αποτέλεσμα:  η πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου τα πάντα στους πιστούς ήταν κοινά. Δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου – ο καθένας έδινε ανάλογα με τις δυνατότητές του και έπαιρνε ανάλογα με τις ανάγκες του. Κι επίσης το παρόμοιο αποτέλεσμα που βλέπουμε στη ζωή όλων των αγίων: και των απλών, οι οποίοι αναλαμβάνουν τον αγώνα της κοινωνικής δικαιοσύνης με τρόπο εσωτερικό – μέσω της προσευχής τους για τους άλλους και της αναλήψεως της ευθύνης τους ενώπιον του Θεού -  και των εχόντων τη δύναμη για μεγαλύτερη προσφορά. Σαν τον άγιο Βασίλειο για παράδειγμα: οργανώνει πράγματα για όλους τους ανθρώπους προκειμένου να ξεπεραστεί η όποια αδικία και ανισότητα ζούσαν, που θα απαιτούσε έναν ολόκληρο μηχανισμό ενός κοινωνικού κράτους! Κι ακόμη σαν την αγία Φιλοθέη: μία καλόγρια που στην πιο δύσκολη εποχή, την εποχή της Τουρκοκρατίας που το κεφάλι του καθενός χανόταν ανά πάσα στιγμή, είχε τέτοια κοινωνική προσφορά, ώστε το όνομά της ταυτίστηκε με την έννοια του θείου ελέους!

Κοινωνική δικαιοσύνη: το αδιάκοπα ζητούμενο ανθρωπίνως, οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, για κάθε λαό. Χριστιανικά: το διαρκώς πραγματοποιούμενο, όπου όμως υπάρχουν άγιοι.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

ΟΙ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ

῾Ο ἅγιος πάπας Λέων ἔγειρε κι ἀγκάλιασε κάθιδρος τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Καί σήμερα, ὅπως ἐπί σαράντα μέρες τώρα ἔκανε, εἶχε ξεκινήσει ἀξημέρωτα τήν προσευχή του μέ τό μοναδικό αἴτημα πού διακατεῖχε τήν καρδιά του: τήν πληφορία ἀπό τόν μεγάλο ἀπόστολο τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν του.

 ῎Ενιωθε ὅτι βρισκόταν στό δεῖλι τῆς ζωῆς του. Τά χρόνια εἶχαν προχωρήσει καί τά σημάδια τους πάνω του εἶχαν ἀρχίσει νά γίνονται ἐμφανῆ. ᾽Αλλά δέν ἦταν μόνον τό πέρασμα τοῦ χρόνου καί τό γῆρας πού τόν εἶχε ἐπισκεφτεῖ. Περισσότερο ἀπό ὅλα ἔνιωθε ὅτι καταβαλλόταν ἀπό τίς μέριμνες τῆς ἐπισκοπικῆς του θέσης. ῎Ω, ἡ Ρώμη ἦταν μεγάλη πόλη καί πολύ δύσκολο νά διαποιμανθεῖ.

Κι ἦταν καί τά προβλήματα μέ τούς ῾λύκους᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας, τούς αἱρετικούς.  ῾Η ᾽Εκκλησία μόλις εἶχε ξεπεράσει τόν κίνδυνο τοῦ αἱρεσιάρχη Νεστόριου, δυστυχῶς ἀρχιεπισκόπου τῆς Κωνσταντινούπολης, γιατί διεῖδε ὅτι τά λεγόμενά του ἦταν βλασφημίες πού ἀλλοίωναν τήν πίστη καί γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Παναγία Μητέρα Του. ῾Η Σύνοδος πού συγκλήθηκε, ἡ Γ´ Οἰκουμενική, καταδίκασε καί καθαίρεσε τόν βλάσφημο Νεστόριο καί διατύπωσε τήν ἀλήθεια: ὁ Κύριος εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ Παναγία εἶναι ὄχι ῾Χριστοτόκος᾽ ἀλλά ῾Θεοτόκος᾽.

Νά, ὅμως, πού τά προβλήματα δέν τελείωσαν. Στόν ἀντίποδα τοῦ  Νεστόριου, ἀλλά μέ τίς ἴδιες τελικῶς προϋποθέσεις βρέθηκε ὁ Εὐτυχής. Καλός κληρικός τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ᾽Αλεξάνδρειας, εἶδε κι αὐτός τό ἀδιέξοδο τῶν θέσεων τοῦ Νεστορίου, ἀλλά ἔφτασε στό ἄλλο ἄκρο: νά παρουσιάσει τόν Κύριο μόνον ὡς Θεό. Ἡ ἴδια βλασφημία κι ἐδῶ μέ ἐκείνην τοῦ Νεστορίου: ἡ διαγραφή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί πῶς νά πεῖ κανείς ὅτι σώζεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν κατά τόν Εὐτυχή ὁ ἄνθρωπος ἀπορροφᾶται ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἀπορροφήθηκε κι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν θεότητά Του;

῾Ο Λέων βρέθηκε στό ἐπίκεντρο τῶν συζητήσεων καί τῶν ταραχῶν πού προκαλοῦσαν οἱ τελευταῖες αἱρετικές θέσεις τοῦ Εὐτυχῆ. Πολλοί ἀπευθύνθηκαν σ᾽ αὐτόν νά καταδείξει τήν αἵρεση, νά φανερώσει τήν ἀλήθεια. Κι ὁ ἅγιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίθηκε. Καταλάβαινε ὅτι ἔχει εὐθύνη ἔναντι ὅλης τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι. Κι ὁ νέος κίνδυνος ἦταν ἐξίσου μεγάλος μέ τόν προηγούμενο. Ζήτησε τήν βοήθεια καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ κι ἔγραψε γράμμα στόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινούπολης, τόν Φλαβιανό, ἄνθρωπο πράγματι τοῦ Θεοῦ, μέ μεγάλη εὐαισθησία στά θέματα τῆς πίστης καί ὀξυμμένα κριτήρια ὀρθοδοξίας. ῎Εδειξε μέ ἐπάρκεια καί τό ἀδιέξοδο τῶν ἤδη καταδικασμένων θέσεων τοῦ Νεστορίου, ἀλλά πολύ περισσότερο καί τοῦ Εὐτυχῆ.

῾Η σύνταξη τοῦ γράμματος κυριολεκτικά τόν συνέτριψε. ῎Εβλεπε ὅτι ὄντως ἀπαντοῦσε μέ βάση τήν ὀρθόδοξη πίστη στίς αὐθαιρεσίες καί τά φληναφήματα τοῦ Εὐτυχῆ. ᾽Αλλά ἡ εὐθύνη γι᾽ αὐτά πού ἔγραφε τόν ἔκανε ἐπιφυλακτικό. ῎Ηθελε νά εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὄχι μόνο ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου ἀλλά καί μορφῆς. Οἱ ἐχθροί καιροφυλακτοῦσαν νά πιαστοῦν κατά τήν προσφιλή συνήθειά τους ἀπό τίς λέξεις. ῎Ετσι δέν ἔκαναν ἄλλωστε ὅλοι οἱ ἀνά τούς αἰῶνες αἱρετικοί; ῎Εμεναν στό γράμμα κι ἀδυνατοῦσαν νά διεισδύσουν λίγο στό ῾ἀπόθετον κάλλος᾽ πού ἔλεγε ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στήν κρυμμένη ὀμορφιά πέρα ἀπό τίς λέξεις. ᾽Αλλ᾽ αὐτό προϋπέθετε βίωμα σωστό πού δυστυχῶς δέν τό ἔβλεπες στούς αἱρετικούς. Δίσταζε λοιπόν ὁ πάπας, ὁ Λέων, ὁ πρόεδρος τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Ρωμαίων.

Δέν δίστασε ὅμως γιά τήν ἀπόφαση πού πῆρε. ᾽Αναγάλλιασε ὅταν τό σκέφτηκε καί τό ἔθεσε ἀμέσως σέ ἐφαρμογή. Θά ἀπευθυνόταν στόν προκάτοχό του, τόν ἀπόστολο Πέτρο. Οἱ ἅγιοί μας δέν εἶναι ζωντανοί; Δέν μᾶς ἀκοῦνε καί δέν συμμετέχουν στόν πόνο καί στίς ἀγωνίες μας; Λοιπόν, νά ἡ εὐκαιρία! Πῆρε τό γράμμα ὁ πάπας, πῆρε μαζί του καί τόν διάκονό του, ἔδωσε ἐξηγήσεις γιά τό ποῦ θά βρίσκεται, κι ἐγκαταστάθηκε στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ναί, ὁ ἅγιος αὐτός ἄνθρωπος δέν θά ἔφευγε ἀπό ἐκεῖ, ἄν ὁ ἀπόστολος δέν ἔδειχνε μέ τρόπο ἄμεσο καί φανερό ὅτι δέν ἔχει πέσει ἔξω κάπου στά γραφόμενα τῆς ἐπιστολῆς του. Γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ πάλευσε καί ἀγωνιοῦσε. Δέν μπορεῖ. ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος θά ἔστελνε κάποιο μήνυμα.

Τήν ἐπιστολή τήν τοποθέτησε πάνω στόν τάφο τοῦ πρώτου τῶν ἀποστόλων, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. ῞Ολη μέρα καί ὅλη νύκτα δέν ἔπαψε νά δέεται καί νά παρακαλεῖ:

 ῾῞Αγιε ἀπόστολε, σύ ἴδιος στόν ὁποῖο Κύριος καί Θεός καί Σωτήρας μας ᾽Ιησοῦς Χριστός ἔχει ἐμπιστευτεῖ τήν ᾽Εκκλησία καί τόν θρόνο, διόρθωσε ἀπό τήν ἐπιστολή ,τι παράλειψα σάν ἄνθρωπος᾽.

 Γονάτιζε ἅγιος τοῦ Θεοῦ Λέων, ἔχυνε πύρινα δάκρυα, παρακαλοῦσε. Κι ὅταν ἀποκαμωμένος δέν μποροῦσε νά σταθεῖ καθόλου στά πόδια του, ἔπεφτε κεῖ μπροστά στόν τάφο καί λίγο ξεκουραζόταν γιά νά συνεχίσει τά ἴδια λόγια τῆς προσευχῆς ἀργότερα.

Μαζί του ἀγωνιζόταν καί ὁ διάκος του. Δέν μποροῦσε βεβαίως ὁ νέος αὐτός ἄνθρωπος νά διεισδύσει στά μύχια τῆς καρδιᾶς τοῦ ἐπισκόπου του καί νά νιώσει τήν ἀγωνία του γιά τήν φανέρωση τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Δάκρυζε ὅμως γιατί ἔβλεπε τόν γέροντα αὐτόν νά δέεται στόν Κύριο καί τόν ἀπόστολό Του μέ τέτοιον συγκλονιστικό τρόπο. Καί κατέγραφε τήν στάση τοῦ ἁγίου μέσα του καί ἔβλεπε ὁρατά μπροστά του τό τί σημαίνει ἁγιότητα. Τόν εἶχε ζήσει βεβαίως τόν ἅγιο πάπα ὁ διάκος, τόν ἔβλεπε πῶς λειτουργεῖ, μέ τί ταπείνωση καί ἀγάπη  συμπεριφέρεται στούς κληρικούς καί τούς πιστούς καί παρακαλοῦσε τόν Θεό λίγο νά τοῦ μοιάσει. ᾽Αλλά αὐτό πού συνέβαινε τώρα στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου ἦταν κάτι ἄλλο. Τήν ἤδη μεγάλη κορμοστασιά τοῦ πάπα Λέοντα τήν ἔβλεπε θεόρατη, σχεδόν νά ἀγγίζει τόν οὐρανό. Γι᾽ αὐτό καί τά δικά του δάκρυα δέν σταματοῦσαν, γιατί δέν σταματοῦσαν καί τά δάκρυα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου.

Σαράντα μέρες πέρασαν μέ τόν ἴδιο τρόπο. Εἶχε λιώσει ὁ Λέων ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Κι ὅταν γιά πολλοστή φορά τά χείλη του συνέχιζαν νά λένε ῾ὅ,τι παράλειψα στήν ἐπιστολή σάν ἄνθρωπος διόρθωσε σύ ὁ ἴδιος᾽, κι ἔνιωσε ὅτι δέν ἀντέχει ἄλλο, τότε φῶς ἔλαμψε ἀπό τόν τάφο, ἄρρητη εὐωδία ξεχύθηκε καί πλημμύρισε τόν τόπο καί εἶδε τόν ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ! ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος βρισκόταν ἐκεῖ μπροστά του μέσα σέ θεϊκό φῶς, νά τόν βλέπει γεμάτος ἀγάπη καί μέ μιά ἀπόκοσμη φωνή νά τοῦ λέει:

῾Διάβασα καί διόρθωσα᾽.

Τό ἀποκαμωμένο του κορμί γέμισε δύναμη. ῾Η ψυχή του ἔνιωσε νά πλημμυρίζει ἀπέραντη εὐτυχία κι ὁ νοῦς του σάν νά ἄνοιξε ἐντελῶς κι εἶδε πλήρως τήν ἀλήθεια. ῎Επεσε νά προσκυνήσει μά ὁ ἀπόστολος δέν τόν ἄφησε. Τοῦ εἶπε κι ἄλλα γιά τόν Κύριο, τοῦ ἀποκάλυψε κινδύνους καί διωγμούς πού ἡ ᾽Εκκλησία ἔπρεπε ἀκόμη νά περάσει, τοῦ εἶπε ἀκόμη καί γιά τόν ἴδιο. Κι ἐκεῖ πού ἡ καρδιά του κόντευε νά σπάσει ἀπό τό μέγεθος τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ τό ὅραμα χάθηκε. ῾Απαλά τό φῶς σβήστηκε κι ἀπόμεινε μόνος αὐτός μπροστά καί πάλι στόν τάφο, ὅπως σαράντα μέρες τώρα.

Σηκώθηκε καί φώναξε τόν διάκονο πού βρισκόταν ἐκείνη τήν ὥρα ἔξω. ᾽Εκεῖνος σάν κάτι νά κατάλαβε βλέποντας τήν λάμψη τοῦ προσώπου τοῦ ἁγίου πάπα. Δέν τόλμησε νά ρωτήσει. ῾Ο Λέων μέ ἁπλότητα τοῦ εἶπε τί συνέβη. Ἡ ἀποστολή τους ἐκεῖ ἔλαβε τέλος. ῾Ο πάπας προσκύνησε καί μέ τρεμάμενα χέρια ἔσκυψε καί πῆρε τήν ἐπιστολή. Τήν ἄνοιξε καί - ὤ τοῦ θαύματος! – τήν βρῆκε διορθωμένη ἀπό τό χέρι τοῦ ἀποστόλου. Ὁ ἀπόστολος κράτησε τόν λόγο του. ῾Ο Κύριος μίλησε. Ἡ ἐπιστολή θά ἀποτελοῦσε τήν βάση γιά τήν ἀπάντηση τῆς ᾽Εκκλησίας πιά ἀπέναντι στόν αἱρεσιάρχη Εὐτυχή. Ὁ ἅγιος Λέων καί ὁ διάκος πῆραν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Αὐτά σκεφτόταν ἅγιος Λέων, ὅταν ἔγειρε καί κάθιδρος ἀγκάλιασε τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Γιά δεύτερη φορά μετά ἀπό μερικά χρόνια ἀφότου εἶχε πάρει τήν πληροφορία ἀπό τόν ἅγιο Πέτρο σχετικά μέ τό θέμα τῆς αἵρεσης τοῦ μονοφυσιτισμοῦ εἶχε θελήσει νά ἐπαναλάβει τό ἐγχείρημα. Αὐτήν τήν φορά ὅμως ὄχι γιά κάποιο ἐπεῖγον θέμα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά γιά τόν ἴδιο  καί τά χρωστούμενά του στόν Κύριο. Τά χρόνια ἔγερναν στήν πλάτη του κι ἤθελε νά ᾽ναι βέβαιος ὅτι ἡ ψυχή του θά ᾽ναι ἀπόλυτα καθαρή στήν κρίση πού τόν περίμενε. ῎Εβλεπε ὅτι ἡ συνείδησή του δέν τόν βάραινε γιά κάτι ἰδιαίτερο, ἀλλά ἄλλο ἡ συνείδησή του κι ἄλλο ὁ ἴδιος ὁ Κριτής. Καί νά λοιπόν πού βρέθηκε στόν τάφο τοῦ ἀγαπημένου του ἀποστόλου. ῞Οπως τήν πρώτη φορά, ἔτσι καί τώρα ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. Τό αἴτημά του βγαλμένο ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἦταν γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.

 ῾Κύριε᾽, ἔλεγε καί ξανάλεγε μέ δάκρυα στά μάτια, ῾στεῖλε τόν μαθητή σου νά μέ πληροφορήσει ἄν συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες μου. Νιώθω ὅτι δέν ἔχω βάλει ἀκόμη ἀρχή μετανοίας. ῞Οσο περνάει ὁ καιρός τόσο νιώθω καί μεγαλύτερο τό βάρος τῶν ἀνομημάτων μου. Σύ βέβαια, Κύριε, λόγω τῆς ἄπειρης ἀγάπης Σου ἀπέναντι στά πλάσματά Σου, ἤδη μᾶς ἔχεις συγχωρήσει. Τό αἷμα Σου πάνω στόν Σταυρό σήκωσε τίς ἁμαρτίες μας. ᾽Αλλά τό πρόβλημα, Κύριε, εἶμαι ἐγώ. Δέν ξέρω ἄν σωστά σέ προσεγγίζω. Δέν ξέρω ἄν πράγματι ζῶ μετανοημένα. Συγκρίνω τόν ἑαυτό μου μέ τούς ἁγίους μαθητές Σου καί τούς ἄλλους φίλους Σου καί βλέπω τά τεράστια ἐλλείμματα τοῦ ἑαυτοῦ μου. Κύριε, δέν θέλω νά Σέ χάσω. Δέν ἀντέχω νά βρίσκομαι μακριά Σου. Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν. Κύριε, συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μου᾽.

Σαράντα μέρες καί πάλι πέρασαν μέσα στήν ὀδύνη καί τήν ἄσκηση τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς. Κι ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες ὁ οὐρανός φαινόταν κλειστός. Καμμία ἀπάντηση. Καμμία πληροφορία. Δέν ἔχανε ὅμως τίς ἐλπίδες του ὁ ἅγιος πάπας. Τοῦ ᾽δινε μεγάλο θάρρος καί τό γεγονός ὅτι καί τήν πρώτη φορά τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα δόθηκε ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ἅγιο ἀπόστολο. ᾽Εκεῖ εἶχε προσανατολιστεῖ καί πάλι ὁ Λέων. Καί δέν ἔπεσε ἔξω. ῞Οταν ἡ ἀγωνία του καί ἡ ἔντασή του ἔφτασαν σέ σημεῖο πού δέν ἄντεχε ἄλλο, τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα, τοῦ φανερώθηκε καί πάλι ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Τά σημάδια τῆς παρουσίας του τά ἴδια: ἔντονο φῶς καί εὐωδία ἐξαίσια. Γεμᾶτος στοργή καί εἰρήνη ὁ ἀπόστολος γιά τόν ἀγαπημένο του φίλο καί διάδοχο τοῦ θρόνου του τοῦ μίλησε ἔτσι, ὥστε τά λόγια του ἔπεσαν σάν βάλσαμο στήν πληγωμένη του καρδιά.

῾Προσευχήθηκα γιά σένα κι ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε ὅτι σοῦ συγχωρήθηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες, ἐκτός ἀπό τίς… χειροτονίες πού ἔκανες.  Οἱ χειροτονίες σου θά ᾽ναι ἐκεῖνες γιά τίς ὁποῖες θά σοῦ ζητηθεῖ λόγος, ἄν εἴτε καλά εἴτε κάπως ἀλλιῶς χειροτόνησες ὅσους χειροτόνησες᾽.

῾Ο ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε στήν ἕδρα του. Τώρα ἤξερε ὅτι μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του τά δάκρυα τῆς μετανοίας του δέν θά εἶχαν τελειωμό. ᾽Αφέθηκε ὁλοκληρωτικά στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. 

(᾽Από  τό  ῾Λειμωνάριον᾽  τοῦ ᾽Ι. Μόσχου)

ΦΩΤΙΑ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ!

«Οι δαίμονες θα απομακρυνθούν από κοντά σου σύντομα, επειδή δεν θέλουν οι ανόσιοι να σε βλέπουν να στεφανώνεσαι πολεμώντας εναντίον τους με την προσευχή. Επί πλέον, θα φύγουν και επειδή τους μαστιγώνει η προσευχή σαν φωτιά» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄, 61).  

Η προσευχή θεωρείται ότι είναι το σπουδαιότερο όπλο του πιστού  κατά του Πονηρού Διαβόλου, αφού αποτελεί την καταφυγή σ’ Εκείνον που η χάρη Του τον κατανικά και τον διαλύει: Τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει πνευματική ζωή, δεν μπορεί να ορθοποδήσει κανείς σ’ αυτήν και να προκόψει, αν η προσευχή δεν έχει σφραγίσει την ύπαρξή του κι αν η προσευχή δεν έχει γίνει συστατικό της ζωής του, πραγματικά θέμα ζωής ή θανάτου γι’ αυτόν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Πατέρας Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει ότι «μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» - πρέπει να μνημονεύει κανείς τον Θεό περισσότερο και απ’ όσο αναπνέει. Βγάλε δηλαδή την προσευχή από τη ζωή σου, και τότε θα πεθάνεις. Θα πεθάνεις πνευματικά, γιατί θα αποκοπείς από Εκείνον που είναι η Ζωή.

Ο όσιος Ιωάννης κινείται σ’ αυτό το μήκος κύματος: «Προσευχή είναι συνουσία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό», σημειώνει. Κι είναι αυτή που «διατηρεί τον κόσμο, συμφιλιώνει με τον Θεό, γεννά τα δάκρυα, συγχωρεί τα αμαρτήματα, σώζει από τους πειρασμούς, προστατεύει από τις θλίψεις… τρέφει την ψυχή, φωτίζει τον νου…» (1).  Αρκεί να είναι αληθινή προσευχή. Γιατί προσευχή για παράδειγμα έκανε και ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής, αλλά κατακρίθηκε μέσω αυτής. Κι αληθινή είναι όταν βεβαίως αναφέρεται κανείς στον αληθινό Θεό, Αυτόν που φανέρωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αλλά και την επιτελεί με την πρέπουσα στάση: «με υφασμένο τον χιτώνα της ψυχής με το νήμα της αμνησικακίας. Ειδεμή τίποτε δεν πρόκειται να ωφεληθείς από την προσευχή» (4).

Οι δαίμονες, λέει ο όσιος, ξέρουν τη δύναμη του όπλου αυτού στα χέρια του πιστού χριστιανού, γι’ αυτό και την τρέμουν.  Και την ξέρουν, αφενός γιατί βλέπουν τα στεφάνια που αποκτούν οι χριστιανοί από τον πόλεμο που κάνουν εναντίον τους – μαθαίνει τελικώς να προσεύχεται ο χριστιανός από την εναντίωση των δαιμόνων – αφετέρου γιατί υφίστανται την οδύνη που προκαλεί το όπλο της προσευχής πάνω «στο πετσί τους»! Η προσευχή μαστιγώνει και καίει τον διάβολο! Μαστίγιο και φωτιά: η τεράστια δύναμη κατά των δαιμόνων στα χέρια των πιστών, που οι πολλοί δυστυχώς την αγνοούν, γιατί βαριούνται και παρασύρονται από τις παγίδες του Πονηρού. Ο άγιος το έχει ξαναπεί με ιδιαίτερη ένταση: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους» - με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς δαίμονες! «Διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ισχυρότερο όπλο» (λόγ. κ΄ 6). Αρκεί να νιώθεις την ενότητά σου μ’ Εκείνον, αφού είσαι μέλος Του, που θα πει «η μνήμη Του να έχει κολλήσει με την αναπνοή σου» (λόγ. κζ΄ 26).