Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΜΕΝΙΟΣ Ο ΚΡΗΣ, Ο ΕΝ ΕΣΧΑΤΟΙΣ ΧΡΟΝΟΙΣ ΔΙΑΛΑΜΨΑΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

«Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Ευμένιος (1931-1999) είχε πατρίδα την Εθιά της επαρχίας Μονοφατσίου, του Ηρακλείου Κρήτης. Πληγώθηκε από θείο έρωτα από την παιδική του ηλικία και ακολούθησε την καλογερική οδό στο Μοναστήρι του Μεγαλομάρτυρος Νικήτα που βρισκόταν κοντά στη γενέτειρά του. Κατά την κουρά του σε μοναχό ονομάστηκε Σωφρόνιος και κατά τη χειροτονία του σε ιερομόναχο, που τέλεσε ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος στη Μονή Καλυβιανής, ονομάστηκε Ευμένιος. Προσβλήθηκε από δαιμονικούς πειρασμούς και ήλθε στην ένδοξη Μονή του Κουδουμά, όπου και ελευθερώθηκε από την επήρεια του Πονηρού. Ασθένησε από λοιμώδη νόσο και γι’ αυτό ήλθε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων στην Αθήνα, το οποίο και ανέδειξε στίβο των ασκητικών του παλαισμάτων και καταφύγιο συμπαθείας όλων των ταλαιπωρουμένων και βαρέως ασθενούντων. Στο Νοσοκομείο των Λοιμωδών Νόσων περάτωσε τον Ναό των Αγίων Αναργύρων και υπηρέτησε με προθυμία τον όσιο Νικηφόρο (Τζανακάκη), τον τυφλό, λεπρό και παράλυτο. Διακόνησε όλους τους εμπερίστατους και βαριά όπως είπαμε ασθενείς και αναδείχθηκε πνευματικός πατέρας και καθοδηγητής προς σωτηρία πάρα πολλών χριστιανών Αθηναίων. Υπέμεινε αγόγγυστα, μιμούμενος τον Ιώβ, τις δικές του ασθένειες του σώματος και διακρίθηκε για την ταπείνωσή του, την πραότητα και τη συμπαθή αγάπη του προς κάθε ταλαιπωρημένο και αποκαμωμένο άνθρωπο. Κοιμήθηκε στην Αθήνα την 23η Μαΐου 1999, ενώ το χαριτόβρυτο σκήνωμά του εκτέθηκε προς προσκύνηση στον Ναό των Αγίων Αναργύρων του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων και δέχτηκε τον τελευταίο ασπασμό από άπειρο πλήθος που πενθούσαν. Πανδήμως κηδεύτηκε στην πατρώα του γη. Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν».

Μόλις στις 14 Απριλίου 2022, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου διεκήρυξε την αγιότητα του οσίου και θεοφόρου Πατρός Ευμενίου (Σαριδάκη), του Κρητός και Αθηναίου συνάμα, και τη σημερινή ημέρα 23 Μαΐου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του, η Εκκλησία τέλεσε για πρώτη φορά θεία λειτουργία επί τη μνήμη του. Δεν προκάλεσε καμία έκπληξη η ένταξη του πατρός αυτού στις δέλτους των αγίων. Αντιθέτως, όλοι την πρόσμεναν με βεβαιότητα, δεδομένου ότι ο νέος όσιος εκπλήρωνε όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αγιοποίηση ενός πιστού της Εκκλησίας:  ξεχωριστή αγιότητα βίου, χαρίσματα ιδιαίτερα όπως το διορατικό και προορατικό, επιτέλεση θαυματουργιών στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Προφανώς, ο Κύριος θέλησε να έχει έναν ακόμη άγιο ενώπιον της αγάπης Του να πρεσβεύει υπέρ του σύμπαντος κόσμου και να δοξολογεί εν ταπεινώσει το άγιο όνομά Του. Κι αν το γεγονός τούτο αποτελεί χαρά και ευφροσύνη για όλη την Εκκλησία, ιδιαιτέρως χαίρει ο τόπος που τον γέννησε, η Κρήτη, και ο τόπος που φανέρωσε την αγιότητά του, η Αθήνα.

Δεν πρόκειται να επεκταθούμε πολύ καταθέτοντας τα χαρισματικά στοιχεία της ζωής του. Ο σπουδαίος και σοφός υμνογράφος της Εκκλησίας μας, κ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ήδη συνέγραψε την ακολουθία του νέου οσίου, όπου εκεί κανείς μπορεί εύκολα να «πλατυνθεί» στο άρωμα της ζωής του, το μύρο του Κυρίου Ιησού και του αγίου Πνεύματος. Το μόνο που θα θέλαμε να σημειώσουμε είναι το γεγονός ότι αξιώθηκε ο νέος «χαμογελαστός» όσιος να μετάσχει στην αγιότητα ενός άλλου μεγάλου συγχρόνου και αυτού οσίου, που αποτελεί κόσμημα της ίδιας Κρητικής γης, αλλά εξίσου και της Αθήνας. Μιλάμε για τον πολύ Νικηφόρο τον Λεπρό, ο οποίος στάλθηκε στο Λοιμωδών από τον πνευματικό του πατέρα άγιο Άνθιμο της Χίου, διότι και εκείνου η λοιμώδης νόσος απαιτούσε εξειδικευμένη ιατρική αντιμετώπιση, και αυτή παρεχόταν κατεξοχήν στο συγκεκριμένο Νοσοκομείο. Σ’ αυτόν τον αγιασμένο τελικώς τόπο – αγιασμένο όχι μόνο από την παρουσία των νέων οσίων, Νικηφόρου και Ευμενίου, αλλά και από τον πόνο των πάμπολλων άλλων ασθενών – ο όσιος Ευμένιος γνώρισε τον Νικηφόρο και αξιώθηκε να τον διακονήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, δεχόμενος και τη χάρη που του επιφύλαξε ο Κύριος, να μυροβολήσουν στη δική του παρουσία τα λείψανα του Νικηφόρου του λεπρού. Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Άγιασες το θεραπευτήριο των Λοιμωδών νόσων με τον καθαρό βίο σου, σοφέ Ευμένιε, και υπηρέτησες με θαυμαστό τρόπο σαν άγγελος τον θεϊκό Νικηφόρο. Τα τίμια λείψανα αυτού του αγίου τα ευωδίασε η θεία χάρη, φανερώνοντας ότι ο Κύριος μοιράζει τα βραβεία της ευαρεστήσεώς Του σε όλους» (στιχ. εσπ.).

Εκείνο που εκφράζει με συνοπτικό τρόπο την όλη βιοτή του οσίου Ευμενίου είναι και το δοξαστικό της Λιτής από την ακολουθία του. Ο ύμνος φανερώνει ότι ο όσιος υπήρξε στην εποχή μας ο αληθινός άνθρωπος, όπως θέλησε ο Δημιουργός να βγει από τα χέρια Του. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος, έχοντας βεβαίως τη φυσική κλίση προς την πονηρία όπως όλοι που ερχόμαστε στον κόσμο τούτο τον πεσμένο στην αμαρτία, αφότου βαπτίστηκε και δυναμώθηκε από τη χάρη του Κυρίου αγωνίστηκε να παραμείνει σταθερός στην καθαρότητα του βαπτίσματός του: να κρατήσει την αγιότητα ως φυσική πια κατάστασή του γιατί έγινε μέλος Χριστού. Τον Χριστό δηλαδή παιδιόθεν φανέρωνε η ζωή του και την προοπτική αυτή κράτησε με αιμάτινους αγώνες μέχρι το τέλος του. Γι’ αυτό βεβαίως και απολαμβάνει και αυτός μαζί με όλη τη χορεία των προηγουμένων αγίων τη Βασιλεία του Θεού.

«Ας τιμήσουμε τον νέο φωστήρα της Εκκλησίας Ευμένιο, ο οποίος αποξενώθηκε από κάθε υλική και εμπαθή σχέση και έγινε ίδιος με τους αγγέλους του Κυρίου. Αυτός δηλαδή με την επίμονη σκληρή άσκησή του διατήρησε άμεμπτη την εικόνα του Θεού μέσα του, τρέχοντας να Του μοιάσει κατά την εντολή Του. Και τώρα που παρίσταται στον θρόνο της τρισήλιας Θεότητας πρεσβεύει αδιάλειπτα υπέρ των ψυχών μας» («Τόν πάσης προσύλου σχέσεως ξενωθέντα καί οἰκειωθέντα τῶν ἀΰλων τάξεων τῷ Κυρίῳ, Ευμένιον, τόν νέον τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρα, τιμήσωμεν˙ οὗτος γάρ σκληραγωγίᾳ ἐπιμόνῳ ἄμεμπτον τό κατ’ εἰκόνα ἐτήρησε πρός τό καθ’ ὁμοίωσιν ἐπειγόμενος˙ καί νῦν τῆς τρισηλίου Θεότητος τῷ θρόνῳ παριστάμενος ἀδιαλείπτως πρεσβεύει ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν»).

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

«Αυτός ο αγγελώνυμος Μιχαήλ, αφού καθάρισε με τέλειο βίο τον εαυτό του κι αφιερώθηκε ήδη από τις μητρικές αγκάλες στον Θεό, έγινε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Με τη δύναμη Αυτού κατάσβεσε όλη την ανοησία των θεομάχων, φιμώνοντας τα άθεα στόματα των αιρετικών, που τολμούσαν να μιλήσουν κατά του εξεικονισμού του Χριστού. Επειδή δε δεν υπέφερε το δυσώνυμο θηρίο τον θείο λόγο της γλώσσας του (διότι δεν φοβήθηκε ούτε τρόμαξε από τις απειλές του, αλλά με ελεύθερη φωνή φώναξε δυνατά ῾Την μεν άχραντη και θεία εικόνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της αγίας Του μητέρας σέβομαι και προσκυνώ, ενώ το δικό σου δόγμα το καταφτύνω και δεν το λογαριάζω καθόλου᾽), επειδή λοιπόν με όλα αυτά ντροπιάστηκε ο τύραννος και ξεχείλισε από θυμό, γι᾽ αυτό τον καταδικάζει σε μακρινή εξορία. Αυτός δε τηρώντας καθαρό και ακηλίδωτο το κατ᾽ εικόνα, και ενώ διωκόταν από τόπο σε τόπο, έφτασε στο ευρύχωρο πλάτος του παραδείσου. Και έτσι ολοκλήρωσε τον καλό δρόμο και κοσμήθηκε από διπλά στεφάνια: προστέθηκε στους αρχιερείς ως αρχιερέας και στους μάρτυρες ως μάρτυρας».

Σε δύο σημεία κυρίως επικεντρώνει ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος από τον βίο του οσίου Μιχαήλ: στον αγώνα του κατά των εικονομάχων και στην ασκητική βιοτή του, διά της οποίας καθάρισε την εικόνα του Θεού μέσα του και γεύτηκε τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Απαρχής ήδη της ακολουθίας που συνέγραψε γι᾽ αυτόν τονίζει: «Προσκυνούσες πάντοτε με τιμητικό τρόπο το ιερό εικόνισμα του Θεού και της Θεομήτορος, Μιχαήλ πανίερε, και διάλυσες τη βλάσφημη ανοησία των αιρετικών, κατατροπώνοντάς τους με τους λόγους και τα παθήματά σου» (ωδή α´). «Έγινες, μακάριε, κατοικητήριο θείων χαρισμάτων, και προφανώς τα μετέδωσες σε όλους με πιστότητα, Μιχαήλ πανεύφημε, αφού απέκτησες θεομίμητο τρόπο ζωής και περιβλήθηκες τη δικαιοσύνη ως ιμάτιο» (ωδή α´).

Τα παραπάνω σημεία ο υμνογράφος τα αναπτύσσει εκτενέστερα. Ο άγιος Μιχαήλ αποτελεί διδάσκαλο των θείων δογμάτων (βλ. ωδή α´), και μάλιστα της ενανθρώπησης του Θεού, η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της δυνατότητας εξεικονισμού Του. Αν ο Θεός μπορεί να εξεικονιστεί, είναι διότι έγινε αληθινός άνθρωπος και την ανθρώπινη φύση Του περιγράφει η εικόνα. «Η γλώσσα σου αναδείχθηκε κάλαμος του αγίου Πνεύματος, Μιχαήλ πανένδοξε, αφού μελέτησε στις Γραφές την ένσαρκη οικονομία του παντοκράτορα Λόγου» (ωδή δ´). Εκεί, στις θεόπνευστες Γραφές, είδε μάλιστα ότι ο σεβασμός στην εικόνα δεν είναι για την ίδια την εικόνα ως ύλη και χρώμα, αλλά για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όπως από παλιά ήδη ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει: «Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». «Γνώρισες ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο, ιεροφάντορα Πατέρα Μιχαήλ, και ακολουθώντας τις θεόπνευστες Γραφές δίδαξες τους πάντες να σέβονται την εικόνα του Χριστού και των Αγίων» (ωδή η´). Η πίστη του αγίου για τη διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας περί των εικόνων – διδασκαλία στην πραγματικότητα για την αλήθεια περί του ίδιου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – ήταν τόσο απόλυτη και στέρεα, ώστε υπέμεινε διωγμούς και εξορίες τέτοιες που θυσίασε και την ίδια τη ζωή του. «Υπέμεινες πικρές εξορίες, σοφέ, και έφτασες τελικά στο ευρυχωρότατο πλάτος του παραδείσου, ευρισκόμενος με τον χορό των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε» (ωδή ς´).

Ο υμνογράφος βεβαίως επιμένει και στο δεύτερο σημείο. Ο άγιος Μιχαήλ αν είχε τόσο φωτισμό και έγινε τόσο δυνατός κήρυκας της αλήθειας, ήταν διότι την ψυχή του την είχε καθαρίσει με τον νόμιμο αγώνα κατά των παθών του. Καθαρή η καρδιά του φωτιζόταν από το Πνεύμα του Θεού και έτσι γινόταν ο οδοδείκτης των πιστών, πολύ περισσότερο μάλιστα που κατείχε την υψηλή και υπεύθυνη θέση του επισκόπου (ωδή γ´). Κι αυτόν τον αγώνα τον εσωτερικό τον ξεκίνησε ήδη από την αγκαλιά της μητέρας του (ωδή ε´). Από την άποψη αυτή ο άγιος Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί με συνέπεια τα ίχνη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Επειδή πίστεψε στον Χριστό, έγινε μαθητής Αυτού κι επιβεβαίωσε τη μαθητεία αυτή με τα παθήματα της ζωής του. «Χρημάτισες μαθητής του Χριστού του Θεού και ζήλεψες τα παθήματά Του, μακάριε, κινδυνεύοντας βεβαίως πάρα πολύ για την Εκκλησία Του, θεόπνευστε» (ωδή ς´).

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΒΑΣΙΛΙΣΚΟΣ

«Ο άγιος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (3ος αι.) και καταγόταν από το χωριό Χουμάλια της Αμάσειας Πόντου. Ήταν ανεψιός του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου του Τήρωνος. Ενώ αρχικά βασανίστηκε μαζί με τους συστρατιώτες του αγίου Θεοδώρου Ευτρόπιο και Κλεόνικο, εκείνοι μεν τελειώθηκαν με το υπέρ Χριστού μαρτύριο, ο ίδιος δε αφέθηκε στη φυλακή. Έχοντας όμως μεγάλη επιθυμία να ολοκληρώσει και αυτός τον δρόμο της μαρτυρικής αθλήσεως, παρακαλούσε γι’ αυτό τον Θεό, οπότε αξιώθηκε της εμφανίσεως του Κυρίου, ο Οποίος του έδωσε εντολή να πάει να αποχαιρετίσει τους δικούς του και έπειτα όταν βρεθεί στα Κόμανα θα λάβει τον μαρτυρικό στέφανο.

Ελευθερώθηκε λοιπόν από τη φυλακή ο άγιος από τους στρατιώτες και μαζί μ’ αυτούς πήγε στον οίκο του κι αφού αποχαιρέτησε τη μητέρα και τους αδελφούς του νουθετώντας τους να μένουν σταθεροί στην πίστη του Χριστού, έμεινε μαζί τους για λίγο. Ο ηγεμόνας Αγρίππας όμως που έμαθε την απελευθέρωσή του έστειλε άλλους στρατιώτες και τον συνέλαβαν. Τον έδεσαν και του έβαλαν υποδήματα που είχαν μέσα καρφιά κι έτσι τον οδήγησαν με βία στον δρόμο που οδηγούσε στα Κόμανα – εκεί και τον περίμενε. Φτάνοντας στο χωριό των Δακνών, φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μίας γυναίκας που ονομαζόταν ΤραΪανή, τον δε άγιο τον πρόσδεσαν σ’ έναν ξερό πλάτανο με τα χέρια πίσω. Ο άγιος προσευχήθηκε και το πλατάνι βλάστησε και έβγαλε πολλά φύλλα. Κι ακόμη ανέβλυσε πηγή νερού από τη ρίζα του, εκεί που είχαν δέσει τον άγιο. Όταν είδαν το θαύμα αυτό οι στρατιώτες και η γυναίκα, είπαν ότι πιστεύουν στον Χριστό και έλυσαν τον άγιο από τα δεσμά του.

Έφτασαν κάποτε στην πόλη των Κομάνων, οπότε παραστάθηκε ενώπιον του ηγεμόνα ο άγιος. Επειδή δεν πείστηκε βεβαίως να θυσιάσει στα είδωλα, φωτιά έπεσε από τον ουρανό με την προσευχή του που κατέφλεξε και τον  ναό των ειδώλων και τον ανδριάντα του Απόλλωνα. Μετά από αυτά εξοργίστηκε πάρα πολύ ο ηγεμόνας και διέταξε να αποκοπεί η κεφαλή του και το σώμα του να ριχτεί στο ποτάμι. Έτσι ο άγιος έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου προς δόξα και αίνεση του Θεού μας».

Προβληματίζεται ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, γιατί ο Κύριος δεν επέτρεψε απαρχής την ολοκλήρωση του μαρτυρίου του αγίου Βασιλίσκου μαζί με τους αγίους Ευτρόπιο και Κλεόνικο. Και δίνει με φωτισμό Κυρίου την απάντηση: έπρεπε ο άγιος να παραμείνει ως μάρτυρας της αγίας Τριάδος και ομολογητής της πίστεως στον Χριστό, προκειμένου προφανώς να βρουν τον δρόμο της πίστεως και άλλοι καλοπροαίρετοι άνθρωποι. Και μάλιστα η «καθυστέρησή» του αυτή, σημειώνει, ήταν σε συνεργασία με τους δύο άλλους αγίους! «Η εκλεκτή δυάδα των αθλητών, ένδοξε, αφού σε άφησε ως μάρτυρα της Τριάδος, απεδήμησε προς τον Χριστό» (ωδή γ΄). Και: «αφού αφέθηκες από τους συνάθλους σου, μένεις εσύ, Βασιλίσκε πολύαθλε, ομολογώντας τον Χριστό ως Κύριο και Θεό» (ωδή γ΄). Κι είναι ευνόητο: τίποτε δεν είναι τυχαίο στον κόσμο τούτο˙ μπορεί η δική μας «στρεβλή» και μυωπική λογική να νομίζει ότι τα ελέγχει όλα (!), είναι ο Κύριος όμως ως ο παντοκράτωρ και παντογνώστης Θεός που οι βουλές Του έχουν πάντοτε τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Και τα γεγονότα που ακολουθούν βεβαίως αποδεικνύουν περίτρανα την αλήθεια: γίνεται ο άγιος δίοδος της παντοδύναμης ενέργειας του Κυρίου, η οποία προκαλεί την καρδιά των ειδωλολατρών για να πιστέψουν.

Τα βασανιστήρια που υπέστη ο άγιος είναι πάμπολλα: προαθλήθηκε μαζί με τους αγίους Ευτρόπιο και Κλεόνικο και ρίχτηκε στη φυλακή˙ παρέμεινε στη φυλακή˙ όταν συνελήφθη εκ νέου μετά την απελευθέρωσή του υπομένει μαρτύρια που θυμίζουν τον άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο – να βαδίζει με σπρωξιές και βιαιότητες πάνω σε υποδήματα με καρφιά˙ να προσδένεται πάνω σε ξερό πλατάνι σαν ένα είδος σταυρώσεώς του – έτσι το βλέπει και ο υμνογράφος («κηρύττοντας τον σταυρωμένο Κύριο σε έδεσαν σε ξερό ξύλο» (ωδή ς΄)˙ να δέχεται τέλος τον δι’ αποκοπής της κεφαλής του θάνατο. Και μέσα σε όλα αυτά τα τρομερά ο άγιος Ιωσήφ μας αποκαλύπτει, όπως γίνεται και με όλους τους αγίους μάρτυρες, και την «άλλη πλευρά» των πραγμάτων: το πώς ο Κύριος ελκόμενος από τη θερμή αγάπη του πιστού δούλου Του προς Αυτόν (ωδή α΄) του δίνει τη δύναμη να υπομένει˙ του φανερώνεται και του αποκαλύπτει το σχέδιό Του˙ τον κάνει μέσον για να επιτελεστούν σπουδαία θαύματα που επιφέρουν την καλή αλλοίωση των ανθρώπων που σχετίζονται μαζί του˙ τον αναβιβάζει στο επίπεδο του προφήτη Ηλία (ωδή θ΄) που, όπως κι εκείνος, με την προσευχή του έπεσε φωτιά για να διαλυθούν τα είδωλα˙ τον φανερώνει ως νικητή απέναντι στις δαιμονικές δυνάμεις. Η «θέα» που έχει ως προς το τελευταίο ιδίως ο άγιος υμνογράφος είναι εκπληκτική: «σε έβαλαν να περπατήσεις σε υποδήματα με καρφιά˙ κι εσύ με χαρά πορεύτηκες τον δρόμο του μαρτυρίου, καταπατώντας με τα καρφιά αυτά το κεφάλι του διαβόλου, συντρίβοντάς τον ολοκληρωτικά» (στιχ. εσπ. και ωδή ε΄).  

Ο άγιος Βασιλίσκος μπορεί να «ερμηνευτεί» μόνον με πνευματικά δεδομένα: ήταν η αγάπη του προς τον Χριστό, όπως είπαμε, που τον έκανε να έχει υπερβεί ό,τι εμπαθές και επίγειο (ωδή η΄), που σημαίνει ότι βρισκόταν στον κόσμο ως ένας άλλος Χριστός, ένα κατοικητήριο δικό Του που γι’ αυτό συνέτριβε όλα τα είδωλα που βρίσκονταν στον δρόμο του. «Αναδείχτηκες οίκος της αγίας Τριάδος, κάνοντας πέρα με βδελυγμία τα είδωλα και τους βωμούς τους, σοφέ» (ωδή ζ΄).

Σάββατο 20 Μαΐου 2023

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ιωάν. 9, 1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα  τοῦ Θεοῦ ἐν  αὐτῷ. Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι  τὰ ἔργα  τοῦ πέμψαντός  με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται  νὺξ ὅτε  οὐδεὶς  δύναται ἐργάζεσθαι. Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς  τὴν  κολυμβήθραν  τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔλεγον  οὖν  αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν  σου  οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος  καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος  λεγόμενος Ἰησοῦς  πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν  τοῦ Σιλωὰμ  καὶ νίψαι· ἀπελθὼν  δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Λέγει· οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν  αὐτὸν  πρὸς  τοὺς  Φαρισαίους,  τόν  ποτε  τυφλόν. Ἦν  δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.  Πάλιν  οὖν ἠρώτων  αὐτὸν  καὶ οἱ Φαρισαῖοι  πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ εἶπεν  αὐτοῖς·  πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. Ἄλλοι ἔλεγον·  πῶς  δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς  τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι  περὶ αὐτοῦ ὅτι  τυφλὸς ἦν  καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν  τοὺς  γονεῖς  αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος  καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς  περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.  Ταῦτα  εἶπον  οἱ γονεῖς  αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; Ἐλοιδόρησαν  αὐτὸν  καὶ εἶπον·  σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος  οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺπιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν  μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δ ὲἔφη·  πιστεύω,  Κύριε·  καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἐκεῖνο τόν καιρό, καθώς πήγαινε στό δρόμο του ὁ Ἰησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο  πού  εἶχε  γεννηθεῖ τυφλός.  Τόν  ρώτησαν,  λοιπόν,  οἱ μαθητές  του:  «Διδάσκαλε,  ποιός ἁμάρτησε  καί  γεννήθηκε  αὐτός τυφλός, ὁ ἴδιος ἤ οἱ γονεῖς του;» Ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε: «Οὔτε αὐτός ἁμάρτησε  οὔτε  οἱ γονεῖς  του, ἀλλά  γεννήθηκε  τυφλός  γιά  νά φανερωθεῖ ἡ δύναμη  τῶν ἔργων  τοῦ Θεοῦ πάνω σ' αὐτόν. Ὅσο διαρκεῖ ἡμέρα, πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μ' ἔστειλε. Ἔρχεται ἡ νύχτα, ὁπότε κανένας δέν μπορεῖ νά ἐργάζεται. Ὅσο εἶμαι σ' αὐτόν τόν κόσμο, εἶμαι τό φῶς γιά τόν κόσμο». Ὅταν τά εἶπε αὐτά ὁ Ἰησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλό ἀπό τό φτύμα, ἄλειψε μέ τόν πηλό τά μάτια τοῦ τυφλοῦ, καί τοῦ εἶπε: «Πήγαινε νά νιφτεῖς στήν κολυμβήθρα  τοῦ Σιλωάμ» –πού  σημαίνει  «ἀπεσταλμένος ἀπό  τό Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καί νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε  πίσω, ἔβλεπε.  Τότε  οἱ γείτονες  κι ὅσοι  τόν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν  τυφλός, ἔλεγαν:  «Αὐτός  δέν  εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού καθόταν ἐδῶ καί ζητιάνευε;» Μερικοί ἔλεγαν: «Αὐτός εἶναι», ἐνῶ ἄλλοι ἔλεγαν: «Εἶναι κάποιος πού τοῦ μοιάζει». Ὁ ἴδιος ὅμως ἔλεγε: «Ἐγώ εἶμαι». Τότε τόν ρωτοῦσαν: «Πῶς, λοιπόν, ἄνοιξαν τά μάτια σου;» Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ἕνας ἄνθρωπος πού τόν λένε Ἰησοῦ ἔκανε πηλό, μοῦ ἄλειψε τά μάτια καί μοῦ εἶπε: "πήγαινε στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ καί νίψου"· πῆγα λοιπόν ἐκεῖ, νίφτηκα καί βρῆκα τό φῶς μου». Τόν ρώτησαν, λοιπόν: «Ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος;» «Δέν ξέρω», τούς ἀπάντησε.Τόν ἔφεραν τότε στούς Φαρισαίους, τόν ἄνθρωπο πού ἦταν ἄλλοτε τυφλός. Ἡμέρα πού ἔφτιαξε ὁἸησοῦς τόν πηλό καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια ἦταν Σάββατο. Ἄρχισαν λοιπόν καί οἱ Φαρισαῖοι νά τόν ρωτοῦν πάλι πῶς ἀπέκτησε τό φῶς του. Αὐτός τούς ἀπάντησε: «Ἔβαλε πάνω στά  μάτια  μου  πηλό,  νίφτηκα  καί  βλέπω».  Μερικοί ἀπό  τούς Φαρισαίους ἔλεγαν:  «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος  δέν  μπορεῖνά  εἶναι σταλμένος ἀπό τό Θεό, γιατί δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν: «Πῶς μπορεῖ ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος νά κάνει τέτοια σημεῖα;» Καί ὑπῆρχε διχογνωμία ἀνάμεσά τους. Ρωτοῦν λοιπόν πάλι τόν τυφλό: «Ἐσύ τί λές γι’ αὐτόν; πῶς ἐξηγεῖς ὅτι σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;» Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: «Εἶναι προφήτης». Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως  δέν ἐννοοῦσαν  νά  πιστέψουν  πώς  αὐτός ἦταν τυφλός κι ἀπέκτησε τό φῶς του, ὥσπου κάλεσαν τούς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου καί τούς ρώτησαν: «Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας πού λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οἱ γονεῖς του τότε ἀποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πώς αὐτός εἶναι ὁ γιός μας κι ὅτι γεννήθηκε τυφλός· πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δέν τό ξέρουμε, ἤ ποιός τοῦ ἄνοιξε τά μάτια, ἐμεῖς δέν τό ξέρουμε. Ρωτῆστε τόν ἴδιο· ἐνήλικος εἶναι, αὐτός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν ἑαυτό του». Αὐτά εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἀπό φόβο πρός τούς Ἰουδαίους. Γιατί, οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχοντες εἶχαν κιόλας συμφωνήσει νά ἀφορίζεται ἀπό τή συναγωγή ὅποιος παραδεχτεῖ πώς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Γι’ αὐτό εἶπαν οἱ γονεῖς του, «ἐνήλικος εἶναι, ρωτῆστε τόν ἴδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, γιά δεύτερη φορά τόν ἄνθρωπο πού ἦταν πρίν τυφλός καί τοῦ εἶπαν: «Πές τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἁμαρτωλός». Ἐκεῖνος τότε τούς ἀπάντησε: «Ἄν εἶναι ἁμαρτωλός, δέν τό ξέρω· ἕνα ξέρω: πώς, ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τόν ρώτησαν πάλι: «Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;» «Σᾶς τό εἶπα κιόλας», τούς ἀποκρίθηκε, «ἀλλά δέν πειστήκατε· γιατί θέλετε νά τό ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νά γίνετε μαθητές του;» Τόν περιγέλασαν τότε καί τοῦ εἶπαν: «Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθητές τοῦ Μωυσῆ·ἐμεῖς ξέρουμε πώς ὁ Θεός μίλησε στό Μωυσῆ, ἐνῶ γι’ αὐτόν δέν ξέρουμε τήν προέλευσή του». Τότε ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος καί τούς εἶπε: «Ἐδῶ εἶναι τό παράξενο, πώς ἐσεῖς δέν ξέρετε ἀπό ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κι ὅμως  αὐτός  μοῦ ἄνοιξε  τά  μάτια.  Ξέρουμε  πώς ὁ Θεός  τούς ἁμαρτωλούς δέν τούς ἀκούει, ἀλλά ἄν κάποιος τόν σέβεται καί κάνει τό θέλημά του, αὐτόν τόν ἀκούει. Ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε ν’ ἀνοίξει κανείς τά μάτια ἑνός γεννημένου τυφλοῦ. Ἄν αὐτός δέν ἦταν ἀπό τό Θεό δέ θά μποροῦσε νά κάνει τίποτα». «Ἐσύ εἶσαι βουτηγμένος στήν ἁμαρτία ἀπό τότε πού γεννήθηκες», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «καί κάνεις τό δάσκαλο σ’ ἐμᾶς;» Καί τόν πέταξαν ἔξω. Ὁ Ἰησοῦς ἔμαθε ὅτι τόν πέταξαν ἔξω καί, ὅταν τόν βρῆκε, τοῦ εἶπε: «Ἐσύ πιστεύεις στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ;» Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Καί ποιός εἶναι αὐτός, κύριε, γιά νά πιστέψω σ’ αὐτόν;» «Μά τόν ἔχεις κιόλας δεῖ», τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς. «Αὐτός πού μιλάει τώρα μαζί σου, αὐτός εἶναι». Τότε ἐκεῖνος εἶπε: «Πιστεύω Κύριε», καί τόν προσκύνησε.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης)

(Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, 26,1.12–20)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Ἀγρίππας ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· ἐπιτρέπεταί σοι ὑπὲρ σεαυτοῦ λέγειν. Τότε ὁ Παῦλος ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπελογεῖτο· Ἐν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ ̓ ἐξουσίας καὶ ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων, ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους· πάντων δὲ καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν. Ἐγὼ δὲ εἶπον· τίς εἶ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις. Ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι, ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε
ἀποστέλλω ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ. Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ, ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ Ἱεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν τε τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας
.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Τίς ἡμέρες ἐκείνες, ὁ Βασιλιᾶς Ἀγρίππας εἶπε στόν Παῦλο: «Σοῦ ἐπιτρέπεται νά ἀπολογηθεῖς». Τότε ὁ Παῦλος σήκωσε τό χέρι του καί ἄρχισε τήν ἀπολογία του: «Πηγαίνοντας γι’ αὐτόν τό σκοπό στή Δαμασκό μέ ἐξουσιοδότηση καί ἄδεια ἀπό τούς ἀρχιερεῖς, εἶδα στό δρόμο, βασιλιά μου, μέρα μεσημέρι, ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό, πιό λαμπρό κι ἀπό τόν ἥλιο, νά μέ περιβάλλει μέ τή λάμψη του κι ἐμένα κι αὐτούς πού πήγαιναν μαζί μου. Ὅλοι μας πέσαμε στή γῆ, κι ἐγώ ἄκουσα μιά φωνή ποῦ μοῦ ἔλεγε στήν ἑβραϊκή γλώσσα: “Σαούλ, Σαούλ, γιατί μέ καταδιώκεις; Εἶναι ὀδυνηρό νά κλοτσᾶς στά καρφιά”. Ἐγώ ρώτησα: “ποιός εἶσαι, Κύριε;” Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: “ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, πού ἐσύ τόν καταδιώκεις. Σήκω ὅμως καί στάσου στά πόδια σου. Γι’ αὐτό σοῦ φανερώθηκα: γιά νά σέ πάρω στήν ὑπηρεσία μου καί νά σέ καταστήσω μάρτυρα γι’ αὐτά πού εἶδες καί γι’ αὐτά πού θά σοῦ δείξω ἀκόμη. Θά σέ προστατεύω ἀπό τό λαό σου καί ἀπό τούς ἐθνικούς, στούς ὁποίους ἐγώ σέ στέλνω, γιά ν’ ἀνοίξεις τά μάτια τους, ὥστε νά ἐπιστρέψουν ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς κι ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ σατανᾶ στό Θεό. Γιατί, ἄν πιστέψουν σ’ ἐμένα θά λάβουν τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τους καί μιά θέση ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού ἀνήκουν στό Θεό”. Ὕστερα ἀπ’ αὐτά, βασιλιά Ἀγρίππα, δέν ἀρνήθηκα νά ὑπακούσω στήν οὐράνια ὀπτασία, ἀλλά ἄρχισα νά κηρύττω, πρῶτα σ’ αὐτούς πού ἦταν στή Δαμασκό καί στά Ἱεροσόλυμα κι ὕστερα σ’ ὅλη τή χώρα τῆς Ἰουδαίας καί στούς ἐθνικούς, νά μετανοήσουν καί νά ἐπιστρέψουν στό Θεό καί μετά νά δείχνουν τή μετάνοιά τους πράττοντας ἀνάλογα ἔργα».

19 ΜΑΪΟΥ: ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

 



Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

"Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΑΣΤΡΑΠΗ!"

 

«Βρέθηκα στον Ευαγγελισμό. Με απασχολούσε το θέμα της ψυχικής μου ανετοιμότητος. Σε μία επίσκεψη του πνευματικού μου (σημ.: του μακαριστού Γέροντος Επιφανίου Θεοδωροπούλου) του είπα: Προσεύχομαι στον Θεό να μου δώσει λίγα χρόνια ζωής, για να μετανοήσω. Κι εκείνος μου απήντησε: Δεν χρειάζονται χρόνια, η μετάνοια είναι σαν την αστραπή» (Κ. Γιαννιτσιώτη, Κοντά στον Γέροντα Πορφύριο).

Ο μακαριστός συγγραφέας σχετιζόταν ιδιαιτέρως με τον όσιο Πορφύριο τον καυσοκαλυβίτη – γι’ αυτόν έγραψε και το βιβλίο του -, αλλά και με τον μεγάλο και σοφό μακαριστό Γέροντα των Αθηνών, όπως έχει χαρακτηριστεί, Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Κατ’ ακρίβεια, ο Γέρων Επιφάνιος παρέπεμψε το πνευματικοπαίδι του στον μεγάλο όσιο, προκειμένου να τον συμβουλεύεται για διάφορα κρίσιμα προβλήματα της ζωής του που και ο ίδιος ως πνευματικός ήθελε την επιβεβαίωση, λέγοντάς του μάλιστα ότι «για το συγκεκριμένο θέμα που μου αναφέρεις ισχύει αυτό που σου λέω, μέχρις ότου ο Γέρων Πορφύριος σου πει κάτι διαφορετικό. Αυτό που θα σου πει θα είναι και το τελικό, οπότε θα διαγράψεις ό,τι ίσως άλλο σου έχω υποδείξει εγώ». Και πράγματι, υπακούοντας στον πνευματικό του ο συγγραφέας γνωρίστηκε με τον άγιο Πορφύριο, σε βαθμό τέτοιο που από τις σημειώσεις του μετά τις συναντήσεις τους, τις οποίες γνώριζε ο διορατικός μεγάλος όσιος, απήρτισε ογκώδες βιβλίο – μία σπουδαία κατάθεση  μαρτυριών για τον μεγάλο άγιο – που εξέδωσε προ ετών το Ιερό Ησυχαστήριό του.

Στο παραπάνω απόσπασμα του βιβλίου το βάρος πέφτει στην απάντηση του σοφού Γέροντος Επιφανίου. Με προβλήματα υγείας ο συγγραφέας βρέθηκε στον Ευαγγελισμό καθ’ υπόδειξη του οσίου Πορφυρίου. Ενόψει μιας πιθανής άσχημης εξέλιξής του ο συγγραφέας βιώνει την αγωνία ενός μελλοθάνατου – επέκειτο «εγκεφαλικό», το οποίο πέρασε τελικά ανώδυνα με τις ευχές του οσίου. Και ο προβληματισμός του γι’ αυτό ήταν η «ψυχική του ανετοιμότητα». Καταλαβαίνει ότι δεν έχει ολοκληρώσει τη μετάνοιά του – και ποιος μπορεί να πει ότι την έχει ολοκληρώσει, όταν και μεγάλοι όσιοι προσεύχονταν μέχρι την τελευταία τους στιγμή να τους δώσει χρόνο μετανοίας ο Κύριος; - οπότε η προσευχή του ήταν να του δώσει «λίγα χρόνια ζωής ο Κύριος για να μετανοήσει». Η απάντηση του Γέροντος Επιφανίου μοιάζει απρόσμενη: η μετάνοια δεν θέλει πολλά ή έστω λίγα χρόνια για να υπάρξει˙ «είναι σαν την αστραπή»!

Δεν φαίνεται να μην αποδέχεται στην ουσία ο μεγάλος Επιφάνιος την προσευχή του πνευματικού του τέκνου – η μετάνοια πράγματι θέλει χρόνο για να βιωθεί. Η ίδια η Γραφή αποκαλύπτει ότι η δωρεά του χρόνου από τον Θεό στον άνθρωπο γίνεται ακριβώς για να μετανοήσει. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» (Αποκ. Ιωάν.). Ο απόστολος Πέτρος παρομοίως τονίζει στην Β΄ καθολική επιστολή του ότι ο Κύριος μακροθυμώντας απέναντί μας παρατείνει τον χρόνο της Δευτέρας Του παρουσίας με σκοπό όλοι οι άνθρωποι ει δυνατόν «χωρήσαι εις μετάνοιαν» - η κάθε ημέρα μας αποτελεί και μία «παράταση» χρόνου για μετάνοια ενόψει του και πάλι ερχομού Του. Το ίδιο σημειώνει και ο απόστολος Παύλος («το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν άγει»), ενώ ο ίδιος ο Κύριος ξεκινά τη δημόσια δράση Του με αυτήν ακριβώς την προτροπή: «Μετανοείτε, γιατί έφτασε η Βασιλεία του Θεού». Χρόνος λοιπόν και μετάνοια συνδέονται αρρήκτως μεταξύ τους, σαφώς το γνωρίζει ο Γέρων πνευματικός, γι’ αυτό και φαίνεται παράδοξη η παρατήρησή του στο πνευματικό του τέκνο.

Δεν είναι όμως καθόλου παράδοξα τελικώς τα πράγματα. Γιατί και το ένα ισχύει και το άλλο. Και η μετάνοια είναι γεγονός «σαν αστραπή», με την έννοια ότι ο Κύριος βλέποντας την όποια ρωγμή στην καρδιά του ανθρώπου, τον οποιονδήποτε στεναγμό του δηλαδή για τα κακώς κείμενα της ζωής του, προσφέρει την ακτίνα της ενέργειάς Του να εισέλθει σ’ αυτήν και να την φωτίσει ώστε να κλάψει για την όποια βρωμιά της πλένοντάς την και να στραφεί με πόθο προς Εκείνον – ό,τι συνέβη με τον άσωτο της παραβολής: «εις εαυτόν ελθών» και «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου»˙ αλλά επίσης είναι γεγονός που απαιτεί χρόνο, με την έννοια όπως είπαμε ότι την κάθε στιγμή ο πιστός που μετανοεί την αξιοποιεί ακριβώς για να επιβεβαιώνει τη μετάνοιά του και να τη βαθαίνει και να την επεκτείνει. Έτσι κι αλλιώς η πορεία του ανθρώπου στη γη, αν είναι πιστός, είναι «εκ πίστεως εις πίστιν» που θα πει «εκ μετανοίας εις μετάνοιαν καθαράν» - η μετάνοια αποδεικνύει ότι υφίσταται πίστη στον Χριστό, ή αλλιώς: η πίστη στον Χριστό αποδεικνύεται με τη μετάνοια ως αλλαγή τρόπου ζωής του ανθρώπου. Γι’ αυτό ακριβώς και δεν πρέπει ο άνθρωπος να «πετάει» και να «σκοτώνει» τον χρόνο του – είναι σαν να διαγράφει τη δωρεά του Θεού για τη σωτηρία του.

Ο άγιος Γέρων Επιφάνιος λοιπόν, ενώ προϋποθέτει τον χρόνο για τη μετάνοια, θέλει εκεί να στρέψει την προσοχή του ασθενούντος τέκνου του: στη «στιγμή», στο «τώρα»: αυτό να αξιοποιήσει, γιατί αυτό είναι η «ώρα» του Θεού. «Μην περιμένεις άλλον χρόνο» είναι σαν να του λέει. «Ξεκίνα τώρα να μετανοείς». Ο ληστής πάνω στον σταυρό μία τέτοια «στιγμή» αξιοποίησε και ήλθε εις εαυτόν και κέρδισε τον Παράδεισο˙ η Σαμαρείτις του Ευαγγελίου, η αγία Φωτεινή, το «τώρα» της σχέσεώς της με τον Χριστό «άδραξε», που της έδινε τη δυνατότητα να βρει την αληθινή πηγή της ζωής˙ ο απόστολος Παύλος την ώρα της εμφανίσεως του Χριστού που τον καλούσε να αλλάξει ζωή θεώρησε ως την πιο σημαντική και καθοριστική της πορείας του˙ η οσία Μαρία η Αιγυπτία την άρνηση του Θεού να εισέλθει στον Ναό Του είδε ως την αστραπή που τη φώτισε για να μετανοήσει και να φτάσει σε υπέρμετρα ύψη αγιότητας – ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Λοιπόν, όντως: «δεν χρειάζονται χρόνια» για τη μετάνοια. Τα χρόνια είναι μόνο για τη φανέρωση του φωτός της.      

Σάββατο 13 Μαΐου 2023

ΜΑΝΑ, ΜΑΝΑ ΠΑΝΑΓΙΑ, ΜΑΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Μπορεί εκκλησιαστικά η εορτή της μητέρας να παραπέμπει στην Υπαπαντή του Κυρίου, όμως και η πρόκληση της δεύτερης Κυριακής του Μαῒου από πλευράς κοσμικής δεν πρέπει να παραθεωρηθεί – δίνει το έναυσμα για να μιλήσει κανείς και πάλι για ένα από τα ιερότερα πρόσωπα που υπάρχουν στον κόσμο. Άλλωστε πρόκειται για μία συνήθη τακτική της Εκκλησίας, κατά την οποία ένα κοσμικό γεγονός προσλαμβάνει από τη θεολογία αυτής ένα βάθος που διαφορετικά ποτέ δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί κανείς. Λοιπόν, η συγκεκριμένη ημέρα προβάλλει τη ΜΑΝΑ, το πρόσωπο στο οποίο οι πάντες, ανεξάρτητα από καταγωγή, φύλο, μόρφωση, κοινωνική θέση, ηλικία, υποκλίνονται – «Μάνα κράζει το παιδάκι, μάνα ο νιος και μάνα ο γέρος, μάνα ακούς σε κάθε μέρος, α! τι όνομα γλυκό!» όπως λέει και ο ποιητής. Και πράγματι: χιλιάδες ποιήματα, τραγούδια, λογοτεχνικά έργα, πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, σε όλον τον κόσμο, έχουν ως θέμα τους το μοναδικό αυτό πρόσωπο, μπροστά στο οποίο στέκεται κανείς με δέος και απέραντο σεβασμό. Γιατί; Διότι προφανώς κανένας δεν βρίσκεται πιο κοντά από τη Μάνα σ’ αυτό που αναδεικνύει το μυστήριο της ζωής!

Αλλ’ ακριβώς εδώ έχει λόγο η θεολογική ματιά της Εκκλησίας. Γιατί εκεί που ιερουργείται η ίδια η ζωή, στη μήτρα δηλαδή της γυναίκας, όπου συλλαμβάνεται μία νέα ύπαρξη για να αναπτυχθεί και να φτάσει στο σημείο να έλθει στον κόσμο ως καινούργιος άνθρωπος, εκεί υπάρχει η παρουσία της ενέργειας του Θεού μας. Πώς μπορεί να πιστέψει κανείς, αν θέλει να είναι έστω και επ’ ελάχιστον χριστιανός, ότι υφίσταται η ζωή ανεξάρτητα από Αυτόν που είναι η πηγής της; Ο Θεός είναι «ο Ων», το ίδιο το Είναι ως Εγώ πρόσωπο, γι’  αυτό και ο χορηγός του κάθε είναι. Η Γραφή με έναν λιτό αλλά και πολύ σαφή τρόπο το αποκαλύπτει: «Ο Θεός είναι Εκείνος που ανοίγει τη μήτρα της γυναίκας», που σημαίνει ότι βεβαίως κατά το θέλημα του Θεού έχουμε τη συνεύρεση του άντρα και της γυναίκας, μα χωρίς τη θεϊκή θέληση και ενέργεια, τα πράγματα θα παρέμεναν στέρφα. (Μόνο στην περίπτωση του ενανθρωπήσαντος Θεού μας έχουμε κάτι διαφορετικό: τη σύλληψή Του «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», αλλά εκεί μιλάμε για μία απόλυτη εξαίρεση που συνιστά το μεγαλύτερο μυστήριο που παρουσιάστηκε στη γη∙ ο Θεός να φανερωθεί στον κόσμο ως άνθρωπος). Κάθε παιδί, από την άποψη αυτή, είναι το «ναι» του Θεού για τη συνέχεια της ανθρώπινης ζωής, είναι η επιβεβαίωσή Του ότι θέλει ο Ίδιος να «επαναλαμβάνεται», αφού κάθε άνθρωπος συνιστά μία εικόνα του Χριστού που έχει προοπτική να ομοιωθεί με Αυτόν. Ο ίδιος ο Κύριος χαρακτήρισε τον ερχομό κάθε ανθρώπου στον κόσμο ως κατεξοχήν χαρμόσυνο γεγονός -  «διά την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εν τω κόσμω» είπε. Και δικαίως: ως εικόνα Χριστού αποτελεί στην προοπτική του ένα μέλος της Βασιλείας Του, ένα μέλος δηλαδή του ίδιου του Σώματός Του, μία αύξηση και επέκταση της δικής Του χαράς. Όλα αυτά όμως δεν προβάλλουν και το μεγαλείο εκείνης μέσω της οποίας ιερουργείται όπως είπαμε η ζωή, της Μάνας!

Αλλά δεν μπορεί κανείς μιλώντας για τη Μάνα στη φυσική της διάσταση να μην κάνει λόγο και για τη Μεγάλη Μάνα, την ίδια την Παναγιά μας – Αυτή θεωρείται ο κατεξοχήν τύπος της Μητέρας. Κι όχι μόνο γιατί υπήρξε η Μάνα του Θεού ως ανθρώπου, πράγματι εντελώς Μοναδική σε όλους τους αιώνες, αλλά γιατί είναι η Μάνα και όλων των ανθρώπων: ενεργεία των χριστιανών γιατί αποτελούν μέλη του Υιού και Θεού της, του Ιησού Χριστού, δυνάμει και όλων των υπολοίπων, γιατί και αυτοί μπορούν να αποδεχτούν την κλήση Εκείνου και να μετάσχουν του μυστικού σώματός Του. Δεν είναι μία ευσεβής υπόθεση τούτο, αλλά ακριβής ομολογία του αποκαλυπτικού λόγου του Κυρίου πάνω στον Σταυρό. «Ιδού ο υιός σου» λέγει στη μητέρα Του δείχνοντας τον Ιωάννη∙ «ιδού η μήτηρ σου» λέγει στον μαθητή του Ιωάννη δείχνοντας τη Μάνα Του! Έκτοτε, πράγματι η Παναγία έγινε η Μάνα όλων μας, κυριολεκτικά «η πανύμνητη Μητέρα» μας, όπως το εξαγγέλλουμε με τον πανηγυρικότερο τρόπο στην ακολουθία των Χαιρετισμών της: «Ω, πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον»!

Και μαζί βεβαίως με την Παναγία ως Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα  είναι ευνόητο ότι η εορτή της Μητέρας μάς θέτει ενώπιον και της ίδιας της Εκκλησίας. Γιατί και η Εκκλησία τι άλλο μπορεί να θεωρηθεί παρά ως η Μάνα που γεννά τα παιδιά της στην αιώνια ζωή; Αυτό δεν είπε ο Κύριος; «Εάν κανείς δεν γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος δεν μπορεί να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού». Και μιλάμε για την πνευματική γέννηση του ανθρώπου, όταν εξέρχεται στη νέα του ζωή ως μέλος Χριστού από την «κοιλιά» της Εκκλησίας, την αγία κολυμβήθρα. Κι ακόμη περισσότερο: όταν εν Πνεύματι εκείνη δίνει τη δυνατότητα για διαρκή αναγέννησή του μέσα από την ανανέωση του βαπτίσματος με το μυστήριο της μετανοίας. Μία διαρκής κολυμβήθρα του Σιλωάμ είναι η Εκκλησία που αδιάκοπα μάς αρπάζει από την κατάντια και τη νέκρα της αμαρτίας και τον πονηρό διάβολο για να μας θέτει εσαεί νέους και ζωντανούς μπροστά στον Θεό. Γι’ αυτό και είναι τόσο αληθινός και παρηγορητικός ο πατερικός λόγος που εξαγγέλλει: «Δεν μπορείς να έχεις τον Θεό Πατέρα, αν δεν έχεις την Εκκλησία Μητέρα». Και δικαίως: χωρίς την αναγεννητική αύρα του Πνεύματος του Θεού που είναι η ψυχή της Εκκλησίας, πώς μπορεί κανείς να διανοίξει τα μάτια του και να δει τον Θεό ως Πατέρα και να κραυγάσει με την καρδιά του «αββά, ο Πατήρ»;