Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

ΧΑΘΗΚΕ Η ΕΝΟΤΗΤΑ Ή ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΘΟΛΟΥ;

Εξαφορμής του εμβολιασμού λόγω του covid-19 οι άνθρωποι διχάστηκαν – άλλοι τον αποδέχονται και σπεύδουν να εμβολιαστούν, άλλοι τον αρνούνται για διαφόρους λόγους που δεν είναι της παρούσης. Και διχάστηκαν κι εκείνοι που κανονικά δεν θα έπρεπε, όπως είναι οι χριστιανοί, οι οποίοι γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο και σπουδαιότερο στη ζωή αυτή από την ενότητά μας – ο Κύριος ήλθε να ενώσει τον διεσπασμένο άνθρωπο με τον Ίδιο και διά του Ιδίου και με τους άλλους και με όλη τη δημιουργία. Η βαθειά επιθυμία και ο διακαής πόθος του Κυρίου, όπως το εξέφρασε ιδιαιτέρως στην αρχιερατική Του προσευχή στη Γεθσημανή ήταν, και είναι, «ίνα πάντες εν ώσιν». Κι η ενότητα αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα μέτρα του κόσμου τούτου του κείμενου στην αμαρτία, συνεπώς έχοντας μέσα της ως δομικό στοιχείο το διασπαστικό στοιχείο του εγωισμού, αλλά εκείνη η ενότητα που αντανακλά την ενότητα της αγίας Τριάδος. «Ίνα πάντες εν ώσιν, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν» (Ώστε όλοι να είναι ένα, όπως εσύ, Πάτερ, είσαι αχώριστα ενωμένος με εμένα και εγώ με εσένα, για να είναι και αυτοί αχώριστα ενωμένοι με εμάς). Όπου υπάρχει λοιπόν διάσπαση και χωρισμός εκεί δεν υπάρχει η παρουσία του Θεού μας κι ας επικαλούμαστε χίλιες φορές το άγιο όνομά Του για να διατρανώνουμε την πίστη μας!

Η αναφορά όμως στην ενότητά μας που κάνει πολλούς χριστιανούς με πίκρα να λένε ότι χάθηκε λόγω της πανδημίας τίθεται υπό αίρεση. Πράγματι υπήρχε η ενότητα αυτή και χάθηκε; Διότι, όπως ο Κύριος το απεκάλυψε παραπάνω, μιλάμε για την ενότητα που βάση της έχει τον Τριαδικό Θεό μας. Που θα πει ότι είμαστε οι χριστιανοί ενωμένοι μεταξύ μας και με κάθε άλλον συνάνθρωπό μας, όταν ζούμε την αγάπη του Θεού μας. Κι η αγάπη αυτή φανερώθηκε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο επάνω στον Σταυρό του Κυρίου. Κι έκτοτε ο Κύριος αυτήν την αγάπη προέβαλλε ως τύπο της αλήθειας της: «Αυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Μεγαλύτερη αγάπη από αυτή δεν υπάρχει, ώστε να θυσιάζει κανείς τη ζωή του για χάρη των φίλων του». Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Ότι η ενότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν αποτελεί μία κατάσταση που αποκτήθηκε διαμιάς και λειτουργεί αυτόματα, αλλά είναι το διαρκές και συνεχές αγώνισμα του χριστιανού, κυριολεκτικά της κάθε ημέρας και της κάθε ώρας και της κάθε στιγμής – ο χριστιανός αδιάκοπα δίνει εξετάσεις για το αν είναι και παραμένει χριστιανός. Πώς; Μετρώντας τον εαυτό του με το κριτήριο που έθεσε ο Κύριος, άρα από το πόσο βιώνει τον Σταυρό του Κυρίου στην καθημερινότητά του.

Πόσοι χριστιανοί βρίσκονται στην ετοιμότητα αυτή; Η πραγματικότητα δείχνει ελάχιστους: στα πρόσωπα των αγίων της κάθε εποχής, ίσως μετρημένων πια στα δάχτυλα της μιας χειρός. Δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε αυτό που αρκετοί θεολόγοι της εποχής μας έχουν επισημάνει ότι ο χριστιανισμός, ο αληθινός και γνήσιος, υφίσταται και θα υφίσταται μάλλον στον κόσμο μας στον τύπο των «νησίδων» - ό,τι βεβαίως είχε πει ο ίδιος ο Κύριος: «μικρόν το ποίμνιον». Ας ευχόμαστε μέσα στις νησίδες αυτές να βρισκόμαστε κι εμείς. Θα είμαστε η ανάπαυση του Θεού μας και το «πολικό αστέρι» στον ταραγμένο και κατακερματισμένο κόσμο μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

«Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ αἰτωλός, ὁ νεώτερος αὐτός πατέρας καί δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε τό 1714 στό Μέγα Δέντρο τῆς Αἰτωλίας καί μαρτύρησε ἀπό τούς Τούρκους τό 1779 στό Κολικόντασι τῆς Ἀλβανίας, οἱ ὁποῖοι τόν κρέμασαν σ’ ἕνα δέντρο, καί πέταξαν τό λείψανό του στόν παρακείμενο Ἄψο ποταμό. Αἰτία τῆς θανατικῆς του καταδίκης ὑπῆρξε τό μίσος τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι τόν πολεμοῦσαν, κυρίως γιά τό γεγονός ὅτι ἔχασαν ὡς ἡμέρα τοῦ παζαριοῦ τους τήν Κυριακή, πού μεταφέρθηκε τό Σάββατο, λόγω τοῦ κηρύγματος τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Γράμματα ἔμαθε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, τά ὁποῖα συνέχισε κι ἀργότερα, ἀλλά ἀκεῖ πού τά ὁλοκλήρωσε ἦταν στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου εὐτύχησε νά ἔχει σπουδαίους δασκάλους, σάν τόν Παναγιώτη Παλαμᾶ, τόν Νικόλαο Τζαρτζούλη ἐκ Μετσόβου, ἰδίως δέ τόν Εὐγένιο Βούλγαρη. Στό Ἅγιον Ὄρος, κι ἰδίως στή Μονή Φιλοθέου, ἔζησε ἐπί δεκαεπτά χρόνια, κατά τήν ὁμολογία τοῦ ἴδιου, μετά τά ὁποῖα δέχτηκε κλήση ἀπό τόν Θεό νά βγεῖ στό κήρυγμα πρός χάριν τῶν ὑποδούλων καί βουτηγμένων στήν ἀμάθεια συμπατριωτῶν του. Ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἄδεια τῶν Γερόντων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἔπειτα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Σεραφείμ τοῦ Β΄, ὥστε τό κήρυγμά του νά μήν εἶναι ἀδέσποτο, κάτι πού ἐπανέλαβε καί ἀργότερα ἐπί Πατριάρχου Σωφρονίου, ἄρχισε τίς περιοδεῖες του, τρεῖς ἤ τέσσερις τόν ἀριθμό, κατά τίς ὁποῖες διέτρεξε, ἀπό ὅ,τι σημειώνουν οἱ μελετητές τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου του, ὅλη τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα, ἴσως καί τό βόρειο μέρος τῆς Πελοποννήσου, καθώς καί ἀρκετά νησιά στό Αἰγαῖο καί τό Ἰόνιο. Δέν εἶναι εὔκολο νά προσδιορίσει κανείς ἀκριβῶς τοπικά καί χρονικά τίς περιοδεῖες αὐτές, ἐκεῖνο ὅμως πού ἔχει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀπό ὅπου πέρασε «σφράγισε» τόν τόπο, ὥστε ἀκόμη καί σήμερα νά ἔχει μείνει στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων τό ἁγιασμένο καί μαρτυρικό πέρασμά του. Ὅπου πήγαινε, ἔμπηγε ἕναν ξύλινο σταυρό καί ἀνέβαινε πάνω σ’ ἕνα σκαμνάκι – σύμβολο τοῦ θανάτου του,  καθώς ἔλεγε – καί ἀπό ἐκεῖ κήρυσσε, πρωί καί βράδυ, στούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν μόνον Ἕλληνες, ἀλλά καί Τοῦρκοι καί ἄλλοι πολλοί. Πλήν τῶν Ἑβραίων, κάποιων Τούρκων καί Ἑνετῶν, πού τόν ἔβλεπαν καχύποπτα, ὁ καθένας γιά τούς δικούς του λόγους, ὁ κόσμος τόν λάτρευε. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ φράση του: «χίλιοι Τοῦρκοι μέ ἀγαπῶσι, καί ἕνας ὄχι τόσον». Κι εἶναι τοῦτο μία ἀλήθεια, τήν ὁποία ἐπιβεβαιώνουν πολλοί περιηγητές τῆς ἐποχῆς, πού ἔβλεπαν τήν ἀνταπόκριση τοῦ λαοῦ στό κήρυγμα τοῦ καλόγερου. Τό κήρυγμά του στήν πραγματικότητα ἦταν μία ἐξήγηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τοῦ γνωστοῦ Πιστεύω, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἀναφερόταν στή Δημιουργία τοῦ κόσμου, τῶν ἀγγέλων καί τοῦ ἀνθρώπου, στήν πτώση στήν ἁμαρτία καί τίς συνέπειές της, ἀλλά καί στήν ἐπανένταξη τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν Θεό, τή ζωή, τή διδασκαλία καί τά θαύματα Ἐκείνου, τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του, ἀλλά καί τήν Ἀνάληψή του, τήν εἰς Οὐρανούς ἄνοδό Του, τήν Πεντηκοστή καί τή δημιουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τή Δευτέρα Παρουσία Του. Μέσα στό πλαίσιο τοῦ φωτισμοῦ αὐτοῦ τῶν ὑποδούλων, ἦταν καί ἡ ἵδρυση πολλῶν σχολείων, τῶν ἁπλῶν καί τῶν μεγαλυτέρων, ἔργο πού ἔχει ἐπαινεθεῖ πολλαπλῶς καί στή σημερινή ἐποχή, γι’ αὐτό καί φωτιστής τοῦ Γένους μεταξύ τῶν ἄλλων χαρακτηρίστηκε. Τό τέλος του ὑπῆρξε, ὅπως εἴπαμε, μαρτυρικό, καί ἡ μνήμη του, ἀπό τό 1961, ὁπότε καί ἐντάχτηκε ἐπισήμως στίς δέλτους τῶν ἁγίων τιμᾶται στίς 24 Αὐγούστου».

Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ δέν εἶναι τυχαία. Καταρχάς, προβληματίζει ἀπό τή ζωή του ἡ ἀπόφασή του νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι του στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά κάνει περιοδεῖες. Εἶναι ὅμως συγκινητική ἡ ἐξήγηση πού δίνει γιά τήν ἀπόφασή του αὐτή: δέν βγῆκε ἀπό τό Ὄρος, γιατί βαρέθηκε τή ζωή ἐκεῖ, δέν ἔφυγε γιατί ἦταν χαμηλό τό ἐπίπεδο τοῦ μοναχισμοῦ τῆς ἐποχῆς, ἀλλά γιατί ὑπῆρξε «νύξη» στήν καρδιά του ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο νά μᾶς τό λέει: «Σιμά εἰς τά ἄλλα ηὕρηκα καί τοῦτον τόν λόγον, ὁπού λέγει ὁ Χριστός μας, πώς δέν πρέπει κανένας χριστιανός, ἄνδρας ἤ γυναίκα, νά φροντίζη διά τοῦ λόγου του μόνον πῶς νά σωθεῖ, ἀλλά νά φροντίζη διά διά τούς ἀδελφούς του. Καί ὅποιος φροντίζει μόνον διά τοῦ λόγου του καί δέν φροντίζει καί διά τούς ἀδελφούς του ἐκεῖνος θά κολαστῆ. Ἀκούοντας καί ἐγώ, ἀδελφοί μου, ἐτοῦτον τόν γλυκύτατον λόγον, ὁπού λέγει ὁ Χριστός μας, νά φροντίζωμεν καί διά τούς ἀδελφούς μας, μέ ἔτρωγε ἐκεῖνος ὁ λόγος μέσα εἰς τήν καρδίαν μου τόσους χρόνους ὡσάν τό σκουλήκι, ὁπού τρώγει τό ξύλον»[1].

Ἀκριβῶς γι’ αὐτό ὁ μακαριστός ἅγιος Γέροντας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ὁ ὑμνογράφος τοῦ μεγάλου ἁγίου, σημειώνει: «Καταλάμφθηκες ἀπό τό φῶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτό καί ἀπεστάλης ἀπό τόν Κύριο στούς μακράν καί τούς ἐγγύς νά κηρύξεις τό Εὐαγγέλιο, Πάτερ, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Διότι σ’ ἐσένα δόθηκε μέ λαμπρό τρόπο, ὅπως λέει ὁ μέγας Παῦλος, ἡ παρόμοια χάρη, μακάριε, κατά τούς ὕστερους χρόνους»[2] (λιτή). Κι ἀλλοῦ: «Ποιός ἐπάξια θά ὑμνήσει τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης σου πού εἶχες γιά τόν πλησίον σου, ὅσιε πάτερ Κοσμᾶ; Ἤ ποιά γλώσσα θά διηγηθεῖ τούς ἀγῶνες καί τούς ἱδρῶτες σου, καί τούς κόπους καί τούς δρόμους πού ἀνέλαβες σάν ἄγγελος γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν πολλῶν, ἀθλώντας τό στάδιο τῆς εὐσέβειας;»[3] (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Γιά τόν ἅγιο ὑμνογράφο δηλαδή, καί ὄχι μόνον, ὁ πατρο-Κοσμᾶς ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ - ἕνας ἄλλος ἀπόστολος Παῦλος: «ζήλῳ τοῦ Παύλου καταφλεχθείς τήν ψυχήν» (ωδή ε΄) - προκειμένου νά στηρίξει τούς κλονισμένους ὑπόδουλους∙ ἕνα εἶδος πολικοῦ ἀστέρα γιά νά μποροῦν νά ξαναβροῦν τήν ὀρθή πορεία τους μέσα στό βαθύ σκότος τῆς ἄγνοιας πού βρίσκονταν. «Τόν καιρό τῆς δουλείας καί τῆς πικρῆς δυσκολίας σέ ἀπέστειλε ὁ Παντοκράτωρ Θεός, Πάτερ, προκειμένου νά στηρίξεις τή διάνοια αὐτῶν πού κλονίζοντας κι ἐκεῖ πού χάνονταν νά τούς σηκώσεις πάλι καί νά τούς σώσεις»[4].

 Παρ’ ὅλη τήν ἐκ Θεοῦ κλήση του δέν θεωροῦσε ὁ ἅγιος ὅμως τό δικό του παράδειγμα πρέπει νά τό ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι καλόγεροι. Κάποια στιγμή πού ἐπεσήμανε ὅτι ἕνας καλόγερος παρευρισκόταν στό κήρυγμά του, τόν ἔλεγξε γιά τήν ἔξοδό του ἀπό τό μοναστήρι του, λέγοντας ὅτι ὁ ἴδιος βγῆκε μέ ἀπόφαση καταδίκης του γιά τήν ἐνέργειά του αὐτή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἱεραποστολή πού ἀνέλαβε, ἔβλεπε ὅτι ἦταν ἔξω ἀπό τά δεδομένα τῆς ζωῆς πού εἶχε ἐπιλέξει, καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ὡς ἕναν χαμένο, χάριν ὅμως τῶν ἀδελφῶν του. «Εἶναι κανένας καλόγερος ἐδῶ; Φύγε, καλόγερέ μου, πήγαινε εἰς τήν ἔρημον, ἄν θέλης νά σωθῆς. Μά θέλετε εἰπεῖ: Καί ἐσύ καλόγερος εἶσαι, διατί συναναστρέφεσαι εἰς τόν κόσμον; Καί ἐγώ, ἀδελφοί μου, κακά τό κάμνω, μά, ἐπειδή τό γένος μας ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν, εἶπα: Ἄς χάση ὁ Χριστός μας ἐμένα, ἕνα πρόβατον, καί ἄς κερδίση τά ἄλλα. Ἴσως ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καί ἡ εὐχή σας σώση καί ἐμένα»[5].

Κλημένος ἀπό τόν Θεό ἀπόστολος λοιπόν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Μέ κύρια γνωρίσματα τῆς ζωῆς του 1) τόν ἔντονο ζῆλο του γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων, 2) τή μέχρι θυρίας ἀγάπη του γιά τούς συνανθρώπους του καί 3) τήν τεράστια ταπείνωσή του, ἡ ὁποία φανερωόταν καί ἀπό τήν ἔγνοια του νά βρίσκεται ἐν ὑπακοῆ πρός τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία – δέν ἤθελε νά δρᾶς, ὅπως ἀναφέραμε, ἀδέσποτα - ἀλλά καί ἀπό τή στάση του ἔναντι τῶν ἀνθρώπων μέ τούς ὁποίους ἐρχόταν σέ ἐπαφή: ἔλεγε ὅτι δέν ἦταν ἄξιος οὔτε καί τά πόδια τους νά τούς φιλήσει[6].

 Ὁ ζῆλος του μάλιστα γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν συμπατριωτῶν του, καί ὄχι μόνο, στηριζόταν στή βαθειά πίστη του στή δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό εἶχε ζήσει ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του: ἕνας λόγος τοῦ Εὐαγγελίου[7] λειτούργησε μέσα του σάν «ἀτομική βόμβα» καί τοῦ ἄλλαξε ὁλόκληρη τή ζωή. Πίστευε λοιπόν ὅτι ἄν οἱ συμπατριῶτες του ἀκούσουν κι αὐτοί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητά τους, μποροῦν πράγματι νά ἀλλάξουν. «Φωτίστηκε ἡ διάνοιά σου ἀπό τή σοφία τοῦ Πνεύματος καί ἔλαμψες σάν μέγιστος ἥλιος ἀπό τόν Ἄθω, ὁπότε καί ἔβαλες φωτιά μέ τίς ἀκτίνες τῶν διδαχῶν σου σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε»[8] (ωδή α΄).

Κάτι πού ἔγινε σέ μεγάλο βαθμό. Καί στήν πίστη του αὐτή στηριζόταν καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἵδρυση σχολείων. Δέν ἦταν μόνον ἡ πολιτιστική ὤθηση πού ἤθελε νά δώσει στούς Ἕλληνες μέ τά σχολεῖα[9]. Αὐτό ἴσως ἐρχόταν δεύτερο. Τό πρῶτο καί κύριο, ὅπως καί πάλι ἐκεῖνος τό ὁμολογεῖ, ἦταν ὅτι μέ τά σχολεῖα ἀνοίγουν τά μάτια τῶν ἀνθρώπων, προκειμένου νά μάθουν γιά τήν Ἁγία Τριάδα, γιά τόν Χριστό ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου, γιά τούς ἀγγέλους, τούς δαίμονες ὡς ἐκπεσμένους ἀγγέλους, τήν Ἐκκλησία, τούς ἁγίους[10]. Μέ ἄλλα λόγια, τά γράμματα τά ἤθελε καί παθιαζόταν μέ αὐτά ὁ ἅγιος, γιά νά βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι στή σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἄν δέν βρίσκονταν σ’ αὐτήν τήν προοπτική, ἔβλεπε, ὡς διορατικός πού ἦταν, ὅτι αὐτά θά στρέφονταν τελικῶς κατά τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου – μία ἄλλη διατύπωση αὐτοῦ πού ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιοελληνική ἐποχή εἶχε ἐπισημανθεῖ ἀπό τούς σοφούς: «πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πονηρία καί οὐ σοφία φαίνεται»[11]. Καί τό ἀνέφερε καί σέ μία προφητεία του: «τό κακό θά ἔλθει ἀπό τούς γραμματισμένους», ἐννοώντας ἐκείνους βεβαίως πού ἡ κοσμική μόρφωση τούς ὁδηγεῖ σέ διαγραφή τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή τους, ἐνῶ ἀποκαλύπτεται περίτρανα ἔτσι ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ὑπερηφάνεια τῆς ψυχῆς τους, γεγονός πού σέ μεγάλο βαθμό τό ἐπιβεβαίωσε καί τό ἐπιβεβαιώνει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία. Ὁ σύγχρονος μεγάλος Γέροντας τοῦ Ὄρους ὅσιος Παῒσιος, τό ἔλεγε μέ τή δική του ἁπλή γλώσσα: «Ὁ μορφωμένος χωρίς Θεός ἄνθρωπος γίνεται ἕνας ἔξυπνος διάβολος».  

Γι’ αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μεγάλος ὅσιος καί διδάχος τοῦ Γένους πατρο-Κοσμᾶς στό θέμα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ κινεῖτο πάνω στήν ὁδό τῆς προγενέστερης παράδοσης τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας: τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί τή διαρκή προσευχη μέ τή χρήση τοῦ ἁγίου ὀνόματος Αὐτοῦ. Πόσο χαρακτηριστική εἶναι πράγματι ἡ ἀντίδρασή του, ὅταν στήν προσπάθειά του νά κατηχήσει τούς ὑπόδουλους συμπατριῶτες του ὥστε νά γνωρίσουν τον Θεό καί τόν Χριστό ἀναλύοντας ὅπως εἴπαμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἔφτανε σέ ἀδιέξοδο, γιατί οἱ ἄνθρωποι «δέν καταλάβαιναν». Καί ποῦ κατέφευγε ὁ ἅγιος ὡς τήν «ἀπόλυτη» λύση; «Ἐξομολογηθῆτε παστρικά», τόνιζε, «καθαρίστε τήν ψυχή σας ἀπό τίς ἁμαρτίες σας, συγχωρῆστε κάθε συνάνθρωπό σας ἀποφεύγοντας τήν ὅποια ἀδικία ἀπέναντί του, καί τότε θά καταλάβετε καί θά γνωρίσετε»[12]. Γιατί ὁ ἅγιος ἤξερε: ὁ Τριαδικός Θεός μας φανερώνεται μόνο στίς μετανοημένες καθαρές ψυχές ἤ τουλάχιστον σ’ ἐκεῖνες πού ἀγωνίζονται διά τῆς μετανοίας νά καθαριστοῦν – τό διαρκές κήρυγμα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τό ἐπισημαίνει μέ «πλάγιο» τρόπο: «Σάν ἔνθεος ἀπόστολος κηρύττεις σέ ὅλους τούς πιστούς τά δόγματα τῆς πίστεως, καί τούς καλεῖς σέ μετάνοια»[13] (απόστιχα εσπερινού). «Διέσπειρες σέ ὅλους τόν λόγο τῆς πίστεως, ἀλλά καί καθάρισες τά ἤθη καί τίς καταστάσεις τῶν ψυχῶν τους, ὅπως καί καθοδήγησες τούς ἀνθρώπους, Κοσμᾶ, πρός τή σωτήρια ὁδό τῆς ἀλήθειας»[14] (κάθισμα όρθρου).

Προκαλεῖ μεγάλη χαρά καί συγκίνηση τό γεγονός ὅτι τίς τελευταῖες δεκαετίες προβλήθηκε ἰδιαιτέρως ἡ φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του, τό ἔργο του, οἱ διδαχές του. Κι ἄς εὐχηθοῦμε, ὡς μικρό ἀντίδωρο στή μνήμη του, νά ἐγκύψουμε, ἔστω καί λίγο, στίς ἅγιες διδαχές του. Ἐκεῖ θά δοῦμε τή γνήσια καί πάλλουσα ἀπό θέρμη καί ἀγάπη χριστιανική (καί ἑλληνική) ψυχή του, ἡ ὁποία φώναζε καί φωνάζει ἀδιάκοπα καί καθοδηγητικά: Παιδιά μου, Χριστός και ψυχή σᾶς χρειάζονται. Χριστός καί Ἑλλάδα μᾶς χρειάζονται. Μαζί μέ τόν ἅγιο ὑμνογράφο κραυγάζουμε κι ἐμεῖς: «Ὕψωσε, Κοσμᾶ ἰσαπόστολε, χέρια ἱκεσίας πρός τόν Θεό, ὥστε νά σώσει καί τώρα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό κάθε πλάνη καί νά δωρίσει τήν εἰρήνη σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα»[15] (ωδή θ΄).



[1] Ἰωάννου Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχές (καί Βιογραφία), ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΝΟΣ, β΄ἔκδ., σελ. 117, Διδαχή Α1, 5.

[2] «Τῷ τοῦ Πνεύματος φωτὶ καταλαμφθείς, παρὰ Κυρίου ἀπεστάλης, τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς κηρύξαι, τὸ Εὐαγγέλιον Πάτερ, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· σοὶ γὰρ δέδοται λαμπρῶς, κατὰ Παῦλον τὸν μέγαν, ἡ τοιαύτη χάρις μακάριε, ἐν ὑστέροις ἔτεσι».

[3] «Τίς ἐπαξίως ὑμνήσει, τῆς σῆς ἀγάπης τὸν πλοῦτον, ἧς πρὸς τὸν πέλας ἐκέκτησο, Κοσμᾶ Πάτερ Ὅσιε; ἢ ποία γλῶσσα διηγήσεται, τοὺς σοὺς ἀγῶνας καὶ ἱδρῶτας, καὶ κόπους καὶ δρόμους, οὓς ὑπὲρ τῆς τῶν πολλῶν σωτηρίας, ὡς ἄσαρκος ἀνέτλης, τῆς εὐσεβείας διαθλῶν τὸ στάδιον;»

[4] «Ἐν καιρῷ τῷ τῆς δουλείας, καὶ πικρᾶς χαλεπότητος, ἀπεστάλης Πάτερ, παρὰ τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος, τῶν κλονουμένων στηρίξαι τὴν διάνοιαν, καὶ ἐκλείποντας, λόγῳ σοφῷ ἀνασώσασθαι».

[5] Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π., Διδαχή, Β1, σελ. 200.

[6]  Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π.,  Διδαχή, Α1, σελ. 116. «Καί ὄχι μόνον δέν εἶμαι ἄξιος νά σᾶς διδάξω, ἀλλά μήτε τά ποδάρια νά σᾶς φιλήσω, διατί ὁ καθένας ἀπό λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπό ὅλον τόν κόσμον».

[7] Κυρίως ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τά τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. 10,24).

[8] «Σοφίᾳ τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς τὴν διάνοιαν, φωστὴρ ὥσπερ μέγιστος, ἐξ Ἄθω ἔλαμψας, καὶ ἐπύρσευσας, τῶν διδαχῶν ἀκτῖσι, Κοσμᾶ Ἰσαπόστολε, Ἑλλάδα ἅπασαν».

[9] Ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἵδρυση Σχολείων ἦταν μοναδικός. Τά λόγια του λειτουργοῦν ἐν προκειμένῳ ὡς δίκοπο μαχαίρι: «Καλά, παιδιά μου, μοῦ ἐχαρίσετε τά παιδιά σας, ἀμή νά ἰδοῦμεν, ἔχετε καί σχολεῖον ὁπού νά διαβάζουν, νά μανθάνουν γράμματα τά παιδιά μας; - Δέν ἔχομε, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. – Τέτοια παιδιά ἀγράμματα μοῦ ἐχαρίσετε; Τί τά θέλω; Χάρισμά σας. Παιδιά ὡσάν τά γουρουνόπουλα νά ἔχω δέν τό καταδέχομαι, διατί εἶμαι ὑπερήφανος. Χάρισμά σας. Ὡσάν θέλετε χαρίσετέ μου καί ἕνα σχολεῖον ἐδῶ εἰς τήν χώραν σας νά μανθάνουν τά παιδιά μας γράμματα, νά ἠξεύρουν ποῦ περιπατοῦνε καί τότε νάν τά εὔχωμαι νά ζήσουν, νά προκόψουν» (Ἰ. Μενούνου, ὅπ. π., Διδ. Α1, σελ. 142).

[10] Ἰ. Μενούνου, αὐτόθι: «Διατί ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τό κατά δύναμιν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι ἁγία Τριάς, τί εἶναι ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, τί εἶναι δαίμονες, τί εἶναι Παράδεισος, τί εἶναι Κόλασις, τί εἶναι ἁμαρτία, ἀρετή. Ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τί εἶναι ἁγία Κοινωνία, τί εἶναι Βάπτισμα, τί εἶναι τό ἅγιον Εὐχέλαιον, ὁ τίμιος Γάμος, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι κορμί, τά πάντα ἀπό τό σχολεῖον τά μανθάνομεν, διατί χωρίς τό σχολεῖον περιπατοῦμεν εἰς τό σκότος. Καλύτερα νά ἔχης εἰς τήν χώραν σου σχολεῖον ἑλληνικόν παρά νά ἔχης βρύσες καί ποταμούς, διατί ἡ βρύσις ποτίζει τό σῶμα, τό δέ σχολεῖον ποτίζει τήν ψυχήν, τό σχολεῖον ἀνοίγει τές ἐκκλησίες, τό σχολεῖον ἀνοίγει τά μοναστήρια. Ἀνίσως καί δέν ἤτανε σχολεῖα, ποῦ ἤθελα ἐγώ νά μάθω νά σᾶς διδάσκω;»

[11] Πλάτωνος, Μενέξενος: «πᾶσά τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται».

[12] Ἰ. Μενούνου, ὅπ.π., Διδ. Α1, σελ. 120:  «Εἶναι καί ἄλλος τρόπος νά καταλάβετε διά τήν παναγίαν Τριάδα. Πῶς; Νά ἐξομολογηθῆτε παστρικά καί καλά, νά μεταλάβετε τά Ἄχραντα Μυστήρια μέ φόβον, μέ τρόμον καί μέ εὐλάβειαν καί τότες νά σᾶς φωτίση ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά καταλάβετε, διατί μέ διδασκαλίαν δέν ἠμπορεῖτε νά καταλάβετε».

[13] «ὡς Ἀπόστολος ἔνθεος, πᾶσι κηρύττων, εὐσεβείας τὰ δόγματα, καὶ μετάνοιαν, τοῖς πιστοῖς ὑφηγούμενος».

[14] «πᾶσι γὰρ διέσπειρας, τὸν τῆς πίστεως λόγον, ἤθη δὲ ἐκάθηρας, καὶ ψυχῶν καταστάσεις, καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἴθυνας Κοσμᾶ, πρὸς ἀληθείας, ὁδὸν τὴν σωτήριον».

[15] «Ὕψωσον Θεῷ, Κοσμᾶ Ἰσαπόστολε, χεῖρας ἱκέτιδας, πάσης πλάνης ῥύσασθαι, τὴν Ἐκκλησίαν νῦν τὴν Ὀρθόδοξον, εἰρήνη τῇ Ἑλλάδι δὲ πάσῃ δωρήσασθαι».

(Από το βιβλίο μας "Νεομάρτυρες, το φαεινότατον νέφος της Εκκλησίας", εκδ. "ἀκολουθεῖν", 2021, σελ. 71-82)

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

ΠΡΩΤΑ ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ...

Οι (χριστιανοί) σύζυγοι θα πρέπει ιδιαιτέρως να πιστέψουν ότι η ίδια η σχέση τους συνιστά την προτεραιότητά τους – το κατά Χριστόν ζεύγος άλλωστε εικονίζει τον Χριστό με την Εκκλησία. Συνήθως γίνεται το σφάλμα να δίνεται η προτεραιότητα στα παιδιά. Κι ορισμένοι μάλιστα σύζυγοι φτάνουν στο σημείο – ή μήπως την κατάντια; - να διατηρούν τη συζυγική σχέση τους μόνο μέσω των παιδιών τους. Κι όμως το πρώτο στον γάμο, η πρώτη σκοποθεσία του, είναι η αλληλοβοήθεια των συζύγων, η σχέση μεταξύ τους, ώστε να προχωρούν με επίγνωση στον τεθειμένο από τον Θεό σκοπό του ανθρώπου, τη θέωση ως ζωντανή σχέση με τον Δημιουργό τους. Τα παιδιά είναι παιδιά του Θεού, για τα οποία συνεργούν οι γονείς προκειμένου να έρθουν στον κόσμο. Και θα έρθει η στιγμή που τα παιδιά θα φύγουν από την αγκαλιά των γονιών τους, όπως το ορίζει και το θέλημα του Θεού: «ἕνεκεν τούτου καταλήψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα...». Η συζυγία όμως διατηρείται μόνιμα – το διαζύγιο αποτελεί τραύμα στον σύνδεσμο αυτού που έχει γίνει «ένα» («οὐκέτι εἰσί δύο, ἀλλά μία σάρξ» λέει ο Κύριος). Οι σύζυγοι θα μείνουν και πάλι μόνοι στο τέλος. Γι’ αυτό και τα μάτια του καθενός συζύγου πρέπει να βρίσκονται διαρκώς πάνω στον άλλον, αυτό που λένε για τους ερωτευμένους ότι «δεν έχει μάτια για άλλον», κατά τον λόγο του αποστόλου «ὁ ἔγγαμος μεριμνᾷ τά τοῦ κόσμου  πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί», «ἡ ἔγγαμος μεριμνᾷ τά τοῦ κόσμου πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί» (Α΄Κορ. 7,34) – θέλει «μέριμναν» και αγώνα η διατήρηση της ενότητας. Κι εννοείται βεβαίως ότι η αρέσκεια αυτή του ενός για τον άλλον δεν εξαντλείται μόνο στο πλαίσιο της ψυχικής διάθεσης, αλλά ακόμη και της εξωτερικής εμφάνισης. Που θα πει: σύζυγος κακοντυμένος, βρώμικος, ατημέλητος κινείται έξω από τα όρια της συζυγίας, και ασφαλώς έξω και από αυτό που ζητά ο ίδιος ο λόγος του Θεού! Μη ξεχνάμε ότι ο μέγας πατήρ της Εκκλησίας, ο ασκητικότατος και φιλανθρωπότατος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, έφτανε στο σημείο να λέει ότι ο σύζυγος για παράδειγμα, όπως εννοείται και το αντίστροφο,  πρέπει να γίνεται ποιητής βλέποντας το αγαπημένο πρόσωπο της συντρόφου του. Να υπάρχει τέτοια έμπνευση εξαιτίας της ώστε «να προτιμά μόνον αυτήν από οτιδήποτε στον κόσμο. Και τα παιδιά τους ακόμη - να της λέει - ότι τα αγαπά για χάρη της!»

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΥΓΔΟΥΝΩΝ

«Ο άγιος Ειρηναίος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα της Ρώμης Μάρκου Αντωνίνου, τον δεύτερο μ. Χ. αιώνα, και υπήρξε αρχαίος Πατέρας της Εκκλησίας, διάδοχος των μακαρίων Αποστόλων, ενώ χρημάτισε και επίσκοπος Λουγδούνων της Γαλλίας (της σημερινής Λυών). Άφησε στην Εκκλησία πολλά βιβλία, τα οποία εξηγούσαν, ερμήνευαν και υπεράσπιζαν τη χριστιανική πίστη, τα οποία χρησιμοποίησαν πολύ για παρόμοιο σκοπό και οι μεταγενέστεροι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Ο άγιος ανέλαβε τα καθήκοντα του επισκόπου της εκκλησίας των Λουγδούνων, μετά τον Ποθεινό, ο οποίος και μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού. Με τη διδασκαλία του ο Ειρηναίος και με τις παραινέσεις του, μετέστρεψε στην πίστη του Χριστού από την ειδωλολατρία πολλούς ανθρώπους,  πολλοί από τους οποίους έγιναν μάρτυρες του Χριστού, όπως και ο ίδιος τελικώς στεφανώθηκε με το στεφάνι του μαρτυρίου, με το ξίφος των διωκτών της πίστεως».

Η απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που η Εκκλησία μας άγει σήμερα, αφενός τονίζει και πάλι τη σπουδαιότητα του προσώπου της Παναγίας μας, αφετέρου σχετίζει Αυτήν με τον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, τον οποίο επίσης εορτάζουμε, τον άγιο ιερομάρτυρα Ειρηναίο Λουγδούνων ή Λυών. Και τούτο, διότι ο άγιος Ειρηναίος, συνεχιστής της θεολογίας του αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου (ο άγιος Ιγνάτιος ανοίγει τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα, ο άγιος Ειρηναίος κλείνει τον αιώνα αυτόν), προβάλλει, μέσα στο πλαίσιο της θεολογίας αυτής, την Υπεραγία Θεοτόκο, ως αναπόσπαστο παράγοντα της σωτηρίας του ανθρώπου. Εννοούμε ότι η Παναγία μας, κατά τον άγιο, δεν έχει τη θέση του εξαίρετου μέλους στην Εκκλησία, από πλευράς μόνον παραδειγματικής – να Της μοιάσουμε απλώς λόγω της αγιότητάς Της – αλλά και από πλευράς σωτηριώδους. Η υπακοή Της στον λόγο του Θεού, προκειμένου να έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος ο Υιός του Θεού, αντιπαραβάλλεται με την ανυπακοή της πρώτης Εύας, που σημαίνει ότι όπως με εκείνη ο άνθρωπος ξέπεσε από τη σχέση του με τον Θεό, έτσι και με την Παναγία, ως δεύτερη Εύα, ο άνθρωπος βοηθήθηκε στην επανένταξή του σ’  Εκείνον. Ειρηναίος και Παναγία λοιπόν σχετίζονται ουσιαστικά και όχι μόνον γιατί συμπίπτει η απόδοση της Κοιμήσεώς Της με την εορτή του αγίου.

Ο άγιος Ειρηναίος όμως είναι από εκείνους τους αποστολικούς Πατέρες που η επικαιρότητά τους σήμερα είναι εκπληκτική. Για δύο λόγους.  Πρώτον, διότι τόνισε σε βαθμό απόλυτο αυτό που αληθινά έφερε ο Χριστός και κήρυξαν οι απόστολοι, δηλαδή ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνον εν Χριστώ, κάτι που πήγε στην εποχή του να αλλοιωθεί με την κυριαρχία της αίρεσης του γνωστικισμού (ο οποίος κήρυσσε άλλον Θεό του καλού και άλλον του κακού και Δημιουργού, άρα δαιμονοποιούσε τον κόσμο και την ύλη, συνεπώς και το σώμα του ανθρώπου, και αρνιόταν και την Παλαιά Διαθήκη, ως το πρώτο θεόπνευστο μέρος της Αγίας Γραφής), αλλά και με τη συνέχειά του και σήμερα, μέσω υπολειμμάτων του – είναι γνωστό ότι όλα εκείνα τα συστήματα της εποχής μας, θεοσοφικά, φιλοσοφικά, μυστικιστικά, που μιλούν για γνώση και εύρεση του εαυτού με μύηση και στοχασμό και άσκηση, συνδέονται με αυτήν την ανατολική αίρεση των πρώτων χριστιανικών χρόνων, που κατεδίκασε η Εκκλησία μας. Δεύτερον, διότι εξίσου τόνισε ότι αυτή η εν Χριστώ σωτηρία δεν μπορεί να υπάρξει πουθενά αλλού, πέρα από την Εκκλησία. Ο άγιος Ειρηναίος  ήταν εκείνος που περίτρανα έδειξε ότι έξω από την Εκκλησία που συνιστά το ζωντανό σώμα του Χριστού, δεν μπορεί κανείς να έχει μετοχή στον Χριστό, άρα δεν μπορεί και να σωθεί. Και καταλαβαίνουμε το πόσο επίκαιρη είναι η διδασκαλία του, διδασκαλία όλης της Εκκλησίας, όταν και πάλι ακούγονται φωνές, δυστυχώς και από «χριστιανούς», που πιστεύουν ότι μπορούν να «κρατούν» τον Χριστό, διαγράφοντας όμως την Εκκλησία. Απαρχής λοιπόν η Εκκλησία, δια στόματος πρώτον των αποστόλων, κι έπειτα των Πατέρων, σαν τον άγιο Ειρηναίο, έχει δώσει την απάντηση: Χριστός και Εκκλησία πάνε μαζί, όπως μαζί θεωρούνται η κεφαλή με το σώμα. Τυχόν διάσπασή τους σημαίνει εκτρωματική και «τερατική» κατάσταση.

Ο άγιος Ειρηναίος ήταν εκείνος που τονίζοντας τα παραπάνω δεν ιδεολογοποίησε την Εκκλησία. Δεν μίλησε γι’  αυτήν ως κάτι θεωρητικό, άρα και η σχέση του χριστιανού με τον Χριστό δεν μπορεί να είναι θεωρητική. Ο άγιος, στοιχώντας στην Παράδοση, όπως είπαμε, των αποστόλων, ζώντας και αναπνέοντας ιδιαιτέρως τη ζωή και το ήθος του αγίου Ιγνατίου και του αγίου Πολυκάρπου, μίλησε για την πραγματική και ουσιαστική εν χάριτι μετοχή του ανθρώπου στον Χριστό. Ο άνθρωπος με άλλα λόγια έχει τον Χριστό, όταν μετέχει στη ζωή Του. Όπως η θέα του φωτός είναι μετοχή στο φως, έτσι και η πίστη στον Χριστό είναι μετοχή σ’  Εκείνον. Ο άγιος Ειρηναίος μάς ανοίγει τα μάτια σήμερα για τα καλά: ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας, τον Χριστό Τον ζούμε στην Εκκλησία, με τον Χριστό ενωνόμαστε πραγματικά και αληθινά.

Κυριακή 22 Αυγούστου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Ο μάρτυς του Χριστού Αγαθόνικος έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού. Συνελήφθη από κάποιον κόμη, που ονομαζόταν Ευτόλμιος. Αυτός απεστάλη από τη Νικομήδεια στην Ποντιακή χώρα από τον βασιλιά, για να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς. Στην πορεία του με πλοίο, κατέλαβε το Εμπόριον, που λεγόταν και Κάρπη. Εκεί βρήκε τον άγιο Ζωτικό μαζί με τους μαθητές του να ομολογούν τον Χριστό, γι’  αυτό και τους κατεδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Έπειτα αφού επέστρεψε στη Νικομήδεια και έμαθε ότι ο καλούμενος Πρίγκιψ πίστεψε στον Χριστό από κάποιον Αγαθόνικο, που απομάκρυνε τους Έλληνες από τα είδωλα και τους οδηγούσε στη χριστιανική πίστη, έστειλε και συνέλαβε και τους δύο. Και τον μεν άγιο Αγαθόνικο τον κτυπά με σφοδρότητα, τον δε Πρίγκιπα μαζί με άλλους δέσμιους χριστιανούς, μαζί και με τον Αγαθόνικο, τους οδηγεί στη Θράκη, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς, με σκοπό να κάνει ο βασιλιάς την εξέτασή τους. Καθώς ήλθε και σ’  ένα χωριό, που ονομαζόταν Ποταμός, σκότωσε τον άγιο Ζήνωνα και τον Θεοπρέπιο και τον Ακίνδυνο, οι οποίοι λόγω των προηγηθέντων βασανιστηρίων, αδυνατούσαν να βαδίζουν. Όταν έφτασε κοντά στη Χαλκηδόνα, σκοτώνει τον άγιο Σεβηριανό, που κήρυττε τον Χριστό με παρρησία. Στο Βυζάντιο, παρουσιάζουν ενώπιόν του τον άγιο Αγαθόνικο, μαζί με τους υπόλοιπους συναιχμαλώτους και τον Πρίγκιπα, και αφού τους έβγαλαν έξω από την πόλη, τους κτυπάνε με σφοδρότητα, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στη Σηλυμβρία, σ’  ένα τόπο που λεγόταν Άμμους, όπου ζούσε ο Μαξιμιανός, κι εκεί έκοψαν την κεφαλή του αγίου Αγαθονίκου και του Πρίγκιπα και των άλλων χριστιανών, όσους ο κόμης έφερε από τη Νικομήδεια, και έτσι κατακοσμήθηκαν όλοι με το στεφάνι του μαρτυρίου».

Ιδιαίτερη θλίψη καταλαμβάνει την ψυχή καθενός ανθρώπου, που δεν έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά του, όταν διαβάζει τα συναξάρια των πρώτων, και όχι μόνο, χριστιανικών αιώνων, σαν το σημερινό, και βλέπει την ευκολία με την οποία οι διώκτες των χριστιανών εξολόθρευαν, και μάλιστα με σκληρά βασανιστήρια,  τους χριστιανούς. Η ανθρώπινη ζωή για τους διώκτες δεν είχε προφανώς καμία αξία, θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι χαίρονταν αυτό το οποίο έκαναν. Και ναι μεν για τους χριστιανούς μάρτυρες το μαρτύριο ήταν η δόξα τους, διότι μετείχαν έτσι στο μαρτύριο του Πρώτου μάρτυρα Κυρίου Ιησού Χριστού, συνεπώς έμπαιναν θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού – γι’  αυτό άλλωστε και τη μνήμη τους την εορτάζουμε τότε που μαρτύρησαν - δεν παύει όμως η ψυχή μας να πονά και να κλαίει για την κατάντια των διωκτών και βασανιστών των μαρτύρων, διότι με τις ενέργειές τους αυτές απεκάλυπταν το έρεβος της ψυχής τους, το μίσος που τους διακατείχε, την επήρεια του Πονηρού πάνω σ’  αυτούς.

Το τραγικό βεβαίως είναι ότι παρόμοιες ενέργειες μίσους κατά των ανθρώπων επισημαίνουμε σε όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη δε και στην «πολιτισμένη» και «προηγμένη» εποχή μας. Θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι μόνον οι χριστιανοί, οι οποίοι δέχτηκαν τη μήνη των διωκτών τους, λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό. Πλήθος ανθρώπων, που είχαν μία άλφα φιλοσοφία ή θρησκεία, ή και μία πολιτική ιδεολογία, διαφορετική από άλλους, υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς, διότι ακριβώς ήθελαν να μείνουν σταθεροί στα δικά τους πιστεύω. Και η θλίψη είναι η ίδια και γι’  αυτούς, γιατί, είπαμε, βλέπει κανείς την κατάντια των ανθρώπων, που όταν χάσουν τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό, χάνουν και την όποια ανθρωπιά τους: δεν υφίσταται πια κανένα ίχνος αγάπης, συνεπώς ο καθένας γίνεται για τον άλλο ένας «λύκος».

«Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται» είχε επισημάνει πολύ εύστοχα ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι, και πράγματι:  Τι είναι εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κάποιον χωρίς Θεό, έστω και «καλό» άνθρωπο, από το να βλάψει τον συνάνθρωπό του, δοθείσης της ευκαιρίας, όταν έχει υποστεί ένα κακό από εκείνον; Και μπορεί ίσως να μην προβεί σε κάποια εχθρική ενέργεια εναντίον του, μπορεί όμως να σκεφτεί εχθρικά μέσα στη σκέψη και την καρδιά του γι’  αυτόν. Η εχθρότητα της ψυχής προς κάποιον άλλον δεν συνιστά κι αυτή κακή «ενέργεια», απλώς άλλου τύπου; Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρίσκεται πάντοτε εν αγάπη, έστω και απέναντι στον εχθρό του, κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χάρη του Θεού, ιδίως με τη δύναμη που παρέχει η προσευχή στον Θεό και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Εν Χριστώ, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος φτάνει στο υπέρ φύσιν και χαρισματικό σημείο αγάπης και προς τον εχθρό.

Ο άγιος Αγαθόνικος σήμερα μας προκαλεί σ’  αυτήν την διπλή επισήμανση: πρώτον, ο άνθρωπος ο χωρίς Θεό γίνεται χειρότερος και από τα πιο αιμοβόρα θηρία, που σημαίνει ότι μπροστά στην παρουσία ιδίως αγίων ανθρώπων ο άνθρωπος αυτός κυριολεκτικά δαιμονίζεται: προκαλείται να φανερώσει το τι κατοχή δαιμονίων έχει υπάρξει μέσα του και πόσο επικίνδυνος επομένως είναι για τον κόσμο. Δεύτερον, το πιο σημαντικό: ο άνθρωπος του Θεού, με τη δύναμη του Χριστού, ζει τον σταυρό Εκείνου και πεθαίνει με ακακία, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ερίζει, προσευχόμενος υπέρ των διωκτών και των εχθρών του. Ποιο μεγαλύτερο μεγαλείο ανθρώπου μπορεί να υπάρξει από αυτό; Νομίζουμε ότι σπουδαιότερη «απόδειξη» της αλήθειας της χριστιανικής πίστεως από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει: η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει την παρουσία  της ενέργειας του Θεού ως αγάπης στον άνθρωπο. Την αγάπη αυτή ως συμμετοχή στο Πάθος του Χριστού, συνεπώς ως αγάπη και προς τους εχθρούς,  βλέπουμε ότι ζούσε και ο άγιος Αγαθόνικος. Όπως το επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος του: «Ιχνηλατών το πάθος του Χριστού, του βλύσαντος πάσι την απάθειαν πιστοίς, υπέμεινας ονειδισμούς και θλίψεις, Μάρτυς, και θάνατον άδικον, ξίφει την σήν κεφαλήν, αποτμηθείς εν χαρά». Ακολουθώντας τα ίχνη του πάθους του Χριστού, από τον Οποίο ανέβλυσε για όλους τους πιστούς η απάθεια, υπέμεινες και σύ, Μάρτυς, με χαρά ονειδισμούς και θλίψεις και άδικο θάνατο, καθώς σου κόψανε με ξίφος το κεφάλι. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με» (Ματθ. 14, 30)

Ένα εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά εμφανίζεται  ξημερώματα στους ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.

1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα∙ αμέσως μετά βιώνει την αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος («σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι «φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ». Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του  πρός τον Χριστό - δεν είχε έλθει ακόμη η Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.

2. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τη μετάπτωσή του από την πίστη στην ολιγοπιστία; Κι όταν μάλιστα είχε βιώσει μαζί με τους άλλους μαθητές και άλλοτε την παντοδυναμία του «κοιμωμένου» Κυρίου στη θάλασσα της Γαλιλαίας με το «σιώπα, πεφίμωσο» που απεύθυνε Εκείνος στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, οπότε και «εγένετο γαλήνη μεγάλη». Η ευαγγελική διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος προς τον Χριστό, όσο  ατένιζε Εκείνον που τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση. Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στην ταραγμένη από τον ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία (εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το θεωρούμενο φυσιολογικό. «Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;», είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.

Από την άλλη, όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία, απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽ από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.

3. Η περίπτωση του Πέτρου λειτουργεί ως παράδειγμα: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; - η λύση είναι όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το «Κύριε, σῶσόν με» ή αλλιώς «Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» πρέπει να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την «κόλλησιν» που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού – «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ  δεξιά Σου» σημειώνει ο ψαλμωδός για παράδειγμα -  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η «κόλλησις» αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη, όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού.  ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια  φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος ο γέροντας.

Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.

Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

ΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΣΩΣΤΑ ΤΟ «ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ»

Το «Κύριε ἐλέησον», είτε στη συγκεκομμένη εκδοχή είτε στην πιο ανεπτυγμένη της ως «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ελέησόν με τόν ἁμαρτωλόν»,  είναι η πιο γνωστή, συχνά επαναλαμβανόμενη προσευχή της Εκκλησίας μας, μεμονωμένα ή μαζί με τους άλλους αδελφούς πιστούς. Κι αυτό γιατί συνιστά, όπως είναι γνωστό, μία σύντομη ομολογία της πίστεώς μας, ένα μικρό «Πιστεύω» θα έλεγε κανείς, που θα πει ότι μόνον ο βαπτισμένος και χρισμένος χριστιανός ως μέλος Χριστού και της Εκκλησίας μπορεί να την εκφέρει, αφού απαιτεί τη δύναμη και τη χάρη του Θεού, η οποία ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου για να βλέπει τον Χριστό όχι μόνον ως άνθρωπο, αλλά και Θεό. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος «κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει τον Ιησού ως Κύριο και Θεό, παρά μόνο με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος».

Κι ανάλογα βέβαια με τη διάθεση υπακοής στο θέλημα του Θεού, εκεί δηλαδή που πράγματι φανερώνεται αν είναι κανείς χριστιανός ή όχι  - η υπακοή στο θέλημα αυτό μάς συντονίζει με τον Χριστό τον κατεξοχήν υπήκοο στον Θεό Πατέρα Του – η μονολόγιστη αυτή λεγόμενη προσευχή προχωρεί από τα χείλη στον νου, κι από κει στην καρδιά, κάνοντας τον άνθρωπο να μη λέει απλώς προσευχές αλλά να γίνεται ο ίδιος προσευχή – το Πνεύμα του Θεού στην καρδιά του «κράζει ἀββᾶ ὁ Πατήρ».

Η υπακοή αυτή στο θέλημα του Θεού, δηλαδή στις άγιες εντολές του Θεού, συχνά παραθεωρείται από πολλούς χριστιανούς, σαν να υπάρχει χριστιανική ζωή στον «αυτόματο» που λέμε. Αλλά η υπακοή αυτή συνιστά την απόλυτη προϋπόθεση για να υπάρχει προσευχή, ακόμη και το απλό θεωρούμενο «Κύριε ἐλέησον», για να υπάρχει χριστιανική πνευματική ζωή. Κι ένα μικρό κεφάλαιο του μεγάλου οσίου και Πατέρα της Εκκλησίας Μαξίμου του ομολογητή έρχεται για να άρει όλες τις φαντασιώσεις μας περί της χριστιανικότητάς μας και να μας μυήσει στο αληθινό χριστιανικό προσευχητικό βίωμα. Ας στοχαστούμε πάνω σ’ αυτό με αίσθημα μετανοίας και ας προσανατολιστούμε σ’ αυτό που μας υποδεικνύει – είναι ο δρόμος του Χριστού. «῾Ο τελείαν ἀγάπην κτήσασθαι δυνηθείς καί ὅλον τόν βίον αὐτοῦ πρός ταύτην ρυθμίσας, οὗτος λέγει Κύριον ᾽Ιησοῦν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» (Αυτός που μπόρεσε να αποκτήσει τέλεια αγάπη και ρύθμισε όλη τη ζωή του προς αυτήν, αυτός ομολογεί ως Κύριο τον Ιησού εν Πνεύματι αγίω).