Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



῾Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;᾽  (Ματθ. 6, 30)

α. ῞Εναν ὕμνο στή πρόνοια τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας. Διακηρύσσει διά στόματος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τό πόσο κοντά μας εἶναι ὁ Θεός, τό πόσο νοιάζεται γιά ἐμᾶς. Παράλληλα ὅμως ἀποτελεῖ καί ἕναν αὐστηρό ἔλεγχο τῆς ἀδυναμίας μας:  τῆς τύφλωσης πού μᾶς διακατέχει στό νά διαπιστώνουμε τά ἄλλως αὐτονόητα. Εἰδικά ἡ φράση τοῦ Κυρίου ὅτι καί τό ἀγριόχορτο πού δέν τοῦ δίνει κανείς σημασία εἶναι ἀντικείμενο τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ, συμπυκνώνει τή διπλή αὐτή διάσταση τῶν λόγων Του.

β. 1. Ὁ Κύριος λοιπόν εἶναι τραγικά σαφής ὅσον ἀφορᾶ στήν κατάσταση ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων:  εἴμαστε ὀλιγόπιστοι. Δέν ἔχουμε τή δυνατότητα δηλαδή νά ἀναγνωρίσουμε τήν παρουσία Του καί στή Δημιουργία πού εἶναι δική Του καί Τοῦ ἀνήκει, πολύ περισσότερο σ᾽ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Διότι ὁ Κύριος διαβαθμίζει τήν παρουσία καί τήν Πρόνοιά Του:  οἱ ἄνθρωποι δεχόμαστε ἀπείρως περισσότερο ἀπό ὅσο ἡ λοιπή δημιουργία τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό βεβαίως γιατί μόνον οἱ ἄνθρωποι πλαστήκαμε ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ᾽. Αὐτό δέν δείχνει μεταξύ ἄλλων καί τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ;  ῎Ανθρωπος ἔγινε ὁ Θεός γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο καί μέσω αὐτοῦ καί ὅλη τή φύση. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, σάν τόν ὅσιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή γιά παράδειγμα, ἐπισημαίνουν τήν ἀλήθεια αὐτή: ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού προνοεῖ γιά τά πάντα, καί τά ἄψυχα, ὑπάρχει περισσότερη ἐνέργειά Του γιά τά ἔμψυχα, ἰδιαίτερη ἀκόμη γιά τούς ἀνθρώπους, κατεξοχήν δέ, ἡ θεοποιός ἐνέργειά Του, γιά τούς πιστούς καί συνεπεῖς χριστιανούς.

2. Αἰτία κατά τόν Κύριο τῆς ὀλιγοπιστίας αὐτῆς εἶναι ἡ ψυχική τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό ῾ἐν ἡμῖν φῶς᾽, ὁ νοῦς δηλαδή, εἶναι σβηστό, βρισκόμαστε στό σκοτάδι, ὁπότε ἀδυνατοῦμε νά ἐπισημάνουμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος προκειμένου νά τό καταστήσει σαφές χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τῆς σωματικῆς τύφλωσης: ὅπως ὁ σωματικά τυφλός δέν βλέπει τό φῶς τοῦ ἥλιου, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ὀλιγόπιστος:  ὡς ψυχικά τυφλός δέν βλέπει τό πνευματικό φῶς, τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο δέν ἐπεσήμαινε καί γιά τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς του; ᾽Επειδή Τόν ἀπέρριπταν, ἐπειδή δέν ἔβλεπαν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν ἐρχομό Του, γι᾽ αὐτό τούς χαρακτήριζε τυφλούς πού ὁδηγοῦν ἄλλους τυφλούς, μέ ἀποτέλεσμα νά πέσουν ὅλοι μαζί σέ λάκκο!

3. ῎Ετσι ἡ ὀρθή σχέση μας μέ τή φύση, ἀλλά καί μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν συνάνθρωπό μας, εἶναι ἀδύνατη χωρίς τή σχέση μας μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού μᾶς ἀνοίγει τά μάτια γιά νά βλέπουμε τά πάντα στίς ὀρθές καί ἀληθινές τους διαστάσεις, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ μή χριστιανός, ὁ μή ἔχων σχέση μέ τόν Χριστό, ἔχει κολοβωμένη καί ἐλλιπή ὅραση τῆς πραγματικότητας, κατά συνέπεια οἱ ἐπισημάνσεις του γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ὅσο πιθανόν σωστές κι ἄν εἶναι, μοιάζουν μέ τήν πραγματικότητα πού ἐπισημαίνει ἕνας τυφλός ἄνθρωπος καθώς ψαχουλεύει μέσα στό σκοτάδι:  διαπιστώνει ἀληθινά πράγματα, ἀλλά διαρκῶς τοῦ διαφεύγει τό ὅλον. ᾽Αλλά καί ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη, ὡς πείραμα, προσέγγιση καί λογική ἐπεξεργασία τῶν δεδομένων τῆς αἰσθητῆς πραγματικότητας, χωρίς τόν φωτισμό τῆς πίστεως μᾶς ἀποκαλύπτει μέν τήν πραγματικότητα, δέν ὑπάρχει ὅμως τό βάθος τοῦ νοήματος τῆς πραγματικότητας αὐτῆς.

4. Τό ζητούμενο λοιπόν γιά νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε σωστά καί ὑγιῶς τά πράγματα καί τόν ἑαυτό μας, νά τά βλέπουμε δηλαδή μέσα στήν προοπτική τῆς ἀπαρχῆς δημιουργίας τους καί μέσα στό νόημά τους, εἶναι νά ἀποτινάξουμε τήν ψυχική μας τύφλωση. Νά βροῦμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς διανοίξει τούς ὀφθαλμούς. Νά πιστέψουμε δηλαδή στόν Χριστό. Ἡ πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον μόνον, ὅσον καί ἄν ἀκούγεται ἀπόλυτο, συνιστά τό φῶς τοῦ νοῦ καί τῆς συνείδησής μας, πού μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά δοῦμε καί τόν Θεό παντοῦ καί ὁπουδήποτε. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἱκανότητα νά δοῦμε τόν Θεό ἔξω ἀπό ἐμᾶς: στή φύση καί στόν συνάνθρωπο, περνάει μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση τῆς ἱκανότητας νά Τόν βλέπουμε μέσα μας. ῎Αν δέν ἔχουμε Θεό ἐμεῖς, δέν μποροῦμε καί νά Τόν δοῦμε ἀλλοῦ. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽.

5. Καί ἡ πίστη αὐτή, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, εἶναι μέν δωρεά ᾽Εκείνου, ἀλλά στόν ἄνθρωπο πού τό θέλει καί τό ἀναζητεῖ, γεγονός πού παραπέμπει στήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία: στήν ᾽Εκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖται πάντοτε ὁ γνήσιος ἀναζητητής τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ πού εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ προϋπόθεση τοῦ ἀνοίγματος καί τῶν ψυχικῶν ὀφθαλμῶν μας. ῞Οσο δηλαδή ἐπιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, ὅσο ὁ Κύριος γίνεται ἡ προτεραιότητά μας καί ἡ τροφοδοσία μας ἀπό ᾽Εκεῖνον μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὁ θερμός πόθος τῆς καρδιᾶς μας, τόσο καί ὑγιεῖς γινόμαστε, τόσο βρίσκουμε ἐκεῖνο τό σημεῖο ὕπαρξης πού ἀποτελεῖ τήν ἀληθινή σφαίρα τοῦ εἶναι μας, μέ τόν ζωντανό Θεό παρόντα στή ζωή μας. ῾Τηρεῖστε τίς ἐντολές μου καί θά σᾶς φανερωθῶ᾽ διαβεβαίωσε ὁ Κύριος.

γ. Σ᾽ ἕναν κόσμο τραγικά ἀνασφαλή καί φοβισμένο, λόγω πρωτίστως τῆς ἀπιστίας του στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τοῦ Κυρίου ἔρχονται σάν βάλσαμο στίς ψυχές:  ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει. Μπορεῖ οἱ αἰσθήσεις μας νά βλέπουν τήν τραγωδία, μπορεῖ οἱ εἰδήσεις νά μᾶς βομβαρδίζουν μέ καταστροφικά σενάρια, μπορεῖ ὅλος ὁ περίγυρος νά μᾶς δημιουργεῖ τήν αἴσθηση ὅτι πέφτουμε στό κενό, ὅμως πίσω ἀπό ὅλα στέκει ἡ καρδιά τοῦ Πατέρα. ῾Καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς μας εἶναι ἀριθμημένες᾽ λέει ὁ Κύριος. Τό κενό βρίσκεται μᾶλλον μέσα μας. Ἡ τραγωδία εἶναι τό σύμπτωμα τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητας. Ὁ Θεός ὅμως ὑφίσταται καί μᾶς κρατάει, δημιουργώντας ἀδιάκοπα τίς συνθῆκες προκειμένου νά Τόν βλέπουμε καί νά Τόν ζοῦμε. Καί οἱ συνθῆκες αὐτές εἶναι τελικῶς μία: ἡ μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή μας στόν Κύριο. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



῾Οὐ μόνον δέ, ἀλλά καί καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν…᾽
(Ρωμ. 5, 3)

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅπως φανερώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τό κύριο θέμα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Μέ τήν ἀγάπη αὐτή σωθήκαμε, γιατί ὁ Θεός ἐν Χριστῷ μᾶς ἕνωσε μέ τόν ἑαυτό Του, καταργώντας τήν ἁμαρτία μας μέ τή σταυρική Του θυσία. ῾Τῷ πάθει Σου, Χριστέ, παθῶν ἠλευθερώθημεν᾽. Στό πλαίσιο αὐτό σωτηρίας ἡ θλίψη τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου στή ζωή αὐτή προσλαμβάνει ἄλλες διαστάσεις: γίνεται μέσο προαγωγῆς καί ἐξαγιασμοῦ. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ὁ ἀπόστολος ὄχι μία φορά φτάνει στό παράδοξο καί παράλογο γιά τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας σημεῖο νά καυχᾶται καί γιά τίς θλίψεις του: ῾καυχόμαστε ἀκόμη καί στίς δοκιμασίες᾽.

1. Γιά ὅλους σχεδόν τούς ἀνθρώπους βεβαίως ἡ θλίψη θεωρεῖται γεγονός ἀρνητικό καί ἀπευκταῖο. Μόνον ἄνθρωποι μέ διαταραγμένο τόν ψυχικό τους κόσμο μπορεῖ νά τήν ἐπιθυμοῦν στή ζωή τους καί νά εὐχαριστοῦνται μέ αὐτήν. Ἡ ἴδια ἡ ᾽Εκκλησία μας καθημερινῶς μάλιστα εὔχεται ῾ὑπέρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καί ἀνάγκης...᾽. Γιατί αὐτό; Διότι ἡ θλίψη μᾶς ἐκτρέπει ἀπό τήν ῾κανονική᾽ πορεία τῆς ζωῆς μας, μᾶς χαλάει πολλές φορές τά σχέδια πού ἔχουμε κάνει, μᾶς βγάζει ἔξω ἀπό τή βολή μας. Μέ θεολογική ἑρμηνεία: ἡ θλίψη εἶναι κατάσταση ἔξω ἀπό τήν ἴδια τή δημιουργία μας ὡς ἀνθρώπων. Κατά τήν πίστη μας, ὁ Θεός δέν μᾶς δημιούργησε γιά νά θλιβόμαστε καί νά πονοῦμε. Μᾶς ἔπλασε μέ σκοπό νά μετέχουμε στή χαρά καί τήν εὐτυχία ᾽Εκείνου. Ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ ἦταν ῾δομικό᾽ στοιχεῖο θά λέγαμε τῆς πρώτης ὕλης τοῦ σύμπαντος κόσμου, συνεπῶς ἡ φυσιολογία καί γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν νά χαίρεται καί ὄχι νά θλίβεται.

2. Αὐτό ὅμως πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία. ῾Ως γνωστόν ἡ πτώση στήν ἁμαρτία, ὡς καρπός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀνέτρεψε τά δεδομένα καί ἔφερε ὡς συνέπεια τόν διχασμό, τίς συγκρούσεις, τή φθορά, τόν θάνατο. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽. ῎Εκτοτε ἡ θλίψη καί ὄχι ἡ χαρά ἔγινε τό γνώρισμα τοῦ κόσμου τούτου, πού σημαίνει ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἐρχόμενος στόν κόσμο ἔρχεται σέ ῾κοιλάδα πένθους καί δακρύων᾽, ὅπου ἡ κάθε ἐνέργεια καί ἡ κάθε ἐκδήλωσή του ἔχει τή σφραγίδα τοῦ πόνου καί τοῦ κόπου. Διότι κάθε τι πιά εἶναι χρωματισμένο ἀπό τήν ἁμαρτία. ῾Αμαρτία καί θλίψη συμβαδίζουν καί συνυπάρχουν, ὅπως τό βεβαιώνει καί ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ ἀποστόλου: ῾θλίψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν᾽. Κι ὅπως δέν μπορεῖ κανείς νά ἀποφύγει τήν ἁμαρτία, ἄλλο τόσο δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει καί τή συνέπειά της, τή θλίψη καί τόν πνιγμό τῆς ψυχῆς. Μπορεῖ νά μηχανευόμαστε μύρια πράγματα γιά νά ὑπερβαίνουμε τόν πόνο πού αὐτή φέρνει – διασκεδάσεις, ταξίδια κλπ. –ὅμως στό τέλος θά ἐπικάθηται ὡς βασίλισσα στήν καρδιά μας.

3. ῾Η τραγική αὐτή πραγματικότητα ἴσχυσε ἀπολύτως μέχρι βεβαίως τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἀκόμη καί  ἡ ἀρχαιοελληνική ἐποχή, γιά τήν ὁποία εἶπαν ὅτι συνιστᾶ ἕναν ὕμνο στή χαρά τῆς ζωῆς, στό βάθος, μετά ἀπό ἐπιστημονικές ἔρευνες πού ἔγιναν στά κλασικότερα ἀπό τά κείμενά της, φάνηκε ὅτι διακατέχεται ἀπό μία ὑπόγεια μελαγχολία: δέν μπορεῖ νά ξεπεράσει τό κατεξοχήν θλιβερό γεγονός τοῦ φαινομένου τοῦ θανάτου. ῾Ο Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός ὅμως ἔκανε τό ἀνθρωπίνως ἀδύνατο: ἐπανέφερε καί πάλι τή δημιουργία στήν ἀρχική της κατάσταση κι ἀκόμη περισσότερο. ῾Ως ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός εἰσέρχεται στόν δικό Του κόσμο πού ἔφτιαξε καί γίνεται μέτοχος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ὡς ἕνας ἀπό ἐμᾶς. Ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπό πλευρᾶς Του σημαίνει πρόσληψη τοῦ ἄρρωστου στοιχείου, τό ὁποῖο ὅμως μέσα στό πῦρ τῆς θεότητάς Του τό καθαρίζει, τό ἀναγεννᾶ καί μέ τή νίκη Του κυρίως ἀπέναντι στόν θάνατο τό καθιστᾶ καί πάλι δυνατό γιά σχέση μέ τόν Θεό καί συνεπῶς γιά δυνατότητα μετοχῆς τῆς χαμένης χαρᾶς καί εὐτυχίας. ᾽Εν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καί πάλι νά χαμογελάσει καί  νά νιώσει στά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς του τό ἁπαλό χάδι τῆς στοργῆς τοῦ Οὐρανοῦ,  

4. Δέν σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ θλίψη ἐξαφανίστηκε μαγικά ἀπό τούς ἀνθρώπους. ῾Ο Θεός ἀπαρχῆς θέλησε ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι συνεργός Του, ὥστε ἡ κάθε προσφορά Του σ᾽ αὐτόν νά ἀπαιτεῖ καί τή δική του ἔγκριση. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία; ᾽Ελλείψει τῆς συνεργίας του; ᾽Από τή στιγμή ὅμως πού ὁ ἄνθρωπος θά πεῖ ῾ναί᾽ στόν Δημιουργό του, ἀπό ἐκείνη τή στιγμή ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ θά διοχετεύεται καί σ᾽ αὐτόν, γιατί ἀκριβῶς θά συντονίζεται μ᾽ ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Μετά τόν Χριστό μας λοιπόν ἡ χαρά ὑπάρχει, ἀλλά μέ τήν ταυτόχρονη ὕπαρξη καί τῆς θλίψης, στόν βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιά τόν ἁγιασμό του, ἔχοντας ὅμως καί τίς στιγμές τῆς ἀδυναμίας καί τῆς πτώσης του στήν ἁμαρτία. Τό πίπτειν καί ἐγείρεσθαι, ἡ διαδικασία τῆς μετάνοιας δηλαδή, θά εἶναι πιά ἡ ἐπί γῆς πορεία του, συνεπῶς ἡ χαρμολύπη, ἡ παράδοξη σύζευξη τῶν ἀντιθέτων, θά προσδιορίζει τή ζωή του. 

5.  ῾Η θλίψη ὅμως ἔρχεται στόν χριστιανό ὄχι μόνο ἀπό τίς δικές του ἁμαρτίες, ἀλλά καί ἀπό τή φθορά τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία φύσης. Οἱ ἀρρώστιες, οἱ ῾κακοτυχίες᾽, οἱ ὅποιες δοκιμασίες τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἐξακολουθοῦν καί ὑφίστανται μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, συνεπῶς ἐνῶ ὁ Κύριος κατήργησε τό αἴτιο τῆς θλίψης: τήν ἁμαρτία, οἱ συνέπειες τῆς φθορᾶς βρίσκονται σέ καθημερινή διάταξη. Τή θλίψη αὐτή καί τίς δοκιμασίες ὅμως τίς ἀντιμετωπίζει ἀλλιῶς πιά ὁ χριστιανός: μέ τή νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας δεδομένη λόγω τῆς ἐνίσχυσης ἀπό τόν Κύριο – μέσα στήν ᾽Εκκλησία ὅπου ἔχει γίνει μέλος Χριστοῦ καί τρέφεται καθημερινῶς ἀπό Αὐτόν – τίς θεωρεῖ ὡς μέσα περαιτέρω, ὅπως εἴπαμε, προαγωγῆς του στήν πίστη καί στή σχέση του μέ τόν Θεό. Θεωρεῖ τίς δοκιμασίες καί τίς θλίψεις παιδαγωγικά μέσα, πού ὡς σκαλοπάτια τόν ὁδηγοῦν πληρέστερα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾καυχόμαστε στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, γιατί ξέρουμε καλά πώς οἱ δοκιμασίες ὁδηγοῦν στήν ὑπομονή, ἡ ὑπομονή στόν δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ὁ δοκιμασμένος χαρακτήρας στήν ἐλπίδα. Κι ἡ ἐλπίδα τελικά δέν ἀπογοητεύει᾽.

Τά λόγια καί ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς προσγειώνουν στήν πραγματικότητα. Δέν τρέφουμε αὐταπάτες ὅτι οἱ χριστιανοί δέν θά ἔχουμε θλίψεις καί δέν θά δοκιμαστοῦμε στή ζωή αὐτή. Κάτι τέτοιο θά ἦταν ἄρνηση ἀπό μέρους μας τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου μας. Ξέρουμε ὅμως ὅτι ἡ ὅποια θλίψη καί δοκιμασία εἶναι τελικῶς μετοχή στόν Σταυρό ᾽Εκείνου πού εἶναι ὁ Θεός μας, πού εἶναι ὁ Σωτήρας μας, πού μᾶς ἔσωσε, γιατί ἔφερε τήν ᾽Ανάσταση. ῾Η θλίψη τελικῶς περικλείει τήν ἀνάσταση καί τή δική μας, ἄν τή δοῦμε μέ τά μάτια τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽

Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Γ´ Ματθαίου ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς γνωστῆς ἐπί τοῦ ῎Ορους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, μίας ἐκτεταμένης ὁμιλίας πού καταγράφεται στό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου καί μάλιστα στά 5, 6 καί 7 κεφάλαιά του. Τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἔχει ἐκπληκτική ἐπικαιρότητα, δεδομένου ὅτι ἀφενός ἀποκαλύπτει βαθιές ἀνθρωπολογικές ἀλήθειες καί μᾶς  ὑπενθυμίζει τό πόσο ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει μέ τήν πρόνοιά Του,  ἀφετέρου μᾶς προσανατολίζει στήν ὀρθή κατεύθυνση τῆς ζωῆς, πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἔνταξή του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ᾽Ιδιαιτέρως θά σταθοῦμε στόν λόγο τοῦ Κυρίου ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽, πού θέτει ἕνα σημαντικό προβληματισμό.

            1. Ἡ πρώτη ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου, πού συνιστᾶ καί ἀποκάλυψη γιά τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος πάντοτε κάπου ῾δουλεύει᾽, πάντοτε δηλαδή σέ κάτι ὑπακούει καί αὐτό οὐσιαστικά ὑπηρετεῖ μέ ὅλες τίς δυνάμεις του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἐλεύθερος ἄνθρωπος, μέ τήν ἀπόλυτη ἔννοια τοῦ ὅρου, δέν ὑπάρχει. Εἴτε ὑπακοῦμε στόν Θεό εἴτε ὑπακοῦμε σέ ἀντίθεες δυνάμεις εἴτε ἀκόμη καί στίς δικές μας μόνο ἐπιλογές, ἄν ὑφίσταται ἀπολύτως κάτι τέτοιο, πάντοτε θά βρισκόμαστε  κάτω ἀπό ἕνα ῾ἀφεντικό᾽. Τό ἐρώτημα εἶναι τί εἴδους ῾ἀφεντικό᾽ εἶναι αὐτό; Δηλαδή: σέ τί δουλεύω πού θά μέ κάνει νά νιώσω πραγματικά ἄνθρωπος, μέσα στά πλαίσια τῆς φυσιολογίας τοῦ ἀνθρώπου;

2. Ὁ Κύριος προεκτείνει τήν ἐπισήμανση: ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. ῎Οχι μόνο πάντοτε κάπου δουλεύουμε, ἀλλά καί ἡ ῾δουλεία᾽ αὐτή εἶναι μονομερής: δέν μπορεῖ κανείς νά ὑπηρετεῖ δύο ἀφεντικά ταυτόχρονα, οἱ δυνάμεις του θά εἶναι κατατεθειμένες στήν ὑπηρεσία πάντοτε ἑνός. Ὁ ἄνθρωπος, μέ ἄλλα λόγια, μᾶς λέει ὁ Κύριος, εἶναι δημιουργημένος ἔτσι, ὥστε νά ὑπάρχει καί νά λειτουργεῖ μέ ἑνιαῖο τρόπο, πού σημαίνει ὅτι οἱ δυνάμεις του προσαρμόζονται πάντοτε σέ μία μόνο κατεύθυνση, κάθε φορά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ῾ὅλος κάπου᾽. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ Κύριος ἀποκλείει γιά τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρώπου τό φαινόμενο τοῦ ῾πνευματικοῦ ἀλλοιθωρισμοῦ᾽: δέν μπορεῖ νά κοιτᾶ τήν ἴδια στιγμή σέ δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.  Συνεπῶς, ἄν κάποιος προσπαθήσει νά τά συνδυάσει ὅλα, θά βρεθεῖ σέ ἕνα εἶδος πνευματικῆς σχιζοφρένειας, θά ὑποστεῖ  μία ἀλλοίωση τῆς ὕπαρξής του ὡς ἄνθρώπου.
Στήν περίπτωση αὐτή ἔχουμε ἴσως τήν κατάσταση πού ἐλέγχει δριμύτατα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη, τήν κατάσταση τῆς χλιαρότητας. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ θερμός ἤ ψυχρός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός, θά σέ ξεράσω ἀπό τό στόμα μου᾽. Εἶναι εὐνόητο ὅτι γνώρισμα μίας τέτοιας ἀλλοιωμένης πνευματικῆς κατάστασης, τῆς διψυχίας, πού λέει ἀλλοῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀκαταστασία καί ἡ ταραχή. ῾᾽Ανήρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ᾽ (ἅγιος ᾽Ιάκωβος). Ὁπότε, ὁ μόνος ὁ ὁποῖος χαίρεται στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὁ διάβολος, διότι φανερώνει τή δική του μόνιμη πνευματική κατάσταση. Ὁ διάβολος, ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ Γραφή, εἶναι τό πιό δυστυχισμένο καί τραγικό ὄν, μέ μόνιμη τήν ἀκαταστασία καί τήν ταραχή στήν ὕπαρξή του, κάτι πού θέλει νά δημιουργήσει καί στόν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ ἄνθρωπο.

3.  Ἡ ἀνθρωπολογική αὐτή ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου, ὅτι ὅλος ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάθε φορά κάπου, ὅτι δέν μπορεῖ νά  δουλεύει ταυτόχρονα σέ δύο κυρίους, συμπληρώνεται  στή συνέχεια μέ τήν προτροπή νά ἐπιλέγουμε τόν σωστό κύριο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό μας. ῾Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν᾽.  ῎Ετσι ὁ Κύριος μᾶς θέτει στήν ὀρθή τροχιά τῆς δημιουργίας μας: εἴμαστε πλασμένοι ἀπό τόν Θεό γιά νά πορευόμαστε καί νά ἐπεκτεινόμαστε πρός ᾽Εκεῖνον, ἄν θέλουμε νά βρισκόμαστε στή φυσική μας κατάσταση. Καί τί γίνεται τότε; Ὑποτασσόμενοι στόν Θεό, ῾δουλεύοντας᾽ σ᾽᾽Εκεῖνον ἐξυψωνόμαστε σέ υἱούς Του, γινόμαστε φίλοι Του, μᾶς δίνει ὁλόκληρο τόν ῾Εαυτό Του, μᾶς κάνει ἕνα μ᾽ Ἐκεῖνον. ῾Οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους᾽. ῾Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὐμῖν᾽ (ὁ Κύριος). Κατά συνέπεια, ὁ ἄνθρωπος αὐτός φτάνει νά ζεῖ τήν πραγματική ἐλευθερία, τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τήν βλέπουμε στά πρόσωπα τῶν κατεξοχήν ἐλευθέρων ἀνθρώπων, τῶν ἁγίων. ῾Οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ καί ἐλευθερία᾽. ῾Τῇ ἐλευθερίᾳ  ᾗ Χριστός ὑμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καί μή ζυγῷ δουλείας πάλιν ἐνέχεσθε᾽.
῎Αν ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέξει λάθος κύριο, ἄν ἡ ἐπιλογή του δέν εἶναι ὁ Θεός πού φανερώθηκε ἐν Χριστῷ καί βιώνεται στήν ᾽Εκκλησία Του, τότε θά βρίσκεται σέ κατάσταση θεομαχίας - ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι᾽ εἶπε ὁ Κύριος – καί κύριός του θά εἶναι ὁ πονηρός, ὁ ὁποῖος ὡς χαρά του ἔχει, ὅπως ἐπισημάνθηκε, νά ταλαιπωρεῖ τόν ἄνθρωπο καί τή δική του δυστυχία νά τήν κάνει δυστυχία καί τοῦ ἀνθρώπου, μέ τελικό σκοπό τήν πλήρη ἐξόντωσή του. Μή λησμονοῦμε ὅτι ὁ διάβολος ῾ἀνθρωποκτόνος᾽ χαρακτηρίζεται στό εὐαγγέλιο. Κι εἶναι τραγικό νά σκέπτεται κανείς ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαστρεβλώσει τόσο τά πράγματα, ὥστε νά πιστεύουν ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ σωτήρας τους, αὐτόν νά ἀκολουθοῦν καί αὐτόν νά κηρύσσουν στόν κόσμο. Ἡ ψυχοσωματική αὐτομαστίγωση τοῦ ἀνθρώπου προφανῶς δέν ἔχει ὅρια. Ἡ ἀνισορροπία σέ πολλούς ἔχει γίνει καθεστώς.
᾽Ανεξάρτητα ὅμως ἀπό ἐκείνους τούς δυστυχεῖς συνανθρώπους μας πού ἐνσυνείδητα ἔχουν ἐπιλέξει ἕναν τέτοιο δρόμο, ἡ παραπάνω ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου προκαλεῖ ῾φόβο᾽ καί γιά τούς χριστιανούς. Τό γεγονός ὅτι κάθε φορά εἴμαστε ὁλόκληροι στή δουλεία ἑνός κυρίου, εἴτε τοῦ Θεοῦ εἴτε τοῦ διαβόλου,  σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά ῾παίζουμε᾽ μέ τή ζωή μας καί τίς ἐπιλογές μας. Ἡ ἐπιπολαιότητα στήν πνευματική μας ζωή δέν εἶναι χωρίς συνέπειες. Αὐτό πού κάνω κάθε φορά μέ ἐντάσσει στή μία ἤ στήν ἄλλη κατάσταση, δηλαδή  μέ προσδιορίζει συνολικά ὡς ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτό καί τρομάζει λίγο αὐτό πού ἀκούγεται συχνά ἀπό συνανθρώπους μας,  καί μάλιστα νέους, ὅτι σκοπό ἔχουν νά μαζεύουν στή ζωή τους ἐμπειρίες. Ἡ κάθε ἐμπειρία καταλαβαίνουμε μέ τά παραπάνω λόγια τοῦ Κυρίου ὅτι δέν εἶναι ἀνώδυνη. ῎Αν δέν βρίσκεται στήν κατεύθυνση τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό, λειτουργεῖ ἀρνητικά, ἄρα δαιμονίζει τόν ἄνθρωπο. Προφανῶς ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἄθροισμα ἐμπειριῶν, ἕνα σύνολο τεμαχίων δηλαδή, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, ἑνιαία ψυχοσωματική κατάσταση, ἡ ὁποία προσδιορίζεται κάθε φορά ὁλόκληρη, θετικά ἤ ἀρνητικά, ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς ἐμπειρίας.

4. Ὑποδηλώθηκε μέ τά παραπάνω, ἀλλά τό τονίζουμε καί ξεχωριστά: ἡ κάθε ὥρα καί ἡ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας εἶναι ἐκείνη πού ἀποκαλύπτει τόν κύριό μας, τό ποῦ δουλεύουμε. Δέν εἶναι τά λόγια μας καί οἱ διακηρύξεις μας, ἀλλά αὐτό πού ἐπιλέγουμε καί κάνουμε ὅ,τι  ἀποδεικνύει τή χριστιανοσύνη μας. Ἡ κάθε στιγμή μας, ἐν λόγῳ ἤ ἔργῳ ἤ διανοίᾳ, φανερώνει ἄν μισοῦμε ἤ ἀγαποῦμε τόν Θεό, ἄν στηριζόμαστε σ᾽ Αὐτόν ἤ Τόν περιφρονοῦμε. Ὁπότε τήν κάθε στιγμή μας γινόμαστε μάρτυρες ἤ ὄχι τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος σέ ἄλλο σημεῖο ἀνέφερε ὅτι ῾ὅπου ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται᾽. Γιά νά δῶ τόν Θεό μου, ποιόν ὑπηρετῶ, πρέπει νά στραφῶ στήν καρδιά μου καί νά δῶ τί κυριαρχεῖ ἐκεῖ. Αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι καί ὁ Θεός μου, ὁ θησαυρός μου.

 Ὁπότε τό ἐρώτημα γιά τόν καθένα μας εἶναι: ποιόν Θεό πιστεύουμε; Ποιόν κύριο πράγματι ὑπηρετοῦμε;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΑΡΩΝ (20 ΙΟΥΝΙΟΥ)



“Αυτός ο μακάριος ανέθεσε τον εαυτό του από την παιδική του ηλικία στον Θεό, γι᾽ αυτό και έγινε θείο σκεύος και δοχείο του αγίου Πνεύματος. Έλαβε την ιερωσύνη από τη θεία χάρη, με το θέλημα του Θεού, και ποίμανε καλώς και θεοφιλώς το ποίμνιο που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία, καταφωτίζοντας με λόγια παράκλησης το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όταν είδε να διαχέεται η πλάνη του Ωριγένη, σαν άριστος ποιμένας την κατέφλεξε με τη θεία φλόγα, διαλύοντας έτσι τη θολούρα και τη μανία του σκοταδιού με τη σοφία των λόγων του και τη θεία χάρη. Η αστραπή μάλιστα των λόγων του και η σάλπιγγα της γνώσης έφτασε σε όλη τη γη. Γι᾽ αυτό, μη υποφέροντας ο εχθρός την παρρησία και την αντιρρητική δύναμη των λόγων του μεγάλου αυτού, οπλίζει τους υπηρέτες του για την εξόντωσή του. Αυτός δε αφού ντύθηκε πριν από το μαρτύριο τη ζωηφόρο νέκρωση, με αποτομή διά ξίφους της κεφαλής του, μετατέθηκε προς την καλύτερη ζωή. Πρώτα μεν ιερουργώντας τον αμνό του Θεού, ύστερα δε θυσιαζόμενος, οδηγήθηκε στον Χριστό ως ζωντανή θυσία. Γι᾽ αυτό και κατακοσμήθηκε με διπλούς στεφάνους ο γενναίος υπερασπιστής της αλήθειας. Κι αφού έλαβε το τέλος με μαρτυρικά αίματα, αναπαύτηκε αιώνια.
Αυτός ο θείος πράγματι ιερέας του Θεού και μάρτυρας μάς άφησε συγγράμματα της φιλοπονίας του, που είναι γεμάτα από κάθε γνώση και ωφέλεια. Αλλά και για τα μέλλοντα με μεγάλη σαφήνεια προφήτευσε και προανήγγειλε καθαρότατα, για τις εναλλαγές των βασιλειών και τις μεταβολές και τις αλλαγές τους, και για τις επεκτάσεις εθνών και τις ερημώσεις χωρών και τόπων και τους αφανισμούς. Για ορθοδόξους και αιρετικούς βασιλείς και για τη συντέλεια του κόσμου, και για τον Αντίχριστο και τη βασιλεία του, και για τον αφανισμό και την πανωλεθρία κάθε ανθρώπου. Όλα αυτά σαφέστατα ο θείος αυτός άνδρας τα προφήτευσε”.

Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης για μία ακόμη φορά αφορμάται από το όνομα του αγίου, προκειμένου να το αξιοποιήσει από πλευράς πνευματικής. Το όνομα του αγίου λειτουργεί κατ᾽ αυτόν με τρόπο που υπενθυμίζει τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθεί κανείς για τη σωτηρία του, δηλαδή για να οδεύει τον δρόμο της αρετής που οδηγεί προς τον Θεό.῾Η μνήμη σου, Ιεράρχα Μεθόδιε, που φέρνει σε εμάς την οδό της σωτηρίας, έφτασε με λαμπρότητα᾽(῾Μέθοδον η μνήμη σου ημίν σωτήριον φέρουσα, Ιεράρχα Μεθόδιε, λαμπρώς επεδήμησε᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Δίδαξέ με, μακάριε μύστη, τη μέθοδο της αρετής᾽ (῾Της αρετής μέθοδόν με, πανόλβιε μύστα, δίδαξον᾽ (ακροστιχίδα κανόνα). ῾Δίδαξέ με, ιερομύστα, δείχνοντάς μου τον δρόμο της σπουδαιότατης οδού που οδηγεί προς τον Θεό᾽(῾Τρίβου συντονωτάτης προς τον Θεόν με φερούσης, δεικνύων την μέθοδον, ιερομύστα, δίδαξον᾽) (ωδή α´). Κι αυτό συμβαίνει, κατά τον άγιο υμνογράφο, διότι ο άγιος Μεθόδιος με τους λόγους του, αλλά και με το μαρτύριό του φώτισε το πλήρωμα της Εκκλησίας, διαλύοντας το σκοτάδι της πολυθεΐας, κι έφτασε στο αιώνιο φως της Βασιλείας του Θεού. Συνεπώς η ζωή του η ίδια συνιστά την ορθή μέθοδο που ακολουθώντας την κανείς εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού. ῾Καταφώτισες με τους λόγους σου το πλήρωμα της Εκκλησίας, θεοφάντορα Μεθόδιε. Και με τη λαμπρότητα των άθλων σου μείωσες το σκοτάδι της πολυθεΐας, οπότε τώρα έχεις φτάσει στο αιώνιο φως᾽(῾Λόγοις κατεφώτισας της Εκκλησίας το πλήρωμα, θεοφάντορ Μεθόδιε. Άθλων δε λαμπρότητι, της πολυθεΐας εμείωσας ζόφον και μεταβέβηκας προς φως, ιεροφάντα, νυν το ανέσπερον᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Ο υμνογράφος επιμένει ιδιαιτέρως στη διπλή θυσία που πρόσφερε στον Θεό ο άγιος Μεθόδιος. Πρώτα πρόσφερε ως ιερέας τις αναίμακτες θυσίες στον Θεό κι έπειτα ολόκληρο τον εαυτό του διά του μαρτυρίου. ῾Πρόσφερες αναίμακτες θυσίες, ιερουργέ, στον Θεό. Κι αφού αθλήθηκες πολύ σταθερά και θυσιάστηκες, προσφέρθηκες ως θυσία, Μεθόδιε, σ᾽ Εκείνον που θυσιάστηκε για χάρη μας᾽(῾Αναιμάκτους, ιερουργέ, προσήγαγες θυσίας Θεώ. Αθλήσας δε στερρότατα και τυθείς, προσηνέχθης θυσία, ω Μεθόδιε, δι᾽ ημάς τω τυθέντι᾽) (κάθισμα όρθρου). Γι᾽ αυτό και τονίζει ο Θεοφάνης ότι άστραψε με δύο στεφάνια ο άγιος Μεθόδιος: με το στεφάνι της ιερωσύνης και με το στεφάνι του μαρτυρίου. ῾Έχοντας ως κόσμημα το στεφάνι του μαρτυρίου και το μύρο της ιερωσύνης, μακάριε, και με τα δύο άστραψες᾽(῾Στέφει του μαρτυρίου ιερωσύνης τε μύρω, παμμάκαρ, κοσμούμενος, δι᾽ αμφοτέρων ήστραψας᾽) (ωδή α´). Προβαίνει όμως ο άγιος υμνογράφος σε μία πολύ σημαντική παρατήρηση, αναφερόμενος στις αναίμακτες θυσίες λόγω της ιερωσύνης του. Ο άγιος Μεθόδιος δεν λειτουργούσε ως ιερέας με έναν τρόπο τυπικό και επιφανειακό. Το πρώτο θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο πρόσφερε την αναίμακτη θυσία, ήταν η ίδια η καρδιά του. ῾Είχες κάνει ωραίο θυσιαστήριο την καρδιά σου, ιερουργέ, και πάνω σ᾽ αυτό πρόσφερες τις αναίμακτες θυσίες στον Θεό᾽(῾Θυσιαστήριον τερπνόν την καρδίαν αποτελέσας εν αυτώ αναιμάκτους, ιερουργέ, προσήγαγες θυσίας Θεώ᾽) (κάθισμα όρθρου). Με άλλα λόγια ο άγιος Μεθόδιος είχε ως πρώτη αγία Τράπεζα για να λειτουργεί στον Θεό την ίδια την καρδιά του, γεγονός που σημαίνει ότι ο ιερέας αν τη θυσία που επιτελεί χάριτι Θεού δεν την επιτελεί καρδιακά, δεν είναι σωστός ιερέας. Η αλήθεια αυτή υπενθυμίζει αυτό που υπάρχει ως παράδοση στην πίστη μας, ότι δηλαδή σε περίπτωση που ελλείπει από κάπου αγία Τράπεζα αλλά υπάρχει ιερέας, το στήθος του ιερέα μπορεί να παίξει τον ρόλο της αγίας αυτής Τραπέζης. Πόσο ζωντανή και με αισθήματα καθιστά την πίστη μας μία τέτοια τοποθέτηση της θείας ιερουργίας σαν αυτή που προβάλλει ο άγιος Θεοφάνης για τον άγιο Μεθόδιο. Και βεβαίως είναι ευνόητο ότι μία τέτοια πυρακτωμένη καρδιά που λειτουργεί στον Θεό με τέτοιο τρόπο καταλήγει εύκολα και στη θυσία της ζωής, όταν συντρέξουν οι συνθήκες.

Ο Θεοφάνης συνεχίζει το παραπάνω σκεπτικό και με άλλο τρόπο. Η καρδιακή ιερουργία του αγίου Μεθοδίου αποδείκνυε ότι ο ίδιος είχε νεκρωθεί κατ᾽ άνθρωπον ως προς τις αμαρτίες του. Διότι βεβαίως κανείς δεν μπορεί να έχει τον Χριστό στην καρδιά του, αν δεν έχει εξορύξει από εκεί την αμαρτία. ῾Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽, όπως είπε ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Μεθόδιος ήδη ήταν νεκρωμένος και πριν από το μαρτυρικό τέλος του, είχε δηλαδή ενεργοποιηθεί σε αυτόν η εν Χριστώ ανάστασή Του – η νέκρωση της αμαρτίας συνιστά την ανάσταση μέσα μας του Χριστού – συνεπώς το μαρτύριό του ήταν η μετάθεσή του προς την αιώνια ζωή. ῾Ντύθηκες, πάτερ, τη ζωηφόρο νέκρωση πριν από το τέλος σου, και όταν αποτεμνόσουν την κεφαλή με το ξίφος κατά το μαρτύριό σου, μετατέθηκες, ένδοξε, προς ζωή απείρως καλύτερη από την εδώ᾽(῾Νέκρωσιν ζωηφόρον ενεδύσω, πάτερ, προ τελευτής σου, και ξίφει τεμνόμενος τω του μαρτυρίου σου, προς ζωήν απειροπλασίως μετετέθης, ένδοξε, κρείττονα᾽) (ωδή ε´). Η επισήμανση αυτή του αγίου υμνογράφου παραπέμπει στο γνωστό ασκητικό λόγιο, που ηχεί λίγο παράδοξα, εκφράζει όμως τη βαθύτατη παραπάνω πνευματική αλήθεια: ῾αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις᾽. Ο άγιος λοιπόν πριν ακόμη πεθάνει σωματικά, είχε πεθάνει ως προς την αμαρτία. Συνεπώς εν Χριστώ ήταν αναστημένος, κάτι που επιβεβαιώθηκε ακόμη περισσότερο και με το άγιο μαρτύριό του.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως δεν μπορεί να μην αναφερθεί και στο κηρυκτικό έργο του αγίου ιερομάρτυρα. Ο άγιος Μεθόδιος υπήρξε χαρισματούχος δάσκαλος της Εκκλησίας, σε βαθμό τέτοιο μάλιστα, που ορισμένοι, υπερτονίζοντας το έργο του αυτό,  επιμένουν, λανθασμένα βεβαίως, ότι ήταν μόνον δάσκαλος και όχι ιερέας. Ως δάσκαλος όχι μόνο κήρυσσε με τον προφορικό λόγο, αλλά και με τον γραπτό. Μας άφησε μάλιστα και σπουδαία συγγράμματα, όπως ήδη αναφέρθηκε στο συναξάρι του. Το κήρυγμά του στρεφόταν τόσο κατά των αιρετικών, των οπαδών της πλάνης του Ωριγένη εν προκειμένω, όσο και στην προβολή της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας. Κατά τον υμνογράφο μας: ῾Είδες να διαχέεται η απάτη του Ωριγένη, κι επειδή ήσουν άριστος ποιμένας κατέφλεξες σύντομα όλη την αχλύ εκείνου με το θείο πυρ᾽(῾Επιπολάζουσαν ιδών την του Ωριγένους απάτην, ως υπάρχων άριστος ποιμήν, τω θείω πυρί συντόμως έφλεξας πάσας εκείνου την αχλύν᾽) (ωδή γ´). Ενώ: ῾κήρυξες την ορθόδοξη πίστη, πανσεβάσμιε, και δίδαξες το ποίμνιό σου᾽ (῾Την ορθόδοξον εκήρυξας πίστιν, πανσεβάσμιε, και εδίδαξας σου το ποίμνιον᾽) (ωδή δ´). Και το κήρυγμά του αυτό ήταν ῾γλυκασμός ψυχωφελής που προέρχεται σαν από πηγή, η οποία ευφραίνει όλους τους μετόχους της και καταγλυκαίνει τα αισθητήρια της ψυχής᾽(῾Ο γλυκασμός ο ψυχωφελής των σων δογμάτων ως πηγή προέρχεται, τους μετέχοντας ευφραίνουσα και καταγλυκαίνουσα τα της ψυχής ημών αισθητήρια᾽) (ωδή δ´).

Βρίσκει μάλιστα την ευκαιρία ο άγιος Θεοφάνης να προβάλει έμμεσα το γνωστότερο έργο του αγίου Μεθοδίου, ο οποίος περισσότερο είναι γνωστός ως Μεθόδιος Ολύμπου, παρά Πατάρων, το ῾Συμπόσιον ή περί Παρθενίας᾽, κατά αντιστοιχία προς το διάσημο έργο του αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου Πλάτωνα ῾Συμπόσιον᾽. Στο έργο αυτό ο άγιος, χωρίς να υποβαθμίζει τον γάμο, τονίζει όμως τη σπουδαιότητα της παρθενίας, κι αυτό έχοντας υπόψη του ο Θεοφάνης σημειώνει: ῾Το αξιοσέβαστο της παρθενίας και το κάλλος της αγνότητας τα έμαθες από την πείρα σου, ένδοξε, γι᾽αυτό με τη σοφία σου και τη χάρη των λόγων σου υποδεικνύεις σε όλους την ομορφιά αυτών και την αιώνια χαρμοσύνη τους, θεόφρονα᾽(῾Της παρθενίας το σεπτόν και της αγνείας το κάλλος, διά πείρας, ένδοξε, μαθών, σοφία τη ση και λόγων χάριτι πάσι την τούτων καλλονήν υποδεικνύεις, θεόφρον, και την αιωνίζουσαν φαιδρότητα᾽) (ωδή γ´).