Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



(Μνήμη τῆς γ´ εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς
τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου)

 ῎Εχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν
 (Β´Κορ. 4,7)

α. Τή διπλή αἴσθηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου τονίζει ὁ ἅγιος  Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς μνήμης τῆς τρίτης εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου.  ᾽Από τή μία ὁ θησαυρός τόν ὁποῖο ζεῖ στήν ὕπαρξή του: τήν ἴδια τήν ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ μέσα στήν καρδιά του, ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἐπίγνωση τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του -  σάν τό πήλινο δοχεῖο πού εἶναι ἕτοιμο νά θρυμματιστεῖ.  ᾽Αλλά ἀκριβῶς αὐτό τοῦ συνειδητοποιεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού τόν διακρατεῖ  εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν κάνει νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσχέρειες καί τίς παγίδες  τοῦ κόσμου τούτου, ὥστε στήν ὅποια πίεση πού δέχεται νά μήν καταβάλλεται, στό κάθε ἀδιέξοδο νά μήν ἀπελπίζεται, στήν πτώση νά μή χάνει τελικῶς τόν ἀγώνα. Νιώθει ἔτσι ὅτι μέ τίς δοκιμασίες μετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὁπότε καί ἡ προσμονή εἶναι γλυκειά: ἡ μετοχή στήν ᾽Ανάστασή Του. Μέ ἄλλα λόγια νιώθει ὅτι φανερώνεται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τόν ἴδιο, ἐπιβεβαιώνοντας τόν ἄλλο λόγο του:  ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῾Ο ἀπόστολος ῾φωτογραφίζει᾽ ἔτσι καί τή ζωή κάθε χριστιανοῦ. ῾Ο κάθε χριστιανός (πρέπει νά) ζεῖ μέ αὐτήν τή διπλή αἴσθηση: καί τοῦ μεγαλείου του καί τῆς μικρότητός του.

β. 1. Καί ἡ αἴσθηση μέν τῆς μικρότητος λόγω τοῦ ῾ὀστρακίνου σκεύους᾽ του εἶναι δεδομένη. Ποιός σώφρων ἄνθρωπος μέ ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητος μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά τίς σωματικές ἤ καί τίς ψυχικές του δυνάμεις; ᾽Εκεῖ πού κάποιος χαίρεται γιά τή σωματική του ὑγεία καί ἀρτιότητα ἔρχεται ἕνας ἰός, ἕνα μικρόβιο, μία ἀσθένεια, ἕνα ἀτύχημα καί τά χάνει ὅλα. ᾽Εκεῖ πού κάποιος μπορεῖ νά καυχᾶται γιά τήν πνευματική του δύναμη, τήν εὐφυΐα καί τήν ὀξύνοιά του, ἔρχεται μία σταγόνα αἵματος, ἕνα ἐγκεφαλικό καί ὅλα καταρρίπτονται. Μόνον ἕνας ἄφρων καί ὑπερφίαλος ἀλαζών θά μποροῦσε νά καυχηθεῖ γιά τό πήλινο τῆς ὕπαρξής του, τῆς σωματικῆς καί τῆς ψυχικῆς, ἀναβιβάζοντας τόν ἑαυτό του στόν θρόνο τοῦ κενοῦ: τό ἴδιο τό ἐγώ του. Καί ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας ἡ ἐπιστήμη μέ τίς συνεχεῖς προόδους της ἔχει γίνει ἀρκετά ταπεινή: συνεχῶς συνειδητοποιεῖ τά πεπερασμένα ὅρια τοῦ ἀνθρώπου, τό πόσο πράγματι μικρός καί ἀδύναμος στέκει αὐτός μέσα στόν κόσμο πού τόν περιβάλλει. ῎Αλλωστε ἡ φθορά καί ὁ θάνατος πού καραδοκεῖ πάντοτε στό τέλος, ἀποτελεῖ μία μόνιμη πρόκληση συναίσθησης τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του.

2. Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς πραγματικότητος. Διότι ὁ πεπερασμένος καί μικρός ἄνθρωπος ταυτοχρόνως συνιστᾶ καί ἕνα μεγαλεῖο. ῎Οχι γιά ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀλλά γιά ὅ,τι ὁ Θεός ἐν Χριστῷ τοῦ χάρισε καί τοῦ χαρίζει. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου: ὁ κάθε ἄνθρωπος δυνάμει ἀλλά ὁ χριστιανός ἐνεργείᾳ, λόγω τῆς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλάσεώς Του,  μέσα στήν ταπεινότητά του καί τήν ἀδυναμία του ἔχει τόν μέγιστο θησαυρό: νά μπορεῖ νά φέρει τόν ἴδιο τόν Θεό, νά ζεῖ καλύτερα ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα του. ῾῾Ο Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. ῾Ο Θεός, δηλαδή, πού εἶπε: ῾Μέσα ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς᾽, Αὐτός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀφενός ἀποκαλυπτική ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ - ᾽Εκεῖνος ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία – ἀφετέρου γεγονός ἐσωτερικό καί μυστικό: τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τό σημαντικότερο ὅμως σχετίζεται μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. 

3. (α) Κι ὅταν λέει καρδιά βεβαίως ὁ ἀπόστολος, ὅπως καί ὅλη ἡ ἁγία Γραφή, δέν ἐννοεῖ τό σάρκινο ὄργανο ἁπλῶς τοῦ σώματός μας, ἀλλά αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τό βάθος τῆς ὕπαρξής μας, ῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον᾽ κατά τόν ἀπόστολο, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται κατά ἐξωτερικό καί μαθηματικό τρόπο σάν νά εἶναι ἕνα ἀντικείμενο τοῦ κόσμου τούτου - ὅποιοι ἐπεχείρησαν νά ῾ἀποδείξουν᾽ τόν Θεό ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν ἀποτυχία τους ῾στέγνωσαν᾽ καί τήν ὅποια ζωντάνια τῆς πίστης τους - ἀλλά βιώνεται ἐμπειρικά ἐκεῖ πού λειτουργεῖ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, δηλαδή μέσα μας. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἄλλωστε τό εἶχε ἐπισημάνει: ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔρχεται μετά παρατηρήσεως. Οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε. ᾽Ιδού ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν᾽. (Γι᾽ αὐτό καί παρενθετικά νά ποῦμε ὅτι ἀκριβῶς γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἡ ᾽Ορθοδοξία πού κράτησε πάντοτε τή μυστική αὐτή διάσταση τῆς βίωσης τῆς πίστης ἀποτελεῖ καί θά ἀποτελεῖ πάντοτε τήν ἐλπίδα γιά τήν ἀληθινή χριστιανική ζωή).
(β) ῾Ο παραπάνω λόγος ἐξηγεῖ καί τήν ἔννοια τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ πού λέει ὁ ἀπόστολος.  Δέν πρόκειται γιά μία γνώση ἐγκεφαλικοῦ τύπου, ἀλλά γιά τή γνώση ἐκείνη πού κηρύσσουν οἱ προφῆτες ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐννοεῖ καί ἡ Καινή. ῾Η γνώση δηλαδή πού ἔρχεται ὡς καρπός ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ἡ γνώση πού προϋποθέτει τή μετοχή στή ζωή ᾽Εκείνου. Τότε μέ ἄλλα λόγια γνωρίζω τόν Θεό, κατά τή χριστιανική πίστη, ὅταν ζῶ μέσα στήν ἐνέργεια τῆς χάρης Του. ῾Γνῶσίς ἐστι μετουσία᾽ θά σημειώσει ὁ Πατήρ Πατέρων ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. ῞Οπως γνωρίζω τόν ἥλιο γιατί βρίσκομαι μέσα στίς ἐνέργειες τῶν ἀκτίνων του, κατά τόν ἴδιο τρόπο γνωρίζω τόν Θεό γιατί βρίσκομαι μέσα στό φῶς Του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἀπόστολος μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεός μᾶς φώτισε ὥστε νά ἔχουμε ἐμπειρία τῆς δόξας Του, δηλαδή τῆς χάρης καί τῆς παρουσίας Του μέσα στήν καρδιά μας.
(γ) ῾Η ἐμπειρία αὐτή τοῦ Θεοῦ ὅμως σχετίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ. ῾Μᾶς φώτισε, λέει, νά γνωρίσουμε τή δόξα Του ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια γνωρίζει κανείς τόν Θεό, μετέχει σ᾽ Αὐτόν στόν βαθμό πού τοποθετεῖται ἔναντι τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει ἔτσι γνώση Θεοῦ ἔξω ἀπό τόν Χριστό. ᾽Εκεῖνος πού θά μιλήσει γιά τόν Θεό παραθεωρώντας τόν Χριστό θά μιλήσει γιά κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι Θεός. Σάν τούς εἰδωλολάτρες πού πίστευαν σέ θεούς, κατασκευάσματα ὅμως τοῦ μυαλοῦ τους, εἴδωλα. Στήν ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου στόν Κύριο ᾽Εκεῖνος νά τούς δείξει τόν Θεό Πατέρα, ὁ Χριστός μας ἀπάντησε: ῾Τοσοῦτον χρόνον μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι, Φίλιππε, καί οὐκ ἔγνωκάς με; Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός παραμένει πάντοτε ῾ἡ θύρα᾽ διά τῆς ὁποίας ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί βρίσκει τή σωτηρία του. ῾Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽.
Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτός ὁ φωτισμός πού μᾶς γνωρίζει τόν Θεό στήν καρδιά μας ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ῞Αγιον Πνεῦμα εἶναι τό πρόσωπο πού ἀποκαλύπτει μέσα μας τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Κύριο καί Θεό. Χωρίς τόν φωτισμό αὐτό ὁ Χριστός θά γίνεται ἀποδεκτός ὡς ἄνθρωπος σπουδαῖος ἴσως, ὡς φιλόσοφος, ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, ὄχι ὅμως καί ὡς τέλειος Θεός. Τό εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο ὅταν αὐτός εἶχε ὁμολογήσει τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ - ῾σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι᾽ - τό ἀποκαλύπτει καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει ῾oὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἔχουμε μία ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά νά γνωρίζουμε τόν ἀληθινό Θεό: τό ῞Αγιον Πνεῦμα φωτίζει τίς καρδιές μας γιά νά γνωρίζουμε τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ὡς θύρα μᾶς ὁδηγεῖ στόν  Θεό Πατέρα. ῞Οτι ἐδῶ προϋποτίθεται ἡ ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, ὅπου διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος λαμβάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνει μέλος Χριστοῦ καί νά ἀρχίσει διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ᾽Εκείνου νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.

γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔρχεται μέ δυνατό τρόπο νά ἀφυπνίσει τίς συνειδήσεις μας ὡς χριστιανῶν: καλούμαστε μέσα στή δεδομένη ἀδυναμία μας ὡς πλάσματα φθαρτά νά ἐπικεντρώνουμε ὄχι σ᾽ αὐτήν, ἀλλά στόν θησαυρό πού μᾶς ἔχει δοθεῖ. Συνιστᾶ τελικῶς ἀθεΐα τό γεγονός νά ἀποδεικνυόμαστε τυφλοί στήν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας δωρεά – νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ - καί ὁλόφθαλμοι μόνο στίς ἀδυναμίες καί στά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. ῎Αν τόσα προβλήματα παρουσιάζει καί ἡ δική μας ζωή, ἄν τό ἄγχος καί ὁ πόνος μᾶς καταβάλλουν, ὥστε νά ὁδηγούμαστε συχνά στήν ἀπελπισία καί στήν ἀπόγνωση - ὁρισμένοι ἀδελφοί ὁδηγοῦνται καί στήν αὐτοκτονία – εἶναι μᾶλλον γιατί ὁ διάβολος, ῾ὁ θεός τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τά νοήματα᾽ ὄχι μόνο τῶν ἀπίστων ἀλλά καί ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν. Καί τά ἀποτελέσματα εἶναι πιά ὁρατά: εἴτε ῾χριστιανοί᾽ νά ὑβρίζουν τόν Χριστό καί νά Τόν διακωμωδοῦν, ἀγνοώντας ὅτι ἔτσι ἐμπαίζουν καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, εἴτε οἱ περισσότεροί μας νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν διακωμωδοῦμε ἔμπρακτα, γιατί καταργοῦμε αὐτό γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση νά εἴμαστε μαζί Του: τήν ἀγάπη.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ (᾽Ιωάν. 9, 12)

Μπροστά στό μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀπό τόν ᾽Ιησοῦ οἱ ᾽Ιουδαῖοι τά χάνουν καί ἀναζητοῦν τόν αἴτιο: ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Κι ὁ πρώην τυφλός πού δέχεται τήν ἐρώτηση, δέν μπορεῖ νά δώσει ἀπάντηση, πέρα ἀπό τό ὄνομα τοῦ ᾽Ιησοῦ καί τό γεγονός τῆς θεραπείας του. Διότι ὁ Κύριος, τόν ῾Οποῖο ὁ τυφλός ἀγνοεῖ, τόν ἔστειλε πρός νίψη στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ὁπότε ἐκεῖνος πιστεύοντας στόν λόγο καί ἀνταποκρινόμενος ὄντως θεραπεύεται. ᾽Αναζητοῦν λοιπόν οἱ ᾽Ιουδαῖοι τόν Χριστό.

᾽Αλλ᾽ ἡ ἀναζήτηση τοῦ ᾽Ιησοῦ εἶναι φαινόμενο πού ἐπισημαίνουμε σέ πολλά ἐπίπεδα μέσα στό Εὐαγγέλιο:
- ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὡς νήπιο ὁ ῾Ηρώδης, γιατί Τόν βλέπει ὡς ἀπειλή, ἀφοῦ εἶναι κατά τούς μάγους ῾ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν ᾽Ιουδαίων᾽,
 - ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ πολλές φορές οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες τοῦ ᾽Ισραήλ, γιατί εἶναι ῾ἐπικίνδυνος᾽, ἀφοῦ καταλύει τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί καταργεῖ τίς παραδόσεις τους,
- ἀναζητεῖ ὁ ἁπλός λαός τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί τούς ἔδωσε νά φάει,
 - ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὁ ῾Ηρώδης ᾽Αντίπας, γιατί θέλει νά ῾διασκεδάσει᾽, ἀφοῦ ἔχει ἀκούσει γιά τήν ἱκανότητά Του νά κάνει θαύματα.
 ᾽Αλλά καί: - ἀναζητοῦν οἱ μαθητές τοῦ ᾽Ιωάννη Προδρόμου τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί Αὐτόν ὑποδείκνυε ὡς Μεσσία ὁ δάσκαλός τους,
- ἔρχεται πρός ἀναζήτησή Του ὁ Ναθαναήλ πού ἄκουσε θαυμαστά γι᾽ Αὐτόν ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο,
- ἔρχονται πρός ἀναζήτησή Του οἱ Σαμαρεῖτες, γιατί προκλήθηκαν ἀπό τή μαρτυρία τῆς συμπατριώτισσάς τους, πού εἶπε ὅτι ὁ ᾽Ιησοῦς τῆς ἀπεκάλυψε ὅλη της τή ζωή.
 Κι ὄχι μόνο τότε στά χρόνια τοῦ ᾽Ιησοῦ. Σέ κάθε ἐποχή, κι ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ. Δέν θά Τόν ἀναζητοῦν ὅμως ὅλοι γιά τούς ἴδιους λόγους καί γιά τόν ἴδιο σκοπό. ῞Οπως τότε, ἔτσι καί πάντα: ἄλλος ἀναζητεῖ τόν Χριστό κινούμενος ἀπό μίσος καί ἔχθρα πρός Αὐτόν, ἄλλος ἀπό περιέργεια, ἄλλος ἀπό γνήσια ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς του, ψάχνοντας ῾τό ὕδωρ τό ζῶν᾽ κι ἄλλος ἀπό ἀγάπη πρός Αὐτόν, βλέποντας ὅτι ἡ φλόγα πού ἔχει ἀναφθεῖ μέσα του γιά τόν Χριστό διαρκῶς καί φουντώνει.

 ῎Ετσι τό ῾ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ ἀποτελεῖ αἴτημα καί τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τήν εὐαγγελική καί διαχρονική ἀλήθεια ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἀδιάφορος μπροστά Του. Πάντοτε δηλαδή μπροστά στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος νά πάρει μιά ἀπόφαση εἴτε θετική εἴτε ἀρνητική. ῞Οπως ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος τό ἔχει ἀποκαλύψει: ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. Κι ἄν ἤθελε κανείς νά κρίνει τήν ποικιλία τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστοῦ, εἴτε δηλαδή τῶν καθαρά ἐχθρῶν καί πολεμίων Του εἴτε τῶν ἀδιάφορων ἀπέναντί Του, θά ἔλεγε ὅτι οἱ ἀδιάφοροι εἶναι καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί Του, γιατί σ᾽ αὐτούς πού φανερά Τόν ἐχθρεύονται καί Τόν πολεμοῦν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀκόμη καί σύντομης μεταστροφῆς τους - ἀσχολοῦνται μέ ᾽Εκεῖνον ἔστω καί ἀρνητικά - ἐνῶ στούς ἀδιάφορους πού μπορεῖ νά μήν ἀρνοῦνται κἄν τόν Χριστό, δέν ὑπάρχει προβληματισμός καί ἐνδιαφέρον. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ ψυχρός ἤ θερμός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός (καί στούς χλιαρούς βεβαίως ἀνήκουν καί οἱ ἀδιάφοροι μέ τήν πίστη) θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (᾽Αποκ. ᾽Ιωάννη).

 Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὡς Σωτήρα τῆς ζωῆς μας δέν ὑπάρχει ἕνας δρόμος. Κι ἀπό τήν ἄλλη κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τή συγκεκριμένη ἀπάντησή Του. ᾽Εμεῖς (πρέπει νά) Τόν ἀναζητοῦμε κι ᾽Εκεῖνος θά κρίνει τό ποῦ καί τό πῶς τῆς ἐμφάνισής Του. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ ἐμφάνισή Του αὐτή ἔχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης:
῎Ερχεται ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί πού ῾φαίνεται᾽ ὅτι δέν συντρέχουν οἱ συνθῆκες τῆς παρουσίας Του.
῎Ερχεται ῾κεκλεισμένων τῶν θυρῶν᾽ ἤ ἐκεῖ πού παλεύεις μέ τά κύματα τῆς ζωῆς, ἕτοιμος νά καταποντιστεῖς – κι ᾽Εκεῖνος εἶναι πάνω στά κύματα δίπλα σου.
Πλησιάζεις κάποιον πού πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά σέ βοηθήσει γιά νά Τόν βρεῖς καί ἀκοῦς ᾽Εκεῖνον νά σέ προσφωνεῖ μέ τ᾽ ὄνομά σου.
Συνοδοιπορεῖς μέ ἄγνωστο καί σοῦ ῾βγαίνει᾽ ὁ ῎Ιδιος ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽.
῎Ερχεται κυρίως στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου᾽, στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μόλις Τόν αἰσθανθεῖς καί πᾶς νά Τόν ῾πιάσεις᾽, ῾ἄφαντος γίνεται ἀπό Σοῦ᾽.
Μά ἐκεῖ πού μᾶς εἶπε ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντα στήν ὅποια ἀναζήτησή μας εἶναι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽!



Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ (23 ΜΑΪΟΥ)





Αυτός ο αγγελώνυμος Μιχαήλ, αφού καθάρισε με τέλειο βίο τον εαυτό του κι αφιερώθηκε ήδη από τις μητρικές αγκάλες στον Θεό, έγινε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Με τη δύναμη Αυτού κατάσβεσε όλη την ανοησία των θεομάχων, φιμώνοντας τα άθεα στόματα των αιρετικών, που τολμούσαν να μιλήσουν κατά του εξεικονισμού του Χριστού. Επειδή δε δεν υπέφερε το δυσώνυμο θηρίο τον θείο λόγο της γλώσσας του (διότι δεν φοβήθηκε ούτε τρόμαξε από τις απειλές του, αλλά με ελεύθερη φωνή φώναξε δυνατά ῾Την μεν άχραντη και θεία εικόνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της αγίας Του μητέρας σέβομαι και προσκυνώ, ενώ το δικό σου δόγμα το καταφτύνω και δεν το λογαριάζω καθόλου᾽), επειδή λοιπόν με όλα αυτά ντροπιάστηκε ο τύραννος και ξεχείλισε από θυμό, γι᾽ αυτό τον καταδικάζει σε μακρινή εξορία. Αυτός δε τηρώντας καθαρό και ακηλίδωτο το κατ᾽ εικόνα, και ενώ διωκόταν από τόπο σε τόπο, έφτασε στο ευρύχωρο πλάτος του παραδείσου. Και έτσι ολοκλήρωσε τον καλό δρόμο και κοσμήθηκε από διπλά στεφάνια: προστέθηκε στους αρχιερείς ως αρχιερέας και στους μάρτυρες ως μάρτυρας”.

Σε δύο σημεία κυρίως επικεντρώνει ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος από τον βίο του οσίου Μιχαήλ: στον αγώνα του κατά των εικονομάχων και στην ασκητική βιοτή του, διά της οποίας καθάρισε την εικόνα του Θεού μέσα του και γεύτηκε τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Απαρχής ήδη της ακολουθίας που συνέγραψε γι᾽ αυτόν τονίζει: ῾Προσκυνούσες πάντοτε με τιμητικό τρόπο το ιερό εικόνισμα του Θεού και της Θεομήτορος, Μιχαήλ πανίερε, και διάλυσες τη βλάσφημη ανοησία των αιρετικών, κατατροπώνοντάς τους με τους λόγους και τα παθήματά σου᾽(῾Ιερόν εικόνισμα Θεού και της Θεομήτορος τιμητικώς προσκυνών διετέλεσας, Μιχαήλ πανίερε, και την βλάσφημον γλωσσαλγίαν διέλυσας των αιρετιζόντων, λόγοις και παθήμασι τροπούμενος᾽) (ωδή α´). ῾Έγινες, μακάριε, κατοικητήριο θείων χαρισμάτων, και προφανώς τα μετέδωσες σε όλους με πιστότητα, Μιχαήλ πανεύφημε, αφού απέκτησες θεομίμητο τρόπο ζωής και περιβλήθηκες τη δικαιοσύνη ως ιμάτιο᾽(῾Χαρισμάτων θείων γεγονώς, μάκαρ, ενδιαίτημα, πάσι πιστώς προφανώς μεταδέδωκας, Μιχαήλ πανεύφημε, θεομίμητον πολιτείαν κτησάμενος και δικαιοσύνην περιβεβλημένος ως ιμάτιον᾽) (ωδή α´).

Τα παραπάνω σημεία ο υμνογράφος τα αναπτύσσει εκτενέστερα. Ο άγιος Μιχαήλ αποτελεί διδάσκαλο των θείων δογμάτων (βλ. ωδή α´), και μάλιστα της ενανθρώπησης του Θεού, η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της δυνατότητας εξεικονισμού Του. Αν ο Θεός μπορεί να εξεικονιστεί, είναι διότι έγινε αληθινός άνθρωπος και την ανθρώπινη φύση Του περιγράφει η εικόνα. ῾Η γλώσσα σου αναδείχθηκε κάλαμος του αγίου Πνεύματος, Μιχαήλ πανένδοξε, αφού μελέτησε στις Γραφές την ένσαρκη οικονομία του παντοκράτορα Λόγου᾽(῾Η γλώσσα σου ανεδείχθη του Πνεύματος κάλαμος, Μιχαήλ πανένδοξε, οικονομίαν την ένσαρκον Γραφαίς μελετήσασα του παντοκράτορος Λόγου᾽) (ωδή δ´). Εκεί, στις θεόπνευστες Γραφές, είδε μάλιστα ότι ο σεβασμός στην εικόνα δεν είναι για την ίδια την εικόνα ως ύλη και χρώμα, αλλά για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όπως από παλιά ήδη ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει: ῾Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει᾽. ῾Γνώρισες ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο, ιεροφάντορα Πατέρα Μιχαήλ, και ακολουθώντας τις θεόπνευστες Γραφές δίδαξες τους πάντες να σέβονται την εικόνα του Χριστού και των Αγίων᾽(῾Εις το πρωτότυπον ειδώς της εικόνος την τιμήν, ιεροφάντορ, διαβαίνουσαν, Πάτερ, ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς συνάδων, τους πάντας εδίδαξας σέβειν την εικόνα Χριστού και των Αγίων᾽) (ωδή η´). Η πίστη του αγίου για τη διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας περί των εικόνων – διδασκαλία στην πραγματικότητα για την αλήθεια περί του ίδιου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – ήταν τόσο απόλυτη και στέρεα, ώστε υπέμεινε διωγμούς και εξορίες τέτοιες που θυσίασε και την ίδια τη ζωή του. ῾Υπέμεινες πικρές εξορίες, σοφέ, και έφτασες τελικά στο ευρυχωρότατο πλάτος του παραδείσου, ευρισκόμενος με τον χορό των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε᾽(῾Υπομείνας πικράς εξορίας, σοφέ, εις ευρυχωρότατον πλάτος κατήντησας του Παραδείσου, Μάρτυσι συγχορεύων, θεόφρον πανόλβιε᾽) (ωδή ς´).

Ο υμνογράφος βεβαίως επιμένει και στο δεύτερο σημείο. Ο άγιος Μιχαήλ αν είχε τόσο φωτισμό και έγινε τόσο δυνατός κήρυκας της αλήθειας, ήταν διότι την ψυχή του την είχε καθαρίσει με τον νόμιμο αγώνα κατά των παθών του. Καθαρή η καρδιά του φωτιζόταν από το Πνεύμα του Θεού και έτσι γινόταν ο οδοδείκτης των πιστών, πολύ περισσότερο μάλιστα που κατείχε την υψηλή και υπεύθυνη θέση του επισκόπου. ῾Υπέταξες τα πάθη σου με την εγκράτεια, φώτισες τον νου σου με τη θεωρία, έγινες πρακτικότατος οδηγός᾽(῾Υπέταξας τα πάθη δι᾽ εγκρατείας, εφώτισας τον νουν σου τη θεωρία, εγένου πρακτικώτατος᾽) (ωδή γ´). Κι αυτόν τον αγώνα τον εσωτερικό τον ξεκίνησε ήδη από την αγκαλιά της μητέρας του. ῾Από την αγκαλιά της μάνας σου αφιερώθηκες στον Λόγο, ιεροφάντορα. Διότι καθώς αναδείχτηκες θείο αφιέρωμα και ασχολήθηκες επιμελώς με την πρακτική θεωρία και έδρεψες τον καρπό της σοφίας, έγινες πράγματι άξιος ποιμένας᾽(῾Εξ αγκαλών ανετέθης τω Λόγω, ιεροφάντορ. Θείον γαρ ανάθημα δεδειγμένος, ενδιαπρέψας πρακτική θεωρία και σοφίας καρπόν δρεψάμενος, γέγονας ποιμήν αληθώς αξιόληπτος᾽) (ωδή ε´). Από την άποψη αυτή ο άγιος Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί με συνέπεια τα ίχνη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Επειδή πίστεψε στον Χριστό, έγινε μαθητής Αυτού κι επιβεβαίωσε τη μαθητεία αυτή με τα παθήματα της ζωής του. ῾Χρημάτισες μαθητής του Χριστού του Θεού και ζήλεψες τα παθήματά Του, μακάριε, κινδυνεύοντας βεβαίως πάρα πολύ για την Εκκλησία Του, θεόπνευστε᾽(῾Μαθητής χρηματίσας Χριστού του Θεού, τούτου τα παθήματα, μάκαρ, εζήλωσας, προκινδυνεύων άριστα της αυτού Εκκλησίας, θεόπνευστε᾽) (ωδή ς´).

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ Ο χρωματισμός της ζωής μας



Πολλές φορές συναντάμε ανθρώπους που γεμάτοι από κατήφεια και μελαγχολική διάθεση προσπαθούν να μας πείσουν πόσο μαύρη είναι η ζωή τους: όλα τούς πάνε ανάποδα, όλοι τούς εχθρεύονται και τους υπονομεύουν, οι ίδιοι πονάνε παντού και πάσχουν από διάφορες αρρώστιες, τα οικονομικά τους βρίσκονται σε στενότητα... Πρόκειται γι᾽ ανθρώπους που η απαισιοδοξία τούς ἔχει καταβάλει και είναι αυτοί που ο λαός μας λέει ότι ῾βλέπουν το ποτήρι όχι μισογεμάτο, μα μισοάδειο᾽. Θυμίζει η περίπτωσή τους τους οπαδούς της φιλοσοφίας του αθέου υπαρξισμού, οι οποίοι εκκινώντας από τα φοβερά γεγονότα που εκτυλίχτηκαν κατά τον 20ό αι. – παγκόσμιους πολέμους, αύξηση εγκληματικότητας, έξαρση ναρκωτικών – τόνιζαν και τονίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε καλό στον πλανήτη μας, ότι ο χαρακτηρισμός ῾κόσμος᾽ που είχαν δώσει οι αρχαίοι ´Ελληνες στον κόσμο μας, δηλαδή ότι είναι κόσμημα: κάτι που έχει τάξη και ομορφιά, δεν ισχύει, ότι η μόνη βεβαιότητα είναι ο φόβος που φωλιάζει στον άνθρωπο και η συνακόλουθη ανασφάλεια.

Από την άλλη μεριά, στον αντίποδα, μπορεί να συναντήσουμε αγίους ανθρώπους της Εκκλησίας, οι οποίοι ζουν στον ίδιο με τους παραπάνω κόσμο, μα η διάθεσή τους είναι παντελώς διαφορετική: έχουν μία πνευματική ισορροπία καταπλήσσουσα, είναι γαληνεμένοι και ειρηνικοί στη ζωή τους, το άγχος και η ανασφάλεια είναι ξένες προς αυτούς καταστάσεις, κι ακόμη: η χαρά και η ευτυχία φαίνεται καθαρά ότι διακατέχουν τον εσωτερικό τους κόσμο.

Βεβαίως στη δεύτερη αυτή περίπτωση είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι η χαρά και η ευτυχία των αγίων αυτών δεν είναι μία μόνιμη και συνεχής κατάσταση. Υπάρχουν και γι᾽ αυτούς στιγμές ή περίοδοι μεγαλύτεροι στη ζωή τους, που βιώνουν τη θλίψη, τη στενοχώρια, την απαισιοδοξία, τον φόβο και την ανασφάλεια. Αλλά πρόκειται για διαπαιδαγώγηση του Θεού προκειμένου να παγιωθούν στη χαρά και όχι για αρνητική θεώρηση της ζωής και μάλιστα μερικές φορές με φιλοσοφικές προϋποθέσεις.

Τι είναι εκείνο άραγε το οποίο προκαλεί τις διαφορετικές θεωρήσεις των δύο παραπάνω περιπτώσεων; Πώς άλλοι άνθρωποι τα βλέπουν όλα μαύρα, κατά το κοινώς λεγόμενο, και άλλοι τα βλέπουν πλημμυρισμένα στο φως, αφού και οι μεν και οι δε βρίσκονται κάτω από τον ίδιο παρανομαστή: να ζουν τη ζωή αυτού του κόσμου;

Εκείνο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους είναι η οπτική γωνία από την οποία βλέπουν τον κόσμο και τη ζωή. Και την οπτική αυτή γωνία τη δημιουργεί η υπάρχουσα ή μη πίστη τους στον Θεό. Ο καθένας βλέπει τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής. Αν η ψυχή είναι δεμένη με τον Θεό και φωτίζεται από Αυτόν, τότε μπορεί να επισημάνει την παρουσία Του σε κάθε τι από τη δημιουργία, οπότε βλέπει το νόημα των πραγμάτων και έχει λόγους να χαίρεται. Αν όμως ο άνθρωπος δεν πιστεύει στον Θεό ή γενικώς παρουσιάζει μία λειψή πίστη, αυτό που ονομάζουμε ολιγοπιστία, τότε τον κόσμο θα τον δει με τα κυριαρχημένα από τα πάθη του και τις ανασφάλειές του μάτια της ψυχής του, οπότε ο χρωματισμός του κόσμου θα είναι ανάλογος: όλα κακά και άσχημα.

Η σύγχρονη ψυχολογία έχει επισημάνει την αλήθεια αυτή, όταν χρησιμοποιεί τον όρο π ρ ο β ο λ ή, για να ερμηνεύσει τους χαρακτηρισμούς και τις αξιολογήσεις  των ανθρώπων σχετικά με τη ζωή τους και τον κόσμο που τους περιβάλλει. Υποστηρίζει δηλαδή ότι όταν προβαίνουμε σε κάποια αξιολόγηση ενός γεγονότος ή μιας καταστάσεως, στην πραγματικότητα προβάλλουμε προς τα έξω ό,τι κυριαρχεί στον εσωτερικό μας κόσμο: αν ο κόσμος μας αυτός είναι ισορροπημένος, ισορροπημένα θα βλέπουμε και τα γύρω μας· αν υπάρχει κάποια εμπλοκή μέσα μας, την εμπλοκή αυτή θα προβάλλουμε και προς τα έξω. Γι᾽ αυτό και οι κρίσεις μας τις περισσότερες φορές  είναι επισφαλείς και υπό αμφισβήτηση: εξαρτώνται άμεσα από το τι κυριαρχεί μέσα μας.

Ο απόστολος Παύλος τη σχέση αυτή μεταξύ της ψυχής και του κόσμου από πλευράς αξιολογήσεως την κατέγραψε με τη φράση: ῾πάντα καθαρά τοις καθαροίς᾽ (Τίτ. 1, 15). ´Ολα είναι καθαρά γι᾽ αυτούς που είναι καθαροί στην ψυχή. Η επισήμανση έτσι της πονηρίας και της κακίας στόν κόσμο συνιστά ταυτοχρόνως και φανέρωση της πονηρίας και της κακίας στη δική μας ψυχή. Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, ο νεώτερος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας, ως εξής επισημαίνει την παραπάνω αλήθεια:

῾´Ηξευρε γαρ πως, όταν αριστερώς λογιάσης κανένα κακόν του αδελφού σου, είναι κάποια ρίζα του αυτού κακού και εις την καρδίαν την εδικήν σου· ήτις, κατά την διάθεσιν, και το πάθος, οπού έχει, έτσι εμπαθώς κρίνει και τα των άλλων, ως γέγραπται. ῾Ο πονηρός άνθρωπος, εκ του πονηρού θησαυρού της καρδίας εκβάλλει τα πονηρά᾽ (Ματθ. ιβ´ 35). Διατί, κατά άλλον τρόπον, ένας καθαρός και απαθής οφθαλμός, απαθώς βλέπει και τα πράγματα, και όχι πονηρώς. ῾Καθαρός ο οφθαλμός του μη οράν πονηρά᾽ (Αββακ. α´ 13). ´Οθεν, όταν έλθη εις τον λογισμόν σου να κρίνης άλλους δια κανένα ελάττωμα, αγανάκτησε κατά του εαυτού σου, ως πταίστου, και εργάτου του ιδίου σφάλματος, και ειπέ εις την καρδίαν σου· ῾Πώς εγώ ο ταλαίπωρος, ευρισκόμενος εις το ίδιον σφάλμα, και εις άλλα βαρύτερα ελαττώματα, θέλω αποτολμήσει να υψώσω την κεφαλήν, δια να ιδώ, και να κρίνω των άλλων τα σφάλματα;᾽ Και ούτω, τα άρματα, οπού θέλεις να μεταχειρισθής κατά των άλλων μεταχειρίσου τα κατά σου δια να δώσης ιατρείαν εις τας πληγάς σου᾽.

Από την πατερική μας παράδοση είναι πολύ γνωστό εν προκειμένω το περιστατικό που καταγράφει ο αββάς Δωρόθεος, κατά το οποίο τρεις διερχόμενοι από ένα δρόμο άνθρωποι το σούρουπο και βλέποντας κάποιον να περιμένει στη γωνία, έκαναν τρεις διαφορετικές σκέψεις γι᾽ αυτόν: ο ένας σκέφτηκε ότι πρόκειται για κλέφτη που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κλέψει τα σπίτια· ο άλλος σκέφτηκε ότι περιμένει τη φίλη του για να πάνε να πορνέψουν· και ο τρίτος έκανε τη σκέψη ότι περιμένει τον φίλο του για να πάνε στην αγρυπνία της παρακείμενης Εκκλησίας. Είναι φανερό ότι στο περιστατικό έχουμε ανάγλυφη την περίπτωση του φαινομένου της ψυχολογικής προβολής: ο καθένας ερμήνευσε τα πράγματα σύμφωνα με το περιεχόμενο της καρδιάς του.

Το τί πρέπει να κάνουμε, πιστεύουμε, είναι πια αυτονόητο. Χρειάζεται να αγωνιζόμαστε ως πιστοί στην καλλιέργεια των λεγομένων καλών λογισμών. Να αρχίσουμε συστηματικά δηλαδή να βλέπουμε τον κόσμο μας, τους συνανθρώπους μας, τον εαυτό μας, τη φύση με τα μάτια που μας έχει πει να βλέπουμε ο Χριστός, οι Απόστολοι και οι άγιοί μας. Κι αυτό πιο συγκεκριμένα σημαίνει:

- να επιμένουμε στην αίσθηση καταρχάς της πανταχού παρουσίας του Θεού μας. Ο κόσμος όλος είναι δημιούργημα του Τριαδικού Θεού και εξαρτάται απολύτως από Αυτόν. Η πιο φυσική λοιπόν σκέψη και αίσθηση είναι να νιώθει κανείς την παρουσία Εκείνου στα πάντα·
- να συνηθίσουμε να βλέπουμε την παρουσία του Χριστού στο πρόσωπο των συνανθρώπων μας. ´Ο,τι κι αν είναι ο συνάνθρωπος κι ό,τι κι αν κάνει, δεν παύει ν᾽ αποτελεί εικόνα του Θεού και μυστική παρουσία Εκείνου. ῾Εφ᾽ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε᾽ (Ματθ. 25, 40)·
- να αρχίσουμε να βλέπουμε και τον ίδιο μας τον εαυτό σε σχέση άμεση με τον Χριστό: αποτελούμε ως βαπτισμένοι στο όνομά Του, πέρα από εικόνες Του, και μέλη του σώματός Του, κατοικητήριά Του, ναούς του αγίου Πνεύματός Του.

Η συστηματική καλλιέργεια των λογισμών αυτών δεν μας οδηγεί σε χώρους ουτοπίας, δεν μας βγάζει από την πραγματικότητα. ´Ισα ίσα μας προσγειώνει στην καθαυτό αλήθεια, αφού μας κάνει να μη μένουμε στην επιφάνεια των γεγονότων και του κόσμου, αλλά νά βλέπουμε το βάθος τους. ´Αλλωστε ποιος άλλος γνωρίζει καλύτερα τον κόσμο και τον άνθρωπο από τον ίδιο τον Δημιουργό τους, τον Κύριο Ιησού Χριστό; ´Οταν λοιπόν μας προσανατολίζει ο ίδιος ο Χριστός σ᾽ αυτήν την όραση των πραγμάτων, ποιος θα᾽ ναι εκείνος, εκτός από τον άπιστο άνθρωπο, που θα την αμφισβητήσει;

Ο γνωστός άγιος Γέροντας Παΐσιος επί του προκειμένου είχε πει πάρα πολλά. Συνήθιζε μάλιστα να επαναλαμβάνει:
῾Πρέπει πάντοτε να προσέχουμε και να έχουμε μία συνεχή αμφιβολία για το αν τα πράγματα είναι έτσι που τα σκεπτόμαστε. Γιατί, όταν κανείς συνεχώς ασχολείται με τους λογισμούς του και τους εμπιστεύεται, τα φέρνει έτσι ο διάβολος, ώστε να κάνει τον άνθρωπο πονηρό, έστω κι αν είναι από τη φύση του αγαθός... Πρέπει να έχουμε καλούς λογισμούς. Αν δεν έχουμε, τότε και ο Μέγας Αντώνιος να είναι γέροντάς μας και νά κάνει συνέχεια θαύματα, δεν θα μπορέσει σε τίποτε να μας βοηθήσει᾽!

Το πρόβλημά μας όμως είναι ακριβώς τούτο: η πίστη μας. ´Η θα αυξήσουμε την πίστη μας για να συνδεθούμε με τον Χριστό και την παναγία Τριάδα, ή θα ταλαιπωρούμαστε από την ολιγοπιστία και την απιστία μας, βουλιάζοντας μέσα στην ανισορροπία των παθών και των κακιών μας και γενόμενοι έρμαια του διαβόλου. Από την απάντηση που θα δώσουμε και τη στάση που θα κρατήσουμε, εξαρτάται αν θα ζούμε τη ζωή μας – και την εδώ και την αιώνια – ως κόλαση ή ως παράδεισο!