Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΜΑΤΡΩΝΑ Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



῾῾Η αγία Ματρώνα ήταν υπηρέτρια κάποιας Ιουδαίας γυναίκας, που ονομαζόταν Παντίλλα. Ακολουθούσε την κυρία της μέχρι τη συναγωγή, δεν έμπαινε όμως μέσα, αλλά γύριζε και πήγαινε στην Εκκλησία των Χριστιανών. Την είδαν λοιπόν κάποια φορά, οπότε την έπιασαν και την κτύπησαν πάρα πολύ και στη συνέχεια την έκλεισαν στη φυλακή επί τέσσερις ημέρες, χωρίς να μπορεί να την πλησιάσει κανείς και χωρίς φαγητό. Έπειτα την έβγαλαν και την καταξέσχισαν με μαστίγια. Πάλι την φυλάκισαν και την άφησαν πολλές ημέρες εκεί, όπου και παρέθεσε την ψυχή της στον Θεό. Λένε ότι το άγιο λείψανό της το έριξε η Παντίλλα από το τείχος κάτω, γι᾽αυτό και υπέστη δίκαιη τιμωρία, πέφτοντας κατά λάθος μέσα στο πατητήρι, στο οποίο χυνόταν από επάνω ο πατημένος μούστος. Εκεί τέλειωσε τη ζωή της και βγήκε η ψυχή της᾽.

Η αντίθεση είναι έντονη: από τη μια, η αγία Ματρώνα, η δούλη, η άσημη, η καταφρονεμένη· κι από την άλλη, η Παντίλλα, η κυρία, η ένδοξη, η πλούσια. Με κοσμικά κριτήρια, δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Ο ζυγός κλίνει αυτομάτως προς τη μεριά της Παντίλλας. Αυτό δεν θα έλεγε ο σύγχρονος εκκοσμικευμένος άνθρωπος, ακόμη κι άν είναι ῾χριστιανός᾽; Όταν για παράδειγμα αυτό που φαίνεται ως προτεραιότητα στους περισσοτέρους: το κυνηγητό των απολαύσεων, του χρήματος, της δόξας, είναι αυτό που προβάλλει η Παντίλλα, ποιος δεν θα επέλεγε τη δική της θέση, ενώ θα οίκτιρε  την ῾κατάντια᾽ της Ματρώνας; Κι όμως πόση πλάνη υπάρχει σε μία τέτοια αξιολογική κρίση! Διότι είναι η κρίση της επιφάνειας. Στο βάθος,  εκεί που είναι η καρδιά και που βλέπει ο Κύριος, ο δίκαιος κριτής, εκεί που τα πράγματα λειτουργούν σε επίπεδο αιωνιότητας, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά: η Ματρώνα είναι η ένδοξη και η κυρία, το άστρο το φωτεινό, και η Παντίλλα είναι η άσημη, η ανύπαρκτη, η δούλη και η ταλαίπωρη. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας, ο άγιος Θεοφάνης, επανειλημμένως τονίζει την πραγματικότητα αυτή, διότι ακριβώς κινείται με τα κριτήρια του αναγεννημένου ανθρώπου, του χριστιανού, που βλέπει τα πράγματα κάτω από την οπτική της εν Χριστώ αποκάλυψης, δηλαδή της αλήθειας. ῾῾Έχεις θεϊκό νου αληθινά, και σοφό και θεόφρονα, γι᾽αυτό και λάμπεις στη χορεία των μαρτύρων, Ματρώνα παμμακάριστε᾽᾽(῾῾Νουν θείον αληθώς και σοφόν και θεόφρονα συ έχουσα διαλάμπεις εν χορεία μαρτύρων, Ματρώνα παμμακάριστε᾽᾽) (ωδή ε´). ῾῾Ορυόταν και ήταν σαν μεθυσμένη και σφάδαζε από τον θυμό η δυσεβέστατη (Παντίλλα)᾽᾽ (῾῾Ωρυομένη και μέθη βεβακχευμένη και τω θυμώ σφαδάζουσα η δυσσεβεστάτη᾽᾽) (ωδή δ´). ῾῾Ματρώνα, δυναμωνόσουν από τη θεία δύναμη και ξέφυγες από την υπερήφανη δουλική γνώμη της πικρής κυρίας σου. Κι αυτό γιατί είχες ψυχή, που δούλευε μόνο στον Δεσπότη Κύριο᾽᾽ (῾῾Ρώμη τη θεία, Ματρώνα, δυναμουμένη, νυν της πικράς Δεσποίνης εξέφυγες δουλείαν, γνώμην αταπείνωτον· ψυχής γαρ εκέκτησο μόνω τω Δεσπότη δουλεύουσα᾽᾽) (ωδή δ´).

Αιτία για την εις βάθος αυτήν πραγματικότητα, την ίδια την αλήθεια, είναι το γεγονός ότι ενώπιον του Θεού εκείνο που μετράει κι έχει σημασία δεν είναι ασφαλώς τα πλούτη και η δόξα, η επίγεια κατάσταση του ανθρώπου, είτε της ελευθερίας είτε της δουλείας, ό,τι δηλαδή είναι φθαρτό με ημερομηνία λήξεως, αλλά ό,τι παραμένει στην αιωνιότητα. Κι αυτό είναι η αρετή του ανθρώπου, η ζωή η σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. ῾῾Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης -  όπως λέει ο Κύριος - όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ᾽᾽. Ο άγιος υμνογράφος φωνάζει εν προκειμένω στην ωδή ς´: ῾῾Η Ματρώνα δεν κρίνεται σαν δούλη ή σαν ελεύθερη, με βάση τον Χριστό. Κρίνεται από την ομορφιά της αρετής της, γιατί ήταν στολισμένη με τους τρόπους της ευσέβειας᾽᾽ (῾῾Ου δούλος εν Χριστώ ουκ ελεύθερος κρίνεται, αλλ᾽ αρετής ευμορφία, ευεβείας τρόποις κεκοσμημένη᾽᾽). Κι αυτό σημαίνει ότι η αγία Ματρώνα, και βεβαίως κάθε χριστιανός συνεπής, κινείται σε επίπεδο αληθινής ελευθερίας, πέρα από τις δεσμεύσεις που προκαλεί ο κόσμος αυτός στην ψυχή του ανθρώπου. Διότι ελεύθερος είναι αυτός που προσβλέπει πέρα από τα επίγεια κι είναι έτοιμος να δώσει και τη ζωή του προς χάρη του Κυρίου, ο Οποίος ήρθε στη γη ως δούλος, ακριβώς για να δώσει ελευθερία στον άνθρωπο. ῾῾Αυτός που καταδέχτηκε τη μορφή δούλου, να γίνει δηλαδή άνθρωπος,  ο Χριστός ο Θεός μας, θέλοντας να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της φθοράς και του θανάτου, μνηστεύτηκε εσένα ως μάρτυρα νύμφη Του και σε ελευθέρωσε από το ζυγό της δουλείας᾽᾽ (῾῾Ο δούλου καταξιώσας δέξασθαι μορφήν Χριστός ο Θεός, ελευθερώσαι ταύτην βουληθείς εκ φθοράς και θανάτου δεσμών, από ζυγού δουλείας σε, Μάρτυρα Νύφην εμνηστεύσατο᾽᾽) (ωδή α´).

Τι ήταν εκείνο που έκανε την αγία Ματρώνα να θέσει ως προτεραιότητα της ζωής της το θέλημα του Θεού, δηλαδή να δει την πραγματικότητα της αιωνιότητας μέσα και στη ζωή αυτή, και πάνω σ᾽ αυτό το θέλημα του Θεού να πεθάνει; Μα τι άλλο, από την αγάπη της προς τον Κύριο. Ο έρωτάς της προς τον Χριστό ήταν το στοιχείο που ενεργοποίησε τη χάρη του Θεού και την οδήγησε στα ύψη του παραδείσου. ῾῾Με προθυμία και θάρρος προχώρησες πράγματι προς τον εραστή σου Χριστό, πανεύφημε᾽᾽ (῾῾Μετ᾽ευμενείας και παρρησίας προσεχώρησας όντως πος τον σον, πανεύφημε, εραστήν᾽᾽) (ωδή ζ´). Γι᾽αυτό και ῾῾είναι ωραίο το στεφάνι που τώρα φορά η ένδοξη Ματρώνα, που πήρε από το ζωαρχικό χέρι του Παντοκράτορα Χριστού᾽᾽ (῾῾Ωραίος ο στέφανος, ον νυν εστέφθης, ένδοξε, ζωαρχική δεξιά του Παντοκράτορος᾽᾽) (ωδή η´ ). Ίσως κάποτε πρέπει να μάθουμε οι χριστιανοί ότι το μυστικό της πνευματικής ζωής, αυτό που συνιστά την κινητήρια δύναμη των πάντων και οδηγεί σε υπέρ φύσιν καταστάσεις, είναι η αγάπη προς τον Χριστό. Ούτε τα φόβητρα της κόλασης ούτε οι απολαύσεις του Παραδείσου, αλλά η αγάπη του Θεού είναι εκείνο που ευλογείται κατεξοχήν από τον Κύριο. Και ποια άλλη αγάπη μπορεί να θεωρηθεί ως περισσότερο άξια από την αγάπη αυτή; Γιατί είναι η μόνη που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει και ποτέ δεν μας απογοητεύει. Πόσο την θέλουμε όμως; 


Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ (6)



῾Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ᾽.

Αἴτημα τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Κύριες ἀρετές εἶναι ἡ σωφροσύνη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀγάπη.

Πρίν προβοῦμε σέ σύντομο σχολιασμό τῶν ἐννοιῶν καί τῆς παραπάνω πρότασης, εἶναι καλό νά ἐπισημάνουμε δύο σημεῖα. Τό πρῶτο: ἡ ἐκκλησιαστική πατερική παράδοση, ὅπως φαίνεται ἐδῶ στήν εὐχή τοῦ ὁσίου ᾽Εφραίμ, ὅταν καταδικάζει ἀρνητικές καταστάσεις, τό κάνει μέ τήν προοπτική πάντοτε τῆς θετικῆς ἀναφορᾶς. ᾽Επικαλούμενος δηλαδή ὁ ὅσιος τήν χάρη τῆς ἀποφυγῆς τῶν παθῶν, ταυτοχρόνως ἀναζητεῖ καί τήν δωρεά τῶν ἀρετῶν. Αὐτό συμβαίνει γιατί ποτέ ἡ χριστιανική πίστη δέν τονίζει τήν ἄρνηση παρά στόν βαθμό πού ὑπάρχει καί τό θετικό στοιχεῖο, μᾶλλον ἡ ἄρνηση δικαιολογεῖται, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ θέση. Αὐτό ἀκριβῶς βλέπουμε γενικά καί στόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Θεός τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη. ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού τοῦ λέει πρωτίστως τί νά κάνει καί κατά δεύτερο λόγο τί νά μή κάνει. Καλύτερα: τό τί δέν πρέπει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι συνέπεια τῆς γνώσεως τοῦ τί πρέπει νά κάνει. Παράδειγμα: ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά ἀκατακρισία κατανοεῖται μόνον ἄν ληφθῆ ὑπόψη ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης. ῎Ετσι ἡ πνευματική πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι πορεία αὐξήσεως καί ἐπεκτάσεως σ᾽ αὐτό πού εἶναι ὁ Θεός. Δέν εἶναι πορεία στερήσεως καί ἀρνήσεως.

Τό δεύτερο σημεῖο: οἱ ἀρετές στήν χριστιανική πίστη δέν νοοῦνται κατά τά ἀρχαιοελληνικά δεδομένα. Οἱ ἀρχαῖοι ῞Ελληνες τίς ἀρετές τίς θεωροῦσαν ὡς προσωπικό καί ἀτομικό ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρώπου, κάτι σάν κατόρθωμα. Χαρακτηριστικό λοιπόν τῆς ἀρετῆς ἦταν ἡ καύχηση: οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου ἦταν τό ποιητικό αἴτιο. Στήν ᾽Ορθοδοξία οἱ ἀρετές νοοῦνται ὡς καρπός τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν ἄνθρωπο. ῾῾Ο δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια᾽ (Γαλ. 5, 22). Δέν εἶναι δηλαδή οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις  πού κατακτοῦν τήν ἀρετή, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού γεμίζοντας τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τόν κάνει νά ἐκφράζεται μέ τίς ἀρετές. ῎Ετσι βάση κάθε ἀρετῆς στόν χριστιανισμό ἔχουμε τήν ταπείνωση: ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του δέν μπορεῖ τίποτε οὐσιαστικά καλό νά διαπράξει.

᾽Ερχόμαστε τώρα στόν ἐπιμέρους σχολιασμό.

῾Η σωφροσύνη

Τό πρῶτο χάρισμα πού ζητᾶ ὁ πιστός ἀπό τόν Θεό εἶναι ἡ ἀρετή τῆς σωφροσύνης, δηλαδή νά βρίσκεται σέ μία ἰσορροπημένη κατάσταση, ὅπως δηλώνει ἡ ἴδια ἡ λέξη: νά ἔχει σώας τάς φρένας. ῾Η σωφροσύνη κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἀποτελεῖ δεῖγμα θεοσεβείας. ᾽Αναφερόμενος συγκεκριμένα (Α´ Τιμ. 2, 9-10) σέ γυναῖκες πού θέλουν νά ζήσουν μέ σεβασμό στόν Θεό θεωρεῖ ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο γι᾽ αὐτές μεταξύ τῶν ἄλλων τήν σωφροσύνη. ῾Η σωφροσύνη δηλαδή προϋποθέτει κατά κύριο λόγο τήν πίστη στόν Θεό. ῎Αλλωστε ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀθεΐα, κατά τήν Γραφή, θεωροῦνται ὡς καρπός ἀφροσύνης. ῾Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐκ ἔστι Θεός᾽.

῾Η σωφροσύνη ἔπειτα σχετίζεται μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι στήν παραβολή τοῦ ἄφρονος, δηλαδή τοῦ ἀνόητου, πλουσίου ἐκεῖνο πού διέπει τόν πλούσιο εἶναι ἀκριβῶς ἡ καύχησή του γιά τά πλούτη του καί ἡ ἐγωϊστική κατοχή τῶν ἀγαθῶν του (Πρβ. Λουκ. 12, 16ἑξ.). ῎Ετσι ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐκείνη ἡ ἀρετή πού φανερώνει τήν ὀρθή σχέση τοῦ ἀνθρώπου καί ἔναντι τοῦ Θεοῦ (πίστη) καί ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του (ἀγάπη), ἀλλά καί ἔναντι τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του (ταπείνωση). Γι᾽ αὐτό καί κύριο γνώρισμά της ἔχει τήν κοσμιότητα σέ ὅλα. ῾Σωφροσύνης ἴδιον – κατά Κλήμεντα ᾽Αλεξανδρέα – κοσμίαν ἑαυτῷ διά πάντων ἄγειν᾽.

῾Η πατερική παράδοση μέ διεισδυτική ματιά μᾶς ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερο ἑρμηνευτικό βάθος. Βλέπει τήν σωφροσύνη νά σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τό παθητικό λεγόμενο τμῆμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, κατεξοχήν δέ μέ τό ἐπιθυμητικό. Εἶναι χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ ἀσκητικοῦ συγγραφέα Εὐαγρίου πού ἐκφράζουν τήν συνολική ἀσκητική γραμματεία ἐπί τοῦ προκειμένου: ῾῞Οταν ἐν τῷ ἐπιθυμητικῷ (γένηται ἡ ἀρετή, καλεῖται) σωφροσύνη καί ἀγάπη καί ἐγκράτεια...σωφροσύνης δέ ἔργον, τό βλέπειν ἀπαθῶς τά πράγματα, τά κινοῦντα ἐν ἡμῖν φαντασίας ἀλόγους᾽ (῞Οταν ἡ ἀρετή ὑπάρχει στόν χῶρο τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ ἀνθρώπου ὀνομάζεται σωφροσύνη καί ἀγάπη καί ἐγκράτεια...῎Εργο δέ τῆς σωφροσύνης εἶναι νά βλέπει μέ ἀπάθεια τά πράγματα πού κινοῦν μέσα μας παράλογες φαντασίες).
Προϋπόθεση τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς εἶναι ἡ γνωστή ἤδη ἀπό τήν πλατωνική φιλοσοφία (ἀλλά μέ χριστιανική ἑρμηνεία ἀπό τούς Πατέρες) ἀποδοχή τῆς διακρίσεως τῆς ψυχῆς σέ τρεῖς δυνάμεις: τό λογιστικό (ὁ χῶρος τῶν λογισμῶν), τό ἐπιθυμητικό (ὁ χῶρος τῶν ἐπιθυμιῶν) καί τό θυμοειδές (ὁ χῶρος τῶν συναισθημάτων). Τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμοειδές συνιστοῦν τό παθητικό τῆς ψυχῆς (ἐκεῖ λειτουργοῦν καί ἐνεργοῦν τά πάθη), ἀπό τήν καλή ἤ ὄχι κατάσταση τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται καί τό λογιστικό. ῾Η καλή κατάσταση τοῦ παθητικοῦ εἶναι ἡ ἀπάθεια, κατανοούμενη ὡς ὑπέρβαση τῶν παθῶν καί ὄχι βεβαίως καταστροφή αὐτῶν, πού σημαίνει ὅτι τότε κανείς μπορεῖ νά ἔχει θεωρία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνηκόντων σέ Αὐτόν, ὅταν ἔχει καθαρθεῖ ὡς πρός τά πάθη του. ῎Ετσι δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά προοδεύσει πνευματικά, δηλαδή νά δεῖ καί νά γνωρίσει τόν Θεό, χωρίς τήν ἀρετή τῆς σωφροσύνης. Αὐτῆς ἔργο εἶναι ῾τό βλέπειν ἀπαθῶς τά πράγματα᾽ καί ἄρα ἡ ἀποφυγή καί τῆς ἀλόγους φαντασίας. Κατά συνέπεια σώφρων εἶναι αὐτός πού κυριαρχεῖ ἐπί τῶν ἐπιθυμιῶν του, ὁ ἐγκρατής, ὁ ἐλεύθερος τῶν κακῶν παθῶν. Μέ ἄλλα λόγια ἡ σωφροσύνη κάνει τόν ἄνθρωπο κύριο καί αὐτοκράτορα. ῾῾Η σωφροσύνη, κατά τήν γνῶσιν τελειουμένη... κύριον καί αὐτοκράτορα τόν ἄνδρα κατασκευάζει᾽ (Κλήμης ᾽Αλεξανδρεύς).

῾Υπό τούς ὅρους αὐτούς ἡ σωφροσύνη δέν πορεῖ νά νοηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τήν νηστεία. Κατά τήν ᾽Εκκλησία μας μάλιστα ἡ νηστεία θεωρεῖται ὡς μητέρα τῆς σωφροσύνης. ῾᾽Ελήλυθεν ἡ νηστεία, ἡ μήτηρ τῆς σωφροσύνης᾽ (Τροπάριο Α´ Νηστειῶν). Κι αὐτό γιατί ἡ νηστεία ὡς ἐγκράτεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀλλά καί τῶν ἁμαρτημάτων ἀποτελεῖ τήν κατεξοχήν ἀπόδειξη τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά δεσμά τῆς ῾γεώδους ὀρέξεώς᾽ του, στά ὁποῖα τόν ἔριξε ἡ ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό ἤδη ἀπό τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



«Πανηγύρι της πίστης και της λευτεριάς» κατά τον ποιητή η 25η Μαρτίου. Ημέρα που καλούμαστε να θυμηθούμε τους αγώνες που έκαναν οι ηρωϊκοί προγονοί μας, προκειμένου να αποτινάξουν τη για 400 χρόνια σκλαβιά των Τούρκων. Ιερό ορόσημο η ημέρα, αφού θεωρείται η απαρχή για την απόκτηση της εθνικής μας ελευθερίας. Είναι όμως και ημέρα που περισσότερο καλεί εμάς τους πιστούς, οι οποίοι βλέπουμε το βάθος των γεγονότων, όχι απλώς να θυμηθούμε κάτι ή και να παραδειγματιστούμε από κάτι, αλλά να συμμετάσχουμε στο σπουδαιότερο γεγονός που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα στην Παναγία. Κι αν η μία εορτή είναι σπουδαία λόγω της απαρχής της εθνικής μας ελευθερίας, η άλλη, του Ευαγγελισμού, είναι σπουδαιοτάτη εορτή, λόγω της απαρχής της υπαρξιακής και αιώνιας σωτηρίας μας.

Το απολυτίκιο της ημέρας μας βοηθάει στην προσέγγιση του νοήματος της εορτής, οπότε αυτό θα σχολιάσουμε δι’ ολίγων στη συνέχεια.
«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός του Θεού υιός της Παρθένου γίνεται και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν∙  Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου».
(Σήμερα ανακεφαλαιώνεται η σωτηρία μας και φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου Μαρίας και ο αρχάγγελος Γαβριήλ εξαγγέλλει χαρμόσυνα τη χάρη αυτή. Για το λόγο τούτο κι εμείς μαζί με αυτόν ας φωνάξουμε δυνατά στη Θεοτόκο: Χαίρε Συ που είσαι γεμάτη από τη χάρη του Θεού. Ο Κύριος είναι μαζί Σου).

Το πρώτο σημείο που μας επισημαίνει το απολυτίκιο είναι το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.
Στη στάση αυτή έναντι της Θεοτόκου έχουμε πρότυπα τους αγγέλους. Ιδίως στον αρχάγγελο Γαβριήλ βλέπουμε την ορθή τοποθέτηση απέναντι στη Μητέρα του Κυρίου: τη χαρισματική αναγνώριση της σχέσης της με τον Υιό της, γι’ αυτό και η τιμή προς εκείνη αποτελεί γνώρισμα και των ανθρώπων και των αγγέλων. «Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις, Αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος…» κατά την έκφραση του γνωστού ύμνου. Κι είναι τούτο επιβεβαίωση της αλήθειας της πίστης μας ότι «φως για τους ανθρώπους είναι οι άγγελοι». Όπως ο αρχάγγελος μας δίδαξε να την προσφωνούμε «Κεχαριτωμένην», έτσι και η ζωή γενικά των αγγέλων γίνεται πρότυπο για όλη τη ζωή των Χριστιανών, κατά το λόγο και του Κυρίου, που μας λέει να επιτελούμε το θέλημα του Θεού «ως εν Ουρανώ και επί της γης».

Ένα δεύτερο βασικό σημείο του απολυτικίου είναι η αιτιολογία  που δίνει για την υψηλή θέση που κατέχει η Παναγία και για τη μεγάλη χάρη με την οποία χαριτώθηκε: δι’ αυτής ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος. Η Παναγία έγινε «το όχημα δι’ ης κατέβη ο Θεός». Δάνεισε τη σάρκα της στον Υιό και Θεό της, οπότε η ανθρώπινη φύση του Χριστού έκτοτε φέρει και τη σφραγίδα της Παναχράντου Μητέρας Του. Με τον αρχαγγελικό χαιρετισμό πιο συγκεκριμένα ο Θεός γίνεται έμβρυο στη γαστέρα της Παναγίας. Με τη συνέργεια εκείνης ο Θεός ακολουθεί την όλη διαδικασία της κύησης. Ο Θεός μάς σώζει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας.
Ας έρθουν οι θιασώτες των εκτρώσεων τώρα για να πουν ότι το έμβρυο δεν είναι ακόμη άνθρωπος. Με επίγνωση ή όχι αποκαλύπτουν, πέρα από τη φοβερή αμαρτία του φόνου που περιπίπτουν, και την αθεΐα της ζωής τους: αμφισβητούν και τον Ευαγγελισμό ως σάρκωση του Θεού σε εμβρυϊκή κατάσταση.
Περιττό βεβαίως να υπενθυμίσουμε ότι η επιλογή από τον Θεό της Παναγίας προκειμένου να γίνει μητέρα Του στηρίχτηκε στην αγιασμένη ζωή της. Υπήρξε η Παναγία ό,τι εκλεκτότερο και καλύτερο είχε να παρουσιάσει η ανθρωπότητα. Η καθαρότητα της ψυχής της έγινε η θελκτική δύναμη, που «μαγνήτισε» τη θεία αγάπη. Στο πρόσωπο Εκείνης παρακολουθούμε τη συμμετοχή του ανθρώπου στην όλη διαδικασία της σωτηρίας που ενεργεί προς χάρη του ο Θεός. Κι εκείνο που επιβεβαιώνει ανθρώπινα την επιλογή του Θεού είναι η εν ταπεινώσει υπακοή της στην κλήση Του: «ιδού η δούλη Κυρίου∙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου» (Λουκ. 1, 38).
Δεν συνειδητοποιούμε όσο πρέπει την απάντηση της Θεοτόκου στο θείο κέλευσμα. Διότι μένουμε μόνο στην επιφάνεια κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων. «Μα ήταν μεγάλη τιμή να την καλέσει ο Θεός» λέμε. «Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;» Αλλ’ αυτό το λέμε, διότι γνωρίζουμε την περαιτέρω εξέλιξη των πραγμάτων: το Πάθος αλλά και την Ανάσταση του Χριστού∙ την παντοδυναμία των θαυμάτων Του. Την ώρα εκείνη όμως του Ευαγγελισμού η Παναγία βρίσκεται μόνη αντιμέτωπη με κάτι άγνωστο. Καλείται να πει το  ν α ι  σε ένα γεγονός που της ετοίμαζε τη διαπόμπευσή της και ίσως, το πιθανότερο, και την απώλεια της ίδιας της ζωής της. Διότι ανύπαντρη κοπέλα να βρεθεί έγκυος στα χρόνια εκείνα, σήμαινε τον λιθοβολισμό της. Η Παναγία όμως – γι’ αυτό και είναι Παναγία – δεν διστάζει. Αφού μαθαίνει ότι είναι κλήση Θεού, υποτάσσεται στο θέλημα Εκείνου γνωρίζοντας ότι το τίμημα μπορεί να είναι και ο θάνατος. Μα δεν την νοιάζει. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι η υπακοή στο θεϊκό θέλημα. Αποκαλύπτεται λοιπόν και μάρτυρας η Παναγία. Αν όχι σωματικά, μάρτυρας ωστόσο «τη συνειδήσει». Καθαρή λοιπόν στην ψυχή η Παναγία και με μαρτυρικό φρόνημα γίνεται η μητέρα του Θεού!

Ένα τρίτο σημείο που επισημαίνει επίσης το απολυτίκιο: φανερώνεται με τον ερχομό του Θεού στον κόσμο το προαιώνιο μυστήριο. Ο Ευαγγελισμός αποτελεί εκπλήρωση προαιώνιας βουλής του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Θεός, διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας μας, θα ερχόταν στον κόσμο ως άνθρωπος ανεξάρτητα και από την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής μάλιστα σημειώνει ότι η σάρκωση του Χριστού, απαρχή της οποίας αποτελεί ο Ευαγγελισμός, συνιστά την τελευταία φάση της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Θεός δηλαδή οπωσδήποτε θα ερχόταν στον κόσμο για να ωθήσει αποφασιστικά τον άνθρωπο στην επίτευξη του απαρχής τεθειμένου σκοπού του: το «καθ’ ομοίωσιν».
Εκτός όμως από την αντίληψη αυτή, ο Ευαγγελισμός ήδη είχε προαναγγελθεί στην Παλαιά Διαθήκη με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο. Στο Πρωτευαγγέλιο, την υπόσχεση δηλαδή του Θεού στους πρωτοπλάστους μετά την αμαρτία τους ότι ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον διάβολο, βλέπει η Εκκλησία μας την προφητεία του Ευαγγελισμού. Διότι στον Ευαγγελισμό έχουμε τη γυναίκα που γεννά Εκείνον που συντρίβει τον διάβολο. Άρα στη δημιουργία ήδη του ανθρώπου έχουμε τις απαρχές του Ευαγγελισμού.

Ένα τέταρτο σημείο από το απολυτίκιο: όχι μόνο φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο, αλλ’ ακριβώς αυτό συνιστά και την ανακεφαλαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου. Τι σημαίνει ανακεφαλαίωση; Επανένταξη του ανθρώπου και πάλι στο σχέδιο του Θεού. Η αμαρτία που διέσπασε τον άνθρωπο και τον εκτρόχιασε από την ορθή πορεία της ζωής του, εξαφανίζεται και καταπατείται. Διά του Χριστού που σαρκώνεται στην Παναγία η αμαρτία αίρεται και η θύρα του Παραδείσου και πάλι ανοίγεται. Ο άνθρωπος βιώνει στο πρόσωπο του Χριστού τη σωτηρία του: να συναντηθεί πραγματικά και πάλι με τον Θεό.

Κι όλα αυτά, πέμπτο σημείο, μας λέει το τροπάριο πραγματοποιούνται σήμερον. Ενώ όλα όσα αναφέρθηκαν βιώθηκαν στο παρελθόν, εντούτοις δεν χάνουν τίποτε και από τη σύγχρονη επικαιρότητα. Το παρελθόν, ο ερχομός του Χριστού, η σύλληψή Του στο πανάγιο σώμα της Θεοτόκου, βιώνεται στην Εκκλησία μας και ως παρόν. Λόγω της διαρκούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός, διαιωνίζει τα σωτηριώδη γεγονότα του παρελθόντος και τα προχέει στο εκάστοτε παρόν. Πρόκειται για τον λεγόμενο λειτουργικό χρόνο, για τον οποίο μιλάνε οι θεολόγοι της Εκκλησίας.
Κι αυτό σημαίνει: αφού το σωτηριώδες παρελθόν εν Χριστώ, όπως ο Ευαγγελισμός, γίνεται κάθε φορά παρόν, άρα το μόνο που και εμείς χρειαζόμαστε για να το κάνουμε δικό μας γεγονός, για να νιώσουμε τη δυναμική της ενέργειά του, είναι η πίστη μας: η ανεπιφύλακτη παράθεση της ζωής μας στα χέρια Εκείνου και τις υποσχέσεις Του. Μία τέτοια αληθινή πίστη θα μας κάνει να δούμε και τον δικό μας εαυτό μέσα στον Ευαγγελισμό της Παναγίας, δηλαδή να νιώσουμε σαρκωμένο και σε εμάς τον ίδιο τον Θεό μας!

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ



 ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος...᾽ 

Θά ἐπιχειρήσουμε νά προσεγγίσουμε τό πανάχραντο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέσα ἀπό τόν εἰρμό τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ κανόνα τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου. Ὡς γνωστόν ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση ἤδη ἀπό τόν 8ο μ.Χ. αἰ. καθιέρωσε ὡς τρόπο ἔκφρασης τό εἶδος πού λέγεται κανόνας καί πού ἀποτελεῖται ἀπό ἐννέα ὠδές. Κι ἡ κάθε ὠδή ξεκινάει μέ τόν εἰρμό, πού ὀνομάζεται ἔτσι, γιατί εἴρει, δηλ. συνδέει στόν τρόπο ψαλμωδίας καί τά ὑπόλοιπα τροπάρια τῆς ὠδῆς. Ὁ πρῶτος λοιπόν εἰρμός ἀναφέρει:῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος καί λόγον ἐρεύξομαι τῇ βασιλίδι Μητρί, καί ὀφθήσομαι φαιδρῶς πανηγυρίζων καί ἄσω γηθόμενος ταύτης τά θαύματα᾽. Δηλ. : Θά ἀνοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίσει ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί θά πῶ λόγο γιά τή βασίλισσα Μητέρα, καί θά φανῶ φαιδρός πανηγυριστής καί θά τραγουδήσω μέ χαρά τά θαύματά της.

Ὁ ὑμνωδός μᾶς λέει ὅτι θά μιλήσει, θά φωνάξει γιά τήν Παναγία, πού εἶναι ἡ βασίλισσα Μητέρα. Στή θέση τοῦ ψαλμωδοῦ βρισκόμαστε ἀκριβῶς κι ἐμεῖς κάθε φορά πού συναζόμαστε γιά νά ψάλουμε τά Χαῖρε πρός αὐτήν.
Ὁ λόγος τοῦ ὑμνωδοῦ δηλαδή δέν εἶναι ἀτομικός του λόγος. Γίνεται λόγος ἐκκλησιαστικός, λόγος ὅλων μας. Τά συναισθήματα γιά τήν Παναγία ὠθοῦνται στήν καρδιά τοῦ ὑμνωδοῦ, ὅπως ὠθοῦνται γιά νά ἐκφραστοῦν καί σέ ὅλους τούς πιστούς.
 Τί θά πεῖ ὅμως γιά τήν Παναγία ὁ ὑμνωδός; Τί λόγο θά ἐκφράσει ἀπό τό στόμα του; ῎Αρα τί λόγο καλούμαστε κι ἐμεῖς νά ἔχουμε γιά τή Μεγάλη Μητέρα μας;

Ξεκαθαρίζει τά πράγματα ὁ ὑμνωδός:
(1) Ὁ λόγος του δέν θά εἶναι κάποιος πρόχειρος λόγος. Οἱ προχειρότητες ταιριάζουν γιά ἐκεῖνα τά πράγματα τοῦ κόσμου, πού εἶναι ἄνευ σημασίας.
(2) Οὔτε ὅμως μπορεῖ ὁ λόγος του νά εἶναι κάποιος ἀνθρώπινος στοχασμός, ἔστω καί σοφός. Μπροστά στήν Παναγία ὁ ἀνθρώπινος λόγος χάνει τήν ὅποια δύναμή του.
(3) Ὁ λόγος του, σημειώνει, θά εἶναι λόγος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος᾽. Μόνον ὁ ἐμφορούμενος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά δεῖ ὀρθά καί νά μιλήσει σωστά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Κατά κάποιο τρόπο πρέπει νά εἶναι κανείς στό ἐπίπεδο τοῦ προφήτη ἤ τοῦ ἀποστόλου, γιά νά μπορέσει νά μιλήσει γιά τήν Παναγία. Κι αυτό γιατί  ἡ Παναγία δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό λόγω τῆς ἀπέραντης ὑπακοῆς της νά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, γι᾽ αὐτό καί μόνον ὅποιος ἔχει μετασκευασμένα ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα τά μάτια του μπορεῖ νά τήν θεωρήσει σωστά. ᾽Ισχύει τό ἴδιο μέ αὐτό πού συνέβη μέ τήν ᾽Ελισάβετ. Τήν εἶδε μετά τόν Εὐαγγελισμό μέ σωστό τρόπο, γιατί ῾ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπε: Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί᾽. Μόνον λοιπόν ὁ ἐν Πνεύματι εὑρισκόμενος ἔχει ὀρθή θεώρηση τῆς Παναγίας.

῎Ετσι μπροστά σέ ᾽Εκείνην κρίνεται ἡ ποιότητα τῆς χριστιανικῆς μας συνειδήσεως, πού σημαίνει ἀποκαλυπτόμαστε ὀρθόδοξοι ἤ αἱρετικοί. Κι ἀκόμη περισσότερο: μπορεῖ νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἰουδαϊκή πιθανόν τοποθέτησή μας. Ἡ Παναγία δηλαδή ἀποτελεῖ κριτήριο ὀρθοδοξίας. Γι᾽ αὐτό αὐτοί πού ὑβρίζουν τήν Παναγία, σάν τούς Γιεχωβάδες, βρίσκονται στή θέση τῶν ᾽Ιουδαίων: ἐκεῖνοι τήν ἔκριναν μέ τίς πιό ἀκατανόμαστες ὕβρεις. Αὐτοί πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι μιά ἁπλή γυναίκα, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες, φανερώνουν τήν αἵρεσή τους, σάν τούς αἱρετικούς Προτεστάντες. Αὐτοί πού ὑπερτιμοῦν ἀπό τήν ἄλλη τήν Παναγία ἀναβιβάζοντάς την στό ἐπίπεδο τῆς θεότητος, σάν τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φανερώνουν τή δεξιά ἀπόκλιση τῆς πλάνης. Γιά τούς ᾽Ορθοδόξους ὅμως ἡ Παναγία εἶναι αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά της: Παν-αγία, δηλ. ὑπεράνω ὅλων τῶν ἁγίων, μά ἄνθρωπος. Γεμάτη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά ξεφεύγει ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας βλέπουμε τήν ἀνθρώπινη προοπτική: νά θεωθοῦμε, ἐννοώντας ὡς θέωση τήν ἕνωσή μας μέ τόν Κύριο, παραμένοντας ὅμως πάντοτε ἄνθρωποι.

Κι ὁ ὑμνογράφος καταλήγει: σ᾽ αὐτήν τήν κατάσταση, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει λόγο γιά νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία, χαιρόμαστε καί πανηγυρίζουμε. Δέν μποροῦμε νά θυμηθοῦμε τήν Παναγία καί νά μή φαιδρύνει ἡ ψυχή μας, νά μήν πλησθοῦμε εὐφροσύνης. Γιατί βλέπουμε σ᾽ Αὐτήν τήν περίσσεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ἡ χάρη εἶναι πάντοτε χαρά. Μόνον ὁ διάβολος σκυθρωπάζει καί καίγεται ἀπό τήν ἀναφορά στήν Παναγία.

Οἱ συνάξεις μας κάθε φορά ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς Παναγίας ἀποδεικνύουν ὅτι κι ἐμεῖς ἐμφορούμαστε ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ. Λίγο ἤ πολύ ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἱκανώνει νά προσερχόμαστε τήν ᾽Εκκλησία καί νά ἀτενίζουμε τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι διπλή: νά κρατᾶμε τή χάρη αὐτή, δηλαδή νά βρισκόμαστε σ᾽ ἐκείνη κάθε φορά τήν ἑτοιμότητα γιά νά τιμᾶμε τήν Παναγία, καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τήν αὐξάνουμε. Καί διακράτηση καί αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, πού πλούσια εἶχε καί ἔχει ἡ Παναγία, σημαίνει: νά ὑποτασσόμαστε κάθε φορά στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου᾽ τῆς Παναγίας νά γίνεται καί ἡ δική μας ἀπάντηση στήν ὅποια πρόσκληση τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀπευθύνει τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.