Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο όσιος Μάξιμος έζησε κατά τους χρόνους του δυσσεβή Κώνστα, απόγονου του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Δέχτηκε τις μέγιστες τιμές από τους πρώην βασιλείς, και επειδή ήταν ικανός, με τους λόγους, τους τρόπους του και τη σύνεση λόγω της μακροχρόνιας θητείας του, να προτείνει τι πρέπει να πράττουν αυτοί στα πολιτικά διοικητικά θέματα, προβιβάστηκε στο αξίωμα του πρωτοασηκρήτη  και έγινε κοινωνός της σκέψης των βασιλέων. Όταν όμως η πονηρή και έκφυλη γνώμη των μονοθελητών ως προς τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας, δηλαδή ότι ο Χριστός έχει μία μόνο θεϊκή θέληση,  άρχισε να επικρατεί κατά ανόητο και δυσσεβή τρόπο, και οι μονοθελητές, όσον εξηρτάτο από αυτούς, διέγραφαν τη μία από τις δύο φύσεις του Χριστού, και μάλιστα όταν άρχισαν να γίνονται γνωστά  στον κόσμο διατάγματα, που ενίσχυαν την κακοδοξία και προβάλλονταν στη Μεγάλη Εκκλησία, δεν άντεξε ο όσιος να ασεβεί κι αυτός με τους ασεβείς έχοντας κοινωνία μαζί τους, γι’ αυτό και άφησε τις κοσμικές εξουσίες και προτίμησε να βρίσκεται μάλλον στον οίκο του Θεού παρά να κατοικεί στα σκηνώματα των αμαρτωλών. Πήγε λοιπόν και έμεινε στο Μοναστήρι της Χρυσούπολης και έγινε μοναχός, οπότε εκεί έγινε ύστερα και καθηγητής. Αργότερα, σαν να άναψε από θείο ζήλο, πήγε στην πρεσβυτέρα Ρώμη και έπεισε τον μακαριότατο πάπα Μαρτίνο να συγκαλέσει τοπική Σύνοδο και να αναθεματίσει τους αρχηγούς του δυσσεβούς δόγματος αυτών που είχαν παραφρονήσει πάνω στη μία θέληση του Χριστού. Έγραψε όμως και λόγους και συνέθεσε επιστολές που βεβαίωναν την ακρίβεια της ορθόδοξης πίστης με λογικές και από την αγία Γραφή αποδείξεις, προς έλεγχο αυτών που φρονούσαν αιρετικά, οπότε και τις απέστειλε παντού σε όλη την οικουμένη.
Όταν γύρισε από τη Ρώμη με τους δύο Αναστασίους τους μαθητές του, η Σύγκλητος που ομοδοξούσε με την αίρεση του βασιλιά, του ανέθεσε ευθύνες. Κι ενώ όλοι υπάκουαν στον βασιλιά, αυτός μόνος αντιστέκεται και κινεί σε αποστασία και τους άλλους, πείθοντάς τους με τις επιστολές του να φρονούν αντίθετα προς την αίρεση. Γι’ αυτόν τον λόγο στέλνεται με φρουρά κατά τη Θράκη. Και επειδή επέμενε στην ορθόδοξη πίστη, του έκοψαν το χέρι και τη γλώσσα. Και από εκεί στέλνεται σε εξορία κατά τη Λαζική. Εκεί έζησε επί τρία χρόνια, φροντίζοντας ο ίδιος τα αναγκαία για τη ζωή του, οπότε πλήρης ημερών κι αφού ασθένησε λίγο, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Το σώμα του κατατέθηκε στη Μονή του αγίου Αρσενίου, στη χώρα εκείνη των Λαζών, επιτελώντας καθημερινά πολλά θαύματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την εκτομή της γλώσσας του αποκαταστάθηκε αυτή κατά παράδοξο τρόπο από τον Θεό και ότι διακήρυσσε πάλι την πίστη του, όσο βρισκόταν εν ζωή. Από τους δύο μαθητές του, ο μεν πρεσβύτερος Αναστάσιος, αφού του έκοψαν το χέρι ίδια με τον δάσκαλό του, τον εξόρισαν μακριά, ενώ ο νεώτερος Αναστάσιος, αφού στάλθηκε σε κάποιο από τα φρούρια της Θράκης, πέθανε εκεί».

Η μνήμη του οσίου Μαξίμου του ομολογητού, του «παμμάκαρος και παμμεγίστου»,  αποτελεί για την Εκκλησία μας το αιώνιο κήρυγμα και του αίματός του που χύθηκε για χάρη της πίστεως, και των θεοπνεύστων διδασκαλιών του. Η Εκκλησία μας δηλαδή έχει τον εορταζόμενο όσιο όχι ως ένα παρελθόν, έστω και δοξασμένο – κάτι ανάλογο ίσως με τις διάφορες επετείους των εθνικών εορτών – αλλά ως ένα διαρκές παρόν της, αφού και το αίμα του (όπως και των άλλων μαρτύρων βεβαίως και διδασκάλων της Εκκλησίας) έθρεψε την Εκκλησία και οι διδασκαλίες του κράτησαν ανόθευτα την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των αγίων Αποστόλων και των μετέπειτα Πατέρων. Και μάλιστα τα δύο αυτά: το αίμα του και οι διδασκαλίες του ήταν άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, δηλαδή το αίμα του ήταν η επιβεβαίωση των ορθών διδαγμάτων του. Δεν είναι μία δική μας απλώς γνώμη για τον όσιο Μάξιμο. Είναι η κοινή πίστη της Εκκλησίας μας, εκφρασμένη διά στόματος του επίσης μεγάλου, όπως έχουμε ξανατονίσει, Πατέρα και ποιητή αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Στον κανόνα του για τον όσιο, για παράδειγμα, ο άγιος υμνογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Μέχρι σήμερα και σε όλες τους αιώνες, παμμακάριστε και παμμέγιστε Μάξιμε, το σαν του Άβελ χυμένο αίμα σου κηρύσσει στην Εκκλησία του Χριστού, με κραυγαλέα φωνή, τις θεόπνευστες διδασκαλίες σου» («Έτι σου ως Άβελ το αίμα και εις αιώνας, τα θεόπνευστα δόγματα, φωνή διαπρυσίω, τη Χριστού Εκκλησία κηρύττει, Μάξιμε παμμάκαρ και παμμέγιστε»).

Δεν έχει σημασία που ο άγιος Μάξιμος δεν έφυγε από τη ζωή αυτή μέσα από το μαρτύριο του αίματος. Έπαθε, βασανίστηκε, πληγώθηκε για την πίστη του, εξ ου και ομολογητής χαρακτηρίζεται, αλλά για την Εκκλησία μας δεν παύει να είναι και μάρτυρας όχι μόνο της συνειδήσεως αλλά και του αίματος. Όχι μόνον ο προαναφερθείς ύμνος, αλλά πολύ πιο καθαρά άλλοι ύμνοι τονίζουν τη διάσταση αυτή: «Ο μέγιστος Μάξιμος αναδείχθηκε εντελώς αληθινά και κήρυκας και μάρτυρας δι’ αίματος της ευσεβούς πίστεως του Χριστού» («Μέγιστος ο Μάξιμος, της ευσεβούς Χριστού πίστεως, παναληθώς, κήρυξ τε και μάρτυς αναδείχθη δι’ αίματος»). Και δεν πρέπει να μας παραξενεύει η παραπάνω θέση, ότι δηλαδή και το δικό του αίμα έθρεψε την Εκκλησία, διότι είναι γνωστό ότι η Εκκλησία μας, ιδρυμένη από τον Χριστό, τον πρώτο μάρτυρα, τράφηκε και τρέφεται από το αίμα πρωτίστως Εκείνου, αλλά και από τα αίματα των αγίων και εξαιρέτων μελών Του, των αγίων μαρτύρων Του. Ας δούμε πόσο ωραία, με τη λιτή και θεόπνευστη γραφίδα του, μας το τονίζει το άγιος Δαμασκηνός στον κανόνα του: «Με τη ροή του αίματός σου ποτίστηκε η Εκκλησία του Χριστού» («Τη ροή σου του αίματος καταρδευομένη η Εκκλησία Χριστού»). Για να συνεχίσει: «Γι’ αυτό και άνθισε το παραδεδομένο από τους Πατέρες δόγμα του θείου σπόρου σου, όσιε» («εξανθεί πατροπαράδοτον σου του θείου σπόρου δόγμα, όσιε»). Αν η γη που ποτίστηκε από τα αίματα ηρώων προκειμένου να διαφυλάξουν την πατρίδα τους απαιτεί την ελευθερία της και δεν ησυχάζει μέχρι να εκπληρωθεί τούτο – που σημαίνει ότι είναι θέμα χρόνου τέτοια ματωμένα χώματα να βρουν τη λευτεριά τους («την οργή των νεκρών να φοβάστε» λέει ένα ρητό) – πόσο περισσότερο τούτο ισχύει για την ίδια την Εκκλησία μας, το ζωντανό σώμα του Χριστού, που κυριολεκτικά ζει και τρέφεται από το αίμα του αρχηγού της, όπως είπαμε,  και των πιστών της; «Πύλαι γαρ Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής»!

Εκείνο όμως που καταιγιστικά προβάλλει η υμνολογία του οσίου σήμερα είναι όντως οι θεόπνευστες διδασκαλίες του οσίου. Αντιμετώπισε την αίρεση των μονοθελητών, των αρνουμένων δηλαδή τη διπλή θέληση του Κυρίου, ως Θεού και ανθρώπου, άρα των προεκτεινόντων τη χριστολογική αίρεση των μονοφυσιτών. Στην πραγματικότητα ο αρνούμενος ότι ο Κύριος έχει θεία και ανθρώπινη θέληση, όπως θεία και ανθρώπινη ενέργεια, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησής Του. Και ποιος είναι ο αρνούμενος την εν σαρκί φανέρωση του Θεού, ει μη «ο μη έχων τον Πατέρα ουδέ τον Υιόν;» Γι’ αυτό και ο άγιος Δαμασκηνός επανειλημμένως και με πλήρη γνώση αναφέρεται σ’ αυτήν τη διδασκαλία του: «Μίαν φύσιν Τριάδος, μίαν θέλησιν, έφης, μίαν ενέργειαν· Θεού δε σαρκωθέντος δύο φύσεις θελήσεις, ενεργείας, εκήρυξας» (Είπες ότι είναι μία η φύση της αγίας Τριάδος, μία η θέλησή Της, μία η ενέργειά Της. Αλλά κήρυξες τις δύο φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη δηλαδή, του σαρκωθέντος Θεού, του Χριστού, τις δύο θελήσεις και ενέργειές Του). «Κατέχοντας, Πάτερ, τους θεϊκούς λόγους σου σαν στήλη ορθοδοξίας, σεβόμαστε τον Έναν της Τριάδος, τον Χριστό, με δύο τις ουσίες και τις θελήσεις» («Στήλην ορθοδοξίας τους ενθέους σου λόγους, Πάτερ, κατέχοντες, τον ένα της Τριάδος εν δυσί ταις ουσίαις και θελήσεσι σέβομεν»).

Και γιατί τόσο αγώνας, αιματηρός μάλιστα, για κάποιους φθόγγους; Γιατί το δύο αντί το μία; Διότι, όπως είπαμε, και μία λέξη ή ένας φθόγγος μπορεί να σημάνει πλήρη αλλοίωση της αλήθειας περί Θεού και Χριστού. Ο αγώνας της Εκκλησίας δεν έγκειται στις λέξεις αλλά στα πράγματα, στην αλήθεια. Και η αλήθεια δηλώνεται με λέξεις. Δεν είμαστε οπαδοί λέξεων οι χριστιανοί επομένως, αλλά «ερασταί της αληθείας», δηλαδή «ερασταί του Χριστού». Αυτόν θέλουμε, Αυτόν επιζητούμε, συνεπώς μία αλλοιωμένη διά λέξεων εικόνα Του μας κάνει να χάνουμε την κοινωνία μαζί Του, που είναι και το διαρκώς ζητούμενο. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε με αλλοιωμένη πίστη να δοξάζουμε ορθά τον Χριστό και Θεό μας. Αυτό έχει υπόψη του και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Μας καλεί στο κοντάκιό του ιδιαιτέρως «να εγκωμιάσουμε,  φωνάζοντας: χαίρε κήρυκα της πίστεως, τον εραστή της αγίας Τριάδος και Μέγα Μάξιμο, γιατί αυτός μας δίδαξε με τρανό τρόπο  την ένθεη πίστη, προκειμένου να δοξάζουμε τον Χριστό με δύο φύσεις και δύο ενέργειες και θελήσεις», δηλαδή δεν θα είχαμε ορθή δοξολογία του Χριστού, αν δεν είχαμε αυτήν τη συγκεκριμένη πίστη. Θα επρόκειτο για κάποιο είδωλο του νου μας, με το όνομα απλώς του Χριστού – ό,τι προσφέρουν τελικώς οι αιρετικοί. «Τον της Τριάδος εραστήν και Μέγαν Μάξιμον, τον εκδιδάξαντα τρανώς πίστιν την ένθεον, του δοξάζειν τον Χριστόν, φύσεσιν εν δύω, ενεργείαις τε διτταίς ως και θελήσεσιν, επαξίως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, ανακράζοντες: Χαίρε κήρυξ της πίστεως».

Και ως εκ περισσού ας σημειώσουμε και το αυτονόητο, που επισημαίνει όμως και πάλι ο άγιος υμνογράφος: ο όσιος Μάξιμος δεν δίδαξε «το πατροπαράδοτον θείον δόγμα» στηριγμένος στις νοητικές του δυνάμεις ή σε περισπούδαστες ίσως μελέτες του. Χωρίς να αποκλείονται και αυτές, εκείνο που αποτέλεσε πρωτίστως στήριγμα και δύναμή του ήταν η καθαρή από τα πάθη καρδιά του. Πάλεψε να κρατήσει μακριά από την ψυχή του ό,τι εμπαθές την βρώμιζε, οπότε σαν καθαρό κάτοπτρο η ψυχή του αντιφέγγισε τις ακτίνες της Θεότητας, τις οποίες και εξέφρασε ως φως, όταν δημιουργήθηκε η κρίση στην Εκκλησία από τους δαιμονοκίνητους αιρετικούς.  Μόνον όποιος έχει καθαρή την καρδιά, μπορεί και να δει τον Θεό σωστά, κατά τον λόγο του Κυρίου: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», αυτό συνέβη και με τον όσιο Μάξιμο. «Ξενωθείς απάσης ηδονής, μακάριε, θανατηφόρου, σεαυτόν ειργάσω όλον ακηλίδωτον έσοπτρον θείον» (Αποξενώθηκες από κάθε θανατηφόρα ηδονή, μακάριε, και έκανες ολόκληρο τον εαυτό σου καθαρό θεϊκό καθρέπτη).

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο όσιος Πατέρας μας και μέγας Ευθύμιος ζούσε επί της βασιλείας του Γρατιανού, στη Μελιτηνή τη Μητρόπολη της Αρμενίας και γεννήθηκε από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, τον Παύλο και τη Διονυσία, όπως και ο μέγας Ιωάννης Πρόδρομος, δηλαδή από στείρα και άκαρπη γαστέρα. Γι’ αυτό και πήρε την ονομασία του «Ευθύμιος» κατά την υπόσχεση του Θεού, όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε να ευθυμούν οι γονείς του, οι οποίοι παρακαλούσαν να δώσει ο Θεός να κάνουν παιδί. Αυτός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οδηγείται από τη μητέρα του στον Ευτρώιο, τον μεγάλο επίσκοπο της Μελιτηνής, και συγκαταλέγεται από αυτόν στην τάξη των κληρικών. Επειδή έδειξε μεγάλη πρόοδο στα ιερά γράμματα και ξεπέρασε όλους τους ομοίους του κατά την άσκηση και τις επιδόσεις στην αρετή, αναγκάζεται να λάβει τη χειροτονία του πρεσβυτέρου και να δεχτεί τη φροντίδα των ιερών ασκητηρίων και μοναστηρίων.
Κατά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, φτάνει στα Ιεροσόλυμα και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο σε κάποιο από τα σπήλαια ενός όρους, όπου απάλλαξε πολλούς από βαριές αρρώστιες. Λέγεται μάλιστα ότι και αυτός, εν ονόματι του Κυρίου, από πολύ λίγους και μικρούς άρτους, έθρεψε τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν καθ’ οδόν προς τη μονή για να τον συναντήσουν. Όχι μόνο δε ο ίδιος γεννήθηκε με τη δύναμη του Θεού κι έλυσε τη στείρωση της μητέρας του, αλλά και άλλες άτεκνες γυναίκες, με την προσευχή του τις έκανε εύτεκνες και γόνιμες. Και όπως ο μέγας προφήτης Ηλίας, και αυτός άνοιξε τις θύρες του ουρανού και θεράπευσε τη γη, που νοσούσε από την ακαρπία. Φανέρωσε δε την εσωτερική λαμπρότητα του οσίου και ο στύλος του πυρός, τον οποίο αυτοί που παρευρίσκονταν είδαν ότι κατήλθε από τον ουρανό, όταν αυτός ιερουργούσε την αναίμακτη θυσία, και βρισκόταν μαζί με τον όσιο, μέχρι ότου τελείωσε ο καιρός της θυσίας. Σημάδι μάλιστα  της τέλειας ασφαλώς καθαρότητας της καρδιάς του και της αγνότητάς του είναι το γεγονός ότι έβλεπε ο όσιος νοερά τις διαθέσεις εκείνων που προσέρχονταν να μετάσχουν στη θεία κοινωνία, ποιος δηλαδή από αυτούς προσέρχεται με καθαρή συνείδηση και ποιος με βρώμικη. Ο μακάριος αυτός όταν έγινε ενενήντα επτά ετών, εξεδήμησε προς τον Κύριο, επί της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.
Ο όσιος Ευθύμιος ήταν ευπρεπής στην όψη, απλός στους τρόπους του, λευκός στο χρώμα, ευσταλής και σεμνός στο μέγεθος, με άσπρες τρίχες, με γενειάδα που έφτανε μέχρι τους μηρούς. Λέγεται ακόμη περί αυτού ότι όταν επρόκειτο κάποιος μοναχός να φύγει από τη ζωή, ο οποίος νομιζόταν από τους πολλούς σώφρων και εγκρατής, αλλά δεν ήταν, αντιθέτως μάλιστα: ήταν ακόλαστος, ο μακάριος Ευθύμιος έβλεπε άγγελο να αποσπά την ψυχή του με τρίαινα, κι ότι άκουσε φωνή, η οποία φανέρωνε τις κρυφές ντροπές του μοναχού.  Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».
Το πρώτο που προβάλλει η υμνογραφία του οσίου Ευθυμίου του μεγάλου – συντεθειμένη από δύο μεγίστους υμνογράφους: τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον όσιο Θεοφάνη – είναι  ο παραλληλισμός του με τους προφήτες Ιερεμία, Σαμουήλ και άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και τούτο διότι και αυτοί, όπως και ο όσιος, υπήρξαν καρποί προσευχής και ηγιασμένοι εκ κοιλίας μητρός τους. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλησε να φανερωθεί με τον τρόπο αυτό η ιδιαίτερη χάρη που είχαν όλοι τους και η σωτήρια για πολλούς ανθρώπους παρουσία τους, με την καθοδήγηση που παρείχαν προς εύρεση του Θεού. Όπως σημειώνει κι ένας ύμνος του οσίου:  «καρπός στειρώσεως ο ίδιος, φάνηκες πολύγονος, διότι από το πνευματικό σου σπέρμα γέμισε από μοναχούς  η πριν αδιάβατη έρημος» («καρπός έφυς μεν στειρώσεως, αλλ’ ώφθης όντως πολύγονος, εκ γαρ του σπέρματος του πνευματικού σου μοναστών πεπλήρωται η έρημος η πριν αδιόδευτος»). «Εκ μήτρας καθηγίασε Θεός σε, πάτερ όσιε, Ιερεμίαν ως πάλαι, και Σαμουήλ, θεοφόρε» (Από τη μήτρα της μητέρας σου σε καθαγίασε ο Θεός, πάτερ όσιε, όπως παλιά τον Ιερεμία και τον Σαμουήλ, θεοφόρε). «Ως πάλαι του βλαστήσαντος Προδρόμου θείος άγγελος εκ στειρευούσης νηδύος, τον σον κατήγγειλε τόκον» (Όπως παλιά για τον Πρόδρομο που γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, έτσι και θείος άγγελος ανάγγειλε και τη δική σου γέννα, από στείρα μήτρα).
Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα  αυτού («τούτου γέγονας εκμαγείον, Ευθύμιε, βαπτιστής ορεσίτροφος, ακτήμων, άοικος, πάσι χαρίσμασι διαλάμπων», δηλαδή: έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλους είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («υιούς Θεού τούτους αναπλάσας υιοθεσίας βαπτίσματι του θείου γαρ Προδρόμου μιμησάμενος βίον, Βαπτιστής ανεδείχθης, Ευθύμιε», δηλαδή: ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε).
Αν θέλει κανείς με μία φράση να χαρακτηρίσει τη ζωή του αγίου Ευθυμίου, θα έλεγε αυτό που ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: «Πάτερ Ευθύμιε, ο σος βίος ανυπέρβλητος, η πίστις όντως ορθόδοξος» (Πάτερ Ευθύμιε, η ζωή σου αξεπέραστη, η πίστη σου αληθινά ορθόδοξη). Ορθόδοξη πίστη, αγιασμένη στο έπακρο ζωή, ορθοδοξία και ορθοπραξία: να ο κανόνας ζωής για κάθε πιστό, για κάθε, καλύτερα, άνθρωπο που αποφάσισε να λατρεύει τον Θεό κατά τρόπο τέλειο. «Ο ισάγγελος βίος σου έγινε κανόνας αρετής και ακριβέστατος χαρακτήρας για εκείνους που διάλεξαν να λατρεύουν τον Θεό με τελειότητα» («ο μεν ισάγγελος βίος κανών αρετής και χαρακτήρ ακριβέστατος των αιρουμένων Θεώ λατρεύειν εν τελειότητι»). Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που ο υμνογράφος μας άγιος Θεοφάνης τον παραλληλίζει μεταξύ άλλων και με τον προφήτη Μωυσή: όπως εκείνος με τη ράβδο την εκ Θεού έσχισε την ερυθρά θάλασσα προκειμένου να διέλθουν οι Ισραηλίτες προς τη γη της επαγγελίας, το ίδιο και ο όσιος: έγινε μιμητής της αρετής εκείνου και προκάλεσε ρήγμα στη θάλασσα των παθών, οπότε και διάβηκε χωρίς εμπόδια στη γη της επαγγελίας, τη βασιλεία του Θεού («ώσπερ Μωσεί πάλαι τω θεόπτη ου μιμητής δι’  αρετής γενόμενος, ρήξας συ την θάλασσαν των παθών, διέβης ακωλύτως προς γην επαγγελίας»).
Κι οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την όντως ζωή, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Των εν βίω πραγμάτων κατεφρόνησας, Πάτερ Ευθύμιε, ότι την άνω πολιτείαν επεπόθησας πλούτον εβδελύξω, ενδυσάμενος ταπείνωσιντρυφήν εμίσησας, και επεσπάσω την εγκράτειαν αδικίαν απεβάλου και εδίωξας δικαιοσύνην» (Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το ντυθείς την ταπείνωση,  μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη).

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ



῾᾽Εν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽ (Β´ Κορ. 4, 8)

α. ῾Η ἑορτή τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου ἀποτελεῖ τήν αἰτία τῆς ἐπιλογῆς τοῦ συγκεκριμένου ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς Κυριακῆς ΙΒ´ Λουκᾶ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας δηλαδή πού καθόρισαν τά ἀναγνώσματα εἶδαν ὅτι τό ἀνάγνωσμα ἀπό τή Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου φωτίζει κι ἐξηγεῖ τήν ἁγιασμένη ζωή τοῦ ὁσίου – κι ὄχι μόνον αὐτοῦ βεβαίως – πού σημαίνει ὅτι κατά τά λόγια τοῦ ἀποστόλου ὁ ὅσιος γνώρισε μέ φωτισμό Θεοῦ στήν καρδιά του τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό καί Τόν ἀκολούθησε ἐπακριβῶς ζώντας τόν Σταυρό καί τήν ᾽Ανάστασή Του. Στοιχεῖο μάλιστα τῆς σταυροαναστάσιμης ζωῆς του, ὅπως πρῶτα ἀπό ὅλα τῶν ἀποστόλων, ἦταν καί τό γεγονός ὅτι οἱ θλίψεις πού ὡς ἄνθρωπος ἀντιμετώπισε κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ ἦταν τέτοιες πού δέν μπόρεσαν νά τόν κάμψουν, νά τόν ὁδηγήσουν δηλαδή σέ ἐσωτερικό ἀδιέξοδο καί στενοχώρια ἀγωνιώδη. Κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου ῾ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽.

β. 1. Κι εἶναι πράγματι γεγονός ἀναντίρρητο ὅτι ἡ θλίψη συνιστᾶ στοιχεῖο τῆς ζωῆς ὄχι μόνο τοῦ ἐν Χριστῷ ζῶντος ἀνθρώπου, ἀλλά καί κάθε ἀνθρώπου διαχρονικά καί ὅπου γῆς. Δέν ὑπάρχει δηλαδή ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά καυχηθεῖ ὅτι ἡ θλίψη εἶναι πράγμα ἄγνωστο γιά ἐκεῖνον. ῞Οπως δέν ὑπάρχει θαλασσινό νερό χωρίς ἁλάτι, κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν ὑπάρχει ζωή στόν κόσμο τοῦτο χωρίς θλίψη. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τόν κόσμο τοῦτο πού ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά βρεθοῦμε ὡς ῾κοιλάδα πένθους καί δακρύων᾽.
Κι αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι ὄχι ἀσφαλῶς ἡ θέληση τοῦ πανάγαθου καί πανοικτίρμονος Θεοῦ, ἀλλά ἡ κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος παρ᾽ ὅλη τήν προειδοποίηση τοῦ Δημιουργοῦ του νά μήν παρακούσει τήν ἐντολή Του, γιατί διαφορετικά θά εἰσέπραττε τό τίμημα τῆς ἀνυπακοῆς: τόν ἴδιο τόν θάνατο, ἐκεῖνος θέλησε νά κινηθεῖ αὐτόνομα καί ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Δημιουργό. Τό ἀποτέλεσμα βεβαίως ἦταν τραγικό: ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε μακριά ἀπό τόν Θεό, δηλαδή μακριά ἀπό τό φῶς, τή ζωή καί τή χαρά, μέσα στήν καταχνιά τῶν παθῶν του, ἕρμαιο τοῦ πονηροῦ καί ὑποκείμενος στή φθορά, τή θλίψη, τόν θάνατο. ῾Ο Θεός τόν εἶχε δημιουργήσει γιά νά μετέχει στήν εὐτυχία Του, ἐκεῖνος τελικά διάλεξε τήν καταστροφή του. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽. ῾Θλίψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν᾽.


2. ᾽Ενῶ ὅμως ἡ θλίψη ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας  ἀποτελεῖ πιά τόν κοινό κλῆρο κάθε ἀνθρώπου, ἡ ἀντιμετώπισή της διαφοροποιεῖται ἀνάλογα μέ τήν ἑρμηνεία στήν ὁποία προβαίνει ὁ ἄνθρωπος καί τίς ἐσωτερικές δυνάμεις πού διαθέτει. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ἔρχεται ὁ λόγος εὐρύτερα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου, ἰδιαίτερα σήμερα ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῾Πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ ᾽Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ᾽. Συνεχῶς ὑποφέρουμε σωματικά μετέχοντας ἔτσι στόν θάνατο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ, γιά νά φανερωθεῖ στό πρόσωπό μας ἡ ζωή τοῦ ἀναστημένου ᾽Ιησοῦ. ῾Η θλίψη δηλαδή ἐν Χριστῷ κατανοεῖται ὡς μετοχή στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, συνεπῶς λειτουργεῖ ὡς παιδαγωγία πού ὁδηγεῖ στή βίωση τῆς ᾽Αναστάσεώς Του. Κι αὐτό μέ τό δεδομένο τῆς συσσωματώσεώς μας σέ Αὐτόν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Μέ ἄλλα λόγια τό μέλος τοῦ Χριστοῦ ὡς προέκταση ᾽Εκείνου, συνεπῶς καί μέ τίς δυνάμεις ᾽Εκείνου,  δέν μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τή ζωή Του: τόν Σταυρό καί τό πάθος. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. ῾Διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ὑμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν᾽. Μέσα πιά ἀπό αὐτό τόν Σταυρό καί τό Πάθος ὁδηγεῖται κανείς στήν ᾽Ανάσταση καί συνεπῶς στή σωτηρία. ῾Χριστιανός ἐστί μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ᾽ (ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος).

3. Μέ τά παραπάνω εἶναι εὐνόητο αὐτό πού σημειώνει ὁ ἀπόστολος ὡς συνέχεια τῶν θλίψεων στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ: ῾ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρούμενοι᾽. Θλίψη ναί, ὄχι ὅμως στενοχώρια. Γιατί ἀκριβῶς ὑπάρχει ἡ διέξοδος πού δίνει ὁ Κύριος, ὁ ῾Οποῖος εἶναι πάντοτε ἡ θύρα διαφυγῆς. ῾Η θλίψη συναντᾶ τή στενοχώρια καί τό ἀδιέξοδο ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ἡ πίστη στόν Χριστό καί τήν ᾽Ανάστασή Του. ῾Ο ἄπιστος δηλαδή πού κινεῖται ἐπίπεδα καί ὁριζόντια στόν κόσμο τοῦτο, ἔχοντας διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του, πράγματι ῾πνίγεται᾽ μέσα στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, γιατί δέν ἔχει ποῦ νά καταφύγει. Τό πολύ πολύ νά τό ῾ρίξει᾽ στίς διασκεδάσεις, στά ποτά, στά ναρκωτικά, πράγματα πού ἐπιτείνουν τό ἀδιέξοδο, γιατί δέν γεμίζουν τήν καρδιά του. Τό ῾ἔσκασε ἀπό τή στενοχώρια του᾽ πού ἀκοῦμε πολλές φορές γιά κάποιον, πράγματι τό κατανοοῦμε καί συμπάσχουμε, ἀλλ᾽ εἶναι καρπός ἀπιστίας. 
Γιά τόν χριστιανό λοιπόν δέν ὑπάρχει στενοχώρια ὡς ἔλλειψη διεξόδου, γιατί ἐνεργεῖ μέσα στήν καρδιά του ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματος, ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὄτι ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ θλίψη καί ἡ δοκιμασία, τόσο καί περισσότερο πλαταίνει τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ, γιατί τόν σπρώχνει ἀκόμη περισσότερο στήν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ. ῎Αλλωστε ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε, ἀλλά ἐντός ἡμῶν ἐστι᾽ κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν σημειώνει κι ἀλλοῦ ὅτι ῾οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν εἰς ἡμᾶς ἀποκαλυφθῆναι δόξαν;᾽ ῞Ο,τι ὑφιστάμεθα ἐδῶ ὡς θλίψη καί δοκιμασία καί τό ὑπομένουμε ὡς μέλη Χριστοῦ, αὐτό μᾶς ἑτοιμάζει δόξα στόν οὐρανό πού δέν μποροῦμε νά τή φανταστοῦμε.

4. ᾽Εκεῖνο πού ἐπιβεβαιώνει ἀκόμη περισσότερο τήν ἀλήθεια αὐτή εἶναι ἀφενός τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος μέσα στά πλαίσια τῆς ἐν ἀπείρῳ ἀγάπῃ πρόνοιάς Του δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει νά θλιβοῦμε καί νά πειραστοῦμε παραπάνω ἀπό ὅσο ἀντέχουμε, ἀνοίγοντας ταυτοχρόνως καί τήν κατάλληλη διέξοδο - ῾οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν᾽ (ἀπόστολος Παῦλος) - ἀφετέρου τό γεγονός ὅτι, ὅπως βεβαιώνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, πρίν ἐπιτρέψει τήν ὅποια θλίψη καί δοκιμασία ὁ Θεός μᾶς δίνει κρυφά στηρίγματα γιά νά ἀντέξουμε. Πρῶτα δίνει τά στηρίγματα καί τίς δυνάμεις, πράγματα πού δέν συνειδητοποιοῦμε τότε πού τά δίνει, κι ἔπειτα παραχωρεῖ τή δοκιμασία ὡς συμμετοχή, καθώς εἴπαμε, στόν Σταυρό Του.
῎Ας δοῦμε γιά παράδειγμα πῶς διατυπώνει τήν ἀλήθεια αὐτή ὁ μεγάλος ἀσκητικός διδάσκαλος ἅγιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος: ῾Δέν ἔρχεται ὁ πειρασμός, ἐάν πρῶτον ἡ ψυχή δέν ἤθελε δεχθῆ κρυπτῶς δύναμίν τινα ὑπέρ τό μέτρον αὐτῆς ὑπό τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Μαρτυρεῖ δέ τοῦτο ὁ πειρασμός τοῦ Κυρίου, ἐπίσης καί οἱ πειρασμοί τῶν ἀποστόλων, οἵτινες δέν παρεχωρήθησαν νά εἰσέλθωσιν εἰς πειρασμούς, εἰ μή ὅτε ἐδέχθησαν τό πανάγιον Πνεῦμα. Διότι ὅσοι ἀπολαμβάνουσιν τά καλά, ἁρμόζει εἰς αὐτούς νά ὑπομένωσι καί τούς πειρασμούς αὐτῶν τῶν καλῶν. ᾽Επειδή τό καλόν συνοδεύεται ὑπό θλίψεως. Οὕτως ἀρέσκει εἰς τόν πάνσοφον Θεόν νά πράττῃ εἰς ὅλα αὐτοῦ τά ἔργα. Καί ἐάν τό χάρισμα προηγεῖται τοῦ πειρασμοῦ, ἀλλ᾽ ἡ αἴσθησις τῶν πειρασμῶν προηγεῖται τῆς αἰσθήσεως τοῦ χαρίσματος, ἵνα δοκιμασθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Επειδή ἡ χάρις δέν προλαμβάνει  νά γίνῃ ἐπαισθητή εἴς τινα, πρό τοῦ αὐτός νά γευθῇ τήν πικρίαν τῶν πειρασμῶν. Καί προηγεῖται μέν ἡ χάρις εἰς τόν νοῦν, ἀλλ᾽ ἀργοπορεῖ νά φανερωθῇ ἡ ἐνέργεια αὐτῆς᾽.

γ. Μήν ταλαιπωρούμαστε μέ σκέψεις γιά ἐξεύρεση ὑπέρβασης τῶν θλίψεων καί τῶν πειρασμῶν. Εἶναι μέσα στή ζωή μας καί γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς εἶναι τά σκαλοπάτια ἀνόδου μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῎Αν θέλουμε νά μάθουμε πότε προχωροῦμε πνευματικά, αὐτό ἄς ἔχουμε ὡς σημάδι: τόν ἐρχομό αὐτῶν τῶν θλίψεων καί τῶν πειρασμῶν. ῾᾽Επειδή ὅσον περιπατῶν προχωρεῖς εἰς τήν ὁδόν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί πλησιάζεις εἰς Αὐτόν, ἔχε τό ἑξῆς σημεῖον: σοί ἀπαντᾶ ἡ δύναμις τῶν πειρασμῶν. Καί ὅσον προχωρεῖς καί προκόπτεις, τόσον καί οἱ πειρασμοί αὐξάνουσι καί διεγείρονται κατά σοῦ…Διότι κατά τό μέγεθος τῆς θείας χάριτος φέρει ὁ Θεός εἰς τήν ψυχήν καί τάς θλίψεις τῶν πειρασμῶν᾽ (ὅσιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος). 

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε, όπως συμπεραίνουν ορισμένοι, στην Αλεξάνδρεια κατά το 295/6 μ.Χ. Δεν έχουμε πολλές και ασφαλείς ειδήσεις για την παιδική και την εφηβική του ηλικία. Οι γονείς του ήταν Έλληνες και μάλλον εθνικοί και απέκτησε ικανοποιητική θύραθεν παιδεία στις εθνικές σχολές της Αλεξάνδρειας, κατά πληροφορίες του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Από μικρός βρέθηκε στο στενό περιβάλλον του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, από τον οποίο έγινε αναγνώστης, γραμματέας και διάκονος (319). Εκεί γνώρισε πολύ καλά και την όλη εκκλησιαστική και θεολογική κατάσταση της εποχής, όπως και τον μοναχικό βίο. Διάκονος ακόμη, συνοδεύοντας τον επίσκοπο Αλέξανδρο, τον οποίο επηρέαζε πάρα πολύ, έκανε αισθητή την παρουσία του στην Α΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο των 318 Πατέρων, που συγκροτήθηκε το 325 μ.Χ. κατά του Αρείου, στην οποία διέπρεψε περισσότερο από όλους με το ζήλο του υπέρ της διδασκαλίας του ομοουσίου. Το επόμενο έτος 326, διαδέχτηκε τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και αρνήθηκε την κοινωνία με τον Άρειο, διότι γνώριζε τη διαστροφή της γνώμης του και τη νόσο της αιρέσεως που εμφώλευε ακόμη στην καρδιά του. Γι’ αυτόν τον λόγο  άρχισαν αμέσως οι κατ’ αυτού συκοφαντίες και οι εχθρικές ενέργειες του αιρεσιάρχη αυτού, όπως και τα ληστρικά γνωστά συνέδρια και οι άδικες κατηγορίες εναντίον του και οι αλλεπάλληλες εξορίες που υπέστη από τους βασιλείς Κωνσταντίνο τον μεγάλο,  Κωνστάντιο τον υιό του, Ιουλιανό τον παραβάτη και τον θερμό προστάτη των αρειανών Ουάλη. Ο μεν μέγας Κωνσταντίνος τον εξόρισε από ευπιστία στις διαβολές των άλλων,  οι άλλοι όμως κινήθηκαν εναντίον του από τη δική τους ο καθένας κακοπιστία. Ο υπερασπιστής όμως της ορθοδοξίας Αθανάσιος,  άλλοτε συρόμενος από τη βία των ανθρώπων της εξουσίας, άλλοτε δίνοντας τόπο στην οργή των εχθρών, οδηγήθηκε στο Τρίβερι της Γαλλίας, κατέφυγε στη Ρώμη, φυγαδεύτηκε στις ερήμους, κρύφτηκε σε υπόγεια μήνες ολόκληρους, υπέμεινε μύριους κινδύνους και διωγμούς επί 46 χρόνια, μέσα στα οποία τον ανακαλούσαν για λίγο, για να διωχθεί και πάλι στη συνέχεια. Τελευταία, αφού αναφάνηκε στο ύψος του επισκοπικού του θρόνου σαν φωτεινό αστέρι, αλλά στη δύση του πια, και κατεφώτισε με τη λαμπρότητα των λόγων του τον ορθόδοξο λαό για μικρό διάστημα, έφτασε οριστικά στη δύση της ζωής του και αναπαύτηκε ο πολύ ταλαιπωρημένος από τους μακρούς κόπους και αγώνες του άγιος Αθανάσιος κατά το έτος 373 μ. Χ.».
  Ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος στον επιτάφιό του για τον Μ. Αθανάσιο έγραψε: «Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι», επαινώντας τον Αθανάσιο, είναι σαν να επαινώ την αρετή. Το ίδιο ακριβώς εκφράζει και η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα διά γραφίδος του αγίου Θεοφάνους του υμνογράφου, ο οποίος επαναλαμβάνει τον λόγο του αγίου Γρηγορίου ελαφρώς παραλλαγμένο: «Αθανασίω προσκομίζων έπαινον, ως αρετήν ευφημών, προς τον Θεόν φέρω μάλλον το εγκώμιον» (Προσκομίζοντας τον έπαινο στον Αθανάσιο, σαν να εγκωμιάζω την αρετή, φέρνω μάλλον το εγκώμιο προς τον ίδιο τον Θεό). Γιατί τέτοιος εγκωμιασμός;
Πρώτον, διότι ο άγιος Αθανάσιος «υπήρξε η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της αρχαίας Εκκλησίας. Σήκωσε το βάρος πολλαπλής και βαθιάς κρίσεως και θεμελίωσε θεολογικά και οριστικά την ορθόδοξη τριαδολογία…Για τέσσερις δεκαετίες και πλέον (328- 373) απέβη το σύμβολο και η κεφαλή, προς την οποία με αγωνία είχαν στραμμένα τα βλέμματα οι πάντες, ορθόδοξοι και κακόδοξοι. Οι λίγοι ορθόδοξοι, όσο έβλεπαν τον ιερό αετό όρθιο στον θρόνο του ή ανυποχώρητο στις εξορίες του, ήταν βέβαιοι πως η Ορθοδοξία ζει και αναθαρρούσαν. Οι πολλοί κακόδοξοι, όσο έβλεπαν όρθιο τον ανυπότακτο άνδρα, ήξεραν ότι παρά τους διωγμούς η Ορθοδοξία επιζεί και γι’ αυτό θηριώνονταν» (Σ. Παπαδόπουλος).
Δεύτερον, διότι στον άγιο βλέπουμε τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις που απαιτούνται εκ μέρους του Θεού, προκειμένου να γίνει κατοικητήριο Αυτού και όργανο φανέρωσης της αλήθειας Του: τις φυσικές καταβολές και σπουδές του, τους αγώνες του για πνευματική κάθαρση του εαυτού του. «Ανακαθάρας μολυσμού παντός ψυχήν τε και σώμα, Αθανάσιε, ναός ανεδείχθης αξιόθεος διό το της Τριάδος πλήρωμα επανεπαύσατό σοι, ιερομύστα πανόλβιε» (Καθάρισες από κάθε μολυσμό την ψυχή και το σώμα σου, Αθανάσιε, γι’ αυτό και αναδείχθηκες άξιος ναός του Θεού. Το πλήρωμα λοιπόν της αγίας Τριάδος, όλος ο Θεός, επαναπαύτηκε σε σένα, παμμακάριστε μύστη του Θεού). Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα υπενθυμίζει ότι τον πνευματικό του αυτόν αγώνα τον ξεκίνησε ήδη εκ νεότητός του, γι’ αυτό και από την ηλικία αυτή απέκτησε φρόνημα πολιού γέροντος: «Νεανικώς των σαρκικών κατήργησας παθών σκιρτήματα, εν νεότητί σου γηραλέον φρόνημα και ευσταθές κτησάμενος, Αθανάσιε μάκαρ» (Κατάργησες τα σκιρτήματα των σαρκικών αμαρτωλών παθών με νεανικούς αγώνες, γι’ αυτό και ήδη από τη νεότητά σου απέκτησες σταθερό και γεροντικό σεβάσμιο φρόνημα, μακάριε Αθανάσιε).
Ο άγιος Αθανάσιος βεβαίως είναι ταυτισμένος με τους αγώνες υπέρ της ορθοδοξίας. Η Εκκλησία μας, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, σ’ αυτόν οφείλει το γεγονός της διατρανώσεως της ορθόδοξης πίστης, με την έννοια ότι αυτός φωτίστηκε κατεξοχήν να δείξει στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο τις πλάνες των αντιπάλων, όταν ο αιρεσιάρχης Άρειος και οι ομόφρονές του, μπλεγμένοι σε κοσμικές φιλοσοφίες, απειλούσαν τη διαστρέβλωση της αποκάλυψης του Χριστού και της αποστολικής διδασκαλίας. Την προσφορά αυτή επισημαίνουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας σε συντριπτικό ποσοστό. «Ορθοδοξίας φυτεύσας τα δόγματα, κακοδοξίας ακάνθας εξέτεμες, πληθύνας τον σπόρον της Πίστεως τη επομβρία του Πνεύματος, όσιε» (Φύτευσες τα δόγματα της ορθοδοξίας και απέκοψες τα αγκάθια της κακοδοξίας, όσιε, πληθαίνοντας έτσι τον σπόρο της πίστεως με τη βροχή του αγίου Πνεύματος). «Ομότιμον σύνθρονον Πατρί τον Λόγον, μονογενή τε Υιόν ορθοδόξως κηρύξας, αθανασίας Πάτερ επώνυμε, αύθις διδάσκεις το Πνεύμα Γεννήτορι και τω Υιώ συμφυές και ομοούσιον» (Αφού κήρυξες ορθόδοξα τον Λόγο του Θεού, τον Χριστό, ότι είναι ομότιμος και σύνθρονος με τον Πατέρα, όπως και ότι είναι μονογενής Υιός Του, διδάσκεις πάλι, επώνυμε της αθανασίας Πατέρα, ότι και το άγιον Πνεύμα είναι συμφυές και ομοούσιο με τον Γεννήτορα Πατέρα  και τον Υιό). «Ξενίζοντα δόγματα, αλλότριά τε τη Εκκλησία Χριστού, εξορίσας, Τριάδα εθεολόγησας υποστάσεων, Θεότητος δε μονάδα» (Εξόρισες παράξενα δόγματα και ξένα προς την Εκκλησία του Χριστού, και θεολόγησες την Τριάδα των υποστάσεων και την Μονάδα της Θεότητος).
Οι αγώνες όμως υπέρ της ορθοδοξίας επισύρουν πάντοτε τη μήνη, κατά παραχώρηση βεβαίως του Θεού, του ίδιου του αρχέκακου διαβόλου, ο οποίος μεγαλύτερη χαρά δεν έχει από το να αλλοιώνεται η αληθινή πίστη του Χριστού. Διότι αλλοιωμένη πίστη σημαίνει και αλλοιωμένο τρόπο ζωής. Το δόγμα ως η διατύπωση της αλήθειας, ως γνωστόν, έχει άμεση επίπτωση προς το ήθος του ανθρώπου, δείγμα ότι οι αιρετικοί δεν μπορούν και να ζήσουν κατά τον τρόπο του Χριστού, δηλαδή τον τρόπο της αγάπης. Κατανοεί λοιπόν κανείς εύκολα και το γιατί υπέστη τόσους διωγμούς, τόσες συκοφαντίες ο μέγας αστήρ Αθανάσιος. «Λύσσαξε», κατά το κοινώς λεγόμενο, ο διάβολος και υποκίνησε τα όργανά του, προς εξαφανισμό του αγίου. Αλλ’  είπαμε, όλα γίνονται κατά παραχώρηση Θεού, που σημαίνει ότι υπάρχει έλεγχος των δαιμονικών ενεργειών και όριο στις επιθέσεις τους, με σκοπό να φανερωθεί  μέσω των επιθέσεων αυτών ακόμη περισσότερο η λάμψη της αλήθειας και η αγιότητα των φορέων αυτής. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, όντως επικεντρώνει επ’ αρκετόν και στη διάσταση αυτή από τη ζωή του αγίου Αθανασίου. «Οι κίνδυνοι άπειροι, ους έτλης, μάκαρ, αγωνιζόμενος υπέρ της ευσεβείας» (Άπειροι οι κίνδυνοι που δοκίμασες, μακάριε, καθώς αγωνιζόσουν υπέρ της αληθινής πίστεως). «Διωγμούς εκαρτέρησας και κινδύνους υπέμεινας, θεορρήμον όσιε Αθανάσιε, έως την πλάνην εξώρισας Αρείου την άθεον» (Έμεινες καρτερικός στους διωγμούς και υπέμεινες τους κινδύνους, όσιε θεορρήμον Αθανάσιε, μέχρις ότου εξόρισες την άθεη πλάνη του Αρείου).
Η Εκκλησία μας δεν φείστηκε καθόλου των επαίνων, για να δείξει το μέγεθος του αγίου Αθανασίου. Και μόνο το γεγονός ότι, μεταξύ των όσων είπαμε, τον χαρακτηρίζει ως τον δέκατο τρίτο από τους αποστόλους, που μέσω αυτού μιλούσε ο ίδιος ο Κύριος και το ίδιο το άγιον Πνεύμα, αρκεί για να καταλάβουμε τι σημαίνει Αθανάσιος και γιατί η θεολογία της Εκκλησίας μας κατά βάση έχει χαρακτηριστεί «αθανασιανή». «Η ζωηφόρος πνοή, η εξ ύψους πριν επιφοιτήσασα θεοπρεπώς Πνεύματος Χριστού, εν τω υπερώω και Μαθητάς εμφορήσασα, Απόστολον δεικνύει τρισκαιδέκατον, Πάτερ» (Η ζωηφόρος πνοή του Πνεύματος του Χριστού, που επιφοίτησε πριν κατά τρόπο θεοπρεπή στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, και γέμισε τους μαθητές, σε αναδεικνύει δέκατο τρίτο απόστολο, πάτερ). «Χριστόν έχων λαλούντα, Πάτερ, εν οργάνω ευήχω τη γλώττη σου, στηλιτεύεις, μάκαρ, των ειδώλων εγγράφως την αίρεσιν» (Έχοντας τον Χριστό να ομιλεί, Πάτερ, με τη γλώσσα σου, σαν εύηχο όργανο, στηλιτεύεις, μακάριε, με τα γραπτά σου την αίρεση των ειδώλων).

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο Αντώνιος γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην κωμόπολη Κομά της Αιγύπτου. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί, πλούσιοι και αριστοκράτες που του μετάγγισαν την πίστη τους στον Χριστό. Σε νεαρή ηλικία τους έχασε κι έμεινε μόνος με τη μικρή αδελφή του. Είκοσι ετών περίπου νιώθει την κλήση του Θεού να αποσυρθεί από τα κοσμικά και να αφιερωθεί πλήρως στον Θεό. Εμπιστεύεται την αδελφή του σε παρθενώνα (ένα είδος γυναικείου μοναστηριού) της περιοχής του, μοιράζει στους φτωχούς όλη την περιουσία που είχε από τους γονείς του και αποσύρεται πρώτα κοντά στο χωριό του κι ύστερα σε πιο απομακρυσμένες κι ερημικές περιοχές. Η δίψα του κι ο πόθος του για τον Θεό και την αρετή ήταν πολύ μεγάλοι. Όπου άκουγε ότι υπάρχει κάποιος ενάρετος ασκητής πήγαινε και τον επισκεπτόταν για να τον μιμηθεί στον καλό τρόπο της ζωής του. Σιγά σιγά έτσι απέκτησε σχεδόν όλες τις αρετές, χαρακτηριζόμενος από όλους θεοφιλής. Ο Θεός επέτρεψε, για να του αυξήσει τις δωρεές και τα χαρίσματα, να μπει και στη σκληρή δοκιμασία των δαιμονικών πειρασμών. Μέσα από το καμίνι αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, αναδείχτηκε ως «χρυσός εν χωνευτηρίω». Προχώρησε πολύ στην αγιότητα, απέκτησε τα μεγάλα χαρίσματα της διόρασης και της προόρασης, καθώς και της διάκρισης των πνευμάτων. Η φήμη του από τα θαύματα και τα χαρίσματά του άρχισε να απλώνεται παντού. Έγινε πρότυπο στους πάντες, κοσμικούς και μοναχούς. Η ταπείνωσή του όμως τον κρατούσε προσγειωμένο στην πραγματικότητα. Αποσύρθηκε σε ακόμη ερημικότερες περιοχές, μα ο πιστός λαός τον αναζητούσε οπουδήποτε. Τέλος σε βαθύτατο γήρας, το 356 μ.Χ., σε ηλικία 105 ετών, αφού έδωσε τις τελευταίες συμβουλές στους συνασκητές του και με την εντολή να τον θάψουν σε μέρος που δεν θα το γνωρίζει κανείς, παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, μέσα σε άφατη χαρά και ιλαρότητα».
Ο Μέγας Αθανάσιος, ο οικουμενικός αυτός Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο οποίος και συνέγραψε τον βίο του αγίου Αντωνίου – στην πραγματικότητα μία εκτεταμένη επιστολή – λέει ότι είναι «μεγάλο κέρδος γι’ αυτόν και να θυμάται μόνον τον Αντώνιο». Ο ιερός Αυγουστίνος, ο μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας, πήρε την οριστική απόφαση να μεταστραφεί στη χριστιανική πίστη και να βαπτιστεί, με την καθοδήγηση βεβαίως του επισκόπου Μεδιολάνων αγίου Αμβροσίου, όταν μελέτησε τον βίο του αγίου Αντωνίου. Ο σπουδαίος ασκητής του Γεροντικού, ο οποίος ζήτησε από τον Θεό να του φανερώσει όλους τους μεγάλους αγίους της εποχής του, είδε να εκπληρώνεται το αίτημά του, πλην του Αντωνίου. Και στο ερώτημά του στον Κύριο γιατί συνέβη αυτό, έλαβε την πληροφορία ότι «ο Αντώνιος είναι πολύ κοντά μου και δεν μπορείς να τον δεις». Όταν μιλάμε για τον άγιο Αντώνιο λοιπόν δεν μιλάμε για απλό άγιο της Εκκλησίας. Το πνευματικό ύψος του είναι τρισμέγιστο, φθάνει μέχρι και σ’ αυτά τα «κράσπεδα» της Τριαδικής Θεότητος.
Η υμνολογία της Εκκλησίας μας τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ό,τι ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος είδε σαν τρόπο ζωής στον προηγηθέντα από αυτόν όσιο Παύλο τον Θηβαίο («του Παύλου συμμέτοχος του Θηβαίου»),  το ίδιο αγωνίστηκε και αυτός να πράξει. Νέος προφήτης Ηλίας και νέος Ιωάννης Πρόδρομος ο όσιος Παύλος, παρομοίως και ο άγιος Αντώνιος. Κατά πώς το λέει και το απολυτίκιό του: «Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος, τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος, Πάτερ Αντώνιε» (μιμήθηκες στον τρόπο της ζωής τον ζηλωτή Ηλία κι ακολούθησες τους ίσιους δρόμους του Βαπτιστή, πάτερ Αντώνιε). Κι ακόμη: τον παραλληλίζει και με τον Μωυσή, ονομάζοντάς τον «νέον Μωυσή», διότι «στην έρημο έστησε το τρόπαιο κατά των εχθρών και των αντιπάλων, ως αρχηγός του λαού» («Νέος Μωυσής γενόμενος, εν ερήμω το τρόπαιον κατά των εχθρών και πολεμίων έστησας, λαού προηγούμενος»). Δεν παραξενεύουν λοιπόν οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδει η Εκκλησία μας διά των ύμνων της: «Πατήρ Πατέρων», «φωστήρ φωστήρων», «οικουμένης το κλέος», «ο επί γης άγγελος και εν ουρανοίς άνθρωπος Θεού».
Ο άγιος υμνογράφος κάνοντας, με τα δεδομένα της ζωής του οσίου και με φωτισμό Θεού, μία πνευματική «ακτινογραφία» του Αντωνίου, επικεντρώνει στην καρδιά του: ήταν ένα πυρακτωμένο καμίνι αγάπης και έρωτα που η φλόγα του ανέβαινε διαρκώς στο ακρότατο των επιθυμητών, στην πιο υψηλή κορυφή της αγάπης, τον ίδιο τον Θεό. «Σε ο ένθεος έρως ανέφλεξε και την ψυχήν ανεπτέρωσε αυτό ποθήσαι, το της αγάπης όντως ακρότατον» (ο θείος έρωτας σου έβαλε φωτιά και έδωσε φτερά στην ψυχή σου να ποθήσεις το πράγματι ακρότατο όριο της αγάπης, τον Θεό δηλαδή). Αυτός ο έρωτάς του ήταν η κινητήρια δύναμη για να απαγκιστρωθεί από όλες τις γοητείες του παρόντος κόσμου του απατεώνος, και στη συνέχεια με την πολλή άσκησή του και την ησυχία να αυξηθεί  σ’ αυτήν την  αγάπη του Θεού, να ενωθεί πλήρως με Αυτόν και να γεμίσει από όλα τα καλά που ο Θεός ξέρει να δίνει: όχι κάτι από Αυτόν, αλλά ολόκληρο τον Εαυτό Του. «Τότε κατεφρόνησας σαρκός και αίματος και έξω κόσμου γεγένησαι, πολλή ασκήσει και ησυχία τούτω ενούμενος όθεν επλήσθης, ως εζήτησας, των εκείθεν καλών και ανέλαμψας, ως αστήρ, καταυγάζων τας ψυχάς ημών, Αντώνιε» (Τότε λοιπόν, με τον θείο έρωτά σου, έκανες πέρα οποιαδήποτε  σχέση με άνθρωπο και ήλθες στην έρημο, αγωνιζόμενος να ενωθείς με Αυτόν με την πολλή άσκηση και την ησυχία. Γι’ αυτό και γέμισες, όπως ζήτησες, από τα καλά του Θεού και έλαμψες σαν ήλιος, φωτίζοντας τις ψυχές μας, Αντώνιε).
Ο άγιος υμνογράφος με τα παραπάνω λεγόμενά του δίνει απάντηση και σε ένα ερώτημα που μπορεί να δημιουργηθεί και σε εμάς σήμερα: τι ήταν εκείνο που έκανε τον Θεό να δώσει τόση χάρη στον Αντώνιο; Κάνει διακρίσεις ο Θεός; Αγάπησε περισσότερο εκείνον από ό,τι εμάς ή άλλους άλλων εποχών; Η απάντηση είναι αρνητική. Ο Θεός αγαπά τους πάντες εξίσου.«Ουκ έστιν προσωπολήπτης ο Θεός». Ό,τι αγάπη είχε στον Αντώνιο έχει και σε εμάς και σε όλους τους ανθρώπους. Ποιο λοιπόν το «μυστικό» του Αντωνίου; «Ως εζήτησας» σημειώνει ο υμνογράφος. Η απάντηση βρίσκεται στη μικρή αυτή φράση. Ο άγιος Αντώνιος πυρακτώθηκε από την χάρη του Θεού, έγινε όλος φωτιά, διότι και ο ίδιος αναζητούσε τον Θεό. Κι εκεί υπάρχει το έλλειμμα το δικό μας. Ε μ ε ί ς  δεν αναζητούμε τον Θεό ή αν Τον αναζητούμε, Τον αναζητούμε με πολύ αναιμικό τρόπο. Ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο κατά την αναλογία και της δικής του επιθυμίας. Μεγάλη αναζήτηση; Μεγάλη και η προσφορά. Μικρή αναζήτηση; Μικρή και η προσφορά. Με άλλα λόγια και εμείς θα μπορούσαμε να αναδειχτούμε άγιοι της περιωπής του αγίου Αντωνίου. Καταθέτουμε όμως την καρδιά και τη διάθεσή μας στον Θεό με απόλυτο τρόπο, χωρίς προαπαιτούμενα, σαν τον άγιο Αντώνιο; Την ευθύνη της μικρής ή και της μηδαμινής χάρης του Θεού μέσα μας πρέπει να την αναζητήσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.