Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ

«Τόν ζωοποιόν σου Σταυρόν, ἀπαύστως προσκυνοῦντες Χριστέ ὁ Θεός, τήν τριήμερόν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν∙ δι’ αὐτῆς γάρ ἀνεκαίνισας, τήν καταφθαρεῖσαν τῶν ἀνθρώπων φύσιν παντοδύναμε, καί τήν εἰς οὐρανούς ἄνοδον καθυπέδειξας ἡμῖν, ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος» (Στιχηρόν ἀναστάσιμον, ἦχος δ΄).

(Προσκυνώντας ἀδιάκοπα, Χριστέ Θεέ μας, τόν Σταυρό Σου πού ἔφερε τή ζωή, δοξάζουμε τήν τριήμερη Ἀνάστασή Σου. Διότι μέ αὐτήν, παντοδύναμε, ἀνακαίνισες τήν ἀνθρώπινη φύση πού εἶχε καταφθαρεῖ (ἀπό τήν ἁμαρτία) καί μᾶς ὑπέδειξες τήν ἄνοδο στούς οὐρανούς, ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος).

Τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μᾶς καλεῖ ὁ ἄγιος ὑμνογράφος νά δοξολογήσουμε. Γιατί ἦταν αὐτή πού ἔδωσε καινούργια ζωή στήν ἀνθρώπινη φύση πού εἶχε τραυματιστεῖ καί διαφθαρεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν Πονηρό διάβολο. Ἡ ἐπιλογή τῆς ἁμαρτίας δυστυχῶς ἀπό τούς πρωτοπλάστους ἦταν ἐπιλογή θανάτου. Νομίζοντας ὅτι ἀποκτοῦν τήν αἰώνια ζωή, κατά τήν ἀπατηλή ὑπόδειξη τοῦ Διαβόλου ὄφεως, εἶδαν μέ τρόμο ὅτι στράφηκαν κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους, τραυματίστηκαν ἀνεπανόρθωτα, εἰσῆλθαν στό σκοτεινό τοῦνελ τῆς φθορᾶς καί τῆς κόλασης. Ἡ ζωή τους ἔκτοτε ὑπῆρξε πράγματι ὀδύνη καί στεναγμός, περιέπεσαν σέ κοιλάδα πένθους καί δακρύων. Ἡ μόνη ἐλπίδα τους ἦταν ἡ παρήγορη φωνή τοῦ Δημιουργοῦ ὅτι στό μέλλον κάποιος ἀπόγονος τῆς γυναίκας θά συνέτριβε τόν διάβολο καί θά τούς ἀποκαθιστοῦσε στήν πρωτινή τους κατάσταση κι ἀκόμη περισσότερο. Κι αὐτό βεβαίως ἔγινε μέ τήν ἐμφάνιση τῆς κόρης τῆς Ναζαρέτ, Μαριάμ, ἡ ὁποία γέννησε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς δικῆς της συνέργειας τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός πιά, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἕνωσε μέ τή Θεότητά Του, ὁπότε ἐν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος λυτρώθηκε – εἶδε καί πάλι Θεοῦ πρόσωπο. Ὅποιος πιά εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Χριστό, μέσα στό ζωντανό σῶμα Του τήν Ἐκκλησία, αὐτός καί ζεῖ μία νέα ζωή, πέρα ἀπό τήν ἀναγκαστική ροπή τῆς ἁμαρτίας, ζεῖ ἀπό τώρα τήν αἰώνια ζωή, δηλαδή τή ζωή τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀγάπη πρός τόν Θεό, τόν συνάνθρωπο, ὅλη τή Δημιουργία. «Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις» πού λέει καί ὁ ἀπόστολος. «Ἰδού καινά ποιῶ πάντα», κατά τή βεβαίωση τοῦ Ἴδιου. Ὁ πιστός στόν Χριστό ἄνθρωπος πιά βρίσκεται στόν δρόμο πρός τόν Οὐρανό, καλύτερα ζεῖ ἀπό τώρα τόν Οὐρανό, γιατί βαδίζει πάνω στόν ἴδιο τόν Οὐρανό, τήν Ὁδό πού εἶναι ὁ Χριστός. 

Ἡ δοξολογία γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου πού ἄλλαξε τά δεδομένα τοῦ κόσμου ὅμως, μᾶς τονίζει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος, λειτουργεῖ παράλληλα μέ τόν Σταυρό Του. Ἡ Ἀνάσταση δέν θά ἐρχόταν, ἄν δέν προηγεῖτο ὁ Σταυρός. Κι ὁ Σταυρός δέν θά ὑπῆρχε, ἄν δέν ἐρχόταν ἡ Ἀνάσταση. Σταυρός καί Ἀνάσταση πάντοτε συνθεωροῦνται καί προσφέρονται ὡς μία διπλή ἐν μονάδι πραγματικότητα. Οὔτε μόνον ὀδύνη, ἀλλ’ οὔτε μόνο χαρά. Ἡ ὀδύνη μέσα στή χαρά καί ἡ χαρά μέσα στήν ὀδύνη. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὅποιος θέλει νά τονίσει τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου ὑπέρ τό δέον, ὑποβαθμίζοντας δηλαδή τήν Ἀνάσταση, κινεῖται, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ, σέ ἐπίπεδο πολιτικῆς∙ ὅποιος θέλει νά τονίσει τήν Ἀνάσταση εἰς βάρος τοῦ Σταυροῦ, αὐτός στήν πραγματικότητα κινεῖται σέ ἐπίπεδο οὐτοπίας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία προβάλλει τήν Ἀνάσταση τόσο ἔντονα, εἶναι αὐτή πού ἐξίσου τονίζει καί τόν Σταυρό. Ἄλλωστε ὅλη ἡ ἱστορία της εἶναι μία δοξολογική ἱστορία, μία ἱστορία θριάμβου, γιατί ἀκριβῶς εἶναι μία ἱστορία μαρτυρίου. Ὅπως ἡ δόξα τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ Σταυρός – «νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου», σημειώνει ὁ Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής ἀναφερόμενος στή Σταυρική του θυσία - ἔτσι καί ἡ δόξα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας εἶναι τό μαρτύριο τῶν ἁγίων της, μαρτύριο καί αἵματος μά καί συνειδήσεως ὡς ἀγώνα τηρήσεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Εἶναι ὁ δρόμος πού πρόβαλε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γιά ὅλους ἀνά τούς αἰῶνες πιστούς καί μαθητές Του: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ ἐκβάλλει πάντοτε στήν Ἀνάσταση, ἀφοῦ προηγουμένως ὅμως ἔχει ὑπάρξει ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ ὡς ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ, δηλαδή ὡς βίωση τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Καί σ’ αὐτήν τήν πορεία δέν ὑπάρχουν διαλείμματα. «Ἀπαύστως προσκυνοῦντες τόν Σταυρόν» σημειώνει ὁ ὑμνογράφος, δηλαδή παντοτινά, χωρίς σταματημό. Ἄρα χωρίς σταματημό εἶναι καί ἡ βίωση τῆς Ἀνάστασης. Ὁ σταυρός τοῦ πιστοῦ μέ ἄλλα λόγια κατανοεῖται ὡς μετοχή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, κι αὐτόν τόν σταυρό τόν δικό μας ἔτσι, τόν προσκυνᾶμε - ἀποδεχόμαστε ἐν πίστει καί ἀγάπῃ τά ὅποια «πάθια» μας - ὄχι γιατί εἴμαστε «μαζοχιστές», ἀλλά γιατί αὐτός φέρνει τή δυναμική τῆς ἀνάστασης ὡς χαρᾶς στή ζωή μας καί μᾶς κάνει νά ζοῦμε ἀπό τώρα τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  

 

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΗ, ΟΙ ΕΝ ΘΕΡΜῌ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ.

«Οἱ ἅγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος καί Εἰρήνη συγκαταλέγονται στή χορεία τῶν νεοφανῶν ἁγίων καί μάλιστα ἐκείνων πού μαρτύρησαν σχεδόν ἀμέσως μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά μέ τόν βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιά τήν ὕπαρξη τῶν ἁγίων ἱστοροῦνται μέ θαυματουργικό καί ἀποκαλυπτικό τρόπο ἀπό τό ἔτος 1959 μ.Χ. Ἀπό μία ἀνασκαφή πού ἔγινε στή Θέρμη τῆς Λέσβου, ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος ἑνός ἀγνώστου προσώπου, πού ὅπως ἀποκαλύφθηκε σέ συνεχῆ ὁράματα, ἀνῆκε στόν ἅγιο ἱερομάρτυρα Ραφαήλ, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζί μέ τόν ἅγιο ὁσιομάρτυρα Νικόλαο καί τήν ἁγία Εἰρήνη. Ὁ τάφος καί τό λείψανο τοῦ ἁγίου Νικολάου ἀνακαλύφθηκε στις 13 Ἰουνίου 1960.

Ὁ ἅγιος Ραφαήλ καταγόταν ἀπό τούς Μύλους τῆς Ἰθάκης καί γεννήθηκε τό ἔτος 1410. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Λάσκαρης ἤ Λασκαρίδης καί ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Διονύσιος. Πρίν γίνει κληρικός εἶχε σταδιοδρομήσει στόν βυζαντινό στρατό καί ἔφθασε μάλιστα σέ μεγάλο βαθμό. Σέ ἡλικία τριάντα πέντε ἐτῶν γνώρισε ἕναν ἀσκητικό καί σεβάσμιο γέροντα, τόν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος τόν προσείλκυσε στήν ἐν Χριστῶ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ὁ γέροντας κατέβηκε ἀπό τόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του, γιά νά ἐξομολογήσει καί νά κοινωνήσει τούς στρατιῶτες καί κήρυξε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ ἀξιωματικός Γεώργιος, ὅταν ὁ γέροντας κατέβηκε πάλι τά Θεοφάνεια, ἀποχαιρέτησε τούς στρατιῶτες καί τόν ἀκολούθησε.

Μετά τήν κουρά του σέ μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἀλλά τιμήθηκε καί μέ τό ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη καί τοῦ πρωτοσύγκελλου. Μαζί δέ μέ τίς ἄλλες ἀποκαλύψεις, ὁ ἅγιος Ραφαήλ ἀπεκάλυψε ὅτι ἀπεστάλη ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στήν Ἑσπερία, στήν πόλη τῆς Γαλλίας πού ὀνομάζεται Μορλαί, γιά νά ἐκπληρώσει τήν ἐντολή πού τοῦ ἀνατέθηκε. Τό γεγονός αὐτό ἔλαβε χώρα λίγο πρίν ἀπό τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀκόμη ἀπεκάλυψε ὅτι κήρυξε τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στήν Ἀθήνα, στόν λόφο πού εἶναι τό μνημεῖο τοῦ Φιλοπάππου.

Λίγα χρόνια πρίν ἀπό τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, περί τό ἔτος 1450, ὁ ἅγιος βρέθηκε μετά ἀπό περιπλανήσεις στήν περιοχή τῆς Μακεδονίας καί μόναζε ἐκεῖ.

Κοντά στόν ἅγιο Ραφαήλ βρισκόταν ἐκεῖνο τό διάστημα ὁ ἅγιος Νικόλαος ὡς ὑποτακτικός. Ὁ Νικόλαος ἐκάρη μοναχός καί στή συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρεῖται Θεσσαλονικεύς στήν καταγωγή, ἄν καί ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στούς Ράγους τῆς Μηδίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὡστόσο μεγάλωσε καί ἀνδρώθηκε στή Θεσσαλονίκη.

Μόλις ἔπεσε ἡ Κωνσταντινούπολη στά χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι εἰσέβαλαν ὁρμητικά στή Θράκη καί καταλύθηκε ὁριστικά ἡ βυζαντινή αὐτοκρατορία, ὁ φόβος γιά γενικούς διωγμούς κατά τῶν Χριστιανῶν στάθηκε ἀφορμή νά καταφύγει ὁ ἅγιος Ραφαήλ μέ τή συνοδεία του ἀπό τό λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως στή Μυτιλήνη. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε μαζί μέ ἄλλους μοναχούς στήν παλαιά μονή τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία στό παρελθόν ἦταν γυναικεία καί ἦταν χτισμένη στόν λόφο Καρυές, κοντά στό χωριό Θέρμη. Ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐξελέγη στή συνέχεια ὁ ἅγιος Ραφαήλ.

Ἔπειτα ἀπό μερικά χρόνια, τό ἔτος 1463, ἡ Λέσβος ἔπεσε στά χέρια τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι σέ μία ἐπιδρομή τους στό μοναστήρι, συνέλαβαν τόν ἅγιο Ραφαήλ καί τόν ἅγιο Νικόλαο, τή Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἰδίου ἔτους. Ἀκολούθησαν σκληρά καί ἀνηλεῆ βασανιστήρια καί ὁ ἅγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγῆς μέ πολύ σκληρό τρόπο. Τόν ἔσυραν βιαίως τραβώντας τον ἀπό τά μαλλιά καί τή γενειάδα, τόν κρέμασαν ἀπό ἕνα δένδρο, τόν χτύπησαν βάναυσα, τόν τρύπησαν μέ τά πολεμικά τους ὄργανα, ἀφοῦ προηγουμένως τά πυράκτωσαν σέ δυνατή φωτιά καί τελικά τόν ἔσφαξαν πριονίζοντάς τον ἀπό τό στόμα.

Σέ μερικές ἐμφανίσεις του ὁ ἅγιος Ραφαήλ φαίνεται νά συνοδεύεται ἀπό πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οἱ ὁποῖοι διάνυσαν πρίν ἀπό αὐτόν τόν ἀσκητικό βίο στή μονή τῶν Καρυῶν, ὅπως εἶπε σέ ἐκείνους πού τά ἔβλεπαν αὐτά. Ἀπεκάλυψε ἐπίσης ὅτι ἡ μονή αὐτή πού εἶναι γυναικεία, ὑπέστη ἐπιδρομή ἀπό τούς αἱμοχαρεῖς πειρατές κατά τό ἔτος 1235. Κατά τήν ἐπιδρομή ἐκείνη ἀγωνίστηκε μαζί μέ τίς ἄλλες μοναχές τόν ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ καλό ἀγώνα ἡ καταγόμενη ἀπό τήν Πελοπόννησο ἡγουμένη Ὀλυμπία καί ἡ ἀδελφή της Εὐφροσύνη. Ἡ Ὀλυμπία τελειώθηκε ἀθλητικῶς στίς 11 Μαῒου τοῦ ἔτους 1235, ἐμφανίστηκε δέ μαζί μέ τόν μεγάλο καί θαυματουργό ἅγιο Ραφαήλ. 

Ὁ ἅγιος Νικόλαος πέθανε μετά ἀπό βασανισμούς, ἀπό ἀνακοπή καρδιᾶς, δεμένος σέ ἕνα δένδρο.

Μαζί μέ τούς ἁγίους συνάθλησε καί ἡ μόλις δώδεκα χρονῶν νεάνιδα Εἰρήνη, θυγατέρα τοῦ Βασιλείου, προεστοῦ τῆς Θέρμης, ἡ ὁποία καί ἐμφανίζεται μαζί τους. Αὐτή μαρτύρησε ὡς ἑξῆς: Οἱ ἀσεβεῖς ἀλλόθρησκοι τῆς ἀπέκοψαν τό ἕνα χέρι καί ἀκολούθως τήν ἔβαλαν σέ ἕνα πιθάρι καί κατέκαυσαν τήν ἁγνή αὐτή παρθένο, ὑπό τά βλέμματα τῶν δύστυχων γονέων της, οἱ ὁποῖοι καί θρηνοῦσαν γοερά γιά τόν φρικτό θάνατο τοῦ παιδιοῦ τους.

Μέ τούς ἁγίους συνεμαρτύρησαν ὁ μνημονευθείς πατέρας τῆς ἁγίας Εἰρήνης, Βασίλειος, ἡ σύζυγός του Μαρία, τό μόλις πέντε ἐτῶν παιδί τους Ραφαήλ, ἡ ἀνεψιά τους Ἑλένη, ὁ δάσκαλος Θεόδωρος καί ὁ ἰατρός Ἀλέξανδρος, τῶν ὁποίων τά ὀστᾶ βρέθηκαν κοντά στούς τάφους τῶν ἁγίων, μέσα σέ ξεχωριστούς τάφους. Τό μαρτύριό τους συνέβη τήν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου, στίς 9 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1463.

Ἔπειτα ἀπό θαυματουργικές ὑποδείξεις τῶν ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης, ἔγινε γνωστή ἡ ὕπαρξη τῶν λειψάνων τους καί ὑποδείχτηκαν τά σημεῖα ὅπου βρίσκονταν οἱ τάφοι τους»[1].

Οἱ ἅγιοι νεοφανεῖς μάρτυρες τοῦ Κυρίου Ραφαήλ, Νικόλαος καί Εἰρήνη, δέν εἶναι οἱ μόνοι πού «ἀνακαλύφθηκαν» ἀπό ὅραμα πού ἐπέτρεψε ὁ Θεός σέ εὐλαβεῖς πιστούς. Ἔχουμε πλῆθος ἄλλων ἁγίων πού οἱ τάφοι τους μέ τά λείψανά τους, οἱ κάρες τους ἤ διάφορες εἰκόνες τους ἦταν κρυμμένα καί «κρίμασιν οἶς οἶδε Κύριος» σέ κάποια ἐποχή ἦρθαν στήν ἐπιφάνεια, προκειμένου νά τιμῶνται ἀπό τό χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Νά μνημονεύσουμε ὡς ἁπλά παραδείγματα τήν κάρα τοῦ τρισμεγίστου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ (πού τρεῖς φορές μάλιστα ἑορτάζουμε τήν εὕρεση τῆς κεφαλῆς του) ἤ τίς πάμπολλες εἰκόνες τῆς Παναγίας μας, τήν Παναγία τήν Πορταῒτισσα, τήν Παναγία τήν Τρυπητή κ.ἄ. Λοιπόν, μέσα σ’ αὐτό τό πλῆθος τῶν εὑρεθέντων ἁγίων μέ τά λείψανά τους ἐντάσσονται καί οἱ συγκεκριμένοι ἅγιοι. Κατά τόν σπουδαῖο μακαριστό Γέροντα π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, τόν ποιητή τῆς ἀκολουθίας τους, ὁ Χριστός «ἐξ ἐγκάτων τῆς γῆς ἐφανέρωσε» τούς ἁγίους, «εἰς στήριγμα τῶν πιστῶν» (στιχηρό εσπερινού). Καί τούς φανέρωσε «μέ πολλές ὁράσεις καί ἐνύπνια» (στιχηρό) τῶν ἴδιων τῶν ἁγίων, ὥστε νά μήν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία περί τῆς ἀλήθειας τῶν λόγων τους.

Κι εἶναι σημαντική ἡ παρατήρηση τοῦ σοφοῦ καί ἁγίου ὑμνογράφου, διότι ἡ Ἐκκλησία μας κατά πάγια συνήθειά της στέκεται μέ μεγάλη ἐπιφύλαξη ἀπέναντι σέ ὁράματα, σέ ὄνειρα, σέ ὅ,τι θαυμαστό καί ἀποκαλυπτικό μπορεῖ κανείς νά πεῖ ὅτι τοῦ συνέβη, μέ τό δεδομένο ὅτι ὑπάρχει καί δρᾶ ὁ Πονηρός διάβολος πού χρησιμοποιεῖ  τά μέσα αὐτά προκειμένου νά πλανήσει τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ὅμως ἕνα ὅραμα ἤ ἕνα ὄνειρο, σχετιζόμενο μέ ἁγίους, ἐπαναλαμβάνεται πολλές φορές καί μάλιστα σέ πολλούς ἀνθρώπους, τότε ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ἔρχεται καί ἐν Πνεύματι ἐπιβεβαιώνει διακριτικά τήν ἀλήθεια του, ἀλήθεια πού στά μετέπειτα χρόνια διατρανώνεται πλήρως συνήθως ἀπό τά πολλά θαύματα πού ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά διενεργοῦνται ἀπό τούς ἁγίους ἤ ἀπό τήν ἁγιασμένη εὑρεθείσα εἰκόνα τους. Κατά τόν μακαριστό π. Γεράσιμο «γιά λόγους πού δέν γνωρίζουμε, οἱ ἅγιοι ἦταν κρυμμένοι στή γῆ γιά πάρα πολλά χρόνια, τώρα ὅμως ἔγιναν γνωστοί, γεμάτοι ἀπό οὐράνια δόξα, γεμάτοι ἀπό φῶς καί χάρη Θεοῦ, κάνοντας παράδοξα θαυμαστά σημεῖα»[2] (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ).

Καί προβαίνει σέ μία σπουδαία ἐκτίμηση: ἡ φανέρωση τῶν ἁγίων μαρτύρων στόν λόφο τῶν Καρυῶν τῆς νήσου Λέσβου, σάν νά εἶναι ὁ λόφος μία «ἄλλη Σιών» (αἶνοι), ἀποτελεῖ «βροντή τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ πού ἀποκαλύπτει μέ τόν λόγο Του τό μυστήριο τοῦ θείου Του θελήματος». Μέ ποιό σκοπό; «Νά ἐξαγγελθοῦν μέ λόγια καί θαύματα τά μεγαλεῖα τῆς εὐσεβοῦς πίστεώς μας, ὥστε νά δοξαστεῖ ὁ Χριστός καί νά στηριχτοῦν καί νά ἑδραιωθοῦν στήν πίστη οἱ χριστιανοί»[3] (λιτή).  (Τό θαῦμα πράγματι στήν Ἐκκλησία μας λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο πού ἀπεκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: ὡς ἐνίσχυση τῆς πίστης τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι ὡς αἰτία γιά νά πιστέψουν αὐτοί. Ἀποτελεῖ δηλαδή ἔκφραση τῆς στοργῆς καί τῆς ἀγάπης Του πρός τούς ἀνθρώπους καί ὄχι βιασμό τῆς ἐλευθερίας τους, ὅπως θά συνέβαινε ἄν θαυματουργοῦσε  γ ι ά   ν ά   πιστέψουν). Κι ἀκόμη, προχωρεῖ περισσότερο ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής, ἑρμηνεύοντας καί τόν ἀναστάσιμο χρόνο πού συνέβη τό μαρτύριο τῶν ἁγίων:  «Φανερώθηκαν οἱ ἅγιοι μετά ἀπό πολυχρόνια κατάκρυψη, σάν νά βγῆκαν ἀπό οὐράνια ἄδυτα, ἀποδεικνύοντας τά ἀγαθά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου»[4] (λιτή), ἀλλά καί «προφανερώνοντας σέ ὅλους τή θεία δόξα τῆς μελλοντικῆς γιά ὅλους ἀναστάσεως»[5] (ὠδή α΄). 

Ὁ μακαριστός Γέρων Γεράσιμος μέσα στό ἴδιο ἀναστάσιμο σκεπτικό (Τρίτη τῆς Διακαινησίμου) τοῦ μαρτυρίου τους προβαίνει συνειρμικά καί στήν ἑξῆς σύνδεση (Δοξ. ἀποστ. ἑσπ.): «Σάν μιμητές τοῦ Πάθους τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἅγιοι μάρτυρες, δείχνετε μέ τή φανέρωσή σας καί τή λάμψη τῆς Ἀναστάσεώς Του. Διότι ὅπως Ἐκεῖνος ἀναστήθηκε καί ἐμφανίστηκε στίς σεμνές μυροφόρες, ἔτσι κι ἐσεῖς: ἐμπιστευτήκατε τό μυστήριο τῆς ὅρασής σας σέ πιστές γυναῖκες, ἀναγγέλλοντας δυνατά σ’  αὐτές τή φανέρωση τῶν κρυμμένων πραγμάτων»[6]. Καί παρομοίως στά  καθίσματα τοῦ ὄρθρου: «Εὐσεβεῖς γυναῖκες, ὅπως πρίν οἱ Μυροφόρες, ἔνιωσαν θάμβος καθώς εἶδαν τήν ἐμφάνισή σας, θεόφρονα Ραφαήλ καί μακάριε Νικόλαε»[7].

Ὁ ποιητής κινεῖται βεβαίως μέσα στή βαθειά πίστη τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν ὁποία ὅ,τι θαυμαστό συμβαίνει σέ ἕνα μέλος αὐτῆς μπορεῖ νά συμβεῖ καί στά ἄλλα μέλη ὅταν ὑπάρχουν οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις. Μᾶς προτρέπει λοιπόν, σάν νά εἶναι τό πιό ἁπλό πράγμα, «νά προστρέξουμε κι ἐμεῖς στόν λόφο τῶν Καρυῶν, προκειμένου νά δοῦμε τήν ἄρρητη δόξα τῶν Μαρτύρων»[8] (ὠδή γ΄), ἐκεῖ δηλαδή πού φανερώθηκαν οἱ ἅγιοι. (Διότι προφανῶς οἱ ἅγιοι εἶναι ζωντανοί καί ὡς μέλη ὅπως ἐμεῖς τοῦ ἴδιου Σώματος Χριστοῦ μποροῦν νά φανερωθοῦν σέ ὅλους)[9]. Μέ μία ὅμως προϋπόθεση: νά ἔχει κανείς καθαρές τίς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. «Ἄς καθαρίσουμε τίς αἰσθήσεις μας καί ἄς δοῦμε τή θειότατη ὄψη τοῦ θεοφόρου Ραφαήλ, καί μαζί του τοῦ Νικολάου καί τῆς Εἰρήνης. Διότι φανερώνονται στούς πιστούς, ἐνεργώντας θαυμαστά πράγματα»[10] (ὠδή α΄). Ὁ ποιητής, ἀκολουθώντας κατά πόδας τόν ἐκκλησιαστικό ὑμνογράφο τοῦ κανόνα τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τονίζει τό κοινῶς γνωστό στήν πνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας: χωρίς κάθαρση τῆς καρδιᾶς δέν μπορεῖ κανείς νά νιώσει τίποτε ἀπό τόν ἀπόλυτα Ἅγιο καί Καθαρό Θεό. Διότι «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (ὁ Κύριος)[11]. «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καί ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς Ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα»[12].

Ἄς σημειώσουμε ἀκροθιγῶς καί δύο ἀκόμη πράγματα ἀπό τήν ἀκολουθία.

 Τό πρῶτο∙ οἱ ἅγιοι ἀγωνίστηκαν τόν μαρτυρικό ἀγώνα τῆς πίστεως στόν Χριστό μέ μία ψυχή - ἡ σύνδεσή τους μέ τόν Κύριο λόγω τῆς σφοδρῆς καί «ἀρραγοῦς» ἀγάπης τους πρός Αὐτόν (ὠδή ς΄) τούς ἔδενε καί μεταξύ τους ψυχικά. Διότι αὐτό εἶναι τό κύριο γνώρισμα ὅλων τῶν ἁγίων: ἡ ἑνότητά τους μέ τόν Χριστό καί μέ τόν συνάνθρωπο, κατά τό «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν»[13] τοῦ ὁράματος τοῦ Κυρίου γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα∙ χωρίς τήν ἑνότητα αὐτή, καί τό μαρτύριο ἀκόμη γιά τόν Χριστό λειτουργεῖ μέ ἀρνητικό τρόπο! «Αὐτοί λοιπόν, καθώς ἀγωνίστηκαν μέ μία ψυχή, ὑπέμειναν χάριν τοῦ Χριστοῦ τά ἀθλήματα τῶν παθημάτων, γι’ αὐτό καί ἀξίως δοξάστηκαν στούς οὐρανούς»[14] (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ).

Τό δεύτερο∙ ἡ ἑνότητά τους αὐτή, μέ τόν Κύριο καί μεταξύ τους, καθοδηγεῖτο καί σφυρηλατεῖτο ἀπό τόν πνευματικό τους, τόν ἱερομόναχο Ραφαήλ. Ὁ ἅγιος Ραφαήλ ἦταν ὁ «παιδοτρίβης καί ἀλείπτης», ὁ προπονητής τους κατά κάποιον τρόπο, πού τούς ὁδηγοῦσε «πρός θείας ἐπιδόσεις» καί ἔδινε φτερά στό φρόνημά τους, ὄχι τόσο μέ τά λόγια του, ὅσο κυρίως μέ τό παράδειγμά του. Τό παράδειγμα εἶναι ἐκεῖνο πού μιλάει στήν καρδιά καί μαγνητίζει τόν ἄνθρωπο στήν πορεία τοῦ Χριστοῦ. Μέ τά ἴδια τά λόγια τοῦ σοφοῦ ὑμνογράφου στό καταπληκτικό τροπάριο τῆς Λιτῆς σέ ἦχο δ΄: «Σάν κήρυκας τῆς ἀρετῆς καί προπονητής καί γυμναστής, Ραφαήλ ἱερότατε, μέ τό δικό σου ὑπόδειγμα ἔδωσες φτερά γιά θεῖες ἐπιδόσεις στό φρόνημα τῶν συμμαρτύρων σου, ὥστε νά πεθάνουν γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὁ σεπτός διάκονος Νικόλαος, (δικός σου μαθητής καί συμμοναστής), ἀγωνίστηκε στό μαρτυρικό στάδιο, ὅπως καί ἡ ὄμορφη κόρη Εἰρήνη σάν εὐωδιαστό θυμίαμα ὁδηγήθηκε στόν Χριστό παραδομένη στή φωτιά γιά χάρη Του. Λοιπόν ὡς προεξάρχων καί ἀρχηγός αὐτῶν, μεγαλοπρεπῶς δοξάστηκες καί φανέρωσες ἤδη στόν κόσμο καί τή δική σου δόξα»[15].

Τέτοια χάρη καί δόξα πού ἔχουν οἱ ἅγιοι, χάρη καί δόξα ἀγάπης, εἶναι δεδομένο ὅτι τή σκορποῦν σέ καθένα πού τούς προσεγγίζει μέ πίστη καί εὐλάβεια. Κι αὐτό σημαίνει «λήψη δύναμης καί στήν ψυχή καί στό σῶμα»[16] (ὠδή δ΄), ἰδίως γιά τούς «δεινῶς ἀσθενοῦντας». Γιατί εἶναι ἀλήθεια: «ὁ ἱερός Ραφαήλ εἶναι σοφός ἰατρός γιά ὅλους, ὅπως πράγματι φάνηκε, προσφέροντας τίς θεραπεῖες καί τίς ἰάσεις»[17] (ὠδή η΄).


[1] Ἰστολόγιο: Μέγας Συναξαριστής.

[2] «ἐν γῇ δέ ἀρρήτοις κρίμασιν, ἐν ἐτῶν περιόδοις κατακρυπτόμενοι, ἄρτι ἡμῖν ἐγνώσθησαν, πλήρεις δόξης οὐρανίου, πλήρεις φωτὸς, πλήρεις χάριτος, θαυματουργοῦντες τὰ παράδοξα· ἃ οὐκ ἐγνωρίσθη γάρ γενεαῖς ἑτέραις, ἀπεκάλυψαν ἡμῖν, τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς πόρρω φαινόμενοι».

[3] «ἰδοὺ γὰρ ἐν τῷ λόφῳ Καρυῶν, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε καὶ λαλεῖ ἡμῖν τὰ κρείττονα, διὰ τῶν σεπτῶν Αὐτοῦ Μαρτύρων· Ῥαφαὴλ γὰρ καὶ Νικόλαος, οἱ πάλαι ἀριστεύσαντες, ἐπ' ἐσχάτων φανερωθέντες, τὸ μυστήριον τοῦ θείου θελήματος, πᾶσιν ἐκκαλύπτουσι· καὶ ξενοτρόπως φαινόμενοι, τῆς εὐσεβείας τὰ μεγαλεῖα, τρανῶς διηγοῦνται καὶ λόγοις καὶ θαύμασιν, εἰς αἴνεσιν Χριστοῦ καὶ στηριγμὸν καὶ ἑδραίωμα, τῶν βοώντων· Κύριε δόξα σοι».

[4] «Ἀλλ' ἡμῖν ἐπέφανας, μετὰ πολυχρόνιον κατάκρυψιν, ὡς ἐξ οὐρανίων ἀδύτων, τῆς τοῦ Κυρίου Ἀναστάσεως τὰ ἀγαθὰ τεκμαιρόμενος».

[5] «Ἀναστάσεως μελλούσης, προεκφαίνει ἡμῖν, πᾶσι τὴν θείαν δόξαν, ἡ τῶν λειψάνων τῶν σεπτῶν ὑμῶν φανέρωσις ἐκ γῆς».

[6] «Ὡς μιμηταὶ τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος, τῆς αὐτοῦ Ἐγέρσεως τὴν ἔλλαμψιν, τῇ ἐκφάνσει ὑμῶν ἐκφαίνετε, Ἅγιοι Μάρτυρες· ὡς γὰρ Ἐκεῖνος ἀναστάς, ταῖς σεμναῖς ἐνεφανίσθη Μυροφόροις, οὕτω καὶ ὑμεῖς, πισταῖς γυναιξί, τῆς ὄψεως ὑμῶν, ἐνεπιστεύθητε τὸ μυστήριον, τρανῶς αὐταῖς [10] ἀπαγγέλλοντες, κεκρυμμένων πραγμάτων τὴν φανέρωσιν».

[7] «Γυναῖκες εὐσεβεῖς, ὡς αἱ πρὶν Μυροφόροι, θέοφρον Ῥαφαήλ καὶ Νικόλαε μάκαρ, ἰδοῦσαι ἐθαμβήθησαν, τὴν ὑμῶν ἐπιφάνειαν καὶ ἐκήρυξαν ὑμῶν τὰ θαύματα πᾶσι»

[8] «Δεῦτε ἐν τῷ λόφῳ Καρυῶν, θεασώμεθα δόξαν Μαρτύρων ἄρρητον».

[9] Βλ. ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ Γέρων (ἅγιος) Σιλουανός τοῦ Ἄθω, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, χ.χ. σελ. 386: «Φαίνεται εἰς πολλούς ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι μακράν ἀφ’ ἡμῶν. Ἀλλά εἶναι μακράν ἐκείνων, οἵτινες οἱ ἴδιοι ἀπεμακρύνθησαν, καί πολύ πλησίον ἐκείνων οἵτινες φυλάττουν τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ...Οἱ Ἅγιοι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι βλέπουν τόν βίον καί τά ἔργα ἡμῶν. Γνωρίζουν τάς θλίψεις ἡμῶν καί ἀκούουν τάς θερμάς προσευχάς ἡμῶν».

[10] «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καὶ κατίδωμεν, ὄψιν τὴν θειοτάτην τοῦ θεοφόρου 'Ραφαήλ καὶ Νικολάου σὺν αὐτῷ, Εἰρήνης ὁμοῦ· πιστοῖς γὰρ ὀπτάνονται, ἐνεργοῦντες παράδοξα».

[11] Ματθ. 5, 8.

[12] Ὠδή α΄ ἀναστασίμου κανόνος ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ.

[13] Ἰωάν. 17, 21.

[14] «οὗτοι γάρ, μιᾷ ψυχῇ ἀγωνισάμενοι, ἄθλησιν παθημάτων ὑπὲρ Χριστοῦ ὑπέμειναν καὶ ἀξίως ἐν οὐρανοῖς ἐδοξάσθησαν».

[15] «Ὡς ἀρετῆς ὑποφήτης καὶ παιδοτρίβης καὶ ἀλείπτης, πρὸς θείας ἐπιδόσεις, Ῥαφαὴλ ἱερώτατε, τῷ σῷ ὑποδείγματι ὑπὲρ Χριστοῦ τεθνάναι, τῶν σῶν συμμαρτύρων ἐπτέρωσας τὸ φρόνημα· Νικόλαος γὰρ ὁ σεπτὸς Διάκονος καὶ σὸς φοιτητὴς καὶ συνέκδημος, μαρτυρικὸν ἠγωνίσατο στάδιον· καὶ Εἰρήνη ἡ καλλίπαις κόρη, ὡς εὐῶδες θῦμα, προσηνέχθη Χριστῷ, ὑπὲρ Αὐτοῦ παραδοθεῖσα τῷ πυρὶ· ὡς προεξάρχων γὰρ αὐτῶν, μεγαλοπρεπῶς ἐδοξάσθης καὶ τὴν δόξαν τὴν σήν, ἤδη τῷ κόσμῳ ἐφανερωσας».

[16] «καὶ τούτοις (τοῖς λειψάνοις) εὐλαβῶς προσπελάζων, ῥῶσιν λαμβάνει ψυχῆς ὅμου καὶ σώματος».

[17] «Δεῦτε Καρυῶν, ἐν τῷ λόφῳ προθύμως, δεινῶς οἱ ἀσθενοῦντες, ἵνα λάβητε ρῶσιν· ἰατρὸς γὰρ σοφός, 'Ραφαήλ ὁ ἱερὸς, πέλει ἅπασιν, ὥσπερ καθωράθη, παρέχων τάς ἰάσεις». 

ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ

«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν Πατέρων, Θεόν καί ὑπερένδοξον» (ὠδή ζ΄ κανόνος ἀναστάσεως). 

(Γιορτάζουμε τή νέκρωση τοῦ θανάτου, τό γκρέμισμα τοῦ Ἅδη, τήν ἀπαρχή ἑνός ἄλλου τρόπου ζωῆς, δηλαδή τῆς αἰώνιας ζωῆς, καί σκιρτώντας ἀπό χαρά ὑμνολογοῦμε τόν αἴτιο τῆς γιορτῆς αὐτῆς, πού εἶναι ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων μας, ὀ ὑπερένδοξος Θεός).

Ἕνα ἀπό τά πιό γνωστά καί ἀγαπημένα τροπάρια τοῦ ἀναστάσιμου κανόνα ὁ παραπάνω ὕμνος, ὄχι μόνο λόγω τῆς ἀμεσότητας τῶν ἐννοιῶν του, ἀλλά καί λόγω τῆς ἰδιαίρετης ἀγάπης πού ἔτρεφε γι’ αὐτόν ὁ ἅγιος Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης - ὅλοι γνωρίζουν τόν διάλογο πού διαμείφθηκε μεταξύ τοῦ ὁσίου καί τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ τῆς καρδιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γιώργου Παπαζάχου ἀκριβῶς πάνω στό τροπάριο αὐτό. Τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός; Καλούμαστε νά ὑμνολογήσουμε καί νά δοξολογήσουμε τόν μόνο δυνατό καί ὑπερένδοξο Θεό μας, τόν μόνο πού εὐλογήθηκε καί προφητεύτηκε ἀπό τούς Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, διότι μέ τήν Ἀνάστασή Του πρῶτον∙ νέκρωσε τόν θάνατο καί γκρέμισε τό βασίλειο τοῦ Ἅδη – γιορτάζουμε τόν... θάνατο τοῦ θανάτου. Θάνατος δηλαδή δέν ὑφίσταται πιά, ἀφότου Ἐκεῖνος πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς εἰσῆλθε στά ἄδυτά του καί σ’ αὐτό πού ὀνομάζουμε Ἅδη. Ὁ θάνατος πού ἦλθε ὡς ἐπιγέννημα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ - ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, ἀντιθέτως ἡ ἀθανασία ἦταν ἡ προοπτική τοῦ ἀνθρώπου – καταργήθηκε καί ἀφανίστηκε. Καί μπορεῖ νά ὑφίσταται καί μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλά μόνο μέ τή βιολογική του διάσταση ἄχρι καιροῦ: τοῦ καιροῦ τῆς Δευτέρας Του παρουσίας, ἡ ὁποία δυνάμει ἀποτελεῖ γεγονός τῆς κάθε στιγμῆς! Τά ἔσχατα μέ τόν Χριστό ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔχουν εἰσέλθει στήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί ὁ πιστός ζεῖ μέ τήν προσμονή καί τή λαχτάρα αὐτή: «ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ»! «Μαράν ἀθά».

Δεύτερον∙ ἡ κατάργηση καί ἡ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἔφερε ἕναν ἄλλον τρόπο πιά ζωῆς γιά τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Ἡ αἰωνιότητα, γιά τήν πίστη μας, δέν κατανοεῖται μέ τή διάσταση τῆς ἀτέρμονης καταστάσεως πού ἀκολουθεῖ τό ὅριο τοῦ βιολογικοῦ θανάτου∙ κυρίως κατανοεῖται ὡς ἡ ζωή πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ὥρα πού ὁ ἄνθρωπος πιστεύει στόν Χριστό καί σχετίζεται ἐμπειρικά μαζί Του, μέσα στό ζωντανό σῶμα Του τήν Ἐκκλησία. Τό ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος: «Αὔτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνο ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀποκάλυψε, γνώση ὄχι νοησιαρχική ἀλλά ἐν ἀγάπῃ ἐμπειρική, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, αὐτό εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, καί συνεπῶς οἱ ἀπαρχές τῆς ζωῆς αὐτῆς βρίσκονται στό ἐδῶ καί στό τώρα, γιά νά συνεχιστεῖ καί στή συνέχεια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μετά τό βιολογικό τέλος μας. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἔχει κατανοήσει ὅτι διά τῆς ἀνιδιοτελοῦς κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου ἀγάπης πορεύεται πιά στόν κόσμο τοῦτο, ζεῖ ἤδη τήν αἰώνια ζωή καί γεύεται τούς καρπούς της ὡς χαρά, ὡς εἰρήνη, ὡς μακροθυμία, ὡς πίστη, ὡς πραότητα, ὡς ἐγκράτεια κλπ. Γι’ αὐτό πιά καί δέν ὑφίσταται ὁ φόβος τοῦ θανάτου – τί φόβος νά ὑπάρχει ἐκεῖ πού δέν ὑφίσταται τό αἴτιό του, ὅταν μάλιστα ἔχει καταποθεῖ αὐτό ἀπό τήν ἴδια τή ζωή; Μέ τόν Κύριο ἀποκαλύφθηκε περίτρανα ὅτι ἡ μόνη ὄντως πραγματικότητα εἶναι ἡ ζωή, καί μάλιστα ὡς Ζωή Ἐκείνου.

Αὐτήν τή ζωή βλέπουμε ὄχι σέ ἐμᾶς δυστυχῶς τούς μαλθακούς καί χλιαρούς χριστιανούς, ἀλλά στούς ἁγίους μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τά πρότυπά μας καί τή διαρκή πρόκληση γιά τή μετάνοιά μας, σάν τόν ἅγιο Πορφύριο πού μνημονεύσαμε, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐπέμενε στή λέξη «σκιρτῶντες». Ὅταν ζεῖς ἀληθινά τήν Ἀνάσταση, ὅταν συνειδητοποιεῖς τό τί ἔφερε ὁ Χριστός στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τότε τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνεις εἶναι νά νιώθεις τά σκιρτήματα τῆς χαρᾶς, τά ὁποῖα ἐκεῖνος, ὁ ὅσιος Γέροντας, τά παρομοίαζε μέ τά χαρούμενα πηδήματα τῶν μικρῶν κατσικιῶν ὅταν βρίσκουν τήν τροφή τους καί εἶναι κοντά στή μάνα τους. Πρόκειται γιά τά σκιρτήματα, νομίζουμε, πού λένε πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τό ζωντανό νερό πού δίνει ὁ Χριστός στίς καρδιές τῶν πιστῶν Του, κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή του: «Ὅποιος πιεῖ ἀπό τό νερό πού ἐγώ θά τοῦ δώσω, θά γίνει αὐτό μέσα στήν ὕπαρξή του πηγή πού θά ἀναβλύζει τήν αἰώνια ζωή». Μακάρι ὁ Κύριος καί οἱ ἅγιοί μας νά μᾶς δίνουν αὐτόν τόν προσανατολισμό στή ζωή μας, ὥστε ἔστω καί ἐπ’ ἐλάχιστον νά αἰσθανθοῦμε τά σκιρτήματα τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας Του!

 

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Στόν ἀναστάσιμο κανόνα του ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης Δαμασκηνός ἐπισημαίνει τή μυστική πραγματικότητα. 

῾Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καί ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα᾽.

 Πρέπει νά καθαρίσει κανείς τίς αἰσθήσεις του γιά νά δεῖ τόν Χριστό νά ἐξαστράπτει μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἡ ᾽Ανάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἀνάσταση καί τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἔννοια τῆς μετοχῆς αὐτοῦ στό φῶς τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Δέν πρόκειται γιά μία θέα ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή. Πρόκειται γιά ἕνωση τοῦ πιστοῦ μέ τόν ἴδιο τόν Θεό του. Γιά πορεία μέσα στήν προοπτική τῆς δημιουργίας του: νά γίνει ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ Χριστοῦ!῾

Ὁ Κύριος δέν μακάρισε ἐκεῖνον πού ξέρει κάτι γιά τόν Θεό - σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης -, ἀλλά αὐτόν πού ἔχει μέσα του τόν Θεό᾽. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἀνάσταση, ὡς νίκη ἀπέναντι στόν ῾ἔσχατον ἐχθρόν τοῦ ἀνθρώπου, τόν θάνατον᾽ (Α´Κορ. 15, 26), ἑορτάζει ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται νά ζεῖ μέ ἀγάπη στή ζωή του. Ὅπου ἀγάπη, ἐκεῖ καί κάθαρση ψυχῆς, ἐκεῖ καί Θεός, ἐκεῖ καί φῶς ἀναστάσεως Χριστοῦ. 

 ῾᾽Αναστάσεως ἡμέρα…καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα……Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει καί οὕτω βοήσωμεν: Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…᾽!

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!



«Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

(Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, αφού πάτησε τον θάνατο με τον θάνατό του και χάρισε ζωή στους νεκρούς που ήταν στα μνήματα).

Χαρακτηρίστηκε και χαρακτηρίζεται ο παιάνας της Εκκλησίας, ο ύμνος (στον πανηγυρικό πλάγιο του α΄) που συνεγείρει τους πιστούς και τους καλεί να διατρανώσουν τη χαρά τους, ει δυνατόν και χορεύοντας. Γιατί διασαλπίζει τη μεγαλύτερη νίκη πάνω στον μεγαλύτερο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο, και βεβαίως πάνω σε ό,τι οδήγησε και συνήργησε για την εισβολή του θανάτου: την αμαρτία και τον πονηρό διάβολο. Και πώς συνέβη αυτό; Μα αναστήθηκε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Οποίος ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, συνεπώς με την ανάστασή Του ανέστησε κι αυτήν. Ο θάνατος «οὐκέτι κυριεύει», δεν λειτουργεί πια ως ο μόνιμος και απάνθρωπος τύραννος – μετράει τις τελευταίες του ώρες μέχρι να ξανάλθει ο Κύριος στη Δευτέρα Του Παρουσία, κι αυτό για λόγους παιδαγωγικούς: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ο θάνατος λοιπόν θανατώθηκε – «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἄδου τήν καθαίρεσιν» - που σημαίνει περαιτέρω ότι ο φόβος ως το καθοριστικό στοιχείο της ζωής στον κόσμο τούτο εξαφανίστηκε, αφού πίσω από κάθε φόβο υφίσταται στην πραγματικότητα ο φόβος του θανάτου, συνεπώς ο άνθρωπος αναπνέει αληθινά τον αέρα της ελευθερίας. Τι ελευθερία μπορεί να έχει εκείνος που βρίσκεται κάτω από την πιο σκληρή κατοχή, του θανάτου, του διαβόλου, της αμαρτίας; Ο Άδης, ως όρος δηλωτικός του όποιου χώρου των ψυχών για τους ανθρώπους που πέθαναν, διαλύθηκε, σαν μία φυλακή που γκρεμίστηκε ολοσχερώς. Το μόνο που υφίσταται είναι η ζωή και το φως, γιατί ο Χριστός ως ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, δίνει ακριβώς αυτό που είναι και έχει: φως και ζωή. «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή». «Ἐγώ εἰμι τό Φῶς τοῦ κόσμου». 

Γιατί τότε υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στα δίχτυα του φόβου, της θλίψης και της δουλείας της αμαρτίας; Και μιλάμε και για χριστιανούς! Διότι ναι μεν ο Χριστός προσέφερε όλη αυτή τη χάρη και τη χαρά στους ανθρώπους, αλλά ζητάει την ανταπόκρισή τους. Και για μεν τους μη χριστιανούς, υπάρχει η προσμονή για την ενεργοποίηση της δοσμένης χάρης – περιμένουν, ανεπίγνωστα ίσως, την ώρα που θα κληθούν να μετάσχουν στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία. Για τους ήδη χριστιανούς όμως, τους βαπτισμένους στο άγιο όνομά Του, χρειάζεται η απόφαση της στροφής της θέλησής τους προς Αυτόν. Διότι μπορεί να έχει γίνει κανείς μέλος Χριστού ως μέλος της Εκκλησίας, μα να μη το έχει λάβει αυτό στα σοβαρά. Κι είναι η τραγική περίπτωση εκείνων που ντύθηκαν τον Χριστό, αλλά το ένδυμα αυτό μένει σαν αδειανό πουκάμισο, σαν «άδειο σακκί» - ο Χριστός περιμένει την ανταπόκριση της βαθειάς τους καρδιάς.

 Τι απαιτείται για να «σωματωθεί» το ένδυμα; Η μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, η μετοχή δηλαδή στη ζωή του Χριστού, και ο πνευματικός αγώνας για τήρηση των αγίων εντολών Αυτού, που κι αυτό μετοχή στη δική Του ζωή είναι. Κι ο Χριστός μάς θέτει την αλήθεια αυτή ενώπιόν μας ως πρόκληση για πειραματισμό: «τηρήστε τις εντολές μου και θα με δείτε μέσα σας. Όλος ο Θεός θα βρει τόπο καταπαύσεως στην ύπαρξή σας και θα γίνετε μοναστήρι της Αγίας Τριάδος». Τυχαία λέει ο άγιος υμνογράφος ότι την ανάσταση του Χριστού, ως βίωμα της αιώνιας ζωής, τη νιώθουμε ενεργά και αισθητά στην καρδιά μας, όταν αρχίζουμε να συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας, όταν δηλαδή αρχίζουμε να θέτουμε σε ενέργεια τη σύνοψη όλων των εντολών του Κυρίου, την αγάπη προς τον κάθε (και εχθρό) συνάνθρωπό μας; «Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει καί οὕτω βοήσωμεν: Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ (Α΄ ΑΝΑΣΤΑΣΗ)

«Μνήσθητι, εὔσπλαγχνε, καί ἡμῶν, καθώς ἐμνημόνευσας τοῦ λῃστοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Θυμήσου και εμάς, εύσπλαγχνε Κύριε, όπως θυμήθηκες τον ληστή στη βασιλεία των Ουρανών). 

Το παραπάνω μικρό τροπάριο ακούγεται «εἰς ἦχον β΄ εἱρμολογικῶς», καθώς σημειώνει το τυπικό της Εκκλησίας μας, «ἀντί τοῦ: Εἴδομεν τό φῶς» κατά το τέλος της Θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου το πρωί του Μ. Σαββάτου, όπου τελείται, όπως λέει και ο λαός μας, η «Πρώτη Ανάσταση». Κι ως γνωστόν πρόκειται για την προαναγγελία της Αναστάσεως, αφού τελείται ο εσπερινός της λαμπροφόρου αυτής εορτής που συμπλέκεται με τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Όπως δηλαδή συμβαίνει με κάθε εσπερινό που ξεκινά την εορτή της επομένης ημέρας, κατά τον ίδιο τρόπο και η σημερινή: ξεκινά την Ανάσταση του Κυρίου, έχουμε εισέλθει στον προθάλαμο, για να προχωρήσουμε τρέχοντας στην καθαυτή εορτή με την έναρξη της επομένης ημέρας, «τῇ μιᾷ των Σαββάτων». 

Και την ώρα αυτή που έχει πάρει να χαράζει το σημαντικότερο γεγονός που υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία: η Ανάσταση του Κυρίου που σηματοδοτεί και την ανάσταση των ανθρώπων καθώς νικιέται «ὁ ἔσχατος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θάνατος», (συνεπώς και  η φιλαυτία και η πονηρία από τη δύναμη της Αγάπης), η Εκκλησία μας και πάλι έρχεται να μας φέρει στη θέση του ευγνώμονος ληστού, αυτού που αισθάνθηκε τη θέση του έναντι του συσταυρωμένου Βασιλέως της Δόξης, του ανθρώπου που έστω και την τελευταία στιγμή μετάνιωσε για ό,τι άσχημο και αμαρτωλό έκανε και στράφηκε με ταπείνωση αλλά και ελπίδα στον μόνο Σωτήρα του κόσμου.  Κι αυτό γιατί; Για να τονίσει ότι ναι μεν ο Κύριος καταπατά τον θάνατο καθιστώντας τον μία απλή μετάβαση προς τη ζωή η οποία πια αυτή «κυριεύει», αλλά απαιτείται και η ανθρώπινη συμμετοχή: ο άνθρωπος να μετανιώσει, να αισθανθεί όπως και ο ευγνώμων ληστής την κατάντια του και να ελπίσει στον Κύριο. Με άλλα λόγια η Ανάσταση του Κυρίου θα φέρει μεν την ανάσταση των σωμάτων όλων των ανθρώπων, είτε πιστών είτε απίστων, κατά την ημέρα της Δευτέρας παρουσίας Του (με την ένωση των σωμάτων με τις ψυχές), όμως δεν θα είναι ανάσταση προς ζωή για όλους: οι εν πίστει και μετανοίᾳ κεκοιμημένοι ή οι εν μετανοίᾳ ζώντες την ημέρα Εκείνη θα γευτούν με τρόπο ευλογίας την ανάστασή τους, εν αντιθέσει προς τους απίστους και αμετανοήτους που θα αναστηθούν μεν, αλλά η ανάσταση θα είναι γι’ αυτούς ανάσταση κρίσεως. 

Οπότε η Εκκλησία μας διά της υμνογραφίας της τονίζει και πάλι, στο ξημέρωμα της Χαράς για τη νέα δημιουργία, ότι το μόνο και απόλυτο ζητούμενο από τον άνθρωπο για να μπορέσει αυτός να ζήσει τη Βασιλεία των Ουρανών είναι η στάση της μετανοίας  – ό,τι συνιστά το ήθος του τελώνη, του μετανοημένου ασώτου, του ευγνώμονος ληστή. Το «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» της αρχής της δημόσιας δράσης του Κυρίου βρίσκει θα λέγαμε την ευλογημένη απόληξή της στο «μνήσθητί μου, Κύριε» πάνω σ’ έναν σταυρό. Κι αυτό το σταυρωμένο «μνήσθητι» γίνεται πια η κραυγή που σφραγίζει χωρίς καμία διακοπή τη χριστιανική πορεία κάθε ανθρώπου και του δίνει τη βεβαιότητα από τα χείλη του Ίδιου του Κυρίου ότι κι αυτός θα είναι μέλος της ευλογημένης Βασιλείας Του. Φτάνει στο σημείο μάλιστα ο μέγας Γέρων της εποχής μας, όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης, ο Γέρων του Έσσεξ, να σημειώνει τα εξής καταπληκτικά γι’  αυτήν την ευλογημένη μετάνοια ως πλήρη αφοσίωση και στροφή στον δρόμο του Κυρίου: «Όταν όλο το «είναι» μας είναι συγκεντρωμένο στον Θεό, η προσευχή μας μπορεί να λάβει χαρακτήρα αιώνιο και να μην αντιληφθούμε τη στιγμή του θανάτου. Όταν είμαστε βυθισμένοι σε μια τέτοια προσευχή, δεν είμαστε πλέον σίγουροι αν θα επιστρέψουμε στη γη ή όχι. Αν περάσουμε στην άλλη όχθη σε κατάσταση προσευχής, δεν θα ζήσουμε τον θάνατό μας, αλλά θα αισθανόμαστε ότι ζούμε. Όταν βρισκόμαστε συνεχώς στην τελευταία Κρίση, περνάμε από τον θάνατο στην αιώνια ζωή, χωρίς να καταλάβουμε ότι έχουμε πεθάνει» (Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού, τόμ. Β΄, σελ. 344).

Αδιανόητο βάθος μυστηρίου της πνευματικής ζωής των αγίων. Η άβυσσος της μετανοίας που συναντά την άβυσσο του ελέους του Θεού!