Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)




῾῾Ως φαεινόν σε φωστῆρα, Πάτερ Σεραφείμ, γινώσκομεν καί ἱεράρχην θεῖον τῆς σεπτῆς ᾽Εκκλησίας...᾽

α. Τρεῖς πολύ μεγάλες προσωπικότητες ἑορτάζει σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας. Τρεῖς ἁγίους πού ὁ καθένας σφράγισε θά λέγαμε τήν ἐποχή του εἴτε μέ τή θεολογική του προσφορά εἴτε μέ τήν ἁγιασμένη βιοτή καί τό μαρτύριό του: τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη Δαμασκηνό, τόν θεολόγο τῶν εἰκόνων, αὐτόν πάνω στόν ὁποῖο βασίστηκε καί ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος γιά νά δώσει ἀπάντηση στήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας· τήν ἁγία μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα πού ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς της στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό προκάλεσε καί τόν ἴδιο τόν πατέρα της, ἀπό τό μιαρό χέρι τοῦ ὁποίου ἔφυγε μαρτυρικά ἀπό τή ζωή αὐτή· τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα καί θαυματουργό Σεραφείμ, ἀρχιεπίσκοπο Φαναρίου καί Νεοχωρίου, τό ῾καύχημα τῶν μαρτύρων καί τῶν ἱεραρχῶν᾽ κατά τόν ὑμνογράφο τῆς ᾽Εκκλησίας μας.  Στόν τελευταῖο ἰδιαιτέρως θά ἐπικεντρώσουμε σήμερα τήν προσοχή μας, αὐτός θά εἶναι τό ἀντικείμενο τῆς ταπεινῆς ὁμιλίας μας.

β. 1. Δέν θά ποῦμε δικά μας στοχαστικά λόγια πάνω στόν ἅγιο ἱερομάρτυρα. Θεωροῦμε πιό ἐνδιαφέρον, πιό ἐπωφελές καί πιό  ἐκκλησιαστικό ἴσως νά ἀκολουθήσουμε τά βήματα τοῦ καλοῦ ὑμνογράφου του, ἱερομονάχου ᾽Αναστασίου τοῦ Γορδίου, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἔμπνευση καί τή χαριτόβρυτη γραφίδα του μᾶς δίνει τήν ὅραση τοῦ βάθους τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου καί ὅσο ζοῦσε στή στρατευόμενη τοῦ κόσμου τούτου ᾽Εκκλησία, ἀλλά καί στή δόξα τοῦ Οὐρανοῦ. 

Ποιά εἶναι ἡ εἰκόνα πού μᾶς παρουσιάζει γιά
 τόν ἅγιο Σεραφείμ ὁ ὑμνογράφος; Θά εἴμαστε κατ᾽ ἀνάγκην πολύ ἐπιλεκτικοί: ῾Ο ἅγιος εἶναι τριπλά στεφανωμένος ἀπό τόν Κύριο, στό ἅρμα τοῦ ὁποίου ἐντάχτηκε κι αὐτός μαζί μέ τό πλῆθος τῶν ἄλλων ἁγίων καί μέ τό ὁποῖο ὁ Κύριος περιπολεῖ τόν κόσμο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου (Δοξαστικό τῶν αἴνων). Ποιό τό τριπλό στεφάνι του; (α) τό στεφάνι τῆς ἀσκητικῆς κατά Χριστόν διαγωγῆς του, (β) τό στεφάνι τῆς ἱερωσύνης του, (γ) τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματός του. Μέσα σ᾽ αὐτό τό στεφάνωμα βρίσκεται ὅλη ἡ ὀμορφιά τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου. Κατά πῶς τό λέει μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ ὑμνογράφος: ῾᾽Απέκτησες τήν ὀμορφιά τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀσκητικούς σου κόπους καί χρίστηκες μέ τό ἱερατικό χρίσμα, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχτηκες δοχεῖο τῆς ὑπέρφωτης ἁγίας Τριάδος, χάριν τῆς ὁποίας ἔχυσες καί τό αἷμα σου πρόθυμα, πανσέβαστε Σεραφείμ. Γι᾽ αὐτόν τόν λόγο καί ἔλαβες ἀπό αὐτήν τρίπλοκο τό ἀμαράντινο στεφάνι καί ἔχεις παρρησία  νά πρεσβεύεις ὑπέρ ἡμῶν πού τιμοῦμε τήν ἀεισέβαστη μνήμη σου᾽ (῾᾽Ασκητικοῖς πόνοις ὡραϊθείς, καί ἱερατικοῖς χρισθείς χρίσμασι, δοχεῖον τῆς ὑπερφώτου ἐδείχθης Τριάδος, ὐπέρ ἧς καί τό αἷμά σου προθύμως ἐξέχεας, Σεραφείμ παναοίδιμε, διό καί παρ᾽ αὐτῆς τρίπλοκον τόν ἀμαράντινον στέφανον ἔλαβες καί παρρησίαν ἔχεις πρεσβεύειν ὑπέρ ἡμῶν, τῶν τιμώντων τήν ἀεισέβαστον μνήμην σου᾽) (Δοξαστικό μικροῦ ἑσπερινοῦ).

Πράγματι, τά στοιχεῖα τῆς ζωῆς του ἐπιβεβαιώνουν ἀπολύτως τά τρία στεφάνια του:
 (α) ὁ ἅγιος ῾ἀφιερωμένος στόν Θεό ἀπό βρέφους σάν ἄλλος προφήτης Σαμουήλ᾽ (ὠδή δ´) γεννήθηκε στό χωριό Μπαιζήλα τῆς Θεσσαλικῆς γῆς, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐναρέτους, τόν Σωφρόνιο καί τή Μαρία, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον φρόντισαν νά τόν μορφώσουν μέ τή θύραθεν λεγόμενη παιδεία, ἀλλά κυρίως μέ τήν ἐκκλησιαστική. Τά γράμματα τοῦ Θεοῦ μάλιστα τόσο πολύ κατάνυξαν τήν ἁγνή καρδιά τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ὥστε θέλησε νά ἀφιερωθεῖ πλήρως στό Θεό, γενόμενος μοναχός στό μοναστήρι τῆς Θεοτόκου ῾Κρύα Πηγή᾽. ᾽Εκεῖ κατεξοχήν φάνηκε ἡ ἀσκητική του ἔφεση καί διαγωγή: ἀποδύθηκε σέ μεγάλους ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι συγκεφαλαιώνονταν σέ ὅ,τι ὑποσχέθηκε κατά τή μοναχική του κουρά: νά ζήσει δηλαδή ἐν παρθενίᾳ, ἐν ἀκτημοσύνῃ καί κυρίως ἐν ὑπακοῇ. ῞Ο,τι μέ ἄλλα λόγια ζοῦσε καί πρό τῆς ἐντάξεώς του στό μοναστήρι, τό ἴδιο, ἀλλά σέ πολλαπλάσιο βαθμό, τό ἔκανε πράξη ζωῆς μέσα σέ αὐτό. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ἀναμενόμενο καί προφανές: καθάρισε ὅσο ἦταν ἀνθρωπίνως δυνατό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του, καθιστάμενος ἔτσι ῾σκεῦος τοῦ ἁγίου Πνεύματος᾽ -  ῾Σκεῦος ἀπετέλεσας σαυτόν Πνεύματος ῾Αγίου, τρισμάκαρ, καθάρας σου τήν ψυχήν᾽ μέ τά ἴδια τά λόγου τοῦ ἱερομονάχου ᾽Αναστασίου (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ) - ὁπότε ῾ἀνῆλθε στό ῎Ορος τῆς ἀληθινῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ καί ἄστραψε στήν καρδιά του τό προαιώνιο φῶς ᾽Εκείνου᾽ (῾᾽Ανῆλθες, μακάριε, τῆς ἀληθοῦς, Πάτερ, γνώσεως εἰς ῎Ορος καί ἤστραψε τό προαιώνιον φῶς τῇ καρδίᾳ σου᾽) (ὠδή α´). 

(β) ῾Η λάμψη τῆς ζωῆς του δέν ἔμεινε κρυφή. ῾Η ᾽Εκκλησία μας διά τῶν ὀργάνων της ἐπεσήμανε τόν θησαυρό τῆς καρδιᾶς τοῦ ἁγίου καί τόν κάλεσε στό ὑπερμέγιστο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί τῆς ἀρχιερωσύνης, καθιστώντας τον ποιμένα τῆς ἐπαρχίας Φαναρίου καί Νεοχωρίου. Γιατί στεφανώθηκε ὅμως ἀπό τόν Κύριο καί ὡς ἱεράρχης; Διότι ἀφενός συνέχισε τήν ἴδια ἀσκητική ζωή καί ὡς ἀρχιερέας, ἀφετέρου ἀναλώθηκε ἐν ἀγάπῃ στή διακονία τοῦ ποιμνίου του. ῾Ο ὑμνογράφος του δέν παύει νά τονίζει τόν ἐν χάριτι πλούσιο λόγο τοῦ ἁγίου, μέ τόν ὁποῖο ἄρδευε στίς δύσκολες ἡμέρες πού ζοῦσαν ὅλοι τότε τίς ψυχές τῶν πιστῶν του, ὅπως καί τήν ἀδιάκοπη ὑπηρεσία ἀγάπης πού τούς πρόσφερε. ῏Ηταν ῾ὁ ποιμήν ὁ καλός᾽ πού ῾τήν ψυχήν του ἔθετο ὑπέρ τῶν προβάτων᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου. ῾Μέ τά νάματα τῶν δογμάτων τοῦ Χριστοῦ, ἱερομάρτυς Σεραφείμ, ἄρδευσες ὅλη τήν ποίμνη σου, καί ἔσπειρες σ᾽ αὐτήν τόν ἔνθεο σπόρο, ἐνῶ μέ τά χρώματα τῶν ἀρετῶν τήν ἐλάμπρυνες᾽ (῾Νάμασι Χριστοῦ οἰκείαν ποίμνην δογμάτων, ἱερομάρτυς, πᾶσαν ἤρδευσας, καί σπόρον τόν ἔνθεον ταύτῃ ἐγεώργησας, καί ἀρετῶν τοῖς χρώμασι ταύτην ἐλάμπρυνας᾽) (ὠδή η´).
᾽Εκεῖ ὅμως πού ἔνιωθε ὁ ἅγιος ὅτι πραγματοποιεῖ τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης του καί καταξιώνεται ὡς χριστιανός καί ἄνθρωπος ἦταν ὅταν τελοῦσε τή θεία λειτουργία. Ποτέ δέν σταμάτησε νά λειτουργεῖ καί νά προσφέρει τήν ἀναίμακτη λατρεία, μέχρις ὅτου καί ὁ ἴδιος ἔγινε θῦμα, προσφερόμενο στόν Θεό διά τοῦ μαρτυρίου του, συνεχίζοντας συνεπῶς μέ ἄλλον τρόπο τή λατρευτική του ἀναφορά στόν Κύριο καί προεκτείνοντάς την καί μετά τόν θάνατό του ἐνώπιον τοῦ Θείου θυσιαστηρίου. ῾Η ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἐπ᾽ αὐτοῦ εἶναι σαφής: ῾῾Υπῆρξες ὑπηρέτης τῶν Μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί οἰκονόμος τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Σεραφείμ. Διότι πολλές φορές ἱερουργώντας τελοῦσες τήν ἀναίμακτη θυσία κι ἀκόμη πρόσφερες τόν ἑαυτό σου στόν Θεό σάν καθαρή προσφορά μέ τό γίνεις  θῦμα καί θύτης᾽ (῾῾Υπουργέ τῶν τοῦ Θεοῦ Μυστηρίων, καί οἰκονόμε τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος, σύ γάρ ἱερουργῶν πολλάκις, τήν ἀναίμακτον θυσίαν ἐτέλεις, καί σαυτόν προσήγαγες τῷ Θεῷ ἱερεῖον ἄμωμον, θῦμα καί θύτης γενόμενος, ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Σεραφείμ᾽) (λιτή). Καί ἀλλοῦ: ῾Πρόσφερες, Πατέρα, τή θεία ἀναίμακτη θυσία, πρῶτα, κι ὕστερα πρόσφερες τόν ἑαυτό σου θυσία στόν Κύριο, ὅπως ποθοῦσες, μέ τό αἷμα σου᾽(῾Τήν θείαν, Πάτερ, προσέφερες ἀναίμακτον θυσίαν τό πρότερον, καί νῦν τό δεύτερον, σαυτόν θυσίαν προσήγαγες Κυρίῳ, ὡς ἐπόθεις διά τοῦ αἵματος᾽) (ωδή ς´). 

(γ) Κι ἀκριβῶς τό τελευταῖο τοῦτο ἐξηγεῖ καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου του. ῾Ο ἄγιος ἑτοιμασμένος σχεδόν ῾ἐκ κοιλίας μητρός᾽ ἐπιθυμοῦσε νά δώσει καί τή ζωή του γιά τόν Κύριο. ῞Ο,τι ἦταν καί εἶναι φοβερό καί ἀπευκταῖο γιά τούς πολλούς: ὁ ἴδιος ὁ θάνατος, ἦταν ἐπιθυμητό καί ἀφορμή χαρᾶς γιά ἐκεῖνον. ῎Οχι γιά λόγους ἀσφαλῶς ἀπελπισίας, ὄχι γιά λόγους κατάθλιψης, ἀλλά γιά λόγους ἀγάπης πρός τόν Χριστό. Αὐτό δέν λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, φανερώνοντας τή χάρη πού εἶχε, ὅτι ῾ἔχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι᾽; Αὐτό δέν θέτει καί ὡς ὅριο ἁγιότητος ὁ μέγας ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος, ὅταν σημειώνει ὅτι ῾ὁ ἀληθινός ἅγιος ἐπιθυμεῖ καθ᾽ ἡμέραν τόν θάνατον᾽; ῾Ο ἅγιος Σεραφείμ λοιπόν δέν τρόμαζε μπροστά στόν θάνατο. Τόν θεωροῦσε γέφυρα πού θά τόν φέρει μία ὥρα γρηγορότερα στόν ἀγαπημένο του Κύριο, ἀποδεικνύοντας ἔμπρακτα συνεπῶς ὅτι τό κέντρο βάρους τῆς ζωῆς του ἦταν ᾽Εκεῖνος.  Γι᾽ αὐτό καί ὅταν ἦλθε αὐτή ἡ ὥρα, μέ τρόπο πράγματι ἀπάνθρωπα σκληρό ἀπό τούς δαιμονοκίνητους ᾽Αγαρηνούς, ἀναγάλλιασε ἡ ψυχή του. Μέ δραματική ἔνταση καί λυρισμό ὑψηλό, πού θυμίζει τίς ἐπιστολές τοῦ μεγάλου ἀποστολικοῦ Πατέρα ἁγίου ᾽Ιγνατίου τοῦ θεοφόρου καθώς ὁδηγεῖτο στό μαρτύριο,  ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής ἀναφέρει γιά τόν ἅγιο Σεραφείμ: ῾ὅταν πάρθηκε ἡ ἀπόφαση γιά θάνατο ἐναντίον σου ἀπό τόν πρόεδρο τῆς πλάνης, Πάτερ Σεραφείμ, ἐσύ μέ χαρά ἔλεγες στούς ἀπίστους: τί ἀργοπορεῖτε, ἄφρονες, προκειμένου νά μέ ὁδηγήσετε πράγματι στόν Κύριο σάν θύμα καί καθαρή θυσία; Βιάζομαι νά φθάσω στόν Οὐρανό, γιά νά δοξάσω μαζί μέ τούς ἀγγέλους τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό ῞Αγιον Πνεῦμα᾽ (῾῞Οτε ἀπεφάνθη κατά σοῦ, παρά τοῦ τῆς πλάνης προέδρου, ἡ τελευτή Σεραφείμ, τότε χαίρων ἔλεγες, Πάτερ, τοῖς ἔξωθεν: τί βραδύνετε, ἄφρονες, προπέμπειν Κυρίῳ, θῦμα καί ἀμώμητον θυσίαν ὡς ἀληθῶς; ῎Ανω γάρ ἐπείγομαι φθάσαι, ὅπως σύν ᾽Αγγέλοις δοξάσω Λόγον σύν Πατρί καί Πνεῦμα ῞Αγιον᾽) (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ).
Μέ ψεύτικες κατηγορίες, ὅτι δηλαδή συμμετεῖχε στίς ἐπαναστατικές ἐνέργειες τοῦ Λαρίσης Διονυσίου κατά τῶν Τούρκων, τόν κτύπησαν βάναυσα, τοῦ ἔκοψαν τή μύτη σέ λεπτά κομμάτια, κοκκινίζοντας ἀπό τό αἷμα του τόν γύρω του χῶρο, τόν ἔκλεισαν στή φυλακή ἀφήνοντάς τον ἄσιτο καί χωρίς νερό. Κι ὅταν τόν ἔβγαλαν μετά ἀπό ἡμέρες, πιστεύοντας ὅτι τό φρόνημά του θά εἶχε καμφθεῖ, βρέθηκαν στήν πιό μεγάλη ἔκπληξη: ὁ ἅγιος ἦταν περισσότερο θαρραλέος, περισσότερο ἀποφασισμένος ἀπό πρίν, μέ διάθεση νά τούς μεταστρέψει στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ τήν ἀληθινή. ῾Η στάση του βεβαίως αὐτή ἐξῆψε πιό πολύ τήν ὀργή τῶ κριτῶν καί τυράννων του: διέταξαν νά ἁπλωθεῖ τό σῶμα του ἀπό τίς ἄκρες τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του, νά τοῦ βάλουν στήν κοιλιά τεράστιο βάρος, νά τοῦ ξεσκίσουν τίς σάρκες καί νά τοῦ δώσουν νά πιεῖ μίγμα ἀπό νερό, ξύδι καί ἄμμο. Κι ὅταν ἐκεῖνος ἀντί νά λυγίσει γιγάντωσε καί θέριεψε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τούς προκαλοῦσε λέγοντας νά συνεχίσουν τήν προσφορά τῆς θυσίας του, δέχτηκε τό τελικό καί ἀποφασιστικό κτύπημα: τόν ἀνασκολοπισμό του, τό σούβλισμά του, μέ τό ὁποῖο καί ἄφησε τήν τελευταία του πνοή ἐπί τῆς γῆς.
Τόν ἄφησαν ἔτσι ἐκτεθειμένο, ὁπότε καί τοῦ ἔκοψαν τήν τιμία κεφαλή, τήν ὁποία μαζί μέ ἄλλες ἄλλων μαρτύρων ἐπιδείκνυαν στούς ὑπόδουλους πρός ἐκφοβισμό. Καί ὤ τοῦ θαύματος! ῾Αλιεῖς τή νύκτα ἔβλεπαν πύρινο στύλο ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ ἁγίου (ὠδή ζ´), ἡ ὁποία μάλιστα  ἀπό τή θέση τοῦ πρός δυσμάς προσανατολισμοῦ της ἄλλαζε θέση, στρεφομένη πρός ᾽Ανατολάς (ὠδή ε´). Τό θαῦμα ἦταν προφανές. ᾽Εν τέλει κάποιοι ἔκλεψαν τήν κάρα του καί τήν πούλησαν στό μοναστήρι του τῆς ῾Κρύας Πηγῆς᾽ Θεοτόκου, πού ἔκτοτε, κατά τόν συναξαριστή, τήν κατέχει ὡς τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό του.

2. Τριπλός στέφανος λοιπόν γιά τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα. Κι εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο πού ἐξηγεῖ καί τή μεγάλη θέση του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾Συμβασιλεύει τῷ Χριστῷ᾽ ὁ ἅγιος, καί πάλι κατά τόν ὑμνογράφο του (λιτή), γενόμενος ἴδιος Σεραφείμ. ῾Παίζει᾽ κατά κάποιο τρόπο ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου, γιά νά δηλώσει ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἅγιος ἔγινε αὐτό πού σημαίνει τό ὄνομά του: θρόνος Κυρίου μέ διαρκή τή δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του. Οἱ στίχοι στό συναξάρι του εἶναι ἀποκαλυπτικοί: ῾᾽Απῇρεν ἐκ γῆς καί Σεραφείμ τοῖς ἄνω, θρόνος Σεραφείμ Κυρίου ὅπως γένῃ᾽ (῎Εφυγε ἀπό τή γῆ πρός τόν Οὐρανό ὁ Σεραφείμ, γιά νά γίνει σάν τά Σεραφείμ: θρόνος Κυρίου). 

᾽Αλλά τό τριπλό στεφάνωμά του ἐξηγεῖ ἐπίσης καί τή δύναμη τῆς θαυματουργίας του. ῾Ο ἅγιος γενόμενος φανέρωση τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ὕπαρξη διάφανη πού ἐξακτινώνει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, μεταφέρει ἀενάως τή δύναμη τῆς ἐνεργείας ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά τόν ἐπικαλεῖται καί νά μή βλέπει τή θαυμαστή παρουσία του. ῾Η παρρησία τοῦ ἁγίου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παρρησία τῶν μεγάλων ἁγίων μαρτύρων πού ξέρουμε, σάν τῶν ἁγίων Γεωργίου, Δημητρίου, Βαρβάρας, Παρασκευῆς. Καί δέν ἐνεργεῖ ἀσφαλῶς ἡ χάρη τοῦ ἁγίου μέ θαυμαστό τρόπο μόνο στούς κατοίκους τῆς πατρίδος του καί τῆς ἐπισκοπῆς του, ἀλλά σέ ὅλη τήν ῾Ελλάδα καί σέ ὅλον τόν κόσμο. ᾽Αρκεῖ κανείς νά τόν ἐπικαλεστεῖ ἐν πίστει. ῾῾Ο τῶν ᾽Αγράφων λαός καί ἡ ῾Ελλάς πᾶσα ἐγκαυχῶνται, ὡς μυριάκις τοῦ κακοῦ λυτρούμενοι᾽ (῾Ο λαός τῶν ᾽Αγράφων καί ὅλη ἡ ῾Ελλάδα καυχῶνται, διότι ἄπειρες φορές λυτρώθηκαν ἀπό τό κακό) (λιτή). ῾Οὐδείς ἐστιν οὐ λαμβάνων ψυχῆς τε καί σώματος τάχει τήν ἴασιν᾽ (Κανείς δέν ὑπάρχει πού δέν λαμβάνει γρήγορα ἀπό τόν ἅγιο Σεραφείμ τήν ἴαση καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος᾽) (ὠδή α´). 

᾽Εκεῖ ὅμως πού ἀποκορυφώνεται κατά τόν ὑμνογράφο μας ἡ θαυματουργία τοῦ ἁγίου εἶναι μέ ὅ,τι προσφέρει ἡ τιμία κάρα του. Κατεξοχήν αὐτή ἔγινε ἡ πηγή τῶν ἰάσεων, τρόπον τινά μία νέα κολυμβήθρα Σιλωάμ, ὄντως ἰατρεῖο καί θεραπευτήριο μέγιστο, ἡ ὁποία σώζει μέν ἀπό τίς διάφορες παθήσεις, κυρίως ὅμως ἀπό τίς λοιμικές νόσους, ἐνῶ λειτουργεῖ παράλληλα ὡς ἀνάχωμα γιά τήν πλανεμένη πίστη τῶν ᾽Αγαρηνῶν. ῾Σεραφείμ παμμακάριστε, ἀνυμνοῦμε μέ εὐσέβεια τήν πανένδοξη καί θεόστεπτη κάρα σου, τήν ὁποία ἔδωσες σέ ἐμᾶς τά παιδιά σου γιά τήν ἴαση τῶν δεινῶν μας παθῶν, ἐξαιρέτως ὅμως, ῞Αγιε, γιά τήν ἐκδίωξη τῆς φοβερῆς καί πολύφθορης λοιμικῆς νόσου᾽ (῾Σεραφείμ παμμακάριστε, εὐσεβῶς ἀνυμνοῦμέν σου, Κάραν τήν πανένδοξον καί θεόστεπτον, ἥν τοῖς σοῖς τέκνοις ἡμῖν σοφέ, παρέσχες εἰς ἴασιν τῶν δεινῶν ἡμῶν παθῶν, ἐξαιρέτως δέ, ῞Αγιε, πρός ἐκδίωξιν λοιμικῆς, τῆς δεινῆς καί πολυφθόρου᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾Θραῦσον τά φρυάγματα τῆς ῎Αγαρ, εὐχαῖς σου, Πάτερ᾽) (ωδή ε´).

3. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ὑπῆρξε ἡ αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς θαυμαστῆς πορείας τοῦ ἁγίου καί ὅλων τῶν θαυμασίων πού ἐνεργεῖ; Ποιά ἡ θεμελιακή δύναμη, χωρίς τήν ὁποία δέν θά γινόταν τίποτε στή ζωή του καί θά περνοῦσε κι αὐτός ἀπαρατήρητος σάν ἕνας ἀπό τούς πολλούς τοῦ κόσμου τούτου; Τίποτε περισσότερο ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουμε στή ζωή ὅλων τῶν ἁγίων καί συνεπῶν πιστῶν ἀνά τούς αἰῶνας: ἡ θερμή πίστη του καί ἀγάπη του πρός τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῎Αν ὁ ἅγιος Σεραφείμ ἅγιασε, ἄν στεφανώθηκε ἀπό τόν Θεό τόσο πολύ, ἄν μύρια θαύματα ἔγιναν καί γίνονται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του, ἄν ἄντεξε βεβαίως στά τόσα μαρτύρια χωρίς καθόλου νά δυσανασχετήσει ἀπέναντι στούς δημίους του, πολλῷ δέ μᾶλλον νά τούς μισήσει καί στό παραμικρό - εἶναι συγκινητική ἡ ἀναφορά τοῦ ὑμνογράφου στό σημεῖο αὐτό ὅτι ὁ ἅγιος ὁδηγεῖτο στό μαρτύριο σάν τόν Χριστό, σάν ἀρνί ἄκακο καί σιωπηλό δηλαδή: ῾῾Ο μέγας τοῦ Χριστοῦ ἱερεύς τε καί θύτης, ὡς θῦμα πρός σφαγήν ἀπαγόμενος πάντως, οὐδ᾽ ὅλως ἐκραύγαζεν, οὔτε ἕλκουσιν ἤχθετο, ἐκμιμούμενος τόν ὡς ἀμνόν σιωπῶντα πρός τόν κείραντα καί ἑκουσίως παθόντα, Χριστόν τόν φιλάνθρωπον᾽ (κάθισμα ὄρθρου) - ἦταν γιατί ἀκριβῶς ἡ καρδιά του ἦταν πυρωμένη ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη ᾽Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος πρῶτος τόν ἀγάπησε καί τοῦ ἔδωσε τή χάρη τῆς ἀντίστοιχης μέ Αὐτόν ἀγάπης. ῾᾽Ενδόξως ἤθλησας καί ἐξέχεας ἀφορήτως βασάνοις δι᾽ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ τό αἷμά σου, παρ᾽οὗ τό στέφος ἀπείληφας᾽. ῾Σεραφείμ, τό σόν αἷμα ἔχυσας θερμῶς δι᾽ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, διό καί νῦν δοξάζει σε᾽ (στιχηρά ἑσπερινοῦ). ῾Τήν πίστιν ὡς ἄγκυραν, ἐλπίδα ὥσπερ θώρακα ἔχων, τήν ἀγάπην, Θεοφόρε, βεβαίαν βάσιν, δι᾽ ἧς ἀνέδραμες χαίρων πρός Χριστόν᾽ (ὠδή ε´).

4. Δέν θέλουμε νά μακρηγορήσουμε. ᾽Αλλά δέν εἶναι δυνατόν νά ἔλθει κανείς σ᾽ ἐπαφή μέ τή φωτεινή καί ὑψηλή καί μαρτυρική ζωή τοῦ ἁγίου καί νά μή κατανυχθεῖ στήν καρδιά καί νά μή προκληθεῖ νά κάνει ἕνα ἀπό τά δύο πού λέει γιά παρόμοιες περιπτώσεις ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος:
Πρῶτον: ἤ νά φύγει πληγωμένος μ᾽ ἕνα βέλος στήν καρδιά, ὥστε στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ νά κάνει στή δική του ζωή τά ἀντίστοιχα μέ τόν ἅγιο, δηλαδή:
- νά γιγαντώσει τήν πίστη του καί τήν ὁμολογιακή τῆς πίστεως αὐτῆς διάθεσή του, εἰδικά σήμερα πού ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ προκαλεῖται γιά μία ἀκόμη φορά καί ἀμφισβητεῖται ἀπό σύγχρονους νέους ῾᾽Αγαρηνούς᾽, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι αὐτοί συνιστοῦν τούς κυριάρχους τῆς ζωῆς (τό παράδειγμα μάλιστα τοῦ ἁγίου δείχνει ὅτι ὅσο αὐτοί βάλλουν κατά τῆς πίστεως τόσο αὐτή θεριεύει καί μεγαλουργεῖ, σάν τήν κάρα τοῦ ἁγίου πού ἀποκοπεῖσα κατέφερε ἀποφασιστικό πλῆγμα κατά τῆς κεφαλῆς τοῦ ἰοβόλου δράκοντος διαβόλου (῾τήν κάραν ἀφαιρεθείς, τοῦ πονηροῦ καί ἀρχεκάκου δράκοντος τήν ἰοβόλον κεφαλήν κατέαξας καί συνέτριψας᾽) (λιτή))·
- έπειτα: εἴτε κληρικός εἶναι κανείς εἴτε λαϊκός πιστός νά νιώσει ὅτι τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας βρίσκεται κατεξοχήν στό μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, κατά τό παράδειγμα καί πάλι τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος πρόσφερε ἀδιάκοπα ὅσο ζοῦσε τήν ἀναίμακτη θυσία στόν Τριαδικό Θεό καί συνέχισε νά τήν προσφέρει μέ τήν προσφορά τοῦ αἵματός του, εὑρισκόμενος πιά ὡς λειτουργός ἐνώπιον τοῦ ὑπερουρανίου θυσιαστηρίου, πού σημαίνει ὅτι στή λειτουργική ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας μας βρίσκουμε τόν ἀληθινό ἑαυτό μας·
- κι ἀκόμη: νά συναισθανθοῦμε ὅτι πηγή τῶν πάντων στήν πνευματική ζωή εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό, πού ἐκδηλώνεται ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καί προϋποθέτει ζωή ἄσκησης καί ἐγκρατείας, ὥστε ὁ νοῦς καί οἱ αἰσθήσεις μας νά καθαρθοῦν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά φωτιστοῦν ἀπό αὐτήν καί, ἄν ἐπιτρέψει ᾽Εκεῖνος, νά φτάσουν νά ψηλαφήσουν ἔστω καί ἐπ᾽ ἐλάχιστον τή χαρισματική θέωσή μας.
Δεύτερον, ἄν δέν μπορεῖ κανείς λόγω ἀδυναμίας ἤ φόβου νά φύγει μέ τό βέλος αὐτό τοῦ ἐνθουσιασμοῦ ὥστε νά ἀποδυθεῖ σ᾽ ἕναν τέτοιο σωτήριο ἀγώνα γιά τόν ἴδιο καί τούς συνανθρώπους του σάν τόν ἅγιο Σεραφείμ, τουλάχιστον νά σκύψει τό κεφάλι ἐν μετανοία, νά ὁμολογήσει τήν πνευματική του ἔνδεια, νά ταπεινωθεῖ ἐκζητώντας τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Κι ἴσως τότε γίνει ἵλεως καί γι᾽ αὐτόν ὁ Κύριος, λέει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Σιναΐτης, γιά νά μή ποῦμε ὅτι θά φτάσει καί τόν πρῶτο.
Εἴτε πάντως στή μία εἴτε στήν ἄλλη περίπτωση ὁ ἅγιος ἐνεργεῖ χαρισματικά: συνιστᾶ ὅριο πάνω στό ὁποῖο κρίνεται ἡ ζωή καί ἡ συνείδησή μας. Κι αὐτό τελικῶς ἴσως εἶναι καί τό νόημα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Σεραφείμ καί ὅλων τῶν ἁγίων. ῾Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος᾽ δέν λέει καί τό πατερικό λόγιο;

γ. Τιμώντας τόν ἅγιο δέν προσθέτουμε ἀπολύτως τίποτε στή δική του χάρη καί δόξα. ᾽Εμεῖς ἀντιθέτως στόν βαθμό πού τόν τιμοῦμε αὐξανόμαστε πνευματικά καί ὡραϊζόμαστε ψυχικά. ῞Οπως σημειώνει κι ὁ ποιητής ὑμνογράφος: ῾Οἱ πολύφωνες γλῶσσες τῶν ρητόρων ἄς κινηθοῦν πρός δοξολογία τοῦ μάρτυρα, ὄχι γιά νά προσθέσουν κάτι στή δόξα του, ἀλλά γιά νά καλλωπιστοῦν ἐκεῖνοι μέ τή δοξολογία του᾽ (῾Ρητόρων γλῶσσαι πολύφωνοι, κινείσθωσαν πρός αἶνον τοῦ Μάρτυρος, οὐχ ἵνα πρόσθεσιν τῇ δόξῃ τούτου προσθήσωσιν, ἀλλά καλλωπισθῶσιν αὐτόν δοξάζοντες᾽) (ὠδή στ´). Κι αὐτό συμβαίνει διότι ἡ δοξολογική ἀναφορά μας στόν ἅγιο ἀποτελεῖ τελικῶς ἀναφορά καί δοξολογία τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας, τοῦ χορηγοῦ κάθε καλοῦ καί ἀγαθοῦ.
῎Ας εὐχηθοῦμε ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Σεραφείμ, ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καί Νεοχωρίου ὁ θαυματουργός, νά εἶναι πάντοτε θερμός πρεσβευτής μας στόν Κύριο, προκειμένου νά μᾶς δίδει τή χάρη νά ἀκολουθοῦμε τά μαρτυρικά βήματά του, βήματα βεβαίως τοῦ ἴδιου τοῦ ἐν σαρκί φανερωθέντος Θεοῦ μας. ᾽Αμήν.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΓΕΛΗΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΚΑΙ ΕΝ ΧΙΩ ΑΘΛΗΣΑΣ



«Ευλαβής, φιλήσυχος, φιλακόλουθος και ευσεβής ο Αγγελής, εξασκούσε το λειτούργημα του ιατρού στο Άργος. Σε κάποια θρησκευτική συζήτηση με έναν Γάλλο, υπεραμύνθηκε της χριστιανικής πίστεως και δέχτηκε να μονομαχήσει χωρίς όπλο με τον Γάλλο, που ήταν οπλισμένος. Ο Γάλλος μπροστά στην πίστη του Αγγελή δείλιασε και ο Αγγελής αναδείχτηκε και επίσημα νικητής. Μετά τη νίκη αυτή ο Αγγελής αποφάσισε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Εγκατέλειψε λοιπόν την ιατρική και κλείστηκε στο υπερώο του σπιτιού του. Ξαφνικά όμως, άγνωστο για ποιο λόγο, το Σάββατο του Λαζάρου του έτους 1813 μ.Χ., αρνήθηκε τον Χριστό και έγινε Μουσουλμάνος. Επειδή δημιούργησε επεισόδιο σε καφενείο του Ναυπλίου, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, οι αρχές τον εξόρισαν στη Χίο. Εκεί μετανοημένος, έβρεχε κάθε μέρα με δάκρυα μετανοίας τους ναούς και προσευχόταν. Επίσης έδινε αφορμές στους Τούρκους, επιζητώντας το μαρτύριο. Κάποτε μπήκε σε κάποιο τελωνείο και ομολόγησε ότι ήταν Χριστιανός. Οι Τούρκοι τον έδειραν ανελέητα και τον έκλεισαν σιδηροδέσμιο στη φυλακή του Κάστρου της Χίου. Αλλά επειδή παρέμεινε σταθερός στη χριστιανική ομολογία του, αποκεφαλίστηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1813 μ.Χ.».

Ο άγιος Αγγελής ανήκει στη χορεία των λεγομένων νεομαρτύρων, εκείνων δηλαδή των μαρτύρων που έφυγαν από τη ζωή αυτή με μαρτυρικό τρόπο κατά την περίοδο κυρίως της Τουρκοκρατίας. Συνήθως το μυαλό μας, όταν μιλάμε για μάρτυρες, πηγαίνει στους παλαιούς πρώτους μάρτυρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων με τους μεγάλους διωγμούς: τον άγιο Δημήτριο, τον άγιο Γεώργιο, την αγία Παρασκευή κλπ. Όμως για την Εκκλησία μας οι νέοι αυτοί μάρτυρες δεν είναι λιγότερο μάρτυρες και άγιοι από τους παλαιούς, ίσα ίσα, θα λέγαμε, υπάρχει μία ευθεία γραμμή που ενώνει τους παλαιούς με τους νέους, έτσι ώστε να μπορεί να πει κανείς ότι οι νέοι φέρνουν και πάλι στην επιφάνεια τον ενθουσιασμό και τη δόξα των πρώτων μαρτύρων, σαν να έχουμε δηλαδή μία δυναμική επάνοδο της πίστης τους, κάτω από άλλο απλώς πρόσωπο αλλά με ίδιο σχεδόν όνομα.

Δεν είναι υπερβολές οι παραπάνω εκτιμήσεις. Είναι η πεποίθηση της Εκκλησίας μας, όπως είπαμε, την οποία κατέγραψε και ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στο γνωστό «Νέον μαρτυρολόγιόν» του με τα παρακάτω  λόγια: «Οι τωρινοί χριστιανοί…αυτούς εκείνους τους παλαιούς μάρτυρας βλέπουσι, ότι μαρτυρούσι και τώρα υποκάτω εις το πρόσωπον των νέων τούτων μαρτύρων, και ότι φαίνονται πάλιν εις τον κόσμον δεύτεροι Γεώργιοι, δεύτεροι Δημήτριοι, νέοι Θεόδωροι, όχι μόνον διά την ταυτότητα των ονομάτων, αλλά πολλώ μάλλον διά την ομοιότητα των μαρτυρίων…Οι νέοι μάρτυρες δεν είναι κατώτεροι από τους παλαιούς μάρτυρας…Ο γαρ Ιησούς Χριστός και τους παλαιούς και τους νέους τούτους μάρτυρας…ίσους αυτούς εποίησεν». Την ίδια ακριβώς βεβαίως εκτίμηση έχει και ο υμνογράφος του αγίου Αγγελή, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει: «Ιεράν προσθήκην σε, η των Μαρτύρων χορεία, Αγγελή, εδέξατο, εν ουρανώ γηθομένη», δηλαδή: η χορεία των μαρτύρων, Αγγελή, σε δέχτηκε στον ουρανό με χαρά, σαν ιερά προσθήκη του.

Εκείνο που αξίζει ιδιαιτέρως να τονιστεί από το μαρτύριο του αγίου Αγγελή είναι το εθελούσιο αυτού: ο άγιος επεζήτησε μόνος του το μαρτύριο. Κατά την έκφραση του υμνογράφου: «εθελουσίως φέρων σεαυτόν παρέδωκας τη ωμότητι και ιταμότητι των τυράννων». (Φέρνοντας τον εαυτό σου με τη θέλησή σου τον παρέδωσες στην ωμότητα και την επιθετικότητα των τυράννων). Δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός. Πέραν του ότι το συναντάμε επανειλημμένως και στα πρωτοχριστιανικά χρόνια των διωγμών, στην Τουρκοκρατία ήταν σχεδόν παγιωμένη κατάσταση για εκείνους που είχαν αρνηθεί τον Χριστό σε κάποια φάση της ζωής τους και είχαν γίνει Μουσουλμάνοι, τους αρνησιχρίστους. Σ’ αυτούς θεωρείτο δεδομένο το εθελούσιο μαρτύριο, προκειμένου να ξεπλύνουν την άρνησή τους. Γι’ αυτό και έσπευδαν μετά τη μετάνοιά τους και την με μεγάλη άσκηση και πνευματικό αγώνα προετοιμασία τους – με την καθοδήγηση συνήθως κάποιου πνευματικού, του ονομαζομένου αλείπτη (=πνευματικού προπονητή) – να ομολογήσουν την πίστη τους στον Χριστό ενώπιον των Μουσουλμάνων, ώστε να τους εξαναγκάσουν για το μαρτύριό τους. Ίσως η εθελούσια αυτή εκζήτηση του μαρτυρίου να μην ακούγεται πολύ χριστιανική, αλλά, είπαμε: αφενός έτσι είχαν παγιωθεί τα πράγματα τότε, αφετέρου δεν μπορούσαν να ησυχάσουν τη συνείδησή τους οι αρνησίχριστοι, παρά μόνον προσφέροντας την ίδια τη ζωή. Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να κρίνει τη φωτισμένη και πνευματοκίνητη απόφαση ενός μάρτυρα; Ο Θεός πάντως δέχτηκε το μαρτύριό τους και τους στεφάνωσε με τιμές και δόξα. «Παρά Χριστού το στέφος της αφθαρσίας είληφας, μάρτυς Αγγελή, υπέρ Αυτού ξίφει την κάραν τμηθείς». (Έλαβες από τον Χριστό το στεφάνι της αφθαρσίας, μάρτυς Αγγελή, αφού αποκόπηκε με ξίφος το κεφάλι σου για χάρη Του).

Ανεξάρτητα πάντως από το δοξασμένος μαρτυρικό τέλος του αγίου Αγγελή και των ομοίων του αρνησιχρίστων μαρτύρων, δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η στιγμή της αδυναμίας του: ευρισκόμενος ο άγιος σε πνευματική έξαρση -  απομονωμένος, κατά το συναξάρι του,  στο υπερώο του σπιτιού του και αφιερωμένος σε προσευχή, με ετοιμότητα για μαρτύριο – κάτι γίνεται (προφανώς κάποια αποδοχή υπερήφανου λογισμού)  και ξεπέφτει πνευματικά. Που σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος για τον εαυτό του, όσο βρίσκεται στον κόσμο τούτο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άγιοι Πατέρες μας χαρακτήρισαν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη ως το «αεί σχοινοβατείν». Σχοινοβατούμε καθημερινά, που σημαίνει ότι αν δεν προσέξουμε, αν έστω και επ’ ελάχιστον υπερηφανευτούμε και χαλαρώσουμε, μπορούμε να εκπέσουμε από την πίστη μας. Θα πρέπει να μας συνέχουν πάντοτε τα λόγια του Κυρίου μας: «γρηγορείτε, ότι η ώρα ου δοκείτε ο Κύριος έρχεται», όπως και του αγίου εκείνου ασκητή που ακόμη και την ώρα που παρέδιδε την ψυχή του και ο διάβολος του ψιθύρισε «σώθηκες», εκείνος απάντησε: «όχι ακόμη». Γι’  αυτό και το μόνο στέρεο και άπτωτο έδαφος στην πνευματική ζωή είναι η ταπείνωση. Όταν κανείς ομολογεί ενσυνείδητα «εγώ ειμι γη και σποδός», τότε, και μόνον τότε,  δεν υπάρχει περιθώριο πτώσης στην απιστία και στην αμαρτία.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Μικρό ἀφιέρωμα: ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ (2)



῾ΠΩΣ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ’  

῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός ἀπαρχῆς τῆς ἐμφανίσεώς Του στόν κόσμο μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος ἦταν καί εἶναι μία πρόκληση καί μία κρίση γιά τούς ἀνθρώπους: κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νά λάβει μία συγκεκριμένη στάση ἀπέναντί Του, θετική ἤ ἀρνητική. ᾽Ακόμη καί οἱ θεωρούμενοι ἀδιάφοροι ἤδη ἔχουν λάβει θέση, καί μάλιστα τήν χειρότερη ἀρνητική, δεδομένου ὅτι πάντοτε ἰσχύει τό τοῦ Κυρίου λόγιο ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. Κατά τόν προφητικό λόγο τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ θεοδόχου ῾οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον᾽. Πολλά εἰπώθηκαν καί γράφηκαν γιά τό πανάχραντο πρόσωπο τοῦ Κυρίου, ἀλλά πάντοτε ἐκεῖνο πού ἐνδιαφέρει ἕναν χριστιανό εἶναι ἡ στάση τῆς ᾽Εκκλησίας, ἡ στάση συνεπῶς τῶν ἁγίων πού ἀποδέχονται τόν Χριστό καί προσπαθοῦν νά προσαρμόζουν τήν ζωή του ἐπί τά ἴχνη Αὐτοῦ. Τό ἐνδιαφέρον αὐξάνει ὅταν ἡ διαχρονική στάση τῶν ἁγίων ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τούς σημερινούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι γίνονται ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ συνεχιστές τῆς ἁλυσίδας τῆς Παραδόσεως, φέρνοντάς μας μπροστά πράγματι στό μυστήριο τῆς παρουσίας Του.
Αὐτά πού θά μᾶς ἀπασχολήσουν δι᾽ ὀλίγων στήν συνέχεια εἶναι ἀκριβῶς ἡ στάση ἀπέναντι στόν Χριστό τοῦ τελευταίου ἀναγνωρισμένου ἁγίου τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, δηλαδή πῶς ἔβλεπε ἕνας βεβαιωμένα ἅγιος τόν Κύριο καί πῶς μᾶς καλεῖ συνεπῶς ἀντιστοίχως νά Τόν βλέπουμε κι ἐμεῖς. Τά λόγια του αὐτά ἀποτελοῦν τήν πεμπτουσία θά λέγαμε τῆς ὅλης ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁσίου Γέροντα καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή θεωροῦνται ἐξόχως σημαντικά.
Τά ἴδια τά λόγια του πάνω στό θέμα αὐτό προέρχονται ἀπό ἕνα ἀπόσπασμα μίας ἀπομαγητοφωνημένης συζήτησης πού ἔγινε τόν ᾽Ιούλιο τοῦ 1988, στις τρεῖς τό πρωΐ, μέσα σ᾽ ἕνα ἐρημοκκλήσι στήν Εὔβοια. ᾽Εκεῖ ἀποσυρόταν μερικές φορές ὁ Γέροντας τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅταν πιά ἦταν τυφλός καί ἀνήμπορος. (Σημ.: τό CD πού περιλαμβάνει τή συζήτηση αὐτή  ἔχει κυκλοφορηθεῖ ἀπό τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Γέροντα στήν Μαλακάσα ᾽Αττικῆς).

Λοιπόν, ἔτσι πράγματι πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο. Εἶναι τό πᾶν. ᾽Αλλά εἶναι φίλος καί τό φωνάζει: ῾Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δέν τό καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια. Βρέ, ἐγώ δέν εἶμαι... Δέν βαστάω τήν κόλαση στό χέρι, δέν σᾶς φοβερίζω, σᾶς ἀγαπάω, σᾶς θέλω νά χαίρεστε μαζί μου τή ζωή᾽.
῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινό, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό.
᾽Αγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. ῞Ολα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα.
῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Χρστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβαλο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο᾽.

 Σχόλια

(α) ῾῾Ο Χριστός εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας...᾽.

 ῾Ο Χριστός κατά τόν ὅσιο Γέροντα δέν εἶναι φόβητρο καί ἀπειλή τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῆς παντοδυναμίας Του. Μία τέτοια εἰκόνα περί Θεοῦ ἔχουν οἱ ἄλλες θρησκεῖες, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο. ῾Ο ἄνθρωπος τῆς πτώσεως θεωρεῖται ὅτι ἔχει φράγμα στήν ψυχή του πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό λόγω τῆς ἁμαρτίας του, ὁπότε νιώθοντας τήν δίψα γιά Θεό ὡς δικό Του δημιούργημα ψάχνει νά Τόν εὕρει, ἀλλά χωρίς ἐπιτυχία. Δημιουργεῖ ἔτσι εἴδωλα, πλάσματα τῆς φαντασίας του, γι᾽ αὐτό καί  φαντάζεται τόν Θεό ἤ τούς θεούς μέσα στήν παντοδυναμία τους ὡς τρομερά καί ἀπειλητικά γιά τήν ὕπαρξή του ὄντα. Μέ ἄλλα λόγια δημιουργεῖ θεότητες κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν παθῶν του, ὅπως συμβαίνει γιά παράδειγμα μέ τούς ῾θεούς᾽ τοῦ ᾽Ολύμπου τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων, οἱ ὁποῖοι περιδινίζονταν μέσα στά πάθη τους. Κατά φυσικό τρόπο γνώρισμα τῆς ῾σχέσεως᾽ αὐτῆς μέ τούς ῾θεούς᾽ εἶναι ὁ φόβος.

῾Ο Χριστός ὡς ὁ Θεός πού ἀποκαλύπτεται φέρνει τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή ἡ εἰκόνα εἶναι τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ, τοῦ Πατέρα πάνω ἀπό ὅλα τοῦ ἀνθρώπου, πού κύριο γνώρισμά Του ἔχει τήν ἀγάπη. ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι κατεξοχήν ἐνδεικτική.  ῾Ο ὅσιος Γέρων Πορφύριος λοιπόν ἐκφράζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ καί τήν διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας. Δέν ἀναπτύσσει προσωπικές του ἀπόψεις. Βρίσκεται μέσα στό ποτάμι τῆς παραδόσεως τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως εἴπαμε, καί συνεπῶς καταθέτει τήν ἐκκλησιαστική του ἐμπειρία περί τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ. Αὐτό πού λέει ἀποτελεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Πατέρων. Τό παρακάτω ἀπόσπασμα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικό: ῾᾽Εγώ Πατήρ (λέει ὁ Χριστός), ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἄν θέλῃς ἐγώ...᾽Εγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. ᾽Εγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί. Κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;᾽ (᾽Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σου, ἐγώ ὁ νυμφίος σου, ἐγώ τό σπίτι σου, ἐγώ αὐτός πού σέ τρέφει, ἐγώ ἡ ρίζα σου, ἐγώ τό θεμέλιό σου. ῞Οτιδήποτε κι ἄν θελήσεις, εἶμαι ἐγώ...᾽Εγώ εἶμαι καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μητέρα. ῞Ολα ἐγώ. Μόνο δές με φιλικά. ᾽Εγώ ἔγινα φτωχός καί ἀλήτης γιά χάρη σου, ἀνέβηκα στόν Σταυρό γιά σένα, κατέβηκα στόν τάφο γιά σένα, στόν Οὐρανό παρακαλῶ τόν Πατέρα γιά σένα. ῏Ηλθα ἀπό τόν Πατέρα στόν κόσμο νά πρεσβεύσω γιά σένα. Ὅλα μοῦ εἶσαι ἐσύ, καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί περισσότερο θέλεις;)

(β) ῾Η μαρτυρία τοῦ ἁγίου Γέροντα περί τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι κινεῖται μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο: ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ῾τό πᾶν καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί ὅλων τῶν ὡραίων᾽, ἀλλά εἶναι καί ῾ὁ φίλος καί ὁ ἀδελφός᾽. ῾Ο Χριστός δηλαδή γιά τόν ἅγιο εἶναι καί ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀλλά καί ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦλθε στόν κόσμο, ἔζησε καί ἔπαθε καί σταυρώθηκε γιά ἐμᾶς. ῾Η διπλή αὐτή προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, τήν βάση τῆς πίστεώς μας στήν ᾽Εκκλησία, πού ὅταν αὐτή ἀμφισβητήθηκε ἀπό αἱρετικούς, διατυπώθηκε ἀπό τούς Πατέρες σέ Οἰκουμενικές Συνόδους ὡς δόγμα, δηλαδή ὡς ὅριο πού θέτει τό ὀρθό πλαίσιο στήν πίστη. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκφράζοντας μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Γέροντας τήν πίστη του καί τήν ἐμπειρία του γιά τόν Χριστό καταδικάζει καί αὐτός τόσο τήν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ὅσο καί τήν αἵρεση τοῦ νεστοριανισμοῦ.
Κι ἀκόμη πιό πέρα: ἡ αἴσθηση τοῦ ἁγίου Γέροντα περί τοῦ Χριστοῦ φανερώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ ὡς οὐσίας καί ἐνεργείας: ῾Ο ἐν τρισίν ὑποστάσεσι καί μιᾷ οὐσίᾳ Θεός μας εἶναι ἀπείρως μακριά μας καί ἀπρόσιτος ὡς πρός τήν οὐσία Του, εἶναι ἀπείρως κοντά μας ὡς ἐνέργεια.

(γ) Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (῾σᾶς ἀγαπάω...᾽) – λέει ὁ ὅσιος – κάνει καί τόν ἄνθρωπο νά τήν ζεῖ μέ τόν τρόπο ᾽Εκείνου: ῾κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πονάη γιά ὅλους...᾽ Δηλαδή ὁ πιστός σάν τόν Γέροντα ὄχι μόνο νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὡς Πατέρα καί φίλου καί ἀδελφοῦ, ἀλλά καί τήν βιώνει παρομοίως ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Ποῦ ὀφείλεται αὐτό; Πῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ γίνεται ζωή καί τοῦ πιστοῦ; ᾽Ασφαλῶς καί πρωτίστως διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος, μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος ᾽Εκείνου, συνεπῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἐξακτινώνεται καί γίνεται ζωή καί τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θά τό διατυπώσει μέ τόν καλύτερο τρόπο: ῾Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

(δ) Προσοχή ὅμως! ῞Οταν μιλᾶμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού γίνεται ἀγάπη καί τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐννοοῦμε μία ἐγωϊστική ἀγάπη ἤ μία οὐδέτερη κοσμικοῦ τύπου ἀγάπη. Γιατί βεβαίως ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν ῾ἀγάπες᾽ πού δέν σώζουν τόν ἄνθρωπο. ῾Καί ἐάν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπῶντας ὑμᾶς ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; Καί γάρ οἱ ἁμαρτωλοί τό αὐτό ποιοῦσιν᾽. ῾Υπάρχει δηλαδή ἡ παρά φύσιν ἀγάπη τοῦ δαιμονικοῦ ἐγωϊσμοῦ, ἡ κατά φύσιν ἀγάπη τῆς ἀνθρώπινης καί οὐδέτερης γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἠθικῆς καί ἡ ὑπέρ φύσιν χαρισματική ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη σώζουσα ὑπέρ φύσιν ἀγάπη, μέ κύριο γνώρισμα τήν θυσία τοῦ ἑαυτοῦ γιά χάρη τοῦ ἄλλου. ῾Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ᾽.

(ε) ῾Ο Χριστός ὅμως  εἶναι κατά τόν ἅγιο καί ῾ἡ χαρά...πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται...᾽. Κι εἶναι κάτι πού πρέπει νά σημειώσουμε ἔντονα. Διότι οἱ μή χριστιανοί ἤ καί οἱ ῾χριστιανοί᾽ πού ἔχουν χάσει τήν πίστη τους κατηγοροῦν τόν χριστιανισμό ὅτι εἶναι θλίψη καί στενοχώρια καί κατήφεια. Προφανῶς μπερδεύουν τήν κακή μαρτυρία ζωῆς πολλῶν χριστιανῶν πού πράγματι εἶναι μονίμως θλιμμένοι καί κατσουφιασμένοι, πού περιφέρουν ὅπως λέμε διαρκῶς τή μιζέρια τους, μπερδεύουν λοιπόν τήν κακή αὐτή μαρτυρία μέ αὐτό πού εἶναι ἀληθῶς ἡ ἐν Χριστῷ πίστη καί ἡ ἁγιότητα. Κι αὐτό πού δίνει ἡ πίστη αὐτή εἶναι ἡ χαρά. ῾Ο χριστιανός δηλαδή εἶναι ὁ χαρούμενος ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια τοῦ ῾χαζοχαρούμενου᾽ ὅπως λέμε, ἀλλά οὔτε ἁπλῶς μέ τήν ἔννοια μίας ἐξωτερικῆς καί ἐπιφανειακῆς καί ἐπίπλαστης χαρᾶς. ῾Ο χριστιανός εἶναι χαρούμενος ἐσωτερικά, γιατί ἡ καρδιά του χαίρεται ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος πού φανερώνει τήν ἐνοίκηση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ μέσα σ᾽ αὐτήν, πράγμα πού ἀντανακλᾶ καί στό πρόσωπό του καί σέ ὅλη του τήν ὕπαρξη. Αὐτή εἶναι ἡ λάμψη πού ὑπῆρχε καί ὑπάρχει στά πρόσωπα τῶν ἁγίων μας, ἔστω κι ἄν αὐτοί βρίσκονταν μέσα στίς θλίψεις καί τίς ἐξωτερικές δοκιμασίες.
Κι εἶναι εὐθύνη τῶν χριστιανῶν ἔτσι νά μή γινόμαστε αἴτιοι βλασφημίας τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς πίστεώς μας μέ τήν κακή καί θλιμμένη μονίμως ζωή μας, λόγω βεβαίως τῆς ὀλιγοπιστίας ἤ καί τῆς ἀπιστίας μας. Καί ὑπενθυμίζουμε: Αὐτή ἡ χαρά ὡς καρπός τοῦ Πνεύματος  εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης. Μένω στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (διά τῆς κατεξοχήν ἀποδείξως: τῆς τήρησης τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν) σημαίνει ἐνεργοποιῶ τήν χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ζῶ τόν Χριστό στήν ὕπαρξή μου, νιώθω τήν χαρά ἀπό τήν παρουσία Του αὐτήν. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος θέτει τήν χαρά μετά τήν ἀγάπη. ῾῾Ο καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη...᾽.

(στ) Τί ἐπιλέγει ὅμως ὁ ἅγιος Γέρων; Προτρέπει νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαπῶν. ῾᾽Αγαπήσατε τόν Χριστόν καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ᾽. Γιατί ἄν ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό δέν γίνει ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς μας, τότε σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη αὐτή. ῾Οτιδήποτε ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος  ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ γίνεται κατακτητικό καί ἀπόλυτο γι᾽ αὐτόν. Δέν ἀφήνει χῶρο γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μας. ῾Ο ὅσιος Πορφύριος ἐτόνιζε τήν ἀλήθεια αὐτή, γιατί ὁ ἴδιος εἶχε ἀγαπήσει τόν Χριστό ὑπέρ πάντα ἄλλον καί ἄλλο. Καί πρόκειται γιά τήν παρόμοια κραυγή ὅλων τῶν ἁγίων. Τά ἴδια λόγια ἀκριβῶς δέν ἔλεγε καί ὁ ἅγιος ᾽Αντώνιος; Τά ἴδια σχεδόν πιό πίσω δέν ἔλεγε καί ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος; ῾Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα;  Οὐδέν ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽. ᾽Αλλά ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μας καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη αὐτό διακήρυσσε: ῾᾽Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽.
Κι ἀκριβῶς τό τελευταῖο σημαίνει ὅτι κανείς δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό χωρίς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Μέτρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. ῞Οπως τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος στήν Α´ καθολική ἐπιστολή του: ῾῎Αν δέν ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου πού τόν βλέπεις μέ τά μάτια σου, πῶς θά ἀγαπήσεις τόν Θεό πού εἶναι ἀόρατος;᾽.

(ζ) Καί νά τό ἀποτέλεσμα, ὅπως τό σημειώνει ὁ ὅσιος: ἡ ἀγάπη αὐτή ῾ἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν διάβολο, τήν κόλαση, τόν θάνατο᾽. ῎Ηδη ἀπό τή ζωή αὐτή δηλαδή ὁ ἄνθρωπος βιώνει τόν Παράδεισο. Ποῦ χῶρος ἔτσι, ὅταν κανείς παλεύει στήν ἀγάπη,  γιά μιζέριες, γιά ἐχθρότητες, γιά ψυχολογικά προβλήματα; ῞Ολα αὐτά ξεπερνιοῦνται καί χάνονται καί διαλύονται...