Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ



῾Ο ένδοξος και θαυμαστός και μέγας Μάρτυς Γεώργιος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού, καταγόταν από τη χώρα των Καππαδοκών, ήταν από επίσημο γένος και διέπρεψε στο στράτευμα των Τριβούνων. Όταν δε επρόκειτο να μαρτυρήσει, είχε το αξίωμα του Κόμη. Επειδή λοιπόν ο βασιλιάς ξεκίνησε  τον πόλεμο κατά των Χριστιανών κι έβγαλε διαταγή όσοι από τους χριστιανούς αρνούνται και αθετούν τον Χριστό να αξιώνονται τιμές και δωρεές βασιλικές, ενώ όσοι δεν πείθονται να θανατώνονται, ο άγιος παρουσιάστηκε μόνος του και ομολόγησε ότι είναι χριστιανός, ελέγχοντας ταυτόχρονα τη ματαιότητα και αδυναμία των ειδώλων και κοροϊδεύοντας αυτούς που πιστεύουν σε αυτά.
Επειδή δε δεν υποχώρησε  ούτε στις κολακείες και τις υποσχέσεις του τυράννου, τις οποίες του έδωσε πλούσια, ούτε όμως και στις απειλές του, αλλά φαινόταν ότι τα περιφρονεί όλα, πρώτα από όλα κτυπιέται στην κοιλιά με κοντάρι. Ενώ το κοντάρι άγγιξε τη σάρκα του, τόσο που έτρεξε πολύ αίμα, και βγήκε έπειτα η άκρη του, ο άγιος παρέμεινε αβλαβής. Έπειτα τον έδεσαν σε τροχό που είχε σιδερένιες άκρες και άφησαν τον τροχό να κυλίσει στο έδαφος. Το σώμα του αγίου κομμιατάστηκε σε πολλά μέρη, αλλά πάλι αποκαταστάθηκε υγιής με επιστασία θείου αγγέλου.
Εμφανίστηκε τότε στον βασιλιά και στον Μαξέντιο τον σύνεδρό του που θυσίαζαν στα είδωλα, οπότε καθώς φάνηκε σώος τράβηξε πολλούς προς την πίστη του Χριστού. Με την προσταγή του βασιλιά τα κεφάλια αυτών που πίστεψαν αποκόπηκαν έξω από την πόλη. Πίστεψε δε στον Χριστό και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, η οποία ομολόγησε ενώπιον του τυράννου τον Χριστό ως Θεό. Πίστεψαν μάλιστα και πολλοί άλλοι στον Χριστό, όταν είδαν τον άγιο να εξέρχεται αβλαβής από τον λάκκο της ασβέστου στον οποίο τον είχαν βάλει. Μετά από αυτά έδεσαν τα πόδια του σε σιδηρένιες κρηπίδες που είχαν καρφιά, εξαναγκάζοντάς τον να τρέξει. Κι ακόμη, τον κτύπησαν ανελέητα με ξερά νεύρα βοδιών. Ο Μαξέντιος τότε ζήτησε από τον άγιο κάποιο θαύμα και συγκεκριμένα αν μπορεί να αναστηθεί κάποιος από αυτούς που βρίσκονταν σε έναν παρακείμενο τάφο με πεθαμένους πριν από πολύ καιρό. Ο άγιος προσευχήθηκε πάνω από το κάλυμμα του τάφου και αναστήθηκε ένας νεκρός, ο οποίος προσκύνησε τον άγιο και δόξασε τη θεότητα του Χριστού. Όταν ρώτησε ο βασιλιάς ῾ποιος ήταν και πότε έφυγε από τη ζωή αυτή᾽, εκείνος είπε ότι έζησε πριν από την παρουσία του Χριστού και ότι λόγω τη πλάνης του προς τα είδωλα κατακαίεται τόσα χρόνια  σε φωτιά. Από το γεγονός αυτό πολλοί πίστεψαν στον Χριστό και προστέθηκαν στην πίστη, οπότε με μιά φωνή όλοι δόξαζαν τον Θεό. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γλυκέριος, του οποίου το βόδι ο άγιος, όταν ψόφησε, το ανέστησε. Καθώς ο Γλυκέριος βεβαιώθηκε για την πίστη του Χριστού από το θαύμα αυτό, δέχτηκε το στεφάνι του μαρτυρίου, γενόμενος πολλά κομμάτια από τα ξίφη των απίστων.
Επειδή λοιπόν προσέρχονταν στον Χριστό διαρκώς και περισσότεροι από όσα γίνονταν, κι ακόμη από το ότι ο άγιος μάρτυρας Γεώργιος εισήλθε στον ναό των ειδώλων και πρόσταξε ένα από τα ξόανα να πει αν αυτός ήταν ο Θεός και ότι πρέπει αυτόν να προσκυνούν, ο δαίμονας που βρισκόταν στο ξόανο θρηνώντας αποκρίθηκε ότι μόνος Θεός είναι ο Χριστός. Από αυτό ταράχτηκαν τα είδωλα όλα, κατέπεσαν και συντρίφτηκαν. Οι λατρευτές των ειδώλων τότε, μη υποφέροντας άλλο, συνέλαβαν τον άγιο, προκειμένου να τον οδηγήσουν προς τον βασιλιά και να ζητήσουν τη θανατική του καταδίκη. Ο βασιλιάς πράγματι διέταξε να θανατωθούν με ξίφος και ο Γεώργιος και η βασίλισσα Αλεξάνδρα. Και του μεν αγίου κόψανε το κεφάλι, η βασίλισσα όμως προσευχήθηκε στη φυλακή που ήταν και παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Τελείται η σύναξη του αγίου στο αγιότατο Μαρτύριό του που βρίσκεται στο Δεύτερο᾽.

Η εορτή του αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου είναι κατά την Εκκλησία μας ιδιαιτέρως χαρμόσυνη όχι μόνον από το γεγονός ότι η ημέρα του μαρτυρίου ενός αγίου είναι η ημέρα της δόξας του ως εισερχομένου τότε θριαμβευτικά στη βασιλεία των Ουρανών, αλλά και από το γεγονός ότι πάντοτε συνοδεύει την ῾εορτήν των εορτών και την πανήγυριν των πανηγύρεων᾽, την Ανάσταση του Κυρίου. Κατά τον άγιο υμνογράφο ῾ιδού, ανέτειλε η άνοιξη της χάρης. Έλαμψε η Ανάσταση του Χριστού σε όλους και λάμπει μαζί με αυτήν τώρα η πανέορτη και φωτοφόρα ημέρα Γεωργίου του μάρτυρα. Εμπρός λοιπόν όλοι, λαμπροφορώντας ένθεα, ας γιορτάσουμε χαρμόσυνα᾽ (῾Ανέτειλεν ιδού, το της χάριτος έαρ· επέλαμψε Χριστού η Ανάστασις πάσι, και ταύτη συνεκλάμπει νυν Γεωργίου του μάρτυρος η πανέορτος και φωτοφόρος ημέρα· δεύτε άπαντες λαμπροφορούντες ενθέως φαιδρώς εορτάσωμεν᾽) (κάθισμα όρθρου). ῾Έλαμψε σ᾽ εμάς η πανένδοξη μνήμη του δούλου του Χριστού μαζί με την Ανάστασή Του, κατά την οποία αφού μαζευτούμε οι πιστοί, ας γιορτάσουμε χαρμόσυνα᾽ (῾Σύνδρομος εξέλαμψεν ημίν η πανένδοξος μνήμη η του θεράποντος τη Αναστάσει Χριστού, εν η συνελθόντες οι πιστοί φαιδρώς εορτάσωμεν᾽) (ωδή γ´).

Είναι τόσο μεγάλη η χαρά μάλιστα της εορτής, ώστε ο άγιος υμνογράφος κινούμενος σε υψηλά επίπεδα λυρισμού αναφέρει ότι με τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο υπερβαίνεται και η παροιμία ῾ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη᾽. ῾Να λοιπόν, πιστέ λαέ του Θεού – σημειώνει στην ωδή ς´ - που και ένα καλό χελιδόνι  αναπληρώνει τη χάρη της άνοιξης κατά τρόπο θαυμαστό, κι αυτό το χελιδόνι είναι ο Γεώργιος᾽ (῾Ιδού σοι και μία τερπνή χελιδών, θεοσύλλεκτε λαέ, την του έαρος χάριν αναπληροί θαυμαστώς, ο Γεώργιος᾽). Πού έγκειται η μεγάλη χάρη του αγίου μεγαλομάρτυρα, τόσο που χαρακτηρίζεται ῾γνήσιος φίλος του Χριστού, πρωταθλητάρχης Αυτού, πάμφωτος λαμπτήρας της οικουμένης, φαεινότατος αστέρας, τιμαλφέστατη λυχνία᾽; (ωδή δ´) Η απάντηση που δίνουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν είναι άλλη από αυτήν που δίνουν για όλους τους αγίους: η βαθιά πίστη του αγίου στον Χριστό και η θερμότατη αγάπη του σ᾽Εκείνον και στους ανθρώπους, δηλαδή η τελεία υπακοή του στις διδαχές Του.  Απλώς αυτό που είναι ο πυρήνας της αγιότητας το δίνουν οι υμνογράφοι μας με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα. Για παράδειγμα: ῾Γεώργιε, ακολούθησες τις διδαχές του Δεσπότη Χριστού᾽ (῾Του Δεσπότου ταις διδαχαίς ηκολούθησας᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Στερέωσες τον πόθο σου για τον Χριστό πάνω στην πίστη Του, έδιωξες τον φόβο με την ελπίδα, απέκτησες τα ουράνια με την αγάπη᾽(῾πίστει πόθον ενστησάμενος, ελπίδι φόβον απωσάμενος, αγάπη εκτήσω τα ουράνια, πανεύφημε᾽) (λιτή). ῾Στηρίχτηκες στην ελπίδα, περιφράχτηκες από την αγάπη και την πίστη, Γεώργιε, και δυναμώθηκες από τη δύναμη του Χριστού, γι᾽αυτό και κατανίκησες την πλάνη των ειδώλων᾽(῾Ελπίδι στηριζόμενος και αγάπη και πίστει τε περιφραχθείς, Γεώργιε, και δυνάμει Χριστού ρωννύμενος, των ειδώλων την πλάνην καταβέβληκας᾽) (ωδή γ´).

Εκείνο που τονίζουν κατεξοχήν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι η δύναμη της ψυχής του αγίου και ο θερμός ζήλος του για τον Χριστό. Δεν διστάζει ο υμνογράφος να χαρακτηρίσει τον Γεώργιο ως ῾λιοντάρι που με ρωμαλέο φρόνημα πήγε μόνος του προς το μαρτύριο, γιατί καταφρόνησε το σώμα ως φθαρτό και φρόντισε πρωτίστως την άφθαρτη ψυχή του᾽ (῾Ρωμαλέω φρονήματι πεποιθώς ηυτομόλησας, ώσπερ λέων, ένδοξε, προς την άθλησιν, υπερορών μεν του σώματος ως φθείρεσθαι μέλλοντος, της αφθάρτου δε ψυχής σοφώς επιμελούμενος᾽) (στιχηρό εσπερινού), όπως και  νέο Δαυίδ που νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ με τις βολές όμως των λόγων του. ῾Φάνηκες νέος στους πολέμους, με ικανότητα στο χέρι, σαν άλλος ανδρείος Δαυίδ. Διότι όπως αυτός νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ, το ίδιο και εσύ νικάς ρίχνοντας κάτω τον αντίπαλο με τις βολές των λόγων σου᾽(῾Νέος ώφθης εν πολέμοις ικανός τη χειρί, άλλος Δαυίδ ανδρείος· ως γαρ αυτός τον Γολιάθ τον αντίπαλον και συ νικάς καθελών, βολαίς των λόγων σου᾽) (ωδή α´). Κι η λιονταρίσια αυτή δύναμή του ερμηνεύεται από τον υμνογράφο όχι ως μία αποκοτιά, αλλά ως ενσυνείδητη έκφραση του πόθου και του ζήλου του για τον Χριστό, αφού ῾ο πόθος ενίκα την φύσιν᾽ (δοξαστικό εσπερινού). Ο άγιος Γεώργιος αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή η αγάπη για τον Χριστό υπερβαίνει τον όποιο φόβο για τον θάνατο, για τους κινδύνους, για τις όποιες ταλαιπωρίες. ῾Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Πέπεισμαι γαρ ότι ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού της εν Χριστώ Ιησού᾽ (Πρβλ.Ρωμ. 8). ῾Βρέθηκες ντυμένος την πανοπλία του Χριστού, Γεώργιε, κι ήσουν γεμάτος φωτιά από αγάπη του Χριστού...και στους παρανόμους κραύγαζες: Ούτε τα θηρία ούτε οι τροχοί, ούτε η φωτιά ούτε το μαχαίρι έχουν τη δύναμη να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού του Θεού μας᾽ (῾Ενδεδυμένος Χριστού την πανοπλίαν ευρέθης Γεώργιε...υπέρ Χριστού πυρπολούμενος...και τοις παρανόμοις εκραύγαζες: ουδέ γαρ θήρες ουδέ τροχοί, ου πυρ ουδέ μάχαιρα, εμέ χωρίσαι κατισχύσουσι της αγάπης του Χριστού του Θεού ημών᾽) (Στιχηρό εσπερινού).

Το σημείο όμως στο οποίο αναλώνεται πάρα πολύ η έμπνευση του υμνογράφου για τον άγιο είναι το ίδιο το όνομά του. Το όνομα Γεώργιος λαμβάνεται ως αφορμή, όπως συνήθως γίνεται για πολλούς αγίους, προκειμένου ο υμνογράφος να περιγράψει, έστω και λίγο, το ύψος της αγιότητάς του. Και το όνομά του κατανοείται διπλά: και ότι ο Γεώργιος υπήρξε ο ίδιος γεωργός στην εποχή του, με την έννοια ότι καλλιέργησε τη γεμάτη αγκάθια και πλάνη γη των ψυχών των ανθρώπων, φυτεύοντας σ᾽αυτές το κλήμα της ορθόδοξης πίστης, και ότι ο Θεός υπήρξε ο γεωργός στο χωράφι της ψυχής του ίδιου, κάνοντάς το να καρποφορήσει όλες τις αρετές. ῾Άξια προς το όνομά σου πολιτεύτηκες, στρατιώτη Γεώργιε. Διότι σηκώνοντας τον σταυρό του Χριστού στους ώμους σου καλλιέργησες τη γη που είχε χερσωθεί από τη διαβολική πλάνη. Κι αφού ξερίζωσες τη γεμάτη αγκάθια θρησκεία των ειδώλων, φύτεψες βαθιά το κλήμα της ορθόδοξης πίστης...Γι᾽αυτό και αναδείχτηκες δίκαιος γεωργός της αγίας Τριάδος᾽ (῾Αξίως του ονόματος επολιτεύσω, στρατιώτα Γεώργιε. Τον σταυρόν γαρ του Χριστού επ᾽ώμων αράμενος, την εκ διαβολικής πλάνης χερσωθείσαν γην εκαλλιέργησας, και την ακανθώδη θρησκείαν των ειδώλων εκριζώσας, της ορθοδόξου πίστεως κλήμα κατεφύτευσας...Και Τριάδος γεωργός δίκαιος ανεδείχθης᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Έγινες γεωργός στα ανώτερα με τα ανδραγαθήματα των άθλων σου, παμμακάριστε μάρτυρα Γεώργιε, και πρόσφερες στον Χριστό έτσι τους κόπους των καρπών σου᾽(῾Αριστείαις άθλων γεωργών τα κρείττονα, τους πόνους των καρπών σου τω Χριστώ προσήνεγκας, παμμακάρστε Μάρτυς Γεώργιε᾽) (λιτή). ῾Έγινες ευγενικό χωράφι του Θεού, Γεώργιε, που καλλιεργήθηκε από τις πράξεις του μαρτυρίου᾽ (῾Ευγενές γεώργιον Θεού γέγονας, Γεώργιε, μαρτυρικαίς γεωργούμενον πράξεσι῾) (ωδή α´). ῾Καλλιεργήθηκες από τον Θεό και αναδείχθηκες τιμιώτατος γεωργός της ευσέβειας, καθώς συνέλεξες για τον εαυτό σου τα δράγματα των αρετών᾽(῾Γεωργηθείς υπό Θεού ανεδείχθης της ευσεβείας γεωργός τιμιώτατος, των αρετών τα δράγματα συλλέξας σεαυτώ᾽) (κοντάκιο).

Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι ο άγιος τροπαιοφόρος ῾εκμιμούμενος τον Δεσπότην Χριστόν᾽ (ωδή ζ´) απέκτησε και τη δύναμή Του, τόσο ώστε να συμβασιλεύει μαζί Του (῾συμβασιλεύεις τω βασιλεί των Δυνάμεων᾽) (ωδή η´), και να γίνεται εύκαιρος προστάτης και βοηθός για κάθε πιστό που τον επικαλείται, οπουδήποτε στη γη. Όλοι οι πιστοί έχουν νιώσει την αγάπη του, γι᾽αυτό και το όνομά του ψέλνεται παντού. ῾Δεν υπάρχει ούτε γη ούτε θάλασσα, ούτε πόλη ούτε έρημος, όπου αληθινά δεν ξεχυλίζουν οι κρουνοί των θαυμάτων σου σαν πέλαγος. Διότι το θαυμαστό όνομά σου άδεται σε όλη τη γη᾽(῾Ουκ έστιν ουδέ γη ουδέ θάλασσα, ου πόλις ουκ έρημος, ένθα αληθώς των σων θαυμάτων οι κρουνοί, πελαγίζοντες, Μάρτυς, ουχ υπερβλύζουσι. Το σον γαρ θαυμαστόν εν πάση τη γη άδεται όνομα᾽) (ωδή ζ´). Λοιπόν: ῾Αυτώ βοήσωμεν: Αθλοφόρε, ικέτευε, εις το σωθήναι τας ψυχάς ημών᾽ (δοξαστικό αίνων). 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Οἷς (ἀποστόλοις) καί παρέστησεν ἑαυτόν ζῶντα μετά τό παθεῖν αὐτόν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 1, 3)

α. Πάσχα Κυρίου καί ἀπαρχή καινούργιων ἀναγνωσμάτων στήν ᾽Εκκλησία μας – δηλωτικῶν τῆς νέας πραγματικότητας πού ἔφερε ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου στόν κόσμο. Ξεκίνημα τοῦ κατά ᾽Ιωάννην Εὐαγγελίου, ξεκίνημα τῶν Πράξεων τῶν ᾽Αποστόλων. ῞Ο,τι ἀδυνατοῦσαν νά διαβάσουν οἱ κατηχούμενοι καί οἱ πρός τό ἅγιο φώτισμα τοῦ βαπτίσματος εὐτρεπιζόμενοι ἀδελφοί: ἰδίως τό πνευματικό Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, γίνεται τώρα δυνατό καί κατορθωτό, γιατί βαπτίσθηκαν τήν ἡμέρα τῆς ᾽Αναστάσεως. ῎Εγιναν μέλη Χριστοῦ, χρίσθηκαν μέ τό ἅγιο μύρο τῆς πίστεως, ἀνοίχτηκαν λοιπόν οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί τους γιά νά ἀκοῦνε καί νά κατανοοῦν ὅσο εἶναι δυνατόν τά ὑψιπετῆ λόγια τοῦ εὐαγγελιστῆ τῆς ἀγάπης καί νά βλέπουν νά γίνεται καί δική τους ἐμπειρία ἡ νέα ζωή πού ἔφερε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς στούς μαθητές τοῦ Κυρίου καί καταγράφηκε στίς Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων. Στό ἴδιο βιβλίο τῶν Πράξεων ὁ ἅγιος Λουκᾶς θά σημειώσει μεταξύ ἄλλων: ῾Ο Κύριος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, παρέστησε τόν ἑαυτό του ζῶντα μετά τό Πάθος Του καί μάλιστα μέ πολλές ἀποδείξεις.

β. 1. ῾Ο Κύριος λοιπόν ἀναστήθηκε.  Μπορεῖ ἡ σύλληψή Του στήν γαστέρα τῆς Παναγίας τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, πολλῷ μᾶλλον ἡ ὑπερφυής Γέννησή Του, νά θεωρεῖται ἡ ἀπαρχή τῆς σωτηρίας  τοῦ κόσμου, ὅμως ἐκεῖνο πού ἐπιβεβαίωσε τήν σωτηρία αὐτή καί νοημάτισε κάθε στοιχεῖο τῆς θαυμαστῆς πορείας Του στόν κόσμο ἦταν ἡ ἐκ νεκρῶν ᾽Ανάστασή Του. ῾Η ᾽Ανάσταση δηλαδή τοῦ Κυρίου εἶναι τό γεγονός πού ἀναδεικνύει καί τήν σημασία τῆς Γεννήσεώς Του κι ἐκεῖνο πού σφραγίζει τήν ἀλήθεια ὅτι ῾ὁ Θεός ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη᾽. Χωρίς τήν ᾽Ανάσταση ἡ πορεία τοῦ Κυρίου θά ἦταν ἡ πορεία ἑνός πολύ σημαντικοῦ ἀνθρώπου, ἑνός μεγάλου Προφήτη, ἀλλά πέραν τούτου οὐδέν. ῾Ο κόσμος θά ἐξακολουθοῦσε νά βρίσκεται μέσα στήν φυλακή τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας του, τῆς κυριαρχίας του ἀπό τόν θάνατο, τῆς ὑποδούλωσής του στόν Πονηρό διάβολο. ᾽Ακόμη καί ἡ Σταύρωσή Του χωρίς τήν ᾽Ανάσταση, ὅπως εὔστοχα ἔχει γραφῆ, θά κατενοεῖτο ὡς μία πράξη πολιτική. Μέ τήν ᾽Ανάστασή Του ὅμως ῾πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια᾽. Τό φῶς τῆς ζωῆς καί ἡ ἀληθινή χαρά ἔγιναν τά κυριαρχικά στοιχεῖα τοῦ κόσμου. ῞Οπως ἀκοῦμε καί ψάλλουμε στόν ἀναστάσιμο κανόνα ῾Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ῞Αδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν᾽.

2. Καί δέν πρόκειται γιά γεγονός πού ἀποτελεῖ καρπό τῆς φαντασίας κάποιου ἤ κάποιων ἀνθρώπων - ἀλήθεια, τί ἀνοησία νά θεωρηθῆ ὡς φαντασία ἀπό ὁρισμένους ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία κίνησε καί κινεῖ χιλιάδες ἀνθρώπους στό νά δώσουν καί τήν ζωή τους γι᾽ Αὐτόν - γιατί ἐπί σαράντα ἡμέρες ὁ ἀναστημένος Χριστός ἐμφανιζόταν στούς μαθητές Του, συνέτρωγε μαζί τους, συζητοῦσε μ᾽ αὐτούς, τούς ὁδηγοῦσε στήν βαθύτερη κατανόηση ὅσων τούς εἶχε ἀποκαλύψει.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ ᾽Ανάστασή Του δέν ἦταν κάποια ἀδιόρατη παρουσία Του, κάποια ἁπλή αἴσθηση ὅτι μπορεῖ καί νά ἔχει ἀναστηθῆ, ἀλλά μία ἐπίμονη καί ῾συστηματική᾽ θά ἔλεγε κανείς ἀπό πλευρᾶς ᾽Εκείνου προσπάθεια νά δοῦν καί νά πεισθοῦν οἱ μαθητές Του – κι ὄχι μόνον οἱ δώδεκα - ὅτι ὄντως νίκησε τόν θάνατο, ὅτι ἡ ζωή κυριεύει, ὅτι ῾Αὐτός ἐστιν ἡ ζωή καί ἡ ᾽Ανάστασις᾽, ὅπως εἶχε ἀποκαλύψει στίς ἀδελφές τοῦ Λαζάρου. ῾Παρέστησεν ἑαυτόν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις᾽. ῎Αν μέ τήν μαρτυρία δύο ἤ τριῶν ἀνθρώπων μπορεῖ νά σταθεῖ ῾πᾶν ρῆμα᾽, πόσο βέβαιη καί στέρεα δέν εἶναι ἡ μαρτυρία πολύ περισσοτέρων ἀνθρώπων, ἀκόμη καί πεντακοσίων ἀδελφῶν κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, καί μάλιστα γιά μεγάλο χρονικό διάστημα! Δέν νομίζουμε ὅτι ὑπάρχουν πολλά ἱστορικά γεγονότα μαρτυρημένα τόσο πολύ καί ἐπιβεβαιωμένα μέ τό αἷμα χιλιάδων ἀνθρώπων, ὅσο ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου. Κι ἀκόμη, ὅπως ἔχει εἰπωθῆ: καί χωρίς νά ξέραμε τίποτε ἱστορικά γιά τήν ᾽Ανάσταση θά ἔπρεπε νά τήν ὑπονοήσουμε, ὅταν ἀπό αὐτό τό γεγονός κυρίως (εἴπαμε: ἡ ᾽Ανάσταση νοηματίζει καί τήν Γέννηση) ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία χωρίστηκε σέ πρό Χριστοῦ καί μετά Χριστόν.

3. Γιά τήν ᾽Εκκλησία μας ὅμως, ἐκτός ἀπό τήν ἱστορική πραγματικότητα τῆς ᾽Αναστάσεως, τήν ῾ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις᾽ βεβαιωμένη ἀπό τίς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου ἐπί σαράντα ἡμέρες μέχρι τήν ἡμέρα τῆς ᾽Αναλήψεώς Του, ὑπάρχει καί ἡ μετέπειτα ἀδιάκοπη παρουσία Του σέ ὅλη τήν ἐπί γῆς πορεία της. Πόσες φορές δέν ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος στούς ἀποστόλους Του γιά νά τούς καθοδηγήσει στά ἱεραποστολικά τους βήματα. Πόσες φορές ἡ ἐμφάνισή Του δέν ὑπῆρξε ἡ πρόκληση καί ἡ πρόσκληση γιά τήν μεταστροφή ἀνθρώπων, σάν τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά παράδειγμα, ὁ ὁποῖος κλήθηκε ἀπό τόν ἀναστημένο ᾽Ιησοῦ καθώς δίωκε τούς χριστιανούς πού εἶχαν καταφύγει στήν Δαμασκό. Πόσες φορές δέν ἔνιωσαν οἱ ἄνθρωποι τήν ῾ἐν ἐτέρᾳ μορφῇ᾽ παρουσία Του ἀπό τό ῾κάψιμο τῆς καρδιᾶς᾽ τους, σάν τούς Λουκᾶ καί Κλεόπα στήν πορεία πρός ᾽Εμμαούς.
῾Ο ἀναστημένος πιά Χριστός βρίσκεται πάντοτε σέ ὅλους τούς αἰῶνες ἀνάμεσά μας, καλώντας μας μ᾽ ἕνα μυστικό τρόπο νά ποῦμε ῾ναί᾽ στήν ἀγάπη Του, νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση Του, γιά νά γίνουμε ῞Ενα μαζί Του. ῾Η μόνη προϋπόθεση γιά νά Τόν δοῦμε καί νά βεβαιωθοῦμε κι ἐμεῖς γιά τήν ἀλήθεια τῆς ᾽Αναστάσεώς Του εἶναι νά ἀμφισβητήσουμε τό ἀπόλυτο τῶν δικῶν μας σκέψεων, νά ἀφήσουμε κάποια ρωγμή στίς ἀγκυλώσεις τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας.  ῞Οπως ὁ ῎Ιδιος τό εἶπε: ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽. ῞Οποιος ἀγαπάει τήν ἀλήθεια ἀκούει τήν φωνή μου. ῾Οπότε στήν περίπτωση αὐτή καί ἡ δική μας ἐμπειρία ἀπό τήν σχέση μας μαζί Του προσμετρᾶται στά ῾πολλά τεκμήρια᾽ τῆς  ᾽Αναστάσεώς Του. Δέν ἔχει λιγότερη δύναμη ἡ ὅραση τῆς πίστεως ἀπό τήν φυσική αἴσθηση τῆς ὁράσεως. Καί μᾶλλον θεωρεῖται ἰσχυρότερη ἡ πρώτη ὅραση ἀπό τήν δεύτερη, γιατί ἔχει συνεργοῦσα καί τήν φωνή τῆς καρδιᾶς. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀρνήθηκε τήν ἀναστημένη ἐμφάνισή Του στούς ἐχθρούς τῆς πίστεως. Τί λόγος θά ὑπῆρχε, παρά μόνον ἕνας κοσμικός ἐγωϊσμός, νά ἐμφανισθῆ στούς ἀντιπάλους Του; Νά τούς δείξει ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ νικητής κι ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα τῆς ῾ρεβάνς᾽; Μποροῦσε νά τό κάνει, ἀλλά δέν θά ἦταν Αὐτός πού φανερώθηκε: ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπείνωσης. Οἱ ῾ἐχθροί᾽ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνά τούς αἰῶνες τά πλανεμένα καί πονεμένα παιδιά Του! Τά περιμένει μέ ὑπομονή γιά νά τά κλείσει κι αὐτά μέσα στά καρφωμένα στόν Σταυρό χέρια Του!

4. ῾Ο εὐαγγελιστής Λουκᾶς ὑπενθυμίζει ὅμως στό ἀνάγνωσμα τῶν Πράξεων καί τό αὐτονόητο: ὁ Κύριος ἀναστήθηκε ῾μετά τό παθεῖν᾽. ῾Η ᾽Ανάσταση ἦλθε μετά τήν Σταυρική θυσία Του, πού σημαίνει ὅτι Σταυρός καί ᾽Ανάσταση συνιστοῦν μία πραγματικότητα μέ δύο ὄψεις. ῾᾽Ιδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ᾽. ῞Οποιος θά θελήσει νά ἀπομονώσει τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο διαστρέφει καί τά δύο. Τό ἀναφέραμε καί παραπάνω ὡς ἐπισήμανση ἤδη γνωστή: ῾Ο Σταυρός χωρίς τήν ᾽Ανάσταση ἀποτελεῖ πολιτική, ὅπως καί ἡ ᾽Ανάσταση χωρίς τόν Σταυρό ἀποτελεῖ οὐτοπία. ῾Ο Κύριος λοιπόν ἀνασταίνεται ἀπό τούς νεκρούς, συμπαρασύροντας στήν ἀνάσταση καί ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος - ἄς θυμηθοῦμε τήν εἰκόνα τῆς εἰς ῞Αδου καθόδου, κατά τήν ὁποία ὁ ἀναστημένος Κύριος πατώντας καί διαλύοντας τό βασίλειο τοῦ θανάτου ἀνασταίνει μαζί Του τούς ἐκπροσώπους μας ᾽Αδάμ καί Εὔα - ἀφοῦ ἔχει περάσει μέσα ἀπό τό καμίνι τῆς ὀδύνης τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου. ῾Η ᾽Ανάστασή Του σημαίνει τήν κατάργηση τοῦ σώματος τῆς ἁμαρτίας, τήν θανάτωση τοῦ θανάτου, τήν καταπάτηση τοῦ διαβόλου, κι  ἀπό τήν ἄποψη αὐτή συνιστᾶ τήν νίκη τῆς ζωῆς, τήν νίκη τῆς ἀγάπης, τήν νίκη τῆς χαρᾶς.

γ. ῾Η ᾽Ανάσταση εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἑορτή τῆς χριστιανωσύνης. Εἶναι ῾ἡ ἑορτή ἑορτῶν καί ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων᾽. Γιατί ἡ φυλακή τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου γκρεμίστηκε. Μετά τήν ᾽Ανάσταση ζοῦμε τήν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐλευθερίας. ᾽Ιδίως ὁ βαπτισμένος καί χρισμένος χριστιανός πού ἔχει γίνει μέλος Χριστοῦ καί ἔχει Αὐτόν παρόντα καί λαλοῦντα στήν καρδιά του σκιρτᾶ ἀπό ἀγαλλίαση, κρατώντας ὅμως τήν προϋπόθεση: τήν μετοχή στόν Σταυρό, δηλαδή τήν ἐνεργοποίηση τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἄλλωστε λογικό: ὡς μέλη Χριστοῦ  μετέχουμε σέ ὁλόκληρη τήν ζωή ᾽Εκείνου. ᾽Εκλεκτική καί ἀποσπασματική σχέση μας μαζί Του καταλαβαίνουμε ὅτι ὁδηγεῖ σέ αἵρεση, μᾶλλον συνιστᾶ ἤδη αἵρεση.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ)



῾Δεῦτε λάβετε φῶς…

Τό βράδυ τοῦ Μ. Σαββάτου, ὁ ἱερέας λίγο πρίν ξεκινήσει τήν τελετή γιά τό ῾Χριστός ᾽Ανέστη᾽, ἐξέρχεται ἀπό τήν ῾Ωραία Πύλη μέ λαμπάδα ἀναμμένη ἀπό τήν ἀκοίμητη κανδήλα γιά νά καλέσει μέ δυνατή φωνή τό λαό: ῾Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός…'. Δέν μποροῦμε δηλαδή νά κατανοήσουμε τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ κι οὔτε ἀσφαλῶς νά μετάσχουμε πολύ περισσότερο σ᾽αὐτήν, ἄν προηγουμένως δέν λάβουμε τό ἀνέσπερο φῶς. Κι ἀσφαλῶς αὐτό δέν εἶναι τό ὑλικό φῶς τῆς λαμπάδας. Τό ὑλικό φῶς ἀποτελεῖ σύμβολο ἑνός ἄλλου φωτός, τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ πού ἀνέτειλε καί ἀνατέλλει ἀπό τόν κενό τάφο τοῦ ἀναστημένου Θεοῦ. Εἶναι ἀκριβῶς τό φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πού πλημμύρισε τά σύμπαντα, ὅπως τό διαλαλεῖ ὁ πασχαλινός ὕμνος:῾Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια᾽!
Καλούμαστε λοιπόν ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας νά λάβουμε τό φῶς αὐτό, νά γίνουμε μέτοχοί του, πού θά πεῖ: ἡ ᾽Εκκλησία ἔχει τό φῶς Χριστοῦ, ἐνῶ ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ κατάσταση σκότους ἤ σέ ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ φωτός. Ἡ ᾽Εκκλησία ἔχει φῶς, διότι εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Χριστός ὡς κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας καί φῶς τοῦ κόσμου - ῾ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου᾽ (᾽Ιωάν. 8,12) - μεταδίδει τό φῶς αὐτό καί στό σῶμα Του.
Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἄλλη ἀπό μόνος του βρίσκεται σέ κατάσταση σκότους, λόγω τῆς ἁμαρτίας πού εἶναι σκότος. Φῶς λαμβάνει ἀπό τή σχέση του μέ τόν Χριστό. Κι ἄν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποιο φῶς Χριστοῦ ὡς δημιουργήματά Του - ὁ Χριστός εἶναι ῾τό φῶς τό ἀληθινόν ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον᾽ (᾽Ιωάν. 1,9) – πολλῷ μᾶλλον τό φῶς αὐτό τό ἀποκτοῦν καί τό ἔχουν οἱ βαπτισμένοι στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μαθητές Του, οἱ ὁποῖοι προσλήφθηκαν ἀπό ᾽Εκεῖνον καί ἔγιναν μέλη Του, ναοί τοῦ ῾Αγίου Του Πνεύματος. Κατεξοχήν λοιπόν οἱ Χριστιανοί γίνονται φῶς. ῎Οχι ἐξαιτίας μιᾶς δικῆς τους δύναμης, ἀλλά δυνάμει τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Οἱ Χριστιανοί κατανοοῦν πολύ καλά ὅτι εἶναι ἑτερόφωτοι: φωτίζονται ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.
῎Ετσι διαφοροποιοῦνται ἀπό τόν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος πιστεύει πώς ὅ,τι ἔχει εἶναι δικό του καί καυχᾶται γι᾽ αὐτό. Γιά τόν Χριστιανό ἰσχύει πάντοτε ὁ λόγος τοῦ ἀπ. Παύλου: ῾Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;᾽(Α´Κορ. 4, 7). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ Χριστιανός εἶναι φωτισμένος στό βαθμό πού εἶναι ταπεινός. Ἡ συναίσθηση ὅτι τά πάντα σ᾽ αὐτόν ἀποτελοῦν δωρεά τοῦ Χριστοῦ τόν ὁδηγεῖ σέ πλήρη συνειδητοποίηση τῶν κτιστῶν του περιορισμένων ὁρίων. Γνωρίζει ὁ πιστός ὅτι χωρίς τόν Χριστό εἶναι ἕνα τίποτε (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 15,5). Σκοτάδι καί πτωχεία. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα του τό κρατάει μετά φόβου καί τρόμου καί γι᾽ αὐτό ἀγωνίζεται ν᾽ἀποδίδει διαρκῶς αἶνον τῷ Θεῷ. ῾Σοί δόξα πρέπει Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν…᾽ εἶναι ὁ διαρκής λόγος τοῦ ζῶντος μέσα στό φῶς Χριστοῦ Χριστιανοῦ.
Τό φῶς αὐτό τοῦ Χριστοῦ, φῶς αἰώνιας ζωῆς πού καταργεῖ τή φθορά καί τό θάνατο, ἡ χάρη καί ἡ δόξα Του ἀλλιῶς, λάμπει ἰδιαιτέρως στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον᾽, κατά τόν ἀπ. Πέτρο (Α´ Πέτρ. 3,4). Διότι ἐκεῖ βρίσκεται τό κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Από ἐκεῖ ὅμως διαβαίνει καί σέ ὅλη τήν ὕπαρξή του, ἀκόμη καί τό σῶμα του. Τά λείψανα τῶν ἁγίων, ἡ εὐωδία καί ἡ μυροβολία τους ἀποτελοῦν τά σημάδια τῆς παρουσίας τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ σέ ὅλον τόν ἄνθρωπο καί ὄχι μεμονωμένα στήν ψυχή του. Ὁ ἀγώνας τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί οἱ σύνοδοι τοῦ 14ου αἰ. ἔχουν ἐπικυρώσει μέ οἰκουμενικό καί ἀναμφισβήτητο τρόπο τήν παραπάνω πραγματικότητα. Σῶμα καί ψυχή εἶναι ῾ἐκτεθειμένα᾽ στίς ἁγιαστικές ἐνέργειες τοῦ φωτός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.
Προϋπόθεση βεβαίως γιά τήν αἴσθηση τοῦ φωτός καί τῆς χάρης αὐτῆς στήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ὁ νόμιμος ἀγώνας γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς του. Τά πάθη καί οἱ κακίες ἀποτελοῦν τά ἀναχώματα γιά τήν ἀποδοχή τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ. Χωρίς ἐξάλειψή τους, πού σημαίνει χωρίς ἀγώνα μετατροπῆς τῶν ψεκτῶν παθῶν σέ ἔνθεα πάθη, δηλαδή μετατροπῆς τοῦ ἐγωϊσμοῦ σέ ἀγάπη, εἶναι ἀδύνατο νά δεῖ καί νά γευτεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα του. ῎Αν πιθανόν θελήσει νά μετάσχει τῶν φωτιστικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν ἄσκηση τῆς κάθαρσης, τότε θά νιώσει τόν Θεό ὡς ῾πῦρ καταναλίσκον᾽, σάν φωτιά πού θά τόν κατακάψει. Σάν κόλαση φοβερή καί τρομερή.
Στόν ἀναστάσιμο κανόνα του ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης Δαμασκηνός ἐπισημαίνει τή μυστική αὐτή πραγματικότητα. ῾Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καί ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα᾽. Πρέπει νά καθαρίσει κανείς τίς αἰσθήσεις του γιά νά δεῖ τόν Χριστό νά ἐξαστράπτει μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἡ ᾽Ανάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἀνάσταση καί τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἔννοια τῆς μετοχῆς αὐτοῦ στό φῶς τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Δέν πρόκειται γιά μία θέα ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή. Μιλᾶμε γιά ἕνωση τοῦ πιστοῦ μέ τόν ἴδιο τόν Θεό του. Γιά πορεία μέσα στήν προοπτική τῆς δημιουργίας του: νά γίνει ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ Χριστοῦ!῾Ὁ Κύριος δέν μακάρισε ἐκεῖνον πού ξέρει κάτι γιά τόν Θεό - σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης -, ἀλλά αὐτόν πού ἔχει μέσα του τόν Θεό᾽. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἀνάσταση, ὡς νίκη ἀπέναντι στόν ῾ἔσχατον ἐχθρόν τοῦ ἀνθρώπου, τόν θάνατον᾽ (Α´Κορ. 15, 26), ἑορτάζει ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται νά ζεῖ μέ ἀγάπη στή ζωή του. Ὅπου ἀγάπη, ἐκεῖ καί κάθαρση ψυχῆς, ἐκεῖ καί Θεός, ἐκεῖ καί φῶς ἀναστάσεως Χριστοῦ. : ῾᾽Αναστάσεως ἡμέρα…καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα……Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει καί οὕτω βοήσωμεν: Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…᾽!

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΣΠΕΡΑΣ (ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ)


῾Τοῦτό ἐστι τό ὑπερευλογημένον Σάββατον, ἐν ᾧ Χριστός ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος᾽
(Αυτό είναι το υπερευλογημένο Σάββατο, κατά το οποίο ο Χριστός αφού κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου, θα αναστηθεί σε τρεις ημέρες)

         Ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι ἐντελῶς ξεχωριστή. ῎Οχι μόνον εἶναι Μεγάλη, ἀλλά καί ὑπερευλογημένη. Αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, ἀφοῦ διῆλθε ἀπό τόν Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε κυρίως ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέ τήν κατάργηση τοῦ σώματος τῆς ἁμαρτίας, κατέπαυσε ἀπό τά ἔργα Του καί ἐτάφη ὡς κοινός θνητός, εἰσερχόμενος ἔτσι μέ τήν ψυχή Του στό βασίλειο τοῦ θανάτου. Ὁ Κύριος, ὅπως σημειώνει καί τό γνωστό τροπάριο, εἶναι ῾ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ῞Αδου δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ μετά ληστοῦ καί ἐν θρόνῳ μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὡς παντοδύναμος᾽. Τά τροπάρια τοῦ Μ. Σαββάτου εἶναι καταπληκτικά στήν ἀπόδοση τῆς θεοσώμου ταφῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς εἰς ῞Αδου καθόδου Του, χρησιμοποιώντας ἐκφράσεις ἄφθαστης ποιητικῆς σύλληψης. 

       Μέ ἐξαίσιο τρόπο καταγράφεται ἐν πρώτοις τό μυστήριο τῆς ἴδιας τῆς ταφῆς, πού προκαλεῖ τήν κατάπληξη ὄχι μόνον τῶν πιστῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων. Κι αὐτό γιατί ἀντιμετωπίζεται τό μεγαλύτερο παράδοξο: νά κηδεύεται ἡ ἴδια ἡ ζωή. ῾Ἡ ζωή ἐν τάφῳ κατετέθης, Χριστέ, καί ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν᾽ (῾Χριστέ, που είσαι η ζωή κατατέθηκες στον τάφο, και οι στρατιές των αγγέλων εκπλήττονταν, δοξάζοντας τη συγκατάβασή Σου᾽). Ταυτόχρονα, διατρανώνεται ἡ πίστη τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό τί διαδραματίστηκε τήν ἡμέρα αὐτή ἀπό τή συνάντηση τοῦ Κυρίου μέ τόν ῞Αδη, τί ὑπέστη δηλαδή ὁ θάνατος ἀπό τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη ἁγία ψυχή Του: ῾Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν ῞Αδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος᾽ (῾Όταν κατέβηκες στον θάνατο, Συ που είσαι η αθάνατη ζωή, τότε νέκρωσες τον Άδη με την αστραπή της θεότητός Σου᾽).  ῾Τέτρωται ῞Αδης, ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν, καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος᾽ (῾Πληγώθηκε ο Άδης κατάστηθα, καθώς δέχτηκε Αυτόν που πληγώθηκε με τη λόγχη στην πλευρά, και στενάζει καθώς κατατρώγεται από τη θεία φωτιά᾽).  ῾Φρίττουσιν ῞Αδου οἱ πυλωροί, βλέποντες ἠμφιεσμένον στολήν ᾑμαγμένην τῆς ἐκδικήσεως᾽ (Φρίσσουν οι θυρωροί του Άδη, βλέποντάς Σε να φοράς τη ματωμένη στολή της εκδίκησης᾽).  ῾Ὁ ἐχθρός ῞Αδης ἐσκύλευται᾽ (῾Ο εχθρός Άδης απογυμνώθηκε᾽).

        Ἡ διάλυση αὐτή τοῦ βασιλείου τοῦ ῞Αδη, ὁ θάνατος τοῦ θανάτου σημαίνει κατά συνέπεια τήν ἐλευθερία καί τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά θανατερά αὐτά δεσμά. ῾Ὑπνοῖ ἡ ζωή καί ῞Αδης τρέμει καί ᾽Αδάμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται᾽(῾Κοιμάται η ζωή και ο Άδης τρέμει και ο Αδάμ λύνεται από τα δεσμά του᾽). Ἡ ζωή εἶναι ἕτοιμη πιά νά βασιλεύσει καί πάλι, γιατί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἦλθε στόν κόσμο ὁ Δημιουργός.῾Δεῦτε ἴδωμεν τήν ζωήν ἡμῶν ἐν τάφῳ κειμένην, ἵνα τούς ἐν τάφοις κειμένους ζωοποιήσῃ᾽ (῾Ελάτε να δούμε Αυτόν που είναι η ζωή μας, να βρίσκεται στον τάφο, με σκοπό να δώσει ζωή σ᾽αυτούς που βρίσκονται στους τάφους᾽). Πῶς εἶναι τό λιοντάρι πού ᾽ναι μισοκοιμισμένο κι ἕτοιμο νά ξυπνήσει; ῎Ετσι καί ὁ Χριστός,  θανατώνοντας τόν ῞Αδη καί τό θάνατο, εἶναι ἕτοιμος νά ἀναστηθεῖ. ῾᾽Αναστήσεται τριήμερος᾽. ῾Δεῦτε σήμερον, τόν ἐξ ᾽Ιούδα ὑπνοῦντα θεώμενοι, προφητικῶς αὐτῷ ἐκβοήσωμεν. ᾽Αναπεσών κεκοίμησαι ὡς λέων. Τίς ἐγερεῖ σε, βασιλεῦ; ᾽Αλλ᾽ ἀνάστηθι αὐτεξουσίως, ὁ δούς σεαυτόν ὑπέρ ἡμῶν ἑκουσίως᾽ (῾Ελάτε σήμερα, βλέποντας να κοιμάται Αυτόν που προήλθε από τη γενιά του Ιούδα, να Του φωνάξουμε δυνατά με προφητικό τρόπο: Ξάπλωσες και κοιμήθηκες σαν λιοντάρι. Ποιος θα σε ξυπνήσει, βασιλιά; Αλλά αναστήσου με τη θέλησή Σου, Συ που έδωσες τον εαυτό Σου για χάρη μας με τη θέλησή Σου᾽).

        Ὁ Κύριος ὅμως καί στόν ῞Αδη ἀκόμη δέν ἔρχεται ἐκβιαστικά πρός τόν ὑπόδουλο ἄνθρωπο. Πράγματι, διαλύει τό βασίλειο τοῦ θανάτου, ἀλλά καλεῖ τίς ψυχές πού βρίσκονταν ἐκεῖ ν᾽ ἀνταποκριθοῦν στήν κλήση Του. Ὁ Κύριος κι ἐκεῖ ἀκόμη κηρύσσει τήν πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον, ὥστε ἐλεύθερα οἱ ψυχές νά σωθοῦν, νά ἀναστηθοῦν μαζί Του. Μᾶς τό ἀποκαλύπτει ἰδίως ὁ ἀπ. Πέτρος, ὅταν μᾶς λέει ὅτι ὁ Κύριος ῾ἐκήρυξε καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι᾽, ὥστε νά μήν ὑπάρξει κανείς πού νά πεῖ ὅτι ἡ σωτηρία ἦρθε μονομερῶς στούς ἀνθρώπους, δηλαδή μόνον γιά τούς μετά Χριστόν. Εἴτε πρό Χριστοῦ εἴτε μετά Χριστόν οἱ πάντες κλήθηκαν καί καλοῦνται μέ προσωπική τους εὐθύνη νά σταθοῦνε μπροστά σ᾽ Εκεῖνον. ῎Ετσι, γιά νά ἐπανέλθουμε, τό Μ. Σάββατο μοιάζει μέ τή νηνεμία πού ἐπικρατεῖ πρίν ἀπό τήν καταιγίδα. Ὑπάρχει μιά φαινομενική ἠρεμία: ἡ ζωή εἶναι ἕτοιμη νά ξεσπάσει, τό φῶς νά ἀνατείλει. Ἡ νίκη εἶναι δεδομένη. ῾Απλῶς προσδοκοῦμε τήν ὥρα νά φανερωθεῖ. ῾Σήμερον ὁ ῞Αδης στένων βοᾶ. Κατεπόθη μου τό κράτος, ὁ ποιμήν ἐσταυρώθη, καί τόν ᾽Αδάμ ἀνέστησε. Ὧνπερ ἐβασίλευον ἐστέρημαι. Καί οὕς κατέπιον ἰσχύσας, πάντας ἐξήμεσα. ᾽Εκένωσε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς. Οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τό κράτος᾽ (῾Σήμερα ο Άδης φωνάζει στενάζοντας: Εξαφανίστηκε η δύναμή μου, ο ποιμένας σταυρώθηκε και ανάστησε τον Αδάμ. Στερήθηκα αυτούς στους οποίους κυριαρχούσα. Και όσους κατάπια ως ισχυρός, όλους αυτούς τους ξέρασα. Άδειασε τους τάφους Αυτός που σταυρώθηκε. Δεν έχει πια  δύναμη το κράτος του θανάτου᾽). Ἡ γνωστή εἰκόνα τῆς ὀρθόδοξης ᾽Εκκλησίας μας, τῆς εἰς ῞Αδου καθόδου τοῦ Κυρίου, φανερώνει μέ αἰσθητό τρόπο τήν πραγματικότητα αὐτή: ὁ Κύριος διαλύει τό βασίλειο τοῦ θανάτου καί ἀνασταίνεται, ἀνασταίνοντας ταυτόχρονα καί τούς ἀνθρώπους, τύποι τῶν ὁποίων εἶναι ὁ ᾽Αδάμ καί ἡ Εὔα. 

         Ἡ ᾽Εκκλησία μας αὐτήν τήν ἀνατολή τοῦ φωτός τῆς  ᾽Αναστάσεως πού μαρτυρεῖ ἡ σημερινή ἡμέρα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τό ἑσπέρας τῆς Μ. Παρασκευῆς, τήν προβάλλει μέ τά πανηγυρικά πιά τροπάριά της, τά γεμάτα χαρά καί φῶς – φεύγουμε ἀπό τό πένθιμο στοιχεῖο τῶν προηγουμένων ἡμερῶν – ἀλλά καί μέ τά φωτεινά ἐνδύματα τῆς ῾Αγίας Τράπεζας καί τῶν ἀμφίων τῶν ἱερέων. Ὅλα μᾶς προσανατολίζουν, μέ ρυθμό μάλιστα καταιγιστικό, στή νέα ἡμέρα, ῾τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων᾽῾τήν ἑορτήν ἑορτῶν καί τήν πανήγυριν τῶν πανηγύρεων᾽.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ (ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ)


  ῾Προσκυνοῦμέν Σου τά πάθη, Χριστέ᾽


       1. ῾Τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ πού ἐπιτελοῦμε τήν ῾Αγία καί Μεγάλη Παρασκευή, ἀποτελοῦν τό ἀποκορύφωμα τῶν ὅλων Παθῶν τοῦ Κυρίου. Διότι ὁλόκληρη ἡ ζωή Του ἦταν ἕνα Πάθος, ἀπαρχῆς τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο - ἄς θυμηθοῦμε τά γεγονότα τῆς Γεννήσεώς Του -, ἀλλά καί μετέπειτα. Αὐτά πού συντελοῦνται ἑπομένως τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του καί κυρίως ἡ σταυρική Του θυσία ἀποκορυφώνουν τά Πάθη Του. Κι ἀκόμη περισσότερο: ὁ ἀπ. Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού τονίζει καί μιά ἄλλη μυστική διάσταση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καί μετά τήν ᾽Ανάσταση: τή συνέχεια Αὐτοῦ τοῦ Πάθους μέσα ἀπό τά παθήματα τῶν μελῶν τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῶν ἐπιμέρους Χριστιανῶν, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος τελικῶς εἶναι πάντοτε στόν Σταυρό μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. ῾Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπέρ ὑμῶν καί ἀνταναπληρῶ τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπέρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ᾽Εκκλησία᾽ (Κολ. 1,24). Δηλαδή: Χαίρομαι τώρα πού ὑποφέρω γιά χάρη σας καί συντελῶ ἔτσι μέ τά σωματικά μου παθήματα, ὥστε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ θλίψεις πού πρέπει νά ὑπομείνει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ἡ ᾽Εκκλησία.
Γι᾽ αὐτό καί ἔχει διατυπωθεῖ ἡ θεολογική ἄποψη ὅτι τό Πάθος τοῦ Κυρίου ἐπί τῆς γῆς πρέπει νά σχετίζεται καί μέ τά ἰδιώματά Του ὡς τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς ῾Αγίας Τριάδος, κάτι βεβαίως πού ἑρμηνεύει καί τήν αἰτία σαρκώσεως τοῦ συγκεκριμένου Προσώπου καί ὄχι κάποιου ἄλλου.

       2. Τά πάθη τοῦ Κυρίου καί μάλιστα ἡ σταυρική Του θυσία ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ὁ Σταυρός Του συνιστᾶ μυστήριο, γιατί ἀκριβῶς Αὐτός πού πάσχει δέν εἶναι ἕνα κοινό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλ᾽ ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός. Πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός κατά τό ἀνθρώπινο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε μέ μέτρο τίς δυνάμεις μας – τή λογική μας, τά συναισθήματά μας, τή διαίσθησή μας ἀκόμη – νά κατανοήσουμε αὐτό πού διαδραματίζεται. Βλέπουμε μέν ἕναν ἄνθρωπο νά πάσχει ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά μᾶς διαφεύγει τό βάθος Του, ἡ κρυμμένη πραγματικότητα. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ, ἔστω καί ἐκ μέρους, νά βοηθήσει στήν προσέγγιση αὐτή τοῦ μυστηρίου; Μόνον ἡ πίστη πού φωτίζεται βεβαίως ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς φώτιζε καί δέν μεταποιοῦσε τίς ἀνθρώπινες δυνατότητές μας, ὥστε μέ ἐνδυναμωμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια νά βλέπαμε τά γινόμενα, θά παραμέναμε πάντα μέσα στό σκοτάδι τῆς ὁριζόντιας διάστασης τῶν πραγμάτων, σέ νύκτα πνευματική. Κι ἐκεῖνο πού προϋποτίθεται γι᾽ αὐτόν τό φωτισμό εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πάθους Του, πού καθαρίζει τά μάτια καί ἐνεργοποιεῖ ἐν γένει τίς πνευματικές μας αἰσθήσεις. ῾Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται᾽.


       3. Τί μποροῦμε λοιπόν νά ψηλαφήσουμε μέ τόν πνευματικό αὐτόν τρόπο; Τί μποροῦμε ἑπομένως νά ποῦμε γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, καθοδηγούμενοι ἀπό τούς κατεξοχήν πνευματοφόρους ἀνθρώπους, τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας; ῎Οχι βεβαίως αὐτό πού ἐπιχείρησε ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης, ἐκφρασμένη διά στόματος κυρίως τοῦ ᾽Ανσέλμου Κανταουρίας, ὅτι δηλ. τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἐξιλέωση τῆς Θείας Δικαιοσύνης, πού ζητοῦσε ἱκανοποίηση λόγω τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου, διότι κάτι τέτοιο συνιστᾶ ὑπόκυψη ἀκριβῶς στήν παγίδα πού ἀναφέραμε: τή διά λογικῆς προσέγγιση τοῦ Σταυροῦ, ἄρα στήν οὐσία στή διαστρέβλωση καί τήν ἀλλοίωση τοῦ νοήματος καί τοῦ περιεχομένου του. Τόν Θεό στήν περίπτωση αὐτή τόν κάνει κατ᾽ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου,καί μάλιστα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων μας, σέ στάση ἄπειρου σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο, εἶδε κυρίως δύο πράγματα καί αὐτά πρωτίστως ἐτόνισε:
      (α) τήν ἄβυσσο τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, τέτοιας πού ἔπρεπε νά σταυρωθεῖ ἕνας Θεός, κάτι πού σημαίνει τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης λύτρωσης μέ ὁποιονδήποτε ἀνθρώπινο τρόπο, ἄρα καί τήν καταδίκη ὁποιουδήποτε μεσσιανισμοῦ, στηριγμένου σέ ἀνθρώπινα κηρύγματα καί σέ ἀνθρώπινες μόνο δυνατότητες, καί
      (β) τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού ῾κενώνει᾽ τόν ἑαυτό Του, ῾κλίνει οὐρανούς καί κατέρχεται᾽, προκειμένου νά ἄρει ἐπάνω Του Αὐτός τή δική μας ἁμαρτία καί νά μᾶς προσφέρει τή γλυκύτητα τῆς θεραπείας μας καί τή δικαιοσύνη Του. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτούργησε καί λειτουργεῖ μ᾽ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικό τρόπο ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ ἀνθρώπινος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ τήν τιμωρία τοῦ ἐνόχου καί τήν ἀθώωση τοῦ ἀθώου. Βάσει τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀθῶος, ὁ Χριστός, τιμωρεῖται, ἐνῶ ὁ ἔνοχος, ὁ ἄνθρωπος, δικαιώνεται καί ἀθωώνεται, κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιά τήν πεσμένη στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα ἦταν ἡ θεραπεία της. ῎Ετσι μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός: θεραπεύοντάς μας!


       4. Τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽κυριολεκτεῖται: πάνω στόν Σταυρό σβήστηκαν οἱ ἁμαρτίες ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῶν πρό αὐτῆς καί τῶν μετά ἀπό αὐτήν. Δέν ὑπῆρξε, δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρξει ἄνθρωπος μετά τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού νά μή βρίσκεται αἰρόμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, γεγονός πού εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπό τούς προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης καί μάλιστα τόν Ἡσαΐα, καί πού αὐτήν τήν πίστη στίς προφητεῖς ζητοῦσε ὁ Κύριος ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους καί μάλιστα τούς μαθητές Του. ῾῏Ω, ἀνόητοι καί βραδεῖς τῇ καρδίᾳ, τοῦ πιστεύειν ἐπί πᾶσιν οἷς ἐκήρυξαν οἱ προφῆται᾽! Ὁ Κύριος ῾ἔδει παθεῖν᾽ ἀκριβῶς γιά τούς λόγους πού ἀναφέραμε: τήν ἄρση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, καί τό γεγονός αὐτό ἀποτελεῖ ὅ,τι πιό παρήγορο ἔχει ἀκουστεῖ ποτέ στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Κι αὐτό γιατί μετά τόν Σταυρό δέν ὑπάρχει ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅ,τι κι ἄν κάνει ἕνας ἄνθρωπος, ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἁμαρτίες κι ἄν ἐπιτελέσει, μπροστά στήν ἐσταυρωμένη ἀγάπη σβήνει καί χάνεται. Κι ἔκτοτε θεωρεῖται βλασφημία ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀπειρίας τῆς ἀγάπης αὐτῆς. ᾽Εκεῖνος δηλ. πού θά ἐπικαλεστεῖ τίς πολλές ἤ μεγάλες ἁμαρτίες του γιά νά θέσει ἐρωτηματικό στή δυνατότητα τῆς συγγνώμης του ἀπό τόν Χριστό, στήν οὐσία εὐθέως βλασφημεῖ τόν Σταυρό Του καί ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τήν ἀπιστία καί τήν ἀθεΐα του. Τίθεται στήν περίπτωση αὐτή σέ προτεραιότητα ἡ ἀνθρώπινη λογική ἔναντι τοῦ θελήματος καί τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Γιά νά τό διατυπώσουμε μέ τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: Ὅλη ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων ἄν μαζευτεῖ ἀπό τή μιά μεριά καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι σάν μιά σπίθα μπροστά σ᾽ ἕνα πέλαγος. Τί μπορεῖ νά κάνει ἡ σπίθα στό πέλαγος; Κι αὐτό τό παράδειγμα δέν εἶναι ἀπολύτως σωστό. Διότι τό πέλαγος ἔχει καί κάποια ὅρια, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη.

       5. Ἡ μόνη στάση τοῦ πιστοῦ μπροστά στόν Σταυρό, ἔτσι, εἶναι ἡ προσκύνηση.῾Προσκυνοῦμέν Σου τά πάθη, Χριστέ᾽! Δηλαδή:
       - ἐν πίστει τά ἀποδεχόμαστε καί τά πιστεύουμε,
       - γονατίζουμε ἐν κατανύξει μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί κτυπᾶμε τό στῆθος μας, σάν τόν τελώνη, γιά τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας μας,
       - Τόν παρακαλοῦμε μέ ταπείνωση νά μᾶς ἐνισχύει γιά νά ἀκολουθοῦμε τά χνάρια τῆς ζωῆς Του, ὥστε νά Τόν νιώθουμε ἐν αἰσθήσει στήν καρδιά μας,
       - προσερχόμαστε προπάντων πάντοτε ἐν μετανοίᾳ γιά νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα Του, ὅπως τό λέει καί πάλι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: ὅταν προσέρχεσαι νά κοινωνήσεις, νά προσέρχεσαι μέ τήν πεποίθηση ὅτι κοινωνᾶς ἀπό τή λογχευμένη πλευρά τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, πού ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ. Τελικῶς, ἡ προσκύνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου ταυτίζεται ὡς διάθεση τουλάχιστον μέ τό βίωμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾Χριστῷ συνεσταύρωμαι. Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. Στό μέτρο πού ζοῦμε τόν Σταυρό, βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ζωντανή στή ζωή μας.
᾽Αλλ᾽ αὐτό σημαίνει καί τήν ὅραση τῆς ᾽Αναστάσεώς του. ῾Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου ᾽Ανάστασιν᾽

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ



«Ο θαυμάσιος του Κυρίου προφήτης, που αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του, καταγόταν από την Ανανώθ. Στις Τάφνες της Αιγύπτου λιθοβολήθηκε από τον λαό και πέθανε, τοποθετήθηκε δε στον τόπο της κατοίκησης των Φαραώ. Διότι οι Αιγύπτιοι τον δόξασαν, επειδή ευεργετήθηκαν από αυτόν: με τη προσευχή του, ψόφησαν και τα δηλητηριώδη φίδια (ασπίδες) που τους εξολόθρευαν, και τα θηρία των υδάτων, που οι Αιγύπτιοι τα ονομάζουν Εφώθ και οι Έλληνες κροκόδειλους. Και όσοι είναι πιστοί μέχρι σήμερα, έρχονται στον τόπο εκείνο, και παίρνοντας από το χώμα, θεραπεύουν τα δαγκώματα των ασπίδων.
Λένε ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, όταν έφτασε στον τάφο του προφήτη και έμαθε τα σχετικά μ᾽ αυτόν, μετέφερε τα λείψανά του στην Αλεξάνδρεια και τα διέσπειρε σε κάθε μέρος της πόλης και γύρω από αυτήν, με αποτέλεσμα να εκδιώξει τις ασπίδες από εκεί. Στη θέση τους δε έβαλε τα φίδια που ονομάζονταν αργαλοί, τα οποία έφερε από το Άργος, εξ ου και έχουν την ονομασία αυτή.
Έδωσε μάλιστα ο προφήτης σημάδι στους ιερείς της Αιγύπτου, ότι θα σειστούν τα είδωλά τους και θα πέσουν χάμω, μέσω ενός παιδιού Σωτήρα, που θα γεννιόταν από Παρθένο σε φάτνη. Γι᾽ αυτό μέχρι τώρα έχουν ως θεά μία παρθένο λεχώνα, ενώ βάζουν σε φάτνη ένα βρέφος και το προσκυνούν. Γι᾽ αυτό επίσης κι όταν ρώτησε ο βασιλιάς Πτολεμαίος ποια είναι η αιτία αυτού, έλεγαν ότι το μυστήριο αυτό είναι πατροπαράδοτο, που παραδόθηκε στους πατέρες μας από κάποιον όσιο προφήτη, και πιστεύουμε, είπαν, ότι θα εκπληρωθεί το μυστήριο.
Λέγεται δε για τον προφήτη ότι πριν από την άλωση του Ναού άρπαξε την κιβωτό του Νόμου και όσα υπήρχαν μέσα σ᾽αυτήν και τα κατέθεσε κάτω από βράχο και είπε στους παρευρισκομένους: ῾Απεδήμησε ο Κύριος που αποκαλύφτηκε στο Σινά προς τον Ουρανό και πάλι θα έλθει για να νομοθετήσει στο Σινά με δύναμη, ενώ θα υπάρξει σημάδι σε σας της παρουσίας του, όταν δηλαδή όλα τα έθνη θα προσκυνήσουν το ξύλο᾽. Είπε δε ότι κανείς δεν θα βγάλει την κιβωτό αυτή, παρά μόνον ο ο ιερέας Ααρών, και κανείς δεν θα ανοίξει τις πλάκες σ᾽αυτήν καθόλου, ούτε από ιερείς ούτε από προφήτες, παρά μόνον ο Μωυσής ο εκλεκτός του Θεού. Και κατά την ανάσταση, πρώτα η κιβωτός θα σηκωθεί και θα εξέλθει και θα τεθεί στο όρος Σινά, και όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν προς αυτήν, περιμένοντας τον Κύριο και εκδιώκοντας τον εχθρό που θέλει να τους σκοτώσει. Στον βράχο έβαλε ως σφραγίδα με το δάκτυλό του το όνομα του Θεού, κι έγινε ο τύπος σαν ανάγλυφο από σίδερο. Και φωτεινή νεφέλη επισκίασε το όνομα και κανείς δεν θα αναγνωρίσει τον τόπο ούτε θα μπορέσει να το διαβάσει, μέχρι την ημέρα εκείνη. Είναι δε ο βράχος στην έρημο, όπου φτιάχτηκε  καταρχάς η κιβωτός μεταξύ των ορέων, εκεί που βρίσκονται θαμμένοι  ο Μωυσής και ο Ααρών, και κατά τη νύκτα η νεφέλη έρχεται πάνω στον τόπο σαν φωτιά, κατά τον τύπο τον παλιό. Ήταν δε ο προφήτης Ιερεμίας προχωρημένος στην ηλικία, μικρός στο ανάστημα, έχοντας γένι που κατέληγε σε οξύ σχήμα. Τελείται δε η σύναξή του στον Ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον ῾συμπαθέστατον πάντων των προφητών᾽ (ωδή δ´), τον προφήτη Ιερεμία, πρωτίστως επικεντρώνουν στην ήδη από κοιλίας μητρός κλήση του στο προφητικό αξίωμα, κι ακόμη πιο πίσω, στην επιλογή του από τον Θεό, πριν καν συλληφθεί στη μήτρα της μητέρας του. Κατά τα λόγια του ίδιου του υμνογράφου ῾Κύριε, Συ προγνώρισες τον ένδοξο Ιερεμία πριν να πλαστεί, και πριν να τεχθεί από τη μήτρα της μητέρας του τον καθαγίασες σαν προφήτη Σου᾽(῾Κύριε, συ προ του πλασθήναι προέγνως, Ιερεμίαν τον ένδοξον, και προ του τεχθήναι εκ μήτρας, υποφήτην καθηγίασας῾(στιχηρό εσπερινού). Ο υμνογράφος μάλιστα εικονίζει τον προφήτη του Θεού ως ῾εκλεκτό βέλος που ο Δεσπότης Κύριος είχε κρυμμένο στη φαρέτρα του, ώστε να το βγάλει και να το χρησιμοποιήσει στον κατάλληλο καιρό᾽ (῾Βέλος εκλεκτόν εν φαρέτρα σε κρυπτόμενον, Ιερεμία, τη προγνώσει αυτού, ο σος Δεσπότης, οις έδει καιροίς ανέδειξεν᾽) (ωδή ε´). Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι η εκλογή αυτή και ο καθαγιασμός του προφήτη και πριν ακόμη έρθει στη ζωή δεν σημαίνει κατάργηση της ελευθερίας του. Δεν έχουμε δηλαδή έναν απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός αυθαιρέτως εκλέγει κάποιον και καθορίζει την περαιτέρω πορεία του. Κατά τον άγιο υμνογράφο που εκφράζει εν προκειμένω την πίστη της Εκκλησίας μας, έχουμε ένα είδος σχετικού προορισμού, με την έννοια ότι ο Θεός προγνωρίζοντας ως παντογνώστης που είναι τη μελλοντική ανταπόκριση της ελευθερίας του ανθρώπου στην κλήση Του, τον ετοιμάζει για το έργο που έχει αποφασίσει να τον καλέσει. ῾Σε καθαγίασε ο Κύριος, Ιερεμία, διότι προγνώριζε αληθινά την ελευθερία της γνώμης σου᾽(῾Κύριε, Ιερεμίαν τον ένδοξον υποφήτην καθηγίασας, ως προειδώς αληθώς της γνώμης το ελεύθερον᾽) (στιχηρό εσπερινού). Κι αλλού: ῾Ιερεμία θεοφάντορα, προθεωρώντας ο Κύριος, που προγνωρίζει τα πάντα, τις κινήσεις της διάνοιάς σου σε έκανε καθηγητή του λαού᾽(῾Ο πάντων την γνώσιν προειληφώς, σου της διανοίας τας κινήσεις προθεωρών, ω Ιερεμία θεοφάντορ, καθηγητήν σε λαού προχειρίζεται᾽) (ωδή α´).

Η πρόγνωση της ελεύθερης ανταπόκρισης του προφήτη στην κλήση του Θεού βεβαίως επιβεβαιώθηκε, κάτι που σημαίνει για τον εκκλησιαστικό ποιητή ότι ο προφήτης όχι μόνο δέχτηκε την κλήση από τον Κύριο, αλλά και ο ίδιος αγωνίστηκε να καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, ώστε να μπορέσει να σταθεί στο ύψος της κλήσης του. ῾Καθάρισες καλά το οπτικό της διάνοιάς σου σαφώς από τους μολυσμούς της αμαρτίας, γι᾽ αυτό και αναδείχτηκες από τον Δημιουργό σου αγαπητότατος μάρτυρας της αλήθειας᾽(῾Σου της διανοίας το οπτικόν σαφώς εκκαθάρας μολυσμάτων των της σαρκός, αληθείας μάρτυς ανεδείχθης τω Ποιητή σου ποθεινότατος᾽) (ωδή α´). Κι είναι τούτο μία γενική αλήθεια στην πνευματική ζωή: ο Θεός καλεί τον άνθρωπο και τον θέλει ως συνεργό Του, όταν κι ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στην κλήση αυτή με τον αγώνα του κατά της αμαρτίας και των παθών του.

Ο προφήτης λοιπόν με καθαρά τα πνευματικά του αυτιά, ώστε να ακούει τι το Πνεύμα του Θεού του υπαγόρευε (῾ώτα καθαρά διανοίας έχων, κατηξιώθης επακροάσασθαι του Πνεύματος προσομιλούντος σοι᾽) (ωδή ε´), ξεκίνησε το έργο του, το οποίο κινείτο σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της κλήσης του λαού σε μετάνοια και το επίπεδο της αναφοράς του στον μέλλοντα να έλθει λυτρωτή Μεσσία Κύριο. Στην κλήση μετανοίας δυστυχώς, όπως συνέβαινε σχεδόν πάντοτε με τους προφήτες, δεν έβλεπε θετικά αποτελέσματα. Όχι μόνο ο λαός δεν ανταποκρινόταν, αλλά αντιθέτως τον διακωμωδούσε και επιχειρούσε παντοιοτρόπως να του κλείσει το στόμα με βίαιο τρόπο, κάτι που τελικώς το κατάφερε, διά λιθοβολισμού (῾Πέτρινες ψυχές και ξένες από θείο φόβο, σκότωσαν με πέτρες τον θείο Ιερεμία᾽(῾Ψυχαί λιθώδεις και ξέναι θείου φόβου, λίθοις ανείλον θείον Ιερεμίαν᾽) (στίχοι συναξαρίου).  Ο προφήτης πέρασε βεβαίως πολλά βάσανα πάνω στο προφητικό του έργο, όπως για παράδειγμα το ρίξιμό του σε βρόμικο λάκκο – είναι πολύ ωραία μάλιστα η ερμηνεία που δίνει ο υμνογράφος στη δαιμονική αυτή κίνηση των συμπατριωτών του προφήτη: ῾Δεν άντεχε ο βρόμικος λαός του Ισραήλ το μύρο της ευωδίας σου και σε έκλεισε μέσα στον λάκκο᾽ (ωδή γ´) - παρ᾽όλα αυτά όμως συνέχιζε να καλεί σε μετάνοια τον λαό, προλέγοντάς του τις καταστροφές που θα υφίστατο αν θα συνέχιζε να είναι ανυπάκουος στο θέλημα του Θεού. Ο προφήτης, ακριβώς γιατί ήταν προφήτης, βλέπει ως βέβαιη την καταστροφή, γι᾽αυτό και θρηνεί ήδη την πτώση της Ιερουσαλήμ. Οι θρήνοι του Ιερεμία έχουν μείνει παροιμιώδεις στην ιστορία – οι γνωστές ῾Ιερεμιάδες᾽ - οι οποίοι όμως αφενός διεκτραγωδούν την καταστροφή του Ισραήλ, αφετέρου όμως στρέφουν τον λαό με ελπίδα στη διέξοδο που σίγουρα θα έλθει, αν ο λαός μετανοήσει και επικαλεστεί τον Κύριο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: ῾Θρήνησες για τον παράνομο λαό, που οδηγείτο σε βίαια αιχμαλωσία από αθέους βαρβάρους, προφήτη μακάριε᾽(῾Άνομον λαόν εθρήνησας υπό βαρβάρων αθέων απαγόμενον αιχμαλωσία βιαία, προφήτα μακάριε᾽) (κάθισμα όρθρου). Και εν προκειμένω υποκλίνεται ο χριστιανός στη μεγάλη ψυχή του προφήτη, ο οποίος παρ᾽όλα τα βάσανα που υφίστατο από τους συμπατριώτες του, δεν έπαυε να θρηνεί γι᾽ αυτούς, να συνεχίζει να τους νουθετεί, να προσεύχεται για τη σωτηρία τους.

Είπαμε όμως ότι ο προφήτης δεν μένει μόνο στο κήρυγμα της μετανοίας και τους θρήνους για την καταστροφή. Βλέπει και το μέλλον που έρχεται στο πρόσωπο του λυτρωτή Χριστού. Κι αυτό είναι χαρούμενο και ευφρόσυνο. Ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως σημειώνει τη διάσταση αυτή. ῾Συγγράφοντας θρήνους, προφήτη, δεν αμαύρωσες τη θεϊκή ευφροσύνη, με την οποία ανατράφηκες ήδη από βρέφος᾽ (῾Θρήνους συγγράφων, ω προφήτα, ουκ ημαύρωσας την θείαν ευφροσύνην, η εκ βρέφους συνήκμασας᾽) (ωδή ζ´). Και η μελλοντική ευφροσύνη είναι η παρουσία του Μεσσία, ο Οποίος θα σώσει τον Ισραήλ και όλον τον κόσμο, περνώντας όμως μέσα από την οδύνη του Σταυρού. ῾Φανέρωνες εκ των προτέρων με τρόπο μυστικό τον θάνατο του Λυτρωτή, θεηγόρε. Διότι πράγματι ο άνομος λαός των Ιουδαίων ύψωσε τον Χριστό πάνω στο ξύλο του Σταυρού, σαν αμνό, τον Χριστό που είναι ο αρχηγός της ζωής και ο ευεργέτης όλης της κτίσεως᾽ (῾Θάνατον του Λυτρωτού προεδήλους μυστικώς, θεηγόρε. Ως γαρ αμνόν τω ξύλω τον Χριστόν απηώρησε, της ζωής τον αρχηγόν, δήμος ο άνομος Ιουδαίων, τον ευεργέτην πάσης κτίσεως᾽) (ωδή ς´).

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ (ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ)


  

Τή Μεγάλη Πέμπτη οἱ Πατέρες μας, μᾶς παρέδωσαν νά ἑορτάζουμε τέσσερα πράγματα: τόν ἱερό Νιπτήρα, τόν Μυστικό Δεῖπνο, τήν ὑπερφυᾶ προσευχή καί ἀκόμη τήν προδοσία τοῦ ᾽Ιούδα. ᾽Εκεῖνο τό τροπάριο πού συγκεφαλαιώνει καί συνδέει τά περισσότερα ἀπό αὐτά, ἐπισημαίνοντας τίς προεκτάσεις τους καί στή δική μας ζωή, εἶναι κυρίως ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας: ῾Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τούς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καί ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καί ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες. Αὐτός γάρ ὁ Χριστός οὕτως ἐκέλευσε τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς ὡς προέφησεν. ᾽Αλλ᾽ οὐκ ἤκουσεν ᾽Ιούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος᾽.

       1. ῾Τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα᾽: Ὁ ὑμνογράφος, ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς ᾽Εκκλησίας, μᾶς καλεῖ νά προσεγγίσουμε τή μυστική Τράπεζα, προκειμένου νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ κέντρου τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο συνέστησε ὁ Κύριος ἀκριβῶς τήν ἡμέρα αὐτή, κατά τό Μυστικό Δεῖπνο.
Ὁ Κύριος στό Δεῖπνο αὐτό τέλεσε γιά πρώτη φορά ἐπί τῆς γῆς τή Θεία Λειτουργία, καλώντας τούς μαθητές Του νά φᾶνε τό ἅγιο σῶμα Του καί νά πιοῦνε τό τίμιο αἷμα Του. Τό ῾λάβετε, φάγετε, τοῦτο γάρ ἐστι τό σῶμά μου᾽ καί τό ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου᾽ συνιστοῦν τά ἱδρυτικά τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας λόγια, τά ὁποῖα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθε ἀντίστοιχη σύναξη πιστῶν, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου ῾τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν᾽, διαιωνίζοντας ἀκριβῶς ἐν Πνεύματι τόν Μυστικό Δεῖπνο. Ἡ Θεία Λειτουργία ἔ τ σ ι κατανοεῖται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας: ὡς ἡ συνέχεια τοῦ Μ. Δείπνου, γι᾽ αὐτό καί πάντοτε θεωρήθηκε ὡς τό κέντρο, ὅπως εἴπαμε, τῆς ᾽Εκκλησίας, γύρω ἀπό τό ὁποῖο ῾πλέχτηκαν᾽ καί ὅλα τά ὑπόλοιπα μυστήρια αὐτῆς. Κι εἶναι θά λέγαμε λογικό: ὁ Κύριος πού ἐρχόμενος στόν κόσμο μᾶς ἔσωσε, μέ τήν ἔννοια ὅτι μᾶς ἐνσωμάτωσε στόν ἑαυτό Του καί ἔτσι μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό - κάτι πού ἐνεργοποιεῖται γιά τόν πιστό ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίζεται καί χρίεται στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ - ὁ ῎Ιδιος μᾶς τρέφει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του, γιά νά διατηρηθεῖ αὐτή ἡ σχέση Του μαζί μας καί νά αὐξηθεῖ ῾μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ᾽.
        Ταυτοχρόνως στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὁ Χριστιανός βιώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας κατανοεῖ ὡς Παράδοσή της. Παράδοση δέν εἶναι αὐτό πού ἔχει ἐπικρατήσει ἤ ἐπικρατεῖ ὡς εὐλογημένη ἴσως συνήθεια σέ κάποιους χριστιανικούς χώρους, μᾶλλον δέν εἶναι ἡ σώζουσα Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας. Παράδοση καθαυτό εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεία Λειτουργία, τό μυστήριο τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ᾽Εκεῖνος παρέδωσε στούς μαθητές Του καί οἱ μαθητές Του στή συνέχεια παρέδωσαν στίς μετέπειτα γενιές. Τό διατυπώνει ἔξοχα ὁ ἀπ. Παῦλος στήν Α´ πρός Κορ. ἐπιστολή του, ὅταν λέει: ῾ἐγώ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὅ καί παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε: λάβετε φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον. Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ῾Ωσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων: τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινή διαθήκη ἐστίν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι. Τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἄν πίνητε, εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ᾽ (11, 23-26). Κι αὐτή βεβαίως ἡ Παράδοση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γίνεται μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού σημαίνει ὅτι ἡ Παράδοση ἔχει ἁγιοπνευματικό καί δυναμικό χαρακτήρα, ἄρα εἶναι ζωή καί ἀπαιτεῖ τή ζωή τῶν ἀνθρώπων γιά τή συνάντηση μαζί της. Καταλαβαίνει κανείς ἀπό τήν ἄποψη αὐτή πόσο πλανεμένη καί ἐκτός πραγματικότητας εἶναι ἡ ἀντίληψη ὁρισμένων ὅτι ἡ Παράδοση εἶναι μουσειακή κατάσταση καί συντηρητισμός, καλύτερα: πίσω ἀπό τήν ἀντίληψη αὐτή κρύβεται ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.

       2. Ὁ ὑμνογράφος, λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, μᾶς καλεῖ νά κοινωνήσουμε ῾τόν ἄρτον᾽, ὑπενθυμίζοντας ὅμως καί τίς προϋποθέσεις τῆς κοινωνίας αὐτῆς: τό φόβο καί τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Ἡ συμμετοχή στή Θ. Κοινωνία δηλαδή δέν γίνεται ἀπροϋπόθετα. Μιά συμμετοχή στά ἄχραντα μυστήρια ῾εἰκῇ καί ὡς ἔτυχεν᾽, χωρίς τήν ἐνδεδειγμένη μετάνοια καί χωρίς ἐπίγνωση, δημιουργεῖ τίς συνθῆκες ἐπανάληψης τοῦ δαιμονισμοῦ τοῦ ᾽Ιούδα. Μή ξεχνᾶμε ὅτι καί ὁ ᾽Ιούδας κοινώνησε, ἀλλά μέ τήν προδοσία ἐν ἐξελίξει, μέ ἀποτέλεσμα νά δαιμονιστεῖ καί νά καταστραφεῖ. Καί τοῦτο γιατί ὁ εὐλογημένος ἄρτος δρᾶ μέσα στόν ἄνθρωπο ἐνεργοποιώντας ὅ,τι συναντᾶ στήν ψυχή του: φιλοθεΐα ἤ μισανθρωπία. Σάν τή βροχή πού πέφτοντας στή γῆ θά φέρει τήν καρποφορία εἴτε τῶν ἀγαθῶν σπερμάτων εἴτε τῶν ζιζανίων. ῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά κοινωνήσει καί ἀντί νά καλυτερεύσει, μέ τήν ἔννοια τῆς πνευματικῆς προόδου του, νά χειροτερεύσει. Οἱ προϋποθέσεις λοιπόν κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Κι αὐτά τά δύο συνδέονται ἄμεσα μεταξύ τους, φανερώνοντας τή λειτουργία τῆς μετανοίας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ πού γνώρισμα ἔχει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα μετοχῆς στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ μετοχή αὐτή αὐξάνει τήν καθαρότητα κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θεώνεται ἀπό τίς θεοποιές ἐνέργειες τοῦ μυστηρίου καί πορεύεται ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽, δεδομένου ὅτι ποτέ δέν ὑπάρχει τέλος στή διαδικασία αὐτή τῆς μετανοίας καί στήν ἐν Θεῷ αὔξησή του. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ πιστός γίνεται κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ καί ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ μιά ἄλλη φανέρωση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο.

       3. ῾συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ᾽: ὁ ὑμνογράφος τήν μόλις παραπάνω ἀναφερθεῖσα ἀλήθεια καταγράφει μέ τή συγκεκριμένη φράση. Ὅ,τι συνέβη στόν Μυστικό Δεῖπνο λειτουργεῖ ἀρχετυπικά, πού σημαίνει ὅτι πολλοί ἀκολουθοῦν, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τό παράδειγμα τοῦ ᾽Ιούδα: κοινώνησε ἐν προδοσίᾳ τοῦ Χριστοῦ καί ἔφυγε γιά νά ὁλοκληρώσει αὐτήν τήν προδοσία. Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν μᾶς προτρέπει νά συμπαραμένουμε μέ τόν Χριστό κι ἐκεῖ νά Τόν δοῦμε νά πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν καί νά τά σκουπίζει μέ τό λέντιο, προκειμένου μέ τόν ἴδιο τρόπο νά στεκόμαστε κι ἐμεῖς ἀπέναντι σέ κάθε συνάνθρωπό μας: ᾽ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ὀρθή μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία ὁδηγεῖ σέ γνήσια ἀκολουθία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. στήν ταπείνωση καί τήν ἐν ἀγάπῃ διακονία τῶν συνανθρώπων. Νά τό ποῦμε κι ὅπως τό διατύπωσε καί ὁ μεγάλος ρῶσος μυθιστοριογράφος καί βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς Φ. Ντοστογιέφκσι στό τελευταῖο ἔργο του ῾᾽Αδελφοί Καραμαζώφ᾽: ῾Μπροστά σέ μερικές σκέψεις ὁ ἄνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ἰδίως μπροστά στή θέα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, καί ἀναρωτιέται ἄν θά τήν πολεμήσει μέ βία ἤ μέ ταπεινή ἀγάπη. Πάντα ν᾽ ἀποφασίζεις: ῾Θά τήν πολεμήσω μέ ταπεινή ἀγάπη᾽. ῎Αν ἀποφασίσεις πάνω σ᾽ αὐτό μιά γιά πάντα, μπορεῖς νά κατακτήσεις ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ἡ γεμάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι μιά τρομερή δύναμη: εἶναι τό πιό δυνατό ἀπ᾽ ὅλα τά πράγματα καί δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο σάν κι αὐτή᾽. Μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία καί ἔχθρα πρός τό συνάνθρωπο ἤ ἀδικία του ἐκ μέρους μας καί ῾τσαλάκωμα᾽ τῆς προσωπικότητάς του μέ ὁποιονδήποτε τρόπο δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν. Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: Χριστιανός σημαίνει νά βλέπεις καί νά ἀκολουθεῖς τόν Χριστό, μέσα σέ εὐχαριστιακά, δηλ. ἐκκλησιαστικά πλαίσια, ζώντας πάντοτε τήν ταπεινή ἀγάπη Του. Κάθε τι διαφορετικό σημαίνει ἔκπτωση στή δολιότητα τοῦ ᾽Ιούδα.