Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ



“Αυτός είναι ο Σίμων, που ονομαζόταν και Ναθαναήλ και χρημάτισε νυμφίος στον γάμο, στον οποίο κλήθηκε ο Χριστός με τους μαθητές Του στην Κανά, όπου και μετέβαλε το νερό σε κρασί. Γι᾽ αυτό και ο νυμφίος αφού εγκατέλειψε τον γάμο και το κρασί, ακολούθησε τον φίλο και θαυματουργό και νυμφαγωγό και παρευρισκόταν με τους Αποστόλους στο υπερώο, όταν το Άγιον Πνεύμα με τη μορφή πύρινων γλωσσών επιφοίτησε σ᾽ αυτούς. Κι αφού γέμισε από το Πνεύμα αυτό και διέτρεξε όλη σχεδόν τη γη, κατάφλεξε όλη την απάτη της πολυθεΐας. Πήγε σε όλη τη Μαυριτανία και στην Αφρική και κήρυξε τον Χριστό. Ύστερα έφτασε στη Βρεττανία κι αφού φώτισε πολλούς με τον λόγο του Ευαγγελίου, σταυρώθηκε από τους απίστους και φτάνοντας στο τέλος του θάφτηκε εκεί. Επειδή δε διακατεχόταν από διάπυρο ζήλο προς τον παντοκράτορα Θεό, απέκτησε ως επωνυμία του τον τρόπο της ζωής του”.

Ποιητής του κανόνα του αγίου ενδόξου αποστόλου Σίμωνος του Ζηλωτού είναι και πάλι ο άγιος Θεοφάνης, μαθητής του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου. Εκείνο που κάνει εντύπωση στον κανόνα του Θεοφάνη είναι ότι δεν υπάρχει καμμία απολύτως αναφορά στο περιστατικό της Κανά κι ούτε επομένως  ότι ο άγιος Σίμων είναι ο νυμφίος του γάμου. Ο υμνογράφος επικεντρώνει την προσοχή του αποκλειστικά και μόνον στο γεγονός ότι ο Σίμων αξιώθηκε από τον Κύριο να κληθεί ως μαθητής Του, να γίνει ακόλουθός Του επί τριετία, να γίνει μέτοχος των πυρίνων γλωσσών της Πεντηκοστής, να δράσει ως απόστολος μεταφέροντας τη φλόγα της πίστης σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ό,τι συνήθως υμνολογείται και για τους άλλους αποστόλους, των οποίων προβάλλεται η μοναδικότητα στον ευαγγελισμό των ανθρώπων, το ίδιο υμνολογείται και για τον σημερινό απόστολο. Ο άγιος Σίμων δηλαδή ῾αναδείχτηκε πιστός μεσίτης του Θεού και των ανθρώπων᾽(῾Σίμων παμμακάριστε, Θεού και ανθρώπων δέδειξαι πιστός μεσίτης γενόμενος᾽) (απόστιχα εσπερινού). ῾Πέρασε τη δημιουργία σαν υψιπέτης αετός, ως μαθητής και απόστολος του Σωτήρα Χριστού, και κατέφλεξε, όπως καίει κανείς τα ξερόχορτα, όλη την πλάνη των ειδώλων με τα φλογερά του δόγματα, ενώ μετέστρεψε τα ειδωλολατρικά έθνη από τον βυθό της αγνωσίας του Θεού στην θεία γνώση᾽(῾Την κτίσιν ως αετός υψιπέτης διήλθες, Σίμων ιερώτατε, μαθητά του Σωτήρος και Απόστολε, και την πλάνην των ειδώλων τοις πυριφθόγγοις σου δόγμασιν ως ύλην πάσαν καταφλέξας, τα έθνη εξ αγνωσίας βυθού προς την θείαν γνώσιν μετήγαγες᾽) (δοξαστικό εσπερινού).

Η σπουδαία αυτή δράση του δικαιολογείται, όπως είπαμε, από το γεγονός ότι κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής Του, που σημαίνει ότι ῾μυήθηκε στο θεϊκό μυστήριο της σάρκωσης του Θεού από τον ίδιο τον Σωτήρα, καθώς δέχτηκε την υπερκόσμια λάμψη Του᾽(῾Το θείον μυστήριον της σαρκώσεως εμυήθης, απόστολε Σίμων θεόληπτε, παρ᾽ αυτού του Σωτήρος την αίγλην δεξάμενος την υπερκόσμιον᾽) (ωδή γ´), ότι ῾συνόδευε διαρκώς τον Χριστό ως σύντροφός Του᾽(῾άμα τω Λόγω συνοδεύων και συνόμιλος Αυτώ γενόμενος᾽(῾ωδή ζ´), και βεβαίως ότι ῾υποδέχτηκε κι αυτός με προθυμία, όταν βρισκόταν στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά την Ανάληψη του Κυρίου, τη φαινομένη με φωτιά γλώσσα του Πνεύματος του Θεού᾽(῾Μετά πυρός, παμμάκαρ, συ ορωμένην την γλώσσαν του Πνεύματος, υπεδέξω προθύμως, εν τω υπερώω καθήμενος᾽) (ωδή ε´). Γι᾽ αυτό και ῾τη μνήμη του την δοξολογούμε ως ημέρα σωτηρίας᾽(῾Του Αποστόλου την μνήμην πάντες ως σωτηρίας ημέραν ευφημήσωμεν νυν᾽) (οίκος κοντακίου).

Εκείνο που εξίσου κατά κόρον τονίζει ο άγιος Θεοφάνης, θέλοντας να δείξει την ολοκληρωτική αφιέρωση στον Χριστό του αγίου Σίμωνα, είναι ο ένθεος ζήλος του. Πολλά τροπάριά του είναι ακριβώς αφιερωμένα στην εξήγηση της επωνυμίας του ῾ζηλωτής᾽. Σίμων ο ζηλωτής, διότι: έδειξε μεγάλο ζήλο για τον παντοκράτορα Θεό, αποδεικνύοντας ότι η ζωή του ερμηνεύει την επωνυμία του· διότι:  ζήλεψε το πάθος Του, τη σταυρική Του θυσία· διότι: έδειξε ζήλο για την αγνή και αιώνια ζωή. ῾Σίμων αξιοθαύμαστε, ονομάστηκες επώνυμος του ζήλου, γιατί έδειξες θερμό ζήλο για τον παντοκράτορα Θεό, γι᾽ αυτό και σε ανέδειξε γεμάτο από θεία θαύματα. Έχοντας λοιπόν θαυμαστό ζήλο, ονομάστηκες όπως πια το λέει το όνομά σου Ζηλωτής, μακάριε, και απέκτησες την ονομασία, σε συμφωνία με τον τρόπο της ζωής σου᾽(῾Ζήλου επώνυμος κληθείς, Σίμων αξιάγαστε, ζηλών εζήλωσας Θεώ τω παντοκράτορι, και θείων σε θαυμάτων έμπλεων ανέδειξε. Ξένον γαρ τον ζήλον έχων, φερωνύμως Ζηλωτής, μακάριε, εκλήθης, και τω τρόπω την κλήσιν σύμφωνον εκτήσω᾽) (δοξαστικό εσπερινού).  ῾Ο Σίμων μοιάζει, Χριστέ, να σου λέει αυτό: Επειδή ζηλεύω το πάθος Σου, υπομένω το πάθος του Σταυρού᾽ (῾Έοικε, Χριστέ, τούτό σοι Σίμων λέγειν: Ζηλών πάθος σον, καρτερώ Σταυρού πάθος᾽) (στίχοι συναξαρίου). ῾Σίμων, ζηλωτή της αιώνιας και αγνής ζωής, νέκρωσε τη ζωντανή αμαρτία μας, με τη ζωηφόρο δύναμη του Ζωοδότη Χριστού, της οποίας δέχτηκες την ενέργεια᾽(῾Σίμων Ζηλωτά ζωής της ακηράτου, νέκρωσον ημών την ζώσαν αμαρτίαν, τη ζωηφόρω δυνάμει του Ζωοδότου, ης υπεδέξω την ενέργειαν᾽) (ωδή δ´).

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (9 ΜΑΪΟΥ)



“Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν ἀπὸ ἡμιβάρβαρη φυλὴ καὶ ὀνομαζόταν Ρεμπρόβος, ποὺ σημαίνει ἀδόκιμος, ἀποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), ὅταν στὴν Ἀντιόχεια Ἐπίσκοπος ἦταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).
Ὁ Ἅγιος ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ἦταν τόσο πολὺ ἄσχημος, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖτο «κυνοπρόσωπος».
Ἡ μεταστροφή του στὸν Χριστὸ ἔγινε μὲ τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αἰχμάλωτος σὲ μάχη, ποὺ διεξήγαγε τὸ ἔθνος του μὲ τὰ Ρωμαϊκὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα. Κατατάγηκε στὶς Ρωμαϊκὲς λεγεῶνες καὶ πολέμησε κατὰ τῶν Περσῶν, ἐπὶ Γορδίου καὶ Φιλίππου.
Ὅταν ἦταν ἀκόμη κατηχούμενος, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστό, ἐγκαταστάθηκε σὲ ἐπικίνδυνη δίοδο ποταμοῦ καὶ μετέφερε δωρεὰν ἐπὶ τῶν ὤμων του ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ διέλθουν τὸν ποταμό.  Μία μέρα παρουσιάσθηκε πρὸς αὐτὸν μικρὸ παιδί, τὸ ὁποῖο τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν περάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ὁ Ρεμπρόβος πρόθυμα τὸ ἔθεσε ἐπὶ τῶν ὤμων του καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ράβδου του εἰσῆλθε στὸν ποταμό. Ὅσο ὅμως προχωροῦσε, τόσο τὸ βάρος τοῦ παιδιοῦ αὐξανόταν, ὥστε μὲ μεγάλο κόπο κατόρθωσε νὰ φθάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Μόλις ἔφθασε στὸν προορισμό του, κατάκοπος εἶπε στὸ παιδὶ ὅτι καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ σήκωνε δὲν θὰ ἦταν τόσο βαρύς. Τὸ παιδὶ τοῦ ἀπάντησε: «Μὴν ἀπορεῖς, διότι  δὲν μετέφερες μόνο τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ καὶ τὸν πλάσαντα αὐτόν. Εἶμαι Ἐκεῖνος στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ὁποίου ἔθεσες τὶς δυνάμεις σου καὶ σὲ ἀπόδειξη αὐτοῦ φύτεψε τὸ ραβδί σου καὶ αὔριο θὰ ἔχει βλαστήσει», καὶ ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε. Ὁ Ρεμπρόβος φύτεψε τὴν ράβδο καὶ τὴν ἑπομένη τὴν βρῆκε πράγματι νὰ ἔχει βλαστήσει. Μετὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ὁ ὁποῖος τὸν μετονόμασε σὲ Χριστοφόρο. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ποὺ ἔλαβε τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, μεταμόρφωσε ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ δύσμορφη ὄψη του φαινόταν φωτεινότερη καὶ ὀμορφότερη.
Στὴν Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται νὰ μεταφέρει στὸν ὦμο του τὸν Χριστό. Ἐξ’ ἀφορμῆς ἴσως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θεωρεῖται προστάτης τῶν ὁδηγῶν καὶ στὸ Μικρὸν Εὐχολόγιον καὶ συγκεκριμένα στὴν Ἀκολουθία «ἐπὶ εὐλογήσει νέου ὀχήματος» ὑπάρχει, πρῶτο στὴ σειρά, τὸ ἀπολυτίκιό του.
Κατὰ τὸν τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμό, λίγο μετὰ τὴν βάπτισή του, εἶδε Χριστιανοὺς νὰ κακοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἀπὸ ἀγανάκτηση ἐπενέβη καὶ ἔκανε δριμύτατες παρατηρήσεις πρὸς αὐτούς, διέφυγε δὲ τὴ σύλληψη χάρη στὸ γιγαντιαῖο του παράστημα καὶ τὴν ἡράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν αὐτοκράτορα καὶ διατάχθηκε ἡ σύλληψή του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπεστάλησαν διακόσιοι στρατιῶτες. Αὐτοί, ἀφοῦ ἐρεύνησαν σὲ διάφορα μέρη, τὸν βρῆκαν κατὰ τὴν στιγμὴ τὴν ὁποία ἑτοιμαζόταν νὰ γευματίσει ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί. Κατάκοποι οἱ στρατιῶτες καὶ πεινασμένοι ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Χριστοφόρο νὰ τοὺς δώσει νὰ φάγουν καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ τὸν κακομεταχειρίζονταν. Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, βλέποντας ὅτι πλὴν τοῦ ξεροῦ ἄρτου δὲν ὑπῆρχε καμία ἄλλη τροφή, εἰρωνευόμενος τὸν Χριστοφόρο, τοῦ εἶπε ὅτι εὐχαρίστως θὰ γινόταν Χριστιανός, ἐὰν εἶχε τὴν δύναμη νὰ τοὺς χορτάσει ὅλους μὲ τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου. Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ γονάτισε, ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ νὰ πολλαπλασιάσει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου, ὅπως πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χορτάσουν οἱ πεινῶντες στρατιῶτες καὶ νὰ φωτισθοῦν στὴν ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία Αὐτοῦ. Ἡ παράκληση τοῦ Ἁγίου εἰσακούσθηκε καὶ τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οἱ στρατιῶτες τὸ θαῦμα αὐτό, προσέπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς γνωρίσει καλύτερα τὸν Θεό του. Ὁ Ἅγιος ἐξέθεσε μὲ ἁπλότητα τὴ Χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ἀφοῦ ὅλοι ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνουν Χριαστιανοί, τοὺς ὁδήγησε πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Βαβύλα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάπτισε. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, τοὺς μὲν στρατιῶτες συνέλαβε καὶ ἀποκεφάλισε, τὸν δὲ Χριστοφόρο προσπάθησε μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ μεταπείσει, ἀλλὰ οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στὴν ἐπίμονη ἄρνηση αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου ἔστειλε πρὸς αὐτὸν δύο διεφθαρμένες γυναῖκες, τὴν Ἀκυλίνα καὶ τὴν Καλλινίκη, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὰ θέλγητρά τους θὰ τὸν σαγήνευαν καὶ θὰ τὸν παρέσυραν. Οἱ δύο γυναῖκες, ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ ἐπανέλθουν στὸν δρόμο τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς ἀρετῆς, ἔγιναν Χριστιανὲς καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο.
Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος Χριστοφόρος ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ τέλος ὑπέστη τὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τὸ 251 μ.Χ.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο αὐτοῦ κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στὸ Κυπαρίσσιον καὶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον τῆς Ἁγίας Εὐφημίας τῶν Ὀλυβρίου”.                                            (Από ιστολόγιο ῾ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ’)



Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι η μελέτη των βίων των αγίων είναι από τα σημαντικότερα αναγνώσματα για την πνευματική προκοπή των χριστιανών. Κι αυτό γιατί η ζωή τους αποτελεί την ενσάρκωση του Ευαγγελίου, την έμπρακτη επιβεβαίωση αυτού που μαρτυρεί ο λόγος του Θεού. Ό,τι βλέπουμε στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, στον Οποίο ο λόγος ήταν η έκφραση της ζωής Του και η ζωή Του ήταν ο υπομνηματισμός του λόγου Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σ᾽ έναν βαθμό, βλέπουμε και στους αγίους μας. Κι ιδιαιτέρως σ᾽ εκείνες τις στιγμές τους που καταθέτουν και την ίδια τη ζωή τους θυσία για την αγάπη του Θεού. Από την άποψη αυτή τα ανδραγαθήματα των αγίων, τα μαρτύρια που πέρασαν και ο τρόπος που τα αντιμετώπιζαν αποτελούν για τους πιστούς τη δίοδο για να εισπράττουν τη χάρη του Θεού. Αυτός δηλαδή που ενίσχυε τους αγίους στα μαρτύριά τους, η χάρη που τους έδιδε ώστε να αντέχουν και να υπερβαίνουν τα βάσανα, ο Ίδιος Αυτός διοχετεύεται και στους πιστούς όταν εν πίστει και αγάπη έρχονται σε επαφή με ό,τι υπέστησαν οι μάρτυρες για χάρη του Κυρίου. Κι αυτό σημαίνει ότι χριστιανός που δεν μελετά τους βίους των αγίων μας στερεί τον εαυτό του από μία ιδιαίτερη χάρη που προσφέρει ο Κύριος στον κόσμο. Την αλήθεια αυτή επισημαίνει ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού ο άγιος υμνογράφος: ῾Εμπρός ας τιμήσουμε – μας καλεί – τους άθλους του Χριστοφόρου, μέσω των οποίων πηγάζει σ᾽ εμάς η αέναη χάρη του Χριστού που δίνει τη ζωή᾽(῾Του Χριστοφόρου τους άθλους δεύτε τιμήσωμεν, δι᾽ ημών ημίν πηγάζει η αέναος χάρις Χριστού του ζωοδότου᾽). Γι᾽ αυτό και δεν είναι υπερβολή ο λόγος του ότι ῾το μνημόσυνο του μάρτυρα μας προσφέρει ως εωδία με έντονο μάλιστα τρόπο τα πολύαθλα πάθη των αγωνισμάτων του, σαν να μυρίζει κανείς την έντονη και μεθυστική μυρωδιά των ανοιξιάτικων τριαντάφυλλων᾽ (῾Σου το μνημόσυνον, μάρτυς, ευωδιάζει τρανώς, εαρινά ως ρόδα, τα πολύαθλα πάθη των σων αγωνισμάτων᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Ο άγιος Θεοφάνης, ο ποιητής του κανόνα του αγίου Χριστοφόρου, τονίζει με έμφαση την παραπάνω αλήθεια, σημειώνοντας όμως ότι η μέθεξη της χάρης του Θεού μέσω του μαρτυρίου ενός αγίου συμβαίνει μόνον  στους πιστούς, μόνο δηλαδή  σε εκείνους που επίσης είναι  χριστοφόροι σαν τον άγιο Χριστοφόρο, που εκτός από τη χάρη είχε και το όνομα. Με άλλα λόγια, ένας άσχετος προς τη χριστιανική πίστη, ένας αβάπτιστος ας πούμε ή και ένας βαπτισμένος μεν αλλά που δεν έχει ενεργοποιήσει το βάπτισμά του και ζει ως άθεος εν τω κόσμω, όχι μόνο δεν μπορεί να οσφρανθεί τη χάρη του μαρτυρίου, αλλά μπορεί και να διακωμωδήσει το μαρτύριο και να βλασφημήσει τον άγιο, περιπίπτοντας στη βλασφημία του αγίου Πνεύματος, ως αδυναμία οράσεως της παρουσίας του Θεού στη ζωή ενός αγίου. Πώς φανερώνει την αλήθεια αυτή ο άγιος Θεοφάνης; Όχι μία φορά καλεί προς δοξολογία του μάρτυρα τους χριστοφόρους ανθρώπους. Γιατί είπαμε: μόνον ένας χριστοφόρος, ένας δηλαδή που είναι μέλος Χριστού και φέρει λοιπόν τον Χριστό στην ύπαρξή του, μπορεί και να δει τον Χριστό στα αθλήματα του αγίου. ῾Εμπρός σήμερα όλοι οι χριστοφόροι και θεόφρονες ας ανυμνήσουμε με ευσέβεια τη μνήμη του Χριστοφόρου, του μάρτυρα της αλήθειας᾽(῾Δεύτε πάντες σήμερον χριστοφόροι, του Χριστοφόρου την μνήμην, του της αληθείας μάρτυρος, θεόφρονες, ευσεβώς ανυμνήσωμεν᾽) (ωδή α´). Και στους στίχους του συναξαρίου του αγίου σημειώνει: ῾Εγώ ως χριστοφόρος γνωρίζω εσένα τον Χριστοφόρο, που θυσιάστηκες προς  χάρη του Χριστού του Θεού με ξίφος᾽(῾Τον Χριστοφόρον οίδά σε Χριστοφόρος, Χριστώ τυθέντα τω Θεώ διά ξίφους᾽).

Ο εκκλησιαστικός ποιητής στον κανόνα του δεν κάνει καθόλου λόγο ούτε για τη δυσμορφία του προσώπου του αγίου Χριστοφόρου ούτε και για το περιστατικό της μεταφοράς στους ώμους του του παιδίου Χριστού. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ωραιότητα της ψυχής του αγίου, η οποία πλημμύριζε από την αγάπη προς τον Χριστό και την αδιάκοπη μελέτη για την απόλαυση της βασιλείας Του, μελέτη μάλιστα  που αποτελούσε και την τροφή του αγίου Χριστοφόρου. ῾Η θεοφιλής σου ψυχή τρεφόταν με την αγάπη, καθώς μελετούσε, Χριστοφόρε, την απόλαυση της βασιλείας του Χριστού᾽(῾Η θεοφιλής σου ψχή, δι᾽ αγάπης ετρέφετο, μελετώσα της βασιλείας, Χριστοφόρε, την απόλαυσιν᾽) (ωδή γ´). Η επικέντρωση στην ομορφιά της ψυχής του αγίου αποτελεί προφανώς και την απάντηση για τις παραπάνω δύο ῾ελλείψεις᾽: η δυσμορφία του προσώπου του αγίου εξαφανίζεται από την εσωτερική ωραιότητα, κατά το λόγιο της Γραφής ῾καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει᾽: το πρόσωπο του ανθρώπου ζωντανεύει και ομορφαίνει, όταν η καρδιά ευφραίνεται· η μεταφορά του παιδίου Χριστού στους ώμους του αγίου ερμηνεύεται είτε ως μή αποδοχή από τον υμνογράφο της πραγματικότητας του περιστατικού είτε ως συμβολική αποδοχή, με την έννοια ότι ο άγιος Χριστοφόρος, όπως δηλώνει και το όνομά του, έφερε στην καρδιά του πάντοτε τον Χριστό, ως πράγματι λοιπόν και ονόματι Χριστοφόρος.

Η στερέωση της διάνοιας του αγίου πάντοτε στον Χριστό, φανέρωση της αγάπης του προς Εκείνον,  ήταν αυτή που του έδινε και τη δύναμη να αντέχει και τους πόνους βεβαίως του μαρτυρίου, αλλά και τους πειρασμούς άλλου μεγάλου μαρτυρίου: της σάρκας. Ο άγιος υμνογράφος δεν αφήνει ασχολίαστα και τα δύο: ῾Αγάπησες με τον τρόπο που έπρεπε την πιο ψηλή κορφή των επιθυμητών στον κόσμο, τον ίδιο τον Χριστό, αθλοφόρε, γι᾽ αυτό και δεν αισθανόσουν τους κόπους καθώς σε καταξέσχιζαν, έχοντας στερεωμένη τη διάνοιά σου πάντοτε στον Δεσπότη σου᾽(῾Αγαπήσας ευπρεπώς ορεκτών την ακρότητα, αθλοφόρε, ουκ ησθάνου των πόνων ξεόμενος, την διάνοιάν σου επερείδων αεί τω Δεσπότη σου᾽) (ωδή ς´). ῾Το φίδι, ο διάβολος δηλαδή, όπως κάποτε στον προπάτορα Αδάμ, σου πρόσφερε, μάρτυς, την πείρα των γυναικών. Ηττήθηκε όμως και ντροπιάστηκε, αποδεικνύοντας τους πειρασμούς παγίδες για τον ίδιο᾽ (῾Των γυναικών σοι την πείραν, μάρτυς, προσέφερεν, ως Αδάμ τω προπάτορι ο όφις ποτέ. Αλλ᾽ ηττηθείς ησχύνετο, βρόχους καθ᾽ εαυτού τεκταινόμενος᾽) (ωδή δ´).  


Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (8 ΜΑΪΟΥ)



«Ο άγιος Αρσένιος ήταν γέννημα και θρέμμα της μεγαλούπολης Ρώμης, διατηρήθηκε καθαρό κατοικητήριο του Θεού από πολύ μικρή ηλικία, γεμάτος από κάθε αρετή και σοφία, τη θεϊκή και την ανθρώπινη. Γι᾽ αυτό και δέχτηκε τη χειροτονία του σε διάκονο, την εποχή που βασιλιάς στους Ρωμαίους ήταν ο μέγας Θεοδόσιος. Όταν ο Θεοδόσιος αγωνιζόταν και φρόντιζε να βρει άνδρα πνευματικό και λόγιο, ώστε να καλύπτει τις πνευματικές ανάγκες των παιδιών του και να τα διδάσκει στα μαθήματα, και μάλιστα σε αυτά με τα οποία λατρεύεται ο Θεός, έμαθε για τον Αρσένιο και έγραψε στον βασιλιά Γρατιανό και στον πάπα Ιννοκέντιο να τον πείσουν να αναλάβει,   κάτι που μετά βίας τελικά το κατάφερε.
Ο Αρσένιος λοιπόν έφυγε από τη Ρώμη και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, και στάθηκε κατά πρόσωπο στον Θεοδόσιο. Είδε λοιπόν ο Θεοδόσιος να έχει ο Αρσένιος σεμνό το πρόσωπό του και το χρώμα του, να έχει σταθερό και προσεκτικό βλέμμα, ταπεινό φρόνημα, και να είναι κοσμημένος από κάθε αρετή, γεμάτος από πολλή χαρά και ευχάριστη διάθεση, γι᾽ αυτό και από τότε τον τιμούσε υπερβολικά ως Πατέρα και τον σεβόταν ως δάσκαλο. Τα δε μέλη της Συγκλήτου τον θαύμαζαν, βλέποντάς τον ως κάποιο μεγάλο κειμήλιο.
Ο Αρσένιος όμως που μισούσε τη δόξα κι αγαπούσε τον Θεό, θεωρώντας μάλιστα τη δόξα ως σκουπίδια και ποθώντας τη μοναχική ζωή, παρακαλούσε καθημερινά τον Θεό να εκπληρώσει το αίτημα της καρδιάς του. Και πράγματι, άκουσε θεϊκή φωνή να του λέει: ῾Αρσένιε, απόφευγε τους ανθρώπους και θα σωθείς᾽. Αυτός τότε, χωρίς να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, πέρα από την αλλαγή των ενδυμάτων του, πήγε στην Αλεξάνδρεια. Εκάρη μοναχός και πήγε στη Σκήτη, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε κάθε σκληραγωγία και ταλαιπωρία, προσευχόμενος πάντοτε στον Θεό. Και πάλι άκουσε θεϊκή φωνή: ῾Αρσένιε, φεύγε, σιώπα, ησύχαζε και σώζου᾽.
Αυτόν τον μεγάλο τον ρώτησε κάποτε ο Θεόφιλος, ο πάπας της Αλεξανδρείας, όταν ανέβηκε μαζί με άλλους σ᾽αυτόν. ῾Πες μας, Πάτερ, λόγο ωφέλειας᾽. Κι αυτός είπε: ῾Εάν πω, θα τον φυλάξεις;᾽Κι αυτοί του απάντησαν: ῾Οπωσδήποτε᾽. Και είπε: ῾Όπου ακούσετε το όνομα του Αρσενίου, μη πλησιάσετε᾽.
Λέγεται γι᾽αυτόν ότι παρόλο τον χρόνο της ζωής του που εργαζόταν,  είχε ένα πανί στο στήθος του, με το οποίο σκούπιζε τα δάκρυά του. Ήταν λεπτός στο σώμα, ολόλευκος, ξερακιανός και ψηλός, αν και είχε κυρτώσει λίγο λόγω του γήρατος, έχοντας το γένι του μέχρι την κοιλιά του, κι η μορφή του ήταν αγγελική σαν τον Ιακώβ. Γι᾽ αυτό δεν ήθελε να εμφανίζεται σε κάποιον κατά πρόσωπο. Αγρυπνούσε πολύ, στέκοντας όρθιος και προσευχόμενος, χωρίς να κλίνει καθόλου τα γόνατα, μέχρις ότου ο ήλιος σταματούσε την ολονύκτια αυτή στάση του. Γι᾽ αυτό και κατάσβεσε την ψυχόλεθρη πύρωση του σαρκικού φρονήματος με τη ροή των δακρύων του. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει από το σώμα του, σε βαθιά γεράματα (ήταν κοντά εκατό χρονών) τον ρώτησαν οι μαθητές του το πού και πώς πρέπει να τον θάψουν. Κι αυτός είπε: ῾Δεν ξέρετε να βάλετε σχοινί στα πόδια μου και να με σύρετε προς το όρος;᾽ Και πάλι λέγει προς αυτούς: ῾Ξέρετε πόσο φόβο έχω τώρα που πρόκειται να εκδημήσω από το σώμα;᾽ Αυτοί είπαν: ῾Ξέρουμε᾽. Κι αυτός: ῾Αφότου έγινα μοναχός, αυτός ο φόβος καθόλου δεν έφυγε από εμένα᾽. Κι αμέσως παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό». 


Με την κοσμική  λογική η περίπτωση του οσίου Αρσενίου μοιάζει ακατανόητη και μάλλον ανόητη: άφησε τα πλούτη, τη δόξα, όλες τις βασιλικές ανέσεις, προκειμένου να ντυθεί τον καλογερικό τρίβωνα και να ζήσει μία ζωή στέρησης και κακοπαθείας. Με τη λογική της πίστης έκανε το ανώτερο και καλύτερο δυνατό: διάλεξε να ζήσει με τον αγαπημένο του Κύριο με τον ανώτερο και καλύτερο τρόπο σχέσης μαζί Του: την πλήρη και απόλυτη αφιέρωση σ᾽ Εκείνον. Αιτία δηλαδή της αποταγής του κόσμου και όλων των ωραίων που αυτός έχει ήταν η θερμή αγάπη του προς τον Κύριο. Αυτήν την αγάπη έθεσε υπεράνω όλων ο σοφός Αρσένιος και με βάση αυτήν μπορούμε να καταλάβουμε τις επιλογές της ζωής του. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας σημειώνει μεταξύ άλλων: ῾Όσιε Πατέρα Αρσένιε, επειδή ζητούσες τον Θεό και επιθυμούσες ευσεβώς να είσαι φωτισμένος από τις φωτοβόλες λάμψεις Του, εγκατέλειψες κάθε λαμπρότητα δοξαστική και τις αυλές του βασιλιά᾽ (῾Όσιε Πάτερ Αρσένιε, συ τον Θεόν εκζητών και ταις τούτου ελλάμπεσθαι φωτοβόλοις λάμψεσιν ευσεβώς εφιέμενος, περιφανείας πάσαν λαμπρότητα και βασιλείους αυλάς κατέλιπες᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Η ζωή του είναι στην ίδια γραμμή με  τον απόστολο Παύλο – το ῾πριγκιπόπουλο᾽ του Ιουδαϊσμού – που τα παράτησε όλα, για να γίνει ῾περικάθαρμα του κόσμου᾽, κατά την έκφραση του ίδιου, ώστε να καταθέτει τη μαρτυρίου του Χριστού, με  θυσία στο τέλος του ίδιου του εαυτού. Είναι στην ίδια γραμμή με όλους τους αποστόλους, οι οποίοι ομολογούσαν στον Κύριο: ῾Ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν Σοι᾽. Βρίσκεται στο ίδιο ποτάμι με όλους εκείνους τους αγίους σε όλους τους αιώνες, που προτίμησαν ῾τον ονειδισμόν του Χριστού᾽ παρά τη δόξα του κόσμου τούτου του απατεώνος. Και κυρίως: ακολουθεί με συνέπεια τον ίδιο τον αρχηγό της πίστης του, Ιησού Χριστό, ῾ος εν μορφή Θεού υπάρχων...εαυτόν εκένωσε, μορφήν δούλου λαβών᾽. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι στη ζωή ενός αγίου εκείνο που μετράει δεν είναι ο κείμενος εν τη αμαρτία κόσμος, αλλά ο ίδιος ο Χριστός και το άγιο θέλημά Του. Οπότε στην περίπτωση αυτή, ῾αν δεν γίνει μωρός κατά τον κόσμο τούτο, δεν μπορεί να γίνει σοφός κατά Θεόν. Κι αυτό γιατί ῾εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου᾽. Από την άποψη αυτή η επιλογή του οσίου Αρσενίου να ζήσει τη ζωή του πτωχού μοναχού και όχι του πλούσιου και ένδοξου ανθρώπου της βασιλικής αυλής ήταν και η πιο σημαντική και έξυπνη κίνηση της όλης ζωής του: άφησε τον φθαρτό πλούτο και την παρερχόμενη ανθρώπινη δόξα και απόκτησε τα αιώνια αγαθά και την δόξα την παρά του μόνου Θεού. ῾Έγινες σύσκηνος με τους αγγέλους, ευφραινόμενος μαζί με αυτούς᾽(῾αγγέλοις γέγονας σύσκηνος, άμα συν αυτοίς ευφραινόμενος᾽) (ωδή α´). Και το πιο σημαντικό: ήδη από τη ζωή αυτή ῾έγινε αξιοπρεπές κατοικητήριο του θείου Πνεύματος᾽(῾του θείου Πνεύματος γέγονας αξιοπρεπές ενδιαίτημα᾽) (ωδή α´).

Ο όσιος βεβαίως λοιπόν χαρακτηριζόταν από την αγάπη του προς τον Χριστό, βεβαίως είχε σύνοικό του το Άγιον Πνεύμα, αλλά μέ τη νόμιμη άθληση που ακολούθησε. Δεν ήταν δηλαδή μόνο το γεγονός ότι απετάχθη τον κόσμο και τα συν αυτώ. Το σημαντικότερο και οδυνηρότερο ήταν ο πνευματικός αγώνας στον οποίο αποδύθηκε, που περνούσε, κατά την προτροπή του ίδιου του Θεού σ᾽αυτόν, από την αποφυγή των ανθρώπων, τη σιωπή, την ησυχία, πράγματα τα οποία του έφεραν τα δάκρυα της κάθαρσης της καρδιάς του και συνεπώς της αγάπης του και προς τον συνάνθρωπο. ῾Ξέφυγες από τους θορύβους, Αρσένιε, ως πηγές της αμαρτίας και χαλιναγώγησες με τη σιωπή τη γλώσσα σου. Γι᾽ αυτό και κράτησες με ατάραχη ησυχία τον νου σου, οπότε έγινες άξιο κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος᾽ (῾Συ τους θορύβους εκφυγών, Αρσένιε, ως αμαρτίας πηγάς, τη σιωπή γλώσσαν εχαλιναγώγησας. Όθεν εν αταράχω τον νουν ησυχία τηρήσας, του θείου Πνεύματος γέγονας αξιοπρεπές ενδιαίτημα᾽) (ωδή α´). Πρέπει όμως να σημειώσουμε και το αυτονόητο: η επιλογή της ησυχαστικής ζωής από τον όσιο ταίριαζε με τον χαρακτήρα του ως ανθρώπου, γι᾽ αυτό και ο Θεός τού υπέδειξε τον κατάλληλο γι᾽ αυτόν τρόπο ζωής. Υπάρχουν άλλοι άγιοι οι οποίοι ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο πνευματικής ζωής κι αγίασαν εξίσου. Κι από την άποψη αυτή το ζητούμενο και για εμάς είναι τούτο: να ακολουθούμε τα χνάρια της ζωής του Χριστού – αυτός είναι ο σκοπός – μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία, αλλά με διάκριση των χαρισμάτων που ο Θεός μάς έδωσε. Ο καθένας μας πρέπει να δει τα δικά του χαρίσματα και αυτά με τη χάρη του Θεού να καλλιεργήσει. Παρ᾽ όλα αυτά: Το να αποφεύγουμε και εμείς κάποιες φορές τους θορύβους του κόσμου, να ασκούμε λίγη σιωπή και να ησυχάζουμε κάποια λεπτά της ημέρας, προκειμένου να επανασυγκροτούμε τον εαυτό μας, είναι ιδίως στην εποχή μας απαραίτητα στοιχεία της πνευματικής μας ζωής.
                    

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΦΑΝΕΝΤΟΣ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, ΩΡΑ ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΕΠΙ ΚΩΝΤΑΝΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ, ΥΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ (7 ΜΑΪΟΥ)



“Κατά τις ημέρες της Αγίας Πεντηκοστής, την εβδόμη του μηνός Μαΐου και περί ώρα εννέα το πρωί, φάνηκε ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός -  που συνίστατο από φως, κι ενώ έβλεπε όλος ο λαός – να εκτείνεται πάνω από τον άγιο Γολγοθά μέχρι το άγιο όρος των Ελαιών. Ο Σταυρός αυτός από τη λαμπρότητα του φωτός Του κάλυψε τις ακτίνες του ήλιου. Γι᾽ αυτό και κάθε ηλικία,  νέων και γερόντων, μαζί με τα νήπια και αυτά που θήλαζαν,  ήλθε στην Εκκλησία, και με άμετρη χαρά και θερμή κατάνυξη ανέπεμψαν δόξα και ευχαριστία στον Θεό για το παράδοξο αυτό θέαμα”.

Αν η 14η Σεπτεμβρίου αποτελεί την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, εορτή κατά την οποία ανθρώπινα χέρια, Πατριαρχικά και Βασιλικά, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό, προβάλλοντάς Τον ως το σύμβολο της χριστιανικής πίστης και ῾το κλείθρον του Παραδείσου᾽, διότι αποτελεί το σημείο της αναφοράς μας σ᾽ Εκείνον που έχυσε το πανάγιο αίμα Του επάνω Του, η 7η Μαΐου αποτελεί μία άλλη εορτή Υψώσεώς Του, όχι από ανθρώπινα χέρια αυτήν τη φορά, αλλά από τα ῾χέρια᾽ του ίδιου του Θεού. Διότι Εκείνος θέλησε, όταν η χριστιανική πίστη είχε ήδη γίνει αποδεκτή και είχε επεκταθεί, να φανερώσει τον Σταυρό στον Ουρανό, σαν μία επέκταση, θα λέγαμε, της φανέρωσής Του επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου, με το γνωστό ῾Εν τούτω νίκα᾽. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας προβάλλει το γεγονός και το διατρανώνει σε όλες τις παραμέτρους του: ῾Σήμερα χαίρεται το θεϊκό πλήθος των πιστών. Διότι φάνηκε ο Σταυρός στον Ουρανό σε μεγάλη έκταση. Λάμπει ο αέρας από φως άκτιστο. Φωτίζεται ο αέρας και γίνεται ωραίο το πρόσωπο της γης. Τραγουδά θεία άσματα η Εκκλησία του Χριστού. Δείχνει η Εκκλησία τον σεβασμό της, τιμώντας τον θείο και υπερθαύμαστο Σταυρό που την διαφυλάσσει από τον Ουρανό᾽  (῾Σήμερον χαίρει πιστών πληθύς η θεία. Φαίνει γαρ ουράνιος Σταυρός εν πέρασι. Λάμπει αιθήρ φως απρόσιτον. Αήρ αυγάζει και γης το πρόσωπον ωραΐζεται. Μέλπει θείοις άσμασιν η Εκκλησία Χριστού. Σέβει τιμώσα τον άνωθεν αυτήν φρουρούντα Σταυρόν τον θείον και υπερθαύμαστον᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Ο άγιος υμνογράφος, ο Ιωάννης μοναχός, δεν απομονώνει τον τίμιο Σταυρό, ως κάτι μαγικό.  Αν έχει τέτοια δύναμη είναι διότι επάνω σ᾽ Αυτόν, όπως είπαμε, έχυσε το αίμα Του ο Σωτήρας μας Κύριος. Κι αυτό θα πει: Χριστός και Σταυρός έκτοτε πάνε πάντοτε μαζί. Κανείς δεν μπορεί να δει ξέχωρα τον Κύριο από τον Τίμιο Σταυρό Του. Όπου Χριστός εκεί και Σταυρός, κι όπου Σταυρός εκεί και Χριστός. Αυτό που προχριστιανικά ήταν κάτι το ατιμωτικό: η σταυρική τιμωρία,  λόγω του Κυρίου έγινε ό,τι ιερότερο και ομορφότερο υπάρχει στον κόσμο. Δύο ξύλα πού από μόνα τους δεν σημαίνουν τίποτε, σχηματισμένα σε σχήμα Σταυρού γίνονται ῾Θεού δύναμις και Θεού σοφία᾽.  Ο υμνογράφος είναι σαφής: ο Σταυρός μάς παραπέμπει πάντοτε στον Κύριο. ῾Ισχυροποιημένοι από τη δύναμη του Σταυρού, ας προσέλθουμε στον Κύριο, φωνάζοντας δυνατά να δώσει ειρήνη στον κόσμο και να φωτίσει τις ψυχές μας᾽ (῾Ου τη δυνάμει κραταιούμενοι, τω Δεσπότη προσέλθωμεν κράζοντες, ειρηνεύσαι τον κόσμον και φωτίσαι τας ψυχάς ημών᾽) (στιχηρό εσπερινού).  Ο Σταυρός δηλαδή έγινε ένα είδος γέφυρας που μας οδηγεί προς τον Ουρανό. ῾Σήμερα φάνηκε ο πάντιμος Σταυρός σαν τιμιότατη και ένδοξη κλίμακα, που οδηγεί από τη γη προς τα ουράνια αυτούς που τον δοξολογούν με αδίστακτη πίστη᾽(῾Τιμιωτάτη ως κλίμαξ καθωράθη σήμερον ο πάντιμος Σταυρός και ένδοξος, από της γης προς ουράνια μετάγων πίστει τους αδιστάκτω τούτον γεραίροντας᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Ο εκκλησιαστικός ποιητής βλέπει στο γεγονός της εμφάνισης του Σταυρού πρώτον: μία θαυμαστή ενέργεια του Θεού προκειμένου να ενισχύσει την πίστη των χριστιανών, ιδίως μάλιστα των αρχόντων. ῾Έδειξες με σπουδαίο τρόπο την ισχύ του Σταυρού Σου, Σωτήρα, και ενίσχυσες με αυτό και τους πιστούς Βασιλείς μας᾽(῾την εν αυτώ σου, Σώτερ, ισχύν ετράνωσας, διά τούτου κρατύνας και τους πιστούς Βασιλείας ημών᾽) (απολυτίκιο).  ῾Ανήγγειλαν οι ουρανοί τη δόξα Σου, Κύριε, δηλαδή το φοβερό σημείο του Σταυρού Σου, και η γη όλη προσκύνησε με φόβο᾽(῾Ανήγγειλαν οι ουρανοί την δόξαν σου, Κύριε, το φοβερόν του Σταυρού σου σημείον, και η γη άπασα μετά φόβου προσεκύνησεν᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Βεβαίωσες το θρήσκευμα των Χριστιανών με το άυλο φως του, Χριστέ, καθώς χάραξες για χάρη μας τον Σταυρό᾽(῾Εβεβαίωσας Χριστιανών το θρήσκευμα τω αΰλω σου φωτί, τον Σταυρόν ημίν, Χριστέ, χαράξας᾽) (ωδή δ´). Δεύτερον: το μυστικό βάθος του Σταυρού, διά του Οποίου ενώθηκαν οι άνθρωποι με τους αγγέλους, λόγω της άρσης επ᾽ αυτού της αμαρτίας των ανθρώπων. ῾Σήμερα χαίρονται μαζί με τους χορούς των αγγέλων και οι άνθρωποι. Διότι το μεσότοιχο που τους χώριζε, σηκωμένο πια από τον Σταυρό, ένωσε σαφώς τα πάντα σε ένα᾽(῾Σήμερον συγχαίρουσι χοροίς Αγγέλων βροτοί. Το γαρ διείργον μεσότοιχον, Σταυρώ ηρμένον, εις εν τα πάντα σαφώς συνήγαγεν᾽) (στιχ. Εσπερινού). Και τρίτον: την κατατρόπωση διά του Σταυρού του αρχεκάκου διαβόλου. Ο διάβολος μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, και βεβαίως την Ανάσταση που την ακολούθησε, κατέστη ένας ηττημένος και παντελώς αδύναμος. Ο διάβολος δεν μπορεί να επιδράσει καταλυτικά στον πιστό, παρά μόνον αν ο ίδιο του δώσει δύναμη με την πνευματική του χαλάρωση. ῾Φανέρωσες στη γη τις ακτίνες του Σταυρού, Κύριε, με τον οποίο κατανίκησες τον διάβολο και έσωσες το γένος των αθρώπων᾽ (῾Έφανας επί γης τας ακτίνας του Σταυρού, εν ω τον διάβολον καταβαλών, των ανθρώπων έσωσας το γένος, Κύριε᾽) (ωδή α´).

Το συμπέρασμα του υμνογράφου είναι παραπάνω από λογικό: ῾ας καλύπτουν τα μάτια τους οι εκτός του νόμου του Θεού. Διότι το κάλλος του Σταυρού που εξαστράπτει δεν το υποφέρουν᾽(῾Καλυπτέτωσαν μεν το όμμα οι παράνομοι. Του Σταυρού το κάλλος εξαστράπτον γαρ ου φέρουσιν᾽) (ωδή ς´). Αντιθέτως: ῾Ας εντρυφούν στη λάμψη του αχράντου Σταυρού αυτοί που γνωρίζουν τον Θεό, τον Θεό που σταυρώθηκε ως άνθρωπος πάνω στο ξύλο᾽(῾Εντρυφάτωσαν δε τη αίγλη του αχράντου Σταυρού, οι Θεόν ειδότες, τον εν ξύλω προσπαγέντα σαρκί᾽) (ωδή ς´). 

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ Ο ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ (6 ΜΑΪΟΥ)



Ο δίκαιος Ιώβ ήταν από την Αυσίτιδα χώρα, που βρισκόταν στα σύνορα της Ιδουμαίας και της Αραβίας, και ήταν ένα από τα παιδιά του Ησαύ, ώστε να είναι πέμπτη γενιά από τον Αβραάμ. Ο πατέρας του λεγόταν Ζαρέθ και η μητέρα του Βοσόρρα. Του είχαν δώσει το όνομα Ιωβάβ και προφήτευσε εικοσιπέντε έτη. Έζησε το 1925 π. Χ. Ο Κύριος έδωσε τη μαρτυρία γι᾽αυτόν ότι ήταν άνθρωπος δίκαιος και άμεμπτος και καλύτερος από όλους τους ανθρώπους στη γενιά του, γι᾽ αυτό και τον Ιώβ ζήτησε από τον Θεό ο διάβολος να πειράξει. Πράγματι, μετά την άδεια που του έδωσε ο Θεός, ο διάβολος απογύμνωσε τον Ιώβ από όλα τα υπάρχοντά του, τον ταλαιπώρησε με φρικτές και απαρηγόρητες πληγές και τέλος έφυγε ντροπιασμένος, γιατί ο δίκαιος φάνηκε άκαμπτος και ανυποχώρητος σε όλες τις προσβολές των πειρασμών. Στο τέλος των άθλων του ο ίδιος ο Θεός τον βράβευσε και του απέδωσε φανερώνει η σχετική με αυτόν ιστορία. Έζησε δε μετά τους πειρασμούς του εκατόν εβδομήντα έτη, που σημαίνει ότι έζησε εν όλω διακόσια σαράντα οκτώ έτη».

Ο άγιος Ιώβ έχει μείνει στην ιστορία ως το κατεξοχήν παράδειγμα της υπομονής. ῾Η υπομονή του είναι ιώβειος᾽, λέμε συχνά, όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε άνθρωπο που πράγματι υπομένει αγόγγυστα τα θλιβερά που του συμβαίνουν. Κι αυτό όχι τυχαία: ο άνθρωπος αυτός πέρασε τόσα δεινά στη ζωή του, κατά παραχώρηση Θεού, ώστε και μόνο με το άκουσμά τους φρίττει ο καθένας μας: έχασε όλη την περιουσία του, έχασε διά μιας όλα τα παιδιά του, γέμισε από όλες τις αρρώστιες και μάλιστα τις θεωρούμενες μολυσματικές, ώστε να μην μπορεί να κατοικήσει μαζί με άλλους, όχι μόνον δεν είχε συμπαράσταση από τη γυναίκα του, αλλά δέχτηκε πολλές κατηγόριες από αυτήν, τέλος δε από την  υποτιθέμενη παρηγοριά  φίλων του που τον επισκέφτηκαν για τον σκοπό αυτό, είδε και αυτοί να μεταστρέφονται εναντίον του. Και σε όλα αυτά ο μόνος λόγος του ήταν: ῾ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα επήρε. Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο᾽. Ποιος ο σκοπός της παραχώρησης από τον Θεό τόσων πειρασμών σ᾽αυτόν που ήταν τόσο δίκαιος; Ασφαλώς ο περαιτέρω αγιασμός του – ο άνθρωπος ποτέ δεν γίνεται τέλειος στον κόσμο τούτο: πάντοτε υπάρχει η παραπάνω προκοπή του – αλλά και η προβολή του διαχρονικά ως το παράδειγμα που θα βοηθούσε και άλλους. Κι αυτό είναι εκείνο που απαρχής τονίζει η ακολουθία του. ῾Υπεράγαθε Κύριε, έδωσες ως υπόδειγμα υπομονής και ανδρείας τον δίκαιο Ιώβ τον πολύαθλο, ως προς τις αρετές και τα λόγια του και τα θεία του έργα, και προκαλείς τον σωφρονισμό πράγματι σ᾽αυτούς που τα χάνουν από τα ατυχήματα της ζωής᾽ (῾´Εδωκας υπόδειγμα υπομονής, υπεράγαθε, Ιώβ τον πολύαθλον, αρεταίς και λόγοις και τοις θείοις έργοις, και σωφρονίζεις αληθώς τους μετεώρους τοις ατυχήμασι᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Εκείνο που θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς ως ῾αρνητικό᾽ στον άγιο και δίκαιο αυτόν άνδρα είναι το γεγονός ότι στο τέλος των δοκιμασιών του, όταν και οι φίλοι του τον καταδικάζουν, λέγοντάς του ότι ασφαλώς οι αμαρτίες του τον οδήγησαν σ᾽ αυτήν την κατάντια, αρνείται τις κατηγορίες τους, ισχυριζόμενος ότι δεν έφταιξε σε τίποτε και γι᾽ αυτό δεν κατανοεί την αιτία των παθών του. Κι ενώ πράγματι είναι αρνητικό γεγονός ο ισχυρισμός του αυτός: ξεκινά με το δεδομένο της δικαιοσύνης και της αγιωσύνης του, το θέτουμε εντός εισαγωγικών, γιατί ο Ιώβ βρίσκεται μέσα στα πλαίσια της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν είχε έλθει ακόμη ο Κύριος Ιησούς Χριστός, για να φανερώσει ότι η πορεία του ανθρώπου στη ζωή αυτή, μετά την πτώση του στην αμαρτία, είναι πορεία που θα περνά πια μέσα από το πάθος και τις δοκιμασίες, καλύτερα το πάθος και οι δοκιμασίες θα είναι πια το μέσον προαγωγής του ανθρώπου στην αγιότητα και της αναγωγής του στη ζωή του Θεού. Κι απόδειξη: ο ίδιος ο Κύριος πέρασε μέσα από το Πάθος για να φτάσει στην Ανάσταση. Οι λόγοι Του είναι σαφείς: ῾Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών᾽. Και: ῾ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι᾽. Έκτοτε οι χριστιανοί έμαθαν ότι δεν μπορούν να αρνούνται τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες κι ότι οι δοκιμασίες είναι το μέσον, όπως είπαμε, προκειμένου να μετάσχουν στη δόξα του Χριστού ως ῾κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού. Ει γαρ συμπάσχομεν, τότε και συνδοξασθώμεν. Ου γαρ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις υμάς αποκαλυφθήναι δόξαν᾽(πρβλ. Ρωμ. 8).

Το σκεπτικό λοιπόν του Ιώβ ῾γιατί πάσχω, ενώ είμαι δίκαιος;᾽ είναι το σκεπτικό του Ιουδαίου ανθρώπου (δικαιολογημένο σ᾽ έναν βαθμό, αφού δεν είχε ακόμη καλλιεργηθεί η μετά θάνατον ζωή), που θεωρεί ότι ο δίκαιος πρέπει να απολαμβάνει μόνο τις χάρες και τη δόξα του Θεού, διότι τηρεί το θέλημα Αυτού. Αλλά ακριβώς αυτό είναι και το σκεπτικό των ῾φίλων᾽ του που ήλθαν να του ῾συμπαρασταθούν᾽: για να υφίστασαι τόσα δεινά, άρα έχεις αμαρτήσει. Και θα οδηγούνταν τα πράγματα σε αδιέξοδο, αν δεν επενέβαινε ο ίδιος ο Θεός στο τέλος της συνομιλίας τους, για να ελέγξει τόσο τους φίλους όσο και τον ίδιο τον Ιώβ, με την επισήμανση ῾έχετε εμπιστοσύνη στην αγάπη Μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνετε᾽. Κι είναι η απάντηση αυτή του Θεού η τελική απάντηση στο ευρύτερο πρόβλημα που ταλανίζει διαχρονικά την ανθρωπότητα, η οποία σε κάθε εποχή διαπιστώνει τα πάθη και τις συμφορές της: γιατί πάσχει ο δίκαιος άνθρωπος; Πού υπάρχει η δικαιοσύνη του Θεού, όταν βλέπουμε ένα σωρό αδικίες, όπως πολέμους, φτώχεια, αρρώστιες, θανάτους μικρούς παιδιών κλπ.; Η απάντηση δηλαδή του Θεού κυμαίνεται σε επίπεδο υπέρ την ανθρώπινη λογική, στο επίπεδο της πίστης σ᾽ Εκείνον, ο Οποίος καλεί ακριβώς τον άνθρωπο να έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, έστω κι αν η λογική του αδυνατεί να Την κατανοήσει.

Ο δίκαιος Ιώβ βεβαίως δοκιμάστηκε σαν χρυσός (βλ. ωδή γ´) και έλαμψε περισσότερο η λάμψη του. Γι᾽ αυτό και ο Θεός τελικώς τον ανταμείβει διπλά και τον προβάλλει πρότυπο αιώνιο. Ο άγιος υμνογράφος εμμένει, και δικαίως, στην αρετή και την αγιωσύνη του Ιώβ. Όλη η υμνογραφία  του είναι ένας ύμνος προς τις αρετές του δικαίου,  τη συνέπειά του στον λόγο του Θεού, στην υπέρ φύσιν πίστη του. Δεν θέλει να ῾εκτραπεί᾽ στον παραπάνω θεολογικό προβληματισμό – δεν υπάρχει ούτε ένα τροπάριο επ᾽ αυτού -  που θέτει με οξύτητα το πρόβλημα της θεοδικίας. Για τον άγιο ποιητή ῾ο Ιώβ στεφανώθηκε επαξίως με τη λαμπρότητα της υπομονής᾽(῾Ιώβ μεν τη της υπομονής λαμπρότητι επαξίως εστεφάνωται᾽) (ωδή θ´), φανερώνοντας και το στήριγμα της υπομονής του αυτής, την αγία ταπείνωσή του: ῾Όπως δικαιολογείται ο άνθρωπος όταν δει τη δόξα Σου, Κύριε, έτσι κι ο Ιώβ είδε την αθέατη αυτή δόξα, και ζυμωμένος με την ευλάβεια και τον φόβο Σου, φώναξε πολύ έντρομος: Είμαι γη και στάχτη, ενώ εσύ είσαι ο Κύριος᾽ (῾Ως θέμις ανθρώπω κατιδείν την δόξαν σου,  κατοπτεύσας την αθέατον, φόβω κραθείς και ευλαβεία, εβόησεν Ιώβ λίαν έντρομος: Σποδός υπάρχω και γη, συ δε Κύριος᾽) (ωδή θ´), όπως και την θερμή αγάπη του στον συνάνθρωπο: ῾Ιώβ ένδοξε, θεραπεύοντας τον πόνο κάθε θλιμμένης καρδιάς, από βλέφαρα συμπάθειας έχυνες δάκρυα, καθώς ήσουν ο προστάτης των ορφανών και των χηρών᾽(῾Ιώμενος λυπουμένης καρδίας το άλγημα, εκ βλεφάρων συμπαθείας προέχεας δάκρυα, προϊστάμενος ορφανών και χηρών, Ιώβ ένδοξε᾽) (ωδή ς´).  Γι᾽ αυτό ῾και όλοι τον τιμούμε και υμνολογούμε τη μνήμη του᾽ (῾όθεν πάντες τιμώντες, υμνούμέν σου το μνημόσυνον᾽) (κοντάκιο).