Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ (8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο Μιχαήλ ο διαπρεπέστατος Ταξίαρχος των ασωμάτων Δυνάμεων, και κατά την Παλαιά Διαθήκη και κατά την Καινή της χάριτος, έδειξε και δείχνει  τις πολλές χάριτες και ευεργεσίες του στο ανθρώπινο γένος. Όταν λοιπόν ο αντίπαλος και εχθρός της σωτηρίας μας επαναστάτησε κατά του Δημιουργού και φέρεται να είπε το πρωτοφανές «Θα βάλω τον θρόνο μου πάνω από τις νεφέλες» και καυχήθηκε με το «θα γίνω όμοιος με τον Ύψιστο», τότε ξέπεσε από το αρχαγγελικό αξίωμα,  όπως λέει ο Κύριος «Έβλεπα, λέει, τον σατανά να έχει πέσει από τον ουρανό σαν αστραπή», όπως τα ίδια με αυτόν  έπαθε, λόγω της αλαζονείας του,  και το υπό αυτόν τάγμα αγγέλων. Αυτός λοιπόν ο πανσέβαστος, φυλάσσοντας σαν πιστός δούλος την ευγνωμοσύνη του προς τον Κύριο,  και δείχνοντας την πολλή φροντίδα του για το δικό μας ανθρώπινο γένος, τάχθηκε από τον Παντοκράτορα να είναι ο πρώτος των νοερών και Αρχαγγελικών τάξεων. Διότι όταν είδε τον αποστάτη να έχει πέσει, μάζεψε τους χορούς των Αγγέλων και αφού είπε «Πρόσχωμεν», ας προσέξουμε, ύμνησε με δυνατή φωνή τον Κύριο των όλων, σαν να έλεγε: Ας προσέξουμε εμείς που είμαστε κτιστοί τι πάθανε αυτοί που μέχρι τώρα ήταν φως μαζί με εμάς και τώρα γίνανε σκοτάδι. Αυτή η συγκρότηση λοιπόν ονομάστηκε Σύναξις των Αγγέλων, δηλαδή προσοχή και ομόνοια και ένωση. Αυτός λοιπόν ο μέγας προστάτης και ευεργέτης της σωτηρίας μας, κάνοντας διαρκώς και περισσότερες και πιο εκτεταμένες σωτηριώδεις ευεργεσίες προς όλους, φαίνεται να εμφανίζεται σε πολλούς. Φάνηκε δηλαδή στον Αβραάμ και τον Λώτ κατά την καταστροφή των Σοδόμων. Φάνηκε στον Ιακώβ, όταν προσπαθούσε να ξεφύγει από τον αδελφό του. Προπορευόταν του λαού των Ισραηλιτών, όταν λυτρώνονταν και ελευθερώνονταν από τη σκληρή δουλεία των Αιγυπτίων. Φάνηκε στον Βαλαάμ που πήγαινε να καταρασθεί τον Ισραήλ. Προς τον Ιησού του Ναυή που ζητούσε να μάθει είπε: «Εγώ είμαι ο αρχιστράτηγος του Κυρίου, μόλις έφτασα». Αυτός και τους ποταμούς που αφέθηκαν ελεύθεροι από τους δυσσεβείς κατά του αγιάσματος και του προσκυνήματος, τους οδήγησε αλλού, κάνοντας άνοιγμα στη γη. Κι είναι πολλά άλλα ακόμη στη θεόπνευστη Γραφή που ιστορούνται γι’  αυτόν. Για τον λόγο αυτό ακριβώς και εμείς, προβάλλοντάς τον προστάτη και φύλακα της ζωής μας, εορτάζουμε την πάνσεπτη τώρα πανήγυρή του, εκζητώντας με τις προστασίες και τις πρεσβείες του και κατά τον παρόντα αιώνα να βρούμε απολύτρωση από τις δυσχέρειες, και κατά τον μέλλοντα να καταξιωθούμε της επουράνιας χάρης και τάξης. Αμήν

Ο άγιος υμνογράφος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, με δυνατή πίστη και γνώση  όλης της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, μας ανοίγει τα μάτια να δούμε νοερώς τον πνευματικό κόσμο των αγγέλων και αρχαγγέλων, όπως και των λοιπών επουρανίων δυνάμεων ασωμάτων. Να δούμε δηλαδή εκείνη τη δημιουργία του Θεού, η οποία προηγήθηκε της υπόλοιπης κτιστής δημιουργίας και του ανθρώπου, δημιουργία τέτοια που βρίσκεται σε απόλυτη υπακοή προς το θέλημα του Θεού και σε διαρκή δοξολογία του αγίου ονόματός Του.   Κατεξοχήν όμως τονίζει τη θέση και το έργο των αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Και για μεν τον Μιχαήλ προβάλλει τον τριπλό χαρακτηρισμό, όπως κάνει άλλωστε σε κάθε αναφορά σ’ αυτόν, όπως στο γνωστό εν Χώναις θαύμα του, του παραστάτη, του πρωτοστάτη και του προστάτη, δηλαδή ότι ο άγιος Μιχαήλ είναι «παραστάτης της Τρισηλίου θεότητος φαιδρότατος», «πρωτοστάτης των ταξιαρχιών των αγγέλων», και βεβαίως «ημέτερος προστάτης», «καθ’  εκάστην μεθ’  ημών πορευόμενος και φυλάττων τους πάντας εκ πάσης του διαβόλου περιστάσεως». Για δε τον άγιο Γαβριήλ υπενθυμίζει ότι ήταν εκείνος ο οποίος «ανεκάλυψεν ημίν θείον και μέγα όντως μυστήριον»: «να σωματούται ο ασώματος Θεός εν μήτρα Παρθενική και να γίνεται άνθρωπος εις το σώσαι τον άνθρωπον», και πριν ακόμη από αυτό «να φέρει τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως τέκνου στον Ζαχαρία τον ιερέα», ώστε «να γεννηθεί η φωνή του Λόγου, ο Ιωάννης».
Ο σκοπός όμως της εορτής της συνάξεως των αγγελικών δυνάμεων, κατά τον άγιο υμνογράφο, δεν είναι μόνον η γνώση του πνευματικού αυτού κόσμου και η έκφραση ευγνωμοσύνης μας για τις πολλές και ποικίλες ευεργεσίες τους απέναντι στο ανθρώπινο γένος. Το προέχον γι’  αυτόν είναι εκείνη η δική μας πρακτική, η οποία όντως τους ευχαριστεί και η οποία δεν είναι άλλη από τη μετάνοιά μας: να φύγουμε από την αμαρτία και να ζήσουμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Διότι «την ημών σωτηρίαν αδιαλείπτως πρεσβεύουσιν και τη μετανοία συγχαίρουσι». Για τη σωτηρία μας πρεσβεύουν πάντοτε στον Θεό και χαίρονται για τη μετάνοιά μας. Από την άποψη αυτή, ο κύριος σκοπός της εορτής τους είναι η πρόκληση της βουλήσεώς μας να τους μιμηθούμε: να ζούμε και εμείς, όσο είναι δυνατόν,  ως άγιοι στον κόσμο, νεκρώνοντας μέσα μας κάθε αμαρτωλή κίνηση. «Οι επί γης μιμησώμεθα ως εφικτόν τούτων την αγιότητα, νεκρούντες πάντα τα μέλη τα της σαρκός». Κι όπως το λέει κι αλλιώς ο ποιητής: «Των αγγέλων ζηλώσωμεν τον βίον, και τας φρένας πτερώσωμεν εις ύψος, και συν αυτοίς αϋλως αναμέλψωμεν, Κύριον υμνούντες και υπερυψούντες εις πάντας τους αιώνας». Δηλαδή: Ας ζηλέψουμε τον βίο των αγγέλων, και ας δώσουμε φτερά στο νου μας να φτάσουμε ψηλά, ώστε μαζί με αυτούς να υμνήσουμε με άυλο τρόπο τον Κύριο, υμνολογώντας Τον και υπερυψώνοντάς Τον εις πάντας τους αιώνας.
Αφήνοντας κατά μέρος σπουδαιότατα σημεία της έμπνευσης του αγίου ποιητή, θα επισημάνουμε κάτι που έχει άμεση σχέση και με την κρίση που διερχόμαστε ως κοινωνία και έθνος. Στο δεύτερο ανάγνωσμα του εσπερινού της εορτής, παρμένο από το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Κριταί» (κεφ. 6, 6, 11- 24), διαβάζουμε για το πώς κλήθηκε ο κριτής Γεδεών από άγγελο Κυρίου, προκειμένου να σώσει το έθνος του που χειμαζόταν από τις διαρκείς επιθέσεις των Μαδιανιτών. Ο άγγελος ήλθε και κάθισε κάτω από μία βαλανιδιά, βλέποντας τον νεαρό Γεδεών, που ετοιμαζόταν να φύγει και εκείνος, λόγω της κυριαρχίας των εχθρών του Ισραήλ. Του φανερώθηκε τότε λέγοντάς του ότι ο Κύριος που είναι ο παντοδύναμος Θεός είναι μαζί του. Ο Γεδεών εκφράζει τη λογική απορία: Αν είναι ο Κύριος μαζί μας, γιατί τότε μας βρήκαν τα κακά αυτά; Και πού είναι όλα τα θαυμάσιά Του, όσα μας διηγήθηκαν οι πατέρες μας, που έκανε για να μας βγάλει από την Αίγυπτο; Άρα τώρα μας έκανε ο Θεός πέρα και μας παρέδωσε στα χέρια της χώρας της Μαδιάμ. Ο άγγελος δεν δίνει άμεση απάντηση στον προβληματισμό του Γεδεών. Του δίνει όμως τη λύση: Εσύ θα πας με τη δύναμη του Θεού και θα σώσεις τον Ισραήλ από τα χέρια της Μαδιάμ. Ιδού λοιπόν, σου ανέθεσα αυτήν την αποστολή. Ο Γεδεών δεν «παραδίδεται» εύκολα. Και πάλι απορεί: μα η δική μου οικογένεια είναι πολύ μικρή μέσα στη φυλή του Μανασσή και εγώ είμαι ο μικρότερος στο σπίτι του πατέρα μου. Ο άγγελος δεν του αφήνει άλλο περιθώριο: Ο Κύριος θα είναι μαζί σου και θα κτυπήσεις τον Μαδιάμ σαν να είναι ένας άνθρωπος. Κι αφού βεβαιώνεται ο Γεδεών ότι όντως η κλήση είναι από τον Θεό, «δοκιμάζοντας» τον άγγελο και με σημάδι, πείθεται και πράγματι με τη βοήθεια του Θεού και με σχέδιο πέραν της απλής λογικής, νικά τους Μαδιανίτες.
Γιατί λέμε ότι το περιστατικό σχετίζεται και με τη δική μας την κρίση; Μα για τον ευνόητο λόγο ότι και εμείς ταλαιπωρούμαστε από δυνάμεις που μας ταλαιπωρούν και μας οδηγούν, όπως τότε τους Ισραηλίτες, σε εξαθλίωση. Κι ενώ φαίνεται ότι ο Θεός δεν είναι μαζί μας, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο ότι μας έχει εγκαταλείψει, όμως μάλλον έχει ξεκινήσει να απεργάζεται τη σωτηρία μας μέσω αγγέλων του, με τρόπο όμως που το ανθρώπινο μυαλό δεν φτάνει. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι η λύση θα ερχόταν στους Ισραηλίτες τότε, 1100 περίπου χρόνια π.Χ., από ένα νεαρό παλληκάρι, αλλά έχοντας τη δύναμη του Θεού; Το ίδιο ίσως και τώρα: η λύση μάλλον θα έρθει από εκεί που δεν το περιμένουμε. Δεν ξέρουμε τι είναι αυτό, αλλά δύο πράγματα φαίνονται να είναι σίγουρα: πρώτον, ότι αυτό που θα μας σώσει, προς το παρόν είναι κάτι που ούτε καν κανείς το υποψιάζεται – σαν τη σωτηρία του κόσμου που ήλθε μέσα από ένα βρέφος στο πιο άσημο χωριό της Ιουδαίας – δεύτερον, ότι η σωτηρία μας δεν πρόκειται να έλθει από τους υψηλά ισταμένους, από τις δυνάμεις που φαίνονται να έχουν τη δύναμη. Άλλωστε ο λόγος του Θεού διαρκώς εξαγγέλλει: «Μη πεποίθατε επ’  άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ έστι σωτηρία».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΡΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΜΕΛΙΤΗΝΗ, ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ

«Οι άγιοι αυτοί άθλησαν επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλέων. Ο Ιέρων ήταν ανδρείος κατά το σώμα και ευσεβής κατά την ψυχή, γεωργός στο επάγγελμα. Αυτόν τον συνάντησαν σε έναν τόπο οι υπηρέτες των ειδώλων. Και θέλοντας να τον ληστεύσουν, δεν μπόρεσαν. Διότι αυτός αφού έβγαλε από το στέλεχος του γεωργικού του εργαλείου το σίδερο, χρησιμοποίησε εναντίον τους σαν όπλο το ξύλο, με αποτέλεσμα να τους τρέψει όλους σε φυγή, γεμάτους αίματα και ιδρώτες. Ο ίδιος όμως μετά, πήγε από μόνος του στον άρχοντα κι αφού ρωτήθηκε από αυτόν για το γεγονός και αν είναι χριστιανός,  ομολόγησε τον Χριστό, οπότε του έκοψαν το δεξί του χέρι από τον αγκώνα. Οι δε υπόλοιποι άγιοι ρίχτηκαν στη γη και κτυπήθηκαν με μαστίγια. Και την επόμενη, αφού συνεχίστηκε το ράβδισμά τους για πολλές ώρες, τους οδήγησαν έξω από την πόλη της Μελιτινής και τους έκοψαν τα κεφάλια».
Έχει τονιστεί κατά κόρον ότι τα μαρτύρια που υπέστησαν οι άγιοι μάρτυρες της Εκκλησίας μας από τους εχθρούς της πίστεως, αποκαλύπτουν δύο πράγματα: πρώτον, τη δαιμονική ενέργεια των διωκτών τους: ο διάβολος και οι υπηρέτες του είναι εκείνοι που χαίρονται με τον πόνο των ανθρώπων, δεύτερον, τη μεγάλη αγάπη των αγίων προς τον Χριστό, τέτοια που τους έκανε να οδηγούνται στον θάνατο με χαρά, διότι με τον τρόπο αυτό θα κέρδιζαν τη Βασιλεία του Θεού.  Κι έχει επίσης τονιστεί ότι τα πάθη των μαρτύρων προς χάρη του Χριστού αποτελούν στην ουσία συμμετοχή τους στο Πρώτο και Μεγάλο Πάθος του ίδιου του Κυρίου, κατά κυριολεξία συμμετοχή στη Σταυρική Του θυσία, άρα  συμμετοχή και στην Ανάσταση Εκείνου. Ακριβώς λοιπόν η σημερινή ακολουθία των αγίων τριάντα τριών μαρτύρων, ποίημα Ιωάννου του μοναχού, δεν παύει να τονίζει αυτόν τον σταυρικό χαρακτήρα του μαρτυρίου τους, το οποίο τους οδήγησε προς την καλύτερη ζωή της Βασιλείας του Θεού. «Εμιμήσαντο Κύριε, οι αθληταί, το πάθος σου το θείον». «Ράβδον δυνάμεως, τοις αθλοφόροις τον Σταυρόν δέδωκας, και των εχθρών κατακυριεύειν εποίησας αυτούς».
Η κατανόηση του μαρτυρίου των αγίων ως γεγονότος συμμετοχής στον Σταυρό του Κυρίου, συνιστά, κατά τον υμνογράφο, και τη μεγαλύτερη δύναμη των αγίων. Ενώ φαίνονται ηττημένοι, αυτοί μεγαλουργούν. Κι η εικόνα που επιστρατεύει ο ποιητής Ιωάννης για να δείξει την αλήθεια αυτή, είναι πράγματι μοναδική: ο Σταυρός παρομοιάζεται με τόξο που κρατείται από τον Χριστό,  το οποίο τεντώνεται προκειμένου με την ρίψη των ακονημένων βελών, δηλαδή των μαρτύρων, να τρώσει την καρδιά του διαβόλου και των υπηρετών του. «Τέτρωται καταπληγείσα των δυσμενών η καρδία∙ Χριστός γαρ εντείνας τον Σταυρόν ως τόξον, απέστειλε τους Μάρτυρας βέλη ηκονημένα». Με άλλα λόγια, και το Πάθος του Κυρίου, αλλά και τα πάθη των πιστών Αυτού, συνιστούν τη μεγαλύτερη δύναμή Του για την εξόντωση του κακού στον κόσμο.
Πρόκειται για την «άλλη» λογική του Χριστού και της Εκκλησίας, την οποία  δεν κατανοούν βεβαίως οι άγευστοι της πίστεως. Οι εκτός της Εκκλησίας ή οι κατ’  όνομα Χριστιανοί θεωρούν ότι η εξουσία βρίσκεται στην κατοχή των ανθρωπίνων μέσων και δυνατοτήτων. Και δεν διστάζουν, προκειμένου να κυριαρχήσουν, να χρησιμοποιούν τα μέσα αυτά για να υποτάξουν τους θεωρουμένους αδύναμους. Χωρίς να καταλαβαίνουν ότι μπαίνουν στην ίδια θέση των εχθρών του Χριστού που πίστεψαν ότι Τον «νίκησαν» γιατί Τον κάρφωσαν πάνω στον Σταυρό. Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη. Αυτός που ανεβαίνει στον Σταυρό, έχοντας πίστη βεβαίως σ’  Εκείνον, είναι τελικώς ο δυνατός: γίνεται το βέλος του ίδιου του Θεού που «τιτρώσκει», που πληγώνει την καρδιά των δυναστών. Μήπως έτσι πρέπει να δούμε και εμείς τη σημερινή κατάσταση, στην οποία έχουμε περιέλθει; Μήπως ευρισκόμενοι στον σταυρό κι εμείς, μπορούμε να αναδειχθούμε νικητές, σαν βέλη του τόξου του Σταυρού; Μήπως οι ισχυροί που μας συνθλίβουν, διότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το δικό τους συμφέρον, τελικώς είναι σαν τους «δυνατούς» που «νίκησαν» τον Χριστό; Αλλά οι «δυνατοί» αυτοί έπεσαν με μεγάλο πάταγο! Το μόνο ζητούμενο είναι η δική μας πίστη. Να μην καταβληθούμε, αλλά να έχουμε αδιάκοπα  στραμμένο το βλέμμα μας «προς τον δυνάμενον σώζειν», τον παντοδύναμο Θεό μας. Η Ανάσταση και η δική μας τότε θα είναι θέμα ολίγου χρόνου.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΓΑΛΑΚΤΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

«Ο Γαλακτίων και η Επιστήμη έζησαν επί της βασιλείας του Δεκίου και της ηγεμονίας του Σεκούνδου. Και ο μεν Γαλακτίων ήταν υιός του Κλειτοφώντος και της Λευκίππης, Ελλήνων (δηλαδή ειδωλολατρών)  και των δύο, οι οποίοι  κατηχήθηκαν στη χριστιανική πίστη από κάποιο μοναχό ονόματι Ονούφριο και δέχτηκαν το άγιο βάπτισμα. Η δε Επιστήμη και αυτή είχε γονείς Έλληνες, κι όταν παντρεύτηκε τον Γαλακτίωνα, βαπτίστηκε κι η ίδια χριστιανή. Αποφάσισαν από κοινού να διατηρήσουν την παρθενία τους και να ζήσουν με πλήρη αφιέρωση στον Θεό. Πράγματι, ακολούθησαν κάθε σκληραγωγία και ασκητική κακοπάθεια, ενώ έπειτα συνελήφθησαν από τον άρχοντα Ούρσο. Κι αφού ρωτήθηκαν για την πίστη τους και ομολόγησαν τον Χριστό, τους κτύπησαν με σφοδρότητα και τρύπησαν τα νύχια τους με μυτερά καλάμια. Στη συνέχεια ακρωτηρίασαν με μαχαίρι τα χέρια και τα πόδια τους και τέλος τους έκοψαν τα κεφάλια. Κι ο μεν άγιος Γαλακτίων ήταν τότε τριάντα ετών, η δε αγία Επιστήμη δέκα έξι».
Σύζυγοι και μοναχοί ταυτόχρονα οι άγιοι σήμερα, οι οποίοι ανήκουν σ’  εκείνην την  ομάδα των χριστιανών που ακολούθησαν τον λεγόμενο λευκό γάμο: ενώ είναι σύζυγοι δεν έχουν σαρκικές σχέσεις. Ο υμνογράφος μάλιστα με μία πολύ όμορφη φράση – κι όχι μόνο με αυτήν -  εκφράζει τη διπλή αυτή παράδοξη σχέση τους: Οι άγιοι αποτελούν «κλέος συζυγίας, αζύγων μέγα θαύμα». Οι άγιοι είναι η δόξα της συζυγίας, αλλά και το μέγα θαύμα των μοναχών. Δεν προβάλλει η Εκκλησία μας τον λευκό γάμο  ως παράδειγμα προς μίμηση. Ο λευκός γάμος αποτελεί επιλογή ορισμένων συζύγων, οι οποίοι εκτιμώντας τις δυνάμεις τους και την όλη σκοποθεσία της ζωής τους αποφασίζουν ότι η διατήρηση της παρθενίας τους, έστω και μέσα στον γάμο, συνιστά επιλογή που διευκολύνει το συμφέρον της ψυχής τους. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «Άμφω τα συμφέροντα συμφρονήσαντες».  Συμβαίνει κάτι παρόμοιο ίσως με το χάρισμα της σαλότητας. Ενώ είναι χάρισμα εκ Θεού, δεν προτείνεται ως δρόμος ζωής από την Εκκλησία μας. Κι αυτό είναι κάτι που δείχνει πόσο η Εκκλησία πορεύεται προσγειωμένα και με συμπάθεια προς τους πιστούς: κάθε φορά τονίζει τον μέσο δρόμο, χωρίς όμως να αποκλείει για όσους το επιθυμούν, κάτι διαφορετικό ως υπέρβαση. Διότι το ζητούμενο από Εκείνην είναι όχι ο δρόμος, ο όποιος δρόμος, αλλά η σχέση με τον Χριστό. Αυτό συνιστά τον σκοπό και δεν πολυεπεμβαίνει στα μέσα προς κατάκτηση του σκοπού.
Από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε ότι ο λευκός γάμος κάποιων εγγάμων αγίων της Εκκλησίας δεν αποτελεί κριτική κατά του ευλογημένου γάμου των υπολοίπων πιστών. Τούτο θα συνιστούσε βλασφημία, που θα αναιρούσε το ίδιο το μυστήριο του γάμου, σύμφωνα με το οποίο η ψυχοσωματική σχέση των συζύγων λειτουργεί ως εικόνα της σχέσης του Χριστού με την Εκκλησία. «Το μυστήριον τούτο μέγα εστί, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν».  Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε ήταν Εκείνος που με την παρουσία Του στον γάμο της Κανά  ευλόγησε την κανονικότητα του γάμου και μίλησε για το είδος αυτής της σχέσεως, συμπεραίνοντας ότι «ουκέτι εισί δύο, αλλά μία σαρξ». Με τη χάρη του Θεού δηλαδή ο άνδρας και η γυναίκα συζεύγνυνται, ενώνονται έτσι, που αποτελούν τον ένα άνθρωπο, με προσανατολισμό προς τον Χριστό, κάτι που σημαίνει ότι οι σχέσεις πια του ζευγαριού, ψυχικές και σωματικές,  ανάγονται πέρα από το απλό οριζόντιο επίπεδο σε επίπεδο πνευματικό.
Παρ’  όλα αυτά! Η συζυγία του αγίου ζεύγους Γαλακτίωνος και Επιστήμης λειτουργεί παραδειγματικά και για εγγάμους και για μοναχούς. Πώς; Με το να βλέπει κανείς τον μεγάλο πόθο που είχαν για τον Χριστό, τέτοιον που τους έκανε να αρνούνται τα θέλγητρα του αμαρτωλού κόσμου και να ενώνονται με τον σύνδεσμο του αγίου Πνεύματος. «Τω θείω πόθω του Χριστού αρνησάμενοι κόσμον, συνεδέθητε μάλλον τω Πνεύματι, Αθληταί». Η πνευματική σύνδεσή τους ήταν εκείνη που συνιστούσε το όραμά τους και τους έδινε τη δύναμη να προχωρήσουν και μέσα στα μαρτύρια. Οι στίχοι του συναξαριού τους είναι αποκαλυπτικοί: «ασυνδυάστους συζύγους κτείνει ξίφος, την ψυχικήν σύζευξιν ηγαπηκότας». Το ξίφος σκότωσε τους παρθένους συζύγους, διότι αγάπησαν την ψυχική σύζευξή τους. Κι αλλού: «Της αγνείας μεν τω πόθω και ασκήσεως, στέργετε την διάστασιν∙ εν ομονοία δε ψυχής διά πίστεως στερράς συνδούμενοι προς αθλητικάς αύθις ηνώθητε λαβάς, οσιομάρτυρες». (Επιθυμήσατε την αποχή από τις σαρκικές σχέσεις λόγω του πόθου της αγνότητας και της ασκήσεως. Ενωμένοι όμως με στέρεη πίστη και μονοιασμένοι στην ψυχή ενωθήκατε πάλι για τους αθλητικούς αγώνες, οσιομάρτυρες). Αυτό είναι το όραμα όλων των πιστών: να είμαστε μονοιασμένοι μεταξύ μας, κάτι που είναι κυρίως θέμα της ψυχής και λιγότερο του σώματος. Αυτό συνιστά την προϋπόθεση για να έχουμε ομόνοια και με τον Κύριο. Και στους εγγάμους: η ομόνοια των σωμάτων, οι σαρκικές σχέσεις, πρέπει να οδηγούν στην ομόνοια των ψυχών. Το ξαναλέμε. Όλα λειτουργούν αναγωγικά: με την ενότητά μας να ενωνόμαστε με τον Θεό μας.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ


«μη φοβού∙ μόνον πίστευε»
α. Διπλό θαύμα του Κυρίου καταγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: πρώτον, την ανάσταση της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιάειρου, καθώς ο Κύριος ανταποκρίθηκε στο αίτημά του και πήγε  στο σπίτι του καταρχάς για να τη θεραπεύσει, δείγμα και πάλι ότι είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, και δεύτερον, μέχρι να φτάσει εκεί, τη θεραπεία μιας  αιμορροούσας γυναίκας, την οποία θεραπεύει με έναν ανεπίγνωστο για τους πολλούς τρόπο. Μόνον όταν θα αποκαλύψει την «εξελθούσαν δύναμιν» από Αυτόν, τότε η θεραπευμένη γυναίκα θα παρουσιαστεί τρέμοντας ενώπιόν Του, για να φανερώσει τη θεραπεία της και να εισπράξει το «η πίστις σου σέσωκέ σε». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πραγματοποιεί ο Κύριος και τρίτο θαύμα, σε ψυχολογικό και πνευματικό επίπεδο, όταν στρέφεται στον τραγικό πατέρα που καταρρέει προφανώς από το άκουσμα της είδησης του θανάτου της κόρης του, και τον ανυψώνει λέγοντας τον μη φυσικό για τα δεδομένα της στιγμής λόγο: «μη φοβού∙ μόνον πίστευε και σωθήσεται η θυγάτηρ σου».
β. 1. «Μη φοβού». Η προτροπή αυτή του Κυρίου πράγματι πρέπει να θεωρηθεί παράδοξη και μη φυσική, για τα δεδομένα της στιγμής. Διότι τι πιο φυσικό ένας πατέρας στο άκουσμα του θανάτου του παιδιού του να «παγώνει» και να νιώθει ότι καταρρέει; Ο φόβος που φαίνεται ότι τον καταλαμβάνει είναι η αντίδραση καθενός ανθρώπου που θα ευρισκόταν στη δική του θέση. Με το δεδομένο μάλιστα της κοινής ανθρώπινης φύσης, που βιώνει τα ίδια σχετικώς προβλήματα στον κόσμο τούτο, όπως και τις ίδιες χαρές, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο τραγικός πατέρας τη στιγμή εκείνη θα ένιωσε ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, ότι οποιαδήποτε ασφάλεια μπορούσε να έχει κρημνίζεται, ότι εισέρχεται  στα θανατερά δίχτυα του ίδιου του θανάτου. Ο θάνατος έρχεται ενώπιος ενωπίω του μέσα από τον θάνατο της «προέκτασης» του εαυτού του, του ίδιου του νεαρού παιδιού του. Ο πατέρας Ιάειρος εκείνην τη στιγμή της είδησης ότι η κόρη του πέθανε πρέπει να βίωσε την απόλυτη μοναξιά του χαμένου και χωρίς στήριγμα ανθρώπου που πέφτει στο κενό, συνεπώς βίωσε ένα αίσθημα κόλασης. Διότι τι άλλο είναι η κόλαση από την αίσθηση του απόλυτου κενού και της απόλυτης μοναξιάς;
2. Ο Κύριος ως παντογνώστης και καρδιογνώστης διέγνωσε αμέσως την τραγικότητα του Ιάειρου. Κι ήταν ο μόνος στον κόσμο που μπορούσε να γνωρίζει επακριβώς το τι σημαίνει φόβος. Διότι είναι ο Δημιουργός του κόσμου και μάλιστα του ανθρώπου, τον οποίο δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’  ομοίωσίν Του, προικισμένο άρα με όλες τις χάρες και τις δυνάμεις Του, έστω εν σπέρματι, κατά συνέπεια χωρίς ο φόβος να κυριαρχεί στην ύπαρξή του. Όσο ο άνθρωπος ήταν ενωμένος με τον Θεό, ζώντας εν υπακοή και χαρά προς Εκείνον, ο φόβος δεν υφίστατο. Ο φόβος δυστυχώς εισήλθε στη ζωή του, από τη στιγμή της ανταρσίας του απέναντι στον Κύριο και Θεό του, ήταν δηλαδή ένα από τα τιμήματα που εισέπραξε από την αμαρτία του. Η Αγία Γραφή, ήδη απαρχής με το βιβλίο της Γενέσεως, μας δίνει τη διάσταση αυτή: μετά την πτώση στην αμαρτία, οι πρωτόπλαστοι ακούνε τη φωνή του Θεού, του Πατέρα και Δημιουργού τους, και φοβούνται: «Ήκουσα της φωνής Σου και εφοβήθην». Κι ο φόβος αυτός ως καρπός της αμαρτίας δεν ήταν μόνον εν σχέσει προς τον Θεό, αλλά και προς τον συνάνθρωπο και προς τη φύση όλη. Διότι η αλλοίωση της σχέσης με τον Θεό επηρεάζει όλες τις σχέσεις του ανθρώπου, με άλλα λόγια ο άνθρωπος φοβάται πια και τον άλλο άνθρωπο – ο άλλος δεν είναι ο φίλος και ο αδελφός, αλλά ο αντίπαλος και η απειλή του - όπως και όλη τη δημιουργία – η φύση γίνεται πια εχθρική προς αυτόν. Μπορεί σ’  ένα βαθμό ο φόβος να τον βοήθησε έκτοτε στο να βρίσκεται σε μία εγρήγορση και μία κινητοποίηση ανακαλύπτοντας και εφευρίσκοντας πράγματα για την επιβίωσή του, συνεπώς  πολιτιστικά να δημιουργεί, όμως δεν παύει να είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, άρα μιας μη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου.
3. Αλλά αν ο Κύριος ήταν και είναι ο μόνος που μπορεί στο έσχατο βάθος να διαγνώσει τα ανθρώπινα αρνητικά συναισθήματα, είναι και ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά και δραστικά τον άνθρωπο στο να τα υπερβεί. Και η υπέρβαση αυτή δεν γίνεται με έναν αρνητικό τρόπο, αλλά με τον κατεξοχήν θετικό. Δηλαδή, στην προτροπή «μη φοβού» - η παρουσία του Θεού στον άνθρωπο συνοδεύεται πάντοτε με αυτήν την προτροπή: «μη φοβού», «μη φοβείσθε» - υπάρχει ο προσανατολισμός και η θετική ώθηση: «μόνον πίστευε». Με άλλα λόγια, για τον Κύριο, δηλαδή την αλήθεια, η υπέρβαση του φόβου – του όποιου φόβου, ακόμη και του επιτεταμένου και παράλογου φόβου, όπως είναι η φοβία –  πραγματοποιείται  εκεί που ο άνθρωπος ανοίγεται στο πέλαγος της πίστεως. Κι όχι μιας οποιασδήποτε πίστεως, αλλά αυτής που συνδέεται με τον πρόσωπό Του, με την αποδοχή δηλαδή του Ίδιου ως Σωτήρα και Λυτρωτή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, μετά τον ερχομό του Χριστού, που θα πιστέψει σ’  Εκείνον και θα Τον ζήσει μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία, θα διαπιστώσει εμπειρικά και ορατά ότι δεν έχει φόβους, πολύ περισσότερο φοβίες. Καλύτερα: τους όποιους φόβους του μπορεί και τους ελέγχει και τους υπερβαίνει, γνωρίζοντας ότι ως μέλος του Χριστού ευρίσκεται μέσα σ’  Εκείνου την καθημερινή Πρόνοια, μέσα όχι απλώς στην αγκαλιά Του, αλλά στο κέντρο της «καρδιάς» Του. Αν ο Κύριος βεβαίωσε ότι και το παραμικρότερο πουλάκι και χορταράκι είναι αντικείμενο της φροντίδας Του, ότι τίποτε δεν είναι «επιλελησμένον» ενώπιόν Του, πόσο περισσότερο τούτο ισχύει για εμάς τους κατ’ εικόνα και καθ’  ομοίωσίν Του ανθρώπους, και μάλιστα τους βαπτισμένους και χρισμένους πιστούς Του, τους ενσωματωμένους δηλαδή στο άγιο Σώμα Του, τους ενδεδυμένους από Αυτόν τον Ίδιο;
4. Αυτή η βαθειά αλήθεια που γίνεται εμπειρία ζωής από τον πιστό έκανε και τον άγιο Χρυσόστομο να διαλαλεί, σαν να μιλούσε ο ίδιος ο Κύριος μέσα από τον ίδιο: «Εγώ πατήρ, φησίν ο Χριστός, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλοις εγώ…Εγώ φίλος και μέλος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ, πάντα εγώ∙ μόνον οικείως έχε προς εμέ». Αν είχαμε πνευματικά μάτια ανοικτά, θα βλέπαμε ότι πλημμυριζόμαστε  διαρκώς από το φως, την αλήθεια, τη ζωή και την αγάπη. Θα βλέπαμε στον εαυτό μας, στον κάθε συνάνθρωπο, σε όλη τη δημιουργία την πανάγαθη παρουσία του Θεού! Κι όχι μόνον αυτό. Θα μπορούσαμε να νιώσουμε την ευεργετική παρουσία και στην ψυχή και στο σώμα μας του φύλακα αγγέλου μας. Διότι ο Θεός μάς έθεσε προστάτη από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε, άγγελο φωτεινό, να μας περιτειχίζει και να μας σκέπει. «Τείχισον ημάς αγίοις Σου αγγέλοις», λέμε κάθε βράδυ στο απόδειπνο. «Άγιε άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαιπώρου  μου ζωής» προχωρούμε παρακάτω στην ίδια προσευχή, και «φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος».
Γι’  αυτό τελικώς και κανείς δεν μπορεί να βλάψει τον Χριστιανό, είτε θηρίο είναι αυτό είτε πονηρός άνθρωπος είτε ο ίδιος ο αρχέκακος διάβολος. Διότι προστάτη έχει όλον τον κόσμο των αγγέλων, κυρίως όμως τον Χριστό και τους αγίους Του. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ’  ημών;» θα φωνάξει ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι υπερβολή λοιπόν αυτά που διαβάζουμε στους Πατέρες μας, όπως για παράδειγμα στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο: «Μη σε ταράξει καθόλου – γράφει στον τρίτο του λόγο – ο λογισμός του φόβου…αλλά μάλλον πίστευε ότι έχεις φύλακα τον ίδιο τον Θεό που είναι μαζί σου, και την ακρίβεια γι’  αυτό ας σε πληροφορήσει η φρόνησή σου, ότι συ με όλη τη δημιουργία είστε δούλοι ενός και του ιδίου δεσπότη, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα Του κινεί και σαλεύει, και ημερώνει και οικονομεί τα πάντα, και κανείς δούλος δεν μπορεί να βλάψει κανέναν από τους συνδούλους του χωρίς να το παραχωρήσει Εκείνος, που προνοεί και κυβερνά τα πάντα. Καθότι ούτε οι δαίμονες, ούτε τα βλαπτικά  θηρία, ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το κακό τους θέλημα για αφανισμό και απώλεια του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός. Αλλά και όταν θέλει, δίνει και όρια σ’ αυτά, κατά πόσο πρέπει να βλάψουν».
γ. Για τον πραγματικό χριστιανό λοιπόν ο φόβος υφίσταται μεν, αλλά δεν έχει τη δύναμη να  τον καταβάλλει. Πολύ περισσότερο δεν αφήνει ο χριστιανός χώρο μέσα του να αναπτυχτεί οποιαδήποτε φοβία, παράλογος δηλαδή, όπως είπαμε, και επιτεταμμένος φόβος. Αρκεί να υπάρχει η προϋπόθεση που θέτει ο Κύριος: η πίστη σ’  Αυτόν. Ο Κύριος το ξεκαθάρισε: το αντίδοτο του φόβου είναι η πίστη. «Μη φοβού∙ μόνον πίστευε» είπε στον Ιάειρο, το ίδιο λέει και σε κάθε χριστιανό της εποχής μας. Κι αλλού: «Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω. Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε». Κι εννοείται ότι μαζί με την πίστη πρέπει να υπάρχει και η αγάπη. Διότι μόνον τότε η πίστη είναι ζωντανή. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» κατά τον απόστολο Παύλο. Άρα όσο πιστεύω και αγαπώ, τόσο και δεν φοβάμαι. «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη» θα πει ο ευαγγελιστής της αγάπης, άγιος Ιωάννης, «αλλ’  η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Ό,τι λοιπόν φοβόμαστε και φαίνεται ότι μας διαλύει εσωτερικά, ας το δούμε μέσα στον Θεό και κάτω από το πατρικό Του βλέμμα. Αμέσως θα έρθει στις φυσιολογικές του διαστάσεις. Και μάλλον τότε θα γίνουμε και εμείς μέτοχοι του ίδιου θαύματος που βίωσε και ο Ιάειρος.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

«Ο μακάριος Ιωαννίκιος γεννήθηκε κατά το εικοστό τέταρτο έτος της τυραννίας του θηριωνύμου Λέοντος, στη χώρα των Βιθυνών. Ο πατέρας του λεγόταν Μυριτρικής και η μητέρα του Αναστασού. Σε ηλικία σαράντα ετών εξεστράτευσε μαζί με τον βασιλιά κατά των Βουλγάρων και έδειξε τέτοια ανδρειοσύνη, ώστε μπροστά στα μάτια του βασιλιά κατέκοψε πολλούς Βουλγάρους, σώζοντας τους ομοφύλους του. Θέλοντας να αποφύγει τη μελετώμενη από τον βασιλιά απέναντί του τιμή και δόξα, έρχεται στο όρος  του Ολύμπου, όπου άκουσε με τα ίδια του τα αυτιά  θεϊκή φωνή να του λέει να ανέβει υψηλότερα. Εκεί συνάντησε δύο μοναχούς, που  δεν τους είχε δει ποτέ κανένας, οι οποίοι φορούσαν τρίχινα ρούχα και τρέφονταν με άγρια βότανα. Αυτοί του μίλησαν για όσα είχε ως σκοπό να κάνει, ενώ έλαβε από αυτούς ως περιβολή τη χάρη της προσευχής. Αφού έφυγε από εκεί, πήγε πρώτα στο όρος του Τριχάλικος, έπειτα στη Μονή των Αυγάρων και τέλος στα όρη της Κοντουρίας. Έμαθε τριάντα ψαλμούς, τους οποίους έψαλλε μαζί με κάποιο τροπάριο που ο ίδιος σύνθεσε: Η ελπίς μου ο Θεός, καταφυγή μου ο Χριστός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον. Αυτός ο μακάριος αφού πέρασε από πολλά μέρη και έκανε μεγάλα θαύματα και προφήτευσε  για τα μέλλοντα, ήλθε και προς τη Μονή του Αντιδίου, οπότε πλήρης ημερών αναπαύτηκε εν Κυρίω, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών».
  Ο όσιος Ιωαννίκιος είναι γνωστός καταρχάς σε όλο το πιστό πλήρωμα της Εκκλησίας από το συντεθειμένο από αυτόν τροπάριο που καθημερινώς λέγεται κατά την ακολουθία του Αποδείπνου (μικρού και μεγάλου): «η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς αγία, δόξα Σοι». Η έξοδός του από τον κόσμο, όπως είδαμε στο συναξάρι του, ήταν αποτέλεσμα  της αποφυγής της ανθρώπινης δόξας, δείγμα της ταπείνωσης που τον διακατείχε, συνεπώς της παρουσίας της δόξας του Θεού μέσα στην καρδιά του, η οποία έγινε και ο καθοδηγητής του για τον πνευματικό δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει.  Κατά τον υμνογράφο «υψούσαν ταπείνωσιν έσχηκας», και γι’  αυτό «περπάτησες την οδό που εισάγει, χωρίς επιστροφή, στην ουράνια πόλη. Διότι το άγιον Πνεύμα, που είχε αναπαυτεί στην καρδιά σου, ήταν ο οδηγός σου».  Κι αυτό συνιστά μία παραδοξότητα: πώς ένας στρατιώτης, που πολεμούσε με τόση γενναιότητα και σκότωσε στον πόλεμο τόσους εχθρούς,  μπορούσε να έχει στην καρδιά του τέτοια χάρη Θεού;
Πέρα από το γεγονός βεβαίως ότι το παράδειγμα του οσίου Ιωαννικίου μας υπενθυνμίζει πως δεν πρέπει να σπεύδουμε να κρίνουμε επιφανειακά τους συνανθρώπους μας – «μη κρίνετε κατ’  όψιν» είπε ο ίδιος ο Κύριος -   η εξήγηση ίσως να βρίσκεται σε μια επισήμανση του υμνογράφου που λέει: «ρεόντων τα μένοντα ηλλάξω, εμφρόνως τον σον αναλαβών σταυρόν Ιωαννίκιε, και έν αβάτοις όρεσιν, ως ο Ηλιού ο μέγιστος, υποχωρών διετέλεσας». Δηλαδή: Με φρόνηση, Ιωαννίκιε, αντάλλαξες τα ρέοντα της ζωής αυτής με τα μένοντα και αιώνια της βασιλείας του Θεού, αναλαμβάνοντας τον σταυρό της ακολουθίας του Κυρίου, και σε απάτητα όρη, σαν τον μέγιστο Ηλία, υποχωρούσες διαρκώς. Έχουμε την εντύπωση ότι η μελετώμενη από τον βασιλιά τιμή και δόξα του οσίου ως στρατιώτη τότε, λειτούργησε ως απλή αφορμή, προκειμένου  αυτός να οδηγηθεί σε οριστική απόφαση απομάκρυνσής του  από τη γοητεία και τις παγίδες του κόσμου τούτου. Ήδη πρέπει να βρισκόταν σε προβληματισμό  και αναταραχή περί του πρακτέου της ζωής του, γι’  αυτό και όταν βρέθηκε στο οριακό σημείο αποδοχής ή όχι της ανθρώπινης δόξας, η θέλησή του έκλινε εκεί που κτυπούσε  η καρδιά του: να ακολουθήσει με ολοκληρωτικό δόσιμο του εαυτού του τον Χριστό∙ να ανταλλάξει τα ρέοντα με τα μένοντα.  Ίσως μας παραπέμπει τούτο στον απόστολο Παύλο, ο οποίος ναι μεν προ της μεταστροφής του στη χριστιανική πίστη δίωκε τους χριστιανούς, όμως δεν πρέπει να αισθανόταν καλά με αυτό που έκανε. Και προφανώς γι’ αυτό ο Κύριος, βλέποντας το βάθος της καρδιάς Του, τον κάλεσε με έναν εξαιρετικό τρόπο να γίνει απόστολός Του.
Ο υμνογράφος από εκεί και πέρα αναφέρεται στον πνευματικό αγώνα καθάρσεως της καρδιάς του οσίου, η οποία τον οδήγησε σε τέτοια πλάτυνση του εσωτερικού του κόσμου, ώστε εκτός από θαυματουργός να είναι και προορατικός: «το όμμα καθάραντι της διανοίας, όσιε, χάρις σοι εδόθη προφητείας, ως ενεστώτα λέγειν τα μέλλοντα, βλέπειν τε τα πόρρω ως εγγύς, ω Ιωαννίκιε, τη του Πνεύματος χάριτι». (Ιωαννίκιε, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος, αφού καθάρισες το όμμα της διάνοιάς σου, σου δόθηκε η χάρη της προφητείας, ώστε να μιλάς για τα μέλλοντα ως παρόντα, και να βλέπεις τα μακρινά ως κοντινά). Εκεί όμως που νομίζουμε ότι πρέπει  ιδιαιτέρως να σταθούμε είναι σ’  έναν ύμνο από την ογδόη ωδή. Ο υμνογράφος βλέπει τον όσιο να στέκεται πάνω σε ψηλό όρος, όπως ένα λυχνάρι πάνω στη λυχνία – κατά τον λόγο του Κυρίου βεβαίως «ουδείς λύχνον άψας τίθησιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ’  επί την λυχνίαν» - και από εκεί να  καταφωτίζει με την πίστη τα νοήματα των ανθρώπων, διότι τους υποδεικνύει με άριστο τρόπο τον αληθινό δρόμο της ζωής και τους ανεβάζει έτσι με τον θείο λόγο του στο ύψος της εν Χριστώ απάθειας. «Ιστάμενος άνω προς το όρος, ως επί λυχνίας, όσιε, πάντων τα νοήματα πίστει κατεφώτιζες, υποδεικνύων άριστα Ιωαννίκιε, την τρίβον της ζωής και ανάγων τούτους θείω λόγω, προς ύψος απαθείας».
Γιατί  ο τονισμός του συγκεκριμένου ύμνου; Διότι σε ημέρες εξαιρετικά κρίσιμες, σαν αυτές που διερχόμαστε – ιδιαιτέρως η σημερινή χαρακτηρίζεται ως η κρισιμότερη όλων λόγω των αλλαγών που μπορούν να προκύψουν στην πολιτική και όχι μόνο ζωή μας – ο όσιος, όπως λέει ο ύμνος, που λειτουργούσε θεραπευτικά για τους ανθρώπους, με την έννοια ότι διόρθωνε λογισμούς, μπορεί να μας βοηθήσει κατά αντίστοιχο τρόπο. Δηλαδή, να μάθουμε κι εμείς ακούγοντάς τον να μη μείνουμε δεμένοι σε ό,τι προκαλεί ταραχή και φόβο – τα ρέοντα της ζωής αυτής – αλλά με φωτισμένο νου να επιμένουμε στην αληθινή οδό, που δεν είναι άλλη από τη ζωή του Χριστού, και να προσβλέπουμε στο ύψος της υπέρβασης των ανθρωπίνων παθών και καταστάσεων. Κι είναι εύλογο: η ζωή αυτή μονίμως έχει το χαρακτηριστικό της ταραχής, διότι δεν είναι μόνιμη κατάσταση. «Παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου». «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Μη κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτά που διερχόμαστε ως κοινωνία και έθνος είναι αιώνια. Αυτά έρχονται και παρέρχονται. Τα αιώνια όμως που είναι ο Χριστός και ο άγιος λόγος Του δεν παρέρχονται ποτέ: «οι λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν».

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ ΕΝ ΛΥΔΔΗ, ΗΤΟΙ Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΑΥΤΟΥ (3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος, Καππαδόκης από πατέρα και Παλαιστίνιος από μητέρα, με ευσεβή ανατροφή και αγαθή φύση, από νεαρός διακρίθηκε στους πολέμους και γι’  αυτό έλαβε μεγάλα αξιώματα στον στρατό. Όταν πέθαναν οι γονείς του και ήλθε σ’  αυτόν μία μεγάλη περιουσία, θέλησε να πάει στη Ρώμη, στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, προκειμένου να ανέβει σε ακόμη υψηλότερα αξιώματα. Διεπίστωσε όμως την εχθρική στάση του αυτοκράτορα απέναντι στους χριστιανούς, τους οποίους ήθελε να εξολοθρεύσει, γι’  αυτό και αντέδρασε, ερχόμενος «αυτόκλητος» στη Βουλή  και δηλώνοντας με παρρησία τη χριστιανική του ταυτότητα, αφού προηγουμένως μοίρασε στους πτωχούς όλη την περιουσία του. Τα μαρτύρια που υπέστη λόγω της ομολογίας του και της σταθερής εμμονής του στην πίστη του Χριστού ήταν πάμπολλα και φοβερά, τα οποία  οδήγησαν πολλούς στον Χριστό, ενώ ο Ίδιος του φανερώθηκε σε όνειρο, βεβαιώνοντάς τον για τα αγαθά που τον περιμένουν. Τέλος του έκοψαν το κεφάλι με ξίφος. Το άγιο σκήνος του, σύμφωνα με υπόδειξη του αγίου προ της τελευτής του, διακοσμίσθηκε στην Παλαιστίνη και ετάφη εκεί. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε και έγινε αυτοκράτορας ο μέγας και ισαπόστολος Κωνσταντίνος. Βρήκαν λοιπόν την ευκαιρία οι εραστές της ευσέβειας και του αγίου μάρτυρα και του ανήγειραν στη Λύδδα ωραιότατο ναό, στον οποίο μετέφεραν τα λείψανά του από τον αφανή τόπο που βρίσκονταν. Η κατάθεση των λειψάνων έγινε στις 3 Νοεμβρίου και έκτοτε, αφού κρουνοί θαυμάτων καθημερινώς παρέχονται στους πιστούς που προσέρχονται στον άγιο ναό του, εορτάζεται η ημέρα αυτή ως εορτή της ανακομιδής του Μάρτυρα, εις δόξαν και αίνεσιν Χριστού του αληθινού Θεού ημών και του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου».
Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι μολονότι η σημερινή εορτή είναι για τα εγκαίνια του ναού του αγίου Γεωργίου στην πόλη της Λύδδας, η ακολουθία  είναι ένα εξαίσιο εγκώμιο για τον μεγαλομάρτυρα, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο γεγονός της ημέρας. Χαρακτηρίζουμε εξαίσιο το εγκώμιο, διότι πράγματι ο υμνογράφος, κινούμενος διθυραμβικά απέναντι στον άγιο, νιώθει ίλιγγο και φόβο, απορία και έκσταση, προκειμένου, έστω και ελάχιστα, να ψαύσει τα προτερήματά του. «Ιλιγγιώ γαρ και δέδοικα και απορώ και εξίσταμαι, ψαύσαί σου καν γουν ποσώς, Αθλοφόρε, τοις προτερήμασι». Και ευλόγως: πώς ο πεζός λόγος ή έστω ο τυπικά επαινετικός θα μπορούσε να περιγράψει «το νοερό διαμάντι της υπομονής», εκείνον που πολιτεύτηκε «αξίως του ονόματος» γενόμενος «γεώργιον του Χριστού», που «οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού, σαν ξίφος και λόγχη, κατέβαλε όλη την ισχύ των τυράννων και όλη την αθεΐα», που περιτρέχει όλη την υφήλιο, για να προστατεύει τους ανθρώπους σε οποιαδήποτε φάση της ζωής τους, που ενισχύει τους πιστούς στην υπέρβαση των παθών τους, κι όλα αυτά από τον θερμό έρωτα που τον διακατείχε προς τον Θεό; «Ω, του θερμού σου προς Θεόν έρωτος, παμμάκαρ!»
Το πρώτο σημείο βεβαίως στο οποίο μένει ο υμνογράφος, ήδη στην αρχή του εσπερινού, είναι το «αυτόκλητον» της παρουσίας του στη Βουλή του αυτοκράτορα. Χωρίς να τον οδηγήσουν εκεί, ο ίδιος παρουσιάζεται προκειμένου με χαρά και ανδρεία να δηλώσει ότι είναι χριστιανός. «Χαίρων αυτοκινήτοις ορμαίς προς τους αγώνας ανδρικώς προσεχώρησας».  Κι είναι ένα σημείο που χρήζει απαντήσεως, δεδομένου ότι η Εκκλησία μας γενικώς δεν δέχεται την «εισπήδησιν», δηλαδή την με πρωτοβουλία του πιστού αναζήτηση του μαρτυρίου. Το βλέπουμε όμως αυτό στον άγιο Γεώργιο, όπως και σε άλλους μεγάλους μάρτυρες. Τι εξήγηση δίνει ο εκκλησιαστικός ποιητής μέσα από την εν γένει ακολουθία; Η απάντηση είναι πράγματι εκπληκτική: ο ποιητής παρομοιάζει τον άγιο Γεώργιο – κάτι που δεν το συναντάμε συχνά στους ύμνους για άλλους μάρτυρες – με τον προφήτη Ηλία. Χωρίς να αναφέρει ρητά το όνομα του ζηλωτή προφήτη παραπέμπει σ’ αυτόν, προκειμένου να ερμηνεύσει τον τρόπο δράσεως του Γεωργίου. «Επιπαφλάζον πυρ το της απάτης ου φέρων βλέπειν, Άγιε, ως ο πυρίπνους και ζηλωτής, ανομούντας διελέγχων∙ Ουκ έστιν άλλος, έλεγες, Θεός ως ο Κύριος». Δηλαδή: Άγιε Γεώργιε, επειδή δεν άντεχες να βλέπεις να κυριαρχεί η φωτιά της απάτης, έλεγες σαν τον πύρινο και ζηλωτή προφήτη που έλεγχε τους άνομους: Δεν υπάρχει άλλος Θεός όπως ο Κύριος.  Ο ζήλος λοιπόν για την πίστη του Χριστού και η αγανάκτηση του αγίου μπροστά στο φαινόμενο της κυριαρχίας της απάτης ήταν το ποιητικό αίτιο της αυτόκλητης παρουσίας του στη Βουλή, συνεπώς και του μαρτυρίου του.
Ο υμνογράφος όμως επιμένει: συνδέει τον φλογερό ζήλο του αγίου Γεωργίου με την φλόγα της πίστεως που έφερε ο Χριστός. Αν δηλαδή ο αθλοφόρος Γεώργιος είχε τέτοια θέρμη στην ψυχή του, ώστε μόνος του να οδηγηθεί στα μαρτύρια, ήταν γιατί ο ίδιος ο Χριστός άναψε τη φλόγα της πίστεως μέσα του. «Πυρ το του Λόγου όπερ ήλθε Μάκαρ, βαλείν εις κόσμον άπαντα, σου καθαψάμενος της ψυχής, στέγειν όλως ουκ εία, αλλά θερμώς ανέκραζες∙ Χριστός μοι στερέωμα». Δηλαδή: Μακάριε, η φωτιά του Λόγου του Θεού, που ήλθε να βάλει σε όλον τον κόσμο, άγγιξε την ψυχή σου και δεν σε άφηνε  να την κρατάς μέσα σου, αλλά με θέρμη φώναζες δυνατά: ο Χριστός για μένα είναι το στήριγμα. Είναι περιττό βεβαίως να θυμίσουμε ότι ο ύμνος στηρίζεται όχι σε μια έμπνευση του υμνογράφου, αλλά στον λόγο του ίδιου του Κυρίου, που είχε πει: «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην  και τι θέλω ει ήδη ανήφθη». Φωτιά ήλθα να βάλω στη γη και τι άλλο θέλω, αν ήδη έχει ανάψει! Είθε η φωτιά αυτής της πίστης να αγγίξει και τη δική μας ψυχή, με τις πρεσβείες του αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, ιδίως όταν η νύκτα των πειρασμών μάς σπρώχνει από παντού προς τη χάρυβδη των παθών. Εκείνος πράγματι έχει τη δύναμη, με την παρρησία του προς τον Κύριο, να μας σώζει. «Νυξ με πάντοθεν πειρασμών επιπολάζει και ανενδότως συνωθεί με προς την χάρυβδιν των παθών, Γεώργιε, αλλά προφθάσας διάσωσον».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ, ΠΗΓΑΣΙΟΣ, ΑΦΘΟΝΙΟΣ, ΕΛΠΙΔΗΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΣ

«Οι άγιοι αυτοί ήταν Πέρσες και από τους μεγάλους αξιωματούχους κοντά στον βασιλέα των Περσών Σαβώριο. Ο Ακίνδυνος λοιπόν, ο Πηγάσιος και ο Ανεμπόδιστος, από μεγάλη αγάπη προς την αληθινή πίστη ομολογούσαν τον Χριστό, και γι’  αυτόν το λόγο συνελήφθησαν. Τους κρέμασαν και τους κτύπησαν, ενώ στη συνέχεια τους κατέκαψαν τα πλευρά με φωτιά. Επειδή ο βασιλιάς άρχισε να βλασφημεί τον Χριστό, οι άγιοι τον κατεδίκασαν σε αφωνία, από την οποία έπειτα τον έλυσαν. Κατόπιν τους άπλωσαν σε πυρακτωμένα σιδερένια κρεβάτια, αλλά έπεσε καταρρακτώδης βροχή που έσβησε τη φωτιά, ενώ με την προσευχή τους έριξαν το άγαλμα του Δία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να τους βάλουν σε λέβητες γεμάτους από μόλυβδο που κόχλαζε, μένοντας όμως ανέπαφοι. Μπροστά στο θαύμα αυτό ο Αφθόνιος πιστεύει στον Χριστό, γι’ αυτό και αμέσως του έκοψαν το κεφάλι. Τους έβαλαν στη συνέχεια σε βοδινούς θύλακες,κι ενώ τους έριξαν στη θάλασσα, σώθηκαν, γι’  αυτό και πίστεψε στον Χριστό και ο Ελπιδηφόρος, που ήταν ο πρώτος της Συγκλήτου, μαζί με επτά χιλιάδες ακόμη άλλους. Όλων αυτών έκοψαν αμέσως τα κεφάλια. Τα μαρτύρια των αγίων Ακινδύνου, Πηγασίου και Ανεμποδίστου συνεχίστηκαν: τους πέταξαν σε βόθρο γεμάτο από θηρία, κι αφού κι από αυτό έμειναν αβλαβείς, πίστεψε και η μητέρα του βασιλιά. Το τέλος της αθλήσεώς τους ήρθε όταν τους έβαλαν μέσα σε κάμινο πυρός».
Δημιουργείται μία απορία, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε μεγάλα και φοβερά μαρτύρια αγίων: πώς με τη χάρη του Θεού τα αντέχουν, τα υπερβαίνουν παραμένοντας αβλαβείς και ανέπαφοι, αλλά στο τέλος υποκύπτουν και φεύγουν από τη ζωή αυτή «ηττημένοι»; Από το συναξάρι για παράδειγμα των αγίων σήμερα φαίνεται ότι αυτοί, ενώ παρουσιάζονται ως οι αδύναμοι, είναι τελικώς οι ισχυροί: τα μαρτύρια δεν τους «αγγίζουν» δραστικά, οι ίδιοι προκαλούν και λύνουν την αφωνία στον βασιλιά, ρίχνουν με την προσευχή το άγαλμα του Δία. Πώς λοιπόν οι «υπερφυσικά δυνατοί» στο τέλος «χάνουν»; Η απάντηση μάλλον δεν πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα: Πρώτον∙  η χαρισματική υπέρβαση των μαρτυρίων φανέρωνε μέσω των αγίων  την παντοδυναμία του Χριστού, η οποία λειτουργούσε ως πρόκληση για να αποκτήσουν πίστη σ’  Εκείνον οι καλοπροαίρετοι ειδωλολάτρες. Και φάνηκε: όχι μόνον ο Αφθόνιος και ο Ελπιδηφόρος, αλλά και η ίδια η μάνα του βασιλιά, όπως και χιλιάδες άλλοι,  μεταστράφηκαν στην αληθινή πίστη. Με άλλα λόγια το μαρτύριο των αγίων λειτούργησε εκεί – και λειτουργεί πάντοτε σε όλους τους αιώνες – ως το δραστικότερο  κήρυγμα, ως η σπουδαιότερη ιεραποστολή. Δεύτερον∙ παρ’  όλη την διά των αγίων φανερούμενη παντοδυναμία του Χριστού οι ίδιοι ηττώνται: φεύγουν από τη ζωή αυτή με τραγικό τρόπο. Αλλά με τον τρόπο αυτό μετέχουν του Πάθους του Κυρίου, επιβεβαιώνουν ότι «διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού», εφαρμόζεται σ’ αυτούς το «διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες  ημάς εις αναψυχήν». Το μαρτύριο, όπως γνωρίζουμε, είναι ο μονόδρομος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα από το πάθος οι άγιοι δοξάζονται, καθώς γίνονται μέτοχοι της Αναστάσεως του Χριστού. Το μαρτύριο, ορθά βιούμενο, εκβάλλει πάντοτε στην Ανάσταση. Και το σημειώνει ο άγιος υμνογράφος: οι άγιοι απολαμβάνουν τώρα την τρυφή, εμφορούνται από το φως του Θεού, κλήρος τους έγινε η αιώνια ζωή. «Οι τρυφής απολαύοντες και φωτός εμφορούμενοι και ζωήν αιώνιον κληρωσάμενοι». Σπεύδει όμως ο υμνογράφος να διευκρινίσει αυτό που υφίσταται σε όλους τους αγίους: η μετά τον μαρτυρικό θάνατο των αγίων απολαβή στον Παράδεισο δεν σημαίνει διαγραφή του ενδιαφέροντός τους για την εδώ ζωή, με την έννοια της απάθειάς τους ως προς τους χειμαζόμενους εν Χριστώ αδελφούς τους στον κόσμο τούτο. Απολαβή στον Παράδεισο σημαίνει «πρόσωπον προς πρόσωπον» σχέση με τον Χριστό, πληρότητα ένταξης στη ζωή Εκείνου, συνεπώς και αύξηση της αγάπης τους προς τους συνανθρώπους τους. Δηλαδή, οι άγιοι ναι μεν βρίσκονται «ασφαλείς» στον Παράδεισο, αλλά το μυαλό τους και η καρδιά τους είναι εν αγάπη  και σε εμάς, γι’ αυτό και προσεύχονται με τη δύναμη πια που έχουν στον Κύριο να μας σώζει από τους κινδύνους και όλες τις κακώσεις. «Κινδύνων λυτρώσασθε και δεσμών και φυλακής και παντοίας κακώσεως, τη θεόφρονι προς Θεόν παρρησία κεχρημένοι, και συμπάθειαν δεικνύντες, την αληθώς χριστομίμητον».
Τα δεδομένα υφίστανται και τα ζούμε: και στον κόσμο τούτο ζούμε με θλίψεις και δοκιμασίες, αλλά και στον ουρανό έχουμε, πέραν βεβαίως του ίδιου του Θεού μας,  εκείνους που ενδιαφέρονται για εμάς και δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ: τα εν Χριστώ σωσμένα αδέλφια μας. Τι καλά θα ήταν να συνειδητοποιούσαμε την αλήθεια αυτή και να προσπαθούσαμε καθημερινά να δημιουργούμε φιλικές σχέσεις με εκείνους που όντως μας αγαπάνε και που μέσα στην πανταχού παρουσία του Χριστού ευρισκόμενοι μας παρακολουθούν με συμπάθεια «χριστομίμητον», έτοιμοι να επέμβουν θεραπευτικά στη ζωή μας! Είναι σαν να έχουμε έτσι στα χέρια μας ένα ισχυρότατο όπλο, σαν την αξίνα που έχει ο ξυλοκόπος  για να κόβει τα ξύλα. Αυτό μας διδάσκει και ο υμνογράφος για «την πενταφεγγή των Αθλητών λαμπάδα», τους σημερινούς αγίους: «Η πενταφεγγής των Αθλητών λαμπάς, ως εν δρυμώ ξύλων αξίνη, δαυτικώς εξέκοψε την πλάνην του εχθρού». (Η πενταφεγγής λαμπάδα των αθλητών, σαν αξίνα σε δάσος δέντρων, με δαυιτικό τρόπο έκοψε εντελώς την πλάνη του εχθρού).