Με τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, (που τις
ημέρες αυτές αυτές, 29 Αυγούστου, η Εκκλησία άγει τη μνήμη της αποτομής της
τιμίας του κεφαλής), επιβεβαιώνεται με
τον πιο ανάγλυφο τρόπο αυτό που ο λόγος του Θεού, είτε στην Παλαιά είτε στην
Καινή Διαθήκη, εξαγγέλλει: πρώτον, ο σκοπός του ανθρώπου είναι να βρίσκεται
αδιάκοπα σε ζωντανή σχέση με τον Θεό λόγω της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργίας του –
«ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»∙ δεύτερον, ο
άνθρωπος πρέπει να συνεργαστεί με τον Δημιουργό του για να παραμένει μαζί Του,
αγωνιζόμενος να εξαλείφει κάθε τι από την καρδιά του που εμποδίζει την παρουσία
Εκείνου. «Θεού συνεργοί γαρ εσμέν» (απ. Παύλος).
Και να η απόδειξη.
Ήδη ο προφήτης Ησαῒας, οκτακόσια χρόνια προ Χριστού και προ της εμφανίσεως του
αγίου Προδρόμου, προφητεύει: «θα έλθει ένας απεσταλμένος από τον Θεό που θα
είναι μία φωνή που θα φωνάζει στην έρημο˙ ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε
ίσια τα μονοπάτια που θα διαβεί. Κάθε φαράγγι ας γεμίσει και κάθε όρος και
βουνό ας μικρύνει για να γίνει ομαλό το έδαφος. Και τότε κάθε άνθρωπος, έχοντας
εξομαλύνει το έδαφός του, θα δει την παρουσία του Θεού και τη σωτηρία που
προσφέρει στη ζωή του».
Ο προφήτης ασφαλώς δεν μιλάει για εξωτερικούς επίγειους δρόμους
που θα βαδίσει ο Κύριος, αλλά για τους δρόμους τους εσωτερικούς, «του κρυπτού
της καρδίας ανθρώπου», εκεί που αδιάκοπα επιβλέπει ο Κύριος, διότι εκεί ζει ο
αληθινός άνθρωπος έχοντας την καρδιά ως «βάση» του νου του. «Υιέ μου, δος μοι
σην καρδίαν». Αλλά η καρδιά αυτή, το έσχατο βάθος του νου, λόγω της πτώσεως του
ανθρώπου στην αμαρτία δεν λειτουργεί πια με υγιή τρόπο. Διασπάσθηκε,
αποπροσανατολίστηκε και κυριαρχήθηκε από τα πάθη και τις άτακτες ορμές του
σώματος, ώστε τελικά να άγεται και να φέρεται από αυτά, οπότε ο νους αντί να
είναι ο ηγεμόνας που θα κανονίζει την πορεία του όλου ανθρώπου σε συνάφεια με
τον Δημιουργό του, έγινε δούλος με πλήρη αλλοίωση της φυσικής του θέσεως. Κατά
τον προφήτη και πάλι, «ο άνθρωπος παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και
ωμοιώθη αυτοίς».
Την τραγική αυτή κατάσταση έχει υπ’ όψιν του λοιπόν ο Ησαΐας
και κραυγάζει ότι η καρδιά του ανθρώπου γέμισε από βαθουλώματα και από εξογκώματα,
από μειονεξίες δηλαδή και από αλαζονείες και υπερηφάνειες λόγω της αμαρτίας – «άβυσσος»
ο κόσμος του κάθε ανθρώπου – αλλά εξίσου απαιτείται η συνεργασία του ανθρώπου με τον
Θεό για να επέλθει η συνάντησή τους. Ο μεν Θεός ποθεί βαθύτατα να είναι με τον
άνθρωπο παρέχοντας αφειδώς τη χάρη Του, ο δε άνθρωπος πρέπει ελεύθερα να αποδεχτεί την προσφερόμενη
χάρη. Και το μέγιστο αποδεικτικό γεγονός της αλήθειας αυτής είναι ο ερχομός του
ίδιου του Θεού ως ανθρώπου εν προσώπω Ιησού Χριστού, ο Οποίος όμως ζητάει ως
απόλυτη προϋπόθεση την ανταπόκριση της βούλησης του ανθρώπου – εδώ
αναδεικνύεται και η μοναδικότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου που το «ναι» της στην
κλήση του Θεού θεωρείται «τύπος» για κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο. «Ιδού η
δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου».
Και τι κάνει η χάρη του Τριαδικού Θεού που κατεξοχήν
δίνεται εν Χριστώ με το άγιο βάπτισμα και επιτείνεται με τα άλλα μυστήρια της
Εκκλησίας, ιδίως με τη Θεία Ευχαριστία, όπως Εκείνος αποκάλυψε; Αποδεσμεύει τον
άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας, τα οποία λειτουργούν ως φυλακή και παραλυσία
για τη θέλησή του. Ο χριστιανός έτσι μπορεί να κινηθεί προς τον Χριστό, να
ζήσει τη χάρη Του, μαζί με Εκείνον να ξεριζώσει το κακό και να φυτέψει το καλό.
Με έναν μόνον όρο: ο άνθρωπος να μη ξεφεύγει από τις άγιες εντολές του Κυρίου.
Ή κι αν κάπου ξεφύγει, αμέσως εν μετανοία να επανέλθει. Έτσι, μας διδάσκουν οι
άγιοι Πατέρες μας, φανερώνεται το μεγαλείο του πιστού ανθρώπου. Όσο είναι
προσανατολισμένη, με τη χάρη του Θεού, η θέλησή του εκεί που παραπέμπει το
θέλημα του Θεού, τόσο εξομαλύνονται και ομαλοποιούνται τα πάντα μέσα στην
ύπαρξή του, την ψυχή και την καρδιά του, τη διάνοια και την όποια δύναμή του
ακόμη και του σώματος – οι εντολές του Θεού «ισιώνουν» και φτιάχνουν χώρο για
να λειτουργεί η χάρη του Θεού. Οπότε ο πιστός βρίσκεται σε κοινωνία προσωπική
με τον Χριστό συντονισμένος με Αυτόν και επιτυγχάνοντας τον σκοπό της ύπαρξής
του την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή. Γιατί ο νους του απέκτησε την ηγεμονική
θέση του, αποκαταστάθηκε στη φυσιολογική του κατάσταση. «Τα αρχαία παρήλθε.
Ιδού γέγονε καινά τα πάντα».
