Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (5)


«... σοί γάρ νῦν προσφεύγων ἀνατείνω καί τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν» (ὠδή α΄ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος).
(Γιατί προσφεύγοντας τώρα σέ Σένα, ὑψώνω καί τήν ψυχή καί τή διάνοια).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τοῦ συγκεκριμένου κανόνα πρός τήν Παναγία, ὁ μοναχός Θεοστήρικτος ἤ κατ’ ἄλλους ὁ ἅγιος Θεοφάνης, μᾶς ὑπενθυμίζει, κι ὄχι μόνο σ’ αὐτό τό τροπάριο, ὅτι ἡ σχέση μας μέ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, δέν (μπορεῖ νά) εἶναι μία σχέση ἀσφαλῶς πίστεως ἀλλά ἀδρανής καί θεωρητική. Γιατί ἔτσι παραπέμπει στήν ψιλή καί ἀπογυμνωμένη πίστη γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο μέ ἐντελῶς ἀρνητικό τρόπο οἱ ἀπόστολοι, ὅπως οἱ ἅγιοι Παῦλος καί Ἰάκωβος, δηλαδή ἐκείνη πού δέν ἐμψυχώνεται ἀπό τήν ἀγάπη καί τή θερμή ἀναφορά πρός τόν Θεό, συνεπῶς γιά τήν πίστη πού μπορεῖ νά εἶναι καί δαιμονική: «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι». Ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία, τονίζει, συνιστᾶ κίνηση, προσφυγή, ἀνάταση, κι ὄχι μόνο ἑνός μέρους τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἀλλά σύνολου τοῦ ψυχισμοῦ του. Τρέχω σ’ Ἐσένα ὡς καταφυγή μου, λέει, ὑψώνω τήν ψυχή καί τή διάνοιά μου, ὅλος ὁ ἑαυτός μου βρίσκεται προσανατολισμένος στό πάντιμο πρόσωπό Σου, συνεπῶς κινεῖται καί τό σῶμα μου, ἀφοῦ τό σῶμα «πάει» ἐκεῖ πού τό καθοδηγεῖ ἡ ψυχή. Κι αὐτό γιατί; Διότι «γέννησες τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁπότε Ἐσένα παρακαλῶ πού ἔχεις τέτοια παρρησία ἐνώπιόν Του, νά λυτρωθῶ ἀπό ὅλα τά δεινά τοῦ βίου, ψυχικά καί σωματικά».

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς ἔντασης πού ἔχει ἡ σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Θεό μας: τῆς θερμῆς καί ὁλοκληρωτικῆς ἀγάπης μας πρός Αὐτόν, κατά τήν ἐντολή πού ἔχει δώσει ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Ὅπως ὁ Θεός μας ζητάει τό ἑκατό τοῖς ἑκατό τῆς καρδιᾶς καί τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου – γιατί κι Ἐκεῖνος αὐτό ἔδωσε καί δίνει στόν ἄνθρωπο: ὁλόκληρο τόν Ἐαυτό Του – κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀπαιτεῖται ἡ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί τῆς διανοίας στροφή τοῦ πιστοῦ καί πρός τήν Παναγία. Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ σχέση μας μέ τήν Παναγία φανερώνει τήν ποιότητα τῆς σχέσης μας μέ τόν Χριστό καί τήν Παναγία Τριάδα. Ἄν ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά «δεῖ» τόν Χριστό στό πρόσωπο τῆς Παναγίας, δέν ξέρουμε κατά πόσο μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ αὐτός ὀρθόδοξος χριστιανός. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βασικό κριτήριο τῆς ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας εἶναι ἡ στάση ἀπέναντι στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἄς δοῦμε ὅλους τούς ἁγίους μας. Ὅπως πολλάκις ἔχει τονιστεῖ ἡ θεοτοκοφιλία τους ἦταν ἀπολύτως δεδομένη, σέ βαθμό πού πολλοί ἀπό αὐτούς τή χαρακτήρισαν «Θεόν μετά Θεόν», «κατέχουσα τά δευτερεῖα τῆς Θεότητος».

Τά δεινά τοῦ βίου μας λοιπόν μᾶς σπρώχνουν στή Μάνα μας τήν Παναγία, ὅπως τή μάνα του ἀποζητάει πάντοτε τό μικρό παιδάκι, ἀλλά μέ τρόπο ὄχι ξερό καί ἄνευρο, ἀλλά μέ θερμότητα πίστης καί ἀγάπης. Τότε πράγματι, «πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως», θά βλέπουμε καί τή στοργική ἐπέμβασή της, γιατί σάν Μάνα πάντοτε ἐπιβλέπει σέ μᾶς, χαίροντας μέ τίς χαρές μας καί κλαίοντας μέ τίς θλίψεις καί τούς πόνους μας.