Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ


Ὁ Λεόντιος πάγωσε στή θέση του. Ἡ καρδιά του ἄρχισε νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα. Κρύος ἱδρώτας τόν περιέλουσε. Θέλησε νά φωνάξει καί νά σηκωθεῖ νά φύγει, μά ἦταν ἀδύνατο: τά πόδια του καρφωμένα πάνω στή γῆ δέν ἔλεγαν νά κάνουν ρούπι. Ἡ αὐγή δέν εἶχε ἀκόμη φανεῖ καί ὁ ναός φωτιζόταν ἐλάχιστα ἀπό τά λιγοστά καντήλια. Αὐτό ὅμως πού τόν φόβισε καί τόν τάραξε τό εἶδε καθαρά.

      Διαβαζόταν τό μεσονυκτικό στόν Κεντρικό Ναό τῆς νέας λαύρας τῆς Μονῆς τοῦ ἀγίου Σάββα, ἡμέρα Κυριακή, ὅταν μπῆκε στόν Πρόναο. Εἶχε ἑτοιμαστεῖ νά κοινωνήσει, εἶχε κάνει τόν κανόνα του, διάβασε τίς προβλεπόμενες εὐχές, ἔκανε τίς μετάνοιες του. Τό κελί του στόν νέο αὐτόν χῶρο, τή νέα λαύρα, τοῦ ἄρεσε πολύ. Δέν ἤθελε στήν ἀρχή νά ἐγκαταλείψει τό Μεγάλο Μοναστήρι πού ἀπό μικρός εἶχε εἰσέλθει. Ἡ Μονή τοῦ ἁγίου Σάββα ἦταν φημισμένη γιά τούς ἁγίους ἀσκητές της, γιά τό διακριτικά αὐστηρό πρόγραμμα πού εἶχε καθορίσει ὁ μεγάλος Πατέρας καί ἱδρυτής της ὅσιος Σάββας, κι ἔνιωθε ὅτι ἐδῶ μέ ἀσφάλεια θά πορευόταν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας του. Καί πράγματι, ὅλα τά χρόνια του ἦταν χρόνια ἔντονης ἀσκητικῆς προσπάθειας, «βίας φύσεως διηνεκοῦς» πού λέγανε οἱ παλαιότεροι ἀσκητές γιά τή μονότροπη Πολιτεία. Μά τοῦ τό ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος, ὅταν τόν κάλεσε κάποια ημέρα στό ἡγουμενεῖο: «Λεόντιε, πρέπει τό κενό πού δημιουργήθηκε στή νέα λαύρα ἀπό τούς πλανεμένους ἀδελφούς ὠριγενιστές, νά τό ἀναπληρώσουμε. Θά σέ παρακαλέσω νά εἶσαι καί σύ ἀπό αὐτούς πού θά πᾶνε στόν νέο αὐτόν χῶρο μας. Εἶναι μιά ξεχωριστή εὐκαιρία νά ἁγιαστεῖ ὁ τόπος, πού δέν ξέρω ποιά δαιμόνια μπορεῖ νά τόν ἔχουν μαγαρίσει».


Δέν ἄργησε νά συμφωνήσει. Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι πάντοτε ὁ ἴδιος ἦταν τέκνο ὑπακοῆς – τό «ναί» του σέ κάθε κέλευσμα καί προτροπή τῆς Μονῆς σ’ αὐτόν ἦταν ἄμεσο, χωρίς νά τό θέτει ὑπό τή δική του κρίση – τώρα ἔβλεπε καί τή λογική τοῦ πράγματος. Ἡ Μονή τους εἶχε πονέσει ἀπό αὐτό πού εἶχε συμβεῖ κάποιο διάστημα πρίν. Μία ὁμάδα ἀδελφῶν της εἶχε  ἐπηρεαστεῖ ἀπό τίς κακοδοξίες τοῦ σπουδαίου κατά τά ἄλλα θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας Ὠριγένη κι εἶχε ἀρχίσει νά παρουσιάζει συμπεριφορά πού δέν ταίριαζε στή μοναχική ἰδιότητα. Οἱ ἀδελφοί αὐτοί πίστεψαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνεπῶς καί τό Μοναστήρι τους, δέν ἀκολουθοῦσαν τήν ὀρθή πίστη∙ ὅτι ἡ ὀρθή πίστη ἐκφραζόταν καλύτερα μέ αὐτά πού ἔλεγε καί ἔγραφε ὁ Ὠριγένης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπηρεασμένος ἀπό τή φιλοσοφία τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, διέγραφε τήν «ἱστορική» Ἐκκλησία καί κήρυσσε μία «πνευματική» ἐκδοχή της, ὁπότε παρέσυρε τούς ὀπαδούς καί ἀκολούθους του σέ ἀτραπούς πού τούς ἔκανε νά χάνουν τή ζωντανή σχέση τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἀντέδρασε τό μοναστήρι μέ τίς ἐπιλογές τῶν μοναχῶν αὐτῶν, ὁπότε ἐκεῖνοι ἔκριναν καλό ὄχι βεβαίως νά μετανοήσουν καί νά κάνουν ὑπακοή, ἀλλά νά φύγουν καί νά δημιουργήσουν μιά δική τους λαύρα, ἕναν δικό τους μοναχικό συνοικισμό, ὅπου ἐκεῖ ἀπερίσπαστοι νά λατρεύουν τή δική τους «χριστιανική» θεότητα. Ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία βλέποντας τόν μεγάλο κίνδυνο ἀπό τήν ἀλλοίωση τῆς πίστης καί τήν ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε τό ἰσχυρό πνεῦμα τοῦ Ὠριγένη, ἀκόμη καί μετά θάνατον, συγκρότησε μεγάλη Σύνοδο στά μέσα τοῦ 6ου αἰ. κι ἐκεῖ κατέδειξε καί κατεδίκασε τήν πλάνη τῶν ὠριγενιστῶν ἀποκόπτοντας ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἦταν ὀπαδοί του καί δέν μετανοοοῦσαν. Ὴταν ἑπόμενο βέβαια μετά τήν καταδίκη αὐτή οἱ πλανεμένοι ἀδελφοί τοῦ μοναστηριοῦ νά μήν μποροῦν νά σταθοῦν στή νέα αὐτή λαύρα, πού ἐξηρτᾶτο στήν οὐσία ἀπό τή Μεγάλη Μονή τοῦ ὁσίου Σάββα, καί νά φύγουν. Γρήγορα ἡ νέα αὐτή λαύρα ἐπανδρώθηκε ἀπό ἄλλους ἀδελφούς τῆς Μονῆς, ἕνας τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ ἀββᾶς Λεόντιος, ὑπακούοντας, καθώς εἴπαμε, στήν προτροπή τοῦ ἡγουμένου.

Γρήγορα ὁ Λεόντιος προσαρμόστηκε στόν νέο χῶρο, εἶδε τόν ἡσυχαστικό χαρακτήρα τῆς λαύρας, δοξολόγησε τόν Θεό πού διά τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ ἔδωσε τή νέα αὐτήν εὐκαιρία ἁγιασμοῦ του, ἀποδύθηκε σέ νέους ἀσκητικούς ἀγῶνες. Καί, νά, πού τή συγκεκριμένη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ ἀποβραδίς ἐπιτέλεσε ὅ,τι προέβλεπε τό τυπικό γιά τήν ἑτοιμασία τῆς Θείας Κοινωνίας, πῆρε τόν δρόμο ἀπό τό κελί του πού τόν ἔφερνε ξημερώματα στόν Κεντρικό Ναό. Ἡ καρδιά του φτερούγιζε στή σκέψη πού γιά μία ἀκόμη φορά θά γινόταν σύσσωμος καί σύναιμος μέ τόν Κύριο, καθώς ἡ βρώση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πόση τοῦ ἁγίου αἵματός Του θά ἐνεργοποιοῦσε στήν ὕπαρξή του τή δωρεά νά εἶναι μέλος Κυρίου ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του.
Μπῆκε λοιπόν ἀπό τούς πρώτους στόν Ναό, πρῶτα στόν Πρόναο, ἔκανε τίς μετάνοιες του, ἀσπάστηκε τίς εἰκόνες τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας Μητέρας Του, καθώς καί ὅλων τῶν φίλων του ἁγίων. Ἡ θέση του ἦταν συγκεκριμένη λόγω τῶν πολλῶν χρόνων του στό Μεγάλο Μοναστήρι: κοντά στόν προεστῶτα τῆς νέας λαύρας, σέ θέση πού ἔβλεπε πολύ καθαρά τό ἱερό ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, καί μάλιστα τό δεξιό τμῆμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Καί τότε εἶδε αὐτό πού τόν ἀκινητοποίησε καί τόν «πάγωσε»∙ πού τόν ἔκανε νά μήν μπορεῖ νά σύρει κανένα βῆμα πιά∙ πού ἔκανε τήν καρδιά του νά κτυπᾶ ἀκανόνιστα καί ἄρρυθμα: Μιά φιγούρα μεγάλη μέσα στό Ἱερό, στά δεξιά τοῦ Θυσιαστηρίου, ἕναν ἄγγελο πού τό μέγεθός του φάνταξε τεράστιο στά μάτια του! Ὄχι, δέν εἶχε ξαναδεῖ ἄγγελο οὔτε ἀγγέλους κι οὔτε ἤθελε. Πίστευε ὅτι ἀσφαλῶς καί ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς καί ἐπιδροῦν θετικά στή ζωή μας, ἀλλά μποροῦν καί τούς βλέπουν οἱ ἅγιοι, οἱ προχωρημένοι πνευματικά, αὐτοί τῶν ὁποίων οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί διανοίγονται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γιά νά βλέπουν καί τό βάθος ἀκόμη τῆς πραγματικότητας. Ὁ ἴδιος ὅμως τί ἤτανε; Σκόνταφτε πολύ συχνά, παρ’ ὅλη τήν ἡλικία του, στά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του, ἔβλεπε ὁλοκάθαρα τόν ἑαυτό του μέ τόν τρόπο πού ἔλεγε ὁ Κύριος, ἕνα μηδενικό δηλαδή, ἀφοῦ τά λόγια Του ἦταν ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»! «Ἔνα τίποτε εἶμαι», ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του, καί τό πίστευε ἀκράδαντα. «Πῶς λοιπόν ἐγώ μέ τέτοια δεινή πνευματική κατάσταση θά δῶ ἀγγέλους; Συνεπῶς, ἤ εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας μου ἤ ὁ Πονηρός μέ δουλεύει μέ τόν καλύτερο τρόπο». Αὐτό τόν τρομοκράτησε καί τόν ἔκανε νά μείνει σάν πέτρα.
Κυριάρχησε λίγο στόν ἑαυτό του, ἴσα γιά νά σύρει σάν πεθαμένος τά βήματά του ἔξω καί πάλι ἀπό τόν Ναό. Βγῆκε τελικά, χωρίς κανείς νά τοῦ πεῖ τίποτε, κι ὅλα τοῦ φάνηκαν ξένα κι ἀλλόκοτα. Ὁ χῶρος πού μέχρι πρό τινος τοῦ χαμογελοῦσε, ἦταν τώρα κίνδυνος γι’ αὐτόν.  Ὁ φόβος εἶχε ἁλώσει τήν ψυχή του καί τόν ἔκανε νά σέρνεται σάν κυνηγημένος. Τί κι ἄν ἤτανε Κυριακή καί σέ λίγο θά ξεκινοῦσε μέ λαμπρότητα ἡ Θεία Λειτουργία; Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν νά φτάσει γρήγορα στό κελί του καί νά κλειδωθεῖ σ’ αὐτό. Ἄνοιξε μέ δυσκολία καί μέ κρατημένη τήν ἀναπνοή τή θύρα, ἔκλεισε καί σωριάστηκε σ’ ἕνα κάθισμα. Ἡ ἀναπνοή του ἦταν βαριά καί πέρασε κάποια ὥρα μέχρι νά βρεῖ τόν συνηθισμένο της ρυθμό.
Τό κελί του ἄρχισε νά παίρνει τίς συνηθισμένες του διαστάσεις καί οἱ λογισμοί του λίγο νά ἠρεμοῦν καί νά τακτοποιοῦνται. Ἡ ὀπτασία πού εἶδε, ἡ «ὅρασή» του ἄρχισε νά γίνεται ἀντικείμενο λογικῆς ἐπεξεργασίας, ἀλλά καί πνευματικοῦ προσδιορισμοῦ.
«Γιατί φοβήθηκα τόσο;» ἄρχισε νά διερωτᾶται. «Πιστεύω στόν Κύριο, πιστεύω στούς ἁγίους ἀγγέλους Του, πιστεύω στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὅλα βρίσκονται μέσα στήν ἐνέργεια Ἐκείνου. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού μέ φόβισε; Ὁ ἅγιος ἄγγελος; Ὅμως ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος νά βλέπω ἀγγέλους. Συνεπῶς τί ἦταν αὐτό πού εἶδα; Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως ὁ φόβος δέν εἶναι σημάδι τῆς ἔλλειψης ἀγάπης μέσα στήν καρδιά μου; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης στήν Α΄ Καθολική ἐπιστολή του δέν λέει ὅτι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»; Συνεπῶς, ὅ,τι εἶδα ἦταν κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ γιά νά καταλάβω πόσο ἐλλειμματικός εἶμαι καί στήν πίστη καί στήν ἀγάπη. Θεέ μου, συγχώρεσέ με∙ Κύριε, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό!».
Ἔπεσε στά γόνατα ὁ Λεόντιος καί τό πρόσωπό του χάθηκε στό δάπεδο τοῦ κελιοῦ του. Τά δάκρυά του ἄρχισαν νά πληθαίνουν καί νά ρέουν σάν μικρό ποτάμι. Καταλάβαινε τή μικρότητα καί τήν ὀλιγότητά του κι ἄρχισε ἀπό τή μιά νά παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν ἐλεήσει, ἀπό τήν ἄλλη νά τόν δοξολογεῖ πού τοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία, ἔστω καί μέσα ἀπό τή φοβερή γι’ αὐτόν ὅραση, νά δεῖ τά πραγματικά ὅριά του. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔλεγε καί ξανάλεγε, ἐνῶ τό στῆθος του τρανταζόταν ἀπό τό βίωμα τῆς μετανοίας του.
«Λεόντιε!», σάν νά ἄκουσε μέσα στίς θρηνητικές κραυγές του μιά φωνή πού τόν προσφωνοῦσε. «Λεόντιε!». Ξαφνιάστηκε καί ἀνασήκωσε τό κεφάλι νά δεῖ ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ φωνή, χωρίς ὅμως – κι αὐτό τόν παραξένεψε – νά φοβηθεῖ καθόλου αὐτήν τή φορά. Ἦταν σάν νά ἄκουγε πολύ καθαρά τώρα τό ὄνομά του, ἀλλά ἀπό κάποιον πολύ ἀγαπημένο του, ἀπό ἕναν καρδιακό φίλο του, γι’ αὐτό καί στράφηκε μέ χαρά θαρρεῖς πρός τή θύρα τοῦ κελιοῦ του. Τίποτε ὅμως! Κανένας! Ἡ φωνή ὅμως συνέχισε νά τόν καλεῖ: «Λεόντιε!».
Ἄρχισε νά καταλαβαίνει. Ἡ φωνή ἠχοῦσε στά αὐτιά του καθαρά, ἀλλά ἀπό τό μέρος θά ἔλεγες τῆς καρδιᾶς. Πῆγε καί πάλι νά προσκυνήσει, ἀλλά μέ ἐπίγνωση αὐτήν τή φορά, χωρίς νά βλέπει κάτι∙ μόνον ἄκουγε.  «Λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος σου ἀκούει». «Λεόντιε!», ἄκουσε καί πάλι. «Δέν εἶμαι ὁ Κύριός μας. Εἶμαι ὁ ἄγγελός του πού λίγο πρίν στόν Ναό ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά μέ δεῖς. Εἶμαι ὁ ἄγγελος τοῦ Ναοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός μας θέλησε νά δεῖς μέ ἄμεσο τρόπο κι ἐσύ ὅτι βρίσκομαι ὡς φύλακας τοῦ Ναοῦ. Ἀπό τότε πού ἐγκαινιάστηκε τοῦτο τό θυσιαστήριο, σέ μένα ἀνατέθηκε νά κατοικῶ σ’ αὐτό».
Ὁ Λεόντιος ἔνιωσε τήν καρδιά του νά δυναμώνει∙ νά γιγαντώνεται. Ἦταν βέβαιος τώρα ὅτι πράγματι ἐπρόκειτο γιά ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ὁ φόβος πού τόν εἶχε αἰχμαλωτίσει πρίν εἶχε φυγαδευτεῖ κι ἕνα κύμα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης κυριαρχοῦσε μέσα του. Ξανάπεσε μέ τό πρόσωπό του στό ἔδαφος καί μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης αὐτήν τή φορά ἄρχισε νά προσεύχεται καί νά δοξολογεῖ τόν Κύριο. Ἀπότομα σηκώθηκε, ἄνοιξε τή θύρα τοῦ κελιοῦ του καί σχεδόν τρέχοντας κατέβηκε καί πάλι στόν Ναό. Τώρα ἤξερε: Ὁ Κύριος τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει τόν ἄγγελό Του∙ ἡ δική του πίστη τώρα τόν ἔκανε νά βλέπει καί τόν δικό του προσωπικό ἄγγελο, πού ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίστηκε καί ἔγινε «ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Στή θέση του μέσα στόν Ναό μετέσχε στό ὑπόλοιπο τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐνῶ μέ κατάνυξη μεγάλη καί μέ θερμό πόθο κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Τόν ἄγγελο τοῦ Ναοῦ δέν τόν ξαναεῖδε, ὅπως τήν πρώτη φορά. Τόν ἔβλεπε ὅμως πάντοτε μέ τήν ὅραση τῆς πίστης πού τοῦ χάριζε ὁ Κύριος καί τοῦ μιλοῦσε νοερῶς σάν σέ ἀγαπητό του φίλο.
                                           (Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 4)