Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;

Το ερώτημα δεν τίθεται ρητορικά. Ήδη έχει τεθεί προ πολλών χρόνων από μεγάλους μελετητές του χριστιανισμού, στην προσπάθειά τους να ψαύσουν τις βάσεις της χριστιανικής πίστεως. Κι ο λόγος είναι απλός: το να είναι κανείς χριστιανός σημαίνει ότι αντιστρέφει τα κριτήρια του κόσμου και της ίδιας της ανθρώπινης φύσεως, απαρνείται ό,τι ο κόσμος θεωρεί δεδομένο, επιλέγει πάντοτε τη ζωή Εκείνου, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο για να τον αλλάξει και να τον φέρει κυριολεκτικά άνω-κάτω, λόγω της αλλοιώσεως αυτού του κόσμου από την αμαρτία, συνεπώς να τον επαναφέρει στην ορθή του κατεύθυνση. Είναι γνωστό άλλωστε ότι τελικώς έτσι ορίζεται ο χριστιανός από τους αγίους μας: ως «μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» (άγ. Ιωάννης της Κλίμακος).

Στην πραγματικότητα το ερώτημα τέθηκε από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. «Άραγε, όταν έλθει ο υιός του ανθρώπου και πάλι επί της γης, θα εύρει την πίστη στους ανθρώπους;» (πρβλ. Λουκ. 18,8). Και το ερώτημα αυτό, η αμφισβήτηση της βεβαιότητας για την ύπαρξη χριστιανών, ετίθετο στη συνέχεια και από τους μαθητές του Χριστού, τους αγίους αποστόλους. Όταν ο απόστολος Παύλος, για παράδειγμα, καλούσε τους Κορινθίους και δι’ αυτών όλους τους πιστούς να μιμηθούν τη ζωή του – «μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄Κορ. 4, 16) - τι άλλο εννοούσε παρά ότι η απόκλιση από τον Κύριο ήταν ο εύκολος δρόμος;

Κι αξίζει να δει κανείς πιο συγκεκριμένα σε τι καλούσε ο απόστολους τους πιστούς για να τον μιμηθούν. Όχι ασφαλώς σε μία ζωή ανέσεων και απολαύσεων, στο κυνηγητό του χρήματος και των υλικών αγαθών, στη θήρευση της ανθρώπινης δόξας και των μεγάλων θέσεων, ό,τι δηλαδή συνιστά αυτό που λέμε αμαρτία: τη φιληδονία, τη φιλαργυργία, τη φιλοδοξία, τα παρακλάδια της φιλαυτίας και του εγωισμού. Ο απόστολος καλούσε τους Κορινθίους και όλους σε μία ζωή στέρησης και εγκρατείας, ταπείνωσης και αδοξίας, κόπου και μόχθου, σε πράγματα δηλαδή που με τα κριτήρια του κόσμου θεωρούνται παραδοξότητες και παραλογισμοί, που δεν ταιριάζουν στον «φυσιολογικό» άνθρωπο. «Μου φαίνεται πως ο Θεός σε μας τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε  στο στάδιο. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και γι’  ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί για χάρη του Χριστού, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στον Χριστό. Εμείς είμαστε αδύναμοι, ενώ εσείς είστε δυνατοί. Εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι. Ως αυτήν την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου, ώς αυτή την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας» (Πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 9-13).

Τα λόγια του είναι φωτιά. Νιώθει ότι καίνε τους παραλήπτες της επιστολής του. Γι’  αυτό και τους εξηγεί. «Δεν σας τα λέω για να σας ντροπιάσω, αλλά να σας νουθετήσω σαν παιδιά μου αγαπητά. Γιατί είμαι ο πατέρας σας που σας αναγέννησα μέσω του ευαγγελίου» (4,14). Η εξήγησή του γίνεται για να καλέσει και τους πιστούς στον αληθινό χριστιανισμό. «Μιμηταί μου γίνεσθε». Ό,τι ζω εγώ, σαν να τους λέει, δεν είναι μόνο για εμένα ή και για τους άλλους αποστόλους. Είναι για όλους. Διότι ο Χριστός σε ένα ευαγγέλιο κάλεσε τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις.

Και πράγματι. Αυτά που λέει ο απόστολος, η κλήση του να μιμηθούν και οι άλλοι τη ζωή του, είναι τα ίδια τα λόγια του Κυρίου που καλούσε τους ανθρώπους σε «μίμηση» της δικής Του ζωής: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34). Τι  άλλο έκανε και ο απόστολος Παύλος από το να καλεί τους μαθητές του σε απάρνηση του εγωιστικού εαυτού τους και άρση του σταυρού τους, προκειμένου να ακολουθήσουν τον Χριστό; Διότι ακριβώς η ακολουθία του Χριστού γίνεται στον βαθμό που ο άνθρωπος διαγράφει την αμαρτία και τις δεσμεύσεις της στη ζωή του. Δεν μπορεί κανείς να χαϊδεύει τα πάθη του και να είναι ταυτόχρονα με τον Χριστό. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24).

Έτσι κατανοεί κανείς εύκολα ότι η σκληρότητα της χριστιανικής ζωής, λόγω της συνεχούς εγκρατείας, της ταπείνωσης, της διαρκούς προσφοράς, είναι ο δρόμος για να είναι κανείς με τον Χριστό, να ζει Εκείνος μέσα του, να χαίρεται από την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Η οδύνη με άλλα λόγια της άσκησης αυτής οδηγεί, όπως σημειώνουν πολλές φορές οι άγιοί μας, στην ηδονή της παρουσίας του Θεού. Αυτό είναι το άλλο παράδοξο της χριστιανικής ζωής που δεν φαίνεται να κατανοεί όχι μόνον ο εκτός της πίστεως άνθρωπος, αλλά πολλές φορές ούτε κι εμείς οι θεωρούμενοι χριστιανοί. Συνεπώς αρνείται ο χριστιανός τη γοητεία και τη λογική του διαβρωμένου από την αμαρτία κόσμου τούτου, διότι θέλγεται και γοητεύεται από τη λογική του καινούργιου κόσμου που έφερε ο Χριστός.

Τα παραπάνω δύσκολα, γίνονται αποδεκτά μόνον κάτω από δύο βασικές προϋποθέσεις: (1) Ο άνθρωπος είναι βαπτισμένος στο όνομα της αγίας Τριάδος, που σημαίνει είναι μέλος της Εκκλησίας, μέλος του σώματος του Χριστού, συνεπώς και η κατανόηση και η ενεργοποίηση της ζωής αυτής γίνεται με τη χάρη του Θεού. Ο αβάπτιστος, ο εκτός της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν κατανοεί, όχι μόνο δεν μπορεί να πράξει, αλλά συνήθως διακωμωδεί και ειρωνεύεται. Και δικαίως. Διότι κινείται με βάση τον παλαιό άνθρωπο, τον ενεργούμενο από την αμαρτία και τον διάβολο. (2) Ο κόσμος αυτός  στον οποίο βρισκόμαστε, είναι ο κόσμος μεν του Θεού, αλλά ο φθειρόμενος και παρερχόμενος. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α΄Κορ. 7, 31). Ο χριστιανός με την ένταξή του στο σώμα του Χριστού εισέρχεται σε μία νέα πραγματικότητα που «πατάει» μεν στη γη, αλλά τρέφεται από τον ουρανό. Ο κόσμος δηλαδή αυτός δεν είναι το τέλος και ο σκοπός. Είναι το πεδίο του αγώνα, για να εισέλθουμε στην πραγματική πατρίδα, τη Βασιλεία του Θεού. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14). Έτσι δεν «κολλάμε» στον κόσμο αυτό οι χριστιανοί, παλεύουμε να αρνούμαστε τη γοητεία και την έλξη που ασκεί, και γι’ αυτό η εγκράτεια και η νηστεία γίνονται χαρούμενα εργαλεία, προκειμένου να διατηρούμαστε ανοικτοί στη χάρη του Θεού, στο σημείο συντονισμού μας με Εκείνον που μας αγαπά παράφορα και θέλει κι εμείς να Τον θέλουμε για να παραμένει στην ψυχή και το σώμα μας.

Υπάρχουν λοιπόν τέτοιοι χριστιανοί, πραγματικοί δηλαδή πιστοί στον Ιησού Χριστό σήμερα; Την απάντηση τη γνωρίζει μόνον ο Θεός. Και την υποψιαζόμαστε κι εμείς στον βαθμό που ανιχνεύουμε τα σημάδια της παρουσίας της χάρης Του στους δικούς Του ανθρώπους: την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την πραότητα, την πίστη, την εγκράτεια. Το καίριο όμως ερώτημα πάντα θα είναι: ανιχνεύουμε τα σημάδια αυτά και στη δική μας ζωή; Που θα πει: ε μ ε ί ς  είμαστε χριστιανοί;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΟΥΣΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΚΑΚΙΟΣ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΙΝΟΣ

«Ο μέγας Πατρίκιος κατηγορήθηκε για την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε ενώπιον του επάρχου Ιουλίου. Αυτός προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει με πολλούς τρόπους, προβάλλοντάς του ως επιχείρημα τα θερμά ύδατα που έβγαιναν από μία πηγή. Του είπε δηλαδή ότι αυτά θερμαίνονται από την πρόνοια των θεών και εκχέονται προς ευεργεσία των ανθρώπων. Ο άγιος μάρτυς απάντησε ότι πράγματι βγαίνουν τα θερμά ύδατα προς ευεργεσία, αλλά από τη δύναμη του Κυρίου Ιησού, ο Οποίος έταξε να υπάρχουν δύο τόποι: ο ένας γεμάτος από αγαθά όπου αναπαύονται οι Δίκαιοι, κι ο άλλος γεμάτος από σκοτάδι και φωτιά, όπου θα κατακριθούν οι αμαρτωλοί μετά την εκ νεκρών ανάστασή τους. Κι ακόμη, συνέχισε ο άγιος, ο Θεός έβαλε τη φωτιά σε όλη την κτίση και την ανέμιξε και στα άλλα στοιχεία αυτής. Και υπάρχει πάνω από το ουράνιο στερέωμα φωτιά και νερό, ενώ το ίδιο υπάρχει και κάτω από τη γη, απ’ όπου και αναδίδονται οι πηγές. Κι εκείνες οι πηγές που πλησιάζουν τη φωτιά εκχέουν θερμό νερό, ενώ οι άλλες που απέχουν από τη φωτιά εκχέουν ψυχρό. Τόνισε δε ο άγιος ότι η φωτιά κάτω από τη γη είναι το κολαστήριο των ασεβών ψυχών, το πιο κάτω δε από όλα νερό πήζει και γίνεται κρύσταλλο, που ονομάζεται Τάρταρος, όπου εκεί έλαχε να κατοικούν οι θεοί των ειδωλολατρών. Κι αφού του είπε πολλά και παρόμοια, πρόσταξε ο άρχοντας να ριχτεί μέσα στα θερμά νερά που ανέβλυζαν. Κι αντί να πάθει κάποια βλάβη ο άγιος, βλάφτηκαν περισσότερο αυτοί που τον έριξαν, ενώ ο ίδιος εξήλθε αβλαβής. Τότε ο άρχοντας διέταξε να θανατωθεί με ξίφος, οπότε μαζί με τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύαινο αποτμήθηκαν οι κεφαλές τους. Τελείται δε η σύναξή τους στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου».  

Μπορεί να μην αντιστοιχούν επακριβώς οι αντιλήψεις του αγίου ιερομάρτυρος Πατρικίου με ό,τι η Εκκλησία μας διδάσκει περί κολάσεως και παραδείσου, όμως τονίζει την κεντρική αλήθεια ότι υφίσταται η κόλαση και ο παράδεισος και ότι το κριτήριο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους για τη μία ή την άλλη κατάσταση είναι η πίστη τους στον Χριστό και ο σύμφωνος με τις άγιες εντολές Εκείνου τρόπος της ζωής τους. Πιστεύεις δηλαδή στον Χριστό και αγωνίζεσαι να προσαρμόζεις τη ζωή σου με ό,τι Εκείνος είπε; Τότε η σχέση σου με τον Θεό θα είναι θετική, γευόμενος την αγαθή παρουσία Του ως Παράδεισο. Διαγράφεις τον Χριστό και ζεις σύμφωνα με τα πάθη σου και τις δαιμονικές επιρροές; Τότε δυστυχώς η σχέση σου με τον Θεό θα είναι αρνητική, όχι γιατί Εκείνος δεν σε θέλει, αλλά γιατί εσύ ο ίδιος διαμόρφωσες την ύπαρξή σου έτσι ώστε να μην Τον… αντέχεις! Ποια τραγωδία και κόλαση μεγαλύτερη πράγματι υπάρχει από το να υφίστασαι την απειρία αγάπης Εκείνου, τον Οποίο εσύ φρόντισες στη ζωή αυτή να μισήσεις στο έπακρο με την εμπαθή ζωή σου;

Ο άγιος Πατρίκιος και οι συν αυτώ άγιοι, Ακάκιος, Μένανδρος, Πολύαινος, τιμώνται από την Εκκλησία μας και ευφραίνονται στην αγκαλιά του Κυρίου τους, διότι κόσμησαν τη στολή της ιερωσύνης τους με όλες τις χάρες του Θεού αγωνιζόμενοι στην πράξη των εντολών Του, ενώ όταν ήλθε η στιγμή της ομολογίας τους κατέστησαν ολόλαμπρη τη στολή αυτή με το αίμα του μαρτυρίου τους, γινόμενοι προπύργια αληθινά της χριστιανικής πίστεως (ωδή α΄) – βάθρα και στερεώματα της πίστεως γίνονται εκείνοι που δίνουν και το αίμα τους για χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού, ακολουθώντας επακριβώς Εκείνου τα ίχνη (ωδή δ΄).

Κι είναι περιττό να σημειώσουμε αυτό που ισχύει για όλους τους μάρτυρες και τους αγίους της Εκκλησίας μας: ποιητικό αίτιο της όλης αγίας διαγωγής του Πατρικίου και των συν αυτώ, και όσο ζούσαν και κατά τον χρόνο του μαρτυρικού τέλους τους, ήταν ο διάπυρος ζήλος τους υπέρ της πίστεως και της ευσεβείας. Κανείς ποτέ δεν αγιάζει, κανείς ποτέ δεν προκόπτει κατά Χριστόν, αν δεν νιώθει μέσα στην καρδιά του πόθο μεγάλο μέχρι θανάτου για Εκείνον και τα Εκείνου. Πρόκειται για το πιο καίριο στοιχείο που μας αποκάλυψε ο Ίδιος ο Κύριος: «εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου». Κίνητρο αδιάκοπο και παντοτινό για τον χριστιανό για να είναι και να παραμένει χριστιανός είναι η αγάπη. Αγάπη που φλογίζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, σώμα και ψυχή, χωρίς να αφήνει περιθώρια χλιαρότητας ή πολύ περισσότερο ψύχους. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης καταγράφει: «Ο θεηγόρος Πατρίκιος αφού πυρώθηκε από τον ζήλο της πίστεως, κατεμάρανε τη φλόγα της πλάνης» (ωδή γ΄).  

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

ΦΟΡΤΙΟ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ!

«Ὥσπερ φορτίον καί γεῶδες ἀχθοφόρημα ὡρᾶτο τοῖς ἐν κόσμῳ περιπατῶν ὁ Τυφλός, καί ἐν ταῖς πλατείαις πόδας συντρίβων, τάχα ὡς ὅρασιν τήν ράβδον πλουτῶν˙ ὅθεν καταφεύγει πρός τόν φωτοδότην, ἐξ οὗ λαμβάνει τό φῶς ὁρᾶν, καί ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ βλέπειν τόν ποιητήν, τόν καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ καί κατ’ εἰκόνα δημιουργήσαντα τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἐκ γῆς τό πρότερον, καί νῦν χοΐ καί πτύσματι, καταυγάσαντα τούτου τάς κόρας, καί δόντα φιλανθρώπως βλέπειν τόν ἥλιον» (εβδομάδα Τυφλού).

(Περπατώντας ο τυφλός και συντρίβοντας τα πόδια του στις πλατείες, έχοντας δήθεν ως όραση τη ράβδο του, φαινόταν στους ανθρώπους του κόσμου σαν φορτίο και βάρος της γης. Γι’ αυτό καταφεύγει προς τον φωτοδότη Κύριο, από τον Οποίο παίρνει το φως της όρασης και να βλέπει με τα μάτια του τον Ποιητή και Δημιουργό, που δημιούργησε καθ’ ομοίωσιν και κατ’εικόνα του Ίδιου τη φύση των ανθρώπων, στην αρχή της δημιουργίας από γη και τώρα από χώμα και φτύσμα, και ο Οποίος καταφώτισε τις κόρες των οφθαλμών του και του έδωσε από την αγάπη Του να βλέπει τον ήλιο).

Με δύναμη ποιητική ο άγιος υμνογράφος περιγράφει τα στάδια που πέρασε ο εκ γενετής τυφλός του Ευαγγελίου, μέχρις ότου θεραπευτεί από τον Κύριο, όχι μόνο σωματικά, αλλά κυρίως και πνευματικά. Πρώτο στάδιο, η οδυνηρή πραγματικότητα στην οποία ζούσε ως αόμματος – μη έχοντας όραση, κυρίως όμως και μάτια˙ άδειες κόγχες ήταν στη θέση των οφθαλμών του. Και η οδύνη του τυφλού, κατά τον υμνογράφο, ήταν διπλή: σωματική πρώτον, γιατί κρατώντας το μπαστούνι του τάχα ως όρασή του συχνά σκόνταφτε και έπεφτε, ιδίως στις πλατείες που ήταν μαζεμένος κόσμος˙ δεύτερον ψυχολογική, γιατί ακριβώς γινόταν, κατά την άποψή του, περίγελως των άλλων ή ακόμη χειρότερα αντικείμενο του οίκτου τους. Ο ποιητής εκφράζει με μοναδικό τρόπο την ψυχολογία του, πλήρη καταθλιπτικών στοιχείων: «είμαι ένα φορτίο για τον κόσμο, ένα βάρος πάνω στη γη!» Ίχνος χαράς και ελπίδας δεν φαίνεται να του δίνει ώθηση για ζωή.

Κι εκεί που όλα είναι γι’ αυτόν «μαύρα» και σκοτάδι, έρχεται το δεύτερο στάδιο: η συνάντησή του με τον Κύριο, ο Οποίος τον πλησιάζει με την άπειρη αγάπη Του, «φιλανθρώπως», για να του δώσει φως και προοπτική, στον κόσμο τούτο αλλά και αιώνια. Ποιες οι κινήσεις του Κυρίου; Ψυχολογικά και πνευματικά, τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε ενοχή: δεν είναι αυτός αίτιος λόγω αμαρτίας δικής του ή των γονέων του, για ό,τι του έχει συμβεί. Το αντίθετο: η ύπαρξή του συνιστά την αφορμή για να φανερωθεί η δόξα του Θεού! «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού μέσα από αυτόν».  Ο αόμματος που στα μάτια των άλλων και τα δικά του θα πρέπει ίσως να μην υπάρχει στον κόσμο είναι στα μάτια του Θεού η ύλη που έχει στα χέρια Του ο Θεός για να λάμψει η δόξα Του! Πόσο οι εκτιμήσεις μας για τον κόσμο, για τους συνανθρώπους μας, για τους εαυτούς μας είναι τις περισσότερες φορές πλανεμένες. Με τι μάτια, διεστραμμένα το συνηθέστερο λόγω της αμαρτίας μας, βλέπουμε εμείς˙ με τι μάτια, καθαρά από την απόλυτη και άπειρη αγάπη Του βλέπει ο ίδιος ο Κύριος!

Κι ακολουθεί το τρίτο και σημαντικότερο στάδιο: ο τυφλός αποκαθίσταται, καθώς γεύεται την εμπειρία του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ: να γίνεται υλικό στα δημιουργικά χέρια του Χριστού που του φτιάχνει μάτια και του δίνει το φως να βλέπει, με αποκορύφωση: να του φωτίσει τα πνευματικά μάτια που ήταν όμως έτοιμα και διψασμένα για τον Δημιουργό τους. Και τα διπλά μάτια του πια,  τα σωματικά και τα πνευματικά, διανοίγονται. Κι αυτό που αντικρίζει είναι η ομορφιά της δημιουργίας, η ομορφιά της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού ανθρώπινης φύσης του, η χαρισματική θέα του Δημιουργού Χριστού, και τότε που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη και τώρα που ο Ίδιος του έφτιαξε τους οφθαλμούς.

Δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος ο θεραπευθείς τυφλός. Ήταν έτοιμη η καρδιά του να γευτεί τον Δημιουργό της, ήταν ήδη πιστός και «χριστιανός» πριν τον συναντήσει ο Κύριος. Μπρος στο μεγαλείο του ανθρώπου αυτού κλίνουμε γόνυ καρδίας, δοξολογώντας τον Θεό μας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει ως τύπο και για εμάς. Και μας λέει ότι μπορούμε και εμείς να απολαύσουμε τη χαρισματική εμπειρία του και να ανοίξουμε τα μάτια μας, ιδίως  τα πνευματικά. Όταν πορευόμαστε εν μετανοία στη ζωή μας. «Έχοντας τυφλωμένα τα μάτια της ψυχής, προσέρχομαι σ’ Εσένα, Χριστέ, όπως ο τυφλός εκ γενετής, κραυγάζοντάς Σου με μετάνοια: Συ είσαι το υπέρλαμπρο φως των εν σκότει της αγνωσίας και της αμαρτίας ανθρώπων» (Κοντάκιο).

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΘΥΡΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΚΑΙ ΘΑ Σ’ ΑΚΟΥΩ!

«Μου είπε ο Γέρων ιερομόναχος π. Ι. Σ., ότι είχε επισκεφτεί τον όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη στο μοναστήρι του, του Τιμίου Προδρόμου, στο Έσσεξ της Αγγλίας, και τον ρώτησε για διάφορα θέματα της πνευματικής ζωής. Μεταξύ άλλων τον ρώτησε και για τον τρόπο εκφοράς των ευχών στη Θεία Λειτουργία, αν πρέπει να γίνονται εις επήκοον ή μυστικώς. Και ο όσιος του απάντησε: “π. Ι., εσύ θα βρίσκεσαι μπροστά στην Αγία Τράπεζα κι εγώ ευρισκόμενος στη θύρα του Ναού θα πρέπει να σε ακούω”».

Είναι από τα θέματα που επανήλθαν τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα, μολονότι ουδέποτε έπαψε να απασχολεί τους κληρικούς αλλά και τους πιο ενημερωμένους από τους πιστούς της Εκκλησίας, ιδίως από την εποχή που ετέθη με μεγαλύτερη ένταση από τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο μέσα στο πλαίσιο της λεγόμενης «λειτουργικής αναγεννήσεως», για την οποία είχε δείξει ξεχωριστό ενδιαφέρον: «Οι ευχές στη Θεία Λειτουργία να λέγονται εις επήκοον ή μυστικώς;» Είναι αυτονόητο ότι επανερχόμενο το θέμα σημαίνει πως δεν λύθηκε, δεν δόθηκε δηλαδή μία οριστική απάντηση κοινά αποδεκτή από όλους, και μάλλον ουδέποτε θα δούμε κάτι τέτοιο στο προσεχές ή και στο απώτατο μέλλον.

Επεχείρησε η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εδώ και αρκετά χρόνια (2004), να δώσει μία απάντηση, να θέσει τις βάσεις μάλλον για μία κοινή κατεύθυνση, αλλά μάλλον ματαίως, διότι οι ίδιοι οι Επίσκοποι, ή κάποιοι απ’ αυτούς - οπότε και οι κληρικοί της περιφέρειάς τους σ’ ένα μεγάλο βαθμό – ακολούθησαν και ακολουθούν  διαφορετική τακτική, τόσο που θα μπορούσε να επαναληφθεί, μ’ έναν τόνο υπερβολής βεβαίως, το λεχθέν ότι «όσοι Έλληνες, τόσες και οι διαφορετικές γνώμες». Και δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός. Διότι αφενός στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν υπάρχει κάτι ομοιόμορφο στο συγκεκριμένο θέμα, αφετέρου τούτο δεν συνιστά θέμα για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Προ καιρού έθεσα τον προβληματισμό σε διαπρεπή καθηγητή  της Θεολογικής Σχολής, ειδικό λειτουργιολόγο, ο οποίος μου διευκρίνισε ότι η Παράδοση έχει καταγράψει πάνω στον τρόπο αυτόν εκφοράς των ευχών «δεκατέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις». Που σημαίνει: είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, η Θεία Λειτουργία ως ο Χριστός προσφερόμενος και θυσιαζόμενος, ως η συνέχεια του Μυστικού Δείπνου, πραγματοποιείται χωρίς καμία διακοπή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι «κάτι δεν πάει καλά!» Η πίστη για τον Χριστό ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η πίστη για την αγία Τριάδα, η πίστη για την Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα του Χριστού, η πίστη για το Πανάγιον Πνεύμα ως το ενεργούν τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, δεν αμφισβητείται, δεν αλλοιώνεται, δεν καταργείται, θέλουμε να πούμε ότι ο προβληματισμός αυτός για τις ευχές, σοβαρότατος και ιερότατος κατά τα άλλα, δεν αποτελεί θέμα δογματικό, γι’ αυτό και οι όποιες ενστάσεις ή πολύ περισσότερο εντάσεις και ειρωνείες(!) μπορεί να εγερθούν από ορισμένους εκφεύγουν των ορίων της Εκκλησίας και της ορθής κατά Χριστόν πνευματικής ζωής.

Είναι κρίμα δηλαδή για ένα τέτοιο θέμα, μη δογματικό επαναλαμβάνουμε, που ο προβληματισμός του θα σήμαινε κλήση προς αγαπητική ένωση των πιστών και αλληλοκατανόησή τους λόγω «παροξυσμού αγάπης», να έχουμε το ακριβώς αντίθετο: κατηγορίες και ερωτηματικά για ελλειμματική θεολογία ή για ελλειμματική πνευματική ζωή. Σε πολλά τέτοια επιμέρους θέματα θα έπρεπε να ισχύει το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Γιατί δεν θίγεται ακριβώς η ουσία. Τι βλέπουμε στην πρώτη Εκκλησία για παράδειγμα στο θέμα του εορτασμού του Πάσχα; Διαφωνεί η Δύση με την Ανατολή και με τον τρόπο της αγάπης συμφωνούν ο καθένας να συνεχίσει τη δική του παράδοση. Το ζητούμενο ήταν και είναι ένα: «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα».

Και λοιπόν; Δεν πρέπει να ερευνούμε για το πιο σωστό ίσως, με την έννοια του πιο κοντινού προς το αρχικό καθεστώς της πρώτης Εκκλησίας και τι εξυπηρετεί τη σύγχρονη ποιμαντική πραγματικότητα; Ασφαλώς και πρέπει. Κι είναι ανάγκη να είμαστε όλοι ανοικτοί προς αυτό που η επιστημονική έρευνα των κειμένων των Πατέρων μας υποδεικνύει. «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω». Που θα πει: έστω κι αν ένας άγιος λειτουργούσε με τον άλφα ή βήτα τρόπο, δεν αποκλείει την αποδοχή αυτού που η έρευνα δείχνει ως το καλύτερο – δεν έχουμε εδώ «μετάθεσιν όρων αιωνίων». Ο άγιος είναι άγιος, μα υπεράνω αυτού είναι η ίδια η Εκκλησία, η οποία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσα από τη φωνή της, την Ιερά Σύνοδο: απολύτως όταν τίθεται θέμα δογματικό, ως πρόταση προς αποδοχή όταν είναι θέμα λειτουργικής ευταξίας. Ποιος μάλιστα πιστεύει ότι αν μία τοπική Εκκλησία στην οποία ζει ένας μεγάλος άγιος πρότεινε μία «ρύθμιση» ενός πρακτικού θέματος, δεν θα έσπευδε να την υιοθετήσει ο μεγάλος άγιος; Γιατί ακριβώς θα ήταν μεγάλος και άγιος λόγω της ταπεινώσεώς του και της υπακοής του προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία του.

Αξίζει να θυμίσουμε εδώ κάτι που μνημονεύει ο άγιος Ιωάννης Μόσχος στο γνωστό «Λειμωνάριόν» του. Κάποιος άγιος ιερέας όταν λειτουργούσε στο μοναστηράκι του, πάντοτε έβλεπε να συλλειτουργούν μαζί του δύο άγγελοι. Κι ήρθε η στιγμή που κάποιος διάκονος, ερχόμενος στον άγιο Γέροντα λόγω της φήμης του ως αγίου, είδε ότι την Πρόθεση για τη Θεία Λειτουργία την τελεί ο Γέροντας με λανθασμένο τρόπο, με τρόπο δηλαδή κάποιας αιρετικής απόκλισης εν αγνοία βεβαίως του ίδιου. Υπέδειξε την πλάνη ο διάκονος, αντέδρασε προς στιγμήν ο άγιος Γέρων, μα στράφηκε προς τους αγγέλους  που μόνον αυτός τους έβλεπε, να τους ρωτήσει για την παρατήρηση του διακόνου. Κι οι άγγελοι αμέσως του είπαν ότι έχει δίκιο ο κληρικός. «Να συμμορφωθείς, Γέροντα». Και στην απορία του, γιατί τόσο καιρό που λειτουργεί δεν του υπέδειξαν την πλάνη εκείνοι, απάντησαν: «Διότι ο Κύριος θέλει ο άνθρωπος να διδάσκεται μόνον από τον συνάνθρωπό του» - μία εφαρμογή θαυμάσια εν προκειμένω του χριστολογικού δόγματος! 

Συμπέρασμα; Αν υπάρχει! Ο άγιος Σωφρόνιος, ως ο βαθύνους και σοφός λειτουργικός άγιος, ως εκείνος που τόνιζε ότι η Θεία Λειτουργία, και μάλιστα του Μεγάλου Βασιλείου, είναι ό,τι σημαντικότερο έχουμε για την προσευχή που περιεχόμενό της έχει τη θεολογία – «μόνον το Ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου υπέρκειται της Θείας αυτής Λειτουργίας» έλεγε – μας προσανατολίζει προς την κατεύθυνση της εις επήκοον εκφοράς των ευχών της Θείας Λειτουργίας. Γιατί όλοι οι πιστοί είμαστε μέλη Χριστού με πνευματική ιερωσύνη ο καθένας λόγω του αγίου βαπτίσματός μας, οπότε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του και από τη θέση του, πρωτίστως ο κληρικός, «τελούμε» τη Θεία Λειτουργία, ή καλύτερα ο καθένας μετέχει στον μόνο Τελετάρχη, τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό που τελεί τα Μυστήρια εν Πνεύματι Αγίω, συνεπώς όλοι πρέπει να ακούμε το τι προσφέρεται στον Κύριο εν προσευχή. Κι ασφαλώς υπάρχει πάντοτε η απορία: γιατί επιτρέπεται να έχει και ο λαϊκός πιστός «βιβλιαράκι» ή πια και το «κινητό» για να βλέπει τα της Θείας Λειτουργίας και να προσεύχεται έτσι, αλλά τούτο δεν επιτρέπεται να γίνεται με τη φωνή του ιερέα;    

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

«Καί σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς…» (Ιωάν. 9, 16)

 Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη.

 1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους  οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής  ως ο Δημιουργός Θεός – τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός βεβαιώνει πλήθος  ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν  - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία  επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.

Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση.

2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου». Και «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου.

3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του.

4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «οὐ δυνάμεθα ἅ εἴδαμεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί τήν λαλιάν τήν ἐμήν οὐ γινώσκετε; Ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τόν λόγον τόν ἐμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ, καί τάς ἐπιθυμίας τοῦ πατρός ὑμῶν θέλετε ποιεῖν».

Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημεῖον ἀντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα τι κάνουμε εμείς; Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

«Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363) καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε από γονείς πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον όσιο Παχώμιο στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου και εντάχτηκε υπό την πνευματική καθοδήγησή του, ενώ αναδείχτηκε ένας από τους πιο αγαπητούς μαθητές αυτού. Πιστός μιμητής του διδασκάλου του στον μοναχικό βίο, τον διαδέχτηκε μετά την κοίμησή του στην ηγουμενία της Μονής. Για την αγνότητα του βίου του και την αγιοσύνη του προικίστηκε από τον Θεό  με τη χάρη της θαυματουργίας. Για την τέλεια  δε ψυχική και σωματική καθαρότητά του έλαβε τον τίτλο ῾Ηγιασμένος᾽. Ο όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε εν ειρήνη το 367» (Ιστολ. «Μέγας Συναξαριστής»).

«Ο μακάριος αυτός αφού μελέτησε τον νόμο του Θεού και καθάρισε την ψυχή του και αναδείχθηκε εύχρηστο και αγιασμένο «σκεύος» του Θεού, αξιώθηκε να χαρακτηριστεί αληθινά άγιος και χριστιανός, ζώντας μαζί με τον μεγάλο Παχώμιο και ακολουθώντας τον τρόπο ζωής εκείνου. Για τον λόγο αυτό αφού κατατρόμαξε ακόμη και τους δαίμονες, όπως λέγει και ο θείος Δαυίδ, και συνέτριψε τα κεφάλια τους με τη μεγάλη του άσκηση, έλαβε τα βραβεία της νίκης από τον Κύριο, ο Οποίος του έδωσε τη χάρη να θεραπεύει κάθε νόσο και ασθένεια των ανθρώπων» (συναξάριο Μηναίου).  

Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8). «Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο,  προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας» (στιχηρό εσπερινού). Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: «Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών» (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. «Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του» (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα,  προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. «Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε» (ωδή η´). Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από  την αδιάκοπη μελέτη του. «Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός» (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και τις επήρειες των ψεκτών παθών του.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

«ΘΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΣΟΥΝ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΕΝΝΗΤΟΙ!»

Είπε ο Γέρων Ανανίας: «Ο δεύτερος Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς λέει σ’ ένα ποίημά του: αν αστοχήσομε, αν ξεχάσομε την πατρίδα και την πίστη «θα μας δικάσουν οι νεκροί και οι αγέννητοι». Αυτοί που θα ’ρθουν. Οι νεκροί έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος και μας παρέδωκαν αυτή την πατρίδα ελεύθερη και μπορούμε να τελούμε τα της θρησκείας μας ακωλύτως. Με ελευθερία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Και αυτό είναι σημαντικό. Και έτσι μπορούμε να μνημονεύομε και εκείνους, να τους ευγνωμονούμε για τη θυσία και την προσφορά τους, να παρακαλούμε για την ανάπαυση της ψυχής των και προ παντός να εμπνεόμεθα από το υπέροχό τους παράδειγμα και να προβαίνομε κι εμείς σε πράξεις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές. Τότε αξίζει κανείς να ζει. Τότε αξίζει κανείς να αισθάνεται. Τότε αξίζει κανείς να λέγεται άνθρωπος και μάλιστα Χριστιανός, και μάλιστα Έλλην Χριστιανός» (Λόγοι για τους ήρωες του 1821).

Ο μακαριστός Γέροντας, ο σοφός και βαθύνους Πατέρας, μας προσγειώνει για μία ακόμη φορά σε ό,τι κατά την πίστη μας θεωρείται πρώτο και μεγάλο. Ποιο είναι αυτό; «Να προβαίνομε σε πράξεις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές»˙ με έμπνευση από τους σπουδαίους προγόνους μας, των οποίων το υπέροχο παράδειγμα πρέπει να ακολουθούμε. Τι έκαναν αυτοί και θεωρούνται πρότυπα; «Έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος». Με σκοπό να έχουμε μία πατρίδα ελεύθερη, ώστε να «μπορούμε να τελούμε τα της θρησκείας ακωλύτως» - αυτό δεν κήρυσσε και ο άγιος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος διδάχος του Γένους; Ποιους έχει επομένως υπ’ όψιν του ο Γέρων Ανανίας; Ασφαλώς τους ήρωες του 1821 και κατ’  επέκταση τους ήρωες του 1940. Διότι αυτοί αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να χαθούν τα ιερά και τα όσια του Γένους μας, σε έξαρση ευρισκόμενοι θρησκευτική και εθνική, αποφάσισαν τον θάνατό τους για να παραμείνει «το αλωνάκι» αυτό της γης ελεύθερο. Γιατί ήταν τ’ άγιο θέλημα του Θεού: «ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για την ελευθερία μας και δεν την παίρνει πίσω» όπως προφητικά είπε ο Γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Στην πραγματικότητα βεβαίως οι ήρωες αυτοί – και πρώτοι τέτοιοι ήρωες για τον μακαριστό π. Ανανία ήταν οι νεομάρτυρες άγιοι -δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να πατήσουν πάνω στα χνάρια του Πρώτου Μάρτυρα της πίστεως, Κυρίου Ιησού Χριστού του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, στα χνάρια των αγίων Αποστόλων Του, στα χνάρια όλων των αγίων μαρτύρων και οσίων της πίστεώς μας. Διότι τι ήρθε να φέρει ο Χριστός και οι μάρτυρές Του άγιοι; Την ελευθερία μας από τη δουλεία της αμαρτίας και του Πονηρού διαβόλου και του θανάτου. Η ελευθερία είναι η φυσιολογία της ανθρώπινης ύπαρξης, ελεύθερους μας έπλασε ο Θεός και την αμαρτία ως υποδούλωση του ανθρώπου σε ξένα στοιχεία από τη φύση του ήλθε ακριβώς να καταργήσει ο αρχηγός της πίστεώς μας. «Τη ελευθερία η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (απ. Παύλος). Είμαστε δηλαδή με τον Θεό; Είμαστε ελεύθεροι. Χάνουμε τον Θεό; Χάνουμε και την ελευθερία μας – έστω κι αν υφίσταται η εξωτερική ελευθερία.

Γι’ αυτό και η σύζευξη των δύο, της πίστεως και της ελευθερίας της πατρίδας, (ποτέ μόνη η ελευθερία της πατρίδας), θεωρείτο δεδομένη για τον π. Ανανία και αυτό έβλεπε στα πρόσωπα των αγωνιστών του Έθνους και του Γένους μας. Σε κάθε ομιλία του, «ευκαίρως, ακαίρως» αυτό εξήγγελλε! Κι εκεί ακόμη που νόμιζες πως «ξεφεύγει», πως λέει κάτι έξω από τη «λογική» σειρά του λόγου του, εκείνος, με την παρεμβολή των ηρώων κυρίως του 1821, είχε τον σκοπό του. Διότι το αδιάκοπα από αυτόν ζητούμενο ήταν η ζωντανή σχέση με τον Κύριο και Θεό μας και τη σχέση αυτή έβλεπε να πραγματοποιούν αν όχι όλοι, τουλάχιστον όμως οι περισσότεροι και πιο προβεβλημένοι μεγάλοι ήρωες. Το βλέπουμε στη μεγάλη αγάπη του, τον Θεόδωρο (Θοδωράκη) Κολοκοτρώνη. Το βλέπουμε στον άγιο, όπως επανελάμβανε, πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, στον Παπαφλέσσα, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη – το άδολο της ψυχής τους μέσα στον οραματισμό της ελευθερίας του Γένους τους «έσβηνε» κατ’ αυτόν και κάθε ίσως αμαρτία τους!

Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την πίστη αυτώνστον Χριστό; Ιδίως ο Κολοκοτρώνης, κατά τον μεγάλο Γέροντα, «είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Έλληνα… Γι’ αυτό έκανε υπομονή με τους Έλληνες. Και μ’ αυτούς ακόμη που δεν τον ήθελαν. Και με όλους τους Έλληνες έκανε ο Κολοκοτρώνης υπομονή μεγάλη και επέδειξε ανεξικακία παραδειγματική. Είχε στην ψυχή του την πίστη στον Χριστό μας. Στον “αφέντη τον Χριστό”, όπως τον έλεγε. Για τον Κολοκοτρώνη ο Χριστός μας, όπως και για όλους μας, είναι το παν. Κι Εκείνος τον στήριξε στις δύσκολες ώρες». Κι αλλού: «Είχε πίστη ο Θοδωράκης. Και στα βουνά, που τον εγκατέλειψαν όλοι οι συναγωνιστές του, λέει: “Ήμουνα μόνος στα βουνά με τον Θεό”. Κι όταν άρχισε η Επανάσταση, έκοψε από ένα δέντρο δυο κλαριά και τα έφτιαξε σταυρό. Και είπε: “Τα πρωτεία στον Σταυρό” και “Δόξα στους εσταυρωμένους όλων των αιώνων”. Κι όταν μάζευε συντρόφους για την Επανάσταση, τι τους είπε; Δυο κουβέντες. “Όσοι αγαπάτε τον Θεό και την πατρίδα, ελάτε κοντά μου, να την ελευθερώσομε”. Αυτή είν’ η υποθήκη του Κολοκοτρώνη».

Λοιπόν, επανερχόμαστε. Το πρώτιστο, για τον Γέροντα Ανανία, αλλά και για τους ήρωες του Γένους, είναι η ζωντανή σχέση με τον Χριστό. Αυτή καταξιώνει την ίδια τη ζωή και καθιστά τον άνθρωπο αληθινό άνθρωπο, τον Έλληνα πραγματικό Έλληνα Χριστιανό. Χωρίς την αίσθηση αυτή η ζωή είναι ένας… θάνατος και μία ανοησία! «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα (τα ανθρώπινα)προστεθήσεταιυμίν» κατά τον Κύριο. Κι ο Γέροντας προχωράει με βάση το απόλυτο αυτό κριτήριο: Χωρίς την προτεραιότητα αυτή οι άνθρωποι, και δη οι Έλληνες, είμαστε υπόλογοι. Υπόλογοι όχι μόνον έναντι του Θεού που μας δωρίζει το εκάστοτε παρόν, το «τώρα» προκειμένου να Τον αναζητούμε και να Τον ζούμε – «έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση ο άνθρωπος» - αλλά υπόλογοι και έναντι των παρελθουσών γενεών και των επερχομένων. Ο λόγος του Κωστή Παλαμά μάλιστα, για τον παππούλη, του δεύτερου εθνικού μας ποιητή αποδίδει με ακρίβεια την πραγματικότητα αυτή. «Θα μας δικάσουν οι νεκροί και οι αγέννητοι».

Τι υπόκειται στον μεγαλειώδη εμπνευσμένο αυτόν λόγο του Παλαμά, τον οποίο υιοθετεί πλήρως και ο μεγάλος Ανανίας; Ότι οι άνθρωποι, εν προκειμένω οι Έλληνες, είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας. Όχι μόνον οι συγκαιρινοί αλλά και όλων των εποχών. Διότι ανήκουμε στον Χριστό, που είναι «χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». Μέσα στον Χριστό βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών, οπότε και ο κάθε χριστιανός ως μέλος Χριστού, ντυμένος Εκείνον, φέρει μέσα του σύνολη την ανθρωπότητα, κατεξοχήν όμως τους ανθρώπους της δικής του πατρίδας – ο χριστιανός είναι ο οικουμενικός άνθρωπος, πραγματικά και όχι «ιδεατά», και ο Έλληνας χριστιανός είναι ο πανέλληνας που στην αγκαλιά του, προέκταση των απλωμένων χεριών του Κυρίου, περικλείει διαχρονικά όλη την πατρίδα. Και δεν υπάρχει ασφαλώς εδώ ούτε ίχνος «ρατσισμού», διότι στον Χριστό «ουκ ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν ή θήλυ˙ πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού», οπότε και η πίστη σ’ Αυτόν «κυλάει» ομαλά με τον αληθινό πατριωτισμό.

Ποιο το συμπέρασμα; Αν δεν αγωνίζομαι να βρίσκομαι πάνω στην πίστη του Χριστού, δηλαδή πάνω στις άγιες εντολές Του – «τις πράξεις τις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές» που λέει ο Γέροντας - σαν τυφλός δεν μπορώ και να εκτιμήσω ορθά τους αγώνες των προγενεστέρων, να τους μνημονεύσω, να τους ευγνωμονήσω˙ δεν μπορώ με παρόμοια υπευθυνότητα μ’ αυτούς να ετοιμάσω τόπο για τους επερχομένους. Η διαγραφή δηλαδή της πίστεως στον Χριστό και στην Εκκλησία με καθιστά έναν ανεύθυνο ατομιστή, που το μόνο που μετράει στη ζωή μου είναι το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Γι’ αυτό και η διαρκής προβολή των μεγάλων και ηρωικών μορφών του Γένους, ιδίως του Εικοσιένα, καθίσταται παραπάνω από επιτακτική. Είναι θέμα ζωής και θανάτου να παραδειγματιζόμαστε από τους ένθεους αυτούς ανθρώπους, για να συνεχίζουμε να ζούμε. Όχι να επιβιώνουμε, αλλά να ζούμε. Ως άνθρωποι. Όταν μάλιστα ξέρουμε πολύ καλά αυτό που διαρκώς επανελάμβανε και ο μακαριστός Γέροντας: «Οι μεγάλοι της Γης έχουν σχέδια άνομα για την πατρίδα μας». Διότι «η Νέα Τάξη πραγμάτων φοβάται τους Έλληνες Ορθοδόξους. Τον Αναστάντα εκ νεκρών!» Ευτυχώς όμως που κατά τον Μεγάλο Μακρυγιάννη, όσες φορές «έκαναν σχέδια, ο γερο-Θεός τούς τα χαλούσε» (Γέρων Ανανίας).