Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

«Καί σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς…» (Ιωάν. 9, 16)

 Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη.

 1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους  οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής  ως ο Δημιουργός Θεός – τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός βεβαιώνει πλήθος  ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν  - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία  επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.

Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση.

2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου». Και «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου.

3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του.

4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «οὐ δυνάμεθα ἅ εἴδαμεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί τήν λαλιάν τήν ἐμήν οὐ γινώσκετε; Ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τόν λόγον τόν ἐμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ, καί τάς ἐπιθυμίας τοῦ πατρός ὑμῶν θέλετε ποιεῖν».

Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημεῖον ἀντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα τι κάνουμε εμείς; Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

«Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363) καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε από γονείς πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον όσιο Παχώμιο στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου και εντάχτηκε υπό την πνευματική καθοδήγησή του, ενώ αναδείχτηκε ένας από τους πιο αγαπητούς μαθητές αυτού. Πιστός μιμητής του διδασκάλου του στον μοναχικό βίο, τον διαδέχτηκε μετά την κοίμησή του στην ηγουμενία της Μονής. Για την αγνότητα του βίου του και την αγιοσύνη του προικίστηκε από τον Θεό  με τη χάρη της θαυματουργίας. Για την τέλεια  δε ψυχική και σωματική καθαρότητά του έλαβε τον τίτλο ῾Ηγιασμένος᾽. Ο όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε εν ειρήνη το 367» (Ιστολ. «Μέγας Συναξαριστής»).

«Ο μακάριος αυτός αφού μελέτησε τον νόμο του Θεού και καθάρισε την ψυχή του και αναδείχθηκε εύχρηστο και αγιασμένο «σκεύος» του Θεού, αξιώθηκε να χαρακτηριστεί αληθινά άγιος και χριστιανός, ζώντας μαζί με τον μεγάλο Παχώμιο και ακολουθώντας τον τρόπο ζωής εκείνου. Για τον λόγο αυτό αφού κατατρόμαξε ακόμη και τους δαίμονες, όπως λέγει και ο θείος Δαυίδ, και συνέτριψε τα κεφάλια τους με τη μεγάλη του άσκηση, έλαβε τα βραβεία της νίκης από τον Κύριο, ο Οποίος του έδωσε τη χάρη να θεραπεύει κάθε νόσο και ασθένεια των ανθρώπων» (συναξάριο Μηναίου).  

Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8). «Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο,  προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας» (στιχηρό εσπερινού). Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: «Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών» (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. «Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του» (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα,  προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. «Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε» (ωδή η´). Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από  την αδιάκοπη μελέτη του. «Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός» (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και τις επήρειες των ψεκτών παθών του.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

«ΘΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΣΟΥΝ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΕΝΝΗΤΟΙ!»

Είπε ο Γέρων Ανανίας: «Ο δεύτερος Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς λέει σ’ ένα ποίημά του: αν αστοχήσομε, αν ξεχάσομε την πατρίδα και την πίστη «θα μας δικάσουν οι νεκροί και οι αγέννητοι». Αυτοί που θα ’ρθουν. Οι νεκροί έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος και μας παρέδωκαν αυτή την πατρίδα ελεύθερη και μπορούμε να τελούμε τα της θρησκείας μας ακωλύτως. Με ελευθερία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Και αυτό είναι σημαντικό. Και έτσι μπορούμε να μνημονεύομε και εκείνους, να τους ευγνωμονούμε για τη θυσία και την προσφορά τους, να παρακαλούμε για την ανάπαυση της ψυχής των και προ παντός να εμπνεόμεθα από το υπέροχό τους παράδειγμα και να προβαίνομε κι εμείς σε πράξεις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές. Τότε αξίζει κανείς να ζει. Τότε αξίζει κανείς να αισθάνεται. Τότε αξίζει κανείς να λέγεται άνθρωπος και μάλιστα Χριστιανός, και μάλιστα Έλλην Χριστιανός» (Λόγοι για τους ήρωες του 1821).

Ο μακαριστός Γέροντας, ο σοφός και βαθύνους Πατέρας, μας προσγειώνει για μία ακόμη φορά σε ό,τι κατά την πίστη μας θεωρείται πρώτο και μεγάλο. Ποιο είναι αυτό; «Να προβαίνομε σε πράξεις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές»˙ με έμπνευση από τους σπουδαίους προγόνους μας, των οποίων το υπέροχο παράδειγμα πρέπει να ακολουθούμε. Τι έκαναν αυτοί και θεωρούνται πρότυπα; «Έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος». Με σκοπό να έχουμε μία πατρίδα ελεύθερη, ώστε να «μπορούμε να τελούμε τα της θρησκείας ακωλύτως» - αυτό δεν κήρυσσε και ο άγιος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος διδάχος του Γένους; Ποιους έχει επομένως υπ’ όψιν του ο Γέρων Ανανίας; Ασφαλώς τους ήρωες του 1821 και κατ’  επέκταση τους ήρωες του 1940. Διότι αυτοί αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να χαθούν τα ιερά και τα όσια του Γένους μας, σε έξαρση ευρισκόμενοι θρησκευτική και εθνική, αποφάσισαν τον θάνατό τους για να παραμείνει «το αλωνάκι» αυτό της γης ελεύθερο. Γιατί ήταν τ’ άγιο θέλημα του Θεού: «ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για την ελευθερία μας και δεν την παίρνει πίσω» όπως προφητικά είπε ο Γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Στην πραγματικότητα βεβαίως οι ήρωες αυτοί – και πρώτοι τέτοιοι ήρωες για τον μακαριστό π. Ανανία ήταν οι νεομάρτυρες άγιοι -δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να πατήσουν πάνω στα χνάρια του Πρώτου Μάρτυρα της πίστεως, Κυρίου Ιησού Χριστού του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, στα χνάρια των αγίων Αποστόλων Του, στα χνάρια όλων των αγίων μαρτύρων και οσίων της πίστεώς μας. Διότι τι ήρθε να φέρει ο Χριστός και οι μάρτυρές Του άγιοι; Την ελευθερία μας από τη δουλεία της αμαρτίας και του Πονηρού διαβόλου και του θανάτου. Η ελευθερία είναι η φυσιολογία της ανθρώπινης ύπαρξης, ελεύθερους μας έπλασε ο Θεός και την αμαρτία ως υποδούλωση του ανθρώπου σε ξένα στοιχεία από τη φύση του ήλθε ακριβώς να καταργήσει ο αρχηγός της πίστεώς μας. «Τη ελευθερία η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (απ. Παύλος). Είμαστε δηλαδή με τον Θεό; Είμαστε ελεύθεροι. Χάνουμε τον Θεό; Χάνουμε και την ελευθερία μας – έστω κι αν υφίσταται η εξωτερική ελευθερία.

Γι’ αυτό και η σύζευξη των δύο, της πίστεως και της ελευθερίας της πατρίδας, (ποτέ μόνη η ελευθερία της πατρίδας), θεωρείτο δεδομένη για τον π. Ανανία και αυτό έβλεπε στα πρόσωπα των αγωνιστών του Έθνους και του Γένους μας. Σε κάθε ομιλία του, «ευκαίρως, ακαίρως» αυτό εξήγγελλε! Κι εκεί ακόμη που νόμιζες πως «ξεφεύγει», πως λέει κάτι έξω από τη «λογική» σειρά του λόγου του, εκείνος, με την παρεμβολή των ηρώων κυρίως του 1821, είχε τον σκοπό του. Διότι το αδιάκοπα από αυτόν ζητούμενο ήταν η ζωντανή σχέση με τον Κύριο και Θεό μας και τη σχέση αυτή έβλεπε να πραγματοποιούν αν όχι όλοι, τουλάχιστον όμως οι περισσότεροι και πιο προβεβλημένοι μεγάλοι ήρωες. Το βλέπουμε στη μεγάλη αγάπη του, τον Θεόδωρο (Θοδωράκη) Κολοκοτρώνη. Το βλέπουμε στον άγιο, όπως επανελάμβανε, πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, στον Παπαφλέσσα, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη – το άδολο της ψυχής τους μέσα στον οραματισμό της ελευθερίας του Γένους τους «έσβηνε» κατ’ αυτόν και κάθε ίσως αμαρτία τους!

Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την πίστη αυτώνστον Χριστό; Ιδίως ο Κολοκοτρώνης, κατά τον μεγάλο Γέροντα, «είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Έλληνα… Γι’ αυτό έκανε υπομονή με τους Έλληνες. Και μ’ αυτούς ακόμη που δεν τον ήθελαν. Και με όλους τους Έλληνες έκανε ο Κολοκοτρώνης υπομονή μεγάλη και επέδειξε ανεξικακία παραδειγματική. Είχε στην ψυχή του την πίστη στον Χριστό μας. Στον “αφέντη τον Χριστό”, όπως τον έλεγε. Για τον Κολοκοτρώνη ο Χριστός μας, όπως και για όλους μας, είναι το παν. Κι Εκείνος τον στήριξε στις δύσκολες ώρες». Κι αλλού: «Είχε πίστη ο Θοδωράκης. Και στα βουνά, που τον εγκατέλειψαν όλοι οι συναγωνιστές του, λέει: “Ήμουνα μόνος στα βουνά με τον Θεό”. Κι όταν άρχισε η Επανάσταση, έκοψε από ένα δέντρο δυο κλαριά και τα έφτιαξε σταυρό. Και είπε: “Τα πρωτεία στον Σταυρό” και “Δόξα στους εσταυρωμένους όλων των αιώνων”. Κι όταν μάζευε συντρόφους για την Επανάσταση, τι τους είπε; Δυο κουβέντες. “Όσοι αγαπάτε τον Θεό και την πατρίδα, ελάτε κοντά μου, να την ελευθερώσομε”. Αυτή είν’ η υποθήκη του Κολοκοτρώνη».

Λοιπόν, επανερχόμαστε. Το πρώτιστο, για τον Γέροντα Ανανία, αλλά και για τους ήρωες του Γένους, είναι η ζωντανή σχέση με τον Χριστό. Αυτή καταξιώνει την ίδια τη ζωή και καθιστά τον άνθρωπο αληθινό άνθρωπο, τον Έλληνα πραγματικό Έλληνα Χριστιανό. Χωρίς την αίσθηση αυτή η ζωή είναι ένας… θάνατος και μία ανοησία! «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα (τα ανθρώπινα)προστεθήσεταιυμίν» κατά τον Κύριο. Κι ο Γέροντας προχωράει με βάση το απόλυτο αυτό κριτήριο: Χωρίς την προτεραιότητα αυτή οι άνθρωποι, και δη οι Έλληνες, είμαστε υπόλογοι. Υπόλογοι όχι μόνον έναντι του Θεού που μας δωρίζει το εκάστοτε παρόν, το «τώρα» προκειμένου να Τον αναζητούμε και να Τον ζούμε – «έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση ο άνθρωπος» - αλλά υπόλογοι και έναντι των παρελθουσών γενεών και των επερχομένων. Ο λόγος του Κωστή Παλαμά μάλιστα, για τον παππούλη, του δεύτερου εθνικού μας ποιητή αποδίδει με ακρίβεια την πραγματικότητα αυτή. «Θα μας δικάσουν οι νεκροί και οι αγέννητοι».

Τι υπόκειται στον μεγαλειώδη εμπνευσμένο αυτόν λόγο του Παλαμά, τον οποίο υιοθετεί πλήρως και ο μεγάλος Ανανίας; Ότι οι άνθρωποι, εν προκειμένω οι Έλληνες, είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας. Όχι μόνον οι συγκαιρινοί αλλά και όλων των εποχών. Διότι ανήκουμε στον Χριστό, που είναι «χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». Μέσα στον Χριστό βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών, οπότε και ο κάθε χριστιανός ως μέλος Χριστού, ντυμένος Εκείνον, φέρει μέσα του σύνολη την ανθρωπότητα, κατεξοχήν όμως τους ανθρώπους της δικής του πατρίδας – ο χριστιανός είναι ο οικουμενικός άνθρωπος, πραγματικά και όχι «ιδεατά», και ο Έλληνας χριστιανός είναι ο πανέλληνας που στην αγκαλιά του, προέκταση των απλωμένων χεριών του Κυρίου, περικλείει διαχρονικά όλη την πατρίδα. Και δεν υπάρχει ασφαλώς εδώ ούτε ίχνος «ρατσισμού», διότι στον Χριστό «ουκ ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν ή θήλυ˙ πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού», οπότε και η πίστη σ’ Αυτόν «κυλάει» ομαλά με τον αληθινό πατριωτισμό.

Ποιο το συμπέρασμα; Αν δεν αγωνίζομαι να βρίσκομαι πάνω στην πίστη του Χριστού, δηλαδή πάνω στις άγιες εντολές Του – «τις πράξεις τις γενναίες και μεγάλες και ηρωικές» που λέει ο Γέροντας - σαν τυφλός δεν μπορώ και να εκτιμήσω ορθά τους αγώνες των προγενεστέρων, να τους μνημονεύσω, να τους ευγνωμονήσω˙ δεν μπορώ με παρόμοια υπευθυνότητα μ’ αυτούς να ετοιμάσω τόπο για τους επερχομένους. Η διαγραφή δηλαδή της πίστεως στον Χριστό και στην Εκκλησία με καθιστά έναν ανεύθυνο ατομιστή, που το μόνο που μετράει στη ζωή μου είναι το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Γι’ αυτό και η διαρκής προβολή των μεγάλων και ηρωικών μορφών του Γένους, ιδίως του Εικοσιένα, καθίσταται παραπάνω από επιτακτική. Είναι θέμα ζωής και θανάτου να παραδειγματιζόμαστε από τους ένθεους αυτούς ανθρώπους, για να συνεχίζουμε να ζούμε. Όχι να επιβιώνουμε, αλλά να ζούμε. Ως άνθρωποι. Όταν μάλιστα ξέρουμε πολύ καλά αυτό που διαρκώς επανελάμβανε και ο μακαριστός Γέροντας: «Οι μεγάλοι της Γης έχουν σχέδια άνομα για την πατρίδα μας». Διότι «η Νέα Τάξη πραγμάτων φοβάται τους Έλληνες Ορθοδόξους. Τον Αναστάντα εκ νεκρών!» Ευτυχώς όμως που κατά τον Μεγάλο Μακρυγιάννη, όσες φορές «έκαναν σχέδια, ο γερο-Θεός τούς τα χαλούσε» (Γέρων Ανανίας).

ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

«Ὀρθόδοξον φρόνημα σύ κεκτημένος, Μονάδα τρισάριθμον, Τριάδα ὁμοούσιον, παμμάκαρ, ἐκήρυξας. Καί τήν τοῦ Λόγου φρικτήν σάρκωσιν ἐδίδαξας, ὑμνῶν ὡς Θεοτόκον τήν ἀειπάρθενον» (ωδή ζ΄ κανόνος οσίου Παχωμίου του μεγάλου).

(Έχοντας ορθόδοξο φρόνημα, παμμακάριε, κήρυξες την τρισάριθμη Μονάδα ως ομοούσια Τριάδα. Και δίδαξες τη φρικτή σάρκωση του Λόγου, υμνολογώντας ως Θεοτόκο την αειπάρθενο). 

Κατά το συναξάρι του «ο όσιος υπήρξε θείος άνδρας με πολύ μεγάλη αρετή. Διότι δεν επέλεγε την άνετη ζωή ούτε τις σαρκικές απολαύσεις, ενώ όσοι προσέρχονται σ’ αυτόν ελκύονταν από τους τρόπους της εγκρατείας και των ασκητικών κόπων του με τη θέληση να μοιάσουν στην αγγελική διαγωγή του».

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον όσιο, ιδρυτή του κοινοβιακού μοναχισμού, ήδη από τη ζωή αυτή να διάγει ως άγγελος; Κατά τον άγιο υμνογράφο του Θεοφάνη, το ορθόδοξο φρόνημά του, το γνήσια δηλαδή χριστιανικό – ό,τι ο απόστολος Παύλος ιδιαιτέρως χαρακτηρίζει ως φρόνημα Ιησού Χριστού, το οποίο καλείται κάθε άνθρωπος να ακολουθεί αν θέλει να είναι χριστιανός. «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός» (Φιλ. 2, 5). Και πρέπει αδιάκοπα να προβάλλουμε την αλήθεια αυτή, γιατί πολλοί κατά καιρούς παρουσιάζονται ως χριστιανοί ορθόδοξοι, μολονότι το φρόνημά τους πόρρω απέχει τις περισσότερες φορές από το περιεχόμενο του φρονήματος του Κυρίου και των αγίων της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα να προκαλούν σκότιση στη διάνοια των πιστών και να τους παρασύρουν σε αλλότρια πνεύματα από το πνεύμα του Κυρίου Ιησού.

Ποια συγκεκριμένα στοιχεία συνιστούν κατά τον άγιο υμνογράφο το ορθόδοξο φρόνημα του αγίου Παχωμίου, ώστε αυτά να αποτελούν πια και κριτήρια ορθοδοξίας;

Πρώτον, η ακραιφνής πίστη του σε ό,τι η Εκκλησία καθόρισε με το σύμβολο της Πίστεώς της, με την Α΄ (325) κι έπειτα με τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (387): την ορθή Τριαδολογία και την ορθή Χριστολογία. Όπως το σημειώνει ο άγιος Θεοφάνης: ο Παχώμιος κήρυξε «την τρισάριθμη Μονάδα ως ομοούσια Τριάδα» - «Τριάς εν Μονάδι και Μονάς εν Τριάδι»˙ και:  «δίδαξε τη φρικτή σάρκωση του Λόγου» όπως την απεκάλυψε αγιοπνευματικά ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν», ο Θεός που έγινε άνθρωπος κατά πάντα «πλην της αμαρτίας».

Δεύτερον, η ορθή στάση απέναντι στην Υπεραγία Θεοτόκο, στάση που αποτελεί καρπό της ορθής πίστεως προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό σημαίνει ότι είναι κανείς ορθόδοξος όταν ορθά υμνολογεί την Παναγία μας, κάτι στο οποίο πολύ άμεσα προσκρούουν όλοι γενικώς οι αιρετικοί. Θέλουμε να δούμε το ορθόδοξο φρόνημα κάποιου; Κυρίως ας εξετάσουμε το τι λέει και τι πιστεύει για την Παναγία! Οποιοσδήποτε είτε υποβιβασμός αλλ’ είτε και «προβιβασμός»(!) της Πάναγνης Μητέρας του Κυρίου μας, μία έκπτωσή της δηλαδή είτε προς τα κάτω είτε προς άνω, αποκαλύπτει το έλλειμμα του ορθοδόξου τελικώς φρονήματος. Διότι, όπως είπαμε, από το πώς βλέπω την Παναγία βλέπω και τον Ιησού Χριστό, κι από το πώς βλέπω τον Ιησού Χριστό βλέπω και τη Θεοτόκο. Ο άγιος Παχώμιος λοιπόν ήταν ορθόδοξος με το φρόνημα του Χριστού, δηλαδή ζούσε εν Αγίω Πνεύματι, γιατί ορθά δόξαζε τον Θεό Πατέρα, ορθά δόξαζε τον Θεό Υιό, ορθά υμνολογούσε και την Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου ως «αειπάρθενον» Κόρη. Η «αειπαρθενία» αυτής, όπως και ο χαρακτηρισμός της «Θεοτόκος», κάτι που θα τονιστεί έπειτα από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), αποτελούν κριτήρια που φανερώνουν τη γνησιότητα του ορθοδόξου φρονήματος.

Αλλά δεν είναι μόνον αυτά! Μάλλον ακριβώς λόγω αυτών βλέπουμε τα συνυπάρχοντα άλλα στοιχεία του ορθού χριστιανικού φρονήματος. Ποια;

Τρίτον, η ορθοπραξία ως αδιάκοπη πορεία τήρησης του θεϊκού εν Χριστώ θελήματος. Ο άγιος Παχώμιος κήρυσσε και δίδασκε ορθά την πίστη, διότι τη βίωνε στο ανώτερο ανθρώπινο δυνατό. Η ζωή του ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς την αγάπη του Κυρίου, που θα πει και στην αγάπη του κάθε συνανθρώπου του, διότι αυτό επέτασσε ο λόγος του Κυρίου. «Ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού». Χριστιανός που θα νομίσει ότι είναι χριστιανός μόνο στα λόγια και στη θεωρία ως ψιλή γνώση, ασφαλώς και δεν είναι χριστιανός. Κατά τον άγιο Ιωάννη και πάλι «ψεύστης εστίν».

Και τέταρτο στοιχείο που προβάλλεται από τον άγιο Παχώμιο: η στάση έναντι του μοναχισμού. Όσο κι αν ακούγεται ίσως περίεργο, το πώς κανείς τοποθετείται έναντι του μοναχισμού ως της απόλυτης αφιέρωσης στον Κύριο αποτελεί βασικό κριτήριο ορθοδόξου φρονήματος. Γι’ αυτό και πάλι βλέπουμε τους αιρετικούς είτε να μην αποδέχονται την αφιέρωση αυτή είτε να τη διαστρεβλώνουν με αποκλίσεις σε κοινωνιστικά μόνο μορφώματα ή σε συρρικνώσεις της πνευματικής ζωής.

«Κριτήριο» όντως τελικώς ο άγιος Παχώμιος!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο όσιος Παχώμιος ήταν από την Κάτω Θηβαΐδα της Αιγύπτου, κατά τους χρόνους του μεγάλου βασιλιά Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες. Όταν πήγαινε μαζί τους στον ναό των ειδώλων, άκουγε τον νεωκόρο να λέει στους γονείς του: ῾Πάρτε από εδώ τον εχθρό των θεών και διώξτε τον᾽, διότι προφανώς το δαιμόνιο στο οποίο πρόσφεραν τις θυσίες τους φοβόταν την αρετή που θα αποκτούσε αυτός. Αλλά και το κρασί της ειδωλικής θυσίας που ήπιε ο όσιος το ξέρασε. Όταν μεγάλωσε, κατατάχθηκε στον στρατό, αλλά πολύ σύντομα εγκατέλειψε το στράτευμα και ανήλθε στην άνω Θηβαΐδα. Εκεί δέχτηκε το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού και ακολούθησε τον μοναχικό βίο. Πήγε μάλιστα προς την έρημο, όπου σε κάποιο τόπο της Ταβεννησίας άκουσε φωνή να έρχεται από τον Ουρανό που του έλεγε ότι ο τόπος εκεί είναι κατάλληλος για να μείνει κι ότι θα προσέρχονταν πλήθη μαζί του, οπότε ίδρυσε μοναστήρι.

Όσο περνούσε ο καιρός λοιπόν έρχονταν πολλοί, μεταξύ αυτών δε και ο Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος έγινε μαθητής του και ζηλωτής στον δρόμο της αρετής και στα θαύματα, οπότε έλαμψε μαζί με αυτόν. Τόσο πολύ μάλιστα ανέβηκαν και οι δύο προς το ύψος της θεωρίας με την κατά Θεόν απάθεια, ώστε να βλέπουν νοερά και την άνοδο των ψυχών προς τον ουρανό, να προβλέπουν τα μακρινά σαν να ήταν μπροστά τους και να προλέγουν τα μελλοντικά. Πριν να φύγει ο άγιος από τη ζωή αυτή, μετρήθηκε το πλήθος των μοναχών που προσήλθε σ᾽ αυτόν και βρέθηκε να είναι χίλιοι τετρακόσιοι άνδρες. Κι από αυτό φάνηκε ότι ο όσιος ήταν κάποιος θείος άνδρας με πολύ μεγάλη αρετή. Διότι δεν επέλεγε την άνετη ζωή ούτε τις σαρκικές απολαύσεις, στις οποίες τρέχουν οι πολλοί με χαρά, όταν απομακρύνονται από τους δικούς τους. Αντιθέτως αυτοί που είχαν προσέλθει σ᾽αυτόν ήλθαν θαυμάζοντας τους τρόπους της εγκρατείας και των ασκητικών κόπων του οσίου και θέλοντας να μοιάσουν στην αγγελική διαγωγή του. Τελειώθηκε ο όσιος κατά Χριστόν και τάφηκε στη Μονή του».

Αν ο άγιος μέγας Αντώνιος θεωρείται ο πατέρας του αναχωρητικού μοναχισμού, ο μέγας Παχώμιος θεωρείται ο πατέρας του κοινοβιακού μοναχισμού. Ήταν αυτός που για πρώτη φορά ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ίδρυσε κοινόβιο, όχι γιατί μόνος του είχε μία τέτοια φαεινή ιδέα, αλλά γιατί ο ίδιος ο Κύριος δι᾽ αγγέλου Του τον φώτισε σ᾽ αυτήν την ενέργεια, καθοδηγώντας τον μάλιστα και ως προς το εξωτερικό σχήμα που θα έπρεπε να φέρουν οι μοναχοί. «Αναδείχτηκες αγελάρχης του αρχιποίμενα Χριστού, καθοδηγώντας τα πλήθη των μοναστών προς την επουράνια μάνδρα, Πάτερ Παχώμιε,   αφού μυήθηκες από τον Θεό για το σχήμα που έπρεπε να φέρουν οι ασκητές, το οποίο πάλι το μύησες στους άλλους» (απολυτίκιο). «Έγινες νομοθέτης και καθοδηγητής των ασκητών, Παχώμιε, οδηγώντας αυτούς στον Χριστό, πανσεβάσμιε» (ωδή γ´). «Με οπτασία αγγελική, πάνσοφε Πάτερ, πήρες τον χρησμό να ιδρύεις φροντιστήρια της αρετής» (ωδή δ΄).

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Θεό να διαλέξει τον Παχώμιο για ένα τέτοιο σπουδαίο καθοδηγητικό έργο; Πρώτα από όλα βεβαίως η μεγάλη του αρετή. Ο άγιος Θεοφάνης, ο ποιητής του κανόνα του οσίου, σ᾽ αυτό κυρίως επικεντρώνει την προσοχή μας: ο όσιος γεύτηκε ο ίδιος τον γλυκασμό στην καρδιά του της δροσιάς της χάρης του Θεού, αφότου βαπτίστηκε – «σαν ελάφι έτρεξες προς το νερό, όσιε, κι αφού ραντίστηκες από το άγιο βάπτισμα, έλαβες τη δροσιά της χάρης του Θεού, με την οποία καταγλυκάνθηκε η καρδιά σου» (ωδή γ´) – κι έκτοτε αγωνίστηκε να κρατήσει τη χάρη αυτή και να την αυξήσει με τον θερμό έρωτα της κατά Χριστόν απάθειας, με τον πόθο του δηλαδή για τον Κύριο που φανερωνόταν με την τήρηση των αγίων Του εντολών. Αυτή η αγάπη του για τον Χριστό τον έκανε να ζει ζωή εγκράτειας και ν᾽ αποκτά φτερά πνευματικά τέτοια, ώστε να γεύεται κατευθείαν από τον Θεό τον μεγάλο Του φωτισμό (ωδή α´). «Σε κεντούσε ο πόθος του Δεσπότη Χριστού και κατάσβεσες έτσι την ευπάθεια του σαρκικού φρονήματος με την εγκράτεια» (ωδή δ´).

Η μεγάλη αρετή του ανδρός όμως δεν έφτανε για το συγκεκριμένο έργο της ανάληψης τόσο μεγάλων ευθυνών για την καθοδήγηση ψυχών. Έχουμε πάμπολλους αγίους, οι οποίοι μολονότι άγιοι, δεν κλήθηκαν από τον Θεό για ανάληψη έργου καθοδηγητικού. Και τούτο γιατί εκτός από την αρετή απαιτείται και ιδιαίτερο φυσικό χάρισμα ηγέτη. Με άλλα λόγια ο Θεός όταν καλεί κάποιον σε ένα έργο, ῾μετράει᾽ θα λέγαμε και τα φυσικά του χαρίσματα - δεν είναι όλοι για όλα. Πρόκειται κατ᾽ ουσίαν γι᾽ αυτό που λέει και ο απόστολος Παύλος, όταν διακρίνει τα διάφορα χαρίσματα που έχει δώσει ο Θεός: άλλος είναι απόστολος, άλλος προφήτης, άλλος διδάσκαλος, άλλος θαυματουργός, άλλος συμπαραστάτης ανθρώπων. Ο Παχώμιος λοιπόν προφανώς εκτός από την αρετή του διέθετε ως άνθρωπος και το φυσικό χάρισμα του ηγέτη. Είχε ισχυρή θέληση, μπορούσε να ανοίγει δρόμους, να καθοδηγεί ανθρώπους. Κι επιβεβαιώθηκε ανθρωπίνως τούτο εκ του αποτελέσματος. «Έγινες άριστος κυβερνήτης του συστήματος των μοναχών, Παχώμιε» (ωδή δ´).

Ο άγιος Παχώμιος λοιπόν αξιοποίησε το φυσικό του χάρισμα, γενόμενος υπήκοος στην εντολή του Θεού, τήρησε τις εντολές Εκείνου διά βίου και ευαρέστησε τον Θεό (δοξαστικό εσπερινού). Η ίδια η ζωή του υπήρξε στην ουσία ο ακριβής κανών των μοναχών, που σημαίνει ότι όχι μόνο η διδασκαλία του, ακραιφνώς ορθόδοξη βεβαίως, αλλά κυρίως η ζωή του ήταν αυτή που γινόταν παράδειγμα για τους μοναχούς του, δίνοντάς μας έτσι και το υπόδειγμα του αληθινού ηγέτη, και μάλιστα του εκκλησιαστικού. Ο άγιος Θεοφάνης με καταιγιστικό τρόπο επισημαίνει όλες αυτές τις διαστάσεις: «Ο βίος σου, θεοφόρε παμμακάριστε Παχώμιε, έγινε ακριβέστατος κανόνας των μοναχών» (ωδή δ´). «Έχοντας ορθόδοξο φρόνημα, παμμακάριε, κήρυξες την τρισάριθμη Μονάδα ως ομοούσια Τριάδα. Και δίδαξες τη φρικτή σάρκωση του Λόγου, υμνολογώντας ως Θεοτόκο την αειπάρθενο» (ωδή ζ´). 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ

«άγιος Ισίδωρος ζούσε κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου και καταγόταν από την πόλη της Αλεξάνδρειας. Ήταν στρατιωτικός, ανήκοντας στο τάγμα των ετοιμοπόλεμων στρατιωτών. Όταν κάποια στιγμή έφτασε στη νήσο Χίο με στρατιωτικά πλοία, των οποίων ναύαρχος ήταν ο Νουμέριος, κατηγορήθηκε από τον κεντυρίωνα Ιούλιο, ότι σέβεται τον Κύριο Ιησού Χριστό  και δεν λατρεύει τους δικούς τους θεούς. Ο άγιος Ισίδωρος τότε ομολόγησε με δύναμη την πίστη του στον Χριστό, γι᾽ αυτό και ο Νουμέριος, βλέποντας ότι δεν πρόκειται να μεταπειστεί, πρόσταξε να του κόψουν το κεφάλι και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου».

Στρατιώτης στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ο άγιος Ισίδωρος, αλλά κυρίως στρατιώτης του Χριστού, έχοντας ως απόλυτο βασιλιά του ακριβώς Αυτόν, που σημαίνει ότι κυρίαρχη αρχή στη ζωή του ήταν το «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις». Με άλλα λόγια υπήκουε στους επίγειους νόμους, όταν αυτοί οι νόμοι δεν έρχονταν σε αντίθεση με τον νόμο του Θεού. Κι απόδειξη: μόλις τέθηκε θέμα εκλογής μεταξύ εντολής του ηγεμόνα και του νόμου του Θεού προτίμησε την υπακοή στην πίστη και πρόσφερε τη ζωή του γι᾽ αυτήν, ακολουθώντας τα ίχνη του Διδασκάλου του. Επανειλημμένως ο άγιος ποιητής Θεοφάνης σημειώνει την απόλυτη αυτή προτεραιότητα του Ισιδώρου: «Ακολουθώντας τα ίχνη των παθημάτων του Δεσπότη Χριστού μιμήθηκες τον εκούσιο θάνατό Του, καθώς υπέστης και εσύ με τη θέλησή σου το πάθος για χάρη Του» (ωδή δ´). «Είχες ολόκληρη την έφεση της ψυχής σου προς τον Θεό, που είναι το πιο καθαρό πράγματι από όλα τα αγαθά, αθλοφόρε παμμακάριστε, κι έτσι αμαύρωσες τον πόθο των επιγείων» (ωδή ς´).

Ο άγιος Ισίδωρος έτσι παρουσιάζεται, όπως και όλοι οι άγιοι,  ως αληθινά ακέραιος άνθρωπος, χωρίς να περιπίπτει στη φοβερή κατάσταση της διψυχίας, κατά την οποία η ακαταστασία και η ταραχή είναι το μόνιμο γνώρισμα. Δυστυχώς η διψυχία, ως ελλειμματική αναφορά στη μόνη «απόλυτη σταθερά» που είναι ο Θεός, κλονίζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, κάνοντάς τον να άγεται και να φέρεται πότε εδώ και πότε εκεί, ως έρμαιο διαφόρων δυνάμεων είτε ανθρωπίνων είτε δαιμονικών, πάντως ξένων προς την αληθινή φύση του,  οπότε στην περίπτωση αυτή σταματά ο άνθρωπος να λειτουργεί ως γνήσιος άνθρωπος. Ο άγιος άνθρωπος, σαν τον Ισίδωρο, είναι γνήσιος και αληθινός άνθρωπος, γιατί είναι σταθερά προσκολλημένος προς τον Δημιουργό του Θεό – «κόλλησα στα χνάρια σου, Δέσποτα» («Εκολλήθην οπίσω σου, Δέσποτα») (ωδή ς´) – κάτι που φέρνει την υπέρβαση της αλλοτριωτικής για την ψυχή κατάστασης του φόβου. Ο άγιος δηλαδή δεν φοβάται κανέναν, πλήν του ίδιου του Θεού, ο Οποίος όμως δεν θέλει τον άνθρωπο φοβισμένο, γιατί του αποκαλύπτεται ως ο αγαπημένος Πατέρας του. Ο άγιος Θεοφάνης σημειώνει επ᾽ αυτού: «Συ, Ισίδωρε θεόφρων, φώναζες δυνατά: τον Χριστό φοβάμαι και σέβομαι, τον Οποίο λατρεύω, προσκυνώ και υμνολογώ» (ωδή η´). Είναι ευνόητο έτσι ότι ο άγιος με την ολοκάρδια στροφή του προς τον Χριστό Τον ζούσε στην ύπαρξή του, ιδίως την ώρα του μαρτυρίου του,  με τρόπο που τον φανέρωνε εντελώς δοξαστικά: ως φωτεινός ήλιος. «Το ιλαρό σου πρόσωπο φαινόταν να λάμπει ολόκληρο όπως ο ήλιος, από τη χαρά του μαρτυρίου»  (ωδή η´).

Από την άποψη αυτή δεν είναι μόνο η χάρη του Θεού που ενισχύει τον μάρτυρα, για να παραμένει αυτός πάντοτε εν Θεώ, αλλά και η δική του κατάσταση της καρδιάς. Ο εκκλησιαστικός μας ποιητής γίνεται απολύτως σαφής εν προκειμένω: ο άγιος Ισίδωρος μπόρεσε και έμεινε μέχρι τέλους σταθερός στην ομολογία της πίστεώς του, γιατί είχε άφοβη την καρδιά του, με ορμή στραμμένη προς τον Χριστό. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει με έναν πρωταθλητή, που η καρδιά του έχει την ορμή της νίκης – ποτέ κανείς δεν κερδίζει σε αγώνες με ηττημένο φρόνημα – κατά τον ίδιο τρόπο και στα πνευματικά αγωνίσματα. Πρέπει κανείς να πιστέψει στη νίκη, πολλώ μάλλον όταν ξέρει ότι τον ενισχύει ο ίδιος ο παντοδύναμος Θεός, για να φτάσει στη νίκη. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ᾽ ημών;» - αν ο Θεός είναι μαζί μας, ποιος μπορεί να είναι εναντίον μας; «Έχοντας άφοβη την ορμή της ψυχής σου, ένδοξε, κράτησες σταθερή την ομολογία της πίστεως, με κάθε ευσέβεια» (ωδή γ´).

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑ

«Ἡ ἁγία ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀντωνίνου καί τοῦ ἡγεμόνα Σαβίνου, στήν Τραϊανούπολη. Ὅταν θυσίαζε λοιπόν ὁ ἡγεμόνας στήν πόλη αὐτή, ἐκείνη, ἀφοῦ σχημάτισε στό μέτωπό της τόν τίμιο σταυρό, ἦλθε πρός τόν ἡγεμόνα λέγοντας ὅτι εἶναι χριστιανή καί δούλη τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας τή συμβούλευε νά θυσιάσει στούς θεούς του, ἡ ἴδια μπῆκε μέσα στόν εἰδωλολατρικό ναό, προσευχήθηκε καί ἔριψε κάτω στή γῆ τό ἄγαλμα τοῦ Δία καί τό συνέτριψε. Οἱ εἰδωλολάτρες πού βρίσκονταν στόν ναό ἄρχισαν νά τήν πετροβολοῦν, ἀλλά οἱ πέτρες δέν τήν ἔφταναν. Τότε τήν κρέμασαν ἀπό τά μαλλιά καί τήν ἔγδερναν, κι ὕστερα τήν ἔριξαν στή φυλακή μέ τή διαταγή νά μή τῆς δίνουν νερό γιά πολλές ἡμέρες. Στή φυλακή δέχτηκε τροφή ἀπό ἄγγελο Κυρίου καί δέν ἔπαθε κανένα κακό, μέ ἀποτέλεσμα νά μείνει ἔκθαμβος ὁ ἡγεμόνας καί οἱ δικοί του, ἰδίως ὅταν βρῆκαν - ἐνῶ ἦταν καλά ἀσφαλισμένη ἡ φυλακή – πιάτο καί ἄρτους καί γάλα καί νερό. Ἔτσι τήν ἔριξαν μέσα σέ καμίνι φωτιᾶς, τό ὁποῖο ὅμως σβήστηκε, γιατί ἔπεσε ἐξ οὐρανοῦ νερό, ὁπότε ἡ ἁγία ἐξῆλθε ἀβλαβής. Τά βασανιστήρια συνεχίστηκαν: τῆς ἔγδαραν τό κεφάλι μέχρι τό μέτωπο, ἔχοντας τά χέρια καί τά πόδια της δεμένα. Τήν ξανάβαλαν στή φυλακή, ἀφοῦ προηγουμένως ἔστρωσαν τό δάπεδο μέ σκληρά λιθάρια. Ἐκεῖ πάλι Ἄγγελος Κυρίου τήν ἔλυσε ἀπό τά δεσμά της καί τῆς θεράπευσε τό κεφάλι,  κάνοντας τόν δεσμοφύλακα νά μείνει ἔκπληκτος τόσο πού ἀμέσως ὁμολόγησε πίστη στόν Χριστό καί τοῦ κόψανε τό κεφάλι. Ἡ μάρτυς τότε ὁδηγήθηκε στόν ἡγεμόνα καί στή συνέχεια ρίχτηκε στά ἄγρια θηρία, ἀπό τά ὁποῖα ἕνα τήν ἄγγιξε τόσο, ὥστε νά μή φανεῖ οὔτε πληγή οὔτε κανένας μώλωπας, παρά μόνον μία δαγκωματιά. Ἔτσι παρέδωσε τό πνεῦμα στόν Θεό καί κατατέθηκε τό λείψανό της στήν Ἡράκλεια τῆς Θράκης».

ἁγία Γλυκερία ἀνήκει στήν ὁμάδα τῶν μαρτύρων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζονται ἀπό σφοδρό πόθο γιά τόν Χριστό καί ἀπό γενναιότητα τέτοια πού ἐκπλήσσει κάθε ἀγγελικό καί ἀνθρώπινο νοῦ. Ἕνα ἀπό τά πολλά καί ἐξαίσια τροπάρια τῆς ἑορτῆς της μᾶς δίνει τό πνευματικό βάθος τοῦ μαρτυρίου της, πῶς ὁ Χριστός δηλαδή δέχτηκε τά μαρτύρια πού ὑπέστη καί τί Ἐκεῖνος τῆς παρέσχε ὡς ἀνταπόδομα. «Προσκομίζοντας τά αἵματα τοῦ μαρτυρίου σου στόν Χριστό σάν ἀρώματα καί μύρα, ἀθληφόρε, προσφέρθηκες σ’ Αὐτόν ὡς εὐωδία, πλημμυρίζοντας ὅλους τά ἰάματα» (ὠδή γ΄).

Μυροφόρο θεωρεῖ τήν ἁγία ὁ ἅγιος ὑμνογράφος· ὄχι γιατί προσφέρει στόν Χριστό αἰσθητά ἀρώματα καί μύρα, ἀλλά γιατί προσφέρει τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό, πού εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο καί ἀξιοτίμητο ἐνώπιον Ἐκείνου. «Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου», ζητάει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν πιστό ἄνθρωπο, ὅπως κι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος  ἔζησε τήν ἀπόλυτη πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα, δίνοντας τή ζωή Του χάριν τῆς ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπο πάνω στόν Σταυρό. «Ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ». Γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ ἁγία ὡς εὐωδία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί βρέθηκε ἀπολύτως συντονισμένη μέ τή ζωή τοῦ Κυρίου της, ὅπως ἀντιστοίχως δυστυχῶς ὡς δυσωδία καί βρομιά εἴμαστε ἐνώπιόν Του ὅταν βρισκόμαστε στόν δρόμο τῆς ἀνυπακοῆς μας πρός Αὐτόν. «Ἀκάθαρτος παρά Κυρίῳ πᾶς παράνομος». Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί τῆς δόθηκαν ἀπό τόν Κύριο τά χαρίσματα τῶν ἰάσεων γιά κάθε ἄνθρωπο πού προστρέχει ἐν πίστει πρός αὐτήν, καί μάλιστα σέ βαθμό «πλημμύρας». «Πλημμυρεῖ τοῖς πᾶσι τά ἰάματα». Σάν τόν ἴδιο τόν Θεό μας, ὁ Ὁποῖος «οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσι τό Πνεῦμα» Του.

Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος ὑμνογράφος Γεώργιος ἐπιμελῶς διά πολλῶν ὕμνων ἐπιχειρεῖ νά ἑρμηνεύσει τή βραχώδη σταθερότητα τῆς μάρτυρος: τή βοηθοῦσε ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ (ὠδή α΄)· εἶχε ὀχυρωμένο τόν νοῦ της μέ τήν ἐλπίδα στόν Θεό, πού τήν ἔκανε νά προσβλέπει μόνο στά νοούμενα καί νά περιφρονεῖ τά γεώδη καί ρέοντα (κάθισμα ὄρθρου)· εἶχε σταθερά προσηλωμένο τό βλέμμα μόνον πρός τον Χριστό πού κήρυττε (ὠδή δ΄)· εἶχε ὑπερνικήσει τά πάθη της καί τούς ἀόρατους δαίμονες μέ τούς ἀσκητικούς της ἀγῶνες (ὠδή δ΄). Μία εἰκόνα ὅμως ἀπό τήν ὠδή ε΄ νομίζουμε ὅτι ξεπερνᾶ σέ σύλληψη ὅλες τίς ἄλλες: «Δέχτηκες στή γαστέρα τῆς διάνοιάς σου τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἔτεκες τό πνεῦμα τῆς σωτήριας ὁμολογίας καί τοῦ μαρτυρίου». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δηλαδή δεχθεῖ στόν νοῦ καί τή διάνοιά του τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, εἶναι σάν νά κυοφορεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα του, πού σημαίνει ὅτι θά ἔλθει ἡ ὥρα νά γεννήσει, νά φανερώσει δηλαδή τήν πίστη του στόν Χριστό καί νά φτάσει καί στήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου τῆς ζωῆς του. Κανείς μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ νά γίνει μάρτυρας, ἄν προηγουμένως δέν ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά κάτι τέτοιο, ἄν προηγουμένως δέν ἔχει στήν ὕπαρξή του αἰσθητή τή χάρη τοῦ Θεοῦ. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη», πού λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν».