Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

 

Μπορεῖ ἡ Ρωσία νά καυχᾶται γιά τό σπουδαῖο γέννημά της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη*, ἡ Μικρά ᾽Ασία νά ὑπεραίρεται διότι στόν τόπο της ἀναδείχτηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Πατέρα, τό Νέο Προκόπι τῆς νήσου Εὐβοίας νά λαμπροφορεῖ διότι ἐκεῖ κατέληξε τό χαριτόβρυτο λείψανό του, ὅμως ὅλοι οἱ πιστοί ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἑορτάζουν τόν μεγάλο ὅσιο νέο ὁμολογητή. Κι αὐτό γιατί οἱ ἅγιοί μας ἀποτελοῦν καύχημα καί εὐλογία ὅλων τῶν ὀρθοδόξων σέ ὅλη τή γῆ. ῞Ενας ἄγιος δηλαδή μπορεῖ νά ἦταν ῾δεμένος᾽ μέ κάποιον τόπο ὅσο ζοῦσε στήν ζωή αὐτή, ὅμως τελικῶς ἀνήκει σέ ὅλην τήν ᾽Εκκλησίαπού σημαίνει ὅτι  κάθε πιστός μπορεῖ νά θεωρεῖ δικό του τόν ἅγιονά τόν ἔχει φίλο καί προστάτη τουἀδελφό καί πατέρα του῾Ο καλός ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου ἱεροδιδάσκαλος ᾽Ιωσήφ  ἐκ Κερμίρης τῆς Καππαδοκίας ἐπανειλημμένως ἔρχεται καί μᾶς τονίζει τήν ἀλήθεια αὐτή μέσα ἀπό τήν ἀκολουθία του: «Χαῖρε τό πιό καλό γέννημα τῆς Ρωσίας καί τό σεμνολόγημα ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν πιστῶν»(λιτή). «Ἡπατρίδα σου  Ρωσία καυχᾶται γιά τά σπάργανά σουἐνῶ  ἀσιατική γῆ χαίρει γιά τό ἅγιο λείψανό σου»(ἀπολυτίκιο β´). «Ἐμπρός λοιπόν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἄς ἑορτάσουμε τήν θεία μνήμη του» (Δοξαστικό λιτῆς).

῾Η αἰτία τῆς οἰκουμενικότητας ἑνός ἁγίου - παρ᾽ ὅλη τήν ἐν Κυρίῳ καύχηση τῶν περιοχῶν ἀπό τίς ὁποῖες πέρασε καί ἅγιασε αὐτός -  ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἅγιος δέν ὑπῆρξε στήν ζωή του ἕνας αὐτονομημένος ἄνθρωπος, ὁποῖος ἐνδεχομένως ἀνέδειξε τά φυσικά χαρίσματά του μέσα στίς συγκυρίες πού βρέθηκε. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπῆρξαν πολλοί στό διάβα τῶν αἰώνων, σφράγισαν ἴσως τήν ἐποχή τους εἴτε μέ τήν πολιτική εἴτε μέ τήν κοινωνική ἤ ἐπιστημονική δραστηριότητά τους, τελικῶς ὅμως παρέμειναν ῾ἀνύπαρκτοι᾽ γιά τήν ᾽Εκκλησία - δέν μνημονεύονται πουθενά στό φάσμα τῶν ἁγίων της ὡς ῾ζῶντες εἰς τόν αἰῶνα᾽. Γιά τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἅγιος ἀφήνει τήν σφραγίδα του στόν κόσμο καί μνημονεύεται ἐσαεί, γιατί ὑπῆρξε ἕνα ἀποτύπωμα τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τά ἴχνη Του. Τόν Χριστό προβάλλει ὁ ἅγιος, σ᾽ ᾽Εκεῖνον παραπέμπει, σάν τό διάφανο γυαλί πού ἀφήνει τό φῶς τοῦ ἥλιου νά διαπεράσει κατακάθαρο ἀπό μέσα του. ῾Ο κάθε ἅγιος δηλαδή λειτουργεῖ σάν τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού διαρκῶς διακήρυσσε: «᾽Εκεῖνον (τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»· ἤ ἀκόμη περισσότερο σάν τόν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο πού ταυτισμένος μέ τόν Κύριό του ὁμολογοῦσε: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». ῎Ετσι ὁ κάθε ἅγιος γίνεται μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ καί τόν Χριστό βλέπει ὁ πιστός στό δικό του πρόσωπο.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καί τό ῾μυστικό᾽ τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: Προσέβλεπε πάντοτε πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἦταν ἡ ἀδιάκοπη προτεραιότητά του. Μᾶς τό σημειώνει μεταξύ πολλῶν ἄλλων παρομοίων ὕμνων καί ὁ ὑμνογράφος του: «῎Ας δοξολογήσουμε μέ ὕμνους ὅλοι τόν ᾽Ιωάννη, αὐτόν πού ἀνέλαβε στούς ὤμους του τόν σταυρό τοῦ Κυρίου καί ἐπακολούθησε Αὐτόν μέχρι τέλους μέ ἀσκητικούς ἀγῶνες καί παλαίσματα» (κάθισμα ὄρθρου). Νά προσέξουμε ὅμως: ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἀνώδυνη. ᾽Απαιτεῖ ἄρση σταυροῦ, ἀσκητικούς ἀγῶνες, παλαίσματα. Χρειάζεται νά τό λέει ἡ καρδιά κάποιου, καθώς λέμε, προκειμένου νά εἶναι συνεπής χριστιανός. Καί πρέπει ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας νά τονίζουμε τήν ἀλήθεια αὐτή, διότι συχνά οἱ σύγχρονοι χριστιανοί θεωροῦμε τήν ἀκολουθία τοῦ Κυρίου ῾ταξίδι ἀναψυχῆς᾽. ᾽Επιλέγουμε τά ἀνώδυνα καί ὡραῖα καί ὄμορφα, ἀγνοώντας ἤ μή θέλοντας νά λάβουμε σοβαρῶς ὑπ᾽ ὄψιν μας τήν ὀδύνη τοῦ σταυροῦ εἴτε ὡς πόλεμο κατά τῶν παθῶν μας εἴτε ὡς ἀντιμετώπιση τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Πονηροῦ καί τῶν ὀργάνων του μέσα στόν κόσμο.

 ῾Ο ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου προκειμένου νά δείξει τήν ἀσκητική αὐτή διάσταση τοῦ ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ ἀπό τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη ὑπενθυμίζει ὄχι μόνο τό γεγονός τῆς αἰχμαλωσίας του ἀπό τούς Τούρκους, ὄχι μόνο τούς ὀνειδισμούς πού ὑπέστη σέ ξένη χώρα ὡς ὑπόδουλος, οὔτε ἀκόμη καί τήν φτώχεια καί τήν στέρησή του ζώντας μέσα σέ ἕναν σταῦλο – πράγματα πού δείχνουν τούς ἀκούσιους πειρασμούς του - ἀλλά καί τούς ἑκούσιους λεγόμενους, αὐτούς δηλαδή πού ὁ ἴδιος προσέθετε πάνω στούς ἄλλους: τήν παννύχια προσευχητική στάση του, τά θερμότατα δάκρυα κατανύξεώς του, τήν ἐπιλογή τῆς φτώχειας ὅταν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία ὑπέρβασής της. Στό δοξαστικό τῶν αἴνων δέν μπορεῖ ὁ ὑμνογράφος παρά νά θαυμάσει τήν παραδοξότητα αὐτή: «Ποιός δέν θά σέ ἐπαινέσει, ἐσένα τόν πράγματι ἀξιέπαινο; ῎Η ποιός δέν θά θαυμάσει τόν ἀξιοθαύμαστο τρόπο τῆς ζωῆς σου; Διότι δέν ἀρκέστηκες, χαριτώνυμε, στήν κακουχία τῆς αἰχμαλωσίας, ἀλλά ἔσπευσες νά αὐξήσεις αὐτήν, μέ τούς ἀσκητικούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες».

Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τόν παραλληλίζει μέ τόν δίκαιο ᾽Ιώβ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἤ καί μέ τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τόσο πολύ. «῎Εζησες παράξενο τρόπο ζωῆς, ἔνδοξε, καθώς κατοίκησες σέ κάποιον σταῦλο, σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, ὅσιε, πού στέναζε καί θλιβόταν πάνω στήν κοπριά» (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). «Μιμήθηκες, θεσπέσιε, τόν ᾽Ιώβ πού βρισκόταν στήν κοπριά, γιατί εἶχες κι ἐσύ ὡς κατοικία τόν σταῦλο τῶν ἀλόγων» (ὠδή δ´). ῾Ο ἔπαινός του ὅμως γιά τόν ὅσιο ἀνεβαίνει κλίμακα, καθώς προβαίνει στήν ἐξαιρετική ἀποτίμησή του σέ σχέση μέ τόν μέγα Πρόδρομο: «Τό ὄνομα ᾽Ιωάννης πού ἔφερες ἔγινε ὄνομα τῆς χάρης, ὅσιε  Πατέρα. Διότι ὅπως  ὁ θεῖος βαπτιστής χαριτώθηκε μεταξύ τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί μαρτυρήθηκε σαφῶς ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί σύ ὁ ὁμώνυμός του καί μιμητής, ζώντας ἀνάμεσα σέ ματαιόφρονα λαό, ἔλαβες χάρη ἀπό τόν Θεό μέ τήν θεάρεστη πολιτεία σου, ᾽Ιωάννη» (λιτή).

῾Η ἔνθεη ζωή τοῦ ὁσίου μέσα σέ χώρα «ματαιοφρόνων» καί ἐν αἰχμαλωσίᾳ γίνεται ἀφορμή γιά γενικότερες διαπιστώσεις. Ὁ ὅσιος δέν παρασύρθηκε στήν πίστη τῶν ἀλλοθρήσκων παρ᾽ ὅλες τίς δυσκολίες, ἀλλά κράτησε τήν πίστη του καί μεγαλούργησε σ᾽ αὐτήν. «Αὐτός δέν ἀλλαξοπίστησε, ἄν καί αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς ἀπίστους, ἀλλά στάθηκε στόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὅσο ζοῦσε ὁ χαριτώνυμος» (δοξαστικό καθισμάτων γ´ ὠδῆς). Πού σημαίνει˙ ὅταν κανείς εἶναι στερεωμένος στήν πίστη του, τό κοινωνικό περιβάλλον δέν μπορεῖ τελικῶς νά τόν κλονήσει. ῎Ισα ἴσα γίνεται ἀφορμή γιά μεγαλύτερη ἁγιότητα. Πρόκειται ὄντως γιά παράδοξο θαῦμα. «Παράδοξο θαῦμα! ῾Ο ἔνθεος ᾽Ιωάννης ζώντας μαζί μέ ἀκαθάρτους ἔγινε ὅλος καθαρός στό σῶμα καί στήν ψυχή» (ἀπό τούς αἴνους). ῾Οπότε τό  συμπέρασμα ἔρχεται ἀβίαστο ἀπό τόν ἱεροδιδάσκαλο ᾽Ιωσήφ: ὁ αἰχμάλωτος ᾽Ιωάννης αἰχμαλώτισε καί τά πάθη του καί τόν διάβολο. «Μέ σοφό τρόπο αἰχμαλώτισες τίς ὁρμές τῶν παθῶν, ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ ἔγινες αἰχμάλωτος στούς ᾽Αγαρηνούς» (ὠδή δ´). «Φάνηκες ὁ αἰχμάλωτος γεμάτος ἀπό τίς χάρες τοῦ Θεοῦ. Γιατί αἰχμαλώτισε τόν προστάτη τοῦ σκότους διάβολο» (στίχοι συναξαρίου).

Μακρηγοροῦμε, ἀλλά δέν μποροῦμε παραλείποντας ἄλλες ἐπισημάνσεις τοῦ ποιητῆ νά μήν ἀναφέρουμε κάτι πού θεωροῦμε ἀπό τά πιό καίρια γιά τήν ζωή τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: ὁ ἅγιος εἶχε ἐνεργοῦσα τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του (ὠδή α´), ἐπειδή πρῶτον βοηθεῖτο ἀπό τόν θεάρεστο βίο του - ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ ἄν δέν βρεῖ κατάλληλο ἔδαφος στόν ἄνθρωπο - καί δεύτερον καί σημαντικότερο εἶχε ὡς καθοδηγό του τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή νά ὑπάρξει πνευματικός ἀγώνας καί μάλιστα ἐπιτυχής, ἄν δέν συντρέξουν μαζί μέ τόν Κύριο οἱ ἅγιοί μας μέ πρώτη τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. ᾽Εκείνη ὡς στοργική Μάνα μας μᾶς παρακολουθεῖ, μᾶς βοηθεῖ καί ἱκετεύει γιά ἐμᾶς, ἰδίως ὅταν βλέπει τόν ἀγώνα καί τήν καλή μας διάθεση. ῎Ας φανταστοῦμε μέ πόση ἀγάπη θά προσέβλεπε Αὐτή πάνω στό ἀγαθό παιδί της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, πού ἐπέμενε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της μέσα στίς ἄπειρες δοκιμασίες πού περνοῦσε. «Μολονότι ἤσουν αἰχμάλωτος, εἶχες τήν Παρθένο Μαρία νά σέ ὁδηγεῖ, εἶχες σύμμαχό σου τόν θεάρεστο βίο σου, ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρα» (᾽Από τά καθίσματα τοῦ ὄρθρου).

 

 *«Ο ὅσιος ᾽Ιωάννης γεννήθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς καί ὀρθοδόξους, ὅταν βασίλευε στήν Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος, κατά τό ἔτος 1690 μ.Χ. Ἦταν στρατιώτης κατά τόν πόλεμο πού ἔκανε ὁ τολμηρός αὐτός τσάρος ἐναντίον τῆς Τουρκίας (τό 1711), στόν ὁποῖο ὅμως ὁ μέγας ἡγεμόνας στάθηκε ἄτυχος καί κινδύνεψε μάλιστα νά θανατωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἀπό τούς Τούρκους. ῾Ο ᾽Ιωάννης πιάστηκε αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τάταρους, μαζί μέ χιλιάδες Ρώσους, καί οἱ Τάταροι τόν πούλησαν σέ ἕναν ᾽Οθωμανό ἀξιωματικό ῞Ιππαρχο, πού καταγόταν ἀπό τό Προκόπι τῆς Μικρᾶς ᾽Ασίας (κοντά στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας). ῾Ο ἀγᾶς τόν πῆρε μαζί του στό χωριό του, ἐνῶ ἡ Τουρκία γέμισε ἀπό ἀμέτρητο πλῆθος δούλων Ρώσων, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους μή ἀντέχοντας τά βάσανα ἀρνήθηκαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔγιναν Μουσουλμάνοι.

῾Ο ᾽Ιωάννης ὅμως ἦταν ἀπό παιδί ἀναθρεμμένος ῾ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου᾽ καί ἀγαποῦσε πολύ τόν Θεό καί τήν θρησκεία τῶν πατέρων του. Γι᾽ αὐτό, ἔχοντας τήν σοφία πού δίνει ὁ Θεός σ᾽ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονή στήν δουλεία καί τήν κακομεταχείριση τοῦ ἀφεντικοῦ του καί στίς ὕβρεις καί τά πειράγματα τῶν ᾽Οθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι τόν φώναζαν ῾κιαφίρη᾽, δηλαδή ἄπιστο, φανερώνοντάς του τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπέχθειά τους. Σημειωτέον ὅτι τό Προκόπι ἦταν στρατόπεδο τῶν χριστιανομάχων Γενιτσάρων καί ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν τό βδέλυγμά τους, διότι στόν κύριό του καί σέ ὅσους τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τήν θρησκεία του, ἀποκρινόταν μέ σθεναρή γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νά πεθάνει, παρά νά πέσει σέ τέτοια φοβερή ἁμαρτία. Στόν ἀγᾶ μάλιστα εἶπε: ῾῎Αν μέ ἀφήσεις ἐλεύθερο στήν θρησκεία μου, θά εἶμαι πολύ πρόθυμος στίς διαταγές σου. ῎Αν ὅμως μέ πιέσεις νά ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τό κεφάλι μου παρά τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θά πεθάνω᾽.

῾Ο Θεός βλέποντας τήν πίστη του καί ἀκούγοντας τήν ὁμολογία του μαλάκωσε τήν σκληρή καρδιά τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μέ τόν καιρό τόν συμπάθησε. Σ᾽ αὐτό συνήργησε καί ἡ μεγάλη ταπείνωση πού στόλιζε τόν ᾽Ιωάννη, καθώς καί ἡ πραότητά του.

῎Εμεινε λοιπόν ἥσυχος ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἀπό τίς ὑποσχέσεις καί ἀπειλές τοῦ ᾽Οθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τόν εἶχε διορίσει στόν σταῦλο του γιά νά φροντίζει τά ζῶα του. Σέ μία γωνιά τοῦ σταύλου ξάπλωνε τό κουρασμένο σῶμα του καί ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τόν Θεό γιατί ἀξιώθηκε νά ἔχει ὡς κλίνη τήν φάτνη στήν ὁποία ἀνακλίθηκε κατά τήν Γέννησή Του ὡς ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν ᾽Ιησοῦς Χριστός. ῏Ηταν δέ ἀφοσιωμένος στό ἔργο του, καθώς περιποιόταν μέ στοργή τά ζῶα τοῦ κυρίου του, τά ὁποῖα αἰσθάνονταν τήν τόση πρός αὐτά ἀγάπη τοῦ ἁγίου, ὥστε νά τόν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νά τόν προσβλέπουν μέ ἀγάπη καί νά χρεμετίζουν μέ χαρά ὅταν τά θώπευε, σάν νά συνομιλοῦσαν μαζί του.

Μέ τόν καιρό ὁ ἀγᾶς τόν ἀγάπησε, καθώς καί ἡ σύζυγός του καί τοῦ ἔδωσαν γιά κατοικία ἕνα μικρό διαμέρισμα κοντά στόν ἀχυρώνα. ῞Ομως ὁ ᾽Ιωάννης δέν δέχτηκε καί ἐξακολούθησε νά κοιμᾶται στόν ἀγαπητό του σταῦλο, γιά νά καταπονεῖ τό σῶμα του μέ τήν κακοπέραση καί μέ τήν ἄσκηση, μέσα στήν δυσοσμία τῶν ζώων καί τά ποδοβολητά τους. ᾽Εκεῖνος ὅμως ὁ σταῦλος γέμιζε τήν νύκτα ἀπό τίς προσευχές τοῦ ἁγίου καί ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης εἶχε ἐκεῖνον τόν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καί ἐκεῖ πορευόταν κατά τούς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπί ὧρες γονυπετής καί προσευχόμενος, παίρνοντας λίγο ὕπνο μαζεμένος πάνω στό ἄχυρο, χωρίς ἄλλο σκέπασμα πέρα ἀπό μία παλαιά κάπα, τρώγοντας μέ διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί καί νερό, νηστεύοντας τίς περισσότερες ἡμέρες καί ψάλλοντας μέ χαμηλή φωνή τούς ψαλμούς τοῦ Δαυίδ, πού τούς ἤξερε νά τούς λέει στήν Ρωσική γλώσσα. Ψαλμούς σιγόψελνε  καί τήν ὥρα πού ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπό τό ἄλογο τοῦ κυρίου του, τόν καιρό πού περιδιάβαζε ἐκεῖνος μέσα στήν χώρα, καί τοῦτο τό ἔκανε κατά τήν τάξη τῶν ἱπποκόμων. Μέ τήν εὐλογία πού ἔφερε ὁ ἅγιος στόν οἶκο τοῦ Τούρκου ῾Ιππάρχου αὐτός πλούτισε καί ἔγινε ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρούς τοῦ Προκοπίου.

῾Ο ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτός ἀπό τήν προσευχή καί τήν νηστεία πού ἔκανε νυχθημερόν μέσα στόν σταῦλο, χειμώνα καί καλοκαίρι, καθήμενος πάνω στόν κόπρο σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, πήγαινε τήν νύκτα καί ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στόν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη στήν κουφάλα ἑνός βράχου καί βρισκόταν κοντά στόν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. ᾽Εκεῖ πήγαινε κρυφά τήν νύκτα καί κοινωνοῦσε κάθε Σάββατο τά ἄχραντα μυστήρια. Καί ὁ Κύριος ῾ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς᾽, ἐπέβλεψε ἐπί τόν δοῦλο του τόν πιστό, καί ἔκανε ὥστε νά παύσουν νά τόν περιπαίζουν καί νά τόν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καί οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι. ῎Εδωσε δέ ὁ Κύριος καί πλούτη πολλά στόν κύριο τοῦ ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος κατάλαβε ἀπό ποῦ ἦλθε στόν οἶκο του ἡ τόση εὐλογία, καί τό διαλαλοῦσε στούς συμπολίτες του.

᾽Αφοῦ λοιπόν πλούτισε, ἀποφάσισε νά πάει στήν Μέκκα γιά προσκύνημα, καί μία ἡμέρα ἔφυγε ἀπό τό Προκόπι καί μετά ἀπό διάφορες ταλαιπωρίες ἔφθασε στήν ἱερή πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.

Πέρασαν ἀρκετές ἡμέρες ἀπό τό ταξίδι του, ὁπότε ἡ σύζυγός του παρέθεσε τραπέζι στούς συγγενεῖς καί τούς φίλους τοῦ ἄνδρα της, γιά νά εὐφρανθοῦν καί νά εὐχηθοῦν γιά τήν καλή ἐπάνοδό του. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης διακονοῦσε στό τραπέζι. Μέσα στά φαγητά πού παρέθεσαν ἦταν καί τό πιλάφι, πού ἄρεσε πολύ στόν ἀγᾶ καί τό συνηθίζουν στήν ᾽Ανατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα θυμήθηκε τόν σύζυγό της καί εἶπε στόν ᾽Ιωάννη: ῾Πόση εὐχαρίστηση θά ἔπαιρνε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καί ἔτρωγε μαζί μας ἀπό τό πιλάφι αὐτό!᾽ ῾Ο ᾽Ιωάννης τότε ζήτησε ἀπό τήν κυρά του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καί εἶπε ὅτι θά τό ἔστελνε στόν ἀφένη του στήν Μέκκα. Οἱ προσκεκλημένοι γέλασαν, ἀλλά ἡ οἰκοδέσποινα ἔδωσε ἐντολή νά δώσουν τό συγκεκριμένο πιάτο στόν ᾽Ιωάννη, πιστεύοντας ὅτι ἤ θά τό φάει ὁ ἴδιος ἤ θά τό δώσει σέ καμμία πτωχή οἰκογένεια κατά τήν συνήθειά του.

῾Ο ἅγιος πῆρε τό πιάτο καί πῆγε στόν σταῦλο, καί ἐκεῖ γονατιστός ἔκανε θερμή προσευχή παρακαλώντας τόν Θεό νά στείλει τό πιάτο στόν κύριό του μέ ὅποιον τρόπο ᾽Εκεῖνος ὡς παντοδύναμος ἤξερε. Καί πράγματι τό πιάτο μέ τό φαγητό χάθηκε ἀπό τά μάτια του, καί ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἐπέστρεψε στό τραπέζι καί εἶπε στήν οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τό φαγητό στήν Μέκκα. Οἱ κεκλημένοι βεβαίως ἀκούοντας τόν λόγο γέλασαν, γιατί θεώρησαν ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης τόν εἶπε χάριν ἀστειότητας.

Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες γύρισε ὁ κύριός του, φέροντας μαζί του τό χάλκινο πιάτο, πρός μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκείων του, περιγράφοντάς τους τό πῶς μία συγκεκριμένη ἡμέρα (ἐκείνη τοῦ συμποσίου) εἰσερχόμενος στό κλειδωμένο δωμάτιό του βρῆκε τό πιλάφι, μέσα σέ πιάτο ὅμως πού ἀνῆκε στόν ἴδιο, κάτι πού ἦταν ἀκατανόητο νά τό ἐξηγήσει. Παρ᾽ ὅλη ὅμως τήν ταραχή του, ἔφαγε τό πιλάφι καί ἔφερε πίσω τό χάλκινο πιάτο. ῾Η γυναίκα του τοῦ ἐξήγησε τά καθέκαστα τοῦ συμποσίου καί πῶς ὁ ᾽Ιωάννης ζήτησε φαγητό γιά ἐκεῖνον, κάτι πού τό γέλασαν τότε, ἀλλά νά πού ἦταν ἀληθινό.

Τό θαῦμα αὐτό διαφημίστηκε σέ ὅλο τό χωριό καί στά περίχωρα, καί ὅλοι πιά θεωροῦσαν τόν ᾽Ιωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καί ἀγαπητό στόν Θεό, τόν ἔβλεπαν μέ φόβο καί σεβασμό καί δέν τολμοῦσε κανείς νά τόν ἐνοχλήσει. ῾Ο κύριός του καί ἡ σύζυγός του τόν περιποιοῦνταν περισσότερο καί τόν παρακαλοῦσαν πάλι νά φύγει ἀπό τόν σταῦλο καί νά κατοικήσει σέ ἕνα οἴκημα πού ἦταν κοντά στόν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε λοιπόν τήν ζωή του μέ τόν ἴδιο τρόπο ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρίν στήν περιποίηση τῶν ζώων καί κάνοντας μέ προθυμία τά θελήματα τοῦ κυρίου του, ἐνῶ τήν νύκτα τήν περνοῦσε μέ προσευχή καί ψαλμωδία.

᾽Αλλά ὕστερα ἀπό λίγα ἔτη ἀσθένησε καί κειτόταν πάνω στά χόρτα μέσα σ᾽ ἐκεῖνον τόν σταῦλο πού τόν εἶχε ἁγιάσει μέ τίς δεήσεις του καί μέ τήν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιά τό ὄνομα καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος σάν ἐμᾶς καί σταυρώθηκε γιά τήν δική μας ἀγάπη. Καί προαισθανόμενος τό τέλος του ζήτησε νά κοινωνήσει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁπότε ἔστειλε καί κάλεσε ἕναν ἱερέα. ῾Ο ἱερέας στήν ἀρχή φοβήθηκε νά φέρει τά ἅγια μυστήρια στόν σταῦλο, λόγω τοῦ φανατισμοῦ τῶν Τούρκων, ὅμως ἔπειτα φωτίστηκε ἀπό τόν Θεό, πῆρε ἕνα μῆλο, τό ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τήν θεία κοινωνία, καί ἔτσι πῆγε καί κοινώνησε τόν μακάριο ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος μόλις μετέλαβε παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ πού τόσο Τόν ἀγάπησε. Αὐτό ἔγινε τήν 27η Μαΐου τοῦ 1730, σέ ἡλικία περίπου σαράντα ἐτῶν᾽.

Τά θαύματα πού ἔκτοτε ὁ Θεός ἔκανε μέσω τοῦ ἁγίου Του εἶναι πάμπολλα, ἐνῶ ἡ ἴδια χάρη τοῦ ἁγίου καί τοῦ χαριτόβρυτου λειψάνου του ἐξακολουθεῖ νά προσφέρεται καθημερινῶς σέ καθέναν πού μέ πίστη καί ταπείνωση τόν ἐπικαλεῖται καί τόν προσεγγίζει.

Κατά τό ἔτος 1924, ὁπότε καί ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν ῾Ελλάδος καί Τουρκίας, ἔγινε καί ἡ μετακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη τοῦ Ρώσου ἀπό τό Προκόπι τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας στό Νέο Προκόπι τῆς Εὐβοίας, ὅπου καί βρίσκεται καί σήμερα».

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΘΑ ΛΕΤΕ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΕ ΝΟΗΜΑ!

Δήλωσε προ καιρού δημοσίως ο γνωστός ηθοποιός του θεάτρου και της τηλεόρασης Σταύρος Ζαλμάς: «Έχω γνωρίσει τον πατέρα Παΐσιο και έχουμε κουβεντιάσει μερικές φορές. Πήγαινα συχνά με φίλους στο Άγιο Όρος γιατί μας άρεσε η περιπέτεια της πεζοπορίας και αυτή η ζωή στα μοναστήρια που θύμιζε το βιβλίο το “Όνομα του Ρόδου” και ήταν πολύ γοητευτικό να κουβεντιάζεις με κάποιους μοναχούς και κάποια στιγμή περνώντας ρωτήσαμε “πού είναι ο πατέρας;” Μάς έδειξαν και πήγαμε.

Υπήρχαν διάφοροι άνθρωποι που περίμεναν κάτω από δέντρα σαν να τους είχε τοποθετήσει και μας μίλησε αμέσως. Μιλήσαμε για πάρα πολλά πράγματα και φτάσαμε κάποια στιγμή στο θέμα της πίστης και της προσευχής.  Kαι μου λέει: “Να! τους βλέπετε όλους αυτούς; Είναι άνθρωποι αγράμματοι οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα. Ούτε να προσευχηθούν δεν ξέρουν. Kαι μου λένε “αισθάνομαι κάποια στιγμή ότι θέλω να προσευχηθώ, τι να κάνω;”.

Ξέρετε τι τους λέω; Όταν δεν ξέρουν να πουν προσευχή και αισθάνονται την ανάγκη να προσευχηθούν, τους λέω: “θα λέτε ένα τραγούδι με νόημα”. Αυτό με άφησε άναυδο. Πιο ακομπλεξάριστη, ελεύθερη, ευφάνταστη και ανοιχτή στο σύμπαν κουβέντα δεν περίμενα να ακούσω”».

Η έκπληξη του γνωστού ηθοποιού από την απρόσμενη θα λέγαμε πρόταση προσευχής του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου είναι δικαιολογημένη. Διότι για τους περισσοτέρους μας η απάντηση ενός καλογέρου, και μάλιστα θεωρουμένου αγίου, «έπρεπε» να είναι διαφορετική: να προτείνει το «Πάτερ ημών», να προτείνει βιβλίο προσευχών της Εκκλησίας, να προτείνει έστω κάποια αυτοσχέδια προσευχή, η οποία όμως να αναφέρεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, της Παναγίας, κάποιου αγίου. Τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία άλλωστε δεν φανερώνει και μόνο με την εμφάνισή του ένας μοναχός ή ένας κληρικός;  Τι άλλο θα μπορούσε να προτείνει; Μα εδώ μιλάμε για έναν όντως άγιο, ο οποίος δεν μπορεί να μπει σε οποιοδήποτε «καλούπι» τυποποιημένης πνευματικής ζωής. Γιατί ζει την παρουσία του Χριστού ως συνέχεια Εκείνου και το Πνεύμα του Θεού κινεί τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, την κάθε ενέργειά του.

Οπότε, ο άγιος Παΐσιος ως θεοκίνητος λειτουργεί με τον τρόπο του Κυρίου, των αγίων αποστόλων, των αγίων Πατέρων. Τι έκανε ο ίδιος ο Θεός μας μέχρις ότου έλθει ως άνθρωπος επί της γης; Προετοίμαζε τον λαό Του με τους απεσταλμένους Του προφήτες για να φθάσει στο σημείο εκείνης της ωριμότητας που θα μπορούσε να Τον δεχτεί – έστω και το «λείμμα», οι λίγοι που συνιστούν τη μαγιά του Θεού στον κόσμο. Τι έκαναν οι άγιοι απόστολοι; Για να κηρύξουν τον Χριστό έπρεπε να δουν αισθητά σημεία της αναζήτησης του Θεού, κατά τον λόγο του Κυρίου «όποιος αγαπάει την αλήθεια ακούει τη φωνή μου» - απροϋπόθετο κήρυγμα από πλευράς των ανθρώπων δεν υφίσταται! Ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα τι μαρτυρεί; «Γάλα υμάς επότισα» λέει στους Κορινθίους, διότι δεν έχετε τη δύναμη να ακούσετε βαθύτερα νοήματα – το ίδιο που είχε αποκαλύψει ο Κύριος για τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους: «Γιατί δεν κατανοείτε τα λόγια μου; Διότι δεν μπορείτε να ακούτε τον λόγο μου». Που σημαίνει: δεν μπορεί κανείς όπως είπαμε «απροϋπόθετα» να βρεθεί ξαφνικά στο σημείο συντονισμού του με την αποκάλυψη του Κυρίου. Διότι στην περίπτωση αυτή οι «φωνές» των παθών του και του πονηρού διαβόλου είναι αυτές που κυριαρχούν μέσα του˙ συνεπώς και να ακούγεται η φωνή του Θεού προσκρούει σε «ώτα μη ακουόντων», πηγαίνει κυριολεκτικά «χαμένη».

Και πώς, για να επανέλθουμε, το τραγούδι που προτείνει ο άγιος Παΐσιος ως προσευχή μπορεί να βοηθήσει; Δεν μιλάει για οποιοδήποτε τραγούδι ο όσιος, αλλά για τραγούδι που έχει κάποιο νόημα. Που αναφέρεται δηλαδή σε κάτι υψηλότερο από τα συνήθη ανθρώπινα, τα οποία ανακυκλώνουν σ’ ένα μεγάλο ποσοστό τα ανθρώπινα πάθη και τις ανθρώπινες κακίες. Και υπάρχουν ασφαλώς πολλά τέτοια τραγούδια με νόημα – ας θυμηθούμε πόσα τραγούδια μεγάλων ποιητών μας έχουν μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από τον λαό μας κάθε μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικής τάξεως. Τραγούδια δηλαδή που μιλούν για την ανθρώπινη αδικία, για τη συγχώρεση ως τρόπο ζωής έστω και σ’ ένα γενικό επίπεδο, για τη φιλία και την αληθινή αγάπη, ακόμη δε κάποια για την αναζήτηση του ίδιου του Θεού. Οπότε τα τραγούδια αυτά συνιστούν θα λέγαμε το «γάλα» που λέει ο απόστολος Παύλος, με την έννοια ότι προσανατολίζουν την καρδιά του ανθρώπου σε επίπεδο πέρα από τη χαμέρπεια του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου, άρα λειτουργούν ως σκαλοπάτι που μπορεί, εκεί που υπάρχει έστω και ανεπίγνωστη αναζήτηση νοήματος στη ζωή, να φθάσει τον άνθρωπο να δει λίγο «ουρανό».

Θυμίζει η πρόταση αυτή του μεγάλου αγιορείτη οσίου με ό,τι είχε προτείνει ο ίδιος σ’ έναν ταραγμένο και θολωμένο από την κοσμικότητα νεαρό που τον είχε προσεγγίσει, ο οποίος έσπευσε καθώς τον είδε να του πει ότι θέλει να εξομολογηθεί. Και τι του είπε ο όσιος; «Πήγαινε πρώτα να εξομολογηθείς σ’ έναν ιερέα κι έπειτα έλα να με βρείς. Γιατί ό,τι σου πω τώρα που είσαι συγχυσμένος και ταραγμένος δεν θα το καταλάβεις. Όταν όμως εν μετανοία εξομολογηθείς και ηρεμήσεις, τότε συντονισμένοι και οι δύο στην ίδια συχνότητα θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε». Αντιστοίχως: Αν αρχίσει κανείς να λέει προσευχές εκκλησιαστικές ενώ η καρδιά του βρίσκεται εμπαθώς προσκολλημένη στα πάθη του και στις ηδονές του κόσμου, οι προσευχές αυτές όχι μόνο δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον Θεό αλλά μάλλον θα παροργίσουν την αγάπη Του και θα Τον κάνουν να αποστρέψει το πρόσωπό Του από τον θεωρούμενο προσευχόμενο, όπως συνέβαινε και με τους Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου, αλλά και με πολλούς Ιουδαίους την εποχή των προφητών.

Η αντίδραση του γνωστού ηθοποιού λοιπόν στην προτροπή του αγίου Παϊσίου περί «παράδοξης» προσευχής είναι η αντίδραση στην πραγματικότητα του κάθε ανθρώπου μπροστά τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι ο Χριστός μέσα στην απειρία της αγάπης Του για τον άνθρωπο, τον πεσμένο στον άδη των αμαρτιών του, ήλθε με τον πιο ανατρεπτικό τρόπο προκειμένου να σώσει τον άνθρωπο. Συγκατέβη στην αδυναμία του, του φανέρωσε τον Θεό όσο ήταν δυνατόν σ’ αυτόν να κατανοήσει και του έδωσε τέλος το ίδιο το Πνεύμα Του, ώστε δι’ Αυτού εν Εκκλησία που είναι το σώμα Του, να γίνει κοινωνός των πιο βαθιών σκιρτημάτων της καρδιάς του, που θα πει πως βρίσκοντας τον Θεό βρίσκουμε τελικώς τον πιο αληθινό εαυτό μας.

Η διάκριση του Θεού μας και των Πατέρων μας πρέπει να μας καθοδηγεί. Η διάκριση του αγίου Παϊσίου εν προκειμένω γίνεται εξαιρετικά καθοδηγητικό στοιχείο στην παραπαίουσα εποχή μας, που και στην καλύτερη εκδοχή της ίσως βρίσκεται σε νηπιακό επίπεδο. Για να μη συμβεί αυτό που συνέβη σ’ έναν πολύ σπουδαίο εν Χριστώ αδελφό, ο οποίος μου εκμυστηρεύτηκε κάποια στιγμή πως μικρός στην ηλικία είχε «τρομοκρατηθεί» από τον άγιο Νεκτάριο, διότι η μητέρα του τού διηγιόταν θαυμαστά γεγονότα από τον άγιο, τα οποία όμως στην παιδική ψυχούλα του μεταποιούνταν τελικώς σε «φόβητρα». Κι είδε κι έπαθε μεγαλωμένος πια να ξεπεράσει τον φόβο του αυτόν και να «παθιαστεί» έπειτα με τον μεγάλο και θαυματουργό Πατέρα. Το λέει άλλωστε απαρχής η Γραφή: «Καιρός παντί πράγματι» - όλα στην ώρα τους!

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΚΑΡΠΟΣ

«Αὐτός ὁ μέγας ἀπόστολος τοῦ Κυρίου πού συναριθμήθηκε ἀπό τόν Ἴδιο στούς ἑβδομήντα μαθητές καί ἀποστόλους καί διακονοῦσε τόν μεγάλο Παῦλο στό κήρυγμα, ὅπως καί μετέφερε τίς θεῖες του ἐπιστολές σ’ αὐτούς πρός τούς ὁποίους τίς ἔστελνε, δίδαξε πολλούς ἀπό τούς εἰδωλολάτρες νά σέβονται τήν ἁγία Τριάδα. Γι’ αὐτό κι ὅταν καταυγάσθηκε ἡ διάνοιά του ἀπό τή θεία ἔλλαμψη τοῦ Παρακλήτου (τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς) καί ξεκίνησε σάν ἄδυτος ἥλιος ἀπ’ τήν Ἀνατολή, καταφώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη μέ τίς θεϊκές του διδασκαλίες, ἐπιτελώντας μέγιστα θαυμαστά πράγματα καθημερινά καί σώζοντας πολλούς ἀπό τά πονηρά πνεύματα.

Τράβηξε πολλές πόλεις καί λαούς πρός τή χριστιανική πίστη καί διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος χωρίστηκαν ἔτσι οἱ πιστοί ἀπό τούς ἀπίστους, μέ ἀποτέλεσμα νά ὑποστεῖ πολλούς διωγμούς καί θλίψεις ἀπό τούς ἀπίστους. Κι αὐτό γιατί προχωρώντας μέ ἐντελῶς σταθερό τρόπο πρός τά πιό σκληρά καί ἐπίπονα μαρτύρια δέν δείλιασε καθόλου μπροστά στήν ὀργή τῶν ἀρχόντων. Γι’ αὐτό, ἐπειδή δόξασε τόν Θεό καί μέ τόν ἴδιο του τό σῶμα, δοξάσθηκε ἀπό Αὐτόν μέ λαμπρό τρόπο. Ἀναπαύτηκε ἐν Κυρίῳ, ὁπότε θαυματουργεῖ καθημερινά μέσω τῶν λειψάνων του, θεραπεύοντας ὅλων τῶν εἰδῶν τά πάθη καί ἀποδιώκοντας τά ἀκάθαρτα πνεύματα». 

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος Ἰωσήφ δέν προσθέτει ἰδιαίτερα ἐπιπλέον στοιχεῖα στόν κανόνα του γιά τόν ἀπόστολο Κάρπο ἀπό αὐτά πού καταγράφονται στό σύντομο συναξάρι του. Ἡ προσοχή του εἶναι στραμμένη στό πιό θαυμαστό γεγονός στό ὁποῖο μετεῖχε ὁ ἀπόστολος, δηλαδή στή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, λήψη πού ἐξηγεῖ καί τήν ὅλη πορεία του, τό οἰκουμενικό ἄνοιγμά του στά ἔθνη, τό ἀποστολικό κήρυγμά του, τό μαρτυρικό τέλος του, τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσε καί ὅσο ζοῦσε ἀλλά καί μετά τήν ἐν Κυρίῳ ἀνάπαυσή του. «Κάνοντας τόν νοῦ σου δεκτικό τῶν θείων ἐλλάμψεων, φωτίστηκες ἐντελῶς, παμμακάριστε, καί βγῆκες στό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ» (στιχ. ἑσπ.). «Δέχτηκες στήν ὕπαρξή σου τή θεία ἔλλαμψη τοῦ Παρακλήτου, Κάρπε πάνσοφε, κι ἔτσι φώτισες αὐτούς πού ἦταν στό σκοτάδι λόγω τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ» (κάθισμα).

Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, πέραν τοῦ γεγονότος τῆς ἐπιφοιτήσεως σ’ αὐτόν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί συνεπῶς τῆς καθοδήγησεως καί ἐνισχύσεώς του ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο (ὠδή γ΄), τονίζει τή συνύπαρξή του μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τή διακονία πού τοῦ πρόσφερε στό οἰκουμενικῶν διαστάσεων ἔργο του – σ’ αὐτόν ἐμπιστευόταν ὁ Παῦλος τίς ἐπιστολές του γιά τή μεταφορά τους στούς πιστούς. «Ὁδοιπορώνας πολλές φορές μαζί μέ τόν Παῦλο τόν φωστήρα τῆς οἰκουμένης...» (ὠδή δ΄)∙ «Διακονοῦσες τόν σοφό ἡγέτη Παῦλο, Ἱεράρχα, μεταφέροντας στούς πιστούς τίς σωτήριες διδαχές του μέσα ἀπό τίς ἔνθεες ἐπιστολές του» (ὠδή η΄). Γι’ αὐτό καί δέν διστάζει ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής νά χαρακτηρίσει καί τόν ἴδιο ὡς κήρυκα τῶν ἐθνῶν σάν τόν Παῦλο, ὡς σεπτό δάσκαλο, ὡς ἱερομύστη καί ἱερολόγο, πού παρίσταται μέ χαρά ἐνώπιον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ (ὠδή ε΄). Μέ ἕναν πολύ δυνατό στίχο μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωσήφ μᾶς παρουσιάζει τόν Κάρπο νά περπατᾶ στό ἱεραποστολικό ἔργο του καί τό κάθε βῆμα του νά γίνεται ἀναβαθμός τῆς ἀνόδου του στήν ἁγιωσύνη. «Ἅγιασες, Κάρπε, καθώς βημάτιζες πάνω στή γῆ καί κήρυττες τό ἅγιο Εὐαγγέλιο» («Ἡγίασας, Κάρπε, βηματίζων τήν γῆν καί τό ἅγιον κηρύττων Εὐαγγέλιον») (ὠδή θ΄).

Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε καί τόν Κάρπο, ὅπως καί τούς λοιπούς βεβαίως ἀποστόλους καί μαθητές τοῦ Κυρίου, νά ἔχουν αὐτήν τήν ἔνθεη πορεία στόν κόσμο; Μά τό γεγονός ὅτι πορευόταν κι αὐτός, ἔστω καί λίγο πιό ἀπόμακρα, μαζί μέ τόν Κύριο ἕως τό τέλος τῆς ἐπί γῆς πορείας Του, τήν ἁγία Ἀνάληψή Του (βλ. ὠδή θ΄), κινούμενος ἀπό τή μεγάλη ἀγάπη του πρός Αὐτόν. Κι εἶναι γνωστό ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ δίπλα στόν Κύριο καί νά Τόν ἀκολουθήσει, ἄν δέν διέπεται ἀπό σφοδρή ἀγάπη πρός τό πάντιμο πρόσωπό Του καί ἀπόφαση μέχρι θανάτου νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Ἐκείνου. «Ἐπειδή ἤσουν ὁλοκληρωτικά στραμμένος πρός τόν Δεσπότη Χριστό, γι’ αὐτό καί τήρησες ἐντελῶς τίς σεπτές ἐντολές Του» (ὠδή α΄). «Ἀγάπησες μέ μυστική θεωρία τόν Θεό πού εἶναι ὁ Νοῦς πέρα ἀπό κάθε ἔννοια ἀνθρώπινη, γι’ αὐτό καί καταφωτίστηκε ὁ νοῦς σου» (ὠδή α΄).

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς γιατί ἀφενός δέχτηκε τόσες διώξεις καί θλίψεις ἀπό τούς ἀπίστους ὁ Κάρπος - ἦταν μία συνέχεια τοῦ Κυρίου (βλ. ὠδή γ΄, ζ΄κ.ἀ.) - ἀφετέρου γίνονταν δι’ αὐτοῦ τόσα θαύματα καί σημεῖα, τά ὁποῖα σφράγιζαν τό ἀποστολικό του κήρυγμα. «Ὁ λόγος σου ἔσωσε ἀπό τήν ἀλογία τούς ἀνθρώπους καί ἡ μέγιστη ἐπίδειξη τῶν θαυμάτων σου ὁδήγησε τούς πλανημένους στήν πίστη, ἔνδοξε Κάρπε» (ὠδή ς΄). Ἕνας ὕμνος μάλιστα τοῦ ὑμνογράφου ἔρχεται νά θέσει τόν ἅγιο Κάρπο στό ἴδιο ὕψος μέ τούς δώδεκα ἀποστόλους καί μάλιστα μέ τόν πρωτόθρονο ἀπόστολο Πέτρο. Ὅπως δηλαδή καί μόνη ἡ σκιά τοῦ Πέτρου, καθώς μᾶς ἱστορεῖ ὁ ἅγιος Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν ἀποστόλων, θεράπευε τούς ἀρρώστους, ἔτσι καί μόνη ἡ φωνή τοῦ Κάρπου καί μόνη ἡ κίνησή του νά σφραγίζει μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἔφερναν στούς ἐν σκότει εὑρισκομένους τή χάρη τοῦ Θεοῦ. «Διώχνοντας τίς ἀρρώστιες μέ μόνη τή φωνή σου καί θεραπεύοντας τά πάθη μέ μόνο τό σφράγισμα τῶν χεριῶν σου, ἔκανες κήρυγμα σωτηρίας, ἱερομύστη Κάρπε, καί φώτιζες αὐτούς πού ἦταν στό σκοτάδι» (ὠδή ζ΄).

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Η ΤΡΙΤΗ ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

«Η τιμία και αγία κεφαλή του Ιωάννου Προδρόμου που ήταν κρυμμένη προ πολλού, τώρα βγήκε από τους κόλπους της γης, σαν χρυσός από τα μέταλλα, κλεισμένη όχι σε στάμνα, όπως παλαιότερα, αλλά σε αργυρό σκεύος, ευρισκόμενη σε ιερό τόπο και γενόμενη φανερή από ιερέα. Αυτήν την κεφαλή, την οποία έφερε από τα Κόμανα η ένδοξη των Πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον πιστό βασιλιά και τον ποιμενάρχη της και τον πιστό λαό, την δέχεται με μεγάλη ευφροσύνη, κι αφού την προσκύνησαν όλοι με μεγάλη πίστη την εναπέθεσαν σε ιερό τόπο».

Μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα τῆς σχέσης τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη Προδρόμου μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού μᾶς προβάλλει ὑμνολογία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, εἶναι αὐτή τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο. «῎Εγινες φωνή του Λόγου, Πρόδρομε οὐράνιε ἄνθρωπε» (ωδή α´). ἅγιος ᾽Ιωάννης δηλαδή προβάλλεται, μέ βάση τά πραγματικά περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὡς ἐκεῖνος πού φανερώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξαγγέλλει μέ δυνατή φωνή, ὥστε νά γίνει ἀκουστός, τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Καί βεβαίως δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἔχει αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ὅλοι οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποτελοῦν κατ᾽ ἀκρίβεια τέτοιες φωνές γιά τόν ἐρχομό Αὐτοῦ, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ὡς ὁ τελευταῖος προφήτης καί τό πλήρωμα γι᾽ αὐτό τῆς προφητείας, εἶναι ἡ πιό δυνατή φωνή, κυριολεκτικά, ὅπως ὀνομάζεται, «ὁ μεγαλοφωνότατος πάντων τῶν προφητῶν» καί «προφητών ὑπέρτερος» (ωδή δ´).

Ἡ σχέση τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή, ἡ φωνή δηλαδή ἀκούγεται γιά νά φανερώνει ἀποκλειστικά καί μόνο τόν Λόγο, γεγονός πού σημαίνει  ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὡς ἄγγελος τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ: νά εἶναι ὁ Πρόδρομος ᾽Εκείνου, ἄρα μέ τόν τρόπο αὐτό νά κατανοεῖ κανείς καί τήν ὕπαρξη καί τό ἔργο του. ῎Ετσι ἡ φωνή τοῦ Προδρόμου δέν μποροῦσε νά μηνύσει κάτι ἄλλο, πέραν αὐτοῦ γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ὁ Χριστός, δηλαδή τή μετάνοια. Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός μας, ἦλθε ἀκριβῶς γιά νά ἑνώσει «εἰς ἕν», πού θά πεῖ στόν ἑαυτό Του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ Του στόν Θεό Πατέρα, «πάντα τά διεσκορπισμένα τέκνα Αὐτοῦ», συνεπῶς νά καλέσει τόν κόσμο ὅλο σέ μετάνοια. Γι᾽ αὐτό καί τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη καί τό κήρυγμα τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». «Σέ ὅλους βεβαίωσε ἡ κάρα τοῦ Προδρόμου τούς σωτήριους δρόμους τῆς μετανοίας,  μέ τίς θεῖες συμβουλές» (αίνοι).

Ὑπενθύμιση αὐτονοήτων, θά πεῖ κάποιος. Ναί, ἀλλά μέ προέκταση καί στά καθ᾽ ἡμᾶς. Δηλαδή: δέν μπορεῖ κάποιος πού θέλει νά ἀνήκει στόν Χριστό καί στήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία, νά ἔχει διαφορετική φωνή ἀπό ὅ,τι ᾽Εκεῖνος. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Ὁ χριστιανός ῾βοᾶ᾽ μέ τά λόγια του, κυρίως ὅμως μέ τή ζωή του, τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (ὁ Κύριος). Δέν εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε χριστιανοί, καί, ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ζωή καί οἱ λόγοι μας νά μή βρίσκονται σέ εὐθεῖα γραμμή καί ἀναλογία πρός τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων φίλων Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βάση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ πεποίθηση καί τό βίωμα ὅτι οἱ χριστιανοί συνιστοῦμε μέλη Χριστοῦ καί συνεπῶς προεκτείνουμε ᾽Εκείνου τήν παρουσία στόν κόσμο. Κι ἐπειδή ὁ Λόγος Χριστός ἔζησε καί δίδαξε τήν ἀγάπη – αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα αὐτοῦ πού μετανοεῖ - ἄρα καί ὁ χριστιανός εἶναι πράγματι χριστιανός, ὅταν ζεῖ καί διδάσκει πάντα τήν ἀγάπη. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ῾φωνή᾽, ἔστω καί στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ παραχάραξη ᾽Εκείνου καί βεβαίως παραφωνία Του.