Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΜΟΣΑΤΩΝ

«Ο άγιος Ευσέβιος ήταν κατά τους χρόνους του βασιλιά Κωνσταντίου, υιού του μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά το έτος 338, χρημάτισε δε φλογερός ζηλωτής της ορθόδοξης πίστης. Γι᾽ αυτό με πολλή ανδρεία ψυχής και με περιφρόνηση των παρόντων σπούδασε πώς να έλθει σε αύξηση η ευσέβεια και η ορθοδοξία, αν και ο βασιλιάς Κωνστάντιος ήταν αντίθετος, όσο κανείς άλλος, επειδή ήταν Αρειανιστής. Όταν μία φορά φοβέρισε ο βασιλιάς να κόψει το δεξί χέρι του αγίου, αν δεν δώσει το ψήφισμα που έγινε από τον μεγάλο Μελέτιο, ο άγιος άπλωσε και τα δύο του τα χέρια, θέλοντας να δείξει ότι μετά χαράς δέχεται και των δύο την εκκοπή, παρά να προδώσει το ζητούμενο ψήφισμα, και μαζί με εκείνο να προδώσει και την ευσέβεια. Αυτόν τον άγιο πατέρα μας Ευσέβιο, μετά τον Κωνσταντίνο και Ιουλιανό, εξόρισε ο Ουάλης από τον θρόνο του και τον καταδίκασε να περπατά εξόριστος κατά τον ποταμό Δούναβη. Όταν πέθανε ο Ουάλης, επανήλθε ο άγιος στην επισκοπή του τα Σαμόσατα (που βρίσκονται στη Συρία πλησίον του Ευφράτη ποταμού, υπό τον Μητροπολίτη Εδέσσης, και που ονομάζονται κοινώς Σεμψάθ). Ύστερα δε από τους πολλούς αγώνες και νίκες όσες έκανε ο αοίδιμος ζώντας ακόμη υπέρ της ορθοδοξίας, αξιώθηκε να έχει και τέλος μαρτυρικό. Διότι μία γυναίκα κακόδοξη, η οποία φρονούσε την αίρεση του Αρείου, πήρε κεραμίδι από μία στέγη και την έριψε εναντίον της κεφαλής του αγίου. Από το χτύπημα αυτό θανατώθηκε ο ιεράρχης του Χριστού. Προτού αποθάνει, συγχώρησε τη γυναίκα που τον φόνευσε, μιμούμενος τον Δεσπότη του Χριστό και τον πρωτομάρτυρα Στέφανο. Τελείται δε η σύναξή του και εορτή στον ναό του αγίου Ιωάννου, πλησίον Αρκαδιανών».

(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου)

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος που ανέλαβε να διακονήσει την υμνολογική εν Εκκλησία προβολή του αγίου Ευσεβίου, στέκεται με απορία  ενώπιον της ασκητικής του διαγωγής καταρχάς -  απόρροιας της εκ νεότητος αγάπης του προς τον Κύριο – η οποία τον έφερε με τη χάρη του Θεού να γίνει ποιμένας της Εκκλησίας και να επιστεφθεί στο τέλος με το στεφάνι του μαρτυρίου. Η επί γης πορεία του δηλαδή ακολούθησε την εξής πορεία: από παιδί αγάπη προς τον Κύριο, ασκητική διαγωγή, ώστε να υποταγεί η σάρκα με τις άτακτες ορέξεις της στις δυνάμεις της ψυχής, ανάδειξη σε θείο κατοικητήριο, ανάληψη ποιμαντικής ευθύνης με προβολή της ορθόδοξης πίστης και καταδίκη της αρειανικής αίρεσης, μαρτυρικό τέλος με το οποίο επιστεγάστηκε η αγιασμένη αυτή πορεία. 

«Ήδη από τη νεότητά σου, παμμάκαρ, – σημειώνει συγκεκριμένα ο υμνογράφος – πυρπολούμενος από τον πόθο του Χριστού, υπέταξες τη σάρκα σου στις ιερές δυνάμεις της ψυχής και αποδείχτηκες ιερό σκεύος, οπότε διαποίμανες τον λαό με οσιότητα, όσιε, αφού χρίστηκες με το μύρο της ιερατικής χάρης» (ωδή α´). «Το άγιον Πνεύμα σε προβάλλει ποιμενάρχη που καταστρέφει με τα φωτισμένα λόγια σου τη θολούρα των αιρετικών, σοφέ, και δείχνει την ορθή οδό με σαφήνεια σ᾽ αυτούς που την ακολουθούν κατά το θέλημα του Θεού, μέγιστε Ευσέβιε, φωστήρα των καρδιών μας» (ωδή α´).

Η από αγάπη προς τον Θεό πνευματική άσκηση του αγίου τον γέμισε, κατά τον άγιο Ιωσήφ, με όλες τις αρετές, οπότε δέχτηκε ως τελικό κόσμημά του το μαρτύριο. «Υπήρξες πράος και ανεξίκακος, ταπεινόφρων και μετριοπαθής και γεμάτος από θεία αγάπη, και κοσμήθηκες τελικά με το στεφάνι των μαρτύρων»  (ωδή γ´). Δεν είναι παράδοξο λοιπόν ότι ο υμνογράφος θεωρεί το κεραμίδι που του πέταξε στο κεφάλι η αιρετική γυναίκα ως το στεφάνι της όλης πορείας του. «Το κεραμίδι, Ευσέβιε, μάρτυρα Κυρίου, αμέσως έγινε στο κεφάλι σου στεφάνι» (στίχοι συναξαρίου).

 Ο άγιος υμνογράφος εν προκειμένω μάς υπενθυμίζει την αλήθεια που προβάλλει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή το κατά Χριστόν μαρτύριο συνιστά ιδιαίτερη χάρη του Κυρίου, είναι ακριβώς το στεφάνι του. «Ημίν εδόθη ου μόνον το εις Αυτόν (τον Χριστό) πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν». Κι αυτό σημαίνει: κανείς δεν εισέρχεται στο μαρτύριο απροϋπόθετα, στηριγμένος μόνο στις δικές του δυνάμεις. Χρειάζεται η ψυχή του ανθρώπου να είναι έτοιμη για τη χάρη του μαρτυρίου, δηλαδή πρέπει να έχει ασκηθεί κατά των παθών και υπέρ των αρετών. Ακόμη και στην περίπτωση που αιφνιδίως και χωρίς προετοιμασία φτάνει κανείς να μαρτυρήσει, όπως υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, εκεί πρέπει να σκεφτούμε ότι την εσωτερική προετοιμασία την είχε ο μάρτυρας με την καλή του προαίρεση και την αναζήτηση του Θεού, έστω κι αν εξωτερικά δεν φαινόταν κάτι τέτοιο.

Ο άγιος Ιωσήφ λοιπόν επιμένει στο θεμέλιο της ιερωσύνης και της όλης ποιμαντικής διακονίας, όπως και του ίδιου του χαρισματικού μαρτυρίου, δηλαδή τον πνευματικό εσωτερικό αγώνα. Δεν μπορεί να κατανοήσει την όλη δράση του αγίου Ευσεβίου, τους αγώνες του κατά των αρειανοφρόνων αιρετικών, την ανύστακτη φροντίδα του για την πνευματική τροφοδοσία των πιστών, χωρίς την προϋπόθεση του αγιασμού του ίδιου. «Ήσουν αφιερωμένος στους ύμνους, ιεράρχη, και στις δεήσεις προς τον Θεό, γι᾽ αυτό και κοίμισες τα πάθη σου και έτσι φάνηκες άγρυπνος φύλακας των πιστών» (ωδή ζ´).

Θυμίζει η ζωή του αγίου Ευσεβίου με την όλη ποιμαντική δράση του, όπως μας το προσφέρει ο άγιος υμνογράφος, αυτό που διαπιστώνει ο μέγας πατέρας της Εκκλησίας και οικουμενικός διδάσκαλός της άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: πρέπει πρώτα να καθαριστεί κανείς ψυχικά κι έπειτα να βοηθήσει στην κάθαρση των άλλων, πρέπει πρώτα να γίνει σοφός κι έτσι να προσφέρει σοφία, να γίνει φως και να φωτίσει, να πλησιάσει τον Θεό, για να φέρει σ᾽ Αυτόν τους άλλους, να αγιαστεί κι έπειτα να αγιάσει. «Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι,  σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι, γενέσθαι φως και φωτίσαι, εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους, αγιασθήναι και αγιάσαι».

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24)

Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Γ´ Ματθαίου ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς γνωστῆς ἐπί τοῦ ῎Ορους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, μίας ἐκτεταμένης ὁμιλίας πού καταγράφεται στό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου καί μάλιστα στά 5, 6 καί 7 κεφάλαιά του. Τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἔχει ἐκπληκτική ἐπικαιρότητα, δεδομένου ὅτι ἀφενός ἀποκαλύπτει βαθιές ἀνθρωπολογικές ἀλήθειες καί μᾶς  ὑπενθυμίζει τό πόσο ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει μέ τήν πρόνοιά Του,  ἀφετέρου μᾶς προσανατολίζει στήν ὀρθή κατεύθυνση τῆς ζωῆς, πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἔνταξή του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ᾽Ιδιαιτέρως ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» θέτει τόν πιό θεμελιακό προβληματισμό.

            1. Ἡ πρώτη ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου, πού συνιστᾶ καί ἀποκάλυψη γιά τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος πάντοτε κάπου «δουλεύει», πάντοτε δηλαδή σέ κάτι ὑπακούει καί αὐτό οὐσιαστικά ὑπηρετεῖ μέ ὅλες τίς δυνάμεις του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἐλεύθερος ἄνθρωπος, μέ τήν ἀπόλυτη ἔννοια τοῦ ὅρου, δέν ὑπάρχει. Εἴτε ὑπακοῦμε στόν Θεό εἴτε ὑπακοῦμε σέ ἀντίθεες δυνάμεις εἴτε ἀκόμη καί στίς δικές μας μόνο ἐπιλογές, ἄν ὑφίσταται ἀπολύτως κάτι τέτοιο, πάντοτε θά βρισκόμαστε  κάτω ἀπό ἕνα ῾ἀφεντικό᾽. Τό ἐρώτημα εἶναι τί εἴδους ῾ἀφεντικό᾽ εἶναι αὐτό; Δηλαδή: Σέ τί δουλεύω πού θά μέ κάνει νά νιώσω πραγματικά ἄνθρωπος, μέσα στό πλαίσιο τῆς φυσιολογίας τοῦ ἀνθρώπου;

2. Ὁ Κύριος προεκτείνει τήν ἐπισήμανση: «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». ῎Οχι μόνο πάντοτε κάπου δουλεύουμε, ἀλλά καί ἡ ῾δουλεία᾽ αὐτή εἶναι μονομερής. Δέν μπορεῖ κανείς νά ὑπηρετεῖ δύο ἀφεντικά ταυτόχρονα, οἱ δυνάμεις του θά εἶναι κατατεθειμένες στήν ὑπηρεσία πάντοτε ἑνός. Ὁ ἄνθρωπος, μέ ἄλλα λόγια, μᾶς λέει ὁ Κύριος, εἶναι δημιουργημένος ἔτσι, ὥστε νά ὑπάρχει καί νά λειτουργεῖ μέ ἑνιαῖο τρόπο, πού σημαίνει ὅτι οἱ δυνάμεις του προσαρμόζονται πάντοτε σέ μία μόνο κατεύθυνση, κάθε φορά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ῾ὅλος κάπου᾽. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ Κύριος ἀποκλείει γιά τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρώπου τό φαινόμενο τοῦ ῾πνευματικοῦ ἀλλοιθωρισμοῦ - δέν μπορεῖ νά κοιτᾶ τήν ἴδια στιγμή σέ δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.  Συνεπῶς, ἄν κάποιος προσπαθήσει νά τά συνδυάσει ὅλα, θά βρεθεῖ σέ ἕνα εἶδος πνευματικῆς σχιζοφρένειας, θά ὑποστεῖ  μία ἀλλοίωση τῆς ὕπαρξής του ὡς ἄνθρώπου.

Στήν περίπτωση αὐτή ἔχουμε ἴσως τήν κατάσταση πού ἐλέγχει δριμύτατα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη, τήν κατάσταση τῆς χλιαρότητας. «῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ θερμός ἤ ψυχρός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός, θά σέ ξεράσω ἀπό τό στόμα μου». Εἶναι εὐνόητο ὅτι γνώρισμα μίας τέτοιας ἀλλοιωμένης πνευματικῆς κατάστασης, τῆς διψυχίας, πού λέει ἀλλοῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀκαταστασία καί ἡ ταραχή. «᾽Ανήρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος). Ὁπότε, ὁ μόνος ὁ ὁποῖος χαίρεται στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὁ διάβολος, διότι φανερώνει τή δική του μόνιμη πνευματική κατάσταση. Ὁ διάβολος, ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ Γραφή, εἶναι τό πιό δυστυχισμένο καί τραγικό ὄν, μέ μόνιμη τήν ἀκαταστασία καί τήν ταραχή στήν ὕπαρξή του, κάτι πού θέλει νά δημιουργήσει καί στόν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ ἄνθρωπο.

3.  Ἡ ἀνθρωπολογική αὐτή ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου, ὅτι ὅλος ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάθε φορά κάπου, ὅτι δέν μπορεῖ νά  δουλεύει ταυτόχρονα σέ δύο κυρίους, συμπληρώνεται  στή συνέχεια μέ τήν προτροπή νά ἐπιλέγουμε τόν σωστό κύριο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό μας. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».  ῎Ετσι ὁ Κύριος μᾶς θέτει στήν ὀρθή τροχιά τῆς δημιουργίας μας: εἴμαστε πλασμένοι ἀπό τόν Θεό γιά νά πορευόμαστε καί νά ἐπεκτεινόμαστε πρός ᾽Εκεῖνον, ἄν θέλουμε νά βρισκόμαστε στή φυσική μας κατάσταση. Καί τί γίνεται τότε; Ὑποτασσόμενοι στόν Θεό, ῾δουλεύοντας᾽ σ᾽᾽Εκεῖνον ἐξυψωνόμαστε σέ υἱούς Του, γινόμαστε φίλοι Του, μᾶς δίνει ὁλόκληρο τόν ῾Εαυτό Του, μᾶς κάνει ἕνα μ᾽ Ἐκεῖνον. «Οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους». «Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὐμῖν» (ὁ Κύριος). Κατά συνέπεια, ὁ ἄνθρωπος αὐτός φτάνει νά ζεῖ τήν πραγματική ἐλευθερία, τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τήν βλέπουμε στά πρόσωπα τῶν κατεξοχήν ἐλευθέρων ἀνθρώπων, τῶν ἁγίων. «Οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ καί ἐλευθερία». «Τῇ ἐλευθερίᾳ  ᾗ Χριστός ὑμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καί μή ζυγῷ δουλείας πάλιν ἐνέχεσθε» (ἀπ. Παῦλος).

῎Αν ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέξει λάθος κύριο, ἄν ἡ ἐπιλογή του δέν εἶναι ὁ Θεός πού φανερώθηκε ἐν Χριστῷ καί βιώνεται στήν ᾽Εκκλησία Του, τότε θά βρίσκεται σέ κατάσταση θεομαχίας – «ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι» εἶπε ὁ Κύριος – καί κύριός του θά εἶναι ὁ πονηρός, ὁ ὁποῖος ὡς χαρά του ἔχει, ὅπως ἐπισημάνθηκε, νά ταλαιπωρεῖ τόν ἄνθρωπο καί τή δική του δυστυχία νά τήν κάνει δυστυχία καί τοῦ ἀνθρώπου, μέ τελικό σκοπό τήν πλήρη ἐξόντωσή του. Μή λησμονοῦμε ὅτι ὁ διάβολος «ἀνθρωποκτόνος» χαρακτηρίζεται στό εὐαγγέλιο. Κι εἶναι τραγικό νά σκέπτεται κανείς ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαστρεβλώσει τόσο τά πράγματα, ὥστε νά πιστεύουν ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ σωτήρας τους, αὐτόν νά ἀκολουθοῦν καί αὐτόν νά κηρύσσουν στόν κόσμο. Ἡ ψυχοσωματική αὐτομαστίγωση τοῦ ἀνθρώπου προφανῶς δέν ἔχει ὅρια. Ἡ ἀνισορροπία σέ πολλούς ἔχει γίνει καθεστώς.

᾽Ανεξάρτητα ὅμως ἀπό ἐκείνους τούς δυστυχεῖς συνανθρώπους μας πού ἐνσυνείδητα ἔχουν ἐπιλέξει ἕναν τέτοιο δρόμο, ἡ παραπάνω ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου προκαλεῖ ῾φόβο᾽ καί γιά τούς χριστιανούς. Τό γεγονός ὅτι κάθε φορά εἴμαστε ὁλόκληροι στή δουλεία ἑνός κυρίου, εἴτε τοῦ Θεοῦ εἴτε τοῦ διαβόλου,  σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά ῾παίζουμε᾽ μέ τή ζωή μας καί τίς ἐπιλογές μας. Ἡ ἐπιπολαιότητα στήν πνευματική μας ζωή δέν εἶναι χωρίς συνέπειες. Αὐτό πού κάνω κάθε φορά μέ ἐντάσσει στή μία ἤ στήν ἄλλη κατάσταση, δηλαδή  μέ προσδιορίζει συνολικά ὡς ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτό καί τρομάζει λίγο αὐτό πού ἀκούγεται συχνά ἀπό συνανθρώπους μας,  καί μάλιστα νέους, ὅτι σκοπό ἔχουν νά μαζεύουν στή ζωή τους ἐμπειρίες. Ἡ κάθε ἐμπειρία καταλαβαίνουμε μέ τά παραπάνω λόγια τοῦ Κυρίου ὅτι δέν εἶναι ἀνώδυνη. ῎Αν δέν βρίσκεται στήν κατεύθυνση τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό, λειτουργεῖ ἀρνητικά, ἄρα δαιμονίζει τόν ἄνθρωπο. Προφανῶς ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἄθροισμα ἐμπειριῶν, ἕνα σύνολο τεμαχίων δηλαδή, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, ἑνιαία ψυχοσωματική κατάσταση, ἡ ὁποία προσδιορίζεται κάθε φορά ὁλόκληρη, θετικά ἤ ἀρνητικά, ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς ἐμπειρίας.

4. Ὑποδηλώθηκε μέ τά παραπάνω, ἀλλά τό τονίζουμε καί ξεχωριστά: ἡ κάθε ὥρα καί ἡ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας εἶναι ἐκείνη πού ἀποκαλύπτει τόν κύριό μας, τό ποῦ δουλεύουμε. Δέν εἶναι τά λόγια μας καί οἱ διακηρύξεις μας, ἀλλά αὐτό πού ἐπιλέγουμε καί κάνουμε ὅ,τι  ἀποδεικνύει τή χριστιανοσύνη μας. Ἡ κάθε στιγμή μας, ἐν λόγῳ ἤ ἔργῳ ἤ διανοίᾳ, φανερώνει ἄν μισοῦμε ἤ ἀγαποῦμε τόν Θεό, ἄν στηριζόμαστε σ᾽ Αὐτόν ἤ Τόν περιφρονοῦμε. Ὁπότε τήν κάθε στιγμή μας γινόμαστε μάρτυρες ἤ ὄχι τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος σέ ἄλλο σημεῖο ἀνέφερε ὅτι «ὅπου ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται». Γιά νά δῶ τόν Θεό μου, ποιόν ὑπηρετῶ, πρέπει νά στραφῶ στήν καρδιά μου καί νά δῶ τί κυριαρχεῖ ἐκεῖ. Αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι καί ὁ Θεός μου, ὁ θησαυρός μου.

 Ὁπότε τό ἐρώτημα γιά τόν καθένα μας εἶναι: ποιόν Θεό πιστεύουμε; Ποιόν κύριο πράγματι ὑπηρετοῦμε;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΑΡΩΝ

«Αυτός ο μακάριος ανέθεσε τον εαυτό του από την παιδική του ηλικία στον Θεό, γι᾽ αυτό και έγινε θείο σκεύος και δοχείο του αγίου Πνεύματος. Έλαβε την ιερωσύνη από τη θεία χάρη, με το θέλημα του Θεού, και ποίμανε καλώς και θεοφιλώς το ποίμνιο που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία, καταφωτίζοντας με λόγια παράκλησης το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όταν είδε να διαχέεται η πλάνη του Ωριγένη, σαν άριστος ποιμένας την κατέφλεξε με τη θεία φλόγα, διαλύοντας έτσι τη θολούρα και τη μανία του σκοταδιού με τη σοφία των λόγων του και τη θεία χάρη. Η αστραπή μάλιστα των λόγων του και η σάλπιγγα της γνώσης έφτασε σε όλη τη γη. Γι᾽ αυτό, μη υποφέροντας ο εχθρός την παρρησία και την αντιρρητική δύναμη των λόγων του μεγάλου αυτού, οπλίζει τους υπηρέτες του για την εξόντωσή του. Αυτός δε αφού ντύθηκε πριν από το μαρτύριο τη ζωηφόρο νέκρωση, με αποτομή διά ξίφους της κεφαλής του, μετατέθηκε προς την καλύτερη ζωή. Πρώτα μεν ιερουργώντας τον αμνό του Θεού, ύστερα δε θυσιαζόμενος, οδηγήθηκε στον Χριστό ως ζωντανή θυσία. Γι᾽ αυτό και κατακοσμήθηκε με διπλούς στεφάνους ο γενναίος υπερασπιστής της αλήθειας. Κι αφού έλαβε το τέλος με μαρτυρικά αίματα, αναπαύτηκε αιώνια.

Αυτός ο θείος πράγματι ιερέας του Θεού και μάρτυρας μάς άφησε συγγράμματα της φιλοπονίας του, που είναι γεμάτα από κάθε γνώση και ωφέλεια. Αλλά και για τα μέλλοντα με μεγάλη σαφήνεια προφήτευσε και προανήγγειλε καθαρότατα, για τις εναλλαγές των βασιλειών και τις μεταβολές και τις αλλαγές τους, και για τις επεκτάσεις εθνών και τις ερημώσεις χωρών και τόπων και τους αφανισμούς. Για ορθοδόξους και αιρετικούς βασιλείς και για τη συντέλεια του κόσμου, και για τον Αντίχριστο και τη βασιλεία του, και για τον αφανισμό και την πανωλεθρία κάθε ανθρώπου. Όλα αυτά σαφέστατα ο θείος αυτός άνδρας τα προφήτευσε».

Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης για μία ακόμη φορά αφορμάται από το όνομα του αγίου, προκειμένου να το αξιοποιήσει από πλευράς πνευματικής. Το όνομα του αγίου λειτουργεί κατ᾽ αυτόν με τρόπο που υπενθυμίζει τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθεί κανείς για τη σωτηρία του, δηλαδή για να οδεύει τον δρόμο της αρετής που οδηγεί προς τον Θεό. «Η μνήμη σου, Ιεράρχα Μεθόδιε, που φέρνει σε εμάς την οδό της σωτηρίας, έφτασε με λαμπρότητα» (στιχηρό εσπερινού). «Δίδαξέ με, μακάριε μύστη, τη μέθοδο της αρετής» (ακροστιχίδα κανόνα). «Δίδαξέ με, ιερομύστα, δείχνοντάς μου τον δρόμο της σπουδαιότατης οδού που οδηγεί προς τον Θεό» (ωδή α´). Κι αυτό συμβαίνει, κατά τον άγιο υμνογράφο, διότι ο άγιος Μεθόδιος με τους λόγους του, αλλά και με το μαρτύριό του φώτισε το πλήρωμα της Εκκλησίας, διαλύοντας το σκοτάδι της πολυθεΐας, κι έφτασε στο αιώνιο φως της Βασιλείας του Θεού. Συνεπώς η ζωή του η ίδια συνιστά την ορθή μέθοδο που ακολουθώντας την κανείς εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού. «Καταφώτισες με τους λόγους σου το πλήρωμα της Εκκλησίας, θεοφάντορα Μεθόδιε. Και με τη λαμπρότητα των άθλων σου μείωσες το σκοτάδι της πολυθεΐας, οπότε τώρα έχεις φτάσει στο αιώνιο φως» (στιχηρό εσπερινού).

Ο υμνογράφος επιμένει ιδιαιτέρως στη διπλή θυσία που πρόσφερε στον Θεό ο άγιος Μεθόδιος. Πρώτα πρόσφερε ως ιερέας τις αναίμακτες θυσίες στον Θεό κι έπειτα ολόκληρο τον εαυτό του διά του μαρτυρίου. «Πρόσφερες αναίμακτες θυσίες, ιερουργέ, στον Θεό. Κι αφού αθλήθηκες πολύ σταθερά και θυσιάστηκες, προσφέρθηκες ως θυσία, Μεθόδιε, σ᾽ Εκείνον που θυσιάστηκε για χάρη μας» (κάθισμα όρθρου). Γι᾽ αυτό και τονίζει ο Θεοφάνης ότι άστραψε με δύο στεφάνια ο άγιος Μεθόδιος: με το στεφάνι της ιερωσύνης και με το στεφάνι του μαρτυρίου. «Έχοντας ως κόσμημα το στεφάνι του μαρτυρίου και το μύρο της ιερωσύνης, μακάριε, και με τα δύο άστραψες» (ωδή α´). Προβαίνει όμως ο άγιος υμνογράφος σε μία πολύ σημαντική παρατήρηση, αναφερόμενος στις αναίμακτες θυσίες λόγω της ιερωσύνης του. Ο άγιος Μεθόδιος δεν λειτουργούσε ως ιερέας με έναν τρόπο τυπικό και επιφανειακό. Το πρώτο θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο πρόσφερε την αναίμακτη θυσία, ήταν η ίδια η καρδιά του. «Είχες κάνει ωραίο θυσιαστήριο την καρδιά σου, ιερουργέ, και πάνω σ᾽ αυτό πρόσφερες τις αναίμακτες θυσίες στον Θεό» (κάθισμα όρθρου).

Με άλλα λόγια ο άγιος Μεθόδιος είχε ως πρώτη αγία Τράπεζα για να λειτουργεί στον Θεό την ίδια την καρδιά του, γεγονός που σημαίνει ότι ο ιερέας αν τη θυσία που επιτελεί χάριτι Θεού δεν την επιτελεί καρδιακά, δεν είναι σωστός ιερέας. Η αλήθεια αυτή υπενθυμίζει αυτό που υπάρχει ως παράδοση στην πίστη μας, ότι δηλαδή σε περίπτωση που ελλείπει από κάπου αγία Τράπεζα αλλά υπάρχει ιερέας, το στήθος του ιερέα μπορεί να παίξει τον ρόλο της αγίας αυτής Τραπέζης. Πόσο ζωντανή και με αισθήματα καθιστά την πίστη μας μία τέτοια τοποθέτηση της θείας ιερουργίας σαν αυτή που προβάλλει ο άγιος Θεοφάνης για τον άγιο Μεθόδιο. Και βεβαίως είναι ευνόητο ότι μία τέτοια πυρακτωμένη καρδιά που λειτουργεί στον Θεό με τέτοιο τρόπο καταλήγει εύκολα και στη θυσία της ζωής, όταν συντρέξουν οι συνθήκες.

Ο Θεοφάνης συνεχίζει το παραπάνω σκεπτικό και με άλλο τρόπο. Η καρδιακή ιερουργία του αγίου Μεθοδίου αποδείκνυε ότι ο ίδιος είχε νεκρωθεί κατ᾽ άνθρωπον ως προς τις αμαρτίες του. Διότι βεβαίως κανείς δεν μπορεί να έχει τον Χριστό στην καρδιά του, αν δεν έχει εξορύξει από εκεί την αμαρτία. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν», όπως είπε ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Μεθόδιος ήδη ήταν νεκρωμένος και πριν από το μαρτυρικό τέλος του, είχε δηλαδή ενεργοποιηθεί σε αυτόν η εν Χριστώ ανάστασή Του – η νέκρωση της αμαρτίας συνιστά την ανάσταση μέσα μας του Χριστού – συνεπώς το μαρτύριό του ήταν η μετάθεσή του προς την αιώνια ζωή. «Ντύθηκες, πάτερ, τη ζωηφόρο νέκρωση πριν από το τέλος σου, και όταν αποτεμνόσουν την κεφαλή με το ξίφος κατά το μαρτύριό σου, μετατέθηκες, ένδοξε, προς ζωή απείρως καλύτερη από την εδώ» (ωδή ε´). Η επισήμανση αυτή του αγίου υμνογράφου παραπέμπει στο γνωστό ασκητικό λόγιο, που ηχεί λίγο παράδοξα, εκφράζει όμως τη βαθύτατη παραπάνω πνευματική αλήθεια: «αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις». Ο άγιος λοιπόν πριν ακόμη πεθάνει σωματικά, είχε πεθάνει ως προς την αμαρτία. Συνεπώς εν Χριστώ ήταν αναστημένος, κάτι που επιβεβαιώθηκε ακόμη περισσότερο και με το άγιο μαρτύριό του.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως δεν μπορεί να μην αναφερθεί και στο κηρυκτικό έργο του αγίου ιερομάρτυρα. Ο άγιος Μεθόδιος υπήρξε χαρισματούχος δάσκαλος της Εκκλησίας, σε βαθμό τέτοιο μάλιστα που ορισμένοι, υπερτονίζοντας το έργο του αυτό,  επιμένουν, λανθασμένα βεβαίως, ότι ήταν μόνον δάσκαλος και όχι ιερέας. Ως δάσκαλος όχι μόνο κήρυσσε με τον προφορικό λόγο, αλλά και με τον γραπτό. Μας άφησε μάλιστα και σπουδαία συγγράμματα, όπως ήδη αναφέρθηκε στο συναξάρι του. Το κήρυγμά του στρεφόταν τόσο κατά των αιρετικών, των οπαδών της πλάνης του Ωριγένη εν προκειμένω, όσο και στην προβολή της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας. Κατά τον υμνογράφο μας: «Είδες να διαχέεται η απάτη του Ωριγένη, κι επειδή ήσουν άριστος ποιμένας κατέφλεξες σύντομα όλη την αχλύ εκείνου με το θείο πυρ» (ωδή γ´). Ενώ: «κήρυξες την ορθόδοξη πίστη, πανσεβάσμιε, και δίδαξες το ποίμνιό σου» (ωδή δ´). Και το κήρυγμά του αυτό ήταν «γλυκασμός ψυχωφελής που προέρχεται σαν από πηγή, η οποία ευφραίνει όλους τους μετόχους της και καταγλυκαίνει τα αισθητήρια της ψυχής» (ωδή δ´).

Βρίσκει μάλιστα την ευκαιρία ο άγιος Θεοφάνης να προβάλει έμμεσα το γνωστότερο έργο του αγίου Μεθοδίου, ο οποίος περισσότερο είναι γνωστός ως Μεθόδιος Ολύμπου παρά Πατάρων, το «Συμπόσιον ή περί Παρθενίας», κατά αντιστοιχία προς το διάσημο έργο του αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου Πλάτωνα «Συμπόσιον». Στο έργο αυτό ο άγιος, χωρίς να υποβαθμίζει τον γάμο, τονίζει τη σπουδαιότητα της παρθενίας, κι αυτό έχοντας υπόψη του ο Θεοφάνης σημειώνει: «Το αξιοσέβαστο της παρθενίας και το κάλλος της αγνότητας τα έμαθες από την πείρα σου, ένδοξε, γι᾽ αυτό με τη σοφία σου και τη χάρη των λόγων σου υποδεικνύεις σε όλους την ομορφιά αυτών και την αιώνια χαρμοσύνη τους, θεόφρονα» (ωδή γ´). 

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ

  «Ο άγιος απόστολος Ιούδας στο μεν κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων επονομάζεται Ιούδας του Ιακώβου, ενώ στο κατά Ματθαίο και στο κατά Μάρκο Θαδδαίος και Λεββαίος, που ήταν αδελφός κατά σάρκα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος, αδελφός δε γνήσιος Ιακώβου του αδελφοθέου, αυτός που έστειλε σε όλους τη φωτιστική και δογματική, γεμάτη από το Πνεύμα του Θεού, επιστολή. Ο Ιούδας που απεστάλη από τον ίδιο τον Χριστό στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, ως αδελφός Εκείνου και μυσταγωγός, πυρωμένος σαν άνθρακας από τις λαμπρότητες Εκείνου, κατέφλεξε κάθε πλάνη και κατεφώτισε τους πιστούς. Διότι έλκοντας τον ζυγό του Σωτήρα και ανοίγοντας αυλάκι στις ψυχές, έσπειρε τον σπόρο της ευσέβειας σε όλη την οικουμένη και έφερε πολύ καρπό. Γι' αυτό και κατεφώτισε με τον λόγο του και κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία και στα γειτονικά έθνη της, κι αφού έζησε στην πόλη των Εδεσσηνών και πορεύτηκε προς τον τοπάρχη Αύγαρο για να τον θεραπεύσει, ύστερα έφτασε στην πόλη Αραρά. Εκεί κρεμάστηκε από τους απίστους και τοξεύτηκε και έτσι παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό».

     Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος δεν προβληματίζεται ως προς το ποιος είναι ο σήμερον εορταζόμενος απόστολος Ιούδας. Θεωρεί ότι ο Ιούδας του Ιακώβου κατά τον ευαγγελιστή Λουκά είναι ο ίδιος με τον Ιούδα τον υιό του μνήστορος Ιωσήφ, τον και Θαδδαίο ή Λεββαίο επονομαζόμενο, κατά τους Ματθαίο και Μάρκο, που σημαίνει ότι Ιούδας του Ιακώβου θα πει Ιούδας αδελφός του Ιακώβου, υιού και αυτού του αγίου Ιωσήφ. Συνεπώς δεν λαμβάνει υπόψη του καθόλου εκείνη την άποψη που ισχυρίζεται ότι ο Θαδδαίος ή Λεββαίος είναι άλλος απόστολος από τον αδελφόθεο Ιούδα. Οι ύμνοι του που ομιλούν για τον ένα Ιούδα είναι αρκετοί. Για παράδειγμα από την ωδή γ΄: "Ιούδα, οι αδελφοί σου θα σε επαινέσουν γιατί φάνηκες και νομιζόσουνα αδελφός του προαιώνιου Λόγου που φανερώθηκε ως άνθρωπος" ("Ιούδα, οι αδελφοί σου σε επαινέσουσιν, αδελφόν φανέντα και νομιζόμενον του φανερωθέντος εν σαρκί Λόγου του προ αιώνων"). Και από το κοντάκιο: "Από ένδοξη ρίζα ανέτειλες σε μας σαν θεοδώρητο κλήμα, αυτόπτη του Κυρίου, απόστολε Θεάδελφε" ("Εκ ρίζης ευκλεούς θεοδώρητον κλήμα ανέτειλας ημίν, του Κυρίου αυτόπτα, Απόστολε Θεάδελφε").

     Ο υμνογράφος μας βεβαίως δεν θέλει να υπερτονίσει τη συγγενική σχέση του αγίου Ιούδα με τον Κύριο. Προφανώς διότι ο ίδιος ο Κύριος σε ανάλογες περιπτώσεις παρέπεμπε στην προτεραιότητα της σχέσης με τον Θεό και όχι της συγγένειας (Πρβλ. τα λόγια Του: "Τις εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου;... Όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, ούτος μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστί"). Γι' αυτό αφενός μιλώντας για την αδελφική σχέση του Ιούδα με τον Κύριο σπεύδει εξίσου να χαρακτηρίσει αδελφούς και όλους τους πιστούς σ' Αυτόν – «Ιούδα μακάριε, χρημάτισες αδελφός του Δεσπότη Χριστού που γεννήθηκε ως άνθρωπος και χρημάτισε αδελφός όλων των εκλεκτών» (κάθισμα όρθρου) -, αφετέρου εκεί που επικεντρώνει είναι στην κλήση του από τον Χριστό ως μαθητή και αποστόλου και στην αποστολή που του ανέθεσε Εκείνος - "Έγινες μαθητής του σαρκωθέντος Θεού μας, από τον Οποίο στάλθηκες σαν πρόβατο ανάμεσα σε λύκους πράγματι" (στιχηρό εσπερινού). "Από Αυτόν απεστάλης, πανεύφημε, ως απόστολος σε όλα τα πέρατα της γης, σπέρνοντας τον λόγο της πίστεως σε όλους και φωτίζοντας αυτούς που ήταν δούλοι στο σκοτάδι της άγνοιας και στον πονηρό κοσμοκράτορα" (κάθισμα όρθρου). Το γεγονός ότι η συγγενική σχέση έρχεται δεύτερη επιβεβαιώνεται από τον άγιο Θεοφάνη και από την παρατήρησή του ότι η οικειότητα του αγίου Ιούδα με τον Χριστό οφείλετο όχι ακριβώς στην συγγένειά τους, αλλά στον πνευματικό αγώνα του Ιούδα κατά της αμαρτίας, με τον οποίο μπόρεσε να ζήσει τη ζωή Εκείνου. "Νέκρωσες το αμαρτωλό γήινο φρόνημά σου κι έτσι έζησες μαζί με τη ζωή των όλων Χριστό, πανόλβιε" (ωδή γ΄).

     Ο άγιος υμνογράφος αφιερώνει τους περισσότερους ύμνους του στο αποστολικό έργο του αγίου Ιούδα. "Ο μέγας του Κυρίου απόστολος" (ωδή δ΄), ως "φως δεύτερον που ακολούθησε τις λάμψεις του πρώτου φωτός Χριστού" (ωδή α΄), "έχοντας ως οδηγό την ίδια την αλήθεια" (ωδή ε΄), απεστάλη "σαν βολίδα για να πλήξει και να αφανίσει παντελώς τις φάλαγγες των δαιμόνων και να θεραπεύσει με τη χάρη του Θεού εκείνους που πληγώθηκαν από αυτούς" (στιχηρό εσπερινού), όπως και "σαν ακτίνα του ήλιου που εξέλαμψε από την Παρθένο Μαρία, προκειμένου να καταφωτίσει τις καρδιές των ευσεβών και να αποδιώξει το σκοτάδι που υπήρχε" (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό γιατί ο άγιος απόστολος "έγινε υπήκοος στο πρόσταγμα του Κυρίου που έστειλε τους μαθητές Του κατά την ώρα της Αναλήψεώς Του να μαθητεύσουν όλα τα έθνη και να τα βαπτίζουν στο όνομα της αγίας Τριάδος" (ωδή ε΄).

Και βεβαίως μέσα σ' αυτήν την αποστολική ευθύνη του αγίου Ιούδα εντάσσεται, κατά τον άγιο υμνογράφο, και η καθολική επιστολή που μας άφησε στην Καινή Διαθήκη. "Ιεροφάντη θεσπέσιε - σημειώνει ο άγιος Θεοφάνης - στέλνεις σε όλους τους ανθρώπους την φωτιστική και δογματική επιστολή, που είναι γεμάτη από το Πνεύμα του Θεού" (ωδή ς΄). Πράγματι, η μικρή αυτή σχετικά επιστολή περικλείει πλούτο αγίων νοημάτων που κινητοποιούν τον κάθε πιστό σε μετάνοια και σε αγωνιστικό φρόνημα. Φράσεις σαν αυτές, και όχι μόνο - "Αναγκάζομαι να σας γράψω, για να σας προτρέψω να συνεχίσετε τον αγώνα για την πίστη, που μια για πάντα δόθηκε στον λαό του Θεού" ("παρακαλών επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει"), "εσείς, αγαπητοί μου, συνεχίστε να προοδεύετε στεριωμένοι πάνω στο θεμέλιο της πανάγιας πίστης σας και προσεύχεστε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Διατηρήστε τον εαυτό σας στην αγάπη του Θεού, προσμένοντας το έλεος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που θα μας χαρίσει την αιώνια ζωή" ("υμείς, αγαπητοί, τη αγιωτάτη υμών πίστει εποικοδομούντες εαυτούς, εν Πνεύματι Αγίω προσευχόμενοι, εαυτούς εν αγάπη Θεού τηρήσατε, προσδεχόμενοι το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις ζωήν αιώνιον") - θεωρούνται "διαμάντια" που δεν μπορεί κανείς εύκολα να ξεπεράσει, χωρίς να γίνεται υπόλογος έναντι του Κυρίου. Κι αν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι ο άγιος Ιούδας επιβεβαίωσε, όπως οι περισσότεροι απόστολοι, το κήρυγμά του με τη θυσία της ζωής του, τότε καταλαβαίνει την κρίση του αγίου Θεοφάνη, που θεωρεί ότι οι απόστολοι ξεπέρασαν κάθε μεγαλειότητα επί της γης ("Επήρθη των μαθητών Χριστού η ευπρέπεια, υπεράνω πάσης μεγαλειότητος") (ωδή γ΄).

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ

 «Ο άγιος Λεόντιος γεννήθηκε στην Ελλάδα. Από μικρός ήταν δυνατός και γενναίος και η γενναιότητά του συναυξανόταν με το μεγάλωμα της ηλικίας του, γι' αυτό και κατατάχτηκε στο στράτευμα. Κατά τους πολέμους και τις συμπλοκές με τους εχθρούς φάνηκε ανδρείος κι έστησε πολλές φορές τρόπαια νίκης, παραμένοντας όμως συνετός και σώφρων, γι' αυτό και παρασημοφορήθηκε και έγινε στρατηγός. Ζώντας δε στην Τρίπολη της Αφρικής, δεχόταν και έτρεφε τους πτωχούς από τα βασιλικά σισίτια και τις προσφορές και λάτρευε έτσι τον Θεό γνήσια και ειλικρινά.

   Έμαθε γι' αυτόν ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, που ήταν κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, και απέστειλε προς αυτόν τον Τριβούνο Υπάτιο μαζί με δύο άλλους στρατιώτες, από τους οποίους ο ένας ονομαζόταν Θεόδουλος. Στον δρόμο που πήγαιναν κι ενώ ο Υπάτιος καταλήφθηκε από πολύ μεγάλο πυρετό, ήλθε σ' αυτόν ουράνια φωνή κι άγγελος του φανερώθηκε κι άκουσε: "Αν θέλεις να απαλλαγείς από την αρρώστια, να επικαλεστείς τρεις φορές για βοήθεια τον Θεό του Λεοντίου". Τη φωνή αυτή την άκουσε αισθητά και ο Θεόδουλος.

   Ιατρεύτηκε πράγματι έτσι ο Τριβούνος κι όταν έφτασε στον άγιο μαζί με τη συνοδία του, χωρίς να ξέρει τον Λεόντιο ποιος είναι, φιλοξενήθηκε καταρχάς από αυτόν. Καθώς αναζητούσε τον Λεόντιο και έλεγε ψέμματα ότι εκείνος είναι φίλος του ίδιου και των θεών, ο άγιος είπε ότι αφενός ο ίδιος είναι ο Λεόντιος που αναζητά, αφετέρου ότι είναι δούλος του Χριστού κι ότι βδελύσσεται επομένως τους λεγόμενους θεούς. Όταν άκουσαν αυτά ο Τριβούνος και ο Θεόδουλος πρόσπεσαν στον άγιο και ζήτησαν από αυτόν τη χάρη να γίνουν κι αυτοί δούλοι του Χριστού. Προσευχήθηκε τότε ο άγιος υπέρ αυτών και λέγεται ότι ήλθε από τον ουρανό νεφέλη ύδατος και τους φώτισε και τους έντυσε με λευκές στολές. Από το γεγονός αυτό ταράχθηκαν οι άπιστοι και μήνυσαν ό,τι έγινε στον ηγεμόνα Αδριανό.

   Αυτός διέταξε να οδηγηθούν και να παρασταθούν μπροστά του κι επειδή δεν τους έπεισε με τις νουθεσίες του να απομακρυνθούν από την πίστη του Χριστού, διέταξε ο μεν άγιος Υπάτιος να αναρτηθεί και να χαρακωθεί με σιδερένια νύχια, ο δε άγιος Θεόδουλος να κτυπηθεί με σπαθί, στο τέλος δε να κόψουν τα κεφάλια τους. Ο δε μεγαλομάρτυρας Λεόντιος πρώτα μεν μαστιγώθηκε. Έπειτα επειδή δεν υποχώρησε στις παρακλήσεις και στις κολακείες του τυράννου, αλλά αντίθετα τον διακωμώδησε, κτυπήθηκε πάλι σκληρά. Μετά από αυτό τον κρέμασαν και τον χαράκωσαν με σιδερένια νύχια. Του έβαλαν έπειτα στον τράχηλο μία βαριά πέτρα και διαρκώς δεχόμενος κτυπήματα στην κατάσταση αυτή, στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό».

Ο υμνογράφος του αγίου Λεοντίου Ιωάννης ο μοναχός δίνει απαρχής ιδιαίτερη βαρύτητα σε ό,τι συνέβη στον άγιο Υπάτιο, όταν άρρωστος άκουσε την ουράνια φωνή που τον παρέπεμπε να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου. Θεωρεί ότι η θεϊκή αυτή επέμβαση ήταν το κατεξοχήν εγκώμιο για την αγιότητα του Λεοντίου, γεγονός βεβαίως που οδήγησε και στη μεταστροφή στην εις Χριστόν πίστη του Υπατίου μαζί με τον άγιο Θεόδουλο. "Η αρετή σου, δούλε του Χριστού Λεόντιε - σημειώνει συγκεκριμένα - δεν εντάσσεται στους νόμους των εγκωμιαστικών λόγων. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είναι για σένα το εγκώμιο και η αναφαίρετη ευτυχία" (ωδή α΄). Έτσι η αγιότητα του Λεοντίου, φανερούμενη και βεβαιούμενη από τον ίδιο τον Κύριο, γίνεται και το μέσον για την κλήση σε σωτηρία των αγίων Υπατίου και Θεοδούλου. Που σημαίνει μεταξύ άλλων: ο Θεός προνοεί ιδιαιτέρως για τους αγίους Του, ενώ ο αγιασμός ενός ανθρώπου γίνεται (συχνά και εν αγνοία του) η καλύτερη οδός για την εύρεση του Θεού και από άλλους. Όσο κανείς ζει ορθά ως χριστιανός, όσο δηλαδή αγιάζει τον εαυτό του, τόσο ο Θεός τον χρησιμοποιεί ως μαγνήτη για να ελκύσει και άλλους κοντά Του.

Ο άγιος υμνογράφος κινείται σε τρία επίπεδα εγκωμιάζοντας τον μεγαλομάρτυρα Λεόντιο. Πρώτον, στο επίπεδο της εσωτερικής ζωής του αγίου, τι ήταν εκείνο δηλαδή που τον έκανε να μένει εν Χριστώ και του έδινε τη δύναμη να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια του μαρτυρίου. Δεύτερον, στο επίπεδο του ιεραποστολικού έργου του, της μαρτυρίας δηλαδή που έδινε για την εις Χριστόν πίστη του σε όλους τους συστρατιώτες του, ευρισκόμενος και αυτός ως στρατιώτης ανάμεσά τους. Τρίτον, στη ρωμαλέα στάση του απέναντι στον υποκινητή των κακών διάβολο και τα όργανά του.

Και ως προς το πρώτο: ο άγιος είχε σταθερή ανοδική πορεία, γιατί είχε ψυχή ακηλίδωτη από αμαρτίες και σώμα παρθενικό. Κι είναι γνωστό από τους ασκητικούς Διδασκάλους μας ότι δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο στον κόσμο από τον διπλό αυτόν συνδυασμό: την αγνή ψυχή και το αγνό σώμα. Διότι εκεί έχουμε την ιδανικότερη προϋπόθεση για εγκατοίκηση του ίδιου του Θεού. "Επειδή επιθυμούσες, μακάριε, τα υπέρ φύσιν κι αφού κόσμησες την ακηλίδωτη ψυχή σου με το παρθένο σώμα σου, έκανες ίσια και σταθερή την άνοδό σου στον Ουρανό" (ωδή α΄). Ο άγιος επιθυμούσε βεβαίως τα υπέρ φύσιν γιατί είχε προκρίνει πάνω από όλα τη σοφία που δίνει ο Χριστός και την αγάπη προς Εκείνον. Αυτό είναι πάντοτε το "μυστικό" κάθε ασκητικής διαγωγής μέχρι σημείου θυσίας και του εαυτού: η αγάπη προς τον Χριστό. "Διάλεξες τον θάνατο που δίνει αληθινή ζωή, από την πρόσκαιρη ζωή, αφού κυριάρχησες με τη βία απέναντι στη φύση σου, λόγω της σοφίας σου και του πόθου σου προς τον Χριστό" (ωδή ζ΄).

Ως προς το δεύτερο: Ο άγιος βεβαίως όπου μπορούσε μιλούσε για τον Χριστό κι ήταν τα λόγια του, λόγια ευσέβειας πάντοτε, σαν μέλι για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. "Η μελιστάλακτη και φιλόθεη γλώσσα σου έρεε τα λόγια της ευσέβειας" (ωδή γ΄). "Βάλτε τις ψυχές σας στον ζωντανό Θεό, αναφωνούσες στους συστρατιώτες σου, Λεόντιε, και να είστε στρατιώτες του αιώνιου Βασιλιά" ("ωδή γ΄). Αλλά αν τα λόγια του λειτουργούσαν ως μέλι για τους καλοπροαίρετους, τα ίδια προκαλούσαν βλασφημία στους ασεβείς και κακοπροαίρετους. Σαν τον ίδιο τον Κύριο που έκειτο και κείται "εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών". "Η γλώσσα σου προκαλούσε βλασφημία στις καρδιές των δούλων της ασέβειας" (ωδή γ΄). "Φαινόσουν καλωσυνάτος σ' αυτούς που πρόστρεχαν με πίστη, Λεόντιε, και είχες λόγο αρτυμένο από το θείο αλάτι. Στους εχθρούς του Χριστού όμως φαινόσουν πολύ επιθετικός" (ωδή ς΄). Έτσι συμβαίνει πάντοτε. Ο λόγος και η παρουσία του Χριστιανού, όπως συνέβη στον ίδιο τον Χριστό όπως είπαμε, λειτουργεί θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις των ανθρώπων. Η μία στάση του Χριστιανού δηλαδή προκαλεί τους ανθρώπους, ώστε να αποκαλυφθούν οι διαλογισμοί του καθενός.

Ως προς το τρίτο: ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως τονίζει το ρωμαλέο φρόνημα του αγίου Λεοντίου - το χαρακτηριστικό κάθε συνεπούς χριστιανού: η υπέρβαση του φόβου και της δειλίας, κατά το "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (απ. Παύλος). Το ρωμαλέο του φρόνημα μάλιστα το παραλληλίζει ο υμνογράφος με το φρόνημα των αγίων τριών παίδων εν τη καμίνω. Όπως εκείνοι ευρισκόμενοι στην κάμινο ανέπεμπαν θαρραλέα ύμνους στον Δημιουργό με την ενίσχυση αγγέλου, έτσι κι αυτός: "Με ρωμαλέο φρόνημα, όπως ακριβώς οι αιχμάλωτοι παίδες, πατούσε ο Λεόντιος μαζί με τη φλόγα των πειρασμών και την πλάνη, αναμέλποντας σε Εσένα Κύριε: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων" (ωδή ζ΄). Κι η γενναιότητα της καρδιάς του βεβαίως ήταν κι απέναντι στους τυράννους κι απέναντι στον υποκινητή αυτών, τον Πονηρό διάβολο. "Ανέλαβες τον Σταυρό σαν θώρακα και προχώρησες να παλέψεις τους αόρατους εχθρούς και αθλήθηκες γενναία" (κάθισμα όρθρου).

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ" - ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ...

 


«…Ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που άφησε για όλους εμάς να είναι ότι η αυθεντική πνευματικότητα δεν ταυτίζεται με την αυστηρότητα ούτε με την ιδεολογική άκαμπτη στάση. Είναι η ικανότητα να αγαπάς τον άλλον χωρίς να τον πιέζεις, να τον διορθώνεις χωρίς να τον ταπεινώνεις, να τον στηρίζεις χωρίς να τον εξαρτάς. Είναι η εφαρμογή του αποστολικού λόγου: «Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄ Κορ. 16,14).

Έτσι, η μνήμη του παραμένει ενεργή όχι ως θρύλος, αλλά ως ζωντανή υπενθύμιση ότι ακόμη και μέσα σε τόπους δύσκολους μπορεί να ανθίσει η πιο καθαρή μορφή χριστιανικής μαρτυρίας. Ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι ιδεολογία, αλλά τρόπος ύπαρξης. Και ότι μια καρδιά που αγαπά πραγματικά μπορεί να μεταμορφώσει μια ολόκληρη γειτονιά σε χώρο φιλοξενίας και παρηγοριάς».

(Μητροπολίτης Σιγκαπούρης Κωνσταντίνος)

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΔΟΞΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΙΣΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΙΝΝΟΚΕΝΤΙΟΣ, ΦΗΛΙΞ, ΕΡΜΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ

 

«῾Ο ἅγιος ῎Ισαυρος καί οἱ σύν αὐτῷ Βασίλειος καί ᾽Ιννοκέντιος  (3ος αἰ.) κατάγονταν ἀπό τήν ᾽Αθήνα. ῎Εφυγαν ὅμως ἀπό τήν πατρίδα τους καί φτάνοντας σέ ἕνα σπήλαιο τῆς ᾽Απολλωνίας βρῆκαν ἐκεῖ τόν Φήλικα καί τόν Περεγρίνο καί τόν ῾Ερμεία. ῾Ο ἅγιος ῎Ισαυρος  τότε βρῆκε τήν εὐκαιρία καί τούς δίδαξε νά μήν εἶναι ὡς χριστιανοί  προσκολλημένοι πρός τά παρόντα γήϊνα πράγματα, λόγια πού ἐκεῖνοι τά ἔκαναν ἀμέσως πράξη. Διότι ἀποστράφηκαν τήν συναναστροφή μέ τούς συγγενεῖς τους πού ἦταν ἄπιστοι καί γι᾽ αὐτό κατηγορήθηκαν στόν ἔπαρχο Τριπόντιο. ῾Ο ἔπαρχος τούς συνέλαβε κι ἐπειδή δέν μπόρεσε νά τούς κάνει νά ἀποστατήσουν ἀπό τόν Χριστό, πρόσταξε νά τούς κόψουν μέ ξίφος τά κεφάλια. ῾Ο ῎Ισαυρος, ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, καί αὐτοί πού ἦταν μαζί του, ὁδηγήθηκαν στόν ᾽Απολλώνιο, τόν γιό τοῦ ἐπάρχου. ῾Ο ᾽Απολλώνιος τούς ἔριξε στά βασανιστήρια τῆς φωτιᾶς καί τοῦ νεροῦ, αὐτοί ὅμως κατά παράδοξο τρόπο σώθηκαν ἀπό αὐτά, μέ ἀποτέλεσμα  νά πιστέψουν στόν Χριστό πολλοί ἄνθρωποι, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί οἱ πρῶτοι τῆς πόλεως, οἱ κατά σάρκα ἀδελφοί Ροῦφος καί Ρουφίνος. Τέλος ἀποφασίστηκε ἡ θανάτωσή τους καί τούς ἔκοψαν τά κεφάλια».

῾Ο ὑμνογράφος τῶν σημερινῶν ἁγίων Γρηγόριος προκειμένου νά προβάλει διαμιᾶς τήν σημασία τους στόν κόσμο χρησιμοποιεῖ μία φράση πού εἶναι ἰδιαιτέρως προσφιλής στούς ὕμνους ὅλων τῶν ἁγίων: οἱ ἅγιοι εἶναι αὐτοί πού «οὐράνωσαν τήν γῆν», ἔκαναν τήν γῆ δηλαδή οὐρανό. Διότι ζώντας στήν ὕπαρξή τους τήν χάρη καί τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἔγιναν μία δική Του προέκταση μέσα στόν κόσμο, μέ ἄλλα λόγια στά πρόσωπά τους  βλέπουμε τήν ἴδια τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό κυριολεκτικά παρόντα ἀνάμεσά μας. «῾Ο ῎Ισαυρος ὁ ἔνδοξος καί ὁ δυνατός ᾽Ιννοκέντιος καί ὁ θεῖος Βασίλειος, ὁ θαυμάσιος Φήλικας, ὁ δοξασμένος ῾Ερμείας καί ὁ Περεγρίνος, αὐτοί πού κάνανε τήν γῆ οὐρανό ἀπό τίς θεῖες λάμψεις τῶν θαυμάτων τους, ἄς μακαριστοῦν μέ πίστη» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι εἶναι εὐνόητο βεβαίως ὅτι ἐκεῖνο κατά τόν ὑμνογράφο πού τούς κατέστησε ἱκανούς νά ἀκτινοβολοῦν τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί νά «περιπολοῦν στόν κόσμο ὡς θεοί» δέν ἦταν κάποια ξεχωριστή δική τους φυσική ἱκανότητα, ἀλλά ἡ διάθεσή τους νά ὑπακοῦνε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά ὑπηρετοῦν ᾽Εκεῖνον. «῎Ας μακαριστοῦν μέ πίστη ὡς ὑπηρέτες τοῦ Κυρίου». ᾽Εδῶ βρίσκεται ὡς γνωστόν τό μυστικό τῆς τεράστιας δύναμης ὅλων τῶν ἁγίων μας: ζοῦν  ἐν ταπεινώσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί γεμίζουν ἀπό τήν παντοδυναμία ᾽Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος «θαυμαστώνει τούς ἁγίους τούς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ».

Μέ τήν παραπάνω ὑπενθύμισή του ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής δίνει καί μία ἀξιοσημείωτη διευρυμένη θεώρηση τῆς ἔννοιας τῆς τιμιότητας τοῦ ἀνθρώπου. Συνήθως τίμιο χαρακτηρίζουμε ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκέραιος στίς σχέσεις του μέ τούς συνανθρώπους του, μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν τούς κλέβει, δέν τούς ἀδικεῖ, δέν ἀποτελεῖ ἀπειλή γιά τήν ὑπόστασή τους καί τήν περιουσία τους. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τίμιοι ἄθρωποι ὑπάρχουν σέ πολλούς χώρους καί μή χριστιανικούς. Δέν εἶναι προνόμιο μόνο τῶν χριστιανῶν ἡ ἠθική ἀκεραιότητα. ῾Ο ὑμνογράφος ὅμως προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Δέν τοῦ ἀρκεῖ ἡ γενική ἔννοια τῆς τιμιότητας. Γι᾽ αὐτόν καί γιά σύνολη τήν πίστη μας ἀσφαλῶς, ὁ πλήρως τίμιος ἄνθρωπος, ὁ καθ᾽ ὁλοκληρίαν θά λέγαμε ἄρτιος καί ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος, εἶναι ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος δέν φέρει συμβατικά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τό τιμᾶ μέ τόν πρέποντα τρόπο, δηλαδή κάνει πράξη αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά του. «῎Εγινες τίμιος», σημειώνει συγκεκριμένα γιά τόν ἅγιο ῎Ισαυρο, «γιατί τίμησες τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». («Τίμιος γεγένησαι, τό τοῦ Χριστοῦ τιμῶν ὄνομα») (ωδἠ γ´). Κι ἔχει δίκιο: ἄν ὁ πραγματικά ἀληθινός ἄνθρωπος εἶναι ὁ Κύριος, διότι ὡς Θεός δέν εἶχε καθόλου ἁμαρτίες, «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας», - ἡ ἁμαρτία κολοβώνει καί τραυματίζει τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση -  κατά συνέπεια ἀληθινός ἄνθρωπος γίνεται ἐκεῖνος πού εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Κύριο, παίρνοντας τήν δύναμή Του γιά νά μήν ἁμαρτάνει. Κι ἐπιβεβαιώνει ὁ ὑμνογράφος μας τήν ἄλλη θέαση αὐτή τῆς τιμιότητας μέ ὅ,τι λέει ῾παίζοντας᾽ μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου στούς στίχους τοῦ συναξαρίου του. «Κόπηκε ὁ ῎Ισαυρος μαζί μέ τήν πεντάδα τῶν συνάθλων του ὡς πρός τήν κεφαλή, κόβει (ταυτοχρόνως) στήν μέση καί τήν καρδιά τῆς νοητῆς σαύρας, (τοῦ διαβόλου)». (῾Τμηθείς ῎Ισαυρος σύν συνάθλων πεντάδι, σαύρας νοητῆς καρδίαν τέμνει μέσον᾽). 

Οἱ δοξολογικές καί ἑρμηνευτικές τῆς ἁγιότητας τοῦ ᾽Ισαύρου ἀναφορές τοῦ ὑμνογράφου δέν γίνονται αὐθαίρετα. Πέραν τῆς ἀλήθειας πού προβάλλουν γιά τήν θέση του στό νοητό στερέωμα τῆς ᾽Εκκλησίας, συνιστοῦν τήν βάση γιά τό ποθούμενό του: τήν ἐκζήτηση τῶν πρεσβειῶν του καί γιά τήν δική του σωτηρία. Κι εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι σχεδόν σέ ὅλα τά τροπάρια ὁ ποιητής ἐκεῖ καταλήγει: νά παρακαλεῖ τήν μεσιτεία τοῦ ἁγίου νά γίνει ὁ Κύριος ἵλεως καί σέ αὐτόν, ἤ ἄμεσα ὁ ἅγιος νά προσφέρει τή χάρη τῆς θεραπείας του σέ αὐτόν. Μέ τήν σωστή ὅμως ἱεράρχηση: ὄχι μονομερῶς νά τόν θεραπεύσει ἀπό σωματικές θλίψεις καί ἀρρώστιες, ἀλλά αὐτές νά θεραπευτοῦν, ἀφοῦ πρῶτα θεραπεύσει τά βασικά τραύματα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. ῾Ο ὑμνογράφος κινεῖται μέ καθαρό θεολογικό τρόπο: ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς εἶναι τό ζητούμενο, καί ἄν θελήσει ὁ Κύριος καί ἡ θεραπεία τοῦ σώματος. «᾽Αφοῦ θεραπεύσεις τίς ἐκτροπές τοῦ νοῦ μου καί τά πάθη τῆς καρδιᾶς μου, θεόφρον, σῶσε με καί ἀπό τούς σωματικούς πόνους»  (ὠδή ς´).