Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

«Ο άγιος Αιμιλιανός καταγόταν από το Δορόστολο της Μυσίας, κι ήταν δούλος κάποιου Έλληνα, κατά τους χρόνους Ιουλιανού του παραβάτη (361-363) και Καπεταλίου βικαρίου. Ήταν ευσεβής χριστιανός και γι’ αυτό βδελυσσόταν τα είδωλα. Κάποια στιγμή που θεώρησε ότι ήταν ήσυχη και κατάλληλη, μπήκε στο ναό των ειδώλων, κρατώντας ένα μεγάλο σφυρί, σύντριψε όλα τα είδωλα και διασκόρπισε τις θυσίες. Επειδή κατηγόρησαν άλλους για τις ενέργειες αυτές, τους οποίους άρχισαν να βασανίζουν, πήγε και παρουσιάστηκε στις αρχές, ομολογώντας την πράξη του, για την οποία κτυπήθηκε με μαστίγιο και ρίχτηκε σε κάμινο φωτιάς. Παρέμεινε όμως άφλεκτος και παρέδωσε έτσι στον Θεό το πνεύμα του».

       Το ενδιαφέρον ενός συγχρόνου εκκοσμικευμένου ανθρώπου, που θα διάβαζε το συναξάρι του αγίου, θα επικεντρωνόταν ασφαλώς όχι στον θείο ζήλο του Αιμιλιανού ούτε και στην αγιότητα και τη χάρη του Θεού που τον διακατείχε – μόνο με τη χάρη του Θεού μπορεί κανείς ν’ αντέξει τα μαρτύρια, όπως μας επισημαίνει και ο απόστολος Παύλος: «ημίν εχαρίσθη ου μόνον το εις Αυτόν (τον Χριστόν) πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν» - αλλά στην ενέργειά του να καταστρέψει τα είδωλα και να διασκορπίσει τις ειδωλικές θυσίες. Με μεγάλη ευκολία μάλιστα, κι ίσως με οργή, θα χαρακτήριζε την ενέργεια αυτή ως πράξη βαρβαρότητας, που στρέφεται κατά του πολιτισμού της ανθρωπότητας – ένα άγαλμα είναι πράγματι ένα πολιτιστικό γεγονός. Με την ίδια ευκολία, στη συνέχεια, όπως συμβαίνει συνήθως, θα στρεφόταν και ευρύτερα κατά της χριστιανικής πίστης και μάλιστα κατά της Εκκλησίας, διότι εκτρέφει τέτοια φαινόμενα, που προσβάλλουν τα επιτεύγματα του ανθρώπου.

       Βεβαίως, δεν θα προβληματιζόταν καθόλου για το τι αντιπροσωπεύουν τα είδωλα – το κατώτερο επίπεδο θρησκευτικής πίστεως, όπως ήδη το είχαν επισημάνει και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι - θα αγνοούσε προκλητικά το γεγονός ότι ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, χριστιανός πρώτα και αρνητής στη συνέχεια, κυνήγησε βάναυσα τους χριστιανούς, υποβάλλοντάς τους σε σκληρότατα μαρτύρια, δηλαδή ξαναφέρνοντας πίσω τις εποχές των μεγάλων διωγμών των πρώτων χριστιανικών χρόνων, κι ούτε συζήτηση ότι θα ήταν από τους πρώτους, που θα θαύμαζε κι άλλα πολιτιστικά επιτεύγματα, όπως οι πυραμίδες της Αιγύπτου, για την κατασκευή ασφαλώς των οποίων χύθηκαν ποταμοί αιμάτων από «κατώτερα» όντα, τους δούλους. Θέλουμε να πούμε ότι τα κριτήριά μας, εμάς των νεωτέρων, που μας κάνουν να προβαίνουμε σε χαρακτηρισμούς περί του τι είναι πολιτιστικό γεγονός ή όχι, είναι πολύ επιφανειακά, ενώ τις περισσότερες φορές περιπίπτουμε στο λογικό σφάλμα να κρίνουμε γεγονότα, επιτεύγματα, ανθρώπους, όχι με τα κριτήρια της εποχής τους, αλλά της δικής μας εποχής, δηλαδή, να χρησιμοποιούμε το δικό μας αξιακό σύστημα, ως σύστημα αναφοράς άλλων, παλαιοτέρων εποχών.

       Ο άγιος Αιμιλιανός λοιπόν, για να επανέλθουμε, βεβαίως έκανε κάτι, που για την εποχή μας θεωρείται πράξη βαρβαρότητας. Όμως για την εποχή του, εποχή διωγμού της χριστιανικής πίστης, ήταν κάτι το γενναίο και ίσως επιβεβλημένο, με συμβολική μάλιστα σημασία: δεν κατέστρεφε τα είδωλα-αγάλματα ως πολιτιστικά επιτεύγματα, αλλ’ ως φορείς αντιλήψεων, που ήταν υποταγμένες στα δαιμόνια και συνεπώς λειτουργούσαν προς καταβαράθρωση και καταστροφή του ανθρωπίνου προσώπου. Με άλλα λόγια, η ενέργεια του αγίου, στην ουσία της κρινόμενη, ήταν υπέρ της εξυψώσεως του πνευματικού επιπέδου των ανθρώπων και από την άποψη αυτή βαθύτατα εκπολιτιστική. «Με το όπλο του Σταυρού ο αθλοφόρος σου, Κύριε, και έχοντας το πυρ του ζήλου σου, κατέστρεψε όλα τα τεμένη των ειδώλων, γκρεμίζοντας έτσι και τις παρατάξεις του εχθρού διαβόλου» σημειώνει ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ (στιχ. εσπ.). «Ντυμένος την ισχύ του Χριστού που λόγω της αγάπης Του φόρεσε τη δική μας ασθένεια, μάρτυς, απεγύμνωσες την αλαζονική ματαιότητα της ασθένειας των ειδώλων» (ωδή α΄). Ότι βεβαίως υπήρχαν χριστιανοί, οι περισσότεροι, οι οποίοι εξέφραζαν την αντίθεσή τους προς τα είδωλα με διαφορετικό τρόπο, είναι εντελώς περιττό και ν’ αναφέρουμε, άρα η ενέργεια του σήμερον εορταζομένου αγίου δεν ήταν μία επιβαλλόμενη από την Εκκλησία διαδικασία, αλλά «έμπνευση», θα λέγαμε, της στιγμής του αγίου. Υπενθυμίζουμε πάντως ότι το ύψιστο κριτήριο για τη χριστιανική πίστη είναι να βλέπουμε τα πράγματα «sub speciae aeternitatis», υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλαδή από την άποψη του αιωνίου θελήματος του Τριαδικού Θεού.

Κι αυτό ήταν το κίνητρο του αγίου Αιμιλιανού και σ’ αυτό επικεντρώνει στη συντριπτική πλειοψηφία των ύμνων του ο άγιος υμνογράφος: τι το θέλημα του Θεού. Η όλη αγιασμένη πορεία του Αιμιλιανού που κατέληξε στο εκούσιο μαρτύριο ήταν μία αδιάκοπη αναζήτηση να αρέσει στον Κύριο, να σταθεί δηλαδή επάξια στην αγάπη Εκείνου που τον αγάπησε υπερβαλλόντως. Αυτό δεν συνιστά τον σκοπό της όλης χριστιανικής ζωής; «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (άγιος Ιωάννης θεολόγος). «Κατεύθυνες τις πορείες του νου σου, σοφέ, προς το γαληνότατο λιμάνι του θείου θελήματος» (ωδή γ΄). «Περιφρόνησες τα παρόντα για χάρη των αιωνίων και πρόσδεσες όλη την ψυχή σου στον θείο πόθο» (ωδή δ΄). Κι ακόμη: «πυρακτώθηκες από τον έρωτα, μακάριε, του Χριστού που σε αγάπησε» (ωδή ζ΄). Κι είναι ευνόητο ότι άνθρωπος που ανταποκρίνεται με αγάπη στην αγάπη του Δημιουργού του γεύεται των χαρίτων του Πνεύματός Του υπερβαλλόντως, φανερώνοντας τη χάρη αυτή με ό,τι θαυμαστό του προσφέρει ο Δημιουργός: θεραπείες ανιάτων νόσων, εκδίωξη δαιμόνων (ωδή ε΄), μυροβολία των λειψάνων του (ωδή ς΄).

Κι εκείνο που επιβεβαιώνει πλήρως την αγιότητα του μάρτυρα Αιμιλιανού είναι το γεγονός ότι μόλις μαθαίνει ότι άλλος έχει συλληφθεί για ό,τι ο ίδιος έκανε: την καταστροφή των ειδώλων, δεν «λακίζει», αλλά αμέσως σπεύδει να αναλάβει την ευθύνη του με χαρούμενη διάθεση θυσίας του γι’ αυτό. Το σημειώνει ο εκκλησιαστικός ποιητής: «Αφού έλυσες τα σεβάσματα της πλάνης, τα είδωλα, απέλυσες, πάνσοφε, από τα δεσμά αυτόν που είχαν συλλάβει αντί για σένα και προς το μαρτύριο με τη θέλησή σου προχώρησες, ψάλλοντας» (ωδή η΄). Λοιπόν, «μέμνησο, μεγαλομάρτυς μεγαλώνυμε, των μεμνημένων σου» (ωδή θ΄).

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΙΝΑ

«Η αγία Μαρίνα καταγόταν από κάποια κώμη της Πισιδίας, στα μέρη της Αντιόχειας. ΄Ηταν μονογενής θυγατέρα του Αιδεσίου, ενός ιερέα των ειδώλων, ο οποίος, όταν πέθανε η γυναίκα του, παρέδωσε την κόρη του, ηλικίας τότε δώδεκα ετών, σε μία γυναίκα να την μεγαλώσει. Η Μαρίνα είχε διδαχτεί στην κώμη που ζούσε τη χριστιανική πίστη, και γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να αξιωθεί να γίνει χριστιανή, κάτι που πραγματοποιήθηκε, και μάλιστα σε σημείο που δεκαπέντε ετών ποθούσε να δώσει και τη ζωή της για τον Χριστό. Ο ηγεμόνας λοιπόν Ολύμβριος, που έμαθε για την πίστη της, έστειλε να τη συλλάβουν και την έβαλε στη φυλακή. Μετά από κάποιες ημέρες διέταξε να την βγάλουν και να την οδηγήσουν ενώπιον του βήματός του, ενώ όταν την είδε, έμεινε έκπληκτος από την ωραιότητά της. Ρώτησε λοιπόν το όνομά της και την καταγωγή της και η αγία «Μαρίνα, είπε, λέγομαι, γέννημα και θρέμμα της Πισιδίας και είμαι χριστιανή». Επειδή δεν δέχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό, διέταξε ο ηγεμόνας να την ξαπλώσουν και να την δείρουν σκληρά με ραβδιά, τόσο που το αίμα της κοκκίνησε το χώμα. ΄Επειτα πρόσταξε να την ανασηκώσουν και να χαρακώσουν για πολύ το σώμα της, οπότε μετά οδηγήθηκε και πάλι στη φυλακή. Εκεί έγινε μεγάλος σεισμός, που τραντάχτηκε πολύ η φυλακή, και να, από κάπου φάνηκε ένας δράκοντας, με μεγάλο ήχο στο σύρσιμό του, που φαινόταν ότι θέλει να ρίξει φωτιά γύρω από τη μάρτυρα. Εκείνη φοβήθηκε πολύ κι έγινε έντρομη, γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να την βοηθήσει, με αποτέλεσμα το φοβερότατο εκείνο ερπετό να φαίνεται με τη μορφή ενός μαύρου σκυλιού. Η αγία τότε το άρπαξε από τις τρίχες κι αφού πήρε μια πέτρα, το κτύπησε στο κεφάλι και στην πλάτη, μέχρις ότου ψόφησε. Μετά από αυτό, οδηγείται σε νέα εξέταση, όπου την έβαλαν να καεί σε λαμπάδες φωτιάς κι έπειτα να ριχτεί σε σκεύος γεμάτο από νερό, που κάλυπτε το κεφάλι της. Διαφυλάχτηκε όμως αβλαβής από όλα αυτά, γεγονός που οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού, οι οποίοι δέχτηκαν τον δι’ αποτομής της κεφαλής τους θάνατο. Τότε οργίστηκε πολύ ο ηγεμόνας, ο οποίος διέταξε με ξίφος να κόψουν την τιμία κεφαλή της».

Το ιδιάζον στο μαρτύριο της αγίας Μαρίνας είναι το γεγονός ότι, ενώ σε όλα τα βασανιστήρια που πέρασε, φάνηκε γενναία και ατρόμητη, δείλιασε και μάλιστα φοβήθηκε πολύ, μέχρι σημείο τρόμου, όταν απειλήθηκε από τον δράκοντα, το τεράστιο ερπετό. Η αγία επομένως βρέθηκε αντιμέτωπη με μία αδυναμία της, σαν να μειώθηκε εκείνη τη στιγμή του μεγάλου φόβου της η πίστη της στην πρόνοια και την παντοδυναμία του Θεού, που σημαίνει ότι το συναξάρι της μας αποκαλύπτει μία ώρα οδυνηρού πειρασμού της. Δεν πρέπει να δούμε το γεγονός ανεξάρτητα από το σχέδιο του Θεού γι’ αυτήν – υπάρχει άλλωστε κάτι στη ζωή μας, έξω από την πρόνοια Εκείνου, αφού κατά τον Κύριο «και αι τρίχες της κεφαλής ημών πάσαι ηριθμημέναί εισι»! - σχέδιο που επιτρέπει στον διάβολο να την πειράξει. Διότι προφανώς ο δράκων αυτός δεν σύρθηκε εκεί τυχαία. Πρέπει να εννοήσουμε ότι πίσω από την απειλητική παρουσία του βρισκόταν ο ίδιος ο πονηρός, κι αυτό κατά παραχώρηση ασφαλώς του Θεού, ο Οποίος μέσα από τους πειρασμούς οδηγεί τους αγίους σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο και φανερώνει την αγιότητά τους. Κι είναι τούτο – η παρουσία του πονηρού που προκαλεί φόβο – κάτι που επιβεβαιώνεται διαρκώς από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι σημειώνουν ότι πίσω από κάθε φόβο και ταραχή, είναι ο διάβολος. «Ει τι βλέπεις, ει τι ακούεις, ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο» (Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου).

Αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να προκαλεί φόβο, γιατί στην κατάσταση αυτή είναι πιο εύκολο ο άνθρωπος, με μειωμένη ψυχική δύναμη, να υποταχθεί στα άνομα και σκοτεινά σχέδιά του. Αλλά με την αγία βλέπουμε και την ορθή και ενδεδειγμένη για την πειρασμική αυτή στιγμή αντίδραση: η έντονη προσευχή στον Θεό. Στο πρόσωπο της αγίας, μαθαίνουμε ν’ αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς και τις δύσκολες ώρες της πνευματικής ζωής: να «βλέπουμε» την παρουσία του Θεού, να θεωρούμε τα «φόβητρά» μας κάτω από την παντοδύναμη και πανάγαθη σκέπη Του. Όπως σε ανάλογη περίπτωση έκανε και ο άγιος ψαλμωδός: «προορώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ». Όπως, ακόμη περισσότερο, έκανε ο ίδιος ο Κύριος, που τη στιγμή της «δειλίας» Του, ενόψει του Γολγοθά, «γενόμενος εν αγωνία, εκτενέστερον προσηύχετο». Και τι γίνεται τότε; Ό,τι συνέβη και στην αγία Μαρίνα: «ο φοβερώτατος δράκων διεδείκνυτο ως κυνός μέλανος μορφήν». Ο φοβερός δράκων, το τεράστιο ερπετό, φάνηκε με τη μορφή ενός (μικρού) μαύρου σκυλιού – δείγμα και τούτο της δαιμονικής παρουσίας - επομένως φάνηκε έτσι, που ήταν πολύ εύκολο ν’ αντιμετωπιστεί και μάλιστα δραστικά.

Πολλοί φόβοι και μάλιστα πολλές φοβίες, παράλογοι και επιτεταμένοι δηλαδή φόβοι, αναπτύσσονται στη ζωή μας, οι οποίοι μας ταλαιπωρούν και πάνε να διαλύσουν συχνά τον ιστό της ψυχοσωματικής μας υπόστασης. Πίσω από κάθε φόβο και φοβία, έχουν επισημάνει οι ασχολούμενοι με τον άνθρωπο και τον ψυχισμό του, υφίσταται κρυμμένος ο φόβος του θανάτου. Οι χριστιανοί όμως γνωρίζουμε ότι δεν παύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις να δρα και το πονηρό στοιχείο, που χαρά του έχει ακριβώς την υποταγή και την καταστροφή του ανθρώπου. Μα τη λύση μάς τη δίνουν οι άγιοί μας, με την πείρα τους στην πνευματική ζωή: η αναφορά στον Θεό, η θεώρηση του εαυτού μας μέσα στην ιερή παρουσία Του. Κάθε τι που φαντάζει τεράστιο και αξεπέραστο ενώπιόν μας, και γι’ αυτό προκαλεί φόβο και τρόμο, γίνεται, εν Θεώ κοιταγμένο, μικρό και «κάτω» από εμάς, άρα αντιμετωπίσιμο. Το παράδειγμα της αγίας Μαρίνας με τον δράκοντα είναι εξαιρετικά ενδεικτικό, άρα θα πρέπει να μη φεύγει εύκολα από τη σκέψη μας. Με τα λόγια του αγίου υμνογράφου μάλιστα (σε νεοελληνική απόδοση): "Μεγάλο το κατόρθωμά σου, μεγάλη και πανάριστη πράγματι η νίκη σου. Διότι εσύ, Μαρίνα, με την (ανθρώπινη)  φύση που εύκολα φοβάται και μαζεύεται υπέταξες σαν ευτελές πουλάκι  τον αόρατο δράκο, το μεγάλο (θεωρούνενο) όρος, τον πολυμήχανο (πονηρό) νου, και καταπατώντας τον βρισκεσαι τώρα στους χορούς των αγίων μαζί με τους αγγέλους, αξιοθαύμαστη" (στιχ. εσπ.). 

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑΝ...

 


Δεν άντεξαν...


Στην απόμερη παραλία που τ’ αλμυρίκια

σκύβανε τολμηρά να χαϊδέψουν τ’ ακροδάχτυλα

της χρυσογάλαζης θάλασσας με θρόισμα

ερωτικό στο σεμνό φλοίσβημά της

 

- ο ζωγράφος εκστατικός στην παλέτα του

βούτηξε σπάταλα τον χρωστήρα στον μενεξί

τον ουρανό αφήνοντας επίτηδες τις πιτσιλιές

να πέφτουνε του σπερνού ήλιου στην άσπρο άμμο∙

 

-  κι ο ποιητής με νου σχεδόν σαλεμένο

απ’  την πολλή ομορφιά έψαχνε στη θεϊκή βίβλο

λέξεις επίμονα ν’ αποτυπώσει την εικόνα

μουσκεύοντας το χαρτί απ’ την υγρή καρδιά του∙

 

- κι ο Γέρων ασκητής με τα βαθουλωμένα μάτια

όπως συνήθιζε γονάτισε ν’ αφήσει τον Χριστό

λεύτερο στην καρδιά του να ψάλει με χαρά

«Φως ιλαρόν...», του δούλου Του Αθηνογένη. 


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ

«Αυτός ο άγιος ήταν από τη Σεβάστεια, επί Διοκλητιανού βασιλέως. Συνελήφθη από τον ηγεμόνα Φιλόμαχο, μαζί με τους δέκα μαθητές του, κι αφού υπέμεινε μ’  αυτούς πολλά βασανιστήρια, «δέχεται την διά ξίφους τελευτήν». Λέγεται γι’ αυτόν, ότι πριν από τη σύλληψή του, πήγε στο Μοναστήρι του και δεν βρήκε τους μαθητές του, διότι είχαν συλληφθεί πιο μπροστά. Στο Μοναστήρι συνάντησε την ελαφίνα, πού την είχε αναθρέψει εκεί, την ευλόγησε και προσευχήθηκε να μην την  πιάσουν ποτέ οι κυνηγοί, ούτε αυτήν ούτε και τα ελαφάκια της, αλλά κάθε χρόνο από αυτά που θα γεννά, ένα μικρό της να το φέρνει στο Μοναστήρι, πράγμα που έγινε. Διότι φαινόταν, μετά την ανάγνωση των αγίων Ευαγγελίων, να εισέρχεται στην Εκκλησία η ελαφίνα, να αναθέτει στον άγιο το ελαφάκι και πάλι να εξέρχεται. Οι συγκεντρωμένοι χριστιανοί έτρωγαν με χαρά από την προσφορά αυτή της ελαφίνας, εις δόξαν και τιμήν του αγίου, κι ήταν τούτο ένα θαύμα μεγάλο γι’  αυτούς που το’  βλεπαν και το άκουγαν, είτε πιστούς είτε απίστους».

Δεν είναι πολύ γνωστός ο άγιος ιερομάρτυς Αθηνογένης στο ευρύ χριστιανικό κοινό, όμως τον μνημονεύουμε "έμμεσα" καθημερινά στον εσπερινό, διότι κατά μία παλαιά παράδοση είναι ο συνθέτης του επιλύχνιου λεγόμενου ύμνου (το "Φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός" δηλαδή που αναφέρεται στον Κύριο Ιησού Χριστό), την ώρα που ο άγιος οδηγείτο στο μαρτύριο. 

Η ζωή του αγίου παρουσιάζει μία συγκινητική ιδιαιτερότητα. Πέραν του συνδέσμου που φαίνεται ότι ο άγιος είχε με τους μαθητές του, προκαλεί συγκίνηση και ο σύνδεσμός του με την ελαφίνα, η οποία συμπεριφέρεται, θα λέγαμε, ως γνήσιος υποτακτικός. Πρέπει να υπονοήσουμε ότι αυτό συμβαίνει, διότι ο άγιος διακατεχόταν από μεγάλη αγάπη και προς τους μαθητές του και προς τα ζώα. Μόνον ένας που ζει μία τέτοια αγάπη, μπορεί και θέτει το ενδιαφέρον του για τους άλλους υπεράνω και της ζωής του. Διότι τον κυνηγούσαν τον άγιο για την πίστη του κι εκείνος, αντί να φύγει και να κρυφτεί, νιώθει την ανάγκη να φροντίσει τους μαθητές του κι ακόμη και το ζώο που ανέθρεψε, την ελαφίνα.

Η στάση αυτή του αγίου,  στάση αγάπης που πηγάζει από την πίστη στον Χριστό – μόνον η πίστη αυτή δίνει δύναμη υπέρβασης και του ενστίκτου αυτοσυντήρησης – μάς οδηγεί σε δύο ασφαλή συμπεράσματα για τον άγιο και την ορθόδοξη πίστη:

(1) Ερχόμενος ο άγιος στο Μοναστήρι του να φροντίσει για τους μαθητές του, παρ’  όλους τους κινδύνους που τελικώς δεν απέφυγε, διαπιστώνει ότι ήδη εκείνοι είχαν συλληφθεί για την πίστη  τους στον Χριστό, την οποία επιβεβαίωσαν και με το ιερό μαρτύριό τους. Έτσι μέσα από αυτό το στοιχείο φανερώνεται όχι μόνον η αγιότητά του, αλλά και το πόσο καλός ηγούμενος υπήρξε όλα τα προηγούμενα χρόνια, πόσο δηλαδή καλά καθοδήγησε τα πνευματικά του τέκνα, ώστε και χωρίς την παρουσία του εκείνα να είναι έτοιμα για το μαρτύριο. Ο άγιος καταλαβαίνουμε ότι λειτούργησε ως καλός «αλείπτης» για τους μαθητές του, ως δηλαδή καλός προπονητής στην πνευματική τους ζωή, κάτι που εντείνει ακόμη περισσότερο τη φωτεινότητα της προσωπικότητάς του.

(2) Τα τελευταία χρόνια τονίστηκε ευρύτερα, ιδίως μετά από τόσες καταστροφές απέναντι στη φύση, η ανάγκη σεβασμού αυτής και το γεγονός ότι πρέπει να τη φροντίζουμε και να τη διαφυλάσσουμε. Κι αυτό που ίσως βγήκε ως ανάγκη (και για ορισμένους έγινε μία ιδεολογία), για την Εκκλησία μας συνιστά ένα διαχρονικό χειροπιαστό γεγονός. Διότι η ορθόδοξη πίστη μας πάντοτε τόνιζε και τονίζει ότι «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή», που σημαίνει ότι όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα και τα φυτά ανήκουν στον Θεό και γι’  αυτό αφενός η ίδια η φύση έχει μία ιδιαίτερη ιερότητα - ψαύει κανείς τις πολυποίκιλες ενέργειες σ' αυτήν του Θεού - αφετέρου κανείς δεν μπορεί να την καταστρέφει ασύστολα και παράλογα, χωρίς να γίνεται θεομάχος. Ας θυμηθούμε, στο τελευταίο αυτό, τον λόγο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, ότι αν κανείς δεν σέβεται την κάθε δημιουργία του Θεού, τότε είναι άθεος!

Ο χριστιανός λοιπόν καλείται ν’  αγαπά πρωτίστως τους ανθρώπους, τους κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού δημιουργημένους, αλλά και όλη την υπόλοιπη Δημιουργία. Ο άγιος Αθηνογένης με την τρυφερότητά του προς την ελαφίνα αποτελεί ένα από τα πολλά δείγματα των αγίων που ήσαν εντελώς συμφιλιωμένοι με τη φύση, μαζί με τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη (με το λιοντάρι), τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ (με την αρκούδα), τον όσιο Παΐσιο ακόμη (με τα φίδια, τις αλεπούδες και πολλά ακόμη ζώα). 

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΑ

«῾Η ἁγία ᾽Ιουλίττα ἔζησε ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ καί καταγόταν ἀπό τό ᾽Ικόνιο. Λόγω τοῦ διωγμοῦ κατά τῶν χριστιανῶν πού εἶχε ξεσπάσει ἐκεῖ, πῆγε στήν Σελεύκεια μαζί μέ τόν τριετή υἱό της ἀοίδιμο Κήρυκο. ᾽Επειδή ὅμως τά ἴδια ἐπικρατοῦσαν κι ἐκεῖ, ἦλθε στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας, στήν ὁποία ὁ ἡγεμόνας ᾽Αλέξανδρος, ὠμός καί θηριώδης στούς τρόπους, τιμωροῦσε καί βασάνιζε ὅσους ἐπικαλοῦνταν τόν Χριστό. Συνελήφθη καί ἡ ᾽Ιουλίττα καί ἄρχισαν τά βασανιστήριά της. ᾽Απέσπασαν βίαια ἀπό τήν ἀγκαλιά της τό παιδί κι ὁ ἡγεμόνας προσπάθησε μέ γλυκόλογα νά τό τραβήξει κοντά του. Δέν μπόρεσε ὅμως, γιατί τό παιδί εἶχε στηλώσει τά μάτια πρός μόνη τήν μητέρα του, ἐνῶ ἐπικαλεῖτο μέ ψιθυριστή φωνή τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στό τέλος, ὅπως ἦταν ἔδωσε μία κλωτσιά στήν κοιλιά τοῦ ἡγεμόνα, μέ ἀποτέλεσμα νά ὀργισθεῖ αὐτός καί νά τό ρίξει κάτω ἀπό τά σκαλάκια τοῦ βήματος πού καθόταν. ᾽Από τήν πρόσκρουση στά σκαλάκια συντρίφτηκε τό κρανίο του κι ἄφησε ἐκεῖ τήν μακάρια ψυχή του. ῾Η δέ ἁγία ᾽Ιουλίττα, ἀφοῦ ὑπέστη πολλά βασανιστήρια χωρίς νά πειστεῖ νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, ἀποτμήθηκε τήν κεφαλή της κι ἔλαβε τό στεφάνι τῆς ἀθλήσεως». 

Εἶναι λογικό ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ὑμνογράφος νά ἐπικεντρώνει τήν προσοχή του σέ δύο κυρίως σημεῖα ἀπό τό μαρτύριο τῶν ἁγίων Κηρύκου καί ᾽Ιουλίττης: πρῶτον, στήν νηπιακή ἡλικία τοῦ Κηρύκου, δεύτερον, στό ψυχικό μαρτύριο πού ὑπέστη ἡ ᾽Ιουλίττα, πέρα ἀπό τό σωματικό ἔπειτα, βλέποντας μπροστά στά μάτια της τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ της. Πλεῖστα ὅσα τροπάρια πράγματι ἀναφέρονται στόν μικρό  Κήρυκο, τόν ὁποῖο ὅμως προβάλλει ὁ ὑμνογράφος νήπιο μέν στήν ἡλικία, πολιό ὅμως καί μέ τέλειο φρόνημα κατά τήν ψυχή. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά παραδοξότητα, κυριολεκτικά γιά θαῦμα, τό ὁποῖο ἐπισημαίνει ὁ ᾽Ιωσήφ. «᾽Εμπρός, δεῖτε ὅλοι παράξενο καί παράδοξο θέαμα: Ποιός ἔχει δεῖ τριετές νήπιο νά ντροπιάζει τύραννο; Πρόκειται γιά θαῦμα!» (Δοξαστικό στιχηρῶν ἑσπερινοῦ). «Μέ σῶμα νηπίου ἀλλά μέ τελειότατο φρόνημα, μάρτυς, νίκησες τόν ἀρχέκακο διάβολο» (ὠδή δ´). «῾Υπῆρξες, κατά πολύ θαυμαστό τρόπο, ἀθλοφόρε Κήρυκε, ἀτελής κατά τό σῶμα, τέλειος ὅμως στήν φρόνηση» (ἐξαποστειλάριο ὄρθρου).

Καί αἰτία γιά τήν παραδοξότητα αὐτή δέν ἦταν μία ἰδιοτροπία τῆς φύσεως, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Κήρυκος ἀπό τά σπάργανα ἀκόμη ἦταν γεμάτος ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή ἡ χάρη τόν ἔκανε νά ἔχει φρόνημα μεγάλου καί σεβασμίου ἀνθρώπου. «Σύ πού ἤσουν γεμάτος ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τά σπάργανά σου, καί εἶχες φρόνημα μεγάλου καί σεβαστοῦ ἀνθρώπου» (αἶνοι). Θυμίζει ἔτσι ἡ περίπτωση τοῦ Κηρύκου τήν πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἁγίους, τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία κατεξοχήν αὐτή ἤδη ἐκ κοιλίας μητρός ἦταν γεμάτη ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ, ἐνῶ τριετίζουσα, καθώς εἰσῆλθε στά ῞Αγια τῶν ῾Αγίων τοῦ Ναοῦ, ὑπῆρξε «νηπιάζουσα σαρκί καί τελείᾳ τῇ ψυχῇ». « τριετίζουσα τῷ σώματι καί πολυετής ἐν τῷ πνεύματι» κατά τήν ἀντίστοιχη φράση τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων της. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι «ὅπου βούλεται Θεός νικᾶται φύσεως τάξις». Αὐτό δηλαδή πού ἡ λογική μας ἀρνεῖται νά παραδεχτεῖ, γίνεται ἀποδεκτό καί ῾λογικό᾽, ὅταν ληφθεῖ ὑπόψιν ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν ἅγιο Κήρυκο λοιπόν βρισκόμαστε ἐξαρχῆς σέ ὑπέρ φύσιν καί χαρισματικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες ἐξέβαλαν καί στό ὑπέρ φύσιν μαρτύριό του ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ.

Κι εἶναι πλήρης θεολογίας ἡ ἀποτίμηση τήν ὁποία κάνει ἐν προκειμένω ὁ ἅγιος ποιητής: τό νήπιο Κήρυκος λόγω τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ εἶχε φρόνημα τελείου καί πολιοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ὥριμος κατά τήν ἡλικία τύραννος, ὁ ἔξυπνος καί δυνατός κατά κόσμον, ἀποδείχτηκε ἐντελῶς ῾νηπιόφρων᾽, λόγω ἀκριβῶς τῆς ὑποταγῆς του στόν Πονηρό. ῾Η νίκη λοιπόν ἦταν δεδομένη: νίκησε τό νήπιο καί ντροπιάστηκε ὁ ὥριμος καί μεγάλος καί δυνατός. «Τόν σάν νήπιο τύραννο ντρόπιασες μέ ἀνδρεία ψυχῆς, καθώς ἤσουν μέ τέλειο φρόνημα ἀλλά μέ ἀτελές σῶμα, μάρτυς Κήρυκε» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι εἶναι ἡ παραπάνω ἀλήθεια κάτι πού ἐπιβεβαιώνεται διαρκῶς καί διαχρονικῶς: ὅπου ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἔστω μικροί στήν ἡλικία, ἔστω ἀδύνατοι ἐξωτερικά, ἀλλά μέ φρόνημα γενναῖο λόγω τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ βλέπουμε κυριολεκτικῶς θαύματα: νά ἀντιμετωπίζουν μεγάλους καί τρανούς, νά ἀντιμετωπίζουν καταστάσεις πού φαντάζουν θεόρατες, κι ὅμως νά νικοῦν. ῾Η ψυχή τελικῶς φαίνεται νά εἶναι αὐτή πού παίζει τόν πρῶτο ρόλο στόν κόσμο τοῦτο τόν ἀπατεώνα. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅσοι θέλουν νά ὑποτάξουν τούς ἀνθρώπους, ὁ διάβολος πρῶτα καί τά ὄργανά του, τήν ψυχή μας πρῶτα θέλουν νά κάμψουν. Τόν φόβο νά ἐνσπείρουν. Νά ῾μικρύνουν᾽ τό φρόνημα μας. Γιατί ἔτσι ἡ πλήρης ὑποταγή ἔπειτα εἶναι εὔκολη.

᾽Αλλ᾽ ὁ ἅγιος ᾽Ιωσήφ, εἴπαμε, προχωρεῖ καί στήν ρίζα τοῦ εὐκλεοῦς φυτοῦ, «τό ἀμπέλι πού ἀνεβλάστησε ἀπό τά σπλάχνα της τόν  βότρυ Κήρυκο» (στιχηρό ἑσπερινοῦ, ὠδή δ´)ˑ τή μητέρα ἁγία ᾽Ιουλίττα. Καί θαυμάζει καί ἀπορεῖ βεβαίως γιά τό ἀνδρικό φρόνημα πού βρέθηκε σέ γυναικεία φύση, ἀλλά πολλαπλασίως θαυμάζει γιά τό πῶς ἄντεξε ἡ μάνα τό διπλό τελικά μαρτύριο: νά βλέπει πρῶτα τό σπλάχνο της νά ὑφίσταται τό μαρτύριο, νά ἀκολουθεῖ στήν συνέχεια ἡ ἴδια μέ δύναμη καί γενναιότητα. ῾Επόμενο λοιπόν νά ῾βλέπει᾽ καί τό διπλό στεφάνι πού τῆς δίνει καί ὁ Κύριος. «᾽Αντιμετώπισες τά κτυπήματα καί ὑπέμεινες τά ποικίλα βασανιστήρια μέ ἀνδρικό τρόπο, ἀξιοθαύμαστη. Βλέποντας δέ τήν τελείωση τοῦ υἱοῦ σου πέρασες διπλό τό μαρτύριο, ᾽Ιουλίττα. Γι᾽ αὐτό σοῦ δίνει καί διπλούς τούς στεφάνους ὁ ἀθλοθέτης Κύριος» (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Εὐλόγως λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ἐπιλέγει: «Μέ τίς παρακλήσεις αὐτῶν, Κύριε, σῶσε κι ἐμᾶς πού σεβόμαστε τήν ἱερά τους μνήμη» (ὠδή θ´).

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΕΒΑΛΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΗΣΥΧΑΣΩ;

«ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΕΒΑΛΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΗΣΥΧΑΣΩ;» (όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)

Πρόκειται περί των νεωτέρων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας, του οποίου η αξία δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί όπως πρέπει, κατά την εκτίμηση του μεγάλου συγχρόνου Πατρολόγου μακαριστού Στυλιανού (μοναχού Γερασίμου) Παπαδοπούλου. Μιλάμε για τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που «γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1749 από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αντώνιο και Αναστασία Καλλιβούρση (η οποία εμόνασε στην Ιερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, με το όνομα Αγάθη). Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος και από μικρός έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και φοβερής ευφυΐας. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Νάξο και έπειτα στη σχολή της ίδιας πόλης επέκτεινε τις γνώσεις του, με δάσκαλο τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Κατόπιν 16 χρόνων πήγε στην Ελληνική σχολή της Σμύρνης, όπου κοντά σε φημισμένους διδασκάλους έλαβε ανώτερη παιδεία και αρετή. Μετά από ορισμένες περιπέτειες, το 1775 πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί, στη Μονή του Άγιου Διονυσίου εκάρη μοναχός με το όνομα Νικόδημος. Οι Πατέρες της Μονής, που διέκριναν τα μεγάλα φυσικά και επίκτητα χαρίσματα του Νικόδημου, τον διόρισαν αναγνώστη και γραμματέα της Μονής. Στη Μονή αυτή ο Νικόδημος, υπήρξε υπόδειγμα διακονίας και πράξεων αρετής. Έπειτα αποσύρθηκε σε κάποιο κελί, όπου με ασκητικό τρόπο, επιδόθηκε στη μελέτη και συγγραφή πολλών οικοδομητικών, θεολογικών και αγιολογικών βιβλίων. Μεταξύ αυτών είναι ο «Συναξαριστής», το «Εορτοδρόμιον», η «Νέα Κλίμακα», ο «Αόρατος Πόλεμος» και άλλα πολλά.

Τελικά μετά από διάφορες περιπέτειες, που υπέστη στη βραχύχρονη ζωή του, απεβίωσε από ημιπληγία, σε ηλικία 60 χρονών, τις πρώτες ορθρινές ώρες της 14ης Ιουλίου του έτους 1809 στο κελί των Σκουρταίων, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Τα τελευταία του λόγια ήταν η απάντηση που έδωσε στους μαθητές του όταν τον ρώτησαν αν ησυχάζει: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μη ησυχάσω;». Ενταφιάστηκε στο Λαυριωτικό Κελί των Σκουρταίων στις Καρυές του Άγιου Όρους, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό συγγραφικό έργο, που σήμερα αποτελεί κεφάλαιο για τον λαό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Εκκλησία μας επάξια από το έτος 1955 τον κατέταξε στο Αγιολόγιο της».

Λοιπόν, μπορεί οι Πατρολόγοι της Εκκλησίας να μην έχουν φτάσει στο ζητούμενο: την τελική αποτίμηση της θεολογικής εμβρίθειας του μεγάλου οσίου, όμως η Εκκλησία ως το σώμα του ζώντος Χριστού έδωσε το «στίγμα» τουˑ ο Αγιορείτης Νικόδημος είναι όσιος με διακηρυγμένη την αγιότητά του και επιβεβαιωμένη την τεράστια συμβολή του στον εν Χριστώ καταρτισμό των χριστιανών, όχι μόνο αυτών που έζησαν στην εποχή του αλλά και στις μετέπειτα εποχές, όπως και τη σημερινή και όλες όσες θα ακολουθήσουν. Για έναν απλούστατο λόγο: τα κείμενα του οσίου δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας ενός θεολόγου, έστω και πολύ καλού, αλλά καρπός του φωτισμένου από το Πνεύμα του Θεού νου του λόγω της αγίας και απολύτως σύμφωνης προς τις εντολές του Κυρίου βιοτής του. Ο λόγος του λοιπόν, για να θυμηθούμε τον εξίσου μεγάλο όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη, μένει εις τον αιώνα, που θα πει ότι εμβαπτιζόμενος κανείς σε αυτόν εμβαπτίζεται στους λόγους της χάριτος, περιπολεί κυριολεκτικά στους λειμώνες του νοητού Παραδείσου. Και να, μία σπουδαία επιβεβαίωση της παραπάνω πραγματικότητας διά στόματος του μεγάλου και αυτού Παϊσίου του Αγιορείτου. Είπε ο όσιος Παḯσιος: «Και μόνον για την ακολουθία των Αγιορειτών Πατέρων που έγραψε, άξιζε να γίνει Άγιος, ο Άγιος Νικόδημος. Με τι ευλάβεια είναι γραμμένη! Αισθάνεσαι ότι ανήκει και αυτός σε αυτούς που εξυμνεί» - ποιος μπορεί να διακρίνει καλύτερα το ύψος ενός αγίου από έναν επίσης άγιο;

Από το συναξάρι του τα τελευταία λόγια του, απάντηση στους μαθητές του, αποκαλύπτουν τον πυρήνα όλης της ζωής του: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;» Η ζωντανή σχέση του με τον Κύριο, η αίσθηση της παρουσίας Του στην ψυχοσωματική ύπαρξή του ήταν εκείνο που σφράγιζε την πορεία του στον κόσμο τούτο. Και ναι μεν η συγκεκριμένη απάντησή του δόθηκε όταν μόλις είχε κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων, κάτι που έκανε διαρκώς ιδίως στα τελευταία του, οπότε πραγματοποιείτο και σ’ αυτόν ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε βεβαιώσει: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ», όμως την ίδια ακριβώς απάντηση θα έδινε, και πράγματι έδινε, και για κάθε στιγμή της ζωής του. Και δεν είναι σχήμα υπερβολής τούτο, γιατί ο Κύριος που μίλησε γι’ αυτήν την περιχώρησή Του με κάθε πιστό που Τον κοινωνεί μυστηριακά, μίλησε εξίσου και για την περιχώρησή Του με τους πιστούς Του όταν εκείνοι αγωνίζονται τον αγώνα τηρήσεως των αγίων Του εντολών. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστίν ο αγαπών μου» είπε, «ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Κι ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής θα σημειώσει επ’ αυτού: «Ο τηρών τας εντολάς του Θεού, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ», όπως και «ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Με άλλα λόγια η θεία κοινωνία, η μέθεξη στον Κύριο και δι’ Αυτού σε όλην την Αγία Τριάδα δεν επιτυγχάνεται μόνον μυστηριακά, με τη συμμετοχή στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, αλλά, όπως λέει συγκεκριμένα και ο όσιος Νικόδημος, και πνευματικά, κάθε φορά που ο πιστός θέτει τον εαυτό του, την ψυχή και το σώμα του, εκεί που υποδεικνύουν οι εντολές του Θεού. Για παράδειγμα: ενώ ο εγωισμός ενός χριστιανού που αδικήθηκε τον σπρώχνει να εκδικηθεί, εκείνος εν πίστει αφήνει την όποια εκδίκηση στον Κύριο συγχωρώντας τον άνθρωπο που τον αδίκησεˑ ή, επίσης, η «σιωπή χειλέων», πολύ περισσότερο η «σιωπή λογισμών» σε ύβρεις συνανθρώπων του, επειδή ακριβώς θέλει να μένει στη βασική εντολή της αγάπης, συνιστούν μία υπέρβαση των παθών, που  αποτελεί πολύ δραστική μετοχή στον Κύριο, μία θεία κοινωνία που τον καθιστά ενεργό μέλος Εκείνου: «εν Αυτώ μένει και Αυτός εν αυτώ» - σαν να ανυψώνεται ο πιστός και να εισέρχεται στο ποτάμι της θείας αγάπης. 

Στην πραγματικότητα ο αγώνας αυτός που κινεί τον πιστό να μη μένει στον εγωισμό του αλλά  στην αναζήτηση του θελήματος του Θεού αποτελεί την κατεξοχήν ενεργοποίηση της μεγαλύτερης δωρεάς που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, να είναι μέλος του αγίου Του σώματος. Μέλος Χριστού δεν είναι κάθε πιστός που έχει βαπτιστεί και έχει χριστεί στο όνομα του Χριστού; Λοιπόν, ο μοναδικός δρόμος που κρατάει ανοιχτή και ζωντανή τη σχέση του μέλους προς την κεφαλή είναι πέραν της συμμετοχής όπως είπαμε στο σώμα και το αίμα του Χριστού, η τήρηση του αγίου Του θελήματος. Γι’ αυτό και δεν μας παραξενεύει το γεγονός που σημειώνουν όλοι οι άγιοι Πατέρες μας στοιχώντας στον λόγο της Γραφής, ότι ο κάθε εν επιγνώσει χριστιανός είναι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο, μία δική Του προέκταση, κατά την αποκάλυψή Του: «εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα».

Το συγκεκριμένο εν συνεχεία απόσπασμα από το έργο του οσίου Νικοδήμου «Αόρατος Πόλεμος» που αναφέρεται στην παραπάνω αλήθεια δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης: «Αν και μυστηριακά δεν μπορούμε να δεχτούμε τον Κύριό μας περισσότερο από μία φορά την ημέρα, ωστόσο πνευματικά και νοερά μπορούμε να τον δεχόμαστε κάθε ώρα και στιγμή μέσω της εργασίας όλων των αρετών και των εντολών, ειδικά όμως μέσω της θείας προσευχής και μάλιστα της νοερής. Ο Κύριος βρίσκεται κρυμμένος στις άγιες εντολές Του κι όποιος πράττει μια αρετή ή εντολή, δέχεται ταυτόχρονα στην ψυχή του και τον κρυμμένο μέσα σ’ αυτές Κύριο, ο οποίος υποσχέθηκε να κατοικήσει μαζί με τον Πατέρα Του, σε κείνον που θα τηρήσει τις εντολές Του, λέγοντας, «Εάν κάποιος με αγαπά, θα τηρήσει τα λόγια μου κι ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει και θα έλθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε σ’ αυτόν μαζί» (Ιωάν. 14,23). Αυτή η κοινωνία και ένωση με το Θεό δεν μπορεί να μας αφαιρεθεί από κανένα άλλο δημιούργημα, παρά μόνο από δικιά μας αμέλεια ή από κανένα άλλο δικό μας σφάλμα. Και μερικές φορές αυτή η κοινωνία είναι τόσο καρποφόρα και ευάρεστη στο Θεό, όσο ίσως δεν είναι πολλές άλλες μυστηριακές κοινωνίες, εξαιτίας της έλλειψης προϋποθέσεων εκείνων που τις δέχονται. Λοιπόν, όσες φορές έχεις ανάλογη διάθεση και προετοιμαστείς για μία τέτοια νοερή κοινωνία, θα βρεις πρόθυμο και έτοιμο τον Υιό του Θεού, ο οποίος από μόνος Του σε τρέφει πνευματικά με τα ίδια Του τα χέρια».

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΚΥΛΑΣ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ

«Ο άγιος Ακύλας εγκωμιάζεται ιδιαιτέρως από τον ευαγγελιστή Λουκά, στο δεύτερο βιβλίο του, των Πράξεων των Αποστόλων. Διότι υπήρξε μαθητής και ξεναγός του αποστόλου των Εθνών, του ιερού Παύλου, και μυήθηκε στα της πίστεως του Χριστού από εκείνον. Γι’  αυτό και απέπτυσε την πλάνη τη δαιμονική, έγινε ιερέας και μάρτυρας των Παθών του Κυρίου, και έλαβε από τον Κύριο το στεφάνι της σωτηρίας».

Η ακολουθία της ημέρας τονίζει με έμφαση το φωτοειδές της καρδιάς του αγίου Ακύλα. Έγινε όλος «δοχείον του Πνεύματος, καταστραπτόμενος ταις αυτού φωταυγίαις». Κι εκείνος που κατεξοχήν συνήργησε σ’ αυτό, ήταν ο απόστολος Παύλος, διότι με τα λόγια εκείνου καταυγάσθηκε η ψυχή του από το φως της θεογνωσίας κι έγινε σαν τον ήλιο. ΄Εμπλεως λοιπόν αγίου Πνεύματος, σαν φωτεινή ακτίνα φώτισε στη συνέχεια και αυτός «την σύμπασαν κτίσιν».

Η λήψη του αγίου Πνεύματος από τον άγιο Ακύλα – όπως συμβαίνει άλλωστε και με όλους τους αγίους – δεν υπήρξε χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς προσωπική μετοχή. Είναι βασικό στοιχείο της χριστιανικής πίστεως ότι βεβαίως ο Θεός προσφέρει το Πνεύμα Του στον άνθρωπο, και μάλιστα αφειδώλευτα – «ουκ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός το Πνεύμα» - αλλ’  όταν και ο άνθρωπος θελήσει  να συνεργήσει στην προσφορά αυτή. Η συνέργεια του ανθρώπου φανερώνεται από τη θετική κλίση της καρδιάς του προς την προσφερομένη αγάπη του Δημιουργού, δηλαδή από την ένταξή του στο χώρο της Εκκλησίας και από τον πνευματικό αγώνα που αναλαμβάνει.

Ο πνευματικός αγώνας συνίσταται στην προσπάθεια πια του ανθρώπου, με τη χάρη του Θεού, να διακρατείται πάνω στις εντολές του Κυρίου, στο νόμο του Κυρίου. Διότι δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από τον νόμο αυτό, αφού ο Ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε ότι αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου, κυρίως μέσα από αυτόν. Συνεπώς, ο άνθρωπος γίνεται πνευματικός, μένει μέσα στο Πνεύμα του Θεού, στο βαθμό που τηρεί στη ζωή του ό,τι ο Κύριος έχει δώσει ως νόμο Του.

Ο προσανατολισμός και η εγκατοίκηση πια του πιστού στις εντολές του Χριστού είναι ευνόητο ότι κάνουν τον πιστό να αποκτά ένα είδος παντοδυναμίας. Όπως το βεβαίωσε ο απόστολος Παύλος για τον εαυτό του, «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», έτσι και ο πιστός: ζώντας τον Χριστό μέσω των εντολών Του γεύεται αισθητά, στην ψυχή και στο σώμα, τη δύναμη Εκείνου. Κι αυτή είναι η απάντηση της Εκκλησίας και σε όλα αυτά που συνιστούν τα λεγόμενα ψυχολογικά προβλήματα. Πέραν των περιπτώσεων εκείνων, που ο άνθρωπος πράγματι χρήζει ανθρώπινης ψυχολογικής και ψυχιατρικής παρακολούθησης, λόγω υπερβολικά ευαίσθητου ψυχισμού, τα περισσότερα ψυχικού τύπου προβλήματα είναι απόρροια χαλαρής πνευματικής ζωής.

Κι αυτό σημαίνει ότι, όταν ο άνθρωπος θωρακιστεί κι οχυρωθεί με τις εντολές του Χριστού, δηλαδή όταν οι σκέψεις και οι επιθυμίες και τα συναισθήματά του βρίσκονται εν τω Θεώ, τότε πράγματι θα δει να απεμπλέκεται από ό,τι αρνητικό έρχεται να του αμαυρώσει τη ζωή. Την πνευματική αυτή πραγματικότητα μάς την προβάλλει και η υμνολογία του αγίου Ακύλα σήμερα, που μεταξύ των άλλων, στο υπόψιν θέμα, σημειώνει: «Νόμοις Χριστού οχυρωθείς την διάνοιαν, το των ανόμων φρύαγμα όλον κατέβαλες…». Οχυρώθηκες κατά τη διάνοια με τους νόμους του Χριστού, και νίκησες όλους τους επαναστατημένους ανόμους.