Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΚΑΝΕ ΤΡΟΦΗ ΣΟΥ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

ΤΡΙΤΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Κόρον ἁμαρτίας, ψυχή μου μίσησον τόν ὀλέθριον˙ τρύφησον τῷ κόρῳ τῆς νηστείας ἐμμελῶς˙ τάς σωτηριώδεις ἐντολάς βρῶμα ποίησον, ἀπόλαυσιν προξενούσας αἰωνίων ἀγαθῶν διά πίστεως» (Ωδή β΄ Τριωδίου).

 (Μίσησε, ψυχή μου, την πλησμονή της αμαρτίας που σε καταστρέφει. Απόλαυσε όσο μπορείς, με διαρκή φροντίδα, τη νηστεία. Κάνε τροφή σου τις εντολές του Σωτήρα Χριστού, γιατί αυτές προξενούν την απόλαυση των αιώνιων αγαθών μέσω της πίστεως).

Η πρώτη παρατήρηση του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου επιβεβαιώνεται από κάθε άνθρωπο όπου γης: ο άνθρωπος αμαρτάνει κι η αμαρτία πλημμυρίζει την ύπαρξή του χωρίς να αφήνει κανένα κενό. Κι αυτό γιατί αμαρτία σημαίνει τον εγωισμό του ανθρώπου, χαρακτηριστικό του οποίου (εγωισμού) είναι να μην αφήνει χώρο για οτιδήποτε άλλο, πολύ περισσότερο για τη χάρη του Θεού – το ε γ ώ  πάντοτε είναι απολύτως κατακτητικό και κυριαρχικό˙ εγώ και άλλος, εγώ και Θεός ή συνάνθρωπος δεν μπορούν να συνυπάρξουν˙ ο άλλος, όποιος κι αν είναι αυτός, ή θα πρέπει να εξαφανιστεί ή θα πρέπει να υποταχτεί! Γι’  αυτό και ο αμετανόητα εγωιστής άνθρωπος ή διαγράφει τον Θεό από τη ζωή του, συνεπώς και τον συνάνθρωπό του, ή επιζητεί να Τον υποτάξει, με την έννοια να Τον έχει προς… χρήση του, να του κάνει τα θελήματά του – θεός κατ’ αυτόν είναι ο ίδιος! Κι ακόμη τραγικότερο: η αμαρτία ως εγωισμός δεν έχει όριο κορεσμού. Ενώ πλημμυρίζει μέχρι… ασφυξίας τον αμαρτάνοντα, διαρκώς και επιζητεί την περαιτέρω επέκτασή της. Θυμάται κανείς το περιστατικό με τον αββά του Γεροντικού, που βλέποντας έναν ξυλοκόπο να κάνει δεμάτι τα ξύλα που έκοβε και να μην μπορεί λόγω του όγκου του να το σηκώσει, εκείνος πρόσθετε και άλλα ξύλα! Και στην απορία του αββά τι σημαίνει αυτό, ο Κύριος του απεκάλυψε: έτσι είναι οι άνθρωποι. Ενώ αμαρτάνουν και βαραίνουν τη συνείδησή τους, αντί να μετανοήσουν για να αποβάλουν το φορτίο τους, εκείνοι συνεχίζουν την πράξη της αμαρτίας. Το αποτέλεσμα βεβαίως είναι προφανές: ο άνθρωπος αμαρτάνοντας καταστρέφεται, οδηγείται στον όλεθρο.

Αλλά και η δεύτερη παρατήρηση του υμνογράφου επιβεβαιώνεται, αλλά από τον πιστό άνθρωπο της Εκκλησίας, που έχει βρει τον δρόμο της μετανοίας ως επιστροφής προς τον Θεό. Πράγματι η μετάνοια ως πρό(σ)κληση της χάρης του Θεού στον καλοπροαίρετο άνθρωπο μπορεί να ανακόψει την αμαρτία. Η χάρη του Θεού που είναι πάντοτε χάρη Αγάπης προσδοκά να βρει έστω και μία μικρή ρωγμή στο εγώ του ανθρώπου, ώστε να εισέλθει το φως Της μέσα στην καρδιά του. Και τότε μπορεί να επέλθει η ανατροπή! Ενεργοποιείται το βάθος της ψυχής που νοσταλγεί τον Θεό, γιατί ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού κι Εκείνον έστω και ανεπίγνωστα αναζητεί, οπότε αρχίζει να κραυγάζει προς Αυτόν και να Τον θέλει στη ζωή του. Η στροφή προς τον Θεό που είναι στην πραγματικότητα επιστροφή προς τον Δημιουργό σηματοδοτεί την οδό της μετανοίας, που ολοκληρώνεται μέσα στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.

Ποια σημάδια της επιστροφής αυτής υποδεικνύει ο άγιος υμνογράφος; Την επιμελή άσκηση της νηστείας, η οποία προσφέρεται στον πιστό ως η κατεξοχήν τρυφή του. «Απόλαυσε τη νηστεία, ψυχή μου», φωνάζει ο άγιος Ιωσήφ ως τύπος του πιστού, «εκεί μπορείς να επιδοθείς χωρίς όριο κορεσμού». Αλλά αμέσως συμπληρώνει: η νηστεία ως περιορισμός τροφών δεν έχει νόημα, αν δεν συνοδεύεται με την τήρηση των αγίων εντολών του Κυρίου. Νηστεία και τήρηση των λόγων Εκείνου οδηγούν στη σωτηρία, οδηγούν δηλαδή στη ζωντανή σχέση με τον Θεό και την από τον κόσμο τούτο απόλαυση των αιωνίων αγαθών. Για να τονίσει το θεωρούμενο παράδοξο της «μυστικής» χριστιανικής ζωής: η τήρηση των εντολών του Χριστού αποτελεί φαγητό για τον άνθρωπο! «Κάνε τροφή σου τις σωτήριες εντολές» λέει. Είναι η εμπειρία του αγίου Ιωσήφ, αλλά και η εμπειρία του κάθε χριστιανού: όταν ο πιστός θέτει σε εφαρμογή τον λόγο του Κυρίου νιώθει ότι τρέφεται, όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά! Το απεκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος για τον εαυτό Του: «εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός», τροφή μου είναι να πράττω το θέλημα του Πατέρα μου που με έστειλε. Αλλά είπαμε ότι πρόκειται περί μυστικής πραγματικότητας, που προϋποθέτει την πίστη του ανθρώπου και την ανάληψη του αγώνα για πνευματική ζωή.   

Ο ΚΡΙΤΗΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΥΡΑ ΜΑΣ

ΤΡΙΤΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Στέναξον, δάκρυσον, ψυχή μου, ἐπίστρεψον, μετανόησον˙ ἤγγικεν ἡ ἡμέρα˙ ἐπί θύραις ὁ Κριτής˙ πρός ἀπολογίαν ἑτοιμάζου, καί βόησον˙ Ἡμάρτηκά σοι, Οἰκτίρμον, ἐλεῆμον ἀγαθέ, σύ με οἴκτειρον» (ωδή β΄ Τριωδίου).

(Ψυχή μου, στέναξε, δάκρυσε, γύρνα πίσω στον Θεό, μετάνιωσε. Έφτασε η ημέρα της παρουσίας Του. Ο Κριτής βρίσκεται μπροστά στις θύρες. Ετοίμαζε τον εαυτό σου να απολογηθείς και φώναξε δυνατά: Αμάρτησα ενώπιόν Σου, Οικτίρμων ελεήμων αγαθέ Κύριε, σπλαχνίσου με).

 Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, ως στόμα της Εκκλησίας, προτρέπει τον εαυτό του και βεβαίως όλους μας, να πάρουμε τον δρόμο της  επιστροφής μας  προς τον Θεό, να μετανοήσουμε δηλαδή. Στην πραγματικότητα προβάλλει το παράδειγμα του ασώτου της γνωστής παραβολής, στο πρόσωπο του οποίου βεβαίως είναι ο καθένας μας. Κάθε άνθρωπος που αμαρτάνει, δηλαδή όλοι μας, είναι άσωτος. Και ποια τα στοιχεία που συνιστούν τη μετάνοια του ασώτου με την οποία δικαιώθηκε ευρισκόμενος στην αγκαλιά του Πατέρα του; Η αναγνώριση της αμαρτίας του και η με ζέουσα καρδιά απόφασή του να πάρει τον δρόμο της επιστροφής.  Όσο κανείς αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του τόσο και στενάζει και δακρύζει και πενθεί. Κι όσο κάνει κουράγιο και σέρνει τα βήματά του προς επιστροφή τόσο και νιώθει τους κτύπους της οικτίρμονος και φιλεύσπλαχνης καρδιάς του Ελεήμονος Πατέρα που είναι έτοιμος να μας συγχωρήσει και να μας αποκαταστήσει. 

Ο ποιητής μάς βοηθάει και με τη ρεαλιστική υπενθύμιση: η μετάνοιά μας αυτή ως πένθος και πορεία επιστροφής πρέπει να γίνει άμεσα. Στη μετάνοια δεν χωρούν αναβολές. Γιατί; Διότι η κάθε στιγμή μας μπορεί να είναι και η… τελευταία μας! Ο ερχομός του Κυρίου, είτε με τον θάνατό μας είτε με τη Δευτέρα Παρουσία Του, είναι ανοιχτός σαν χρόνος – η κάθε στιγμή μπορεί να είναι η ημέρα ακριβώς αυτή! «Έφτασε η ημέρα. Στη θύρα ο Κριτής!

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ

«Ο άγιος γεννήθηκε στη Νάξο το 1851, από ευσεβείς γονείς που είχαν ένα εμπορικό καΐκι. Στο κτήμα τους είχαν και παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Τον περισσότερο χρόνο του ο άγιος από μικρός τον περνούσε  μέσα σ’  αυτό, ενώ προείπε στους γονείς του τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον εκ μητρός παππού του ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε όλα τα εκκλησιαστικά τελετουργικά. Δεκατεσσάρων ετών ορφάνεψε από πατέρα και η οικογένεια αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα. Νεαρός νυμφεύτηκε κι απόκτησε έναν γιο, αλλά σύντομα έχασε τη σύζυγό του. Χειροτονήθηκε διάκονος (1879) και πρεσβύτερος (2 Μαρτίου 1885) και τοποθετήθηκε στον άγιο Παντελεήμονα  Ιλισσού. Λειτουργούσε όμως και στον άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης, όπως και στον άγιο Ελισσαίο Πλάκας, όπου γνώρισε ως ιεροψάλτες τους μεγάλους Αλέξανδρους, Παπαδιαμάντη και Μωραϊτίδη.

Διέπρεψε ως εκκλησιαστικός λειτουργός, αφήνοντας σε όλους την εικόνα του αφιλάργυρου, ταπεινότατου, φιλάνθρωπου και απλού ανθρώπου του Θεού. Η ακτινοβολία του κατά τη Θεία Λειτουργία ήταν τέτοια που κυρίως τα παιδιά τον έβλεπαν κάποιες φορές να μην πατάει στο έδαφος.

Η φιλανθρωπία του, η παροιμιώδης απλότητά του, η αφιλαργυρία του ήταν καρπός του Πατερικού του ήθους, το οποίο εδραζόταν στη μεγάλη ταπείνωσή του και την απέραντη αγάπη του στον Χριστό. Δεν είναι τυχαίο ότι λειτουργούσε καθημερινά στον άγιο Ελισσαίο, ενώ η λειτουργία ήταν πολύωρη από το πλήθος  ονομάτων που μνημόνευε.

Χωρίς σπουδές ο άγιος αλλά με σοφία Θεού, χαριτώθηκε από Εκείνον με τα χαρίσματα της προόρασης και της διόρασης, αλλά και της θαυματουργίας. 2 Μαρτίου του 1932, Κυριακή του ασώτου, κοιμήθηκε  οσιακά. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Τον δρόμο τετέλεκα. Δόξα Σοι ο Θεός. Η Θεία Χάρις να σας ευλογεί!» 29 Αυγούστου 1992, χρονιά που διακηρύχθηκε επισήμως η αγιότητά του, τα λείψανά του τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα στον Άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης».

Ο άγιος επιβεβαιώνει τον Παύλειο λόγο  «τα πτωχά του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά». Δεν είχε προσόντα που θαυμάζει ο κόσμος. Το απόλυτο προσόν του ήταν  η απλότητα και η ταπείνωσή του, που μαγνητίζουν τη χάρη του Θεού. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Μπροστά στον άγιο Νικόλαο δηλαδή τοποθετούμαστε ενώπιον  του Θεού και αναπνέουμε την ατμόσφαιρα Εκείνου. Μια διαφάνεια του ουρανού ήταν όλη η ζωή του.   Η υμνογραφία για τον άγιο  αυτό πρώτα απ’ όλα θίγει: «Αξίωσες, Χριστέ, με τη χάρη Σου,  τα ασθενή του κόσμου να γίνουν ανώτερα από τα ισχυρά και να φθάσουνε  τον ουρανό».

Ο άγιος Νικόλαος δεν ήταν απλός βεβαίως με την έννοια του αφελούς. Την απλότητά του την «έδεσε» με την αγάπη προς τον Θεό, ώστε δι’  αυτής να φανερωθεί η σοφία Εκείνου. Γι’  αυτό και τίποτε επίγειο δεν τον γοήτευε. «Εσένα ο κόσμος δεν σε έλκυσε κι ούτε σε έκανε φίλο του. Την καρδιά σου όμως την έδωσες στον Σωτήρα σου» σημειώνει ο υμνογράφος του μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς. Οπότε όλοι τον ονόμαζαν «άνθρωπο του Θεού», με όλες τις αρετές ενός τέτοιου ανθρώπου. «Ελάτε να δείτε άνθρωπο πράγματι του Θεού. Γνήσιο υπηρέτη Του, αγιασμένο λειτουργό της Χάρης Του, απλό στους τρόπους και αφιλάργυρο, με αγάπη στον Χριστό και διακονία Εκείνου μέσω των ελεημοσυνών και των προσφορών του στους πτωχούς».

Ο εμπνευσμένος υμνογράφος αφορμάται από το όνομά του αφενός για να τονίσει την ιδιαίτερη αγάπη του αγίου προς τον ομώνυμό του  άγιο - «ζήλεψες τον ομώνυμό σου Νικόλαο, τον κανόνα της πίστης και τον πυρσό της εγκράτειας, αλλά και την εικόνα της πραότητας»  – αφετέρου από την προσωνυμία του «Πλανάς», για να χαρακτηρίσει τον  βίο του. «Με ύμνους ας τιμήσουμε τον αγιασμένο Νικόλαο, τον Πλανά μεν στην κλήση του, απλανή όμως στην πίστη  του». Και: «Πορεύτηκες τη ζωή σου απλανώς, πατέρα μας».

Ο άγιος ήταν βραδύγλωσσος σαν τον Πατριάρχη Μωυσή. Ο υμνογράφος δεν διστάζει να τους παραλληλίσει: «Με τον ατελή του λόγο έμοιαζε στον βραδύγλωσσο Μωυσή και δεν υστέρησε στο να φωτίσει πολλούς για να γνωρίσουν τον Κύριο». «Ο Ααρών έγινε συμπαραστάτης του Μωυσή και ο Παράκλητος ήλθε αρωγός στον Νικόλαο» -  πιο μεγάλος και από τον Μωυσή!

Τέλος, ως λειτουργός υπήρξε μοναδικός. Όχι γιατί ήταν καλλίφωνος ή σπουδαίος ιεροκήρυκας, αλλά γιατί «κατέβαζε στη γη τον ουρανό»,  έχοντας σαν τον άγιο Σπυρίδωνα «αγγέλους να συλλειτουργούν μαζί του». Όχι τυχαία λοιπόν σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής του, σαν τους Παπαδιαμάντη και Μωραϊτίδη, αυτόν προτιμούσαν για λειτουργό στις λειτουργίες, αυτόν κυρίως ένιωθαν μύστη των αρρήτων μυστηρίων, αυτόν βοηθούσαν στο ψαλτήρι.  Ο υμνογράφος επισημαίνει «συνεσκιασμένα». «Είχες άξιους συνεργάτες, που έψελναν καρδιακά στον Κύριο. Τα ονόματα αυτών είναι πασίγνωστα στους εραστές των γραμμάτων, αλλά και γραμμένα από τον Θεό στο βιβλίο της ζωής».

ΚΥΡΙΕ, ΓΙΑΤΡΕΨΕ ΜΕ!

ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Πληγέντα τήν ψυχήν ἁμαρτίας ρομφαίᾳ, καί κατάστικτον πολλοῖς ὑπάρχοντα κακοῖς, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ἴασαι ὡς εὐεργέτης, ἐπιθείς μοι τά φάρμακα τῶν σοφῶν ἐντολῶν σου, φιλάνθρωπε» (ωδή α΄ Τριωδίου).

 (Φιλάνθρωπε Κύριε, ιατρέ των ψυχών μας, γιάτρεψέ με ως ευεργέτης που είσαι με τα φάρμακα των σοφών εντολών σου. Κι αυτό γιατί πληγώθηκε η ψυχή μου από το ξίφος της αμαρτίας κι είμαι γεμάτος από τα τραύματα των πολλών μου κακών).

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος παίρνοντας αφορμή από την παραβολή του καλού Σαμαρείτη, βλέπει τον εαυτό του, και διά του εαυτού του κάθε πιστό, στη θέση του κτυπημένου από τους ληστές και κειμένου ημιθανούς ανθρώπου που κανείς άλλος πλην του Καλού Σαμαρείτου που είναι ο Χριστός, δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος στον κόσμο τούτο καθημερινώς αμαρτάνει, είτε με τα λόγια είτε με τη συμπεριφορά του είτε με τους λογισμούς του – αυτά είναι οι ληστές του -, οπότε και πληγώνεται και χάνει τη ζωή του και οδηγείται στον θάνατο, αφού η αμαρτία δεν αποτελεί μία απλή εκτροπή ή και ένα «παιχνίδι» όπως διατείνονται πολλοί, αλλά το ξίφος που πληγώνει την ψυχή του ανθρώπου και του προκαλεί διαφόρων ειδών τραύματα ώστε να χάνει το «αίμα» της ψυχής του. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» και «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» βεβαιώνει ο λόγος του Θεού, κάτι που και εποπτικά το κατανοούμε στο πρόσωπο του ασώτου υιού της εξίσου γνωστής παραβολής: «ο υιός μου αυτός ήταν χαμένος και νεκρός»!

Η αυτογνωσία όμως αυτή του αγίου υμνογράφου δεν είναι χωρίς ελπίδα. Το βλέμμα του, έστω και πληγωμένο από την ενέργεια των παθών, είναι στραμμένο προς τον μόνο Σωτήρα και θεραπευτή των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Διότι Αυτός ως και Θεός είναι ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων. Και ταυτοχρόνως έχει την απόλυτη διάθεση ως φιλάνθρωπος και πλήρης αγάπης και ελέους να ευεργετήσει το πλάσμα Του, όπως έκανε και κάνει και θα κάνει πάντοτε. «Αυτός διήλθε ευεργετών και ιώμενος πάντας», ο Χριστός ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες, είναι η εμπειρία των μαθητών Του και η εμπειρία όλων των αγίων που στράφηκαν προς Εκείνον και Τον θέλησαν στη ζωή τους. Και ποια τα φάρμακα του μεγάλου και παντοδύναμου Ιατρού που επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος, έχοντας ενώπιόν του την εικόνα του Σαμαρείτη Χριστού που είναι σκυμμένος με άπειρη στοργή και ενδιαφέρον πάνω στον πληγωμένο άνθρωπο; Οι σοφές εντολές Του, μας λέει. Που σημαίνει: κάθε αμαρτία που μας πληγώνει θεραπεύεται στον βαθμό που ο άνθρωπος «γαντζώνεται» πάνω στην αντίστοιχη εντολή που τη σβήνει και την εξαφανίζει.

 Βλασφημούμε τον Θεό και γι’ αυτό πληγώνουμε την ψυχή μας, για παράδειγμα; Το φάρμακο είναι η στροφή μας προς Εκείνον και η απαρχή της δοξολογίας του αγίου Ονόματός Του. Πώς ξεπέρασε εν προκειμένω ο μικρός Αρσένιος, ο μετέπειτα όσιος Παΐσιος, την κακίστη συνήθεια να βρίζει όταν εργαζόμενος σε ξυλουργείο του ξέφευγαν κάποια ξύλα και έπεφταν πάνω στα πόδια του; Με την ύψωση των νοερών οφθαλμών του στον Χριστό και τη διαρκή επανάληψη των λέξεων: «Δόξα Σοι ο Θεός, Δόξα Σοι ο Θεός! Μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος!» Σε ελάχιστο διάστημα «θεραπεύτηκε», όπως ομολογούσε, από την κακή αυτή τάση. Κι ακόμη: Συνηθίζουμε να κατακρίνουμε τον συνάνθρωπό μας, συνεπώς μπήγοντας στον εαυτό μας «ξίφος θανάτου»; Η λύση και το φάρμακο είναι η ακολουθία της εντολής του Κυρίου: «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». Δηλαδή στην πραγματικότητα «αγαπάτε αλλήλους» και «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Η ίδια η εμπειρία κάθε πιστού που θέλησε να ακολουθήσει τη θεραπευτική αυτή οδό το βεβαιώνει: οι εντολές του Κυρίου είναι τα μόνα φάρμακα που γιατρεύουν τις ψυχές μας, γι’ αυτό και στο μεγαλύτερο ποσοστό και το ίδιο το σώμα μας – μία θεραπευμένη και ισορροπημένη ψυχή που δέχεται τη χάρη του Θεού «τραβάει» σε θεραπεία συχνά και ένα άρρωστο σώμα. Ο άγιος Πορφύριος δεν έλεγε ότι όταν βάζει κανείς τον εαυτό του στην εντολή της αγάπης του Χριστού μπορεί να ελέγξει ακόμη και τον καρκίνο;

Λοιπόν, σε ό,τι κακία και πάθος και αν βρισκόμαστε, η λύση υπάρχει: η ακολουθία των εντολών του Κυρίου. Κι αυτό βεβαίως δείχνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι ο άνθρωπος είναι μέλος της Εκκλησίας που τον ενισχύει η χάρη του Θεού˙ δεύτερον, ότι έρχεται ενώπιος ενωπίω τω Χριστώ με την προσπάθεια ακολουθίας των εντολών Του. Γιατί μέσα σ’ αυτές, κατά την υπόσχεσή Του, κρύβεται ο Ίδιος.

ΣΩΣΕ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ, ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΖΟΜΑΙ...

 

ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Έχοντας εισέλθει στη δεύτερη εβδομάδα των φωτοποιών Νηστειών, αξίζει να μετάσχουμε έστω και λίγο της πνευματικής τράπεζας που μας παραθέτει πλούσια ο γλυκύς και κατανυκτικότατος άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Η παράθεση των παρακάτω ύμνων είναι από την α΄ ωδή του κανόνος του Τριωδίου.

«Ὁ μόνος ἀγαθός, ἡ πηγή τοῦ ἐλέους, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων ὡς Θεός τά τοῦ κόσμου ἐγκλήματα, σῶσόν με ἁμαρτημάτων τρικυμίᾳ ποντούμενον, μετανοίας πρός ὅρμον ἰθύνων με» (Μόνε αγαθέ Κύριε, που είσαι η πηγή του ελέους και ο Αμνός του Θεού, Συ που σηκώνεις ως Θεός τα εγκλήματα και τις αμαρτίες του κόσμου, σώσε με καθώς καταποντίζομαι από την τρικυμία των αμαρτημάτων μου, κατευθύνοντάς με προς το λιμάνι της μετάνοιας).

«Νηστεία καθαρά, μακρυσμός ἁμαρτίας, ἀλλοτρίωσις παθῶν, ἀγάπη πρός Θεόν, προσευχῆς ἐπιμέλεια, δάκρυα σύν κατανύξει, καί πενήτων προμήθεια, ὡς ὁ Χριστός ἐν Γραφαῖς ἐπηγγείλατο» (Αυτή είναι η καθαρή νηστεία: να απομακρυνθούμε από την αμαρτία, να γίνουμε ξένοι από τα πάθη μας, να αγαπήσουμε τον Θεό, να δείξουμε επιμέλεια στην προσευχή, να δακρύσουμε με κατάνυξη, και να φροντίζουμε τους πτωχούς. Αυτό μας έδωσε εντολή ο Χριστός στις Γραφές).

«Πληγέντα τήν ψυχήν ἁμαρτίας ρομφαίᾳ, καί κατάστικτον πολλοῖς ὑπάρχοντα κακοῖς, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ἴασαι ὡς εὐεργέτης, ἐπιθείς μοι τά φάρμακα τῶν σοφῶν ἐντολῶν σου, φιλάνθρωπε» (Φιλάνθρωπε Κύριε, ιατρέ των ψυχών μας, γιάτρεψέ με ως ευεργέτης που είσαι με τα φάρμακα των σοφών εντολών σου. Κι αυτό γιατί πληγώθηκε η ψυχή μου από το ξίφος της αμαρτίας κι είμαι γεμάτος από τα τραύματα των πολλών μου κακών).

Μικρό σχόλιο στον πρώτο ύμνο τον πλήρη χάριτος Πνεύματος Αγίου.

Με τη χάρη του Θεού αναγνωρίζει ο άγιος Ιωσήφ ότι βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που κείται στην αμαρτία, συνεπώς ανά πάσα στιγμή υπάρχει ο κίνδυνος καταποντισμού του. Ποιος μπορεί να καυχηθεί ότι είναι αμέτοχος αμαρτιών; Μπορεί ο χριστιανός να έχει βαπτισθεί και να έχει γίνει μέλος Χριστού, όμως δεν παύει στον κόσμο αυτόν να δέχεται τις επιρροές του «παλαιού» ανθρώπου στην ύπαρξή του, καθώς και τις επιρροές του όλου (εξίσου αμαρτωλού) περίγυρού του, κυρίως δε τις επιθέσεις του Πονηρού, ο οποίος χαρά έχει, στον βαθμό που του επιτρέπει βεβαίως ο παντοδύναμος Κύριος, να ταλαιπωρεί τον άνθρωπο και να θέλει να τον σύρει στη δική του κόλαση και τη δική του δυστυχία. Μας μεταφέρει στο σημείο αυτό ο υμνογράφος στον καταποντισμό του αποστόλου Πέτρου στη θάλασσα της Γαλιλαίας, όταν θέλησε να περπατήσει σαν τον Κύριο πάνω στα κύματα. Τα κύματα «έκλεψαν» την προσοχή του και χάνοντας την προσήλωσή του στον Κύριο που τον καλούσε, άρχισε να βυθίζεται και να χάνεται! «Κύριε, σῶσόν με», άρχισε να κραυγάζει. Κι ο Κύριος βεβαίως τον έσωσε, ελέγχοντας όμως την ολιγοπιστία του.

Στην ίδια θέση, λέει ο υμνογράφος ότι είναι και ο ίδιος, συνεπώς όλοι οι πιστοί. Τα κύματα της θάλασσας της ζωής, κύματα της αμαρτίας, πάνε να μας ρουφήξουν και να καταποντιστούμε. Όμως, όπως και ο Πέτρος, έχουμε μπροστά μας τον Κύριο, τον γεμάτο αγάπη, Αυτόν που σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου πάνω Του για τη σωτηρία μας, οπότε σ’ Αυτόν κραυγάζουμε: σώσε μας, Κύριε του ελέους. Για να προσθέσει όμως ο ποιητής πώς αποκτάται η σωτηρία αυτή: μόνο με τη μετάνοια. Η μετάνοια συνιστά το λιμάνι της ζωής, την ασφάλεια του ανθρώπου, γιατί είναι ο μονόδρομος που οδηγεί αμέσως στο σπίτι του Πατέρα.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Δεν λέμε κάτι άγνωστο όταν διαπιστώνουμε ότι η ακολουθία των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου αποτελεί μία από τις πιο αγαπημένες ακολουθίες της Εκκλησίας μας για όλους τους χριστιανούς, και τους πιο συνειδητοποιημένους αλλά και τους ευρισκομένους στις παρυφές όπως λέμε αυτής. Ακόμη δηλαδή και όσοι δεν εκκλησιάζονται τακτικά νιώθουν την ανάγκη τις ημέρες των Χαιρετισμών της Παναγίας να βρεθούν στον Ναό, να ανάψουν ένα κερί, να σταθούν, αμήχανα ίσως, μπροστά στην εικόνα της, να αφήσουν κάποιο κρυφό δάκρυ να κυλίσει στην καρδιά τους για κάποιο αίτημα που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν τι είναι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας, ο πιστός ορθόδοξος λαός, έστω και με τα σκαμπανεβάσματά του, χαρακτηρίζει την εβδομάδα μετά το τέλος του Ακαθίστου Ύμνου ως «βουβή» ή «κουφή» εβδομάδα. Ούτε βουβή ούτε κουφή βεβαίως είναι, γιατί οι ακολουθίες εξακολουθούν και υφίστανται στους Ναούς, όμως επειδή δεν υπάρχει η συγκεκριμένη αναφορά στην Παναγία, για αρκετούς η Εβδομάδα «δεν έχει φωνή», «δεν ακούγεται».

Και τι είναι αυτό που μαγνητίζει τόσο τους πιστούς ώστε να έλκονται και μη θέλοντας προς την Παναγία; Μα τι άλλο από το γεγονός ότι συνιστά Αυτή, η Μοναδική, τη Μάνα όλων! Μάνα είναι η Παναγία, έστω και συμβολικά για κάποιους, που θα πει μία ανοικτή και τεράστια αγκαλιά, στην οποία μπορεί να βρει καταφύγιο κάθε πονεμένη ψυχή. Και πονεμένες ψυχές είμαστε όλοι μας στον κόσμο τούτο «τον απατεώνα», που το κυριαρχικό στοιχείο του είναι η θλίψη – «κοιλάδα πένθους και δακρύων» χαρακτηρίζει η Αγία Γραφή τη γη αυτή που η Πρόνοια του Θεού θέλησε να βρεθούμε. Ποιος την ώρα της θλίψης του δεν θέλει να καταφύγει στην αγκαλιά της μάνας του; Και πρώτη αγκαλιά, ανά πάσα στιγμή και ώρα, αν το θελήσουμε, είναι της Θεοτόκου.

Και πόσο βεβαιώνεται κανείς για την πραγματικότητα αυτή, όταν έχουμε τον ίδιο τον Κύριο με το αψευδές στόμα Του να το αποκαλύπτει πάνω από τον Σταυρό, καθώς απευθύνεται τόσο στη Μητέρα Του όσο και στον αγαπημένο μαθητή Του τον Ιωάννη: «Ιδού ο υιός σου» - «ιδού η μήτηρ σου». Παιδιά της Παναγίας είμαστε, κατά τον Ιησού Χριστό, Μάνα μας Εκείνη, κατά τον Ίδιο. Και η θεολογική εξήγηση μας ανοίγει τα μάτια: Αφ’ ης στιγμής βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Χριστού, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», από εκείνη τη στιγμή και η Παναγία έγινε ουσιαστικά και χαρισματικά η μεγάλη Μάνα μας κι εμείς τα παιδιά Της.

Οπότε η έλξη προς την Παναγία είναι μεν η κατά χάριν φορά μας προς τη υπερφυή μάνα μας, στο βάθος όμως είναι η φορά μας προς τον Κύριο και Θεό μας, ο Οποίος θέλησε να έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος μέσα από Εκείνην που την κατέστησε μητέρα Του. Χριστός και Παναγία συν-θεωρούνται πάντοτε κατά την πίστη μας, σε βαθμό που η στάση μας απέναντί Της συνιστά όρο και δόγμα της πίστεως αυτής. Όταν η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει την Παναγία ως «Πλατυτέρα των Ουρανών» είναι ακριβώς διότι έφερε και φέρει έκτοτε στην ύπαρξή της τον Ποιητή Ουρανού και γης, κρατούσε κατά κυριολεξίαν Εκείνον που κρατάει τα σύμπαντα στα χέρια Του – «ου φέρει το μυστήριον έρευναν»!

Σπεύδουμε λοιπόν να «χαιρετίσουμε» και να αγκαλιάσουμε την Παναγία, γιατί σπεύδουμε να βρεθούμε στην αγκαλιά του Δημιουργού μας, να σταθούμε εκεί που αποτελεί το φυσικό κέντρο μας - Εκείνον αναζητούμε χωρίς επίγνωση κάποιες φορές, και μαζί μ’ Εκείνον όλο τον Τριαδικό Θεό μας. Και δεν γίνεται αλλιώς: Η πνοή Εκείνου μας κατέστησε έμψυχες εικόνες Του, κατ’ εικόνα Χριστού δημιουργηθήκαμε, οπότε όντως το πιο φυσιολογικό για τον άνθρωπο είναι να συναντήσει τον Θεό Χριστό του κι εκεί να αναπαυτεί. Όπως αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος «ανήσυχη είναι, Κύριε, η ψυχή μας, μέχρις ότου βρει Εσένα και αναπαυτεί σ’ Εσένα». Μέχρι να συμβεί όμως τούτο οι άνθρωποι θα ταλαιπωρούμαστε, δεν θα νιώθουμε καλά, θα μας δίνουν όλα τα επίγεια και θα αποστρέφουμε το πρόσωπό μας, γιατί θα είναι πολύ λίγα μπροστά στη δίψα μας για το Απόλυτο.

Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας μας ως μαγνήτης των ψυχών μας τελικώς αυτό αποκαλύπτουν: το ποιο είναι το φυσικό κέντρο μας, όπως το βλέπουμε και στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα. Εκείνη στο δυνατό απόλυτο για τον άνθρωπο έζησε και ζει την παρουσία Του στην ύπαρξή της, αλλά με την υπενθύμιση και της προϋποθέσεως που υφίσταται: της προσκλίσεως της θελήσεώς της στο θέλημα Κυρίου και Θεού της. Που σημαίνει: όσο και εμείς θα επιλέγουμε την υπακοή στο άγιο θέλημα του Θεού μας, τόσο θα Τον βλέπουμε να σαρκώνεται και σ’ εμάς, τόσο δηλαδή θα γινόμαστε κι εμείς «μικρές Παναγίες» που θα έλκονται για τον λόγο αυτόν προς τη Μεγάλη Παναγιά.

ΩΡΑΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΘΑΝΑΤΩΣΕ!

ΚΑΘΑΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

«Τό τῆς Νηστείας διάγγελμα, περιχαρῶς ὑποδεξώμεθα· εἰ γάρ ταύτην ὁ Προπάτωρ διεφυλάξατο, τήν τῆς Ἐδέμ ἔκπτωσιν οὐκ ἄν ὑπέστημεν· ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν, καί καλός εἰς βρῶσιν, ὁ ἐμέ θανατώσας καρπός· μή συναρπασθῶμεν τοῖς βλεφάροις, μηδέ γλυκανθήτω ἡμῶν ὁ φάρυγξ, τοῖς τιμωμένοις βρώμασι μετά τήν μετάληψιν ἀτιμαζομένοις. Φύγωμεν τήν ἀκρασίαν, καί τοῖς μετά κόρου πάθεσι, μή ὑποβληθῶμεν· ἐνσημανθῶμεν τῷ Αἵματι, τοῦ ὑπέρ ἡμῶν ἀχθέντος εἰς θάνατον ἑκουσίως, καί οὐ μή θίγῃ ἡμῶν ὁ ὁλοθρευτής· καί φάγοιμεν Πάσχα, Χριστοῦ ἱερώτατον εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ἀπόστιχα Αἴνων Καθαρᾶς Παρασκευῆς, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).

(Ἄς ὑποδεχθοῦμε μέ χαρά τήν ἐξαγγελία τῆς Νηστείας. Γιατί ἄν  εἶχε διαφυλάξει αὐτήν ὁ Προπάτοράς μας Ἀδάμ, δέν θά εἴχαμε ὑποστεῖ τήν ἔξωση ἀπό τήν Ἐδέμ. Ἦταν ὡραῖος στήν ὅραση καί καλός γιά φάγωμα ὁ καρπός πού μέ θανάτωσε. Μήν ἀπατηθοῦμε λοιπόν ἀπό τά μάτια μας κι οὔτε νά εὐχαριστηθεῖ ἡδονικά ὁ φάρυγγάς μας ἀπό τά νόστιμα φαγητά πού μετά τή λήψη τους γίνονται ἀποβλητέα. Ἄς ἀποφύγουμε τήν ἔλλειψη τῆς ἐγκράτειας κι ἔτσι ἄς μή ὑποταχτοῦμε στά πάθη πού ἀκολουθοῦν τόν χορτασμό. Ἄς σφραγιστοῦμε ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού ὁδηγήθηκε ἑκούσια στόν θάνατο γιά χάρη μας, καί δέν πρόκειται νά μᾶς θίξει ὁ ἐξολοθρευτής διάβολος. Κι ἄς εὐχηθοῦμε νά φᾶμε τό ἱερότατο Πάσχα τοῦ Χριστοῦ, γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας).

Ἔχοντας ὡς τύπο καί προεικόνιση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὁ ἱερός ὑμνογράφος τά γεγονότα τῆς Ἐξόδου τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου, (ὅπου ἀφενός τό αἷμα τοῦ σφαγμένου ἀρνιοῦ, μέ τό ὁποῖο, κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἄλειψαν οἱ ὑπόδουλοι Ἑβραῖοι τούς παραστάτες τῶν θυρῶν τους, τούς γλίτωσε ἀπό τόν ἐξολοθρευτή ἄγγελο, κι ἀφετέρου ἡ τροφή τους τήν ἡμέρα τῆς Ἐξόδου τους: ἀρνί, πικρά χόρτα καί ἄζυμο ἄρτο – σύμβολα αὐτά εἰς ἀνάμνηση τῆς δουλείας τους – τούς δυνάμωσε γιά τήν πορεία τῆς ἐλευθερίας τους μέσω καί τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας), εὔχεται νά φτάσουμε καί οἱ πιστοί στό δικό μας χριστιανικό πιά Πάσχα, τό ὁποῖο προϋποθέτει τή συσταύρωσή μας μέ τόν Κύριο καί τήν κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματός Του. Ἡ σφραγίδα μας μάλιστα ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατά τόν ὑμνογράφο μας ἐκεῖνο πού μᾶς κάνει νά ὑπερβαίνουμε τίς ὅποιες ἐπιρροές τοῦ ἀνθρωποκτόνου Πονηροῦ. 

Προκειμένου ὅμως νά ζήσουμε τό σωτήριο καί ἱερότατο Πάσχα οἱ πιστοί χριστιανοί – τή δική μας διάβαση διά τοῦ Χριστοῦ στή Βασιλεία Του -, ὑπενθυμίζει ὁ ποιητής τήν ἀναγκαιότητα καί πάλι τῆς νηστείας. Καί τό συντριπτικό ἐπιχείρημα πού φέρνει εἶναι ὅ,τι συνέβη μέ τούς Προπάτορές μας, οἱ ὁποῖοι καταστρατηγώντας τήν ἐντολή τῆς Νηστείας, μή ὑπακούοντας δηλαδή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φᾶνε ἀπό τό συγκεκριμένο δέντρο πού τούς εἶχε ὑποδείξει, ἐξώσθησαν ἀπό τόν Παράδεισο καί ὁδηγήθηκαν σέ ὅλα ἐκεῖνα πού ἀποτέλεσαν πιά πάθη ἀτιμίας – κάτι πού ἔκτοτε διαιωνίζεται σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἐπιλέγει στή ζωή του τόν δρόμο τῆς ἀκρασίας.