Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ: ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ!

«Ὑπέκλινας χαίρων τήν πειθήνιον ἀκοήν σου, Παμμακάριστε, τῷ Δεσπότῃ μακαρίζοντι, καί μακαριζομένην εὗρες πολιτείαν» (γ΄ ωδή κανόνος οσίου Συμεών).

(Με χαρά υπέκλινες την πειθήνια ακοή σου, παμμακάριστε όσιε, στον Κύριο που δίδαξε τους μακαρισμούς και βρήκες έτσι τον τρόπο ζωής που μακαρίζεται από Εκείνον).

«Ο όσιος Συμεών έζησε στα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ., επί αυτοκράτορας Λέοντος του Μεγάλου και Πατριάρχου Αντιοχείας Μαρτυρίου. Ο Συμεών γεννήθηκε στο χωριό Σισάν της Κιλικίας το 389 μ.Χ., από γονείς βοσκούς. Βοσκός ήταν και αυτός στα νεανικά του χρόνια. Από μικρός ήταν αφοσιωμένος με όλη του την ψυχή στα θεία. Τόσο θερμές ήταν οι προσευχές του προς το Θεό, ώστε πολλές φορές λουζόταν από δάκρυα. Κάποια μέρα, του έκαναν μεγάλη εντύπωση τα λόγια του Χριστού, «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθαίου, ε' 4,8). Δηλαδή, μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν από το Θεό. Μακάριοι, επίσης, είναι εκείνοι που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας, διότι αυτοί θα δουν το Θεό. Ποθώντας, λοιπόν, και ο Συμεών να κάνει τέτοια ζωή, πήγε κοντά στον όσιο Ηλιόδωρο, όπου έμεινε 10 χρόνια, και έγινε μοναχός. Επιθυμώντας, όμως, περισσότερη ησυχαστική ζωή, αποσύρθηκε σε ένα κελί στο χωριό Τελανισό, όπου ασκήτεψε τρία χρόνια. Η φήμη της αγίας του ζωής έκανε να συρρέουν πλήθη λαού κοντά του. Αλλά ο Συμεών, αποφεύγοντας την ακατάπαυστη εκείνη κοινωνικότητα και θέλοντας ακόμα περισσότερη ασκητική ζωή, εγκαταστάθηκε επάνω σ' ένα στυλό 36 πήχεων! Με τον ιδιόρρυθμο αυτό τρόπο ασκήτεψε 37 χρόνια. Αλλά και με τη χάρη του Θεού έκανε τελικά τη ζωή που επιθυμούσε και που μακαρίζει ο Κύριος. Κοιμήθηκε το 459 μ.Χ. και κηδεύτηκε από τον πατριάρχη Αντιόχειας Μαρτύριο στη μεγάλη εκκλησία της Αντιόχειας» (Από ιστολόγιο, Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Ο όσιος Συμεών αποτελεί μία από τις γνωστότερες περιπτώσεις των στυλιτών αγίων, εκείνων που αγίασαν ανεβασμένοι πάνω σε στύλο, ώστε να αποφεύγουν τα πλήθη των ανθρώπων που τους αναζητούσαν όπου και αν επήγαιναν. Στον παραπάνω ύμνο από την γ΄ ωδή του κανόνα του ο άγιος υμνογράφος εξηγεί με λιτότατο τρόπο το βασικό στοιχείο της ζωής του Συμεών που τον έκανε να φθάσει στα μεγάλη ύψη της αγιότητας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από ό,τι αποτελεί την οδό του ίδιου του Κυρίου, της Παναγίας Μητέρας, όλων των αγίων: την υπακοή στο θέλημα του Θεού. Εν προκειμένω ο όσιος Συμεών θέλησε να ακολουθήσει με απόλυτη πιστότητα τους μακαρισμούς του Κυρίου που καταγράφει ιδίως ο ευαγγελιστής Ματθαίος στην επί του Όρους ομιλία (5 κεφ.), οπότε και βίωσε από την εμπειρία του τις υποσχέσεις Εκείνου για τον υπήκοό Του: το άνοιγμα της καρδιάς του και την εγκατοίκηση σ’ αυτήν της χάρης του Θεού. Διότι αυτό συνιστά μακαριότητα για την πίστη μας. Όχι η απόκτηση χρημάτων και υλικών αγαθών, όχι η απόκτηση κοσμικής εξουσίας, όχι η θήρευση της ανθρώπινης δόξας, αλλά η προσαρμογή εν υπακοή στην οδό του Κυρίου, στις άγιες εντολές και στο θέλημά Του. Ο άνθρωπος υπακούοντας στον Θεό, έχοντας πειθήνια, κατά την έκφραση του υμνογράφου, ακοή σε ό,τι Εκείνος ευλόγησε και μακάρισε, εντάσσεται στην ευλογημένη Βασιλεία Του – κοινωνεί τον ίδιο τον Κύριο μέσα στην ύπαρξή του.

Θυμίζει η έκφραση του υμνογράφου αυτό που συνέβη με τον άγιο προφήτη και κριτή Σαμουήλ στην Παλαιά Διαθήκη, ο οποίος ακούοντας τη φωνή του Κυρίου, καθ’ υπόδειξη του ιερέα του ναού, απάντησε: «λάλει Κύριε ότι ο δούλος σου ακούει» - έτοιμο αυτί για υπακοή ο άγιος Σαμουήλ παιδιόθεν, γι’ αυτό και αναδείχτηκε σε μεγάλο προφήτη. Κι ακόμη θυμίζει τον μακαρισμό της αγίας Ελισάβετ, ξαδέλφης της Παναγίας, όταν η μικρή Μαριάμ βρέθηκε στο σπίτι της. Την μακάρισε η Ελισάβετ λέγοντας ότι «είναι μακάρια, γιατί πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν σ’ αυτήν τα λόγια του Κυρίου», ότι δηλαδή θα γεννήσει τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Κι έγινε η Μαριάμ η μεγαλύτερη εξ όλων των αγίων σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές.

Λοιπόν, η ετοιμότητα για υπακοή στο θέλημα του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο σε τρόπο ζωής που μακαρίζει ο ίδιος ο Θεός. Με την παρατήρηση που με σοφό τρόπο κάνει όμως ο υμνογράφος: υπήκουσε στον Θεό ο Συμεών, αλλά «χαίρων». Υπακοή δηλαδή, αλλά χαρούμενη υπακοή, γιατί υπήκουε στον Δημιουργό του, σ’ Αυτόν που ήξερε ότι τον αγαπά υπερκπερισσού, σ’ Αυτόν που η αγκαλιά Του ήταν ό,τι στοργικότερο και θελτικότερο υπήρχε στον κόσμο. Και μας συγκινεί ιδιαίτερα η μικρή αυτή λέξη, γιατί ακριβώς την ίδια χρησιμοποιούσε αδιάκοπα και ο μεγάλος της εποχής μας όσιος Γέρων Πορφύριος. «Έκανα», σημείωνε πάντοτε για τότε που νεαρός βρισκόταν στο άγιον Όρος, «χαρούμενη υπακοή στους Γεροντάδες μου». Γι’ αυτό και εκείνος αναδείχτηκε σε τόσο μεγάλο άγιο με τόσο σπουδαία χαρίσματα που βοήθησαν και βοηθούν τον κόσμο όλο.   

ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ ΟΥΡΑΝΙΕ…

«Τῆς αὐτολέκτου καί θείας διδασκαλίας Χριστοῦ, τήν προσευχήν μαθόντες, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, βοήσωμεν τῷ Κτίστῃ∙ Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς κατοικῶν, τόν ἐπιούσιον ἄρτον δίδου ἡμῖν, παρορῶν ἡμῶν τά πταίσματα» (στιχηρό εσπερινού 1ης Σεπτεμβρίου).

(Αφού μάθαμε την προσευχή της θείας διδασκαλίας που είπε ο Ίδιος ο Χριστός, ας φωνάξουμε στον Δημιουργό καθημερινά: Πατέρα μας που κατοικείς στους ουρανούς, δίνε μας τον καθημερινό άρτο, παραβλέποντας τα πταίσματά μας).

Την πρώτη ημέρα της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς, που ξεκινά βεβαίως με τον εσπερινό της προηγουμένης, δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος υμνογράφος θέτει ως πρώτο ύμνο της ακολουθίας την κλήση να προσευχόμαστε με τα λόγια που δίδαξε ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός: «Πάτερ ἡμῶν». Κι αυτό βεβαίως διότι για την Εκκλησία μας δεν υπάρχει σπουδαιότερη προσευχή από αυτήν – είναι η Κυριακή προσευχή, η προσευχή του Κυρίου. Ποιος άλλος θα μπορούσε να μας μάθει πώς να προσευχόμαστε παρά ο Ίδιος ο Δημιουργός μας; Αυτός είναι που στο αίτημα των μαθητών Του για το πώς να προσεύχονται απάντησε με τα συγκεκριμένα λόγια της προσευχής. Γι’ αυτό και έκτοτε κάθε προσευχή της Εκκλησίας μας στην ουσία αποτελεί επανάληψη ή προέκταση και ανάλυση της πιο βαθειάς αυτής προσευχής, που σημαίνει ότι εκκλησιαστικά προσευχόμαστε αδιάκοπα με τον τρόπο του Θεού μας.

Να προσφωνούμε τον Θεό «Πατέρα», συνεπώς να νιώθουμε ως παιδιά Του αγαπημένα, είναι μία χαρισματική πραγματικότητα – δεν μπορεί να Τον πει έτσι κανείς άνθρωπος εκτός της χάρης του Θεού, εκτός δηλαδή της Εκκλησίας. Είναι η δωρεά που δίνει ο Χριστός στον βαπτισμένο στο όνομά Του άνθρωπο, γεγονός που φανερώνεται κατεξοχήν στη Θεία Λειτουργία. «Καί καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι Σέ, τόν ἐπουράνιον Θεόν, Πατέρα, καί λέγειν: Πάτερ ἡμῶν...». Πρόκειται για την αλήθεια που διακηρύσσει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής ήδη από το πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. «Ὅσοι έλαβον Αὐτόν (δηλαδή πίστεψαν στόν Χριστό), ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι». Ποια μεγαλύτερη εξουσία στον κόσμο υπάρχει από εκείνην που δίνει ο Παντοδύναμος Θεός στον άνθρωπο, γιατί ακριβώς τον έχει κάνει παιδί Του; Οι άγιοί μας που βίωναν στο απόλυτο δυνατό την κάθε λέξη των προσευχών και των λόγων του Χριστού έχουν εκφράσει συγκλονιστικές αλήθειες ειδικά για την Κυριακή προσευχή.

Ο όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ για παράδειγμα, για να αναφερθούμε σε σύγχρονο άγιο, πολλές φορές έχει γράψει πάνω στο θέμα αυτό. Ο ίδιος καταρχάς έχει αποκαλύψει ότι υπήρχαν εποχές που ξεκινούσε το «Πάτερ ἡμῶν» το πρωί για να το ολοκληρώσει το βράδυ: την κάθε λέξη την περνούσε βιωματικά μέσα από ολόκληρη την ύπαρξή του. Γι’ αυτό και δεν δίσταζε να πει στις ομιλίες του στο τέλος της ζωής του: «Και μόνη η προφορά του Ονόματος του Θεού μάς φλέγει πραγματικά σαν φωτιά. Έτσι θα έπρεπε να προφέρουμε και το «Πάτερ ἡμῶν». Ουσιαστικά, αν προφέραμε μόνο μία φορά σε ολη τη ζωή μας τις λέξεις αυτές του «Πάτερ ἡμῶν» με το αυθεντικό νόημά τους, που αντιστοιχεί στην πραγματικότητα του Ίδιου του είναι, θα ήταν αρκετό. Σε αυτό έγκειται το μυστήριο της αναγεννήσεώς μας από την αμαρτωλή κατάστασή μας σε εκείνην που αναμένει από εμάς ο Κύριος».

Ο άγιος υμνογράφος λοιπόν, για να επανέλθουμε στον πρώτο εκκλησιαστικό ύμνο του νέου έτους, μας θυμίζει την αλήθεια αυτή. Να παρακαλούμε τον Θεό ως Πατέρα μας με την αίσθηση της υιϊκότητάς μας, με επίγνωση βεβαίως της αμαρτωλότητάς μας. «Δίνε μας τον επιούσιο άρτο μας (και το επίγειο αλλά και τον αιώνιο μέσα από τη Θεία Ευχαριστία) και συγχώρα τα πταίσματά μας». Γιατί είναι ο Μόνος που μπορεί να μας καθαρίσει από την όποια πνευματική και ψυχική ακαθαρσία μας. Αρκεί να Τον παρακαλούμε, όπως είπαμε, εκκλησιαστικά: ως μέλη του αγίου Σώματός Του εν μετανοία και ταπεινώσει, που θα πει εν αγάπη και ανεξίκακα.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

«Σήμερα 1η Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την Αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή την αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους. Για την ημέρα αυτή, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του: «Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι). Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Αρχή της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς η 1ηΣεπτεμβρίου, γι’  αυτό και όλη η εκκλησιαστική ακολουθία, πέραν βεβαίως εκείνης που αναφέρεται και στους άλλους αγίους που εορτάζουμε σήμερα, όπως τον όσιο Συμεών τον στυλίτη, τις άγιες σαράντα γυναίκες μάρτυρες, αποτελεί στην πραγματικότητα μία ευχή: να ευλογήσει ο Κύριος τη χρονιά αυτή – «ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός Σου, Κύριε» - που σημαίνει να δώσει τη χάρη Του, ώστε να ζήσουμε οι άνθρωποι με ειρήνη και ομόνοια, ακολουθώντας τις άγιες εντολές Εκείνου. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η Εκκλησία μας μόνο με τον τρόπο αυτό θεωρεί ότι υπάρχει ευλογία στον κόσμο: όχι αν οι άνθρωποι απλώς ευημερούν οικονομικά, όχι αν όλα τους έρχονται βολικά, όπως λέμε, αλλά  αν βρισκόμαστε «εν ομονοία και ειρήνη», κυρίως όμως αν τηρούμε τις άγιες εντολές του Θεού. Η προτεραιότητα του συντονισμού μας με το θέλημα του Θεού, η πραγματοποίηση, όπως σημειώνουν οι ύμνοι της ημέρας, των αιτημάτων του «Πάτερ ημών», για να έχουμε την ευλογία του Θεού, δεν σημαίνει βεβαίως υποτίμηση και υποβάθμιση και των οικονομικών μεγεθών: χωρίς αυτά δεν μπορεί ο άνθρωπος να επιβιώσει σ’  αυτόν τον κόσμο. Σημαίνει ότι τα οικονομικά δεν έχουν την προτεραιότητα. Το πρώτο στη ζωή μας είναι το «ελθέτω η βασιλεία Σου», όπως άλλωστε δίδαξε την ορθή ιεράρχηση των πραγμάτων ο ίδιος ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (όλα τα υλικά και επίγεια) προστεθήσεται υμίν».

Δυστυχώς, στην εποχή μας, η ιεράρχηση αυτή σ’  ένα μεγάλο ποσοστό έχει ανατραπεί. Ο Θεός και το άγιο θέλημά Του έχει μπει στο περιθώριο, αν δεν έχει διαγραφεί πλήρως, και προτεραιότητα ως αποκλειστικός σχεδόν σκοπός του ανθρώπου έχει γίνει το οικονομικό στοιχείο. Ίνδαλμα για τους πολλούς φαντάζει ο άφρων πλούσιος της γνωστής παραβολής, ο οποίος ναι μεν ευφραινόταν καθ’  ημέραν λαμπρώς, ο θάνατος όμως ήλθε αδυσώπητος και απροειδοποίητα στη ζωή του και του…ανέτρεψε τα σχέδια, βυθίζοντάς τον στην άφατη οδύνη. Από την άποψη αυτή, η εποχή μας είναι εποχή αφροσύνης, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον πολλούς πλουσίους, αλλά και ένα πολύ μεγάλο μέρος των πτωχών. Γιατί και οι πτωχοί, αν επιθυμούν ως προτεραιότητα της ζωής τους τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, έστω κι αν δεν τα έχουν, ως άφρονες πλούσιοι αντιμετωπίζονται από τον λόγο του Θεού. Το περιεχόμενο της καρδιάς μας είναι εκείνο που έχει πάντοτε προ οφθαλμών Του ο Θεός, κατά την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού.

Η Εκκλησία μας σήμερα, με την πρωτοχρονιά που εορτάζει, υπενθυμίζοντάς μας και την έναρξη της δημόσιας δράσης του Κυρίου με το κήρυγμά Του στη Ναζαρέτ για μία καινούργια εποχή δεκτή και ευάρεστη στον Θεό, μας φέρνει σε ισορροπία, διότι μας προτείνει αυτό που συνιστά το αιώνιο θέλημα του Θεού: πάνω από όλα να θέτουμε ακριβώς Εκείνον και τον λόγο Του. Μας ανοίγει και πάλι τα μάτια, σε μία εποχή σύγχυσης και θόλωσης της διάνοιας, για να συνειδητοποιούμε ότι στη ζωή βρισκόμαστε κατά χάριν Θεού, ότι Εκείνος παρατείνει τον χρόνο της διαμονής μας σ’ αυτόν, ως «καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος», προκειμένου να ζούμε κατά το θέλημά Του.

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι ο χρόνος αποτελεί δωρεά του Θεού, όχι για να τη σπαταλάμε σε ανοησίες και αμαρτίες, αλλά να την αξιοποιούμε προς ανοδική πορεία πάντοτε προς Αυτόν, δηλαδή σε πορεία αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Και τότε, μας λέει, θα δούμε ό,τι υποσχέθηκε ο Κύριος: την ώρα που θα θέτουμε αυτό το θέλημά Του ως βάση της ζωής μας, την ίδια ώρα θα ενεργοποιούνται και οι δυνάμεις Εκείνου, προς υπέρβαση αφενός των όποιων προβλημάτων μας, προς αποκατάσταση αφετέρου και όλης της δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αρκετά χρόνια, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο έχει προβάλει την αρχή του εκκλησιαστικού έτους ως ημέρα προστασίας του περιβάλλοντος. Και εύλογα: το θέλημα του Θεού, όπως είπαμε, βιούμενο από τον «βασιλιά» της κτίσεως, τον άνθρωπο, έχει άμεση αντανάκλαση και σε όλη τη φύση και σε όλη τη δημιουργία. Έχει κατά κόρον τονιστεί: η λύση στη σημερινή οικονομική κρίση, και κάθε κρίση βεβαίως,  θα έλθει, μόλις αρχίσουμε να ζούμε ως πραγματικοί άνθρωποι, με βάση τον νόμο του Θεού. Με απλά λόγια, η κρίση οποιασδήποτε διάστασης είναι κατ’  ουσίαν πνευματική.  

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Ο υιός του μεγάλου Θεοδοσίου Αρκάδιος, αφού πήρε την τιμία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου από τα Ιεροσόλυμα, που φυλασσόταν εκεί μέχρι τότε μαζί με την τιμία εσθήτα από κάποια παρθένο γυναίκα, και την έφερε στην Κωνσταντινούπολη, την κατέθεσε σε λαμπρή θήκη, την οποία ονόμασε Αγία Σορό. Πέρασαν από τότε τριακόσια δέκα χρόνια και ο Λέων ο βασιλιάς άνοιξε την Αγία αυτή Σορό, για χάρη της συζύγου του Ζωής, που ενοχλείτο από ακάθαρτο πνεύμα και που είχε γίνει άξια θείας οπτασίας, ότι, αν βάλουν την τιμία Ζώνη πάνω της, θα θεραπευτεί. Βρέθηκε λοιπόν η τιμία Ζώνη να λάμπει, σαν να μόλις είχε υφανθεί, και να έχει σφραγίδα με χρυσή βούλλα και κωδίκελλο (δηλαδή σύντομο υπόμνημα), που έλεγε με λεπτομέρεια τον χρόνο, την ινδικτιώνα και την ημέρα, κατά την οποία προσκομίσθηκε η αγία Ζώνη στην Κωνσταντινούπολη, και πώς τοποθετήθηκε μέσα στη θήκη από τα χέρια του βασιλιά, η οποία σφραγίστηκε από αυτόν. Αυτήν (την τιμία Ζώνη) τότε ο βασιλιάς Λέων την ασπάστηκε και διά της χειρός του Πατριάρχη εκείνης της εποχής, την άπλωσε πάνω από τη βασίλισσα, οπότε και η Αγία Ζώνη την ελευθέρωσε από το νόσημά της. Τότε όλοι, αφού δόξασαν τον Σωτήρα Χριστό και απέδωσαν ευχαριστήριους ύμνους στην Πάναγνο Μητέρα Του, κατέθεσαν την αγία Ζώνη στην Αγία Σορό, στην οποία και προϋπήρχε».

Ο μήνας Αύγουστος είναι πράγματι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όχι μόνον γιατί καταυγάζεται από την ένδοξη Κοίμηση και Μετάστασή Της στα χέρια του Κυρίου και Θεού της, αλλά και για την εορτή της καταθέσεως της τιμίας Ζώνης της. Οι δύο αυτές εορτές, οι οποίες σφραγίζουν τον μήνα, η μεν πρώτη το πρώτο ήμισυ (15 Αυγούστου), η δε δεύτερη το δεύτερο (31 Αυγούστου), δεν θεωρούνται ξεχωριστά από την Εκκλησία μας, αλλά συνάπτονται και συν- ορώνται ως κάτι το ενιαίο. Και διότι αναφέρονται και οι δύο στο πάντιμο πρόσωπο της Θεοτόκου, και διότι η δεύτερη, μολονότι επιφανειακά είναι κάτι διαφορετικό από την Κοίμηση, αποτελεί επιβεβαίωση της πίστεως της Εκκλησίας για τη συνεχή παρουσία της Παναγίας στον κόσμο μας, ως σκέπης, προστασίας και ασφάλειάς μας. Με άλλα λόγια, ό,τι εξαγγέλλει το απολυτίκιο της Κοιμήσεως: «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε», το βλέπουμε να πραγματοποιείται στη σημερινή εορτή: η Παναγία μας μάς άφησε τη Ζώνη της και την εσθήτα της, ως μία αδιάκοπη υπενθύμισή της,  αλλά και αισθητή παρουσία της μέσα από δικά της αντικείμενα.

Η παραπάνω εκτίμηση της συν-όρασης των δύο εορτών,  δηλαδή κατά κάποιο τρόπο της υπόσχεσης και της υλοποίησης, δεν είναι αυθαίρετη ούτε καρπός ενός αφαιρετικού συλλογισμού. Συνιστά πεποίθηση της Εκκλησίας, η οποία το ζει και το υμνολογεί στην ακολουθία της ημέρας (ωδή δ΄): «Ήρθης προς φως άδυτον μεταχωρήσασα. Έλιπες δε τοις σε μακαρίζουσιν, αντί του σώματός σου Αγνή, την τιμίαν Ζώνην». Δηλαδή: Αναχώρησες από τον κόσμο αυτό και ανέβηκες (με την κοίμησή σου) στο παντοτινό φως (της Βασιλείας του Υιού σου), Αγνή, άφησες όμως σε μας που σε μακαρίζουμε, αντί του σώματός σου, την τιμία (σου) Ζώνη. Και αλλού (ωδή ζ΄ ): «Η πάντων βασίλισσα προς ουρανίους σκηνάς απαίρουσα, καταλέλοιπεν όλβον, τη βασιλίδι πασών των πόλεων, την ταύτης Ζώνην». Δηλαδή: Η βασίλισσα όλων (η Θεοτόκος), καθώς ανέρχεται στις ουράνιες σκηνές, άφησε θησαυρό στη βασίλισσα των πόλεων (την Κωνσταντινούπολη), τη Ζώνη της.

Ποια η αιτία της σχεδόν ταυτίσεως της Ζώνης (αλλά και της εσθήτος) της Παναγίας με την ίδια την Παναγία; Βεβαίως, κατά πρώτον, το γεγονός ότι την φορούσε Εκείνη, η οποία είχε τόση χάρη και περίσσια χάρης Θεού, ώστε μεταγγιζόταν η χάρη αυτή και στα ρούχα της και σε όλα τα αντικείμενά της. «Την τιμίαν σου Ζώνην, τιμητικώς άπαντες…περιπτυσσόμεθα, τιμήν υπάρχουσαν, πάντων πιστών, Θεοτόκε, ως τω υπερτίμω σοτυ, ψαύσασα σώματι». Όλοι ανεξαιρέτως αγκαλιάζουμε με τιμή την τιμία σου Ζώνη, που είναι η τιμή όλων των πιστών, διότι άγγιξε το υπέρτιμο σώμα σου. «Τιμήσωμεν οι πιστοί, ως συναφείας προς Θεόν σύνδεσμον, την της Αγνής σήμερον Ζώνην, και πιστώς προσκυνήσωμεν». Ας τιμήσουμε σήμερα οι πιστοί τη Ζώνη της Αγνής (Θεοτόκου), σαν σύνδεσμο σχέσεως προς τον Θεό, και ας την προσκυνήσουμε με πίστη.

Κι είναι γνωστή η διδασκαλία της Εκκλησίας μας επ’  αυτού: τα υλικά πράγματα αγιάζονται από τον άγιο που τα έχει -  κάτι που δικαιολογεί τη γενική τιμή των αντικειμένων όλων των αγίων, πολύ περισσότερο των ιερών λειψάνων τους – όπως το επισημαίνουμε μεταξύ των άλλων και στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, κατά την οποία και τα ενδύματά Του έλαμψαν κι έγιναν πιο λευκά και από το χιόνι, αλλά και σε άλλα περιστατικά από την αγία ζωή Του, που και το άγγιγμα των ενδυμάτων Του έφερε ως αποτέλεσμα τη θεραπεία από όλες τις ασθένειες (π.χ. το περιστατικό με την αιμορροούσα γυναίκα). Κι είναι τούτο μία κραυγαλέα διακήρυξη του πόσο και η ύλη εξαγιάζεται με τον ερχομό του Χριστού, μετέχοντας και αυτή στη διαδικασία σωτηρίας του ανθρώπου. Πρόκειται για έναν υλισμό της Εκκλησίας, όπως έχει τονιστεί, που υπερβαίνει οποιοδήποτε δυαλισμό που δαιμονοποιεί την ύλη και καταρρίπτει οποιοδήποτε μύθο περί πνευματοκρατίας και ιδεολογίας της χριστιανικής πίστεως. Ο Χριστός σώζει ολόκληρο τον άνθρωπο, με την ψυχή και το σώμα του, και μαζί με αυτόν ολόκληρη τη δημιουργία.

Ο υμνογράφος όμως, ως στόμα της Εκκλησίας, φρίττοντας μπροστά στο μυστήριο που περικλείει, αναφέρει και άλλον λόγο για την τιμή της αγίας Ζώνης, πέραν της ψαύσεως του αγίου σώματος της Παναγίας: την ψαύση, κατά κάποιον τρόπο, και του σώματος του ίδιου του Χριστού. Πώς; Ζωσμένη η Παναγία την εν κυήσει κοιλιά της με τη ζώνη της, έζωνε κατ’  επέκταση και τον Υιό και Θεό της. «Η ση, άχραντε Δέσποινα, σεβασμία και τιμία σορός, Ζώνην κατέχει την αυτόν, τον νομοθέτην εν σοι, συγκατασχούσαν. Φρικτόν το μυστήριον!» Άχραντε Δέσποινα, η σεβάσμια και τίμια σορός σου κατέχει τη Ζώνη σου, η οποία συγκρατούσε τον ίδιο τον νομοθέτη (Θεό) μέσα στη μήτρα σου. Φρίττουμε για το μυστήριο! Γι’  αυτό και ο ποιητής λαμβάνει αφορμή, με την εορτή, για να εξαγγείλει όχι μόνον όλες τις χαρές που προχέονται από τα άγια αντικείμενα της Παναγίας, όπως συνέβη και με τη βασίλισσα Ζωή, αλλά και το ύψος της αγιότητας Εκείνης.

Ως καλός θεολόγος μάλιστα και γνώστης όλης της θείας οικονομίας βλέπει στο πρόσωπο της Θεοτόκου να πραγματοποιούνται όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί του Ιησού Χριστού ως Λυτρωτή του κόσμου. Η Παναγία δηλαδή αποτελεί Εκείνην την οποία προτυπώνουν, για παράδειγμα, ο Παράδεισος της Εδέμ, η Θεία Νεφέλη που περιέσκεπε τους Ισραηλίτες στην έρημο, η Κιβωτός της Διαθήκης με τις πλάκες του Νόμου, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε, η στάμνα με το μάννα. Αλλά και από την άλλη εξαγγέλλει ότι για να δει κανείς και πολύ περισσότερο να γευτεί τις χάρες και τα θαυμάσια που σαν ποταμοί ρέουν από τη Ζώνη της Θεοτόκου, απαιτείται η πίστη του ανθρώπου, ο ένθεος πόθος του για την Παναγία, η διάθεσή του για μετάνοια. «Πιστώς προσκυνήσωμεν» (ας προσκυνήσουμε με πίστη) είναι η διαρκής προτροπή του, «η τιμία Ζώνη σου, πανύμνητε, γέγονε μεγίστης εορτής, Θεοτόκε, τοις θερμώς σε ποθούσιν υπόθεσις» (η τιμία Ζώνη σου, πανύμνητε Θεοτόκε, έγινε υπόθεση μεγίστης εορτής γι’  αυτούς που σε ποθούν θερμά)  είναι η διαπίστωσή του, «φιλίας με  δολίας της των παθών, και εχθρού καθ’  εκάστην πειράζοντος…τω σω προσπεφευγότα ελέει διά τάχους, ως συμπαθής Αγνή απάλλαξον» (καθώς με πειράζει η δόλια φιλία των παθών μου και καθημερινά ο εχθρός διάβολος… απάλλαξέ με λόγω της αγάπης σου, Αγνή, γρήγορα, εμένα που προσφεύγω στο έλεός σου) είναι η σεμνή και ταπεινή προσευχή του.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Ο άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε περί το 240 και έγινε γνωστός για πρώτη φορά από τη συμμετοχή του στην Α´ Οικουμενική Σύνοδο (325), εκπροσωπώντας ως πρεσβύτερος τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως άγιο Μητροφάνη, ο οποίος αδυνατούσε να παρευρεθεί λόγω γήρατος. Τον άγιο Αλέξανδρο, προχωρημένο και αυτόν στην ηλικία, πρότεινε ο άγιος Μητροφάνης ως διάδοχό του στον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι που έγινε, οπότε και μένοντας στο αξίωμα πια του αρχιεπισκόπου επ᾽ αρκετόν, ετελεύτησε σε ηλικία 98 ετών. Αγωνίστηκε πάρα πολύ για την ορθόδοξη πίστη και μάλιστα για όσα απεφάσισε η Α´ Οικουμενική Σύνοδος κατά της αίρεσης του αρειανισμού, ενώ αντιμετώπισε τον ίδιο τον αιρεσιάρχη Άρειο στα μετά την καταδίκη του. Προσευχόμενος μάλιστα έντονα να δώσει λύση ο Κύριος στην επάνοδο του Αρείου, είδε αυτός και όλοι στην Κωνσταντινούπολη ότι τελικώς ο Άρειος έτυχε κακού τέλους, τέτοιου που έκανε μεγάλη αίσθηση και έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων για πολύ καιρό. Εκτός από τους αγώνες του για την ορθοδοξία, έδρασε και στον τομέα της ιεραποστολής, όπως και άφησε παράδειγμα αρίστου ποιμένος στην Εκκλησία. Η δύναμη του λόγου του και της προσευχής του ήταν μεγάλη, όπως είπαμε,  κάτι που επίσης φάνηκε και σε έναν διάλογο με φιλοσόφους αιρετικούς, κατά τον οποίο, πριν ξεκινήσει την ομιλία του ένας φιλόσοφος, ο άγιος του είπε: ῾Στο όνομα του Χριστού, να μην μπορείς να πεις λέξη᾽. Και ώ, του θαύματος! Το στόμα του φιλοσόφου κλείστηκε, μη μπορώντας να αρθρώσει ούτε λέξη. Στη μνήμη της Εκκλησίας ο άγιος Αλέξανδρος έμεινε ως σημείο αναφοράς πίστεως και αγίας ζωής, γεγονός που επισημαίνει αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε ομιλία του, λέγοντας ότι τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως κόσμησαν άνθρωποι σπουδαίοι, σαν τον σήμερα εορταζόμενο άγιο». 

Ο άγιος Αλέξανδρος μπορεί να μην ανήκει στους οικουμενικούς πατέρες και δασκάλους της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Αθανάσιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Βασίλειο κλπ., όμως αποτελεί και αυτός αστέρα πρώτου μεγέθους στο στερέωμα της Εκκλησίας. Ήδη στο συναξάρι του προηγουμένως αναφέρθηκε η δύναμη του λόγου του και η αγία βιοτή του, κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην ήταν από αυτούς του Πατέρες που έδωσαν άμεσα και με έκτακτο φωτισμό του αγίου Πνεύματος τη λύση στα δογματικά προβλήματα της Εκκλησίας, όμως ήταν από εκείνους που με φωτισμό του ίδιου Πνεύματος κατανόησαν αμέσως και διέκριναν την πλάνη από την αλήθεια, την οποία έπειτα υπερασπίστηκαν με πάθος και ζήλο. Ο αγώνας του για την αλήθεια της πίστεως είχε επίγνωση ότι ήταν αγώνας για τη διακράτηση του αληθινού Χριστού, άρα για τη σωτηρία του ανθρώπου: την ένταξη του ανθρώπου στο σώμα Εκείνου, την πραγματική δηλαδή παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου.

Προϋπόθεση του φωτισμού του για τη διάκριση της πλάνης από την αλήθεια ήταν ο όλος πνευματικός του αγώνας. Ο άγιος Αλέξανδρος δεν έφτασε σ᾽ αυτό το σημείο φωτισμού ξαφνικά και ῾ως έλαχε᾽. Κατά τον άγιο υμνογράφο του ῾μυστιπόλος της άνω, υπερθέου Τριάδος ώφθης πανένδοξε, αγνώς ταύτην λατρεύων᾽, δηλαδή φάνηκες πανένδοξε, να ζεις στην καρδιά σου την υπέρθεη αγία Τριάδα, λατρεύοντάς την με τρόπο αγνό, που σημαίνει ότι ο άγιος βρισκόταν διαρκώς πάνω στις εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να έχει γίνει κατοικητήριο του Θεού, αναπέμποντας διαρκώς ύμνους και δοξολογίες προς Αυτόν. Μόνον ένας που ζει με αδιάκοπη προσευχή και τηρεί τον νόμο του Θεού, φωτίζεται έντονα από Αυτόν, ώστε να έχει το χάρισμα της διακρίσεως. Κι αλλού ο ποιητής θα τονίσει με άλλον τρόπο την παραπάνω αλήθεια: ῾Έννομος γενόμενος, ο θείος όντως φοιτητής σου, και σοις ζωηφόροις λόγοις, πειθαρχήσας Αλέξανδρος, Ιεράρχης πεφηνώς, Κύριε, όσιος, πράος, σώφρων, νυν επαξίως μακαρίζεται᾽. Κύριε, ο Αλέξανδρος, ο πράγματι θείος φοιτητής σου, που ζούσε σύμφωνα με τον νόμο σου και πειθαρχούσε στα δικά σου ζωηφόρα λόγια, αποδείχτηκε Ιεράρχης όσιος, πράος, σώφρων, γι᾽ αυτό και τώρα μακαρίζεται επάξια.

Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί παράδειγμα για τους πιστούς,  όπως όλοι βεβαίως οι άγιοι, ιδιαιτέρως όμως για την εποχή μας, εποχή υποχώρησης στην πίστη, με έντονα τα σημάδια γι᾽ αυτό του ατομισμού, της δειλίας και της ανασφάλειας. Η μεγάλη του πίστη, το θάρρος και ο ζήλος του για την ομολογία της πίστεως αυτής, συνδυασμένα όμως με την αγία ζωή του, ζωή αγάπης προς τον συνάνθρωπο -  πρότυπο καλού ποιμένος, είπαμε, ήταν άλλωστε – τον κάνουν ορόσημο για εμάς. Κατεξοχήν δε αποτελεί παράδειγμα η έκφραση της ζωντανής πίστεώς του, με την  αδιάλειπτη και ζωντανή προσευχή του. Στον άγιο Αλέξανδρο, μάλλον και σ᾽ αυτόν τον άγιο, διαπιστώνουμε ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε υποσχεθεί: ῾εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γενήσεται υμίν᾽. Να μένουμε ενωμένοι με τον Χριστό, ως μέλη Του μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να κρατάμε τις άγιες εντολές Του, και θα βλέπουμε την παντοδυναμία του Χριστού να διοχετεύται και σε εμάς, όπως και στον άγιο σήμερα.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

«Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄Κορ. 16, 14)

      Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους πιστούς της Κορίνθου στην πρώτη του προς αυτούς επιστολή δίνει τις τελευταίες του συμβουλές. Ήδη έχει δώσει απαντήσεις σε πολλά θέματα που τον είχαν ερωτήσει, ήδη έχει εξηγήσει διά μακρών την ενότητα που πρέπει να έχουν μεταξύ τους οι πιστοί ως μέλη Χριστού, και θέλει τελειώνοντας την επιστολή του να τους δώσει κάτι ως σύνθημα, ώστε εύκολα να το απομνημονεύσουν και να το έχουν προ οφθαλμών τους πάντοτε ως γραμμή πορείας τους που θα τους κρατάει πάνω στην πίστη του Χριστού και τη σχέση τους με Εκείνον και μεταξύ τους. «Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, κραταιούσθε. Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω». Λέξεις δυνατές που η καθεμία ενεργοποιούμενη συναντά την άλλη και κάνει τον άνθρωπο να ζει τη ζωντανή παρουσία του Χριστού μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Κι ιδίως η τελευταία του προτροπή «Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω».

      1. Πρόκειται για το επιστέγασμα όλης της χριστιανικής πίστης και ζωής. Και η εγρήγορση και η σταθερότητα εν τη πίστει και η κραταίωση είναι πολύ σπουδαίες αρετές, χωρίς τις οποίες πράγματι δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός. Αλλά η αγάπη αποτελεί τον σκοπό και το κέντρο όλων.

Τι νόημα έχει η εγρήγορση, αν δεν συνιστά κινητοποίηση της ύπαρξης για να είναι κανείς εν αγάπη; Διότι στην αγάπη βρίσκει κανείς τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Είμαι σε εγρήγορση σημαίνει έχω ξύπνιες όλες μου τις πνευματικές αισθήσεις, για να μη βρει έδαφος να αναπτυχθεί οτιδήποτε θα με στερήσει από την αγάπη ή θα μου μειώσει την αγάπη. Διότι έτσι θα χάσω τη σχέση μου με τον Θεό. Σαν αυτό που λέει ο Κύριος στην παραβολή των δέκα παρθένων: μην έλθει ξαφνικά ως νυμφίος χωρίς να έχω λάδι στη λαμπάδα μου. Θα μείνω εκτός νυμφώνος. Και το λάδι είναι βεβαίως η αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο.

Τι νόημα έχει η πίστη και η επιμονή σ' αυτήν, αν δεν είναι στάση πάνω στην αγάπη; Ο ίδιος απόστολος θα σημειώσει αλλού ότι η πίστη είναι ζωντανή μόνον εκεί που υπάρχει αγάπη. «Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη». Μία πίστη έτσι χωρίς αγάπη, χωρίς να θεωρείται δρόμος προς αυτήν, δεν έχει νόημα. Κι όχι μόνον δεν έχει νόημα, αλλά μπορεί να θεωρείται και ως κάτι δαιμονικό. Διότι και «τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι». Γι' αυτό και προβληματίζεται κανείς σοβαρά και θλίβεται όχι λίγο όταν βλέπει ανθρώπους να διακατέχονται από πίστη, και μεγάλη μάλιστα, που τους κάνει όμως να αγριεύουν και να είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνάνθρωπό τους, ιδίως τον αντίθετο προς τις δικές τους απόψεις και πεποιθήσεις. Πρόκειται βεβαίως για τους ανθρώπους που η πίστη σε αυτούς λειτουργεί ως ιδεολογία και που οδηγεί δυστυχώς στους διαφόρους φονταμενταλισμούς. Και δεν εννοούμε μόνο τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών, που εκείνοι έτσι κι αλλιώς έχουν κάποια δικαιολογία αφού δεν έχουν την πίστη του Χριστού, αλλά και τους πιστούς που θέλουν να πιστεύουν ότι ανήκουν στον Χριστό. Να πιστεύω όμως στον Χριστό και να μην έχω την αγάπη Του που αποτελεί την ενεργοποίηση της πίστης είναι όχι μόνο σόλοικο, αλλά όπως είπαμε και δαιμονικό.

Τι νόημα έχει επίσης μία κραταίωση, μία δύναμη του ανθρώπου χωρίς και πάλι την αγάπη; Θα είναι μία δύναμη καταστροφική για τους άλλους και για τον ίδιο μας τον εαυτό ως ενεργοποίηση των παθών μας και επιρροής δαιμονικής. Για την πίστη μας, όπως το εννοεί και απόστολος, δύναμη θετική και ευεργετική υπάρχει εκεί που υφίσταται αγάπη. Όταν αγαπάς, τότε είσαι δυνατός. Διότι το εξηγήσαμε: εκεί ενεργοποιείται η παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και την όλη ύπαρξή του. Μιλάμε λοιπόν για μία δύναμη χαρισματική που κάνει τον άνθρωπο πρωτίστως να ελέγχει τους λογισμούς και τα πάθη του και να προσφέρεται θυσιαστικά προς όλους τους συνανθρώπους του. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», θα πει και πάλι ο απόστολος Παύλος. Γίνομαι πανίσχυρος με τον Χριστό που με δυναμώνει. Και φθάνει η δύναμη αυτή να φανερώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή έντασή της εκεί που υπάρχει ασθένεια και εξωτερική αδυναμία. Αυτή είναι η παραδοξότητα της αληθινής πίστης: να φαίνεσαι αδύναμος και να έχεις την παντοδυναμία του ίδιου του Χριστού. «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί». Σαν τον Κύριο Ιησού Χριστό που η παντοδυναμία Του φανερώθηκε απόλυτα επάνω στον Σταυρό. Εκεί που εξωτερικά φαινόταν αδύναμος, εκεί στην πραγματικότητα λειτουργούσε η παντοκρατορική Του εξουσία που έλκυε προς Αυτόν τους ανθρώπους, εκεί φανερωνόταν η θεϊκή Του δόξα. «Όταν υψωθώ από της γης, πάντα ελκύσω προς εμαυτόν». Είμαι λοιπόν δυνατός ευεργετικά για εμένα και τους άλλους, μόνον όταν βρίσκομαι εν αγάπη.

      2. Η αγάπη λοιπόν είναι η συγκεφαλαίωση όλων των αρετών. Χωρίς αυτήν τα πάντα μένουν μετέωρα, έστω κι αν φαίνεται ότι επιτελούμε τις άλλες αρετές. Κι ο απόστολος είναι σαφής: «π ά ν τ α - δηλαδή ό,τι κάνετε και πάντοτε - υμών εν αγάπη γινέσθω». Δεν υπάρχουν διακοπές στη στάση πάνω στην αγάπη. Δεν μπορώ τώρα να αγαπώ και λίγο αργότερα με όποια δικαιολογία να διαγράφω την αγάπη. Είτε πρόκειται για τους λογισμούς μας είτε για τα λόγια μας είτε για την όλη συμπεριφορά μας η αγάπη πρέπει να βρίσκεται ως η κινητήρια δύναμή μας που θα διαπερνά την όλη ύπαρξή μας. Διότι όπως εξηγήσαμε μόνον όπου υφίσταται αγάπη υπάρχει και η παρουσία του Θεού. Το ζητούμενο δηλαδή στη ζωή μας είναι η αδιάκοπη σχέση μας με τον Θεό. Εκείνον θέλουμε να κρατήσουμε, για να μη χάσουμε την ολότητά μας ως μέλη Του. Το σκεπτικό με άλλα λόγια είναι απλό: ως βαπτισμένοι στο όνομά Του και μέλη του αγίου σώματός Του μένουμε ενωμένοι μαζί Του, μόνον όταν βρισκόμαστε στον τρόπο της δικής του ζωής, δηλαδή την αγάπη. Τότε διακρατείται ακέραιο το ένδυμά μας, ο Ίδιος δηλαδή, χωρίς να το σκίζουμε και να το καταστρέφουμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Η αδιάκοπη χωρίς παύσεις σχέση μας με τον Χριστό ως ζητούμενο της ζωής μας είναι κάτι άλλωστε που ο Κύριος το είχε τονίσει καθαρά: αν δεν είμαστε μαζί Του είμαστε εναντίον Του. «Ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστί και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει». Δεν μπορώ συνεπώς πότε να είμαι με τον Χριστό και πότε όχι. Καλούμαστε εμείς να κάνουμε υπακοή σ' Εκείνον και όχι Εκείνος σε εμάς.

      3. Είναι ευνόητο έτσι ότι πρώτον δεν υπάρχουν δικαιολογίες που απλώς ικανοποιούν τα πάθη και τον εγωισμό μας. Κι εχθρός να είναι ο άλλος απέναντί μας και μύρια προβλήματα αν θέτει στην πορεία μας κι αν αδικίες υφιστάμεθα καθημερινώς από αυτόν, δεν δικαιολογούμαστε για να άρουμε την αγάπη μας. Καλούμαστε να κρατάμε την αγάπη του Χριστού και των αγίων μας, που θα πει να κρατάμε την αγάπη και προς τον εχθρό μας. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς» (ο Κύριος). «Διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; Τούτο γαρ χάρις, ει αδικούμενοι αγαθοποιείτε» (απ. Πέτρος). Και δεύτερον μπορούμε να κρατήσουμε τη χαρισματική αυτή αγάπη μόνον ως μέλη Χριστού, δηλαδή ενταγμένοι μέσα στην Εκκλησία και ενισχυόμενοι από τα μυστήρια και τις προσευχές αυτής. Κανείς με άλλα λόγια μόνος του, στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις δεν έχει την ισχύ να ζήσει σωστά την αγάπη. Θα τον νικήσει ο εγωισμός του και η θεωρούμενη ανθρώπινη αίσθηση δικαιοσύνης. Μόνον με τον Χριστό και τη δύναμη που μας δίνει από τα μυστήριά Του της Εκκλησίας μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού.

      Ο απόστολος Παύλος δεν απευθύνεται στους Κορινθίους και διαχρονικά σε όλους τους πιστούς για να εκπληρώσει ευγενικά ένα τυπικό καθήκον. Τα λόγια του είναι ο καρπός της αγωνιώσας από ποιμαντική ευθύνη και αγάπη καρδιάς του: γράφει ό,τι τον φωτίζει ο Θεός, «κατ' ενώπιον Αυτού», ώστε να βοηθήσει τους πιστούς στην απόκτηση της αιώνιας σωτηρίας τους. Και λέει σε όλους μας. Να είστε πάντοτε πνευματικά ξύπνιοι, όλο μάτια, να στέκεστε στην πίστη, να είστε δυνατοί. Δηλαδή πάντοτε και σε όλα να ζείτε με αγάπη. Μακάρι η πυρακτωμένη από την αγάπη του Χριστού και τους ανθρώπους καρδιά του αποστόλου να θερμάνει λίγο και εμάς. Που σημαίνει: μακάρι να κινητοποιηθούμε έστω και λίγο σε μετάνοια, αφού όπου υπάρχει η αμαρτία εκεί έχει σβήσει η φλόγα της αγάπης. «Δια το πληθυνθήναι την αμαρτίαν ψυγήσεται η αγάπη». Τουλάχιστον, αν δεν έχουμε μετάνοια, ας την ζητήσουμε ειλικρινά από τον Κύριο. Θα είναι το πρώτο σκαλοπάτι της ένθεης και σωτήριας αγάπης μας.

ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ ΚΑΘΕ ΦΑΡΑΓΓΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΙΚΡΥΝΕΙ ΚΑΘΕ ΒΟΥΝΟ!

Με τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, (που τις ημέρες αυτές αυτές, 29 Αυγούστου, η Εκκλησία άγει τη μνήμη της αποτομής της τιμίας του κεφαλής),  επιβεβαιώνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο αυτό που ο λόγος του Θεού, είτε στην Παλαιά είτε στην Καινή Διαθήκη, εξαγγέλλει: πρώτον, ο σκοπός του ανθρώπου είναι να βρίσκεται αδιάκοπα σε ζωντανή σχέση με τον Θεό λόγω της κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργίας του – «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»∙ δεύτερον, ο άνθρωπος πρέπει να συνεργαστεί με τον Δημιουργό του για να παραμένει μαζί Του, αγωνιζόμενος να εξαλείφει κάθε τι από την καρδιά του που εμποδίζει την παρουσία Εκείνου. «Θεού συνεργοί γαρ εσμέν» (απ. Παύλος).

 Και να η απόδειξη. Ήδη ο προφήτης Ησαῒας, οκτακόσια χρόνια προ Χριστού και προ της εμφανίσεως του αγίου Προδρόμου, προφητεύει: «θα έλθει ένας απεσταλμένος από τον Θεό που θα είναι μία φωνή που θα φωνάζει στην έρημο˙ ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε ίσια τα μονοπάτια που θα διαβεί. Κάθε φαράγγι ας γεμίσει και κάθε όρος και βουνό ας μικρύνει για να γίνει ομαλό το έδαφος. Και τότε κάθε άνθρωπος, έχοντας εξομαλύνει το έδαφός του, θα δει την παρουσία του Θεού και τη σωτηρία που προσφέρει στη ζωή του».

Ο προφήτης ασφαλώς δεν μιλάει για εξωτερικούς επίγειους δρόμους που θα βαδίσει ο Κύριος, αλλά για τους δρόμους τους εσωτερικούς, «του κρυπτού της καρδίας ανθρώπου», εκεί που αδιάκοπα επιβλέπει ο Κύριος, διότι εκεί ζει ο αληθινός άνθρωπος έχοντας την καρδιά ως «βάση» του νου του. «Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν». Αλλά η καρδιά αυτή, το έσχατο βάθος του νου, λόγω της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία δεν λειτουργεί πια με υγιή τρόπο. Διασπάσθηκε, αποπροσανατολίστηκε και κυριαρχήθηκε από τα πάθη και τις άτακτες ορμές του σώματος, ώστε τελικά να άγεται και να φέρεται από αυτά, οπότε ο νους αντί να είναι ο ηγεμόνας που θα κανονίζει την πορεία του όλου ανθρώπου σε συνάφεια με τον Δημιουργό του, έγινε δούλος με πλήρη αλλοίωση της φυσικής του θέσεως. Κατά τον προφήτη και πάλι, «ο άνθρωπος παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς».

Την τραγική αυτή κατάσταση έχει υπ’ όψιν του λοιπόν ο Ησαΐας και κραυγάζει ότι η καρδιά του ανθρώπου γέμισε από βαθουλώματα και από εξογκώματα, από μειονεξίες δηλαδή και από αλαζονείες και υπερηφάνειες λόγω της αμαρτίας – «άβυσσος» ο κόσμος του κάθε ανθρώπου – αλλά εξίσου  απαιτείται η συνεργασία του ανθρώπου με τον Θεό για να επέλθει η συνάντησή τους. Ο μεν Θεός ποθεί βαθύτατα να είναι με τον άνθρωπο παρέχοντας αφειδώς τη χάρη Του,  ο δε άνθρωπος πρέπει ελεύθερα να αποδεχτεί την προσφερόμενη χάρη. Και το μέγιστο αποδεικτικό γεγονός της αλήθειας αυτής είναι ο ερχομός του ίδιου του Θεού ως ανθρώπου εν προσώπω Ιησού Χριστού, ο Οποίος όμως ζητάει ως απόλυτη προϋπόθεση την ανταπόκριση της βούλησης του ανθρώπου – εδώ αναδεικνύεται και η μοναδικότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου που το «ναι» της στην κλήση του Θεού θεωρείται «τύπος» για κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου».  

Και τι κάνει η χάρη του Τριαδικού Θεού που κατεξοχήν δίνεται εν Χριστώ με το άγιο βάπτισμα και επιτείνεται με τα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας, ιδίως με τη Θεία Ευχαριστία, όπως Εκείνος αποκάλυψε; Αποδεσμεύει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας, τα οποία λειτουργούν ως φυλακή και παραλυσία για τη θέλησή του. Ο χριστιανός έτσι μπορεί να κινηθεί προς τον Χριστό, να ζήσει τη χάρη Του, μαζί με Εκείνον να ξεριζώσει το κακό και να φυτέψει το καλό. Με έναν μόνον όρο: ο άνθρωπος να μη ξεφεύγει από τις άγιες εντολές του Κυρίου. Ή κι αν κάπου ξεφύγει, αμέσως εν μετανοία να επανέλθει. Έτσι, μας διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες μας, φανερώνεται το μεγαλείο του πιστού ανθρώπου. Όσο είναι προσανατολισμένη, με τη χάρη του Θεού, η θέλησή του εκεί που παραπέμπει το θέλημα του Θεού, τόσο εξομαλύνονται και ομαλοποιούνται τα πάντα μέσα στην ύπαρξή του, την ψυχή και την καρδιά του, τη διάνοια και την όποια δύναμή του ακόμη και του σώματος – οι εντολές του Θεού «ισιώνουν» και φτιάχνουν χώρο για να λειτουργεί η χάρη του Θεού. Οπότε ο πιστός βρίσκεται σε κοινωνία προσωπική με τον Χριστό συντονισμένος με Αυτόν και επιτυγχάνοντας τον σκοπό της ύπαρξής του την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή. Γιατί ο νους του απέκτησε την ηγεμονική θέση του, αποκαταστάθηκε στη φυσιολογική του κατάσταση. «Τα αρχαία παρήλθε. Ιδού γέγονε καινά τα πάντα».