Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΕΜΕ ΜΙΜΕΙΣΘΕ!

 

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ

«Ει ουν υμείς φίλοι μού εστε, εμέ μιμείσθε…» (Απόστιχα αίνων)

Είναι ο λόγος του Κυρίου, που τον απηύθυνε πρώτα στους δώδεκα μαθητές Του, όταν τους έπλυνε τα πόδια, κι έκτοτε ισχύει ως προτροπή για κάθε πιστό κάθε εποχής: «Αν είστε φίλοι μου, να μιμείσθε εμένα».

Μπορούμε καταρχάς να είμαστε φίλοι Του; Πώς να είσαι φίλος μ’ Εκείνον που είναι ο παντοδύναμος και Δημιουργός Θεός; Η ανθρώπινη λογική ιλιγγιά και τρέμει, γιατί νιώθει ενώπιον του άπειρου μεγαλείου του Θεού τη δική της άπειρη μικρότητα. Αλλά η στάση αυτή της λογικής είναι το σύμπτωμα του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου μας. Γιατί ο Θεός  ήλθε στον κόσμο στο πρόσωπο του Χριστού μας και έδειξε ότι εμείς οι μικροί και αδύναμοι άνθρωποι είμαστε γι’ Αυτόν ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει. Τόσο πολύτιμο μάλιστα που πρόσφερε και προσφέρει τον εαυτό Του για χάρη μας.

Φίλοι λοιπόν του Θεού μας. Εκείνος μας έδωσε τη δυνατότητα και τη χάρη αυτή. Μας το είπε καθαρά: «Υμείς φίλοι μου εστέ. Ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Δεν σας ονομάζω δούλους. Είστε φίλοι μου. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; Η λαϊκή παροιμία το επιβεβαιώνει: Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι. Αν είμαστε φίλοι με τον Χριστό, σημαίνει ότι κι εμείς είμαστε ίδιοι με Αυτόν. Στο πρόσωπό μας, στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας, μπορούμε να βλέπουμε πια την παρουσία Εκείνου. Και πλησιάζοντας Εκείνον, μας σπρώχνει αμέσως προς τον πλησίον μας.

Έτσι; Χωρίς προϋποθέσεις; Τέτοιο μεγαλείο χωρίς όρους; Χωρίς όρους, ναι, πλην ενός. Να θέλουμε κι εμείς τη φιλία Του. Και γι’ αυτό να Τον ακολουθούμε στον τρόπο της ζωής Του. Αφού σας έκανα ένα μ’ Εμένα, μας λέει, να μιμείσθε τον τρόπο της ζωής μου. Όχι με μία μίμηση ασφαλώς εξωτερική, αλλά με μία διάθεση να αφήνουμε Εκείνον να δρα μέσα από εμάς. Είμαι λοιπόν φίλος Του σημαίνει ότι Τον μιμούμαι: στη θυσιαστική αγάπη Του, στην αγία ταπείνωσή Του, στην απόλυτη υπακοή στον Θεό Πατέρα Του – είναι η δοσμένη σ’ εμένα δυνατότητα.

 Η Μεγάλη Πέμπτη μας θυμίζει τη συγκλονιστική μυστική αυτή πραγματικότητα που διαιωνίζεται αδιάκοπα στην Εκκλησία: η ζωή μας να φανερώνει τη φιλία μας σ’ Εκείνον. Οι φίλοι του Χριστού είναι οι συνεχιστές της δικής Του ζωής μέσα στον κόσμο. Πόσο άραγε φίλοι Του είμαστε  εμείς;

ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΥΠΟΔΕΞΩΜΕΘΑ…

Τή Μεγάλη Πέμπτη οἱ Πατέρες μας, μᾶς παρέδωσαν νά ἑορτάζουμε τέσσερα πράγματα: τόν ἱερό Νιπτήρα, τόν Μυστικό Δεῖπνο, τήν ὑπερφυᾶ προσευχή καί ἀκόμη τήν προδοσία τοῦ ᾽Ιούδα. Ὁ ὕμνος πού συγκεφαλαιώνει καί συνδέει τά περισσότερα ἀπό αὐτά, ἐπισημαίνοντας τίς προεκτάσεις τους καί στή δική μας ζωή, εἶναι κυρίως ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας: 

«Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τούς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καί ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καί ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες. Αὐτός γάρ ὁ Χριστός οὕτως ἐκέλευσε τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς ὡς προέφησεν. ᾽Αλλ᾽ οὐκ ἤκουσεν ᾽Ιούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος».

(Ἀφοῦ προσεγγίσαμε ὅλοι τή Μυστική Τράπεζα μέ φόβο, ἄς ὑποδεχτοῦμε τόν ἄρτο μέ καθαρές τίς ψυχές, μένοντας κοντά στόν Δεσπότη, προκειμένου νά δοῦμε πῶς πλένει τά πόδια τῶν Μαθητῶν καί τά σκουπίζει μέ τό λέντιο. Κι ἄς κάνουμε ὅπως ἀκριβῶς εἴδαμε, μέ τό νά ὑποτασσόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλον καί μέ τό νά πλένουμε τά πόδια ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔτσι ἔδωσε ἐντολή στούς μαθητές Του, ὅπως προεῖπε. Ἀλλά δέν ἄκουσε ὁ Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος).


       1. «Τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα»: Καλούμαστε νά προσεγγίσουμε τή μυστική Τράπεζα, προκειμένου νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ κέντρου τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο συνέστησε ὁ Κύριος ἀκριβῶς τήν ἡμέρα αὐτή, κατά τό Μυστικό Δεῖπνο.

Ὁ Κύριος στό Δεῖπνο αὐτό τέλεσε γιά πρώτη φορά ἐπί τῆς γῆς τή Θεία Λειτουργία, καλώντας τούς μαθητές Του νά φᾶνε τό ἅγιο σῶμα Του καί νά πιοῦνε τό τίμιο αἷμα Του. Τό «λάβετε, φάγετε, τοῦτο γάρ ἐστι τό σῶμά μου» καί τό «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου» συνιστοῦν τά ἱδρυτικά τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας λόγια, τά ὁποῖα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθε ἀντίστοιχη σύναξη πιστῶν, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν», διαιωνίζοντας ἀκριβῶς ἐν Πνεύματι τόν Μυστικό Δεῖπνο. Ἡ Θεία Λειτουργία μέ τόν τρόπο αὐτόν κατανοεῖται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας: ὡς ἡ συνέχεια τοῦ Μ. Δείπνου, γι᾽ αὐτό καί πάντοτε θεωρήθηκε ὡς τό κέντρο τῆς ᾽Εκκλησίας, γύρω ἀπό τό ὁποῖο ῾πλέχτηκαν᾽ καί ὅλα τά ὑπόλοιπα μυστήρια αὐτῆς. Κι εἶναι θά λέγαμε λογικό: ὁ Κύριος πού ἐρχόμενος στόν κόσμο μᾶς ἔσωσε, μέ τήν ἔννοια ὅτι μᾶς ἐνσωμάτωσε στόν ἑαυτό Του καί ἔτσι μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό - κάτι πού ἐνεργοποιεῖται γιά τόν πιστό ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίζεται καί χρίεται στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ - ὁ ῎Ιδιος μᾶς τρέφει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του, γιά νά διατηρηθεῖ αὐτή ἡ σχέση Του μαζί μας καί νά αὐξηθεῖ «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».

        Ταυτοχρόνως στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὁ Χριστιανός βιώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας κατανοεῖ ὡς Παράδοσή της. Παράδοση δέν εἶναι αὐτό πού ἔχει ἐπικρατήσει ἤ ἐπικρατεῖ ὡς εὐλογημένη ἴσως συνήθεια σέ κάποιους χριστιανικούς χώρους, μᾶλλον δέν εἶναι ἡ σώζουσα Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας. Παράδοση καθαυτό εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεία Λειτουργία, τό μυστήριο τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ᾽Εκεῖνος παρέδωσε στούς μαθητές Του καί οἱ μαθητές Του στή συνέχεια παρέδωσαν στίς μετέπειτα γενιές. Τό διατυπώνει ἔξοχα ὁ ἀπ. Παῦλος στήν Α´ πρός Κορ. ἐπιστολή του, ὅταν λέει: «ἐγώ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὅ καί παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε: λάβετε φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον. Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ῾Ωσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων: τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινή διαθήκη ἐστίν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι. Τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἄν πίνητε, εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ» (11, 23-26). Κι αὐτή βεβαίως ἡ Παράδοση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γίνεται μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού σημαίνει ὅτι ἡ Παράδοση ἔχει ἁγιοπνευματικό καί δυναμικό χαρακτήρα, ἄρα εἶναι ζωή καί ἀπαιτεῖ τή ζωή τῶν ἀνθρώπων γιά τή συνάντηση μαζί της. Καταλαβαίνει κανείς ἀπό τήν ἄποψη αὐτή πόσο πλανεμένη καί ἐκτός πραγματικότητας εἶναι ἡ ἀντίληψη ὁρισμένων ὅτι ἡ Παράδοση εἶναι μουσειακή κατάσταση καί συντηρητισμός, καλύτερα˙ πίσω ἀπό τήν ἀντίληψη αὐτή κρύβεται ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.

 2. Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν μᾶς καλεῖ νά κοινωνήσουμε «τόν ἄρτον», ὑπενθυμίζοντας ὅμως καί τίς προϋποθέσεις τῆς κοινωνίας αὐτῆς: τόν φόβο καί τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Ἡ συμμετοχή στή Θ. Κοινωνία δηλαδή δέν γίνεται ἀπροϋπόθετα. Μιά συμμετοχή στά ἄχραντα μυστήρια «εἰκῇ καί ὡς ἔτυχεν», χωρίς τήν ἐνδεδειγμένη μετάνοια καί χωρίς ἐπίγνωση, δημιουργεῖ τίς συνθῆκες ἐπανάληψης τοῦ δαιμονισμοῦ τοῦ ᾽Ιούδα. Μή ξεχνᾶμε ὅτι καί ὁ ᾽Ιούδας κοινώνησε, ἀλλά μέ τήν προδοσία ἐν ἐξελίξει, μέ ἀποτέλεσμα νά δαιμονιστεῖ καί νά καταστραφεῖ. Καί τοῦτο γιατί ὁ εὐλογημένος ἄρτος δρᾶ μέσα στόν ἄνθρωπο ἐνεργοποιώντας ὅ,τι συναντᾶ στήν ψυχή του: φιλοθεΐα ἤ μισανθρωπία. Σάν τή βροχή πού πέφτοντας στή γῆ θά φέρει τήν καρποφορία εἴτε τῶν ἀγαθῶν σπερμάτων εἴτε τῶν ζιζανίων.

῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά κοινωνήσει καί ἀντί νά καλλιτερεύσει, μέ τήν ἔννοια τῆς πνευματικῆς προόδου του, νά χειροτερεύσει. Οἱ προϋποθέσεις λοιπόν κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Κι αὐτά τά δύο συνδέονται ἀμεσότατα μεταξύ τους, φανερώνοντας τή λειτουργία τῆς μετανοίας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ πού γνώρισμα ἔχει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα μετοχῆς στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ μετοχή αὐτή αὐξάνει τήν καθαρότητα κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θεώνεται ἀπό τίς θεοποιές ἐνέργειες τοῦ μυστηρίου καί πορεύεται «ἀπό δόξης εἰς δόξαν», ἀφοῦ ποτέ δέν ὑπάρχει τέλος στή διαδικασία αὐτή τῆς μετανοίας καί στήν ἐν Θεῷ αὔξησή του. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ πιστός γίνεται κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ καί «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» μιά ἄλλη φανέρωση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο.
       3. «συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ»: ὁ ὑμνογράφος τήν μόλις παραπάνω ἀναφερθεῖσα ἀλήθεια καταγράφει μέ τή συγκεκριμένη φράση. Ὅ,τι συνέβη στόν Μυστικό Δεῖπνο λειτουργεῖ ἀρχετυπικά, πού σημαίνει ὅτι πολλοί ἀκολουθοῦν τό παράδειγμα τοῦ ᾽Ιούδα: κοινώνησε ἐν προδοσίᾳ τοῦ Χριστοῦ καί ἔφυγε γιά νά ὁλοκληρώσει αὐτήν τήν προδοσία. Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν μᾶς προτρέπει νά συμπαραμένουμε μέ τόν Χριστό κι ἐκεῖ νά Τόν δοῦμε νά πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν καί νά τά σκουπίζει μέ τό λέντιο, προκειμένου μέ τόν ἴδιο τρόπο νά στεκόμαστε κι ἐμεῖς ἀπέναντι σέ κάθε συνάνθρωπό μας: «ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες». Μέ ἄλλα λόγια ἡ ὀρθή μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία ὁδηγεῖ σέ γνήσια ἀκολουθία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν ταπείνωση καί τήν ἐν ἀγάπῃ διακονία τῶν συνανθρώπων.

Νά τό ποῦμε κι ὅπως τό διατύπωσε καί ὁ μεγάλος ρῶσος μυθιστοριογράφος καί βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς Φ. Ντοστογιέφκσι στό τελευταῖο ἔργο του «᾽Αδελφοί Καραμαζώφ»: «Μπροστά σέ μερικές σκέψεις ὁ ἄνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ἰδίως μπροστά στή θέα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, καί ἀναρωτιέται ἄν θά τήν πολεμήσει μέ βία ἤ μέ ταπεινή ἀγάπη. Πάντα ν᾽ ἀποφασίζεις: ῾Θά τήν πολεμήσω μέ ταπεινή ἀγάπη᾽. ῎Αν ἀποφασίσεις πάνω σ᾽ αὐτό μιά γιά πάντα, μπορεῖς νά κατακτήσεις ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ἡ γεμάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι μιά τρομερή δύναμη: εἶναι τό πιό δυνατό ἀπ᾽ ὅλα τά πράγματα καί δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο σάν κι αὐτή».

Μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία καί ἔχθρα πρός τό συνάνθρωπο ἤ ἀδικία του ἐκ μέρους μας καί ῾τσαλάκωμα᾽ τῆς προσωπικότητάς του μέ ὁποιονδήποτε τρόπο δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν. Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: Χριστιανός σημαίνει νά βλέπεις καί νά ἀκολουθεῖς τόν Χριστό, μέσα σέ εὐχαριστιακά, δηλαδή ἐκκλησιαστικά πλαίσια, ζώντας πάντοτε τήν ταπεινή ἀγάπη Του. Κάθε τι διαφορετικό σημαίνει ἔκπτωση στή δολιότητα τοῦ ᾽Ιούδα. 

ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΣΟΥ!

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ

«Τάς χεῖρας ἐξέτεινας, ἐν αἷς τόν ἄρτον ἔλαβες τῆς ἀφθαρσίας, λαβεῖν τά ἀργύρια, τό στόμα πρός φίλημα προσαγαγών δολίως, ἐν ᾧ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό Αἷμα ὑπεδέξω˙ ἀλλ’ οὐαί σοι! ὡς φησίν ὁ Χριστός» (ωδή θ΄ Τριωδίου, Αγίου Ανδρέου Κρήτης).

(Με τα χέρια που άπλωσες για να λάβεις τον άρτο της αφθαρσίας, πήρες  και τα αργύρια, όπως και το στόμα με το οποίο υποδέχτηκες το σώμα και το αίμα του Χριστού το έφερες κοντά Του με δόλιο τρόπο για να Τον φιλήσεις. Αλλά αλλοίμονό σου! Όπως λέει ο Χριστός).

Την κατάσταση του προδότη μαθητή Ιούδα διεκτραγωδεί ο μεγάλος άγιος Πατήρ Ανδρέας Κρήτης, επικεντρώνοντας στα χέρια και το στόμα του! Είναι τα χέρια που κράτησαν τον Κύριο στην πρώτη Θεία Λειτουργία που τέλεσε Εκείνος επί της γης στον Μυστικό Δείπνο, υπό τα είδη του Άρτου. Στο πρώτο «λάβετε, φάγετε, τούτο μού εστι το Σώμα» που είπαν τα χείλη του Δημιουργού – τα ιδρυτικά λόγια του μυστηρίου της Ευχαριστίας που έκτοτε και εις τους αιώνας επαναλαμβάνει μέσω των ιερέων Του – ήταν παρών και εκείνος, Τον άκουσε να τον καλεί με το όνομά του, να του προσφέρει το ίδιο το αγιασμένο σώμα Του, να τον καθιστά μέτοχο του Ίδιου του Εαυτού Του – Ένα με εκείνον και τους άλλους μαθητές! Κι ακόμη: τα εν συνεχεία παράδοξα λόγια Του που μιλούσαν για το Αίμα Του μέσα από τον αγιασμένο Οίνο: «Πίετε εξ Αυτού πάντες. Τούτο γαρ εστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Κι ήλθε η σειρά του να φέρει το στόμα του σ’ αυτόν τον Οίνο που ήταν η κρυμμένη παρουσία του Διδασκάλου – το στόμα του Τον γεύτηκε κι η ζεστασιά Του απλώθηκε σε όλο του το σώμα.

Μα, τι περίεργο! Δεν ένιωσε τίποτε καλό. Το αντίθετο: είδε να σκληραίνει η καρδιά του και σαν να τον καταλαμβάνει ένα κύμα οργής και αγριότητας απέναντι σ’ Εκείνον που μέχρι τότε ακολουθούσε. Κάτι σκοτεινό ένιωσε να πλημμυρίζει την ύπαρξή του που τον έκανε να μην αντέχει να παρακάθεται μαζί Του και με τους άλλους – ένας πνιγμός που τον έσπρωχνε να φύγει για να «αναπνεύσει»! «Ό,τι έχεις να κάνεις κάν’ το γρήγορα», άκουσε μακρινά μέσα στο βουητό του κεφαλιού του. Βγήκε έξω και κοίταξε τα χέρια του που έτρεμαν. Τα χέρια που μόλις είχαν πιάσει το «σώμα» του Δασκάλου – έτσι είχε πει. Τα ίδια χέρια, θυμήθηκε, που λίγες ώρες πριν είχαν λάβει τα αργύρια από τους αρχιερείς και τους Γραμματείς για την προδοσία του τάχα Μεσσία! Είναι αλήθεια ότι είχε απογοητευθεί πολύ από τον Διδάσκαλο – αλλιώς Τον περίμενε και αλλιώς του «βγήκε». Δεν έκανε τίποτε ο Ιησούς για τους εχθρούς Ρωμαίους. Εκείνοι συνέχιζαν να είναι οι κατακτητές και ο Χριστός αντί να ηγηθεί επαναστατικού κινήματος προσανατόλιζε τους ακολούθους Του σε άλλα Βασίλεια, έξω από τη γη που πατάμε, στους Ουρανούς! Και οι αρχιερείς; Απογοητευμένοι και εκείνοι όπως και ο ίδιος. Τον ήξεραν, τον πλησίασαν, τους πλησίασε – του έταξαν και χρήματα! Και δεν μπορούσε να αρνηθεί σ’ αυτά που είχαν τέτοια δύναμη στον κόσμο – ήταν η αδυναμία του, γιατί περιέκλειαν δύναμη˙ δύναμη επιβολής. Κάτι θα είχε καταλάβει και ο Δάσκαλος που του ανέθεσε το ταμείο της ομάδας! «Το γλωσσόκομον εκράταγε».

Ένιωσε το στόμα του στεγνωμένο και γυρόφερε τη γλώσσα του – ο Οίνος που μόλις είχε πιει ήλθε και πάλι με τη γεύση του. «Το αίμα Του», σκέφτηκε τα λόγια του Ιησού. Σαν να δαιμονίστηκε: «μας κορόϊδεψε»! Έτρεξε να βρει τους νέους συντρόφους του, έστω κι αν τους απεχθανόταν. Ο Ιησούς έπρεπε να παραδοθεί στους αρχιερείς και στις αρχές – ό,τι είχαν κανονίσει. Το σχέδιο που του είπαν ήταν απλό: θα τους οδηγούσε εκεί που συνήθιζαν να πηγαίνουν ο Χριστός με τους μαθητές Του. Και σημάδι, μέσα στη νύχτα, για το Ποιον έπρεπε να συλλάβουν ήταν ένα φίλημα. Εκείνος, ο Ιούδας, με την απογοητευμένη και συντριμμένη καρδιά από τα γκρεμισμένα όνειρά του, θα πήγαινε στον Αρχηγό και θα του έδινε ένα φίλημα: κανείς δεν θα τον παρεξηγούσε. Μαθητής Του ήταν μέχρι τώρα! Κάτι κρύο πήρε και πάλι να ανεβαίνει στην καρδιά του. Και πάλι συνδύασε το στόμα του που γεύτηκε τον Οίνο του Δείπνου με τον Χριστό, με εκείνο το ίδιο που θα φιλούσε τον Δάσκαλο. Δεν ένιωσε καλά, αλλά ο «σκοπός» και τα χρήματα τού θέριεψαν και πάλι την καρδιά. «Με φίλημα, Ιούδα, προδίδεις τον Διδάσκαλο;» ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από Εκείνον και το θλιμμένο βλέμμα Του θα τον κυνηγούσε για πάντα! Όλα σωριάστηκαν μέσα του και το μόνο που «ανέτειλε» ήταν μια θηλιά και ένα δέντρο! 

Τα χέρια και το στόμα του προδότη μαθητή. Αυτά που λειτούργησαν σε διπλό επίπεδο: από τη μια με τον Χριστό, από την άλλη εναντίον Του. Δεν κατάλαβε τίποτε από εκείνα που βεβαίωνε ο μέχρι τότε Δάσκαλός του: «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Και «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι». Και τελικώς ζούσε μέσα στο «ουαί», το «αλλοίμονό σου» που λέει ο Κύριος και επαναλαμβάνει ο άγιος Ανδρέας. Γιατί τελικώς η ζωή του ήταν μέσα στην υποκρισία: άλλα να σκέπτεται και να λογίζεται μέσα του και άλλα να ενεργεί εξωτερικά με τα λόγια και τις πράξεις του. Η υποκρισία: αυτή που φέρνει τον δαιμονισμό του ανθρώπου, από την οποία πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό να μας απαλλάξει, ώστε ο λόγος του Θεού να καταλαμβάνει όλη την ύπαρξή μας.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΣΩΣΕ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ!

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ

«Ὤ τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος! Ἐθεώρει τήν πόρνην φιλοῦσαν τά ἴχνη, καί ἐσκέπτετο δόλῳ τῆς προδοσίας τό φίλημα… Ὤ της Ἰούδα ἀθλιότητος! Ἀφ’ ἧς ρῦσαι ὁ Θεός τάς ψυχάς ἡμῶν».

(Ω, η αθλιότητα του Ιούδα! Έβλεπε την πόρνη να φιλάει τα πόδια του Χριστού και σκεπτόταν δόλια το φίλημα της προδοσίας… Ω, η αθλιότητα του Ιούδα! Απ’ αυτήν σώσε Θεέ μου τις ψυχές μας).

Δεν θέλουμε να στηλιτεύσουμε παρορμητικά τον Ιούδα. Διότι ενώ προβάλλεται ως κατεξοχήν αρνητικό παράδειγμα από την υμνολογία της Εκκλησίας  μας, παραπέμπει το σκεπτικό του σε μας τους ίδιους και στις ψυχές μας. Γιατί τι μας λέει το τροπάριο (παρμένο από τους αίνους του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, ημέρας που η Εκκλησία προβάλλει την πόρνη γυναίκα που άλειψε με μύρο τον Κύριο Ιησού λίγο προ του σωτηρίου Πάθους Του); Ότι ελλοχεύει σε όλους ο κίνδυνος να περιπέσουμε κι εμείς στη δική του αθλιότητα, δηλαδή στο δικό του σκεπτικό και στη δική του δράση, κάτι που θα είναι καταστροφικό για τη σωτηρία μας. Χρειάζεται λοιπόν προσοχή στην ετοιμότητα καταδίκης του: θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε τα «πυρά» της κριτικής μας και για μας τους ίδιους.

Τι θέλουμε να πούμε; Τι συνιστά την αθλιότητα, κατά τον υμνογράφο, του Ιούδα; Όχι ασφαλώς η προσωπικότητά του, το «βάθος» του εαυτού του, που δεν παύει σε κάθε περίπτωση να εικονίζει τον Χριστό – γι’ αυτήν την εικόνα Του ήλθε ο Χριστός και θυσιάστηκε και σταυρώθηκε. Η αθλιότητά του έγκειτο στο γεγονός της υποκρισίας του: έβλεπε αντικειμενικά την πόρνη γυναίκα να περιχύνει το πανάκριβο μύρο πάνω στον Χριστό (φανερώνοντας έτσι την αγάπη της προς Αυτόν), εξεγειρόταν με τη μάσκα της «κοινωνικής δικαιοσύνης», μαζί και με τους άλλους μαθητές βέβαια, για την «απώλεια» του μύρου («τσάμπα» και άσκοπο χάσιμο χρημάτων: θα μπορούσαν τα «πεταμένα» χρήματα να προσφερθούν στους φτωχούς), ενώ άλλα τελικώς σχεδίαζε στο βάθος του μυαλού του: την προδοσία του Διδασκάλου του! Με άλλα λόγια, άλλα έβλεπε, άλλα έλεγε, άλλα σκεπτόταν – κυριολεκτικά ο ορισμός της υποκρισίας. Και γιατί χαρακτηρίζεται αθλιότητα η κατάσταση αυτή; Διότι κανείς και πουθενά σε ολόκληρο τον κόσμο δεν αποδέχεται την υποκρισία, η οποία εκφράζει την ψευτιά του ανθρώπου, την ανειλικρίνεια των προθέσεών του, έναν εαυτό κυριαρχημένο από τον ίδιο τον Πονηρό – ο Πονηρός είναι ο Πατέρας του ψεύδους!

Μα μήπως όμως κι εμείς οι θεωρούμενοι χριστιανοί δεν περιπίπτουμε συχνά σε μία παρόμοια αθλιότητα; Δεν συλλαμβάνουμε,  λίγες ή πολλές φορές δεν έχει σημασία, τον εαυτό μας να λειτουργεί υποκριτικά, που θα πει όπως σημειώσαμε παραπάνω άλλα να βλέπουμε, άλλα να λέμε και άλλα να σκεπτόμαστε;

- Η καρδιά μας δηλαδή βρίσκεται πάντοτε πάνω στην απλότητα και την αγνότητα που ζητεί ο αρχηγός της πίστης μας – πάνω στη θυσιαστική σταυρική αγάπη που θέτει Εκείνος ως όριο; «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῆ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ». 

- Πάντοτε αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας με τον ίδιο (καρδιακό) τρόπο, είτε τους φιλικά σε μας προσκείμενους είτε και τους εχθρούς και αδικούντας ημάς; Εδώ φτάνει στο σημείο ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος να θεωρεί ότι υπάρχει και «καλή υποκρισία», με την έννοια ότι επειδή δεν είμαστε στο ύψος της αγάπης του Χριστού μπορεί να «υποκρινόμαστε» την αγάπη, κλαίγοντας όμως μέσα μας για το έλλειμμά μας αυτό! Δηλαδή και η καλή ακόμη υποκρισία δεν είναι καλή, αλλά απλώς ένα μέσο για να καταδικάζουμε τον εαυτό μας λόγω της αθλιότητας που παρουσιάζουμε!

Λοιπόν, επανερχόμαστε! Ίσως δεν πρέπει να σπεύδουμε εύκολα και άκριτα να καταδικάζουμε την αθλιότητα του Ιούδα! Γιατί στην άκριτη αυτή περίπτωση τον εαυτό μας τον βγάζουμε απέξω και τον εντάσσουμε αυτόματα στους καλούς χριστιανούς, οι οποίοι τηρούν και εφαρμόζουν τα δυσθεώρητα ύψη των εντολών του Χριστού. Συμβαίνει όμως πράγματι αυτό; Ο άγιος υμνογράφος έχει υπόψη του  τη δυσκολία αυτή και κινείται όντως ρεαλιστικά και ταπεινά.  Γιατί τι μας παροτρύνει; Να παρακαλούμε τον Θεό να μας σώζει από την τραγικότητα της υποκρισίας – πρόκειται για χάρη Θεού σ’ εκείνον που όντως αγωνίζεται νόμιμα την πνευματική ζωή.

ΑΠΛΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ: ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ... ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ...

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ 

«Ἥπλωσεν ἡ πόρνη τάς τρίχας σοί τῷ Δεσπότῃ˙ ἥπλωσεν Ἰούδας τάς χεῖρας τοῖς παρανόμοις˙ ἡ μέν λαβεῖν τήν ἄφεσιν, ὁ δέ λαβεῖν ἀργύρια...» (απόστιχα όρθρου Μ. Τετάρτης). 

(Άπλωσε η πόρνη τις τρίχες της κεφαλής της σε Σένα τον Δεσπότη. Άπλωσε ο Ιούδας τα χέρια στους παράνομους. Η πρώτη, για να λάβει την άφεση των αμαρτιών της, ο δεύτερος, για να πάρει χρήματα).

Δύο παραδείγματα προβάλλει με τον ύμνο η Εκκλησία μας. Ένα θετικό και ένα αρνητικό. Το ένα για να το μιμηθούμε. Το άλλο για να το αποστραφούμε. Μία πόρνη γυναίκα και ένα μαθητή του Κυρίου. Και προφανώς θα έλεγε κανείς ότι το θετικό και καλό παράδειγμα είναι ο μαθητής του Χριστού, ενώ το αρνητικό η πόρνη γυναίκα. Αλλά τα πράγματα κινούνται ανατρεπτικά: η πόρνη προβάλλεται ως εκείνη που πρέπει να μιμούμαστε, και μάλιστα σε όλη τη ζωή μας· ο μαθητής προβάλλεται ως εκείνος που πρέπει να αποστρεφόμαστε, για να μην οδηγηθούμε σαν κι εκείνον στην καταστροφή!

Κι είναι ευνόητο: η πόρνη έγινε το διαχρονικό πρότυπο όχι βεβαίως για την πορνεία της, αλλά για τη μετάνοια την οποία επέδειξε, καθώς ένιωσε τη χάρη και την αγάπη του Κυρίου. Ο μαθητής Ιούδας είναι εκείνος που οι αιώνες αποστρέφονται, όχι ασφαλώς για την επίζηλη θέση του: να είναι δίπλα στον Κύριο ως μαθητής Του, αλλά για την προδοτική στάση του την οποία κράτησε τελικώς απέναντι στον Διδάσκαλό του!

Που θα πει: εκείνο που μετράει πάντοτε ενώπιον του Θεού μας, ανεξάρτητα από το τι κάναμε ή κάνουμε, σπουδαίο και σημαντικό ίσως, είναι τελικώς ό,τι υπερτερεί στην καρδιά μας. Όχι τι φαινόμαστε, αλλά τι είμαστε είναι εκείνο που στέκει αδιάκοπα ενώπιον του Θεού μας, δηλαδή το περιεχόμενο της καρδιάς μας που είναι και ο αληθινός θησαυρός μας. Πρόκειται για τη συγκλονιστική αλήθεια που είπε ο Κύριος και δεν της δίνουμε συνήθως και μεγάλη σημασία: «όπου ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται». Με άλλα λόγια, για να δω τον θησαυρό μου, τον ίδιο τον Θεό μου, πρέπει να κοιτάξω μέσα μου και να δω τι κυριαρχεί εκεί. Στον Ιούδα, τον μαθητή του Χριστού, κυριάρχησε αντί του Χριστού το χρήμα: τον κέρδισε το πάθος της φιλαργυρίας, οπότε ακολουθούσε τον Κύριο όντας ειδωλολάτρης· στην πόρνη γυναίκα κυριάρχησε αντί της φιληδονίας και της πορνείας της η αγάπη του Χριστού που την οδήγησε στη συγκλονιστική μετάνοιά της.

Εντελώς ανατρεπτικό πράγματι το σκηνικό. Μας εμβάλλει κυριολεκτικά σε φόβο, γιατί μας κάνει να σκεφτούμε ότι τίποτε το εξωτερικό, το μετρήσιμο με τις αισθήσεις μας και τη λογική μας, δεν μπορεί να είναι το σταθερό έδαφος που μπορούμε να πατήσουμε. Το μόνο σωτήριο για μας είναι η αγάπη του Θεού μας. Αυτή που έκανε και την άσωτη γυναίκα να μεταστραφεί και να γίνει υπόδειγμα αγιότητας! 

Η ΠΟΡΝΗ...! Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ...!

 

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ

«Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σὺν δάκρυσι, κατακενοῦσά σου ποσὶ Φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν, λυτροῦται τῇ κελεύσει σου, πνέων δὲ τὴν χάριν σου, μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε. Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου».

(Ἡ πόρνη γυναίκα ἦλθε κοντά Σου, χύνοντας στά πόδια Σου, φιλάνθρωπε, μύρα μαζί μέ δάκρυα. Καί μέ τήν ἐντολή Σου λυτρώνεται ἀπό τή δυσωδία τῶν κακῶν, τήν ἴδια στιγμή πού ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἀναπνέοντας ἀκόμη τή χάρη Σου (ἀπό τή συμμετοχή του στόν Μυστικό Δεῖπνο) τήν ἀποδιώχνει ἀπό τόν ἑαυτό του, μέ ἀποτέλεσμα, χάνοντάς Σε λόγω τῆς φιλαργυρίας του, νά κυλιστεῖ μέσα στή βρωμιά τῆς προδοσίας. Δόξα Χριστέ στήν εὐσπλαγχνία Σου).

Πρόκειται γιά τό μυστήριο τῆς συνάντησης τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό. Μπορεῖ νά εἶσαι κοντά Του χρόνια καί χρόνια καί τελικῶς νά μήν ἔχεις πάρει ὅπως λέμε «μυρωδιά» γιά τό τί συμβαίνει. Καί μπορεῖ νά Τόν συναντήσεις μία φορά στή ζωή σου, ἀκόμη καί στά τελευταῖα σου, καί τόσο νά Τόν καταλάβεις, τόσο νά συγκλονιστεῖς, ὥστε αὐτό νά εἶναι τό πιό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς σου. Εἶναι αὐτό πού σημειώνει, μεταξύ  ἄλλων, καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὁ ὅσιος τῆς Σαρακοστῆς: «Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού γέρασαν στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου, κι ὅμως βρίσκονται ἀκόμη στό Δημοτικό Σχολεῖο». Κι ἄς κοιτάξουμε συγκεκριμένα παραδείγματα: ὁ Ἰούδας ἦταν μαθητής τοῦ Κυρίου - ὁ Χριστός τόν ἐπέλεξε. Τοῦ ἔδωσε τά πάντα, ὅπως καί στούς ἄλλους μαθητές Του· ἐκεῖνος στό τέλος Τόν ἀρνήθηκε καί Τόν πρόδωσε· ἔμεινε στούς αἰῶνες μέ τό στίγμα τοῦ προδότη μαθητή. Ἡ μεγάλη θητεία του κοντά στόν Κύριο ὄχι μόνον δέν τόν ὠφέλησε, ἀλλά μᾶλλον τόν ἔβλαψε. Ὁ Κύριος εἶπε γι’ αὐτόν ἕναν ἀπό τούς σκληρότερους θεωρούμενους λόγους Του: «Καλύτερα νά μήν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός»! 

Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ληστής πού σταυρώθηκε δίπλα Του στόν Γολγοθᾶ· φωτίζεται στίς τελευταῖες του στιγμές, μετανοεῖ, κερδίζει πρῶτος τόν Παράδεισο. «Ἀμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῶ Παραδείσῳ». Τό ἴδιο καί ἡ περίπτωση τῆς μοιχαλίδος γυναίκας. Μπροστά στόν Χριστό συνειδοτοποιεῖ τήν ἁμαρτωλή ζωή της καί μετανοεῖ. Βίοι παράλληλοι, μά καί τόσο ξένοι: ὁ μαθητής πού γίνεται προδότης· ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα πού δικαιώνεται καί καθίσταται πρότυπο μετανοίας σέ ὅλους τούς αἰῶνες. 

Πῶς ἐξηγεῖται τό μυστήριο αὐτό; Δέν ξέρουμε ἄν ἐξηγεῖται. Τό μόνο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μᾶλλον μπροστά στό μυστήριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου· τέτοιας πού στρέφεται κανείς καί ἐνάντια στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.  Ὁ μαθητής λοιπόν δέν πρόσεξε, γιατί τόν κέρδισε τελικά τό πάθος του, ἐν προκειμένῳ ἡ φιλαργυρία του. Ἡ ἁμαρτωλή στράφηκε ἐν ἀγάπῃ πρός τόν Χριστό - ἡ ἀγάπη της πρός Ἐκεῖνον τῆς ἔδωσε τή δύναμη νά ἀπεμπλακεῖ ἀπό τό πάθος της.  

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΩΤΙΑ ΞΑΦΝΙΚΑ ΣΤΗ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ!

 

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ 

«Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τά ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας καί ἡδονάς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τήν αἰσχύνην τήν πολλήν καί κρίσιν τῆς κολάσεως, ἥν ὑποστῶσι πόρνοι καί ἄσωτοι. ῟Ων περ πρῶτος πέλω, καί πτοοῦμαι, ἀλλ᾽ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων. Ἡ πόρνη δέ γυνή, καί πτοηθεῖσα καί σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρός τόν Λυτρωτήν: Φιλάνθρωπε καί οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με» (οἶκος τοῦ κοντακίου τοῦ ὄρθρου).

(Ἡ πρώην ἄσωτη γυναίκα φάνηκε ξαφνικά σώφρων, γιατί μίσησε τά ἔργα τῆς αἰσχρῆς ἁμαρτίας καί τίς ἡδονές τοῦ σώματος: θυμήθηκε τη μεγάλη ντροπή και την κρίση της κόλασης που θα υποστούν οι πόρνοι και οι άσωτοι. Πρώτος από αυτούς είμαι εγώ και φοβάμαι, αλλά μένω προσκολλημένος ο άφρων στην πονηρή μου συνήθεια. Η πόρνη όμως γυναίκα, η οποία και φοβήθηκε και αντέδρασε γρήγορα, ήλθε φωνάζοντας προς τον Λυτρωτή: Φιλάνθρωπε και Οικτίρμων, σώσε με από τον βόρβορο των έργων μου).

       Ἡ ὀρθρινή ἀκολουθία τῆς Μ. Τετάρτης (πού ψάλλεται τό ἑσπέρας τῆς προηγουμένης) σφραγίζεται ἀπό τό τροπάριο τῆς ἁγίας Κασσιανῆς, περιεχόμενο τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ συγκλονιστική μετάνοια τῆς πόρνης γυναίκας τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία προσῆλθε στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό μέ πολύτιμο μύρο, προκειμένου νά ἀλείψει μέ αὐτό τά ἄχραντα πόδια Του, ὡς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιά τήν ἀγάπη μέ τήν ὁποία τήν δέχτηκε καί τήν περιέβαλε καί γιά τή συγχώρηση βεβαίως πού εἰσέπραξε ἀπό Αὐτόν. (Κι εἶναι βεβαίως περιττό καί νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἡ ἁγία Κασσιανή, μεγάλη ἁγία καί ποιήτρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας τοῦ ἔνατου μ.Χ. αἰώνα, δέν ἔχει καμμία σχέση πρός τήν πόρνη αὐτή, πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἁγία χρησιμοποίησε τό περιστατικό τοῦ Εὐαγγελίου γιά νά τό ἀποδώσει μέ ὑψηλότατη ποιητική εὐαισθησία καί νά τό παραδώσει ἔτσι στό πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας στούς αἰῶνες, προκαλώντας πάντοτε, μέχρι καί σήμερα, κατάνυξη καί διάθεση μετανοίας σέ κάθε καλοδιάθετη ψυχή). Κι αὐτός εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἕνας λόγος πού ἡ ᾽Εκκλησία μας μᾶς προβάλλει τό περιστατικό: νά μιμηθεῖ ὁ κάθε ἄνθρωπος τή μετάνοια αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη τό προβάλλει τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα καί γιά λόγους ἱστορικούς, σύμφωνα μέ τό συναξάρι τῆς ἡμέρας: «ὅτι μικρόν πρό τοῦ Πάθους τοῦτο γέγονε». Μιά προσέγγιση στή διαδικασία τῆς μετάνοιας τῆς γυναίκας αὐτῆς, πέραν τοῦ τροπαρίου τῆς Κασσιανῆς, μᾶς δίνει ὁ παραπάνω οἶκος τοῦ κοντακίου τῆς ἀκολουθίας.

       1. «Ἡ πρώην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη». Ἡ πρώην ἄσωτη γυναίκα, ξαφνικά φάνηκε σώφρων. Τί προκάλεσε τή συνταρακτική μεταστροφή της πού συνιστᾶ παραδοξότητα, ὅταν μάλιστα γνωρίζει κανείς τήν καταστροφική δύναμη τῆς συνήθειας; Διότι πολλοί ἐπιθυμοῦν τήν ἀλλαγή τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τους, μή ἀντέχοντας τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας – «τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» καί «θλίψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν» -  ἀλλά στήν πράξη διαπιστώνουν τήν ἀδυναμία τῆς θέλησής τους γιά νά τό κατορθώσουν, ὅπως  δραματικά τό ἐπισημαίνει καί ὁ ὑμνογράφος: «ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων»! Ὁ ὑμνογράφος μᾶς καθοδηγεῖ. Ἡ γυναίκα μεταστράφηκε «μισήσασα τά ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας καί τάς ἡδονάς τοῦ σώματος», γενόμενη ἔτσι παράδειγμα καί γιά ὅλους τούς πιστούς. Κι αὐτό σημαίνει: κανείς δέν μπορεῖ νά μετανοήσει καί νά γίνει σώφρων, νά μπορεῖ δηλαδή νά ζεῖ μέ ἐγκράτεια, ἔχοντας τόν ἔλεγχο τῶν ψεκτῶν παθῶν του καί καθοδηγούμενος ἀπό τόν ἡγεμόνα νοῦ, ἄν δέν σταθεῖ ἀρνητικά πρός τήν αἰσχρή ἁμαρτία καί δέν ἀναπτύξει τό λεγόμενο ἅγιο μίσος πρός τίς ἡδονές τοῦ σώματος. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἐμμονή στίς ἡδονές σημαίνει τόν παθολογικό ἔρωτα τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐμπλοκή του πρός τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, ἄρα τήν ἀδυναμία θέας τοῦ Θεοῦ. «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»! Σχέση μέ τόν Θεό καί δουλεία στήν ἁμαρτία εἶναι καταστάσεις ἀσυμβίβαστες. 

Ὅπως τό διατυπώνει ὁ μεγάλος σύγχρονος ὅσιος Σωφρόνιος Ἀθωνίτης: «Ἡ ὁλοκληρωτική μετάνοια μᾶς ἀποσπᾶ ἀπό τό θανάσιμο ἐναγκαλισμό τοῦ ἐγωκεντρικοῦ ἀτομισμοῦ καί εἰσάγει στή θεωρία τῆς θείας παγκοσμιότητος τοῦ Χριστοῦ, ῾τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς εἰς τέλος᾽ (πρβλ. ᾽Ιωάν. ιγ´1). Ὅταν μισήσουμε τούς ἑαυτούς μας λόγω τῆς ζωντανῆς μέσα μας κακίας, τότε διανοίγονται σέ μᾶς οἱ ἀτέρμονες ὁρίζοντες τῆς ἐντεταλμένης ἀγάπης». Καί παρακάτω: «Τί θέλω κατ᾽ οὐσίαν νά πῶ μέ ὅλα αὐτά; Αὐτό ἀκριβῶς: Διά τῆς δοθείσης σέ μένα μετανοίας, μέχρι καί τοῦ αὐτομίσους, ἔλαβα χωρίς νά τό περιμένω πεῖρα θαυμαστῆς εἰρήνης, καί τό ἄκτιστο Φῶς μέ περιέβαλε, εἰσέδυσε μέσα μου, ἔκανε καί μένα φῶς ὅμοιο πρός Αὐτό καί μοῦ ἔδωσε νά ζήσω τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ τῆς ᾽Αγάπης, Βασιλεία, τῆς ὁποίας ῾οὐκ ἔσται τέλος᾽»(«᾽Οψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστιν»).

 2. Τί προκαλεῖ μέ τή σειρά του τό μίσος αὐτό κατά τῆς ἁμαρτίας, σύμφωνα μέ τόν ὑμνογράφο; Δύο τινά. (1) Ἡ κρίση τῆς κολάσεως καί ἡ ντροπή πού τή συνοδεύει – «διενθυμουμένη τήν αἰσχύνην τήν πολλήν καί κρίσιν τῆς κολάσεως, ἥν ὑποστῶσι πόρνοι καί ἄσωτοι». (2) Ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ - «Φιλάνθρωπε καί οἰκτίρμον,..ρῦσαί με». Ὅσο ὁ ἄνθρωπος μέ ἄλλα λόγια ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, κάτι πού ἀποτελεῖ χάρη δική Του, προσφερόμενη ὅμως σ᾽ ἐκείνους πού ἔστω καί στήν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας διατηροῦν κάποια ψήγματα ἀγαθά, τόσο καί θέλγεται ἀπό ᾽Εκεῖνον καί στρέφεται ἐν μετανοίᾳ σέ Αὐτόν. Κι ἄν δέν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη αὐτή, ἐκεῖνο πού μπορεῖ λίγο νά τόν συνετίσει καί νά τόν ξυπνήσει εἶναι ὁ φόβος γιά τήν κόλαση καί ἡ ντροπή πού ὁ ἄνθρωπος θά νιώσει τότε μπροστά στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού συνιστᾶ κι αὐτό χαρισματική κατάσταση, κατώτερο θά λέγαμε σκαλοπάτι τῆς ἀγάπης.

Ἡ πόρνη γυναίκα ἔνιωσε τίς χαρισματικές αὐτές καταστάσεις, τοῦ φόβου καί τῆς ἀγάπης, γεγονός πού τίς φανέρωσε μέ τή σπουδή τῆς στροφῆς της πρός τόν Λυτρωτή – «ἡ πόρνη δέ γυνή, καί πτοηθεῖσα καί σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρός τόν Λυτρωτήν». Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι τά στάδια αὐτά τῆς μετανοίας, ὅπως μᾶς τά προσφέρει ὁ ὑμνογράφος μέσα ἀπό τό παράδειγμα τῆς γυναίκας τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι ἀσφαλῶς τά ἴδια στάδια πού μᾶς προβάλλει ἡ κλασικότερη παραβολή τοῦ Κυρίου στό θέμα αὐτό,  ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου. Ὅ,τι ἔκανε ὁ ἄσωτος – συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας του καί στροφή στήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα - τό ἴδιο βλέπουμε νά κάνει καί ἡ ἄσωτη γυναίκα. Τό ἕνα εἶναι παραβολή, τό ἄλλο πραγματικότητα. Τό ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι τό ἴδιο: ἡ ἀνοιχτή ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ πού μᾶς συγχωρεῖ καί μᾶς ἐξυψώνει σέ παιδιά Του.