Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΣΟΥ…

«Με πολύ κόπο και μόχθο θα αποκτήσουμε καλό ήθος και καλή εσωτερική κατάσταση. Είναι όμως δυνατόν εκείνο που με πολύ κόπο κατορθώσαμε, να το χάσουμε μέσα σε μία στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α´ Κορ. ιε´ 33), κοσμικές και συγχρόνως άκοσμες» (Άγ.  Ιωάννης της Κλίμακος, λόγ. γ´ 33).

Πήραμε από το άγιο βάπτισμα τη δύναμη να ζούμε σαν τον ίδιο τον Κύριο. Να φτάνουμε στο οριακό χαρισματικό σημείο να λέμε σαν τον απόστολο Παύλο «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός». Διότι Εκείνος μας έκανε μέλη Του και δική Του προέκταση και φανέρωση στον κόσμο – «Εγώ η άμπελος, υμείς τα κλήματα». Αυτή δεν ήταν και δεν είναι η χαρά του Θεού μας, καθώς μας δημιούργησε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού;» Να τον «επαναλαμβάνουμε», γινόμενοι ένα μαζί Του – ό,τι συνιστά το όραμα του Κυρίου με το «ίνα πάντες εν ώσιν». Και μας έδωσες την εντολή να ανανεώνουμε αδιάκοπα και καθημερινά τη μεγαλύτερη στον κόσμο αυτή δωρεά με την αδιάλειπτη προσευχή μας, με τον πνευματικό μας αγώνα, με τη συμμετοχή μας στη μυστηριακή θεία Κοινωνία: «εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε Αυτού το αίμα ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Η άπειρη αγάπη της προσφοράς, η οποία όμως απαιτεί και τη δική μας ανταπόκριση. Γιατί σέβεται την ελευθερία μας. Γιατί χρειάζεται «να συγγενεύουμε» με Εκείνον,  συντονισμένοι στον ίδιο ρυθμό της δικής Του ζωής. Ο άγιος Θεός που «επαναπαύεται εν αγίοις».

Και τι διαπιστώνουμε από την αμεσότητα της ζωής μας; Ότι παρόλη τη δοσμένη από τον Θεό δύναμη, εμείς διαρκώς εκπίπτουμε από την αγάπη Του με συγκεκριμένες ενέργειες: τις φιλόσαρκες τάσεις μας, τις κενόδοξες και υπερήφανες σκέψεις μας, τις τυφλές συχνά επιθυμίες μας να αποκτούμε πράγματα και χρήματα που δεν τα έχουμε αληθινή ανάγκη, τη διαγραφή της αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας. «Παραλογισμός»; Ναι, αλλά όχι παραδοξότητα. Γιατί ζούμε ακόμη μέσα σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, όπου ο «παλαιός ημών άνθρωπος» εξακολουθεί και υφίσταται, έστω και όχι με αναγκαστικό τρόπο. Και μάλιστα, κατά παραχώρηση Κυρίου, «ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη!» (απ. Πέτρος).  Οπότε «ουκ έστιν η πάλη ημών προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (απ. Παύλος).  Μαθαίνουμε λοιπόν σιγά-σιγά μέσα από τις πτώσεις και τις πληγές μας, αλλά και με τη χάρη του Κυρίου, να υπερνικούμε τον αντίπαλο – πρώτα τα πάθη μας κι έπειτα και τον διάβολο – και να στερεωνόμαστε στην κατά Χριστόν ζωή, οσφραινόμενοι την αλήθεια της και γευόμενοι την εσωτερική γαλήνη με τη χαρά που κομίζει, να Τον «προεκτείνουμε» όπως είπαμε, γενόμενοι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο.

Ποια η μεγαλύτερη παγίδα στην καλή αυτή χαρισματική κατάσταση; Να αποδεχτούμε έναν υφέρποντα λογισμό ότι «πάμε καλά και έτσι δεν θα πέσουμε»! Διότι κάνουμε πνευματικό αγώνα και έχουμε γίνει «μαθοί» και όχι μόνο «παθοί»! Ανοίγεται έτσι ανεπίγνωστα ένα παραθυράκι χαλάρωσης, που δεν φαίνεται να αντιστρατεύεται την αρχή ότι «ορθοδοξία εστί το αεί σχοινοβατείν». Ποιο το παραθυράκι; Ν’ αρχίσουμε να συναναστρεφόμαστε κοσμικούς ανθρώπους, ανθρώπους δηλαδή με κοσμικό, αδιάφορο προς την πίστη, φρόνημα: χωρίς αίσθηση της παρουσίας του Θεού, χωρίς επίγνωση της χριστιανικότητάς τους, χωρίς το κόσμημα της αρετής στην ύπαρξή τους. Και δεν εννοούμε μόνο τη συναναστροφή με την πραγματική έννοια της συνύπαρξης, αλλά και με την έννοια της «χαλάρωσης» για παράδειγμα μπροστά σε μία τηλεόραση, όπου οι ποικίλου τύπου εκπομπές και τα διάφορα σήριαλς μας απομακρύνουν από τον εαυτό μας και μας συμφύρουν με φρονήματα και συμπεριφορές πόρρω απέχοντα από την εγρήγορση που ζητάει ο Κύριος, ή της «χαλάρωσης» μπροστά σε μία οθόνη ενός τάμπλετ ή ενός κινητού!  

Η παροιμία μας το υπενθυμίζει με ωμό τρόπο: «Δείξε μου τους φίλους σου, ποιους δηλαδή συναναστρέφεσαι καθημερινά, να σου πω ποιος είσαι». Αυτός που συναναστρέφεσαι αυτός και θα γίνει το επίπεδό σου. Δεν κολλάει υγεία ο άρρωστος, αλλά ο υγιής την αρρώστια. Δεν είναι τυχαίο ό,τι τονίζει ο αββάς του Γεροντικού: «Θέλεις να αποκτήσεις φόβο Θεού; Προσκολλήσου σε άνθρωπο που έχει φόβο Θεού». Και με τον τρόπο του οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτη: «Όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους που ζουν κοντά στον Θεό, από τη συναναστροφή αυτή πηγάζει δύναμη που μας ελκύει με τέτοιον τρόπο, ώστε και εμείς να διψούμε την κατάσταση αυτή».

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΣΤΙΝΑ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ

«Ο άγιος Κυπριανός ήταν από την Αντιόχεια της Συρίας, επί Δεκίου του βασιλιά, ευγενής και πλούσιος, φιλόσοφος και μεγάλος μάγος. Οδηγήθηκε όμως προς την πίστη του Χριστού από την Ιουστίνα την παρθένο και χριστιανή, η οποία, καταγόμενη και αυτή από την Αντιόχεια,  διέλυσε σαν ιστό αράχνης όλες τις δαιμονικές ενέργειές του απέναντί της. Διότι κάποιος Έλληνας, Αγλαΐδας λεγόμενος, επειδή πληγώθηκε από έρωτα γι’ αυτήν, λόγω της ομορφιάς της, κι επειδή δεν μπόρεσε να πετύχει το σκοπό του, προσήλθε στον Κυπριανό. Όταν όμως αυτός τρεις φορές έστειλε δαίμονες προς την κόρη, χωρίς να πετύχει τίποτε, τότε κατάλαβε ότι η τέχνη του ήταν ανίσχυρη, γι’  αυτό και μεταστράφηκε στην πίστη του Χριστού, βαπτίσθηκε και έκαψε όλα τα μαγικά του βιβλία. Τέλος μάλιστα έγινε και επίσκοπος της Εκκλησίας. Κι αφού οδήγησε πολλούς στον χριστιανισμό, συνελήφθη μαζί με την Ιουστίνα από τον Κόμη της Δαμασκού, οπότε και υπέστησαν  σκληρά βασανιστήρια: ξέσθηκαν οι πλευρές τους, τους έβαλαν σε σιδερένιο τηγάνι, και στο τέλος, αφού τους έστειλαν στη Νικομήδεια, τους έκοψαν το κεφάλι».

Από το ναδίρ στο ζενίθ, από το έσχατο βάθος στο ανώτατο ύψος, θα ήταν ο τίτλος της ζωής του αγίου Κυπριανού, αν θα θέλαμε με μία φράση να τη χαρακτηρίσουμε, όπως μας καθοδηγεί προς τούτο και η εκκλησιαστική ακολουθία: «Κακίας τον πυθμένα τον κάτω κατείληφας∙ της ακροτάτης δε πάλιν αρετής ανήλθες, πάτερ, εις ύψος παραδόξως». Πάτερ, κατέλαβες τον πιο κάτω πυθμένα της κακίας, ενώ ανέβηκες πάλι κατά παράδοξο τρόπο στο ύψος της πιο υψηλής αρετής. Αιτία γι’  αυτό είναι ότι ο άγιος από την τρέλα και τη μανία της μαγείας, δηλαδή από την πλήρη υποταγή του στον πονηρό διάβολο, βρέθηκε να συγκατοικεί με τις υψηλότερες πνευματικές αγγελικές δυνάμεις. «Ανανήψας, θεοφάντορ, της πριν μανίας, δαιμονικήν απάτην και ψυχόλεθρον  πλάνην πάσαν εθριάμβευσας». Υπάρχει κάτι ανάλογο στη ζωή του με αυτό που βλέπουμε και στη ζωή του αγίου αποστόλου Παύλου: και εκείνος από διώκτης του χριστιανισμού που ήταν, και μάλιστα ο χειρότερος όλων, βρέθηκε να υπηρετεί τον Κύριο Ιησού, σε σημείο τέτοιο, ώστε να χαρακτηρίζεται ως ο μεγαλύτερος απόστολος. Γι’  αυτό και δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει τον άγιο Κυπριανό «συνόμιλον Παύλου και έργοις συμμέτοχον».

Χαρακτηρίζουμε τη μαγεία, την οποία υπηρετούσε ο άγιος Κυπριανός πριν να μεταστραφεί στην πίστη του Χριστού, ως τρέλα και μανία. Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί η αλλοίωση της φυσικής καταστάσεως του ανθρώπου, που αντί να βρίσκεται σε αρμονία σχέσεως με τον Θεό Δημιουργό, εκείνος όχι μόνον αρνείται τη σχέση αυτή, αλλά και την πολεμά, ευρισκόμενος ως στρατιώτης στο στρατόπεδο του αντιπάλου του Θεού, σατανά διαβόλου; Και το λέμε αυτό, διότι άλλο είναι να μη γνωρίζει κανείς τον Θεό και συνεπώς να πράττει εν αγνοία του όσα είναι αντίθετα προς το άγιο θέλημά Του – μολονότι ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, ακόμη και ειδωλολάτρης,  ακολουθώντας τον έστω και  ζοφωμένο νόμο της συνειδήσεώς του θα επιτελεί και καλές πράξεις, όπως για παράδειγμα ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, που οι προσευχές και οι ελεημοσύνες του ανέβαιναν ως θυμίαμα ενώπιον του Θεού – και άλλο να έχει προσχωρήσει ενσυνείδητα στον Πονηρό, τα κελεύσματα του οποίου να υπηρετεί προς βλάβη των ανθρώπων.

Κι όμως! Ένας τέτοιος άνθρωπος, τόσο δέσμιος του διαβόλου, δεν χρειάστηκε παρά ένα μικρό κορίτσι, την αγία Ιουστίνα, για να μπορέσει να απεμπλακεί. Όχι χρησιμοποιώντας η νεαρή κόρη επιχειρήματα, όχι κάνοντας θαύματα, αλλά απλώς τηρώντας το άγιο θέλημα του Θεού. Και μόνον δηλαδή η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι ικανή να εκδιώξει τον διάβολο και να μεταστρέψει έναν υπηρέτη του σε απόστολο του Χριστού. Το συγκλονιστικότερο: εν αγνοία της ίδιας της Ιουστίνας. Η αγία, αγωνιζόμενη απλώς να κρατήσει την αγνότητά της, χωρίς να γνωρίζει τίποτε, διέλυε κάθε ιστό αράχνης, που έπλεκε γι’  αυτήν ο διάβολος μέσω του οργάνου του. Κι αυτό που συνέβη τότε, συμβαίνει πάντοτε, όπως βεβαίως και σήμερα. Ο διάβολος ενώ φαίνεται πανίσχυρος, στην πραγματικότητα είναι εξαφανισμένος και κατηργημένος από τον Κύριο. Το έχουμε ξαναπεί: μόνον όποιος του δίνει δικαιώματα τον βλέπει κατακτητή της ζωής του. Και δικαιώματα του δίνουμε, όταν αμαρτάνουμε και παρουσιαζόμαστε χαλαροί στην πνευματική μας ζωή. Τότε ναι, ο διάβολος μας κάνει υποχείρια και έρμαιά του. Οπότε εισπράττουμε και το ανάλογο τίμημα: τη θλίψη, τη μελαγχολία, το μίσος, την κόλαση από αυτή τη ζωή. Θυμίζει η περίπτωση το περιστατικό του Γεροντικού: τον άγιο ασκητή που πηγαίνοντας στο σπίτι ενός ανθρώπου, προκειμένου να πάρει το αντίτιμο για κάτι πανέρια που του είχε πουλήσει, ήλθε αντιμέτωπος με τη δαιμονισμένη κόρη του ανθρώπου. Και χωρίς να πει τίποτε ο ασκητής, χωρίς να κάνει κάποια προσευχή για να βγει το δαιμόνιο, εκείνο εξαφανίστηκε σαν να καιγόταν, γιατί ο ασκητής δεν αντέδρασε σε χαστούκι που του έδωσε η κοπέλα. Η μη αντίδρασή του, λόγω της υπακοής στον Κύριο: «μη αντιστήναι τω πονηρώ», έφερε ακριβώς το θαύμα: να βγει το δαιμόνιο.

Δυστυχώς, ο διάβολος υπάρχει και δρα όπου βρει. Κι ακόμη δυστυχέστερα, υπάρχουν ταλαίπωροι συνάνθρωποί μας που καταφεύγουν στη μαγεία, στα δίχτυα δηλαδή του εχθρού τους, για να βρουν «ίαση». Η μεγαλύτερη συμβολή μας για την υπέρβαση της τραγικότητας αυτής είναι η υπακοή μας στο θέλημα του Θεού. Όσο εμείς που έχουμε κάποια συναίσθηση της πίστεώς μας είμαστε συνεπείς προς αυτήν την πίστη μας, τόσο θα αγιάζουμε τον εαυτό μας, συνεπώς ο διάβολος θα συναντά ένα «κενό» απέναντί μας, αλλά και τόσο θα βοηθούμε, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουμε, και τους αμελείς συνανθρώπους μας.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

«Ο άγιος Ρωμανός ήταν από τη Συρία, από την πόλη των Εμεσηνών, κι έγινε διάκονος της αγίας Εκκλησίας στη Βηρυτό. Όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στους χρόνους Αναστασίου του βασιλιά έμενε στο ναό της υπεραγίας Θεοτόκου που βρισκόταν στην περιοχή της Κύρου, ζώντας με ευλάβεια και διανυκτερεύοντας στις αγρυπνίες των Βλαχερνών. Επιτελούσε λοιπόν εκεί την ολονύκτια προσευχή και πάλι επέστρεφε στην Κύρο, όπου έλαβε και το χάρισμα να συντάσσει τους ύμνους των κοντακίων. Το έλαβε δε ως εξής: του φανερώθηκε η υπεραγία Θεοτόκος στον ύπνο του και του έδωσε ένα κομμάτι από χαρτί, το οποίο τον διέταξε να το φάει. Του φάνηκε λοιπόν ότι άνοιξε το στόμα του και κατάπιε το χαρτί. Ήταν τότε η εορτή των Χριστουγέννων. Αμέσως ξύπνησε, ανέβηκε στον άμβωνα κι άρχισε να ψάλλει: «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει». Στη συνέχεια έγραψε και τα κοντάκια των υπολοίπων εορτών, όπως και των επισήμων αγίων, ώστε το πλήθος των κοντακίων που έφτιαξε να υπερβαίνουν τα χίλια. Στο τέλος τελειώθηκε ειρηνικά».

Το κύριο γνώρισμα του αγίου Ρωμανού είναι του ποιητού των κοντακίων, του εκκλησιαστικού υμνολογικού είδους που σφράγισε κυρίως τους 6ο και 7ο αι. – στη συνέχεια μέχρι σήμερα κυριάρχησε το είδος που ονομάζεται κανόνας. Είναι γνωστό ότι ο όρος κοντάκιο (υπάρχουν διάφορες ερμηνείες του ονόματος) δεν χρησιμοποιείτο από τον άγιο Ρωμανό, επικράτησε όμως μετά τον 10ο αι., και το ποίημά του αυτό αποτελείτο από το προοίμιο και τους οίκους, οι οποίοι έχουν ως πρότυπο το προίμιο. Τελικώς επιβίωσε μόνον το προοίμιο και αυτό στην Εκκλησία πια ονομάζουμε κοντάκιο.

Ο άγιος υμνογράφος βεβαίως του οσίου Ρωμανού, Ιωάννης ο μοναχός, δεν ενδιαφέρεται για το είδος των ύμνων του, αν είναι κοντάκιο ή αν είναι κανόνας – ο ίδιος τον υμνολογεί μέσω του κανόνος. Εκείνο στο οποίο επικεντρώνει ως ποιητής της Εκκλησίας και ως πνευματικός άνθρωπος και θεολόγος είναι το περιεχόμενο των ύμνων του Ρωμανού. Και το περιεχόμενο αυτό, σημειώνει, είναι «τοῦ Πνεύματος λόγια» (στιχ. εσπ.), είναι «ἀγγελική ὑμνωδία» (δόξα αποστ. εσπ.), είναι «ἡ ἀληθής γνῶσις καί τά ἔνθεα διδάγματα» (ωδή γ΄), δηλαδή «ὁ δογματισμός τοῦ συνανάρχου Λόγου Πατρί καί Πνεύματι ὡς ὁμοουσίου» (δόξα καθίσμ. όρθρου). Ο άγιος Ρωμανός είναι ο δογματικότερος όλων των εκκλησιαστικών ποιητών, αὐτός πού μέ τή ρωμαλέα θεολογία του ήταν και ο πιο αγαπημένος του μεγάλου οσίου της εποχής μας, Γέροντος π. Πορφυρίου καυσοκαλυβίτου – κι είμαστε ευγνώμονες εν προκειμένω στον μακαριστό άγιο Γέροντα π. Ανανία (Κουστένη) (που ευρισκόμενος στην Εκκλησία των πρωτοτόκων άγει σήμερα την ονομαστική του εορτή), ο οποίος μετά από πολλά χρόνια πνευματικής εργασίας μετέστρεψε στη νεοελληνική ποιητικώ τω τρόπω τα κοντάκια του οσίου μελωδού.

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον όσιο Ρωμανό να φτάσει σ’ αυτό το ύψος της αγγελικής υμνωδίας και «να διατρανώνει με θεόπνευστα άσματα την απόρρητη θεία οικονομία του Χριστού και με ύμνους να στέφει όλους τους αγίους;» (εξαποστ. όρθρου). Αφενός, κατά τον υμνογράφο του, η ίδια η Θεοτόκος Μαρία, την οποία αγάπησε υπερβαλλόντως – καθημερινώς, όπως είδαμε, στον ναό της ζούσε και στις παννυχίδες της Παναγίας των Βλαχερνών σύχναζε και προσευχόταν. «Η αειπάρθενος που γέννησε τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο, κατεφώτισε την ψυχή σου και γέμισε τον νου σου από την ένθεη γνώση, όταν σου παρουσιάστηκε τη νύκτα» (ωδή ε΄). Και: «Θεόφρον Ρωμανέ, είχες δάσκαλο τη Θεοτόκο Μαρία που σου ’δινε τη σύνεση και σε μυούσε και σε προέτρεπε να ψάλλεις» (ωδή ζ΄).

Και αφετέρου, η χάρη του Αγίου Πνεύματος που «καταλάμπρυνε με φεγγοβόλες λάμψεις τόν νου του» (ωδή α΄) και «τον έκανε να έχει την ομορφιά του κάλλους Του» (ωδή α΄). Γιατί; Τι έλκυσε το Πνεύμα του Θεού για να προσφερθεί τόσο πλούσια εκ νεότητος στον Ρωμανό; Τίποτε άλλο από αυτό που ελκύει πάντοτε τον Θεό στον άνθρωπο: η ανταπόκριση στην κλήση Του, δηλαδή η αγάπη του σ’ Εκείνου την αγάπη. Όπως το λέει και πάλι ο άγιος Ιωάννης ο μοναχός: «Από τη νεότητά σου παρέθεσες όλο τον εαυτό σου στον Χριστό και τον ακολούθησες» (ωδή α΄). Και φαίνεται η ακολουθία αυτή από το κατεξοχήν αποδεικτικό γεγονός: την ύπαρξη των αρετών, τον καρπό του αγίου Πνεύματος! «Σαν φωτολαμπής αστέρας με την ομορφιά των αρετών αναδείχτηκες σ’ όλον τον κόσμο, σοφέ Ρωμανέ» (ωδή α΄).

Οι ύμνοι λοιπόν του οσίου μελωδού αποτελούν λόγια του Πνεύματος - ό,τι ο Θεός και η Παναγία ενέπνευσαν στην καθαρή καρδιά του. Κι εδώ αναφύεται βεβαίως άλλο «πρόβλημα»: ανταποκρίνεται στα λόγια αυτά μόνον όποιος διαπνέεται εξίσου από το Πνεύμα αυτό! Μόνον ο πιστός άνθρωπος, ο άνθρωπος της Εκκλησίας που θέλει να ζει ως πραγματικός χριστιανός με φρόνημα Χριστού, μπορεί να αναγνωρίσει το μεγαλείο των εμπνευσμένων λόγων του αγίου Ρωμανού. «Ἐν τῶ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς». Γι’ αυτό και σπεύδει απαρχής ο άγιος Ιωάννης ο μοναχός να τονίσει: «Ο Ρωμανός, η λύρα του θείου Πνεύματος, το αηδόνι, το τζιτζίκι, ο αυλός των θείων ασμάτων της Εκκλησίας, παραθέτει σε όλους μας τις μελωδικές του ευωχίες και μέσω αυτών κατευφραίνει τους θεόφρονες» (στιχ. εσπ.). Πρέπει να είναι κανείς θεόφρων, να έχει φρόνημα Θεού: πνεύμα υπακοής και ταπείνωσης όπως εξηγεί ο μέγας απόστολος Παύλος (Φιλ. 2, 5-8) για να ευφρανθεί από τα λόγια του Πνεύματος του Θεού.

Κι αυτό παραπέμπει στο ευρύτερο πρόβλημα γενικώς των εκκλησιαστικών λογίων, είτε της Γραφής είτε των Πατερικών έργων είτε της υμνολογίας και της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας! Τι θέλουμε να πούμε; Αν σήμερα υπάρχει μικρή ανταπόκριση των ανθρώπων για την πίστη του Χριστού και τη ζωή της Εκκλησίας, είναι ακριβώς γι’ αυτό: διαπνεόμαστε από το κοσμικό, αμαρτωλό, πνεύμα, και γι’ αυτό δεν «ευφραινόμαστε», δεν ελκυόμαστε, δεν ευχαριστιόμαστε από ό,τι το Πνεύμα του Θεού εμπνέει. Μπορεί κάποιος να «κατηγορεί» την Εκκλησία για παλαιολιθικές μεθόδους, για απηρχαιωμένες τάχα αντιλήψεις, μα η Εκκλησία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συνεχίζει την οδό του αρχηγού της Κυρίου Ιησού Χριστού. Οπότε, για να μπορεί κανείς να κατανοήσει τα της πίστεως και να ευφραίνεται γι’ αυτά, χρειάζεται το μοναδικό στοιχείο που τα αλλάζει όλα: τη μετάνοια. Μόλις κανείς ανταποκριθεί στις βαθύτερες εφέσεις της ψυχής του και θελήσει να αναζητήσει την αλήθεια, αμέσως θα δει τη φωτιά του Πνεύματος που περικλείουν τα λόγια του Θεού, θα δει τη νεότητα του Χριστού να ανακαινίζει πλήρως την ύπαρξή του. «Ἰδού καινά ποιῶ πάντα»!

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

«Ο άγιος Γρηγόριος έζησε επί βασιλείας Διοκλητιανού. Ήταν Πάρθος κατά την καταγωγή, υιός του Ανάκ, συγγενής του Κουσαρώ, βασιλιά της Αρμενίας. Συνελήφθη από τον βασιλιά Τηριδάτη ως χριστιανός και υπέμεινε γι’  αυτό πολλές τιμωρίες. Όταν έμαθε μάλιστα ο Τηριδάτης ότι είναι υιός του Ανάκ του Πάρθου που δολοφόνησε τον πατέρα του, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια και τον έστειλε στην πόλη Αρταξά, όπου εκεί τον έριξαν σε βαθύ λάκκο, γεμάτο από θηρία και ερπετά. Στον λάκκο αυτό έζησε  δεκαπέντε χρόνια, τρεφόμενος κρυφά από μία γυναίκα χήρα. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Τηριδάτης παρεφρόνησε, έτρωγε τις σάρκες του και ζούσε μαζί με τα γουρούνια στα βουνά. Η αδελφή του Κουσαροδούκτα είδε τότε ένα όνειρο κι άκουσε φωνή που έλεγε: Αν δεν βγει από τον λάκκο ο Γρηγόριος, ο Τηριδάτης δεν πρόκειται να γίνει καλά. Πράγματι, η Κουσαροδούκτα απελευθέρωσε τον Γρηγόριο, ενώ την ίδια ώρα θεραπεύτηκε και ο βασιλιάς. Ο Γρηγόριος έγινε επίσκοπος της Αρμενίας, βάπτισε τους κατοίκους της, έφτιαξε πολλές Εκκλησίες, και τελικώς εκδήμησε προς τον Κύριο ειρηνικά».  

Διαβάζοντας κανείς τον βίο του αγίου Γρηγορίου, φωτιστή των Αρμενίων, δύο πράγματα έρχονται στον νου του να κάνει: ή να κλείσει τα μάτια από ντροπή, μπροστά στη φοβερά μεγάλη προσωπικότητα και το τεράστιο σε βάθος και πλάτος έργο του Γρηγορίου, προσπαθώντας να το «απωθήσει» στο υποσυνείδητό του, ή να αρχίσει να κλαίει για τη δική του κατάντια. Διότι ο άγιος, ένας αυτός – και όχι χιλιάδες «χριστιανοί» όπως εμείς – αλλά «οίκον Τριάδος εαυτόν αποτελέσας» κατά τον υμνογράφο, δηλαδή κάνοντας τον εαυτό του οίκο της αγίας Τριάδος, κατόρθωσε με τη χάρη του Θεού να μεταστρέψει στη χριστιανική πίστη έναν ολόκληρο ειδωλολατρικό λαό, που καταδυναστευόταν από τον πονηρό διάβολο και τις μεθοδείες του. «Λυμαινόμενον αθέως τον εχθρόν χώραν άπασαν, την των Αρμενίων, θεία δυναστεία κατέβαλες∙ και ως πυρσός αναλάμψας κατεφώτισας τους εν σκότει κειμένους, σοφέ, ματαιότητος» (Με τη δύναμη του Θεού νίκησες τον εχθρό διάβολο, ο οποίος κατέστρεφε με την αθεΐα όλη τη χώρα των Αρμενίων. Και αφού έλαμψες σαν πυρσός, φώτισες πολύ δυνατά, σοφέ, αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι της ματαιότητας). Ο άγιος, γι’  αυτό, αντιπαραβάλλεται με τους αγίους αποστόλους, τους μαθητές του Κυρίου, παραλληλίζεται με τον άγιο Γρηγόριο τον Νεοκαισαρείας τον θαυματουργό, ο οποίος εξίσου με τον σημερινό Γρηγόριο, όταν πήγε στη Νεοκαισάρεια βρήκε ελάχιστους χριστιανούς και όταν έφυγε από τη ζωή αυτή άφησε ελάχιστους ειδωλολάτρες, παραπέμπει στους νεώτερους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, φωτιστές των Σλαύων.

Η χάρη του Θεού ενήργησε σε όλες τις καλοπροαίρετες καρδιές των Αρμενίων, μέσω του εκλεκτού οργάνου της Γρηγορίου, μ’  έναν τριπλό τρόπο: με τη δύναμη του λόγου του, με τη δύναμη των θαυμάτων που επιτελούσε, με τα θαυμαστά μαρτύρια που πέρασε για την πίστη του. Ο λόγος του πράγματι, επιβεβαιούμενος  και με τα θαύματα που ο Θεός επέτρεπε να επιτελεί, ήταν γεμάτος από δύναμη Θεού και δεν ήταν ανθρώπινα επιχειρήματα, που συνήθως κτυπούν ως «κύμβαλον αλαλάζον» τα αυτιά των ανθρώπων. Με τον λόγο αυτό έπεφταν  οι ειδωλολατρικοί ναοί και φυγαδεύονταν οι κρυμμένοι σ’  αυτούς δαίμονες, ενώ στερεώνονταν οι καρδιές των ανθρώπων στον θεϊκό έρωτα, όπως σημειώνει έκθαμβος ο υμνογράφος. «Ρημάτων σου δυναστεία, ναοί κατερράγησαν και δαιμόνων κατεβλήθη ανίδρυτα ξόανα, και πιστών καρδίαι θεϊκώ ενιδρύθησαν έρωτι». Εκεί όμως που κατεξοχήν λειτούργησε ως φάρος που φώτισε τους ανθρώπους ήταν τα μαρτύρια που υπέστη. Τα μαρτύρια αυτά ήταν η δόξα του, κατά αντιστοιχία με το Πάθος και το μαρτύριο Κυρίου του Θεού του. Το σημειώνει ο θεολογικώτατος ποιητής της ακολουθίας του, για να δείξει ποιο είναι το στίγμα του χριστιανικού μαρτυρίου: «Εις περίβλεπτον σε ύψος μαρτυρίου ανήνεγκεν, υψηλός εν δόξη Κύριος Ύψιστος, ένδοξε∙ ου τα παθήματα χαίρων εξεικόνισας, ιερομάρτυς, δόξα βοών τη δυνάμει σου» (Ο υψηλός στη δόξα Ύψιστος Κύριος, ένδοξε Γρηγόριε, σε ανέβασε σε περίβλεπτο ύψος μαρτυρίου. Τα παθήματα Αυτού (που ήταν η δόξα Του) εξεικόνισες με χαρά, ιερομάρτυς, φωνάζοντας δόξα στη δύναμή Σου).

Αυτού του είδους το χριστιανικό μαρτύριο, ως συμμετοχή στο μαρτύριο του Χριστού, φέρνει αποτελέσματα, τα οποία, ενώ είναι τρανταχτά, δεν φαίνονται με πρώτη ματιά. Το μαρτύριο των αγίων δηλαδή, όπως το Πάθος του Χριστού, περικλείει το μυστήριο της δύναμης του Θεού, πράγμα που σημαίνει ότι όπως σε εκείνο του Σταυρού νικήθηκε - χωρίς να φαίνεται εξωτερικά - η αμαρτία, ο θάνατος και ο διάβολος, έτσι και στων αγίων: συντρίβεται ο διάβολος και τα όργανά του. Θέλουμε να πούμε, ακολουθώντας τους ύμνους της εορτής, ότι κάθε κτύπημα ενός αγίου είναι και κτύπημα κατά της πονηρίας, κάθε πόνος και βάσανός του φέρνει και το βογγητό και την κόλαση του πονηρού. Ας δούμε πόσο ωραία μας το καταθέτει ο εκκλησιαστικός και πάλι ποιητής: «Ραπισμοίς σιαγόνων σου, μύλας συντρίβεις λεόντων, και οχετοίς αιμάτων, δαιμόνων λύθρον εκμειοίς, ειδωλικάς προρρίζους τε, καταστρέφεις στήλας, Αξιάγαστε» (Με τα ραπίσματα των σιαγόνων σου συντρίβεις τα δόντια των λιονταριών, και με τους οχετούς των αιμάτων σου εξαφανίζεις τη βρομιά των δαιμόνων και καταστρέφεις από τη ρίζα τις στήλες των ειδώλων, αξιοθαύμαστε Γρηγόριε).

Ίσως θα πρέπει κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε και τα δικά μας βάσανα, και τους δικούς μας πόνους σ’  αυτήν τη ζωή, με αυτό το «μάτι» της πίστεως. Αν τα βάσανά μας τα υπομένουμε με πίστη, τότε και μέσα από εμάς θα λειτουργεί η δύναμη του Θεού, που συντρίβει το κακό και τον διάβολο. Και τότε θα αρχίσουμε να γινόμαστε κι εμείς, σε κάποιο βαθμό ίσως, φωτιστές και των άλλων συνανθρώπων μας, προκειμένου να βρίσκουν το αληθινό φως, τον Ιησού Χριστό.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ (2)

Η δεύτερη περίπτωση ήταν σε σχέση με έναν καλό παππού, ας τον πούμε κύριο Μάκη, Επτανήσιο την καταγωγή, ενενήντα δύο ετών, ο οποίος όμως, παρ’ όλη τη βαρυκοΐα και τη μειωμένη όρασή του, διακρινόταν κι αυτός για τη μεγάλη δυναμικότητά του και την καθαρότητα του μυαλού του. Έλληνας της Αμερικής πάνω από μισό αιώνα, με τα παιδιά και τα εγγόνια του στην Αμερική, σπουδαγμένος στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, Πολιτικός Μηχανικός, ένας από τους πολλούς μηχανικούς μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών που ανελάμβαναν τεράστια έργα ανά τα πέρατα του κόσμου. «Ήμουν ένας από τους μηχανικούς που έφτιαξαν το νησί στο Ντουμπάι, πάτερ», μου είπε για να μπορέσω να καταλάβω, για να συμπληρώσει ότι τα τελευταία πια χρόνια επέστρεψε μόνιμα στο όμορφο νησί του, ασχολούμενος με κάποιες επιχειρήσεις μαζί με τα παιδιά του που τον επισκέπτονται τακτικά. Τη δυναμικότητα και την ευφυΐα του τις έβλεπες, ιδίως όταν επικοινωνούσε με τα παιδιά και τους φίλους του στην Αμερική – ο τόνος της φωνής του, το χιούμορ του, οι «κατευθύνσεις» που ήθελε να δίνει απεκάλυπταν την πραγματικότητα. Από κοντά η πράγματι αρχοντική Ευρωπαία γυναίκα του, με καλή γνώση της ελληνικής, μία λεπτή και σεβάσμια λευκασμένη κυρία, η οποία παρ’ όλο το προχωρημένο της ηλικίας της – δεν απείχε και πάρα πολύ στα χρόνια από τον άνδρα της -  έδειχνε ότι ελέγχει κι αυτή την κατάσταση, όπως και μία βοηθός τους νέα κοπέλα, την οποία και οι δύο αντιμετώπιζαν περισσότερο από παιδί τους.

Ήλθε στο Νοσοκομείο για το «όνομα» κάποιου σπουδαίου γιατρού, προκειμένου να υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση και σύντομα να επανέλθει στη βάση του, οπότε εκεί αναφύηκε και το «πρόβλημα»! Η βοηθός του γνωστού ιατρού τον επισκέφτηκε για να του πει ότι η εγχείρηση πρέπει να γίνει με ολική νάρκωση για να είναι αποτελεσματική. Αντέδρασε! «Ολική νάρκωση στην ηλικία μου δεν κάνω», ξέκοψε τη φωνή της λογικής. «Μα, δεν γίνεται αλλιώς», προσπάθησε να εξηγήσει η γιατρός. «Θέλω τον ίδιο τον γιατρό να έλθει εδώ να μου εξηγήσει», απαίτησε ο παππούς! «Εγώ γι’ αυτόν ήλθα».

 Ήλθε ο γιατρός. Του εξήγησε κι αυτός με πολύ ευγενικό και ήπιο τρόπο ότι η πορεία είναι μονόδρομος. «Χωρίς ολική νάρκωση δεν θα καταφέρουμε τη θεραπεία σας», είπε με όλο το βάρος της γνώσης και της εμπειρίας του. Καθισμένος ο κύριος Μάκης δάκρυσε. «Ξέρω από άλλες περιπτώσεις ανθρώπων της ηλικίας μου που με την ολική νάρκωση δεν ξαναξύπνησαν», φάνηκε να μονολογεί. «Δεν είναι έτσι, κύριε Μάκη», είπε ο γιατρός. «Όμως θα σας στείλω και την αναισθησιολόγο να σας εξηγήσει λεπτομερέστερα πώς έχουν τα πράγματα».

Ο κύριος Μάκης εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο για να συζητήσει με τη γυναίκα και την «κόρη» του, τη βοηθό του. Τα λέγανε στα Αγγλικά. Εκείνες τον αγκάλιασαν. Του πρότειναν να πάρει τηλέφωνο τα παιδιά του στην Αμερική. Το έκανε. Τα παιδιά του τον συμβούλευσαν να ακολουθήσει τις οδηγίες του γιατρού. Κάθισε αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Το βλέμμα του κοιτούσε κάπου μακριά προς τον τοίχο – φαινόταν χαμένος.

Ήλθε η αναισθησιολόγος. Του εξήγησε κι εκείνη, αλλά μάλλον μάταια. Ο παππούς ήταν ανένδοτος. «Αν κάνω “μέθη” τι θα γίνει;» αντιπρότεινε. «Μπορεί να γίνει κι έτσι» είπε εκείνη, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του χειρουργού, «αλλά απλώς θα γίνει διάγνωση. Δεν θα έχουμε θεραπεία». Έφυγε χωρίς να πεισθεί ο παππούς. Ήλθε και πάλι η βοηθός του γιατρού, κρατώντας το έγγραφο που έπρεπε να υπογράψει ο κύριος Μάκης, ότι συμφωνεί να γίνει ολική νάρκωση. Δεν υπέγραφε. Καθόταν αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Στράφηκε, σχεδόν με απόγνωση, προς εμένα. «Πάτερ, εσείς τι θα λέγατε;»

«Κύριε Μάκη», είπα, «βλέπω και κατανοώ τον προβληματισμό σας. Αλλά, θα σας πρότεινα να κάνετε τον σταυρό σας και να εμπιστευτείτε την κρίση των ιατρών. Είστε πιστός άνθρωπος  και οι άγιοί μας θα σας βοηθήσουν.

Η βοηθός του χειρουργού του πρότεινε και πάλι το έγγραφο για να υπογράψει. Φαινόταν να παλεύει μέσα του. «Κύριε Μάκη, υπογράψτε», ξαναείπα, «κι εγώ, όσο διαρκεί η επέμβαση, θα προσεύχομαι για εσάς. Θα κάνω για χάρη σας την Παράκληση στην Παναγία μας». Δάκρυσε ο παππούς και ενισχυμένος από την πίστη του είπε στη γιατρό: «Πού είναι να υπογράψω;» Υπέγραψε. «Εδώ θα σας περιμένουμε σε λίγη ώρα νικητή», του είπα συγκινημένος.

Τον πήραν και πήγαν στο χειρουργείο. Και πράγματι, μετά από δύο περίπου ώρες τον επανέφεραν, έχοντας τη μάσκα του οξυγόνου στο πρόσωπό του, αλλά και με καλή διάθεση. Τα είχε καταφέρει.

«Μπράβο, κύριε Μάκη. Τα καταφέρατε! Ο Θεός είδατε βοήθησε!» του είπε η πρεσβυτέρα που τον είχε ήδη γνωρίσει και είχε μάθει τα καθέκαστα. Η απάντησή του ήταν μέσα στην απλότητά του αποκαλυπτική. Σήκωσε το χέρι και με έδειχνε με το δάχτυλο, επαναλαμβάνοντας: «Ο πάτερ, ο πάτερ!» «Ο Θεός, κύριε Μάκη», είπα εγώ. «Εγώ απλώς προσευχόμουνα για εσάς. Αλλά ο Χριστός και οι άγιοι ήτανε μαζί σας, γιατί έχετε χρόνια μπροστά σας, έτσι καλός άνθρωπος που είστε». Το κλίμα υπήρξε πανηγυρικό. Η γυναίκα του παππού και η ψυχοκόρη του έστρεψαν το βλέμμα τους σ’ εμένα με ευγνωμοσύνη.

Περιττό βεβαίως να πω ότι τα επόμενα λεπτά με το τηλέφωνο η… Αμερική είχε μάθει ότι ένας παππάς στο Νοσοκομείο βοήθησε τον κύριο Μάκη να προχωρήσει τη θεραπεία του. Ευτυχώς, έγκαιρα δόθηκε η εξήγηση σε μία διαστρέβλωση: ο παππάς δεν ήταν του Νοσοκομείου, που ήλθε να «διαβάσει» τον παππού στα τελευταία του, αλλά ήταν κι εκείνος ένας ασθενής που έτυχε να βρίσκεται στον ίδιο θάλαμο με τον κύριο Μάκη.  

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ

«Ο όσιος Κυριακός έζησε επί της βασιλείας του Θεοδοσίου του Μεγάλου και καταγόταν από την πόλη της Κορίνθου, στην Εκκλησία της οποίας ο πατέρας του Ιωάννης ήταν πρεσβύτερος. Η μητέρα του λεγόταν Ευδοκία και υπήρξε ανεψιός του επισκόπου Πέτρου, ενώ ο ίδιος ήταν αναγνώστης κατά την τάξη. Όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, πήγε στα Ιεροσόλυμα και έγινε μοναχός από τον όσιο Ευθύμιο τον μεγάλο. Ως μοναχός επέδειξε  πολλή και μεγάλη άσκηση, έλεγξε αυτούς που φρονούσαν τα πλανεμένα δόγματα του Ωριγένη, τέλεσε με τη δύναμη του Χριστού πολλά θαύματα κι έφτασε σε βαθύτατο γήρας. Ήταν πράος και κοινωνικός ως άνθρωπος, ενώ προείπε με θεία αποκάλυψη πολλά από τα μέλλοντα να συμβούν. Ήταν σωματώδης, όχι όμως άγριος και αποκρουστικός, αλλά ευγενής στους τρόπους, χωρίς να έχει κάποια σωματική αναπηρία ή κάποιο νόσημα από το πέρασμα των χρόνων. Για κάποιους χρόνους καθοδήγησε και τη Λαύρα του αγίου Χαρίτωνος».

Εκζητώντας σήμερα τις πρεσβείες του οσίου Κυριακού, εισπράττουμε τη χάρη των πρεσβειών και του μόλις χθες εορταζομένου οσίου Χαρίτωνος. Όχι μόνον βεβαίως λόγω της εγγύτητος της εορτής του, αλλά λόγω κυρίως του γεγονότος ότι ο όσιος Κυριακός υπήρξε ο συνεχιστής του οσίου Χαρίτωνος, εκείνος που, όπως αναφέρει το συναξάρι, καθοδήγησε μετά την κοίμηση του Γέροντος Χαρίτωνος το ποίμνιο της μονής που εκείνος είχε ιδρύσει. Η ένταση λοιπόν της χάρης της σημερινής εορτής έρχεται διπλή για εκείνους που την τιμούν κατά τον τρόπο της Εκκλησίας μας. Το τονίζει και ο υμνογράφος: «Εν δόξη παριστάμενος Θεώ τω Παντοκράτορι, Κυριακέ συν τω θείω Χαρίτωνι θεοκήρυξ, αδιαλείπτως μέμνησο των εκτελούντων, άγιε, την φωτοφόρον μνήμην σου». Δοξασμένος παρίστασαι στον Παντοκράτορα Θεό, θεοκήρυξ Κυριακέ, μαζί με τον θείο Χαρίτωνα, γι’  αυτό και να θυμάσαι αδιάκοπα εμάς, που τελούμε τη φωτοφόρα μνήμη σου. Κι ό,τι λέγαμε για το χάρισμα της πνευματικής καθοδήγησης που κοσμούσε τον όσιο Χαρίτωνα, το ίδιο επαναλαμβάνουμε και σήμερα για τον όσιο Κυριακό. Κι αυτός υπήρξε Γέροντας, όπως η Εκκλησία μας κατανοεί τον όρο, κάτω βεβαίως από τις ίδιες προϋποθέσεις του οσίου Χαρίτωνα: να είναι πλήρης Πνεύματος Αγίου, γιατί αγωνίστηκε στην πράξη της τηρήσεως των αγίων εντολών του Χριστού και γιατί καθάρισε έτσι την καρδιά του από τη λάσπη των παθών. «Όλην του Πνεύματος την χάριν εισωκίσατο» ο όσιος, διότι «πράξει προσέθεσε την θεωρίαν».

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας επιμένει ιδιαιτέρως στο τελευταίο σημείο και πάλι. Δηλαδή, αν κανείς δεν αγωνιστεί εμπράκτως στην πνευματική ζωή, αν με τη χάρη του Θεού δεν θελήσει να μεταστρέψει το εμπαθές της καρδίας του, ώστε καθαρή αυτή να λάμψει τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος, δεν μπορεί αυτός να θεωρηθεί χριστιανός, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αληθινή η προσευχή του και η προς τον Θεό δοξολογία του. Με άλλα λόγια τότε η στροφή προς τον Θεό είναι γνήσια, τότε υπάρχει αληθινή λατρεία του Θεού, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση της καθάρσεως από τα πάθη του. «Έφριξε σου ήλιος το εγκρατές και στερρόν, δι’  ετών σε πλείστων οργιζόμενον μη δυνηθείς όλως κατιδείν, μήτε εν ημέρα τροφής μετέχοντα, όσιε, ευτόνως μελωδούντα, αγρυπνίαις απαύστοις∙ τη δυνάμει σου δόξα φιλάνθρωπε». Ο ήλιος, σημειώνει ο υμνογράφος, έφριξε μπροστά στην εγκράτεια και τη στέρεα θέλησή σου, όσιε, γιατί δεν μπόρεσε να σε δει, για πολλά χρόνια, να οργίζεσαι έστω και ελάχιστα, κι ούτε κατά τη διάρκεια της ημέρας να  τρως κάτι, ενώ με δύναμη σε  διαρκείς αγρυπνίες υμνολογούσες: δόξα στη δύναμή Σου, φιλάνθρωπε.

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας όμως επισημαίνουν και κάτι ακόμη εξόχως σημαντικό: ο όσιος Κυριακός, έχοντας καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του με την εγκράτεια και φωτιζόμενος επομένως από το Πνεύμα του Θεού – ο Κύριος άλλωστε το έχει υποσχεθεί: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» - μπορούσε να διακρίνει την πλάνη από την αλήθεια, τη γνήσια διδασκαλία του Χριστού από την αίρεση.  Χωρίς ο όσιος Κυριακός να θεωρείται διδάσκαλος της Εκκλησίας, όμως λόγω της αγιασμένης ψυχής του – και από τις προσωπικές μελέτες του ασφαλώς για την ωφέλεια της ψυχής του - καθοδηγούσε τους πιστούς στην υπέρβαση της πλάνης   του ωριγενισμού. «Συ των κακοδόξων την απάτην ήλεγξας του Ωριγένους, γενναίοις αγώσι, μαθητών του λήρου τε και μυθολόγου».

Θυμίζει η περίπτωσή του τον άγιο Σπυρίδωνα, τον άγιο Νικόλαο, και άλλους αγίους, οι οποίοι χωρίς να έχουν τη δυνατότητα της θεωρητικής αντιμετώπισης των αιρετικών, έβλεπαν καθαρά την πλάνη και την έλεγχαν αυστηρότατα. Κι είναι σημαντική, όπως είπαμε, η επισήμανση αυτή, γιατί δείχνει και σε εμάς σήμερα, ότι όταν βρισκόμαστε σωστά στην Εκκλησία, με κάποια έστω πνευματική ζωή πάνω στις εντολές του Χριστού, τότε το Πνεύμα του Θεού λειτουργεί μέσα μας, με τρόπο που να μας προφυλάσσει από την πλάνη. Δυστυχώς όμως, αν στον καιρό μας έχουν αυξηθεί οι διάφοροι αιρετικοί, αν οι Γιεχωβάδες, οι Προτεστάντες, οι οπαδοί της νέας λεγόμενης εποχής με τα φαινόμενα του νεοπαγανισμού κλπ., απλώνονται, αλώνοντας τις ψυχές των ανθρώπων, είναι γιατί έχει χαλαρώσει η σύνδεση των πιστών με την Εκκλησία. Αφύλαχτες λοιπόν οι ψυχές από τη χάρη του Θεού, γίνονται εύκολα έρμαιο του Πονηρού και των διαφόρων οργάνων του.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΩΦΕΛΙΜΑ (1)

Η Αγάπη του Κυρίου, μέσα στην απερινόητη Πρόνοια και Αγαθότητά Του, θέλησε προ καιρού να με «επισκεφτεί» ιδιαιτέρως, οπότε και βρέθηκα σ’ ένα από τα Νοσοκομεία της Αττικής. Και η επίσκεψή Του αυτή ήταν διπλής όψεως: μέσα από το δικό μου πρόβλημα ασθενείας, «λόγω των πολλών μου αμαρτιών», όπως ψάλλουμε στην Εκκλησία μας, αλλά και μέσα από τη συνάντησή μου με άλλους αναγκεμένους συνανθρώπους μας, οι οποίοι έγιναν η αφορμή για να δω με μεγάλη ενάργεια την Πρόνοια του Θεού στις περιπτώσεις τους.

Η πρώτη περίπτωση ήταν σε σχέση με τον κύριο – ας τον πούμε έτσι – Κώστα. Βρισκόταν εκεί, κι ετοιμαζόταν να φύγει, προκειμένου να κάνει την προβλεπόμενη γι’ αυτόν χημειοθεραπεία. Είχε κομμένο το ένα πόδι του, μέχρι πάνω από το γόνατο, περπατούσε με πατερίτσες, αλλά η διάθεσή του και η όλη ενέργειά του ήταν πολύ καλές. Φαινόταν όχι μόνο να έχει αποδεχτεί το πρόβλημά του, αλλά να το έχει ήδη ξεπεράσει, κάτι που φαινόταν από τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του, πολύ ζωντανές πράγματι, και από τον προγραμματισμό της περαιτέρω ζωής του. Εξηντάρης περίπου ο κύριος Κώστας «οραματιζόταν» με μεγάλη αισιοδοξία το «καινούργιο» πόδι που θα έβαζε, γιατί ο γιος του, στην Αμερική ευρισκόμενος, ήδη το είχε παραγγείλει, «πινελιά» καθώς του έλεγε της πιο προηγμένης τεχνολογίας στα θέματα αυτά.

Από κοντά κι η σύζυγός του – ας την πούμε Ελένη – η οποία κι εκείνη λειτουργούσε με τον ίδιο αισιόδοξο τρόπο, με αναφορά όμως ξεχωριστή στην πίστη της στον Χριστό και την Παναγία. «Εγώ, πάτερ, δεν είμαι τόσο της Εκκλησίας, η γυναίκα μου όμως είναι πάρα πολύ. Κι ίσως να μπορέσετε να μας διευκρινίσετε κάτι που για εμένα και τη γυναίκα μου είναι ένα θαύμα!»

«Θαύμα;» ρώτησα.

«Ναι, γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω αυτό που μου συνέβη με το πόδι μου».

«Τι συνέβη;» ρώτησα με μεγάλο ενδιαφέρον.

«Εγώ, πάτερ, μέχρι πριν δέκα χρόνια ασχολιόμουνα με τον αθλητισμό, και μάλιστα με κάποιους φίλους μου κατά καιρούς, σχεδόν δηλαδή κάθε εβδομάδα, πηγαίναμε για να ξεδώσουμε και να χαλαρώσουμε σε γήπεδα 5Χ5 που λένε, και παίζαμε μπάλα. Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα άρχισε λίγο να με πονάει το πόδι μου, αυτό το κομμένο που βλέπετε. Δεν έδινα σημασία, γιατί έλεγα ότι μέσα στο παιχνίδι κάποιος θα με είχε κλωτσήσει. Ο πόνος συνεχιζόταν, αλλά κι εγώ συνέχιζα να το αντιμετωπίζω αδιάφορα. Μέχρις ότου, κάποια φορά περπατώντας στον δρόμο ήρθε ένα μηχανάκι κι έπεσε, από αδεξιότητα του οδηγού, πάνω μου. Με πέταξε αρκετά μέτρα μακριά, αλλά διαπίστωσα ότι σηκώθηκα σχεδόν αμέσως, χωρίς να έχω ούτε μία γρατσουνιά. Μαζεύτηκε κάποιος κόσμος, γιατί είδαν αρκετοί το τι συνέβη, οπότε κλήθηκε και η τροχαία, πήγαμε δε και σε νοσοκομείο προς επιβεβαίωση ότι είμαι πράγματι καλά, και από πλευράς εσωτερικής. Κι εκεί άρχισε η συνειδητοποίηση του… θαύματος!»

Η προσοχή μου ήταν τεταμένη κι έδειχνα στον κ. Κώστα ότι περιμένω τη συνέχεια με μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είπα τίποτε.

«Λοιπόν, εκεί στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι ο πόνος στο πόδι δεν είχε αιτία κάποια «κλωτσιά», όπως νόμιζα, αλλά έναν καρκίνο, ο οποίος είχε «φάει» σχεδόν όλο το εσωτερικό του ποδιού, με κίνδυνο πια για την ίδια μου τη ζωή. Το πόδι ήταν σχεδόν σάπιο. Κι έγινε το «ατύχημα» να φανερωθεί με τον πιο καθαρό τρόπο το τι συνέβαινε». Σταμάτησε ο κ. Κώστας. «Πώς το βλέπετε;» ρώτησε. «Δεν είναι θαύμα;»

«Κύριε Κώστα» είπα συγκλονισμένος, «μολονότι για την πίστη της Εκκλησίας όλα στη ζωή μας είναι ένα θαύμα, γιατί ο Θεός μάς φροντίζει μέχρι λεπτομέρειας  - και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες, κατά τον Ιησού Χριστό –, όμως στην περίπτωσή σας νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’  ένα «καραμπινάτο» θαύμα που λέμε. Κι έχω την εντύπωση πως ο Χριστός πρέπει να σας αγαπάει ιδιαίτερα, όπως όλους μας άλλωστε, για να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσον, να σας κτυπήσει μηχανάκι, για να σας οδηγήσει στο Νοσοκομείο και την αντιμετώπιση του προβλήματος».

«Και βλέπετε, πάτερ», συμπλήρωσε ο κ. Κώστας, «τα πράγματα δεν ήταν απλά. Χρειάστηκε επέμβαση μεγάλη, να μου κόψουνε όλο σχεδόν το πόδι, για να συνεχιστεί η όποια θεραπεία και η όση ζωή μου απομένει. Και να ολοκληρώσω. Με κάλεσαν στην Αστυνομία για να υποβάλω μήνυση κατά του παλληκαριού. Κοντοστάθηκα. «Πώς να μηνύσω τον «ευεργέτη μου;» σκέφτηκα. Κοίταξα ότι στο γραφείο του ο αστυνομικός, σε μία γωνιά, είχε κάτι εικόνες. Του Χριστού και της Παναγίας.

«Κύριε αστυνόμε» είπα, δείχνοντας τις εικόνες με το βλέμμα μου. «Βλέπω ότι πιστεύετε στον Θεό. Λοιπόν, για μένα, χωρίς να είμαι πολύ της Εκκλησίας, αυτό που μου συνέβη είναι ένα θαύμα. Και το παλληκάρι που με χτύπησε είναι ένας ευεργέτης μου, γιατί χωρίς αυτόν θα συνέχιζα χωρίς να δίνω σημασία στο πόδι μου. Οπότε μάλλον το τέλος μου θα ήταν πολύ χειρότερο από το χτύπημα».

«Λοιπόν;» έδειξε συγκινημένος και ο αστυνομικός.

«Λοιπόν, δεν πρόκειται να υποβάλω μήνυση. Τον ευεργέτη σου τον τιμάς, δεν τον κυνηγάς!»

«Τότε στο καλό να πάτε» είπε ο αστυνόμος, «και καλή συνέχεια με το πόδι σας». Υπέγραψα ό,τι μου πρότεινε κι έφυγα ελαφρωμένος.

«Πράγματι, κ. Κώστα» είπα κι εγώ. «Για μένα, το παλληκάρι με το μηχανάκι μπορεί να θεωρηθεί ένας «άγγελος Κυρίου». Και το θαύμα; Καραμπινάτο!»