Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΣΩΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Α. «Αὐτός ὁ μακάριος ἀγάπησε ἀπό βρέφος τόν Χριστό, γι᾽ αὐτό καί σηκώνοντας τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ στούς ὤμους του, Τόν ἀκολούθησε. Κατατρόπωσε τίς παρατάξεις τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν καί μέ χαρά προχώρησε πρός τά ἐπίπονα σκάμματα τῆς ἄσκησης. ῎Εφτασε σέ μεγάλα ὕψη ταπεινοφροσύνης καί γι᾽ αὐτό ὁ τῶν ὅλων Κύριος τοῦ ἔδωσε τό χάρισμα νά ἀνασταίνει καί νεκρούς. ᾽Επειδή λοιπόν ἔζησε ἀγγελική ζωή ὁ ἐν σώματι ἄσαρκος, μεταστάθηκε πρός τήν ἄϋλη ζωή, ὅπου εἶναι οἱ σκηνές τῶν ῾Αγίων καί ἡ αἰώνια λαμπρότητα, ἐκζητώντας τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ ἡμῶν».

Β. Ὁ ἅγιος Σισώης προβάλλεται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας ὡς τύπος τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἐκείνου πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔζησε στόν κόσμο τοῦτο, μέ ὀρθή ἱεράρχηση τῶν ψυχικῶν καί σωματικῶν του δυνάμεων. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ ὅσιος Σισώης, ἀκολουθώντας τήν πνευματική ὁδό τοῦ Χριστοῦ, ὑπέταξε τό μέν σῶμα στή λογική ψυχή, τήν δέ ψυχή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κατά τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ "καθυπέταξες το αμαρτωλό φρόνημα της σάρκας με δύναμη στον λογισμό, όσιε, έδειξες δε την ψυχή σου αταπείνωτη στη δουλεία των παθών" (῾σάρκα καθυπέταξας τῷ λογισμῷ στερρῶς, ὅσιε, τήν δέ ψυχήν ἔδειξας δουλείᾳ τῶν παθῶν ἀταπείνωτον᾽), επειδή ακολουθούσες τα ίχνη του Χριστού (῾ἰχνηλατῶν Χριστόν᾽). ῎Αν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἱεράρχηση, τότε ἐκεῖνο πού κυριαρχεῖ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐπανάσταση τῶν σωματικῶν παθῶν, τά ὁποῖα ἄγουν καί φέρουν τήν ψυχή, μέ μόνιμο χαρακτηριστικό τήν ταραχή καί τήν ἀκαταστασία. Εἶναι εὐνόητο ὅτι στήν περίπτωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος δέν λειτουργεῖ ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά γενόμενος ἕρμαιο τοῦ πονηροῦ καταντᾶ ὑπάνθρωπος καί ἀπάνθρωπος. Ὅ,τι θηριωδία ἄλλωστε ἔχει νά ἐπιδείξει ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, παλαιά καί σύγχρονη, ὀφείλεται ἀκριβῶς στό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος διέγραψε τή μόνη δύναμη ἐξανθρωπίσεώς του, τόν Τριαδικό Θεό μας.

Ἡ ὑποταγή τοῦ σώματος στή λογική ψυχή, ἡ ὁποία μέ τή σειρά της ὑποτάσσεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, φανερώνει τόν ἀγώνα τῆς ἐγκρατείας. Ἡ ἐγκράτεια, ψυχῆς καί σώματος βεβαίως, εἶναι ἐκείνη ἡ γενική ἀρετή, ἡ ὁποία ἐξισορροπεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει νά βλαστήσει τό σύνολο τῶν ἀρετῶν. Κι αὐτό βλέπουμε στόν μεγάλο ὅσιο Σισώη. "Νέκρωσες τις ηδονές της σάρκας με τη δύναμη της εγκράτειας, σοφέ, και με την επιμέλεια των αρετών" (῾Σαρκός τάς ἡδονάς, ἐγκρατείας τῷ τόνῳ, ἐνέκρωσας, σοφέ, ἀρετῶν ἐμμελείᾳ᾽). Εἶναι ὁ μόνος δρόμος γιά νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ πού τόν ἔταξε ὁ Δημιουργός του: νά εἶναι Θεός κατά χάριν καί νά ἔχει τή δύναμη πρεσβείας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ σάν τούς ἀγγέλους. "Γι'  αυτό αυξανόμενος άριστα με τις αναβάσεις, πάτερ" (῾Διό ταῖς ἀναβάσεσι, αὐξανόμενος ἄριστα, Πάτερ᾽), θά πεῖ καί πάλι ὁ ὑμνωδός, "έφθασες προς την ουράνια οδό και παρίστασαι πάντοτε  ενώπιον του Χριστού μαζί με τους αγγέλους, Σισώη, πατέρα μας" ( ῾ἔφθασας πρός τήν οὐράνιον τρίβον, καί παρίστασαι ἀεί Χριστῷ σύν ἀγγέλοις, Σισώη πατήρ ἡμῶν᾽). Ἡ ἔλλειψη ἐγκρατείας πού παρατηρεῖται δυστυχῶς σ᾽ ἕνα μεγάλο βαθμό σήμερα, κι ὄχι μόνο στούς νέους, ἀποκαλύπτει τήν τραγικότητά μας, ὅτι ἀφήσαμε τόν δρόμο πού μᾶς φέρνει στόν οὐρανό, τόν δρόμο τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καί ἀκολουθήσαμε καί ἀκολουθοῦμε τόν δρόμο τῆς φτώχειας καί τῆς ἀπώλειας. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος καυχᾶται γιά τήν κατάντια του: κυλιέται σάν τούς χοίρους στά λασπόνερα, νομίζοντας ὅτι κολυμπάει στά μύρα καί στά ἄνθη!

Ὁ ὅσιος Σισώης μᾶς βοηθάει πολύ στόν δρόμο τῆς ἐγκράτειας: ἡ μνήμη τοῦ θανάτου πού ἀδιάκοπα καλλιεργοῦσε, εἶναι μία ἰσχυρή δύναμη στόν ἄνθρωπο γιά νά ἀνακόπτει τά πάθη του, νά ἐγκρατεύεται. Ὁ ἅγιος "έχοντας αδιάκοπα ως μελέτη του τη μνήμη του θανάτου" (῾μνήμην θανάτου διηνεκῶς ἐμμελετῶν᾽) - ἄς θυμηθοῦμε ὅτι προσευχόταν πάντοτε μπροστά σ᾽ ἕνα φέρετρο, ἐνθυμούμενος ὅτι καί ὁ πιό ἔνδοξος στρατηλάτης σάν τόν μεγάλο ᾽Αλέξανδρο ἐκεῖ κλείστηκε – μάρανε τά πάθη τοῦ σώματος, στρεφόμενος πάντοτε στο πιο υψηλό σημείο των επιθυμητών, ῾πρός ἐφετῶν τό ἀκρότατον᾽, τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Κι αὐτό μᾶς διδάσκει μέ τή ζωή του: νά μνημονεύουμε τό τέλος μας, γιά νά βλέπουμε τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς, δηλαδή ὅτι προτεραιότητα ἔχει γιά τόν Χριστιανό πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός δόξασε τόν δοῦλο Του καί τό τέλος του ὑπῆρξε συγκλονιστικό. Τήν ὥρα τοῦ θανάτου του "όλοι οι άγιοι Πατέρες ήρθαν μαζεμένοι"  (῾ὁ θίασος τῶν ἁγίων Πατέρων ἐπέστη ἀθρόον᾽), ἐνῶ "σαν τον ήλιο άστραψε το πρόσωπό του, φανερώνοντας τη λαμπερή σαν αστραπή καθαρότητα της ψυχής του" (῾ὥσπερ ἥλιος τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐξανατέταλκε, δηλοῦν τήν ἀστραπόμορφον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καθαρότητα᾽).

Γ. Γιά τόν μεγάλο αὐτόν ὅσιο, πού ἀποπνέει τήν ἀτμόσφαιρα τοῦ μεγάλου ὁσίου Ἀντωνίου, ἔχουν διασωθεῖ ἀρκετά λόγια καί περιστατικά στά Ἀποφθέγματα τῶν Γερόντων, ἕνα τῶν ὁποίων καταγράφουμε στή συνέχεια μέ σύντομο σχολιασμό του.

«Ἀδελφός πού ἀδικήθηκε ἀπό ἄλλον ἀδελφό ἦλθε πρός τόν ἀββά Σισώη καί τοῦ λέγει:

- Ἀδικήθηκα ἀπό ἕναν ἀδελφό καί θέλω νά τόν ἐκδικηθῶ.

Ὁ δέ Γέρων τόν παρακαλοῦσε:

- Μή τέκνον. Ἀντιθέτως μάλιστα ἄφησε στόν Θεό τό ἔργο τῆς ἐκδικήσεως.

Αὐτός ὅμως ἔλεγε:

- Δέν θά παύσω, ἕως ὅτου ἐκδικηθῶ γιά τόν ἑαυτό μου.

Εἶπε δέ ὁ Γέρων:

- Ἄς προσευχηθοῦμε, ἀδελφέ. Καί ὁ Γέροντας, ἀφοῦ σηκώθηκε, εἶπε:

- Θεέ, δέν σέ ἔχουμε πλέον ἀνάγκη νά φροντίζεις γιά μᾶς. Διότι ἐμεῖς ἐκδικούμαστε μόνοι γιά λογαριασμό μας.

Μόλις λοιπόν ἄκουσε αὐτά τά λόγια ὁ ἀδελφός, ἔπεσε στά πόδια του Γέροντος λέγοντας:

- Δέν θά εἶμαι πλέον σέ ἀντιδικία μέ τόν ἀδελφό, συγχώρεσέ με, ἀββά».

Ἐκ πρώτης ὄψεως θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ ἀδελφός μοναχός πού ἀδικήθηκε καί ἤθελε νά ἐκδικηθεῖ ἦταν ἕνας κακός μοναχός – ποιός χριστιανός, πολύ περισσότερο ἕνας μοναχός, δέν γνωρίζει ὅτι ἡ ἐκδίκηση εἶναι κάτι πού δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τή χριστιανική πίστη; Θέλει νά ἐκδικηθεῖ συνήθως ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἕρμαιο τῶν παθῶν του καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, ἐκεῖνος δηλαδή πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού ἐκφράζεται ὡς ἀγάπη πρός τόν πλησίον, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, δέν ἀγγίζει καθόλου τόν ἐσωτερικό του κόσμο. Ἄν ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς σώσει, ἦταν ἀκριβῶς γι’ αὐτό: νά μᾶς ἐπαναφέρει στό σημεῖο τῆς ἀρχικῆς θεοείδειάς μας, νά ζοῦμε ὡς κατ’ εἰκόνα Του μέ τό κατεξοχήν γνώρισμά Του, τήν ἀνιδιοτελή καί ἄνευ ὁρίων ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό μας. «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ», όπως σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ὁ συγκεκριμένος λοιπόν ἀδελφός μέ τό πάθος τῆς ἐκδίκησης νά καίει στά στήθια του δείχνει τήν ἔλλειψη τῆς χριστιανικότητάς του.

Ὅμως ἐνῶ ἡ πραγματικότητα μέ τά λόγια του εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, τά ἔργα του φανερώνουν κάτι διαφορετικό. Τί ἐννοοῦμε; Πρίν προβεῖ σέ ὁποιαδήποτε ἐνέργεια ἐκδίκησης σπεύδει νά ἐρωτήσει τόν ὅσιο Γέροντα - ἔχει μάθει προφανῶς νά μήν κάνει τίποτε χωρίς εὐλογία. Κι αὐτό εἶναι σημάδι ἀνθρώπου πού ἀγωνίζεται ἐσωτερικά τόν ἀγώνα τῆς ὑπακοῆς. Καί ὄντως ἡ ἀλήθεια αὐτή ἐπιβεβαιώνεται. Διότι μόλις ὁ ὅσιος Σισώης μέ ἄμεσο καί εὐφυή τρόπο τοῦ δείχνει τό ἀντιχριστιανικό τῆς σκέψεως καί τῆς διαθέσεώς του, ἀμέσως πείθεται ἐκζητώντας τή συγγνώμη του. Τό συμπέρασμα εἶναι προφανές: ὁ συγκεκριμένος ἀδελφός ἦταν μᾶλλον ἕνας ἁπλοϊκός στήν πίστη μοναχός, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε μάθει νά κανονίζει ἀκόμη τούς λογισμούς του, ἕνας ἀρχάριος πού τά πάθη του, ὅπως εἴπαμε, συχνά τόν κυρίευαν. Διότι δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ προκοπή ἑνός χριστιανοῦ φανερώνεται ἀπό τή «μύησή» του στόν ἔλεγχο τῶν λογισμῶν πού ἐξάπτουν τόν ἐγωϊσμό του. «Οἱ λογισμοί καθορίζουν τή ζωή μας», ὅπως τό ἔλεγε ἕνας ὅσιος σύγχρονος ἀσκητής, γι’ αὐτό καί χωρίς τήν ἐκμάθηση τοῦ ἐλέγχου τῶν λογισμῶν δέν μπορεῖ στήν οὐσία νά ὑπάρχει χριστιανική ζωή.

Ἀπό τήν ἄλλη, θαυμάζουμε τήν ἀμεσότητα ἀντίδρασης τοῦ ὁσίου Σισώη. Ὄχι μόνον προσανατολίζει τόν ἁπλοϊκό καί ἀρχάριο μοναχό σ’ αὐτό πού εἶναι τό θέλημα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ - τήν ἀγάπη καί πρός τόν ἐχθρό, κατά τήν ἐντολή τοῦ Ἴδιου πού εἶπε «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τούς μισοῦντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς» - ὁπότε τόν καθοδηγεῖ στό σημεῖο πού θά κρατήσει μέσα του ζωντανή τή σχέση του μ’ Ἐκεῖνον, ἀλλά τό κάνει μέ τρόπο πολύ παραστατικό καί ἀπολύτως καίριο γιά τά δεδομένα ἑνός μοναχοῦ: μέσα ἀπό τήν προσευχή, στήν ὁποία ὅμως δίνει τέτοιο περιεχόμενο πού δέν ἀφήνει περιθώριο ἀμφισβήτησης στόν μοναχό ὅτι ἡ διάθεσή του γιά ἐκδίκηση ἐκφράζει ἀπιστία πρός τόν Θεό. Ὁ λόγος τοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἀπολύτως σαφής: «Μή ἐκδικεῖτε ἑαυτούς, ἀδελφοί. Ἐμοί γάρ ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ».  

Κι ἀξίζει στήν ἀντίδρση τοῦ ὁσίου νά παρατηρήσει κανείς δύο πράγματα: Πρῶτον, ὅτι ἡ ἐκδίκηση, ὅπως καί κάθε ἀπόκλιση ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τελικῶς συνιστᾶ ὄντως ἀπιστία πρός τήν παρουσία καί τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἄν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ὁ Ὤν», ἡ πηγή τοῦ Εἶναι καί τοῦ κάθε εἶναι, χωρίς Αὐτόν δηλαδή δέν ὑφίσταται ζωή, ἀφοῦ «Αὐτός ἐστίν ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα» κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, κάθε ἔκφραση τῆς ζωῆς μας ἔξω ἀπό τήν «Ὁδόν» Ἐκείνου εἶναι πράγματι ἀπιστία - ἡ ἴδια ἡ ζωή μας καί οἱ πράξεις μας ἀποδεικνύουν ἄν σχετιζόμαστε μέ τόν Θεό ἤ ὄχι. Καί δεύτερον, ἡ προσευχή μας, ὅπως ἔδειξε ὁ ὅσιος Σισώης, στίς κρίσιμες ὧρες τοῦ ὅποιου πειρασμοῦ μας καλό θά εἶναι νά ἐκφράζει αὐτό πού ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς στόν πειρασμό μας. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ πνευματικός καί ἀνάδοχος τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, εἶχε καταρτίσει τό ψαλτήριο τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τέτοιο τρόπο πού νά ἀνταποκρίνεται στίς συγκεκριμένες ἑκάστοτε ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐνοριτῶν του. Νά προσευχόμαστε μέ ἄλλα λόγια στόν Κύριο γι’ αὐτό πού εἶναι τό πρόβλημά μας, αὐτό πού «καίει» τήν καρδιά μας, καί νά Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς φωτίζει καί νά μᾶς καθοδηγεῖ ὥστε οἱ ἀντιδράσεις μας νά μή μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τό ἅγιο θέλημά Του – νά βλέπουμε τό ἀποτέλεσμα τῆς ὅποιας ἐνέργειάς μας. Ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχουμε κι ἐμεῖς τήν καλή διάθεση τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀδελφοῦ πού πῆγε στόν ὅσιο Σισώη. Διαφορετικά, ἄν ἡ προσευχή μας εἶναι ἡ παράκλησή μας νά γίνει ὁπωσδήποτε τό δικό μας θέλημα, συχνά ἁμαρτωλό, τότε ὄχι μόνο δέν θά ἔχουμε τόν Θεό βοηθό μας, ἀλλά θά Τόν ἔχουμε ἐνάντιό μας.  

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ…ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι…» (Ματθ. 8, 28).

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία μας θέτει ως ανάγνωσμα το περιστατικό της θεραπείας των δύο  δαιμονισμένων (ή του  ενός δαιμονισμένου κατά τον ευαγγελιστή Λουκά) της περιοχής των Γερσεσηνών ή Γαδαρηνών. Και τούτο διότι θέλει να μας τονίσει ότι ο Κύριος ήλθε στον κόσμο ως  ελευθερωτής των ανθρώπων όχι μόνον από την ασθένεια και τον πόνο, όχι μόνον από την αμαρτία και το αποτέλεσμα αυτού τον θάνατο, αλλά και από τον ίδιο τον αρχέκακο διάβολο, τον απαρχής «ανθρωποκτόνον». Ο Κύριος ήλθε, κατά τον λόγο της Γραφής, «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα λοιπόν με τρόπο ανάγλυφο μας δείχνει την εξουσία του Κυρίου, ο Οποίος συναντώμενος με τα δαιμόνια στα πρόσωπα ταλαίπωρων ανθρώπων, εκδιώκει αυτά, προσφέροντας στην κοινωνία τους θεραπευμένους ανθρώπους ως πραγματικούς ανθρώπους.

1. Ως εκ περισσού καταρχάς, ας υπενθυμίσουμε ότι τα δαιμόνια δεν αποτελούν αποκύημα της φαντασίας κάποιων ανθρώπων, ευρισκομένων σε νηπιακό επίπεδο ζωής, όπως αρέσκονται άθεοι άνθρωποι να λένε, ή μυθοποιημένο προσωποποιημένο περίβλημα απλώς της ύπαρξης του κακού, κατά την αποχριστιανοποιημένη τοποθέτηση ετεροδόξων «χριστιανών». Τα δαιμόνια υφίστανται και κατά την πίστη μας συνιστούν δημιουργήματα του Θεού, τα οποία ενώ δημιουργήθηκαν ως πνεύματα αγαθά, προκειμένου να υπηρετούν τον Θεό και το άγιο θέλημά Του, όμως λόγω της κακής χρήσης της προαιρέσεώς τους διεφθάρησαν και ξέπεσαν, γενόμενα πνεύματα πονηρά, τα οποία αντίκεινται έκτοτε  στον Θεό - η πτώση τους ήταν και ένα είδος θανάτου τους - προσπαθώντας όχι μόνον να βρίσκονται σε ανυπακοή προς Εκείνον, αλλά και να καταστρέφουν την όποια δημιουργία του Θεού, κυρίως τον άνθρωπο. Βεβαίως, ο Θεός δεν καταστρέφει τα δημιουργήματά Του αυτά – ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει την δημιουργία Του – τα κρατάει στην ύπαρξη δε, ώστε, έστω και με τον αρνητικό τρόπο δράσεώς τους, να εξυπηρετούν το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου.

2. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται στη χώρα των Γεργεσηνών, για να συναντήσει συγκεκριμένους ανθρώπους, ευρισκομένους υπό κατοχήν  δαιμονίων,  και να τους απελευθερώσει από την κόλαση της παρουσίας τους. Διότι τα δαιμόνια, εισερχόμενα στον άνθρωπο, δημιουργούν πράγματι μία κατάσταση κολάσεως, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους γύρω του ανθρώπους, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον. Το  σημερινό ευαγγέλιο – συνδυαζόμενο και με το αντίστοιχο, πιο «εμπλουτισμένο», του αγίου Λουκά - με ανάγλυφο τρόπο μας περιγράφει την τραγωδία του δαιμονισμένου ανθρώπου: (α) καταρχάς ζει με μία παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και αυτοσυνειδησίας. Μη αντέχοντας ρούχο επάνω του, γυμνός, χωρίς ταυτότητα και όνομα («λεγεών» δίνει το όνομα ο δαίμων αντί του ανθρώπου στο «συμπληρωματικό» αντίστοιχο ανάγνωσμα του Λουκά) δεν είναι ο εαυτός του – ο δαιμονισμένος χάνει ό,τι τον συνδέει με την ίδια την ανθρώπινη ψυχοσωματική του οντότητα και βιώνει την κατάσταση της πνευματικής νέκρωσης.

(β) Έπειτα, η σχέση του με τους συνανθρώπους του δεν υφίσταται. Ο δαιμονισμένος αδυνατεί να συνυπάρξει με τους άλλους. Ζει στα μνήματα και σε έρημους τόπους. Οι κατοικημένες περιοχές τον οδηγούν σε «ασφυξία». Κι όχι μόνον αυτό. Είναι και το φόβητρο των ανθρώπων. Τον έβλεπαν και τον έτρεμαν. Εμφορούμενος από δυνάμεις πέραν του κανονικού, λόγω των δαιμονίων, τον αλυσόδεναν, κι αυτός έσπαγε τις αλυσίδες και έφευγε. Αλλά αυτό είναι ο ορισμός της κόλασης. Η Εκκλησία μας έτσι ορίζει την κόλαση του ανθρώπου: ως αδυναμία σχέσης με τους άλλους, ως παντελή έλλειψη κοινωνίας με τον συνάνθρωπο.

(γ) Αλλά και με το φυσικό περιβάλλον υπήρχε πρόβλημα. Ο δαιμονισμένος προκαλούσε καταστροφές. Η παρουσία του συνδεόταν με τέτοιες ενέργειες, που αναγκάζονταν να τον αλυσοδένουν, για να ηρεμούν. Χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. Ο διάβολος μισεί όλη τη δημιουργία. Πρωτίστως τους ανθρώπους, αλλά και όλα τα πλάσματα του Θεού.

3. Τα πράγματα λοιπόν αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κύριος δίνει εντολή τα δαιμόνια να φύγουν από τον δαιμονισμένο (ή τους δαιμονισμένους). Μπορεί εκείνα να είχαν υποχείριο τον αδύναμο αυτόν άνθρωπο, μπροστά στην εξουσία όμως Εκείνου, τρέμουν, αποκαλύπτοντας την άκρα αδυναμία τους: «Δέομαί σου, μη με βασανίσης!» Τρέμουν τον Κύριο, τον παρακαλούν, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ Εκείνου και αυτών:  «Τι εμοί και εσοί, Ιησού, υιέ του Θεού του Υψίστου;». Κι ακόμη: Του ζητούν  να επιτρέψει να εισέλθουν στους χοίρους – ούτε στους χοίρους δεν έχει εξουσία κανονικά ο διάβολος - κάτι που ο Κύριος επιτρέπει. Ίσως, όπως σημειώνουν οι ερμηνευτές Πατέρες,  για να δείξει ότι ο άνθρωπος έχει τη μεγαλύτερη αξία, ίσως ότι όπου εισέλθει ο διάβολος προκαλούνται καταστροφές. Σημασία έχει ότι ο διάβολος είναι αδύναμος. Και πώς όχι; Η δύναμή Του καταργήθηκε από τη στιγμή που ο Κύριος ήλθε στον κόσμο, κατεξοχήν δε με την άνοδό Του πάνω στον Σταυρό και την κάθοδό Του στον Άδη. Εκεί, και ο πονηρός «ετρώθη την καρδίαν», κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, αλλά και το όπλο του, η αμαρτία, έπαυσε να υπάρχει κατά τρόπο αναγκαστικό. Και μαζί με αυτά βεβαίως και το αποτέλεσμα της αμαρτίας, ο θάνατος.

Η παντοδυναμία λοιπόν του Κυρίου απελευθερώνει τον δαιμονισμένο και αυτός πια γίνεται πραγματικός άνθρωπος, με καταπλήσσουσα πια ψυχοσωματική ισορροπία. Δηλαδή, αποκτά συνείδηση του εαυτού του και αυτοσεβασμό: «ιματισμένος και σωφρονών» (Λουκάς). Σταματά να είναι επιθετικός προς τους άλλους, έχοντας υγιή κοινωνικότητα: κάθεται «παρά τους πόδας του Ιησού». Κι όχι μόνον αυτό: αισθάνεται ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, την οποία εκφράζει με τη διάθεση να παραμείνει κοντά Του και να Τον ακολουθεί. Και μπορεί ο Κύριος να μην αποδέχτηκε το αίτημά του – άλλους είχε καλέσει για να είναι οι μαθητές Του – του αναθέτει όμως άλλη αποστολή: «υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’  όλην την πόλιν, κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Αυτοσεβασμός, κοινωνικότητα, ιεραποστολική διάθεση, θετική παρουσία στον κόσμο: το αποτέλεσμα της αληθινής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό.

4. Σήμερα τι γίνεται; Μετά τον ερχομό του Κυρίου και την κατάργηση ουσιαστικά του διαβόλου, δρα ο διάβολος; Έχει δύναμη; Η απάντηση είναι γνωστή και διαρκώς την κηρύσσει η Εκκλησία μας. Ο διάβολος βεβαίως είναι ανίσχυρος και οριστικά ηττημένος, όμως παίρνει δύναμη εκεί που δεν υφίσταται ο Χριστός. Δηλαδή, πρώτα στους αβάπτιστους ανθρώπους, εκείνους που δεν έχουν γνωρίσει τον Κύριο ή δεν θέλουν να Τον αποδεχθούν στη ζωή τους – «το πανηγύρι μας είναι οι ειδωλολάτρες» είχε πει κάποτε σ’  έναν σύγχρονο ιεραπόστολο ένας δαιμονισμένος. Κι έπειτα, ακόμη και στους βαπτισμένους και χρισμένους χριστιανούς, οι οποίοι δεν έχουν πάρει στα σοβαρά την πίστη τους και ζουν, κατά τον λόγο του αποστόλου, ως «άθεοι εν τω κόσμω». Διότι δεν αρκεί μόνον το βάπτισμα και το χρίσμα και τα λοιπά μυστήρια της Εκκλησίας, αλλά και η θέληση του ανθρώπου. Αν και ο άνθρωπος δεν συνεργήσει, με την τήρηση των εντολών του Χριστού, κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τότε η χάρη των μυστηρίων μένει ανενέργητη, συνεπώς βρίσκει δίοδο ο διάβολος για να «πειράζει» τον άνθρωπο, κάνοντάς τον να βρίσκεται υπό την επήρειά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτήν την περίπτωση είναι γνωστό. Ό,τι είδαμε στον δαιμονισμένο του ευαγγελίου, σε κάποιο βαθμό το βλέπουμε κι εδώ: ο άνθρωπος ή έχει διαγράψει τον Θεό ή Τον τρέμει και προσπαθεί να αποφεύγει οτιδήποτε σχετίζεται με Αυτόν, είναι συνήθως  αντικοινωνικός και επιθετικός με τους συνανθρώπους του, δεν σέβεται το φυσικό του περιβάλλον, το δε χειρότερο: μέσα του ζει με ανασφάλειες και άγχη, με θλίψη και μελαγχολία, με ανησυχία και ταραχή, πράγματα που συνιστούν πράγματι ένα είδος κι εδώ κολάσεως. Ο ίδιος ο Κύριος έχει επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος που ελευθερώθηκε από τον διάβολο και δεν προσέχει στη συνέχεια, δέχεται επίθεση δαιμονική, πολύ χειρότερη εκείνης που βίωνε στο παρελθόν. «Το πονηρόν πνεύμα παραλαμβάνει έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού και εισέρχεται εις τον άνθρωπον».

Να ανήκουμε στον Χριστό, να είμαστε του Θεού, μέλη Εκείνου και καλυμμένοι από Εκείνον, στην ψυχή και στο σώμα, και να μας «δουλεύει» ο διάβολος, τούτο συνιστά τη μεγαλύτερη τραγωδία. Τι δικαιολογία άραγε μπορεί να έχουμε; Τον διάβολο όμως τον «τρέφουμε» εμείς με την κακή ζωή μας. Η μόνη λύση και θεραπεία είναι η με δύναμη και αγάπη στροφή προς τον Χριστό. Δηλαδή η εκκλησιοποίηση της ζωής μας.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ Ο ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ

«Ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας (7ος-8ος αἰ.) καταγόταν ἀπ᾽ τήν πόλη τῆς Δαμασκοῦ, ἀπό θεοφιλεῖς γονεῖς, καί ἀποδύθηκε στή μάθηση τῶν γραμμάτων. Ὅταν πατριάρχευε στήν ῾Αγία Πόλη ῾Ιερουσαλήμ ὁ Θεόδωρος, κείρεται κληρικός καί καθίσταται γραμματέας τοῦ Πατριάρχη. Κι ὅταν συγκροτήθηκε Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη, στέλλεται ἀπό αὐτόν γιά νά συμφωνήσει μέ τά ἀποφασισθέντα.  Λόγω τῆς γνώσης καί τῆς ἀρετῆς πού τόν χαρακτήριζαν, ἔγινε Διάκονος τῆς Μεγάλης ᾽Εκκλησίας καί μετά ἀπό λίγο ὀρφανοτρόφος. ᾽Αργότερα ἐκλέχτηκε ᾽Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Πηγαίνοντας στόν τόπο τῆς παροικίας του γιά δεύτερη φορά καί εὑρισκόμενος σέ κάποιο νησί, πού τό λέγαν ᾽Ερεσσό, κοντά στή Μυτιλήνη, ἔφυγε ἀπό τή ζωή αὐτή, ἀφήνοντας στήν ᾽Εκκλησία τοῦ Θεοῦ πάμπολλα συγγράμματα».

Ὁ ἅγιος χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας «ὅλος, φαεινότατος ἀστήρ» (ωδή γ´ κ.α.), πού σημαίνει καταυγάζει τό στερέωμα αὐτῆς μέ τά λόγια του, τά ἔργα του, τίς προσευχές του. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι καί ἡ θέση τῶν ἁγίων: ἔχοντας ἀνοίξει τήν ὕπαρξή τους στόν πανάγιο Θεό, ἔχουν δεχτεῖ τίς λαμπηδόνες τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μέ τόν τρόπο πού τό ἔχει βεβαιώσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου. Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». Οἱ ἅγιοι λοιπόν εἶναι μία φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, κάτι πού τό βλέπουμε ἔντονα καί στόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν ᾽Ανδρέα Κρήτης.

Λάμποντας ὡς ἀστήρ, σημειώνει ὁ ὑμνογράφος, «τέρπει την Εκκλησία, με τα ορθόδοξα δόγματά του και τα αρμονικά μελωδήματά του» (ωδή γ´). Πράγματι, ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας, γιά νά συγκεκριμενοποιήσουμε τήν ἁγιότητά του,  μέ τό δοθέν σ᾽ αὐτόν χάρισμα τῆς γνώσεως,  ἀφενός εἶχε ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ἀπέκτησε δηλαδή τή γνώση Αὐτοῦ - αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς γνώσης στή χριστιανική πίστη: τῆς προσωπικῆς μέθεξης σ᾽ Αὐτόν διά τῆς τηρήσεως τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν - τήν ὁποία γνώση στή συνέχεια ἐξέφρασε ἐν λόγῳ, διά τοῦ ἄλλου χαρίσματος τῆς  σοφίας πού ἐπίσης τοῦ δόθηκε,  καί γι᾽ αὐτό ἀναδείχτηκε στό μεγάλο ἀξίωμα τοῦ κατά Χριστόν θεολόγου. Διότι αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός θεολόγος τῆς ᾽Εκκλησίας: ὄχι ὁ κάτοχος ἑνός πτυχίου Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀλλ᾽ ὁ ἔχων τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ πού μπορεῖ νά τή διατυπώνει μέ τόν λόγο. Ὁ ἅγιος λοιπόν ᾽Ανδρέας μᾶς ἄφησε καταρχάς συγγράμματα δογματικά καί πολλές ὁμιλίες, γενόμενος, κατά τήν ὑμνολογία πάλι, «δογματιστής ἀληθέστατος» (στιχηρό εσπερινού) καί «στηριγμός τῆς εὐσεβείας τῶν δογμάτων τῶν ὀρθῶν» (στιχηρό εσπερινού).

᾽Αλλά πέραν τῶν δογματικῶν κειμένων του ἐκεῖνο πού τόν κατέστησε ἰδιαιτέρως προσφιλή στήν ᾽Εκκλησία εἶναι «τά ἁρμονικά μελωδήματά του». Ὁ ἅγιος ὑπῆρξε μέγας ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας, «προκαλώντας ευχαρίστηση στις καρδιές όλων κάθε φορά με την υμνολόγηση της αγίας Τριάδος, των ταγμάτων των αγίων και της αχράντου Παρθένου» (κάθισμα όρθρου) – την υπεραγία Θεοτόκο μάλιστα «που είναι πάνω από κάθε έπαινο την δοξολογούσε διαρκώς και με μεγάλη σπουδή με ποικίλους επαίνους» (ωδή δ΄). Τό λαμπρότερο ὅμως πόνημά του, μέ τό ὁποῖο κατανύσσει τίς καρδιές τῶν χιλιάδων ὀρθοδόξων πιστῶν κάθε χρόνο, ὁδηγώντας τους στούς σωτήριους δρόμους τῆς μετανοίας, εἶναι ὁ Μέγας Κανών του, πού, ψαλλόμενος τήν Πέμπτη τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀποτελεῖ στήν οὐσία μία σύνοψη ὅλης τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, καί στήν πρώτη ἀποκάλυψή Του, τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά καί στήν τελείωσή της, τήν Καινή Διαθήκη. Όπως σημειώνει και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης στους στίχους του συναξαρίου «Πέθανε και βρήκε μεγάλο στεφάνι των κόπων του ο ποιμένας της Κρήτης, του οποίου έργο ήταν ο μέγας Κανών». ᾽Εκεῖ ὁ ἅγιος γίνεται «ὁ ἀψευδής ἐπαινέτης τῶν Μαρτύρων τῶν ῾Αγίων», «ὁ ἀλείπτης πρός ἐπανάληψιν τῆς ἀρετῆς», ἰδιαιτέρως ὅμως «ὁ ζωγράφος τῆς τοῦ βίου ματαιότητος» (στιχηρό εσπερινού). Μέ τήν παρρησία λοιπόν πού ἔχει στόν Θεό, ὡς ὁδηγός τῆς ὀρθοδοξίας καί διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας καί τῆς σεμνότητος, τόν παρακαλοῦμε νά πρεσβεύει καί γιά ἐμᾶς, νά σωθοῦν οἱ ψυχές μας.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ Ο ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟΣ (ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ)

«῾Ο ἅγιος ῾Υάκινθος καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καί ὑπηρετοῦσε στό βασιλικό τραπέζι τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ. Κατηγορήθηκε ὅμως ὡς χριστιανός, γι᾽ αὐτό καί δόθηκε ἡ ἐντολή νά κτυπηθεῖ σέ ὅλο τό σῶμα του καί νά ριχτεῖ στήν φυλακή. ᾽Εκεῖ μένοντας ἀρκετές ἡμέρες χωρίς φαγητό παρέθεσε τό πνεῦμα του στόν Θεό». 

῎Εχει προταθεῖ ἀπό ὁρισμένους χριστιανούς ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου νά καθιερωθεῖ ὡς ἡ ἑορτή τῶν ἐρωτευμένων σέ ἀντικατάσταση τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Βαλεντίνου (14 Φεβρουαρίου), γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχουν πολλές καί ἀντιφατικές παραδόσεις. Καί τοῦτο βεβαίως ὄχι γιατί ὁ ἅγιος ἔχει καμμία οὐσιαστική σχέση πρός αὐτό πού προβάλλεται ὡς ἀνθρώπινος ἔρωτας, ἀλλά γιατί τό ὄνομά του πού παραπέμπει στό πολύ ὄμορφο καλλωπιστικό φυτό ὑάκινθος, τό κοινῶς ὀνομαζόμενο ζουμπούλι, μέ τό ἔντονο ἄρωμα καί τά πολυάριθμα μικρά ἄνθη του, κυανοῦ, ρόζ ἤ ἄσπρου χρώματος, συνηγορεῖ γιά κάτι τέτοιο. ῾Η σχέση τοῦ ἁγίου πρός τόν ἔρωτα ὑπάρχει, κατά πῶς μᾶς τό θέτει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας του Θεοφάνης ὁ ποιητής, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού συναντᾶμε σέ ὅλους τούς ἁγίους, δηλαδή τήν ἔννοια τοῦ θείου ἔρωτα, τῆς σφοδρῆς ἀγάπης πρός τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό.

Πράγματι, ἡ ὅλη κατά Χριστόν πορεία τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου κατανοεῖται μόνον κάτω ἀπό τήν ὀπτική αὐτή. ῾Η ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τοῦ ἔδωσε τήν δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τήν ὀργή καί τήν μήνη τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτοκράτορα, ἐπιμένοντας ὅτι εἶναι χριστιανός, καί νά ὑποστεῖ φοβερά μαρτύρια μέχρι τῆς τελικῆς ἐκπνοῆς του λόγω ἀσιτίας. «῎Ελεγξες τόν τύραννο, ἀθλοφόρε, πού εἶχε φτάσει σέ κατάσταση μανίας, γιατί ἤσουν ντυμένος ἀπό τόν Χριστό μέ τήν ἀήττητη δύναμή Του» (ὠδή ε´). «᾽Αγάπησες τόν Θεό μέ τήν ψυχή σου σύ, ἀθλητή μακάριε, παλεύοντας μέχρις αἵματος πρός τήν ἁμαρτία καί ἀνατρέποντας τούς ἐχθρούς» (ὠδή η´).

῾Ο ἅγιος ποιητής μάλιστα παίρνει ἀφορμή ἀπό τήν γνωριμία πού εἶχε ὁ ῾Υάκινθος μέ τόν αὐτοκράτορα Τραϊανό, ἀφοῦ ὑπῆρξε θαλαμηπόλος του, γιά νά πεῖ ὅτι τελικῶς ὁ ἅγιος ἦταν ὁ ἀληθινός αὐτοκράτορας, γιατί ἀκριβῶς μέ τόν εὐσεβή λογισμό τῆς πίστεως πού εἶχε ἔγινε αὐτοκράτορας τῶν παθῶν του, τρεφόμενος ἀπό τόν θεϊκό λόγο καί ὄχι ἀπό τήν τροφή τῶν παρανόμων. «Αὐτοκράτορα φέρων τῶν παθῶν ἀριδήλως τόν εὐσεβῆ λογισμόν, τροφήν τῶν παρανόμων κατέπτυσας, παμμάκαρ, θείῳ λόγῳ τρεφόμενος» (ὠδή ζ´). Κι εἶναι πολύ σημαντική ἡ παρατήρηση τοῦ Θεοφάνη, γιατί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὅταν ὁ μάρτυρας δέχεται τό ὅποιο μαρτύριο εἴτε ὡς κτύπημα εἴτε ὡς στέρηση, τήν ἴδια ὥρα ὁ Κύριος μέ μυστικό τρόπο ἔρχεται καί λειτουργεῖ σ᾽ αὐτόν ἀντιστοίχως εἴτε ὡς θεϊκό χάδι εἴτε ὡς πλήρωση καί τροφή. Πρόκειται γιά πραγματικότητα πού δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, γιατί ἰσχύει γενικότερα: κάθε ὑπομονή πού κάνουμε στήν ζωή μας τήν ὥρα τῆς ὅποιας δοκιμασίας μας, ἐνῶ φαίνεται ὅτι ὑφιστάμεθα μία ταλαιπωρία καί ἕνα βάσανο, ὁ Κύριος εἶναι παρών καί τήν δοκιμασία τήν μεταποιεῖ σέ εὐλογία.

῾Ο ἐκκλησιαστικός ποιητής δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ἀξιοποιήσει καί τό ὄνομα τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου. ᾽Αφενός μᾶς προτρέπει νά τοῦ πλέξουμε στεφάνι μέ τούς ὕμνους ἀποτελούμενο ἀπό ἀμαράντινους ὑακίνθους («῾Υακίνθῳ σήμερον ἐξ ὑακίνθων ἀμαράντων πλέξωμεν στέφανον πάντες οἱ πιστοί») (κοντάκιο), ἀφετέρου μᾶς μεταφέρει στήν θριαμβεύουσα ᾽Εκκλησία, τήν ᾽Εκκλησία τῶν πρωτοτόκων, δίνοντάς μας τήν εἰκόνα τῆς θέσης τοῦ ἁγίου μάρτυρα ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἁγίους. «Σάν ὄμορφο ζουμπούλι λάμπρυνες τήν θεία σκηνή, σάν ἐκλεκτό ζωηρό κόκκινο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀθλήσεώς σου ἔγινες ἀφιέρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν πρωτοτόκων» (ὠδή ς´). Κι ἀκόμη: θεωρεῖ ὁ ποιητής τόν ἅγιο μάρτυρα σάν διαυγή καί πολύτιμο  λίθο τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, γιατί μέ τήν «εἰλικρίνεια τῆς ψυχῆς του καί τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ του» (ὠδή ζ´) ἔγινε φωτεινό κατοικητήριο τοῦ  Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. («῎Ωφθης διαυγείᾳ τοῦ Πνεύματος, ὥσπερ λίθος διαυγής τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ») (στιχηρό ἑσπερινοῦ). («Σέ τόν διαυγείᾳ μαρτυρικῇ πολύτιμον λίθον γεγονότα θείου ναοῦ») (ὠδή α´).

῾Ο ἅγιος ῾Υάκινθος γιά τόν Θεοφάνη θεωρεῖται καί ὡς πρότυπο ἰδιαιτέρως τῆς νεότητας. Γιατί νέος καθώς ἦταν ὁ ἅγιος φανέρωσε ἐκεῖνο πού τιμᾶ τήν νεότητα καί τήν διακρατεῖ πάντοτε ἀνθοφοροῦσα: τήν γενναιότητα τοῦ νοῦ καί τήν φρόνηση καί σύνεση τῶν μεγάλων. Πού σημαίνει: δέν δίνει ἀξία σέ ἕναν νέο ἀπό μόνη της ἡ νεότητά του. Κι αὐτή θά παρέλθει πολύ γρήγορα. ῾Η νεότητα τῆς καρδιᾶς μετράει κατεξοχήν, γιατί αὐτή παραμένει ἐσαεί. «᾽Απέδειξες, μάρτυς ἀθλοφόρε, τό νεανικό τῆς ἡλικίας σου καί τό γενναῖο τῆς διανοίας σου, καθώς πάλεψες μέ ἀνδρεία κατά τῆς πλάνης ὑπέρ Χριστοῦ» (ὠδή α´). «᾽Ενῶ ἤσουν νέος, φάνηκες νά ἔχεις καθαρά φρόνηση μεγάλου, μάρτυς Χριστοῦ, καί νά κοσμεῖσαι ἀπό σύνεση» (ὠδή γ´).

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΕΣΘΗΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΝ ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΣ

 

«Δύο πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος που ήταν αδέλφια, πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν έφτασαν στην Παλαιστίνη. Ευρισκόμενοι στη Γαλιλαία και βρίσκοντας την τιμία Εσθήτα της Θεοτόκου να τιμάται από κάποια Εβραία γυναίκα, σκέφτηκαν να της την πάρουν. Λοιπόν, όταν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησαν κάθε άγιο τόπο, παρήγγειλαν και έφτιαξαν μία όμοια σορό μ’  εκείνην που ήταν κατατεθειμένη η τιμία Εσθήτα της Θεομήτορος, οπότε κατά την επάνοδό τους έβαλαν τη δική τους άδεια σορό στη θέση της άλλης της Εβραίας γυναίκας. Παίρνοντας λοιπόν με τον τρόπο αυτόν το θείο και ιερό ένδυμα επέστρεψαν στον τόπο τους. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη απέθεσαν τη σορό με την Εσθήτα της Θεοτόκου στο προάστιό τους που ονομαζόταν Βλαχέρνες, έχοντας ως σκοπό να κρύψουν τον θησαυρό. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να το κατορθώσουν, το φανέρωσαν στον Βασιλιά, ο οποίος όταν άκουσε τι έγινε γέμισε από άφατη χαρά κατασπαζόμενος την ιερά Εσθήτα, κι όχι μόνο αυτό αλλά οικοδόμησε και ναό στο προάστιο των Βλαχερνών, μέσα στον οποίο κατέθεσε την αγία σορό. Εκεί λοιπόν τώρα ευρισκόμενη η τιμία αυτή σορός, μέχρι και τώρα αποτελεί το φυλακτήριο της πόλεως και  τη σωτηρία από τις νόσους και τους εχθρούς».  

Το αποτέλεσμα μίας «κλεψιάς» εορτάζει κατ’  ουσίαν σήμερα η Εκκλησία μας. Μίας κλεψιάς που έχει όμως ιερό χαρακτήρα – έγινε κατ’  ευδοκίαν Θεού -  αφού η Εσθήτα (ή Μαφόρι) της Παναγίας, όπως και η τιμία Ζώνη της, ανήκουν σ’  εκείνους που τιμούν την Παναγία και την αποδέχονται ως την κατεξοχήν Μοναδική γυναίκα στον κόσμο, διαχρονικά και παγκόσμια, που καμία άλλη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της, αφού δι’  αυτής ήλθε ως άνθρωπος ο Υιός του Θεού στον κόσμο. Μόνον με άλλα λόγια εκείνος που πιστεύει στον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο μπορεί να πιστέψει και την ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση της Πανάγνου Μαριάμ -  Χριστός και Παναγία Μητέρα Του πάντοτε συνθεωρούνται – οπότε και να τιμήσει οτιδήποτε σχετίζεται μ’  Αυτήν, είτε είναι η Ζώνη της είτε είναι η Εσθήτα της. Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, γι’ αυτό, δεν προβληματίζεται καθόλου για την ηθική ποιότητα της πράξεως των δύο πατρικίων αδελφών. Την θεωρεί ως εκ Θεού γενομένη, τόσο που την παραλληλίζει με τον χιτώνα του Κυρίου. Όπως, λέει στον στίχο του συναξαρίου, ο Θεός θέλησε ο χιτώνας Του να βρεθεί στα χέρια των δημίων Του φρουρών κάτω από τον Σταυρό Του, έτσι και η Εσθήτα της Παναγίας να βρεθεί στη Χριστοφρούρητο πόλη, την Κωνσταντινούπολη και δη στο προάστιό της τις Βλαχέρνες.

Απόδειξη βεβαίως της ευδοκίας του Θεού για την «παράνομη» ανθρωπίνως, αλλ’ έννομη θεϊκώς πράξη της μεταφοράς της σορού είναι τα άπειρα θαύματα που «σαν να τρέχουν ποτάμια» (κάθισμα όρθρου) γίνονται από τότε και μετέπειτα, καθώς μάλιστα παραμένουν αδιάφθορα από την επίδραση του χρόνου (απολυτ.). Όχι μόνο μεμονωμένα οι πιστοί ντύνονται τη δύναμη και τη χάρη της Θεοτόκου, αλλά και η Κωνσταντινούπολη δια της τιμίας σορού την έχει ως φρουρό και τείχος της (στιχ. εσπ., κ.α.).  Και ποια η αιτία για τη μεγάλη αυτή δύναμη και χάρη που κέκτηνται η Εσθήτα και η Ζώνη της Θεοτόκου; Πρώτον, το γεγονός ότι τα φόρεσε Εκείνη η Πρώτη και Μοναδική, η χάρη της Οποίας μεταγγίστηκε και στα ενδύματά της, τόσο που η κατοχή αυτών Εκείνην προβάλλει – τιμώντας την Εσθήτα και τη Ζώνη την Παναγία τιμάμε. «Ο ναός σου, Δέσποινα, που έχει το ιερό μαφόριό Σου ως θησαυρό αγιάσματος, κάθε φορά αγιάζει όλους εμάς που προστρέχουμε σε Σένα και Σε μακαρίζουμε κατά χρέος» (απόστ. εσπ.).

Και δεύτερον, γιατί με την Εσθήτα αγιάζεται και ο πιστός λαός, ο οποίος έρχεται σ’ επαφή, και «υλικά», με τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό: ο χιτώνας αυτός τύλιξε ως βρέφος και τον Κύριο! «Καθαγίασες την ιερή Εσθήτα λόγω της επαφής της μ’ Αυτόν που ήλθε ως άνθρωπος επί της γης για χάρη μας, όπως κι επειδή τύλιξες μ’ αυτήν το σώμα σου, Παρθένε. Μ’ αυτήν την Εσθήτα αγιάζεις όλους τους δούλους σου που σε υμνολογούμε» (ωδή α΄) – ο «υλισμός» της χριστιανικής πίστεως προβάλλεται κατά απόλυτο θα λέγαμε τρόπο, κάτι που παραπέμπει προς ιδιαίτερη θεμελίωση και στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, όπου και τα ενδύματά Του «μεταποιήθηκαν» και έγινα λευκά σαν το χιόνι!

Είναι πολύ συγκινητική η ιστορική αναφορά ότι και Βασιλείς δέχτηκαν πλούσια την ίαση και τη χάρη της Θεοτόκου διά της Εσθήτος και της Ζώνης της (βλ. την αντίστοιχη εορτή της 31ης Αυγούστου), με τη βασική σημείωση βεβαίως ότι η προσέγγισή τους γίνονται με πίστη και με καθαρότητα νου, που θα πει από εκείνους που μέσα στην Εκκλησία αγωνίζονται τον πνευματικό αγώνα, συλλειτουργώντας με τους Αγγέλους! Όπως το σημειώνει το δοξαστικό του εσπερινού και όχι μόνο: «Αφού καθαρίσουμε τις φρένες και τον νου μας, ας πανηγυρίσουμε και εμείς μαζί με τους Αγγέλους».  

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΟΙ ΕΚ ΡΩΜΗΣ

Μέσα στό πλῆθος τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων, πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔχει στό ἑορτολόγιό της, εἶναι καί οἱ σήμερον ἑορταζόμενοι, Κοσμᾶς καί Δαμιανός οἱ ἀπό Ρώμης, γιά νά διακρίνονται ἀπό τούς ἄλλους ᾽Αναργύρους τούς προερχομένους ἀπό τή Μ. ᾽Ασία.

«Αὐτοί ζοῦσαν στή Ρώμη, ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Καρίνος, ἰατροί στό ἐπάγγελμα, πού παρεῖχαν ἀμισθί τίς ὑπηρεσίες τους, θεραπεύοντας ἀνθρώπους καί κτήνη, μέ  μόνη ῾ἀπαίτησή᾽ τους τήν ὁμολογία καί πίστη τῶν θεραπευθέντων ἀνθρώπων στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Διαβλήθηκαν ὅμως στόν βασιλιά ὅτι τίς θεραπεῖες τίς ἐπιτελοῦν μέ τήν τέχνη τῆς μαγείας, κι ἐπειδή ὁδηγοῦνταν ἄλλοι γιά χάρη τους στόν βασιλιά, οἱ ἴδιοι παρέδωσαν τούς ἑαυτούς τους. Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνον βεβαίως δέν πείστηκαν νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, ἀλλά καί τόν Καρίνο ἀπήλλαξαν ἀπό τή δυσσέβειά του, ὅταν πρόσφεραν τήν ἴαση καί σ᾽ ἐκεῖνον. Διότι τήν ὥρα πού τούς ἀνέκρινε καί τούς ἀπειλοῦσε γιά νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους, ἡ θέση τοῦ προσώπου του ἄλλαξε θέση καί τό κεφάλι του ἔγειρε πρός τά πίσω, ὁπότε οἱ ἅγιοι τόν θεράπευσαν, γεγονός πού ἔκανε τούς παρευρισκομένους νά πιστεύσουν στόν Χριστό. Καί μαζί μέ αὐτούς ὁμολόγησαν τήν πίστη στόν Χριστό  καί ὁ βασιλιάς μέ ὅλους τούς οἰκείους καί συγγενεῖς του, κι ἀκόμη περισσότερο,  μέ τιμές πιά ἔστειλε πίσω τούς ἁγίους στό σπιτικό τους. Ὕστερα ὅμως ἀπό αὐτά, αὐτός πού ἐπιστατοῦσε τήν ἰατρική τους τέχνη, τούς φθόνησε, γι᾽ αὐτό, κι ὅταν τούς ἀνέβασε σ᾽ ἕνα βουνό, τάχα γιά συλλογή ἰατρικῶν βοτάνων, τούς ἐπιτέθηκε καί μέ λίθους τούς σκότωσε».

ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ἀφενός δέν φείδεται ἐπαίνων, προκειμένου νά προβάλει τό μέγεθος τῆς ἁγιότητάς τους – «οὐρανοπολῖται», «θεόφρονες», «δυάς ἱερά», «φωταυγής ξυνωρίς», «ὧν καί μόνα τά ὀνόματα νόσους ἐκ βροτῶν ἀπελαύνουσι» κ.π.. -  ἀφετέρου τονίζει μέ πολλές εἰκόνες καί ἀναφορές τά βασικά στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν βιοτῆς τους. Μία ἀπό τίς πολλές ἀναφορές πού φωτίζει μέ συνοπτικό τρόπο τήν πορεία τῆς ἁγιότητάς τους εἶναι καί αὐτή πού ἐπισημαίνει: «διά πάντων (οἱ ἅγιοι) ὑπήκοοι γενόμενοι Χριστῷ ἐν παρρησίᾳ πρεσβεύουσιν ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».  Οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καί Δαμιανός δηλαδή  ἅγιασαν, πού σημαίνει δέχτηκαν στήν ὕπαρξή τους ὅλη τήν ἁγία Τριάδα, «Πνεύματι θείῳ χρυσωθέντες», διότι ἀποφάσισαν στή ζωή τους νά κάνουν ὑπακοή στόν Χριστό. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἁγιασμοῦ, κατά τήν πίστη μας, ζωντανῆς σχέσης δηλαδή μέ τόν Θεό,  πέραν τῆς ὑπακοῆς σέ ὅ,τι ὁ Χριστός ἐπιτάσσει καί παρακαλεῖ.  «Δεῦτε ὀπίσω μου». «Χριστός ἔπαθεν ὑπέρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (Απ. Πέτρος).

Ποιά τά σημάδια τῆς ὑπακοῆς στόν Χριστό; Μά τίποτε ἄλλο, πέρα ἀπό αὐτά πού βλέπουμε στή ζωή τοῦ ῎Ιδιου: τήν ἀγάπη στόν ἄνθρωπο καί τήν ταπείνωση. Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν κυριολεκτικά τή συνωνυμία τῆς ἀγάπης. Ὅπου ὑπῆρχε νόσημα καί πρόβλημα, ἐκεῖ καί ἡ παρουσία τους λειτουργοῦσε ἰαματικά καί θεραπευτικά, πάντοτε εἰς εὐεργεσίαν. Κι ὄχι μόνον ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ, ἀλλά καί μετά θάνατον. Κι ἡ ἀγάπη τους αὐτή, ὡς συνέχεια τῆς ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐνεργοῦσε καί σέ ἀνθρώπους καί σέ κτήνη: «ἀνθρώποις τε καί κτήνεσι, τάς εὐεργεσίας μετέδωκαν». Ἡ ζωή τους πράγματι ἀποτελεῖ ὑπομνηματισμό τῆς ἐπισήμανσης τοῦ ὁσίου ᾽Ισαάκ τοῦ Σύρου περί τοῦ τί εἶναι ἡ ἐλεήμων καρδία. «Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως...». Ἡ ἀγάπη τους αὐτή ἀπό τήν ἄλλη ἐπιβεβαιωνόταν ὅτι ἦταν καθαρή, ξένη ἀπό προσμείξεις ἐγωϊσμοῦ, λόγω τῆς μεγάλης ταπείνωσής τους. Οἱ ἅγιοι ποτέ δέν κόμπασαν γιά τά κατορθώματά τους, γιά τά θαύματα πού γίνονταν διαρκῶς μέσω αὐτῶν. Διότι γνώριζαν ὅτι ἦταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἔδινε τή συγκεκριμένη δύναμη. Γι᾽ αὐτό καί ὑμνολογία μας σημειώνει: «Μεγάλων ἀξιωθέντες δωρεῶν πανεύφημοι, ἐν ταπεινότητι βίου ἐν τῇ γῇ ἐπολιτεύσασθε» (Ἐνῶ ἀξιωθήκατε μεγάλων δωρεῶν, πανεύφημοι, πολιτευτήκατε στή γῆ μέ ταπεινότητα βίου).

Τό ἀποτέλεσμα μίας τέτοιας ἁγίας βιοτῆς εἶναι πάντοτε τό ἴδιο: ἡ παρρησία πού ἔχουν οἱ ἅγιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας. Παρρησία, δύναμη καί θάρρος δηλαδή μπροστά στόν Θεό,  γιά νά πρεσβεύουν ἀδιάκοπα γιά μᾶς, πού χειμαζόμαστε ἀκόμη στό πέλαγος τοῦ βίου αὐτοῦ. Εἶναι ἡ ὑπόσχεση πού ἔχει δώσει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅτι ἐκεῖνος πού θά Τόν ἀκολουθεῖ μέ συνέπεια, θά γίνεται ἕνα μ᾽ Αὐτόν καί θά δέχεται φανερά τίς  δυνάμεις Του. Οἱ ἅγιοι γίνονται κατά κάποιο τρόπο παντοδύναμοι, λόγω τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ», πού λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κυρίως ὅμως τονίζουν τήν ἀλήθεια αὐτή τά λόγια τοῦ Κυρίου: «᾽Εάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὅ ἐάν θέλῃτε αἰτήσασθε, καί γενήσεται ὑμῖν».

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

ΜΠΗΚΕ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΝΑΝΙΑ (ΚΟΥΣΤΕΝΗ)



Μόλις μπήκε σε κυκλοφορία το νέο βιβλίο των εκδόσεων "ἀκολουθεῖν" που αναφέρεται στον μεγάλο Γέροντα Ανανία Κουστένη. 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογικό
1. Βιογραφικό σημείωμα για τον Γέροντα Ανανία
2. Μικρό Γεροντικό για τον Γέροντα Ανανία
3. Θεολογική προσέγγιση λόγων του Γέροντα Ανανία (14 κείμενα)
4. Επίμετρο (Μητρ. Σιγκαπούρης Κωνσταντίνου):
 "Ο ιερέας που έκανε τα Εξάρχεια να μοιάζουν μια αγκαλιά"

Σελίδες βιβλίου (19Χ14): 192.
Σε όλα τα εκκλησιαστικά και τα κεντρικά βιβλιοπωλεία.