Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Ο άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε περί το 240 και έγινε γνωστός για πρώτη φορά από τη συμμετοχή του στην Α´ Οικουμενική Σύνοδο (325), εκπροσωπώντας ως πρεσβύτερος τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως άγιο Μητροφάνη, ο οποίος αδυνατούσε να παρευρεθεί λόγω γήρατος. Τον άγιο Αλέξανδρο, προχωρημένο και αυτόν στην ηλικία, πρότεινε ο άγιος Μητροφάνης ως διάδοχό του στον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι που έγινε, οπότε και μένοντας στο αξίωμα πια του αρχιεπισκόπου επ᾽ αρκετόν, ετελεύτησε σε ηλικία 98 ετών. Αγωνίστηκε πάρα πολύ για την ορθόδοξη πίστη και μάλιστα για όσα απεφάσισε η Α´ Οικουμενική Σύνοδος κατά της αίρεσης του αρειανισμού, ενώ αντιμετώπισε τον ίδιο τον αιρεσιάρχη Άρειο στα μετά την καταδίκη του. Προσευχόμενος μάλιστα έντονα να δώσει λύση ο Κύριος στην επάνοδο του Αρείου, είδε αυτός και όλοι στην Κωνσταντινούπολη ότι τελικώς ο Άρειος έτυχε κακού τέλους, τέτοιου που έκανε μεγάλη αίσθηση και έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων για πολύ καιρό. Εκτός από τους αγώνες του για την ορθοδοξία, έδρασε και στον τομέα της ιεραποστολής, όπως και άφησε παράδειγμα αρίστου ποιμένος στην Εκκλησία. Η δύναμη του λόγου του και της προσευχής του ήταν μεγάλη, όπως είπαμε,  κάτι που επίσης φάνηκε και σε έναν διάλογο με φιλοσόφους αιρετικούς, κατά τον οποίο, πριν ξεκινήσει την ομιλία του ένας φιλόσοφος, ο άγιος του είπε: ῾Στο όνομα του Χριστού, να μην μπορείς να πεις λέξη᾽. Και ώ, του θαύματος! Το στόμα του φιλοσόφου κλείστηκε, μη μπορώντας να αρθρώσει ούτε λέξη. Στη μνήμη της Εκκλησίας ο άγιος Αλέξανδρος έμεινε ως σημείο αναφοράς πίστεως και αγίας ζωής, γεγονός που επισημαίνει αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε ομιλία του, λέγοντας ότι τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως κόσμησαν άνθρωποι σπουδαίοι, σαν τον σήμερα εορταζόμενο άγιο». 

Ο άγιος Αλέξανδρος μπορεί να μην ανήκει στους οικουμενικούς πατέρες και δασκάλους της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Αθανάσιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Βασίλειο κλπ., όμως αποτελεί και αυτός αστέρα πρώτου μεγέθους στο στερέωμα της Εκκλησίας. Ήδη στο συναξάρι του προηγουμένως αναφέρθηκε η δύναμη του λόγου του και η αγία βιοτή του, κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην ήταν από αυτούς του Πατέρες που έδωσαν άμεσα και με έκτακτο φωτισμό του αγίου Πνεύματος τη λύση στα δογματικά προβλήματα της Εκκλησίας, όμως ήταν από εκείνους που με φωτισμό του ίδιου Πνεύματος κατανόησαν αμέσως και διέκριναν την πλάνη από την αλήθεια, την οποία έπειτα υπερασπίστηκαν με πάθος και ζήλο. Ο αγώνας του για την αλήθεια της πίστεως είχε επίγνωση ότι ήταν αγώνας για τη διακράτηση του αληθινού Χριστού, άρα για τη σωτηρία του ανθρώπου: την ένταξη του ανθρώπου στο σώμα Εκείνου, την πραγματική δηλαδή παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου.

Προϋπόθεση του φωτισμού του για τη διάκριση της πλάνης από την αλήθεια ήταν ο όλος πνευματικός του αγώνας. Ο άγιος Αλέξανδρος δεν έφτασε σ᾽ αυτό το σημείο φωτισμού ξαφνικά και ῾ως έλαχε᾽. Κατά τον άγιο υμνογράφο του ῾μυστιπόλος της άνω, υπερθέου Τριάδος ώφθης πανένδοξε, αγνώς ταύτην λατρεύων᾽, δηλαδή φάνηκες πανένδοξε, να ζεις στην καρδιά σου την υπέρθεη αγία Τριάδα, λατρεύοντάς την με τρόπο αγνό, που σημαίνει ότι ο άγιος βρισκόταν διαρκώς πάνω στις εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να έχει γίνει κατοικητήριο του Θεού, αναπέμποντας διαρκώς ύμνους και δοξολογίες προς Αυτόν. Μόνον ένας που ζει με αδιάκοπη προσευχή και τηρεί τον νόμο του Θεού, φωτίζεται έντονα από Αυτόν, ώστε να έχει το χάρισμα της διακρίσεως. Κι αλλού ο ποιητής θα τονίσει με άλλον τρόπο την παραπάνω αλήθεια: ῾Έννομος γενόμενος, ο θείος όντως φοιτητής σου, και σοις ζωηφόροις λόγοις, πειθαρχήσας Αλέξανδρος, Ιεράρχης πεφηνώς, Κύριε, όσιος, πράος, σώφρων, νυν επαξίως μακαρίζεται᾽. Κύριε, ο Αλέξανδρος, ο πράγματι θείος φοιτητής σου, που ζούσε σύμφωνα με τον νόμο σου και πειθαρχούσε στα δικά σου ζωηφόρα λόγια, αποδείχτηκε Ιεράρχης όσιος, πράος, σώφρων, γι᾽ αυτό και τώρα μακαρίζεται επάξια.

Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί παράδειγμα για τους πιστούς,  όπως όλοι βεβαίως οι άγιοι, ιδιαιτέρως όμως για την εποχή μας, εποχή υποχώρησης στην πίστη, με έντονα τα σημάδια γι᾽ αυτό του ατομισμού, της δειλίας και της ανασφάλειας. Η μεγάλη του πίστη, το θάρρος και ο ζήλος του για την ομολογία της πίστεως αυτής, συνδυασμένα όμως με την αγία ζωή του, ζωή αγάπης προς τον συνάνθρωπο -  πρότυπο καλού ποιμένος, είπαμε, ήταν άλλωστε – τον κάνουν ορόσημο για εμάς. Κατεξοχήν δε αποτελεί παράδειγμα η έκφραση της ζωντανής πίστεώς του, με την  αδιάλειπτη και ζωντανή προσευχή του. Στον άγιο Αλέξανδρο, μάλλον και σ᾽ αυτόν τον άγιο, διαπιστώνουμε ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε υποσχεθεί: ῾εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γενήσεται υμίν᾽. Να μένουμε ενωμένοι με τον Χριστό, ως μέλη Του μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να κρατάμε τις άγιες εντολές Του, και θα βλέπουμε την παντοδυναμία του Χριστού να διοχετεύται και σε εμάς, όπως και στον άγιο σήμερα.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

«Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄Κορ. 16, 14)

      Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους πιστούς της Κορίνθου στην πρώτη του προς αυτούς επιστολή δίνει τις τελευταίες του συμβουλές. Ήδη έχει δώσει απαντήσεις σε πολλά θέματα που τον είχαν ερωτήσει, ήδη έχει εξηγήσει διά μακρών την ενότητα που πρέπει να έχουν μεταξύ τους οι πιστοί ως μέλη Χριστού, και θέλει τελειώνοντας την επιστολή του να τους δώσει κάτι ως σύνθημα, ώστε εύκολα να το απομνημονεύσουν και να το έχουν προ οφθαλμών τους πάντοτε ως γραμμή πορείας τους που θα τους κρατάει πάνω στην πίστη του Χριστού και τη σχέση τους με Εκείνον και μεταξύ τους. «Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, κραταιούσθε. Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω». Λέξεις δυνατές που η καθεμία ενεργοποιούμενη συναντά την άλλη και κάνει τον άνθρωπο να ζει τη ζωντανή παρουσία του Χριστού μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Κι ιδίως η τελευταία του προτροπή «Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω».

      1. Πρόκειται για το επιστέγασμα όλης της χριστιανικής πίστης και ζωής. Και η εγρήγορση και η σταθερότητα εν τη πίστει και η κραταίωση είναι πολύ σπουδαίες αρετές, χωρίς τις οποίες πράγματι δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός. Αλλά η αγάπη αποτελεί τον σκοπό και το κέντρο όλων.

Τι νόημα έχει η εγρήγορση, αν δεν συνιστά κινητοποίηση της ύπαρξης για να είναι κανείς εν αγάπη; Διότι στην αγάπη βρίσκει κανείς τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Είμαι σε εγρήγορση σημαίνει έχω ξύπνιες όλες μου τις πνευματικές αισθήσεις, για να μη βρει έδαφος να αναπτυχθεί οτιδήποτε θα με στερήσει από την αγάπη ή θα μου μειώσει την αγάπη. Διότι έτσι θα χάσω τη σχέση μου με τον Θεό. Σαν αυτό που λέει ο Κύριος στην παραβολή των δέκα παρθένων: μην έλθει ξαφνικά ως νυμφίος χωρίς να έχω λάδι στη λαμπάδα μου. Θα μείνω εκτός νυμφώνος. Και το λάδι είναι βεβαίως η αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο.

Τι νόημα έχει η πίστη και η επιμονή σ' αυτήν, αν δεν είναι στάση πάνω στην αγάπη; Ο ίδιος απόστολος θα σημειώσει αλλού ότι η πίστη είναι ζωντανή μόνον εκεί που υπάρχει αγάπη. «Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη». Μία πίστη έτσι χωρίς αγάπη, χωρίς να θεωρείται δρόμος προς αυτήν, δεν έχει νόημα. Κι όχι μόνον δεν έχει νόημα, αλλά μπορεί να θεωρείται και ως κάτι δαιμονικό. Διότι και «τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι». Γι' αυτό και προβληματίζεται κανείς σοβαρά και θλίβεται όχι λίγο όταν βλέπει ανθρώπους να διακατέχονται από πίστη, και μεγάλη μάλιστα, που τους κάνει όμως να αγριεύουν και να είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνάνθρωπό τους, ιδίως τον αντίθετο προς τις δικές τους απόψεις και πεποιθήσεις. Πρόκειται βεβαίως για τους ανθρώπους που η πίστη σε αυτούς λειτουργεί ως ιδεολογία και που οδηγεί δυστυχώς στους διαφόρους φονταμενταλισμούς. Και δεν εννοούμε μόνο τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών, που εκείνοι έτσι κι αλλιώς έχουν κάποια δικαιολογία αφού δεν έχουν την πίστη του Χριστού, αλλά και τους πιστούς που θέλουν να πιστεύουν ότι ανήκουν στον Χριστό. Να πιστεύω όμως στον Χριστό και να μην έχω την αγάπη Του που αποτελεί την ενεργοποίηση της πίστης είναι όχι μόνο σόλοικο, αλλά όπως είπαμε και δαιμονικό.

Τι νόημα έχει επίσης μία κραταίωση, μία δύναμη του ανθρώπου χωρίς και πάλι την αγάπη; Θα είναι μία δύναμη καταστροφική για τους άλλους και για τον ίδιο μας τον εαυτό ως ενεργοποίηση των παθών μας και επιρροής δαιμονικής. Για την πίστη μας, όπως το εννοεί και απόστολος, δύναμη θετική και ευεργετική υπάρχει εκεί που υφίσταται αγάπη. Όταν αγαπάς, τότε είσαι δυνατός. Διότι το εξηγήσαμε: εκεί ενεργοποιείται η παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και την όλη ύπαρξή του. Μιλάμε λοιπόν για μία δύναμη χαρισματική που κάνει τον άνθρωπο πρωτίστως να ελέγχει τους λογισμούς και τα πάθη του και να προσφέρεται θυσιαστικά προς όλους τους συνανθρώπους του. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», θα πει και πάλι ο απόστολος Παύλος. Γίνομαι πανίσχυρος με τον Χριστό που με δυναμώνει. Και φθάνει η δύναμη αυτή να φανερώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή έντασή της εκεί που υπάρχει ασθένεια και εξωτερική αδυναμία. Αυτή είναι η παραδοξότητα της αληθινής πίστης: να φαίνεσαι αδύναμος και να έχεις την παντοδυναμία του ίδιου του Χριστού. «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί». Σαν τον Κύριο Ιησού Χριστό που η παντοδυναμία Του φανερώθηκε απόλυτα επάνω στον Σταυρό. Εκεί που εξωτερικά φαινόταν αδύναμος, εκεί στην πραγματικότητα λειτουργούσε η παντοκρατορική Του εξουσία που έλκυε προς Αυτόν τους ανθρώπους, εκεί φανερωνόταν η θεϊκή Του δόξα. «Όταν υψωθώ από της γης, πάντα ελκύσω προς εμαυτόν». Είμαι λοιπόν δυνατός ευεργετικά για εμένα και τους άλλους, μόνον όταν βρίσκομαι εν αγάπη.

      2. Η αγάπη λοιπόν είναι η συγκεφαλαίωση όλων των αρετών. Χωρίς αυτήν τα πάντα μένουν μετέωρα, έστω κι αν φαίνεται ότι επιτελούμε τις άλλες αρετές. Κι ο απόστολος είναι σαφής: «π ά ν τ α - δηλαδή ό,τι κάνετε και πάντοτε - υμών εν αγάπη γινέσθω». Δεν υπάρχουν διακοπές στη στάση πάνω στην αγάπη. Δεν μπορώ τώρα να αγαπώ και λίγο αργότερα με όποια δικαιολογία να διαγράφω την αγάπη. Είτε πρόκειται για τους λογισμούς μας είτε για τα λόγια μας είτε για την όλη συμπεριφορά μας η αγάπη πρέπει να βρίσκεται ως η κινητήρια δύναμή μας που θα διαπερνά την όλη ύπαρξή μας. Διότι όπως εξηγήσαμε μόνον όπου υφίσταται αγάπη υπάρχει και η παρουσία του Θεού. Το ζητούμενο δηλαδή στη ζωή μας είναι η αδιάκοπη σχέση μας με τον Θεό. Εκείνον θέλουμε να κρατήσουμε, για να μη χάσουμε την ολότητά μας ως μέλη Του. Το σκεπτικό με άλλα λόγια είναι απλό: ως βαπτισμένοι στο όνομά Του και μέλη του αγίου σώματός Του μένουμε ενωμένοι μαζί Του, μόνον όταν βρισκόμαστε στον τρόπο της δικής του ζωής, δηλαδή την αγάπη. Τότε διακρατείται ακέραιο το ένδυμά μας, ο Ίδιος δηλαδή, χωρίς να το σκίζουμε και να το καταστρέφουμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Η αδιάκοπη χωρίς παύσεις σχέση μας με τον Χριστό ως ζητούμενο της ζωής μας είναι κάτι άλλωστε που ο Κύριος το είχε τονίσει καθαρά: αν δεν είμαστε μαζί Του είμαστε εναντίον Του. «Ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστί και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει». Δεν μπορώ συνεπώς πότε να είμαι με τον Χριστό και πότε όχι. Καλούμαστε εμείς να κάνουμε υπακοή σ' Εκείνον και όχι Εκείνος σε εμάς.

      3. Είναι ευνόητο έτσι ότι πρώτον δεν υπάρχουν δικαιολογίες που απλώς ικανοποιούν τα πάθη και τον εγωισμό μας. Κι εχθρός να είναι ο άλλος απέναντί μας και μύρια προβλήματα αν θέτει στην πορεία μας κι αν αδικίες υφιστάμεθα καθημερινώς από αυτόν, δεν δικαιολογούμαστε για να άρουμε την αγάπη μας. Καλούμαστε να κρατάμε την αγάπη του Χριστού και των αγίων μας, που θα πει να κρατάμε την αγάπη και προς τον εχθρό μας. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς» (ο Κύριος). «Διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; Τούτο γαρ χάρις, ει αδικούμενοι αγαθοποιείτε» (απ. Πέτρος). Και δεύτερον μπορούμε να κρατήσουμε τη χαρισματική αυτή αγάπη μόνον ως μέλη Χριστού, δηλαδή ενταγμένοι μέσα στην Εκκλησία και ενισχυόμενοι από τα μυστήρια και τις προσευχές αυτής. Κανείς με άλλα λόγια μόνος του, στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις δεν έχει την ισχύ να ζήσει σωστά την αγάπη. Θα τον νικήσει ο εγωισμός του και η θεωρούμενη ανθρώπινη αίσθηση δικαιοσύνης. Μόνον με τον Χριστό και τη δύναμη που μας δίνει από τα μυστήριά Του της Εκκλησίας μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού.

      Ο απόστολος Παύλος δεν απευθύνεται στους Κορινθίους και διαχρονικά σε όλους τους πιστούς για να εκπληρώσει ευγενικά ένα τυπικό καθήκον. Τα λόγια του είναι ο καρπός της αγωνιώσας από ποιμαντική ευθύνη και αγάπη καρδιάς του: γράφει ό,τι τον φωτίζει ο Θεός, «κατ' ενώπιον Αυτού», ώστε να βοηθήσει τους πιστούς στην απόκτηση της αιώνιας σωτηρίας τους. Και λέει σε όλους μας. Να είστε πάντοτε πνευματικά ξύπνιοι, όλο μάτια, να στέκεστε στην πίστη, να είστε δυνατοί. Δηλαδή πάντοτε και σε όλα να ζείτε με αγάπη. Μακάρι η πυρακτωμένη από την αγάπη του Χριστού και τους ανθρώπους καρδιά του αποστόλου να θερμάνει λίγο και εμάς. Που σημαίνει: μακάρι να κινητοποιηθούμε έστω και λίγο σε μετάνοια, αφού όπου υπάρχει η αμαρτία εκεί έχει σβήσει η φλόγα της αγάπης. «Δια το πληθυνθήναι την αμαρτίαν ψυγήσεται η αγάπη». Τουλάχιστον, αν δεν έχουμε μετάνοια, ας την ζητήσουμε ειλικρινά από τον Κύριο. Θα είναι το πρώτο σκαλοπάτι της ένθεης και σωτήριας αγάπης μας.

ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ ΚΑΘΕ ΦΑΡΑΓΓΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΙΚΡΥΝΕΙ ΚΑΘΕ ΒΟΥΝΟ!

Με τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, (που τις ημέρες αυτές αυτές, 29 Αυγούστου, η Εκκλησία άγει τη μνήμη της αποτομής της τιμίας του κεφαλής),  επιβεβαιώνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο αυτό που ο λόγος του Θεού, είτε στην Παλαιά είτε στην Καινή Διαθήκη, εξαγγέλλει: πρώτον, ο σκοπός του ανθρώπου είναι να βρίσκεται αδιάκοπα σε ζωντανή σχέση με τον Θεό λόγω της κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργίας του – «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»∙ δεύτερον, ο άνθρωπος πρέπει να συνεργαστεί με τον Δημιουργό του για να παραμένει μαζί Του, αγωνιζόμενος να εξαλείφει κάθε τι από την καρδιά του που εμποδίζει την παρουσία Εκείνου. «Θεού συνεργοί γαρ εσμέν» (απ. Παύλος).

 Και να η απόδειξη. Ήδη ο προφήτης Ησαῒας, οκτακόσια χρόνια προ Χριστού και προ της εμφανίσεως του αγίου Προδρόμου, προφητεύει: «θα έλθει ένας απεσταλμένος από τον Θεό που θα είναι μία φωνή που θα φωνάζει στην έρημο˙ ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε ίσια τα μονοπάτια που θα διαβεί. Κάθε φαράγγι ας γεμίσει και κάθε όρος και βουνό ας μικρύνει για να γίνει ομαλό το έδαφος. Και τότε κάθε άνθρωπος, έχοντας εξομαλύνει το έδαφός του, θα δει την παρουσία του Θεού και τη σωτηρία που προσφέρει στη ζωή του».

Ο προφήτης ασφαλώς δεν μιλάει για εξωτερικούς επίγειους δρόμους που θα βαδίσει ο Κύριος, αλλά για τους δρόμους τους εσωτερικούς, «του κρυπτού της καρδίας ανθρώπου», εκεί που αδιάκοπα επιβλέπει ο Κύριος, διότι εκεί ζει ο αληθινός άνθρωπος έχοντας την καρδιά ως «βάση» του νου του. «Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν». Αλλά η καρδιά αυτή, το έσχατο βάθος του νου, λόγω της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία δεν λειτουργεί πια με υγιή τρόπο. Διασπάσθηκε, αποπροσανατολίστηκε και κυριαρχήθηκε από τα πάθη και τις άτακτες ορμές του σώματος, ώστε τελικά να άγεται και να φέρεται από αυτά, οπότε ο νους αντί να είναι ο ηγεμόνας που θα κανονίζει την πορεία του όλου ανθρώπου σε συνάφεια με τον Δημιουργό του, έγινε δούλος με πλήρη αλλοίωση της φυσικής του θέσεως. Κατά τον προφήτη και πάλι, «ο άνθρωπος παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς».

Την τραγική αυτή κατάσταση έχει υπ’ όψιν του λοιπόν ο Ησαΐας και κραυγάζει ότι η καρδιά του ανθρώπου γέμισε από βαθουλώματα και από εξογκώματα, από μειονεξίες δηλαδή και από αλαζονείες και υπερηφάνειες λόγω της αμαρτίας – «άβυσσος» ο κόσμος του κάθε ανθρώπου – αλλά εξίσου  απαιτείται η συνεργασία του ανθρώπου με τον Θεό για να επέλθει η συνάντησή τους. Ο μεν Θεός ποθεί βαθύτατα να είναι με τον άνθρωπο παρέχοντας αφειδώς τη χάρη Του,  ο δε άνθρωπος πρέπει ελεύθερα να αποδεχτεί την προσφερόμενη χάρη. Και το μέγιστο αποδεικτικό γεγονός της αλήθειας αυτής είναι ο ερχομός του ίδιου του Θεού ως ανθρώπου εν προσώπω Ιησού Χριστού, ο Οποίος όμως ζητάει ως απόλυτη προϋπόθεση την ανταπόκριση της βούλησης του ανθρώπου – εδώ αναδεικνύεται και η μοναδικότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου που το «ναι» της στην κλήση του Θεού θεωρείται «τύπος» για κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου».  

Και τι κάνει η χάρη του Τριαδικού Θεού που κατεξοχήν δίνεται εν Χριστώ με το άγιο βάπτισμα και επιτείνεται με τα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας, ιδίως με τη Θεία Ευχαριστία, όπως Εκείνος αποκάλυψε; Αποδεσμεύει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας, τα οποία λειτουργούν ως φυλακή και παραλυσία για τη θέλησή του. Ο χριστιανός έτσι μπορεί να κινηθεί προς τον Χριστό, να ζήσει τη χάρη Του, μαζί με Εκείνον να ξεριζώσει το κακό και να φυτέψει το καλό. Με έναν μόνον όρο: ο άνθρωπος να μη ξεφεύγει από τις άγιες εντολές του Κυρίου. Ή κι αν κάπου ξεφύγει, αμέσως εν μετανοία να επανέλθει. Έτσι, μας διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες μας, φανερώνεται το μεγαλείο του πιστού ανθρώπου. Όσο είναι προσανατολισμένη, με τη χάρη του Θεού, η θέλησή του εκεί που παραπέμπει το θέλημα του Θεού, τόσο εξομαλύνονται και ομαλοποιούνται τα πάντα μέσα στην ύπαρξή του, την ψυχή και την καρδιά του, τη διάνοια και την όποια δύναμή του ακόμη και του σώματος – οι εντολές του Θεού «ισιώνουν» και φτιάχνουν χώρο για να λειτουργεί η χάρη του Θεού. Οπότε ο πιστός βρίσκεται σε κοινωνία προσωπική με τον Χριστό συντονισμένος με Αυτόν και επιτυγχάνοντας τον σκοπό της ύπαρξής του την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή. Γιατί ο νους του απέκτησε την ηγεμονική θέση του, αποκαταστάθηκε στη φυσιολογική του κατάσταση. «Τα αρχαία παρήλθε. Ιδού γέγονε καινά τα πάντα».

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

 «Για τον άγιο Ιωάννη έχει μαρτυρηθεί από τον ίδιο τον Κύριο ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους και περισσότερο από  προφήτης. Είναι αυτός που σκίρτησε ήδη μέσα από τη γαστέρα της μητέρας του και κήρυξε και στους ανθρώπους εδώ, αλλά και στον Άδη. Ήταν υιός του αρχιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ, γεννημένος από υπόσχεση του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Η αποτομή της τιμίας κεφαλής του έγινε από τον Ηρώδη, λόγω της παράνομης σχέσης που είχε αυτός με την Ηρωδιάδα. Ο άγιος Ιωάννης ήταν αυτός που είχε αγιωσύνη ήδη από την κοιλία της μητέρας του, που είχε ως κατοικία του την αγνότητα, που ακολούθησε τη σωφροσύνη, που άσκησε τη νηστεία, που απομακρύνθηκε από κάθε ανθρώπινη συναναστροφή και έκανε πόλη του την έρημο, που ζούσε με τα θηρία, έχοντας ως ένδυμα τρίχες καμήλου και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, που έτρωγε σαν πουλάκι του ουρανού, ενώ μελετούσε διαρκώς τον νόμο του Θεού, χάριν του οποίου και φυλακίστηκε, θεωρώντας τη φυλάκισή του ως κάτι δεύτερο και μηδαμινό. Ήταν αυτός που ξεπέρασε τους όρους της φύσεως και βάπτισε τον απόλυτα καθαρό και αμόλυντο και πέραν από κάθε φύση Χριστό. Λοιπόν ο πολύ ακόλαστος Ηρώδης, τετράρχης του Ιουδαϊκού εδάφους, ήθελε να έλθει σε γάμο με τη γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου. Από θείο ζήλο λοιπόν κινούμενος ο Προφήτης και με όπλο την αλήθεια, έλεγε προς τον τύραννο: ῾Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου Φιλίππου᾽. Γι᾽ αυτόν τον λόγο, η μανιώδης γυναίκα παρέσυρε τον εραστή της, ώστε να φυλακίσει τον άγιο. Λοιπόν: όταν τελούνταν τα γενέθλια του Ηρώδη και το πολύ και παρωθητικό προς φιληδονία κρασί τον είχαν οδηγήσει σε παραφροσύνη, γίνεται χορός ενός πορνιδίου, με τίμημα τον φόνο του Προφήτη. Αμέσως λοιπόν έφεραν σε πιάτο την κεφαλή του Δικαίου, η οποία και παραδόθηκε στη μοιχαλίδα γυναίκα, ενώ ακόμη έσταζε το αίμα, και η οποία δεν έπαυε, έστω και έτσι, να κηρύσσει τα ίδια. Αυτά πραγματοποιήθηκαν στη Σεβαστή, μία πόλη που απείχε από τα Ιεροσόλυμα δρόμο μίας ημέρας. Εκεί και ο τετράρχης που ηγεμόνευσε μετά από εκείνον, έφτιαξε τα ανάκτορα, εκεί έγινε και η γιορτή, που οδήγησε στο θάνατο του προφήτη. Εκεί αποκρύφθηκε και το άγιο σώμα του προφήτη, το οποίο μάζεψαν οι δικοί του μαθητές».

Με την αποτομή της κεφαλής του αγίου Ιωάννου η Εκκλησία μας εξαγγέλλει δύο κυρίως πράγματα: Πρώτον, όπως συμβαίνει σε κάθε βεβαίως εορτή του αγίου Ιωάννου, τη μεγάλη αγιότητά του. Δεν προσφέρουμε κάτι καινούργιο, αν υπενθυμίσουμε ότι ο άγιος Ιωάννης υπερακοντίζει κατά πολύ τα μέτρα και των μεγάλων αγίων ακόμη της Εκκλησίας μας - μόνον η Παναγία Μητέρα του Κυρίου θεωρείται από την Εκκλησία ως μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνον. Διότι πρόκειται για «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και την ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ». Και δικαιολογημένα: υπήρξε το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, αφού δι᾽ αυτής εισήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός. Αλλά τα περί αγιότητας του αγίου Ιωάννου συνιστούν περίσσια λόγων, όταν έχουμε εκφρασμένη τη γνώμη του ίδιου του Θεού μας, του Κυρίου Ιησού Χριστού: «μεγαλύτερο και σπουδαιότερο άνθρωπο από τον Ιωάννη δεν γέννησε γυναίκα»! Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έχει τεράστια παρρησία ενώπιον του Θεού ώστε να πρεσβεύει υπέρ ημών, είναι λοιπόν συμφέρον μας να τον επικαλούμαστε συχνά-πυκνά, αυτόν που λόγω της μεγάλης χάρης του Θεού που έχει τρέφει και ιδιαίτερη αγάπη προς τον λαό του Θεού. Άλλωστε ο βαθμός αγιότητας ενός αγίου από αυτό φαίνεται: από το πόσο αγαπά τον άνθρωπο και συμπάσχει στα διάφορα και ποικίλα προβλήματά του.

Δεύτερον, με τη μνήμη της αποτομής της κεφαλής του αγίου, η Εκκλησία μας τονίζει το μέγεθος της ανθρώπινης άνοιας και φρενοβλάβειας, καθώς το βλέπουμε στα πρόσωπα του Ηρώδη, κυρίως όμως της Ηρωδιάδας και της κόρης της Σαλώμης. Ο υμνογράφος πράγματι αδυνατεί να κατανοήσει λογικά αυτό που συνέβη: ο πλέον αξιοσέβαστος σε όλον τον Ισραήλ, αυτός τον οποίο φοβούνταν και οι άρχοντες, αυτός στον οποίο έκλιναν ευλαβικό γόνυ και οι άγγελοι, πεθαίνει μαρτυρικά από το ῾καπρίτσιο᾽ μίας νεαράς ελαφρών ηθών και του εγωισμού μίας εξίσου πόρνης γυναίκας, η οποία δεν άντεχε τον λόγο της αλήθειας: τον έλεγχό της, με βάση τον νόμο του Θεού, για τις παρανομίες και τις αμαρτίες της.

 Στις διάφορες μάχες που διεξάγονται, θεωρείται τιμή για έναν μαχητή να πέσει ηρωικά από το όπλο ενός εξίσου σπουδαίου μαχητή. Υπάρχει εκεί πράγματι ένας  ηρωισμός και μία δόξα. Ο Έκτορας, για παράδειγμα, που φονεύθηκε σε μάχη με τον Αχιλλέα. Και η ήττα εκεί ισοδυναμεί σχεδόν με νίκη, γιατί είναι σπουδαίος ο αντίπαλος. Εδώ όμως στον άγιο Ιωάννη; Ο μεγαλύτερος και αγιότερος άνθρωπος ῾πέφτει᾽ από μία άσωτη γυναίκα, που ῾εκβιάζει᾽ τον θάνατό του. Αλλά ίσως και αυτό αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τον άγιο Ιωάννη, λόγω της ταπείνωσης που περικλείει.  Σημασία πάντως έχει ότι ο υμνογράφος δεν μπορεί να κατανοήσει τα γενόμενα: «ώ, του παραδόξου θαύματος! Την ιεράν κεφαλήν και αγγέλοις αιδέσιμον, ασελγές ακόλαστον περιέφερε κόριον» (Πόσο μεγάλο είναι το παράδοξο θαύμα! Την ιερά κεφαλή του Προδρόμου και σεβαστή από τους αγγέλους την περιέφερε ένα κοριτσόπουλο ακόλαστο και άσεμνο). «Ώ, της υπέρ νουν εκπλήξεως! Των προφητών η σφραγίς, ο επίγειος Άγγελος, πορνικής ορχήσεως αναδείκνυται έπαθλον!» (Ω, τι έκπληξη πέρα από ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους! Η σφραγίδα των προφητών, ο επίγειος άγγελος, ο Πρόδρομος, αναδεικνύεται έπαθλο ενός πορνικού χορού).

Όντως πρόκειται περί ανοίας και φρενοβλαβείας, μάλλον όμως περί δαιμονοπληξίας. Όταν ο άνθρωπος έχει χάσει τον Θεό από τη ζωή του, τα πάντα τότε μπορεί να τα επιτελέσει. Γίνεται ένας δεύτερος σατανάς.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΩΫΣΗΣ Ο ΑΙΘΙΟΨ

«Αυτός ο μακάριος ήταν κατά το γένος Αιθίοπας, ως προς το χρώμα κατάμαυρος, κι ήταν δούλος ενός άρχοντα. Ο ίδιος ο κύριός του, μην αντέχοντας τον δύστροπο χαρακτήρα του και τη ληστρική διαγωγή του, τον έδιωξε από κοντά του. Ο Μωυσής κάποτε κράτησε κακία σε κάποιο βοσκό, γιατί τον παρεμπόδισε από το να κλέψει, γι᾽ αυτό και σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Έμαθε ότι ο βοσκός βρισκόταν πέραν του Νείλου ποταμού και παρόλη την πλημμύρα του ποταμού, αφού έβαλε στα δόντια το μαχαίρι του και τα ρούχα του στο κεφάλι του, κολύμβησε και πέρασε απέναντι. Προαισθάνθηκε όμως ο βοσκός τον ερχομό του και γι᾽ αυτό έφυγε γρήγορα. Από την οργή του ο Μωυσής έσφαξε τέσσερα διαλεκτά κριάρια από το εγκαταλειμμένο κοπάδι, τα έδεσε σε σειρά, και τα πέρασε κολυμπώντας στην αντίπερη και πάλι όχθη του Νείλου. Τα κρέατα τα έφαγε μόνος του, ενώ τα δέρματα τα πούλησε, κι έπειτα επέστρεψε προς τους φίλους του. Αυτά τα διηγήθηκα, για να δείξω ότι είναι δυνατόν, γι᾽ αυτούς που θέλουν, να σωθούν διά της μετανοίας. Ο Μωυσής κάποτε ένιωσε τη νύξη της θείας χάρης, από κάποιο γεγονός,  και θέλησε να πάει σε μοναστήρι να γίνει καλόγερος. Τόσο βαθιά μετανόησε, ώστε και τους συντρόφους του ληστές να οδηγήσει στον Χριστό. Καθώς κάποια φορά καθόταν στο κελλί του, ήλθαν ληστές, χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο Μωυσής. Αυτός ο  μακάριος λοιπόν, με την τεράστια δύναμή του, τους ακινητοποίησε αμέσως και τους έδεσε με σχοινί, όπως δένει κανείς ένα σακκί από άχυρο, τους έβαλε στους ώμους, πήγε στην Εκκλησία και λέει προς τους αδελφούς: Επειδή δεν μου επιτρέπεται πια να αδικώ, κι αυτούς τους βρήκα να έχουν έλθει εναντίον μου, τι με διατάσσετε να τους κάνω; Οι ληστές τότε αναγνώρισαν ότι ο καλόγερος που τους έπιασε, ήταν ο Μωυσής, ο διάσημος και ακαταγώνιστος λήσταρχος, κι αφου εξομολογήθηκαν στον Θεό, άφησαν την προηγούμενη ζωή τους και έγιναν και αυτοί μοναχοί δοκιμότατοι. Αφού έζησε λοιπόν ο άγιος γέρων με θεάρεστο τρόπο και καταπολέμησε τον δαίμονα της ακολασίας, έφτασε στο τέλος του, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, αφού είχε γίνει και πρεσβύτερος, αφήνοντας μάλιστα και εβδομήντα μαθητές».

Ο όσιος Μωυσής ο αιθίοψ αποτελεί τον πιο γνωστό έγχρωμο άγιο της Εκκλησίας, έναν από τους πιο αγαπημένους αββάδες του Γεροντικού και βεβαίως την πιο περίτρανη απόδειξη ότι για τη χριστιανική πίστη δεν έχει καμία σημασία το χρώμα του ανθρώπου, αλλά η εσωτερική, της ψυχής, κατάσταση, στην οποία και μόνον επιβλέπει ο Θεός. «Άνθρωπος γαρ εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει». Ο λόγος του αποστόλου Παύλου «ουκ ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ» θα μπορούσε κάλλιστα να συμπληρωθεί και με τη φράση, την οποία οπωσδήποτε θα προσυπέγραφε ο απόστολος, γιατί αυτό ήταν και το νόημά της, «ουκ έστιν έγχρωμος ή λευκός», διότι «εν Χριστώ Ιησού πάντες εις εστέ». Το γεγονός ότι σημασία έχει η κατάσταση της καρδιάς του ανθρώπου, δηλαδή η αμαύρωσή της λόγω της αμαρτίας ή η λευκότητά της λόγω της χάρης του Θεού από τη βίωση της μετανοίας, είναι κάτι που το επισημαίνει ιδιαιτέρως και η ακολουθία του οσίου, όπως για παράδειγμα στο πρώτο ήδη τροπάριο της α´ ωδής του κανόνα του όρθρου: «Δήγματι αμαρτίας, μεμελανωμένην την καρδίαν μου, καταλεύκανον Πάτερ, μετανοίας τοις όμβροις, πρεσβείαις σου». Πάτερ (Μωυσή), διά των πρεσβειών σου, κάνε κατάλευκη, με τα δάκρυα της μετανοίας μου, την καρδιά μου, που είναι κατάμαυρη από το δάγκωμα της αμαρτίας.

Ο όσιος αποτελεί επίσης και σπουδαιότατο δείγμα της δύναμης της μετανοίας: από ληστής και άσωτος φθάνει στα ύψη της αγιότητας. Δεν είναι μόνον η οσία Μαρία η Αιγυπτία, την οποία προβάλλει η Εκκλησία μας στο θέμα αυτό, αλλά και ο όσιος Μωυσής. Και η δική του η μεταστροφή οφείλεται κατά πρώτο λόγο βεβαίως στη χάρη του Θεού, αλλά και στη συνεργαζόμενη με αυτή θέληση του αγίου. Κι αυτό σημαίνει ότι ο όσιος Μωυσής, παρόλη τη φοβερότητά του, διατηρούσε μέσα στην καρδιά του αγαθά σπέρματα, που ενεργοποιήθηκαν, όταν ήρθε η ώρα της κλήσεώς του από τον Θεό. Από την άποψη αυτή, καταλαβαίνουμε  ότι κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κανέναν άνθρωπο, έστω κι αν τον βλέπει στην έσχατη κατάντια. Όσο είναι ζωντανός ο άνθρωπος, έχει περιθώρια μετανοίας, άρα εξύψωσής του στο επίπεδο της αγιότητας. Με ωραιότατη ποιητική εικόνα,  ο υμνογράφος επισημαίνει ότι ο Μωυσής ανήκε τελικώς, πέραν από τις επιφανειακές κρίσεις, στο καλό έδαφος, για το οποίο μιλά ο Κύριος στην παραβολή του καλού σπορέως: «Αύλαξι διανοίας, κρύψας τα του λόγου, Πάτερ, σπέρματα, εγεώργησας σίτον». Έκρυψες, Πάτερ, τους σπόρους του λόγου του Θεού στα αυλάκια της διανοίας σου και καρπορόφησες το σιτάρι (των αρετών).

Η ιδιαιτερότητα της θαυμαστής, μετά τη μεταστροφή του, ζωής του οσίου έγκειται στη γρήγορη πνευματική του ανέλιξη. Ο Μωυσής σε πολύ σύντομο χρόνο γέμισε από τις αρετές του αγίου Πνεύματος και απετέλεσε καθοδηγητικό φάρο και για τους απλούς πιστούς, αλλά και για τους ίδιους του μοναχούς. «Τας των πιστών καταλαμπρύνει καρδίας», θα ψάλλει ο υμνωδός, και «αλείπτης γέγονας, Πάτερ, των μοναστών προς πάλην εχθρών, έργοις τε και λόγοις». Έγινες δηλαδή πνευματικός γυμναστής, Πάτερ, των μοναχών, με τα έργα και με τα λόγια σου, για να ξέρουν να πολεμούν τους εχθρούς.  Τι εξήγηση μπορεί να δοθεί; Σε παρόμοιες περιπτώσεις, λένε οι άγιοι Πατέρες, όταν δηλαδή βλέπουμε πνευματικούς καρπούς σε μικρό χρονικό διάστημα, μία είναι η εξήγηση: ο άνθρωπος αυτός βρήκε την πιο σύντομη οδό που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, την αγία ταπείνωση. Ο όσιος πράγματι, όπως σημειώνει αλλού η ακολουθία του, περιέφραξε τον εαυτό του από παντού με την ταπείνωση και έτσι μπόρεσε να διαφύγει τις επιθέσεις του Πονηρού: «Τη ταπεινώσει πάντοθεν πεφραγμένος, διέφυγες, Πάτερ, Αιθιόπων νοητών τα τοξεύματα». Την ίδια εκτίμηση – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – έκαναν και οι σύγχρονοί του καλόγεροι: «ο Μωυσής, έλεγαν, μας έχει κρεμάσει όλους στο μικρό του δαχτυλάκι», εννοώντας τη μεγάλη του ταπείνωση. Και δικαιολογημένα: όσο πιο ταπεινός είναι κάποιος, τόσο και πιο μεγάλος και σπουδαίος γίνεται, λόγω της παρουσίας στην καρδιά του του αγίου Πνεύματος. «Επί τινα επιβλέψω – λέγει το Πνεύμα του Θεού - αλλ᾽ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και ακούοντά μου τους λόγους και τρέμοντα αυτούς;»

Ταις πρεσβείας του οσίου Μωυσέως του Αιθίοπος, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. 

ΝΑ ΛΕΥΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΛΑΝΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

«Δήγματι αμαρτίας, μεμελανωμένην την καρδίαν μου, καταλεύκανον Πάτερ, μετανοίας τοις όμβροις, πρεσβείαις σου» (α΄ ωδή κανόνος οσίου Μωυσή Αιθίοπος).

(Πάτερ (Μωυσή), διά των πρεσβειών σου, κάνε κατάλευκη, με τα δάκρυα της μετανοίας μου, την καρδιά μου, που είναι κατάμαυρη από το δάγκωμα της αμαρτίας).

Αγαπημένος αββάς του Γεροντικού ο όσιος Μωυσής ο Αιθίοπας, μοναδικό παράδειγμα βαθειάς μετάνοιας που παραπέμπει στο αντίστοιχο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, αλλά και πιθανός ήρωας για πολλούς της σύγχρονης εποχής που αρέσκονται στους δυνατούς κατά το σώμα και στους «κακούς» της κοινωνίας, όταν μάλιστα λειτουργούν ως φόβητρα των ανθρώπων με τις ληστείες και τις προκλήσεις τους! Ίσως να τον έκαναν και ήρωα παιδικών και εφηβικών «παιχνιδιών» με τον θεόρατο σωματότυπό του, τις «υπερφυσικές» δυνάμεις του, τα ηγετικά του χαρίσματα – δεν διστάζει για να σκοτώσει βοσκό που τελικώς του διέφυγε, να φτάσει και μέχρι τα βουνά κυνηγώντας τον, να σφάξει πολλά πρόβατά του, να φάει μόνος του τέσσερα πρόβατα αφού τα πέρασε όλα μέσα από ποτάμι κολυμβώντας, να είναι ο αρχιληστής συμμορίας που είχε συστήσει, να έχει μπει ως ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος στο στόχαστρο της τότε ηγεσίας του τόπου. Κι όμως αυτός τελικά ο άνθρωπος αναδεικνύεται ένας από τους μεγαλύτερους οσίους διαχρονικά και παγκόσμια. Γιατί; Διότι όταν ήλθε σ’ επαφή με κάποιους αγιασμένους ασκητές πάνω στα βουνά, άλλαξε: κατανύχθηκε η καρδιά του, άνοιξαν τα μάτια του να δει την κατάντια του, του έδωσε ο Θεός μοναδική ευκαιρία να προσανατολίσει τον εαυτό του εκεί που είναι το αληθινό φως˙ τη δική Του παρουσία. Ο Μωυσής μετάνιωσε!

Και το συντομότατο τροπάριο από την α΄ ωδή του κανόνα της ακολουθίας του ακριβώς αυτό επισημαίνει. Δεν ήταν ασφαλώς το σκουρόχρωμο του δέρματος του Μωυσή – αυτό δεν σημαίνει τίποτε για τον Δημιουργό Χριστό, ο Οποίος μας έχει πει ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ότι «ο Θεός βλέπει στην καρδιά και όχι στα εξωτερικά του ανθρώπου» - αλλά το σκουρόχρωμο της καρδιάς του που τον έθετε στη δυστυχή θέση των χαμένων και νεκρών ανθρώπων. Και το μαύρο της καρδιάς προέρχεται πάντοτε από την αμαρτία, η οποία δεν αποτελεί παιχνίδι ή κάτι επιφανειακό για τον άνθρωπο. Η αμαρτία, όπως αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού και όπως βιώνεται τελικώς και από τον ίδιο τον άνθρωπο όταν έρχεται στο σημείο λίγο να συνέλθει, συνιστά κτύπημα βαρύ που αλλοιώνει την οντολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος σταματά να είναι άνθρωπος με άλλα λόγια όταν αμαρτάνει, γίνεται ένα θηρίο που έχει χάσει το σημαντικότερο δώρο του Θεού σ’ αυτόν: να εικονίζει τον ίδιο τον Θεό! Κάθε αμαρτία που επιτελούμε οι άνθρωποι, με τις πράξεις και τις συμπεριφορές μας, με τα λόγια μας, με τις σκέψεις μας ακόμη, είναι και ένα δάγκωμα, κατά την εικόνα του παραπάνω ύμνου, που προκαλεί μελανιά στην καρδιά, στο εσώτερο βάθος της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό και ένας χριστιανός εκεί επικεντρώνει την προσοχή του: στο χρώμα της ψυχής και όχι του σώματος! Γιατί, το ξαναλέμε, μπορεί κάποιος να είναι έγχρωμος στο δέρμα με πάλλευκη ψυχή κι άλλος να είναι πάλλευκος στο δέρμα με κατάμαυρη καρδιά!

Λοιπόν, κατά τον άγιο υμνογράφο, αναφερόμαστε στον άγιο έγχρωμο Μωυσή με την πάλλευκη ψυχή, να πρεσβεύει πια και για εμάς, ώστε να μας δώσει ο Χριστός δύναμη μετανοίας όπως και σε εκείνον, που θα φέρει ως αποτέλεσμα τη θεραπεία των μελανιών των αμαρτιών μας. Γιατί αυτό είναι το πιο παρήγορο: μπορεί να έχει γίνει κάρβουνο η ψυχή μας, όμως ευθύς ως αναφερθούμε στον Κύριο με παρακλητικό τρόπο να μας βοηθήσει, αμέσως Εκείνος επεμβαίνει λόγω της ταπεινής διάθεσής μας και μας καθαρίζει και μας καθιστά και πάλι καινούργιους. Ο άγιος Μωυσής και λόγω της εμπειρίας του είναι από τους πιο ισχυρούς συμμάχους μας στην αναφορά μας αυτή.   

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΟΙΜΗΝ

«Ο όσιος Ποιμήν καταγόταν από την Αίγυπτο. Αναχώρησε μαζί με όλα τα αδέλφια του κι έγιναν όλοι μοναχοί. Η μητέρα τους, μετά από πολλούς χρόνους, επειδή τους επιθύμησε πολύ, πήγε να τους δει, αλλά αυτοί έκλεισαν τη θύρα και δεν της επέτρεψαν να συμβεί αυτό. Άρχισε τότε να κλαίει και φώναξε με πολύ πόνο. Πλησίασε τότε ο αββάς Ανούβ, ο μεγάλος της γιος, και της λέγει: Γιατί κλαις, γερόντισσα;  Αυτή όταν άκουσε τη φωνή του (γιατί δεν τον έβλεπε, μια και η θύρα ήταν κλεισμένη), είπε: Θέλω να σας δω, παιδί μου. Σε τι θα σας βλάψω, αν σας δω λίγο; Δεν είμαι η μάνα σας, δεν είμαι σε βαθιά γεράματα; Πήρε τον λόγο τότε ο όσιος Ποιμήν και της είπε: Θέλεις να μας δεις (για λίγο) σ᾽ αυτόν τον κόσμο ή (να μας βλέπεις διαρκώς) στον άλλον; Αυτή κατάλαβε τα λόγια του και έφυγε παρηγορημένη. Θέλησε κάποτε ο άρχων της πόλεως να δει τον αββά Ποιμένα. Συνέλαβε λοιπόν τον γιο της αδελφής του για κάποιο αδίκημα και τον έκλεισε στη φυλακή. Ο γέροντας όμως δεν θέλησε να δει τον άρχοντα. Ήλθε και η αδελφή του, αλλά και σ᾽ αυτήν δεν έδωσε απόκριση. Αυτή τότε άρχισε να τον κατηγορεί και να του λέει: άσπλαχνε, ελέησέ με, γιατί τον έχω μοναχοπαίδι. Αυτός όμως της μηνύει με κάποιον: φύγε, αναχώρησε από εδώ. Ο Ποιμήν δεν γέννησε παιδιά. Και ο άρχων του στέλνει μήνυμα: Έναν λόγο πες μου, κι αμέσως θα τον ελευθερώσω. Απάντησε ο γέρων: Εξέτασέ τον κατά τους νόμους, και αν είναι άξιος θανάτου, ας πεθάνει. Διαφορετικά, κάνε όπως θέλεις. Θαύμασε πολύ ο άρχων με την απόκριση του γέροντα, και ελευθέρωσε το παιδί. Τον ρώτησε κάποτε κάποιος: Αν δω τον αδελφό μου να αμαρτάνει,  να τον σκεπάσω και να τον καλύψω; Λέγει ο γέρων: Την ώρα που θα καλύψουμε το σφάλμα του αδελφού, και ο Θεός θα καλύψει τα δικά μας σφάλματα. Αυτός ο μακάριος, αφού εξάσκησε κάθε αρετή, ώστε όλοι οι γέροντες στην Αίγυπτο και τη Θηβαΐδα να τον έχουν ως πατέρα και από αυτόν να καθοδηγούνται και να ρυθμίζουν τη ζωή τους, έφτασε στο τέλος του, σε βαθιά γηρατειά και πλήρης ημερών».

Όλοι γνωρίζουμε τη μεγάλη αγάπη του πιστού λαού μας προς τα διάφορα Γεροντικά, τα βιβλία δηλαδή που περιέχουν λόγια και περιστατικά από την ασκητική  ζωή αγίων αββάδων και αμμάδων. Και τούτο γιατί μέσα από αυτά ο λαός έρχεται σε άμεση επαφή με τον ίδιο τον λόγο του Θεού, τον οποίο βίωσαν στο ανώτερο δυνατό οι όσιοι αυτοί και τον πρόσφεραν στους ανθρώπους που τους πλησίαζαν στην εποχή τους άμεσα και ευκολοχώνευτα, αλλά συνεχίζουν να τον προσφέρουν με τον ίδιο τρόπο και μέσα από τα γραμμένα βιβλία γι᾽ αυτούς. Δεν είναι τυχαίο ότι τα Γεροντικά ῾βιωμένα ευαγγέλια᾽ τα έχουν χαρακτηρίσει, ενώ τα περισσότερα περιστατικά ξεκινούν από αυτήν την αίσθηση σωτηρίας που νιώθει ο πιστός, όταν προσεγγίζει τον ίδιο τον Θεό: «αββά, ειπέ λόγον, ίνα σωθώ»,  ή «είπε γέρων». Γι᾽ αυτό και η κατάνυξη και η δημιουργία συνθηκών μετανοίας είναι το σύνηθες που διαπιστώνει κανείς από τη μελέτη των Γεροντικών αυτών.

Αν λοιπόν συμβαίνει αυτό – και πράγματι συμβαίνει – τότε καταλαβαίνει κανείς πόση συγκίνηση και αγαλλίαση αισθάνεται ο πιστός, που σήμερα εορτάζει ένα από τα κυρίαρχα πρόσωπα του Γεροντικού, ο όσιος Ποιμήν. Ένα τεράστιο τμήμα των ασκητικών αυτών κειμένων αναφέρεται σε λόγια και περιστατικά εκείνου, φανερώνοντας και το μέγεθος της αγιότητάς του. Ήδη το παραπάνω σύντομο συναξάρι περιέχει κάποια από αυτά τα λόγια και τις πράξεις του, ενώ βεβαίως ο υμνογράφος της ακολουθίας του, έκθαμβος μπροστά στη λαμπρότητα της προσωπικότητάς του δεν ξέρει τι να πρωτοαναφέρει σαν χάρισμα και αρετή του: «Τι σε νυν Ποιμήν ονομάσωμεν;» «Τι σε νυν Ποιμήν προσφθεγξώμεθα;» Ο όσιος, πράγματι, εξήσκησε κάθε αρετή και «γέγονε φωστήρ τη οικουμένη λάμπων τοις θαύμασι», εκείνη όμως η αρετή που κυριολεκτικά τον χαρακτήριζε και τον διαπερνούσε, γι᾽ αυτό και επανειλημμένως έρχεται και επανέρχεται σ᾽ αυτήν ο ποιητής, ήταν η διάκριση. «Φωστήρ διακρίσεως ακοίμητος» είναι ο όσιος, «λύχνος διακρίσεως γέγονε, καταυγάζων τας ψυχάς των προσιόντων αυτώ πιστώς και την τρίβον της ζωής υποδεικνύς αυτοίς». Λυχνάρι διακρίσεως έγινε ο όσιος, καταυγάζοντας τις ψυχές αυτών που τον πλησιάζουν με πίστη, και υποδεικνύοντας σ᾽ αυτούς την αληθινή οδό της ζωής.

 Κι είναι γνωστό βεβαίως ότι μεγαλύτερη και σπουδαιότερη αρετή από τη διάκριση δεν υπάρχει. «Πασών αρετών μείζων η διάκρισις» κατά τους αγίους. Κι είναι ευνόητο: η διάκριση αποτελεί το επιστέγασμα όλων των αρετών και φανερώνει τον πλούτο της παρουσίας του αγίου Πνεύματος στην ψυχή του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, η διάκριση, ως φωτισμός καταρχάς για να ξέρει κανείς κάθε φορά το θέλημα του Θεού, και ως φωτισμός έπειτα για να διακρίνει τα διάφορα πνεύματα που προσεγγίζουν τον άνθρωπο, ακόμη δε περισσότερο ως φωτισμός που φτάνει στην προόραση και τη διόραση,  προϋποθέτει και την πίστη και την αγάπη και την ταπείνωση. Η διάκριση αποτελεί, θα έλεγε κανείς, το τελικό συμπέρασμα όλων των αρετών, την τελική σφραγίδα που θέτει το Πνεύμα του Θεού στον ενεργούμενο από Αυτόν άνθρωπο.

Ας απολαύσουμε - αλλά και ας ελεγχθούμε για τη μικρότητα και  την αμαρτωλότητά μας -  μερικές  αναφορές για τον  γλυκύτατο αυτόν αββά και μεγάλο όσιο:

- Όταν κάποτε κάποιοι καλόγεροι τού παραπονέθηκαν για τις φωνές κάποιων μικρών παιδιών που έρχονταν στο μοναστήρι τους και τους ενοχλούσαν, εκείνος τους είπε: για τις φωνές των αγγέλων μού μιλάτε;

- Όταν πάλι σ᾽ ένα μοναστήρι παρουσιάστηκαν αδελφοί που τον ρώτησαν ενοχλημένοι τι να κάνουν με κάποιους συμμοναστές τους που κοιμώνται κατά την ώρα των αγρυπνιών, εκείνος τους αποστόμωσε λέγοντας: εγώ στη θέση σας θα έφερνα και μαξιλάρι να τους βάλω, για να κοιμηθούν πιο άνετα.

- Σε ερώτηση αδελφού προς αυτόν σχετικά με το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιεί τον λόγο, πότε δηλαδή να μιλάει και πότε να σιωπά, εκείνος διακριτικά του υπέδειξε: «μίλα διά τον Θεόν, σιώπα διά τον Θεόν».

«Ποιμήν, Πατέρων το καύχημα, ασκητών εγκαλλώπισμα, ικέτευε του σωθήναι τας ψυχάς ημών».