Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ, ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν υιός του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννου του Θεολόγου. Μετά από την κλήση του Ανδρέου και του Πέτρου, προσκλήθηκε από τον ίδιο τον Σωτήρα μαζί με τον αδελφό του να μαθητεύσουν σ᾽ Εκείνον.  Αυτοί αμέσως και τον πατέρα και το πλοίο, και μ᾽ έναν λόγο τα πάντα άφησαν και ακολούθησαν τον Κύριο. Και τόσο πολύ αγάπησε αυτούς ο Κύριος, ώστε στον μεν ένα να χαρίσει την ανάκληση πάνω στο στήθος Του (την ώρα του Μυστικού Δείπνου), στον δε άλλον να πιει το ποτήριο που ο Ίδιος ήπιε. Ο άγιοι Ιάκωβος και Ιωάννης επέδειξαν τέτοιον ζήλο υπέρ του Χριστού, ώστε να θελήσουν να κατεβάσουν φωτιά από τον Ουρανό και να καταστρέψουν τους απίστους. Κι ίσως και θα το έκαναν, αν δεν τους εμπόδιζε η αγαθότητα Εκείνου. Γι᾽ αυτό λοιπόν ο Κύριος έπαιρνε αυτούς και τον Κορυφαίο Πέτρο πάντοτε στις προσευχές Του και στις άλλες οικονομίες Του, μυσταγωγώντας τους στα υψηλότερα και μυστικότερα από τα δόγματα. Αυτόν τον μακάριο Ιάκωβο, μετά από το Πάθος και την Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, επειδή δεν άντεχε ο Ηρώδης να μιλάει με θάρρος και να εξαγγέλλει το σωτήριο κήρυγμα, τον συνέλαβε και τον φόνευσε με μαχαίρι, δεύτερον αυτόν μετά τον Στέφανο τον μάρτυρα, στέλνοντάς τον έτσι στον Δεσπότη Χριστό».

Υψηλοτάτη η ποίηση του μεγάλου υμνογράφου της Εκκλησίας μας αγίου Θεοφάνους για τον «άρχοντα όλης της γης», όπως τον χαρακτηρίζει, άγιο Ιάκωβο, τον πρόκριτο μεταξύ των αποστόλων μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο Πέτρο, ανεψιό μάλιστα του Κυρίου μας Ιησού, ως υιό της Σαλώμης, κόρης του Ιωσήφ του μνήστορος της Υπεραγίου Θεοτόκου. Και τον χαρακτηρίζει άρχοντα,  και διότι υπήρξε μαθητής του Κυρίου, αλλά και για τον θερμότατο ζήλο του υπέρ Αυτού, τόσο που πρώτος αυτός από τους δώδεκα έδωσε τη ζωή του για Εκείνον. «Καταστάθηκες, ένδοξε, άρχοντας τώρα σε όλη τη γη, όπως γράφτηκε για σένα, γιατί έγινες μαθητής Αυτού που δημιούργησε τα πάντα. Και λόγω του θερμότατου ζήλου σου υπέμεινες τον φόνο με μαχαίρι από ανόμους, πάνσοφε, φεύγοντας από τη ζωή αυτή πρώτος εσύ από τη σεπτή ομήγυρη των δώδεκα συμμαθητών σου, μακάριε»  (στιχηρό εσπερινού και ωδή η´).

Ο άγιος Θεοφάνης εμμένει με τους ύμνους του στον θερμό πόθο του αγίου Ιακώβου για τον Κύριο: «Ω, τι θερμός είναι ο πόθος σου προς τον Δεσπότη Χριστό!» (ωδή δ´). Πόθος τέτοιος μάλιστα που έβαινε διαρκώς και αυξανόμενος: «Προσλάμβανες ατελείωτο πόθο πάνω στον πόθο, γι᾽αυτό και απέκτησες την έσχατη μακαριότητα των επιθυμητών πραγμάτων, την ίδια την αρχή της αγαθότητας, τον Θεό» (ωδή δ´). Γεγονός που σημαίνει: αν δεν ανταποκριθεί με αγάπη ο άνθρωπος στην αγάπη του Δημιουργού – «ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτον ηγάπησεν ημάς» - δύσκολα, αν όχι καθόλου δεν  μπορεί να προχωρήσει σε ζωντανή σχέση μαζί Του· και: όσο ανοίγεται κανείς με αγάπη στον Κύριο, τόσο και νιώθει την αγάπη του αυτή να φουντώνει. «Πρόσφερες ολόκληρο τον εαυτό σου στην κλήση του Δεσπότη, θεοδίδακτε μύστη, γι᾽αυτό και έφτασες εμφανώς προς την υψηλότατη και θεία πράγματι κορυφή των αρετών» (ωδή δ´).

Γι᾽αυτό και ο άγιος υμνογράφος θεωρεί ότι η κλήση του αγίου Ιακώβου να γίνει απόστολος του Κυρίου ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν από την εξωτερική κλήση του. Ο Θεός δηλαδή ως προγνώστης, βλέποντας εκ των προτέρων την ευγένεια της ψυχής του, αλλά και τη δύναμη και την παλληκαριά της διάνοιάς του τον κάλεσε ως διακεκριμένο απόστολό Του να κηρύσσει στα έθνη Εκείνον (ωδή α´). Και: «Φάνηκες, Ιάκωβε, άξιος πρόσληψης από τον Κύριο και μύστης της οικονομίας Του, ακόμη και πριν από την κλήση σου, γιατί είδε σε σένα την ιλαρότητα της αγνής ψυχής σου» (ωδή γ´). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι χαρακτηρίζει ο Θεοφάνης «τη γέννηση του Ιακώβου ιερή και φωτοφόρα, που έλαμψε ακόμη περισσότερο λόγω της συγγενείας που είχε με τον ίδιο τον Κύριο» (ωδή γ´).

Το θάμβος που νιώθει ο άγιος Θεοφάνης μπροστά στην τεράστια και λαμπερή προσωπικότητα του αγίου Ιακώβου - αποτέλεσμα όχι μόνο της κλήσεώς του από τον Κύριο και της αγιασμένης βιοτής του, αλλά και από τη φλόγα του Παρακλήτου Πνεύματος που έλαβε την ημέρα της Πεντηκοστής (ωδή γ´) – τον κάνει σε ένα τροπάριό του να φτάσει σε επίπεδα υπερβολής, καθώς αποπειράται να δικαιολογήσει με καλό λογισμό το πρωτείο που ζήτησε αυτός με τον αδελφό του και τη μητέρα τους από τον Κύριο. Θυμόμαστε όλοι ότι η μητέρα τους και οι ίδιοι ζήτησαν από τον Χριστό, λίγο πριν από τα πάθη Του, παρεξηγώντας προφανώς την πνευματική βασιλεία του Κυρίου και εκλαμβάνοντάς την γήινα,  να σταθούν δίπλα Του πρωτόθρονοι. Και ο Κύριος απήντησε ότι ναι μεν «δεν ξέρουν τι ζητούν», αλλά «το ποιος θα σταθεί πρώτος δίπλα Του είναι κάτι που δεν το δίνει ο Ίδιος, αλλά ο Πατέρας Του, ανάλογα με την αγάπη που τρέφει ο άνθρωπος προς Εκείνον μέχρι σημείου θυσίας». Ο υμνογράφος μας λοιπόν ερμηνεύει ως εξής το αίτημά του: «Ανέβηκες στα φτερά της μεγαλύτερης αρετής με την αγάπη, και πόθησες, ένδοξε, να έχεις τα πρωτεία των πρώτων θρόνων του Δεσπότη. Όχι γιατί αγαπούσες τη μάταιη δόξα, αλλά για να βλέπεις με άμεσο τρόπο Αυτόν που αγάπησες» (ωδή ε´). Καταλαβαίνει όμως ο άγιος Θεοφάνης την υπερβολή, γι᾽αυτό και στην επόμενη ωδή «διορθώνει»: «Ζήτησες από τον Χριστό, σαν να είναι γήινος Βασιλιάς, να σου δώσει την επίγεια δόξα, και πέτυχες, μακάριε Ιάκωβε, τη βασιλεία όχι την κάτω και φθαρτή, αλλά την αθάνατη, που την έλαβες όμως με την άθλησή σου» (ωδή ς´).

Μπροστά λοιπόν στον μαθητή του Κυρίου, μπροστά στον πρώτο που έδωσε από τους δώδεκα τη ζωή του για Εκείνον, μπροστά στη φλογισμένη από αγάπη Χριστού καρδιά του αποστόλου και τον ζήλο του που τον έκανε να είναι «ένας νέος Ηλίας» (ωδή ε´), «όλη η Εκκλησία στήνει χορό, γιατί γιορτάζει την παναγία μνήμη του, κατά την οποία  τον δοξολογούμε» (κάθισμα όρθρου).

ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΕΣ!

«Ρήματα ἀκούσασαι χαρᾶς ἐκ τῶν ἐν τῷ τάφῳ τοῦ Λόγου προσκαθημένων νοῶν, δρόμον ἐπεδείξαντο σπουδαιοτέρας ὁρμῆς∙ καί τήν τάξιν ἀφέμεναι τῶν πρίν Μυροφόρων, ὡς εὐαγγελίστριαι ἐθεωρήθησαν, Ἔγερσιν ἐξ ἅδου κευθμώνων εὐαγγελιζόμεναι Μύσταις τοῦ ὑπέρ ἡμῶν ἐνανθρωπήσαντος» (Εβδομάς Μυροφόρων).

(Αφού άκουσαν οι Μυροφόρες γυναίκες λόγια χαράς (ότι αναστήθηκε δηλαδή ο Χριστός) από τους Αγγέλους που κάθονταν στον τάφο του Λόγου Χριστού, έκαναν τον δρόμο της επιστροφής με βιασύνη και μεγαλύτερη ορμή. Κι αφού άφησαν την τάξη των Μυροφόρων που είχαν πριν, φάνηκαν ως ευαγγελίστριες, καθώς ανήγγελλαν στους Αποστόλους το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως από τα άδυτα του άδη  Εκείνου που ενανθρώπησε για χάρη μας).

Δεν είναι τυχαίο ότι η αναγγελία της Αναστάσεως του Κυρίου δόθηκε από τους αγίους Αγγέλους σε γυναίκες, οι οποίες επέδειξαν μία γενναιότητα μεγάλη, καθώς παρ’ όλο τον φόβο τους λόγω των γεγονότων από τη Σταύρωση του Κυρίου αγόρασαν αρώματα προκειμένου να επιτελέσουν τα έθιμα που προέβλεπε ο Ιουδαϊκός νόμος – μία συνέχεια θα λέγαμε του τύπου της Αντιγόνης γυναίκας της αρχαίας τραγωδίας. Οι μυροφόρες γυναίκες κινούνταν από την αγάπη τους προς τον Κύριο, η οποία ξεπερνούσε τον φόβο της λογικής, γεγονός που ισχύει διαχρονικά, ιδίως δε σε θέματα πια της πνευματικής ζωής: όπου υφίσταται αγάπη, εκεί διαπιστώνεται υπέρβαση του όποιου φόβου, εκεί λειτουργεί η τόλμη και η γενναιότητα – υπερνικάται ακόμη και ο φόβος του θανάτου. «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ» θα πει αξιωματικά ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, «ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον».

Η αγάπη τους λοιπόν που οδηγεί στην τολμηρή και γενναία στάση τους επιβραβεύεται από τον Θεόˑ είναι οι πρώτες που μαθαίνουν την Ανάσταση! Κι όχι μόνο. Παίρνουν την εντολή να αναγγείλουν το χαρμόσυνο γεγονός σ’ εκείνους που θα έπρεπε λογικά να είναι οι πρώτοι μέτοχοι: στους Μαθητές του Κυρίου, τους ίδιους τους Αποστόλους. Έτσι αλλάζουν, κατά τον υμνογράφο μας, τάξη και επίπεδο: από μυροφόρες γίνονται ευαγγελίστριες. Πρόκειται για μία επισήμανση όχι μόνον από τον συγκεκριμένο ύμνο, αλλά από πληθώρα παρομοίων, προφανώς γιατί η μεταβολή αυτή της τάξεως, έχει κάποιο ξεχωριστό νόημα και σημασία.

Και πράγματι έχει, γιατί αυτό που γίνεται στις μυροφόρες λειτουργεί ως τύπος ευρύτερα για κάθε χριστιανό όπου γης και κάθε χρόνου. Τι εννοούμε; Όπως οι γυναίκες θέλησαν να προσφέρουν τα μύρα της αγάπης τους προς τον Κύριο και βρέθηκαν να δέχονται αποκάλυψη αγγελική και ώθηση ιεραποστολική, έτσι και με κάθε χριστιανό: γεύεται την παρουσία του Κυρίου γινόμενος μέτοχος του αναστασίμου φωτός Του, έτοιμος συνεπώς να ακτινοβολήσει το φως αυτό στο περιβάλλον του και όπου αλλού βρεθεί, στον βαθμό που έχει καταστήσει και καθιστά τον εαυτό του μυροφόρο Εκείνου. Και μυροφόρος, κατά την πίστη μας, καθίσταται ο πιστός, όταν αγωνίζεται τη ζωή του να τη θέτει επί τα ίχνη του Κυρίου, πάνω στο θέλημα του Θεού δηλαδή, πάνω στις άγιες εντολές Του. Κι αυτό στην πραγματικότητα φανερώνει τον αγώνα της μετανοίας του, γιατί αυτό σημαίνει αληθινή μετάνοια: να βλέπω τα λάθη, τις αστοχίες και τις αμαρτίες μου, με κριτήριο τον λόγο του Θεού, και να παρακαλώ τον Κύριο να μου δίνει δύναμη να βρίσκομαι στη δική Του Οδό – «ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός»!

Ένας ύμνος μάλιστα της Εκκλησίας μας, από τους κατανυκτικούς λεγόμενους, στον ήχο πλ. δ΄, έρχεται και με ανάγλυφο τρόπο μάς το εξαγγέλλει: «Δάκρυά μοι δός ὁ Θεός ὡς ποτέ τῇ γυναικί τῇ ἁμαρτωλῷ, καί ἀξίωσόν με βρέχειν τούς πόδας σου, τούς ἐμέ ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πλάνης ἐλευθερώσαντας, καί μύρον εὐωδίας σοι προσφέρειν, βίον καθαρόν ἐν μετανοίᾳ μοι κτισθέντα, ἵνα ἀκούσω κἀγώ τῆς εὐκταίας σου φωνῆς, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εἰς εἰρήνην» (Δώσε μου δάκρυα, Θεέ μου, όπως κάποτε έδωσες στην αμαρτωλή γυναίκα, και αξίωσέ με να βρέχω μ’ αυτά τα πόδια Σου, αυτά που με ελευθέρωσαν από την οδό της πλάνης, και να σου προσφέρω μύρο ευωδίας, δηλαδή την καθαρή ζωή μου τη θεμελιωμένη πάνω στη μετάνοιά μου, ώστε να ακούσω κι εγώ την ευλογημένη Σου φωνή: η πίστη σου σε έσωσε, πορεύου ειρηνικά).

Τα δάκρυα της μετανοίας μας λόγω της αμαρτωλής ζωής μας λειτουργούν ενώπιον του Κυρίου ως ευωδία, γιατί οδηγούν στην καρποφορία των αρετών, που είναι τα δικά μας μύρα που προσφέρουμε σ’ Εκείνον. Μη ξεχνάμε ότι ο Ίδιος βεβαίωσε πως «χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» - οι αμαρτίες μας είναι το μεγαλύτερο δώρο που προσάγουμε στον Θεό. Μυροφόρος είναι ο κάθε χριστιανός, άνδρας και γυναίκα, από την άποψη αυτή, που σημαίνει ότι ευαγγελιστής και ευαγγελίστρια γίνεται μόνον αυτός που ζει τον Θεό ως χαρά στην ύπαρξή του. Μυροφόρος και ευαγγελιστής δηλαδή είναι το μόνιμο δίπολο που συνυπάρχει πάντοτε – το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ…

«Είπε ο μακαριστός Γέρων Ανανίας Κουστένης: Όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ, ξέρετε τι κάνει η αφεντιά μου; Είμαι και παπάς, αλλά και οι πιστοί μπορεί να το κάνουν. Μνημονεύω ονόματα ζώντων και τεθνεώτων. Χιλιάδες ονόματα. Και καθώς έχω τόσα χρόνια στην Εκκλησία, μισόν αιώνα, έχω γνωρίσει πολλούς.

Κι αρχίζω εκεί την προσευχή, και τι έρχεται; Έρχεται ο ύπνος τόσο ωραία, που όλοι αυτοί με ευγνωμονούν και με αποκοιμίζουν!

Τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, σας μνημονεύω.

Θα μου πείτε: «Πού βρίσκεις άκρη;»

Βρίσκει η Εκκλησία, βρίσκει ο Χριστός, βρίσκω κι εγώ.

Τα παραπέρα μην τα ρωτάτε.

Γι’ αυτό, να προσευχόμεθα!» 

(Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Από την ζωή μου, Αυτοβιογραφικά – Πατρικοί λόγοι», των εκδόσεων Κυπρής, Αθήνα 2024).

Η αϋπνία αποτελεί, σύμφωνα με μελέτες ειδικών επιστημόνων, πρόβλημα όχι κάποιων μεμονωμένων συνανθρώπων μας, αλλά πρόβλημα ενός πολύ μεγάλου ποσοστού ανθρώπων όλου του πλανήτη μας, ειδικώς των πιο ηλικιωμένων. Γι’ αυτό και οι έρευνες για την επίλυσή του πολλαπλασιάζονται όσο περνάει ο καιρός, ενώ δισεκατομμύρια είναι τα χάπια που καταναλώνονται ακριβώς για τον σκοπό αυτόν. Υπάρχουν δε και πρακτικές συμβουλές που βοηθούν πράγματι στην υπέρβαση του σοβαρού αυτού προβλήματος, κάτι που επιβεβαιώνεται από εκείνους που θα θελήσουν να τις ακολουθήσουν – σταθερή ώρα βραδινής κατακλίσεωςˑ αποφυγή τροφής βαριάς αργά το βράδυˑ αποφυγή αλκοόλ ή καφέ, όπως και εκθέσεως σε οθόνες κινητών ή τηλεοράσεως μέχρι λίγο πριν την κατάκλιση κ.ά.π.

Ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας, που έπασχε κι αυτός από αϋπνίες κάποιες ή πολλές φορές, προτείνει τη δική του μέθοδο, η οποία όχι μόνο στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία, αλλ’ εκφράζει και την ανάλογη προτροπή του μεγάλου πνευματικού του, οσίου Πορφυρίου του καυσοκαλυβίτου, όπως και πολλών άλλων ασφαλώς αγίων της Εκκλησίας μας: την προσευχή!  Διότι και ο άγιος Πορφύριος συμβούλευε παρεμφερώς: «Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: “Κύριε Ιησού Χριστέ…”. Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αϋπνία· να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το "Κύριε Ιησού Χριστέ…" κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος».

Ο μακαριστός π. Ανανίας λοιπόν στις αϋπνίες του προσευχόταν. Αλλά προσευχόταν σαν να βρισκόταν μπροστά στην προσκομιδή, όπου ο ιερέας ετοιμάζοντας τα της Θείας Λειτουργίας μνημονεύει δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συχνά ονόματα, είτε ζώντων είτε κεκοιμημένων. Η αϋπνία του δηλαδή γινόταν μία συνέχεια της Θείας Λειτουργίας και μία αδιάκοπη επιβεβαίωση της χριστιανικής του ταυτότητας, κατά την οποία ο πιστός χριστιανός ζει ενωμένος με τον Κύριο Ιησού Χριστό, γι’ αυτό και ενωμένος με όλους τους ανθρώπους, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος είτε και του μέλλοντος αιώνος. Αυτό δεν είναι άλλωστε ο χριστιανός; «Μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» (όσιος Ιωάννης της Κλίμακος). Οπότε, ως συνέχεια του Χριστού ο χριστιανός είναι δεδομένο ότι φέρει στην καρδιά και την ύπαρξή του τον κόσμο όλον, «αίρων» κατά κάποιον τρόπο και αυτός «τας αμαρτίας του κόσμου» - «συνεσταύρωται γαρ τω Χριστώ» (απ. Παύλος).

Κι από την άποψη αυτή η μνήμη των ανθρώπων και η προσευχή γι’ αυτούς, ιδίως τους γνωστούς που ξέρει καλύτερα και τα προβλήματα και τους πειρασμούς που περνούν, γίνεται έμπονη, γίνεται με θέρμη καρδίας, κάτι που κινητοποιεί στο έπακρο τη χάρη του Τριαδικού Θεού μας, ο Οποίος δεν χαίρει με τίποτε περισσότερο στον κόσμο, από το να βρίσκει πιστούς Του που κινούνται και ενεργούν με τον αντίστοιχο μ’ Εκείνον τρόπο, δηλαδή με την Αγάπη Του, «συγγενεύοντας» με τον Ίδιο! «Υπακούει» λοιπόν στην προσευχή αυτήν Κύριος ο Θεός, πολλαπλασιάζοντας τη χάρη και τις ευεργεσίες Του ασφαλώς για το «αντικείμενο» της προσευχής, αλλά πρωτίστως προσφέροντας τη χάρη Του ουκ εκ μέτρου για το «υποκείμενό» της, γι’ αυτόν που προσεύχεται. Ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας το σημειώνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως και τη βαθιά εκκλησιολογική του συνείδηση: «όλοι αυτοί, (οι δεχόμενοι δηλαδή την προσευχή),  με ευγνωμονούν και με αποκοιμίζουν!» - δούναι και λαβείν από πλευράς χάριτος είναι η εκκλησιαστική ζωή.

Κι ίσως χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι η τέτοιου τύπου προσευχή, η βραδινή λόγω αϋπνίας – είναι αξεπέραστη βεβαίως η προσευχή η βραδινή που γίνεται λόγω αγρυπνίας – αλλά και κάθε προσευχή της όποιας ώρας με «αντικείμενο» τους συνανθρώπους μας, αποτελεί προτροπή και εντολή του λόγου του Θεού και δεν συνιστά απλώς έκφραση ενός δικού μας «φιλότιμου» και καλής διαθέσεως. «Εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε» τονίζει θεόπνευστα ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, ευρισκόμενος μέσα στο κλίμα του φρονήματος του Κυρίου Ιησού, δηλαδή μέσα σε ό,τι μνημονεύσαμε και παραπάνω: είμαστε όλοι μετά Χριστόν ενωμένοι με Εκείνον και μεταξύ μας, οργανικά και αδιάσπαστα, τόσο που η ταυτότητά μας να καθορίζεται αποκλειστικά από την πραγματικότητα αυτήν. Το όραμα του Κυρίου Ιησού Χριστού άλλωστε αυτό ήταν και πάνω σ’ αυτό κρινόμαστε αν είμαστε μαθητές Του ή όχι: «Ίνα πάντες εν ώσιν». «Εγώ εν τω Πατρί και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν».

ΣΥΝΕΛΑΒΕΣ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ

«Τάς παλάμας Ἰησοῦ, προσηλώσας ἐν Σταυρῶ, τά ἔθνη πάντα ἐκ τῆς πλάνης συλλαβών, πρός ἐπίγνωσιν τήν σήν συνεκαλέσω, Σωτήρ» (γ΄ ωδή εορτής Μυροφόρων).

(Αφού άπλωσες καρφωμένες στον Σταυρό τις παλάμες, Ιησού, και συνέλαβες έτσι όλα τα έθνη (ώστε να βγουν) από την πλάνη, τα κάλεσες, Σωτήρα, να Σε γνωρίσουν και να Σε καταλάβουν).

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο υμνογράφος του κανόνα της εορτής των Μυροφόρων, κινείται διαρκώς σε όλες τις ωδές σε ένα διπλό επίπεδο: αφενός αναφέρεται στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου για να μιλήσει έπειτα για τις Μυροφόρες και τους Ιωσήφ Αριμαθαίας και Νικόδημο, αφετέρου η κάθε αναφορά στον Σταυρό και την Ανάσταση δεν αποτελεί «επίπεδη» και «αντικειμενική» προσέγγιση – δεν μένει μόνο στα γεγονότα που διαπιστώνουν οι σωματικές αισθήσεις – αλλά προβάλλει το θεολογικό βάθος και τη σημασία των γεγονότων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το υπ’ όψιν τροπάριο.

Τι σημειώνει ο άγιος υμνογράφος; Πρώτον, η Σταύρωση του Κυρίου είναι Πάθος «ἑκούσιον». Ενώ σταύρωσαν δηλαδή τον Κύριο οι Ρωμαίοι στρατιώτες και κάρφωσαν τις παλάμες Του στο ξύλο, συνεπώς εκείνοι έχουν την ευθύνη, όπως και ο Ρωμαίος ηγεμόνας που έδωσε την εντολή μαζί με τους Ιουδαίους αρχιερείς που τον πίεσαν, όμως κατά τον ποιητή «ο Κύριος άπλωσε καρφωμένες τις παλάμες Του στον Σταυρό». Ο υμνογράφος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Κύριος ως Θεός «αφήνεται» στο έλεος των Ρωμαίων και των Εβραίων. Κι αυτό γιατί «ἔδει παθεῖν τόν Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Μεσσίας του κόσμου, προκειμένου διά του Σταυρού να έλθει η χαρά της λύτρωσης σε όλον τον κόσμο. Ήταν τέτοια η βλάβη και το τραύμα της αμαρτίας στον άνθρωπο, ώστε δεν αρκούσε η αποστολή των προφητών και το κήρυγμα της μετανοίας τους. Αν μπορούσε η ανθρωπότητα να θεραπευτεί με τον λόγο, προφορικό ή γραπτό, τότε δεν θα χρειαζόταν ίσως ο ερχομός του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο. Όμως ήλθε και φανέρωσε ότι και η ανθρωπότητα έπασχε σε βαθμό «νέκρωσης», και η αγάπη του Δημιουργού για το πλάσμα του ήταν άπειρη. «Ἑκούσιον» λοιπόν το Πάθος του Κυρίου, γεγονός που συγκλονίζει κάθε πιστό μόλις θελήσει λίγο να σταθεί και να στοχαστεί εν πίστει πάνω σ’ Αυτό.

Δεύτερον, τα απλωμένα και καρφωμένα χέρια του Κυρίου στον Σταυρό δεν είναι χέρια που μπορούν να μετρηθούν ανθρώπινα: δεν αγκαλιάζουν έναν ή δύο ανθρώπους – ό,τι μπορεί να περιλάβει στην αγκαλιά του ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος! Αλλά είναι χέρια και είναι παλάμες που εκτείνονται σε πλάτος και βάθος ποιοτικό, δηλαδή αγκαλιάζουν και περικλείουν σύμπασα την ανθρωπότητα όλων των τόπων και όλων των χρόνων. Πάνω στον Σταυρό, επειδή ακριβώς πάσχει ο Δημιουργός ως άνθρωπος λόγω της ακατανόητης αγάπης Του, βρίσκεται και όλη η ανθρωπότητα απαρχής και όσο θα υπάρχει κόσμος -  ο κάθε άνθρωπος μπορεί να νιώσει τη θέρμη της αγκαλιάς Του, όταν μάλιστα Εκείνος έχει σβήσει και διαγράψει τις όποιες αμαρτίες του, παλιές, συγκαιρινές, μελλοντικές! Στον Σταυρό του Κυρίου με άλλα λόγια βλέπουμε εν πίστει τι σημαίνει αληθινή ενότητα: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, αὐτοί ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτοῖς».

Τρίτον, οι καρφωμένες παλάμες του Κυρίου λειτούργησαν ακριβώς ως το «άγκιστρο» για να συλληφθούμε από Εκείνον ώστε να βγούμε από την πλάνη της άγνοιας του Θεού και να οδηγηθούμε στην επίγνωσή Του, επίγνωση όπως είπαμε της ενότητάς μας μ’ Εκείνον και με όλους τους συνανθρώπους μας. Εν προκειμένω ο άγιος Ανδρέας μάς λέει εικονιστικά τον λόγο του Κυρίου για τον ίδιο τον Σταυρό Του: «κἀγώ ὅταν ὑψωθῶ ἀπό τῆς γῆς πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν». Ο Σταυρός του Κυρίου λειτούργησε και λειτουργεί πάντοτε δηλαδή ως θείος μαγνήτης που μαγνητίζει κάθε καλοπροαίρετη καρδιά που αναζητεί την αλήθεια. Ο Θεός μας δεν θέλησε διά της βίας και εξ ανάγκης να μας φέρει κοντά Του – η βία το μόνο που καταφέρνει είναι το «κούμπωμα» του ανθρώπου και η αποξένωσή του. Εκείνο που χρησιμοποίησε ο Θεός μας, γιατί Αυτό είναι η ζωή Του, είναι η αγάπη, τέτοια που μας προσέφερε τη ζωή Του για να ζήσουμε εμείς. Συνεπώς η θυσιαστική αγάπη συνιστά τον μαγνήτη κι αυτό που «ψαρεύει» τον κάθε άνθρωπο κάθε εποχής. Κι όταν ο Κύριος καλούσε τους μαθητές Του να γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων» στην πραγματικότητα τους καλούσε να βρίσκονται πάντοτε σταυρωμένοι και με τη δική Του αγάπη για να μαρτυρούν την αλήθεια και οι άνθρωποι να ελκύονται προς αυτούς.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΚΗΔΕΥΣΕΣ ΜΕ ΜΥΡΑ ΤΟ ΑΚΕΝΩΤΟ ΜΥΡΟ!

 «Άρας επί ώμων Ιωσήφ τον εν δεξιά τη πατρώα Υιόν καθήμενον, μύρον το ακένωτον μύροις εκήδευσας˙ την του κόσμου ανάστασιν προτέθεικας τάφω˙ τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον λίθω συγκαλύπτεις αφράστως. Όθεν τούτου μέλπομεν ύμνοις τα φωσφόρα πάθη και την Έγερσιν» (ΕΒΔΟΜΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ).

(Αφού σήκωσες στους ώμους, Ιωσήφ, τον Υιό που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα, Τον κήδευσες με μύρα - Αυτόν που είναι το ακένωτο μύρο. Έθεσες σε τάφο Αυτόν που είναι η ανάσταση του κόσμου. Αυτόν που φέρει το φως ως ιμάτιο Τον καλύπτεις σιωπηλά με λίθο. Για τον λόγο αυτό αινούμε με ύμνους τα φωσφόρα πάθη και την Έγερσή Του).

Ο άγιος υμνογράφος, ίσως ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, έκθαμβος μπρος στο μυστήριο της αποκαθήλωσης του Κυρίου Ιησού Χριστού, μέτοχος του οποίου κατεξοχήν ήταν ο άγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, μας καλεί να δοξολογήσουμε με ύμνους τα Πάθη του Κυρίου και την Ανάστασή Του – γνωρίζει ότι με τον Σταυρό Του καταργήθηκε η αμαρτία και με την Ανάστασή Του καταπατήθηκε ο θάνατος και ο διάβολος. Τα μάτια του είναι διεσταλμένα από την πίστη του Κυρίου.  Δεν βλέπει μόνον ό,τι επιγείως διαδραματίζεται: τον Ιωσήφ που αίρει το νεκρό σώμα του Ιησού, που Τον κηδεύει με τα μύρα των μυροφόρων γυναικών, που Τον θέτει στον τάφο, που θέτει λίθο στη θύρα του μνημείου. Βλέπει διά της πίστεως – διότι όραση είναι η πίστη, όπως την ορίζει ο απόστολος Παύλος: να βλέπεις πράγματα που δεν φαίνονται με τα μάτια τα αισθητά – βλέπει λοιπόν τα πέραν της υλικής αίσθησης, το «βάθος» που συγκροτεί όμως τον αληθινό κόσμο. Γιατί είναι ο κόσμος του Θεού, ο αιώνιος κόσμος, ο συντεθειμένος υλικά και πνευματικά από τις άκτιστες ενέργειες του Θεού και που διακρατούμενος αδιάκοπα από Εκείνον οδηγείται εντέλει και πάλι σ’ Αυτόν.   «Ότι εξ αυτού και δι’ αυτού και εις αυτόν τα πάντα έκτισται» (Παύλος).

Ζει ο άγιος ποιητής με τον τρόπο που λέει ο Κύριος και εξαγγέλλει ιδιαιτέρως ο οικουμενικός απόστολος: «ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα. Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια». Οπότε αντιστοίχως κινείται και η όραση του αγίου Ανδρέα:

- αίρει επί των ώμων του ο Ιωσήφ Εκείνον που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα˙

- κηδεύει με μύρα το νεκρό σώμα, το Οποίο όμως αποτελεί το ακένωτο μύρο ως Θεός χορηγός του Παναγίου μύρου αγίου Πνεύματος˙

- θέτει σε τάφο την Ανάσταση του κόσμου˙

- καλύπτει με λίθο Αυτόν που ως ιμάτιο έχει το φως.

Αλλά την όραση αυτή καλούμαστε να καλλιεργούμε πάντοτε κι εμείς ως χριστιανοί. Γιατί ναι μεν ζούμε μέσα στον κόσμο αυτόν που σφραγίζεται από τις υλικές αισθήσεις, αλλά με την πίστη μας μπορούμε να βλέπουμε όπως είπαμε τα πέραν αυτού: οι οφθαλμοί μας να είναι προσανατολισμένοι συνεχώς στον πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα Κύριο – «οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον» και «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διά παντός» κατά τον ψαλμωδό. Οπότε μπορούμε να επισημαίνουμε την παρουσία Του και στον εαυτό μας, τον χαρισματικό δηλαδή εαυτό μας ως μέλη Χριστού ενδεδυμένοι Εκείνον, στους συνανθρώπους μας που και εκείνοι αν είναι χριστιανοί είναι εξίσου μέλη Του ή αν δεν είναι φέρουν το φως Του που τους καθοδηγεί προς εύρεση της αλήθειας, σε όλη τη δημιουργία που είναι δική Του και διαλαλεί τη δόξα και την αγάπη Του – «του Κυρίου η γη και  το πλήρωμα αυτής».

Καλούμαστε δηλαδή να ζούμε, για να χρησιμοποιήσουμε έκφραση του οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτη, με μία «διπλή συνείδηση», η οποία μας δίνει τη δυνατότητα να παριστάμεθα βεβαίως ενώπιον του φυσικού κόσμου για να επιτελούμε όλες τις εργασίες και τα διακονήματά μας, αλλά ταυτοχρόνως και ενώπιον του Κυρίου και του Τριαδικού Θεού μας. Κι είναι αυτή η κλήση εκείνο που προτρέπει να κάνουμε η Εκκλησία μας καθημερινά: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα, τη εσπέρα, τη νυκτί ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», γι’ αυτό και εκείνο που νοηματίζει την κάθε στιγμή μας.

Βρισκόμαστε μπροστά στο μυστήριο της ύπαρξης του αληθινού χριστιανού, μπροστά στον άγιο που τον βλέπουμε και τον διαβάζουμε στα συναξάρια της Εκκλησίας μας, μπροστά σε μία κυριολεκτικά θεοφάνεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος έτσι όρισε τον χριστιανό: «μίμημα Χριστού κατά τό δυνατόν ανθρώπω».  

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

ΤΑ ΔΥΟ ΒΑΣΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗΣ!

«Ο άνθρωπος της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, βασανίζεται από δύο μεγάλα δεινά. Από την έλλειψη νοήματος στη ζωή και από τον φόβο του θανάτου. Όταν ο άνθρωπος αγαπά τον Ιησού Χριστό και την Παναγία, γεμίζει η ψυχή του με αγάπη, με θείο νόημα. Με θείο νόημα! Να σηκωθεί κανείς το πρωί και να μην έχει τι να κάνει, ούτε δουλειά να ’χει ούτε λεφτά να φάει ψωμάκι, και να σκεφτεί τον Χριστό και την Παναγία, τότε χορταίνει. Γεμίζει με νόημα, παίρνει από τη χάρη Τους. Και τ’ άλλα λύνονται. Γιατί, όταν αγαπά ο άνθρωπος, γεμίζει η ψυχή του. Έχει λόγον υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Τότε έχει χαρά ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί. Κι όταν νιώσει και αισθανθεί πως ανήκει στον Χριστό και στην Παναγία, τότε προσφέρει τον εαυτό του θυσία ζώσα σ’ αυτούς. Κι εκείνοι του αντιπροσφέρουν τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής» (Από τις διδαχές του Γέροντος Ανανία Κουστένη).  

Ο μακαριστός Γέρων π. Ανανίας έρχεται με τον απλό αλλά και τόσο βαθύ λόγο του  να καταγράψει την ανθρώπινη πραγματικότητα, της εποχής μας αλλά και κάθε εποχής. Δύο είναι τα μεγάλα δεινά που βασανίζουν τον άνθρωπο, επισημαίνει από την πείρα του αλλά και από την αγιογραφική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρώτον, η έλλειψη νοήματος ζωής˙ δεύτερον, ο φόβος του θανάτου. Ο άνθρωπος δηλαδή πορεύεται ως τυφλός στον κόσμο τούτο χωρίς προσανατολισμό και χωρίς πυξίδα στην καθημερινότητά του. Κυριολεκτικά θα έλεγε κανείς «χαμένος και νεκρός» - ό,τι αποτίμηση έκανε ο ίδιος ο Κύριος για τον άσωτο της γνωστής παραβολής Του όταν εκείνος έφυγε επαναστατημένος από το σπίτι του Πατέρα του! Κι αυτό σημαίνει ότι τα δύο αυτά μεγάλα δεινά αποκαλύπτουν την ορφάνια του ανθρώπου της κάθε εποχής, όταν αυτός έχει διαγράψει τον Θεό Πατέρα από τη ζωή του και νομίζει ότι μόνος του με δικά του στηρίγματα, με τις δικές του μόνο δυνάμεις μπορεί να πορευτεί τον δρόμο του!

Είναι δεινά και βάσανα η ζωή χωρίς Θεό, κατά τον αγιογραφικό και πατερικό λόγο του μακαριστού Πατέρα. Διότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τον Θεό για να ζει μαζί Του, να αναπνέει την πνοή Του, να καταλήξει τελικώς στην αγκαλιά Εκείνου. Η διατύπωση του μακαριστού Γέροντα είναι απολύτως σαφής: «ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί». Το βλέπουμε ιδίως στα νεαρά παιδιά, που θέλοντας να απαγκιστρωθούν από την οικογένειά τους στην εφηβική τους ηλικία, χωρίς όμως να θέλουν και οριστικά τα περισσότερα να αποκοπούν από αυτήν, ποθούν να ενταχτούν σε κάποια ομάδα για να μπορούν να έχουν «ταυτότητα». (Δυστυχώς βέβαια η ομάδα αυτή συχνά δεν είναι ό,τι καλύτερο, γιατί μπορεί να είναι μία «συμμορία» ή μία «σέχτα» που κινείται σε υπόγειους δρόμους και με σκοτεινά συμφέροντα. Αλλά ήδη η βαθιά επιθυμία των νέων είναι απλώς να ανήκουν κάπου!) Και πρόκειται λοιπόν για τη φυσιολογία ακριβώς του ανθρώπου. Διότι δεν είναι ο άνθρωπος η πηγή της… ζωής! Από τον Θεό εξήλθαμε, με Εκείνον πορευόμαστε, σε Εκείνον θα καταλήξουμε! «Ότι εξ Αυτού (του Θεού), και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται» (απ. Παύλος).

Λοιπόν, άνθρωπος που διαγράφει τον Θεό, που επιλέγει την απιστία σ’ Εκείνον και την αθεΐα στη ζωή του, εισέρχεται σε παραδρόμους της ζωής, μάλλον σε μία μη… ζωή, σε μία ζωή εν θανάτω, «δίχως σκοπό και ταυτότητα πια!» Κι αυτά είναι πάντοτε τα επίχειρα της επιλογής αυτής. «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν την κατεργαζομένην το πονηρόν». «Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Διότι εννοείται ότι όταν ο άνθρωπος δεν πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού, πορεύεται κατά το εγωιστικό και αμαρτωλό δικό του θέλημα, πίσω από το οποίο παραμονεύει και βρίσκεται ο αιώνιος εχθρός του ο διάβολος. Χωρίς νόημα έτσι η ζωή και με κυριαρχικό διαλυτικό στοιχείο της τον φόβο του θανάτου – ο ορισμός της κόλασης!

Ο Γέρων Ανανίας δεν μένει ασφαλώς μόνο στη διαπίστωση των δεινών του απίστου ανθρώπου. Μας προσανατολίζει και μας αποκαλύπτει αυτό που έφερε ο Ιησούς Χριστός και διακηρύσσει έκτοτε το ζωντανό σώμα Του η Εκκλησία. Ανήκουμε στον Χριστό και στην Εκκλησία Του, ζούμε μαζί με τους Αγίους Του, κατεξοχήν με την Παναγία Μητέρα Του, όταν μάλιστα έχουμε βαπτιστεί και χριστεί στο άγιο όνομά Του, οπότε έχουμε γίνει μέλη Του οργανικά και ουσιαστικά δεμένοι μ’ Εκείνον. Ως μέλη Του και δεμένοι μ’ Εκείνον δε, δεν μπορούμε παρά να ζούμε όπως Εκείνος: προσφερόμενοι εν αγάπη και ως θυσία ζώσα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τον κατ’ εικόνα του Θεού δημιουργημένο – αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο συνυπάρχουν. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «Όποιος λέγει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό οφείλει καθώς Εκείνος έζησε και αυτός το ίδιο να ζει» - θεωρητική και «ψιλή»-γυμνή πίστη δεν υφίσταται, γιατί είναι δαιμονική (άγιος Ιάκωβος). Αποτέλεσμα; Ο πιστός άνθρωπος να δέχεται την αντιπροσφορά του Θεού: «τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής». «Τότε έχει χαρά ο άνθρωπος».

Με τους όρους αυτούς είναι αυτονόητα αυτά που επισημαίνει τόσο έντονα και παραστατικά ο π. Ανανίας. «Αγαπάς τον Χριστό και την Παναγία και γεμίζει η ψυχή σου με αγάπη, με θείο νόημα». Ακόμη και δουλειά να μην έχεις και λεφτά να σου λείπουν και το ψωμάκι σου να μην έχεις, (εννοείται όχι από τεμπελιά και αργία!), ακόμη και τότε «χορταίνεις, γιατί ο Χριστός και η Παναγία σε γεμίζουν με νόημα, παίρνεις από τη χάρη Τους» και φτάνεις στο σημείο με αισθητό τρόπο να ζεις ό,τι έχει υποσχεθεί ο Χριστός: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (τα ανθρώπινα) προστεθήσεται υμίν». Λοιπόν, στην κατάσταση αυτήν ο πιστός άνθρωπος «έχει λόγο υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”».

Εν τέλει: ο πιστός που καθημερινά και την κάθε στιγμή της ζωής του αγωνίζεται να διακρατεί ανοιχτή τη σχέση του με τον Ιησού Χριστό, κατά το «καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα (τη στιγμή) ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», αυτός έχει φτάσει χάριτι Θεού να έχει λυμένο το πιο σημαντικό πρόβλημα της ζωής του: το νόημα της ζωής και τη με αυτό συνδεδεμένη υπέρβαση του φόβου του θανάτου. Γιατί ζει τον Αναστημένο Χριστό! Μία μαρτυρία μάλιστα του σπουδαίου και σοφού Ιεράρχου της Εκκλησίας μας κ. Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, επιστεγάζει, νομίζουμε, με τον καλύτερο τρόπο τα παραπάνω. Έχοντας ζήσει ο ίδιος ως προσκεκλημένος μία συγκλονιστική βραδιά, (Νοέμβριος 1980), σ’ ένα μεγάλο αστρονομικό σταθμό βόρεια της Βοστώνης, παρατηρώντας ένα ραδιογαλαξία μέσω ενός μεγάλου ραδιοτηλεσκοπίου, σημείωσε δοξολογικά και με ταπείνωση: «Είχα πίστη. Δόξασα τον Θεό που υπήρχε μέσα μου. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσα κι εγώ ούτε να εξηγήσω ούτε να κατανοήσω ούτε και να αντέξω αυτόν τον κόσμο. Αυτή η βραδιά δίνει μέχρι σήμερα ζωή στη ζωή μου

ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ;

«Αἱ μυροφόροι γυναῖκες, τόν τάφον σου καταλαβοῦσαι, καί τάς σφραγῖδας τοῦ μνήματος ἰδοῦσαι, μή εὑροῦσαι δέ τό ἄχραντον Σῶμά σου, ὀδυρόμεναι μετά σπουδῆς ἦλθον λέγουσαι· Τίς ἔκλεψεν ἡμῶν τήν ἐλπίδα; Τίς εἴληφε νεκρόν, γυμνόν ἐσμυρνισμένον, τῆς μητρός μόνον παραμύθιον; Ὤ! πῶς ὁ νεκρούς ζωώσας, τεθανάτωται; Ὁ τόν Ἅδην σκυλεύσας, πῶς τέθαπται; Ἀλλ’ ἀνάστηθι Σωτήρ αὐτεξουσίως, καθώς εἶπας τριήμερος, σώζων τάς ψυχάς ἡμῶν» (Δοξαστικόν στιχηρῶν ἑσπερινοῦ ἑορτῆς, πλ. β΄).

(Οἱ μυροφόρες γυναῖκες, ἀφοῦ ἔφτασαν στόν τάφο σου καί εἶδαν τίς σφραγίδες τοῦ μνήματος (πού εἶχαν βάλει οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχοντες μαζί μέ τούς Ρωμαίους στρατιῶτες), ἄρχισαν ἀμέσως νά ὀδύρονται λέγοντας: Ποιός ἔκλεψε τήν ἐλπίδα μας; Ποιός πῆρε ἕνα νεκρό, γυμνό ἀλειμένο μέ σμύρνα, πού είναι μοναδική παρηγοριά τῆς μάνας του; Πῶς αὐτός πού ἔδωσε ζωή σέ νεκρούς, θανατώθηκε; Αὐτός πού διέλυσε τόν Ἄδη, πῶς τάφηκε; Αλλά, Σωτήρα, ἀναστήσου μέ τή θέλησή Σου, ὅπως εἶπες, τήν τρίτη ἡμέρα, σώζοντας τίς ψυχές μας).

Τό ἱστορικό στοιχεῖο συμπλέκεται μέ τή δραματική ἔνταση καί τόν λυρισμό τῶν συναισθημάτων τῶν μυροφόρων γυναικῶν στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, ἔργο τοῦ διαπρεποῦς ὑμνογράφου ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ μοναχοῦ. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀκολουθεῖ κυρίως τήν καταγραφή τῶν γεγονότων, ὅπως ἐκτίθενται στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, κατά τό ὁποῖο τήν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου «ὄρθρου βαθέος ἦλθον γυναῖκες ἐπί τό μνῆμα φέρουσαι ἅ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σύν αὐταῖς». Ὁ λίθος μέ τόν ὁποῖο εἶχε σφραγιστεῖ τό μνῆμα ἦταν ἀποκυλισμένος, ἐνῶ ὅταν εἰσῆλθαν μέσα στό μνῆμα δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Βρέθηκαν σέ ἀπορία μεγάλη, καί τότε φάνηκαν ἐνώπιόν τους δύο ἄνδρες μέ λαμπρά ἐνδύματα, ἄγγελοι Κυρίου, πού τούς μήνυσαν ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε, ὅπως τό εἶχε ὑποσχεθεῖ, ὁπότε ἐπέστρεψαν πίσω γιά νά ἀναγγείλουν στούς μαθητές τοῦ Κυρίου τό χαρμόσυνο γεγονός τῆς ἀναστάσεώς Του.

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος λοιπόν ἐπεμβαίνει καί περιγράφει τά ὀδυνηρά αἰσθήματα τῶν μυροφόρων γυναικῶν - μία ἀνάλυση στήν οὐσία τῆς λέξης  «διαπορεῖσθαι». Ἡ ἐπιλογή νά ἐκφράσει τή δραματικότητα πού θά εἶχε ἀσφαλῶς ὁ ἀναμειγμένος μέ δάκρυα λόγος τους εἶναι ἐμφανής, καί μέ τή σέ πρῶτο πρόσωπο ἔκφραση τῶν ἐρωτημάτων τους καί μέ τά ἐρωτήματα ἐκεῖνα πού «κτυποῦν» εὐθέως τό συναίσθημα τοῦ ἀνθρώπου: «τίς ἔκλεψε ἡμῶν τήν ἐλπίδα; Τίς εἴληφε νεκρόν… τῆς μητρός μόνον παραμύθιον;» Πράγματι, ποιός μπορεῖ νά παρέλθει ψυχρά τέτοια ἐρωτήματα; Ἀναφέρονται στήν προοπτική ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου - ἡ ἐλπίδα ἀποτελεῖ τή ζωή γιά τόν ἄνθρωπο· ὁ ἀπελπισμένος ἄνθρωπος εἶναι ἕνας σχεδόν ζωντανός νεκρός. Κι ἀκόμη, στό πιό ἱερό πρόσωπο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τή μάνα! Ποιά μεγαλύτερη παρηγοριά γιά μία μάνα ἀπό τό μονάκριβο παιδί της, ἰδίως ὅταν ἔχει αὐτό πεθάνει μέ σκληρό καί ὀδυνηρό τρόπο, καί τῆς ἔχει ἀπομείνει μόνο τό λείψανό του! Μία μάνα πού τῆς «κλέβουν» κι αὐτό πού τῆς ἔχει ἀπομείνει εἶναι ὅ,τι πιό ἀνίερο καί ἀνόσιο μπορεῖ νά ὑπάρξει.

Λοιπόν, ὁ λυρισμός καί ἡ ἔνταση εἶναι δεδομένα στό δοξαστικό αὐτό, τό συναίσθημα ἀποσκοπεῖ νά φορτίσει ὁ ὑμνογράφος, προκειμένου ὅμως νά τονιστεῖ ἡ κραυγή τῶν μυροφόρων, κραυγή πίστεως στήν ὑπόσχεση τῆς ἀνάστασης τοῦ τεθαμμένου, γιατί ὡς Θεός ἔχει τή δύναμη γι’ αὐτό: «Ἀλλά ἀναστήσου, Σωτήρα, μέ τή θέλησή σου τήν τρίτη ἡμέρα ὅπως εἶπες».