Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

«Ο άγιος Κύριλλος γεννήθηκε στο Θεοδόσιο, περιοχή κοντά στην Αλεξάνδρεια, περί το 378, μέσα σε εκκλησιαστικό περιβάλλον. Η μητέρα του υπήρξε αδελφή του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, οπότε του δόθηκαν ευκαιρίες για καλή και σπουδαία μόρφωση, αλλά και για εκκλησιαστική διακονία ου τυχούσα. Από πολύ νωρίς σχετίστηκε με την πλούσια μοναστική παράδοση της Αιγύπτου, δείγμα της βαθιάς δίψας του για την πνευματική κατά Χριστόν ζωή, ενώ ισχυρή επίδραση δέχτηκε ιδίως από τον μεγάλο διδάσκαλο και άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη. Έγινε από τον θείο του αναγνώστης, δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών για τον λαό, κι έπειτα διάκονος και πρεσβύτερος. Όταν κοιμήθηκε ο θείος του Θεόφιλος (412), εκλέχτηκε και ενθρονίστηκε στη θέση του ο νεαρός τότε άγιος Κύριλλος.

Ο θρόνος της Αλεξάνδρειας ήταν την εποχή εκείνη για πολλούς λόγους ο ισχυρότερος εκκλησιαστικός θρόνος, ενώ ο άγιος Κύριλλος ξεκίνησε τη διακονία του αυτή έχοντας ως όραμα την όσο το δυνατόν εξάλειψη από την περιοχή του των όποιων σχισματικών και αιρετικών παραφυάδων, ιδίως δε των Αρειανοφρόνων. Αντιμετώπισε τους πολλούς, (πλειοψηφούντες), εθνικούς-ειδωλολάτρες της περιοχής, αλλά και τους επίσης πολλούς Εβραίους με το κατεξοχήν όπλο που διαθέτει η Εκκλησία, τον λόγο του Ευαγγελίου, αλλά και με «τεχνάσματα» που κατά καιρούς χρησιμοποιεί η Εκκλησία, όπως για παράδειγμα τη μεταφορά λειψάνων αγίων θαυματουργών, ώστε να στρέψει τον λαό εκεί που πράγματι παρέχεται η ιαματική χάρη του Θεού και όχι οι δαιμονικές ενέργειες (ναός της Ίσιδας medica). Ο άγιος κατηγορήθηκε άδικα για τον θάνατο της φιλοσόφου Υπατίας, κάτι που διαιωνίζεται μέχρι σήμερα από τους αρνητές της πίστεως, διότι ο ίδιος δεν είχε καμία συμμετοχή σ’ αυτό. Όντως εκείνη φονεύτηκε από θερμόαιμους «χριστιανούς», οι οποίοι στράφηκαν εναντίον της θεωρώντας ότι αυτή επηρεάζει αρνητικά τον έπαρχο Ορέστη που περιφρονούσε τον αρχιεπίσκοπο και τους χριστιανούς.

Ο άγιος ήταν εκείνος που φωτίστηκε ιδιαιτέρως από το Πνεύμα του Θεού προκειμένου να αντιμετωπίσει τη χριστολογική αίρεση του Νεστοριανισμού. Η αίρεση αυτή, παρακολουθώντας κατά πόδας τον Αρειανισμό, ξεκίνησε από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, ο οποίος αρνείτο ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε, εξ άκρας συλλήψεως,  στη γαστέρα της Παναγίας ως άνθρωπος, συνεπώς κατήγγελλε ως βλάσφημους εκείνους που τη χαρακτήριζαν «Θεοτόκο». Ο άγιος Κύριλλος, στοιχώντας στην Παράδοση της Εκκλησίας, μάλιστα του αγίου Αθανασίου και των Καππαδοκών Πατέρων, κατέδειξε ότι η μη αποδοχή της πίστεως της Εκκλησίας περί της Παναγίας ως Θεοτόκου αποτελεί άρνηση και του Ιδίου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου «εξ άκρας συλλήψεώς» Του, οπότε διακυβεύεται έτσι η σωτηρία του ανθρώπου. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος που συγκλήθηκε στην Έφεσο το 431 επικύρωσε τη θεολογία του αγίου, γι’ αυτό και δικαίως χαρακτηρίστηκε ο Κύριλλος ως Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας και ως ο θεολόγος της χριστολογίας. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 9 ή στις 27 Ιουνίου του 444 και η μνήμη του τιμάται στις 9 Ιουνίου και στις 18 Ιανουαρίου (με τη μνήμη του Μεγάλου Αθανασίου)» (Σύνοψη του βίου του από το έργο:  Πατρολογία Γ΄ (Στυλ. Παπαδοπούλου, καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών).

Είναι εύλογο ότι ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης στον κανόνα του για τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας επιμένει κυρίως στο τεράστιο θεολογικό του έργο, αυτό της χριστολογίας, προκειμένου, όπως φάνηκε και παραπάνω, να καταδειχθεί ότι τυχόν αμφισβήτηση ή αλλοίωση της αποκαλύψεως του Κυρίου ως Θεού και ανθρώπου σημαίνει αυτομάτως και υπόσκαψη των θεμελίων για τη σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή της πραγματικότητας της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Το δόγμα δηλαδή, ως οριοθέτηση της αλήθειας, εκβάλλει πάντοτε στο ήθος και τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και έχει τέτοια τεράστια σημασία για την Εκκλησία σε κάθε εποχή. Και πώς αλλιώς; Ό,τι πίστη και εικόνα έχουμε περί του Κυρίου Ιησού Χριστού, τέτοια πίστη και εικόνα έχουμε και για τον ίδιο τον άνθρωπο. Απαρχής η Εκκλησία κραυγάζει «Εν Αυτώ, τω Χριστώ, περιπατείτε». Η ζωή μας είναι αντίστοιχη στην Εκκλησία με τη ζωή του Χριστού. Αν ο Χριστός δεν είναι ο εν σαρκί Θεός, απαρχής του ερχομού Του στον κόσμο, τότε ο άνθρωπος εξακολουθεί και δουλεύει στα πάθη του, στον Πονηρό, στον ίδιο τον θάνατο. Η ένωσή μας με τον Χριστό, Τον οποίο ενδυόμαστε διά του αγίου βαπτίσματός μας είναι εκείνο που μας καθιστά μέλη Του και μας δίνει την αποφασιστική ώθηση προκειμένου να ζούμε κι εμείς σαν Εκείνον.

Όργανο για να εκφραστεί στη δύσκολη εκείνη εποχή με το πλήθος των αιρέσεων η αλήθεια περί Χριστού που αμφισβητήθηκε, υπήρξε ο άγιος Κύριλλος. Αυτός «χρημάτισε ήλιος που οι διδασκαλίες του σαν ακτίνες απλώθηκαν σε όλα τα πέρατα και καταύγασαν τα πληρώματα των πιστών» (στιχ. εσπ.). Αποτέλεσμα βεβαίως ήταν οι ακτίνες αυτές της αλήθειας και το βάθος της «να εκδιώξουν το σκοτάδι των αιρέσεων, να κάψουν ως φωτιά κάθε φρύγανο αιρετικό, να βυθίσουν κάθε δυσσέβεια των απειθών ανθρώπων» (στιχ. εσπ.). Κι εκείνο που κατεξοχήν φανέρωνε, κατά τον άγιο υμνογράφο, τη θεότητα του Κυρίου που έγινε άνθρωπος ήταν η θέση της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου. Θεοτόκος η Παναγία, που σημαίνει ότι απαρχής μετέχει στο πιο μεγάλο μυστήριο όλων των μυστηρίων, το οποίο και σ’ αυτήν σταδιακά θα αποκαλύπτεται. «Πρέπει να το ομολογήσουμε ότι είναι μέγα το μυστήριο της πίστεως: ο Θεός φανερώθηκε ως άνθρωπος» (απ. Παύλος). Όπως διαρκώς κηρύσσει η Εκκλησίας μας η Παναγία συνιστά όρο δόγματος. Ανάλογα δηλαδή με τη στάση που κρατάει κανείς απέναντί της φανερώνει αν είναι ορθόδοξος χριστιανός ή όχι. Κι αυτός που έδειξε περίτρανα την αλήθεια αυτήν την εποχή εκείνη, και για πάντα, ήταν ο άγιος Κύριλλος.

«Έξαρχος της αειπαρθένου Μαρίας και παλαιστής και υπέρμαχος» (απολ.) λοιπόν χαρακτηρίζεται δικαίως από τον άγιο Θεοφάνη, «ζηλωτής της αληθούς Θεομήτορος» (ωδή ς΄), «πρόμαχος της Κυρίας Αειπαρθένου» (στίχ. συναξ.) – ας φανταστούμε με πόση στοργή και αγάπη στέκει απέναντί του ο ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος χαίρεται με τη μεγαλύτερη χαρά όταν τιμούν και εγκωμιάζουν τη Μητέρα Του!

Και τι σημειώνει ο άγιος υμνογράφος; Την πίστη αυτή που ζούσε στην ύπαρξή του όλη ο άγιος Κύριλλος, για τον Χριστό και τη Θεοτόκο Παναγία, την μαρτυρούσε με τον πιο δυνατό και ρωμαλέο τρόπο. Όχι αναιμικά, όχι «σέρνοντας», όχι με «ψίθυρο», αλλά με τον τρόπο που δίνει το άγιον Πνεύμα στην ψυχή του ανθρώπου. «Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με» προσεύχεται ο δίκαιος Δαβίδ, από τέτοιο Πνεύμα ηγεμονικό διακατεχόταν και ο μέγας Πατήρ και Διδάσκαλος. «Πλήρης εντελώς από ζήλο και παρρησία, ένδοξε Κύριλλε, διέλυσες τις θεομάχους ανοησίες των αιρετικών» (ωδή α΄). «Ενδυναμούμενος από τον Χριστό, με στέρεα γνώμη, Κύριλλε, διέλυσες σαν ιστό αράχνης τις μηχανές του πονηρού δράκοντα» (ωδή γ΄).

Κι εδώ βρισκόμαστε σ’ αυτό που συνιστά τη βάση της ζωής του αγίου. Ο άγιος πάλευε με τα θηρία των αιρέσεων, ακόμη και με τους εκκλησιαστικούς που ακόμη δεν «καταλάβαιναν», γιατί ο ίδιος είχε φωτιστεί όπως είπαμε από το Πνεύμα του Θεού και «γνώριζε» την αλήθεια. Ήταν μέτοχός της δηλαδή, γιατί αυτή είναι η έννοια της γνώσεως στην Εκκλησία. «Γνώσις εστί μετουσία» που λέει και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ζούσε τον Χριστό, «έβλεπε» τον Θεό και μπορούσε να εκφράζει με λόγο ό,τι συνιστούσε περιεχόμενο της ζωής του, βασισμένο σε όλη την προγενέστερη παράδοση της Εκκλησίας. «Έλαμψε η διάνοιά σου από τις φλόγες του Πνεύματος» (στιχ. εσπ.), λέει ο άγιος Θεοφάνης, που σημαίνει ότι βλέπει τον μεγάλο Πατέρα στην ομήγυρη των Αποστόλων, καθώς βρίσκονταν στο υπερώο της Ιερουσαλήμ την ημέρα της Πεντηκοστής.

 Και τι ήταν εκείνο που τον έκανε να ζει με τον τρόπο αυτόν; Η μέχρι θανάτου απόφασή του να ζει κατά τις εντολές του Κυρίου του. Είναι το πιο καίριο θέμα στην κατά Χριστόν ζωή. Πιστός που αποφασίζει να είναι με τον Χριστό σημαίνει ότι αποφασίζει να Τον «κυνηγάει» και να Τον «ανακαλύπτει» μέσα από τους λόγους και τις εντολές Του. «Μέσα στις εντολές Του κρύβεται ο Χριστός» είναι μία αξιωματική αρχή στην Ευαγγελική και Πατερική σκέψη. Ας δούμε τον άγιο υμνογράφο πώς το καταθέτει: «Εκτίναξες από την ψυχή σου τη λάσπη των παθών, Κύριλλε, γκρεμίζοντας κάθε υπερήφανο λογισμό που πάει να σηκωθεί κατά του Χριστού» (ωδή γ΄). «Ως φύλακας των εντολών του Χριστού γέμισες από το φως του θείου Πνεύματος, Κύριλλε, κι αφού καθαρίστηκες από τα πάθη σου έγινες πράγματι κατοικητήριο της υπερθέου Τριάδος» (ωδή α΄).

Μ’ έναν άλλον τρόπο ο άγιος Θεοφάνης τονίζει την ίδια αλήθεια: «Ποιμάνθηκες ως πρόβατο από τον Χριστό, οπότε σαν ποιμένας ποίμανες κι εσύ το ποίμνιο» (ωδή δ΄). Κι ακόμη: «Όπως το Σεραφίμ πρόσφερε με τη λαβίδα τον άνθρακα στον προφήτη (Ησαΐα), έτσι κι εσύ με τα χέρια σου μοιράζεις, ιερομύστα, στην Εκκλησία του Χριστού το πυρακτωμένο καθάρσιο από το θείο πυρ» (ωδή ς΄). Πώς λοιπόν να μη φτάνει στο σημείο ο εμπνευσμένος εκκλησιαστικός ποιητής να ομολογεί: «Αφού κληρονόμησες σαν αγαπημένο παιδί την πατρική αρετή του Μάρκου, έγινες διάδοχος και του θρόνου του, ακολουθώντας τα ίχνη του θείου Ευαγγελιστή» (που υπήρξε ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας) (ωδή δ΄).  

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ

«Ἡ ἁγία Καλλιόπη ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου (περί τά μέσα τοῦ 3ου αἰ. ) καί ἦταν ἐξαιρετικά ὄμορφη σωματικά ἀλλά καί ψυχικά. Συνελήφθη λόγω τῆς πίστεώς της στόν Χριστό καί προσπάθησαν νά τήν ἐξαναγκάσουν νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη Αὐτοῦ. Ἐπειδή κρατοῦσε τήν πίστη της μέ δύναμη, γι’ αὐτό καί τήν κτύπησαν μέ σφοδρότητα, ὅπως καί τῆς ἀπέκοψαν τούς μαστούς, τούς ὁποίους ὅμως Ἄγγελος Κυρίου πού παρευρισκόταν τούς ἀποκατέστησε ὑγιεῖς. Ἔπειτα τά ὄργανα τοῦ διαβόλου τήν ἔσυραν πάνω σέ κομμένο ὄστρακο καί στή συνέχεια τήν ἔριξαν στή φωτιά. Τίς καμμένες σάρκες της τίς ἄλειψαν μέ ἁλάτι καί τίς κατάτριψαν μέ τρίχινα ὑφάσματα. Μετά ἀπό αὐτά τῆς ἔκοψαν τό κεφάλι, εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Ὁ ὅσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ὁ ὑμνογράφος τῆς ἁγίας Καλλιόπης, προκαλεῖται ἀπό τό ὄνομά της προκειμένου νά φανερώσει τό κάλλος καί τήν ὀμορφιά τῆς ἁγίας. Κάλλος πού ἀναφερόταν καί στό σῶμα, πρωτίστως ὅμως στήν ψυχή τῆς ἁγίας κόρης. Διότι εἶναι γνωστό καί πολυειπωμένο ὅτι κατά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖνο πού ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία στόν ἄνθρωπο δέν εἶναι ἡ ἐξωτερική του ὀμορφιά, ἀλλά τό κάλλος τῆς ψυχῆς, τό ὁποῖο διαπορθμεύεται καί στό σῶμα, κάνοντάς το καί αὐτό νά λάμπει μέ ξεχωριστό φῶς. Ὅλοι τό γνωρίζουμε ὅτι μία ἐξωτερική ὀμορφιά χωρίς τήν ἀντίστοιχη ἐσωτερική της διάσταση, ὄχι μόνο δέν λειτουργεῖ θετικά – πέραν ἴσως τῆς προκλήσεως τῶν σαρκικῶν παθῶν στούς ἐμπαθεῖς - ἀλλά δημιουργεῖ καί ἀρνητικά συναισθήματα πού ἀπωθοῦν τούς περισσοτέρους ἀνθρώπους. Σάν ἴσως τά πλαστικά λουλούδια, τά ὁποῖα φαίνονται ὄμορφα, ἀλλά δέν ἔχουν καθόλου ὀσμή.

Λοιπόν ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπανειλημμένως τονίζει τό πνευματικό κάλλος τῆς ἁγίας Καλλιόπης, τό ὁποῖο συνεστήθη ἀπό τήν ψυχική της ἁγνότητα καί ἀπό τήν ἱερά ἄθληση τοῦ μαρτυρίου της. Γιά νά συμπληρώσει: ἡ ψυχική της ἁγνότητα, ἀλλά καί ἡ ὑπομονή της στά μαρτύρια ἦταν καρπός τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἔρωτά της πρός τόν Κύριο, τοῦ πόθου της γιά τό κάλλος καί τήν ὀμορφιά Ἐκείνου. «Ὅπως λέει τό ὄνομά σου, πόθησες βαθιά, καλλιπάρθενε καί πανεύφημε Καλλιόπη, τό ἄχραντο καί πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα κάλλος τοῦ Χριστοῦ· γι’ αὐτό καί ὀμόρφυνες τόσο πολύ τόν ἑαυτό σου ἀπό τά κάλλη τῆς ἁγνότητας καί ἀπό τήν ἱερά σου ἄθληση» (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Πάνω στήν ἀγάπη αὐτή τῆς ἁγίας πρός τόν Κύριο ἀφιερώνει τά περισσότερα τροπάρια ὁ μεγάλος ὑμνογράφος, γιατί θεωρεῖ ὅτι δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ οὔτε καί νά ἑρμηνευτεῖ ὁ τρόπος τῆς ζωῆς της, πολύ περισσότερο τό σκληρό μαρτύριό της, ἔξω ἀπό αὐτήν. Κι εἶναι μία ἀλήθεια πού πάντοτε πρέπει νά τονίζεται, δεδομένου ὅτι χωρίς τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό ἀπονευρώνεται κάθε τι πού χαρακτηρίζεται ὡς χριστιανικό. Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θεωρεῖ τήν ἀγάπη μας πρός Ἐκεῖνον ὡς τό μοναδικό ποιητικό αἴτιο γιά νά εἴμαστε μαζί Του: «ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε» λέει μεταξύ ἄλλων γιά παράδειγμα· ὅταν ὅλοι οἱ ἀπόστολοι αὐτήν τήν πραγματικότητα τονίζουν προκειμένου νά εἴμαστε καί νά παραμένουμε χριστιανοί: «εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ἤτω ἀνάθεμα» καί «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» κ.ἄ.π.· τότε πῶς εἶναι δυνατόν καί ἡ Ἐκκλησία μας διά τῆς ὑμνογραφίας της νά μήν τονίζει τήν ἀλήθεια αὐτή; «Ἐπειδή πληγώθηκες ἀπό τόν ἔρωτα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, Καλλιόπη, ἔκανες ἀνδραγαθήματα» (στιχηρό ἑσπερινοῦ)· «Δέχτηκες τή φωτιά τῆς θείας ἀγάπης στήν ψυχή σου, Καλλιόπη, γι’ αὐτό καί ἀκολούθησες τή φωνή τοῦ νυμφίου Χριστοῦ» (δοξαστικό ἑσπερινοῦ).

Ἀφήνοντας ὅλες τίς διαστάσεις τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτα τῆς ἁγίας Καλλιόπης, ἐπικεντρώνουμε σ’ ἕναν ὕμνο ἀπό τήν στ΄ ὠδή. Μᾶς δίνει ὁ ὑμνογράφος μας πολύ ὡραῖες ἀφορμές γιά τή βαθύτερη προσέγγιση τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τῆς ἀγίας. «Ἀφοῦ λάμπρυνες τά ὄμματα τῆς ψυχῆς σου, Καλλιόπη, μέ οὐράνιες μελέτες, ἔβγαλες φτερά προκειμένου νά πετάξεις πρός τό θεῖο κάλλος τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καί ἔσπευσες νά κερδίσεις αὐτήν τή βασιλεία μέ ἀσφάλεια, σεμνή, μέ τούς κόπους τῆς ἄθλησής σου.  Τί μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γεράσιμος;

Πρῶτον· τό κάλλος τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τό κάλλος τοῦ Χριστοῦ δηλαδή, λειτουργεῖ ὡς μαγνήτης γιά ἐκεῖνον πού Τόν ἔχει πιστέψει καί θέλει νά Τόν ἀκολουθήσει, πού σημαίνει ὅτι τρέχει πρός Αὐτόν σάν νά ἔχει φτερά στά πόδια του – «εἰς ὀσμήν μύρου Σου ἔδραμον, Χριστέ», ὅπως θά ἐπισημάνει σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο ὁ ὑμνογράφος, ἀφορμώμενος ἀπό τό «Ἆσμα Ἀσμάτων» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Δεύτερον· ἐκεῖνο πού ἐπιβεβαιώνει τήν ἔνταξη στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τή θετική σχέση πρός τόν Κύριο ὡς ἕνωση μαζί Του, εἶναι ἡ διάθεση τοῦ μαρτυρίου, πολύ περισσότερο ὅταν αὐτό τό μαρτύριο γίνεται κατά χάριν Θεοῦ πραγματικότητα. «Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου», καλεῖ τόν πιστό ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ - ὁ Κύριος πού μᾶς «ἠγάπησεν ἕως τέλους», ζητάει καί ἀπό ἐμᾶς μία παρόμοια στάση, καθώς μᾶς ἐνισχύει πρός τοῦτο μέ τή χάρη Του. Κανείς μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ νά εἶναι χριστιανός πορευόμενος μέ διψυχία.

 Τρίτον, καί ἴσως σπουδαιότερο· ἡ σπουδή γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ διάθεση τοῦ μαρτυρίου ἀπαιτεῖ τήν προετοιμασία τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἐκεῖνο πού ὄντως προετοιμάζει τόν ἄνθρωπο, μέ τήν ἔννοια ὅτι καθιστᾶ εὔφορο τό ἔδαφος τῆς ψυχῆς του γιά νά ριζώσει ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι οἱ «οὐράνιες μελέτες». Ποιές εἶναι αὐτές; Ἡ ἀφιέρωση τοῦ ἀνθρώπου στόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, στήν καλλιέργεια τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του, στήν ἐνασχόληση μέ τούς βίους τῶν ἁγίων Του, στήν ἐντρύφηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων. Χριστιανός πού δέν ἀφιερώνει ἔστω καί λίγο χρόνο τήν ἡμέρα γιά τίς «οὐράνιες αὐτές μελέτες» δέν ξέρουμε κατά πόσο μπορεῖ νά νιώσει τήν «ἀναπτέρωσιν» αὐτή, γιά τήν ὁποία κάνει λόγος ὁ ὑμνογράφος. Διότι τελικῶς μέ ὅ,τι κανείς ἀσχολεῖται, αὐτό καί γίνεται.  

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ

 «Ο άγιος Θεόδωρος ζούσε την εποχή του Λικινίου, γεννημένος στα Ευχάιτα και από εκεί καταγόμενος, ζώντας όμως στην Ηράκλεια του Πόντου. Ήταν ωραίος κατά το σώμα, αλλά ωραιότερος κατά την ψυχή, κοσμημένος με λόγο και γνώση και την υπόλοιπη σοφία, γι᾽ αυτό και μερικοί τον ονόμαζαν Βρυορρήτορα (σημ.: βρύση της ρητορικής). Ο άγιος, αφού πέρασε από όλα τα βασανιστήρια, άφησε το μεν μακάριο σώμα του στη γη, το οποίο εκβλύζει ποταμούς ιαμάτων σε όλους αυτούς που το πλησιάζουν με πίστη. Το δε άγιο πνεύμα του αυλίζεται στους ουρανούς. Αυτού του τιμίου και αγίου σώματος τη μετακομιδή εορτάζουμε».

Όπως συνήθως συμβαίνει στις ανάλογες εορτές των αγίων, η εορτή της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου δεν περιέχει τίποτε από το καθαυτό γεγονός της ανακομιδής. Η ακολουθία όλη αναλίσκεται στην προβολή της αγιότητας και των αρετών του αγίου – εδώ ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης αξιοποιεί επανειλημμένως και το όνομά του για να πει ότι ο άγιος είναι «επώνυμος των του Θεού δωρεών» (ωδή α´ κ.α.) - όπως και στο μαρτύριο το οποίο υπέστη. Το φρικτό μαρτύριο μάλιστα του αγίου Θεοδώρου δίνει και την αφορμή στον Θεοφάνη να προβεί, έστω δι᾽ ολίγων, και στη θεολογία του μαρτυρίου, που αξίζει ιδιαιτέρως να προσεχτεί για μία ακόμη φορά.

 Το μαρτύριο δεν είναι βάσανα που υφίσταται ο μάρτυρας μέσα σε μία αυθυπέρβαση της φύσεώς του, αναγόμενος σε υπεράνθρωπες καταστάσεις και γινόμενος πρότυπο ηρωισμού και γενναιότητας. Μία τέτοια θέαση συνιστά οριζόντια και κοσμική κατανόηση των όσων υπέστη. Το χριστιανικό μαρτύριο αποτελεί χαρισματικό γεγονός, το οποίο υφίσταται και υπάρχει με τη δύναμη του Χριστού ως μετοχή στα πάθη Εκείνου. Με άλλα λόγια το μαρτύριο ενός χριστιανού αγίου, όπως εν προκειμένω του αγίου Θεοδώρου, αποτελεί προέκταση του μαρτυρίου του ίδιου του Χριστού, είναι δηλαδή η συσταύρωση του μέλους του Χριστού με τον εσταυρωμένο Κύριο. Όπως ο Κύριος υπέστη το πάθος του Σταυρού, ως αποκορύφωμα του όλου πάθους της ζωής Του, έτσι και ο μάρτυρας του Χριστού, όταν δοθεί η ευκαιρία, υφίσταται και αυτός τα διάφορα μαρτύρια, σαν να είναι και αυτός ανεβασμένος πάνω στον Σταυρό. Με αποτέλεσμα βεβαίως να δέχεται με τη χάρη του Θεού και την αναστάσιμη ενέργεια, η οποία ακολουθεί πάντοτε τον Σταυρό.

«Έλαμψες από ομορφιά, πάνσοφε, γιατί ένωσες τα σεπτά παθήματά σου με τα παθήματα του Δεσπότη Χριστού, και γιατί αξιώθηκες τη λαμπρότητά του και τη χαρά που ποθούσες» (ωδή δ´). «Από πίστη σε Σένα, που υπέμεινες σταυρό και θάνατο για μένα, σταυρώνομαι κι εγώ, Δέσποτα, και πληγώνομαι από τα τοξεύματα και δέχομαι τις φοβερές πληγές, Κύριε, φώναζες, γενναιόφρονα μάρτυς Θεόδωρε, την ώρα της άθλησής σου» (ωδή η´).  Έτσι το μαρτύριο χάριν του Χριστού συνιστά την κατεξοχήν πράξη πίστεως σ᾽ Αυτόν. Τότε ο χριστιανός φτάνει στο υψηλότερο σημείο πίστεως, όταν δίνει και την ίδια τη ζωή του για να μείνει σταθερός στο θέλημα του Χριστού.

Έχει τονιστεί επανειλημμένως όμως ότι συνήθως στο μαρτύριο ενός πιστού υπάρχει κάποιος ή κάποιοι άλλοι χριστιανοί που τον ενισχύουν, γινόμενοι αλείπτες (προπονητές και καθοδηγητές) αυτού. Στην περίπτωση του αγίου Θεοδώρου δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοιος αλείπτης. Κι όμως! Ο άγιος Θεοφάνης μάς υπενθυμίζει ότι τέτοιο αλειπτικό έργο ανέλαβε ο ίδιος ο Κύριος. Στη φυλακή ευρισκόμενος ο άγιος Θεόδωρος δέχεται την εμφάνιση του Χριστού, ο Οποίος τον ενισχύει να αντέξει τα μαρτύρια και τον παροτρύνει στους αγώνες κατά του εχθρού. «Την ώρα που αθλούσες νόμιμα, σου φανερώνεται ο Χριστός στη φυλακή που ήσουν κλεισμένος, ο Οποίος σε παρότρυνε σαν αγωνοθέτης προς τους αγώνες, να παλέψεις κατά του εχθρού, ένδοξε» (ωδή ς´). Ο Θεός δεν μας αφήνει ποτέ χωρίς ενίσχυση. Είτε μέσω δικών Του πιστών ανθρώπων είτε με την προσωπική Του παρουσία, πάντοτε  έρχεται αρωγός στις δυσκολίες μας, όταν μάλιστα αυτές υφίστανται από υπακοή προς το άγιο θέλημά Του. Πρόκειται για μία πραγματικότητα που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, αρκεί να υπάρχει μέσα μας έστω και μία σπίθα αληθινής πίστεως!

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ῞Αγιος εἶναι ὁ μάρτυρας. Αὐτός πού ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) τόν Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό του («πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»), κυρίως ὅμως αὐτός πού Τόν ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) μέ τίς πράξεις τῆς καθημερινότητάς του, τηρώντας τόν λόγο Του καί ζώντας τή Ζωή Ἐκείνου μέχρι θανάτου. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστοῦν τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ἁμαρτίας του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ».

Ὁπότε ἅγιος καταρχάς εἶναι ὁ ὁμολογητής μάρτυρας πού ἔδωσε καί τή ζωή του γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τό αἷμα του ἀποτέλεσε τή σφραγίδα  γνησιότητας τῆς πίστεώς του. Μία εἰκόνα τοῦ ἀπολυτικίου τῶν ἁγίων Πάντων μᾶς δίνει ποιητικά τήν ἀλήθεια αὐτή. «Ἡ Εκκλησία σου, Χριστέ, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου ὅλου τοῦ κόσμου σάν μέ πορφύρα κι ἀκριβό μετάξι» («Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...». Πορφυρό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐνδύματος τῆς ᾽Εκκλησίας, λόγω τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων της, ὅπως τό πανάχραντο αἶμα τοῦ Χριστοῦ ἔβαψε τόν Σταυρό Του. Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο ἀποτελεῖ τή φυσιολογία τῆς Ἐκκλησίας. «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» εἶπε ὁ Χριστός.

Συνεπῶς ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία (κατά τό ἀνθρώπινό της) νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. Ἀποτέλεσμα; Ἀντί νά εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς, νά χάνει τήν ἁλιστική δύναμή της, τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί «νά πετιέται καί νά ποδοπατιέται ἀπό τούς ἀνθρώπους»! Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοι, τίς εἰρηνικές ἐποχές πού ὅλα φαίνονται ὅτι βαίνουν καλῶς, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες καί καλοῦν τούς πιστούς σέ συνεχή ἐγρήγορση.

Ἡ ἐγρήγορση αὐτή, ἡ διαρκής δηλαδή ἔνταση νά τηρεῖ ὁ πιστός τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, προβάλλει τό ἄλλο μαρτύριο πού δέχεται ἡ Ἐκκλησία, αὐτό τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τοῦ αἵματος δηλώνει ἀσφαλῶς τή γνησιότητα τῆς πίστεως, ἀλλά καί ὁ ἀγώνας νά βρίσκεται κανείς στήν Ὁδό  τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μικρότερο μαρτύριο – τέτοιο μάλιστα πού θεωρεῖται προϋπόθεση τοῦ πρώτου. Ἄς σκεφτοῦμε πόση προσπάθεια καί χάρη Θεοῦ ἀπαιτεῖται γιά νά ἔχει κανείς τήν καρδιά του ὁλοκληρωτικά στήν ἀγάπη στόν Θεό καί στόν συνάνθρωπο, ἰδίως τόν θεωρούμενο ἐχθρό! Ἴσως αὐτό νά ὑπερβαίνει καί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος! Κι ὅμως αὐτό ζητάει ὁ Κύριος. «Φλέγομαι ἀπό τόν πόθο νά μαρτυρήσω γιά τόν Χριστό, εἶπε ἀρχάριος μοναχός σέ ἔμπειρο Γέροντα. - Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σάν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων» (Γεροντικό).

 Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία ὁ κάθε πιστός: εἴτε πάντοτε τῆς συνειδήσεως εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν τό ζητήσει ἡ ἐποχή. Ὁπότε ὁ κάθε πιστός εἶναι ἅγιος.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;

Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ ἅγιοι δηλαδή συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος και  φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ἀποτελώντας τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στό πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, μέ τό ὁποῖο καλεῖται νά ἀναμετρᾶται διαρκῶς ὁ συνειδητός χριστιανός: «Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;» γιά τόν ὁποῖο καθημερινῶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία.  

Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη ἀρκετῶν χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί «ἀγκυλώσεις». Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός˙ αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, κρατώντας ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε ἀπό τόν μοναχό στό  μοναστήρι εἴτε ἀπό τόν ζῶντα στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ἅγιος ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Μᾶς τό λέει ἐπιγραμματικά ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Χριστιανός εἶναι ὅποιος «μιμεῖται» τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – «ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους: «ἐν Αὐτῷ περιπατεῖτε» (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο δέν λέει καί τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους; «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι» (Ματθ. 19, 27).

Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου τήν τιμή τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, ὡς φίλοι τοῦ Κυρίου κατά τήν ὑπόσχεσή Του. «Ὑμεῖς φίλοί μου ἐστέ, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. 15, 14). Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἅγιος δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει «ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ», γινόμενος γι’ αυτό «ἐνεργούμενο» τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Κι ἀνάλογα μάλιστα πρός τή δεκτικότητά του στό Πανάγιον Πνεῦμα, δηλαδή ἀνάλογα πρός τόν βαθμό τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεώς του, λαμβάνει περισσότερη ἤ λιγότερη χάρη, πού θά πεῖ ὅτι στήν ἁγιότητα ἔχουμε διαβαθμίσεις – δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο πνευματικό ὕψος. «Ἀστήρ ἀστέρος διαφέρει» (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, γι’ αὐτό ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ  «ὑπάρχει ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο».

Ἰδίως, τό θέμα τῆς ταπεινώσεως θεωρεῖται τό κρισιμότερο ἐξ ὅλων.  Διότι ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. « Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; Ὁπότε ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, «συντονίζει» τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνοντας ἔτσι καί τόν βαθμό καθάρσεως τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, τό κριτήριο τελικῶς τῆς ἁγιότητος.

 «Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας - ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές». Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει ἐν γένει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.

 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. «᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα» σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. Βεβαίως, ὁ ταπεινός εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.

Μετά τά παραπάνω εἶναι πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. «῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω» (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: «Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες» ἤ «ἅγιοι θά γίνουμε;» εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι σέ κάθε ἐποχή, ὅπως καί στή δική μας, ὑπάρχουν πολλοί ἅγιοι, ὄχι μόνον οἱ γνωστοί καί ἀναγνωρισμένοι, ἀλλά καί οἱ ἀφανεῖς πού τούς γνωρίζει μόνον ὁ Θεός. Διότι ἡ ἀγιότητα δέν εἶναι προϊόν πρός διαφήμιση.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ

Στον χριστιανισμό, η πνευματική ζωή δεν κατανοείται κατά τη συνήθη αντίληψη του κόσμου. Ο κόσμος θεωρεί πνευματική ζωή συνήθως τη ζωή που σχετίζεται με τα γράμματα, με τις τέχνες, με τις επιστήμες. Γι’  αυτό και χαρακτηρίζει αντιστοίχως πνευματικό άνθρωπο τον μορφωμένο άνθρωπο, τον καλλιτέχνη, τον επιστήμονα, αυτόν δηλαδή που ασχολείται με τις εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος. Πνευματική ζωή όμως κατά τη χριστιανική πίστη είναι η ζωή πρωτίστως που σχετίζεται με τον Άγιον Πνεύμα και τη χάρη του Τριαδικού Θεού. Πνευματική ζωή είναι η ζωή εν αγίω Πνεύματι. Όποιος έχει το Πνεύμα του Θεού μέσα του αυτός και μόνο χαρακτηρίζεται πνευματικός άνθρωπος. «Όσοι Πνεύματι Θεού άγονται ούτοί εισιν υιοί Θεού» (απόστολος Παύλος).

Αυτή η εν αγίω Πνεύματι ζωή συνιστά και τον σκοπό όλης της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Αφήνοντας τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, σημειώνουμε αυτό που ο νεώτερος άγιος της Ρωσικής αλλά και της καθ’  όλου Ορθόδοξης Εκκλησίας Σεραφείμ του Σάρωφ είχε πει: «Ο σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση από τον άνθρωπο του αγίου Πνεύματος». Όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος, ένας κοινωνικός εργάτης, ένας αλτρουϊστής, με άλλα λόγια να βρίσκεται στον κόσμο τούτο σ’  ένα καλό οριζόντιο επίπεδο, αλλά να μπορέσει να ζήσει μέσα του τον ίδιο τον Θεό. Δεν αυθαιρετεί ο άγιος ούτε εκφράζει κάτι που ανάγεται στον χώρο της φαντασίας. Ο ισχυρισμός του είναι ό,τι αποτελεί ζωή της Εκκλησίας, ό,τι με άλλα λόγια έφερε ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός, Ιησούς Χριστός. Διότι ο Χριστός ήλθε, προκειμένου να κάνει τον άνθρωπο Θεό, εντάσσοντάς τον μέσα στον εαυτό Του και κάνοντάς τον επομένως προέκταση του ίδιου του εαυτού Του. «Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα». «Μέλη Χριστού εσμεν». Κι αυτό πραγματοποιείται διά του αγίου βαπτίσματος, διά του αγίου χρίσματος, διά της μετοχής στη Θεία Ευχαριστία, κι όλα αυτά μέσα στο κλίμα της μετάνοιας.

Αυτό σημαίνει ότι η πνευματική ζωή ουσιαστικά ξεκινά από την ώρα που ο άνθρωπος θα ενταχτεί στην Εκκλησία, και  παραπέμπει  πάντοτε σ’ αυτό που ονομάζεται χριστιανική ζωή. Πνευματική ζωή και χριστιανική ζωή βρίσκονται σε σχέση ταύτισης. Κάθε άλλη συνεπώς πνευματικότητα, έξω από τον Χριστό και την Εκκλησία Του, δεν θεωρείται ορθή, δηλαδή σωτήρια για τον άνθρωπο, πνευματικότητα, μάλλον παραπέμπει σε κάτι επικίνδυνο, γιατί λαμβάνουν μέρος και «άλλα πνεύματα», ξένα προς το Πνεύμα του Θεού. Από την άποψη αυτή, ο σκοπός της χριστιανικής ζωής ως απόκτησης του αγίου Πνεύματος ταυτίζεται με τη φανέρωση της χάρης του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, χάρης την οποία ήδη έχει λάβει με το βάπτισμα και με το χρίσμα. Ο άνθρωπος δηλαδή καλείται να γίνει αυτό που είναι, αυτό που του έχει ήδη δοθεί.

Η φανέρωση αυτή, το να γίνεται ο άνθρωπος αυτό που είναι, να επιβεβαιώνει με άλλα λόγια ότι είναι μέλος Χριστού, δεν πραγματοποιείται εύκολα και μονομιάς. Αφότου ο άνθρωπος αμάρτησε και η αμαρτία ως τάση εξακολουθεί να τον τυραννά, παρ’  όλη την υιοθεσία του από τον Χριστό, η πνευματική ζωή δεν είναι εύκολη. Απαιτείται η αδιάκοπη συνεργασία της ανθρώπινης θέλησης με τη χάρη του Θεού, γι’  αυτό και οι άγιοί μας σημειώνουν ότι η πνευματική ζωή έχει δυναμικό και ενεργητικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει δε τρία στάδια, που τα κατονομάζουν, χωρίς πάντοτε να «δένονται» με τους όρους: την κάθαρση, τον φωτισμό και τη θέωση.

Το κρισιμότερο στάδιο από τα τρία για τον άνθρωπο είναι το πρώτο, της κάθαρσης. Γιατί σ’  αυτό κατεξοχήν φανερώνεται η θέληση του ανθρώπου να συνεργαστεί με τον Θεό. Σ’  αυτό το στάδιο ο άνθρωπος καθαρίζεται από το Πνεύμα του Θεού, ώστε η καρδιά του να γίνει κάτοπτρο που αντανακλά τις ακτίνες του φωτός του Θεού. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Κατά αναλογία της κάθαρσης της καρδιάς του έρχεται ο φωτισμός και η θέωση, οπότε ο πιστός αρχίζει να φανερώνει τη ζωή του Χριστού, σαν να έχει πάρει μορφή μέσα του ο Χριστός. Έτσι πνευματικός άνθρωπος, άγιος άνθρωπος είναι εκείνος που πραγματοποιεί με τη χάρη του Θεού αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «μέχρις καταντήσωμεν οι πάντες εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». «Άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν».

Στην κρισιμότητα του πρώτου σταδίου της πνευματικής ζωής, της κάθαρσης, καίρια θέση έχουν οι λογισμοί του ανθρώπου. Σκέψεις ή εικόνες που προερχόμενοι ως επί το πλείστον από τον πονηρό διάβολο αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο από τη φυσιολογία της ζωής, να φανερώνει τον Χριστό. Αν ο πιστός δεν έχει μάθει να αντιμετωπίζει τους λογισμούς αυτούς και να τους διακρίνει έναντι των άλλων που υπάρχουν – από τον Θεό ή και από τον ίδιο τον εαυτό του – τότε το πιθανότερο δυστυχώς είναι να επέλθει σε αυτόν σύγχυση και να αρχίζει να ζει σε ένα χάος από πλευράς πνευματικής. Οι άγιοί μας είναι αρκετά αποκαλυπτικοί στο θέμα αυτό της συγχύσεως των λογισμών, γι’ αυτό και από την εμπειρία τους έχουν καταγράψει τα σχετικά με την αντιμετώπιση της κακής αυτής καταστάσεως, οπότε αν κανείς ακολουθήσει την εμπειρία τους, σχετικά εύκολα θα μπορέσει να υπερβεί τη σύγχυση και να ορθοποδήσει πνευματικά. Αυτή η ακολουθία τους προς έλεγχο και υπέρβαση των λογισμών, και μάλιστα των κακών και πονηρών λεγομένων, συνιστά και το μυστικό της πνευματικής ζωής.

Τη σημασία αποκτήσεως αυτού του μυστικού καταλαβαίνει κανείς, αν σκεφτεί ότι κατά το πλείστον τα ψυχολογικά λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται με λανθασμένους τρόπους αντιμετώπισης των λογισμών. Οι περισσότεροι δεν ξέρουμε να αντιμετωπίζουμε τους λογισμούς, οι οποίοι με την κακή διαχείρισή τους και με το δεδομένο της υποκίνησής τους από τον πονηρό, δυστυχώς αυξάνονται και καθίστανται «τύραννοι» του ανθρώπου, κάνοντάς τον να ζει από τη ζωή αυτή ήδη μία κόλαση.

Τι μας διδάσκουν λοιπόν σε γενικές γραμμές οι άγιοί μας στο θέμα αυτό; Πρώτα από όλα να μην έχουμε εμπιστοσύνη στους λογισμούς. Δηλαδή, όταν κάποιος λογισμός μάς ταλαιπωρεί και βλέπουμε ότι ερχόμενος μας καταβάλλει, το καλύτερο είναι να τον θέσουμε υπόψη διακριτικού πνευματικού πατέρα. Αλλά το σημαντικότερο, πέραν αυτού, είναι να μάθουμε να περιφρονούμε τους λογισμούς, τους προερχομένους εκ του πονηρού. Πώς θα ξέρουμε ποιος λογισμός είναι εκ του πονηρού; Από το τι διάθεση προκαλεί στην καρδιά του ανθρώπου. Ο πονηρός λογισμός συνήθως προκαλεί φόβο, ταραχή, κακή διάθεση στον άνθρωπο, ενώ ο εκ Θεού το αντίθετο: αγάπη προς τον άλλον, ειρήνη, καλή ψυχική διάθεση. Το κριτήριο μας το δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος: «το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται». Ό,τι λοιπόν μας προκαλεί ταραχή ξέρουμε την προέλευσή του. Το σημειώνουν και οι όσιοι Βαρσανούφιος και Ιωάννης: «Ει τι βλέπεις είτε ακούεις ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο». Βλέπεις κάτι, ακούς κάτι, λογίζεσαι κάτι, και βλέπεις ότι ταράζεσαι;  Από πίσω μάλλον κρύβεται ο διάβολος.

Η κατάθεση λοιπόν του λογισμού σε διακριτικό, όπως είπαμε, πνευματικό, και η περιφρόνηση των λογισμών που μας ταράσσουν, είναι τελικώς ίσως το σημαντικότερο μυστικό της πνευματικής ζωής. Η περιφρόνηση αυτή επιτυγχάνεται όχι με την απλή άρνησή μας να μη δεχόμαστε έναν λογισμό – μία τέτοια ενέργεια δυναμώνει τον λογισμό -  αλλά με τη θετική στροφή του νου μας σε ό,τι είναι καλό και αποδεκτό από τον Θεό. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη στροφή προς τον Χριστό. Στη θέση του κακού λογισμού να βάζουμε τον αγαθό λογισμό, τον Χριστό και τη διδασκαλία του, τη ζωή και τα λόγια των αγίων μας, να πώς ξεπερνιέται το πρόβλημα. Ο όσιος Πορφύριος το εξέφρασε με τον απλούστερο και αμεσότερο ίσως τρόπο: «Το σκοτάδι δεν το πυροβολούμε. Απλώς ανάβουμε το φως». Στροφή προς το φως του Χριστού και επιμονή σ’  αυτό: η διαδικασία από τον κόσμο αυτό ευρέσεως του ίδιου του Παραδείσου.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΥΡΟΥ

«Ο άγιος Δωρόθεος ζούσε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου και ήταν επίσκοπος Τύρου. Επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, λόγω του διωγμού που επρόκειτο να ξεσπάσει, άφησε την οικία του και τον τόπο του και απήλθε στη Δυσσόπολη. Μετά την καταστροφή αυτών, πήγε στην Τύρο και κατεύθυνε την Εκκλησία του μέχρι την εποχή του Ιουλιανού του παραβάτη. Τότε ξαναπήγε στη Δυσσόπολη, όπου αφού συνελήφθη από τους άρχοντες του Ιουλιανού και υπέμεινε πολλά βασανιστήρια, σε βαθύτατο γήρας έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, προσφέροντας την ψυχή του στον Θεό την ώρα που έπασχε, σε ηλικία ήδη εκατόν επτά ετών. Άφησε διάφορα εκκλησιαστικά συγγράμματα και ιστορίες, στα ελληνικά και τα ρωμαϊκά. Διότι γνώριζε και τις δύο γλώσσες, από τη μεγάλη σπουδή του και την κλίση της φύσης του».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, όπως γίνεται συνήθως στην εκκλησιαστική υμνολογία, αξιοποιεί το όνομα του αγίου Δωροθέου, προκειμένου να τον τοποθετήσει από πλευράς πνευματικής: ο άγιος υπήρξε το δώρο του Θεού στην Εκκλησία για να βοηθήσει τους πιστούς στη σωτηρία τους, ο ίδιος προσφέρθηκε ως δώρο στον Θεό με την ασκητική του διαγωγή και το μαρτύριό του. «Αυτός που από την πλούσια αγάπη Του παρέχει τα δώρα ως Θεός σ᾽ αυτούς που έχουν ανάγκη, δώρισε εσένα, Δωρόθεε, σαν θεϊκό δώρο στην Εκκλησία, για τη φανερή σωτηρία των πιστών» (ωδή θ´). «Πρόσφερες τον εαυτό σου, παμμακάριστε Δωρόθεε, ως καθαρότατο δώρο στον Θεό, με τον τέλειο βίο σου και το ιερό μαρτύριό σου» (ωδή α´).

Έτσι είναι σαφές ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για τον Θεό από την αγιασμένη ζωή ενός πιστού ανθρώπου, που σημαίνει ότι ο Θεός δεν ευαρεστείται με τις υλικές προσφορές μας αλλά με τη ζωή μας τη σύμφωνη με το άγιο θέλημά Του. Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να νομίζουμε ότι θα έχουμε τον Θεό προστάτη και συμπαραστάτη μας, αν του κάνουμε δώρα με τα οποία ευαρεστείται: ακριβά καντήλια, ωραίες εικόνες, οικοδομή ναών. Χωρίς να αρνείται κανείς και αυτές τις προσφορές, όταν πηγάζουν από την αγάπη μας  – ο ίδιος ο Κύριος δεν απέπεμψε το ακριβό δώρο της Μαρίας, αδελφής του Λαζάρου, αλλά και της πόρνης γυναίκας που ξεχωριστά αγόρασαν μύρο και το άλειψαν στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης τους – όμως το καίριο και ουσιαστικό είναι η καλή και αγία ζωή μας, η θεμελιωμένη στη μετάνοια και τις εντολές του Χριστού. Θέλουμε να κάνουμε τον Θεό μας να χαίρεται; Ας ζούμε σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Και η χαρά Του πολλαπλασιάζεται όταν μας βλέπει να μένουμε στο θέλημά Του αυτό, έστω και με θυσία της ζωής μας.

Κι από την άλλη: δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία που δίνει ο Θεός στον κόσμο μας από την δωρεά ενός αγίου Του. Ο άγιος είναι η ευλογημένη απάντηση του Θεού στον παραπαίοντα και αμαρτωλό κόσμο μας, το ακριβότερο δώρο Του σε εμάς, αφού με την παρουσία του αγίου διακρατείται και ο ίδιος ο κόσμος. Λόγω των αγίων που σε κάθε εποχή υπάρχουν, ο Θεός μακροθυμεί και δίνει περισσότερο χρόνο, ώστε να κινητοποιηθούν περισσότεροι άνθρωποι σε μετάνοια και να σωθούν. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» (πρβλ. Αποκάλυψη Ιωάννη, κεφ. 2,21). Κι αυτό ιδιαιτέρως πρέπει να τονίζεται στην εποχή μας, την τόσο περίεργη από πλευράς πνευματικής και οικονομικής και λοιπής κρίσεως. Η απάντηση του Θεού δεν θα έρθει με τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων και των υλικών αγαθών, αλλά με τη δημιουργία συνθηκών μετανοίας στην καρδιά μας. Αν αρχίσει η εσωτερική αλλοίωσή μας και η επιστροφή μας προς τον Θεό, τότε πράγματι θα σημαίνει ότι ήλθε η ώρα της υπέρβασης της όποιας κρίσεως μαστίζει τον κόσμο.

Ο άγιος Ιωσήφ δεν επικεντρώνει την προσοχή του στο όντως παράδοξο: ένας γέροντας 107 ετών να δέχεται τη μήνη του περιβάλλοντος του παραβάτη αυτοκράτορα και να υφίσταται τόσα βασανιστήρια.  Ίσως γιατί γνωρίζει καλά ότι όταν κάποιος ξεφεύγει από την πίστη και αρνείται τον Χριστό, σαν τον Ιουλιανό τον αυτοκράτορα,  δεν έχει πια περιθώρια ανθρωπιάς μέσα του. Επικεντρώνει όμως αρκετά στα συγγράμματα που άφησε ο άγιος Δωρόθεος, διότι επίσης γνωρίζει ότι τα γραπτά που μένουν στους αιώνες, είναι εκείνα που βοηθούν τους ανθρώπους σε κάθε εποχή στο να βρίσκουν τον δρόμο του Θεού, ενώ τους απομακρύνουν από τις πλάνες του διαβόλου. «Αναδείχτηκες, θεομακάριστε Πατέρα, πυξίδα του αγίου Πνεύματος, γράφοντας τα θεία δόγματα με γνώση θεϊκή» (στιχηρό εσπερινού). «Η φωνή των λόγων σου και η δύναμη των ωραίων διδασκαλιών σου έφτασε, παμμακάριστε, σε όλη τη γη με τη χάρη του Θεού» (ωδή ς´). «Κράτησες τα ρεύματα της απάτης, Δωρόθεε, με το ρεύμα της πάνσοφης γλώσσας σου και πότισες καλά τις διάνοιες των πιστών» (ωδή α´).

Και τι ήταν εκείνο που έγραψε ο άγιος και φώτισε τόσο πολύ τις διάνοιες των πιστών; Τους βίους των αγίων, μάλιστα των εβδομήκοντα μαθητών του Χριστού. Την πίστη της Εκκλησίας και τα δόγματα της πίστεως ο άγιος Δωρόθεος τα πρόσφερε μέσα από το ενσαρκωμένο ευαγγέλιο, τη ζωή των αγίων. Κι είναι τούτο μία πολύ μεγάλη αλήθεια: σε κάθε εποχή, κι ίσως ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, η σημαντικότερη προσφορά είναι η προσφορά της ζωής των αγίων μας. «Φανέρωσες με τις ιερές σου συγγραφές, θεόπνευστε Πατέρα, τον τρόπο ζωής των αγίων, γιατί φωτιζόσουν στην ψυχή από τη θεία γνώση» (ωδή ς´).