Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΜΟΛΙΣ ΜΠΗΚΕ ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ"


Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί προτροπή του μεγάλου συγχρόνου αγίου Λουκά του ιατρού, αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, του ομολογητού. Στην πραγματικότητα όμως η πηγή του λόγου του αγίου Λουκά βρίσκεται στον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκείνος είπε: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τον λόγο μου και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει και θα έρθουμε προς αυτόν και θα κάνουμε μοναστήρι την καρδιά του»…Η χαρισματική αυτή πραγματικότητα της ύπαρξής μας διήκει μέσα από όλα τα κείμενα του βιβλίου. Είτε ως ιστορίες πιο ανάλαφρα είτε ως σχολιασμοί λόγων αγίων Πατέρων πιο βαθιά και «βαριά» θα έλεγε κανείς, αυτό έχει ως υπόβαθρο: ότι είμαστε μέλη του Χριστού ως μέλη της Εκκλησίας και συνεπώς είμαστε κατοικητήρια του Θεού που καλούμαστε αδιάκοπα να επιβεβαιώνουμε την υπέρ φύσιν αυτήν αλήθεια κάθε στιγμή της ζωής μας. Με τα ίδια τα λόγια του αγίου Λουκά: «Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι. Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία, θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές. Ο Θεός είναι δίπλα σου» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σελίδες 225 (Διαστ.: 20Χ14). Σε όλα τα χριστιανικά και κεντρικά βιβλιοπωλεία. 

ΟΛΟΣ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΑΤΙΑ!

«Η ψυχή που αξιώθηκε να ενωθεί πνευματικά με το φως του Χριστού και φωτίστηκε από την ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του, αφού την ετοίμασε για τον εαυτό του για θρόνο και κατοικία, γίνεται ολόκληρη φως και ολόκληρη πρόσωπο και ολόκληρη μάτι∙ και δεν υπάρχει κανένα μέρος αυτής της ψυχής που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός, δηλαδή κανένα μέρος της δεν είναι σκοτεινό, αλλ’  ολόκληρη αφού έγινε φως και πνεύμα και όλη αφού γέμισε μάτια, δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να χαρακτηρίζεται κάτω ή πίσω, αλλά από παντού είναι πρόσωπο, διότι έχει έρθει και έχει καθίσει πάνω σ’ αυτήν η απερίγραπτη ηθική ωραιότητα της δόξας του φωτός του Χριστού» (Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ομιλία α΄).

Δεν είναι μόνον ο Χριστός το Φως του κόσμου, κατά την αποκάλυψη του Ίδιου. Φως γίνεται και κάθε άνθρωπος, ως δεύτερο φως, όταν ενωθεί με την πηγή του, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το είπε απερίφραστα: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής». Ακολουθείς δηλαδή το Φως; Γίνεσαι και εσύ φως που το νιώθεις στην ύπαρξή σου ως την ίδια τη ζωή. Διότι Φως και Ζωή είναι ένα και το αυτό - ο Κύριος. «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμι η Ζωή και η Ανάστασις». Οπότε, αφότου ο Κύριος εισήλθε στον κόσμο και ως άνθρωπος, «τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε, η γη και τα καταχθόνια». Εν Χριστώ το μόνο που υφίσταται είναι το φως – το τρισήλιον φως της άκτιστης Θεότητας. «Φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως και το άγιον Πνεύμα».

Και πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το φως του Χριστού που γίνεται φως και των ανθρώπων και λάμπει σε όλη τη δημιουργία, είναι η άκτιστη ενέργειά Του, ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού στην πραγματικότητα αφού είναι κοινή η ενέργεια στη Θεότητα – αλλιώς φως και δόξα και ζωή - που θα πει ότι είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού» κατά την όραση του προφήτη Ησαῒου, χωρίς να υπάρχει σύγχυση με τη φύση ή την ουσία του Θεού – δεν υπάρχει κανένας πανθεϊσμός στη χριστιανική πίστη. Λοιπόν, «εν τω Χριστώ τω Θεώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» και η πανταχού παρουσία Του και η ενέργειά Του αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα μεταδίδοντάς τους τη ζωή και την αγάπη Του – ζωή και φως και οτιδήποτε άλλο δεν υφίσταται εκτός του Θεού∙ χωρίς Αυτόν τα πάντα είναι ανύπαρκτα, είναι κυριολεκτικά ένα «μηδέν». «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». «Ότι παρά Σοί πηγή ζωής, εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».

Κι ακόμη πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μιλώντας ο όσιος Μακάριος  για το φως του Χριστού που το δέχεται ο άνθρωπος δεν εννοεί εκείνη την ενέργεια του Θεού που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, κατά τον άγιο Ιωάννη τον θεολόγο: «ο Χριστός ήταν το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» - κάθε άνθρωπος οπουδήποτε στον κόσμο εφόσον έρχεται στην ύπαρξη είναι «σφραγισμένος» από τον Δημιουργό Χριστό. Αυτό είναι πράγματι φως Χριστού που αντανακλά την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργία του ανθρώπου, που όμως πρέπει, μετά την πτώση του στην αμαρτία, να αυξηθεί δραστικά με την πίστη στον Χριστό για να φτάσει να γίνει σωτηριώδες φως για την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ναι μεν κάθε άνθρωπος έχει φως Χριστού, διότι δεν υφίσταται ζωή χωρίς Εκείνον, όμως δεν είναι το φως της θεοποιού ενέργειάς Του ώστε να μπορεί να έχει μία ζωντανή αληθινή σχέση μαζί Του. Για να υπάρξει αυτό το σωτηριώδες φως απαιτείται η πίστη σ’ Εκείνον διά της εντάξεως στο σώμα Του με το βάπτισμα και την εν γένει εκκλησιαστική ζωή. Έτσι ο χριστιανός μόνο μπορεί ως μέλος πια Χριστού να δει Θεού πρόσωπο και να είναι φωτισμένος από την «ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του».

Φως λοιπόν ο Χριστός, φως δεύτερο και ο κάθε εν επιγνώσει χριστιανός, ο οποίος ζει στην ύπαρξή του, την ψυχή και το σώμα του, το φως αυτό με τέτοιον τρόπο, που γίνεται, κατά τον λόγο του οσίου Μακαρίου, «όλος πρόσωπο και όλος μάτια» χωρίς να υφίσταται σ’ αυτόν οτιδήποτε σκοτεινό. Κι είναι ευνόητο ότι ο μέγας όσιος αναφέρεται στον «τέλειο» χριστιανό, εκείνον που με τη διαρκή πνευματική του άσκηση έχει φτάσει στο σημείο της πλήρους, κατ’ άνθρωπο, ψυχικής καθαρότητας, ζει δηλαδή αυτό που ο Κύριος μακάρισε: «μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό». Πώς το λέει με τον δικό του τρόπο  ο άγιος; Ο πιστός γίνεται φωτισμένος όταν «έχει ετοιμάσει την ψυχή του για θρόνο και κατοικία του Χριστού». Η ετοιμασία της ψυχής ως κάθαρσή της από οποιαδήποτε κηλίδα που εμποδίζει την ανάκλαση του φωτός του Χριστού είναι ο αγώνας της για τήρηση των αγίων εντολών Εκείνου. Όσο προσανατολίζεται κανείς και στρέφει την ύπαρξή του στον λόγο του Χριστού κάνοντάς τον πράξη, τόσο και καθαρίζει το κάτοπτρο της ψυχής για να αστράψει μέσα της το φως και η δόξα του Κυρίου της.

Από την άποψη αυτή όλα τα ψυχολογικά και λοιπά προβλήματα του ανθρώπου εξαφανίζονται. Διότι όλα αυτά πηγή έχουν τη σκοτεινιά της ψυχής από την ύπαρξη και τη λειτουργία των παθών μέσα της. Η έλλειψη του φωτός του Χριστού στον άνθρωπο προκαλεί όλες τις δυσλειτουργίες σ’ αυτόν, γι’ αυτό και είναι μονόδρομος η απόκτηση της ψυχικής υγείας του και η πλήρης αποθεραπεία του: η στροφή προς τον Χριστό. Απλώς τούτο γίνεται σταδιακά, σιγά σιγά, στον βαθμό που ο πιστός εφαρμόζει στη ζωή του, όπως είπαμε, το θέλημα του Θεού. Κι είμαστε ευγνώμονες στον μεγάλο Μακάριο, γιατί με τον εμπνευσμένο λόγο του δίνει το στίγμα της πορείας μας, υποδεικνύοντάς μας την τελειότητα: την ολοφώτεινη εν Χριστώ ύπαρξή μας, τη γεμάτη μάτια από το φως και το πνεύμα Χριστού – ο χριστιανός, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

«Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γεννήθηκε το 301 σε κάποιο χωριό της Άνω Αιγύπτου και έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379 - 395). Σε ηλικία 30 χρόνων αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας και στη Συρία, όπου παρέμεινε για εξήντα ολόκληρα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για τον ασκητικό του βίο και τις άλλες θαυμαστές αρετές του. Επειδή, παρά το νεαρό της ηλικίας του, πρόκοβε στις αρετές ονομάσθηκε «παιδαριογέρων». Στην έρημο γνώρισε τον Μέγα Αντώνιο του οποίου έγινε μαθητής. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και λόγω της ενάρετης ζωής του αξιώθηκε από τον Θεό να λάβει το χάρισμα της θεραπείας των ασθενών και της προφητείας. Λέγεται ότι συνεχώς επικοινωνούσε με τον Θεό «και ζούσε με τον Θεό τον περισσότερο χρόνο του παρά με τα γήινα πράγματα».

Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ερήμου. Για να είναι, λοιπόν, απερίσπαστος και να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, έσκαψε ο ίδιος και άνοιξε μια υπόγεια στοά, που άρχιζε από το κελί του και είχε μήκος εκατό περίπου μέτρα. Στην άκρη της στοάς διεύρυνε τον χώρο και διαμόρφωσε ένα σπήλαιο. Έτσι είχε την δυνατότητα όταν προσέρχονταν σε αυτόν πολλοί άνθρωποι και τον ενοχλούσαν, να κατεβαίνει στη στοά, χωρίς να τον παίρνουν είδηση και μέσω αυτής να πηγαίνει στο σπήλαιο και να κρύβεται, ώστε να μην μπορεί να τον βρει κανένας.

Κάποτε πήγε και συνάντησε τον Άγιο Μακάριο ένας αιρετικός, που είχε μέσα του δαιμόνιο και ισχυριζόταν ότι δεν είναι δυνατό να γίνει ανάσταση νεκρών. Ο Άγιος τότε, προκειμένου να τον πείσει, ανέστησε ένα νεκρό. Έλεγε δε ότι υπάρχουν δύο τάγματα δαιμόνων. Από αυτά, το ένα πολεμά τους ανθρώπους, παρασύροντάς τους σε πάθη τερατώδη και ακατονόμαστα, ενώ το άλλο, το οποίο ονομάζεται και «αρχικό», δημιουργεί στις ψυχές των ανθρώπων διάφορες κακοδοξίες και πλάνες. Αυτούς, μάλιστα, τους δαίμονες του δεύτερου τάγματος, τους ξεχωρίζει ο Σατανάς και τους αποστέλλει στους μάγους και στους αιρεσιάρχες.

Επίσης, κάποτε ένας μαθητής του Οσίου έκλεβε τα πράγματα φτωχών ανθρώπων και, παρά τις συμβουλές του, δεν διόρθωνε το πάθος του αυτό. Με το προορατικό του λοιπόν χάρισμα ο Όσιος, προείπε ότι θα ξεσπούσε η οργή του Κυρίου εναντίον του. Και πραγματικά, ο μαθητής του προσβλήθηκε από μια φοβερή αρρώστια, την ελεφαντίαση. Το δέρμα του σώματός του δηλαδή, ξεράθηκε και ζάρωσε.

Είναι προς πνευματική μας ωφέλεια να αναφέρουμε και ένα άλλο θαυμαστό γεγονός που συνέβη με τον όσιο Μακάριο: κάποτε εκεί που περπατούσε στην έρημο βρήκε ένα κρανίο. Ήταν κάποιου που είχε διατελέσει ιερέας των ειδώλων. Μόλις ο Μακάριος πλησίασε και τον ρώτησε, άκουσε να του λέει ότι με τις προσευχές του ένιωθαν κάποια μικρή ανακούφιση στον πόνο τους  οι ευρισκόμενοι στην κόλαση, όταν τύχαινε ο Όσιος και προσευχόταν υπέρ αυτών.

Ο Όσιος Μακάριος σε προχωρημένη ηλικία εξορίσθηκε σε νησίδα του Νείλου από τον Αρειανό Επίσκοπο Αλεξανδρείας Λούκιο και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 90 ετών το έτος 391» (Από το ιστολόγιο «Ορθόδοξος συναξαριστής»).

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Μακαρίου του μεγάλου, του Αιγυπτίου – διότι σήμερα εορτάζει και ο άλλος επίσης μεγάλος Μακάριος ο Αλεξανδρεύς – δεν έχει πολλά να πει για τη γήινη πορεία του. Από μικρός, κατά το συναξάρι του, ήταν προσανατολισμένος προς την αγάπη του Κυρίου Ιησού Χριστού προσβλέποντας αδιάκοπα προς την «πηγή» όλων των ασκητών και όχι μόνο, τον Μέγα εν αγίοις Αντώνιο, μολονότι μάλλον η σχέση τους ήταν περιστασιακή. Βρίσκεται λοιπόν ο άγιος υμνογράφος μέσα σ’ ένα θάμβος ενώπιον της σπουδαίας και αγίας προσωπικότητας του Μακαρίου, θάμβος που φανερώνεται από την επιλογή την οποία κάνει προκειμένου να εξυμνήσει το πνευματικό ύψος του και την οσιακή βιοτή του. Και ποια η επιλογή; Δανείζεται τα λόγια του μεγίστου των αποστόλων Παύλου που λέει για τον ίδιο και την πνευματική του πορεία, ακριβώς για να περιγράψει με αυτά και τον όσιο Μακάριο.

Εντελώς ενδεικτικά: «Τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος», σημειώνει ο απόστολος -  «Ολοκλήρωσες, Πάτερ, τον δρόμο της άσκησης χωρίς παρεκκλίσεις και τήρησες την πίστη. Γι’  αυτό και έλαβες το στεφάνι της δικαιοσύνης που σου ετοίμασε ο Χριστός» (στιχ. εσπ.), λέει ο υμνογράφος για τον Μακάριο. «Νεκρώσωμεν το φρόνημα το της σαρκός», σημειώνει ο απόστολος – «νέκρωσες το αμαρτωλό φρόνημα της σάρκας με τα ασκητικά σου παλαίσματα και σε κυβερνούσε το θείο Πνεύμα και η θεία δύναμη» (ωδή α΄), λέει ο υμνογράφος. «Τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης», προτρέπει ο απόστολος – «Έχοντας το φρόνημά σου άνω προς τον Θεό, θεοφόρε, εγκατέλειψες τα επί της γης» (ωδή γ΄), διαπιστώνει ο υμνογράφος.

Λοιπόν, κατά τον άγιο υμνογράφο, η κατά Χριστόν πολιτεία του οσίου Μακαρίου ήταν παρόμοια με των αποστόλων και μάλιστα με του αγίου Παύλου, γεγονός που εξηγεί και τη μεγάλη παρρησία του οσίου ενώπιον του Κυρίου, με την οποία πρεσβεύει ως μεσίτης και για εμάς τους αδύναμους εν τω κόσμω τούτω, που θα πει ότι η σωτηρία μας εν Χριστώ πραγματοποιείται με Εκείνον βεβαίως, αλλά και με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και πάντων των αγίων - μία αλήθεια που δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε: η σχέση μας με τον Χριστό είναι μέσα στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία, εξαίρετα μέλη του Οποίου σώματος είναι η Παναγία πρώτα και έπειτα όλοι οι άγιοι. «Κι εμείς τον Μακάριο φέρνοντας ως μεσίτη, τον παρακαλούμε να προσεύχεται στον Χριστό για να σωθούν οι ψυχές μας» (Δόξα εσπ.).

 Δύο ύμνοι μάλιστα του αγίου Θεοφάνους έρχονται και με δύναμη ποιητική αποκαλύπτουν τον θησαυρό του οσίου, τον κρυπτόν της καρδίας του άνθρωπο. Ο ένας είναι από τον εσπερινό: «Ποθώντας τη μακαριότητα του Θεού που είναι πέρα από τις ανθρώπινες νοητικές συλλήψεις, θεσπέσιε Μακάριε, θεώρησες ως τρυφή σου την εγκράτεια, τη φτώχεια ως πλούτο, την ακτημοσύνη ως αληθινή περιουσία και την ταπείνωση ως μεγάλη δόξα σου» - ο όσιος Μακάριος αταλάντευτα προσανατολισμένος προς τον Θεό φανέρωνε με τη ζωή του την πράγματι πνευματική χριστιανική πορεία του: η εγκράτεια, η φτώχεια, η ακτημοσύνη, η ταπείνωση ήταν οι προτεραιότητές του, προτεραιότητες όντως ανθρώπου που το πολίτευμά του βρισκόταν στους ουρανούς.

Κι ο δεύτερος ύμνος από τον όρθρο (ωδή δ΄): «Έδειξες κατά τη νεότητα τη σωφροσύνη σου, κατά το γήρας τη σύνεσή σου, σε όλη τη ζωή σου την υπομονή και τη μακροθυμία σου και την προς όλους τους ανθρώπους αγάπη σου» - είτε νέος είτε προχωρημένης ηλικίας ο όσιος τον Χριστό ζούσε και ανέπνεε σαν τον άγιο Αντώνιο, γι’ αυτό και όχι μόνο έλαμψε ως ήλιος από τα καλά έργα του αλλά και από τις σοφές και εμπνευσμένες από το Πνεύμα του Θεού ομιλίες του. Η λάμψη αυτή της ζωής και των διδαχών του εξαγγέλλεται από τον άγιο υμνογράφο αρκούντως: «Έλαμψαν τα καλά έργα σου ως ήλιος στη γη και τον ουρανό. Γιατί κήρυξες σε μας με ορθόδοξο τρόπο την αληθινή και αμώμητη πίστη του Χριστού, υπηρέτη του Χριστού Μακάριε» (δόξα αποστίχων όρθρου).

Οι ομιλίες, πενήντα τον αριθμό, του αγίου Μακαρίου πράγματι χαρακτηρίζονται ως πλήρεις αγίου Πνεύματος, που οδηγούν τον στερεωμένο στην πίστη χριστιανό στα μεγάλη ύψη της γνώσεως του Ιησού Χριστού, που σημαίνει στην ψαύση της Βασιλείας του Θεού μέσα στον ουρανό της ίδιας της καρδιάς του. Ένα μικρό απόσπασμα από την πρώτη ομιλία του μάς δίνει μικρή γεύση της εμπνευσμένης διάνοιάς του: «Η ψυχή που αξιώθηκε να ενωθεί πνευματικά με το φως του Χριστού και φωτίστηκε από την ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του, αφού την ετοίμασε για τον εαυτό του για θρόνο και κατοικία, γίνεται ολόκληρη φως και ολόκληρη πρόσωπο και ολόκληρη μάτι∙ και δεν υπάρχει κανένα μέρος αυτής της ψυχής που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός, δηλαδή κανένα μέρος της δεν είναι σκοτεινό, αλλ’  ολόκληρη αφού έγινε φως και πνεύμα και όλη αφού γέμισε μάτια, δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να χαρακτηρίζεται κάτω ή πίσω, αλλά από παντού είναι πρόσωπο, διότι έχει έρθει και έχει καθίσει πάνω σ’ αυτήν η απερίγραπτη ηθική ωραιότητα της δόξας του φωτός του Χριστού».

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

«Είπε ο μακαριστός μεγάλος αγιορείτης Γέρων Γεώργιος Γρηγοριάτης (Καψάνης): “Κριτήριο γνήσιας χριστιανικής πίστης είναι για εμάς τους ορθοδόξους η στάση απέναντι στην Υπεραγία Θεοτόκο. Οι ετερόδοξοι είτε την αναβιβάζουν σε επίπεδο θεότητος είτε την υποβαθμίζουν θεωρώντας την μία απλή γυναίκα όπως όλες τις άλλες”. Σε ερώτηση δε κάποιου προσκυνητή, έλληνα της διασποράς που βρέθηκε στο Άγιον Όρος, πώς εξηγεί την κατάνυξη που βλέπει να ζουν στις προσευχές τους πολλοί ετερόδοξοι, ο μακαριστός Γέρων που είχε ζήσει κι εκείνος τη Διασπορά στην Αμερική απάντησε: οι προσευχές αυτές με τις εξάρσεις τις ψυχοσωματικές δεν χαρακτηρίζονται από το βίωμα της κατανύξεως. Η κατάνυξη είναι αγιοπνευματικό γεγονός που βασίζεται στην ταπείνωση. Αυτό που βλέπει κανείς στους ετεροδόξους αυτούς είναι απλώς ένα συναίσθημα”».

Για τον μεγάλο μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, καθηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους, δεν χρειάζεται κανείς να πει πολλά. Όσοι έχουν κάποια σχέση με την εκκλησιαστική ζωή και το Άγιον Όρος γνωρίζουν τη μεγάλη εμβέλειά του που διαπερνούσε όλους σχεδόν τους χώρους, ακόμη και τους εκτός της Εκκλησίας. Διότι πέραν της σπουδαίας θεολογικής και λοιπής κατάρτισής του – πανεπιστημιακός ήταν που τα άφησε όλα για να βρεθεί στο Όρος – διακρινόταν για την ιεραποστολική δράση του όσο ήταν στον κόσμο, μάλιστα στην περιοχή της Νέας Σμύρνης, κυρίως όμως για τη βαθιά πνευματική κατά Χριστόν ζωή του, την οποία αναγνώριζαν μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας σαν τους οσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Και χρειάζεται να υπενθυμίζουμε αδιάκοπα το τελευταίο, ότι δηλαδή η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής ως κατά Χριστόν ζωής είναι το ζητούμενο και από την όποια θεολογική κατάρτιση και από την οποιαδήποτε ιεραποστολική και λοιπή δράση, διότι χωρίς τον προσανατολισμό αυτόν όλα μένουν μετέωρα και άνευ σημασίας. Εννοούμε ότι η θεολογική μόρφωση και η ιεραποστολική δραστηριότητα δεν καταξιώνονται από μόνες τους στον χώρο της Εκκλησίας˙ καταξιώνονται από τον βαθμό που προάγουν πνευματικά τον θεολόγο και τον ιεραπόστολο, κατά την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι άλλο ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Οπότε η όποια μελέτη και η όποια δράση εκεί κατατείνουν: στο να στρέψουν τον άνθρωπο μέσα στην καρδιά του και με τα όπλα της πίστεως: την προσευχή, την αγάπη, την ταπείνωση, να καθαρίσει το «έδαφός» της ώστε να βρει τόπο καταπαύσεως ο Τριαδικός Θεός μας. Η διακράτηση του Θεού στην ύπαρξή μας δεν συνιστά τον σκοπό; Το «μορφωθήναι Χριστόν εν ημίν»! «Ο Χριστός δεν μακάρισε εκείνον που γνωρίζει κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που έχει μέσα του τον Θεό» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Ο μακαριστός καθηγούμενος Γεώργιος λοιπόν αυτό είχε ως προτεραιότητα της ζωής του, γι’ αυτό και θεωρείτο άνθρωπος φωτισμένος και χαριτωμένος από τον Θεό, του οποίου τη γνώμη σέβονταν οι πάντες. Κι έχουμε την εντύπωση ότι τον φωτισμό και τη χάρη αυτή τα απέκτησε γιατί είχε φρόνημα ταπεινό, που θα πει φρόνημα υπακοής. Κατανύσσεται κανείς και ισορροπεί πνευματικά όταν τον ακούει ή τον διαβάζει για παράδειγμα στις υποθήκες του προς τους μοναχούς και υποτακτικούς του. «Δεν ήρθαμε στο Άγιον Όρος – συνήθιζε να τους λέγει – για να πάρουμε την «εξουσία» από τους παλαιοτέρους καλογέρους που βρήκαμε στο μοναστήρι. Το αντίθετο: ήρθαμε να κάνουμε υπακοή, έστω κι αν είμαστε τώρα εμείς στα πράγματα. Κι έγνοια μας πρέπει να έχουμε πάντοτε να αναπαύουμε τα γεροντάκια». Τον είχα ακούσει δε και προσωπικά να τονίζει ότι «μπορεί να βρήκαμε από τους παλαιοτέρους κάτι ως παράδοση ακατανόητη για τα δικά μας δεδομένα, όμως δεν το αλλάξαμε, γιατί με την πάροδο του χρόνου ίσως μας αποκαλυφθεί η σημασία του».

Ένας τέτοιος άνθρωπος με τέτοιο φρόνημα υπακοής, δηλαδή με τέτοια ταπείνωση είναι επόμενο να ελκύει τη χάρη του Θεού και μάλιστα πλούσια. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Γι’ αυτό και τα πνευματικοπαίδια του, έστω και οι πιο «δύσκολοι» χαρακτήρες, κάμπτονταν μπροστά στη χάρη αυτή και «σιγά σιγά», όπως έλεγε, «η δυσκολία γινόταν ευκολία. Γιατί αδειάζουμε από τον εγωισμό μας, για να γεμίσουμε με Θεό. Όταν ο Θεός βρίσκει εγωισμό μέσα μας δεν έχει χώρο να σταθεί. Λοιπόν παλεύουμε τον εγωισμό να τον μεταποιήσουμε σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία». Και στο σημείο αυτό, του αγώνα μεταστροφής μας, θέση έχουν τα παραπάνω στοιχεία του αποσπάσματος. Διότι χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου, συνεπώς χωρίς και τη μεσιτεία των αγίων μελών του σώματός Του, της Εκκλησίας, τίποτε απολύτως δεν μπορούμε να καταφέρουμε. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, όπως και «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».

Για την Εκκλησία μας, η παρουσία της Θεοτόκου στον πνευματικό αγώνα του πιστού είναι μοναδική. Ό,τι εμείς δεν καταφέρνουμε λόγω αδυναμίας, το καταφέρνει Εκείνη που μας βλέπει και μας παρακολουθεί γεμάτη στοργή και αγάπη – οι Παρακλητικοί Κανόνες της αποτελούν επιβεβαίωση απόλυτη της αλήθειας αυτής. Ας θυμηθούμε μεταξύ άπειρων άλλων παρομοίων γεγονότων την επέμβαση της Παναγίας για τη διόρθωση της ζωής του νεαρού Συμεών, μετέπειτα οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Εκείνη επέβλεψε πάνω του και συνετίστηκε. Κι αργότερα, μέσω Εκείνης του δόθηκε το χάρισμα της αδιάκοπης καρδιακής προσευχής. Τι προϋποθέτει όμως τούτο; Την ορθή θέση και πίστη προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Χωρίς η Παναγία να είναι «θεά», όμως λόγω της προσφερθείσας και προσφερομένης σ’ αυτήν αέναα χάρης του Υιού και Θεού της, καθίσταται κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας «θεός μετά Θεόν». Με την έννοια ότι υπήρξε η Θεοτόκος. Η Μοναδική που γέννησε ως άνθρωπο τον Υιό του Θεού. Κι αυτό είναι αναντικατάστατο και κατοχυρωμένο και δογματικά (Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος). Η συμβολή επ’ αυτού του μεγάλου Πατέρα και Οικουμενικού Διδασκάλου αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας είναι πολύ σημαντική. Οπότε, η ορθή θεώρηση της Παναγίας φανερώνει και την ορθή πίστη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν η πίστη προς την Παναγία χωλαίνει, χωλαίνει ταυτοχρόνως και η πίστη προς τον Κύριό μας. Χριστός και Παναγία «συνθεωρούνται». Κριτήριο λοιπόν κατά τον σοφό Γέροντα Γεώργιο ορθοδοξίας  η στάση έναντι της Παναγίας.

Αλλά τούτο, όπως και τα άλλα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έχουν νόημα, όπως είπαμε, για εκείνον που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της κατά Χριστόν ζωής˙ που η ορθοδοξία γίνεται ορθοπραξία. Ο άγιος Ιωάννης ο  Θεολόγος το λέει με τρόπο αναμφισβήτητο. «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει. Ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει» (Β΄ Καθ. επ.). Ποιος μπορεί μετά από τέτοιον λόγο «καταπέλτη» να πει ότι είναι χριστιανός χωρίς να καταβάλλει το μέγιστο των δυνάμεών του; Χωρίς να ζει με την «ένταση» που ζητάει και ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ; Η ένταση όμως αυτή που συνιστά τη στροφή του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του για να την καθαρίσει το Πνεύμα του Θεού ονομάζεται αλλιώς μετάνοια, με τα συνοδευτικά στοιχεία της που είναι η αδιάλειπτη προσευχή, τα δάκρυα, η αυτομεμψία, η έλλειψη της κατάκρισης, η συγχωρητικότητα, η ταπείνωση – ό,τι φανερώνει την ατμόσφαιρα και το βίωμα της κατανύξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέση όντως με καταστάσεις που προκαλούν απλώς το συναίσθημα του ανθρώπου. Με το συναίσθημα βρισκόμαστε σε ανθρώπινο απλώς επίπεδο, αποδεκτό ασφαλώς και ίσως χαλαρωτικό, αλλ’ όχι σωτήριο – ο άνθρωπος περιδινίζεται τελικώς μέσα στα πάθη του. Με την κατάνυξη βρισκόμαστε σε χαρισματικό επίπεδο – η χάρη του Θεού είναι αυτή που έχει την πρωτοβουλία και βαθαίνει το πνεύμα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε άμεση και προσωπική κοινωνία με τον Χριστό. Η διαφορά καταλαβαίνουμε είναι τεράστια.  

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Είναι γνωστά τα λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού σχετικά με τα κλειδιά που θα έδινε στον απόστολο Πέτρο: «Και δώσω σοι τας κλεις της Βασιλείας των Ουρανών». Παραθέτουμε το κείμενο σε νεοελληνική απόδοση μέσα στην όλη συνάφειά του: «Όταν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, ρώτησε τους μαθητές του: “Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είναι ο Υιός του ανθρώπου;” Αυτοί απάντησαν: “Άλλοι λένε πως είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι ο Ηλίας, άλλοι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες”. “Εσείς, ποιος λέτε πως είμαι;” τους λέει. Ο Σίμων Πέτρος απάντησε: “Εσύ είσαι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού”. Τότε ο Ιησούς του αποκρίθηκε: “Μακάριος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, γιατί αυτό δεν σου το αποκάλυψε άνθρωπος, αλλά ο ουράνιος Πατέρας μου. Κι εγώ λέω σ’ εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ’ αυτήν την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη. Θα σου δώσω τα κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα της βασιλείας  των ουρανών, και ό,τι κρατήσεις ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στους ουρανούς˙ και ό,τι συγχωρήσεις στη γη, θα είναι συγχωρημένο και στους ουρανούς”» (Ματθ. 16, 13-19).

Τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών υπήρξαν βεβαίως αντικείμενο σχολιασμού από πολλούς πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στο σύνολό τους σχεδόν είδαν ότι επρόκειτο για τη διδασκαλία του Ευαγγελίου που ανέλαβαν οι Απόστολοι στα πέρατα της οικουμένης, όπως και στη διαχείριση των μυστηρίων που τους ανέθεσε – ανοίγεται η Βασιλεία του Θεού στον πιστό που θα πιστέψει στον λόγο του Ευαγγελίου μετέχοντας στα μυστήρια της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού. Κι αναφερόμαστε σε όλους τους Αποστόλους, διότι ο Κύριος στην παραπάνω συνάφεια απευθύνθηκε στον απόστολό Του Πέτρο, μετά την Ανάστασή Του όμως όταν επρόκειτο να αναληφθεί, την εξουσία αυτή, και μάλιστα του «δεσμείν και αφιέναι τας αμαρτίας» την έδωσε σε όλους τους αποστόλους, οι οποίοι με φωτισμό του αγίου Πνεύματος την παρέδωσαν και στους διαδόχους τους επισκόπους και εν γένει τους ιερείς.

Πιο συγκεκριμένα μάλιστα η ορθόδοξη παράδοση είδε αυτά τα «κλειδιά» σε σχέση με την ομολογία του Πέτρου που προηγήθηκε των συγκεκριμένων λόγων του Κυρίου για «τας κλεις της βασιλείας». Τι ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος; Ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού. Αυτή λοιπόν η ομολογία, η πίστη ότι ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν», απετέλεσε και αποτελεί και θ’ αποτελεί εσαεί την κρηπίδα της χριστιανικής πίστεως, το κριτήριο της εντάξεως ή όχι κάποιου στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή της αληθινής και θετικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό και όλον τον Τριαδικό Θεό. Πάνω στην ομολογία αυτή κρίθηκε πάντοτε η αλήθεια από το ψεύδος, όπως το εξέφρασε με απόλυτο και μοναδικό τρόπο εν Πνεύματι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α΄ Καθολική επιστολή του: «Παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστιν. Και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ούκ εστιν». Δεν δέχεται κανείς την αλήθεια αυτή; Δεν έχει πνεύμα Θεού και χαρακτηρίζεται από τον απόστολο «αντίχριστος». Κι είναι ευνόητο βεβαίως με βάση τον λόγο του Θεού ότι δεν μιλάμε για μία «ψιλή» και ιδεολογική αποδοχή της πίστεως στον Χριστό, αλλά για την πίστη που κινητοποιεί όλη την ύπαρξη του ανθρώπου και τον καθιστά «κατοικητήριον» όντως του Αγίου Πνεύματος και μία συνέχεια του Χριστού στον κόσμο – ό,τι επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας.

Πέραν τούτων όμως: έρχεται η υμνολογία της Εκκλησίας, κάθε φορά που δίνεται αφορμή για να μιλήσει για τον απόστολο Πέτρο, όπως με την εορτή της προσκυνήσεως της τιμίας αλύσεώς του (16 Ιανουαρίου), για να προσθέσει και μία ακόμη διάσταση ερμηνευτική της «κλειδουχίας» του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων. Κι αξίζει να παραθέσει κανείς τον συγκεκριμένο ύμνο από τους αίνους της εορτής: «Πρεσβείαις σου ως θείαις κλεισί, Πανεύφημε, ευτρέπισον ουρανίους τας εισόδους και ημίν, τας πύλας διανοίξας, ως έχων παρρησίαν τοις κορυφαίόν σε δοξάζουσι» (Πανεύφημε Πέτρε, με τις πρεσβείες σου σαν θεϊκά κλειδιά, ετοίμασε και για εμάς που σε δοξολογούμε ως κορυφαίο απόστολο, τις ουράνιες εισόδους, ανοίγοντάς μας τις πύλες, γιατί έχεις παρρησία στον Κύριο).

Για τον άγιο υμνογράφο δηλαδή ως στόμα της Εκκλησίας η προσευχή, όταν είναι αληθινή, όπως του αποστόλου Πέτρου, πράγματι λειτουργεί ως κλειδί που ανοίγει τον Παράδεισο, ανοίγει δηλαδή την αγκαλιά του Θεού απέναντί μας. Κι αυτό σημαίνει ότι αφενός οι άγιοί μας με τις μεσιτείες τους μας ωθούν να εισέλθουμε μαζί τους στη Βασιλεία του Θεού, διότι «πολύ ισχύει δέησις δικαίου» - ας θυμηθούμε πόσες φορές οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν για τους αγίους ότι αυτοί κρατούν την οικουμένη όλη, που θα πει τη βοηθούν για να βρει τον αληθινό της προορισμό που είναι η γνήσια μετάνοια ως αδιάκοπη πορεία προς τον Θεό – αφετέρου η δική μας, του καθενός, προσευχή όταν γίνεται με πόνο και εν καρδία, δημιουργεί τις συνθήκες για να ανοιχτεί η κλεισμένη θύρα της βαθειάς καρδιάς μας, εκεί που κατά τον Κύριο είναι «η βασιλεία του Θεού».

Οπότε, η ερμηνεία αυτή που εξίσου τονίζεται από την πατερική παράδοση, καθιστά τον κάθε πιστό υπεύθυνο «κλειδούχο». Δεν είναι μόνο οι απόστολοι, αλλά και κάθε πιστός, «κλειδοκράτορας». Γιατί η προσευχή, όπως μας καθοδηγεί ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «ως συνουσία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, είναι σύσταση και διατήρηση του κόσμου, συμφιλίωση με τον Θεό, μητέρα των δακρύων καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρηση των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδας, διάλυση της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωση του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωση των μέτρων, δήλωση της πνευματικής καταστάσεως, σημάδι της πνευματικής δόξας που έχει κανείς».

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΕΞ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

«Ὁ ἔνδοξος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος, υἱός εὐσεβῶν καί ἐναρέτων γονέων, τοῦ Κωνσταντίνου καί τῆς Βασίλως, καταγόταν ἀπό ἕνα χωριό τῶν Γρεβενῶν πού ὀνομαζόταν Τσούρχλι (τώρα Ἅγιος Γεώργιος). Λόγω τῆς φτώχειας τῶν γεωργῶν γονέων του δέν μπόρεσε νά μάθει γράμματα κι ὅταν ἔμεινε ὀρφανός σέ νεαρή ἡλικία ἔμεινε γιά μικρό διάστημα μαζί μέ τά ἀδέλφια του. Ἔφυγε ἀργότερα γιά τά Ἰωάννινα, ὅπου ἔκανε κάποιες μικρές δουλειές γιά νά τρέφεται, ὄντας ἁπλός, σεμνός καί πρᾶος, ἐνῶ δέν παρέλειπε ὅταν τοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία νά βρίσκεται στόν Ναό τοῦ Κυρίου. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 ἦταν ἱπποκόμος σέ κάποιον Ὀθωμανό, ἀξιωματοῦχο τοῦ διοικητῆ τῶν Ἰωαννίνων. Κάποιοι τότε  Ὀθωμανοί, κατώτερης κοινωνικῆς τάξης, κινούμενοι ἀπό φθόνο καί ἐμπάθεια τόν συκοφάντησαν ὅτι τάχα εἶχε ἐξομόσει πρίν ἀπό καιρό καί ἔπειτα ξανάγινε χριστιανός. Τόν ὁδήγησαν λοιπόν στόν Τοῦρκο δικαστή, ὁ ὁποῖος τόν ἀνέκρινε καί διεπίστωσε, μετά καί τήν ἄρνηση του Γεωργίου ὅτι συνέβη κάτι παρόμοιο, ὅτι πρόκειται περί συκοφαντίας, μέ ἀποτέλεσμα νά τόν ἀφήσει ἐλεύθερο.   

Συνεχίζοντας λοιπόν τή ζωή του κοντά στόν ἀξιωματοῦχο Ὀθωμανό στά Ἰωάννινα, συζεύχθηκε μέ τή γυναίκα του, ὀνόματι Ἑλένη, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1837.  Τόν μήνα αὐτόν, ἦλθε ἕνας ἡγεμόνας τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ στά Ἰωάννινα, κι ἔτυχε τότε νά προσληφθεῖ ὁ ἅγιος ἀπό τόν νεοδιορισμένο Μουσελίμη τῶν Φιλιατῶν, τόν ὁποῖο καί ἀκολούθησε ἐκεῖ. Μετά ἀπό λίγο ὅμως ἐπέστρεψε ὁ Μουσελίμης γιά ὑποθέσεις του στά Ἰωάννινα κι ἦλθε καί ὁ Γεώργιος ὡς ἱπποκόμος του, ὁπότε μέ τό πέρας τῶν ὑποθέσεων καθώς ξεκίνησε καί πάλι ὁ Μουσελίμης γιά τίς Φιλιάτες, ὁ Γεώργιος τόν παρεκάλεσε νά παραμείνει γιά λίγες ἡμέρες ἀκόμη στά Ἰωάννινα, γιατί εἶχε γεννήσει ἡ γυναίκα του υἱό καί ἤθελε νά παρευρίσκεται στή βάπτισή του. 12 Ἰανουαρίου, ἡμέρα Τετάρτη, πρωϊνή ὥρα, κάποιος Ὀθωμανός τόν συνάντησε στόν δρόμο, τόν ἅρπαξε βίαια καί τοῦ εἶπε: Ἐσύ ἔγινες Τοῦρκος καί πῶς τώρα ζεῖς ὡς χριστιανός; Αὐτός ἀπάντησε: οὔτε Τοῦρκος ἔγινα ποτέ οὔτε τόν Χριστό μου ἀρνήθηκα ποτέ. Χριστιανός καί ἤμουνα καί πάντοτε θά εἶμαι. Ἐπειδή μαζεύτηκαν καί ἄλλοι Ὀθωμανοί ἀπό ὅσους ἦταν στόν δρόμο καί μαρτυροῦσαν κι αὐτοί τά ἴδια μ’ ἐκεῖνον πού τόν εἶχε ἁρπάξει, λόγω τοῦ θορύβου πού δημιουργήθηκε, ἔφτασε ὁ Διοικητής Καβάζπασης, ὁ ὁποῖος ρώτησε νά μάθει γιά τήν αἰτία τοῦ θορύβου καί ἄκουσε ἀπό τούς Ὀθωμανούς τήν κατηγορία κατά τοῦ Γεωργίου: εἶχε τουρκέψει καί τώρα ζεῖ καί πάλι ὡς χριστιανός. Ὁ Γεώργιος στό μεταξύ συνεχῶς ἔκραζε δυνατά, Χριστιανός καί ἤμουν πάντοτε, καί εἶμαι, καί ποτέ δέν ἔγινα Τοῦρκος. Τόν συνέλαβε ὁ Καβάζπασης, τόν φυλάκισε καί περί τό δειλινό τόν ὁδήγησαν στόν δικαστή, ὅπου τόν ἐξέτασαν, τόν πίεσαν ποικιλοτρόπως γιά νά ἐξομόσει, ἀλλά αὐτός παρέμεινε ἀκράδαντος στήν ὁμολογία τῆς ἀμώμητης πίστεώς μας. Τόν ἔκλεισαν καί πάλι στή φυλακή. Τότε ὁ ἁρχιερατεύων στά Ἰωάννινα Ἰωακείμ ὁ ἀπό Δρυϊνουπόλεως (κατόπιν Πατριάρχης), πῆγε στόν δικαστή καί μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα ἀναίρεσε ὅλες τίς κατηγορίες κατά τοῦ Γεωργίου – κάτι πού ἔκανε στή συνέχεια καί ἐνώπιον τοῦ Διοικητῆ - ἀλλά τελικῶς δέν κατάφερε τίποτε.

Τήν ἴδια νύχτα ὁ Γεώργιος βασανίστηκε μέ πολλούς τρόπους στή φυλακή γιά νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του στόν Χριστό, ἀλλά μένοντας σταθερός καί ἀμετακίνητος ὁδηγήθηκε ἐκ νέου στόν δικαστή τήν Πέμπτη τό πρωί. Ἐκεῖ στήν ἀρχή προσπάθησαν νά τόν μεταπείσουν μέ κολακεῖες κι ὕστερα μέ ἀπειλές, ἀλλά καί πάλι δέν ἐνέδωσε καθόλου. Τόν ἔφτυναν, τόν μαστίγωναν, ἀλλά αὐτός τό μόνο πού ἔλεγε ἦταν: Χριστιανός εἶμαι. Πάλι τόν ἔριξαν στή φυλακή καί τόν βασάνισαν ὅλη τή νύκτα. Ξημερώματα Παρασκευῆς, τοῦ ἔμπηξαν ἀκίδες κάτω ἀπό νύχια του, τοῦ ἔβαλαν μεγάλες πέτρες πάνω στό στῆθος του, ἀλλά αὐτός μέ γενναῖο τρόπο ἐξακολουθοῦσε νά ἀναφωνεῖ: Χριστιανός εἶμαι. Σάββατο πρωί τόν ἔσυραν γιά μία ἀκόμη φορά ἐνώπιον τοῦ δικαστῆ, ὅπου εἶχαν μαζευτεῖ καί πολλοί Ὀθωμανοί, ὁπότε τοῦ εἶπαν νά ἐκλέξει ἕνα ἀπό τά δύο: ἤ νά λάβει πολλές ἀμοιβές ἄν ἐξομόσει ἀπό τήν πάτρια πίστη του ἤ νά λάβει θάνατο σκληρό ἄν ἐπιμείνει σ’ αὐτήν. Ὁ μακάριος ὅμως μέ ἀνδρεία ψυχή καί θαρραλέο στόμα εὐθαρσῶς καί πάλι ὁμολόγησε μέ δυνατή φωνή μπροστά σέ ὅλους τούς ἀσεβεῖς: «Χριστιανός καί ἤμουν ἀπαρχῆς, Χριστιανός εἶμαι καί θά εἶμαι μέχρι τῆς τελευταίας μου πνοῆς». Τρεῖς φορές τόν ἔφεραν ἐνώπιον τοῦ κριτῆ καί τρεῖς φορές τόν ἔβγαλαν, χωρίς νά τοῦ ἀλλάξουν τήν εὐσεβή ὁμολογία. Τότε δόθηκε ἡ τελευταία ἀπόφαση, γραμμένη μέ τό χέρι τοῦ δικαστῆ, νά παραδοθεῖ σέ θάνατο. Τόν ὁδήγησαν λοιπόν στόν ἀνθύπατο (Κεχαγιάμπεη), ὅπου παρά τίς νέες ἀπειλές δέν ἐνέδωσε. Τόν ἔφεραν ἀπό ἐκεῖ καί στόν διοικητή Μουσταφᾶ πασᾶ, μπροστά στόν ὁποῖο χωρίς κανένα φόβο ὁμολόγησε ἐκ νέου τόν Σωτήρα καί Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁπότε ρίχτηκε στή φυλακή γιά μία ἀκόμη φορά. Τή Δευτέρα 17 Ἰανουαρίου, 12 τό μεσημέρι, ἀπαγχονίστηκε στήν ἀγορά τοῦ χάνδακα τοῦ μεγάλου φρουρίου, συνεχῶς φωνάζοντας δυνατά: «Χριστιανός εἶμαι, κάντε μου ὅ,τι φοβερό καί κακό γνωρίζετε». Ἔμεινε τό σῶμα τοῦ μακάριου Γεωργίου κρεμασμένο μέχρι τήν Τετάρτη, 19 Ἰανουαρίου, ὁπότε κατ’ αὐτήν δωρήθηκε τό μαρτυρικό σῶμα ἀπό τόν διοικητή Μουσταφᾶ Πασᾶ Βεζύρη στόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τό ἔφερε στόν ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς πόλεως Ἰωαννίνων, ὅπου καί τάφηκε ἔξω ἀπό τό ἱερό Βῆμα, στό ἀριστερό μέρος, μέ μεγάλη συνδρομή τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, μέ μεγάλη εὐλάβεια καί κατάνυξη, καί μέ τήν ἱερή παράταξη ὅλου τοῦ ἱερατικοῦ κλήρου. Καί τί συνέβη; Ἐνῶ ἦταν κρεμασμένο τό μαρτυρικό σῶμα, κατερχόταν ἀπό τόν οὐρανό ἄπλετο φῶς τίς νύχτες καί τό κατακάλυπτε, πρός ἔκπληξη καί μεγάλο θαυμασμό ὅλων αὐτῶν πού τό ἔβλεπαν. Κι αὐτό τό φῶς φαινόταν λαμπρότατο ὄχι μόνον στούς κοντινούς, ἀλλά καί σ’ αὐτούς πού ἦταν πολύ μακριά. Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἐπιτελεῖ πάρα πολλές πραγματικές θεραπεῖες σέ ὅσους προσέρχονται μέ πίστη, ἐνῶ χῶμα καί λάδι πού μεταφέρονται σέ ἄλλα μέρη ἀπό τό μνῆμα του καί τή φωταγωγία του ἀπό πιστούς καί εὐλαβεῖς χριστιανούς, ἀπάλλαξαν ὅσους τά ἔλαβαν μέ θερμή πίστη ἀπό δεινά πάθη καί ἀπό ἀνίατες νόσους».

Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις προκαλεῖ θαυμασμό καί κατάπληξη, ὅπως βεβαίως συμβαίνει καί σέ παρόμοιες ἄλλες περιπτώσεις ἁγίων. Γιατί; Διότι ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζει πρίν ἀπό τό μαρτύριό του εἶναι ἡ εἰκόνα ἑνός ἁπλοῦ ἀνθρώπου, ἀγραμμάτου, μέ μία «κατώτερη» ἐργασία – φροντιστής ἀλόγων ἤτανε – μέ μία ἁπλή γυναίκα νυμφευμένος, πού μόλις μάλιστα εἶχε γεννηθεῖ τό παιδί τους, χωρίς καμία ἰδιαίτερη ἀπαίτηση ἀπό τή ζωή, ὅταν μάλιστα αὐτή ἡ ζωή ἦταν περιχαρακωμένη ἀπό τήν κυριαρχία καί τή δυναστεία τῶν Ὀθωμανῶν - ἡ περιοχή τῆς Ἠπείρου καί τῶν Ἰωαννίνων δέν εἶχε ἀκόμη ἀπελευθερωθεῖ. Ἕνας πολύ ἥσυχος ἄνθρωπος δηλαδή μέ μία πολύ ἁπλή καί ἥσυχη ζωή. Καί τό παράδοξο καί τό καταπληκτικό εἶναι ὅτι μόλις δίνεται ἡ ἀφορμή, ἀφορμή ὡς πρός τήν πίστη πού προκαλεῖ τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἥσυχος αὐτός ἄνθρωπος πού κανείς ἴσως νά μήν τοῦ ἔδινε σημασία σέ ἄλλη περίσταση, ἀποκαλύπτεται κυριολεκτικά λιοντάρι στήν ψυχή, μέ μία καρδιά πού κόχλαζε ἀπό τή φλόγα καί τή θερμότητα τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό.

Ὁ ἅγιος Γέροντας ὑμνογράφος μακαριστός π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης ἐπανειλημμένως προσανατολίζει τή σκέψη μας,  προκειμένου νά προβάλει τό μεγαλεῖο τοῦ νεομάρτυρα, ἀκριβῶς σ’ αὐτήν τήν «παραδοξότητα»: τήν ἁπλότητα καί τήν πραότητά του, πού ὅμως ἔκρυβαν τόν πάντιμο θησαυρό τῆς χριστιανικῆς πίστεώς του. «Τί παράδοξο θαῦμα! Αὐτός πού ἦταν ἁπλός κατά τόν τρόπο τῆς ζωῆς του... ντρόπιασε τό πονηρό φίδι...». «Πράγματι, νά, ὁ ἰδιώτης καί ἀκαλλιέργητος ὡς πρός τόν λόγο, ὁ λαμπρός Γεώργιος, κυριάρχησε μέ τή στέρεα γνώμη του ἀπέναντι στή φοβερή καί τρομερή δύναμη τῶν ἐχθρῶν» (στιχ. ἑσπερ.). Καί θυμᾶται ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἔτσι, αὐτό πού σημειώνει στούς Κορινθίους ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν προβαίνει σέ ἀποτίμηση τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ σ’ αὐτόν τόν κοσμο:  ὁ Χριστός ἀποκάλυψε τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ὄχι στούς σοφούς καί τούς θεωρουμένους μεγάλους καί ἰσχυρούς τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά στούς μικρούς καί ἄσημους, τούς περιθωριακούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶχαν «καρδιά» γιά νά γευτοῦν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή τους. «Βλέπετε ποιοί ἔχετε κληθεῖ στήν πίστη, ἀδελφοί. Δέν εἶστε πολλοί σοφοί κατά κόσμον, δέν εἶστε πολλοί δυνατοί, δέν εἶστε πολλοί εὐγενεῖς. Γιατί ὁ Θεός διάλεξε τούς θεωρούμενους ἀνόητους τοῦ κόσμου, γιά νά ντροπιάσει τούς σοφούς, καί τούς ἀδύναμους διάλεξε ὁ Θεός, γιά νά ντροπιάσει τούς ἰχυρούς». Τό ἴδιο λοιπόν λέει καί ὁ Γέροντας Γεράσιμος: «Σύ, Χριστέ, διάλεξες τούς μικρούς καί ἀδύναμους τοῦ κόσμου καί ντρόπιασες μέσω αὐτῶν αὐτούς πού ἦταν περήφανοι μέ ἐπηρμένο νοῦ» (στιχ. ἑσπερ.).

 Ὁ ἅγιος Γεώργιος μέ ἄλλα λόγια ἔχει, γιά τόν ἐκκλησιαστικό μας ποιητή, τό βασικότερο καί οὐσιαστικότερο στοιχεῖο γιά νά ὑπάρχει καί νά ἀναπτύσσεται ἡ πίστη τοῦ Θεοῦ∙ τήν ἁγία ταπείνωση. Ὄχι βεβαίως ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἡ ταπείνωση καί ἡ πίστη σ’ ἕναν ἄνθρωπο πού «διαπρέπει» στόν κόσμο αὐτόν∙ ἕναν μορφωμένο ἐπιστήμονα γιά παράδειγμα. Ἀλλά θέλει νά πεῖ ὅτι εἶναι ἴσως πιό εὔκολο σέ ἕναν ἁπλό ἄνθρωπο νά πιστέψει στόν Χριστό, καί τοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία γιά νά τό τονίσει μέ τόν ἅγιο Γεώργιο.

Κι ἴσως, πρίν δοῦμε ἄλλες «ματιές» τοῦ Γέροντος ὑμνογράφου γιά τόν ἅγιο, νά σταθοῦμε σ’ αὐτήν τήν ἐξωτερική εἰκόνα πού εἶχε στόν κόσμο, τοῦ ἁπλοῦ ὅπως εἴπαμε καί ἥσυχου καί ταπεινοῦ ἀνθρώπου. Γιατί; Διότι προκαλούμαστε νά προβληματιστοῦμε πάνω γενικά στήν εἰκόνα τοῦ χριστιανοῦ στόν κόσμο κάθε ἐποχῆς. Ὁ χριστιανός δηλαδή δέν «ἀκούγεται» συνήθως, δέν φωνασκεῖ, δέν δηλώνει τήν παρουσία του σ’ ἕναν κόσμο χαλασμένο ἀπό τήν ἁμαρτία μέ «πυροτεχνήματα» καί ἐκδηλώσεις πού τραβοῦν τήν προσοχή. Κάτι τέτοιο συνήθως φανερώνει μία κενότητα καί μία ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανός ζεῖ τόν Θεό μέσα στήν καρδιά του (μέ τίς ἐξωτερικές ἐκκλησιαστικές ἐκδηλώσεις ἐννοεῖται τῆς ζωῆς αὐτῆς ἐν κατακοσμίῳ ἤθει), ἀγωνίζεται ἀδιάκοπα νά βρίσκεται στό διαρκῶς ζητούμενο, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ - βάση μας εἶναι τό «γενηθήτω τό θέλημά Σου» τῆς Κυριακῆς προσευχῆς - ὁ ἐναγώνιος προσανατολισμός του εἶναι οἱ ἐντολές τοῦ Κυρίου, ἰδίως τό ὑψηλό τῆς ἀγάπης καί πρός τόν ἐχθρό,  πράγματα δηλαδή πού τόν κάνουν ἐξωτερικά μέν νά περνάει ἀπαρατήρητος, ἐσωτερικά ὅμως νά τόν τραντάζουν συθέμελα καί νά τόν θέτουν στήν ἔνταση, κατά τόν λόγο τοῦ ὁσίου Σωφρονίου, τῆς τεταμένης χορδῆς. Αὐτό δέν εἶναι καί τό ἦθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος Θεός ὤν ἦρθε σέ ἕναν κόσμο μέ τόν ἁπλούστερο καί ταπεινότερο τρόπο, χωρίς κανείς νά Τόν πάρει «εἴδηση»; Κι ἄρχισε τή φανέρωσή Του ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς λυτρωτικῆς δράσεώς Του μέ ἀποκορύφωμα τόν Σταυρό. Σάν τόν ἅγιο Γεώργιο ἐν προκειμένω, πού κανείς δέν μποροῦσε νά καταλάβει τόν ἐσωτερικό του ἀγώνα, ἀλλά μόλις προκλήθηκε ὡς πρός τήν πίστη του ὅπως εἴπαμε, ἐκεῖ πιά κατ’ ἀνάγκην φανέρωσε τό μεγαλεῖο τῆς ὀδυνωμένης καρδιᾶς του ἀπό τόν ἐσωτερικό του πνευματικό ἀγώνα.

Διότι βεβαίως αὐτό ἀποκαλύπτει τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου: Ὅτι ἀγωνιζόταν διαρκῶς νά ζεῖ μέ τήν ἑτοιμότητα πού ζητάει ὁ Κύριος. «Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Κύριος ἔρχεται». Ἡ ἀντίδρασή του στούς ἐχθρούς Ὀθωμανούς πού θέλησαν νά τόν ἀλλαξοπιστήσουν, αὐτό ἀκριβῶς ἐπιβεβαιώνει. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει τή διάθεση νά θυσιαστεῖ γιά τήν πίστη του, ἄν δέν τήν καλλιεργεῖ διαρκῶς μέσα του καί δέν τήν ἔχει ὡς προτεραιότητα τῆς ζωῆς του. Καί νά, ἡ ἀπόδειξη: νιόπαντρος ὅπως εἴπαμε, μ’ ἕνα μικρό παιδί στά χέρια πού μόλις εἶχε βαπτιστεῖ, οὔτε στιγμή δέν προβληματίζεται. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα, γυναῖκα ἤ τέκνα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» εἶναι ἐκεῖνο πού τόν συνέχει. Κι ἔρχεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί τό ἐπιβεβαιώνει: κανείς δέν ὁδηγεῖται στό μαρτύριο γιά τήν πίστη του στόν Χριστό, ἄν δέν ἔχει ξεχωριστή καί ἰδιαίτερη χάρη ἀπό Ἐκεῖνον. Ὅπως ἀκριβῶς τό διατυπώνει: «ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν (τόν Χριστόν) πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν». Ὁ ἅγιος Γεώργιος λοιπόν ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη σπουδαῖο παράδειγμα ἀπό τό νέφος τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν ἀλήθεια αὐτή. Κι αὐτό σημειώνει βεβαίως καί ὁ ἅγιος ποιητής, κι ὄχι μόνον μία φορά. «Στερεωμένος στό θεμέλιο τῆς πίστεως, τρισμακάριε Γεώργιε, φάνηκες ἀκλόνητος ἀπέναντι στήν ἀλαζονεία τῶν ἐχθρῶν... Καί προτίμησες εὐχαρίστως τήν ἀγχόνη γιατί ἀγαποῦσες τόν Κύριο» (Δοξαστικό μ. ἑσπερ.). Κι ἀλλοῦ ἐνδεικτικά: «Κράτησες ἄσυλο τόν θησαυρό τῆς πίστεως, γιατί ἀκολουθοῦσες ἐπακριβῶς τή θεία ἀγάπη. Κι ἔκανες πέρα τόν πόθο τῶν οἰκείων σου, γιατί πρόκρινες χάριτι Θεοῦ νά πεθάνεις ὑπέρ Χριστοῦ » (λιτή).

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ἐντελῶς λογικό γιά τόν Γέροντα Γεράσιμο νά συγκρίνει τόν ἅγιο Γεώργιο τόν νεομάρτυρα μέ τούς παλαιούς μεγάλους ἁγίους μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἅγιο Δημήτριο, τόν συνονόματό του ἅγιο Γεώργιο καί τούς λοιπούς. Γιατί; Διότι καί ἐκεῖνοι ὡς ποιητικό αἴτιο τῆς ζωῆς καί τοῦ μαρτυρίου τους εἶχαν τή θερμή ἀγάπη καί τόν ἔρωτα πρός τόν Χριστό. Ὅπως πολλάκις ἔχει σημειωθεῖ: βγάλε τήν ἀγάπη αὐτή ἀπό τούς ἁγίους καί ὅλη ἡ ζωή τους, πολύ περισσότερο τό μαρτύριό τους εἶναι ἀκατανόητα - ὅ,τι ἐπισημαίνει καί πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά μάρτυρες πού τό μαρτύριό τους λόγω ἐλλείψεως τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο ἦταν μάταιο: «εἰκῇ καί ἐμαρτύρησαν». «Φάνηκες, Γεώργιε, νά ἔχεις τόν ἴδιο ζῆλο μέ τούς παλαιούς μάρτυρες» (ἀπόστ. (μ.) ἑσπερ.). «Ὄλη ἡ Ἤπειρος μέ χαρά μεγάλη ὑμνεῖ μέ ἄσματα τούς λαμπρούς ἀγῶνες τῆς ἔνδοξης ἄθλησής σου, ἅγιε, μέ τούς ὁποίους ἀγῶνες ἀναδείχτηκες ἰσοστάσιος τῶν λαμπρῶν μεγάλων μαρτύρων» (στιχ. ἑσπ.). Ἀποτελεῖ ὁ ἅγιος «τή λαμπρή προσθήκη τῶν ἀθλοφόρων τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἦταν κατά πάντα ὁμότροπός τους» (ἀπόστ. ἑσπ.).

Γιά νά προχωρήσει βεβαίως ὁ ἅγιος ὑμνογράφος στήν ἀποτίμηση τοῦ μαρτυρίου κάθε ἐποχῆς, ὅταν γίνεται γιά τόν Χριστό: ἀποτελεῖ συμμετοχή στό Πάθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. «Βαστάζεις κι ἐσύ στό σῶμα σου τά στίγματα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ» (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Μέ τό ἴδιο ἀποτέλεσμα∙ τήν κατατρόπωση τοῦ διαβόλου. Δηλαδή ὅπως ὁ Κύριος πάνω στόν Σταυρό κατάργησε τόν διάβολο καί καταπάτησε τόν θάνατο, ἔτσι καί ὁ ἅγιος μάρτυρας ἐν προκειμένῳ: μέ τή θυσία τῆς ἀγάπης του γιά τόν Χριστό διά τῆς ἀγχόνης, ἀπαγχόνισε τόν διάβολο. «Μέ θάρρος ὁμολόγησε τό σωτήριο τοῦ Χριστοῦ ὄνομα, καί μέ τόν θάνατο τῆς ἀγχόνης ἀπαγχόνισε τόν ἀρχέκακο ἐχθρό» (Δοξαστικό ἑσπ.).

Εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι ἕνας τέτοιος χαρισματικός θάνατος, μέσω τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται κανείς θριαμβευτικά στήν ὄντως ζωή, γίνεται ἀφενός ἀφορμή γιά δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου εὐκαιρία νά ὑπάρξει ἕνας ἀκόμη ἰσχυρός πρεσβευτής τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Κι ἰδιαιτέρως μέ τά λείψανα τά ὁποῖα μένουν στά χέρια τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων, διά τῶν ὁποίων ἐπιτελοῦνται πλεῖστα θαύματα. Ὁ ἅγιος ποιητής δέν παύει νά τονίζει καί τίς δύο αὐτές πραγματικότητες, ἐπισημαίνοντας βεβαίως καί τήν ξεχωριστή χάρη πού εἰσπράττουν ἀπό τόν ἅγιο ἡ Ἤπειρος γενικά καί πιό συγκεκριμένα ἡ πόλη τῶν Ἰωαννίνων. «Ἀγωνίστηκες μαρτυρικά μέ ἀκλόνητη καρδιά καί δόξασες τόν Χριστό μέ τή γενναία σου ἄθληση, Γεώργιε νεομάρτυς» (ἐξαπ. ὄρθρου).  «Χαῖρε, Γεώργιε, ὁ πυρσός τῆς Ἠπείρου και ὁ θερμότατος βοηθός τῶν Ἰωαννίνων... Καί τώρα παρακάλει Χριστόν τόν Θεό χωρίς διακοπή γιά ἐμᾶς πού ὑμνολογοῦμε δυνατά τήν ἱερή καί χαρμόσυνη μνήμη σου» (Δοξ. ἑσπ.). «Ὁ Κύριος τῆς δόξας, ἐπειδή δοξάστηκε ἀπό τήν ἄθλησή σου, σέ δοξάζει λαμπρά, γι’ αὐτό καί ἀνέδειξε τή σορό τῶν λειψάνων σου ὡς κρήνη ἰαμάτων» (λιτή).

Η ΟΡΑΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΝΤΩΝΙΟ

«Ενοικούντά σοι έχων τον τα πάντα βλέποντα Θεόν μακάριον, εκδιδάσκοντά σε και φωτίζοντα και συνετίζοντα, των ψυχών, τρισμάκαρ, των καθαρών και μακαρίων τας ανόδους οράν κατηξίωσαι» (ωδή ε΄ όρθρου αγίου Αντωνίου).

(Τρισμακάριε Αντώνιε, έχοντας ένοικο της ψυχής σου τον μακάριο Θεό που βλέπει τα πάντα να σε διδάσκει, να σε φωτίζει και να σε συνετίζει, αξιώθηκες να βλέπεις τις ανόδους προς τον Θεό των καθαρών και μακαρίων ψυχών).

Ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας Θεοφάνης εξηγεί με τις βαθιές  πνευματικές του προϋποθέσεις αυτό που συνέβαινε στον όσιο μέγα Αντώνιο: να βλέπει τις ψυχές των ανθρώπων, όχι μόνο ενόσω ζούσαν, ως διορατικός που ήταν, αλλά και την ώρα που έβγαιναν οι ψυχές από το σώμα τους - γινόταν χάριτι Κυρίου μέτοχος της μυστηριακής ώρας που η ψυχή χωρίζεται από το σώμα! Και ποια η συμβολή του αγίου ποιητή εν προκειμένω; Δεν πρόκειται, σημειώνει, για κάποια φυσική ιδιότητα «περίεργη» που είχε ο ψυχισμός του οσίου Αντωνίου κι ούτε για κάτι που απέκτησε ως ανάπτυξη των δεξιοτήτων του μετά από τα πολλά χρόνια της ασκητικής του διαγωγής, αλλά για την όντως  χαρισματική εκ Θεού πραγματικότητα που ζούσε ευρισκόμενος σε διαρκή επικοινωνία και σχέση με τον Ιησού Χριστό ως μέλος Εκείνου.

 Όλοι οι χριστιανοί βεβαίως ως μέλη Χριστού έχουμε, καλύτερα: μπορούμε  να έχουμε, μία άμεση προσωπική σχέση μ’ Εκείνον, αλλά τις περισσότερες φορές επειδή δεν ζούμε με την πνευματική ένταση που πρέπει, το «εξ όλης της ψυχής, της καρδίας, της διανοίας, της ισχύος» που ζητά ο Κύριος, δεν γνωρίζουμε τον Θεό μας, η σχέση μας κινείται σε πολύ αναιμικά και «επιδερμικά» επίπεδα. Ο άγιος Αντώνιος όμως είχε καταθέσει πλήρως τον εαυτό του στον Κύριο. Οι εντολές Εκείνου, μέσα στις οποίες κρύβεται ο Ίδιος όπως έχει αποκαλύψει, ήταν η αέναη επιδίωξή του, ο σφοδρός πόθος της καρδιάς του, γι’ αυτό και ο Κύριος σαρκωνόταν μέσα του κάνοντάς τον μία δική Του επέκταση, γινόταν δηλαδή ο άγιος ένας άλλος Χριστός επί της γης. Στο πρόσωπο του μεγάλου οσίου φανερωνόταν η ίδια η Βασιλεία του Θεού, μία «ουράνωση» της γης συνιστούσε η βιοτή του, γι’ αυτό και «ουράνιος άνθρωπος και επίγειος άγγελος» χαρακτηρίζεται.

Λοιπόν τηρώντας το άγιο θέλημα του Θεού βίωνε εν αισθήσει ό,τι ο Κύριος έχει επαγγελθεί: να ζει ο πιστός μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα στον πιστό Του. «Αυτός που με αγαπάει τηρεί τις εντολές μου και θα δει ότι ο Πατέρας θα τον αγαπήσει κι εγώ θα τον αγαπήσει και θα του φανερωθώ μέσα του – «μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Ο άγιος Ιωάννης Θεολόγος το σημειώνει με τον δικό του τρόπο: «Ο τηρών τας εντολάς του Θεού εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν Αυτώ» - μία διαρκής θεία κοινωνία για τον τηρούντα τον λόγο Του. Ο Χριστός λοιπόν γίνεται ένοικος της ψυχής του εν χάριτι ευρισκομένου αυτού ανθρώπου, κατά το αγιογραφικό εξίσου «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός». Ο ένοικος όμως Αυτός είναι ο παντοδύναμος και παντοκράτωρ Θεός, Αυτός που είναι ο Δημιουργός, ο Συντηρητής, ο Προνοητής, ο Κυβερνήτης των πάντων, για τον Οποίο «ουκ έστιν κτίσις αφανής», διότι «πάντα γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Οπότε, κατά την κρίση του Κυρίου που γνωρίζει τα μέτρα του καθενός, σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο, άγιο που ζει τη μεγάλη αυτή χάρη, μπορεί Εκείνος να του διανοίγει τους οφθαλμούς και να τον φέρει σ’ επαφή με ό,τι ο Ίδιος φέρει: με τα σύμπαντα, το παρελθόν, το κάθε παρόν, το μέλλον, τις ψυχές των ανθρώπων, όλη τη φύση. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»!

Ο άγιος Αντώνιος από την άποψη αυτή ήταν κι ένα είδος Παναγίας: «βαστούσε Αυτόν που βαστάζει τα πάντα», η «διαπλάτυνση» της ύπαρξής του ήταν τέτοια που η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί έστω και να υποψιαστεί, μας δίνει δε το δικαίωμα να κατανοήσουμε εν πίστει και τα παράδοξα και «περίεργα» που βίωναν και άλλοι, πολλοί, άγιοι παλαιότεροι και νεώτεροι, όπως ο σύγχρονος  άγιος Πορφύριος που απεκάλυπτε σε κάποιες στιγμές της ζωής του ότι ο Κύριος του ανοίγει «δρόμους» και «γνώσεις» στο σύμπαν όλο, στο παρελθόν, στο μέλλον, καταστάσεις δηλαδή που εκφεύγουν των ορίων και των πιο «χαρισματικών» θεωρουμένων ανθρώπων. Κι αυτό γιατί; Διότι όλοι αυτοί οι άγιοι, με πρώτο ή από τους πρώτους τον άγιο μέγα Αντώνιο, χαρακτηρίζονταν καθώς είπαμε από τη διάθεση να είναι με τον Κύριο με τον τρόπο του Κυρίου: την αγάπη και κυρίως την ταπείνωση.