Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΑΛΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

«Κατ’ αυτήν την ημέρα εορτάζουμε την προσκύνηση της τιμίας αλυσίδας του αγίου Πέτρου, την οποία του έβαλε, όταν τον φυλάκισε, ο τετράρχης Ηρώδης, καθώς ιστορεί ο απόστολος Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων. Αυτήν την αλυσίδα που λύθηκε από εμφάνιση Αγγέλου, κάποιοι από τους πιστούς την βρήκαν και την διαφύλαξαν κατά διαδοχή. Αυτή ύστερα μεταφέρθηκε από τους ευσεβείς  στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου που βρίσκεται μέσα στη μεγάλη Εκκλησία, όπου τελείται και η σύναξή του».

Δύο τινά προβάλλει η υμνολογία της Εκκλησίας σήμερα με αφορμή την τιμία αλυσίδα του αποστόλου Πέτρου: πρώτον, την ύπαρξη της ίδιας της αλυσίδας και την ερμηνεία της προσκυνήσεώς της, δεύτερον την τιμή της Εκκλησίας απέναντι στο ιερό πρόσωπο του αποστόλου Πέτρου. Κι είναι φυσικό: η αλυσίδα αυτή του αποστόλου κατανοείται όπως και οι εικόνες στην Εκκλησία: ως μέσα αναγωγής προς τους αγίους. «Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Το ίδιο και με την αλυσίδα: δι’ αυτής αναφερόμαστε σ’ εκείνον που υπήρξε ο πρώτος των αποστόλων, «αυτός που καθώς ενώθηκε ολόκληρος με το καθαρότατο φως, τον Χριστό, με τη θεία μετοχή σ’ Αυτόν, φάνηκε δεύτερο φως που καταυγάζει και τις δικές μας ψυχές». Την διά της αλύσεως αναγωγή στον απόστολο καταγράφει ο υμνογράφος ποικιλοτρόπως, όπως και στην παρακάτω προτροπή: «Εμπρός όλοι αγκαλιάζοντας την αλυσίδα, ας στεφανώσουμε τον απόστολο με εγκωμιασμούς».

Η υμνολογία της εορτής κινείται με μεγάλη ευελιξία και με θεία έμπνευση, προκειμένου να βρει τις διάφορες εποικοδομητικές και ψυχωφελείς διαστάσεις που δίνει η προσκύνηση της αλύσεως, όπως για παράδειγμα ότι η αλυσίδα που λύθηκε από τον άγγελο να γίνει με τη δύναμη του αποστόλου στους εν πίστει προσκυνητές της μέσον να λυθούν και οι δικές τους αμαρτίες («Σπάσε τα δεσμά της αμαρτίας μας, απόστολε, εμάς που προσκυνούμε με πίστη τη θεία σου άλυση»), ή ότι ο απόστολος που φόρεσε την αλυσίδα ενόσω ήταν δέσμιος, ο ίδιος με αυτήν δέσμευσε τον τύραννο διάβολο. Εκεί όμως που ρίχνουν περισσότερο το βάρος τους οι υμνογράφοι μας είναι η ερμηνεία της προσκύνησης της αλυσίδας. Έχουν την έγνοια να ξεκαθαρίσουν το θεολογικό υπόβαθρο της τιμής της αλυσίδας, προφανώς για να μην αφήσουν καμία υποψία «ειδωλολατρικής» προσέγγισής της. Και η εξήγηση που δίνουν είναι σαφέστατη: δεν τιμάται η αλυσίδα του αποστόλου Πέτρου καθεαυτήν – τούτο, είπαμε, θα ήταν σαφής ειδωλολατρία – τιμάται διότι την φόρεσε ένας άνθρωπος που ήταν πλήρης αγίου Πνεύματος, μετά μάλιστα την αγία Πεντηκοστή, οπότε ο αγιασμός και του σώματός του μεταγγίστηκε και στα πράγματα με τα οποία ήλθε σε επαφή. «Απόστολε, η αλυσίδα και τα δεσμά σου που σε άγγιξαν και  έγιναν έτσι μέτοχα της χάρης του Θεού από το θείο και πάνσεπτο σώμα σου, αγιάζουν και αυτούς που τα προσκυνούν».  

Είναι μία θεολογική αλήθεια, η οποία αναδεικνύει και τη μετοχή της άψυχης φύσης στη χάρη του Θεού, κάτι που θεμελιώνεται επανειλημμένως στην αποκάλυψη του Χριστού, όπως για παράδειγμα στο γεγονός της Μεταμορφώσεώς Του, όταν και τα ίδια τα ενδύματα του Κυρίου έλαμψαν και αυτά και «εγένοντο λευκά ως χιών». Γι’ αυτό και στην Εκκλησία μας βλέπουμε το πόσο χρησιμοποιείται το υλικό στοιχείο ως μέτοχο και αυτό της αγιαστικής δύναμης του Πνεύματος του Θεού. Οπότε, με τέτοια γεγονότα και φαινόμενα καταδεικνύεται με τρόπο ανάγλυφο ο «υλισμός» του χριστιανισμού, καλύτερα: η εν-πνευμάτωση και της ύλης, καθώς η χάρη του Θεού μεταστοιχειώνει όχι μόνον την ψυχή, αλλά και το σώμα του ανθρώπου, περαιτέρω δε όλη τη φυσική δημιουργία.  Δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία μας μιλάει πάντοτε για σωτηρία όλου του ανθρώπου, δηλαδή και της ψυχής και του σώματός του, συνεπώς και της υλικής δημιουργίας στο πρόσωπο του αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου.

Και πέραν τούτων: ο υμνογράφος με αφορμή την τιμία άλυση του αγίου Πέτρου βλέπει μία εξισορρόπηση της χάρης του μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.  Δεν είναι μόνον η Ρώμη που καυχάται, επειδή κατέχει το θείο σώμα του αποστόλου, είναι και η νέα Ρώμη πια, η Κωνσταντινούπολη, η οποία και αυτή φωτίζεται από την  κατοχή της τιμίας αλύσεως. «Αγιάζεις, Πέτρε, τη Ρώμη, επειδή εκεί είναι κατατεθειμένο το θείο σώμα σου, αλλά και τη Νέα Ρώμη φωτίζεις, η οποία κατέχει με πίστη τη τιμία σου αλυσίδα». Πρόκειται για τον ερχομό και την παραμονή του αποστόλου Πέτρου στην Ανατολή, χωρίς να εγκαταλείπει όμως και τη Δύση. Ο απόστολος ήλθε και έμεινε μέσω της αλύσεώς του στην Κωνσταντινούπολη, οπότε  ο προσκυνητής της έχει παρρησία προς τον ίδιο, προκειμένου να πρεσβεύει στον Κύριο υπέρ ελέους του πιστού. «Χωρίς να εγκαταλείπεις τη Ρώμη, ήλθες προς εμάς μέσω των τιμίων αλυσίδων που φόρεσες, Πρωτόθρονε των αποστόλων. Κι αυτές τις αλυσίδες προσκυνώντας με πίστη, σε παρακαλούμε, με τις πρεσβείες σου προς τον Θεό, δώρισέ μας το μέγα έλεος».   

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ

«Ο όσιος Παύλος ζούσε στα χρόνια των διωκτών του χριστιανισμού Δεκίου και Ουαλεριανού και καταγόταν από την Αίγυπτο της Κάτω Θηβαΐδος. Επειδή κατάλαβε ότι ο γαμπρός από την αδελφή του επρόκειτο να τον προδώσει, προκειμένου να κατάσχει το μερίδιο της περιουσίας του, απομακρύνθηκε και έφυγε στα όρη. Προχωρώντας πάντοτε πιο βαθιά, συν τω χρόνω ξεπέρασε τον φόβο του κι αντί να φοβάται τους διώκτες, έφτασε να επιθυμεί τη μοναχική ζωή. Προσεγγίζει λοιπόν κάποιο σπήλαιο, το βαθύτερο στην έρημο, στο οποίο πέρασε με ειρήνη όλον τον χρόνο της ζωής του, που υπήρξε μακρύς, και εξεδήμησε προς τον Κύριο με αταραξία παθών. Όπως λένε, ο μέγας Αντώνιος έφτασε σ’ αυτόν και θαύμασε τη δυσχέρεια του τόπου και το μήκος του χρόνου της άσκησής του και της αναχώρησής του. Διότι πρώτος αυτός από τους άλλους τόλμησε να προχωρήσει στα ενδότερα της ερήμου και παρέτεινε τον δρόμο της ασκήσεως μέχρι του εκατοστού δέκατου τρίτου έτους του. Τόσο πολύ έζησε, αφού από νεαρή ηλικία απομακρύνθηκε από τις φροντίδες του βίου».

Και μόνον το γεγονός ότι ο μέγας όσιος Αντώνιος θαύμασε την ασκητική διαγωγή του οσίου Παύλου και ότι ο μέγας θεολόγος και ποιητής της Εκκλησίας μας Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνέθεσε τον κανόνα του, είναι αρκετό για να καταλάβουμε το ύψος και το μέγεθος της αγιότητας του σήμερα εορταζομένου οσίου. Κατά τον άγιο υμνογράφο του μάλιστα, με θείο φωτισμό ο άγιος Αντώνιος έφτασε στα απόμακρα μέρη που ασκήτευε, προκειμένου και να παραδειγματιστεί βεβαίως ο ίδιος, αλλά και να τον καταστήσει φανερό στον κόσμο προς γενικότερη ωφέλεια. Διαφορετικά θα παρέμενε ένας μέγιστος άγιος, αγνοούμενος όμως υπό πάντων, πλην βεβαίως του ίδιου του Κυρίου. «Πρώτος προχώρησες στην πιο βαθιά έρημο, Παύλε, παραπάνω από κάθε μοναχό, και φάνηκες να αγνοείσαι σε όλη τη ζωή σου. Γι’ αυτό ο Αντώνιος σε βρήκε με θείο φωτισμό, σαν κρυμμένο θησαυρό, και σε φανέρωσε στην οικουμένη».

Ο άγιος Δαμασκηνός δείχνει ότι η πρωτιά αυτή του οσίου Παύλου δεν ήταν κάτι αμελητέο. Αφενός την προβάλλει πολλές φορές, προφανώς διότι φανερώνει το μεγάλο ψυχικό σθένος του οσίου και την πυρωμένη αγάπη του προς τον Κύριο – «αγάπησες μόνο τον Θεό από την ψυχή σου και έτσι έφτασες στην έρημο, Παύλε, σαν πόλη που κατοικείται» -  αφετέρου θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό έζησε ο όσιος αντίστοιχο βίο με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο («ζήλεψες, θεόφρον, τον Ιωάννη Πρόδρομο κι ασκήθηκες στην έρημο»), και πιο πίσω με τον προφήτη Ηλία, αγίους που και αυτοί είχαν μία παρόμοια πρωτιά.  Η θαυμαστή μάλιστα διατροφή του οσίου  με ουράνιο άρτο κεντρίζει ακόμη περισσότερο τον άγιο Δαμασκηνό για να τον παραλληλίσει με τον προφήτη Ηλία, που και αυτός διατρεφόταν στην έρημο από κοράκι («Τράφηκες με ουράνιο άρτο, όπως ο Ηλίας παλιά με κοράκι, και ξέφυγες τη νοητή Ιεζάβελ, Πάτερ, με τη βοήθεια του Χριστού»).

Στην έρημο διέπρεψε στους ύμνους και τις νηστείες, στις προσευχές και τις αγρυπνίες, γι’ αυτό και κατασκήνωσε στον ίδιο τον Θεό. «Εν ύμνοις και νηστείαις, μακάριε, προσευχαίς και αγρυπνίαις διαπρέψας, όσιε, προς τον Θεόν κατεσκήνωσας». Διότι πράγματι, μόνον όποιος αφιερώσει χρόνο για τον Θεό και ασχοληθεί με Εκείνον,  μπορεί και να Τον γνωρίσει, με την έννοια της αληθινής  σχέσης μαζί Του. Όπως το έχει διατυπώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δει σχολάσαι και γνώναι Θεόν». Η επιμονή αυτή στα του Θεού είναι εκείνο που κάνει τον πιστό να υπερβεί τα πάθη του και να ερημώσει τις όποιες κακίες του. Τα πάθη δεν φεύγουν εύκολα από την ψυχή του ανθρώπου. «Βαθιές ρυτίδες στην ψυχή» χαρακτηρίζονται από τους αββάδες του Γεροντικού. Πρέπει λοιπόν κανείς να επιμείνει. Αυτό διαπιστώνει και ο άγιος υμνογράφος για τον όσιο Παύλο: προχώρησε με χαρά στις άβατες ερήμους, φλογισμένος από τον έρωτα της στοργής του Κυρίου, γι’ αυτό και με την επιμονή των θεωριών του Θεού ερήμωσε τα ψεκτά πάθη του, ζώντας πια σαν άγγελος: «χαίρων κατέλαβες αβάτους ερήμους, έρωτι πυρούμενος της του Κυρίου στοργής∙ όθεν ερημώσας τα πάθη τη επιμονή των κρειττόνων, άγγελος καθάπερ επεβίωσας».

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΒΒΑΔΕΣ ΟΙ ΕΝ ΣΙΝΑ ΟΡΕΙ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ

«Οι άγιοι αυτοί, ποθώντας τον ασκητικό βίο, εγκατέλειψαν όλα τα του κόσμου και κατοικούσαν στην έρημο. Μαζί τους ήταν και ο μακάριος Νείλος, που είχε υπάρξει έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός που συνέθεσε με δύναμη λόγου και με τη χάρη του αγίου Πνεύματος άριστα συγγράμματα που καθοδηγούν στην εν Χριστώ άσκηση και που περιέγραψε τον τρόπο ζωής, αλλά και την αιχμαλωσία και τον φόνο των οσίων πατέρων αυτών. Διότι αυτοί φονεύτηκαν από τους βαρβάρους, που λέγονταν «Βλέμμυες» και που εκτείνονταν από την Αραβία έως την Αίγυπτο και κατά την έρημο της ερυθράς θάλασσας.

Πριν από πολλά χρόνια, επί της βασιλείας του Διοκλητιανού και του Πέτρου αρχιεπισκόπου Αλεξανδείας, φονεύτηκαν και άλλοι μοναχοί που ησύχαζαν και αυτοί στο όρος Σινά. Βγήκαν δηλαδή οι Σαρακηνοί που κατοικούσαν στο όρος Σινά, όταν πέθανε ο αρχηγός της φυλής τους, και σκότωσαν πολλούς από τους ασκητές. Οι υπόλοιποι ασκητές κατέφυγαν στο οχύρωμα. Τη νύκτα φάνηκε στους Σαρακηνούς φλόγα πυρός, που κατέκαιε όλο το Όρος, η δε φλόγα ανερχόταν μέχρι τον ουρανό. Το είδαν οι Σαρακηνοί και φοβήθηκαν, ρίξανε τα όπλα τους και έφυγαν.

Αυτοί που σφαγιάστηκαν πρώτα ήταν  τριάντα οκτώ, έχοντας διάφορες πληγές στα σώματά τους. Από αυτούς βρέθηκαν δύο ζωντανοί, ο Σάββας και ο Ησαΐας. Αυτοί που φονεύτηκαν, άλλοι μεν είχαν τελείως κομμένα τα κεφάλια τους, ενώ από άλλους το δέρμα κρατούσε από το ένα μέρος, κι άλλοι ήταν κομμένοι στα δύο. Αυτούς τους έθαψαν οι δύο μοναχοί, οι οποίοι και μας διηγήθηκαν τα σχετικά με αυτούς».

Οι άγιοι αββάδες που εορτάζουμε σήμερα, είναι διπλά στεφανωμένοι από τον Θεό: και για τους ασκητικούς ιδρώτες τους ως μοναχοί και για τους αθλητικούς αγώνες τους ως μάρτυρες. «Αθλητικούς αγώνας εκ των ασκητικών ιδρώτων διηνύσατε∙ και διπλοίς στεφάνοις κατακοσμηθέντες, εκτενώς τον Σωτήρα ικετεύσατε σωθήναι ημάς» (Περάσατε στους αθλητικούς αγώνες από τους ασκητικούς ιδρώτες. Κι αφού κατακοσμηθήκατε  από διπλά στεφάνια, εκτενώς ικετεύσατε τον Σωτήρα να σωθούμε εμείς). Η υμνολογία μας βεβαίως πάντοτε τονίζει, όταν πρόκειται για ανάλογες περιπτώσεις οσιομαρτύρων, ότι η σχέση της ασκητικής διαγωγής και του μαρτυρίου είναι σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Το μαρτύριο δηλαδή του αίματος αποτελεί συχνά τη συνεπή κατάληξη του μαρτυρίου της συνειδήσεως, το οποίο βιώνει με την άσκησή του κατεξοχήν ένας μοναχός. Κι αυτό επισημαίνει και ο άγιος Ιωσήφ, ο υμνογράφος του κανόνα των αγίων αββάδων. «Όσιοι Πατέρες μελετήσατε μέρα και νύκτα τον νόμο του Κυρίου και γι’ αυτό αξιωθήκατε να γίνεται ένα με τον Κύριο, το ξύλο της ζωής. Και ο καρπός σας άνθησε τα στεφάνια της αθλήσεως» («Όσιοι Πατέρες, μελετήσαντες ημέρας και νυκτός εν νόμω Κυρίου, ηξιώθητε του ξύλου της ζωής σύμφυτοι γενέσθαι, και ο καρπός υμών αθλήσεως στεφάνους εξήνθησε»).

Ο συσχετισμός που κάνει ο άγιος υμνογράφος μεταξύ των ασκητικών δακρύων των αγίων αββάδων και της ρύσεως των μαρτυρικών τους αιμάτων συνεχίζεται. Βλέπει τους αγίους ασκητές ως προέκταση των Ισραηλιτών, οι οποίοι μπόρεσαν με την καθοδήγηση του Μωυσή να ξεφύγουν από την τυραννία του Φαραώ στην Αίγυπτο και να καταποντίσουν τα στρατεύματά του στην ερυθρά θάλασσα. Η θάλασσα γι’ αυτούς εν προκειμένω ήταν τα δάκρυά τους, μέσα στα οποία έπνιξαν τον νοητό Φαραώ, τον διάβολο, οπότε έπειτα με τη ρύση των αιμάτων τους διά του μαρτυρίου οριστικά τον κατέστρεψαν και τον οδήγησαν στην αφάνεια. «Θαλάσση τη των δακρύων πρότερον εναπεπνίξατε τον Φαραώ, σοφοί, τον νοητόν∙ των αιμάτων δε ύστερον τοις οχετοίς ωλέσατε και αφανία παρεπέμψατε»). Κι είναι γεγονός ότι ο άγιος Ιωσήφ τονίζει μία πραγματικότητα ευρύτερου κύρους: δεν είναι δυνατόν ο διάβολος, ο εχθρός της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους να ηττηθεί από τον πιστό, αν αυτός δεν πορευτεί, είτε είναι μοναχός είτε είναι εν τω κόσμω, εν μετανοία, δηλαδή με συναίσθηση των αμαρτιών του και με δάκρυα που ξεπλένουν αυτές. Όταν ο ίδιος ο Κύριος μεταξύ των άλλων μακάρισε αυτούς που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες του κόσμου, δεν υπάρχει περίπτωση κανείς να υποβαθμίσει την αλήθεια αυτή. «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται» είπε στην επί του Όρους ομιλία Του.

Ο μακαρισμός αυτών που πενθούν, στην πραγματικότητα είναι μακαρισμός, κατά τον άγιο Ιωσήφ, εκείνων που με τη χάρη του Θεού είδαν το βάθος της πραγματικότητας: ότι την απόλυτη προτεραιότητα έχουν τα αιώνια και τα μένοντα και όχι τα ευτελή των γήινων, άστατων και ρευστών πραγμάτων του κόσμου τούτου. Μόνον εκείνος, με άλλα λόγια, που προσανατόλισε την ύπαρξή του προς τον αιώνιο Θεό μπορεί και να υπερβαίνει ό,τι συνιστά γοητεία του παρόντος κόσμου, του απατεώνος, και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Ο απόστολος Παύλος το εξέφρασε με σαφήνεια: «ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα.  Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια» (Ο σκοπός μας δεν είναι αυτά που βλέπουμε στον παρόντα κόσμο, αλλά τα μη βλεπόμενα του ουρανού. Διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, τα μη βλεπόμενα αιώνια). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο άγιος υμνογράφος, αναφερόμενος στους σημερινούς αγίους: «Αποσκοπώντας – γράφει – στην αιωνιότητα αυτών που παραμένουν, σοφοί, αποκρούσατε το ευτελές και χαμερπές των άστατων και ρευστών γήινων πραγμάτων. Γι’ αυτό μακαρίζεσθε, οσιομάρτυρες» («Αποσκοπούντες των μενόντων, σοφοί, το αϊδιον, των αστάτων και ρευστών το χαμερπές απεκρούσασθε∙ όθεν μακαρίζεσθε, οσιομάρτυρες»).

Το κατά Θεόν αυτό πένθος τους λόγω της μετάθεσης της ύπαρξής τους στα αιώνια έκανε τους οσιομάρτυρες αββάδες να ζουν ως μοναχοί με συντετριμμένη τη διάνοια. Κι η συντριβή τους αυτή ήταν εκείνη που φανέρωνε την ταπείνωσή τους και συνεπώς την αληθινή λατρεία τους προς τον Θεό: «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Και τη συντριβή αυτή αξιοποιεί ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, προκειμένου να περιγράψει διαμιάς την όλη ζωή των αγίων: «Αφού λατρέψατε τον Θεό με τη συντετριμμένη διάνοιά σας, συντρίψατε την υπερηφάνεια του εχθρού, μακάριοι, συντριβόμενοι στη συνέχεια ως προς τα σώματά σας και θανατούμενοι από το ξίφος του» («Συντετριμμένοι διανοία Θεόν θεραπεύσαντες, συνετρίψατε εχθρού μεγαλαυχίαν, μακάριοι, ξίφει συντριβόμενοι και θανατούμενοι»). Οι άγιοι αββάδες έτσι αναδείχτηκαν κυριολεκτικά Παράδεισος, δίνοντας έμπρακτη απάντηση σε όλους αυτούς που ψάχνουν παράλογα για τους επίγειους Παραδείσους. Και τι λένε; Παράδεισος είναι η σχέση με τον Χριστό. Αυτός είναι ο αληθινός Παράδεισος και γίνεται εξίσου Παράδεισος και όποιος σχετίζεται μαζί Του. «Παράδεισος τρυφής ζωής ξύλον τον Κύριον εδείχθητε μέσον έχων, τον υμών ως θυσίαν το αίμα προσδεξάμενον» (Φανήκατε Παράδεισος τρυφής, που έχει στο μέσον το ξύλο της ζωής, τον Κύριο, ο Οποίος δέχτηκε σαν θυσία το αίμα σας).

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗ... ΣΥΝΗΘΕΙΑ!

«Μη συνηθίζεις να ηττάσαι στον πνευματικό πόλεμο, γιατί η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο» (όσιος Εφραίμ ο Σύρος).

Μία βαθειά ψυχολογική αλλά και πνευματική παρατήρηση κάνει με τη φράση του ο μέγας όσιος Πατήρ Εφραίμ ο Σύρος. Μία παρατήρηση που την αλήθεια της τη διαπιστώνουμε όλοι στην καθημερινότητά μας: ποιος αμφιβάλλει για τη δύναμη της συνήθειας; Ό,τι κάναμε μία φορά και το επαναλάβαμε έπειτα, είναι δύσκολο να το σταματήσουμε. Τόσο που η επανάληψή του που μας έγινε συνήθεια καταστάθηκε τελικώς δεύτερη φύση μας – η προσπάθεια να σταματήσουμε μία συνήθειά μας βιώνεται συχνά ως... ξεριζωμός! Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία της συνήθειας στον πνευματικό πόλεμο, τον αγώνα δηλαδή του πιστού ανθρώπου να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού και όχι κατά το δικό του αμαρτωλό θέλημα: αν ο πιστός είναι χαλαρωμένος πνευματικά και ηττάται διαρκώς ή πολύ συχνά στη χριστιανική του πορεία – δεν μιλάμε για μία ήττα περιστασιακή που υφίσταται σε όλους και έχει γρήγορη μετάνοια -, τότε δυστυχώς η συνήθεια της ήττας του τον κάνει να βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε αντίθεση προς τον Θεό, που θα πει ότι τα πάθη και οι αδυναμίες του τον έχουν υποδουλώσει, όπως το δηλώνει και ο λόγος του αποστόλου: «σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό και έχει υποδουλωθεί». Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το ξερίζωμα ενός φυτού: όσο είναι μικρό εύκολα ξεριζώνεται, όσο βγάζει ρίζες βαθειές και μεγαλώνει, τα πράγματα δυσκολεύουν μέχρι πλήρους αδυναμίας. Οπότε καταλαβαίνει κανείς την αξία του λόγου του οσίου Εφραίμ: μη συνηθίζεις την πτώση στην αμαρτία σου, γιατί όταν θελήσεις να την ξεπεράσεις θα δυσκολευτείς απεριόριστα – είναι σαν να πολεμάς πια τον βαθύτερο εαυτό σου!

Από την άλλη όμως υπάρχει το θετικό στοιχείο: όταν κανείς επιμένει στο θέλημα του Θεού, έστω και διά της βίας, τότε η συνήθεια της επιμονής και της υπομονής του αυτής τον κάνει να νικά τον εαυτό του, οπότε η πνευματική του ζωή γίνεται διαρκώς και ευκολότερη. Μπορεί ο πονηρός διάβολος, κατά θεία παραχώρηση, να πολεμά περισσότερο έναν τέτοιο χριστιανό, όμως και η χάρη του Θεού τον ενισχύει αντιστοίχως, συνεπικουρούμενη από την αυτοκυριαρχία πια του χριστιανού – η συνήθεια της θετικής προς τον Θεό πορείας του καθιστά τη χριστιανοσύνη του πορεία από δόξης εις δόξαν, μία άνοδο δηλαδή χωρίς σταματημό.

Κι ένα στοιχείο που συντελεί στην αδιάκοπη καλή συνήθεια του «γενηθήτω το θέλημά Σου» και όχι στην επιπόλαιη χαλαρή αντιμετώπιση της πνευματικής ζωής είναι η υπενθύμιση ότι στην πνευματική αυτή ζωή διαλείμματα και στάσεις δεν υπάρχουν – ή προχωρεί κανείς μαζί με τον Χριστό ή Τον εγκαταλείπει και αρχινά την κατακρύλα ως δέσμιος του πονηρού. Ο λόγος του Ίδιου ακούγεται με τον πιο ηχηρό τρόπο και επιβεβαιώνεται καθημερινά από κάθε πιστό: «όποιος δεν είναι μαζί Μου είναι εναντίον Μου και όποιος δεν μαζεύει μαζί Μου σκορπίζει».

 Και το παρήγορο βεβαίως στοιχείο: ακόμη και στη μεγαλύτερη κακή συνήθεια υπάρχει ελπίδα, όταν ο άνθρωπος μετανοήσει με την καρδιά του. Τότε αν ζητήσει τη βοήθεια του Θεού με πόνο και πόθο, τότε η δύναμη Εκείνου θα επιτελέσει το ακατόρθωτο: ο άνθρωπος θα απεμπλακεί από το κακό στρεφόμενος προς το Αγαθό. Διότι «τα αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΡΜΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΟΣ

«Οι άγιοι Έρμυλος και Στρατόνικος έζησαν επί Λικινίου του βασιλέως. Ήταν δε ο άγιος Έρμυλος κατά την Εκκλησιαστική τάξη Διάκονος. Όταν παραστάθηκε μπροστά στον βασιλιά και ομολόγησε το όνομα του Χριστού, πρώτον μεν κτυπήθηκε στους σιαγόνες με κάποια χάλκινα όργανα, έπειτα καταξύσθηκε από πλήθος πληγών, ενώ προσκαλούσε και τον Στρατόνικο, που ήταν φίλος του, να ομολογήσει την πίστη του. Αυτός όταν στράφηκε και είδε τον άγιο Έρμυλο να κτυπιέται στους σιαγόνες και με ράβδους από ξίφη να του ανοίγουν την κοιλιά και την καρδιά, δάκρυσε. Επειδή αμέσως έγινε φανερός ότι συνέπασχε με τον άγιο Έρμυλο με την προαίρεσή του, ομολόγησε ότι και ο ίδιος είναι Χριστιανός. Οπότε κτυπήθηκε κι αυτός και ρίχτηκε μαζί με τον άγιο Έρμυλο στον ποταμό Ίστρο, όπου δέχτηκαν και οι δύο το μακάριο τέλος. Τελείται δε η σύναξή τους στον ευκτήριο οίκο του αρχαγγέλου Μιχαήλ, που βρίσκεται στην Οξεία».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος εμμένει στον τρόπο του μαρτυρικού τέλους των αγίων, τον πνιγμό τους στον ποταμό Ίστρο, τον Δούναβη. Θεωρεί ότι ο πνιγμός τους αυτός υπήρξε και το ισχυρότερο όπλο τους, προκειμένου να πνίξουν και οι ίδιοι με τη χάρη του Θεού τον διάβολο, εισερχόμενοι έτσι θριαμβευτικά στη Βασιλεία των Ουρανών. «Στα νερά και οι δύο μαζί δεχτήκατε, σοφοί, το μακάριο τέλος και βυθίσατε σ’ αυτά τον Βελίαρ, τον διάβολο, με τη χάρη του Θεού μας, μακάριοι. Γι’ αυτό και αφού λάβατε ως νικηφόροι το στεφάνι του μαρτυρίου, χαίρεστε μαζί με τις χορείες των αγγέλων». Η νίκη τους αυτή απέναντι στον διάβολο μέσω του βυθισμού τους στα νερά παραπέμπει, κατά τον υμνογράφο, στον ίδιο τον Κύριο: και Εκείνος στα ρείθρα του Ιορδάνη ποταμού βύθισε την αμαρτία και την ασέβεια ημών των ανθρώπων, οπότε κατά αντίστοιχο τρόπο και οι άγιοι με το μαρτύριό τους αποξήραναν τους ποταμούς της αθεΐας.

Ο βυθισμός τους στα νερά του ποταμού οδηγεί τον άγιο υμνογράφο να τους δει «αφαιρετικά» με τα μάτια της πίστεως: πριν να ριχτούν οι άγιοι στο ποτάμι, είχαν ήδη «βυθιστεί» οι ίδιοι, είχαν γεμίσει από τα ζωοποιά νάματα της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Βυθισμένοι λοιπόν στα νερά της χάρης του Θεού, ρίχτηκαν στα ρείθρα του ποταμού. Με αποτέλεσμα: αφενός, όπως είπαμε, να πνίξουν τον διάβολο, τον προστάτη της κακίας, αφετέρου οι ίδιοι να γίνουν ένα νέο ποτάμι, που προσφέρει ως κρουνός τα ιάματα της χάρης του Θεού. «Ναμάτων ζωοποιών πληρωθέντες, ποταμίοις απερρίφητε ρείθροις∙ και εν αυτοίς δεδεγμένοι το τέλος, τον της κακίας προστάτην επνίξατε, πανεύφημοι∙ και νυν ημίν ιαμάτων κρουνούς αναβλύζετε».

Θυμάται όμως ο άγιος Ιωσήφ και από την Παλαιά Διαθήκη τον προφήτη που ρίχτηκε στη θάλασσα και τον κατάπιε το θαλάσσιο κήτος, τον προφήτη Ιωνά. Στα νερά ο προφήτης, στα νερά και οι σημερινοί άγιοι. Και ποια η εν προκειμένω σχέση; Όπως, λέει, ο Θεός διά του κήτους έσωσε τον προφήτη, έτσι και τώρα έσωσε τους αγίους, ως προς τα αγιασμένα λείψανά τους. Θαυμάζει κανείς την άνεση με την οποία  κινείται ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας στον ευρύτερο χώρο της αποκάλυψης του Θεού. Το Πνεύμα του Θεού τον εμπνέει να κάνει συσχετισμούς, που οι πολλοί αδυνατούμε να κάνουμε. «Αυτός που διέσωσε με παράδοξο τρόπο  από την κοιλιά του κήτους τον Προφήτη που κινδύνευε, ο Ίδιος διασώζει από τα ποτάμια ύδατα και τα δικά σας νικηφόρα λείψανα μετά το τέλος σας, αθλοφόροι». Κι είναι σαν να μας λέει ο άγιος υμνογράφος: όπως ο προφήτης – τύπος της Αναστάσεως του Κυρίου -  μετά τη διάσωσή του κήρυξε τη μετάνοια στους Νινευίτες, έτσι και οι άγιοι κηρύσσουν τη μετάνοια και σε εμάς, μέσα όμως από τα αγιασμένα λείψανά τους. Διότι τα λείψανα των αγίων, μεταφέροντας τη χάρη του Θεού που έχουν, τι άλλο συνιστούν  παρά μία διαρκή υπόμνηση αφενός της υπέρβασης του θανάτου, αφετέρου της μετάνοιας προς σωτηρία των ανθρώπων;

Πέραν και άλλων εποικοδομητικών διαστάσεων που επισημαίνει από τη ζωή των αγίων ο άγιος υμνογράφος, μας θυμίζει και το εξής: οι άγιοι χριστομάρτυρες Έρμυλος και Στρατόνικος, με την όλη κατά Χριστό πορεία τους κατεδάφισαν τα ινδάλματα της πλάνης, την ειδωλολατρία. Η κατεδάφιση όμως αυτή έγινε με θετικό τρόπο, δηλαδή με τη φανέρωση μέσω της ίδιας τους της ύπαρξης της αλήθειας του Θεού, της γνώσης του αληθινού Θεού, συνεπώς γενόμενοι οι ίδιοι ναοί του ζωντανού Θεού. Κι είναι το σημαντικότερο τούτο  που μας φανερώνουν οι άγιοι: όταν ζούμε με τον τρόπο που θέλει ο Θεός, όταν γινόμαστε φανέρωση του αγίου θελήματός Του, τότε εξαφανίζεται το όποιο σκοτάδι της πλάνης και κτίζονται στον κόσμο οι αληθινοί ναοί, οι χαρισματικές  υπάρξεις των χριστιανών. «Κατεδαφίσατε τα ινδάλματα της πλάνης, απλανείς χριστομάρτυρες. Κι αναστήσατε τους εαυτούς σας σαν σεπτούς ναούς και στήλες της θεογνωσίας».

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΤΑΤΙΑΝΗ

«Η αγία Τατιανή ήταν από την πρεσβυτέρα Ρώμη επί της βασιλείας του Αλεξάνδρου (3ος αι.), από πατέρα που υπήρξε ύπατος Ρώμης τρεις φορές, ενώ κατά την τάξη της Εκκλησίας είχε το αξίωμα της Διακόνισσας. Επειδή ομολογούσε την πίστη της στον Χριστό, οδηγήθηκε ενώπιον του βασιλιά, κι όταν εισήλθε μαζί του στον ναό των ειδώλων, τράνταξε με την προσευχή της τα είδωλα που υπήρχαν εκεί και τα έριξε στη γη. Γι’  αυτό τον λόγο και την κτύπησαν στο πρόσωπο και ξύρισαν την κεφαλή της. Μετά δε την έριξαν στη φωτιά και στα θηρία, από τα οποία εξήλθε αβλαβής, οπότε τέλος δόθηκε η εντολή και της έκοψαν την κεφαλή».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, προκειμένου να τονίσουν την αγιότητα και το δοξασμένο μαρτυρικό τέλος της αγίας Τατιανής, μας προβάλλουν με εποπτικό τρόπο ό,τι συνέβη την ώρα της αποτομής της τιμίας κεφαλής της: ήταν η ώρα του θριάμβου της και, όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, άγγελοι όταν ανέβαινε στον ουρανό την υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα, ενώ ο παντοκράτωρ Χριστός με την παντοδύναμη δεξιά Του στεφάνωνε τη μάρτυρα, που άθλησε με τον νόμιμο τρόπο. «Μετά από τα πολλά βασανιστήρια που υπέστης, σε υποβάλλει ο φοβερός δικαστής στην καταδίκη του διά ξίφους θανάτου. Την άνοδό σου στους ουρανούς τη χειροκρότησαν οι ουράνιες αγγελικές τάξεις, ενώ ο Χριστός με την παντοδύναμη δεξιά Του σου φόρεσε στεφάνι, μάρτυς, γιατί αθλήθηκες νόμιμα». Έκτοτε η αγία, κατά τον άγιο υμνογράφο που την βλέπει με τα μάτια της πίστεως, «είναι μαζί με τους φωτεινούς μάρτυρες, πολύ πιο κοντά στον Θεό από ό,τι πριν, και βλέπει όσα βλέπουν και οι άγγελοι. Βρίσκεται ως παρθένος στον νυμφώνα του νυμφίου της Χριστού, παρακαλώντας και αυτή για εμάς που την εγκωμιάζουμε, να βρούμε τη σωτηρία μας».

Τι ήταν εκείνο που έκανε την αγία να φθάσει σ’ αυτό το μεγάλο ύψος δόξας και τιμής; Τίποτε άλλο από εκείνο που διαπιστώνουμε σε όλους τους αγίους και τους μάρτυρες της πίστεως: ο σφοδρός έρωτάς της προς τον Κύριο, η πυρωμένη από αγάπη καρδιά της προς Αυτόν, που την έκανε να υπερβεί οποιοδήποτε φόβο των βασάνων και να θεωρήσει ως μηδέν όλα τα υπάρχοντα στη γη. «Ούτε το ξίφος ούτε η φωτιά ούτε τα κτυπήματα, ούτε οι θλίψεις, η πείνα, το κάθε είδος τιμωρίας, χαλάρωσαν τον έρωτά σου προς τον Κύριο. Με πυρωμένη μάλιστα καρδιά αναζητούσες Αυτόν, κάνοντας πέρα ως τίποτε όλα τα ορώμενα». Κι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία το μαρτύριό της και φανερώνεται ακόμη εντονότερα η αγάπη της προς τον Χριστό, όταν σκεφτεί κανείς ότι η αγία ήταν μία πριγκιποπούλα, κόρη υπάτου της Ρώμης, δηλαδή ανθρώπου με τη μεγαλύτερη μετά τον αυτοκράτορα εξουσία στην αυτοκρατορία, με πλούτη και τιμές και δόξες πολλές. Κι όμως, σαν τον απόστολο Παύλο, «ηγήσατο πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήση», όλα τα θεώρησε σαν σκουπίδια, για να έχει τον Χριστό. Κι είναι φυσικό ο άγιος υμνογράφος να επισημαίνει και τη διάσταση αυτή: «Δεν υπολόγισες καθόλου, μάρτυς, τον φθαρτό πλούτο, διότι αναζητούσες με προθυμία τον άφθαρτο και αιώνιο πλούτο στους ουρανούς».

Η υμνογραφία της αγίας δεν παύει βεβαίως να μας θυμίζει το αυτονόητο: ότι αν μπόρεσε η αγία να υπερβεί τη γοητεία του πλούτου, της δόξας, της σάρκας, και να φτάσει μάλιστα και στο μαρτύριο,  ήταν διότι πέραν της δικής της καλής προαίρεσης είχε συνεργούσα και την παντοδύναμη χάρη του Θεού. «Κατάσβεσες τη δυσωδία του σαρκικού φρονήματος και τη φλόγα της αμαρτίας, Αγνή, με τη δροσιά του Θείου Πνεύματος που συνεργούσε μαζί σου»∙ «Προς τις τιμωρίες, προς τα βάσανα και τις διάφορες μάστιγες, μάρτυς, προχώρησες απτόητη, γιατί είχες συνεργούσα τη χάρη του Σωτήρα Χριστού, που σε δυνάμωνε».

Η αγία λοιπόν και πριν φτάσει στο μαρτύριο, που ήταν η απογείωση της ψυχικής δύναμης και ομορφιάς της, ήταν ήδη καταστολισμένη με όλες τις αρετές («αφού καλλωπίστηκες με τις αρετές, έγινες ακόμη πιο ωραία με τις καλλονές του μαρτυρίου»), τόσο που «η ψυχή της έμοιαζε με ένα ωραίο κατάστημα, λόγω της ομορφιάς  της ευσέβειάς της». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η Εκκλησία μας την είχε χαριτώσει με το αξίωμα της Διακόνισσας, του πρώτου βαθμού της ιερωσύνης δηλαδή που υπήρχε τότε στην Εκκλησία, με έργο τη βοήθεια του επισκόπου και των ιερέων στη φιλανθρωπία και τη διακονία των διαφόρων αναγκών των ανθρώπων, ακόμη δε και στο κήρυγμα. Ο ζήλος της μάλιστα για τη διακονία της και για το μαρτύριό της παρομοιάζεται με την πρώτη μάρτυρα γυναίκα και ισαπόστολο αγία Θέκλα. «Όπως πριν η Θέκλα, έτσι κι εσύ, αοίδιμε, απέκτησες τον ζήλο αυτής».

Η αγία Τατιανή μας παραδειγματίζει με την αγάπη της προς τον Χριστό και το μαρτυρικό της φρόνημα. Και μας δείχνει μεταξύ των άλλων και τον δρόμο της υπέρβασης της όποιας στον κόσμο ανομίας. Η ανομία και το πλήθος των κακών στον κόσμο υπερβαίνεται, όταν ο άνθρωπος μένει σταθερός στην πίστη του Χριστού, έχοντας ετοιμότητα να δώσει και τη ζωή του για την πίστη αυτού. «Τους χείμαρρους της ανομίας τους αποξήρανες, μακαρία, με τα ρείθρα των αιμάτων σου». Διότι «όπου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

«῾Ο καταβάς αὐτός ἐστιν καί ὁ ἀναβάς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τά πάντα» (᾽Εφ. 4, 10)

Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς μετά τά Φῶτα συνιστᾶ μία σύνοψη τοῦ σκοποῦ τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας: ὁ Χριστός κατέβηκε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος, ὁλοκλήρωσε τό σωτηριῶδες ἐπί γῆς ἔργο Του, ἀναλήφθηκε στούς Οὐρανούς στέλνοντας τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο καί τή χάρη Του στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά μπορέσουμε νά γίνουμε σάν κι ᾽Εκεῖνον. Μέσα στά λόγια μάλιστα τοῦ ἀποστόλου πού ἑρμηνεύουν τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν κι ἐκεῖνα πού φανερώνουν τή θεότητα Αὐτοῦ καί τήν γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἐγγύτητά Του σέ κάθε ὄν καί σέ κάθε ἄνθρωπο: ῾ἵνα πληρώσῃ τά πάντα᾽. Γιά νά γεμίσει μέ τήν παρουσία Του τό σύμπαν. ῾Ο Χριστός μέ ἄλλα λόγια εἶναι κατά τόν ἀπόστολο ῾ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν᾽.

1. ῾Η πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου δέν ἀποτελεῖ μία περιθωριακή σκέψη τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Συνιστᾶ τή βασική ἀλήθεια τῆς ᾽Εκκλησίας καί τό ἴδιο τό θεμέλιό της: ὁ Χριστός ἐκτός ἀπό ἄνθρωπος εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ῾Οποῖος βρίσκεται παντοῦ καί γεμίζει μέ τήν παρουσία Του ὅλο τό σύμπαν. Δέν πρόκειται βεβαίως γιά μία φυσικοῦ τύπου παρουσία Του, σάν ἕνα εἶδος πανθεϊσμοῦ γιά παράδειγμα - κατά τόν ὁποῖο ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ διαπερνᾶ καί συνέχει τά πάντα ὁπότε τό κάθε τι εἶναι καί Θεός - ἀλλά γιά τήν ἐνέργειά Του, τήν πανσθενή καί πανάγαθη, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δημιούργησε τόν κόσμο, ἀλλά καί τόν διακρατεῖ στήν ὕπαρξη καί τόν καθοδηγεῖ στόν τελικό του προορισμό. ῾῞Οτι ἐξ αὐτοῦ καί δι᾽ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν τά πάντα ἔκτισται᾽. Κατά τή διατύπωση μάλιστα τοῦ μεγάλου Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὁσίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ῾πάντα ἀπέχει τοῦ Θεοῦ οὐ τόπῳ ἀλλά φύσει᾽. ῾Η ἀπόσταση δηλαδή ὅλων τῶν κτισμάτων ἀπό τόν Θεό δέν ἔχει τοπικό χαρακτήρα ἀλλά φυσικό: ἄλλη ἡ φύση τῶν κτισμάτων καί ἄλλη ἡ φύση τοῦ Κτίστου καί Δημιουργοῦ Θεοῦ.

2. Εἶναι τόσο σημαντική ἡ παραπάνω ἀλήθεια, ὥστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς (κεφ. 1) τήν ἔχει ξανατονίσει: ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ῾τό πλήρωμα τοῦ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου᾽, εἶναι ἡ πληρότητα δηλαδή ἐκείνου ὁ Ὁποῖος μέ τήν παρουσία Του γεμίζει πλήρως τά πάντα. Πρόκειται γιά συνέπεια αὐτοῦ πού θεόπνευστα καταγράφει καί ὁ εὐαγγελιστής ᾽Ιωάννης ἤδη στήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου του: ῾Πάντα δι᾽ Αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) ἐγένετο καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε᾽. ῞Ολα δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί συνεπῶς ὅλα ἔχουν τή δική Του σφραγίδα καί παρουσία. ῞Οπως ὡραῖα καί ποιητικά ἔχει κάπου γραφτεῖ: ῾ὅποια πέτρα τῆς Δημιουργίας κι ἄν σηκώσουμε, πίσω στέκει ὁ Χριστός᾽. Καί πόσο ὄμορφα ἐπίσης ἡ ᾽Εκκλησία μας ψάλλει τήν ἀλήθεια αὐτή διά γραφίδος ἁγίου ᾽Ανδρέου Κρήτης στόν Μεγάλο Κανόνα του: ῾ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; Ἡ ὥρα ἐγγίζει καί μέλλεις θορυβεῖσθαι. ᾽Ανάνηψον οὖν ἵνα φείσηταί σου, Χριστός ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν᾽.

3. Μιλώντας βεβαίως γιά τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου στό σύμπαν μέ τόν παραπάνω τρόπο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τήν ἐννοοῦμε ὡς κοινή παρουσία καί ἐνέργεια σύνολης τῆς ἁγίας Τριάδος. Δέν αὐτονομεῖται ὁ Κύριος οὔτε κάποιο ἀπό τά ἄλλα πρόσωπα-ὑποστάσεις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. ῾Ο ἕνας στή φύση Του καί τριαδικός στίς ὑποστάσεις Του Θεός ἔχει μία καί κοινή ἐνέργεια, πού σημαίνει ὅτι ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου εἶναι ταυτοχρόνως πανταχοῦ παρουσία καί τοῦ Θεοῦ Πατρός καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Συνεπῶς ἡ ἐπίκληση στό κάθε πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος συνιστᾶ ἐπίκληση καί στά ἄλλα πρόσωπα. ῞Ολος ὁ Θεός μας βρίσκεται ὡς ἐνέργεια μαζί μας καί δίπλα μας καί μέσα μας, ἔχοντάς μας στό κέντρο τῆς γεμάτης ἄπειρης ἀγάπης ῾καρδιᾶς᾽ Του, κατά τό γνωστό πατερικό λόγιο ῾ὁ Πατήρ δι᾽ Υἱοῦ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα᾽.

4. ῾Η καλλιέργεια τῆς αἴσθησης αὐτῆς τῆς πανταχοῦ παρουσίας  τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας ἀποτελεῖ καί τήν προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ. Χριστιανός πού δέν καλλιεργεῖ μέσα του αὐτήν τήν αἴσθηση δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἤ νά προοδεύσει ὡς χριστιανός, ἀφοῦ οὔτε προσευχή μπορεῖ νά κάνει σωστά – ποῦ νά στραφεῖ γιά προσευχή; - οὔτε μπορεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ - ῾χωρίς ἐμοῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽- οὔτε πολλῷ μᾶλλον μπορεῖ νά νιώσει ὡς μέλος Χριστοῦ, συνεπῶς νά ζήσει τό βάπτισμά του, ἐνδεδυμένος τόν Χριστό καί ἔχοντας αἴσθηση τῆς ἐγγύτητάς Του περισσότερη ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Μέ τή φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί πάλι ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

5. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὅσο κανείς βλέπει στόν ἑαυτό του καί στά πάντα τόν Χριστό, τόσο καί παίρνει δύναμη καί θάρρος γιά νά ἀντιμετωπίσει ὁποιοδήποτε πρόβλημα καί ὁποιαδήποτε δοκιμασία τοῦ παρουσιαστεῖ, ἀκόμη δέ καί τόν ἴδιο τόν θάνατο. ῾Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ λέει ὁ κάθε γνήσιος πιστός μαζί μέ τόν ἀπόστολο, ὅπως καί ῾πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ᾽.

῾Ο κόσμος εἶναι ἀκατανόητος καί συνήθως μᾶς φοβίζει, ὅταν τόν βλέπουμε ἔξω ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Καί δικαίως. Διότι διαγράφοντας τόν πανταχοῦ παρόντα Κύριο καί τήν ἐνέργειά Του ἀφήνουμε δίοδο εἰσόδου στόν πονηρό καί τίς καταστροφικές δυνάμεις του. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ πνευματική χαλάρωση δέν συνιστᾶ μία ἁπλή στάση, ἀλλά κάθοδο καί ἀλλοίωση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο φόβος ἔτσι γίνεται τό καθοριστικό γνώρισμα τῆς ψυχῆς ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου. ᾽Αντιθέτως, δυναμώνοντας τήν πίστη μας καί βλέποντας τόν ἑαυτό μας καί τόν κόσμο μέσα στήν παντοδύναμη ἐνέργεια τοῦ Κυρίου, ὁ κόσμος γίνεται φιλικός καί κοντινός, κυριολεκτικά μέσο δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, πού σημαίνει ὅτι μᾶς ὁδηγεῖ στήν εὕρεση τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. ῞Οπου ὅμως ἀγάπη ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ἐκεῖ καί ἡ σωτηρία μας.