Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ: Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΕΝ ΕΥΒΟΙΑ

(Ἐξαφορμῆς τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Προπατόρων, κατά την ὁποία στην Ἐκκλησία μας διαβάζεται ἡ παραβολή τοῦ Μεγάλου Δείπνου - κλήσης κυρίως για συμμετοχή στο μυστήριο τῆς Θείας Ευχαριστίας - θυμόμαστε τον Λειτουργικό ὅσιο, τον μεγάλο σύγχρονο ὅσιο Ἰάκωβο (Τσαλίκη), τον ἅγιο τῆς Ευβοίας).

Μεγάλη ἡ εὐλογία  τοῦ Θεοῦ πού διοχετευόταν στόν λαό Του μέσω τῶν τριῶν πιό γνωστῶν νεωτέρων ὁσίων ὅσο ζοῦσαν, μεγάλη ἡ εὐλογία πού ἐξίσου δέχεται αὐτός ὁ λαός μέ τίς θεοπειθεῖς προσευχές τους, ἀλλά καί μέ τή συνεχιζόμενη μέ ἄλλον τρόπο παρουσία τους μέσω τῶν βιβλίων πού ἔχουν κυκλοφορηθεῖ καί κυκλοφοροῦνται ἀκόμη γι᾽ αὐτούς. ῞Ο,τι δύναμη ἔχουν οἱ βίοι τῶν ἁγίων μας καί τά διάφορα Γεροντικά, τέτοια καί περισσότερη ἴσως ἔχουν καί ὅσα γράφονται σάν μαρτυρίες γιά τούς συγχρόνους αὐτούς ἁγίους.

 1. ῾Η σημερινή μας ἀναφορά εἶναι ὁ ὅσιος ᾽Ιάκωβος, ὁ γέροντας τῆς Εὔβοιας, ὁ λειτουργικός ὅσιος, ὅπως ἔχει χαρακτηριστεῖ. Σ᾽ αὐτήν τή λειτουργική του αἴσθηση θά ἐπικεντρώσουμε περισσότερο τήν προσοχή μας, θά δοῦμε δηλαδή κάποιες ὄψεις τοῦ πῶς βίωνε ὁ γέροντας αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τή Θεία Λειτουργία. Κι ἐκεῖ θά θαυμάσουμε τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ ἀνδρός, τό πόσο ῾λιβανισμένος᾽ ἦταν, τό πόσο ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μία μαρτυρία τοῦ Δείπνου τοῦ Μυστικοῦ τοῦ Κυρίου καί τῶν μαθητῶν Του. Προγηγουμένως ὅμως θά δοῦμε ὁρισμένα βιογραφικά του στοιχεῖα, απαραίτητα γιά την καλύτερη κατανόηση τῆς ὁσιακῆς του ζωῆς.

῾Ο ἅγιος ᾽Ιάκωβος λοιπόν, ἡγούμενος στήν ῾Ι. Μονή ὁσίου Δαβίδ Γέροντος στίς Ροβιές Εὐβοίας, καταγόταν ἀπό τή Μ. ᾽Ασία, τόν τόπο πού γέννησε χιλιάδες ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Συγκεκριμένα, τό χωριό πού γεννήθηκε, στίς 5 Νοεμβρίου 1920, καί ἔζησε τά δύο πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἦταν τό Λιβίσι τῆς Μάκρης, ἕνα ἀπό τά παραθαλάσσια χωριά τῆς ἰωνικῆς γῆς, στό ὕψος περίπου τοῦ Καστελλόριζου.

᾽Εξαιτίας τῶν θλιβερῶν γεγονότων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καί τοῦ ξεριζωμοῦ τοῦ ἑλληνισμοῦ τό 1922, ἀναγκάστηκε νά ἐγκαταλείψει τά ἁγιασμένα χώματα τῆς Μ. ᾽Ασίας καί μεταφυτεύτηκε  ὡς πολύτιμο καί ἁγιασμένο κλῆμα στό χωριό ῞Αγιος Γεώργιος ῎Αμφισσας καί μετά ἀπό δύο χρόνια στό χωριό Φαράκλα τῆς Βόρειας Εὔβοιας. ᾽Εκεῖ ἔζησε μέχρι πού ἔγινε τριάντα ἐτῶν, ὁπότε τόν μεταφύτευσε ὁ Θεός ὁριστικά στό ἁγιασμένο μοναστήρι τοῦ ὁσίου Δαβίδ.

᾽Αγωνίστηκε ἀπό τή στιγμή πού μπῆκε στό μοναστήρι νά ζήσει σάν τόν ὅσιο Δαβίδ, γι᾽ αὐτό καί τίς νύχτες, μετά τήν ταλαιπωρία τῆς ἡμέρας, τραβοῦσε γιά τό ἀσκητήριο τοῦ ὁσίου, μέσα στό ὁποῖο καί ὁ ἴδιος, σάν τόν ὅσιό του, ἔζησε πανίερες θεοπτικές ἐμπειρίες.

Πέρασε πολλές δυσκολίες ὁ ἅγιος γέρων ὅσο ἔζησε στή Μονή. Δοκιμασίες προερχόμενες ἀπό ἀνθρώπους ἀλλά καί δαίμονες. Μά ἡ ἀρετή του στό τέλος νίκησε. Τό μοναστήρι ἔγινε πόλος ἕλξεως καί ἄλλων μοναχῶν, κυρίως ὅμως πολλῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, προσκυνητῶν. ᾽Ιδίως ἀπό τό 1975 καί ἐφεξῆς, ὁπότε ἀναδείχτηκε σέ ἡγούμενο τῆς Μονῆς, πλήθη κόσμου ἔρχονταν προκειμένου νά δοῦν καί νά ἀκούσουν τόν γέροντα, μάλιστα δέ νά λάβουν λύση σέ κάποιο ἀπό τά προβλήματά τους, εἴτε τά προσωπικά εἴτε τά οἰκογενειακά καί τά ἐπαγγελματικά τους.

῾Ο ὅσιος, τό εἴπαμε προηγουμένως,  ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ λειτουργικός ὅσιος. Καθημερινά τελοῦσε τή Θεία Λειτουργία ἤ συμμετεῖχε σ᾽ αὐτήν σέ στάση γονατιστή. ῎Ενιωθε – κάτι πού τό μαρτυροῦσε ἀδιάκοπα - ὅτι δέν ὑπάρχει ἔργο ἀνώτερο πού μπορεῖ νά τελεστεῖ ἐπί τῆς γῆς, ἀφοῦ κατά τή Θεία Λειτουργία συμβαίνουν συγκλονιστικά πράγματα μέ τήν παρουσία τῶν ἀγγέλων, τῶν ἁγίων, κυρίως δέ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας. Θά τό δοῦμε στή συνέχεια.

῾Η φοβερή ἄσκηση ὅμως τοῦ ἁγίου Γέροντα, ἀκόμη καί σέ προχωρημένη ἡλικία, οἱ τρομακτικές δυσκολίες πού ἔζησε ἀπό μικρός, ἡ ἀσθενική του κράση, ἔκαμψαν τήν ὑγεία του καί τόν ἀνάγκασαν νά εἰσέρχεται συχνά στά νοσοκομεῖα. ῾Η πορεία του πιά ἦταν προδιαγεγραμμένη. Τό τέλος ἔφτανε. Τό πρωΐ τῆς  21ης Νοεμβρίου τοῦ 1991, ἔψαλε, ὅπως πάντα στό παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς, τό ἀφιερωμένο στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Στίς 4 μ.μ., ἀφοῦ εἶχε δεχτεῖ τήν ἐξομολόγηση πνευματικοῦ τέκνου του, κατάκοπος, δέν ἄντεξε καί ἡ ψυχή του πέταξε σάν πουλάκι στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του. Κατ᾽ ἀπαίτηση τοῦ πλήθους πού συνέρρευσε στήν κηδεία του, οἱ ἀρχιερεῖς συμφώνησαν καί ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλη ἔξω ἀπό τόν Ναό στό προαύλιο τῆς Μονῆς.

῾Η μνήμη πού ἄφησε ἦταν ὁσίου ἀνδρός. Τά θαύματα πού γίνονταν καί ὅσο ζοῦσε καί μετά θάνατον εἶναι πάμπολλα. Ὁ πιστός λαός ζοῦσε την ἁγιότητα τοῦ ανδρός πάντοτε, πολύ περισσότερο τά τελευταῖα χρόνια που ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε επισήμως ἀπό την Ἐκκλησία μας.

2. ᾽Επανερχόμαστε. Προκειμένου νά δοῦμε τί ἦταν ἡ Θεία Λειτουργία γιά τόν ὅσιο ᾽Ιάκωβο καί πῶς τή βίωνε αὐτός, θά καταθέσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό γνωστότερο κυκλοφορούμενο γι᾽ αὐτόν βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ  καθηγητῆ τοῦ Πανεπιστημίου ᾽Αθηνῶν Στυλιανοῦ (Γερασίμου μοναχοῦ) Παπαδοπούλου πού ἐπιγράφεται ῾῾Ο μακαριστός ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης᾽. Σ᾽ αὐτό ὁ μακαριστός καθηγητής, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ἀγαποῦσε καί σεβόταν ὑπερβαλλόντως τόν ἅγιο Γέροντα, κάτι πού τό εἰσέπραττε ἀντιστοίχως καί ἀπό ἐκεῖνον, καταγράφει αὐτά τά ἐξαίσια καί συγκλονιστικά πού βίωνε ὁ ὅσιος, τά ὁποῖα εἴτε τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὁ ἴδιος εἴτε τά ἄκουσε ἀπό τό στόμα σοβαρῶν καί ὑπευθύνων πνευματικῶν τέκνων του. Σημειώνει λοιπόν ὁ καθηγητής:

Συγκλονιστικές καί οἱ ἐμπειρίες τοῦ γέροντα στό ναό, στή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας. ῎Αρρητα καί ἐξαίσια ὅσα ἔβλεπε καί ζοῦσε. ῎Εκανε Προσκομιδή καί συχνά ἔβλεπε τήν πνευματική κατάσταση τῶν κεκοιμημένων πού μνημόνευε. ᾽Από τή μισάνοιχτη μικρή θύρα τοῦ ῾Ιεροῦ, τόν εἴδανε μπροστά στήν Προσκομιδή νά στέκει ψηλά, νά μήν πατάει στό δάπεδο. Λησμόνησε κάποια φορά νά μνημονεύσει τή μητέρα του καί τοῦ ἐμφανίστηκε μέ παράπονο: - ᾽Ιακωβάκι μου, σ᾽ ὅλους ἔδωσες τά δῶρα τους, ἐμένα σήμερα δέ μοῦ ἔδωσες!

Διηγότανε ὅτι τό ἴδιο συνέβη μέ τόν Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας τήν Προσκομιδή καί στρεφόμενος νά πάει στήν ῾Αγία Τράπεζα, τόν βλέπε νά στέκει δεξιά του, μέ τίς χοῦφτες τή μία μέσα στήν ἄλλη, ὅπως ὅταν κοινωνεῖ ὁ ἱερέας τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Στή μνημόνευση καί στήν προσευχή γιά τούς ῾τεθνεῶτες᾽ ἤτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Καί ἕναν μοναχό πού τόσο τόν ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε τόν Θεό νά τοῦ δείξει ποῦ πῆγε μετά τόν θάνατό του ὁ μοναχός αὐτός. Τόν εἶδε μιά νύχτα σέ ἄθλιο σκοτεινό ὑπόγειο καί πολύ θλιμμένον. Τόν χαιρέτισε καί ὁ μοναχός τοῦ εἶπε: - ᾽Εδῶ εἶμαι...ὅταν μέ μνημονεύεις περνάει μιά ἡλιαχτίδα καί κάτι βλέπω.

῞Ολα γίνονταν μέ τρόπο ἁπλό καί ἐναργή. Τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, πολλές φορές δέν βρισκόταν στό ῾Ιερό μόνος του ὁ μακαριστός λειτουργός. ῎Αγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε τόν Θεό, χαροποιοῦσαν τήν ἀτμόσφαιρα, συνεργοῦσαν μέ τόν λειτουργό, τά φτερά τους ἀγγίζανε τόν λειτουργό, ἔβλεπε τή νεανική μορφή τους... Βγαίνει, κάει τή Μεγάλη Εἴσοδο. Μία παριστάμενη μοναχή τόν βλέπει νά κινεῖται στόν ἀέρα, νά εἰσέρχεται στό ῾Ιερό χωρίς νά πατάει στό δάπεδο. Θαύμασε κι ἔκανε τόν Σταυρό της, τά εἶχε χαμένα, πρώτη φορά ἔβλεπε θαῦμα. ῞Οταν τελείωσε ἡ Λειτουργία καί πῆγε ἡ μοναχή νά πάρει τήν εὐχή του νά φύγει, τῆς λέει ἀφελῶς: - Σήμερα ἡ Λειτουργία ἦταν ἀλλιῶς.

᾽Εκείνη πῆρε θάρρος καί ἄνοιξε τό στόμα της νά περιγράψει πῶς τόν εἶδε στή Μεγάλη Εἴσοδο. Πρόλαβε ὅμως ὁ γέροντας καί τῆς εἶπε νά σιωπήσει, νά μήν εἰπεῖ πουθενά τίποτα.

᾽Εξηγοῦσε ἀργότερα τά διακονικά καθήκοντα. Γιά νά κάνει προσεκτικό τόν διάκονο, τοῦ μίλησε γιά τίς ἐμπειρίες καί τίς ὀπτασίες του μέ βαθιά κατάνυξη: - ῎Αχ, πάτερ μου, νά βλέπατε τί γίνεται τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, πού ὁ ἱερέας διαβάζει τήν Εὐχή, θά φεύγατε ὅλοι... ᾽Αοράτως ἀνεβοκατεβαίνουν ἄγγελοι καί πολλές φορές αἰσθάνομαι τίς φτεροῦγες τους νά χτυποῦν στούς ὤμους μου!᾽

 

3. (α) ῾Η ἀντίληψη τοῦ ἁγίουι Γέροντα ᾽Ιακώβου γιά τή Θεία Λειτουργία ἦταν ἡ ἀντίληψη ὅλων τῶν ἁγίων μας καί αὐτό πού διδάσκει πράγματι ἡ ᾽Εκκλησία: ὅτι συνιστᾶ τό πιό ἀνώτερο καί ἱερότερο πράγμα πού ὑπάρχει ἐπί τῆς γῆς. Κι αὐτό γιατί φανερώνει ὅλη τήν ἐπί γῆς πορεία τοῦ Κυρίου, ὅπως καί τή δόξα του στούς Οὐρανούς. ῾Ο Χριστός σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς Του καί ἡ κλήση Του νά μετάσχουμε σέ αὐτήν δέν εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία;  Δέν χαρακτηρίζεται τυχαῖα λοιπόν ἀπό τούς Πατέρες μας ὡς τό κέντρο τῆς ᾽Εκκλησίας, γεγονός πού σημαίνει: κάθε τι πού ὑπάρχει στήν ᾽Εκκλησία, κάθε προσευχή καί πράξη αὐτῆς προϋποθέτει τό μυστήριο αὐτό καί καταλήγει σέ αὐτό.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς ἔτσι τό γιατί ὁ ὅσιος εἶχε σέ μεγάλη ὑπόληψη τούς ἱερεῖς, ἀπό τόν μικρότερο ὥς τόν μεγαλύτερο. Κάθε ἱερέα πού θά συναντοῦσε θά ἔσπευδε νά τόν προσκυνήσει καί νά τοῦ φιλήσει πρῶτος τό χέρι. ᾽Ενθυμοῦμαι καί ἐγώ, ὅταν βρέθηκα γιά πρώτη φορά τό 1989 στό Μοναστήρι του κι ἦρθα ἀντιμέτωπος μέ τόν ἅγιο γέροντα. Πρίν προλάβω νά κάνω τίποτε, ἐκεῖνος μέ βαθιά μετάνοια πῆρε τό χέρι μου καί τό φίλησε, λέγοντάς μου ταυτόχρονα: ῾Ιερεύς δέν εἶστε; Σημειώνει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ καθηγητής στό παραπάνω ἀναφερθέν βιβλίο του γιά τόν Γέροντα: ῾῾Ο ᾽Ιάκωβος, νεαρός ἀκόμη, μόλις ἔβλεπε τόν παπα-Θοδόση νά ᾽ ρχεται μέ τό ἄλογο ἀπό τήν Τσούκα (Ζωοδόχος Πηγή σήμερα) ἔτρεχε νά τόν βοηθήσει νά κατέβει, φίλαγε τό ράσο του, ἔπαιρνε τό πετραχήλι, τό ἀκουμποῦσε μ᾽ εὐλάβεια στό μετωπό του καί ἡ καρδιά του ἔλεγε μέ λαχτάρα: - ῎Αχ, πάτερ μου, θά μ᾽ ἀξιώσει καί μένα ποτέ ὁ Θεός... Δέν ἀποτολμοῦσε οὔτε μέσα του νά τελειώσει τή φράση, γιατί ἐπρόκειτο γιά τό λειτούργημα τοῦ ῾Ιερέα. Εἶχε γιά τούς ἱερεῖς βαθύτατο σεβασμό. Καί τόν εἶχε μέχρι τήν κοίμησή του. Σέ τέτοιο βαθμό, πού μηχανευότανε χίλιους τρόπους, γιά νά μπορέσει νά φιλήσει τό χέρι ἱερέως καί διακόνων πού ἐξομολογοῦνταν στόν ἴδιο. Τό θεωροῦσε ἰδιαίτερη εὐλογία! ῎Εφτανε στό σημεῖο, ὅταν ἐξομολογιόταν ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός γέροντας, νά φιλάει τά παπούτσια καί τά πόδια τοῦ ἱερέα ἐξομολόγου του. Γιατί στήν ἐξομολόγηση στεκότανε γονατιστός, καί τήν ὥρα πού θά τοῦ διαβαζόταν ἡ συγχωρητική εὐχή ἔπεφτε πάντα πρηνηδόν, μπρούμυτα᾽. Κι ἀλλοῦ ὁ ἴδιος καθηγητής: ῾Κόντευε πιά νά πεθάνει ὁ γέροντας καί σεβότανε τούς ἱερεῖς περισσότερο κι ἀπ᾽ ὅσο τούς σεβότανε παιδάκι, τότε πού νόμιζε ὅτι δέν ἔχουν σάρκες καί ὑλικές ἀνάγκες᾽.

῾Ο σεβασμός του αὐτός δέν εἶχε ἀνθρωποπαθῆ στοιχεῖα. Δέν ἐπρόκειτο δηλαδή γιά κάποια συναισθηματικοῦ τύπου προσέγγιση ἤ κάποια ἰδεοληψία. Τέτοιες προσεγγίσεις κινοῦνται σέ ἐπίπεδο ἐμπαθές πού πόρρω ἀπεῖχαν ἀπό τόν ἀπαθῆ γέροντα. ῾Ο σεβασμός του στούς ἱερεῖς ἦταν καρπός, ὅπως εἴπαμε, τῆς ἀπόλυτης συναίσθησης τοῦ ὕψους τοῦ διακονήματός τους, ἐνώπιον ποίου αὐτοί εὑρίσκονται τήν ὥρα τῆς ἱερουργίας τοῦ μυστηρίου καί τί σημαίνει Θεία Λειτουργία. ᾽Εκινεῖτο στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τούς μεγάλους Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας στό θέμα αὐτό, πού ἔγραψαν λόγους περί ἱερωσύνης, σάν τόν ἱερό Χρυσόστομο, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο κι ἀκόμη τόν πατρο-Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό. ῾Ο ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν ἐκεῖνος γιά παράδειγμα πού τόνιζε ὅπως καί ἄλλοι στίς ὁμιλίες του τό ὕψος τῆς ἱερατικῆς διακονίας μέ τά γνωστά λόγια: ῾ἄν δεῖς βασιλιά καί ἱερέα, τόν ἱερέα νά τιμήσεις πρῶτα. Γιατί αὐτός μέ τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό᾽;

       Καί δέν πετοῦσε στά σύννεφα ὁ ἄγιος. ῎Ηξερε ὅτι ὑπάρχουν ἱερεῖς πού δέν στέκονται στό ὕψος τῆς ἱερωσύνης τους, ὅτι ἀθετοῦν αὐτά πού ὑποσχέθηκαν τήν ὥρα τῆς χειροτονίας τους. Σάν τήν περίπτωση ἑνός ἱερέα πού θέλησε νά ρωτήσει τον ἅγιο ᾽Ιάκωβο πῶς τόν βλέπει. Κι ὁ ὅσιος, ὁ ὁποῖος ῾κοίταζε προσεχτικά στά μάτια καί καταλάβαινε ποιοί ἔχουνε καλή διάθεση καί ποιοί ἤρθανε ἀπό περιέργεια᾽ καί ἔλεγε ῾βλέπω μέσα στά πρόσωπα᾽ δέν τοῦ ἀπάντησε. Μόνο γέλασε, γιατί καθώς εἶπε ἀργότερα ῾ἤτανε παιδιά μου μαῦρος, δέν μπορῶ νά σᾶς πῶ᾽. ῞Οπως ἐπίσης ἤξερε ὅτι κάποιοι ἱερεῖς ζητᾶνε ῾πολλά χρήματα γιά Λειτουργίες ἤ Σαρανταλείτουργα καί στενοχωριότανε ἀφόρητα᾽. Τό μόνο τότε πού ἔλεγε ἦταν: - Νά προσέχετε ποῦ δίνετε τά χρήματά σας!᾽ ῾Ο ἅγιος λοιπόν εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητας. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλα αὐτά ἐπικέντρωνε στό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης καί ὄχι στήν ὅποια πτώση τοῦ ἱερέα ἤ τοῦ ἀρχιερέα.

    Τά παραπάνω ἐξηγοῦν μέ μεγάλη σαφήνεια ἀφενός τόν πόθο πού εἶχε ὁ μέγας ᾽Ιάκωβος γιά νά λειτουργεῖ πάντοτε, ἀφετέρου τήν ὀδύνη πού ἔνιωθε ὅταν κυρίως γιά λόγους ἰατρικούς οἱ ἰατροί τοῦ ἀπαγόρευαν νά λειτουργεῖ. ῾Η ἀπαγόρευση ἦταν γι᾽ αὐτόν ἡ μεγαλύτερη τιμωρία. Καί τί ἔκανε συνήθως; Παρ᾽ ὅλες τίς ἰατρικές ἀπαγορεύσεις καί τήν προσπάθεια τῶν καλογέρων του νά τόν ὑποχρεώσουν νά ἀναπαυθεῖ, ἐκεῖνος ῾σηκωνότανε μέ πυρετό, μέ ἀρρυθμία καρδιᾶς, μέ σφίξιμο πολύ στό στῆθος, μέ φοβερή φλεβίτιδα...καί λειτουργοῦσε᾽.

      (β) Τή λειτουργική αὐτή συνείδησή του δέν τήν ἀπέκτησε ὡς ἱερέας. Τοῦ τήν μετέδωσε ἡ ἁγιασμένη γιαγιά του καί ἡ μητέρα του. ᾽Εκεῖνες μέ τή μεγάλη πίστη τους στόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία ζοῦσαν ἔντονα τή Θεία Λειτουργία κι αὐτήν τήν ἱερή αἴσθησή τους μετάγγισαν καί στόν ᾽Ιάκωβο ἤδη ἐκ βρέφους. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Γέροντας ζοῦσε ὡς ἱερέας πρίν νά γίνει ἱερέας. ῾Πάτερ ᾽Ιάκωβε᾽ τόν προσφωνοῦσαν οἱ περισσότεροι ἀπό παιδί κι ὕστερα λίγο εἰρωνικά καί στόν στρατό. Κι εἶναι γνωστό ὅτι τίς περισσότερες φορές ὅταν οἱ συμπατριῶτες του εἶχαν πρόβλημα, σ᾽ αὐτόν κατέφευγαν, χωρίς νά εἶναι ἱερέας βεβαίως, προκειμένου νά τούς διαβάσει κάποια προσευχή, ἀφοῦ ὁ δικός τους παπάς ἦταν προχωρημένης ἡλικίας καί δέν τόν εἶχαν πάντα μαζί τους, γιατί κάλυπτε ἄλλα χωριά.

       ῎Ας ἀκούσουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπό τόν βίο του πάνω σ᾽ αὐτήν τήν πρό τῆς ἱερωσύνης ἱερωσύνη τοῦ ὁσίου Γέροντα. Εἶναι κατεξοχήν ἀποκαλυπτικά γιά τό τί ἔπειτα θά ἀκολουθήσει:

      ῾Τό ᾽Ιακωβάκι ἔγινε πιά πέντε χρονῶν. Καί τό καλό του παιχνίδι ἦταν τό θυμιατούρι, ἔτσι τό λέγανε στό Λιβίσι. Εἶχε βρεῖ ἕνα μικρό κεραμίδι μέ κοίλωμα. ῎Εβαζε μέσα καρβουνάκι ἀπό τήν πυροστιά πού μαγειρεύανε καί τό ᾽φερνε γύρω στό σπίτι καί λιβάνιζε μέ πολλή σοβαρότητα, ψελλίζοντας ῾ἀλούγια, ἀλούγια᾽(ἀλληλούια). Λιβάνιζε καί τούς γειτόνους᾽.

       Καί παρακάτω: ῾᾽Από τά ἕξι του τό ᾽Ιακωβάκι, χωρίς νά ξέρει γράμματα, εἶχε μάθει ἀπ᾽ ἔξω τά τῆς θείας Λειτουργίας. ῞Οσα λέει ὁ παπάς κι ὅσα ὁ ψάλτης τήν Κυριακή. Τά σιγόψελνε μόνο του, κάνοντας ἐλάχιστα λάθη. Μά τά ᾽λεγε μέ τόση σοβαρότητα καί αὐστηρότητα, πού οἱ γύρω του σαστίζανε᾽.

    Παρομοίως: ῾Τά παιδάκια στό σχολεῖο, λίγο ἀσυναίσθητα, λίγο εἰρωνικά, τόν φώναζαν καμιά φορά παππού. ῾Ο ἀδερφός του ὁ Γιῶργος καί κάποιοι πού τόν ξέρανε περισσότερο συχνά τόν λέγανε ῾καλόγερο᾽. ᾽Αργότερα, σχεδόν ἀπό τά δέκα του χρόνια, πολλοί θά τόν φωνάζουνε ῾πάτερ ᾽Ιάκωβε᾽ καί κάποτε- κάποτε θά τοῦ φιλᾶνε τό χέρι, ἐνῶ αὐτός θά τό τραβάει᾽.

     ῾῎Αρχισε νά πηγαίνει ἀπό νωρίς καί στό ἀναλόγιο, ἐνῶ βοηθοῦσε τόν παπά στό ῾Ιερό. Στό ναό ἔφτανε πολύ πρίν ἀπό τόν παπά, ἀξημέρωτα. Καί πρῶτα τακτοποιοῦσε τά τοῦ ῾Ιεροῦ. Μέ φόβο Θεοῦ κι ἐπιμέλεια, γιά τά ὁποῖα πῆρε σύντομα τό μισθό. Διότι ἐκεῖ, στήν ἁγία Τράπεζα, πολλές φορές ἀντιλήφθηκε καί εἶδε ἀγγέλους καί ἄκουσε οὐράνιες ψαλμωδίες᾽.

       ῾᾽Αρκετό καιρό πρίν ἀρρωστήσει ἡ μητέρα του, τοῦ προεῖπε κάτι σπουδαῖο: - ᾽Εσύ, ᾽Ιακωβάκι μου, θά γίνεις ἱερέας καί ἡ πρώτη πού θά πάρει ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι σου θά εἶναι ἡ ἀδερφή σου᾽.

       (γ) ῾Ιερέας λοιπόν πρίν νά γίνει ἱερέας ὁ ἅγιος᾽Ιάκωβος. Κυριολεκτικά ὡς παιδί ἦταν αὐτό πού εἶπε ὁ ὅσιος Εὐθύμιος ὁ μέγας γιά τόν νεαρό μαθητή του Σάββα τόν ἡγιασμένο: ῾παιδαριογέρων᾽. Γέροντας ἤδη ἀπό παιδί, ἔχοντας φρόνηση δηλαδή πολιοῦ καί σεβαστοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Γιατί βεβαίως ῾πολιά ἐστί φρόνησις ἀνθρώποις καί ἡλικία γήρως, βίος ἀκηλίδωτος᾽ κατά τή Σοφία Σολομῶντος. ᾽Εκεῖ ὅμως πού ἡ λειτουργική του συνείδηση ἀπογειώθηκε, καθώς λέμε, ἦταν ὅταν ἔγινε κληρικός. Κυριολεκτικά τότε ζοῦσε ὅπως λένε τά τροπάρια γιά τούς ὁσίους μας: ὡς ἄσαρκος ἐπί τῆς γῆς, ῾ἐπίγειος ἄγγελος᾽. ᾽Ιδίως ὅταν ἐπρόκειτο νά λειτουργήσει, σχεδόν ξαγρυπνοῦσε προσευχόμενος. Γι᾽ αὐτό καί ὅπως εἴπαμε ἀπό τήν ἀρχή τά βιώματά του ἀπό τή Θεία Λειτουργία ἦταν συγκλονιστικά. Τό σημειώνουμε καί πάλι:  ῾῎Αχ, πάτερ μου, - ἔλεγε σέ κάποιον ἱερέα – νά βλέπατε τί γίνεται τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ πού ὁ ἱερέας διαβάζει τήν Εὐχή, θά φεύγατε ὅλοι...᾽.

       Γιά τόν ἅγιο Γέροντα πράγματι ἡ Θεία Λειτουργία ἦταν ὅ,τι δηλώνει καταρχάς ἡ ἴδια ἡ λέξη: ἔργο τοῦ λαοῦ (λεῖτος ἀπό τό λεώς, λαός καί ἔργον). Λειτουργία δηλαδή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καί σ᾽ αὐτό τό σῶμα περιλαμβάνονται ὄχι μόνον ἐννοεῖται ὁ Χριστός ὡς ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, ἀλλά καί ἡ θριαμβεύουσα καί ἡ στρατευόμενη ᾽Εκκλησία. ῞Ολοι συνεπῶς οἱ ἐν Χριστῷ βαπτισμένοι καί ζῶντες, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἁγίους ἀγγέλους, ὅλοι μαζί πραγματοποιοῦν τήν ἑνότητά τους ἐν Χριστῷ τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας. Αὐτό πού μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ εὐχές τοῦ Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας, κατά τίς ὁποῖες εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο γιατί μᾶς ἀξίωσε ἀπό τά χέρια μας νά δεχτεῖ τή λειτουργία ῾καίτοι παρίστανται Αὐτῷ χιλιάδες ἀρχαγγέλων, καί μυριάδες ἀγγέλων, τά Χερουβείμ, καί τά Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά᾽, αὐτό τό ζοῦσε καί τό ῾ἔβλεπε᾽ ὁ ὅσιος.

        ῾Νέος, τό 1961, - σημειώνει ὁ βιογράφος του - εἶχε πανηγυρίσει τή διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Καί ὁ ῞Αγιος πάντα παρηγοροῦσε τόν ἀσκητή π. ᾽Ιάκωβο, μέ πολλούς τρόπους. Τό ἔκαμε καί στή μνήμη του, στίς 9 Νοεμβρίου τοῦ 1989, πού λειτούργησε ὁ γέροντας στό παρεκκλήσι τῆς Μονῆς ῞Αγιος Νεκτάριος. ᾽Εκεῖνο τό πρωί, μέχρι νά πεῖ ῾Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽, στεκότανε γονατιστός στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. ῎Αρχισε, προχώρησε, τελείωσε ἡ Λειτουργία. Μά ἤτανε γιά τόν ἴδιο καί τούς λίγους ἐκκλησιαζόμενους ἀλλιώτικη Λειτουργία. ῞Ολοι ζούσανε μία λαμπρή μέθεξη, παρακολουθώντας τόν Γέροντα νά λειτουργεῖ. Κι ἔδωσε ὁ ἴδιος τήν ἐξήγηση: - Πρός τό τέλος, παιδιά μου, τῆς Δοξολογίας (ἐνῶ ἤτανε γονατιστός ἀκόμα στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ) εἶδα, μέ συγχωρεῖτε, τόν ἅγιο Νεκτάριο! ῏Ηταν χαρούμενος κι ἔψελνε καί κεῖνος μαζί μας ῾ἅγιος ὁ Θεός...᾽, ἔπειτα ἐγώ καταλαβαίνετε πῶς συνέχισα τή Λειτουργία...! Μέ παραπλήσιο τρόπο ἔβλεπε στό ναό καί τόν ὅσιο Δαβίδ. Μιά Κυριακή, ἐνῶ ἔψελνε τό Μεγαλυνάριό του, τόν βλέπει ὡς καλόγερο, δίπλα στόν ᾽Εσταυρωμένο, νά εὐλογεῖ. ῾Ο γέροντας ἔβλεπε ῾Αγίους πολύ συχνά καί σοῦ ᾽δινε τήν ἐντύπωσε ὅτι τό γεγονός ἀποτελοῦσε τήν τροφή του᾽.

       (δ) Τό γεγονός ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται οὐσιαστικά ἀπό τόν Χριστό διά τῶν χειρῶν τῶν ἱερέων ἦταν ἐπίσης κάτι πολύ ἄμεσο γιά τόν ἅγιο Ἰάκωβο. Διότι ζοῦσε τή Θεία Εὐχαριστία ὅπως τήν ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς τῆς ἱδρύσεώς Της ἀπό τόν Κύριο: ὡς τή συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Αὐτό δέν εἶναι ἄλλωστε ἡ Θεία Λειτουργία; ῾Η προέκταση μέσα στόν χρόνο ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου; ῞Ο,τι οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου ἔζησαν τότε – τήν προσφορά τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀπό τόν ῎Ιδιο: ῾Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμα μου᾽ καί ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμα μου᾽ – αὐτό ζοῦμε καί διαχρονικά. ῾Απλῶς ὁ μέγας Γέροντας χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό νά δεῖ αὐτό τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου ὄχι μόνο μέ τήν ὅραση τῆς πίστεως, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τή σωματική θά λέγαμε ὅρασή του, τή μετασκευασμένη ὅμως ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Δέν ξέρουμε πόσες φορές συνέβη τοῦτο, σημασία πάντως ἔχει ὅτι κάποια φορά δέν ἄντεξε μπροστά στό μέγιστο αὐτό θαῦμα πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ὥστε τό κατέγραψε σέ τετράδιό του. 

       Γράφει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ μακαριστός καθηγητής Παπαδόπουλος: ῾Τό μεγαλύτερο καί θαυμασιότερο θαῦμα πού τοῦ πρόσφερε ὁ Θεός, ἔγινε τό πρωί τῆς 22ας Νοεμβρίου τοῦ 1975. Συγκλονίστηκε τόσο πολύ ἀπό τό θαῦμα τοῦτο, πού ἀμέσως μετά τό κατέγραψε σ᾽ ἕνα σημείωμα, τό ὁποῖο βρήκαμε σέ τετράδιό του. Τό σημείωμα ἀρχίζει  μέ τήν παραπάνω ἡμερομηνία καί περιλαμβάνει ἀκριβῶς τά ἑξῆς: ῾- Τήν 22αν Νοεμβρίου, ἡμέραν Σάββατον τό πρωί εἰς τήν ἁγίαν Προσκομιδή μετά τήν μνημόνευσιν καί ἐν ὥρᾳ πού θά καλύψω τά ἅγια Δῶρα, εἶδα ζωντανή καί ἐν ἁγιότητι ὁμολογῶ 1 κομμάτι αἷμα στεγνό, τό ἄγγιξα, καί στό δάκτυλό μου ἀπάνω ἔμεινε τό αἷμα. Φωνάζοντας τόν ἀδελφόν τῆς ῾Ι. Μονῆς Μοναχόν π. Σεραφείμ, εἶπα τήν ὑπόθεσιν καί μοῦ εἶπε, ἐμεῖς, πάτερ, δέν βλέπωμεν, ἀλλά εἶδες τί εἶναι; Καί ἐγώ τοῦ ἀπάντησα ὅτι πιστεύω καί προσκυνῶ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός παρών. Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, εἶπα. ᾽Αρχιμ. ᾽Ιάκωβος᾽.

       (ε) Εἴπαμε παραπάνω ὅτι ἡ θεία Λειτουργία συνιστᾶ μυστήριο πού ξεπερνᾶ κάθε ἀντιληπτική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ προβάλλει μέσα στούς αἰῶνες, σέ συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο κάθε φορά, τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι βιώνουμε σ᾽ αὐτήν ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς Του καί ὄχι ἀποσπασματικά κάποια μέρη Της. ῾Η ᾽Εκκλησία μας εἶναι σαφής: μπορεῖ νά πραγματοποιεῖ τήν ἐντολή τοῦ ῾λάβετε φάγετε᾽ καί τοῦ ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες᾽, τήν ἐντολή δηλαδή πού ἔδωσε ὁ Κύριος στό Μυστικό Δεῖπνο γιά νά τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὅμως ταυτοχρόνως μᾶς καλεῖ νά δοῦμε τόν Κύριο στήν ὁλοκληρία Του. Στήν πιό ἱερή στιγμή τοῦ μυστηρίου, τήν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Δώρων, καθώς λέμε, ὅπου ὁ ἱερέας ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν πιστῶν ἑτοιμάζεται νά παρακαλέσει τόν Θεό ὥστε διά τοῦ Πνεύματός Του νά μεταβάλει τό ψωμί σέ σῶμα Χριστοῦ καί τό κρασί σέ αἷμα Του, προσεύχεται καί λέει: ῾Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καί πάντων τῶν ὑπέρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας, Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα᾽. Σοῦ προσφέρουμε, Κύριε καί Θεέ μας, τά δικά Σου ἀπό τά δικά Σου ὡς πρός ὅλα καί γιά ὅλα, ἀφοῦ θυμηθήκαμε τή σωτήρια ἐντολή Σου, νά τελοῦμε δηλαδή τήν Εὐχαριστία, κι ἐπίσης ὅλα ὅσα ἔχεις κάνει γιά χάρη μας, δηλαδή τόν Σταυρό, τόν τάφο, τήν τριήμερη ἀνάστασή Σου, τήν ἀνάβασή Σου στούς οὐρανούς, τήν καθέδρα Σου στά δεξιά τοῦ Πατέρα, τή Δευτέρα καί ἔνδοξη πάλι παρουσία Σου.

       Προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς μας, πού δηλώνεται μέ τό ψωμί καί τό κρασί,  στόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τά παίρνει γιά νά τά μεταβάλει σέ σῶμα καί αἷμα Του ὥστε νά μᾶς τά προσφέρει πάλι πίσω ῾εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον᾽ εἶναι ἀκριβῶς ἡ δική Του ἐδῶ στόν κόσμο παρουσία, ἀλλά καί ὁ θρίαμβός Του καί ἡ δόξα Του μέ τήν ἀνάστασή Του ὡς νίκη ἀπέναντι στήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, μέ τήν ᾽Ανάληψή Του, μέ τήν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός καθέδρα Του καί μέ τόν ἐρχομό Του καί πάλι στή Δευτέρα Του παρουσία.

Αὐτήν τήν ὁλοκληρία τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου σέ ὅλες τίς φάσεις της ζοῦσε καί ὁ ἅγιος Γέροντας κάθε φορά στή Θεία Λειτουργία. Μπορεῖ νά μήν εἶχε τίς θεωρητικές ἱστορικές γνώσεις γιά τό πῶς ἐξελίχτηκε στούς αἰῶνες τό Μυστήριο αὐτό: ἀπό τήν ἀρχική ἁπλότητά του στή μετέπειτα μεγαλοπρέπειά του, ὅμως τό ζοῦσε μέ τρόπο ἑνιαῖο. ῎Εβλεπε δηλαδή ὅτι τό κάθε μέρος τῆς Λειτουργίας δέν ἀποτελεῖ κάτι τό αὐτονομημένο, ἀλλά τό συμπλήρωμα ἑνός ὅλου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῞Οπως τό ἐπισημαίνουν καί οἱ εἰδικοί λειτουργιολόγοι: ῾῾Η ὄλη μυσταγωγία εἶναι σάν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα διηγήσεως, ὥστε τό καθένα ἀπό τά τελούμενα ἤ λεγόμενα νά φέρει κάποιο συμπλήρωμα στό σύνολο. ῾Η μέν θυσία τονίζει, διακηρύσσει τόν θάνατο καί τήν ἀνάσταση καί τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου...τά δέ πρίν ἀπό τή θυσία διακηρύσσουν τά πρίν ἀπό τόν θάνατο, τήν ἔλευσή Του, τή δμόσια ἐμφάνιση, τήν τέλεια φανέρωση᾽ (Ἰ. Κογκούλης). Γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἐξόχως σημαντικό τό γεγονός ὅτι ὁ ὅσιος ᾽Ιάκωβος εἶδε καί ἔπιασε τό αἷμα τοῦ Κυρίου στό τέλος τῆς προσκομιδῆς, ἐκεῖ πού ἑτοιμάζουμε τήν προσφορά γιά νά τελεστεῖ τό μυστήριο,  καί ὄχι τήν ὥρα τῆς μεταβολῆς τῶν τιμίων Δώρων. Μέ ἄλλα λόγια αὐτό τό θαυμαστό πού συνέβη στον ἅγιο τόν Νοέμβριο τοῦ 1975, ὅπως εἴπαμε, δείχνει ὅτι πρέπει κανείς νά βλέπει τό μυστήριο κατά ἑνιαῖο τρόπο, χωρίς νά προβληματίζεται μέ σχολαστικό τρόπο γιά τήν ἀκριβή ὥρα τῆς μεταβολῆς. Γνωρίζουμε βέβαια ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ἀλλά πρέπει ἀπό κεῖ καί πέρα νά ῾ἀφήνουμε᾽ τόν Θεό νά δρᾶ μέ τόν τρόπο πού ᾽Εκεῖνος κρίνει καί στόν χρόνο πού θέλει. ῾Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς.

Θυμίζει αὐτό πού λέμε ἕνα περιστατικό ἀπό τό ῾Λειμωνάριον᾽ τοῦ ᾽Ιωάννη Μόσχου, ἑνός ἁγιασμένου μοναχοῦ τοῦ 6ου μ. Χ. αἰώνα, κατά τό ὁποῖο ῾σ᾽ ἕνα κοινόβιο τοῦ Χοζεβᾶ κάποιος ἀδελφός εἶχε μάθει τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς. Μιά φορά λοιπόν τόν ἔστειλαν νά φέρει πρόσφορα καί καθώς ἐρχόταν στό μοναστήρι εἶπε τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, σά νά ἀπήγγειλε στίχους ἀπό τό ψαλτήρι. Τίς προσφορές πού ἔφερε λοιπόν τίς ἔβαλαν στό δίσκο στό ἅγιο θυσιαστήριο οἱ διάκονοι. Καί καθώς λειτουργοῦσε ὁ ἀββάς ᾽Ιωάννης ὁ Χοζεβίτης, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε προσβύτερος, γιατί ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, δέν εἶδε, ὡς συνήθως, τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Κι ἐπειδή λυπήθηκε, μήπως ἄραγε ἁμάρτησε ὁ ἴδιος καί γι᾽αὐτό ἔφυγε τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο, μπῆκε στό διακονικό κλαίγοντας καί πέφτοντας καταπρόσωπο. Τότε τοῦ ἐμφανίζεται ὁ ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ λέει: ῾᾽Από τότε πού ὁ ἀδελφός ὁ ὁποῖος κουβαλᾶ τίς προσφορές εἶπε στόν δρόμο τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, ἁγιάστηκαν καί εἶναι τέλειες᾽. Κι ἀπό τότε ὁ γέροντας ἀπαγόρεψε νά μάθει κανείς τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς, ἄν δέν ἔχει χειροτονία, καί νά τήν λέει κανείς στήν τύχη, σέ ὁποιαδήποτε ὥρα, μακριά ἀπό καθαγιασμένο τόπο᾽.

(στ) ῾Η κατανόηση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς τῆς ἐν ἀγάπῃ προσφερομένης στούς πιστούς ζωῆς τοῦ Κυρίου, προκειμένου νά γίνει καί δική μας ζωή, μᾶς ὁδηγεῖ βεβαίως στήν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου, ἔτσι ὅπως μᾶς καθοδηγεῖ μάλιστα καί ὁ λειτουργικός ὅσιος ᾽Ιάκωβος, μᾶς ἀνοίγει δηλαδή τά μάτια γιά νά βλέπουμε κι ἐμεῖς ὅσα συγκλονιστικά διαδραματίζονται, εἶναι αὐτονόητο ὅμως  ὅτι ἀκριβῶς ἐξαιτίας του μᾶς προβληματίζει ὑπερβαλλόντως καί στό πῶς πρέπει νά προσερχόμαστε σ᾽ αὐτό. ῎Αν στή Θεία Λειτουργία βρισκόμαστε μπροστά στόν Θεό μας, μπροστά στούς ἁγίους ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, μπροστά στούς ἁγίους μας, τότε καί ἡ προετοιμασία μας γιά τή συμμετοχή μας στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου πρέπει νά εἶναι ἡ κατάλληλη. ῾᾽Εν ταῖς λαμπρότησιν τῶν ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος;᾽ ψιθυρίζει ἔνδακρυς ὁ μυημένος πιστός. Καί πρέπει νά τονίζουμε κι αὐτή τή διάσταση ἀπό τό παράδειγμα τοῦ ὁσίου γέροντα, γιατί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀρκετοί οἱ ὁποῖοι σπεύδουν ἀπροϋπόθετα μερικές φορές νά μετάσχουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, χωρίς νά ἔχουν ῾ἔνδυμα γάμου᾽. ῾Ο ἄγιος γέρων βεβαίως ὅπου ἔβλεπε γνήσια μετάνοια, ἔστω κι ἄν ὑπῆρχε πλῆθος ἁμαρτιῶν, ἦταν ἄκρως συγκαταβατικός καί προέτρεπε γιά θεία Κοινωνία. ῞Οπου ὅμως ἔβλεπε ἀμετανοησία ἐκεῖ ἔθετε προσκόμματα, γιά τό καλό βεβαίως τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἔβλεπε τήν ἀμετανοησία μέ τά διανοιγμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια του. Εἴπαμε καί κάπου παραπάνω ὅτι παρατηροῦσε τούς ἀνθρώπους καί διέβλεπε τήν κατάστασή τους. ῎Αλλους, τούς μετανοημένους, τούς ἔβλεπε λευκούς καί φωτεινούς, ἄλλους, τούς ἀμετανοήτους, τούς ἔβλεπε μέσα σέ σύννεφο μαῦρο. Κι εἶναι ὁ ἁγιασμένος γέρων πού μᾶς δείχνει κι ἐδῶ τό πῶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μένει ἀνενέργητη στόν ἀκατάλληλα προσερχόμενο στή Θεία Εὐχαριστία, μᾶλλον δέν παίρνει αὐτός τή Θεία Εὐχαριστία, ἔστω κι ἄν τήν ἔχει στό στόμα του.

῾῞Ενας δημοσιογράφος – σημειώνει καί πάλι ὁ βιογράφος του καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου – πῆγε νά κοινωνήσει χωρίς νά πρέπει: - Τήν ὥρα πού πῆγα νά τόν κοινωνήσω δίστασα...ἅγιέ μου Δαβίδ...καί περνᾶ ἀπό τήν ἁγία λαβίδα μιά χρυσή λάμψη πάνω ἀπό τό κεφάλι μου καί πάει στήν ῾Αγία Τράπεζα...῾Η λάμψη αὐτή, τήν ὁποία εἶδε, ἔλεγε, μοναχός, ἀρετῆς ἄνθρωπος, σήμαινε ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα δέν ἄφησε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου νά πάει σέ ἀκάθαρτον ἄνθρωπο. Τό πρόσωπο τοῦ ὁποίου μάλιστα ἔδειχνε μέ μιά μαυρίλα, ὅτι κάποια σχέση εἶχε μέ μάγια, καθώς ἐξηγοῦσε ὁ π. ᾽Ιάκωβος᾽.

Στό μυαλό μας ἔρχεται αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ῾δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω᾽. Διαφορετικά, χωρίς δηλαδή ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ ἐν μετανοίᾳ ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία μπορεῖ νά ἀποβεῖ καταστροφική γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, ἴσως δέ καί σωματικῆς. Καί δέν φταίει ὁ Θεός βεβαίως γι᾽ αὐτό. ῾Ο ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δεχόμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ χωρίς νά ἔχει καταστήσει κατάλληλο γι᾽ αὐτήν τόν ἑαυτό του ἀρχίζει νά τή ζεῖ ὡς ὀργή καί τιμωρία. Τά δικά του πάθη τήν μεταβάλλουν μέ τόν τρόπο αὐτό. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ἀποκαλυπτικά ὅτι ὁρισμένοι πού ἀρρώστησαν καί ἔφυγαν ἀπό τή ζωή αὐτή τό ἔπαθαν, γιατί κοινωνοῦσαν ἀναξίως, δηλαδή καί πάλι λέμε, ἀμετανόητα καί χωρίς ἐπίγνωση.

(ζ) ῎Αν ὁ ὅσιος ᾽Ιάκωβος μιλοῦσε γιά τήν ἀνάγκη τῆς μετανοίας ὡς προϋπόθεσης τῆς συμμετοχῆς στή Θεία Λειτουργία ἦταν γιατί ὁ ἴδιος ἦταν ἄνθρωπος τῆς μετανοίας. Διαρκῶς ζοῦσε μέ τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἔχοντας πλήρη συναίσθηση ὅτι ῾βρωμίζει καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέει᾽. ῎Ελεγε ὁ ἴδιος: ῾Ξέρετε τί λέω, ὅταν βλέπω κι ἔρχονται καί γονατίζουνε μπροστά μου γιά ἐξομολόγηση: Ποιός εἶσαι σύ, βρέ ἀγράμματε καί ἄσημε ᾽Ιάκωβε κι ἔρχονται καί γονατίζουνε μπροστά σου τόσα ἐπίσημα πρόσωπα, καθηγηταί Πανεπιστημίου, ἀρεοπαγῖται, πρόεδροι ᾽Εφετῶν;᾽ ῾Σέ κληρικούς, πνευματικά του τέκνα, ἡ αὐτοκατάκριση προχωροῦσε περισσότερο κι ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του: - ῎Αχ, βρωμοϊάκωβε, μουρλόπραμα εἶσαι κι ὁ κόσμος νομίζει ὅτι κάτι εἶσαι...
       ᾽Εκεῖ ὅμως πού ἀποκορυφωνόταν ἡ μετάνοιά του ἦταν ὅταν ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖτο τίς ἁμαρτίες του. Διότι βεβαίως ἐκεῖ καταλήγει ἡ μετάνοια: στήν ἐξομολόγηση ἐνώπιον πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος θά βεβαιώσει τή γνησιότητα ἤ ὄχι τῆς μετανοίας τοῦ ἐξομολογουμένου. ῾Πάντα ἡ ἐξομολόγηση τοῦ π. ᾽Ιακώβου – λέει ὁ καθηγητής βιογράφος του – γινόταν ἐμπειρία συγκλονιστική γιά τόν πνευματικό πού τή δεχόταν. Ζήτησε κάποια φορά, τό 1983 αὐτό, νά ἐξομολογηθεῖ. ῾Ο ἱερέας, πνευματικό του τέκνο, ἀρνήθηκε. Καταλήφθηκε ἀπό φόβο, νά ἐξομολογήσει τόν γέροντά του, ἕνα ὅσιο ἀσκητή πού αὐτός ἐξομολογεῖ χιλιάδες ἀνθρώπους καί συμβουλεύει ἀσκητές μεγάλης ἀρετῆς!᾽ Τελικῶς μέ τήν πίεση τοῦ γέροντα κάμφθηκε. ῾Γονατίσανε καί οἱ δύο μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ ὁσίου Δαβίδ, στό τέμπλο. Καί ἄρχισε τό ξεχείλισμα τῆς ταπεινοφροσύνης πού κλόνιζε κάστρα καί τόν κόσμο ὁλόκληρο. Πλημμύρισε ὁ ναός ἀπό τήν ἀνοιχτή καρδιά καί τόν ἀνοιχτό νοῦ τοῦ ὁσίου ἀσκητῆ, πού ὅμως ἤτανε ὁ ἡγούμενος μ᾽ εὐθύνες, ἤτανε καί πνευματικός ὁδηγός χιλιάδων πιστῶν, λαϊκῶν, μοναχῶν, ἱερέων, ἐπισκόπων καί πατριαρχῶν. ῞Ολα τ᾽ ἀπέθεσε ὁ ἀσκητής, χωρίς ἀναστολές, χωρίς κρατούμενα. Καί τ᾽ ἀπέθετε συνειδητά στόν Κύριο πρῶτα, στόν ὅσιο Δαβίδ ἔπειτα καί στόν ἱερέα τελευταῖα. ᾽Εξομολογιόταν καί ἤτανε σά νά ἔκανε διάλογο μέ τόν ὅσιο Δαβίδ, ἔχοντας μάρτυρα τόν ἱερέα...- Βλέπεις, ἅγιε Γέροντα Δαβίδ, τά λέω μπροστά στόν καλό μας ἱερέα, κατέληξε. ῾Ο ῾καλός μας ἱερέας᾽ δέν εἶχε καί δέν τόλμησε νά πεῖ κάτι στόν ἐξομολογηθέντα ὅσιο. Τότε ἐκεῖνος ἔπεσε πρηνής, ὁλόσωμα, ἔβαλε τό μέτωπο κυριολεκτικά στά ὑποδήματα τοῦ ἱερέα καί περίμενε τή συγχωρητική Εὐχή᾽.

Στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου ᾽Ιακώβου βλέπουμε τόν ἄνθρωπο πού ἔχει ἐπίγνωση τοῦ νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ, νά εἶναι χρισμένος μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, νά κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.  Στό πρόσωπό του μέ ἄλλα λόγια βλέπουμε τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπο. Καί δέν εἴμαστε βεβαίως ἐμεῖς μέ τίς ἀσθενικές πνευματικές μας δυνάμεις πού κάνουμε αὐτήν τήν ἐκτίμηση, μολονότι ὁ Θεός δέν ἀφήνει ἀμάρτυρο τούς ἁγίους Του στό πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔστω καί τούς πιό ἁπλοϊκούς πιστούς. Τό ἀντίθετο ἴσως. Πάντως ἡ ἐκτίμηση γιά τό ὕψος τῆς ἁγιότητός του ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλον, ἐξίσου μεγάλο ἅγιο, τον ὅσιο Πορφύριο. ῾῾Ημέρες μετά τήν κοίμηση τοῦ π. ᾽Ιακώβου ὁ μακαριστός π. Πορφύριος εἶπε: - Αὐτός (=ὁ π. ᾽Ιάκωβος) εἶχε μέγα προορατικό χάρισμα, τό ὁποῖο ἔκρυβε ἐπιμελῶς γά νά μή δοξάζεται. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἁγίους τοῦ αἰώνα μας᾽.

῾Η παρακαταθήκη του σ᾽ ἐμᾶς εἶναι παρακαταθήκη ὅλων τῶν ἁγίων: τό ἀκολουθεῖν τῷ Κυρίῳ. Δηλαδή νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό καί νά φανερώνουμε τήν ἀγάπη μας αὐτή μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό χρειαζόμαστε τήν ἀδιάκοπη ἐνίσχυσή Του, ἐφόσον βεβαίως εἴμαστε μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του, τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί ἡ ἐνίσχυση αὐτή περνᾶ πρωτίστως μέσα ἀπό τή συμμετοχή μας στή Θεία Λειτουργία. ῾Ο λειτουργικός ἅγιος ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης ἔζησε αὐτή τή θεία Λειτουργία μέ ὅλη τήν ἔνταση καί τή δύναμη τῆς ὕπαρξής του. Γιατί κατάλαβε ὅτι θεία Λειτουργία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι στό δικό μας χέρι νά μυρίσουμε καί ἐμεῖς λίγο περισσότερο λιβάνι. ῾Ο μόνος ἄλλωστε πού φοβᾶται τό λιβάνι εἶναι ὁ διάβολος καί οἱ ἀκόλουθοί του.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;

Διατεινόμαστε πολλοί ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ - ἡ ζωή μας τό ἐπιβεβαιώνει: πιστεύουμε στόν Χριστό, ἐκκλησιαζόμαστε καί κοινωνοῦμε ἴσως, κάνουμε τήν προσευχή μας ὅταν μποροῦμε, δίνουμε κάποιες ἐλεημοσύνες. Θεωροῦμε μᾶλλον ὅτι εἴμαστε στήν «πλευρά» τοῦ Θεοῦ, ὁπότε καί Ἐκεῖνος μᾶς ὀφείλει τή σωτηρία μας, ὅταν μάλιστα ἔρχονται στιγμές πού Τόν «ὑπερασπιζόμαστε» ἀπέναντι στούς «κακούς» πού Τόν μάχονται. Μά ἔρχεται ὁ «ἐπικίνδυνος» λόγος τοῦ Θεοῦ, «ὁ τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν δίστομον μάχαιραν» πού πάει νά «καταρρίψει» τήν εἰκόνα πού ἔχουμε στό μυαλό μας γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας! «Είσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Δέν μπορεῖς νά ἐπιθυμεῖς τά πλούτη καί τόν θησαυρισμό σου στή ζωή αὐτή. Μόλις πᾶς νά τά ἐπιθυμήσεις ἔχεις ἀνοίξει τή θύρα γιά νά πέσεις σέ πειρασμό, σέ παγίδα πού σοῦ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Πονηρός διάβολος, σέ καταστάσεις πού θά σέ βυθίσουν στήν καταστροφή καί τό χαμό σου! Τό νά ἐπιθυμεῖς τά πλούτη σημαίνει ὅτι ξέφυγες ἀπό τόν ὀρθό δρόμο, τόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ, καί κινεῖσαι πιά στόν σκοτεινό δρόμο τῆς πλάνης. Δέν εἶσαι πιά κἄν πιστός καί αὐτοβασανίζεσαι πληγώνοντας τόν ἑαυτό σου. Κι αὐτό γιατί; Διότι ἀγάπησες τά χρήματα! Κι αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν πού ὑπάρχουν, ἡ πύλη τῆς κόλασης!» (ελεύθερη απόδοση λόγων Απ. Παύλου: Α΄ Τιμ. 6, 9-11).

Θέλει προσοχή! Δέν ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος σ’ αὐτούς πού ἤδη ἔχουν τά πλούτη – αὐτοί βρίσκονται στήν πιό ἐπικίνδυνη θέση, τήν πιό δύσκολη! Γιατί εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἄν θέλουν νά ἔχουν σχέση μέ τόν Θεό, νά κάνουν ὀρθή χρήση τοῦ πλούτου τους: νά βρίσκονται σέ ἐκείνη τήν ἑτοιμότητα ἀληθινῆς ἀγάπης ὥστε πρώτιστα νά καλύπτουν τίς ἀνάγκες τῶν ἄλλων συνανθρώπων τους πού ὑστεροῦν καί εἶναι πτωχοί καί ὕστερα καί τίς δικές τους πού πρέπει νά εἶναι λιτές καί περιορισμένες˙ «ἔχοντας τροφή καί σκεπάσματα ἄς ἀρκεστοῦμε σ’ αὐτά» (ἀπ. Παῦλος). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔκανε τήν ἀποτίμηση: «πόσο δύσκολα αὐτοί πού ἔχουν τά χρήματα θά εἰσέλθουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πιό εὔκολα θά περάσει ἕνα καραβόσχοινο ἀπό τήν τρύπα μίας βελόνας παρά ἕνας πλούσιος στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ!»

Λοιπόν, δέν μιλάει ἐδῶ ὁ θεόπνευστος Παῦλος γιά τούς ἤδη πλουσίους. Κάνει λόγο γιά ὅσους εἶναι πτωχοί καί ἐπιθυμοῦν νά πλουτίσουν, «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν». Καί κρούει τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου, «ἀκτινογραφώντας» τήν πνευματική τους κατάσταση. Πρόκειται γιά ἀνθρώπους πού ἡ ροπή τους αὐτή – καί τή ροπή αὐτή τήν ἔχουμε ὅλοι μας ὡς καρπό τῆς ἐνοικούσης ἐν ἡμῖν ἁμαρτίας - ἄν δέν προσεχτεῖ καί δέν ἐλεγχτεῖ θά ὁδηγήσει, ὅπως ἀναφέρει, στήν ὑποταγή μόνον στόν Πονηρό καί τά πάθη τους καί θά διαγράψει τόν Χριστό ἀπό τή ζωή τους. Τό ἔχει ἀποκαλύψει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί τό ἐπιβεβαιώνει δυστυχῶς ἡ διαχρονική πραγματικότητα: «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμωνᾷ».

Ὁ πειρασμός ὄντως εἶναι μεγάλος. Γιατί σέ κάθε ἐποχή τό χρῆμα εἶναι ἡ ἄμεση καί «χειροπιαστή» θεότητα – μέ τό χρῆμα ἀνοίγονται ὅλες οἱ θύρες, ἀκόμη κι ἐκεῖνες πού θεωροῦνται «ἑπτάκλειστες». Ὁ πλούσιος θεωρεῖται ὁ κυρίαρχος τοῦ κόσμου, ὁ πλοῦτος συνυπάρχει μέ τήν ἐξουσία, ὁ πλοῦτος σέ κάνει νά νιώθεις κι ἐσύ λίγο ἤ πολύ… θεός! Μά εἶναι ἡ μεγαλύτερη πλάνη καί ἡ ἀπόδειξη, μέ τήν ἐγωιστική χρήση του, τῆς ἴδιας τῆς ἀπιστίας. Πρόκειται γιά τήν ἀφροσύνη, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός στή γνωστή παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου, δηλαδή πρόκειται γιά μία τελικῶς τρέλα πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά μήν εἶναι ὁ ἑαυτός του καί νά κινεῖται σέ μία «φαντασιακή» πραγματικότητα. Γιατί ἡ ὄντως πραγματικότητα ἔρχεται ἀμείλικτη ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί σοῦ λέει: «Ἀνόητε καί τρελέ, αὐτήν τή νύχτα θά πεθάνεις! Κι ὅλα αὐτά πού ἔχεις τί θά γίνουν; Σοῦ ζητᾶνε οἱ δαίμονες τήν ψυχή σου!»

Γιά τόν πιστό ἡ πορεία εἶναι μονόδρομος: Δέν πρέπει νά ἀφεθεῖ σέ τέτοιον πειρασμό. «Σύ ἀνθρωπε τοῦ Θεοῦ ἀπόφευγε ὅλα αὐτά!» Καί τί πρέπει νά κάνει; Νά στρέφεται ἀδιάκοπα πρός τόν Θεό, ἐκζητώντας μέ βιασμό τῆς καρδιᾶς καί τῆς ψυχῆς του τήν ἐφαρμογή τοῦ ἁγίου θελήματός Του. Ὅσο εἴμαστε μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου στό «κυνηγητό», πού θά πεῖ στήν ἀγάπη, τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τήν πίστη καί τό ἄνοιγμα πρός τόν συνάνθρωπο, τόσο θά βλέπουμε ὅτι θά ἀνατέλλει καί ἡ συνοδευτική τῶν πάντων ἀγαθῶν ἀρετή, ἡ ἐγκράτεια. Γιατί ἡ ἐγκράτεια συνιστᾶ γενική ἀρχή πού ἀγκαλιάζει πρῶτα τήν ψυχή καί ἔπειτα τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Καί φανερώνει τήν ἐνυπάρχουσα καί ἐνεργοποιημένη ἀπό τήν καλή μας διάθεση χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Ὁ γάρ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν… ἐγκράτεια».

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2023

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΘΥΡΣΟΣ, ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

«Οι άγιοι αυτοί έζησαν επί της βασιλείας του Δεκίου, όταν ηγεμόνας ήταν ο Κουμβρίκιος, ο οποίος κίνησε διωγμό κατά των Χριστιανών στα μέρη της Νικομηδείας και της Νίκαιας και της Καισαρείας της Βιθυνίας. Ο άγιος Λεύκιος από μόνος του προσήλθε στον ηγεμόνα, ομολογώντας την πίστη του στον Χριστό και διακωμωδώντας τη ματαιότητα των ειδώλων. Κρεμάστηκε λοιπόν με την προσταγή του ηγεμόνα, καταξέστηκαν οι σάρκες του με φοβερό τρόπο, κι επειδή επέμενε με σταθερότητα στην ευσεβή πίστη των Χριστιανών, του κόψανε το κεφάλι. Έπειτα, καθώς πορεύτηκε ο ηγεμόνας  στον Ελλήσποντο, ο μέγας αθλητής Θύρσος τον συνάντησε, ανακηρύσσοντας με παρρησία ότι ο Χριστός είναι Θεός και ελέγχοντας τον τύραννο ότι απονέμει σεβασμό κατά παράλογο τρόπο σ’ αυτούς που δεν είναι θεοί. Γι’  αυτό γρονθοκοπείται, του σπάνε τα πλευρά, του δένουν και του συντρίβουν τα χέρια και τα πόδια, του τρυπάνε τα βλέφαρα των οφθαλμών και τους ίδιους του οφθαλμούς, του σπάνε με χάλκινους στρόβιλους τα πόδια και του χύνουν καυτό μολύβι στην πλάτη. Το μολύβι που χύθηκε μάλλον έβλαψε τους υπηρέτες παρά τον άγιο. Επειδή με τη χάρη του Χριστού διαφυλάχτηκε αβλαβής από όλα τα φοβερά που του έκαναν, τον έδεσαν με σιδερένια δεσμά. Καταστρέφει όμως με την προσευχή του όλα τα σεβάσματα των ειδώλων. Έπειτα τον έβαλαν  με το κεφάλι κάτω μέσα σε κάποιο αγγείο γεμάτο νερό, το οποίο όμως έσπασε αμέσως. Τον έριξαν στη συνέχεια από ένα ψηλό τοίχο, ενώ είχαν βάλει στο μέρος που θα έπεφτε, μυτερά καρφιά και σίδερα, αλλά και από αυτά με τη δύναμη του Χριστού διαφυλάχτηκε πάλι αβλαβής.

Αργότερα, αφού έφυγαν από τη ζωή αυτή με άσχημο τρόπο ο Κουμβρίκιος και ο Σιλβανός, ήλθε στην ηγεμονία ο Βάβδος. Αυτός βλέποντας τον άγιο να μένει σταθερός ακόμη στην πίστη του Χριστού, τον έβαλε μέσα σε σάκο και τον έριξε στη θάλασσα.  Έσπασε όμως ο σάκος με τη δύναμη αγγέλου και οδηγήθηκε ο άγιος στην ξηρά. Έπειτα τον κτύπησαν με σφοδρότητα, αλλά αυτός και πάλι με την προσευχή του έριξε κάτω τα ξόανα, ενώ όταν τον έβαλαν για να φαγωθεί από άγρια θηρία, αυτά δεν του έκαναν τίποτε. Και πάλι τον κτύπησαν τόσο πολύ, ώστε να κομματιαστούν οι σάρκες του και να πέφτουν στη γη. Τότε τράβηξε  στην πίστη του Χριστού και τον άγιο Καλλίνικο, που ήταν ιερέας των ειδώλων, γιατί σκέφτηκε αυτός ότι μεγαλύτερος από όλους είναι εκείνος ο Θεός, που με την επίκλησή Του πέφτουν τα είδωλα. Φτάνοντας ο άγιος Θύρσος στην Απολλωνία, τράνταξε τους ναούς των ματαίων θεών με την προσευχή και τα έριξε στη γη. Το ίδιο θαυματούργησε  και ο άγιος Καλλίνικος, ο οποίος αφού έριξε το είδωλο, δέχτηκε το τέλος του με ξίφος. Ο δε άγιος Θύρσος, αφού τον έβαλαν μέσα σε κιβώτιο, ώστε να τον κομματιάσουν με πριόνι, κι επειδή οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μετακινήσουν το πριόνι, ο άγιος παρέμεινε και πάλι αβλαβής. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, ενώ ακούστηκε από τον ουρανό εκείνη την ώρα φωνή σ’ αυτόν, που του φανέρωνε τα αγαθά που του έχουν ετοιμαστεί. Τελείται δε η σύναξη των αγίων στο Μαρτυρείο τους, που είναι κοντά στους Ελενιανούς».

Η αγία Εκκλησία μας σήμερα, επί τη μνήμη των αγίων αυτών μαρτύρων, μας προσφέρει ένα μπουκέτο από λουλούδια ευωδιαστά, που ευωδιάζουν τη χάρη του αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για την ευωδία που λέει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή οι πιστοί στον Χριστό αποτελούν οσμή ζωής, την οποία όμως μπορούν να οσφρανθούν μόνον οι επίσης πιστοί, ενώ  η ίδια αυτή ευωδία λειτουργεί ως οσμή θανάτου για εκείνους που έχουν αποστρέψει το πρόσωπό τους από τον Θεό, λόγω της μεταποίησης που προκαλεί στις πνευματικές αισθήσεις τους  η «χαλασμένη» διάνοιά τους. Με απλά λόγια, η αγιότητα  άλλους, τους πιστούς, τους ωθεί σε δοξολογία του Θεού, ενώ άλλους, τους απίστους και μη καλοπροαιρέτους ανθρώπους, τους ωθεί σε βλασφημία και δυσανασχέτηση. Την αλήθεια αυτή προβάλλει απαρχής σχεδόν η ακολουθία των σημερινών αγίων μας. «Οι ένδοξοι άγιοι άνθησαν σαν ωραιότατα άνθη μέσα στον κήπο των μαρτύρων, στέλνοντας τη θεϊκή ευωδία του αγίου Πνεύματος, και ευωδιάζοντας τις διάνοιες αυτών που τους τιμούν κάθε χρόνο με πίστη».

Ποια είναι η ωραιότερη ευωδία που μας έρχεται από την αγία ζωή των μαρτύρων; Ασφαλώς εκείνη που φανερώνει και το «μυστικό» τους, να μπορούν δηλαδή να αντέχουν τα βάσανα και όλες τις θλίψεις τους με τρόπο που κυριολεκτικά μας καταπλήσσει: ο πόθος της θεϊκής ομορφιάς, τέτοιος που όλα τα τερπνά και ωραία του βίου αυτού τα θεώρησαν ως ένα τίποτε. «Ποθώντας το θεϊκό κάλλος, όλα τα τερπνά της ζωής αυτής τα θεωρήσατε σαν ένα μηδενικό, αθλοφόροι του Χριστού». Κι είναι εύλογο: ποιος λογικός άνθρωπος, έχων σώας τας φρένας του, καθώς λέμε, μπορεί να θέσει σε ίση μοίρα αυτά που προσφέρει ο κόσμος αυτός με αυτά που προσφέρει ο ίδιος ο Δημιουργός; Όταν μάλιστα γνωρίζει ότι οι ομορφιές του κόσμου υφίστανται ως δωρεές του Θεού, προκειμένου μέσω αυτών να αναχθούμε σ’  Εκείνον; Αν υπάρχει τόση ωραιότητα στον κόσμο, ας φανταστούμε την απείρως μεγαλύτερη ωραιότητα Εκείνου που την δημιούργησε. Κι ακόμη: όλα τα τερπνά του βίου αυτού είναι φθαρτά και παρερχόμενα, οι προσφορές όμως του Κυρίου είναι αιώνιες και αθάνατες. Αν λοιπόν αυτονομηθούν τα τερπνά του βίου, χωρίς αναφορά στον Δημιουργό, ποιο το νόημά τους; Και βεβαίως  ο πόθος αυτός των σημερινών αγίων για τον Χριστό, που αποτελεί κοινό τόπο σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας, στοιχεί στο επίπεδο ζωής του αποστόλου Παύλου, ο οποίος πρώτος εξ όλων διακήρυσσε: «Ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω». Όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό.

Ο άγιος υμνογράφος, ο Θεοφάνης, επισημαίνει όμως και κάτι ακόμη, που πράγματι και αυτό έρχεται ως ευωδία αγιασμού. «Χαρακώνοντας το σώμα σου – λέει - με φοβερό τρόπο οι προστάτες του σκοταδιού, Θύρσε, δεν μάραναν  τον τοκετό του λογισμού σου, ο οποίος ενισχυόταν δυνατά με αγάπη, από τη θεϊκή στοργή». Η αλήθεια που προβάλλει εν προκειμένω ο άγιος Θεοφάνης είναι πράγματι εξόχως σημαντική: ο πιστός χριστιανός πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε μία κατάσταση τοκετού των λογισμών του, δηλαδή να γεννά, να προεκτείνει την αγάπη του Θεού που (πρέπει να) διακατέχει την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ο λογισμός μας, αν είμαστε, χριστιανοί, πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Οι λογισμοί μας πρέπει να είναι αδιάκοπα σε κατάσταση «εγκυμοσύνης» του καρπού του αγίου Πνεύματος. Να μη γινόμαστε στείροι και άκαρποι. Πρόκειται για  διαφορετική διατύπωση της εικόνας που απεκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος, ότι Εκείνος είναι το αμπέλι και ο Θεός Πατέρας ο γεωργός. «Και παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη». Κάθε κλήμα, κάθε χριστιανός δηλαδή, που δεν μένει ενωμένο με το αμπέλι που είναι ο Χριστός, ο Θεός Πατέρας το κόβει και το πετά. Ενώ κάθε κλήμα που μένει ενωμένο με το αμπέλι, το καθαρίζει, ώστε να φέρει περισσότερο καρπό. Είναι μία εικόνα, που τον Χριστιανό δεν τον αφήνει σε ησυχία. Καλούμαστε να βρισκόμαστε πάντοτε σε αέναη πορεία αυξήσεως και καρποφορίας. Δεν το κάνουνε; Δεν γεννάμε αυτό που μας προσφέρει ο Χριστός; Δυστυχώς, αυτό που μας περιμένει είναι το σάπισμα και το πέταμα.

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2023

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ, ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ, ΕΥΓΕΝΙΟΣ, ΜΑΡΔΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΡΕΣΤΗΣ

 

«Οι πέντε αυτοί μάρτυρες ήταν Καππαδόκες κατά το γένος, στα χρόνια του Διοκλητιανού, που σέβονταν από τους προγόνους τους τον Χριστό κατά τρόπο όμως κρυφό. Ομολόγησαν με παρρησία κάποια στιγμή την πίστη τους, γι’ αυτό και υποβλήθηκαν σε πολυειδή βασανιστήρια από τον ηγεμόνα Λυσία. Και οι μεν τρεις πέθαναν στα βασανιστήρια, ο δε Ευστράτιος και ο Ορέστης επέζησαν και στάλθηκαν στη Σεβάστεια, στον διοικητή όλης της Ανατολής, τον Αγρικόλαο, ο οποίος διέταξε να ριχτούν στην πυρά, το 296, οπότε και τελειώθηκαν. Ήταν δε ο Ευστράτιος άνδρας λόγιος και κάτοχος της ρητορικής τέχνης, πρώτος από τους αξιωματικούς του Λυσία και με το αξίωμα του χαρτοφύλακα στην επαρχία του, αξίωμα που στα λατινικά λέγεται σκρινιάριος. Στο όνομα του αγίου Ευστρατίου επιγράφεται  η ευχή που λέγεται στο μεσονυκτικό του Σαββάτου «Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε…», όπως στον άγιο Μαρδάριο αποδίδεται η ευχή που λέγεται στην Γ΄ ώρα και αλλού «Δέσποτα Θεέ, πάτερ παντοκράτορ…».

«Η πεντάχορδος λύρα και πεντάφωτος λυχνία», κατά την υμνογράφο αγία Κασσιανή, οι πέντε δηλαδή μάρτυρες που εορτάζουμε σήμερα: ο Ευστράτιος, ο Αυξέντιος, ο Ευγένιος, ο Μαρδάριος και ο Ορέστης, χαρακτηρίζονται από τη θερμή αγάπη τους προς τον Κύριο. Η αγάπη τους αυτή, η τέλεια και απολύτως σταθερή, ήταν εκείνη που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη, προκειμένου να αντέξουν τα πάμπολλα είδη μαρτυρίων που υπέστησαν, χωρίς να καμφθούν καθόλου. Κι αυτήν την αγάπη τους την έδειξαν, κατά τον υμνογράφο τους, όχι μόνο στην πράξη, με τα μαρτύριά τους δηλαδή, αλλά και με τον λόγο τους - με την ομολογία της πίστεώς τους και τη μαρτυρία ότι ο Χριστός είναι γι’ αυτούς ό,τι μπορεί να έχει αξία σ’ αυτήν τη ζωή. «Οι άγιοι επέδειξαν την προς Εσένα, Κύριε, τέλεια και σταθερή αγάπη, με τα λόγια και με τα παθήματα και τις πολύτροπες στερήσεις της ζωής». Και: «Ο Χριστός είναι για μένα τα πάντα, φώναζε δυνατά ο Μαρδάριος: και πατρίδα και αξία και όνομα. Διότι από σένα έμαθε τούτο, Ευστράτιε».

Είναι συγκινητική η ομολογία αυτή του αγίου Μαρδαρίου, αλλά και των υπολοίπων μαρτύρων, γιατί μας αποκαλύπτει πως για τους αγίους ο Χριστός δεν είναι κάτι στη ζωή τους, έστω και πολύ σημαντικό, αλλά τα πάντα. Είναι δηλαδή Εκείνος που προσδιορίζει την ύπαρξή τους και όλη την ψυχοσωματική τους οντότητα. Το «Χριστός μοι αντί πάντων» αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που έλεγαν όλοι οι άγιοι μάρτυρες, οι οποίοι σε κάθε ερώτηση του ανακριτή και του δημίου τους απαντούσαν με το «Χριστιανός ειμι», όπως και τη συνεπή συνέχεια της ομολογίας του αποστόλου Παύλου, που διαλαλούσε το «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» και «εμοί το ζην Χριστός». Για τους χριστιανούς επομένως η όποια αξία της ζωής είναι αξία στον βαθμό που σχετίζεται με τον Χριστό, όπως και η αυτοσυνειδησία τους, η ταυτότητά τους εξαρτάται απολύτως και αποκλειστικά από Εκείνον.

Η αγάπη τους προς τον Κύριο, είπαμε, εκφραζόταν και με τον λόγο. Πράγματι, οι υμνογράφοι (διότι είναι περισσότεροι του ενός) της ακολουθίας των αγίων επανέρχονται «πάλιν και πολλάκις» στο εκ Θεού χάρισμα του λόγου τους, κατεξοχήν δε  στη φιλοσοφική και ρητορική δεινότητα του αγίου Ευστρατίου. «Με ρητορικά λόγια ο στρατιώτης του Χριστού κατέπληξε τους άνομους», και «Τον μεταξύ των μαρτύρων μεγάλο Ευστράτιο, που αναδείχτηκε φιλόσοφος με τη θεία σοφία και αποδείχτηκε ρήτορας με το κάλλος των λόγων», θα πει ο άγιος Γερμανός, ένας από τους εγκωμιαστές του αγίου Ευστρατίου. «Ρητόρων ευγλωττότερος» ή «τον ρήτορα Ευστράτιον» θα σημειώσει αλλού άλλος υμνογράφος του. Κι είναι ιδιαιτέρως σημαντική η επιμονή αυτή των υμνογράφων, διότι φανερώνει -  ιδίως για την εποχή μας που είναι εποχή πληθωρισμού λόγων χωρίς αντίκρισμα, συνεπώς μία αργολογία και ματαιολογία -  ότι τότε έχουν σημασία τα λόγια, όταν αφενός αναφέρονται στην ίδια την αλήθεια, που λειτουργεί σαν μαχαίρι απέναντι στο ψεύδος («άρπαξες από τον εχθρό το μαχαίρι των λόγων και με αυτό απέκοψες την αντιλογία του ψεύδους»), αφετέρου επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή που φτάνει μέχρι το μαρτύριο. Ο άγιος Ευστράτιος δηλαδή, όπως και οι άλλοι, χρησιμοποίησαν τον λόγο, για να ομολογήσουν  Χριστό. Και υπομνημάτισαν τον λόγο τους, άρα και την αλήθεια του λόγου αυτού, με τα αθλητικά στίγματά τους. «Με ρητορικά λόγια κατέπληξε τους άνομους, με τα στίγματα στο σώμα του από την άθληση του μαρτυρίου του κατατρόπωσε τις δυνάμεις του εχθρού, ο ένδοξος και δυνατός αθλοφόρος Ευστράτιος».

Έτσι οι άγιοί μας έδειξαν με τη ζωή τους ότι η θεολογία της Εκκλησίας μας κινείται όχι κατά τρόπο αριστοτελικό, δηλαδή με βάση την ανθρώπινη φιλοσοφία, όσο σπουδαία κι αν είναι αυτή, αλλά κατά τρόπο αλιευτικό, δηλαδή με ό,τι κήρυξαν και δίδαξαν οι μάρτυρες του Χριστού, άγιοι απόστολοι. Είναι πολύ ωραία η εμμελής καταγραφή της παραπάνω αλήθειας από την αγία και πάλι Κασσιανή στο δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου: «Οι άγιοι μάρτυρες προτίμησαν τη σοφία των Αποστόλων παραπάνω από την παιδεία των Ελλήνων, γι’ αυτό  άφησαν κατά μέρος τα βιβλία των ρητόρων και ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τα βιβλία των αλιέων. Διότι στα πρώτα υπάρχει ευγλωττία απλών λόγων, ενώ στα θεία λόγια των αγραμμάτων διδάσκονταν τη θεολογία της αγίας Τριάδος». Η ίδια μάλιστα αγία υμνογράφος δίνει μ’ έναν πολύ δυνατό στίχο της το στίγμα των σημερινών αγίων και τη θέση που έχουν στην Εκκλησία. «Χαίροις ο ισάριθμος χορός των φρονίμων Παρθένων» εγκωμιάζει. Νομίζουμε ότι πιο άμεση αποτίμηση της αγιότητάς τους από τον παραλληλισμό αυτό με τις  φρόνιμες παρθένους που εισήλθαν στον νυμφώνα με τον νυμφίο Χριστό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

ΤΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ" ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ (12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

 

«Ὁ Χριστός ἐνήργει ἐν τῷ ἁγίῳ Σπυρίδωνι», ώστε να καταστεί αυτός μέγας θαυματουργός άγιος. Και μπόρεσε να βρει δίοδο μέσα του, λόγω της καθαρής του καρδιάς της γεμάτης από έλεος και ευσπλαγχνία, που σημαίνει ότι εκείνο που θέτει εμπόδιο στην έλευση του Κυρίου μέσα μας είναι αποκλειστικά και μόνον ο εγωισμός μας, δηλαδή η αμαρτία μας. Κι είναι ευνόητο: πώς σε μια καρδιά γεμάτη από το εγώ, το οποίο λειτουργεί πάντοτε με κατακτητικό τρόπο που δεν αφήνει τίποτε άλλο δίπλα του, θα μπορέσει να συνυπάρξει ή να ’βρει λίγο χώρο η χάρη του Θεού; «Εγώ» και «χάρη Θεού» είναι αντιθετικές πραγματικότητες, κατά τον αψευδή λόγο του Κυρίου, «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν».

 Και η Εκκλησία μας έρχεται και μας παίρνει από το χέρι για να μας πάει σε βαθύτερα επίπεδα του εσωτερικού κόσμου του αγίου Σπυρίδωνα. Κυριάρχησε ο Χριστός μέσα στην καρδιά του αγίου εξορίζοντας τον νοσηρό εγωισμό του, έγινε δηλαδή «καταγώγιον θείου Πνεύματος», διότι «ἐγένετο ἔμπλεως ἀποστολικῆς διδασκαλίας» και  έζησε «δι’ ἐναρέτου πολιτείας». Να λοιπόν το «μυστικό» της πνευματικής ζωής του αγαπημένου αυτού αγίου: Στράφηκε με δύναμη ψυχής – ενισχυόμενος προφανώς από τη χάρη του Θεού – στην αληθινή εικόνα του Χριστού που κηρύσσει η αποστολική εκκλησιαστική παράδοση, και αγωνίστηκε, όση αυτώ δύναμις, να τηρήσει τις άγιες εντολές Εκείνου.  Αλήθεια πίστεως της Εκκλησίας και ενάρετη ζωή. Όπου υπάρχει η έφεση στα δύο αυτά, εκεί έχουμε Πνεύμα Θεού, εκεί έχουμε αγιότητα, εκεί λοιπόν κηρύσσεται ορθά ο Θεός και προσφέρονται ιάματα ψυχής και σώματος σε όλους τους ανθρώπους.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΟΔΟΣ;

«Πνευματική πρόοδος υπάρχει εκεί που υπάρχει η αίσθηση ότι όλα είναι χάλια!» (όσιος Παΐσιος Αγιορείτης).

Πιστεύεις ότι προχωράς καλά κι ότι η πνευματική σου ζωή έχει πάρει την… ανιούσα! Γιατί εκκλησιάζεσαι, ίσως και κοινωνάς τακτικά, παρακολουθείς κηρύγματα, διαβάζεις κάποια πνευματικά βιβλία, δίνεις και κάποια ελεημοσύνη… Πώς λοιπόν να μη δέχεσαι λογισμούς ότι έχεις ανέβει επίπεδο; Πράγματι φαίνεσαι «ότι δεν είσαι σαν τους πολλούς των ανθρώπων, δεν είσαι άρπαγας, μοιχός, πόρνος!» Οπότε μπορείς να… «καμαρώσεις» το φαρισαϊκό σου ήθος! Γιατί έφτασες στα μέτρα εκείνου από τη γνωστή παραβολή του Κυρίου, που ο Κύριος τον κατέταξε στη χορεία των αδίκων που δεν μπορούν να δουν πρόσωπο Θεού! Του Φαρισαίου! «Εξήλθε δικαιωμένος ο αμαρτωλός Τελώνης από τον Ναό και όχι ο «άγιος» Φαρισαίος» (ο Κύριος).

Στη χριστιανική μας πίστη τα πράγματα πορεύονται αντίστροφα: προχωράς προς τα εμπρός όταν αρχίζεις να αισθάνεσαι ότι οι άλλοι προηγούνται από εσένα˙ ανεβαίνεις όταν βλέπεις ότι κατεβαίνεις˙ πλουτίζεις από πνευματικά αγαθά όταν διαπιστώνεις τη φτώχεια σου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος πρώτα από όλα μακάρισε ακριβώς αυτόν τον άνθρωπο: όποιον αναγνωρίζει ότι δεν έχει… τίποτε καλό από πλευράς πνευματικής. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών έστιν η βασιλεία των Ουρανών». Δεν εκπλήσσει  ότι ο μέγιστος απόστολος Παύλος εκεί κατατάσσει τον εαυτό του˙ στον «πάτο» της αμαρτίας! «Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει τους αμαρτωλούς, πρώτος των οποίων είμαι εγώ!» Ο αιώνιος λόγος του Θεού εξαγγέλλει την αλήθεια χωρίς περιστροφές: «Ο Κύριος βρίσκεται αντιμέτωπος με τους υπερήφανους, ενώ στους ταπεινούς δίνει τη χάρη Του». «Ταπεινοίς δίδωσι χάριν». Οπότε «θυσία αληθινή προς τον Θεό προσφέρει εκείνος που έχει συντριμμένο πνεύμα. Καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη από την επίγνωση της αμαρτίας του ο Θεός δεν πρόκειται να την αποστραφεί». Γι’ αυτό και κατανοούμε αυτό που διαχρονικά κηρύσσουν και ομολογούν όλοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας: η ταπείνωση αποτελεί τη βάση και την κρηπίδα όλων των αρετών. «Χωρίς αυτήν όλα τα θεωρούμενα καλά είναι μετέωρα και χωρίς στήριγμα» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος).

Πώς φτάνει κανείς στο επίπεδο αυτό που αρχίζει και μπαίνει στον Παράδεισο ήδη από τη ζωή αυτή; Όχι βεβαίως όταν κατασκευάζει  δικά του σχέδια θεωρούμενης ταπείνωσης είτε στη συμπεριφορά (ταπεινοσχημία) είτε στα λόγια (ταπεινολογία) – εκεί οσμίζεσαι την άβυσσο της υπερηφάνειας! Αλλά όταν πιστεύει στον Χριστό ζωντανά και αληθινά, που θα πει βάζει τον εαυτό του «συν πάσι τοις αγίοις» στην οδό των αγίων εντολών Εκείνου. Μόνον ο αγωνιζόμενος στο δρόμο του Κυρίου, εκεί δηλαδή που αφήνει ο πιστός κατά μέρος το δικό του εγωιστικό θέλημα για να υπακούει στο θέλημα του Χριστού, βρίσκει την αληθινή και γνήσια ταπείνωση, την αγία ταπείνωση κατά μέγα Πορφύριο, δηλαδή βρίσκει με έκπληξη και χαρά τον ίδιο τον Κύριο να κατοικεί μέσα του και να του μαθαίνει τι σημαίνει πραότητα και ταπείνωση – είναι θεοδίδακτη η ταπείνωση, χάρισμα κυριολεκτικά του Θεού στον καλοπροαίρετο άνθρωπο. Το είπε ο ίδιος: «Μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά». Αλλά με την προϋπόθεση που επίσης έθεσε: «άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς», σηκώστε τον ζυγό μου, δηλαδή τηρήστε τον λόγο μου – ό,τι χαρακτηρίζεται σταυρικό ήθος που νεκρώνει τον εγωισμό για να ανατείλει η αγάπη.

Πρόκειται για τον καθημερινό αγώνα του εν επιγνώσει χριστιανού που νοηματοδοτεί την πορεία του στον κόσμο τούτο.

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ, ΜΗΤΡΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, θέλοντας να ετοιμάσει για τον Εαυτό Του έμψυχο και άγιο οίκο για κατοικία Του, απέστειλε τον άγγελο Αυτού προς τους Δικαίους Ιωακείμ και Άννα (από τους οποίους θέλησε να προέλθει η κατά σάρκα μητέρα Του) και προμήνυσε τη σύλληψη της άγονης και στείρας Άννας, για να καταστήσει βέβαιη τη γέννηση της Παρθένου. Γι’  αυτό και συνελήφθη η αγία Παρθένος Μαρία και γεννήθηκε, όχι όπως μερικοί λένε, επτά μηνών ή χωρίς άνδρα, αλλά γεννήθηκε σε εννέα τέλειους μήνες, όπως και από υπόσχεση μεν Θεού, από συνάφεια όμως και σπορά άνδρα. Διότι μόνος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός γεννήθηκε από την αγία Παρθένο Μαρία απορρήτως και ανερμηνεύτως, καθώς γνωρίζει μόνος Εκείνος, χωρίς των θελημάτων της σαρκός, και ενώ είναι τέλειος Θεός προσέλαβε όλη την τελειότητα της κατά σάρκα οικονομίας Του, όπως δημιούργησε και έπλασε τη φύση των ανθρώπων από την αρχή. 

Αυτήν λοιπόν την ημέρα πανηγυρίζουμε, διότι υπενθυμίζει τους χρησμούς που δόθηκαν από άγγελο, ο οποίος ευαγγελίστηκε την αγία  σύλληψη της αγνής Θεομήτορος. Αυτούς τους χρησμούς εκπληρώνοντας ο Θεός που δημιούργησε  τα σύμπαντα εκ του μηδενός, διέγειρε τη στείρα κοιλιά για να καρποφορήσει. Και έκανε παιδοτόκο μητέρα κατά παράδοξο τρόπο αυτήν που έφτασε σε βαθειά γεράματα  χωρίς παιδιά, δίνοντάς της τη χάρη αυτή σαν άξιο τέλος της δίκαιης αίτησης των Δικαίων. Από αυτό το δώρο του Θεού σε αυτούς, δηλαδή την Παναγία, έμελλε ο Ίδιος  να γεννηθεί ως ενσαρκωθείς Θεός -  καθώς ευδόκησε οι σώφρονες αυτοί να την γεννήσουν, αυτήν δηλαδή που προορίστηκε και εκλέχτηκε από όλες τις γενιές.  Τελείται δε αυτή η Σύναξη στον σεβάσμιο οίκο της Θεοτόκου, που βρίσκεται στα Ευόρανα, πλησίον της αγιωτάτης Εκκλησίας».

Το πρώτο που τονίζει η ακολουθία της εορτής είναι το γεγονός ότι η σύλληψη και η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι θέμα μόνον των γονιών του. Πολλά ζευγάρια, και μάλιστα χωρίς να έχουν ιδιαίτερο ιατρικό πρόβλημα, αδυνατούν να τεκνοποιήσουν, με αποτέλεσμα να θλίβονται, να αγχώνονται, να προσπαθούν να εξεύρουν διάφορες λύσεις προς υπέρβασή του. Για την πίστη της Εκκλησίας μας, η σύλληψη και η γέννηση είναι θέμα συνεργασίας του ζεύγους και της ίδιας της ενέργειας του Θεού. «Ο Θεός διανοίγει την μήτραν της γυναικός» μας διδάσκει ο λόγος του Θεού, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος ως ζεύγος προσφέρει τον εαυτό του και ο Θεός ενεργοποιεί και μεταποιεί την προσφορά αυτή, ώστε να υπάρξει η καρποφορία. Δεν έχει σημασία αν έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος. Η ενέργεια του Θεού λειτουργεί, έστω και κατά τρόπο ανεπίγνωστο από πολλούς, όπως αντιστοίχως συμβαίνει και με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου και του κάθε όντος επί γης, που η ενέργεια του Θεού τα φέρνει σε φως και τα διακρατεί, είτε υπάρχει η πίστη σ’ Αυτόν είτε όχι. «Ο Θεός δίνει σε όλους και όλα ζωή και πνοή και τα πάντα», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους στον Άρειο Πάγο.

Η ατεκνία λοιπόν ενός ζεύγους εξαρτάται και από το θέλημα του Θεού, που σημαίνει λειτουργεί εν προκειμένω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο του Ίδιου, το οποίο συνήθως το ζεύγος αδυνατεί να το κατανοήσει παρά μόνον μετά από μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα. Η επίγνωση όμως της συνέργειας αυτής, Θεού και ανθρώπου, για ένα τόσο μεγάλο έργο: τον ερχομό στον κόσμο ενός παιδιού, μπορεί να ενεργοποιήσει την προσευχή του ανθρώπου, την εκζήτηση από Αυτόν της χάρης Του, ώστε να «μεταβάλει» ακόμη και αυτό το σχέδιό Του. Και πράγματι, όχι λίγες φορές, ο Θεός μεταστρέφεται, υπακούοντας στο αίτημα των ανθρώπων, και δίνει τη χάρη της καρποφορίας στη γυναίκα και την υπέρβαση επομένως της ατεκνίας της.

Τον προβληματισμό αυτό τον βλέπουμε έντονα και στη συγκεκριμένη εορτή της συλλήψεως της αγίας Άννης. Άτεκνο το άγιο ζεύγος του Ιωακείμ και της Άννης, δεν χάνει όμως την ελπίδα του στον Θεό. Και μάλιστα σε εποχή για τους Ιουδαίους,  που η ατεκνία θεωρείτο μέγα όνειδος, ντροπή, αφού απεδείκνυε ότι το συγκεκριμένο ζεύγος δεν μπορούσε να θεωρηθεί μέσον ερχομού του Μεσσία στον κόσμο. Και γι’ αυτό αποδύεται σε προσευχή. Η δραματική ένταση των ύμνων εν προκειμένω φτάνει στο απώγειό της: «Κύριε των Δυνάμεων, γνωρίζεις την ντροπή της απαιδίας. Συ λοιπόν διάλυσε την οδύνη της καρδιάς μου και διάνοιξε τους καταρράκτες της μήτρας και ανάδειξέ με, εμένα που είμαι άκαρπη, καρποφόρο».  Και η προσευχή της Άννας εισακούεται. Ο Θεός επιβλέπει επί το άγιο ζεύγος. «Παλαιά καθώς προσευχόταν με πίστη η Αννα η σώφρων και ικέτευε τον Θεό, ακούει φωνή Αγγέλου, που την βεβαίωνε ότι ο Θεός θα πραγματοποιήσει τις προσευχές της». «Υπάκουσε ο Θεός στους στεναγμούς της Άννας και πρόσεξε ο Κύριος τη δέησή της».

Το γεγονός της επέμβασης του Θεού, που τη στείρωση την κάνει καρπογονία, το προσλαμβάνει ο υμνογράφος για να το διευρύνει και επί πνευματικού επιπέδου: πέρα από το ότι κάνει αναδρομή στο παρελθόν για να δείξει αντίστοιχες καταστάσεις της Παλαιάς Διαθήκης – «Συ, παντοδύναμε, που έδωσες κάποτε σε βαθύτατο γήρας στη Σάρρα υιό, τον μέγα Ισαάκ, συ που διάνοιξες τη στείρα κοιλιά  της Άννας, της μητέρας του προφήτου σου Σαμουήλ» – θεωρεί ότι ο Θεός, όπως παλιά, όπως τώρα με την Άννα, κατεξοχήν όμως μετά τον ερχομό Του στον κόσμο, μπορεί την άνυδρη και χωρίς χάρη ανθρώπινη φύση να την μεταβάλει και να της δώσει τη δροσιά που πρέπει, ώστε να καρποφορήσει. «Η χαρά του κόσμου σήμερα προκηρύσσεται με λόγο και αλλάζει τις μητρικές οδύνες σε χαρά ευφροσύνης, και φανερώνει ότι η στείρωση της φύσης θα γίνει καρποφόρα, που πληθαίνει με τα έργα της χάρης». Κι αυτό σημαίνει ότι εμείς που ζούμε πια μετά Χριστόν, σε οποιαδήποτε κατάσταση ξηρασίας και αν βρισκόμαστε, πνευματική ή ηθική, αν στραφούμε με πίστη στον Θεό, θα δούμε τη θαυματουργική επέμβασή Του. Ο Θεός θα διανοίξει τις πόρτες της καρδιάς μας, ώστε να πλημμυρίσουμε από την παρουσία της χάρης Του. Αρκεί να υπομένουμε και να επιμένουμε.

Κι είναι περιττό βεβαίως και να σημειώσουμε ότι η σύλληψη της αγίας Άννης αποτελεί εορτή της Εκκλησίας μας όχι πρώτιστα για να δείξει το αποτέλεσμα της υπομονής και της επιμονής στη δέηση του Θεού, αλλά διότι με τη σύλληψή της αυτή μπαίνουν οι βάσεις για τη γέννηση Εκείνης, η οποία σαν νέος ουρανός θα έφερνε στον κόσμο τον ήλιο Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Με την προοπτική του ερχομού του Κυρίου φωτίζεται και αυτή η εορτή, συνεπώς είναι μία ακόμη αφορμή δοξολογίας του αγίου ονόματός Του. «Ο νέος ουρανός, δηλαδή η Παναγία,  με τη θέληση του παντουργού Θεού φτιάχνεται στην κοιλιά της Άννας. Από αυτόν τον ουρανό έλαμψε δυνατά και ο ανέσπερος ήλιος, δηλαδή ο Χριστός, που δίνει φως σε όλον τον κόσμο με τις ακτίνες της θεότητας».