Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

«Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; ῎Η εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;» (Α´ Κορ. 1, 13)

 Ὁ ἀπόστολος τῆς ἡμέρας ἀποτελεῖ τήν πιό ἔντονη κραυγή τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τήν ὁμοφροσύνη καί τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, καθώς ἀπευθύνεται μάλιστα στούς πιστούς τῆς Κορίνθου, στήν ᾽Εκκλησία τῶν ὁποίων εἶχαν παρουσιασθεῖ σημάδια διάσπασης καί σχίσματος. Εἶχαν ὁμαδοποιηθεῖ κατά κάποιον τρόπο οἱ ἐκεῖ πιστοί προβάλλοντας ἡ κάθε ὁμάδα εἴτε τόν Πέτρο εἴτε τόν Παῦλο εἴτε τόν ᾽Απολλώ, σπουδαίους ἀποστόλους ὄντως καί μεγάλες προσωπικότητες, χωρίς νά κατανοοῦν ὅμως ὅτι ἡ ὑπέρ τό δέον προβολή κάποιου, ἔστω καί ἀποστόλου καί μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, στήν πραγματικότητα ἀκυρώνει τήν πίστη στόν ἴδιο τόν Κύριο, τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ἀντίδρασή του εἶναι ἔντονη: «Διαμοιράστηκε ὁ Χριστός; Μήπως ὁ Παῦλος σταυρώθηκε γιά χάρη σας; ῎Η στό ὄνομα τοῦ Παύλου βαπτισθήκατε;» ῾Ο μερισμός καί τό σχίσμα γιά τόν ἀπόστολο ἦταν ὅ,τι χειρότερο μποροῦσε νά τούς συμβεῖ. Διαγραφόταν ἡ ἴδια ἡ σωτηρία πού ἔφερε ὁ Χριστός.

 1. Καί βεβαίως θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἴσως ἡ ἀντίδρασή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἦταν ὑπερβολική, δεδομένου ὅτι οἱ πιστοί δέν ἔφευγαν ἀπό τήν ᾽Εκκλησία καί τήν πίστη. Στούς ἀποστόλους ῾ἐκολλῶντο᾽, στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, σ᾽ ἐκείνους δηλαδή πού κήρυσσαν τό Εὐαγγέλιο καί ἔδειχναν διαρκῶς πρός τόν Χριστό. Δέν ἦταν σημάδι χριστιανικῆς πίστεως ἡ συγκεκριμένη ἀναφορά τους σ᾽ αὐτούς; ῾Ο ἴδιος ὁ ἀπόστολος ᾽Ιωάννης δέν γράφει ἤδη στήν ἀρχή τῆς Α´ Καθολικῆς ἐπιστολῆς του ὅτι προϋπόθεση τῆς κοινωνίας μέ τόν Χριστό εἶναι ἡ κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους; ῾῞Ινα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν˙ καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀργότερα ὁριοθετώντας τήν πίστη της μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεως δέν λέει ὅτι ἡ πίστη αὐτή γιά νά εἶναι ἀληθινή πρέπει ἐκτός ἀπό μία, ἁγία καί καθολική νά εἶναι καί ἀποστολική; Πῶς λοιπόν μέ τόσο ἀπόλυτο τρόπο ὁ ἅγιος Παῦλος καταδικάζει καί δαιμονοποιεῖ τήν προσκόλληση σέ κάποιον ἀπόστολο, ἀκόμη καί τόν ἴδιο;

2. Προφανῶς ὁ ἀπόστολος εἶχε δίκιο. Διότι ἀπό ὅ,τι περιγράφει ἡ κατάσταση στήν Κόρινθο δέν βρισκόταν μέσα στό πλαίσιο τῆς ὀρθῆς ἀποστολικότητας. Οἱ πιστοί δέν ἦταν προσκολλημένοι στούς ἀποστόλους, ὥστε νά εἶναι προσανατολισμένοι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό γιά ἕνωση μαζί Του, ἀλλά ἔπαιρναν ὡς ἀφορμή τήν προσκόλλησή τους αὐτή γιά νά προβάλουν τόν ἐγωϊσμό τους καί τήν κυριαρχία τους ἐπί τῶν ἄλλων. Τά πάθη τους ἔβγαζαν καί τήν ἀντιπαλότητα ἀπέναντι στούς συνανθρώπους τους ἀποκάλυπταν, ὑπό τό πρόσχημα ὅμως τῆς θρησκευτικῆς ἀναφορᾶς τους. Αὐτό πού ὁ Κύριος ἦλθε νά καταργήσει: τόν ἐγωϊσμό ὡς πυρήνα τῆς ἁμαρτίας, αὐτό ἔβρισκε ἄλλους δρόμους γιά νά ξεγελᾶ τούς ἀνθρώπους καλυπτόμενο κάτω ἀπό τήν μάσκα τῆς ῾θρησκευτικῆς᾽ πίστεως. ῾Η μορφή δηλαδή τῆς εὐσέβειας: ῾εἶμαι τοῦ Παύλου ἤ τοῦ Πέτρου᾽,  ἔριχνε κυριολεκτικά στάχτη στά μάτια γιά νά ἐξαφανίζεται ἡ ὅποια οὐσία τῆς ἀληθινῆς εὐσέβειας, ἡ ζωντανή σχέση μέ τόν Χριστό. ῞Ο,τι ὁ ἀπόστολος θά γράψει κάπου ἀλλοῦ γιά «τούς ἔχοντας τήν μόρφωσιν τῆς εὐσεβείας, ἀλλά ἠρνημένους τήν δύναμιν αὐτῆς», φαινόταν ἀνάγλυφο στούς πιστούς τῆς Κορίνθου. Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη τραγικότητα: νά δηλώνεις χριστιανός, νά νομίζεις ὅτι εἶσαι πιστός ᾽Εκείνου καί νά εἶσαι ἕρμαιο τῶν παθῶν σου καί ὑποχείριο τοῦ διαβόλου. Γιατί ἀσφαλῶς μόνον ὡς παγίδα τοῦ παμπόνηρου διαβόλου μπορεῖ κανείς νά θεωρήσει τήν παραπάνω πραγματικότητα. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε περιγράψει κάτι ἀνάλογο: θά σκοτώνουν τούς μαθητές Του, πιστεύοντας ὅτι προσφέρουν λατρεία στόν Θεό. «Καί πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ».

3. Δυστυχῶς ἡ τραγικότητα τοῦ μερισμοῦ καί τοῦ σχίσματος τῶν πιστῶν τῆς Κορίνθου δέν σταμάτησε μόνο σ᾽ αὐτούς μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Συνεχίστηκε καί στά μετέπειτα χρόνια καί συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα, ὅπου ὑπάρχουν πιστοί καί ᾽Εκκλησίες. ῾Η διάσπαση ὡς ἔκφραση ἐγωϊσμοῦ ὑπάρχει ὡς μόνιμος πειρασμός σέ κάθε ἐποχή κι εἶναι δύσκολο νά διαπιστωθεῖ ἀμέσως, γιατί ἀκριβῶς παίρνει μορφή «ἐκκλησιαστική». Κι αὐτό σημαίνει ὅτι χρειάζεται διαρκής ἐπαγρύπνηση γιά τήν ἀποφυγή τέτοιων ὕπουλων χτυπημάτων τῆς ἑνότητας τῆς ᾽Εκκλησίας. Φαινόμενα κατά τά ὁποῖα ὁμάδες πιστῶν ῾γκετοποιοῦνται᾽ μέ κέντρο καί ἀναφορά ἕναν Γέροντα, ἕναν κληρικό, ἕνα μοναστήρι ἴσως, μπορεῖ νά μήν εἶναι τόσο ἀθῶα ὅσο φαίνονται. Κι ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη εὐαισθητοποίηση καί ἀπό πλευρᾶς τῶν ῾κέντρων᾽ αὐτῶν, ὥστε νά μήν ἀφήνουν νά γίνονται ἀντικείμενα λατρείας. Γιατί ἡ πίστη μας καί ἡ σωτηρία μας βρίσκεται σέ ἕνα καί μοναδικό πρόσωπο: τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. «Αὐτός ἐστιν ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου», Αὐτός εἶναι τό νόημα καί ἡ βάση τοῦ παντός, δεδομένου ὅτι μέ τήν Σταυρική Του θυσία καταργήθηκε τό κεντρικό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος πού εἶναι τό ἀποτέλεσμά της. Χωρίς τόν Χριστό τί νά τόν κάνεις τόν ἀπόστολο, τί νά τόν κάνεις τόν Γέροντα, τί νά τόν κάνεις τόν ὅποιο κληρικό; ᾽Ακόμη κι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὅπως κι ὅλοι οἱ ἅγιοι, τί νόημα θά εἶχαν χωρίς ᾽Εκεῖνον; ῎Αν ὁ ὁποιοσδήποτε ἔχει κάποια ἀξία στόν κόσμο αὐτόν, εἶναι λόγω τῆς σχέσης Του μέ τόν Κύριο. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», ὅπως μᾶς ἀποκάλυψε ὁ ῎Ιδιος.

4. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καταθέτει μέ ἀπόλυτο τρόπο τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ᾽Εκκλησίας: «Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; ῎Η εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;» Ὁ Χριστός μᾶς σώζει, γιατί σ᾽  Αὐτόν καί μόνο βρίσκουμε τήν  ἑνότητά μας. ῾Ο Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εἴμαστε μέλη αὐτοῦ τοῦ σώματος. Κάθε ἄλλη θεώρηση τῆς ᾽Εκκλησίας λειτουργεῖ ἀποπροσανατολιστικά, δηλαδή λειτουργεῖ δαιμονικά καί εἰς βάρος τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ετσι λειτουργεῖ τό σχίμα, ἔτσι λειτουργεῖ πολλῷ μᾶλλον ἡ αἵρεση, γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπάρχουν χειρότερες καταστάσεις ὅπως εἴπαμε ἀπό αὐτές. Κι ἐκεῖ πού ὁ ἀπόστολος μᾶς δίνει διαχρονικά τήν ὀρθή ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία γινόμενη ἀποδεκτή κυριολεκτικά σώζει τόν ἄνθρωπο κάνοντάς τον νά ῾περιπολεῖ ὡς Θεός ἐν τῷ κόσμῳ᾽ μέ τίς δυνάμεις τοῦ ῎Ιδιου τοῦ Θεοῦ, εἶναι στό τέλος τοῦ τρίτου κεφαλαίου τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς του στούς Κορινθίους. Στό ὀξύ πρόβλημα τῶν σχισματικῶν καταστάσεων τῆς Κορίνθου καταλήγει: «Τά πάντα (εἴτε Παῦλος εἴτε Κηφᾶς εἴτε ᾽Απολλώς) ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ». ῞Ολα σ᾽ αὐτήν τήν ζωή, ἄνθρωποι καί πράγματα, σᾶς ἀνήκουν, εἶναι κάτω ἀπό ἐσᾶς, γιατί ἐσεῖς τελικά ἀνήκετε μόνο στόν Χριστό, ὅπως κι Αὐτός ἀνήκει στόν Θεό.

 Μπορεῖ ὁ ἀπόστολος νά μή θέλει νά δεχτεῖ ὅτι κύριο ἔργο του εἶναι νά βαπτίζει τούς ἀνθρώπους, γιατί εἶχε κληθεῖ πρώτιστα πρός εὐαγγελισμό αὐτῶν, ὅμως αὐτά πού κηρύσσει καταλήγουν στό βάπτισμα καί τό τί ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέ αὐτό: μέλος Χριστοῦ, φανέρωση ᾽Εκείνου στόν κόσμο. «῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». ῾Η συνειδητοποίηση ὅτι ὡς χριστιανοί εἴμαστε ἕνα πιά μέ τόν Χριστό, γεγονός πού ἐνεργοποιεῖται καί αὐξάνει στόν βαθμό πού ζεῖ κανείς τήν ἐκκλησιαστική ζωή, εἶναι καί ἡ μόνη λύση στό κάθε σχίσμα πού πάει νά ἀναφανεῖ καί πού ὁδηγεῖ τελικῶς στήν αἵρεση καί τήν καταστροφή. 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ματθ. 14, 14-22)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ ̓ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. Ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. Οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. Ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Τόν καιρό ἐκεῖνο, εἶδε ὁ Ἰησοῦς πολύν κόσμο καί τούς σπλαχνίστηκε, καί γιάτρεψε τούς ἀρρώστους των. Ὅταν ἔπεσε τό δειλινό, τόν πλησίασαν οἱ μαθητές του καί τοῦ εἶπαν: «Ὁ τόπος εἶναι ἐρημικός, καί ἡ ὥρα πιά περασμένη. Διῶξε τόν κόσμο νά πᾶνε στά χωριά γιά ν' ἀγοράσουν φαγητά νά φᾶνε». Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τούς εἶπε: «Δέν ὑπάρχει λόγος νά φύγουν, δῶστε τους ἐσεῖς νά φᾶνε». «Δέν ἔχουμε ἐδῶ παρά πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια», τοῦ ἀπαντοῦν. «Φέρτε μού τα ἐδῶ», τούς λέει. Κι ἀφοῦ πρόσταξε τόν κόσμο νά καθίσει γιά φαγητό πάνω στό χορτάρι, πῆρε τά πέντε ψωμιά καί τά δύο ψάρια, ἔστρεψε τό βλέμμα του στόν οὐρανό, τά εὐλόγησε, ἔκοψε τά ψωμιά σέ κομμάτια καί τά ἔδωσε στούς μαθητές, καί οἱ μαθητές στό πλῆθος. Ἔφαγαν ὅλοι καί χόρτασαν. Καί μάζεψαν τά περισσεύματα ἀπό τά κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα. Αὐτοί πού ἔφαγαν ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες ἄντρες, χωρίς τίς γυναῖκες καί τά παιδιά. Ἀμέσως ὕστερα ὁ Ἰησοῦς ὑποχρέωσε τούς μαθητές του νά μποῦν στό καΐκι καί νά πᾶνε νά τόν περιμένουν στήν ἀπέναντι ὄχθη, ὡσότου αὐτός διαλύσει τά πλήθη.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Α΄Κορ. 1, 10-17)

Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ. Ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι. Λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ. Μεμέρισται ὁ Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε; Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα. Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα. Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ ̓ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἀδερφοί, σᾶς ζητῶ, στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά εἶστε ὅλοι σύμφωνοι μεταξύ σας καί νά μήν ὑπάρχουν ἀνάμεσά σας διαιρέσεις, ἀλλά νά εἶστε ἑνωμένοι, μέ μία σκέψη καί μέ ἕνα φρόνημα. Αὐτό τό γράφω, ἀδερφοί μου, γιατί μέ πληροφόρησαν γιά σᾶς ἄνθρωποι τῆς Χλόης ὅτι ἔρχεστε σέ προστριβές μεταξύ σας. Θέλω νά πῶ ὅτι ὁ καθένας σας λέει κάτι διαφορετικό. Ὁ ἕνας λέει: «Ἐγώ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγώ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγώ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καί κάποιος ἄλλος: «Ἐγώ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ». Διαμοιράστηκε, λοιπόν, ὁ Χριστός; Μήπως εἶναι ὁ Παῦλος πού πέθανε πάνω στό σταυρό γιά νά σᾶς σώσει; Ἤ μήπως στό ὄνομα τοῦ Παύλου ἔχετε βαφτιστεῖ; Εὐχαριστῶ τό Θεό πού δέ βάφτισα κανένα σας ἐκτός ἀπό τόν Κρίσπο καί τό Γάιο. Ἔτσι δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς πώς τόν βάφτισα στό δικό μου ὄνομα. Ναί, βέβαια, βάφτισα καί τήν οἰκογένεια τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτός ἀπ' αὐτούς, ὅμως, δέ θυμᾶμαι νά βάφτισα κανέναν ἄλλο. Ἡ ἀποστολή πού μοῦ ὅρισε ὁ Χριστός δέν ἦταν νά βαφτίζω, ἀλλά νά κηρύττω τό εὐαγγέλιο, χωρίς σοφά καί περίτεχνα λόγια, ὥστε ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στό σταυρό νά μή χάσει τό περιεχόμενό του.

ΛΟΥΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΙΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ!

 

«Λελουμένος ἐν ταῖς ροαῖς τῶν σῶν αἱμάτων, παμμάκαρ, ὤφθης καθαρώτατος τῷ πνεύματι, καί εἰς λῆξιν ἔφθασας τῶν Ἀσωμάτων, μάρτυς Καλλίνικε» (ωδή α΄).

(Λουσμένος στις ροές των αιμάτων σου, παμμακάριστε μάρτυς Καλλίνικε, φάνηκες εντελώς καθαρός ως προς το πνεύμα, κι έφτασες τα μέτρα των αγγέλων). 

Ο μεγαλομάρτυς άγιος Καλλίνικος («ο οποίος καταγόταν από την Κιλικία,  ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου»), τιμάται από την Εκκλησία μας, όπως και οι άλλοι άγιοι μάρτυρες, λόγω της μεγάλης του αγάπης προς τον Κύριο που την απέδειξε με το μαρτύριο του αίματός του. Η εντολή του Πνεύματος του Θεού  «γίνου πιστός ἄχρι θανάτου» βρήκε άμεση ανταπόκριση από τον άγιο, κι αυτό κατά τον εκκλησιαστικό ποιητή ήταν το γεγονός που του καθάρισε εντελώς την ψυχή. Κι είναι ιδιαιτέρως σημαντική η παρατήρηση του υμνογράφου, διότι μας αποκαλύπτει ότι η μετάνοια, η οποία καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου, δεν συνιστά απλώς μία μεταμέλεια επιφανειακού τύπου, αλλά γεγονός «αιματηρό» για τον άνθρωπο, που θα πει γεγονός που ανατρέπει ολόκληρη την αμαρτωλή πρώην ζωή του, θέτοντάς την στην πορεία της σταυρικής ακολουθίας του Κυρίου. Μετάνοια με άλλα λόγια σημαίνει αλλαγή πλεύσης ζωής, απεξάρτηση από κάθε εμπαθές και πονηρό και πορεία στην οδό του Κυρίου.

Βεβαίως, αυτό που τονίζει ο άγιος υμνογράφος στηρίζεται στο γεγονός της Σταυρικής θυσίας του Κυρίου. Αν σωθήκαμε, δηλαδή αν ξαναβρήκαμε εν Χριστώ τον Θεό μας, είναι γιατί ο Δημιουργός μας ήρθε στον κόσμο, σταυρώθηκε για εμάς, ξέπλυνε με το αίμα Του τις αμαρτίες μας. «Το αίμα του Χριστού καθαρίζει τη συνείδησή μας», κατά τον λόγο του αποστόλου - χωρίς το Πνεύμα του Θεού ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε βρόμικος στην ψυχή και στο πνεύμα του. Η προσφορά όμως του Χριστού είναι δεδομένη για όλους και στο διηνεκές. Τι χρειάζεται για να ενεργοποιηθεί στον άνθρωπο; Η ένταξή του στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, δια του αγίου βαπτίσματος, η συμμετοχή του στα άγια μυστήρια της Θείας Ευχαριστίας – εκεί που πράγματι ο άνθρωπος λούζεται από το αίμα του Χριστού τρώγοντας το σώμα Του και πίνοντας το αίμα Του – κυρίως όμως η βούληση του ανθρώπου να ακολουθήσει εν μετανοία, όπως είπαμε, τον Χριστό. Γιατί μία πίστη χωρίς την «αιματηρή» μετάνοια δεν έχει καμία σημασία, μάλλον αυξάνει την αμαρτία του ανθρώπου.

Και πρέπει ίσως να διευκρινίσουμε τη λέξη «αιματηρή». Αναφέρεται και σε ό,τι λέει ο υμνογράφος για τον άγιο Καλλίνικο: «λουσμένος στο αίμα του καθαρίστηκε εντελώς κατά το πνεύμα του», αλλά και στον αγώνα του κάθε πιστού να μένει σταθερός και προσκολλημένος πάνω στις άγιες εντολές του Κυρίου. Η τήρηση των αγίων εντολών του Κυρίου πράγματι συνιστά αγώνισμα κι αυτό «αιματηρό». «Δώσε αίμα και λάβε Πνεύμα» προτρέπουν οι άγιοι δάσκαλοι της πίστεώς μας, κάτι που και πάλι το είδαμε στον βίο του αγίου Καλλινίκου. Δεν συγκλονίζει η αγάπη του προς τους θεωρουμένους εχθρούς του, τους στρατιώτες που τον βασάνιζαν και τελικώς τον έριξαν στη φωτιά, όταν παρακάλεσε τον Κύριο να γίνει ίλεως απέναντί τους και να τους δώσει νερό να ξεδιψάσουν τη δίψα τους; Θέλουμε να πούμε ότι η αγάπη και προς τον εχθρό, δείγμα της τελειότητας του πιστού, είναι ένας σταυρός για τον πιστό – μετέχει της αγάπης του ίδιου του Κυρίου πάνω στον Σταυρό Του – και αυτό επιτελούμενο φέρνει την απόλυτη κάθαρση της ψυχής του.

Ο Κύριος μακάρισε αυτούς που είναι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό. Ο Κύριος ήταν απόλυτα σαφής απέναντί μας: τον Θεό μπορούμε να Τον δούμε, η καρδιά μας είναι το πρόβλημα. Βρόμικη καρδιά βλέπει μόνο τα πάθη της και τον Πονηρό, καθαρή καρδιά φέρνει την παρουσία του Θεού. Και η καρδιά και η ψυχή καθαρίζει με την τήρηση των εντολών Του, η οποία οδηγεί, όταν πολλαπλασιαστεί η χάρη Του, και στο σωματικό μαρτύριο του αίματος.  

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΘΕΜΑ ΚΑΡΔΙΑΣ

 

Η πίστη στον Χριστό είναι κυρίως θέμα της καρδιάς κι έπειτα της λογικής. Ο Κύριος δεν είπε «αν με καταλαβαίνετε», αλλ’ «αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου», που θα πει ότι μπορούμε να Τον καταλάβουμε στον βαθμό που προσπαθούμε να Τον αγαπήσουμε. Η αγάπη μας προς Αυτόν ως τήρηση των αγίων εντολών Του ανοίγει τον δρόμο για την εγκατοίκησή Του στην ψυχή και το σώμα μας, οπότε η κατανόησή Του έχει εμπειρικό χαρακτήρα – ο πιστός γίνεται κυριολεκτικά θεοδίδακτος. Αυτό άλλωστε υποσχέθηκε: Την ώρα που τηρούμε τις εντολές Του, εμφανίζεται μέσα μας, βρίσκει «έδαφος» να φτιάξει μοναστήρι όλη η αγία Τριάδα. Και βασική εντολή Του είναι η πίστη μας σ’ Αυτόν: «πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε». Όλα τα της πίστεως είναι δεμένα με την αγάπη στο πρόσωπό Του – το να αγαπώ τον Χριστό σημαίνει να Τον πιστεύω και το να Τον πιστεύω σημαίνει να Τον αγαπώ.

Η αγάπη αυτή βεβαίως δεν αποτελεί μία αυτόνομη κίνηση του ανθρώπου. Δεν αγαπάμε τον Χριστό από μόνοι μας. Η αγάπη μας είναι ανταπόκριση στη δική Του αγάπη - «ημείς αγαπώμεν, ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» - γι’ αυτό και το χαρακτηριστικό της είναι η ταπείνωση. Χωρίς Εκείνον δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Ο απόστολος Παύλος έχει εκφράσει τη βιωματική αυτή αλήθεια με μοναδικό τρόπο: «Αυτό που τώρα ζω με το σώμα μου είναι η πίστη μου στον Χριστό τον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μου».  Οπότε αν δεν πιστεύουμε στον Χριστό, συνεπώς αν δεν Τον αγαπούμε, είναι γιατί δεν έχουμε γνωρίσει το πόσο Εκείνος μας αγάπησε και μας αγαπά. Στη ρίζα της απιστίας βρίσκεται πάντοτε η άγνοια του Θεού, η οποία κατά τους αγίους μας συνιστά την πιο σκληρή οδυνηρή πραγματικότητα που κάνει τον άνθρωπο να «σφαδάζει» μπροστά στην ακατανόητη κατ’ αυτόν τον τρόπο ύπαρξή του -  δεν ξέρει κυριολεκτικά τι να κάνει και πώς να διαχειριστεί τον εαυτό του! Έτσι το ζητούμενο είναι  να ζητάμε από τον Κύριο μπροστά στο αδιέξοδό μας να νιώσουμε έστω και λίγο την αγάπη Του, δηλαδή να Τον πιστέψουμε αληθινά – ό,τι προέτρεπε ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης.  

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023

Η "ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ" ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 

«Νυττόμενος τοῦ Δεσπότου τῷ πόθῳ διέσπειρας τόν πλοῦτον τοῖς πένησι, σαυτόν γυμνάζων πρός ἄθλησιν, ἥνπερ καί διήνυσας, τάς δι’ αἰῶνος ἐλπίδας προορώμενος» (ωδή δ΄).

(Σε κεντούσε ο πόθος του Δεσπότου Χριστού, γι’ αυτό και μοίρασες τον πλούτο στους φτωχούς. Έτσι γύμναζες τον εαυτό σου για την άθληση, την οποία και διάνυσες, έχοντας ενώπιόν σου ως όραμα τις αιώνιες ελπίδες).

 

Η ελεήμων καρδία του αγίου Παντελεήμονα, παρόμοια χάριτι Θεού με το έλεος Εκείνου, τον έκανε να μοιράζει κάθε πλούτο που είχε στον κόσμο τούτο στους πένητες. Και μιλάμε για πλούτο όχι μόνο υλικό, αλλά κυρίως των δεξιοτήτων που απέκτησε, όπως της ιατρικής τέχνης, αλλά και πνευματικό, όπως το ιαματικό χάρισμα που του έδωσε ο Κύριος. Κι αυτό θα πει ότι ο άγιος γενόμενος δίοδος του ελέους του Θεού πρόσφερε όλο τον εαυτό του σε κάθε άνθρωπο που ήταν αναγκεμένος, αλλά εξίσου και σε κάθε κτίσμα του Θεού, όπως τα ζώα – «πάντας θεραπεύων, πάντων ἰατρεύων τά νοσήματα» (ωδή α΄). Κι όλα αυτά βεβαίως κατά τον τρόπο του Θεού: «ἀναργύρως», δηλαδή αφιλοκερδώς, τόσο που ο άγιος υμνογράφος «αναγκάζεται» να τον χαρακτηρίσει «τό ἱερόν ἀγλάϊσμα τῶν σεπτῶν Ἀναργύρων» (εξαποστ.), το κόσμημα της ομάδας των αγίων Αναργύρων.

Ποια η κινητήρια δύναμη της αδιάκοπης αυτής προσφοράς του ή με άλλα λόγια τι ήταν εκείνο που γέμιζε από αγάπη τη μεγάλη καρδιά του; Ο πόθος του Δεσπότου Χριστού, σημειώνει εμφατικά ο άγιος υμνογράφος. Διότι πράγματι μόνον ένας κυνηγός της αγάπης του Θεού μπορεί να ζει και την αγάπη Εκείνου – όσο κανείς αναζητεί τον Θεό τόσο και γεμίζει από την ελεήμονα παρουσία Του. Γι’ αυτό και όχι μόνον δεν αδειάζει η αγάπη αυτή, αλλά προσφερομένη γεμίζει και περισσότερο, φτάνοντας στο σημείο της πιο μεγάλης χάρης: της προσφοράς και της ίδιας της ζωής προς χάρη του Κυρίου και Δημιουργού. Ο άγιος ποιητής Θεοφάνης είναι σαφής: η εν αγάπη προσφορά του αγίου Παντελεήμονος προς τον κόσμο ήταν και η «γυμνασία» του, το γύμνασμά του, προς την άθληση του μαρτυρίου, προσβλέποντας πάντοτε προς τον Χριστό και την αιώνια Βασιλεία Του.

Η σκέψη του αγίου κινείται απολύτως αγιογραφικά και πατερικά: ο πιστός που τα μάτια του είναι στραμμένα προς τον Χριστό, πορεύεται διαρκώς πάνω στο άγιο θέλημά Του, δηλαδή τη σταυρική αγάπη, κάτι που τον καθιστά έτοιμο ανά πάσα στιγμή να δώσει και τη ζωή του για την πίστη του αυτή. Ο υμνογράφος μας, διαβάζοντας τη ζωή του αγίου Παντελεήμονος, βλέπει ό,τι έκανε και τον απόστολο Παύλο να ομολογεί: «μας χαρίστηκε από τον Θεό όχι μόνο να πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά και να πάσχουμε γι’ Αυτόν» - η χάρη του μαρτυρίου δίνεται ως δωρεά από τον Θεό σ’ εκείνον που πιστεύει αληθινά, σ’ εκείνον δηλαδή που ενεργοποιεί την πίστη του με την αγάπη και την ελεήμονα διάθεσή του. Οπότε τα πράγματα είναι σαφή: δεν μπορείς να γίνεις μάρτυρας Χριστού, αν προηγουμένως δεν έχεις φτάσει στο σημείο τη ζωή σου να την κομματιάζεις, κατά το ήθος του Χριστού μας στη Θεία Ευχαριστία, προς χάριν όλων.  

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ

 «Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’  ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’  αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».

Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’  αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος ακριβώς του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’  ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’  υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’  αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’  αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης  του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’  όλες τις εποχές.

Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας,   συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’  ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’  αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.  

 

Τρίτη 25 Ιουλίου 2023

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

«Η Αγία Άννα, η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήταν από τη φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευε επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλιά των Περσών, και της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου. Ο Ματθάν είχε τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Παντρεύτηκε η πρώτη στη Βηθλεέμ και γέννησε τη Σαλώμη, τη μαία. Παντρεύτηκε η δεύτερη, κι αυτή στη Βηθλεέμ, και γέννησε την Ελισάβετ (τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου). Παντρεύτηκε δε και η Τρίτη, η Άννα, στη γη της Γαλιλαίας, και γέννησε Μαρία τη Θεοτόκο, που σημαίνει ότι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η αγία Μαρία η Θεοτόκος, ήσαν κόρες τριών αδελφών και μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες. Αυτή λοιπόν η Άννα, αφού γέννησε τη σωτηρία όλου του κόσμου, την Παναγία, και την απογαλάκτισε, την ανάθεσε στον Ναό, ως άμωμο δώρο στον παντοκράτορα Θεό, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της, μέχρις ότου εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο, με νηστείες και ευεργεσίες προς αυτούς που είχαν ανάγκη. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εν τω Δευτέρω».

Όλη η ακολουθία της ημέρας, εσπερινού και όρθρου, υπέρλαμπρη και φωτοφόρος, είναι γεμάτη από ωραιότατα εγκώμια προς την Αγία Άννα, στα οποία καλείται να μετάσχει «εν κυμβάλοις ψαλμικοίς», κατά το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού, «πάσα η κτίσις». «Μετ’  εγκωμίων εκτελείται η ένδοξος μνήμη σου…Άννα θεόκλητε». Ο εγκωμιασμός όμως δεν είναι μόνον για την αγία Άννα. Μετέχει σ’ αυτόν και ο σύζυγός της, ο δίκαιος Ιωακείμ, γιατί αυτός είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο ήλιος, που ενώθηκε με τη σελήνη, την αγία Άννα, για να προέλθει η ακτίνα της Παρθενίας, η Παναγία Μαριάμ, η κόρη τους. «Ήλιος ώσπερ τη σελήνη τη Άννη ενούμενος, ο κλεινός Ιωακείμ, της παρθενίας ακτίνα γεννά». «Ω, μακαρία δυάς, υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε…» Μακάρια δυάδα, που ξεπεράσατε όλους τους γονείς. Αιτία βεβαίως για τον πλούτο των εγκωμίων  είναι αυτό που ο καθένας κατανοεί: από τον Ιωακείμ και την Άννα, γεννήθηκε η Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο, μέσα στο βάθος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία αυτού, τον ίδιο τον Θεό εν σαρκί, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Δια της Παναγίας, της Θεότητος αυγή επέλαμψε». Με την Παναγία έλαμψε στον κόσμο το φως της Θεότητος. Και βεβαίως έτσι τιμώνται ο παππούς και η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας. «Μνήμην τελούντες Δικαίων, των Προπατόρων Χριστού…».

Η αιτιολόγηση αυτή της φωτοφόρου εορτής της Κοιμήσεως της αγίας Άννης δεν συνιστά μία απλή αναφορά της όλης εορτής. Αποτελεί το κέντρο, την αδιάκοπα ανακυκλούμενη έννοια, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι όλη η ακολουθία δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να προβάλλει τον ερχομό του Χριστού διά της Παναγίας Μητέρας Του, και αυτό να το παρουσιάζει με διαφορετικές λέξεις και πολλαπλά λογοτεχνικά σχήματα, με εικόνες και  με προτυπώσεις ακόμη από την Παλαιά Διαθήκη. Σαν να έχουμε το πολυτιμότερο διαμάντι στον κόσμο, και να το προβάλλουμε με όλων των ειδών τα φώτα και τους χρωματισμούς. «Οι εξ ακάρπων λαγόνων, ράβδον αγίαν την Θεοτόκον βλαστήσαντες, εξ ης η σωτηρία τω κόσμω ανέτειλε, Χριστός ο Θεός». «Της μητρός του Δεσπότου και Ποιητού, μήτηρ γέγονας Άννα πανευκλεής…»  Έτσι η κοίμηση της αγίας Άννης, και μαζί με αυτήν του αγίου Ιωακείμ, λειτουργεί παραπεμπτικά και αναγωγικά: δι’  αυτών  τιμάται και εγκωμιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Μνήμην Δικαίων τελούντες, σε ανυμνούμεν, Χριστέ». Κι είναι φυσικό: αν ένας άνθρωπος έχει κάποια αξία είναι γιατί ο ίδιος ο Θεός τον έχει χαριτώσει και τον έχει υπερυψώσει. Κι αν αυτό ισχύει για όλους τους αγίους, πόσο μάλλον για τους κατά σάρκα προπάτορές Του, τον παππού Του και τη γιαγιά Του;

Η τιμή ασφαλώς για την αγία Άννα και τον άγιο Ιωακείμ δεν είναι μία εύνοια του Θεού χωρίς λόγο. Για να χαριτωθούν με αυτόν τον τρόπο – να γεννήσουν το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, την Παναγία Θεοτόκο – συνήργησαν και οι ίδιοι, με την αγιασμένη ζωή τους, γεγονός που προβάλλει εξίσου πολλαπλώς η ακολουθία της ημέρας. «…Η νοητή χελιδών (η Αννα)…αμέμπτως εν σωφροσύνη βιωσαμένη καλώς». Με σωφροσύνη και με άμεμπτο τρόπο έζησε η αγία Άννα. «Τας νόμου εντολάς, θεαρέστως τηρούσα, μητέρας Ισραήλ, υπερήρας απάσας…αγιόλεκτε Άννα, προμήτορ Κυρίου». Τήρησες τις εντολές του νόμου του Θεού, με θεάρεστο τρόπο, αγιόλεκτε Άννα, και ξεπέρασες όλες τις μητέρες του Ισραήλ. Με την προϋπόθεση αυτή, να τηρεί δηλαδή πάντοτε το θέλημα του Θεού, αναδείχτηκε η Άννα σ’ αυτό το υψηλό σημείο, να γίνει Μητέρα της Μητέρας του Θεού, γι’  αυτό και οι ύμνοι στη συνέχεια δεν παύουν να μιλούν για το τελικό αποτέλεσμα: να μετατεθεί στους κόλπους του Θεού και να είναι συνόμιλος των αγγέλων. Ο Χριστός «σε  μεταθέμενος προς τα επουράνια, μετά δόξης, Άννα ένδοξε». «Σήμερον εκ της προσκαίρου μεταστάσα ζωής, εν τοις επουρανίοις μετά χαράς την πορείαν ποιουμένη αγάλλεται». Το ένδοξο τέλος της αγίας Άννης, τηρουμένων των αναλογιών, περιμένει βεβαίως και εμάς, εφόσον αγωνιζόμαστε στη ζωή αυτή να τηρούμε τις άγιες εντολές του Χριστού. Ο Θεός μας, μη ξεχνάμε, δεν είναι προσωπολήπτης.