Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ΄ ΛΟΥΚΑ


«Ν ε α ν ί σ κ ε,  σοί λέγω, ἐ γ έ ρ θ η τ ι» (Λουκ. 7, 14)

 Ἡ συνάντηση τοῦ Κυρίου μέ τόν ἴδιο τόν θάνατο στό πρόσωπο ἑνός νεαροῦ παιδιοῦ καί ἡ νίκη του ἀπέναντι σ᾽ αὐτόν προσλαμβάνει ἰδιαίτερη σημασία, γιατί ἀκριβῶς πρόκειται γιά ἕναν νέο, ὅπως συνέβη καί μέ τήν ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου ᾽Ιαείρου. ῾Ο Κύριος δηλαδή συναντᾶται μέ τή νεότητα στή νεκρή της ὅμως μορφή, τήν ὁποία καί ζωοποιεῖ. Τό γεγονός αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε καί σέ σχέση μέ τή σημερινή κατάσταση τῆς νεολαίας μας.

 1. Δέν θά ἀφιστάμεθα πολύ τῆς πραγματικότητος, ἄν λέγαμε ὅτι σέ ἕνα ποσοστό, μεγάλο ἤ μικρό – τήν ἴδια ἀξία ἔχει - ἡ νεότητά μας κεῖται κι αὐτή νεκρή. Κι ἐννοοῦμε νεκρή ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς. Μέ τό δεδομένο ὅτι ζωή εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ὑπάρχουν νέοι πού ἔχουν διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή τους, ἡ κατάστασή τους δέν ἀπέχει καί πολύ ἀπό τήν κατάσταση τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Κάτι παρόμοιο πού ἔλεγε ὁ ὅσιος Γέρων Παϊσιος ὁ ἁγιορείτης μέ πολλή θλίψη καί πόνο γιά πολλούς νέους μας: «Νέα παιδιά: καινούργιες μηχανές μέ παγωμένα λάδια».

2. Συμπτώματα πού ἐπιβεβαιώνουν τόν χαρακτηρισμό αὐτό δυστυχῶς ὑπάρχουν πολλά. ῾Ορισμένα εἶναι ἐξώφθαλμα:
- ὁ ἀναρχισμός ἀρκετῶν νέων, μέ τήν ἔννοια τῆς κατάλυσης ἀπό πλευρᾶς τους κάθε αὐθεντίας, εἴτε γονεϊκῆς εἴτε διδασκαλικῆς εἴτε θεσμῶν πολιτειακῶν εἴτε ἐκκλησιαστικῆς·
- ὁ λεγόμενος χουλιγκανισμός, ὡς τάση καί ἐπιθυμία γιά καταστροφή μή ἀνηκόντων στούς ἴδιους πραγμάτων, πολλῷ δέ μᾶλλον δημοσίων ἀγαθῶν, γεγονός πού τραγικοποιεῖται μέ τήν καύχηση τήν ὁποία ὁρισμένοι νιώθουν ἀπό τίς ἔκνομες αὐτές ἐνέργειές τους·
- ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη χρήση ναρκωτικῶν, ἀκόμη καί στίς πολύ μικρές ἡλικίες, κάτι πού ὁδηγεῖ εἴτε σέ καταστροφική πρός τούς ἄλλους εἴτε σέ αὐτοκαταστροφική συμπεριφορά·
- ὁ λεγόμενος ῾ὠχαδερφισμός᾽, δηλαδή ἡ διαπιστούμενη ἀδιαφορία εἴτε ἔναντι τῶν ὑποχρεώσεων γενικῶς πρός τήν κοινωνία εἴτε συγκεκριμένως πρός ἀναγκεμένους συνανθρώπους μας·
- πολύ συχνά μία ἔκδηλη τεμπελιά ὡς ἄρνηση ἀγάπης πρός τήν ἐργασία, ἀκόμη καί ἐκεῖ πού ὑφίσταται. Δέν εἶναι μόνον ἡ ὑφιστάμενη ἀνεργία στόν κόσμο μας, ἀλλά καί ἡ ἀνεργία λόγω ἔλλειψης ἐνδιαφέροντος γιά τήν ἴδια τήν ἐργασία, κάτι πού ὑποκρύπτει τήν ἔλλειψη γενικότερα τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν πραγματική ζωή.

3. Ποιός φταίει γιά τήν κατάντια αὐτή; Ἡ εὔκολη βεβαίως ἀπάντηση εἶναι: οἱ ἴδιοι οἱ νέοι καί ἡ κοινωνία. Μά τήν κοινωνία τήν ἀποτελοῦμε ἐμεῖς, ὅπως καί οἱ νέοι καί τά παιδιά μας εἶναι τά δικά μας παιδιά. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό κύριο βάρος εὐθύνης τό ἔχουμε οἱ μεγαλύτεροι· κι αὐτό γιατί δέν φροντίσαμε καί δέν φροντίζουμε νά δώσουμε στά παιδιά καί τούς νέους ἐκεῖνο πού πράγματι χρειάζονται, τό ῾ἔν οὗ ἐστι χρεία᾽. Κι αὐτό εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ᾽Ιησοῦς Χριστός. ᾽Από ἔλλειψη Χριστοῦ πάσχουν οἱ νέοι μας, κι ὑπεύθυνοι γι᾽ αὐτό εἴμαστε οἱ ὀνομαζόμενοι μεγάλοι. Προσπαθήσαμε καί προσπαθοῦμε,  εἴτε γονεῖς εἴτε δάσκαλοι εἴτε καί κληρικοί ἴσως, νά προσανατολίσουμε τά παιδιά στίς ἀπολαύσεις, στόν εὔκολο πλουτισμό, στήν ἀπόκτηση σπουδαίων θέσεων. Κι αὐτό ὄχι κυρίως μέ τά λόγια - ὅλοι εἴμαστε εὔκολοι στό ῾κατηχητικό᾽  - ἀλλά μέ τά ἔργα καί τή ζωή μας. Καί τή ζωή κοιτάει πρωτίστως ὁ νέος ἄνθρωπος. ῞Οσο διαπιστώνει μάλιστα τή διάσταση μεταξύ ἔργων καί λόγων μας, τόσο καί μᾶς διαγράφει ὑποβαθμίζοντας τήν ἀξία τῶν λόγων μας, ἐπιλέγοντας αὐτό πού νομίζει ὅτι εἶναι σωστό: τήν καθοδήγησή του ἀπό τά πάθη του καί τίς ὁρμές του. ῾Επομένως γιά τήν πνευματική νέκρωση ἀρκετῶν νέων μας δέν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι, δέν εὐθύνεται ἀπροσώπως ἡ κοινωνία, ἀλλά οἱ συγκεκριμένοι μεγάλοι, ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός.

4. Σέ ὁποιαδήποτε ὅμως τραγική ἔστω κατάσταση ὑπάρχει ἐλπίδα. Γιατί ὑπάρχει Θεός. Τό Εὐαγγέλιο ἔρχεται καί μᾶς δίνει τή λύση καί τήν παρήγορη ἀπάντηση: ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό. ῾Ο Κύριος ἔρχεται σέ συνάντηση τῆς νεότητας. Λέγει καί σήμερα τό ῾νεανίσκε, σοί λέγω, ἐ γ έ ρ θ η τ ι᾽. ᾽Αλλά τόν Χριστό πρωτίστως θά τόν δοῦν οἱ νέοι μας κυρίως στά πρόσωπα τά δικά μας. Οἱ ἅγιοι πάντοτε ἀποτελοῦν τή φανέρωση τοῦ ῎Ιδιου καί τῆς Βασιλείας Του. ῎Ετσι ἡ μόνη ἐλπίδα νά ξεφύγουν οἱ νέοι ἀπό ὅλα τά ὀδυνηρά συμπτώματα πού ταλαιπωροῦν τούς ἴδιους καί τήν κοινωνία εἶναι ἡ δική μας ἀληθινή καί ἔμπρακτη μετάνοια. ῞Οσο οἱ μεγαλύτεροι, κληρικοί, γονεῖς, δάσκαλοι, ὑπεύθυνοι παντοῦ, θά ἁγιάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὅσο θά σταυρώνουμε ἐμεῖς τά δικά μας ἁμαρτωλά πάθη, τόσο καί αὐτό ὡς ὑγιής καί χαριτωμένη κατάσταση θά ἀντανακλᾶ στούς νέους καί τά παιδιά μας, καθώς θά γινόμαστε οἱ γέφυρες γιά νά συναντήσουν αὐτοί καί τόν δικό τους Λυτρωτή καί Σωτήρα, τόν Κύριο. Εἶναι τυχαῖο ἄραγε ὅτι τίς περισσότερες φορές ἡ ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων τῶν νέων, ἀκόμη καί μέσα στό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο, ἔρχεται ἀπό τή θετική σχέση τῶν γονιῶν μέ τόν Θεό; Ἄς θυμηθοῦμε τό περιστατικό τῆς Χαναναίας γυναίκας, πού ἐκλιπαρεῖ τόν Κύριο γιά τή δαιμονισμένη κόρη της: ἡ δική της πίστη βγάζει τό δαιμόνιο! Ὅ,τι συμβούλευαν ἔπειτα καί ὅλοι οἱ ἅγιοί μας τούς γονεῖς, ὅπως καί ὁ ἅγιος Γέρων Πορφύριος: «ἁγιάστε τόν ἑαυτό σας καί θά δεῖτε ὅτι καί τά παιδιά σας θά ἀλλάξουν καί θά βροῦν τόν δρόμο τους».

 Λέμε συχνά ὅτι ἡ κοινωνία μας πάσχει γιατί πάσχει ἡ οἰκογένεια. ῾Η λύση καί ἡ ὅποια ὑπέρβαση τῶν κακῶν πού μᾶς ταλαιπωροῦν εἶναι ἡ δική της, τῆς οἰκογένειας, ἀνόρθωση. Κι αὐτό εἶναι ἀλήθεια. ῎Αν ἡ οἰκογένεια προσανατολισθεῖ σ᾽ αὐτό πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὀνομάζει ῾κατ᾽ οἶκον ᾽Εκκλησία᾽, τόσο θά γινόμαστε μάρτυρες τοῦ ἴδιου γεγονότος πού βίωσαν τότε τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μέ τήν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Τότε βεβαίως θά δοῦμε κι ἐμεῖς ὅτι τά δάκρυα τῆς ὀδύνης μας θά μεταποιηθοῦν σέ δάκρυα χαρᾶς.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ




«Ο άγιος Ιερόθεος ήταν ένας από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου. Κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο και χειροτονήθηκε επίσκοπος Αθηνών, ενώ αυτός έπειτα κατήχησε και τον μέγα Διονύσιο στην ίδια πίστη. Ο ίδιος προεξήρχε και στην κηδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν συναθροίστηκαν οι άγιοι Απόστολοι, και φαινόταν από όλα όσα ακούγονταν και θεωρούνταν, σαν να ήταν σε εκδημία και έκσταση. Φαινόταν σαν να είχε καταληφθεί από τον Θεό, υμνολογώντας Αυτόν. Έζησε με καλό και θεοφιλή τρόπο, κι αφού εύφρανε τον Θεό με την κατά Χριστό ζωή του και τα κατορθώματά του, εκδήμησε προς τον Κύριο».

Η χθεσινή και η σημερινή ημέρα προβάλλει δύο από τους μεγάλους αγίους της πίστεώς μας, μαθητές  του αποστόλου Παύλου, τον άγιο Διονύσιο τον αρεοπαγίτη και τον άγιο Ιερόθεο. Διότι ναι μεν κατά το συναξάρι ο άγιος Ιερόθεος κατήχησε στην πίστη του Χριστού τον άγιο Διονύσιο, όμως ο πρώτος που κατέβαλε το σπέρμα αυτής της πίστεως στον Διονύσιο, ήταν ο απόστολος Παύλος. Θυμόμαστε από τις Πράξεις των Αποστόλων ότι μετά το «αποτυχημένο» κήρυγμα του αποστόλου των εθνών στον Άρειο Πάγο, όπου οι περισσότεροι με ειρωνεία του είπαν «ακουσόμεθά σου και πάλιν» και σηκώθηκαν και έφυγαν, μερικοί προσήγγισαν τον απόστολο και μυήθηκαν από αυτόν τα της πίστεως, «εν οις Διονύσιος ο αρεοπαγίτης, γυνή τις ονόματι Δάμαρις και τινες συν αυτοίς». Με τους αγίους λοιπόν αυτούς, τον Διονύσιο και τον Ιερόθεο, βρισκόμαστε μπροστά στις πηγές της πίστεώς μας, οσφραινόμαστε τον αέρα της παρουσίας του αγιασμένου Παύλου, νιώθουμε την γεμάτη από αγάπη Χριστού πάλλουσα καρδιά του.

Ο άγιος Ιερόθεος συνιστά μία ιδιάζουσα περίπτωση αγίου, η οποία, με βάση το συναξάρι, τουλάχιστον μας προβληματίζει,  λόγω της εξαιρετικής αγάπης του προς τον Θεό και του ενθέρμου και ανοιχτού μάλλον χαρακτήρα του. Διότι πώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι μεταξύ όλων των αποστόλων και των παρευρισκομένων στην Κοίμηση της Θεοτόκου, εκείνος έχει προεξάρχουσα θέση, «φαινόμενος θεόληπτος και θείος υμνολόγος;» Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος μάλιστα δεν μπορεί να μη σημειώσει ότι ο άγιος μίλησε για τον Θεό με πανίερες θεολογίες, τις οποίες εξηγεί ως αποτέλεσμα διπλού γεγονότος: και του βαθύ πόθου που είχε αυτός για τον Θεό, και της επιμελούς, με σύνεση και διάκριση, μελέτης των θείων λογίων. «Νυττόμενος πόθω πνευματικώ και θείοις λογίοις εν συνέσει προσομιλών, των πάντων Δεσπότη πανιέρους θεολογίας ανατέθεικας». Κι είναι σημαντική η επισήμανση του υμνογράφου, διότι μας εξηγεί ότι τότε πράγματι κανείς μιλά ορθά για τον Θεό, τότε θεολογεί, όταν αφενός έχει μεγάλη αγάπη και πόθο για Εκείνον, αφετέρου εγκύπτει με μεγάλη επιμέλεια στα λόγια της Αγίας Γραφής και της προγενέστερης παράδοσης της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, η θεολογία αν δεν είναι αποτέλεσμα σύνδεσης με ό,τι η Εκκλησία πρεσβεύει και ζει, αλλά και πίστης και αγάπης προς τον Θεό από τον θεολογούντα, δεν θεωρείται ορθή θεολογία και μάλλον καταντά σ’ αυτό που οι Καππαδόκες ιδίως Πατέρες χαρακτήριζαν ως «τεχνολογία».

Ο υμνογράφος επιμένει στον τρόπο θεολογίας του αγίου Ιεροθέου. Η προσέγγιση από αυτόν των θείων λογίων δεν γινόταν, σημειώνει, άκριτα και άλογα. Ο άγιος μελετούσε τις Γραφές, την Παλαιά Διαθήκη και ό,τι μέχρι τότε είχε γραφεί, ιδίως από τις επιστολές των Αποστόλων, με ερευνητική διάθεση, με προσπάθεια δηλαδή να κατανοήσει  το μυστήριο του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Διότι ο Χριστός, συνεπώς και η Εκκλησία στη συνέχεια, δεν ήλθε να καταργήσει τον ανθρώπινο νου και την ανθρώπινη λογική. Εκείνο που πάντοτε αρνήθηκε ήταν η απολυτοποίηση της λογικής, η με μόνο τον ορθό λόγο κρίση της αποκάλυψης του Θεού. Αυτό, ναι, το αρνήθηκε και το αρνείται, διότι δεν λαμβάνεται υπ’  όψιν η αμαρτία του ανθρώπου, διά της οποίας διασπάστηκε ο άνθρωπος, με αποτέλεσμα η λογική να κινείται αυτόνομα, υπηρετώντας πια τα διαστρεβλωμένα πάθη του ανθρώπου. Όταν όμως ο άνθρωπος έχει βρει τον Θεό, όταν συνεπώς η χάρη του Θεού καταυγάζει την καρδιά του, τότε και ο νους και ο λόγος, ενοποιημένος και με τις άλλες δυνάμεις της ψυχής,  κινείται μέσα σε πλαίσια αποδεκτά, που σημαίνει ότι και τον Θεό κατανοεί, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο,  και αυτό που εκφράζει είναι πράγματι η αλήθεια. Ο άγιος Ιερόθεος λοιπόν υπήρξε ένας μελετητής των θείων λογίων, κινούμενος ερευνητικά πάνω στην οικονομία του Θεού, αλλά με ευσεβή αναζήτηση. Και γι’  αυτό καθοδηγούμενος από τη χάρη του Θεού φανέρωσε και σε εμάς τα μυστήρια του Θεού, και μάλιστα με καλλιέπεια λόγων, όπως σημειώνει και σε άλλο σημείο ο ποιητής. «Μετ’  ευσεβούς ζητήσεως ερευνήσας τα άρρητα της οικονομίας του Χριστού μυστήρια, τρανώς εφανέρωσας, υψηγορία χρώμενος». «Ρημάτων ο φθόγγος σου και συγγραμμάτων η καλλιέπεια κατευφραίνει τους πόθω προσομιλούντας».

Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΛΟΥΚΑ


“῎Εχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν”
(Β´Κορ. 4,7)

α. Τή διπλή αἴσθηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου τονίζει ὁ ἅγιος  Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. ᾽Από τή μία ὁ θησαυρός τόν ὁποῖο ζεῖ στήν ὕπαρξή του: ἡ ἴδια ἡ ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ μέσα στήν καρδιά του, ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἐπίγνωση τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του -  σάν τό πήλινο δοχεῖο πού εἶναι ἕτοιμο νά θρυμματιστεῖ.  ᾽Αλλά ἀκριβῶς αὐτό τοῦ συνειδητοποιεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού τόν διακρατεῖ  εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν κάνει νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσχέρειες καί τίς παγίδες  τοῦ κόσμου τούτου, ὥστε στήν ὅποια πίεση πού δέχεται νά μήν καταβάλλεται, στό κάθε ἀδιέξοδο νά μήν ἀπελπίζεται, στήν πτώση νά μή χάνει τελικῶς τόν ἀγώνα. Νιώθει ἔτσι ὅτι μέ τίς δοκιμασίες μετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὁπότε καί ἡ προσμονή εἶναι γλυκειά: ἡ μετοχή στήν ᾽Ανάστασή Του. Μέ ἄλλα λόγια νιώθει ὅτι φανερώνεται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τόν ἴδιο, ἐπιβεβαιώνοντας τόν ἄλλο λόγο του:  ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῾Ο ἀπόστολος ῾φωτογραφίζει᾽ ἔτσι καί τή ζωή κάθε χριστιανοῦ. ῾Ο κάθε χριστιανός (πρέπει νά) ζεῖ μέ αὐτήν τή διπλή αἴσθηση: καί τοῦ μεγαλείου του καί τῆς μικρότητός του.

β. 1. Καί ἡ αἴσθηση μέν τῆς μικρότητος λόγω τοῦ ῾ὀστρακίνου σκεύους᾽ του εἶναι δεδομένη. Ποιός σώφρων ἄνθρωπος μέ ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητος μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά τίς σωματικές ἤ καί τίς ψυχικές του δυνάμεις; ᾽Εκεῖ πού κάποιος χαίρεται γιά τή σωματική του ὑγεία καί ἀρτιότητα ἔρχεται ἕνας ἰός, ἕνα μικρόβιο, μία ἀσθένεια, ἕνα ἀτύχημα καί τά χάνει ὅλα. ᾽Εκεῖ πού κάποιος μπορεῖ νά καυχᾶται γιά τήν πνευματική του δύναμη, τήν εὐφυΐα καί τήν ὀξύνοιά του, ἔρχεται μία σταγόνα αἵματος, ἕνα ἐγκεφαλικό καί ὅλα καταρρίπτονται. Μόνον ἕνας ἄφρων καί ὑπερφίαλος ἀλαζών θά μποροῦσε νά καυχηθεῖ γιά τό πήλινο τῆς ὕπαρξής του, τῆς σωματικῆς καί τῆς ψυχικῆς, ἀναβιβάζοντας τόν ἑαυτό του στόν θρόνο τοῦ κενοῦ: τό ἴδιο τό ἐγώ του. Καί ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας ἡ ἐπιστήμη μέ τίς συνεχεῖς προόδους της ἔχει γίνει ἀρκετά ταπεινή: συνεχῶς συνειδητοποιεῖ τά πεπερασμένα ὅρια τοῦ ἀνθρώπου, τό πόσο πράγματι μικρός καί ἀδύναμος στέκει αὐτός μέσα στόν κόσμο πού τόν περιβάλλει. ῎Αλλωστε ἡ φθορά καί ὁ θάνατος πού καραδοκεῖ πάντοτε στό τέλος, ἀποτελεῖ μία μόνιμη πρόκληση συναίσθησης τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του.

2. Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς πραγματικότητος. Διότι ὁ πεπερασμένος καί μικρός ἄνθρωπος ταυτοχρόνως συνιστᾶ καί ἕνα μεγαλεῖο. ῎Οχι γιά ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀλλά γιά ὅ,τι ὁ Θεός ἐν Χριστῷ τοῦ χάρισε καί τοῦ χαρίζει. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου: ὁ κάθε ἄνθρωπος δυνάμει ἀλλά ὁ χριστιανός ἐνεργείᾳ, λόγω τῆς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλάσεώς Του,  μέσα στήν ταπεινότητά του καί τήν ἀδυναμία του ἔχει τόν μέγιστο θησαυρό: νά μπορεῖ νά φέρει τόν ἴδιο τόν Θεό, νά ζεῖ καλύτερα ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα του. ῾῾Ο Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. ῾Ο Θεός, δηλαδή, πού εἶπε: ῾Μέσα ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς᾽, Αὐτός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀφενός ἀποκαλυπτική ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ - ᾽Εκεῖνος ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία – ἀφετέρου γεγονός ἐσωτερικό καί μυστικό: τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τό σημαντικότερο ὅμως σχετίζεται μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό.

3. (α) Κι ὅταν λέει καρδιά βεβαίως ὁ ἀπόστολος, ὅπως καί ὅλη ἡ ἁγία Γραφή, δέν ἐννοεῖ τό σάρκινο ὄργανο ἁπλῶς τοῦ σώματός μας, ἀλλά αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τό βάθος τῆς ὕπαρξής μας, ῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον᾽ κατά τόν ἀπόστολο, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται κατά ἐξωτερικό καί μαθηματικό τρόπο σάν νά εἶναι ἕνα ἀντικείμενο τοῦ κόσμου τούτου - ὅποιοι ἐπεχείρησαν νά ῾ἀποδείξουν᾽ τόν Θεό ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν ἀποτυχία τους ῾στέγνωσαν᾽ καί τήν ὅποια ζωντάνια τῆς πίστης τους - ἀλλά βιώνεται ἐμπειρικά ἐκεῖ πού λειτουργεῖ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, δηλαδή μέσα μας. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἄλλωστε τό εἶχε ἐπισημάνει: ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔρχεται μετά παρατηρήσεως. Οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε. ᾽Ιδού ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν᾽. (Γι᾽ αὐτό καί παρενθετικά νά ποῦμε ὅτι ἀκριβῶς γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἡ ᾽Ορθοδοξία πού κράτησε πάντοτε τή μυστική αὐτή διάσταση τῆς βίωσης τῆς πίστης ἀποτελεῖ καί θά ἀποτελεῖ πάντοτε τήν ἐλπίδα γιά τήν ἀληθινή χριστιανική ζωή).

(β) ῾Ο παραπάνω λόγος ἐξηγεῖ καί τήν ἔννοια τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ πού λέει ὁ ἀπόστολος.  Δέν πρόκειται γιά μία γνώση ἐγκεφαλικοῦ τύπου, ἀλλά γιά τή γνώση ἐκείνη πού κηρύσσουν οἱ προφῆτες ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐννοεῖ καί ἡ Καινή. ῾Η γνώση δηλαδή πού ἔρχεται ὡς καρπός ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ἡ γνώση πού προϋποθέτει τή μετοχή στή ζωή ᾽Εκείνου. Τότε μέ ἄλλα λόγια γνωρίζω τόν Θεό, κατά τή χριστιανική πίστη, ὅταν ζῶ μέσα στήν ἐνέργεια τῆς χάρης Του. ῾Γνῶσίς ἐστι μετουσία᾽ θά σημειώσει ὁ Πατήρ Πατέρων ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. ῞Οπως γνωρίζω τόν ἥλιο γιατί βρίσκομαι μέσα στίς ἐνέργειες τῶν ἀκτίνων του, κατά τόν ἴδιο τρόπο γνωρίζω τόν Θεό γιατί βρίσκομαι μέσα στό φῶς Του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἀπόστολος μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεός μᾶς φώτισε ὥστε νά ἔχουμε ἐμπειρία τῆς δόξας Του, δηλαδή τῆς χάρης καί τῆς παρουσίας Του μέσα στήν καρδιά μας.

(γ) ῾Η ἐμπειρία αὐτή τοῦ Θεοῦ ὅμως σχετίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ. ῾Μᾶς φώτισε, λέει, νά γνωρίσουμε τή δόξα Του ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια γνωρίζει κανείς τόν Θεό, μετέχει σ᾽ Αὐτόν στόν βαθμό πού τοποθετεῖται ἔναντι τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει ἔτσι γνώση Θεοῦ ἔξω ἀπό τόν Χριστό. ᾽Εκεῖνος πού θά μιλήσει γιά τόν Θεό παραθεωρώντας τόν Χριστό θά μιλήσει γιά κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι Θεός. Σάν τούς εἰδωλολάτρες πού πίστευαν σέ θεούς, κατασκευάσματα ὅμως τοῦ μυαλοῦ τους, εἴδωλα. Στήν ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου στόν Κύριο ᾽Εκεῖνος νά τούς δείξει τόν Θεό Πατέρα, ὁ Χριστός μας ἀπάντησε: ῾Τοσοῦτον χρόνον μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι, Φίλιππε, καί οὐκ ἔγνωκάς με; Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός παραμένει πάντοτε ῾ἡ θύρα᾽ διά τῆς ὁποίας ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί βρίσκει τή σωτηρία του. ῾Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽.

Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτός ὁ φωτισμός πού μᾶς γνωρίζει τόν Θεό στήν καρδιά μας ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ῞Αγιον Πνεῦμα εἶναι τό πρόσωπο πού ἀποκαλύπτει μέσα μας τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Κύριο καί Θεό. Χωρίς τόν φωτισμό αὐτό ὁ Χριστός θά γίνεται ἀποδεκτός ὡς ἄνθρωπος σπουδαῖος ἴσως, ὡς φιλόσοφος, ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, ὄχι ὅμως καί ὡς τέλειος Θεός. Τό εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο ὅταν αὐτός εἶχε ὁμολογήσει τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ - ῾σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι᾽ - τό ἀποκαλύπτει καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει ῾oὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.

᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἔχουμε μία ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά νά γνωρίζουμε τόν ἀληθινό Θεό: τό ῞Αγιον Πνεῦμα φωτίζει τίς καρδιές μας γιά νά γνωρίζουμε τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ὡς θύρα μᾶς ὁδηγεῖ στόν  Θεό Πατέρα. ῞Οτι ἐδῶ προϋποτίθεται ἡ ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, ὅπου διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος λαμβάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνει μέλος Χριστοῦ καί νά ἀρχίσει διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ᾽Εκείνου νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.

γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔρχεται μέ δυνατό τρόπο νά ἀφυπνίσει τίς συνειδήσεις μας ὡς χριστιανῶν: καλούμαστε μέσα στή δεδομένη ἀδυναμία μας ὡς πλάσματα φθαρτά νά ἐπικεντρώνουμε ὄχι σ᾽ αὐτήν, ἀλλά στόν θησαυρό πού μᾶς ἔχει δοθεῖ. Συνιστᾶ τελικῶς ἀθεΐα τό γεγονός νά ἀποδεικνυόμαστε τυφλοί στήν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας δωρεά – νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ - καί ὁλόφθαλμοι μόνο στίς ἀδυναμίες καί στά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. ῎Αν τόσα προβλήματα παρουσιάζει καί ἡ δική μας ζωή, ἄν τό ἄγχος καί ὁ πόνος μᾶς καταβάλλουν, ὥστε νά ὁδηγούμαστε συχνά στήν ἀπελπισία καί στήν ἀπόγνωση - ὁρισμένοι ἀδελφοί ὁδηγοῦνται καί στήν αὐτοκτονία – εἶναι μᾶλλον γιατί ὁ διάβολος, ῾ὁ θεός τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τά νοήματα᾽ ὄχι μόνο τῶν ἀπίστων ἀλλά καί ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν. Καί τά ἀποτελέσματα εἶναι πιά ὁρατά: εἴτε ῾χριστιανοί᾽ νά ὑβρίζουν τόν Χριστό καί νά Τόν διακωμωδοῦν, ἀγνοώντας ὅτι ἔτσι ἐμπαίζουν καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, εἴτε οἱ περισσότεροί μας νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν διακωμωδοῦμε ἔμπρακτα, γιατί καταργοῦμε αὐτό γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση νά εἴμαστε μαζί Του: τήν ἀγάπη.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΧΑΡΙΤΩΝ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ




«Ο όσιος Χαρίτων έζησε επί της βασιλείας του Αυρηλιανού και καταγόταν από το Ικόνιο της Λυκαονίας. Λόγω της πίστεώς του στον Χριστό, οδηγήθηκε στον άρχοντα Υπατικό, κι επειδή ομολόγησε με παρρησία τον Χριστό ως Θεό, τον κτύπησαν και τον κατάφλεξαν με λαμπάδες φωτιάς. Μετά την πτώση του Αυρηλιανού, ελευθερώθηκε, και πήγε σε έρημο τόπο, όπου έπεσε σε ληστές που τον αιχμαλώτισαν. Ελευθερώθηκε όμως και πάλι αλλά με τον εξής τρόπο: Στην κανάτα που είχαν οι ληστές το κρασί τους, πήγε μία έχιδνα που έχυσε το δηλητήριό της, οπότε πίνοντας οι ληστές πέθαναν όλοι. Ο όσιος, βλέποντας το σπήλαιο ταιριαστό για τόπο ασκήσεώς του, το έκανε εκκλησία, κι επειδή άρχισαν να προσέρχονται πολλοί για να ασκηθούν κοντά του, το μετέτρεψε τελικώς σε μοναστήρι. Λόγω των περισπασμών, αποσύρθηκε αλλού, αλλά και εκεί τον περίμενε η ίδια «τύχη», μέχρι ότου βρήκε την άκρη ενός βράχου, για να αφιερωθεί απερίσπαστος στην προσευχή και τον Θεό. Την έλλειψη ύδατος την ξεπέρασε με τη χάρη του Θεού. Παρακάλεσε τον Κύριο, και από το βράχο βγήκε κρυστάλλινο νερό. Εκεί στον βράχο αυτό έζησε μέχρι βαθύτατο γήρας, επιτελώντας και πλήθη θαυμάτων».

Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας, καλός γνώστης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των Πατερικών και νηπτικών κειμένων,  «ζωγραφίζει» το πνευματικό πορτραίτο του οσίου Χαρίτωνα, χρησιμοποιώντας εικόνες από τα παραπάνω έργα. Το πρώτο στο οποίο εμμένει ο εκκλησιαστικός ποιητής είναι το χάρισμα του οσίου να καθοδηγεί άλλους προς εύρεση της Βασιλείας του Θεού, το χάρισμα δηλαδή του Γέροντα. Βασιζόμενος στο γεγονός ότι ο όσιος είχε ιδρύσει τρία μοναστήρια, παρ’  όλη την τάση του να ζήσει ως ερημίτης, τον βλέπει ως νέο Μωϋσή, ο οποίος, σαν τον παλαιό που καθοδήγησε τους Ισραηλίτες στη γη της επαγγελίας, και μάλιστα περνώντας τους θαυματουργικά, δηλαδή με τη χάρη του Θεού, από την Ερυθρά θάλασσα,   καθοδήγησε και αυτός τους μοναχούς του, ανοίγοντας με το όπλο του Σταυρού το πέλαγος της αθλητικής θαλάσσης, καταβυθίζοντας έτσι τον νοητό Φαραώ, τον διάβολο. «Θαλάσσης αθλητικής το πέλαγος διανηξάμενος, τω ζωηφόρω όπλω του Σταυρού, Φαραώ τον αλάστορα τον νοητόν, Μακάριε, θεία δυνάμει κατεπόντισας». Κι είναι μεγάλη ευλογία στη ζωή μας να έχουμε βρει και εμείς τον σωστό πνευματικό καθοδηγητή, τον σωστό Γέροντα, προκειμένου, αντιστοίχως με τους μοναχούς του οσίου Χαρίτωνα, να καθοδηγούμαστε στην εύρεση του Χριστού. Διότι βεβαίως αυτός είναι όλος ο σκοπός της πνευματικής ζωής και της πνευματικής καθοδήγησης: να συνδεθούμε με τον Χριστό, δηλαδή να ζούμε έτσι, ώστε να ενεργοποιείται το χάρισμα του αγίου βαπτίσματος και του αγίου χρίσματος.

Δεν είναι δυνατόν όμως ο Θεός να έχει χαριτώσει κάποιον με το χάρισμα της πνευματικής καθοδήγησης, χωρίς αυτός να έχει διαφύγει τη θάλασσα των παθών, χωρίς να έχει υπερβεί τον εγωισμό και τα παρακλάδια του, κι αυτό με τη χάρη του Θεού. Ο όσιος Χαρίτων ήταν αληθινός Γέροντας, κι όχι «φο μπιζού» Γέροντας, όπως πολύ ωραία σύγχρονος ιεράρχης το έχει χαρακτηρίσει, γιατί ακριβώς ενισχυόμενος από το Πνεύμα του Θεού νίκησε τον νοητό Γολιάθ, τις πονηρές δυνάμεις. Ο υμνογράφος με άλλα λόγια θέλοντας να τονίσει τους σπουδαίους ασκητικούς αγώνες του οσίου τον παραλληλίζει με τον Δαυίδ. Κι όπως εκείνος, σε νεαρή ηλικία, αλλά με τεράστιο θάρρος και με δύναμη Θεού νίκησε τον γιγάντιο Γολιάθ, έτσι και ο όσιος Χαρίτων: παρ’  όλη τη θεωρούμενη τεράστια δύναμη του διαβόλου, τον νίκησε, γιατί αφενός είχε την προαίρεση για κάτι τέτοιο, αφετέρου ενισχυόταν από τον παντοδύναμο και παντοκράτορα Κύριο. «Καθείλες δαυιτικώς του αλλοφύλου Γολιάθ, όσιε, την νοητήν δύναμιν, εν τη παντευχία του Πνεύματος».

Ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, σαν τον όσιο Χαρίτωνα, γνήσιος δούλος του Θεού, με ασκητικό φρόνημα και αληθινή αγάπη προς τον συνάνθρωπο, όντως χαριτώνεται από τον Θεό – «εστεφάνωσαν αι χάριτες σε Χαρίτων, αθλητικώ στεφάνω, της Χριστού βασιλείας», δηλαδή: σε στεφάνωσαν, Χαρίτων, οι χάρες της βασιλείας του Χριστού με αθλητικό στεφάνι - και λειτουργεί για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους  κυριολεκτικά ως «μαγνήτης», που τους τραβάει κοντά του. Δεν είναι τα ανθρώπινα προσόντα του, οι γνώσεις του, η πιθανή ευγένειά του, οι καλοί τρόποι του. Είναι η χάρη του Θεού που ελκύει  τους ανθρώπους. Κι αυτό θα πει ότι οι άνθρωποι πλησιάζουν έναν τέτοιο άνθρωπο με τη βεβαιότητα ότι προσεγγίζουν τον Θεό. Αν δεν υπάρχει αυτή η βεβαιότητα, αν οι άνθρωποι προσεγγίζουν τον Γέροντα, για να μείνουν μόνον σ’  εκείνον, χωρίς να περνάνε δι’  αυτού στον Σωτήρα Χριστό, τότε αφενός οι άνθρωποι αυτοί πάσχουν από πλευράς ψυχικής – διότι Θεός τους γίνεται ο «Γέροντάς» τους -  αφετέρου ο Γέροντας αυτός, σε περίπτωση που δεν αρνηθεί το «φωτοστέφανο» που του βάζουν οι άνθρωποι, δεν είναι γνήσιος Γέροντας, ανήκει στους «ψευδογέροντες», που συνιστούν μία από τις μάστιγες της Εκκλησίας. Ο όσιος Χαρίτων γίνεται ο οδηγός μας. Ζούσε εν αυτώ ο Χριστός, γι’ αυτό και διάφανος γενόμενος Εκείνον αποκλειστικά φανέρωνε. «Συ, όσιε, φωτός ακηλίδωτον έσοπτρον της άνωθεν φρυκτωρίας τηλαυγώς ανεδείχθης, Χαρίτων παμμακάριστε». Χαρίτων όσιε, παμμακάριστε, αναδείχτηκες πολύ καθαρά ακηλίδωτος καθρέπτης που αντανακλά το θεϊκό φως. Τέτοιους Γεροντάδες, διάφανους προς τον Θεό και τον άνθρωπο, που και η εποχή μας γνώρισε (π.χ. τον όσιο Γέροντα Πορφύριο, τον όσιο  Γέροντα Παϊσιο, τον όσιο Γέροντα Ιάκωβο, τον Γέροντα Εφραίμ, τον Γέροντα Σωφρόνιο κ.ά.), ας παρακαλούμε τον Θεό να αναδεικνύει πάντοτε. Το πιο σημαντικό όμως είναι να προσπαθούμε όλοι μας να γινόμαστε με τον τρόπο του οσίου Χαρίτωνα μικροί Γεροντάδες. Δηλαδή να ζούμε έτσι τον Θεό, ώστε ο Θεός να φανερώνεται μέσω ημών. Διαφορετικά, θα εμπαιζόμαστε όλοι από τις μηχανές του Πονηρού.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ


 


«Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος ήταν στρατηλάτης στην πόλη των Ρωμαίων, επί Τραϊανού βασιλέως. Ονομαζόταν Πλακίδας και η γυναίκα του Τατιανή, ήταν πολύ πλούσιος και μολονότι ειδωλολάτρης, με μεγάλη χαρά έδινε ελεημοσύνες στους πτωχούς. Κάποια φορά που είχε βγει στο κυνήγι, του φανερώθηκε μία έλαφος, την οποία άρχισε να καταδιώκει. Την ώρα που επρόκειτο να τη φτάσει, βλέπει στα κέρατά της τον τίμιο σταυρό του Χριστού, ενώ από τα κέρατα ήλθε φωνή που έλεγε: «Ω, Πλακίδα, γιατί με καταδιώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός». Μετά το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε, οπότε και άρχισε ο πόλεμος εναντίον του από τον ανθρωποκτόνο διάβολο: έχασε τον πλούτο του, είδε τη γυναίκα του αιχμάλωτη, τα παιδιά του αρπάχτηκαν από θηρία και ο ίδιος βρέθηκε σε μεγάλη φτώχεια. Ο Θεός επέτρεψε όμως να βρει και πάλι τη γυναίκα και τα παιδιά του, όπως και να τον αναζητήσει ο βασιλιάς, ο οποίος τον έβαλε  στο προηγούμενο αξίωμά του. Ύστερα από όλα αυτά, ήλθε η ώρα του μαρτυρίου. Διότι αναγκάστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, κάτι βεβαίως που αρνήθηκε αμέσως, γι’ αυτό και ρίχτηκε μέσα σε χάλκινο  πυρακτωμένο από φωτιά βόδι, μαρτύριο με το οποίο και τελειώθηκε».

Η Εκκλησία μας παραλληλίζει καταρχάς τον άγιο Ευστάθιο με τον απόστολο Παύλο: όπως ο Παύλος δέχτηκε κλήση από τον Χριστό, που του παρουσιάστηκε εν οράματι την ώρα που καταδίωκε τους χριστιανούς, και τον κάλεσε να γίνει χριστιανός, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και ο Ευστάθιος δέχτηκε κλήση από Εκείνον, μέσω όμως της ελάφου που καταδίωκε, ο Οποίος τον κάλεσε εξίσου να Τον ακολουθήσει. Ο υμνογράφος πολλές φορές κάνει τη σύνδεση αυτή. «Η κλήσις ουκ απ’ ανθρώπων γέγονεν η ση πανάριστε, αλλ’  ουρανόθεν Παύλον ως το πριν ο Χριστός σε εκάλεσεν». Η κλήση σου, πανάριστε, δεν έγινε από ανθρώπους, αλλά ο Χριστός από τον ουρανό σε εκάλεσε, όπως παλαιότερα τον Παύλο. Θυμίζει βεβαίως ακόμη ο συγκεκριμένος τρόπος της κλήσεως και τον άγιο Κωνσταντίνο. Κι εκείνος κλήθηκε να στραφεί προς τον χριστιανισμό μέσω του οράματος του σταυρού που ο Θεός του έδωσε, και μάλιστα με την επιγραφή: «Τούτω νίκα». Δεν πρόκειται για «σκανδαλώδη» εύνοια, θα λέγαμε, του Θεού προς κάποιους ανθρώπους. Διότι μπορεί μεν ο Θεός να μην καλεί όλους τους ανθρώπους με παρόμοιο άμεσο και συγκλονιστικό τρόπο, όμως πράγματι Εκείνος καλεί όλους μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του για να στραφούν προς Αυτόν. Ο ίδιος ο Κύριος το βεβαίωσε: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, είπε, εάν μη ο Πατήρ μου ο πέμψας με, ελκύση Αυτόν». Ώστε κανείς δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του. Διαφέρει μόνο ο τρόπος με τον οποίο καλείται κάποιος από τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι «προσωπολήπτης».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως δεν παραλληλίζει τον άγιο Ευστάθιο μόνο με τον απόστολο Παύλο. Έκθαμβος μπροστά σ’  αυτά που πέρασε ο άγιος -  απώλεια της συζύγου και των παιδιών του,  απώλεια της περιουσίας του και των αξιωμάτων του – φέρνει στη μνήμη του το παράλληλο από την Παλαιά Διαθήκη, τη ζωή του πολύαθλου Ιώβ. «Συ, οία περ Ιώβ, ανεφάνης Ευστάθιε». Αναφάνηκες, Ευστάθιε, σαν τον Ιώβ. Τον ονοματίζει λοιπόν νέο και δεύτερο Ιώβ – «ο δεύτερος Ιώβ Ευστάθιος» - γιατί  και εκείνος σαν τον πρώτο Ιώβ, σε ό,τι υφίστατο έλεγε εν πίστει: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Να υφίστασαι τέτοια βάσανα και να δοξολογείς τον Θεό αποτελεί το όριο της αληθινής πίστεως και της αληθινής υπομονής. Σημαίνει ότι έχεις «ακουμπήσει» όλη την ύπαρξή σου και τη ζωή σου στα χέρια του Θεού. Ο υμνογράφος προχωράει ακόμη περισσότερο σε μία θεωρούμενη υπερβολή: Θεωρεί τον άγιο Ευστάθιο και μεγαλύτερο του Ιώβ: «…υπερβάς αληθώς τον Ιώβ, τη αρετή, συν τη συζύγω και τοις τέκνοις». Και δεν έχει άδικο. Διότι ο Ιώβ, πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, σε κάποια στιγμή «λυγίζει» και τα «βάζει» με τον Θεό, αδυνατώντας να κατανοήσει αυτά που υφίσταται. Κι έχει από την άλλη τη γυναίκα του που τον ωθεί σε βλασφημία. Με τον άγιο Ευστάθιο τούτο δεν υπάρχει: υπομένει καρτερικά μέχρι τέλους χωρίς να ταλαντεύεται διόλου κατά  την πίστη του – «στήλην καρτερίας» τον χαρακτηρίζει ο υμνογράφος και «ακράδαντον εν πειρασμοίς» - έχοντας συνάθλους μαζί του την αγία γυναίκα του Θεοπίστη και τα άγια τέκνα του, μάρτυρες όλοι αυτοί του Χριστού.

Εκείνο που αποκορυφώνει την αρετή και την υπομονή του αγίου Ευσταθίου, αλλά εμβάλλει εμάς πια σε «πειρασμό», είναι η απάντηση του Κυρίου στα βάσανα που είχε περάσει ο άγιός του: «όθεν επί τέλει των αγώνων ως νίκης βραβείον παρέσχε σοι, την του αίματος πρόσχυσιν»! Γι’  αυτό, σημειώνει ο υμνογράφος, μετά δηλαδή τα όσα τράβηξες στη ζωή σου Ευστάθιε, σαν τελικό στάδιο των αγώνων, σου έδωσε ο Κύριος σαν βραβείο νίκης, να χύσεις το αίμα σου γι’ Αυτόν! Αποτελεί «πειρασμό» για εμάς, είπαμε, αυτό που λέει ο υμνογράφος, παρακολουθώντας τη ζωή του αγίου: Να περνάς τόσα βάσανα, να τα υπομένεις, και να δέχεσαι ως βραβείο για όλα αυτά και το μαρτύριο του αίματος! Αν αυτό δεν συνιστά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική, τότε δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσουμε. Αλλά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική. Διότι μέσα στα πλαίσια της λογικής του Θεού τα πράγματα χαρακτηρίζονται αλλιώς: ο Θεός συνήθως έτσι αμείβει τους γνήσιους δούλους Του. Με το να τους παρέχει τη χάρη του μαρτυρίου. Δηλαδή να τους οδηγεί σε μία επακριβή ακολουθία των ιχνών Εκείνου. Διότι και ο Χριστός μας έτσι «αμείφτηκε» από τον Θεό Πατέρα Του: να ανέβει στον Σταυρό! Και βεβαίως αυτό συνιστά και την ανάσταση των ανθρώπων. Ο μέγας Ευστάθιος είχε τη χάρη να ζήσει ακριβώς σαν τον Χριστό, με τη χάρη βεβαίως Εκείνου. Και απολαμβάνει την παρουσία του Χριστού, μαζί με τους οικείους του, πλούσια στη βασιλεία του Θεού.


Η «μεθοδολογία» αυτή του Θεού, την οποία επισημαίνουμε στον Χριστό και τους αγίους Του, ήταν κάτι που είχε ήδη αναγγελθεί και από την Παλαιά Διαθήκη. Ήδη ο προφήτης Ησαϊας αναφερόμενος στον Μεσσία και «βλέποντας» την κόπωση και την εξάντλησή Του από τις αμαρτίες των ανθρώπων, βάζει τον Θεό να «απαντά» στο δίκαιο παράπονό Του ότι κουράστηκε,  με την ανάθεση καινούργιας αποστολής, που θα Τον φέρει στο Πάθος. Δεν ξέρουμε πια τι να πούμε. Μπροστά στα μυστήρια των βουλών του Θεού, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κλίνουμε το γόνυ της καρδιάς και του σώματος και εν πίστει να αποδεχτούμε την ακατανόητη πολλές φορές για εμάς μέθοδο ενεργείας του Θεού μας. Κατανοούμε όμως απολύτως την αγάπη Του.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ


«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου η σημερινή εορτή της σύναξης των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό. Θυμίζουμε: μετά τη Γέννηση του Κυρίου εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, μετά τη Βάπτιση του Κυρίου, η σύναξη του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετά την Πεντηκοστή, η σύναξη για τον Άγιον Πνεύμα. Το ίδιο λοιπόν και εδώ: ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακαρία δυάς∙ υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε, ότι την της κτίσεως πάσης υπερέχουσαν εβλαστήσατε». «…το ζεύγος το άγιον, η ξυνωρίς η αγία, Ιωακείμ και Άννα», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή: μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας – ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια – και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως – ο άνθρωπος μπορεί πια να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου. Αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι. Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών» (Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας). Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο: της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία: ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη: η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!

 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΩΖΩΝ



«Ο άγιος Σώζων, ορμώμενος από τη Λυκαονία, ήταν βοσκός προβάτων. Όταν αξιώθηκε να βαπτιστεί και να γίνει χριστιανός, εισήλθε σε ειδωλολατρικό ναό, στον οποίο υπήρχε άγαλμα, κατασκευασμένο από χρυσάφι και ασήμι, έσπασε το δεξί χέρι του αγάλματος, το πούλησε και τα χρήματα που πήρε τα μοίρασε στους πτωχούς. Ο ηγεμόνας του τόπου άρχισε να τιμωρεί πολλούς από αυτούς που υποψιαζόταν ότι προέβησαν στην ενέργεια αυτή, γι’  αυτό και ο άγιος παρουσιάστηκε και φανέρωσε ότι εκείνος ήταν ο δράστης του γεγονότος. Αμέσως τον κτύπησαν με σφοδρότητα, του έβαλαν σιδερένια υποδήματα και τον ανάγκασαν να τρέχει. Και πάλι άρχισαν να τον κτυπούν τόσο πολύ, ώστε τα οστά του σώματός του έσπασαν όλα και με τον τρόπο αυτόν παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό».

Η εορτή του αγίου Σώζοντος βρίσκεται υπό τη σκιά της μεγάλης εορτής των Γενεθλίων της Θεοτόκου. Όχι μόνον λόγω της αυριανής Θεομητορικής εορτής, αλλά και λόγω του ότι η Εκκλησία μας και σήμερα προεορτάζει τα Γενέθλιά της και αυτά αποτελούν την προτεραιότητα των όλων ακολουθιών. Αυτό όμως συνιστά μία ιδιαίτερη ευλογία για τον άγιο Σώζοντα, ο οποίος διακατεχόταν από θερμουργή αγάπη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό – «πυρπολούμενος αγάπη Θεού, Παμμάκαρ» σημειώνει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος – συνεπώς και για την Παναγία Μητέρα Του. Διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς τον Χριστό, παραθεωρώντας την Μητέρα Του. Μόνον αιρετικοί που έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα και περί του Χριστού, υποβαθμίζουν και υποτιμούν την υπεραγία Θεοτόκο. Κατά την πίστη μας, Χριστός και Παναγία συνθεωρούνται και ο βαθμός της αληθινής όρασης του Χριστού εξαρτάται και από τον βαθμό της αληθινής αποδοχής της Παναγίας Μαριάμ, δηλαδή της αποδοχής της ως πράγματι Θεοτόκου. Τούτο δεν είναι γνώμη και άποψη, αλλά δόγμα της πίστεώς μας, χωρίς την αποδοχή του οποίου η όποια πίστη μας δεν είναι ορθή και η σωτηρία μας συνεπώς διακυβεύεται. Είναι λοιπόν ευλογία για τον άγιο Σώζοντα, διότι εορτάζει  κάτω από τη δροσιά της σκιάς της Παναγίας. Έτσι εφαρμόζεται και γι’  αυτόν ό,τι οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου επισημαίνουν για Εκείνην: «χαίρε δένδρον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πολλοί». Μέσα στους πολλούς είναι από την άποψη αυτή και ο άγιος Σώζων.

Πυρπολείτο από την αγάπη του Θεού ο άγιος Σώζων, όπως είπαμε, και αυτή η αγάπη τον οδήγησε και στο μαρτύριο υπέρ Χριστού και μάλιστα με τρόπο οικειοθελή. Ο υμνογράφος όμως μας υπενθυμίζει ότι δεν αρκεί μόνον να οδηγηθεί κάποιος στο μαρτύριο, αλλά και να μείνει σταθερός μέχρι τέλους, κρατώντας την αγάπη του Χριστού, που σημαίνει να δει τον εαυτό του ως ευώδη θυσία προς Εκείνον, άρα κρατώντας την αγάπη και προς τους εχθρούς: «σεαυτόν θυσίαν δε ευωδεστάτην Θεώ τέθυκας». Η με αγάπη σταθερότητα αυτή μέχρι τέλους δεν κατορθώνεται παρά μόνον όταν συνεργήσει η χάρη του Θεού. Και η χάρη του Θεού συνεργεί παρέχοντας την υπομονή, η οποία λειτουργεί ως δροσιά για τον μάρτυρα. Αν στα μαρτυρολόγια καταγράφονται τόσες περιπτώσεις αγίων, που άντεξαν με χαρά και πολλές φορές ανώδυνα τα μαρτύρια, είναι γιατί ακριβώς η χάρη του Θεού ενεργούσε και τους ενίσχυε. Όπως συνέβη και στην Παλαιά Διαθήκη, με τους αγίους τρεις παίδες που τους έριξαν στην κάμινο της φωτιάς και άγγελος Κυρίου μεταποιούσε τη φωτιά σε δροσιά, κατά τον ίδιο τρόπο ο Κύριος: ενισχύει τους μάρτυρες του ονόματός Του, για να αντέξουν με τον σωστό τρόπο, δηλαδή με αγάπη, τα μαρτύρια. Ο υμνογράφος λοιπόν επισημαίνει αυτήν την πραγματικότητα και για τον άγιο Σώζοντα: «εν τη καμίνω των αλγεινών βασάνων Μάρτυς βληθείς, δρόσον εκ Θεού εδέξω υπομονής, ευχαρίστως τε εκραύγαζες: Ευλογημένος ει, εν τω ναώ της δόξης σου Κύριε». Ρίχτηκες στο καμίνι των οδυνηρών βασάνων, Μάρτυς, και δέχτηκες τη δροσιά της υπομονής από τον Θεό, γι’ αυτό και ευχαρίστως κραύγαζες: Είσαι ευλογημένος στον ναό της δόξας σου, Κύριε.

Καμίνι βασάνων είναι βεβαίως και η ζωή μας, πολλές φορές, χωρίς να υπάρχουν τα σωματικά μαρτύρια από τους εχθρούς της πίστεως. Οι σωματικές ασθένειες, ο πόνος συγγενών μας, οι διάφορες αποτυχίες, τα προβλήματα των παιδιών μας, οι δυσκολίες από την οικονομική δυσπραγία και πολλά άλλα που συνιστούν τις δοκιμασίες της ζωής, τι άλλο είναι από βάσανα, που μας δοκιμάζουν σαν να βρισκόμαστε κι εμείς σ’  ένα καμίνι; Και η λύση είναι αυτή που προτείνει κάθε φορά η Εκκλησία μας, βασισμένη στον αιώνιο λόγο του Θεού και στη ζωή των αγίων: η με πίστη στροφή προς τον Θεό και η υπομονή την οποία Εκείνος δίνει, με την οποία δροσιζόμαστε, έστω και μέσα στο καμίνι ευρισκόμενοι. Η Εκκλησία μας όμως και πάλι τονίζει: για να λειτουργήσει η χάρη της υπομονής, το βλέμμα μας πρέπει να είναι αδιάκοπα στραμμένο στον μόνο δυνάμενο να μας σώσει, τον Κύριο. Το επισημαίνει για μία ακόμη φορά και για τον άγιο: «Αντείχε Σώζων σώματος προς αικίας, προς τον μόνον σώζοντα την ψυχήν βλέπων». Άντεξε ο Σώζων τα σωματικά μαρτύρια, γιατί έβλεπε προς τον μόνο που σώζει την ψυχή.