Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ



 
Ο όσιος Ονούφριος ήταν από την Αίγυπτο και ζούσε σε κοινόβιο που βρισκόταν στην Ερμούπολη Θηβών. Όταν άκουσε τον βίο του προφήτη Ηλία και του αγίου Προδρόμου, άφησε το κοινόβιο και κατοίκησε στην έρημο επί εξήντα χρόνια, χωρίς να έχει δει καθόλου άνθρωπο. Τον όσιο Ονούφριο βρήκε ο μέγας Παφνούτιος, τότε που προχώρησε στα ενδότερα της ερήμου, προκειμένου να ευλογηθεί από άγιους άνδρες. Αφού είχε διανύσει λοιπόν ο Παφνούτιος δεκαεπτά ημέρες και έφτασε στον τόπο που ζούσε ο άγιος, τον πλησίασε και παρακάλεσε να του πει το όνομά του και να του εξηγήσει όλα τα σχετικά με τη ζωή του. Πράγματι τα έμαθε και αργότερα τα διηγήθηκε στους ασκητές μοναχούς, όχι μόνο γι᾽ αυτόν τον θεοφόρο Πατέρα Ονούφριο, αλλά και για άλλους, τους οποίους προχωρώντας βρήκε στην έρημο.
Τότε μάλιστα, όταν παρευρισκόταν ο Παφνούτιος εκεί, επειδή ο όσιος Ονούφριος εκδήμησε προς τον Κύριο, έσκισε το ένδυμά του σε δύο μέρη, και το ένα το έριξε πάνω στο άγιο λείψανο (διότι ήταν γυμνό, καλυπτόμενο από μόνες τις λευκές τρίχες), ενώ το άλλο το κράτησε για τη δική του κάλυψη. Θάβει λοιπόν το άγιο λείψανο σ᾽ αυτόν τον τόπο, κι αμέσως η καλύβα κατέπεσε και ο φοίνικας ξεράθηκε και το νερό χάθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο αγιότατο ευκτήριό του, που βρίσκεται στη Μονή του Αγίου Αλυπίου”.


Για έναν μεγάλο ασκητικό Πατέρα σαν τον όσιο Ονούφριο δεν περιμένει κανείς κάτι άλλο από αυτό που κάνει η υμνολογία της ημέρας: να τονίζει την ασκητική του διαγωγή, τις αρετές του, τη διαρκή αναγωγή του στον Θεό, και μάλιστα στην έρημο που είχε καταφύγει. Πράγματι λοιπόν το πρώτο που προβάλλει ο άγιος υμνογράφος για τον μεγάλο Ονούφριο είναι η απόσυρσή του από την κοινωνία του κόσμου πρώτα και του κοινοβίου έπειτα, σε ερημική τοποθεσία, ώστε μόνος μόνω Θεώ να λατρεύει ακατάπαυστα Εκείνον. Κι αυτό γιατί; Διότι έστω και σε κοινόβιο ευρισκόμενος ζούσε πολλές φορές τη σύγχυση που προκαλεί η συναναστροφή με τους άλλους. ῾Πατέρα θεόφρον Ονούφριε, απομάκρυνες τον εαυτό σου από την κοσμική σύγχυση και ανέβηκες στην υπερκόσμια ακρότητα᾽ (῾Πάτερ θεόφρον Ονούφριε, της κοσμικής σεαυτόν αποστήσας συγχύσεως, προς την υπερκόσμιον ανηνέχθης ακρότητα᾽) (στιχηρό εσπερινού). Ποια η αιτία της επιθυμίας του για πλήρη απομόνωση; Όχι βεβαίως ο δαιμονικός εγωισμός που δεν ανέχεται την παρουσία άλλων, αλλά ο πλούτος της αγάπης προς τον Θεό, η οποία κινεί τον άγιο άνθρωπο να μένει εντελώς απερίσπαστος στη λατρεία του Θεού. ῾Ανέβηκες στην υπερκόσμια ακρότητα, γιατί πόθησες την ίδια την πηγή των αγαθών, κι έφτασες αυτό το αληθινά αγαθό, τον Θεό᾽(῾Προς την υπερκόσμιον ανηνέχθης ακρότητα, αυτήν ποθήσας, των αγαθών την πηγήν, αυτό το όντως αγαθόν έφθασας᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Μπήκες στον ζυγό του Χριστού, Ονούφριε, γιατί ποθούσες να συναναστρέφεσαι Αυτόν μόνος σου σε άβατες ερήμους και να νιώθεις την τρυφή από το κάλλος της θείας δόξης Του᾽(῾Υπήλθες τον Χριστού ζυγόν, Ονούφριε, ερήμοις αβάτοις συ καταμόνας ομιλείν επιποθών αυτώ και του κάλλους τρυφάν δόξης της θείας αυτού᾽) (ωδή γ´).


Χρειάζεται ιδιαιτέρως να επιμείνουμε σ᾽αυτήν την ερημική απόσυρση του οσίου. Διότι ίσως κάποιος να σκεφτεί ότι μπορεί κι αυτός να κάνει το ίδιο, αν θέλει να βρει τον Θεό. Ο όσιος Ονούφριος, το εξηγήσαμε, εξήλθε από τον κόσμο πηγαίνοντας σε κοινόβιο. Κι αφού έμεινε εκεί αρκετά χρόνια ασκούμενος μαζί με άλλους, κινήθηκε από την αγάπη του Θεού για πλήρη μόνωση, έχοντας ως παράδειγμα τους αγίους προφήτες Ηλία και Ιωάννη Πρόδρομο (῾την Ιωάνου γαρ και Ηλιού εζήλωσας πολιτείαν, παμμάκαρ Ονούφριε᾽) (ωδή ς´).  Αυτή είναι η κανονική πορεία: πρώτα εισέρχεται κανείς σε κοινόβιο κι έπειτα, αν νιώσει την κλήση του Θεού, ζητεί ευλογία για μεγαλύτερη μόνωση. Διότι αν κανείς, χωρίς να έχει αντιπαλέψει τα πάθη του σε σχέση με τους άλλους, χωρίς δηλαδή να έχει ῾στρογγυλοποιηθεί᾽ στον χαρακτήρα του, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες – η ῾στρογγύλευση᾽ αυτή γίνεται μόνον όταν σχετιζόμαστε με τους άλλους – απλώς στην έρημο θα μεταφέρει τα πάθη του και θα εμπαίζεται από τον διάβολο. Ο όσιος Ονούφριος λοιπόν αποσύρθηκε στην έρημο, διότι η σχέση του με τους άλλους τον είχε οδηγήσει ήδη σε εκείνη την πνευματική καλή κατάσταση της αγάπης, ώστε να ποθεί τη μεγαλύτερη ένωση με τον Θεό. Κι η ένωση αυτή επιβεβαιώθηκε ως αληθινή από το γεγονός ότι πλούτισε τόσο σε αγάπη προς τον Θεό, ώστε η αγάπη του προς τον συνάνθρωπο – η αγάπη προς τον συνάνθρωπο είναι η απόδειξη της αγάπης προς τον Θεό – να φτάνει μέχρι βαθμού θυσίας γι᾽ αυτόν. Ο άγιος υμνογράφος σε έκσταση σχεδόν ευρισκόμενος μπροστά στο μέγεθος αυτής της διπλής αγάπης του οσίου, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, κραυγάζει: ῾Και την εντολή να δίνει κανείς τον ένα χιτώνα του, όταν έχει δύο, πάτερ, εσύ την ξεπέρασες, γιατί τα έδωσες όλα και έμεινες γυμνός εντελώς᾽(῾Και την ενός χιτώνος εντολήν, πάτερ, υπερβέβηκας, γυμνητεύσας εις τέλος᾽) (στίχοι συναξαρίου). Στον οίκο δε του κοντακίου πράγματι ξεσπά: ῾Ω αγάπη, το υπέρλαμπρο φως! Ω η ανακεφαλαίωση όλων των αρετών! Αυτή που γεμίζει πάντοτε τα ουράνια τάγματα από ευφροσύνη και χάρη. Αυτή που ενοίκησε στους αγίους: τους Πατριάρχες, τους Προφήτες και τους Αποστόλους᾽(῾Ω αγάπη, το φως το υπέρλαμπρον! Ω πασών αρετών το κεφάλαιον! Η αεί τα ουράνια τάγματα ευφροσύνης πληρούσα και χάριτος. Η ενοικήσασα τοις Αγίοις, Πατριάρχαις, Προφήταις και Αποστόλοις᾽).


Είναι απορίας άξιο πώς ένας τόσο ασκητικός Πατέρας, με τόση σκληρή ασκητική ζωή φτάνει σε τέτοια ευαισθησία καρδιάς και τέτοια αγάπη. Συνήθως οι απομονωμένοι άνθρωποι αποκτούν μία σκληρότητα στη συμπεριφορά τους. Αλλά αυτό συμβαίνει σε κοσμικούς ανθρώπους ή σε ασκητές άλλων θρησκειών. Ο χριστιανός ασκητής, σαν τον μέγα Ονούφριο, ασκητεύει, γίνεται σκληρός αλλά μόνον ως προς τον εαυτό του. Με σκοπό, υποτάσσοντας τα πάθη του και τα ενεργήματα του διαβόλου, να μαλακώσει στην καρδιά και να γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος και όλης της αγίας Τριάδος. Συνεπώς η αγάπη του Θεού γίνεται αγάπη και δική του. ῾Απομάκρυνες μεν τον εαυτό σου από τον κοσμικό τρόπο ζωής, όσιε, ζώντας όμως στις ερημιές έλαβες τον ουράνιο άρτο. Διότι είχες τον Χριστό ως σιτοδότη σου᾽(῾Εμάκρυνας μεν σεαυτόν εκ κοσμικής διαίτης, όσιε, εν ερημίαις δ᾽ αυλιζόμενος, άρτον ουράνιον είληφας. Είχες γαρ Χριστόν σιτοδότην᾽) (ωδή ζ´). ῾Επειδή επιθυμούσες την ουράνια μακαριότητα, θεώρησες, θεσπέσιε, ως τρυφή την εγκράτεια, την πτωχεία ως πλούτο, την ακτημοσύνη ως αληθινή περιουσία και την ταπείνωση ως δόξα᾽(῾Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογίσω, θεσπέσιε, τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν αληθή, και ευδοξίαν την μετριότητα᾽) (απόστιχο εσπερινού). Αυτή είναι η πνευματική άσκηση: τα παρακλάδια της ουσίας της αμαρτίας ( που είναι ο εγωισμός), τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, να τα μεταποιεί ο πιστός με τη χάρη του Θεού σε παρακλάδια της ίδιας της ενέργειας της Θεότητας ( που είναι η αγάπη), δηλαδή σε εγκράτεια, σε ακτημοσύνη και πτωχεία, σε ταπείνωση.


Κι αξίζει να κάνει κανείς το παρακάτω σχόλιο, μέσα στα πλαίσια της πνευματικής άσκησης του οσίου, εξαφορμής  ενός και πάλι αποστίχου του εσπερινού. ῾Απαρνήθηκες, θεόσοφε, κάθε ηδυπάθεια καταπιέζοντας το σώμα σου, με το να πικραίνεις την αίσθηση με τους κόπους της εγκράτειας και της σκληραγωγίας, και με την υπομονή των πειρασμών και την καρτερία των περιστάσεων᾽(῾Πάσαν ηδυπάθειαν υπωπιάζων το σώμά σου, απηρνήσω, θεόσοφε, πικραίνων την αίσθησιν, εγκρατείας πόνοις και σκληραγωγίας, υπομονή τε πειρασμών και καρτερία των περιστάσεων᾽). Έχουν επισημάνει οι ιατροί με διάφορες έρευνές τους ότι ο καρκίνος που κατατρώγει το σώμα του ανθρώπου τρέφεται από τις ζάχαρες και τα εν γένει γλυκίσματα. Αντιθέτως, η λήψη πικρών ουσιών από τον άνθρωπο προλαμβάνει πολλές φορές την ανάπτυξη του καρκίνου, συχνά δε τον καταπολεμά. Αυτό που συμβαίνει στο σώμα, συμβαίνει και στην ψυχή. Η στροφή του ανθρώπου στις διάφορες ηδυπάθειες, στην καλλιέργεια δηλαδή της φιληδονίας, αυξάνει τον εγωισμό, δηλαδή την ουσία της αμαρτίας, άρα κάνει τον άνθρωπο έρμαιο του διάβολου και έρημο της χάρης του Θεού. Αντιθέτως, η στροφή του στην πικρότητα της εγκράτειας και της σκληραγωγίας,  ό,τι δηλαδή επισημαίνει και το τροπάριο για τον όσιο Ονούφριο, οδηγεί τον άνθρωπο στην υπέρβαση της φιληδονίας και τον καθιστά καλό έδαφος για την παρουσία  της χάρης του Θεού, συνεπώς της αληθινής αγάπης. Ο άγιος υμνογράφος θα χαιρόταν ιδιαιτέρως αν ζούσε στις ημέρες μας, που και η ίδια η ιατρική επιστήμη επιβεβαιώνει στο επίπεδο του σώματος ό,τι συμβαίνει και στην ψυχή. 

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΙΝΑ


«Οἱ ἅγιοι κατάγονταν ἀπό τήν κώμη Καρδάμου ἤ Κροδάμων. Καί ἡ μέν ἁγία Ἀντωνίνα ζοῦσε σεμνά καί ὅσια τή ζωή της. Συνελήφθη ὅμως ἀπό τόν Φῆστο κι ἐπειδή δέν πείστηκε νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό κι οὔτε νά λατρέψει τούς δαίμονες, κλείστηκε σ’ ἕνα πορνεῖο. Ἐπί τρεῖς ἡμέρες δέν ἔφαγε τίποτε, ὁπότε ἐμφανίστηκε φῶς κατά τή νύκτα κι ἀκούστηκε βροντή πού ἄνοιξε τίς θύρες τοῦ οἰκήματος, ἐνῶ μία οὐράνια φωνή  τήν προέτρεπε νά σηκωθεῖ καί νά λάβει τροφή. Ζήτησε καί ἔφαγε, καί στή συνέχεια βγῆκε πάλι γιά νά παρασταθεῖ ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα. Ἐπειδή καί πάλι δέν πείστηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, τήν κτύπησαν, τήν τρύπησαν μέ τό σπαθί καί πάλι τήν ὁδήγησαν στό πορνικό οἴκημα. Ἐκεῖ τότε, μετά ἀπό ἀποκάλυψη ἀγγέλου, εἰσῆλθε ὁ Ἀλέξανδρος, καί λόγω τῆς ἡλικίας του (ἦταν περίπου εἰκοσιοκτώ ἐτῶν), νόμισαν ὅτι ἦλθε γιά τήν ἄσεμνη πράξη. Διέφυγε λοιπόν τῆς προσοχῆς τους καί κατάφερε νά φυγαδεύσει τήν ἁγία ἀπό τό σπίτι, καλύπτοντας τό κεφάλι της μέ τή χλαμύδα του, ἐνῶ ὁ ἴδιος παρέμεινε ἐκεῖ. Μετά ἀπό λίγο ἀποκαλύφθηκε τό τί ἔγινε - γιατί κάποιοι στρατιῶτες ἦλθαν γιά νά περιπαίξουν τήν ἁγία - ὁπότε ὁ Ἀλέξανδρος ὁδηγήθηκε πρός τόν ἡγεμόνα. Τόν κτύπησαν μέ τό σπαθί πρῶτα κι ἔπειτα, ἀφοῦ βρῆκαν καί ἔφεραν καί τήν ἁγία, ἔκοψαν τά ἄκρα τῶν ποδιῶν καί τῶν χεριῶν καί τῶν δύο, κι ἔτσι, ἀφοῦ ἄλειψαν ὅλο τό σῶμα τους μέ ὑγρή πίσσα, τούς ἔσπρωξαν καί τούς ἔριξαν σ’ ἕναν βόθρο γεμάτο φωτιά. Μέ τόν τρόπο αὐτόν δέχτηκαν τό μακάριο τέλος τους. Τελεῖται δέ ἡ σύναξη τῆς ἑορτῆς τους στήν περιοχή τοῦ Μαξιμίνου στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βρίσκονται ἀποτεθειμένα τά τίμια λείψανά τους, τά ὁποῖα προσφέρουν πολλές θαυματουργικές ἰάσεις».
Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὁ ὑμνογράφος χαρακτηρίζει ὡς μεγαλομάρτυρες (βλ. π.χ. ὠδές δ΄, στ΄, θ΄) τούς ἁγίους Ἀλέξανδρο καί Ἀντωνίνα. Διότι τά βάσανα πού πέρασαν δέν ἦταν ἁπλᾶ: πέραν ἀπό τόν ἐγκλεισμό τους στή φυλακή, ὅπως ἀναφέρει τό συναξάρι τους, κτυπήθηκαν, τρυπήθηκαν ἀπό σπαθιά, ἔχασαν τά ἄκρα τους, τούς ἄλειψαν μέ πίσσα, τούς ἔριξαν στή φωτιά. «Ἐμπυρόπισσον μόρον», δηλαδή θάνατο ἀπό πίσσα καί φωτιά, σημειώνει ὁ στίχος τοῦ συναξαρίου τους ὅτι δέχτηκε ἡ ἁγία Ἀντωνίνα. Καί τί σημειώνει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; Ὅτι αὐτά τά ἀντιμετώπισαν μέ δύο τρόπους: Πρῶτον· τό ὄμμα τῆς ψυχῆς τους τό εἶχαν ἀπολύτως προσηλωμένο στόν Κύριο – ποθοῦσαν μόνα τά αἰώνια καί ὄχι τά ἐπίγεια – καί δεύτερον· στήν ὅποια ἀδυναμία τους εἶχαν βοηθό τόν Κύριο, εἴτε ἄμεσα τόν Ἴδιο εἴτε τόν ἀπεσταλμένο ἀπό Αὐτόν ἄγγελό Του. «Καθώς σέ κρέμαγαν πάνω στό ξύλο, Ἀλέξανδρε, καί σέ κατάκοβαν, ὁπότε κυκλωνόσουν ἀπό σφοδρούς πόνους, ἐσύ ὕψωνες τό βλέμμα τῆς διανοίας σου πρός τόν Θεό, πού εἶναι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά σώζει» (Τεινόμενος ἐπί ξύλου καί κατατεμνόμενος, Ἀλέξανδρε, καί σφοδραῖς ἀλγηδόσι κυκλούμενος, πρός Θεόν ἀνέτεινες σώζειν δυνάμενον τό ὄμμα τῆς διανοίας, πανεύφημε) (ὠδή ε΄). «Ἀθληταί, ἐπειδή ποθήσατε μόνα τά αἰώνια μέ τήν πίστη σας, γι’ αὐτό καί ξεπεράσατε ὅλα τά ὁρατά» (Μόνα δι’ αἰῶνος, ἀθληταί, τά διαμένοντα πίστει ποθήσαντες, πάντα παρεδράμετε τά ὁρατά) (ὠδή α΄). Καί: «Εἴχατε βοηθό σας τόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος σᾶς ἀνακούφιζε ἀπό τά βάσανά σας» (Τόν Κύριον εἴχετε συλλήπτορα, τῶν ἀλγεινῶν ὑμᾶς ἐπικουφίζοντα) (ὠδή α΄). «Σέ παρακολουθοῦσαν ἅγιοι Ἄγγελοι μέ τίς προσταγές τοῦ Δημιουργοῦ σου» (προσταγαῖς τοῦ κτίστου σου, ὑφ’ ἁγίων ἀγγέλων θεώμενος) (ὠδή γ΄).
 Κι εἶναι χαρακτηριστικό, στό τελευταῖο, ὅτι γιά τόν ἅγιο ὑμνογράφο ἄγγελος, καί μάλιστα ἀρχάγγελος, ἀναδείχτηκε καί ὁ Ἀλέξανδρος γιά τήν ἁγία Ἀντωνίνα, πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος δρᾶ συχνά μέ τούς συνανθρώπους μας, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν ἀκριβῶς ὡς οἱ ἄγγελοί Του γιά τή σωτηρία μας. «Ὁ Χριστός σοῦ δωρίζει νόηση καί σύνεση, καί σέ διατηρεῖ ἄσπιλη καί ἄμωμη ἀπό τά χέρια τῶν ἐχθρῶν, ἐνῶ σοῦ στέλνει ὡς σωτήρα, Ἀντωνίνα, τόν ἱερό Ἀλέξανδρο, σάν ἕνα εἶδος θείου ἐξ ὕψους Ἀρχάγγελο» (Νόησιν καί σύνεσιν Χριστός σοι χαρίζεται, καί ἐκ χειρός τῶν δυσμενῶν, ἄσπιλον ἄμωμον τηρεῖ, καί λύτρον ἐκπέμπει σοι, τόν ἱερόν, ὦ Ἀντωνῖνα, Ἀλέξανδρον, καθάπερ θεῖον ἐξ ὕψους Ἀρχάγγελον) (ὠδή δ΄).  
Εἶναι ἀξιοσημείωτη ἡ παρατήρηση τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ ὅτι ὁ Κύριος ἐπεμβαίνει στά μαρτύρια τῶν ἁγίων μαρτύρων Του ὄχι μέ τό νά τά σταματᾶ ἤ νά θεραπεύει τά τραύματά τους, ὅπως συμβαίνει μέ ἄλλους μάρτυρες, ἀλλά μέ τό νά δυναμώνει τίς ψυχές τους προκειμένου νά τά ὑπομένουν μέχρι τέλους. «Καθώς ἤσασταν κι οἱ δύο στή φυλακή, νιώθατε ἀγαλλίαση, τήν ὥρα πού ἄστραψε φῶς γιά χάρη σας κι ἦλθε φωνή ἀπό τόν Θεό πού ’βαλε θάρρος στίς ψυχές σας» (Ἠγάλλεσθε φρουρᾶ ὁμοῦ τυγχάνοντες, φωτός ἡμῖν ἀστράψαντος, καί φωνῆς ἐπενεχθείσης ἐκ Θεοῦ, θάρσος ἐντιθείσης ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν) (ὠδή στ΄). Κι εἶναι ἀξιοσημείωτη, γιατί πολλές φορές, γιά νά μήν ποῦμε τίς περισσότερες, ὁ Κύριος δέν μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τά βάσανα καί τίς θλίψεις τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά μᾶς δυναμώνει καί μᾶς δίνει ὑπομονή προκειμένου νά τά ἀντιμετωπίσουμε μέ γενναιότητα κι ἀνδρεία. Ἄλλωστε ὁ Ἴδιος εἶπε ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Κι αὐτή ἡ ὑπομονή τῶν ἁγίων μαρτύρων, ἡ σταθερότητά τους μέχρι τέλους, τούς ἔκανε τελικῶς νά μοιάζουν μέ τούς ἄυλους ἀγγέλους, (ὠδή στ΄: «ὡμοιώθητε ἀύλοις λειτουργοῖς, μάρτυρες»), κι ἀκόμη περισσότερο βέβαια νά παρίστανται μέ παρρησία καί δόξα ἐνώπιον τῆς ἁγίας Τριάδος (κάθισμα ὄρθρου: «Δυάς ἡ θαυμαστή τῶν σεπτῶν ἀθλοφόρων… ἐν δόξῃ παρίσταται τῇ Τριάδι»).

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ


«Ἡ ἁγία Καλλιόπη ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου (περί τά μέσα τοῦ 3ου αἰ. ) καί ἦταν ἐξαιρετικά ὄμορφη σωματικά ἀλλά καί ψυχικά. Συνελήφθη λόγω τῆς πίστεώς της στόν Χριστό καί προσπάθησαν νά τήν ἐξαναγκάσουν νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη Αὐτοῦ. Ἐπειδή κρατοῦσε τήν πίστη της μέ δύναμη, γι’ αὐτό καί τήν κτύπησαν μέ σφοδρότητα, ὅπως καί τῆς ἀπέκοψαν τούς μαστούς, τούς ὁποίους ὅμως Ἄγγελος Κυρίου πού παρευρισκόταν τούς ἀποκατέστησε ὑγιεῖς. Ἔπειτα τά ὄργανα τοῦ διαβόλου τήν ἔσυραν πάνω σέ κομμένο ὄστρακο καί στή συνέχεια τήν ἔριξαν στή φωτιά. Τίς καμμένες σάρκες της τίς ἄλειψαν μέ ἁλάτι καί τίς κατάτριψαν μέ τρίχινα ὑφάσματα. Μετά ἀπό αὐτά τῆς ἔκοψαν τό κεφάλι, εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Ὁ μακαριστός ἅγιος Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ὁ ὑμνογράφος τῆς ἁγίας Καλλιόπης, προκαλεῖται ἀπό τό ὄνομά της προκειμένου νά φανερώσει τό κάλλος καί τήν ὀμορφιά τῆς ἁγίας. Κάλλος πού ἀναφερόταν καί στό σῶμα, πρωτίστως ὅμως στήν ψυχή τῆς ἁγίας κόρης. Διότι εἶναι γνωστό καί πολυειπωμένο ὅτι κατά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖνο πού ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία στόν ἄνθρωπο δέν εἶναι ἡ ἐξωτερική του ὀμορφιά, ἀλλά τό κάλλος τῆς ψυχῆς, τό ὁποῖο διαπορθμεύεται καί στό σῶμα, κάνοντάς το καί αὐτό νά λάμπει μέ ξεχωριστό φῶς. Ὅλοι τό γνωρίζουμε ὅτι μία ἐξωτερική ὀμορφιά χωρίς τήν ἀντίστοιχη ἐσωτερική της διάσταση, ὄχι μόνο δέν λειτουργεῖ θετικά – πέραν ἴσως τῆς προκλήσεως τῶν σαρκικῶν παθῶν στούς ἐμπαθεῖς - ἀλλά δημιουργεῖ καί ἀρνητικά συναισθήματα πού ἀπωθοῦν τούς περισσοτέρους ἀνθρώπους. Σάν ἴσως τά πλαστικά λουλούδια, τά ὁποῖα φαίνονται ὄμορφα, ἀλλά δέν ἔχουν καθόλου ὀσμή. Λοιπόν ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπανειλημμένως τονίζει τό πνευματικό κάλλος τῆς ἁγίας Καλλιόπης, τό ὁποῖο συνεστήθη ἀπό τήν ψυχική της ἁγνότητα καί ἀπό τήν ἱερά ἄθληση τοῦ μαρτυρίου της. Γιά νά συμπληρώσει: ἡ ψυχική της ἁγνότητα, ἀλλά καί ἡ ὑπομονή της στά μαρτύρια ἦταν καρπός τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἔρωτά της πρός τόν Κύριο, τοῦ πόθου της γιά τό κάλλος καί τήν ὀμορφιά Ἐκείνου. «Ὅπως λέει τό ὄνομά σου, πόθησες βαθιά, καλλιπάρθενε καί πανεύφημε Καλλιόπη, τό ἄχραντο καί πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα κάλλος τοῦ Χριστοῦ· γι’ αὐτό καί ὀμόρφυνες τόσο πολύ τόν ἑαυτό σου ἀπό τά κάλλη τῆς ἁγνότητας καί ἀπό τήν ἱερά σου ἄθληση». («Φερωνύμως τό ἄχραντον τοῦ Χριστοῦ καί ἀμήχανον κάλλος ἐπεπόθησας, καλλιπάρθενε· ἔνθεν σαυτήν κατεκάλλυνας ἁγνείας τοῖς κάλλεσι καί ἀθλήσει ἱερᾶ, Καλλιόπη πανεύφημε») (στιχηρό ἑσπερινοῦ).
Πάνω στήν ἀγάπη αὐτή τῆς ἁγίας πρός τόν Κύριο ἀφιερώνει τά περισσότερα τροπάρια ὁ μακαριστός Γέρων ὑμνογράφος, γιατί θεωρεῖ ὅτι δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ οὔτε καί νά ἑρμηνευτεῖ ὁ τρόπος τῆς ζωῆς της, πολύ περισσότερο τό σκληρό μαρτύριό της, ἔξω ἀπό αὐτήν. Κι εἶναι μία ἀλήθεια πού πάντοτε πρέπει νά τονίζεται, δεδομένου ὅτι χωρίς τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό ἀπονευρώνεται κάθε τι πού χαρακτηρίζεται ὡς χριστιανικό. Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θεωρεῖ τήν ἀγάπη μας πρός Ἐκεῖνον ὡς τό μοναδικό ποιητικό αἴτιο γιά νά εἴμαστε μαζί Του: «ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε» λέει μεταξύ ἄλλων γιά παράδειγμα· ὅταν ὅλοι οἱ ἀπόστολοι αὐτήν τήν πραγματικότητα τονίζουν προκειμένου νά εἴμαστε καί νά παραμένουμε χριστιανοί: «εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ἤτω ἀνάθεμα» καί «τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» κ.ἄ.π.· τότε πῶς εἶναι δυνατόν καί ἡ Ἐκκλησία μας διά τῆς ὑμνογραφίας της νά μήν τονίζει τήν ἀλήθεια αὐτή; «Ἐπειδή πληγώθηκες ἀπό τόν ἔρωτα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, Καλλιόπη, ἔκανες ἀνδραγαθήματα» (Ὡς τρωθεῖσα τῷ ἔρωτι τῆς Χριστοῦ ἀγαπήσεως, Καλλιόπη πάνσεμνε, ἠνδραγάθησας) (στιχηρό ἑσπερινοῦ)· «Δέχτηκες τή φωτιά τῆς θείας ἀγάπης στήν ψυχή σου, Καλλιόπη, γι’ αὐτό καί ἀκολούθησες τή φωνή τοῦ νυμφίου Χριστοῦ» (τό πῦρ τῆς θείας ἀγάπης δεξαμένη ἐν τῇ ψυχῇ, τῇ φωνῇ τοῦ νυμφίου Χριστοῦ ἠκολούθησας, Καλλιόπη θεόφρον) (δοξαστικό ἑσπερινοῦ).
Ἀφήνοντας ὅλες τίς διαστάσεις τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτα τῆς ἁγίας Καλλιόπης, ἐπικεντρώνουμε σ’ ἕναν ὕμνο ἀπό τήν στ΄ ὠδή. Μᾶς δίνει ὁ ὑμνογράφος μας πολύ ὡραῖες ἀφορμές γιά τή βαθύτερη προσέγγιση τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τῆς ἀγίας. «Ἀφοῦ λάμπρυνες τά ὄμματα τῆς ψυχῆς σου, Καλλιόπη, μέ οὐράνιες μελέτες, ἔβγαλες φτερά προκειμένου νά πετάξεις πρός τό θεῖο κάλλος τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καί ἔσπευσες νά κερδίσεις αὐτήν τή βασιλεία μέ ἀσφάλεια, σεμνή, μέ τούς κόπους τῆς ἄθλησής σου» (Λαμπρύνασα τῆς ψυχῆς τά ὄμματα οὐρανίαις, Καλλιόπη, μελέταις, ἀναπτερώθης πρός κάλλος τό θεῖον τῆς Οὐρανῶν βασιλείας, καί ἔσπευσας ἐπιτυχεῖν ταύτης σεμνή, ἀσφαλῶς διά πόνων ἀθλήσεως).  Τί μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γέρων Γεράσιμος; Πρῶτον· τό κάλλος τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τό κάλλος τοῦ Χριστοῦ δηλαδή, λειτουργεῖ ὡς μαγνήτης γιά ἐκεῖνον πού Τόν ἔχει πιστέψει καί θέλει νά Τόν ἀκολουθήσει, πού σημαίνει ὅτι τρέχει πρός Αὐτόν σάν νά ἔχει φτερά στά πόδια του – «εἰς ὀσμήν μύρου Σου ἔδραμον, Χριστέ», ὅπως θά ἐπισημάνει σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο ὁ ὑμνογράφος, ἀφορμώμενος ἀπό τό «Ἆσμα Ἀσμάτων» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Δεύτερον· ἐκεῖνο πού ἐπιβεβαιώνει τήν ἔνταξη στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τή θετική σχέση πρός τόν Κύριο ὡς ἕνωση μαζί Του, εἶναι ἡ διάθεση τοῦ μαρτυρίου, πολύ περισσότερο ὅταν αὐτό τό μαρτύριο γίνεται κατά χάριν Θεοῦ πραγματικότητα. «Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου», καλεῖ τόν πιστό ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ - ὁ Κύριος πού μᾶς «ἠγάπησεν ἕως τέλους», ζητάει καί ἀπό ἐμᾶς μία παρόμοια στάση, καθώς μᾶς ἐνισχύει πρός τοῦτο μέ τή χάρη Του. Κανείς μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ νά εἶναι χριστιανός πορευόμενος μέ διψυχία. Τρίτον, καί ἴσως σπουδαιότερο· ἡ σπουδή γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ διάθεση τοῦ μαρτυρίου ἀπαιτεῖ τήν προετοιμασία τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἐκεῖνο πού ὄντως προετοιμάζει τόν ἄνθρωπο, μέ τήν ἔννοια ὅτι καθιστᾶ εὔφορο τό ἔδαφος τῆς ψυχῆς του γιά νά ριζώσει ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι οἱ «οὐράνιες μελέτες». Ποιές εἶναι αὐτές; Ἡ ἀφιέρωση τοῦ ἀνθρώπου στόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, στήν καλλιέργεια τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του, στήν ἐνασχόληση μέ τούς βίους τῶν ἁγίων Του, στήν ἐντρύφηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων. Χριστιανός πού δέν ἀφιερώνει ἔστω καί λίγο χρόνο τήν ἡμέρα γιά τίς «οὐράνιες αὐτές μελέτες» δέν ξέρουμε κατά πόσο μπορεῖ νά νιώσει τήν «ἀναπτέρωσιν» αὐτή, γιά τήν ὁποία κάνει λόγος ὁ ὑμνογράφος. Διότι τελικῶς μέ ὅ,τι κανείς ἀσχολεῖται, αὐτό καί γίνεται.  

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ



 Ο άγιος Θεόδωρος ζούσε την εποχή του Λικινίου, γεννημένος στα Ευχάιτα και από εκεί καταγόμενος, ζώντας όμως στην Ηράκλεια του Πόντου. Ήταν ωραίος κατά το σώμα, αλλά ωραιότερος κατά την ψυχή, κοσμημένος με λόγο και γνώση και την υπόλοιπη σοφία, γι᾽ αυτό και μερικοί τον ονόμαζαν Βρυορρήτορα. Ο άγιος, αφού πέρασε από όλα τα βασανιστήρια, άφησε το μεν μακάριο σώμα του στη γη, το οποίο εκβλύζει ποταμούς ιαμάτων σε όλους αυτούς που το πλησιάζουν με πίστη. Το δε άγιο πνεύμα του αυλίζεται στους ουρανούς. Αυτού του τιμίου και αγίου σώματος τη μετακοδική εορτάζουμε”.
 
Όπως συνήθως συμβαίνει, η εορτή της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου δεν περιέχει τίποτε από το καθαυτό γεγονός της ανακομιδής. Η ακολουθία όλη αναλίσκεται στην προβολή της αγιότητας και των αρετών του αγίου – εδώ ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης αξιοποιεί επανειλημμένως και το όνομά του για να πει ότι ο άγιος είναι ῾επώνυμος των του Θεού δωρεών᾽(ωδή α´ κ.α.) - όπως και στο μαρτύριο το οποίο υπέστη. Το φρικτό μαρτύριο μάλιστα του αγίου Θεοδώρου δίνει και την αφορμή στον Θεοφάνη να προβεί, έστω δι᾽ ολίγων, και στη θεολογία του μαρτυρίου, που αξίζει ιδιαιτέρως να προσεχτεί για μία ακόμη φορά. Το μαρτύριο δεν είναι βάσανα που υφίσταται ο μάρτυρας μέσα σε μία αυθυπέρβαση της φύσεώς του, αναγόμενος σε υπεράνθρωπες καταστάσεις και γινόμενος πρότυπο ηρωισμού και γενναιότητας. Μία τέτοια θέαση συνιστά οριζόντια και κοσμική κατανόηση των όσων υπέστη. Το χριστιανικό μαρτύριο αποτελεί χαρισματικό γεγονός, το οποίο υφίσταται και υπάρχει με τη δύναμη του Χριστού ως μετοχή στα πάθη Εκείνου. Με άλλα λόγια το μαρτύριο ενός χριστιανού αγίου, όπως εν προκειμένω του αγίου Θεοδώρου, αποτελεί προέκταση του μαρτυρίου του ίδιου του Χριστού, είναι δηλαδή η συσταύρωση του μέλους του Χριστού με τον εσταυρωμένο Κύριο. Όπως ο Κύριος υπέστη το πάθος του Σταυρού, ως αποκορύφωμα του όλου πάθους της ζωής Του, έτσι και ο μάρτυρας του Χριστού, όταν δοθεί η ευκαιρία, υφίσταται και αυτός τα διάφορα μαρτύρια, σαν να είναι και αυτός ανεβασμένος πάνω στον Σταυρό. Με αποτέλεσμα βεβαίως να δέχεται με τη χάρη του Θεού και την αναστάσιμη ενέργεια, η οποία ακολουθεί πάντοτε τον Σταυρό.

῾Έλαμψες από ομορφιά, πάνσοφε, γιατί ένωσες τα σεπτά παθήματά σου με τα παθήματα του Δεσπότη Χριστού, και γιατί αξιώθηκες τη λαμπρότητά του και τη χαρά που ποθούσες᾽(῾Ωραιώθης, τοις παθήμασι του Δεσπότου, σου τα σεπτά παθήματα, πάνσοφε, συνάψας, και καταξιούμενος αυτού της λαμπρότητος και της ποθουμένης φαιδρότητος᾽) (ωδή δ´). ῾Από πίστη σε Σένα, που υπέμεινες σταυρό και θάνατο για μένα, σταυρώνομαι κι εγώ, Δέσποτα, και πληγώνομαι από τα τοξεύματα και δέχομαι τις φοβερές πληγές, Κύριε, φώναζες, γενναιόφρον μάρτυς Θεόδωρε, την ώρα της άθλησής σου᾽(῾Εν σοι πεποιθώς, τω δι᾽ εμέ σταυρόν και θάνατον καθυπομείναντι, σταυρώ ανήρτημαι, Δέσποτα, και τιτρώσκομαι τοξεύμασι και χαλεπαίς προσομιλώ αικίαις, Κύριε, ανεβόας, μάρτυς, αθλών, γενναιόφρον Θεόδωρε᾽) (ωδή η´).  Έτσι το μαρτύριο χάριν του Χριστού συνιστά την κατεξοχήν πράξη πίστεως σ᾽ Αυτόν. Τότε ο χριστιανός φτάνει στο υψηλότερο σημείο πίστεως, όταν δίνει και την ίδια τη ζωή του για να μείνει σταθερός στο θέλημα του Χριστού.

Έχουμε πει επανειλημμένως όμως ότι συνήθως στο μαρτύριο ενός πιστού υπάρχει κάποιος ή κάποιοι άλλοι χριστιανοί που τον ενισχύουν, γινόμενοι αλείπτες αυτού. Στην περίπτωση του αγίου Θεοδώρου δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοιος αλείπτης. Κι όμως! Ο άγιος Θεοφάνης μάς υπενθυμίζει ότι τέτοιο αλειπτικό έργο ανέλαβε ο ίδιος ο Κύριος. Στη φυλακή ευρισκόμενος ο άγιος Θεόδωρος δέχεται την εμφάνιση του Χριστού, ο Οποίος τον ενισχύει να αντέξει τα μαρτύρια και τον παροτρύνει στους αγώνες κατά του εχθρού. ῾Την ώρα που αθλούσες νόμιμα, σου φανερώνεται ο Χριστός στη φυλακή που ήσουν κλεισμένος, ο Οποίος σε παρότρυνε σαν αγωνοθέτης προς τους αγώνες, να παλέψεις κατά του εχθρού, ένδοξε᾽(῾Νομίμως εναθλούντι Χριστός σοι οπτάνεται, εν τη φρουρά κεκλεισμένω, επαλείφων οία αγωνοθέτης, προς αγώνας, προς εχθρού τα παλαίσματα, ένδοξε᾽) (ωδή ς´). Ο Θεός δεν μας αφήνει ποτέ χωρίς ενίσχυση. Είτε μέσω δικών Του πιστών ανθρώπων είτε με την προσωπική Του παρουσία, πάντοτε  έρχεται αρωγός στις δυσκολίες μας, όταν μάλιστα αυτές υφίστανται από υπακοή προς το άγιο θέλημά Του. Πρόκειται για μία πραγματικότητα που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, αρκεί να υπάρχει μέσα μας έστω και μία σπίθα αληθινής πίστεως!
 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ CD "ΛΕΥΚΟ ΓΡΑΜΜΑ"

          
 
           Κυκλοφορείται σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις "Ἀκολουθεῖν" νέο βιβλίο με τίτλο "Λευκό Γράμμα". Πρόκειται για μια ιστορία, όπου ένας νεαρός πατέρας αποπειράται, εξαφορμής της γέννησης της κόρης του, να καταγράψει σ' ένα γράμμα τη συγκίνηση και τα συναισθήματα που τον διακατέχουν... Τι θα περιλαμβάνει τελικά το γράμμα αυτό; Η όλη πορεία της ιστορίας ακολουθεί τoυς τίτλους από τα  πρωτότυπα οργανικά κομμάτια  του ομώνυμου CD "Λευκό Γράμμα" του μουσικού Στέφανου Δορμπαράκη, το οποίο προσφέρεται μαζί με το βιβλίο.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΝΕΟΣ, ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΔΑΛΜΑΤΩΝ

         
 “Ο όσιος Ιλαρίων ήκμασε κατά τον ένατο αιώνα, καταγόταν δε από την Καππαδοκία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέτρος και ήταν προμηθευτής του άρτου των ανακτόρων, η δε μητέρα του ονομαζόταν Θεοδοσία. Και οι δύο διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, φρόντισαν δε να μεταδώσουν αυτήν και στον υιό τους. Ακόμη τον εκπαίδευσαν και είχαν την ευτυχία να τον δουν να προκόπτει λαμπρά στη θρησκευτική και θεολογική μάθηση.
Φλεγόμενος ο Ιλαρίων να αναδειχθεί υπηρέτης της πίστεως και της Εκκλησίας χωρίς κανένα κοσμικό περισπασμό, εισήλθε στο μοναστήρι του Ξηρονησίου στην Κωνσταντινούπολη. Μοίρασε εκεί τον χρόνο του μεταξύ της μελέτης και της πνευματικότερης ασκήσεως και εξυψώσεως της ψυχής του, κι ύστερα πήγε στη Μονή των Δαλμάτων, όπου και περιβλήθηκε το αξίωμα του μεγαλόσχημου. Δέκα χρόνια έζησε εκεί, υπήρξε δε πρότυπο ταπεινοφροσύνης, φιλαδελφείας και ολόψυχης προσήλωσης στα θεία. Η χάρη του Θεού κατασκήνωσε πλούσια σ᾽ αυτόν, αξιώθηκε δε κάποια ημέρα να θεραπεύσει με την προσευχή του έναν δαιμονισμένο νέο. Και τότε ο ηγούμενος με καθημερινή επιμονή πέτυχε να τον χειροτονήσει ιερέα.
Επειδή οι συνάδελφοί του της Μονής των Δαλμάτων ήταν περισσότερο από ό,τι έπρεπε κολακευτικοί προς αυτόν, διακηρύσσοντας ενώ ήταν παρών τις πολλές αρετές του, ο Ιλαρίων αποφάσισε να τους αποφύγει, λέγοντας ότι τέτοιοι φίλοι καταντούν ακούσιοι εχθροί. Αναχώρησε λοιπόν, χωρίς να δηλώσει ότι δεν θα επέστρεφε, και έφτασε στη Μονή των Καθαρών. Οι μοναχοί της Μονής των Δαλμάτων, βλέποντας ότι παρατεινόταν η απουσία του, άρχισαν να κυριεύονται από ανησυχία και τράπηκαν σε αναζήτησή του. Και έμαθαν μεν επιτέλους ότι ήταν στο μοναστήρι των Καθαρών, αλλά δεν μπόρεσαν να τον μεταπείσουν να επιστρέψει.
Η γνήσια όμως αγάπη δεν υπομένει μόνον, αλλά και επιμένει. Δεν ήθελε να έλθει; Αποφάσισαν να τον εξαναγκάσουν. Και λοιπόν απευθύνθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Πατριάρχευε τότε ο ευσεβέστατος Νικηφόρος, ο οποίος με μεγάλη συγκίνηση και χαρά είδε μοναχούς να αγωνίζονται τόσο πολύ, για να επαναφέρουν κοντά τους τον καλύτερό τους. Παρομοίως συμπάθησε τον πόθο τους και ο βασιλιάς Νικηφόρος, και με διαταγή και των δύο επανέφερε τον Ιλαρίωνα στο μοναστήρι των Δαλμάτων. Με κοινή μάλιστα ψήφο αναδείχθηκε ηγούμενός του.
Πέρασε οκταετία στη νέα αυτή υπηρεσία του Ιλαρίωνα κι ήταν τερπνότατο θέαμα η συμβίωση των υπό την πνευματική του επιστασία αδελφών. Την αδελφότητα δεν την έλεγε κανείς μόνον εκεί, αλλά την ψηλαφούσε. Κάθε ατομικό θέλημα ήταν εξορισμένο και όλοι συναντώντο στο θέλημα του Θεού.
Αλλά στην Εκκλησία ενέσκηψε καταιγίδα. Ο Λέων ο Αρμένιος κήρυξε επί της πατριαρχίας του Νικηφόρου τον γνωστό πόλεμο κατά των αγίων εικόνων. Τότε μεταξύ των μονών που πρωτοστάτησαν  στην αντίδραση, υπήρξε και η Μονή των Δαλμάτων.
Ο βασιλιάς διέταξε τον ηγούμενο Ιλαρίωνα να έλθει στην Κωνσταντινούπολη και να παρουσιασθεί ενώπιόν του. Ο Ιλαρίων το έπραξε. Αλλά ο Λέων δεν επέτυχε τον σκοπό του. Ο πιστός καλόγερος δεν θαμπώθηκε από τη βασιλική αίγλη ούτε πτοήθηκε από το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Με παρρησία είπε προς τον βασιλιά ότι ασεβεί και ότι ξεκινώντας τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμο αδικούσε την Εκκλησία και τάρασσε άσκοπα το κράτος.
Ο διάδοχος του Πατριάρχη Νικηφόρου Θεόδοτος ο Μελισσηνός μάταια επίσης αποπειράθηκε να παραπείσει τον Ιλαρίωνα. Και τότε άρχισε ο διωγμός του αγίου. Τον περιόρισαν επανειλημμένως σε μοναστήρια, που ανήκαν στη μερίδα των εικονομάχων, όπου τον καθυπέβαλαν και σε στερήσεις και πολλές ταλαιπωρίες. Και σε κοινές φυλακές τον έβαλαν και στο φρούριο Προτείχιο τον έκλεισαν.
Ο Λέων ο Αρμένιος φονεύθηκε σε μάχη και ο άγιος Ιλαρίων ανέκτησε την ελευθερία επί του διαδόχου βασιλιά Μιχαήλ του Τραυλού. Αλλά επί του βασιλιά Θεοφίλου άρχισε νέος κατά των αγίων εικόνων διωγμός. Και τότε ο Ιλαρίων έπεσε σε νέο χειμώνα και βαριά και σφοδρά κύματα. Είπε με θάρρος την αλήθεια στον Θεόφιλο, γι᾽ αυτό και ραβδίστηκε σκληρά και εξορίστηκε στη νήσο Αφουσία. Οκτώ ολόκληρα  χρόνια πέρασε εκεί με μεγάλη και πολλή ταλαιπωρία, όταν ο Θεός ανάδειξε την Εκκλησία νικήτρια της καταιγίδας και του σάλου. Ο Θεόφιλος πέθανε, η δε σύζυγός του βασίλισσα Θεοδώρα πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των αγίων εικόνων. Τότε οι ομολογητές όλοι της ορθοδοξίας ήλθαν πλήρεις τιμών στη βασιλεύουσα, κι επιδόθηκαν ο καθένας στις προηγούμενες υπηρεσίες του. Την ικανοποίηση αυτή έλαβε και ο Ιλαρίων. Η ιερή Μονή του που τόσο πολύ τον ποθούσε, τον επανείδε ανάμεσά της. Μέσα σ᾽αυτήν, μετά από τρία χρόνια, άφησε την τελευταία πνοή του, αφού αναδείχτηκε τέλειος χριστιανός όχι μόνο κατά τις ώρες της ειρήνης, αλλά και κατά τις θύελλες των κινδύνων και των υπέρ Χριστού αγώνων”.
(Μιχαήλ Γαλανού, Οι βίοι των αγίων)
 
Δεν φείδεται επαίνων ο υμνογράφος του οσίου Ιλαρίωνος του νέου, προκειμένου να αναδείξει το πνευματικό μεγαλείο αυτού. Στο πρόσωπο του οσίου βλέπει όχι έναν απλό άνθρωπο, αλλά έναν άγγελο που έζησε εδώ στη γη με το σώμα του, έναν επίγειο άγγελο και επουράνιο άνθρωπο. ῾Ως άγγελος εβίωσας επί της γης μετά σώματος, Ιλαρίων μακάριε᾽. ῾Επίγειος άγγελος και επουράνιος άνθρωπος εχρημάτισας, όσιε᾽ (στιχηρά εσπερινού). Είναι εύλογο λοιπόν να επισημαίνει όλες τις αρετές στην αγία ύπαρξη και ζωή του. ῾Απέκτησες, Πάτερ, βίο ακηλίδωτο, υπομονή και πραότητα και αγάπη ανόθευτη, άμετρη εγκράτεια, ολονύκτια στάση, θεία κατάνυξη, πίστη κι ελπίδα αληθινή με συμπάθεια᾽(῾Βίον ακηλίδωτον, υπομονήν και πραότητα, και αγάπην ανόθευτον, εγκράτειαν άμετρον, παννύχιον στάσιν, κατάνυξιν θείαν, πίστιν ελπίδα αληθή, εν συμπαθεία, Πάτερ, κτησάμενος᾽(στιχηρό εσπερινού). Κι ακόμη: ῾Υπήρξες πηγή κατανύξεως, ποταμός συμπαθείας, πέλαγος θαυμάτων, εγγυητής αμαρτωλών, κατάκαρπη πράγματι ελιά του Θεού που γλυκαίνει τα πρόσωπα με το λάδι των κόπων σου, Ιλαρίων μακάριε᾽(῾Πηγή κατανύξεως, συμπαθείας ρείθρον, πέλαγος θαυμάτων, αμαρτωλών εγγυητής, ελαία όντως Θεού κατάκαρπος, ελαίω των καμάτων σου καθιλαρύνων τα πρόσωπα, Ιλαρίων μακάριε᾽) (στιχηρό εσπερινού).
 
Τι ήταν εκείνο που απετέλεσε κανόνα ζωής στον όσιο, ώστε εκεί προσβλέποντας να μένει σταθερός σε ό,τι ήταν πάντοτε θέλημα του Θεού, συνεπώς να δέχεται πλούσια τη χάρη Αυτού; Ο υμνογράφος δίνει πολλαπλώς την απάντηση: Ο όσιος κράτησε το όμμα της καρδιάς του ακοίμητο πάνω στις θείες εντολές. Τα βήματα της καρδιάς του τα έκανε πάνω στην πέτρα της πίστης του Χριστού. Κι αυτό γιατί αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στον ίδιο τον Θεό, προφανώς κινούμενος από θερμή αγάπη προς Αυτόν. Όπως τα σημειώνει ο ίδιος ο υμνογράφος: ῾Κράτησες το όμμα της καρδιάς σου ακοίμητο πάνω στις θείες εντολές, χωρίς να παρεκκλίνεις ποτέ, σεβάσμιε᾽(῾Το όμμα της καρδίας ακοίμητον εν ταις θείαις εντολαίς ετήρησας, ακαταγνώστως, αοίδιμε᾽) (ωδή ε´). ῾Έστησες τα βήματα της καρδιάς σου πάνω στην πέτρα της πίστης και διέμεινες ασάλευτος, χωρίς να πτοείσαι καθόλου από τις προσβολές των δαιμόνων᾽(῾Εν τη πέτρα της πίστεως έστησας τα βήματα της καρδίας σου και ασάλευτος διέμεινας, προσβολάς δαιμόνων μη πτοούμενος᾽) (ωδή δ´). ῾Αφιέρωσες στον Θεό τη ζωή σου, παμμακάριστε, κι έγινες άριστος ιερουργός αληθινά του Χριστού᾽(῾Θεώ καθιέρωσας την σην, παμμάκαρ, ζωήν, γενόμενος άριστος ιερουργός αληθώς Χριστού᾽) (κάθισμα όρθρου).
 

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πιστός να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, να φθάσει σαν τον όσιο Ιλαρίωνα στο μέτρο της ηλικίας του Χριστού, στην τελειότητα δηλαδή, χωρίς την ασκητική προσπάθεια της τήρησης των εντολών του Χριστού - ῾θήλασες από βρέφος την αρετή και με τους κόπους της εγκράτειας και τους ασκητικούς ιδρώτες έφτασες σε άνδρα και μέτρο της πνευματικής ηλικίας του Χριστού᾽(ωδή α´). Είναι εξίσου αλήθεια όμως ότι για να μπορέσει κανείς να προχωρήσει έτσι, απαιτείται και το έμπρακτο παράδειγμα. Χωρίς το παράδειγμα, τη ζωντανή επιβεβαίωση του ευαγγελικού τρόπου ζωής, μόνος του κάποιος θα δυσκολευτεί πάρα πολύ. Και το ζωντανό παράδειγμα προσφέρεται είτε με κάποιον που συνυπάρχει μαζί μας και τον ακολουθούμε κατά πόδας στην πνευματική ζωή, είτε μέσα από τους βίους των αγίων μας. Η μελέτη των βίων των αγίων αποτελεί το ισχυρότερο ερέθισμα για να υποκινείται κανείς διαρκώς στον δρόμο του Χριστού. Αυτό δηλαδή που έζησαν οι άγιοι: τη ζωή του Χριστού, αυτό μαθαίνουμε κι εμείς πρακτικά και αναλυτικά βλέποντας τη δική τους ζωή.
 
Το ίδιο συνέβη και στον όσιο Ιλαρίωνα τον νέο. Ο υμνογράφος δεν χάνει την ευκαιρία να σημειώσει ότι πρότυπο στη χριστιανική ζωή του ήταν ο ομώνυμός του άγιος Ιλαρίων ο μέγας. Κι όπως αυτός είχε ως πρότυπο και καθοδηγητή του τον όσιο Μέγα Αντώνιο, με τον οποίο έζησε αρκετά χρόνια, έτσι και ο Ιλαρίων ο νέος θέλησε τη ζωή του ομωνύμου του αγίου να μιμηθεί, καθώς την είχε ακούσει και την είχε μελετήσει. ῾Ζήλεψες τον μέγα στην αρετή Ιλαρίωνα και ακολουθώντας τον πνευματικά στα ίχνη της εγκράτειας, φάνηκες, όσιε, κορυφαίος και παράδειγμα στην ποίμνη σου᾽(῾Τον μέγαν εις αρετήν εζήλωσας Ιλαρίωνα, και τούτω πνευματικώς κατ᾽ ίχνος επόμενος εγκρατείας, όσιε, κορυφαίος ώφθης και της ποίμνης υποτύπωσις᾽) (ωδή ς´). Μακάρι κι εμείς, έστω και επ᾽ ελάχιστον, να μιμηθούμε τη ζωή του οσίου Ιλαρίωνα, στην εγκράτεια και ῾τον έλεον της καρδίας᾽ του.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


«Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος, καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν» (Κοντάκιον Αναλήψεως).
(Ἀφοῦ ἐκπλήρωσες τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας κι ἕνωσες τά ἐπίγεια μέ τά ἐπουράνια, ἀναλήφθηκες, Χριστέ Θεέ μας, χωρίς νά χωριστεῖς καθόλου ἀπό ἐμᾶς καί χωρίς νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπό ἐμᾶς, καί φωνάζοντας δυνατά σ’ αὐτούς πού σ’ ἀγαπᾶνε: ἐγώ εἶμαι μαζί σας, γι’ αὐτό καί κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐναντίον σας).
Σέ πολύ λίγες γραμμές ὁ ἅγιος ὑμνογράφος μᾶς ἐπισημαίνει τό θεολογικό βάθος τῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σαράντα ἡμέρες μετά τήν ἁγία Του Ἀνάσταση ὁ Κύριος, κατά τήν ἐντολή πού ἤδη εἶχε δώσει, μάζεψε τούς μαθητές Του στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, κι ἐκεῖ ἐνώπιόν Του, ἀφοῦ τούς ἐνεφύσησε τό ἅγιον Πνεῦμα καί τούς ἔδωσε τήν ἐξουσία «τοῦ ἀφιέναι ἁμαρτίας», προτρέποντάς τους νά παραμένουν ἐν προσευχῇ στόν τόπο πού τούς εἶχε ὑποδείξει μέχρι τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τούς εὐλόγησε καί ἀναλήφθηκε ἐν δόξῃ στούς Οὐρανούς, προκειμένου νά παρακαθήσει καί ὡς ἄνθρωπος στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Δύο εἶναι τά καίρια σημεῖα στά ὁποῖα ἐπιμένει ὁ ὑμνογράφος γιά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Πρῶτον· ἡ Ἀνάληψη σηματοδοτεῖ τήν ὁλοκλήρωση τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ σχεδίου Του δηλαδή γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου - ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθεῖ μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων καί εἶχε ἐξαγγείλει μέσω τῶν Προφητῶν Του στήν Παλαιά Διαθήκη καί πραγματοποιήθηκε ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ· κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ὁ Κύριος ἕνωσε καί πάλι μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν τῇ σαρκί Αὐτοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία τό ζωντανό σῶμα Του, τόν ἀπομακρυσμένο λόγω τῆς ἀνυπακοῆς του ἄνθρωπο. Μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ «οὐκέτι ἐσμέν ξένοι καί πάροικοι, ἀλλ’ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ». Μέ τόν Χριστό ἀκούσαμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Πατέρας μας κι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ φίλος μας, ἡ ρίζα μας, τό σπίτι μας, τό ἔνδυμά μας, ὁ νυμφίος μας, ἡ τροφή μας, τά πάντα γιά τή ζωή μας. Δεύτερον· ἡ πραγματικότητα αὐτή τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας μας ὡς ἕνωσής μας μέ τόν Θεό δέν ἀποτελεῖ περιστασιακό γεγονός - ἕνα εἶδος παρένθεσης στή ζωή τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου - ἀλλά μόνιμη καί αἰώνια κατάσταση. Μετά τόν Χριστό, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ὁ κόσμος ζεῖ ἀδιάκοπα τήν παρουσία Του, ποτέ δέν μπορεῖ νά χωριστεῖ ἀπό Αὐτόν, Αὐτός ζεῖ μέσα σ’ αὐτόν καί αὐτός μέσα σ’ Ἐκεῖνον. Πρόκειται, ὅπως εἴπαμε, γιά τήν ἁγία Του Ἐκκλησία πού ἀποτελεῖ τό μυστικό ζωντανό σῶμα Του. Κι αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι πρίν τόν ἐρχομό Του ὁ κόσμος βρισκόταν ἐκτός τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ - ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ κόσμου ἀποτελεῖ διαρκή ἐπιβεβαίωση καί ἐξαγγελία τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ πού διακρατεῖ τόν κόσμο: Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Δημιουργός, ὁ προνοητής, ὁ κυβερνήτης τοῦ κόσμου· «Αὐτός διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». Ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπησή Του καί τήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου Του ὁ κόσμος ἀπέκτησε καί πάλι τή δυνατότητα νά «βλέπει» καί νά ζεῖ ἐν αἰσθήσει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ· νά πραγματοποιεῖ μέ τήν κάθαρση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ τήν πορεία τῆς ὁμοίωσής του πρός Αὐτόν. Μέ τήν προϋπόθεση βεβαίως ὅτι αὐτό πραγματοποιεῖται ἀπό ὅσους πίστεψαν στόν Κύριο, πού σημαίνει ὅτι Τόν ἀγάπησαν, ἀνταποκρινόμενοι στή δική Του ἀγάπη. Σ’ αὐτούς τούς πιστούς φωνάζει ὅτι εἶναι πάντοτε μαζί τους κι ὅτι κανείς δέν θά μπορέσει νά τούς κάνει κακό. «Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν;» πού λέει καί ὁ ἀπόστολός Του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μᾶς στρέφει στό παρελθόν γιά νά κατανοήσουμε τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ· μᾶς στεριώνει στό παρόν μέσα στήν Ἐκκλησία ὡς μέλη τοῦ Χριστοῦ - ὁ Χριστός εἶναι ἐμεῖς κι ἐμεῖς εἴμαστε Αὐτός ἐν πνεύματι Ἁγίῳ · καί μᾶς προσανατολίζει στό μέλλον, ζώντας ἐν διαρκεῖ προσμονῇ τήν καί πάλι γιά δεύτερη φορά ἐμφάνισή Του: «μαράν ἀθά».