Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Ο ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ (29 ΙΟΥΝΙΟΥ)



Ὁ μήνας ᾽Ιούνιος καταυγάζεται ἀπό τή μεγάλη ἑορτή τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (29 ᾽Ιουνίου). Δέν πρόκειται περί μίας ἁπλῆς ἑορτῆς, ὅπως συνήθως ἑορτάζουμε τίς ὑπόλοιπες ἑορτές τῶν ἁγίων μας: νά θυμηθοῦμε τήν κατά Χριστόν πολιτεία τους καί στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας νά τούς μιμηθοῦμε. Στόν ἐναγκαλισμό τῶν δύο ἀποστόλων, ὅπως τόν βλέπουμε στή γνωστή εἰκόνα τους, ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλε τή σύζευξη τῆς πίστεως καί τῶν ἔργων, μέ ἄλλα λόγια εἶδε τούς ἀποστόλους αὐτούς ὡς σύμβολο καί τύπο τῆς παραδόσεώς της.

Ὑπῆρξε, καί ὑπάρχει ἀκόμη σέ ὁρισμένους αἱρετικούς, ἡ ἄποψη ὅτι οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι ἀκολουθοῦν διαφορετικές παραδόσεις καί ἐκφράζουν διαφορετικές θεολογίες: ὁ ἀπόστολος Πέτρος – λένε -  τονίζει τά ἔργα ὡς δρόμο σωτηρίας, γεγονός πού τόν σχετίζει περισσότερο μέ τήν ᾽Ιουδαϊκή παράδοση, καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει κυρίως τήν πίστη, ἄρα εἶναι ὁ ρηξικέλευθος καί ὁ ἀληθινός χριστιανός. Τόν Πέτρο εἶδαν πολλοί ὡς πρότυπο τῆς θεολογίας τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἡ ὁποία πράγματι ὑπερτονίζει τά καλά ἔργα εἰς βάρος συχνά τῆς πίστεως, καί τόν Παῦλο ἀπό τήν ἄλλη σχέτισαν μέ τόν Προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ὑποβαθμίζει τά ἔργα ὑπέρ τῆς πίστεως.

Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους ὅμως μία τέτοια διασπασμένη κατανόηση τῆς θεολογίας τῶν ἀποστόλων αὐτῶν ἀποτελεῖ μεγάλη πλάνη. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο ἀπόστολοι ἐκφράζουν τήν ἴδια τελικῶς θεώρηση τῆς πίστεως. Δέν προβάλλει ἄλλον Χριστό ὁ Πέτρος καί ἄλλον ὁ Παῦλος. Καί οἱ δύο καταθέτουν τήν ἴδια ἐμπειρία, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, γιά τήν ὁποία καί οἱ δύο ἔδωσαν μέ μαρτυρικό τρόπο τή ζωή τους. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε πού τούς φώτιζε, ἦταν καί εἶναι πάντοτε τό ἴδιο. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά παράδειγμα, τονίζει τήν πίστη ὡς προϋπόθεση τῆς σωτηρίας, ἐξαγγέλλει τήν κοινή μαρτυρία καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ποεξάρχοντος τοῦ Πέτρου (Βλ. π.χ. Α´Πέτρ. 1, 5-9. 21κ.ἀ.), κατά τήν ὁποία, ναί μέν ῾ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται᾽ (Ρωμ. 1,17), ἀλλά ἡ πίστη αὐτή ἐκφράζεται μέ τά ἔργα τῆς πίστεως, μέ τή μετάνοια δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τόν καρπό τῆς πίστεως, τήν ἀγάπη. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽ (Γαλ. 5, 6) κατά τή συνοπτική διατύπωσή του, πού σημαίνει ὅτι τότε ἡ χριστιανική πίστη ζωντανεύει καί ἐνεργοποιεῖται, ὅταν ἀκολουθεῖ τόν δρόμο τῆς ἀγάπης. Πρόκειται γιά διαφορετική διατύπωση τῆς διδασκαλίας καί τοῦ ἀποστόλου ᾽Ιακώβου, κατά τήν ὁποία ῾ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽ (2, 18). Διαφορετικά, ἡ πίστη μόνη μπορεῖ νά θεωρηθεῖ καί ὡς δαιμονική, ἀφοῦ ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσιν καί φρίττουσι᾽( ᾽Ιακ. 2,19).

῎Ετσι πίστη καί ἔργα (πίστεως) συμπορεύονται στή χριστιανική παράδοση, ἐνῶ ὁποιαδήποτε διάσπαση τῆς πίστεως ἀπό τά ἔργα ἑρμηνεύεται ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς συγχύσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ διασπασμένου νοῦ τῶν αἱρετικῶν. Ἡ ἐσωτερική δηλαδή διάσπαση, τήν ὁποία ζοῦν οἱ αἱρετικοί, λόγω τῆς ἐνεργούσας μέσα τους ἁμαρτίας, τούς ὁδηγεῖ καί στό νά βλέπουν διασπασμένη τή θεολογία τῶν ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Μέ ἄλλα λόγια καί στό σημεῖο αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἡ ψυχολογική ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία  ὁ κάθε ἄνθρωπος γιά τήν κατανόηση τοῦ κόσμου προβάλλει στήν πραγματικότητα τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό: αὐτό πού ζεῖ, τό προεκτείνει καί πρός τά ἔξω.

Στήν πιθανή ἔνσταση ὅτι ἱστορικά ὑπῆρξε κάποια σύγκρουση τῶν πρωτοκορυφαίων - ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος τότε πού ῾ἦρθε ὁ Πέτρος στήν ᾽Αντιόχεια, τοῦ ἀντιμίλησε κατά πρόσωπο, γιατί ἦταν ἀξιοκατάκριτος. Γιατί πρίν ἔρθουν μερικοί ἄνθρωποι τοῦ ᾽Ιακώβου, ἔτρωγε στά κοινά δεῖπνα μαζί μέ τούς ἐθνικούς. Σάν ἦρθαν ὅμως, ὑποχωροῦσε καί διαχώριζε τή θέση του, ἐπειδή φοβόταν τούς ᾽Ιουδαίους᾽ (Πρβλ. Γαλ. 2,11 ἑξ.) - ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι διαφορετική: ἡ διαφωνία ἦταν γιά τήν τακτική τοῦ Πέτρου ἀπέναντι στούς ἐθνικούς καί ὄχι γιά τήν πίστη καί τήν ἀλήθεια πού ζοῦσε. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, εἴπαμε, πρόβαλε καί προβάλλει συνεχῶς τήν  ἑ ν ό τ η τ ά  τους μέσα καί ἀπό τήν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τους, ὅπου τούς τοποθετεῖ σέ ἐναγκαλισμό.

Ἡ μεγάλη λοιπόν ἑορτή τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, πού ἡ ᾽Εκκλησία μας τή συνοδεύει καί μέ νηστεία (γι᾽ αὐτούς γίνεται ἡ νηστεία καί ὄχι γιά τήν ἑπομένη, τῆς σύναξης τῶν ἀποστόλων), μᾶς ὑπενθυμίζει τή βασική ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε καί νά σχετιστοῦμε μέ τόν Χριστό, ἄν μαζί μέ τήν πίστη μας σέ ᾽Εκεῖνον δέν κινητοποιηθεῖ καί ὅλη ἡ ζωή μας. Μέ ἁπλά λόγια, ἡ ἀγάπη μας γιά τόν συνάνθρωπο (αὐτό σημαίνει κυρίως κινητοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ μας) ἀποτελεῖ καί τή σπουδαιότερη ἐπιβεβαίωση τῆς πραγματικῆς πίστεώς μας.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων...᾽ 
(῾Εβρ. 12, 1)

α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ ἐντελῶς φυσικό τρόπο συνδέει τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν Καινή καί τήν ἐποχή τῆς ᾽Εκκλησίας: οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης - Πατριάρχες, κριτές, προφῆτες καί ἁπλοί πιστοί τοῦ ᾽Ισραήλ -  μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό πού ἐπιβεβαιώθηκε ἀκόμη καί μέ τήν θυσία τῆς ζωῆς τους, εἶναι ἐκεῖνοι πού περιβάλλουν τούς χριστιανούς, παρακολουθώντας καί ἐνισχύοντας τόν πνευματικό τους ἀγώνα, μετά μάλιστα τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ γίνεται πιά ἐν Χριστῷ καί Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἀλλά μετέχει σ᾽ αὐτόν καί ὁ πνευματικός κόσμος τῶν ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων,...δι᾽ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα...᾽ (῎Εχοντας λοιπόν κι ἐμεῖς τριγύρω μας ἕνα τόσο μεγάλο καί πυκνό σύννεφο ἁγίων ἀνθρώπων πού μαρτύρησαν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως...ἄς τρέχουμε μέ ὑπομονή τόν ἀγώνα πού προβάλλει μπροστά μας...). ῞Ολοι οἱ πιστοί πού ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση τοῦ Θεοῦ ἔμπρακτα καί στήν πρώτη καί στήν δεύτερη φάση τῆς ἀποκαλύψεώς Του εἶναι μέτοχοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει μέλη της τούς μάρτυρες τῆς πίστεως. Οἱ μάρτυρες συνιστοῦν τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας.

β. 1. ῞Αγιος λοιπόν εἶναι ὁ μάρτυρας. ῎Οχι μόνον βεβαίως μέ τήν ἔννοια τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεώς του: τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου καί Θεοῦ του, κάτι πού θεωρεῖται δεδομένο γιά ἕναν χριστιανό -  πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Οστις δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ  ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽ -  ἀλλά κυρίως μέ τήν μαρτυρία τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς του, τήν ἔμπρακτη φανέρωση δηλαδή ὅτι ἀνήκει κανείς στόν Κύριο καί τήν ᾽Εκκλησία Του διά τῆς τηρήσεως τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, γεγονός πού φτάνει σ᾽ ἕνα πολύ μεγάλο ποσοστό καί στήν ἀπώλεια τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστᾶ τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τοῦ ἁμαρτωλοῦ τρόπου ζωῆς του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν ἀψευδή λόγο τοῦ Κυρίου: ῾πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ᾽.

2. Δέν παραξενεύει λοιπόν τό γεγονός ὅτι ἅγιοι γιά τήν ᾽Εκκλησία μας εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως πού ἔδωσαν καί τήν ζωή τους προκειμένου νά σταθοῦν ἀμετακίνητοι πάνω στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ἀπολυτίκιο μάλιστα τῆς ἡμέρας τῶν ἁγίων Πάντων ἔρχεται μέ μία ἐξαίσια εἰκόνα νά ἐπιβεβαιώσει τήν ἀλήθεια αὐτή. ῾Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...᾽, λέει συγκεκριμένα. ῾Η ᾽Εκκλησία Σου, δηλαδή, Χριστέ Θεέ μας, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου σέ ὅλον τόν κόσμο, ἔχει σάν ἔνδυμά της τό πορφυρό χρῶμα.  Αὐτό εἶναι τό χρῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας: τό πορφυρό, γιατί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος εἶναι τό χαρακτηριστικό ὅλων τῶν ἁγίων. Καί πῶς νά εἶναι ἀλλιῶς, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ἀρχηγός τῆς πίστεως καί ἡ κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔφυγε μαρτυρικά ἀπό τήν ζωή αὐτή; ῎Αν Αὐτός πού συνιστᾶ τό ἀπόλυτο κριτήριο ζεῖ καί φεύγει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο μαρτυρικά, ποιός χριστιανός ὡς μαθητής Του μπορεῖ νά ζήσει μέ ἄλλον τρόπο; Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο εἶναι ἡ φυσιολογική κατάσταση γιά τήν ᾽Εκκλησία. Στό μαρτύριο βρίσκει πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία τόν ἑαυτό της. ᾽Εκκλησία πού δέν ζεῖ μαρτυρικά, πού ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Κυρίου δέν ὁδηγεῖ σέ σύγκρουση μέ τόν διεστραμμένο κόσμο τῆς ἁμαρτίας, δέν εἶναι ᾽Εκκλησία. Γιατί προφανῶς θά ἔχει ξεφύγει ἀπό τά χνάρια τοῦ ἀρχηγοῦ της. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽ εἶπε ὁ ῎Ιδιος. ῾῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. Διότι ῾ὅστις θέλει φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽, ἀφοῦ ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽.
Κατά συνέπεια ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία δηλαδή - ἐννοεῖται πάντοτε κατά τό ἀνθρώπινο αὐτῆς, πού σημαίνει ἀπό πλευρᾶς τῶν πιστῶν της - νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. ῞Οταν ἡ κοσμική ἐξουσία ἀρχίζει νά ῾χαϊδεύει᾽ τήν ᾽Εκκλησία, ὅταν ᾽Εκκλησία καί ἐξουσία ἀρχίζουν νά συμβαδίζουν, τότε ἤ ἡ κοσμική ἐξουσία ἔχει ἡγέτες τέτοιους χριστιανούς πού λειτουργοῦν ὡς γνήσια τέκνα της, (ἀλήθεια, γίνεται αὐτό;), ἤ ἡ ᾽Εκκλησία ἔχει βάλει ῾πολύ νερό στό κρασί της᾽, ὅπως λέμε, συνεπῶς ἔχει χάσει τήν αὐθεντικότητά της καί ἔχει ξεπέσει στήν ῾μωρίαν τοῦ ἅλατος᾽ πού λέει ὁ Κύριος. Τό φυσικό ἐπακόλουθο μᾶς τό λέει καί πάλι ὁ ῎Ιδιος: ῾νά πεταχτεῖ καί νά ποδοπατηθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους᾽. Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοί μας, τίς ῾εἰρηνικές᾽ ἐποχές, ἐκεῖ πού τά πράγματα φαίνονται ὅτι βαίνουν καί κυλοῦν ῾καλά᾽, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες ἐποχές καί καλοῦν σέ ἀδιάκοπη καί συνεχή ἐγρήγορση. Πότε ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς κινδυνεύει ἕνας χριστιανός; ῞Οταν σταματήσουν σ᾽ αὐτόν οἱ πειρασμοί καί οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Τότε εὔκολα μπορεῖ νά ῾ἀποκοιμηθεῖ᾽. ῾῎Επαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος᾽ κατά τό γνωστό ἀσκητικό λόγιο. Τό ἴδιο λοιπόν καί γιά τίς χωρίς πειρασμούς ἐποχές.

3. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχει θέση ἡ προβολή καί ἑνός ἄλλου εἴδους μαρτυρίου γιά τήν ᾽Εκκλησία. Ναί μέν τό μαρτύριο τοῦ αἵματος εἶναι τό πιό καθοριστικό ὡς αὐτό πού ἐπιβεβαιώνει στόν ἀπόλυτο δυνατό βαθμό τήν γνησιότητα τῆς πίστεως, ὅμως ὑπάρχει καί τό λεγόμενο μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, τό ὁποῖο, ὄχι λιγότερο εἶναι ἀλήθεια, φανερώνει τό πόσο ὁ χριστιανός πορεύεται ὀρθά στήν ζωή του. Καί τοῦτο γιατί μαρτύριο τῆς συνειδήσεως εἶναι ἡ προσπάθεια πού καταβάλλει μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ συνεπής πιστός νά μένει πάνω στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Χαρακτηρίζεται δέ ἔτσι, διότι στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν -  στήν πραγματικότητα στήν τήρηση τῆς διπλής ἐντολῆς: τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο - ἐναντιώνεται ὁ ζῶν ἀκόμη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἐγωϊσμός, ὅπως καί ὁ πόλεμος πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος ἀπό τόν Πονηρό διάβολο. ᾽Εδῶ ἔχει θέση το ἄλλο γνωστό πατερικό λόγιο: ῾δός αἷμα καί λάβε Πνεῦμα᾽. ῾Η συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου λοιπόν εἶναι ἐκείνη πού καθορίζει τήν ποιότητα τῆς χριστιανικότητάς του, μέ ἄλλα λόγια ἡ παρθενικότητά της ἤ τό διάτρητο αὐτῆς φανερώνει τήν ἁγιότητα τοῦ πιστοῦ.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως θεωρεῖται ἰσοστάσιο τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, μᾶλλον δέ καί προϋπόθεση αὐτοῦ.  ῎Αν μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ κανείς νά κρατήσει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, πῶς εἶναι δυνατόν νά δώσει καί τήν ζωή του γι᾽ Αὐτόν; Καί δέν εἶναι μία προσφορά ζωῆς ἡ θυσία τοῦ ἑαυτοῦ πρός χάριν τοῦ ἄλλου; ῾Φλέγομαι ἀπό τό πόθο νά μαρτυρήσω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶπε μιά μέρα ἕνας ἀρχάριος μοναχός σ᾽ ἕναν ἔμπειρο Γέροντα. - Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σἄν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων᾽ (ἀπό τό Γεροντικό). Καί δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τόν συγκλονιστικό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στόν περίφημο ὕμνο τῆς ἀγάπης. Σημειώνει ὁ ἀπόστολος τήν θεωρούμενη, χωρίς νά εἶναι ὅμως μέ βάση τά παραπάνω, παραδοξότητα, ὅτι μπορεῖ κάποιος νά δώσει τό σῶμα του γιά νά καεῖ πρός χάρη τῆς πίστεώς του, νά μήν τόν ὠφελήσει ὅμως αὐτή ἡ θυσία του, ἄν δέν διακατέχεται ἀπό ἀγάπη. ῾Καί ἄν παραδῷ τό σῶμά μου, ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι᾽.

4. Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία μας κάθε πιά πιστός: εἴτε τῆς συνειδήσεως πάντοτε εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν ζητηθεῖ κάτι τέτοιο λόγω τῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς. Καί ὁ ἀπόστολος ἔρχεται στήν συνέχεια καί καθορίζει πιό συγκεκριμένα τό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ μαρτυρικοῦ ἀγώνα: Μέ τήν συμπαράσταση ὅλων τῶν μαρτύρων ἁγίων ὁ πιστός, συνεπῶς ἐν ᾽Εκκλησίᾳ εὑρισκόμενος, εἶναι ἀπολύτως προσανατολισμένος πρός τόν Κύριο, τόν ἀρχηγό τῆς πίστεως, κάνοντας πέρα συνεπῶς ὁποιοδήποτε φορτίο ἀπό τά βιοτικά πράγματα, κυρίως ὅμως τήν ἁμαρτία πού εὔκολα παρασύρει τόν ἄνθρωπο. Κι ἐπειδή ἡ ἁμαρτία λειτουργεῖ ὡς δεύτερη φύση καί ὁ διάβολος δέν κάνει διακοπές στίς κατά τῶν πιστῶν ἐπιθέσεις του, γι᾽ αὐτό καί ἀπαιτεῖται ὑπομονή. ῾Μέ ὑπομονή λοιπόν τρέχουμε τόν ἀγώνα πού προβάλλει μπροστά μας, χωρίς νά στρέφουμε πουθενά ἀλλοῦ τά βλέμματά μας καί τήν προσοχή μας παρά μόνο στόν ᾽Ιησοῦ, πού εἶναι ὁ ἀρχηγός καί θεμελιωτής τῆς πίστεώς μας καί μᾶς τελειοποιεῖ σ᾽ αὐτήν᾽.

γ. ῾Ο ἀπόστολος μιλώντας γιά τούς ἁγίους μάρτυρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πολύ περισσότερο ἑπομένως γιά τούς μετά Χριστόν, σημειώνει κάτι ἐξαιρετικό: ῾ὧν (αὐτῶν τῶν ἁγίων μαρτύρων) οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος᾽ (ὁλόκληρος ὁ κόσμος δέν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοί ἄνδρες, κι οὔτε μποροῦσε νά συγκριθεῖ μ᾽ αὐτούς). Οἱ μάρτυρες δηλαδή τοῦ Θεοῦ, οἱ εὑρισκόμενοι πάνω στό θέλημά Του, ἀποτελοῦν τό κόσμημα τοῦ κόσμου. Οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τό ποιοτικό στοιχεῖο τοῦ κόσμου, τήν ἀναφορά καί τήν εὐλογία του. Μέ τήν ἁγιασμένη ζωή τους λειτουργοῦν ὡς οἱ εὐεργέτες αὐτοῦ, γι᾽ αὐτό καί κανονικά μέ ὀρθά κριτήρια ὁ κόσμος θά ἔπρεπε νά τούς εὐγνωμονεῖ καί νά τούς δοξολογεῖ. Μέ τούς ἁγίους μάρτυρες στέκεται τελικά ὁ κόσμος - ὁ Θεός δι᾽ αὐτῶν συνεχίζει νά κρατάει τόν κόσμο. ῾Η συναίσθηση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας καί γιά ἐμᾶς σημαίνει ἤδη χάρη Θεοῦ. Μακάρι ὅμως νά μποῦμε καί στήν χάρη τῆς πράξης καί τῆς ζωῆς τους. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ



Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Μέ ἄλλα λόγια οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, κάτι πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι μιλώντας γιά τούς ἁγίους μιλᾶμε γιά γεγονός πού ὑπερβαίνει τήν ὁριζόντια ἀνθρώπινη μόνο κατανόησή τους. Οἱ ἅγιοι, ὅπως πιστεύουμε ὅτι θά δείξουμε καί στή συνέχεια, φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, συνιστοῦν τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο κάθε χριστιανός πρέπει νά τό θέτει καί στόν ἑαυτό του: ῾Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;᾽ Νά ἐξηγήσουμε λίγο περισσότερο τήν παραπάνω περί ἁγίων τοποθέτηση. 

Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη πολλῶν συνανθρώπων μας, ἀκόμη καί χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί ῾ἀγκυλώματα᾽. Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω καί τό τονίζει διαρκῶς ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός: αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, πού σημαίνει προσπαθεῖ νά κρατάει ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε κανείς πηγαίνοντας σ᾽ ἕνα μοναστήρι εἴτε μένοντας στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ῾ἅγιος᾽ ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Ὅπως ἐπιγραμματικά μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος ῾Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ᾽. Χριστιανός εἶναι ὅποιος ῾μιμεῖται᾽ τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος - ῾ἀκολούθει μοι᾽ (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους:῾ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε᾽ (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε καί στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ (Ματθ. 19, 27).

Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός, τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου, τήν τιμή, τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, κάτι πού δέν φαίνεται νά κατανοοῦν ὁρισμένες ὁμάδες αἱρετικῶν, γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχουν ὀρθές θεολογικές προϋποθέσεις, μή ἀποδεχόμενοι δηλαδή τό μυστήριο τῆς σχέσης ταύτισης πού δημιουργεῖ ὁ Χριστός μέ τούς ἴδιους τούς πιστούς Του. ῾Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν᾽ (᾽Ιωάν. 15, 14), εἶπε ὁ Κύριος, ῾ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽ (15,5 ), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τό ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης μέ τόν Χριστό: ῾πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ᾽ (Φιλ. 4, 13). Μέ τούς ὅρους αὐτούς, χαρακτηριστικά τοῦ ἁγίου, ὅπως τά ἐπισημαίνουμε γενικῶς ἀπό αὐτά πού ἔχει πεῖ ὁ Κύριος καί ἔχουν διδάξει οἱ ἀπόστολοι, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή στόν Θεό, ἡ χωρίς ὅρια ἀγάπη στόν συνάνθρωπο, ἡ ταπείνωση, ὡς συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καί ἁμαρτωλότητας τοῦ ἑαυτοῦ.

Ὁ ἅγιος ἑπομένως δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει ῾ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ᾽. ῞Αγιος μ᾽ ἕναν λόγον εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπό τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ανάλογα μέ τή δεκτικότητα αὐτοῦ, ἄρα ὄχι ἀπό τήν προσφορά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι χωρίς ὅρια - ῾οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεός τό Πνεῦμα᾽ (᾽Ιωάν. 3, 34) – λαμβάνει ὁ πιστός τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὐθύνεται ἀποκλειστικά γιά τήν πνευματική του κατάσταση. ῎Ανθρωπος πού ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ πρός τό ἄνοιγμα ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ῾βλέπει᾽ πλούσια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του. ῎Ανθρωπος, ἀπό τήν ἄλλη, πού διστάζει καί ἀπιστεῖ πρός αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, βιώνει τήν ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ἤ τήν ὀλιγότητά της στήν ὕπαρξή του. Κι αὐτό αἰτιολογεῖ καί τή διαβάθμιση πού ὑπάρχει στήν ἁγιότητα. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο ὕψος ἁγιότητας. ῾᾽Αστήρ ἀστέρος διαφέρει᾽ (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι ῾ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός του πολλαί μοναί εἰσι᾽ (᾽Ιωάν, 14, 2). Ὑπάρχει, λοιπόν, ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ ῾ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο᾽.

Τί προσδιορίζει τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; ᾽Από τί ἐξαρτᾶται αὐτή; Κατά τήν πίστη μας, ἀπό τόν βαθμό τῆς ταπείνωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά του γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο λιγότερη ταπείνωση ὑπάρχει, τόσο καί λιγότερο Πνεῦμα Θεοῦ δέχεται ἡ ὕπαρξή του. Καί τοῦτο γιατί ῾ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; ῎Ετσι ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, ῾συντονίζει᾽ τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνει δηλαδή καί τόν βαθμό κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστης στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Μέ ἄλλα λόγια, βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν - ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη χαρακτηρίζονται ὡς ἡ συμπύκνωση ὅλων τῶν ἀρετῶν – θεωρεῖται ἡ ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση εἶναι τελικῶς τό κριτήριο τῆς ἁγιότητος.

 Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας - ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές᾽. Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.

 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. ῾᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. ῾Ἡ ταπείνωση εἶναι κατόρθωμα μόνον τῶν ὀρθοδόξων. Στούς ἑτεροδόξους, ὅσο καί νά ψάξεις, δέν πρόκειται ποτέ νά τήν βρεῖς᾽ (᾽Ιωάννης Κλίμακος). Βεβαίως, ὁ ταπεινός, ὅπως εἴπαμε, εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.

Μετά τά παραπάνω εἶναι πιά πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. ῾῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι᾽ (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. ῾῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω᾽ (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος ἐπίσης τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: ῾Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες᾽ ἤ ῾ἅγιοι θά γίνουμε;᾽ εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Βεβαίως, χρειάζεται καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι πηγή τῆς ἁγιότητας εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός καί χῶρος φανέρωσής της ἡ ᾽Εκκλησία. ᾽Εμεῖς μόνον κατά μετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι. ῾Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, ᾽Ιησοῦς Χριστός᾽ ψέλνουμε στή Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὅτι πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. ᾽Επειδή δηλαδή εἶναι ἁγία ἡ κεφαλή ὀντολογικά, γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς ὡς ἐνταγμένα στό σῶμα μέλη γινόμαστε ἅγιοι.

 Ἡ ἁγιότητα ἔτσι ὡς ζωντανή σχέση προσώπων, Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δέν κρίνεται ἀπό ἐξωτερικά τυπικά σημεῖα: ἐνδυμασία, κόμμωση κλπ. ῎Αν κρινόταν ἔτσι, δέν θά ἐπρόκειτο γιά ζωντανή πραγματική σχέση, ἀλλά γιά νομική –τυπική. Εἶναι πολύ γνωστό τό πρωτοχριστιανικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς πρός Διόγνητον, πού τονίζει πολύ καθαρά τήν πραγματικότητα αὐτή. ῾Οἱ χριστιανοί δέν διαφέρουν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε στήν ἐπίγεια πατρίδα οὔτε στήν ὁμιλία οὔτε στά ἔθιμα. Γιατί πουθενά δέν κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πόλεις οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποια διαφορετική γλῶσσα... Πλήν ὅμως, ἐνῶ κατοικοῦν σέ πόλεις ἑλληνικές καί βαρβαρικές - ἐκεῖ πού βρέθηκε ὁ καθένας – καί ἀκολουθοῦν τά ἐγχώρια ἔθιμα στήν ἐνδυμασία, τή διατροφή καί τίς ἄλλες πλευρές τῆς ζωῆς, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους εἶναι στ᾽ ἀλήθεια θαυμαστός καί παράδοξος᾽.

 Τελειώνοντας: ὁ ἅγιος εἶναι ὁ ὁρατός τόπος πού φανερώνεται ὁ Θεός στόν κόσμο, εἶναι ἡ αἰσθητή παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τόν Θεό ἔτσι Τόν βρίσκουμε στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Του, πού καί σήμερα ὑπάρχουν πάρα πολλοί, ἀρκεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιά νά τούς ῾ἀφουγκραζόμαστε᾽. ῎Αν ὁ ἀρχαῖος ῞Ελληνας φιλόσοφος ῾Ηράκλειτος εἶχε ἐπισημάνει ὅτι ῾ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ᾽: ἡ ἀλήθεια ἀγαπᾶ νά κρύβεται, πολύ περισσότερο τοῦτο ἰσχύει στή χριστιανική μας πίστη. Ἡ ἁγιότητα δηλαδή δέν εἶναι ἕνα προϊόν πρός διαφήμιση, ἀλλά μία ἐσωτερική πραγματικότητα τῆς καρδιᾶς, πού τήν φανερώνει ὁ Θεός στόν κόσμο μέ τόν τρόπο πού ᾽Εκεῖνος ἐπιλέγει. Ἡ Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων ἔτσι μᾶς προβληματίζει κάθε φορά πάνω στήν κλήση μας αὐτή τῆς ἁγιότητας, χωρίς τήν ὁποία δέν πρόκειται κανείς νά δεῖ τόν Κύριο (πρβλ. ῾Εβρ. 12,14 ). ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα, μέ ὅ,τι συμβαίνει στόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας, ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ (27 ΙΟΥΝΙΟΥ)




“Αὐτός ὁ ἅγιος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη καί ἔζησε τόν 6ο μ. Χ. αἰώνα. Τόν πλοῦτο πού τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς του τόν μοίρασε στούς πτωχούς καί ἀναγκεμένους συνανθρώπους του καί στή συνέχεια ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου περνοῦσε τόν καιρό του ὡς ἡσυχαστής μέσα στόν κόσμο, δηλαδή ζώντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας μέσα στούς ναούς, προσευχόμενος διαρκῶς καί μελετώντας τίς ῞Αγιες Γραφές. Ἡ ἁγία βιοτή του ἔγινε γνωστή στόν πατριάρχη Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε στήν ἱερωσύνη καί τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο. ᾽Από κεῖ καί πέρα, ὡς κληρικός πιά ὑπῆρξε σωτήριο λιμάνι γιά ὅλους τούς πτωχούς καί τούς ἔχοντες ἀνάγκη, θέτοντας μάλιστα στήν ὑπηρεσία τῶν συνανθρώπων του καί τήν ἐμπειρία του στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Τήν ἀγάπη του καί τίς ἰατρικές του γνώσεις ἔνιωσε καί ὁ ἴδιος ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστινιανός, ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε ἀπό τόν ἅγιο, ὅταν προσῆλθε σέ αὐτόν, λόγω κάποιου ἀνιάτου πάθους πού τόν διακατεῖχε. ᾽Από τό γεγονός αὐτό ὁρμώμενος ὁ βασιλιάς, θαυμάζοντας ὑπέρμετρα τήν ἀρετή τοῦ ἄνδρα καί ἀπονέμοντας σεβασμό σ᾽ αὐτόν, μετά τόν ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας κατασκεύασε ξενώνα καί κατέστησε τόν ἅγιο σκευοφύλακα τῆς μεγάλης ᾽Εκκλησίας. Ὁ Σαμψών ἀφοῦ ἔζησε μέ καλό καί θεοφιλή τρόπο καί ἔγινε πρόξενος σωτηρίας γιά πολλούς, μέ τό νά τούς ὁδηγεῖ σέ ζῆλο καί μίμηση τοῦ δικοῦ του χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ἐκεῖ καί ἀναπαύτηκε. Τό τίμιο λείψανό του κατατέθηκε στόν μέγιστο ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου, βρύοντας καθημερινά ἰαματοφόρα νάματα, ῾εἰς δόξαν καί αἶνον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν”.

Μυροβλήτης λοιπόν καί ὁ ὅσιος αὐτός, προσφέροντας μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ  τήν ἴαση στούς ἐν πίστει προσερχομένους στόν τάφο του. Κατά τον ιερό υμνογράφο μάλιστα, τον άγιο Ιωσήφ, το μύρο το προχεόμενο από τον τάφο του ήταν σαν το μέλι που πήρε ο Σαμψών, ο κριτής της Παλαιάς Διαθήκης,  από τη γνάθο του λιονταριού όταν το  σκότωσε με τα χέρια του και το βρήκε έπειτα με πλήθος μελισσών μέσα στο κουφάρι του. ῾Έβγαλε να πιει μέλι ο Σαμψών παλιά από τη γνάθο, ενώ ο Σαμψών τώρα αναβρύει μύρο από τον τάφο᾽(῾Εξήγεν ο πριν εκ γνάθου Σαμψών πόμα. Ο νυν δε Σαμψών μύρον εκ τάφου βρύει᾽) (στίχοι συναξαρίου). Η μυροβολία ἐκ τοῦ τάφου του  ἦταν βεβαίως συνέχεια τῆς μυροβολίας τῆς καρδιᾶς του, ἐνόσω ζοῦσε. Μόνον ἕνας πού μυροβολεῖ ἐν ζωῇ, δηλαδή ἔχει πλούσια ἀγάπη στήν καρδιά, μπορεῖ νά χαριτωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ὥστε νά μυροβολεῖ καί μετά θάνατο.  Τόν πλοῦτο τοῦ μύρου τῆς καρδιᾶς του, τήν ἀγάπη του, τόν εἰσέπραξαν καθ᾽ ὅλη τή ζωή του ὅσοι τόν προσήγγισαν, ἀδιακρίτως θέσεως καί τάξεως, πλούτου, μόρφωσης ἤ ἡλικίας. Εἴτε πτωχός εἴτε καί ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, μέσω τοῦ ἁγίου ἔρχονταν σέ ἐπαφή μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Ὁ ἅγιος ἦταν τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά θεραπευτεῖ καί στήν ψυχή καί στό σῶμα ὁ κάθε ἄνθρωπος. Κατά τον ιερό υμνογράφο ῾Φάνηκες η συμπαθέστατη βοήθεια των πτωχών και ο άριστος ιατρός των ασθενών, όσιε, και των ταλαιπωρουμένων η βοήθεια᾽(῾Ώφθης πτωχών συμπαθεστάτη βοήθεια και ασθενούντων, όσιε, ιατρός άριστος, και καταπονουμένων αντίληψις᾽) (ωδή α´).

Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν διακατεῖχε, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό. ῾Μιμήθηκε (ο Σαμψών) την ευσπλαχνία του Θεού και έγινε συμπαθής στους αρρώστους και το ένδυμα όλων των γυμνών᾽(῾Θεού μιμούμενος ευσπλαγχνίαν, συμπαθής νοσούσι γέγονε, γυμνουμένων τε πάντων περιβόλαιον᾽) (ωδή γ´). Κι εἶναι γνωστό: κανείς δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει σωστά τόν συνάνθρωπό του, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, ἄν δέν ἔχει στραφεῖ πρός τόν Θεό καί δέν ἔχει ἐξαρτήσει τήν ὕπαρξή του ἀπό Αὐτόν. Διαφορετικά, ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, παρόλες ἴσως τίς καλές διαθέσεις πού μπορεῖ κάποιος νά ἔχει, θά εἶναι μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ποιός θά μποροῦσε, γιά παράδειγμα, νά ἀγαπήσει τόν ἐχθρό του χωρίς λόγο; Μόνον ὁ ἀγαπῶν τόν Θεό ἔχει λόγο νά ἀγαπήσει καί τόν κάθε πλησίον του. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ ὁσίου πρός τόν Θεό ἦταν ὁρατή ῾μακρόθεν᾽: ἐντρυφοῦσε ἀδιάκοπα στήν προσευχή καί τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χαρά του ἦταν ἡ διαμονή μέσα στίς ἐκκλησίες. Ὁπότε καί τά ῾μάτια᾽  του ἀνοίχτηκαν, γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στά πρόσωπα τῶν εἰκόνων ᾽Εκείνου, τῶν συνανθρώπων του. ῾Ανέθεσες τον εαυτό σου, Σαμψών, ολοκληρωτικά στον Κύριο᾽(῾Ολικώς ανετέθης, ω Σαμψών, τω Κυρίω᾽) (εξαποστειλάριο όρθρου).

Ἡ ἀγάπη ὅμως πρός τόν Θεό δέν γεννιέται αὐτόματα οὔτε εἶναι ἕνα χάρισμα πού δίνεται ἀπό τόν Θεό ῾τυφλά᾽. Πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά συνεργήσει σέ αὐτό. Καί συνεργεῖ, ὅταν κι ὁ ἴδιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Θεό – τό κάτι πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἔλεγε ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Πορφύριος. Πότε διατηρεῖται ἡ ἐπιθυμία αὐτή στόν ἄνθρωπο; Ὅταν δέν ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά παρασυρθεῖ ἐντελῶς ἀπό τόν πονηρό, ὅταν, ἔστω καί λίγο, προσπαθεῖ νά διατηρήσει τόν νοῦ του καθαρό ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ὁπότε ὁ Θεός, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τήν καλή αὐτή διάθεση, δίνει τή χάρη Του πλούσια γιά νά καθαριστεῖ ἐντελῶς ὁ νοῦς, νά γίνει θεοειδής καί νά βλαστάνει διαρκῶς τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν καί πρός τόν συνάνθρωπο, κάτι πού τό βλέπουμε στούς ἁγίους μας, καί ἰδίως στόν σήμερα ἑορταζόμενο ὅσιο Πατέρα Σαμψών.῾Φάνηκες καθαρός ναός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, επειδή καθάρισες τον εαυτό σου πραγματικά από τη λάσπη των παθών, θεοφόρε Πατέρα᾽(῾Ώφθης ναός καθαρός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, της των παθών ιλύος καθάρας σεαυτόν ως αληθώς, Πάτερ θεοφόρε᾽) (ωδή ε´).