Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΕΣΤΩΡ (27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Νέστωρ ήταν πολύ νέος και ωραίος άνδρας, γνωστός στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Την εποχή του βασιλιά Μαξιμιανού κι ενώ αυτός είχε συλλάβει τον άγιο Δημήτριο και τον είχε κλείσει φυλακή, έτρεξε στον τόπο της φυλακής του κι έπεσε στα πόδια του: «Δούλε του Θεού, είπε, θέλω να μονομαχήσω με τον Λυαίο, και ευχήσου για μένα στο όνομα του Χριστού». Ο άγιος τότε τον σφράγισε με το σχήμα του τιμίου Σταυρού και του είπε: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις». Ήλθε λοιπόν ο Νέστωρ στο στάδιο, όταν βρισκόταν στο θεωρείο ο Μαξιμιανός, και είπε: «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι». Συνεπλάκη λοιπόν με τον βδελυρό Λυαίο, τον οποίο με καίριο πλήγμα στην καρδιά φόνευσε, γεγονός που δημιούργησε ψυχική σύγχυση στον βασιλιά. Αμέσως αυτός διέταξε να κτυπηθεί με λόγχες ο άγιος Δημήτριος, ως αίτιος της σφαγής του Λυαίου, ο δε άγιος Νέστωρ να φονευθεί με το δικό του ξίφος».

Με τον άγιο Νέστορα προεκτείνεται η εορτή του αγίου Δημητρίου. Δημήτριος και Νέστωρ είναι ευνόητο ότι βρίσκονται κάτω από τον ίδιο «παρονομαστή», αφού, πέραν της όποιας άλλης ενδεχομένως πνευματικής σχέσεώς τους: διδασκάλου προς μαθητή για παράδειγμα,   οι τελευταίες τους ώρες λειτούργησαν κατά τρόπο αντανακλαστικό: η ενέργεια του καθενός επηρέαζε άμεσα τον άλλον. Το γεγονός αυτό της κοινής πορείας των δύο αγίων κάνει και τον υμνογράφο να αντιμετωπίζει τον μαθητή Νέστορα κατά παρόμοιο δοξαστικό τρόπο με τον διδάσκαλο Δημήτριο: ως συμβασιλεύοντα δηλαδή με τον Κύριο. «Πορφύραν εξ αιμάτων βεβαμμένην σου ιερών, φορέσας και κατέχων δεξιά, ώσπερ σκήπτρον τον Σταυρόν, συμβασιλεύεις τω Χριστώ, Νέστορ μακάριε». (Αφού φόρεσες πορφύρα, που βάφτηκε από τα ιερά σου αίματα, Νέστορα μακάριε, και κατέχεις στο δεξί σου χέρι σαν σκήπτρο τον Σταυρό, συμβασιλεύεις με τον Χριστό).

Από την άλλη, εξίσου τονίζει ο ποιητής και για τον άγιο Νέστορα  ό,τι αποτελούσε κριτήριο αγιότητος για τον άγιο Δημήτριο, όπως και για κάθε άλλον άγιο: τη μόνιμη επιλογή του θελήματος του Θεού, έστω κι αν απειλείτο και η ίδια η ζωή του: «ω, ψυχής σου θεοφιλούς, τον θάνατον τον πρόσκαιρον ουδέν ηγησαμένης, το δε ζην εν Κυρίω εκλεξαμένης!» (Ω,  θεοφιλής ψυχή, που δεν υπολόγισες καθόλου τον πρόσκαιρο θάνατο, εξέλεξες όμως να ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου!) Και βεβαίως, πίσω και από αυτό, υπήρχε η μεγάλη αγάπη προς τον Κύριο του αγίου Νέστορα, απόρροια της θέρμης της στοργής Εκείνου προς τον ίδιο: «Ζέσει της του Χριστού κρατυνόμενος στοργής, ένδον εισεπήδησας  εν τω σταδίω». (Μπήκες μέσα στο στάδιο, ενισχυόμενος από τη θέρμη της αγάπης του Χριστού). Όπως όλοι γνωρίζουμε, όπου υπάρχει η θερμή αγάπη προς τον Χριστό, εκεί υπερβαίνεται ακόμη και ο φόβος του θανάτου.

Δεν είναι δυνατόν όμως ο υμνογράφος να μην επικεντρώσει την προσοχή του στο γεγονός που κατέστησε γνωστό και άγιο τον Νέστορα: την πάλη του με τον Λυαίο και τη νίκη του επ’  αυτού. Τι κάνει όμως; Μας ανοίγει τα πνευματικά μάτια, προκειμένου, μαζί με την αισθητή αυτή νίκη, να δούμε και την παράλληλη πνευματική νίκη του κατά του πονηρού διαβόλου. Κι είναι λογικό: δεν θα μπορούσε να υπερβεί το τεράστιο «τείχος», τον Λυαίο, ο Νέστορας, αν δεν είχε το πνευματικό σθένος από τις νίκες του κατά του Πονηρού: «αισθητώς Λυαίω μεν συμπλακείς, τούτον ώλεσας∙ ταις αοράτοις δε τον αόρατον λαβαίς Βελίαρ συ συνεπόδισας και εθανάτωσας». (Συνεπλάκης αισθητά με τον Λυαίο και τον εξολόθρευσες. Και με τις αόρατες λαβές της πάλης υπέταξες και θανάτωσες τον αόρατο Βελίαρ, τον διάβολο).

Με ποιες δυνάμεις όμως κατόρθωσε να καταγάγει τη διπλή αυτή νίκη; Ο υμνογράφος είναι σαφέστατος: Πρώτον, με τη συμμαχία του Χριστού – «την του Θεού αοράτως συμμαχίαν εκέκτησο» - καθώς ήταν ντυμένος την πανοπλία Εκείνου. «Νέστορ αθλητά μακάριε, την πανοπλίαν Χριστού σεαυτώ περιθέμενος». Και δεύτερον, με την ενίσχυση του διδασκάλου και καθοδηγητή του αγίου Δημητρίου, κυρίως μέσω των ενισχυτικών θείων λόγων του και προφανώς των με παρρησία προς τον Θεό υπέρ αυτού προσευχών του. «Λόγοις ενθέοις νευρούμενος, Νέστορ σοφέ αληθώς, Δημητρίου του μάρτυρος». Όπου ο άνθρωπος έχει τον Χριστό παρόντα στη ζωή του και τον πιστό συνάνθρωπο ενισχυτή του, εκεί φανερώνεται η παντοδυναμία του Θεού. Πίστη στον Χριστό, ενότητα πίστεως: τα ανίκητα όπλα των Χριστιανών.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Δημήτριος έζησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ήταν ευσεβής χριστιανός ήδη από τους γονείς του και διδάσκαλος της πίστεως στον Χριστό. Όταν ήλθε ο Μαξιμιανός στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη ο άγιος ως πολύ γνωστός για την ευσέβειά του χριστιανός. Ο βασιλιάς υπερηφανευόταν  για κάποιον άνδρα του, Λυαίο στο όνομα, ο οποίος ήταν τεράστιος στο σώμα και με φοβερή δύναμη,  και παρακινούσε όλους τους κατοίκους της χώρας να βγουν και να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη. Κάποιος νεαρός, Χριστιανός στην πίστη, ονόματι Νέστωρ, προσήλθε στον άγιο Δημήτριο, που ήταν φυλακισμένος, και του είπε: Δούλε του Θεού, θέλω να παλέψω με τον Λυαίο∙ προσευχήσου για μένα. Αυτός δε, αφού σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το μέτωπο του Νέστορα, του λέγει: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Πήρε θάρρος ο Νέστωρ από τα λόγια αυτά και αντιμετώπισε τον Λυαίο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ταπεινώνοντας την αλαζονεία του. Για τον λόγο αυτό ο βασιλιάς ντροπιάστηκε, κι όταν ερεύνησε και έμαθε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο Δημήτριος, διέταξε να πάνε πρώτα  στρατιώτες στη φυλακή του και με λόγχες να του κατατρυπήσουν την πλευρά. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως ο άγιος άφησε την ψυχή του, ενώ από τότε άρχισε να κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα και ιάσεις. Έπειτα, με τη διαταγή του βασιλιά πάλι, έκοψαν την κεφαλή του αγίου Νέστορα». 

Απορία, έκπληξη, θάμβος, δοξολογία, πλησμονή θείου έρωτα! Οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς ερχόμενος σ’  επαφή με τους ύμνους της Εκκλησίας μας για τον μεγαλομάρτυρα, μυροβλήτη, θαυματουργό άγιο Δημήτριο. Είναι τόσος ο πνευματικός πλούτος του αγίου, ώστε δεν άρκεσε ο υμνογράφος Θεοφάνης με τον κανόνα του, για να υμνολογήσει την όλη βιωτή του Δημητρίου,  αλλά επιστρατεύτηκε και ο άγιος Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος  και με δεύτερο κανόνα επικεντρώνει κυρίως την προσοχή μας στη μυροβολία του αγίου.  «Ο δεύτερος κανών, υπόθεσιν έχων εγκωμίων ομού και δεήσεως το ιερόν αυτού μύρον», κατά το διευκρινιστικό σημείωμα του κανόνα αυτού. Μπρος λοιπόν στη θαυμαστή προσωπικότητα του αγίου Δημητρίου, η Εκκλησία μας διά των υμνογράφων νιώθει την ανεπάρκεια επακριβούς εξυμνήσεως των αγώνων και των τιμών που απολαμβάνει ο άγιος εν ουρανοίς. «Νους ουκ εξαρκεί και λόγος ανθρώπινος εκδιηγήσασθαι τας υπερφυείς τιμάς και δόξας, Μάρτυς, ας περ απείληφας». (Ο νους και ο ανθρώπινος λόγος δεν εξαρκούν, Μάρτυς, για να διηγηθούν τις υπερφυσικές τιμές και δόξες, τις οποίες έχεις λάβει).

Και δικαίως. Πώς να εξυμνηθεί σωστά και με ακρίβεια, εκείνος που συμβασιλεύει πια με τον Κύριο του παντός; Ντυμένος το πορφυρό ρούχο του βασιλιά, λόγω των μαρτυρικών αιμάτων του, κρατώντας στα χέρια αντί σκήπτρου τον σταυρό, συμβασιλεύει πράγματι με τον Χριστό. «Ως πορφυρίδι κεκοσμημένος τω σω αίματι, έχων αντί σκήπτρου, ένδοξε, τον Σταυρόν, τω Χριστώ συμβασιλεύεις νυν».  Ποιο εγκώμιο μπορεί να είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από αυτό; Κατά συνέπεια, οι ύμνοι τονίζουν ότι η εορτή του αγίου Δημητρίου δεν έχει τοπικό χαρακτήρα, αλλά παγκόσμιο. Κι η παγκοσμιότητα αυτή δεν αναφέρεται στον κόσμο μόνον τούτο, στους πιστούς δηλαδή όλου του κόσμου, αλλά και στους ίδιους τους αγγέλους. «Σήμερον συγκαλείται ημάς του αθλοφόρου η παγκόσμιος πανήγυρις». «Εν ουρανώ και εν γη, αγαλλίαμα σήμερον, εν τη μνήμη ηύγασται Δημητρίου του Μάρτυρος∙ εκ των Αγγέλων επαίνοις στέφεται, και εξ ανθρώπων άσματα δέχεται». (Στον ουρανό και στη γη σήμερα φάνηκε ως φως αγαλλιάσεως η μνήμη Δημητρίου του Μάρτυρος. Οι άγγελοι τον στεφανώνουν με επαίνους και οι άνθρωποι τον δοξολογούν με άσματα).

Εκεί που ο λυρισμός φθάνει στο απώγειό του είναι με τον κανόνα του αγίου Φιλοθέου, ο οποίος τονίζει, όπως είπαμε, τη μυροβολία του αγίου. Οι εικόνες που επιστρατεύει μας εκπλήσσουν, φανερώνοντας και το μεγαλείο του ίδιου, νηπτικού και ασκητικού Πατέρα κατά τα άλλα, ως σπουδαίου ποιητή. Πώς ερμηνεύει καταρχάς τη μυροβολία του μεγαλομάρτυρα; «Ώριμον ως βότρυν σε μάκαρ Χριστός, θείας εξ αμπέλου δρεψάμενος, εναποθλίβει, Μαρτυρίου τοις ληνοίς∙ το καταρρεύσαν γλεύκος δε, μύρου θείαν βρύσιν ειργάσατο». (Μακάριε Δημήτριε, ο Χριστός σε μάζεψε σαν ώριμο σταφύλι από το θεϊκό αμπέλι. Και σε συνθλίβει στο πατητήρι του Μαρτυρίου. Το γλεύκος, ο χυμός που έρρευσε, το έκανε θεϊκή βρύση του μύρου). Κι αλλού με άλλη εικόνα: «Ο μέγας εν μάρτυσι, Δημήτριος, τοις αίμασιν ιδρώτας κεράσας των αγώνων, μύρον το θείον ημίν εσκεύασε, πυρί τω του Πνεύματος, καλώς εψήσας το φάρμακον, εις ψυχών καινήν κάθαρσιν». (Ο μέγας μεταξύ των μαρτύρων Δημήτριος, αφού ανάμειξε τους πνευματικούς ιδρώτες με τα αίματα των αγώνων του και έψησε καλά το φάρμακο με τη φωτιά του αγίου Πνεύματος, ετοίμασε προς χάρη μας το θεϊκό μύρο, για νέα κάθαρση (μετά την κάθαρση βεβαίως του βαπτίσματος) των ψυχών μας). Δεν είναι μόνον όμως ο άγιος Φιλόθεος, ο οποίος δοξολογεί τον Κύριο για τη δωρεά του μύρου του αγίου, το οποίο θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα των πιστών. Είναι και άλλος υμνογράφος, ο Γερμανός, ο οποίος και αυτός προβαίνει σε έναν παραλληλισμό σπουδαίας ποιητικής συλλήψεως, προκειμένου να εξηγήσει τη χάρη της μυροβολίας του Δημητρίου και την ενέργεια έτσι των θαυμάτων του: «Λογχευθείς την πλευράν, την ακήρατόν σου, πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον επί ξύλου τανυσθέντα, εις σωτηρίαν παντός του κόσμου, των θαυμάτων είληφας την ενέργειαν, ανθρώποις παρέχων τας ιάσεις αφθόνως». (Αφού λογχεύτηκες στην σεβάσμια και αγνή πλευρά σου,  πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον Κύριο που και Αυτός κρεμάστηκε στον Σταυρό και λογχεύτηκε στην πλευρά για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων, παρέχοντας τις ιάσεις αφθόνως).

Ποια η αιτία όμως της καταπλήσσουσας προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου και των θαυμαστών δωρεών που του έδωσε ο Κύριος; Τίποτε περισσότερο από την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η προτεραιότητα του αγίου Δημητρίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και κατά το μαρτύριό του ήταν να ευαρεστεί τον Κύριο, φανερώνοντας έτσι ότι υπεράνω όλων λειτουργούσε γι’  αυτόν η αγάπη Εκείνου, έστω και με θυσία της ζωής του. «Βασιλεί των αιώνων ευαρεστών, βασιλέως ανόμου πάσαν βουλήν εξέκλινας, ένδοξε, και γλυπτοίς ουκ επέθυσας∙ δια τούτο θύμα σαυτόν προσενήνοχας, τω τυθέντι Λόγω, αθλήσας στερρότατα». (Θέλοντας να ευαρεστείς τον Βασιλέα των αιώνων Χριστό, απομακρύνθηκες από κάθε θέλημα του άνομου βασιλιά, ένδοξε, και δεν θυσίασες στα είδωλα. Γι’  αυτό προσέφερες τον εαυτό σου ως θύμα στον Υιό και Λόγο του Θεού, που θυσιάστηκε  για εμάς, με την άθλησή σου την ακλόνητη). Κι όπως είπαμε: εκείνο που κινούσε τον άγιο Δημήτριο στο να επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού, ήταν η σφοδρή σαν φωτιά αγάπη του στον Κύριο: «τω θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος». «Πυρ πόθου θεϊκού εν καρδία δεξάμενος».

Κι είναι πράγματι η βασικότερη αλήθεια για όλους τους αγίους μας: δεν μπορεί να κατανοηθεί η θαυμαστή ζωή τους, όπως του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, χωρίς την κινητήρια αυτή δύναμη, της μεγάλης αγάπης προς τον Κύριο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο υμνογράφος άγιος Φιλόθεος, προκειμένου να αποδώσει αυτήν την αγάπη του Δημητρίου, δανείζεται εικόνες και σχήματα από το περίφημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Όπως δηλαδή εκεί, η νύμφη ψυχή, πυρπολουμένη από αγάπη προς τον Νυμφίο Χριστό, Τον κυνηγά και εκφράζει με ερωτικούς στεναγμούς την αγάπη της, όπως και το αντίστροφο, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ με τον άγιο: διαμείβεται διάλογος αυτού με τον Χριστό, που φανερώνει τον βαθύ έρωτα του αγίου προς Εκείνον, όπως και Εκείνου προς τον άγιο:  «Πού μένεις, Νυμφίε μου; Πού την σκηνήν σου εν μεσημβρία κατέπηξας; Ο στεφανίτης ανεβόα τω Χριστώ». (Πού μένεις, νυμφίε μου; Πού έφτιαξες τη σκηνή σου; Φώναζε στον Χριστό ο στεφανωμένος μάρτυρας). «Ανάστα, δεύρο πλησίον μου, ψυχή του Δημητρίου προσφθέγγεται νυμφίος Χριστός∙ οίκον του νάρδου εισέλθωμεν, και της οσμής του μύρου μου μεταλάβωμεν». (Σήκω, έλα κοντά μου, λέει ο νυμφίος Χριστός, στην ψυχή του Δημητρίου. Ας μπούμε στο σπίτι του μύρου, και ας μεταλάβουμε την οσμή του μύρου μου). «Εγώ φησίν ο ερώμενος, εγώ, Νυμφίε, σπεύδω οπίσω σου∙ οσμή γαρ μύρων σου, πάντων των μύρων υπέρκειται, ήτις ημών το αίμα μύρον ειργάσατο». (Εγώ λέει ο αγαπώμενος, εγώ, Νυμφίε, τρέχω πίσω σου. Διότι η οσμή των μύρων σου είναι μεγαλύτερη από όλα τα μύρα. Κι αυτή η οσμή σου έκανε το αίμα μου μύρο).

Ένα πια απομένει: να παρακαλέσουμε τον άγιο μεγαλομάρτυρα να μας επισκεφθεί με συμπάθεια. Και να μας βοηθήσει, πρεσβεύοντας στον Κύριο, ώστε να σωθούμε από όλα τα δεινά που περνάμε ως άνθρωποι και έθνος, από τις απειλές των συγχρόνων τυράννων, όπως και από κάθε απειλή αιρετικών. «Δεύρο, μάρτυς Χριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως∙ και ρύσαι κεκακωμένους, τυραννικαίς απειλαίς, δεινή μανία της αιρέσεως». (Έλα, μάρτυς του Χριστού, σε μας, που έχουμε ανάγκη από τη συμπαθή επίσκεψή σου. Και σώσε μας, που πληγωνόμαστε από τις απειλές των τυράννων και από τη φοβερή μανία της αιρέσεως).


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΜΕΓΑΣ



«Ο όσιος Ιλαρίων έζησε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του μεγάλου. Γεννήθηκε και ανατράφηκε στην πόλη της Γάζας από γονείς ειδωλολάτρες. Από μεγάλη αγάπη προς τα γράμματα πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου μορφώθηκε, αλλά και δέχθηκε την πίστη του Χριστού. Έγινε ζηλωτής του Μεγάλου Αντωνίου, τον οποίο ακολούθησε, και έζησε μαζί του επ’  αρκετόν. Επέστρεψε κάποια στιγμή πίσω στην πατρίδα του, και όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε όλη την περιουσία που του άφησαν στους φτωχούς. Έπειτα απεσύρθη στην έρημο και αποδύθηκε στους πιο μεγάλους ασκητικούς αγώνες, με αποτέλεσμα ο Κύριος να τον χαριτώσει με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο θεράπευσε πολλούς πάσχοντες από σωματικά και ψυχικά νοσήματα. Αργότερα, ανοίχτηκε προς τον κόσμο και αφού πέρασε από πολλές πόλεις και τόπους και χώρες, σε ηλικία ογδόντα ετών ετελεύτησε τον βίο του».

Ο εκκλησιαστικός ποιητής, μπροστά στο φαινόμενο «Ιλαρίων»  προσπαθεί να βρει λέξεις και εικόνες, προκειμένου να παραστήσει σωστά τη θέση του στην Εκκλησία, και όσο ζούσε στον κόσμο τούτο, αλλά και στη δόξα του ουρανού. Στον κόσμο τούτο τον βλέπει αφενός ως πρότυπο και στερέωμα των μοναστών, αφού υπήρξε εις άκρον ησυχαστής: «μοναζόντων εδραίωμα» τον χαρακτηρίζει μεταξύ άλλων, αφετέρου ως «ποδηγέτην των σωζομένων Θείω εν Πνεύματι», δηλαδή με το Πνεύμα του Θεού οδηγό και των εν κόσμω χριστιανών που επιθυμούν τη σωτηρία τους.  Από την άποψη αυτή ο όσιος Ιλαρίων υπήρξε για όλους τους χριστιανούς, μοναχούς και κοσμικούς, «θησαυρός ιαμάτων» και «Προφήτης Θεού», «στύλος ακράδαντος ουρανομήκης» και «πύργος ασάλευτος», κυριολεκτικά «άρμα πύρινον, το όνομα βαστάζων το του Κυρίου», ένας κυριολεκτικά «ήλιος…διασπείρων πάσι τας ακτίνας των θαυμάτων».  Στη δόξα του Θεού από την άλλη, ο υμνογράφος τον «βλέπει» «ως κέδρον υψίκομον, δι’ αρετής υψούμενον εν αυλαίς Θεού πεφυτευμένον∙ και ως κεκλεισμένον κήπον, ως ευθαλή Παράδεισον, ως πηγήν ιαμάτων». Δηλαδή όχι μόνον αποτελεί «κόσμημα» του Παραδείσου, ένας υψηλόκορμος κέδρος, φυτευμένος στις αυλές του Θεού, αλλά και ο ίδιος συνιστά ένα παράδεισο μόνος του, ένα κλεισμένο κήπο.

Ποια η αιτία των «υπερβολικών» θα λέγαμε αυτών χαρακτηρισμών; Πρώτον, ότι ο όσιος Ιλαρίων «Πνεύματος αγίου πλήρης εγένετο», διότι «ο ένθεος έρως κατέτρωσε (πλήγωσε) αυτόν» με αποτέλεσμα  «να καθυποτάξει με την εγκράτεια τα πάθη του σώματος στο νοερό της ψυχής» και «με τις ιερές αναβάσεις να ξεφύγει από τους κοσμικούς θορύβους». Με άλλη όμορφη εικόνα του υμνογράφου: «απέξεσε τω ξίφει της εγκρατείας  τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως και ύφανε ιμάτιον σωτηρίου». (Με το ξίφος της εγκράτειας έβγαλε από πάνω του τα αποτελέσματα της θανατηφόρας αμαρτίας και ντύθηκε τον Χριστό), συνεπώς «ιδών ο Χριστός το πράον και ησύχιον, μονήν πεποίηται εν αυτώ, και γέγονε οικητήριον θείον». (Επειδή είδε ο Χριστός την πραότητα και το ήσυχο της ψυχής του, κατοίκησε σ’  αυτόν και έγινε έτσι θείο κατοικητήριο).  Δεύτερον, ότι ο όσιος υπήρξε μαθητής του μεγάλου οσίου Αντωνίου, ένα από τους μεγαλύτερους αγίους της Εκκλησίας μας, του οποίου την ένθεη ζωή μιμήθηκε στο έπακρο και αφομοίωσε τις αρετές του. «Τον βίον ζηλώσας του θείου Αντωνίου, τοις ίσοις μέτροις της αρετής αφομοιούμενος». «Αντωνίου του θείου εζηλωκώς τον ενάρετον βίον πνευματικώς». Ο νοερός «φακός» του υμνογράφου επικεντρώνει ακόμη περισσότερο στο θέμα αυτό: Πλησίασες τον Θεό, θεοφόρε, γιατί σε έφεραν σ’  αυτόν οι παλάμες του θεόφρονος Αντωνίου. «Θεώ προσαγόμενος, θεοφόρε, παλάμαις του θεόφρονος Αντωνίου». Με ποιον άλλον τρόπο θα μπορούσε ο ποιητής να δείξει τη στενότατη σχέση του Ιλαρίωνα με τον Γέροντά του Αντώνιο; Και επιμένουμε στη σχέση αυτή, διότι δεν είναι δυνατόν να θυμηθεί κάποιος τον άγιο Αντώνιο και να μη συγκινηθεί, να μη κατανυχθεί καλύτερα, αφού με τον τρισμέγιστο αυτόν άγιο βρίσκεται στα «άγια των αγίων» του Παραδείσου. Έτσι με τον όσιο Ιλαρίωνα, μαθητή του Αντωνίου, αναπνέουμε την ατμόσφαιρα του Διδασκάλου του, συναναστρεφόμαστε επίσης τον άλλο μεγάλο μαθητή του άγιο Αθανάσιο, μας αγγίζει πράγματι η ενέργεια του ίδιου του Θεού. Σε τι αγία ατμόσφαιρα πράγματι μάς μεταφέρουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας! Γίνονται κυριολεκτικά τα παράθυρα, για να «δούμε» λίγο το άγιο βάθος του ουρανού!

Παρ’  όλη τη στενή, στενότατη σχέση των οσίων Αντωνίου και Ιλαρίωνα, διαπιστώνει κανείς και τη διαφορά των χαρακτήρων τους. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι κινούνται ως χαρακτήρες στο ίδιο μήκος κύματος, όμως διαφέρουν.  Πώς φαίνεται αυτό; Ο όσιος Αντώνιος υπήρξε μέγας ησυχαστής: Αν και κατά καιρούς, όταν έκρινε ότι τον χρειάζεται το πλήρωμα της Εκκλησίας, άφηνε την ησυχία και κατέβαινε στον κόσμο, όμως η διαρκής επιλογή του ήταν η πλήρης αφιέρωση στον Θεό, «μόνος μόνω Θεώ»,  ζώντας στην έρημο και επιδιώκοντας πάντοτε την ησυχία της μονώσεως.  Ο όσιος Ιλαρίων, ο μαθητής και ακόλουθος, υπήρξε και αυτός ησυχαστής, αλλά και με ιεραποστολική φλόγα ταυτόχρονα. Και απομονώθηκε, αλλά και προσέγγισε αισθητά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι άφησε κάποια στιγμή, όπως είπαμε, τον Αντώνιο και επέστρεψε στην πατρίδα του. Κι αργότερα: μετά την έξοδό του στην έρημο, γύρισε στον κόσμο, δρώντας σε διάφορες πόλεις και χώρες ιεραποστολικά και ιώμενος τους ανθρώπους. Το επισημαίνει έξοχα ο υμνογράφος: «Ρημάτων ο φθόγγος σου και των θαυμάτων η χάρις η ένθεος εις πάσαν εξελήλυθε την γην, πάτερ όσιε». (Ο λόγος σου και η ένθεη χάρη των θαυμάτων σου φάνηκαν σε όλη τη γη, πάτερ όσιε). Η παραπάνω επισήμανση αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Διότι μας δείχνει ότι αφενός ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, αλλά η διαφορετικότητα δεν εμποδίζει, αλλά αντιθέτως πολλαπλασιάζει τη δυνατότητα αγιασμού, αφετέρου ο Θεός ενισχύει και θέτει σε λειτουργία αυτό που βλέπει ως χάρισμα του κάθε ανθρώπου. Με άλλα λόγια η αγιότητα δεν «καλουπάρει», όπως λέμε, τον άνθρωπο, δεν τον θέτει σε ένα συγκεκριμένο εξωτερικό πλαίσιο, σε μία ομοιομορφία, αλλά αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα, θέτοντάς την απλώς στην υπηρεσία του θελήματος του Θεού. Ο Θεός μ’  έναν λόγο δεν αλλοιώνει αυτό που είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Αλλοιώνει αυτό που αποτελεί διαστρέβλωση του χαρακτήρα, την αμαρτία, ώστε μέσα από τον καθένα να εκχύνεται η λαμπηδόνα της παρουσίας Του. Τι ελευθερία! Τι ομορφιά της πίστεώς μας! Τι αγάπη του ίδιου του Θεού μας!


Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ



περισσοτέρως ζηλωτής ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων᾽ (Γαλ. 1, 14)

α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος στό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή ὑπεραμύνεται τῆς γνησιότητας καί τῆς αὐθεντικότητας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματός του καί τῆς ἀποστολικῆς του ἰδιότητας. Κλήθηκε ἀπόστολος ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, σημειώνει ὡς ἀπάντηση σέ ἰουδαιοχριστιανούς πού τόν ἀμφισβητοῦσαν καί ἐπηρέαζαν ἀρνητικά τούς πιστούς τῆς Γαλατίας, καί γι᾽ αὐτό ὅ,τι κηρύσσει στούς Γαλάτες εἶναι τό εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου. Σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς του μάλιστα θά φτάσει στό σημεῖο νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἀκόμη καί ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό νά κατέβει καί νά τούς πεῖ διαφορετικά ἀπό ἐκεῖνον θά βρίσκεται σέ πλάνη ὁ ἄγγελος! Τέτοια βαθειά πεποίθηση περί τῆς γνησιότητας τοῦ ἀποστολικοῦ του ἀξιώματος εἶχε. Καί φέρνει ὡς ἀπόδειξη τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τήν προγενέστερή του ζωή: τούς διωγμούς του κατά τῆς ᾽Εκκλησίας καί τόν ὑπέρμετρο ζῆλο του γιά τίς προγονικές του παραδόσεις, παραπάνω ἀπό πολλούς συνομηλίκους του, ἀπό τά ὁποῖα τόν ἀνέσυρε ὁ Θεός μέ τό νά τόν καλέσει σέ ἀπόστολό του. ῾Ο ζῆλος του γιά τίς παραδόσεις τῶν πατέρων του λειτούργησε γι᾽ αὐτόν ἀρνητικά. Οἱ προγονικές παραδόσεις ὑπῆρξαν τό ῾κακό᾽ παρελθόν του.

β. 1. Σέ μία ἐποχή σάν τήν σημερινή, κατά τήν ὁποία ὁ τονισμός τῶν προγονικῶν παραδόσεων ἀπό πολλούς θεωρεῖται τό πιό ἀξιέπαινο πράγμα, ἡ παραπάνω θέση τοῦ ἀποστόλου ἀκούγεται τουλάχιστον παράδοξη. ᾽Αλλά ὁ ἀπόστολος ἀσφαλῶς ξέρει τί λέει: οἱ παραδόσεις τῶν προγόνων του γιά τίς ὁποῖες μιλάει δέν ἦταν ἡ παράδοση τοῦ Θεοῦ. Δέν ἦταν αὐτή δηλαδή ἡ ὁποία παραδόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ᾽Αβραάμ καί τούς λοιπούς Πατριάρχες τοῦ ᾽Ισραήλ,  ὅταν τούς κάλεσε καί τούς φανερώθηκε, κι οὔτε βεβαίως αὐτή τῶν προφητῶν ἀργότερα, οἱ ὁποῖοι καλοῦνταν ἀπό ᾽Εκεῖνον προκειμένου νά ἐπαναφέρουν στόν δρόμο τῆς ἀλήθειας τόν διαρκῶς ἀποκλίνοντα ἀπό αὐτόν ᾽Ισραηλιτικό λαό. Τούς τελευταίους αἰῶνες μάλιστα πρό τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἡ διαστροφή τῆς ἀληθινῆς παράδοσης τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν προφητῶν εἶχε φτάσει σέ μεγάλα ὕψη. Οἱ δικές τους καθαρά ἀνθρώπινες παραδόσεις τῶν ᾽Ιουδαίων ἔρχονταν σέ εὐθεῖα ἀντίθεση πρός τό ἀποκαλυμμένο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐξ οὖ καί τά σκληρά ῾οὐαί᾽ πού δέχτηκαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ λοιποί θρησκευτικοί ἄρχοντες τῶν ᾽Ιουδαίων ἀπό τόν Κύριο. ῎Ετσι λοιπόν ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαπιστώνει - μετά βεβαίως τήν ἀποκαλυπτική ἐνέργεια τοῦ Κυρίου ἀπέναντί του στήν Δαμασκό καί τήν συνταρακτική μεταστροφή του - ὅτι οἱ προγονικές παραδόσεις τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ζηλωτής ἦταν πλανεμένες καί ὅτι ὁ ἴδιος ἀγωνιζόταν γιά κάτι πού βρισκόταν ἐκτός τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ. Οἱ παραδόσεις τῶν προγόνων του ἀκύρωναν τήν παράδοση τοῦ Θεοῦ.
Καί βεβαίως ἡ ῾πρό Χριστοῦ᾽ ζωή τοῦ ἀποστόλου ἐπιβεβαιώνει ἀπό τήν ἄποψη αὐτή καί τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ  ῾Οποῖος εἶχε πεῖ ὅτι θά ἔλθει ὁ καιρός πού οἱ ἄνθρωποι θά σκοτώνουν τούς μαθητές Του, μέ τήν πεποίθηση ὅτι ἀπονέμουν λατρεία στόν Θεό. ῾Καί πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ᾽. ῞Ο,τι ἔκανε ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος ὡς διώκτης Σαούλ: ῾ἔπνεεν ἀπειλήν καί φόνον᾽ ἀπέναντι στούς πιστούς τοῦ Κυρίου, πιστεύοντας ὅτι ὑπηρετεῖ τόν Θεό. ῾Η διαπίστωση λοιπόν τοῦ ἀποστόλου εἶναι συνταρακτική καί ἰσχύει διαχρονικά: μπορεῖ κανείς νά πιστεύει στόν Θεό, νά ἔχει ζῆλο καί μάλιστα ὑπερβολικό γιά τά ῾δίκαια᾽ τοῦ Θεοῦ, καί τελικῶς ὁ ἴδιος νά βρίσκεται ὑπό τήν κρίση καί τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ.

2. Οὔτε λοιπόν οἱ προγονικές παραδόσεις εἶναι πάντοτε ἀληθινές οὔτε καί ὁ ζῆλος γιά τόν Θεό δικαιώνεται πάντοτε ἀπό ᾽Εκεῖνον. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἀπόστολος μᾶς βοηθάει νά καταλάβουμε ὅτι δέν εἶναι οἱ παγιωμένες συνήθειες τοῦ παρελθόντος πού ἔχουν γίνει ἕνα εἶδος παράδοσης, ἡ παράδοση τελικῶς τοῦ Θεοῦ, διότι τό θέμα δέν εἶναι ἡ ἀρχαιότητα καί ἡ συνήθεια σέ κάτι, ἀλλά ἄν αὐτό τό κάτι βρίσκεται σέ ἄμεση καί εὐθεῖα ἀναφορά πρός τό θέλημα ᾽Εκείνου. ῞Οπως τό ἔχει διατυπώσει καί ἕνας ἀρχαῖος ἐκκλησιαστικός Πατέρας: ῾῾Ο Χριστός εἶπε: ᾽Εγώ εἶμαι ἡ ἀλήθεια. Δέν εἶπε: ᾽Εγώ εἶμαι ἡ συνήθεια᾽. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω καί τόν ἀγώνα πολλῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας μας, μέ κόστος καί τήν ἴδια τήν ζωή τους μερικές φορές, νά καταφέρουν νά ἀλλάξουν συνήθειες καί παραδόσεις, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνον δέν ἦσαν σύμφωνες πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τό πολεμοῦσαν. Κι ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ζῆλος γιά τόν Θεό ὄχι μόνον δέν δικαιώνεται πάντοτε, ἀλλά συχνά συνιστᾶ ἔκφραση ἁμαρτίας. Πότε; ῞Οταν ὁ ζῆλος αὐτός ὑπηρετεῖ τό ψέμα καί τήν πλάνη καί ὄχι τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο σημεῖο θά πεῖ γιά κάποιους θρησκευόμενους ἀνθρώπους:  Ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν᾽.

3. Ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή Παράδοση καί ποιός ὁ ἐν ἐπιγνώσει ζῆλος; Τί κρίνει τό ψέμα ἀπό τήν ἀλήθεια; Γιά τούς χριστιανούς τά πράγματα εἶναι, ἤ πρέπει τουλάχιστον νά εἶναι, σαφή: ἀληθινή παράδοση εἶναι αὐτή πού διασώζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί βιώνεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Εκκλησία. Παράδοση ἀληθινή δηλαδή εἶναι ἡ χάρη νά ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία τόν ἴδιο τόν Χριστό, μέσα ἀπό τά μυστήρια καί μέσα ἀπό τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Κάθε ἄλλη παράδοση πρέπει νά κρίνεται μέ βάση αὐτό, ὥστε ἀντιστοίχως καί ὁ ζῆλος τοῦ ἀνθρώπου νά μή παίρνει λανθασμένη πορεία. Καί ἐν ἐπιγνώσει ζῆλος γιά τόν Θεό εἶναι αὐτός πού κινεῖται στά πλαίσια αὐτοῦ πού εἶναι ὁ Θεός, δηλαδή στήν ἀγάπη. ῞Οπου ἔχουμε ζῆλο πού ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη σημαίνει ὅτι ὑπερβαίνεται ὁ Θεός καί τό θέλημά Του, συνεπῶς ὑπηρετοῦνται τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ διάβολος. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας στέκεται μέ μεγάλη ἐπιφύλαξη ἀκόμη καί στό ἴδιο τό μαρτύριο τοῦ ἀνθρώπου: ἄν αὐτό πού κινεῖ ἕναν μάρτυρα δέν εἶναι ἡ ἀγάπη ἀκόμη καί πρός τόν ἐχθρό, ἐκεῖ δέν ἔχουμε χριστιανικό μαρτύριο, ἄς ἔχει δώσει καί τήν ζωή του ὁ ἄνθρωπος. Δυστυχῶς ὑπάρχουν πολλά μαρτύρια πού ἐντάσσονται στά ῾εἰκῇ᾽, τά μάταια δηλαδή μαρτύρια πού λέει καί πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

4. Χρειάζεται λοιπόν ἰδιαίτερη προσοχή καί σέ ἐμᾶς τούς λεγόμενους χριστιανούς. Διότι ἡ ὑπηρεσία ἄλλων παραδόσεων ἀπό τήν ἀληθινή ἐκκλησιαστική τῆς σχέσης μας μέ τόν Χριστό δέν εἶναι ἄγνωστος τόπος καί σέ ἐμᾶς, ὅπως καί ὁ ζῆλος μας γιά τόν Θεό δέν σημαίνει πάντοτε ἐν ἐπιγνώσει ζῆλο. Μιλᾶμε γιά τίς παγίδες πού στήνει ὁ διάβολος σέ καλούς κατά τά ἄλλα πιστούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως μέσα στήν ὁρμή τους νά ῾ὑπερασπιστοῦν᾽ τόν Θεό ξεπερνοῦν τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, δρώντας ἀτομικά καί ἔξω ἀπό τά ὄργανα τῆς ᾽Εκκλησίας, συνεπῶς ἐκτός τῆς σωτηρίας πού παρέχει αὐτή – δέν ὑπάρχει ἅγιος ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία - ὅπως καί ταράσσονται καί φανατίζονται καθ᾽ ὑπερβολήν, χωρίς νά κατανοοῦν ὅτι ὁ φανατισμός καί ἡ ταραχή εἶναι τά σημάδια τῆς παρουσίας τοῦ Πονηροῦ. ῾Εἴ τι βλέπεις, εἴ τι ἀκούεις, εἴ τι λογίζῃ, κἄν μικρόν ταραχθῇς, τῶν δαιμόνων ἐστί τοῦτο᾽ (ἅγιος Βαρσανούφιος).
Πρέπει νά μᾶς προβληματίζει ἰδιαιτέρως ὁ λόγος ἐν προκειμένῳ τοῦ Κυρίου, ὅταν οἱ μαθητές Του κάποτε, ὀργισμένοι ἀπό τήν ἄρνηση ἀνθρώπων νά τούς δεχθοῦν, Τοῦ εἶπαν νά στείλει φωτιά ἐξ Οὐρανοῦ νά τούς κάψει. ῾Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε᾽ τούς εἶπε. Δηλαδή δέν κινοῦνταν ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, Πνεῦμα ἀγάπης καί ἐλευθερίας, ἀλλά ἀπό ἄλλο πνεῦμα, πού σημαίνει πνεῦμα πονηρό. Καί στήν ἔνσταση ὁρισμένων ὅτι ὁ προφήτης ᾽Ηλίας δροῦσε δυναμικά καί κατέσφαξε τούς προφῆτες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ Θεοῦ Βάαλ πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ προφήτης ᾽Ηλίας κινεῖτο ἀκόμη στόν χῶρο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνεπῶς εἶναι σάν νά μήν ἀποδέχονται αὐτοί τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ πνεύματος ἀγάπης πού ἔφερε γιά ὅλους, ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς, κι ἀκόμη ὅτι ὁ Θεός τόν πῆρε ἀπό τούς ἀνθρώπους, γιατί ἀκριβῶς συνιστοῦσε τήν ἀνθρώπινη ἀποτυχία στήν ἐπίλυση τῶν ἀνθρωπίνων προβλημάτων. ῾Θά ἔρθω ἐγώ στήν θέση σου᾽, βάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος στό στόμα τοῦ ἄσαρκου ἀκόμη Χριστοῦ νά λέει στόν προφήτη του. ῾Γιατί ἐσύ μέ τήν συμπεριφορά σου θά τούς κάψεις ὅλους, σάν τήν φωτιά πού καίει τά καλάμια᾽.
Ποτέ λοιπόν δέν μπορεῖ νά δικαιωθεῖ ὁποιαδήποτε φανατική συμπεριφορά γιά τίς παραδόσεις, σάν τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρό τῆς μεταστροφῆς του στήν πίστη, ἀφοῦ πέραν τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πού φανερώνει καί συνεπῶς τῆς ἀπουσίας τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, δείχνει καί ὀλιγοπιστία ἤ καί ἀπιστία πρός τόν Θεό, ἀφοῦ ὑποσυνείδητα οἱ ἀγωνιζόμενοι γιά τά ῾δίκια᾽ Του ὑποκαθιστοῦν τόν ῾ἀδύναμο᾽ Θεό, ὁ ῾Οποῖος ῾περιμένει᾽ τούς ῾δικηγόρους᾽ Του, γιά νά Τόν βγάλουν ἀπό τήν ῾δύσκολη᾽ θέση Του.

γ. Οἱ χριστιανοί ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία καί συνεπῶς (πρέπει νά) ζοῦμε τήν ἀλήθεια ὡς πίστη καί πράξη. ῾Ο ἀπόστολος σήμερα ἔρχεται νά μᾶς προφυλάξει, προσφέροντας ὡς παράδειγμα τό ἀρνητικό παρελθόν του: μή γινόμαστε ζηλωτές παραδόσεων πού δέν εἶναι ἡ ἀληθινή Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας - ὅ,τι μᾶς συνδέει εἴπαμε μέ τόν Χριστό – καί πολύ περισσότερο νά μή περιπίπτουμε σ᾽ ἐκεῖνον τόν ζῆλο γιά τόν ὁποῖο ὁ μόνος πού χαίρεται σίγουρα δέν εἶναι ὁ Θεός. ῾Ο κατά Θεόν ζῆλος, ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο ᾽Εκεῖνος μᾶς εὐλογεῖ καί μέ ῾τά δυό Του χέρια᾽, γιά νά θυμηθοῦμε ἁγιασμένο ἀσκητή τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, εἶναι ἐκεῖνος πού ῾πατάει᾽ στήν ταπεινή ἀγάπη. ῾Τῷ πνεύματι ζέοντες᾽ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, ἀλλά καί ῾τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες᾽. Θερμοί δηλαδή στήν πίστη, ἀλλά περιεχόμενο τῆς πίστης αὐτῆς ἡ ταπεινή ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ.