Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ ΛΟΥΚΑ (Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ)



Εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα

 Κατά παρέκκλιση ἀπό τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Α´ Λουκᾶ, ὁ ἀπόστολος σήμερα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι σέ σχέση μέ τήν ἑορτή πού ἑορτάζει ἡ ᾽Εκκλησία μας, τή σύλληψη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου στή γαστέρα τῆς μητέρας του ᾽Ελισάβετ. Πρόκειται γιά ἑορτή πού ἔχει ἁγιογραφική προέλευση, ἀφοῦ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς καταγράφει τό περιστατικό τῆς ἀναγγελίας, ἀπό τόν ἀρχάγγελο τοῦ Κυρίου στόν πατέρα τοῦ ᾽Ιωάννη ἱερέα Ζαχαρία, τῆς γεννήσεως τοῦ υἱοῦ του ἀπό τή στείρα γυναίκα του ᾽Ελισάβετ. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας εἶδε ἀκριβῶς τόν παραλληλισμό: ὅπως ἡ στείρωση τῆς ᾽Ελισάβετ δέν τήν ἐμπόδισε νά γεννήσει τόν ᾽Ιωάννη, γιατί ὁ Θεός θέλησε κάτι τέτοιο, ἔτσι κι ἡ στείρωση τῆς ᾽Εκκλησίας – αὐτό τονίζει ὁ ἀπόστολος στούς Γαλάτες στό ἀνάγνωσμα -  ὅσο βρισκόταν σέ ῾ἀνενεργή᾽ κατάσταση μέχρι τήν ἔλευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, δέν τήν ἐμπόδισε νά γεννήσει τούς υἱούς τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀκριβῶς ὁ Θεός καί πάλι εὐδόκησε τοῦτο. Μέ τά λόγια μάλιστα τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα: ῾εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα...᾽ Νά εὐφραίνεσαι εσύ ἡ ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία πρίν ἔλθει ὁ Χριστός καί πρίν δοθεῖ τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἤσουν στείρα καί δέν γεννοῦσες παιδιά.

 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑπενθυμίζει καταρχάς στό συγκεκριμένο κείμενο τή στενή σχέση μεταξύ τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, μέ τήν ἔννοια ὅτι πολλά πρόσωπα καί γεγονότα τῆς Πρώτης συνιστοῦν προτυπώσεις καί προεικονίσεις τῆς Δευτέρας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη στήν κεντρική της ἄρθρωση καί προοπτική ἀποτελεῖ μία προφητεία γιά τήν Καινή: εἴτε ἄμεσα μέ τίς προφητεῖες τῶν προφητῶν εἴτε ἔμμεσα μέ πρόσωπα καί γεγονότα (σάν ἕνα εἶδος προφητείας χωρίς λόγια - ὅ,τι χαρακτηρίζεται προεικόνιση καί προτύπωση) ἡ Παλαιά Διαθήκη προαναγγέλλει τόν ἐρχομό τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Καινῆς Διαθήκης, γεγονός πού τόνιζε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: ῾ὅ,τι ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆτες γιά ᾽Εμένα τό ἔγραψαν᾽. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι προσανατολισμένη στήν Καινή καί χωρίς τόν Χριστό δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ. Γι᾽ αὐτό καί ἀφενός ἡ ᾽Εκκλησία πάντοτε μιλώντας γιά τήν ῾Αγία Γραφή ἀναφερόταν ἐξίσου καί ἰσότιμα τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη, ἀφετέρου χαρακτήριζε ὡς ἐκτός τῆς ἀλήθειας ἐκείνους πού ἐπέλεγαν τή μία εἰς βάρος τῆς ἄλλης.

2. ῎Ετσι, στό προκείμενο ἀνάγνωσμα, τά τέκνα τοῦ ᾽Αβραάμ, ὁ ᾽Ισμαήλ ἀπό τή δούλη του ῎Αγαρ καί ὁ ᾽Ισαάκ ἀπό τήν κανονική γυναίκα του Σάρρα,  ἀποτελοῦσαν τέτοιες προτυπώσεις καί προεικονίσεις γιά τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη ἀντίστοιχα. ῾Ο ᾽Ισμαήλ προφήτευε τούς ᾽Ιουδαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐκείνους δηλαδή πού σχετίζονταν μέ τήν ἐπίγεια ᾽Ιερουσαλήμ καί θεωροῦνταν ὡς τέκνα πού προῆλθαν μέ φυσικό τρόπο, συνεπῶς δούλευαν στήν ἀνθρώπινη φθορά,  ὁ ᾽Ισαάκ προφήτευε τά μέλη τῆς ᾽Εκκλησίας, τούς χριστιανούς, ἐκείνους δηλαδή πού σχετίζονταν μέ τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ὅτι θά εἶναι τά γνήσια παιδιά του καί οἱ κληρονόμοι τῆς Βασιλείας Του, συνεπῶς μετεῖχαν στήν ὑπέρβαση κάθε φθορᾶς καί ἁμαρτίας.  Οὐ μή γάρ κληρονομήσει ὁ υἱός τῆς παιδίσκης μετά τοῦ υἱοῦ τῆς ἐλευθέρας᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ σωτηρία δέν θά εἶναι γεγονός φυσικό καί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλά γεγονός ὑπέρ φύσιν ὡς καρπός ἐπεμβάσεως τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ὅλοι καλοῦνταν νά γίνουν τέκνα τῆς ἐλευθέρας, τῆς Σάρρας, δηλαδή τῆς ᾽Εκκλησίας.

3. Ἡ ὑπέρβαση τῆς στείρωσης τῆς ᾽Ελισάβετ μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ πού καθιστᾶ καρποφόρο στά σπλάχνα της τό σπέρμα τοῦ Ζαχαρία -  ὅ,τι ἀποτελεῖ τό περιεχόμενο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς – κατανοεῖται ἀπό τήν παραπάνω προοπτική πού ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καί ἡ ᾽Ελισάβετ, ὅπως καί ἡ Σάρρα - ᾽Εκκλησία, δέχεται τήν ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί γεννᾶ ἐκείνον πού θά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ Πρόδρομος τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ καί θά ὑπηρετήσει στό σωτηριῶδες καί ἀπολυτρωτικό ἔργο Του. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ στείρωσή της πέραν ἀσφαλῶς φυσικῶν αἰτίων εἶχε πνευματικό χαρακτήρα: συνιστοῦσε τήν ἐκ Θεοῦ ἀπαραίτητη προετοιμασία πού ἀπαιτεῖτο γιά τόν ἐρχομό ἑνός μεγάλου προφήτη. Σάν τήν ἀσφυκτική συμπίεση πού ὑπάρχει σ᾽ ἕνα ἐλατήριο, προκειμένου ὅταν ἀφεθεῖ νά διοχετεύσει μεγάλη ἐνέργεια. Κατά συνέπεια, ἡ ὑπέρβαση τῆς στείρωσης τῆς ᾽Ελισάβετ δέν γίνεται γιά νά κάνει ὁ Θεός ἁπλῶς τό χατίρι σέ μία καλή καί πιστή δούλη Του – χωρίς νά ἀποκλείεται κι αὐτό: ῾εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου᾽ λέει ὁ ἀρχάγγελος στόν Ζαχαρία – ἀλλά γιά νά ὑπηρετηθεῖ τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ σύλληψη τοῦ ᾽Ιωάννη ἀπό τήν ᾽Ελισάβετ μέ θαυμαστό τρόπο παραπέμπει πιά στήν ἐκ Παρθένου σύλληψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Κάτω ἀπό τήν προοπτική τῆς γέννησης τοῦ Ἡλίου κατανοεῖται καί ἡ γέννηση τοῦ λύχνου τοῦ ῾Ηλίου. Τό ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας δέν μᾶς ἀφήνει περιθώρια παρανόησης: ῾᾽Ιδού γάρ συνέλαβες (᾽Ελισάβετ) ῾Ηλίου λύχνον σαφῶς, φωτίζειν τόν μέλλοντα πᾶσαν τήν οἰκουμένην, ἀβλεψίαν νοσοῦσαν᾽( Νά λοιπόν, συνέλαβες ᾽Ελισάβετ τό λυχνάρι τοῦ ῞Ηλιου, τό ὁποῖο πρόκειται νά φωτίζει μέ καθαρότητα ὅλη τήν οἰκουμένη πού ἔπασχε ἀπό τύφλωση).

4. Κι ἐκτός ἀπό τό θεολογικό βάθος τῆς ἑορτῆς τῆς συλλήψεως τοῦ ᾽Ιωάννη: τήν ἀπαρχή τῆς διακονίας τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ἐν προσώπω ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἑορτή ἔχει πνευματικές καί ἠθικές προεκτάσεις καί γιά ἐμᾶς: ἀφενός γιά μία ἀκόμη φορά μᾶς ὑπενθυμίζει τόν σκοπό τῆς παρουσίας τοῦ ᾽Ιωάννη στόν κόσμο -  τή μετάνοια ὡς δρόμο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ καί σχέσης μαζί Του, πού σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση κάποιος νά σωθεῖ, δηλαδή νά βρεῖ τόν Θεό, χωρίς προσωπική ἀλλαγή μέ ἀγώνα κατά τῆς ἁμαρτίας, ἀφετέρου ἡ στειρότητα πού ζεῖ πολλές φορές ὁ χριστιανός στήν πνευματική του ζωή, ἕνα εἶδος πνευματικῆς ξηρασίας, δέν ἔχει πάντα ἀρνητικό χαρακτήρα. ῎Αν δέν συνιστᾶ καρπό χαλάρωσης καί ἀμέλειας, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά πλούσια γέννα, τό σημάδι πού δείχνει τήν ἐπικείμενη ἐπομβρία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Ἡ σύλληψη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη συνιστᾶ ἔτσι μία ἑορτή ἐλπίδας καί πίστεως στόν Θεό, ὁ Ὁποῖος δέν βραδύνει τόν ἐρχομό Του σ᾽ ἐκεῖνον πού ἐπιμένει ἐν ταπεινώσει, σάν τόν ἅγιο Ζαχαρία καί τήν ἁγία ᾽Ελισάβετ.


Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)



«Ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει στο ευαγγέλιό του ότι όταν εισήλθε ο πρεσβύτης και δίκαιος Ζαχαρίας στα Άγια των Αγίων, προκειμένου να προσφέρει τη θυσία του θυμιάματος, κατά τον καιρό της εφημερίας του στον Ναό, φανερώθηκε σ’  αυτόν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος του μετέφερε τη χαρμόσυνη είδηση ότι πρόκειται η γυναίκα του Ελισάβετ να γεννήσει γιο κατά το γήρας της, Προφήτη και Πρόδρομο, φωνή και κήρυκα και παντοτινό λυχνάρι, τον μύστη της χάρης του Θεού. Αυτήν τη θεία σύλληψη είπε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία ο θείος αρχιστράτηγος με τα λόγια: «Εισακούστηκε η δέησή σου», οπότε με την παράδοξη αυτή γέννα λόγω γηρατειών και στειρώσεως της Ελισάβετ, άρχισε να προμηνύεται και ο θείος και παρθενικός τόκος της παναχράντου Θεοτόκου».

Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι η σημερινή εορτή της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου δεν στηρίζεται σε κάποιες πληροφορίες αποκρύφων ευαγγελίων, τις οποίες ενδεχομένως μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, αλλά αποτελεί βεβαιότατο γεγονός, το οποίο καταγράφεται, όπως είπαμε και παραπάνω, από τον άγιο ευαγγελιστή Λουκά. Κι αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μας εντάσσοντας το γεγονός αυτό μέσα στα θεόπνευστα κείμενά της – δεν έχουν ασφαλώς ίδια ισχύ και αξία τα ευαγγέλια με τα απόκρυφα ή ψευδεπίγραφα λεγόμενα: τα απόκρυφα (2ος μ.Χ. αι. και εξ.) μπορεί να διασώζουν αληθινά στοιχεία (π.χ. τα σχετικά με τη Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου ή τα Εισόδιά της στον Ναό),  περιέχουν όμως σε πολλά σημεία τους ή ψευδείς ή αιρετικές και παραπλανητικές πληροφορίες – θέλει να τονίσει τη σημασία του ερχομού στον κόσμο του Ιωάννου Προδρόμου, εκείνου του προφήτη δηλαδή που θα προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου. Με την προοπτική και πάλι του Κυρίου Ιησού Χριστού αξιολογείται το γεγονός της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου, δηλαδή υπό το φως του Ήλιου κατανοείται το φως του λύχνου. Διότι διαφορετικά η σημασία του θα είχε την ίδια ισχύ με τη σύλληψη και κάθε άλλου ανθρώπου, που έρχεται, με την ευδοκία ασφαλώς  του Θεού, στον κόσμο.

Πέραν της παραπάνω πραγματικότητας, την οποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, και πέραν ακόμη του γεγονότος ότι με αυτήν ιδιαιτέρως την εορτή η Εκκλησία μας φανερώνει την υπέρβαση κάθε «ηθικισμού», εκείνο που θεωρείται αξιοπρόσεκτο, κατά τον υμνογράφο, είναι η αντίδραση του δικαίου Ζαχαρία απέναντι στον αρχάγγελο Γαβριήλ, όταν εκείνος του ευαγγελίζεται τη γέννηση του υιού του: αμφισβητεί τα λόγια του απεσταλμένου του Κυρίου, διότι στηρίζεται στη λογική και την εμπειρία του. Πώς είναι δυνατόν από γέρο άνθρωπο και γερόντισσα γυναίκα, και μάλιστα στείρα, να γεννηθεί ένα παιδί; «Ελισάβετ τα μέλη νενέκρωται, και εμού δε το γήρας, δυσπιστίαν νυν τεκμαίρεται». Ο υμνογράφος όμως συνεχίζει να ερμηνεύει το σκεπτικό του Ζαχαρία: όχι μόνο η φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται με όσα μεταφέρει ο άγγελος, αλλά και από πλευράς πνευματικής υπάρχει, κατ’  αυτόν, κάτι ανάποδο: «εγω γαρ ήλθον την σωτηρίαν λαού αιτήσασθαι, ουχί δε κομίσασθαι παίδα, ως προσφωνείς». Εκείνο δηλαδή που πρέπει να επέτεινε την αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία και επομένως να τον οδηγούσε σε καχυποψία ότι δεν αληθεύουν τα λόγια της ουράνιας οπτασίας, ήταν ότι ο ευαγγελισμός για τον «υποτιθέμενο» γιο του ερχόταν σε μία στιγμή πνευματικής λειτουργίας, σε ώρα δηλαδή προσευχής, και μάλιστα υπέρ της σωτηρίας του λαού. Εγώ ήλθα εδώ στον Ναό, όπως σημειώνει ο υμνογράφος, για να ζητήσω από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και όχι να αποκτήσω παιδί, όπως μου λές εσύ. Κι αλλού: «Αμφίβολον κέκτημαι την διάνοιαν εγώ, και απιστώ τοις λόγοις σου, τω Αρχαγγέλω έφη ο Ιερεύς. Λαού σωτηρίαν γαρ, ουκ εμής εξ οσφύος καρπόν ήτησα». Αμφιβάλλω εγώ και απιστώ στα λόγια σου, είπε ο Ιερεύς στον αρχάγγελο, γιατί ζήτησα τη σωτηρία του λαού και όχι καρπό από την οσφύ μου.

Αυτό όμως που φαίνεται τόσο «λογικό» για τον άγιο Ζαχαρία, και μάλιστα η αμφισβήτηση της εκ Θεού προέλευσης της οπτασίας λόγω του περισπασμού από το περιεχόμενο της προσευχής του: να ζητάει από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και να του προκύπτει κάτι προσωπικό του: ένα παιδί, είναι εκείνο στην πραγματικότητα που ερχόταν ως απάντηση ακριβώς της προσευχής αυτής. Διότι η γέννηση του παιδιού του Ιωάννη ήταν η απαρχή της σωτηρίας του λαού. Με αυτόν θα ξεκινούσε η σωτηρία ως κήρυγμα μετανοίας για να γίνει αποδεκτός ο Μεσσίας. Με άλλα λόγια ο Ζαχαρίας δεν μπορούσε να κατανοήσει ότι ο Θεός τού έδινε ό,τι ζητούσε, δηλαδή αδυνατούσε να διεισδύσει στον τρόπο δράσεως του Θεού. Κι είναι κάτι στο οποίο τελικώς «σκοντάφτουμε» οι περισσότεροι. Διότι και εμείς ζητάμε από τον Θεό διάφορα πράγματα, και μάλιστα κάτω από πνευματικές προϋποθέσεις. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι η «άρνηση» του Θεού να μας απαντήσει ή συμβάντα σε εμάς «ξένα» προς αυτά που ζητάμε, συνιστούν τελικώς αυτό που είναι η απάντηση του Θεού ακριβώς στα αιτήματά μας. Πρέπει ίσως να «επιτρέπουμε» στον Θεό να βλέπει πέρα από ό,τι βλέπουμε εμείς και ίσως πάλι να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής του δικού Του θελήματος ως πιο ευεργετικού για εμάς από το δικό μας. Ας  θυμηθούμε και αυτό που συνέβη και στον Γέροντα Παϊσιο: Δέχτηκε «άδικη» επίθεση από έναν ιερέα και ταράχτηκε, χωρίς όμως να μιλήσει. Κι όταν έπειτα άρχισε να ανακρίνει τους λογισμούς του, για να καταλάβει τι έγινε, διεπίστωσε ότι ζητούσε από τον Θεό καρδιακά να του δώσει ταπείνωση. Κι ο Θεός τού έδωσε την αφορμή: «άλλαξε» λίγο τη συμπεριφορά του ιερέα απέναντί του, προκειμένου ακριβώς να του δώσει την ευκαιρία να αγωνιστεί να αποκτήσει την ταπείνωση. Ο Θεός λοιπόν πάντοτε μας ακούει, πάντοτε μας απαντάει, πρέπει όμως να έχουμε κι εμείς ανοικτά τα μάτια μας για να διακρίνουμε ορθά την απάντησή Του.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ



«Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος ήταν στρατηλάτης στην πόλη των Ρωμαίων, επί Τραϊανού βασιλέως. Ονομαζόταν Πλακίδας και η γυναίκα του Τατιανή, ήταν πολύ πλούσιος και μολονότι ειδωλολάτρης, με μεγάλη χαρά έδινε ελεημοσύνες στους πτωχούς. Κάποια φορά που είχε βγει στο κυνήγι, του φανερώθηκε μία έλαφος, την οποία άρχισε να καταδιώκει. Την ώρα που επρόκειτο να τη φτάσει, βλέπει στα κέρατά της τον τίμιο σταυρό του Χριστού, ενώ από τα κέρατα ήλθε φωνή που έλεγε: «Ω, Πλακίδα, γιατί με καταδιώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός». Μετά το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε, οπότε και άρχισε ο πόλεμος εναντίον του από τον ανθρωποκτόνο διάβολο: έχασε τον πλούτο του, είδε τη γυναίκα του αιχμάλωτη, τα παιδιά του αρπάχτηκαν από θηρία και ο ίδιος βρέθηκε σε μεγάλη φτώχεια. Ο Θεός επέτρεψε όμως να βρει και πάλι τη γυναίκα και τα παιδιά του, όπως και να τον αναζητήσει ο βασιλιάς, ο οποίος τον έβαλε  στο προηγούμενο αξίωμά του. Ύστερα από όλα αυτά, ήλθε η ώρα του μαρτυρίου. Διότι αναγκάστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, κάτι βεβαίως που αρνήθηκε αμέσως, γι’ αυτό και ρίχτηκε μέσα σε χάλκινο  πυρακτωμένο από φωτιά βόδι, μαρτύριο με το οποίο και τελειώθηκε».

Η Εκκλησία μας παραλληλίζει καταρχάς τον άγιο Ευστάθιο με τον απόστολο Παύλο: όπως ο Παύλος δέχτηκε κλήση από τον Χριστό, που του παρουσιάστηκε εν οράματι την ώρα που καταδίωκε τους χριστιανούς, και τον κάλεσε να γίνει χριστιανός, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και ο Ευστάθιος δέχτηκε κλήση από Εκείνον, μέσω όμως της ελάφου που καταδίωκε, ο Οποίος τον κάλεσε εξίσου να Τον ακολουθήσει. Ο υμνογράφος πολλές φορές κάνει τη σύνδεση αυτή. «Η κλήσις ουκ απ’ ανθρώπων γέγονεν η ση πανάριστε, αλλ’  ουρανόθεν Παύλον ως το πριν ο Χριστός σε εκάλεσεν». Η κλήση σου, πανάριστε, δεν έγινε από ανθρώπους, αλλά ο Χριστός από τον ουρανό σε εκάλεσε, όπως παλαιότερα τον Παύλο. Θυμίζει βεβαίως ακόμη ο συγκεκριμένος τρόπος της κλήσεως και τον άγιο Κωνσταντίνο. Κι εκείνος κλήθηκε να στραφεί προς τον χριστιανισμό μέσω του οράματος του σταυρού που ο Θεός του έδωσε, και μάλιστα με την επιγραφή: «Τούτω νίκα». Δεν πρόκειται για «σκανδαλώδη» εύνοια, θα λέγαμε, του Θεού προς κάποιους ανθρώπους. Διότι μπορεί μεν ο Θεός να μην καλεί όλους τους ανθρώπους με παρόμοιο άμεσο και συγκλονιστικό τρόπο, όμως πράγματι Εκείνος καλεί όλους μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του για να στραφούν προς Αυτόν. Ο ίδιος ο Κύριος το βεβαίωσε: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, είπε, εάν μη ο Πατήρ μου ο πέμψας με, ελκύση Αυτόν». Ώστε κανείς δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του. Διαφέρει μόνο ο τρόπος με τον οποίο καλείται κάποιος από τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι «προσωπολήπτης».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως δεν παραλληλίζει τον άγιο Ευστάθιο μόνο με τον απόστολο Παύλο. Έκθαμβος μπροστά σ’  αυτά που πέρασε ο άγιος -  απώλεια της συζύγου και των παιδιών του,  απώλεια της περιουσίας του και των αξιωμάτων του – φέρνει στη μνήμη του το παράλληλο από την Παλαιά Διαθήκη, τη ζωή του πολύαθλου Ιώβ. «Συ, οία περ Ιώβ, ανεφάνης Ευστάθιε». Αναφάνηκες, Ευστάθιε, σαν τον Ιώβ. Τον ονοματίζει λοιπόν νέο και δεύτερο Ιώβ – «ο δεύτερος Ιώβ Ευστάθιος» - γιατί  και εκείνος σαν τον πρώτο Ιώβ, σε ό,τι υφίστατο έλεγε εν πίστει: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Να υφίστασαι τέτοια βάσανα και να δοξολογείς τον Θεό αποτελεί το όριο της αληθινής πίστεως και της αληθινής υπομονής. Σημαίνει ότι έχεις «ακουμπήσει» όλη την ύπαρξή σου και τη ζωή σου στα χέρια του Θεού. Ο υμνογράφος προχωράει ακόμη περισσότερο σε μία θεωρούμενη υπερβολή: Θεωρεί τον άγιο Ευστάθιο και μεγαλύτερο του Ιώβ: «…υπερβάς αληθώς τον Ιώβ, τη αρετή, συν τη συζύγω και τοις τέκνοις». Και δεν έχει άδικο. Διότι ο Ιώβ, πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, σε κάποια στιγμή «λυγίζει» και τα «βάζει» με τον Θεό, αδυνατώντας να κατανοήσει αυτά που υφίσταται. Κι έχει από την άλλη τη γυναίκα του που τον ωθεί σε βλασφημία. Με τον άγιο Ευστάθιο τούτο δεν υπάρχει: υπομένει καρτερικά μέχρι τέλους χωρίς να ταλαντεύεται διόλου κατά  την πίστη του – «στήλην καρτερίας» τον χαρακτηρίζει ο υμνογράφος και «ακράδαντον εν πειρασμοίς» - έχοντας συνάθλους μαζί του την αγία γυναίκα του Θεοπίστη και τα άγια τέκνα του, μάρτυρες όλοι αυτοί του Χριστού.

Εκείνο που αποκορυφώνει την αρετή και την υπομονή του αγίου Ευσταθίου, αλλά εμβάλλει εμάς πια σε «πειρασμό», είναι η απάντηση του Κυρίου στα βάσανα που είχε περάσει ο άγιός του: «όθεν επί τέλει των αγώνων ως νίκης βραβείον παρέσχε σοι, την του αίματος πρόσχυσιν»! Γι’  αυτό, σημειώνει ο υμνογράφος, μετά δηλαδή τα όσα τράβηξες στη ζωή σου Ευστάθιε, σαν τελικό στάδιο των αγώνων, σου έδωσε ο Κύριος σαν βραβείο νίκης, να χύσεις το αίμα σου γι’ Αυτόν! Αποτελεί «πειρασμό» για εμάς, είπαμε, αυτό που λέει ο υμνογράφος, παρακολουθώντας τη ζωή του αγίου: Να περνάς τόσα βάσανα, να τα υπομένεις, και να δέχεσαι ως βραβείο για όλα αυτά και το μαρτύριο του αίματος! Αν αυτό δεν συνιστά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική, τότε δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσουμε. Αλλά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική. Διότι μέσα στα πλαίσια της λογικής του Θεού τα πράγματα χαρακτηρίζονται αλλιώς: ο Θεός συνήθως έτσι αμείβει τους γνήσιους δούλους Του. Με το να τους παρέχει τη χάρη του μαρτυρίου. Δηλαδή να τους οδηγεί σε μία επακριβή ακολουθία των ιχνών Εκείνου. Διότι και ο Χριστός μας έτσι «αμείφτηκε» από τον Θεό Πατέρα Του: να ανέβει στον Σταυρό! Και βεβαίως αυτό συνιστά και την ανάσταση των ανθρώπων. Ο μέγας Ευστάθιος είχε τη χάρη να ζήσει ακριβώς σαν τον Χριστό, με τη χάρη βεβαίως Εκείνου. Και απολαμβάνει την παρουσία του Χριστού, μαζί με τους οικείους του, πλούσια στη βασιλεία του Θεού.

 Η «μεθοδολογία» αυτή του Θεού, την οποία επισημαίνουμε στον Χριστό και τους αγίους Του, ήταν κάτι που είχε ήδη αναγγελθεί και από την Παλαιά Διαθήκη. Ήδη ο προφήτης Ησαϊας αναφερόμενος στον Μεσσία και «βλέποντας» την κόπωση και την εξάντλησή Του από τις αμαρτίες των ανθρώπων, βάζει τον Θεό να «απαντά» στο δίκαιο παράπονό Του ότι κουράστηκε,  με την ανάθεση καινούργιας αποστολής, που θα Τον φέρει στο Πάθος. Δεν ξέρουμε πια τι να πούμε. Μπροστά στα μυστήρια των βουλών του Θεού, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κλίνουμε το γόνυ της καρδιάς και του σώματος και εν πίστει να αποδεχτούμε την ακατανόητη πολλές φορές για εμάς μέθοδο ενεργείας του Θεού μας. Κατανοούμε όμως απολύτως την αγάπη Του.


ΤΟ ΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΚΑΤΗΧΗΣΗΣ



1. ῾Η ὀρθόδοξη κατήχηση καί τό περιεχόμενό της.

Νομίζουμε ὅτι δέν χρειάζεται νά ἐπιχειρηματολογήσει κανείς προκειμένου νά μιλήσει γιά τήν ἀναγκαιότητα τῆς κατήχησης μέσα στά πλαίσια τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Πάντοτε, ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα, ἡ κατήχηση θεωρεῖτο ὡς μία ἀπό τίς οὐσιαστικότερες διαστάσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου, ἡ ὁποία μάλιστα ἀναφερόταν σέ ὅλες τίς ἡλικίες καί σέ ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις. ῏Ηταν ἡ ἴδια ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές Του: ῾Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν᾽ (Ματθ. 28, 19-20). Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἀπόστολοι καί στή συνέχεια ὅλοι οἱ μαθητές καί συνεχιστές τοῦ ἔργου τῶν ἀποστόλων θεώρησαν ὡς αὐτονόητη ὑποχρέωσή τους, κυριολεκτικά ὅρο γιά νά παραμένουν ἐν Χριστῷ, τήν ἄσκηση αὐτοῦ τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου: πρῶτα πρός τούς ἐκτός τῆς πίστεως, τά διάφορα ἔθνη, προκειμένου νά τούς καλέσουν σέ μετάνοια καί στήν πίστη στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἔπειτα στούς ἤδη πιστούς, προκειμένου νά ἐμβαθύνουν στήν πίστη τους, νά τήν κατανοήσουν στίς διάφορες διαστάσεις της, νά αὐξηθοῦν σέ αὐτήν. Στό δίλημμα μάλιστα μεταξύ τῆς κατήχησης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἄσκησης φιλανθρωπικοῦ ἔργου ἡ ἐπιλογή τους ἦταν δεδομένη: προτεραιότητα εἶχε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως παραθεώρηση καί τῆς φιλανθρωπίας. Τό παράδειγμα τῆς πρώτης ᾽Εκκλησίας μέ τό πρόβλημα στά κοινά τραπέζια πού ὁδήγησε καί στήν ἐκλογή τῶν ἑπτά διακόνων εἶναι ἀποκαλυπτικό: ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽(Πρ. ᾽Απ. 6, 2).
῎Αν ὅμως θεωρεῖτο αὐτονόητη ἡ κατήχηση πρός ὅλους ἀπό τούς ᾽Αποστόλους καί ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἐξίσου αὐτονόητο θεωρεῖτο καί τό περιεχόμενο τῆς κατήχησής τους, ὅπως ἰδιαιτέρως τό ἐκφράζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ῾οὐκ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν, εἰ μή ᾽Ιησοῦν Χριστόν, καί τοῦτον ἐσταυρωμένον᾽ (Α´ Κορ. 2,2). Και βεβαίως μαζί μέ τή Σταύρωση τονιζόταν πάντοτε καί ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ Σταυροῦ, ἡ ᾽Ανάσταση. ῾Ὁ Θεός ἀνέστησε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο ἐσεῖς σταυρώσατε᾽, ὅπως εἶπε καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος στό συγκεντρωμένο πλῆθος τῆς ᾽Ιερουσαλήμ τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (Πρβλ. Πρ. ᾽Απ. 2, 32. 36). Σταυρός καί ᾽Ανάσταση: νά τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, νά τό κέντρο τῆς κατήχησης τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί ἡ ἀλήθεια αὐτή ἑρμηνεύει κάτι πολύ γνωστό: γιατί τά Εὐαγγέλια δέν θεωρήθηκαν ποτέ βιογραφίες τοῦ Χριστοῦ. Διότι πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι βιογραφίες γράφουμε μόνο γιά ἀνθρώπους, οἱ Εὐαγγελιστές κατέγραψαν τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, τό ὁποῖο περιστρεφόταν πάντοτε γύρω ἀπό τόν Σταυρό καί τή ᾽Ανάσταση.
Ποιά ἡ αἰτία τοῦ κεντρικοῦ αὐτοῦ περιεχομένου τοῦ κηρύγματος τῶν ἀποστόλων καί τῆς ᾽Εκκλησίας; Γιατί τό βάρος ἔπεφτε πάντοτε στόν Σταυρό καί τήν ᾽Ανάσταση; Διότι κυρίως αὐτά ἔσωσαν τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τό ἀποτέλεσμά της, τή φθορά καί τόν θάνατο. Ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καταργεῖ τό σῶμα αὐτῆς, πατᾶ τόν θάνατο μέ τόν θάνατό Του καί μᾶς ἀνοίγει τόν Παράδεισο, καθώς μᾶς συμφιλιώνει μέ τόν Θεό Πατέρα. ῎Ετσι ὁ θάνατος παύει νά ἔχει τήν τρομακτική ὄψη τήν πρό Χριστοῦ καί γίνεται ἁπλή δίοδος πού μᾶς φέρνει σέ ἀγαπητική σχέση μέ τόν Θεό ἐν προσώπω ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾᾽Εάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν᾽(Ρωμ. 14,8). ῾Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;᾽(Α´Κορ. 15,55). Ἡ νίκη λοιπόν τῆς ζωῆς καί ἡ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἦταν πάντοτε ὅ,τι οὐσιαστικότερο ἔφερε γιά τόν ἄνθρωπο ὁ Χριστός. Χωρίς τή νίκη αὐτή, χωρίς τήν ἄρση τῆς ἁμαρτίας, ὅπως λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ῾ματαία ἡ πίστις ὑμῶν᾽(Α´Κορ. 15,17). Ὁ Χριστός χωρίς τήν κατάργηση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου θά ἦταν ἕνας ἀκόμη ἱδρυτής θρησκείας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά μᾶς προσέφερε ὡραῖες διδασκαλίες ἤ καί καλό παράδειγμα, ἀλλά θά μᾶς ἄφηνε ἐγκλωβισμένους μέσα στά πλαίσια τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου τοῦ κόσμου τούτου.
Βεβαίως, εἶναι περιττό καί νά ἀναφέρουμε ὅτι ἡ νίκη αὐτή ἀπέναντι στόν θάνατο δέν ἐξαντλεῖται μόνο στή διδασκαλία, ἀλλά βιώνεται ὡς πραγματικότητα μέσα στήν ᾽Εκκλησία μας, καί μάλιστα στό κατεξοχήν μυστήριο πού φανερώνει τήν ᾽Εκκλησία, τή Θεία Εὐχαριστία. ᾽Εκεῖ, στή συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, στήν προσφορά τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὁ πιστός κατανοεῖ ἐμπειρικά καί προσωπικά ὅτι ὁ θάνατος ὑπερβαίνεται, γιατί ἀκριβῶς καλεῖται νά φάει καί νά πιεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό του καί νά γίνει ἔτσι ἕνα μαζί Του. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὅποια κατήχηση ἄν δέν καταλήγει στή Θεία Λειτουργία, ἄν δέν κάνει τόν ἄνθρωπο νά συνειδητοποιεῖ ὅτι ἐκεῖ βρίσκεται τό κέντρο τῆς ζωῆς του, τελικῶς δέν ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Θά λειτουργεῖ ὅπως τό κήρυγμα τῶν Προτεσταντῶν, δηλαδή ὡς κάτι πού αἰωρεῖται τελικῶς στό κενό. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ τό κλαδί τοῦ δέντρου. Τό κλαδί εἶναι ζωντανό καί κατανοεῖται ὡς τέτοιο μόνο σέ διαρκή σχέση καί ἀναφορά πρός τό δέντρο. Οἱ χυμοί τοῦ δέντρου κρατοῦν τό κλαδί ζωντανό, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ κρατοῦν τόν χριστιανό ζωντανό, ἀφοῦ ἔτσι μᾶς ἔμαθε ὁ Κύριος νά βλέπουμε τόν ἑαυτό μας. ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽(᾽Ιωάν. 15,5).

2. Ὁ τρόπος προσφορᾶς τοῦ περιεχομένου τῆς κατήχησης.

Αὐτό λοιπόν κήρυσσαν οἱ ἀπόστολοι, αὐτό ἦταν πάντοτε τό περιεχόμενο τῆς κατήχησης τῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Αλλά αὐτό τό περιεχόμενο διαφοροποιεῖτο κάθε φορά ὡς πρός τήν προσφορά του ἀνάλογα μέ τούς ἀποδέκτες του. ᾽Αλλιῶς μιλοῦσαν οἱ ἀπόστολοι δηλαδή στούς ἐκτός τῆς πίστεως, ἀλλιῶς στούς ἤδη πιστούς. ᾽Αλλιῶς στούς ἀρχαρίους πνευματικά, ἀλλιῶς στούς προχωρημένους καί τελείους. ῞Οταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά παράδειγμα μιλᾶ γιά τό γάλα τῆς πίστεως πού μποροῦν νά δεχτοῦν ὁρισμένοι πιστοί γιατί δέν ἀντέχουν τή στέρεα τροφή, τί ἄλλο μᾶς διδάσκει ἀπό αὐτή τή διακριτική στάση ὡς πρός τήν προσφορά τοῦ κηρύγματος τῆς ᾽Εκκλησίας; ῾Γάλα ὑμᾶς ἐπότισα καί οὐ βρῶμα. Οὔπω γάρ ἠδύνασθε᾽(Α´ Κορ. 3,2). Κι αὐτήν τή διάκριση μᾶς τή δίδαξε ὁ ἴδιος πρῶτα ἀπό ὅλα ὁ Θεός μας, ὁ Ὁποῖος τήν ἀποκάλυψή Του στόν κόσμο τήν ἔκανε σταδιακά. Πρῶτα φανερώθηκε στούς ῾Εβραίους μέ τόν Μωσαϊκό Νόμο καί τούς προφῆτες - ὅ,τι συνιστᾶ τήν Παλαιά Διαθήκη - ἔπειτα φανερώθηκε ἄμεσα καί προσωπικά στό πρόσωπα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ - ὅ,τι συνιστᾶ τήν Καινή Διαθήκη.
Κι ἀκόμη: ὁ ἴδιος πάλι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός σταδιακά ἀποκαλυπτόταν στούς μαθητές Του. ᾽Εκεῖνος ἔλεγε ὅτι πολλά πράγματα δέν μποροῦσαν νά βαστάσουν οἱ μαθητές Του τότε πού ἦταν ἀκόμη ἐν σαρκί μαζί Του, ἀλλά θά τα κατανοοῦσαν ἀργότερα μέ τήν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ῾῎Ετι πολλά ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ᾽ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι. ῞Οταν δέ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 13). Καί πράγματι: ἡ πλήρης κατανόηση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἀκόμη καί ἀπό τούς μαθητές Του, ἀκόμη καί ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα Του, ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ῾ὅτε κατῆλθε τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον᾽. Διότι μόνον ἐν ἁγίῳ Πνεύματι κατανοεῖται καί γίνεται γνωστός προσωπικά ὁ Χριστός. ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (Α´ Κορ. 12, 3).
Κι αὐτήν τήν τακτική διδάσκει ὁ Χριστός νά ἀκολουθοῦν καί οἱ μαθητές Του σέ ὅλους τούς αἰῶνες. ῾Μή δῶτε τό ἅγιον τοῖς κυσί - ἔλεγε – μηδέ βάλητε τούς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτούς ἐν τοῖς ποσίν αὐτῶν καί στραφέντες ρήξωσιν ὑμᾶς᾽(Ματθ. 7, 6). Μέ ἄλλα λόγια ἡ διακριτική προσφορά τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως θεωρεῖται δεδομένη καί περαιτέρω ἐξηγεῖται ἀπό τόν Κύριο ὅτι τοῦτο γίνεται γιά λόγους φιλανθρωπίας. ᾽Ακόμη καί ἡ ἄρνηση νά μιλήσει κανείς γιά τήν πίστη εἶναι πολλές φορές ἡ καλύτερη στάση ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ, στή φάση πού βρίσκεται, νά τήν ἀποδεχτεῖ. Τυχόν ὑπέρβαση τῆς διάκρισης αὐτῆς γιά λόγους ὑπερβάλλοντος ζήλου, δηλαδή ζήλου οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν, ἀποκαλύπτει τό ἐσωτερικό δικό μας πρόβλημα ἐγωϊσμοῦ, πού θέλουμε νά γινόμαστε ῾βασιλικώτεροι τοῦ βασιλέως᾽καί νά διορθώνουμε τόν ἴδιο τόν Χριστό.
Καί ὄντως: ἤδη ἀπό τήν πρώτη ᾽Εκκλησία παρουσιάστηκαν τέτοιοι ῾ζηλωτές᾽, οἱ ὁποῖοι ἀδιάκριτα προσέφεραν τά τῆς πίστεως σέ ὅλους. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας τί ἔκανε; Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαγόρευε ἀκόμη καί τήν ἱεραποστολή. Πότε; ῞Οταν γινόταν ἡ διαπίστωση ὅτι τό ἀκροατήριο εἶναι ἐχθρικά διακείμενο, ὅταν εἶναι χλευαστικά διακείμενο ἤ ἁπλῶς  ἀνέτοιμο. ᾽Εκεῖ ἡ καλύτερη χριστιανική στάση, τό καλύτερη κήρυγμα, ἡ πιό σωστή κατήχηση εἶναι ἡ σιωπή. Τό ἴδιο δέν ἔκανε καί ὁ Κύριος πρός τόν Πιλάτο, ὅταν τόν ἀνέκρινε ἐκεῖνος λίγο πρίν ἀπό τή Σταύρωση; Στήν ἐρώτηση γιά παράδειγμα τοῦ Πιλάτου ῾τί ἐστιν ἀλήθεια;᾽, ὁ Κύριος δέν κάθεται νά τοῦ ἐξηγήσει, ἀλλά ἁπλῶς σιωπᾶ (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 18, 38 ἑξ.). Διότι γνώριζε ὁ Κύριος ὅτι ὁ Πιλάτος ἦταν ἀνέτοιμος νά κατανοήσει τό μυστήριο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
᾽Αξίζει τέλος νά μνημονευθεῖ στό σημαντικό αὐτό θέμα καί ἡ στάση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀργότερα στό θέμα τῶν κατηχουμένων. Λίγοι γνωρίζουν τόν λόγο πού ἡ ᾽Εκκλησία ξεκινᾶ τήν ἀνάγνωση τοῦ κατά ᾽Ιωάννην Εὐαγγελίου μετά τό Πάσχα. ῎Επρεπε οἱ κατηχούμενοι νά ἔχουν βαπτιστεῖ - κάτι πού γινόταν κυρίως κατά τό Πάσχα – γιά νά εἶναι στήν ὀρθή πνευματική κατάσταση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, ὥστε νά κατανοοῦν τό Εὐαγγέλιο τοῦ ᾽Ιωάννη. ῞Οσο ἦταν κατηχούμενοι μποροῦσαν νά ἀκροῶνται τά συνοπτικά λεγόμενα Εὐαγγέλια, τοῦ Ματθαίου, τοῦ Μάρκου καί τοῦ Λουκᾶ. Τόν ᾽Ιωάννη ὅμως πού εἶχε γράψει τό πνευματικότερο Εὐαγγέλιο, ἐκεῖνο πού τόνιζε ἰδιαιτέρως τή θεότητα τοῦ Κυρίου, μποροῦσαν νά ἀκροῶνται μετά τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.
Τά παραπάνω, ὅπως καί πολλά ἀκόμη πού θά μποροῦσαν νά εἰπωθοῦν, ἐπιβεβαιώνουν τήν τακτική τῆς ᾽Εκκλησίας μας στό θέμα τῆς κατήχησης καί κατά τά νεώτερα χρόνια: τή διαβάθμιση σέ κατηχητικές βαθμίδες, τήν ἀναφορά κατ᾽ αὐτές  σέ διαφορετικά θέματα – πάντοτε ὅμως μέ κέντρο τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό μέσα στά πλαίσια τῆς ἐνορίας. Στά νεώτερα παιδιά χρειάζεται τό γάλα τῆς πίστεως. Στά μεγαλύτερα, καί πάλι μέ μεγάλη διάκριση, πιό στέρεα τροφή.
Πῶς θά ξέρει κανείς πότε μπορεῖ νά προχωρήσει σε κάτι πιό στέρεο; Τί μπορεῖ νά ἔχει ὡς κριτήριο πορείας στήν κατήχηση; Τό πόσο τά παιδιά ἐνδιαφέρονται καί ζητᾶνε νά γνωρίσουν τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως. Σ᾽ ἐκεῖνον πού ρωτάει, πού διψᾶ νά μάθει, σ᾽ ἐκεῖνον ἰδιαιτέρως μπορεῖ κανείς νά ἀποκαλύψει τά βαθύτερα στοιχεῖα τῆς πίστεως. ῾Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου᾽ λέει ὁ Κύριος (Ματθ. 6, 42). Κι εἶναι πολύ χαρακτηριστικό αὐτό πού ἔκαναν πολλοί ἅγιοι τῆς ᾽Εκκλησίας, σάν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο. Ὅταν ἤθελαν νά ποῦνε κάτι πιό οὐσιαστικό ἀπό τήν πνευματική ζωή στούς μαθητές τους ἤ στούς ἐπισκέπτες τους, ἔλεγαν κάτι πολύ γενικό, δίνοντας ἁπλῶς μία ἀφορμή. Αὐτός πού πράγματι ἦταν ἕτοιμος νά δεχτεῖ τόν πνευματικό λόγο, ρωτοῦσε γιά διευκρίνιση. Ὁπότε ἔπαιρναν ἀφορμή ἀπό αὐτό οἱ ἅγιοι καί προχωροῦσαν. Διαφορετικά, σταματοῦσαν καί ἁπλῶς προσεύχονταν. Γιατί τό νά προχωρᾶ κανείς ἀδιάκριτα, ὅπως εἴπαμε, στήν πραγματικότητα προκαλεῖ καταστροφή. Ὅπως λέει καί ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής στή Φιλοκαλία ῾ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν πράξη καί βασίζεται σέ μία ἁπλή γνώση, ἀντί γιά δίκοπο μαχαίρι κρατᾶ καλαμένιο ραβδί, τό ὁποῖο σέ καιρό πολέμου, κατά τήν Γραφή, θά τοῦ τρυπήσει τό χέρι καί θά μπεῖ μέσα σ᾽ αὐτό καί θά τοῦ βάλει τό φυσικό δηλητήριο προτοῦ τοῦ τό βάλουν οἱ ἐχθροί᾽.

3. Προϋποθέσεις τοῦ ἀσκοῦντος τήν κατήχηση.

῞Ολα τά παραπάνω πού ἀναφέραμε στηρίζονται σ᾽ ἕνα ἁπλό ἀλλά ἀπόλυτο γεγονός, τό ὁποῖο θεωρεῖται αὐτονόητο στήν ὀρθόδοξη παράδοση: ὅτι ὁ ἀσκῶν τήν κατήχηση εἶναι σάν τούς ἀποστόλους ἤ τό λιγότερο πρέπει νά βρίσκεται στή γραμμή τῶν ἀποστόλων, νά εἶναι ἄνθρωπος δηλαδή βαθιᾶς πίστεως στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, συνειδητό μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, κεκλημένος ἀπό αὐτήν γιά τό μεγάλο καί ἱερό αὐτό ἔργο. Δέν ἔχει καμμία σημασία νά μιλᾶμε γιά τήν κατήχηση, νά ἀναφερόμαστε στό περιεχόμενό της, στούς τρόπους προσφορᾶς της, καί νά μήν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού θά τήν ὑλοποιοῦν. Πάντοτε ὁ κατηχητής θεωρεῖτο ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας ὡς χαρισματοῦχος, ὁ ὁποῖος μέ ἐπίγνωση καί μέ μεγάλο φόβο Θεοῦ ἀνελάμβανε στήν ᾽Εκκλησία τή συγκεκριμένη αὐτή διακονία. Δέν ἀρκεῖ νά εἶναι κανείς ἁπλῶς καλό παιδί ἤ καί νά διακρίνεται στόν τομέα τῶν γραμμάτων. ᾽Απαιτεῖται τό ἐπιπλέον τῆς ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς πού θά τό διακρίνει κυρίως ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ ἐντεταλμένος ἀπό αὐτόν ὑπεύθυνος ἱερέας. Γι᾽ αὐτό ἴσως πολλές φορές μπορεῖ καί πρέπει νά μήν ἀσκηθεῖ ἡ κατήχηση, ὅταν ὑπάρχει ἔλλειψη τῶν χαρισματούχων αὐτῶν, καί νά ἐπιφορτισθεῖ ὁ ἱερέας πού μπορεῖ νά τό κάνει, δεδομένου ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τό σημαντικότερο καί σπουδαιότερο ἔργο, μαζί μέ τήν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν.
Δυστυχῶς μερικές φορές οἱ ἱερεῖς νεότητας ῾ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ᾽ ἐπιλέγουμε τήν πιό εὔκολη γιά ἐμᾶς λύση: τήν ἀνάθεση τοῦ ἔργου αὐτοῦ σέ ὅποιον προσφέρεται, χωρίς ὅμως νά ἐξετάζουμε ἄν συντρέχουν σέ αὐτόν οἱ ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις. Δέν ἐννοοῦμε βεβαίως ὅτι αὐτός πού θά ἀναλάβει τήν κατήχηση θά εἶναι ἀναμάρτητος. ᾽Αναμάρτητοι δέν ὑπῆρξεν οὔτε θά ὑπάρξουν ποτέ, πλήν τοῦ ῾Ενός, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾽Αλλά εἴπαμε: θά πρέπει νά εἶναι συνειδητό μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, μέ ἐπίγνωση τῆς σπουδαιότητας καί τῆς ἱερότητας τοῦ ἔργου τῆς κατήχησης, μέ ἀγάπη πρός τά παιδιά καί βεβαίως μέ διάθεση συνεχοῦς καταρτισμοῦ πού θά τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀντιμετωπίζει ὁποιοδήποτε θέμα πιθανόν τεθεῖ πρός συζήτηση ἀπό αὐτά. Τότε, ναί! Καί τό ἔργο του θά εὐλογεῖται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί ὁ ἴδιος θά ἐμπλουτίζεται ἀπό τήν προσφορά καί τήν κένωσή του αὐτή.