Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΛΕΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΤΑΝΗΣ (20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Λέων καταγόταν από τη Ραβέννα και ήταν υιός ευγενών γονέων. Λόγω της καθαρότητας του βίου του και της επιμέλειας των λογισμών του πέρασε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, κατά τους νόμους της Εκκλησίας, και με θεία ψήφο αναδείχτηκε Πρόεδρος της Μητροπόλεως της Κατάνης, η οποία βρίσκεται στην περιώνυμη Σικελία, όπου ακόμη και τώρα βγαίνει φωτιά και ρέει λάβα από το βουνό της Αίτνας. Αυτός λοιπόν, όπως λέει και το όνομά του, σαν λιοντάρι στην πίστη και σαν ήλιος στη λάμψη, καταφώτισε όλους, επιμελούμενος των ψυχών, γινόμενος προστάτης των χηρών και φροντίζοντας τους πτωχούς. Γι’ αυτόν τον λόγο με μόνη την προσευχή του έριξε κάτω στη γη αγαλματένιο είδωλο και φρόντισε να κτιστεί μεγάλος και ωραίος ναός στην καλλίνικο μάρτυρα Λουκία, ενώ αποτέφρωσε τον μάγο Ηλιόδωρο με τις μαγγανείες του. Διότι όταν αυτός φάνηκε σε όλους ανάμεσα στον όχλο, κάνοντας μαγείες και δημιουργώντας εντυπώσεις, ο μακάριος Λέων αφού τον έπιασε γρήγορα με τα χέρια του και τον έδεσε με το ιερό πετραχήλι του, έδωσε εντολή να ανάψουν μεγάλη φωτιά στο μέσο της πόλης. Κι αφού δημοσίευσε όλες τις μαγγανείες του, έχοντάς τον δεμένο από τον τράχηλο, μπήκε μαζί του στο μέσο της καμίνου, και δεν βγήκε από εκεί, μέχρις ότου αποτεφρώθηκε εντελώς ο δειλός. Αυτό κατέπληξε τους πάντες. Διότι όχι μόνον ο μέγας Λέων έμεινε άφλεκτος, αλλά η φλόγα δεν άγγιξε καθόλου ούτε κι ένα από τα ιερά ενδύματά του. Όταν το θαύμα αυτό έγινε γνωστό παντού και το άκουσαν με τα αυτιά τους και  οι αυτοκράτορες Λέων και Κωνσταντίνος, κάλεσαν τον άγιο να έλθει κοντά τους, και άγγιζαν τα πόδια του και τον παρακαλούσαν να προσεύχεται υπέρ αυτών. Αυτός όχι μόνον εν ζωή υπήρξε μέγας θαυματουργός, αλλά και μετά την ταφή του συνέχισε να επιτελεί θαύματα».  

Ο Ιωσήφ, ο υμνογράφος του αγίου Λέοντα, επιμένει ιδιαιτέρως στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου. Θαυματουργός άλλωστε επονομάζεται. Και πέραν των επεμβάσεών του σε όλα τα νοσήματα, και μάλιστα τα ανίατα, τονίζει το χάρισμά του για την εκδίωξη των πονηρών δαιμόνων. «Υπήρξες, ιεράρχα, αυτός που καθαρίζει τα νοσήματα, που φυγαδεύει τα πονηρά πνεύματα και αποτελεί το καταφύγιο των πιστών ανθρώπων» («Νοσημάτων καθάρσιον, πονηρών δαιμόνων φυγαδευτήριον, ιεράρχα, εχρημάτισας, και πιστών ανθρώπων καταφύγιον») (ωδή δ΄). Ο άγιος Λέων θεωρείται «ειδικός» στην εκδίωξη των ακαθάρτων πνευμάτων, διότι ακριβώς έγινε το όργανο του Θεού για την αποκάλυψη και την εξαφάνιση του πονηρού μάγου Ηλιοδώρου. Η προσευχή του, γι’ αυτό, συνιστά μάστιγα που τα απομακρύνει από τους ανθρώπους. «Έτυχες των θείων χαρισμάτων, ώστε να θεραπεύεις πάθη ανίατα και να εκδιώκεις ακάθαρτα πνεύματα με τη μάστιγα των προσευχών σου» («Χαρισμάτων θείων τετύχηκας, πάθη ανίατα θεραπεύειν πάντοτε, και προσευχών μάστιγι ακάθαρτα διώκειν πνεύματα») (στιχηρό εσπερινού). Από την άποψη αυτή, ιδιαιτέρως στην εποχή μας που μαστίζεται από ανίατα πολλές φορές νοσήματα: καρκίνους, άγνωστες ιώσεις κλπ., αλλά και από πολλούς δαιμονισμούς και επιρροές ακαθάρτων πνευμάτων, ο άγιος Λέων θα έπρεπε να είναι άγιος της «πρώτης γραμμής». Κι όταν μάλιστα υπάρχει η διαχρονική βεβαίωση ότι θαυματουργούσε όχι μόνο εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον, σαν, κατά κάποιο τρόπο, πέλαγος απείρων θαυμάτων («των απείρων θαυμάτων το πέλαγος», όπως λέει ο οίκος του κοντακίου του). Διότι «οι άγιοι εις τον αιώνα ζώσι».

Ο άγιος υμνογράφος πολλές φορές βεβαίως προβαίνει και στην ερμηνεία της λήψεως από τον Θεό του θαυματουργικού του χαρίσματος. Όλη του τη ζωή την διάβηκε στη γη, σημειώνει, με φλογερή αγάπη προς τον Θεό, γι’ αυτό και πήρε τη χάρη αυτή της θαυματουργίας («τον βίον όλον, ον εν τη γη διαπύρω αγάπη ετέλεσε και είληφεν ουρανόθεν των απείρων θαυμάτων το πέλαγος») (οίκος κοντακίου). Και την αγάπη αυτή την απέκτησε όχι άκοπα, αλλά με έντονη ασκητική προσπάθεια, καθώς αγωνιζόταν να έχει προσηλωμένο πάντοτε τον νου του στον πρώτο Νου, τον ίδιο τον Θεό. «Καθρεπτίζοντας τον αίτιο όλων Νου, τον Θεό, στον δικό σου καθαρότατο νου, δέχτηκες από Αυτόν την αίγλη των χαρισμάτων, θεόπνευστε» («Νοΐ καθαρωτάτω νουν τον πάντων αίτιον ενοπτριζόμενος, παρ’ αυτού εδέξω χαρισμάτων την αίγλην, θεόπνευστε») (ωδή ε΄). Εκεί που δίνει μία εξαιρετική όμως χριστοκεντρική  εξήγηση, με πολλή ποιητικότητα, του θαυματουργικού του χαρίσματος είναι στην ωδή θ΄: Βλάστησε ο άγιος τα σταφύλια των αρετών, λέει, σαν κλήμα στο αμπέλι του Χριστού, κι αυτά έσταξαν το γλεύκος των θαυμάτων. Από αυτό το γλεύκος  πίνουν οι πιστοί και λαμβάνουν  και υγεία και ευχαρίστηση. «Ως κλήμα της αληθινής γεγονώς, πάτερ, αμπέλου, εβλάστησας αρετών βότρυας, θαυμάτων γλεύκος  εναποστάζοντας εξ ου οι πίνοντες πιστώς, υγείαν κομίζονται και αγαλλίασιν».

Αξίζει όμως να δούμε και την ερμηνεία του αγίου υμνογράφου στο παράδοξο θαύμα της αποτέφρωσης του μάγου Ηλιοδώρου. Παραξενεύει η ενέργειά του: αποτέφρωσε έναν άνθρωπο. Αλλά ο άγιος δεν προέβη στη βίαιη αυτή κίνηση από μίσος και φανατισμό: το μίσος και ο φανατισμός στοχοποιούν κάποιον και παλεύουν να τον εξοντώσουν, ερήμην των ίδιων. Ο «αντίπαλος» στέκει ακριβώς απέναντι και πετροβολείται. Εδώ έχουμε τη συγκλονιστική συμπαράταξη του αγίου στην ίδια τιμωρία: εισέρχεται κι αυτός στη φωτιά, συμπαρασύροντας το όργανο του διαβόλου. Η κίνησή του βρίσκεται μέσα στην ενέργεια της χάρης του Θεού -  το αποτέλεσμα το αποδεικνύει.  Διότι λειτουργεί ως ποιμένας που πρέπει να σώσει τις ψυχές των πιστών του. Ο Ηλιόδωρος παρέσυρε πολλούς. Μπροστά στο φαινόμενο αυτό ο άγιος πρέπει να αντιδράσει. Προς χάρη ακριβώς του ποιμνίου του. «Αυτόν που μώραινε με τις απάτες των δαιμόνων όλους τους πιστούς στον Χριστό, τον παρέδωσες με δίκαιη ψήφο στη φωτιά, μακάριε, και έσωσες τις ψυχές από την ολέθρια αυτή βλάβη, σαν Ποιμένας αληθινός και σωτήριος» («Τον απάταις δαιμόνων πάντας τους πιστεύοντας Χριστώ μωραίνοντα, τω πυρί δικαία παραδέδωκας ψήφω, μακάριε, και ψυχάς ερρύσω της ολεθρίου τούτου βλάβης, ως ποιμήν αληθής και σωτήριος») (ωδή ε΄). Ο άγιος Λέων εν προκειμένω αποτελεί παράδειγμα και πρότυπο για όλους τους χριστιανούς, και μάλιστα τους κληρικούς, στο πώς αντιμετωπίζονται οι εχθροί της Εκκλησίας: μόνον όταν έχει κανείς τη διάθεση να θυσιαστεί και ο ίδιος. Όταν κίνητρό μας είναι η αγάπη μας στον λαό του Θεού, με απόφαση να πεθάνουμε κι εμείς γι’ αυτήν την αγάπη, τότε η στροφή μας κατά της πλάνης αποκτά αποτελεσματικότητα και γίνεται σωτήρια.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΚΡΥΟΣ ΙΔΡΩΤΑΣ...


Προσπέρασα γρήγορα
κι ενοχλημένος
το απλωμένο χέρι
του ζητιάνου.
Πιο πέρα κοντοστάθηκα:
κρύος ιδρώτας
με έλουσε!
Το χέρι αυτό
το παρακλητικό
γίνηκε χέρι
εισαγγελικό!
"Εφ' όσον ουκ εποιήσατε
ενί τούτων των αδελφών μου
των ελαχίστων..."

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΕΩΝ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ

«Αυτός ο θαυμάσιος Πατέρας μας Λέων, λόγω της εξαιρετικής  σωφροσύνης του και της ψυχικής καθαρότητας και της ειλικρίνειας της ζωής του, προχειρίστηκε Πρόεδρος της πρεσβυτέρας Ρώμης από το Άγιον Πνεύμα. Επέδειξε βίο θεάρεστο και γνήσιο και διαποίμανε με όσιο τρόπο το ποίμνιό του, κι ακόμη: εξαφάνισε εντελώς τις βλασφημίες των αιρετικών, κατά τον καιρό εκείνο της Αγίας και Οικουμενικής Τετάρτης Συνόδου των εξακοσίων τριάντα Πατέρων, που συγκροτήθηκε στη Χαλκηδόνα το 451 μ.Χ., η οποία εξέθεσε πολλά περί της ορθοδόξου πίστεως και ανέτρεψε τα δόγματα των αιρετικών, οι οποίοι έλεγαν ανοησίες για τη μία φύση και ενέργεια και θέληση του Χριστού του Θεού μας. Επειδή δε οι θεομάχοι εκείνοι πολεμούσαν την αλήθεια και επιχειρούσαν  να ανασκευάσουν τα θεόπνευστα δόγματα των θείων Πατέρων, ο μακάριος αυτός, επειδή κάμφθηκε από την ικεσία όλης της Συνόδου, μετά από πολλών ημερών νηστεία και αγρυπνία και δυνατή προσευχή, εμπνεύστηκε από το ζωοποιό Πνεύμα και εξέθεσε εγγράφως για τα θέματα αυτά, ανακηρύσσοντας σαφώς διπλή ενέργεια και δύο θελήματα στον Χριστό και Θεό μας. Αυτά τα έστειλε έπειτα με επιστολή στη Σύνοδο. Την επιστολή αυτή το πλήθος των οσίων Πατέρων την δέχτηκε με την πεποίθηση  ότι η γραφή αυτή βγήκε σαν από το στόμα του Θεού, οπότε, σαν να επαναπαύτηκαν οι Πατέρες σ’ αυτήν, με περισσότερο θάρρος αντιστάθηκαν στο στίφος των αιρετικών και κατατρόπωσαν τις πολύπλοκες μηχανορραφίες τους. Και με αυτά διαλύθηκε ο ιερότατος Σύλλογος. Ο δε θεσπέσιος Λέων, αφού έζησε ακόμη αρκετά χρόνια και διέλαμψε σαν ήλιος με τις αρετές του, σε βαθύ γήρας εκδήμησε προς τον Κύριο. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».  

Ίδιος στη γνώμη και τον ζήλο για την πίστη με τον Κορυφαίο απόστολο Πέτρο, στον θρόνο του οποίου βρέθηκε στη Ρώμη («Πέτρου του Κορυφαίου θρόνου κληρονόμος εχρημάτισας, την αυτού έχων γνώμην και τον ζήλον της πίστεως») (ωδή α΄), προεστώς των δογμάτων της Εκκλησίας και οδηγός ορθοδοξίας («των της Εκκλησίας δογμάτων, Πάτερ, προϊστασο») (ωδή γ΄), ανατολή εκ δυσμών («όρθρος εκ δυσμών ανέτειλας») (ωδή δ΄), «δεύτερος Μωυσής» (ωδή η΄): να μερικές πινελιές από το πορτραίτο που ζωγραφίζει ο άγιος Θεοφάνης σήμερα για τον εορταζόμενο άγιο, πάπα Ρώμης Λέοντα.      Και δικαίως: την εποχή της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, τότε που η Εκκλησία μας αντιμετώπιζε τις αιρετικές ανοησίες και τα φιλοσοφικά τεχνολογήματα των μονοφυσιτών, που αρνούνταν την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης του Κυρίου μας, συνεπώς έθεταν εν αμφιβόλω τη σωτηρία του ανθρώπου από τον Κύριο, δηλαδή τη σχέση του με τον Θεό, ο άγιος Λέων υπήρξε, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, ο πνευματικός ήλιος, ο οποίος έλαμψε τις ακτίνες της ορθοδοξίας και κατηύθυνε το σκάφος της Εκκλησίας στην αλήθεια της αποκάλυψης του Κυρίου. Κι οι ακτίνες της ορθοδοξίας του ήταν ακριβώς ό,τι ο Κύριος φανέρωσε με την επί γης παρουσίας Του: ότι ήταν ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος έγινε πραγματικός άνθρωπος, προκειμένου να εντάξει στον εαυτό Του τον πεσμένο στην αμαρτία άνθρωπο και να τον κάνει και αυτόν χάριτι υιό Θεού. Κι αυτό σημαίνει: ο Κύριος έχει μία υπόσταση σε δύο ουσίες, δηλαδή είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, άρα με θεϊκή και ανθρώπινη θέληση, αλλά έχει μία υπόσταση, του Υιού και Λόγου του Θεού. «Μίαν υπόστασιν εν δύο ταις ουσίαις τον Χριστόν ομολογήσας, ενεργούντα διττώς και θέλοντα» (ωδή ζ΄).

Τι ήταν εκείνο που τον ανέδειξε αστέρα της ορθοδοξίας τη συγκεκριμένη εποχή; Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος απαντά: ο ιδιαίτερος φωτισμός του από το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα ήταν εκείνο που ενεργούσε στην καρδιά του και του φανέρωνε την αλήθεια, κι αυτό διότι αγωνίστηκε να κυριαρχήσει στα πάθη του και να κάνει τον νου του κυρίαρχο του εαυτού του, αληθινό αυτοκράτορα. Φωτισμένος λοιπόν από το Πνεύμα του Θεού λόγω της καθαρής του καρδίας, έχοντας και την επαρκή ανθρώπινη μόρφωση, ώστε να κάνει λόγο τις θεοπτίες του, με συναίσθηση της υψηλής του ευθύνης από τη θέση του πρώτου στην τάξη Πατριάρχη Ρώμης, ευθύνης που ενισχυόταν και από την πρόσβλεψη σ’ αυτόν και των υπολοίπων επισκόπων, θεολόγησε για την Εκκλησία. Δηλαδή έδειξε αυτό που η Εκκλησία μας ζούσε μέχρι τότε ως Παράδοσή της, βασισμένη στη ζωή και τον  λόγο του Χριστού, το κήρυγμα των Αποστόλων, το κήρυγμα των Πατέρων. «Λέων παμμακάριστε, έκανες τον νου σου αυτοκράτορα των παθών» («Τον νουν, Λέον παμμακάριστε, συ των παθών αυτοκράτορα απεργασάμενος») (στιχηρό εσπερινού)«Γέμισες από την ουράνια και θεία χάρη και έτσι έγινες αρχηγός των δογμάτων της Εκκλησίας, Πάτερ» («Ουρανίου και θείας εμφορηθείς χάριτος, των της Εκκλησίας δογμάτων, Πάτερ, προϊστασο») (ωδή γ΄)«Καταφωτίστηκες από το λαμπρότατο φως του Θεού, όσιε, και διατράνωσες έτσι τον λόγο της απόρρητης και θείας ενανθρωπήσεως, εξαγγέλλοντας τη διπλή ουσία και τη διπλή ενέργεια του σαρκωθέντος Θεού» («Φωτί τω λαμπροτάτω καταυγασθείς, όσιε, τον της απορρήτου και θείας ενανθρωπήσεως λόγον ετράνωσας, διπλήν ειπών την ουσίαν και διπλήν ενέργειαν του σαρκωθέντος Θεού») (ωδή γ΄).

Το γεγονός ότι με την πίεση της Συνόδου αποφάνθηκε περί των ζητημάτων αυτών με τον τρόπο που είπαμε, και τα έγραψε σε τόμο, σε κείμενο, ώστε ο τόμος αυτός να αποτελεί κανονιστική γραφή για τους υπολοίπους Πατέρες, κάνει τον άγιο Θεοφάνη να τον παραλληλίζει με τον Μωυσή. «Κινούμενος από τον Θεό, τύπωσες τα διδάγματα της ευσεβούς αληθούς πίστεως σαν σε θεοχάρακτες πλάκες, οπότε φάνηκες στον θείο λαό και την ομήγυρη των σεπτών Διδασκάλων σαν δεύτερος Μωυσής» («Υπό Θεού κινούμενος, ευσεβείας διδάγματα ως θεοχαράκτοις εν πλαξίν ετύπωσας, Μωσής οία δεύτερος αναφανείς τω θείω λαώ και τη ομηγύρει των σεπτών Διδασκάλων») (ωδή η΄). Με τα δεδομένα αυτά ο υμνογράφος Θεοφάνης αξιοποιεί και πάλι το όνομα του αγίου: όχι μόνο κατέδειξε την αλήθεια ο άγιος Λέων, αλλά σαν λιοντάρι κατατρόμαξε και τους αιρετικούς, ακόμη δε και τον ίδιο τον διάβολο. «Άγιε Λέων, φάνηκες σαν αληθινό λιοντάρι, διώχνοντας τις προξενούσες σύγχυση αλεπούδες και κατατρομάζοντας τα νοήματα των ασεβών με βασιλικό βρύχημα» («Λέον συ ως αληθώς, παμμάκαρ, ώφθης, τας συγχυτικάς αλώπεκας διώκων, βασιλικώ τω βρυχήματι καταπλήττων των ασεβούντων τα νοήματα») (ωδή δ΄). «Σαν λιοντάρι αναδείχτηκες, και στα λόγια και στις πράξεις, εκφοβίζοντας, κατά βασιλικό τρόπο με το βρύχημα των δογμάτων, τις ασεβείς σκέψεις των αιρετικών, που είναι σαν τις πονηρές μηχανορραφίες της αλεπούς» («Ως λέων αναδέδειξαι και ρήμασι και πράγμασι, βασιλικώς καταπλήττων βρυχήματι των δογμάτων, τα ασεβή βουλεύματα ως αλώπεκος, πάνσοφε, δεινά μηχανουργήματα») (εξαποστειλάριο όρθρου). «Βγαίνει η ψυχή του θείου Λέοντα, και μπαίνει φόβος στις φάλαγγες των δαιμόνων» («Ψυχήν ο θείος εξερεύγεται Λέων, και δαιμόνων φάλαγξιν εμβάλλει φόβον») (στίχοι συναξαρίου).  

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ


«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον»

α. Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46).

β. 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.

2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.

3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).

Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.

 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.

4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.

Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.

5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».

γ. Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ

«Αυτός ο άγιος μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων  Μαξιμιανού και Μαξίμου και καταγόταν από την Αμάσεια του Πόντου, από ένα χωριό που λεγόταν Χουμιαλοί. Μόλις συγκαταλέχτηκε στη στρατιά των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων στρατιωτών, υπό την εξουσία του αξιωματικού Βρύγκα, εξετάστηκε από αυτόν, οπότε ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Θεός, ενώ καταχλεύασε τα σεβάσματα των ειδωλολατρών σαν άψυχα ξόανα και έργα χειρών ανθρώπων. Κι όταν του δόθηκε η ευκαιρία, δεν έμεινε άπρακτος, αλλά σκέφτηκε και προέβη στο μέγιστο από τα έργα: κατέκαψε το είδωλο της μητέρας των θεών, όπως οι ειδωλολάτρες παραφρονώντας λένε. Γι’ αυτόν τον λόγο και συνελήφθη, κι αφού ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο αυτουργός του εμπρησμού, πρώτα μεν τον έξυσαν κρεμασμένο με σιδερένια νύχια, έπειτα τον έριξαν μέσα σε καμίνι φωτιάς και εκεί τελειώθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο άγιότατο Μαρτύριό του, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου, κατά το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών, όταν έγινε και το θαύμα από αυτόν των κολύβων και έσωσε έτσι τον ορθόδοξο λαό από τη μιασμένη βρώση των ειδωλοθύτων».

Η συντριπτική πλειοψηφία των ύμνων της Εκκλησίας μας σήμερα αναφέρεται σ’ αυτό που δηλώνει το όνομα του αγίου Θεοδώρου: δώρο Θεού. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του, διαρκώς τονίζει ότι ο άγιος είναι «επώνυμος των θείων δωρεών», ότι «δωρίστηκε ως δώρο Θεού» στους ανθρώπους, ότι είναι «θείων δωρεών και πράγμα και όνομα». Ήδη μάλιστα στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού διαβάζουμε: «Ο Χριστός σε έδωσε στην οικουμένη σαν δώρο που φέρνει πλούτο, Θεόδωρε, γιατί δέχτηκε σαν ευεργέτης Θεός το δώρο σου, δηλαδή το τίμιο αίμα σου, που χύθηκε γι’ Αυτόν και προσφέρθηκε σ’ Αυτόν με το ζήλο της ευσέβειας» («Δώρον ο Χριστός πλουτοποιόν σε τη οικουμένη παρέσχεν, ως ευεργέτης Θεός δώρόν σου το τίμιον αίμα, Θεόδωρε, δι’ αυτόν εκχεόμενον και θεοσεβείας ζήλω προσφερόμενον, αυτώ δεξάμενος»). Με άλλα λόγια, κατά τον Θεοφάνη, ο Θεόδωρος είναι το αντίδωρο του Θεού στην Εκκλησία, αφού έλαβε τον ίδιο ως δώρο και  τον προσέφερε έπειτα σε όλους.

Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου είναι πολύ σημαντική: Ό,τι προσφέρουμε εν αγάπη στον Θεό, ο Θεός δεν το κρατάει για τον εαυτό Του, αλλά μας το προσφέρει πολλαπλασιασμένο ως ευεργεσία για εμάς πάλι τους ίδιους. Του προσφέρουμε για παράδειγμα την προσευχή μας; Την μεταποιεί σε χάρη Του προς ίαση της ψυχής και του σώματός μας. Κι όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όλη την οικουμένη. Του προσφέρουμε – πάντα βεβαίως με την ενίσχυση Εκείνου – την υπακοή μας ως κατάθεση της θελήσεώς μας στο θέλημά Του; Παίρνει την υπακοή μας και την κάνει δική Του υπακοή σε εμάς. Γι’ αυτό και κατά την πίστη μας μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος από την παρουσία των αγίων ως ανθρώπων προσφερομένων στον Θεό δεν υφίσταται. Οι άγιοι είναι οι ευεργέτες της ανθρωπότητας, έστω κι αν ο κόσμος δεν κατανοεί τίποτε περί αυτού. Ο Θεός μας τους γνωρίζει, τους αποδέχεται, τους κάνει πρεσβευτές μας για την υπέρβαση των όποιων δυσκολιών μας στον κόσμο. Και το μεγαλύτερο αντίδωρο του Θεού στον κόσμο για το μεγαλύτερο δικό μας δώρο σε Αυτόν, την ίδια την Παναγία μας,  είναι ο ερχομός Του σε εμάς. Εκείνη δηλαδή, πάντα τονίζουμε με τη χάρη του Θεού, δωρίστηκε σε Αυτόν, κι Εκείνος την προσέλαβε και την έκανε σάρκα Του προκειμένου να έρθει στον κόσμο ως άνθρωπος. «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Συνεπώς  ό,τι κάνουμε για χάρη του Θεού δεν είναι «χαμένος» χρόνος, όπως πιστεύουν ορισμένοι εκτός της πίστεως, αλλά ο πολυτιμότερος χρόνος της ζωής μας. Είπαμε, επανακάμπτει σε εμάς και μάλιστα πολλαπλασιασμένο εκ μέρους του Κυρίου μας.

Επεκτεινόμαστε στην αλήθεια αυτή, διότι ακριβώς αυτό πρωτίστως τονίζει ο άγιος Θεοφάνης. Κι είναι πολύ παρήγορα τα τροπάριά του, διότι αναφέρονται σε όλες τις διαστάσεις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως τις θλίψεις και τις δοκιμασίες που υφιστάμεθα, και στις οποίες ο άγιος Θεόδωρος, ως όργανο του Θεού, έρχεται ως σωτήρας και βοηθός. «Τη θεοδώρητη χάρη των θαυμάτων σου, μάρτυς Θεόδωρε - σημειώνει για παράδειγμα - απλώνεις σε όλους που προστρέχουν με πίστη σε σένα, διά της οποίας σε δοξολογούμε λέγοντας: Λυτρώνεις τους αιχμαλώτους, θεραπεύεις τους αρρώστους, πλουτίζεις τους φτωχούς και διασώζεις τους πλέοντες» («Την θεοδώρητον χάριν των θαυμάτων σου, Μάρτυς Θεόδωρε, πάσιν εφαπλοίς τοις πίστει σοι προστρέχουσι, δι ης ευφημούμέν σε λέγοντες αιχμαλώτους λυτρούσαι, θεραπεύεις νοσούντας, πενομένους πλουτίζεις και διασώζεις πλέοντας») (δοξαστικό εσπερινού). «Σώσε με από τη θλίψη που με κατέχει, με τις πρεσβείες σου, μάρτυρα Χριστού, ομαλοποιώντας όλη την τραχύτητα της ζωής μου» («Ρύσαι ταις πρεσβείαις σου της κατεχούσης με θλίψεως, μάρτυς Χριστού, πάσαν ομαλίζων την του βίου τραχύτητα») (ωδή γ΄). Κι ακόμη περισσότερο ο άγιος Θεόδωρος, κατά τον Θεοφάνη, εκτός από τις επεμβάσεις του για τις εξωτερικές δυσκολίες της ζωής, επεμβαίνει και για τις εσωτερικές, δηλαδή τις ψυχολογικές και πνευματικές δυσκολίες, προερχόμενες είτε από τις δαιμονικές επιθέσεις είτε από τα ίδια τα πάθη μας. Σε ένα από τα πιο ωραία τροπάριά του της έκτης ωδής επισημαίνει: «Επειδή υπήρξες θερμότατος υπερασπιστής της ευσεβούς πίστεως και έλεγξες αυστηρά την πλάνη των ειδώλων, εξαφάνισε από την ψυχή μου τις φαντασίες των δαιμόνων και τις εικόνες των παθών» («Υπέρμαχος πεφυκώς της ευσεβείας θερμότατος, και πλάνης στηλιτευτής ειδώλων γενόμενος, δαιμόνων φαντάσματα και παθών εικόνας της ψυχής μου εξαφάνισον»). Η εκζήτηση της βοήθειας του αγίου Θεοδώρου για όλες τις περιστάσεις της ζωής μας συνιστά πια μονόδρομο. Έχουμε πρεσβευτή ισχυρότατο, δοσμένο σε εμάς από τον Θεό μας.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (Γερασίμου μοναχού) ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Λένε οι άγιοί μας ότι η ζωή μας κρίνεται από το τέλος της: από το πώς φεύγουμε από τη ζωή αυτή χρωματίζεται η όλη πορεία της και βεβαίως καθορίζεται το τι μέλλει γίγνεσθαι από εκεί και πέρα. Γι’ αυτόν τον λόγο αφενός κανείς ποτέ δεν μπορεί να καυχηθεί για οτιδήποτε θεωρούμενο καλό του, ενόσω ζει – δεν γνωρίζει πού θα καταντήσει – αφετέρου η Εκκλησία μας εύχεται διαρκώς να είναι «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά», ώστε να έχουμε «καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού». Ο μακαριστός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Στυλιανός Παπαδόπουλος έφυγε από τον κόσμο τούτο έχοντας, θα έλεγε κανείς, οσιακά τέλη. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, εξομολογήθηκε, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, ζήτησε συγχώρηση από όλους τους δικούς του ανθρώπους για όποια ηθελημένα ή αθέλητα αμαρτήματά του απέναντί τους, όπως κι έδωσε και τη δική του συγγνώμη σε όλους, πολλώ δε μάλλον σε εκείνους που πιθανόν υπήρξαν θεωρούμενοι εχθροί του. Αν ο ίδιος ο Κύριος μάς δίνει τη δυνατότητα πληροφόρησης της κρίσης Του για εμάς, ήδη από τη ζωή αυτή, ο μακαριστός καθηγητής πρέπει να την είχε λάβει. Διότι λέει: «Αν συγχωρήσετε από την καρδιά σας τα παραπτώματα των συνανθρώπων σας, κι ο Πατέρας  ο Ουράνιος θα συγχωρήσει τα παραπτώματα τα δικά σας». Κι ένα στοιχείο, κρίσιμο νομίζουμε, που δείχνει τα χριστιανικά τέλη του, είναι το γεγονός ότι προ της κοιμήσεώς του, με πλήρη επίγνωση της καταστάσεώς του, με συγκατάθεση και της συζύγου και της οικογενείας του, εκάρη σε μοναχό, λαμβάνοντας το όνομα του μακαριστού θείου του, καθηγητή διατελέσαντος της θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη, επισκόπου Αβύδου Γερασίμου. Ο πολιός καθηγητής, ο σοφός Γέροντας των θεολογικών Γραμμάτων, έφυγε ως Γεράσιμος μοναχός και έτσι τάφηκε στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής του Δοχειαρίου, στο Άγιον Όρος. Και την κουρά τέλεσε, στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο καθηγητής,  ο επί τριακονταετία περίπου ήδη ευρισκόμενος ως μοναχός στο Άγιον Όρος κατά σάρκα υιός του, αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Δοχειαρίτης.

Ο μακαριστός υπήρξε Γέροντας των Θεολογικών Γραμμάτων. Όσοι τον συναναστραφήκαμε, όσοι μαθητεύσαμε κοντά του, όσοι μετείχαμε του θεολογικού προβληματισμού του, την ίδια αίσθηση αποκομίσαμε. Δεν ήταν ο «ξερός» επιστήμονας και ακαδημαϊκός Δάσκαλος, ο λογικοκρατούμενος, του οποίου η προσέγγιση της θεολογίας -  και μάλιστα των Πατέρων της Εκκλησίας, παρά τους πόδας της ζωής και του έργου των οποίων θήτευσε σε όλη τη ζωή του -  ήταν ένας στείρος σχολαστικισμός. Μία τέτοια προσέγγιση συνιστά ουσιαστικά ακρωτηριασμό των Πατέρων και της θεολογίας τους, μία απονεύρωση της διδασκαλίας τους, μία υποβάθμιση αυτού που καλείται ο θεολόγος να υπηρετήσει: τη ζωή της Εκκλησίας. Χωρίς να λείπει από αυτόν η επιστημονικότητα – το αντίθετο: ήταν πολύ αυστηρός στη συλλογή και την επεξεργασία του υλικού των Πατέρων, δουλεύοντας με «μαθηματική» ακρίβεια στη συναγωγή των συμπερασμάτων του – αντιμετώπιζε το «αντικείμενο» της σπουδής του με τον τρόπο της Εκκλησίας: ως αγιοπνευματικό γεγονός. Είχε τη διάκριση, τη μεγίστη των αρετών, να προσκυνά τον άγιο, τον Πατέρα, τον φωτισμένο εκφραστή της θείας αλήθειας, αλλά και να επισημαίνει, με κριτική σκέψη, την προσφορά του, τη θεολογική συμβολή του στην Παράδοση της Εκκλησίας, τις επιρροές που ίσως είχε δεχθεί, τις πιθανές «αποκλίσεις» του. Τα κείμενά του, γι’ αυτό, είχαν και έχουν το άρωμα της ευσέβειας. Μελετώντας τα, και πληροφορείσαι, καθώς ανοίγεται μπρος στα μάτια σου όλος ο Πατερικός πλούτος με την προβληματική της κάθε εποχής, αλλά και κατανύσσεσαι. Είναι σαν να μελετάς «συναξάρια», αλλά απολύτως ελεγμένα και «καθαρισμένα», που σε φέρνουν στην ατμόσφαιρα που ζει με τον άγιο Πατέρα κάθε φορά η Εκκλησία. Και δεν μιλάμε μόνο για τα πιο εκλαϊκευμένα έργα του, εκείνα που έγραψε για να «ζωντανέψει» αφηγηματικά μεγάλους Πατέρες και αγίους: τον Μεγάλο Βασίλειο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Μακάριο τον Νοταρά, τον όσιο Σάββα τον εν Καλύμνω, ακόμη και τον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη, (ο οποίος σεβόταν, σημειωτέον, πάρα πολύ τον καθηγητή), αλλά και τα πιο αυστηρά επιστημονικά του. Δεν είναι τυχαίο που επίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν ενεργεία Μητροπολίτης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εξέφρασε αυτήν την αίσθηση από τα έργα του, και μάλιστα την Πατρολογία του, λέγοντας: «Το έργο αυτό έχει άρωμα ευλάβειας. Θα ‘θελα να φιλήσω με σεβασμό το χέρι που έγραψε τέτοια κείμενα».

Τη «διπλότητα» αυτή, τον συνδυασμό στον μακαριστό καθηγητή του αυστηρού ερευνητή και του ευλαβικού προσκυνητή, νομίζουμε ότι αποδίδει και το παρακάτω περιστατικό, του οποίου υπήρξαμε αυτήκοοι. Επισκεπτόμενος το Άγιον Όρος – κάτι που το έκανε τακτικά – θέλησε να προσκυνήσει εκείνη την Ιερά Μονή, στην οποία φυλάσσεται και η κάρα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του κατεξοχήν αγαπημένου του Πατέρα της Εκκλησίας. Πλήρης κατανύξεως και με προσευχητική διάθεση, βρέθηκε ενώπιόν της. Ο άγιος, για τον ευλαβή καθηγητή, ήταν παρών, μπροστά του. Με δάκρυα στα μάτια και θέρμη καρδίας προσκύνησε. Και ο άγιος τον «αντάμειψε»: ευωδία άρρητη ξεχύθηκε από την κάρα που «ζάλισε» τον προσκυνητή. Ευχαρίστησε τον άγιο, δοξολόγησε τον Θεό, απήλθε χαίρων. Δεν άργησε να ξαναπάει, όταν έγραφε μάλιστα τη ζωή του αγίου Γρηγορίου. Αλλά πήγε αυτήν τη φορά ως ερευνητής. Χωρίς βεβαίως να πάψει ούτε στιγμή να τιμά τον άγιο και να τον ευλαβείται, ζήτησε να ελέγξει ερευνητικά την κάρα, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχει σημάδι από τα κτυπήματα που είχαν καταφέρει στην αγία κεφαλή  του αγίου οι αιρετικοί, όταν αυτός υπερμαχούσε για την ορθόδοξη πίστη στην Κωνσταντινούπολη ως αρχιεπίσκοπος, στον μικρό ναό της αγίας Αναστασίας. Και πράγματι, ο ερευνητής καθηγητής το διαπίστωσε. Βρήκε το σημάδι των κτυπημάτων, με βάση τις περιγραφές των κειμένων της εποχής και του ίδιου του αγίου. Αλλά τη φορά αυτή δεν υπήρξε ευωδία, δεν υπήρξε η κατάνυξη της προηγούμενης προσκύνησης. Ο άγιος του «έδωσε» την απάντηση στην έρευνά του, όχι όμως τη χάρη  της  ταπεινής και καρδιακής προσέγγισης.

Ο μακαριστός καθηγητής διακρινόταν και για δύο ακόμη αξιοσημείωτα, για μένα, πράγματα. Πρώτον, για τη φυσική του ευγένεια, δεύτερον, για το πάθος του ως προς τη γλώσσα. Ήταν εκ χαρακτήρος ευγενής άνθρωπος. Η όλη συμπεριφορά του, η μειλίχια έκφραση του προσώπου του, ο τόνος ακόμη της φωνής του – χαμηλός πάντοτε και ποτέ δυνατός και τρανταχτός – πρόδιδαν αληθώς άνθρωπο που δεν ήθελε να προκαλεί και να επισύρει επάνω του τα βλέμματα των άλλων. Μάλλον γοήτευε τους ανθρώπους, χωρίς να  επιδιώκει κάτι τέτοιο ασφαλώς, με την εσωτερική του ακτινοβολία. Τον γνώριζες και έλεγες ότι συνάντησες αυτό που λέμε «αρχοντάνθρωπο». Και βεβαίως η ευγένειά του αυτή φανέρωνε όχι μόνον τον εκ φύσεως ομαλό ψυχισμό του, αλλά και τον έντονο καρδιακό του αγώνα, τον οποίο κάνει ο άνθρωπος του Θεού  για να υποτάξει τα αμαρτωλά πάθη στον ηγεμόνα νου. Και δεν ήταν δυνατόν, εκείνος που ζούσε και ανέπνεε με τους αγίους Πατέρες να μην επηρεαζόταν από τη ζωή και τη σκέψη τους, η χάρη τους να μην επισκίαζε την ύπαρξή του.

Το πάθος του για τη γλώσσα από την άλλη ήταν παροιμιώδες. Αφενός θαύμαζε  κάθε μεγάλο τεχνίτη του λόγου – όχι κατ’ ανάγκην μόνο τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς – αφετέρου «παίδευε» πολύ τα κείμενά του μέχρι να πει ότι είναι το «τελικό» κείμενο. Κι είχε την αίσθηση ότι και τότε δεν έχει φτάσει στο όριο που ήθελε. «Κατώφλι πέρατος» άλλωστε δεν χαρακτηρίζουν οι γλωσσολόγοι και το πιο τέλειο θεωρούμενο γραπτό; Πάντοτε υπάρχουν περιθώρια βελτιώσεώς του. Πολλές ήταν επ’ αυτού οι συζητήσεις του – που του άρεσε να τις διηγείται – μ’ έναν μεγάλο μάστορα κι αυτόν του λόγου, μακαριστό επίσης, τον Βασίλη Μουστάκη. Κι απόδειξη του πάθους του για τη γλώσσα, για την πιο καλή εκφορά του κειμένου του – ο ίδιος είχε γράψει για τη «θεωρία του κάλλους» που έλεγε ο Μέγας Βασίλειος: την αλήθεια δηλαδή δοσμένη με τον καλύτερο τρόπο, σαν το φύλλωμα του δέντρου που ντύνει τον καρπό του – ήταν η συγγραφή και συγκεκριμένου βιβλίου με τίτλο «Θεολογία και Γλώσσα».

Ο καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, ο μοναχός Γεράσιμος, μετέστη στους ουρανούς. Η επί γης Εκκλησία και ο επίγειος κόσμος μας φτώχυνε – αυτή είναι η απλοϊκή κρίση μας. Αλλά η φυγή του αποτελεί, νομίζουμε, εμπλουτισμό της ουράνιας Εκκλησίας. Αναπαύεται η ευγενής ψυχή του στα σκηνώματα των δικαίων και των αγίων, «εν κόλποις Αβραάμ», βλέποντας και ζώντας, μέσα στη χάρη του Θεού, «πρόσωπον προς πρόσωπον» τώρα, αυτούς που με σφοδρό πόθο είχε αγαπήσει στην εδώ ζωή του: τους Πατέρες της Εκκλησίας, και προσδοκώντας και αυτός «συν πάσι τοις αγίοις» τη Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία. Ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του. Και να έχουμε την ευχή του.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΜΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Αυτοί οι ένδοξοι μάρτυρες, κατά το έκτο έτος του διωγμού του Διοκλητιανού, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από διάφορες πόλεις και διάφορα επαγγέλματα και αξιώματα, και συνενώθηκαν στη μία πίστη του Χριστού. Ο τρόπος της συλλήψεώς τους έγινε ως εξής: Την ώρα που επρόκειτο αυτοί να διαβούν τις πύλες της πόλης της Καισαρείας, οι φύλακες ζήτησαν να μάθουν ποιοι ήταν και από πού έρχονταν. Αυτοί αποκάλεσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς και πατρίδα έχουν την άνω Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Φιρμιλιανό, με αποτέλεσμα του μεν Ηλία και αυτών που ήταν μαζί του, μετά από πολλά βασανιστήρια, να κόψουν τα κεφάλια, όπως παρομοίως έκοψαν τα κεφάλια και του Παμφίλου και των υπολοίπων. Ο δε Πορφύριος, επειδή επιζητούσε το σώμα του κυρίου του Παμφίλου, συνελήφθη κι αυτός και παραδόθηκε στη φωτιά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, επειδή ασπαζόταν τα σώματα των αγίων, ρίχτηκε στις φλόγες. Αλλά κι ο Θεόδουλος, σταυρώθηκε σε ξύλο,  και μαρτύρησε έτσι. Τελείται δε η σύναξή τους στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» («Αποστόλων ισάριθμοι, αθλοφόροι, γενόμενοι, λογισμόν ομόζηλον ανελάβετε, μη πτοηθέντες την άθεον τυράννων ωμότητα αλλ’  ανδρείως και στερρώς τον Σωτήρα κηρύξαντες, υπεμείνατε των μελών τας στρεβλώσεις» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» («Δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος, η δωδεκάριθμος συγκροτηθείσα φάλαγξ») (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.

Το γεγονός της ενότητας των δώδεκα μαρτύρων, έστω και χωρίς γνωριμία πριν από το μαρτύριό τους, κάνει τον άγιο υμνογράφο να τους δει και ως σμικρογραφία της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα του Χριστού που περιλαμβάνει όλους τους πιστούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, φύλο, μόρφωση, κοινωνική τάξη. Το ενοποιό στοιχείο είναι, όπως είπαμε, η μία πίστη, το ένα βάπτισμα, ο ένας Κύριος. Το κοινό τους μαρτύριο λοιπόν, παρόλη τη διαφορετικότητά τους, είναι μία εξαγγελία αυτού που είναι η Εκκλησία: η αγκαλιά του Κυρίου για όλους τους ανθρώπους. Στην τετάρτη ωδή μάς το τονίζει: «Ήλθατε από ποικίλα πολιτεύματα και αξιωθήκατε να διασώζετε εν σμικρώ ολόκληρο τον τύπο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και με συμφωνία κραυγάζετε: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε» («Από ποικίλων αχθέντες πολιτευμάτων, ως εν βραχεί ολόκληρον τύπον εκκλησίας σώζειν ηξιώθητε, συμφώνως κραυγάζοντες Δόξα τη δυνάμει σου, Κύριε»).

Χρειάζεται όμως να επεκτείνουμε αυτό που προηγουμένως ανέφερε ο άγιος Θεοφάνης, ότι δηλαδή η ενότητα των δώδεκα μαρτύρων ήταν απόρροια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Κι είναι μία διευκρίνιση που κάνει όχι μία φορά ο άγιος υμνογράφος. Το Άγιο Πνεύμα συγκρότησε σε μία φάλαγγα και τους δώδεκα, διότι βρήκε έτοιμη την καρδία τους για κάτι τέτοιο. Τους βρήκε δηλαδή, κατά το ίδιο το όνομα του αγίου Παμφίλου, σε ετοιμότητα αγάπης, φιλίας, προς τον Χριστό. Μόνον όποιος έχει μεταθέσει εν αγάπη την ύπαρξή του σε Εκείνον, μπορεί να δει ενεργούσα μέσα του και την ενοποιό παρουσία του Πνεύματος του Θεού. «Αγάπησες τα θεία θελήματα του Χριστού κι έτσι αναδείχτηκες φιλόχριστος σωτήρας των πιστών, γενναιόφρον Πάμφιλε» («Φιλήσας Χριστού τα θεία θελήματα, εδείχθης πιστών ακέστωρ φιλόχριστος, γενναιόφρον Πάμφιλε»), μας λέει το κοντάκιο της εορτής. Κι αλλού, στους στίχους του συναξαρίου: «Αγαπώντας ο Πάμφιλος Εσένα, Λόγε, παραπάνω από όλα, και την αποτομή της κεφαλής του την θεωρούσε αγαπητή» («Υπέρ το παν σε Πάμφιλος φιλών, Λόγε, και την τομήν ηγείτο της κάρας φίλην»).