Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

«῾Ο ἐν ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν ᾽Αθανάσιος, ἐπίσκοπος Χριστιανουπόλεως, (ἔτσι καλεῖτο ἡ τωρινή ἐπαρχία τῆς Τριφυλλίας, στήν ὁποία σώζεται ἀκόμη καί τώρα χωριό πού ὀνομάζεται ῾Χριστιάνοι᾽, ὅπου ὑπάρχει καί μεγαλοπρεπής βυζαντινός ναός ἑτοιμόρροπος), γεννήθηκε στήν Κέρκυρα περί τά τέλη τοῦ 17ου αἰ., τό 1665 μ.Χ., ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους, τόν ᾽Ανδρέα καί τήν Εὐφροσύνη. ῾Ο πατέρας του πού διορίστηκε ἀπό τήν ῾Ενετική Δημοκρατία διοικητής τῆς ἐπαρχίας τῆς Καρύταινας μετοίκησε ἐκεῖ μέ ὅλη τήν οἰκογένεια, γιατί ἀκολούθησε τόν νεοδιορισθέντα τότε κυβερνήτη τῆς Πελοποννήσου στό Ναύπλιο. Εἶχε τρεῖς υἱούς, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μεγαλύτερος ᾽Αντώνιος νυμφεύθηκε στήν Καρύταινα, παίρνοντας σύζυγο τήν ἀδελφή τοῦ πλούσιου καί διάσημου ἁρματωλοῦ ῾᾽Αθανασίου Κουλᾶ᾽ (καπετάν Θανάση). ῾Ο μικρότερος ὅμως ᾽Αθανάσιος πηγαίνοντας κάποτε ἀπό τήν Καρύταινα στό Ναύπλιο, γιά νά κατασκευάσει τήν νυφική στολή τῆς μνηστῆς του, τήν ὁποία χωρίς τήν θέλησή του μνηστεύθηκε ἐπειδή τόν ἐξανάγκασε γι᾽ αὐτό ὁ πατέρας του, βλέπει καθ᾽ ὁδόν κάποια ὀπτασία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας γράφει ἀπό τό Ναύπλιο πρός τόν πατέρα του νά διαλύσει τούς ἀρραβῶνες, διότι πρόκειται νά ἀναχωρήσει ὁ ἴδιος σέ ἄγνωστο τόπο. Πορεύτηκε τότε στά Πατριαρχεῖα καί ἔγινε μοναχός. Τόσο μεγάλη ταπεινοφροσύνη καί ἐπίδοση στήν ἀρετή ἔδειξε ἐπί δέκα ὁλόκληρα ἔτη, ὥστε ὁ τότε πατριάρχης Γαβριήλ, ἐπειδή χήρευε ἡ ἐπισκοπή Χριστιανουπόλεως, χειροτόνησε αὐτόν ὡς ἐπίσκοπό της, ἀφοῦ διῆλθε κανονικά τούς τρεῖς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης. Ζῶντας ἀκόμη ὁ ἅγιος αὐτός ἔκανε πολλά θαύματα πού τά διέσωσε ἡ παράδοση. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ποίμανε τό ποίμνιό του δέν γνωρίζουμε. Τρία ὅμως ἔτη ἀπό τόν θάνατο καί τόν ἐνταφιασμό του, τήν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου του, βγῆκε ὁ ἅγιος σῶος σέ κατάσταση ῾ἡμιλελυμένη᾽, ὅπως καί τό ἱερό λείψανο τοῦ ἁγίου πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ξεχύνοντας ὅμως μυρίπνοη καί ἄρρητη εὐωδία. Μετακομίσθηκε δέ ἀπό τόν ἐξ ἀγχιστείας συγγενή του πού εἴπαμε ᾽Αθανάσιο Κουλᾶ στήν Μονή τοῦ τιμίου Προδρόμου στήν Γορτυνία (πού ἀπεῖχε μία ὥρα ἀπό τήν Στεμνίτσα), γιατί ἦταν τόπος ὀχυρωμένος καί ἀπόρθητος. ῎Εκτοτε διαμένει τό πανίερο σκήνωμά του στήν Μονή. Καί ἡ μέν χαριτόβρυτη κάρα του πού ἀργυρώθηκε κατατέθηκε σέ ἰδιαίτερη ἀργυρή θήκη, τό δέ ὑπόλοιπο λείψανο σέ ξεχωριστή λάρνακα. Τά μετά θάνατον θαύματα τοῦ ἁγίου ἀναγράφονται κατά πλάτος στήν βιογραφία του, πού δημοσιεύθηκε στόν πέμπτο τόμο τοῦ νέου Συναξαριστοῦ, πού ὀνομάζεται ῾Σαρδόνυξ᾽, καί ὅποιος θέλει ἄς τά ἀναγνώσει ἐκεῖ»[1].

Δέν φείδεται ἐπαίνων ὁ ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας μας τιμώντας τόν ἅγιο ᾽Αθανάσιο τόν νέο. Διότι στήν πραγματικότητα οἱ ἔπαινοί του γι᾽ αὐτόν ἀποτελοῦν δοξολογία ᾽Εκείνου πού τόν χαρίτωσε μέ ἐξαιρετικό τρόπο, τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ» καί «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσε ὁ Κύριος» βεβαιώνει πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ[2]. ῎Αν τιμᾶται δηλαδή ἕνας ἅγιος, ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι, εἶναι διότι μέσω αὐτοῦ ὁ Θεός φανερώνεται μέσα στόν κόσμο: ὁ ἅγιος γίνεται τό κατάλληλο σκεῦος γιά νά ὑπάρξει σ᾽ αὐτόν ὁ Κύριος προσφέροντας ἔτσι πολλαπλῶς τήν χάρη Του στούς ἀνθρώπους. Στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ μέ τόν πανηγυρικό πλ. α´ ὁ ὑμνογράφος καταγράφει: «Πόσο θαυμαστά εἶναι τά ἔργα Σου, Χριστέ! Ανάδειξες στούς ἔσχατους χρόνους ὡς θαυματουργό τόν ἱεράρχη Σου ᾽Αθανάσιο»[3]. Κι εἶναι ἡ ἐπισήμανσή του αὐτή αὐτονόητη μέν, ὅμως κατεξοχήν βαρυσήμαντη. Διότι κατά τήν πίστη μας ὁ Θεός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ἀναδεικνύει τούς ἁγίους Του. Καί τούς ἀναδεικνύει μέ τά σημάδια πού ἐπιτρέπει νά ἔχουν: τήν ἀφθαρσία καί τήν εὐωδία τῶν λειψάνων τους, τά θαύματα πού ἐπιτελοῦνται διά τῶν ἁγίων καί ἐνόσω ζοῦν καί μετά θάνατον, τήν δύναμη πού ἐκπέμπουν τά λείψανά τους – κυριολεκτικά ἀσπίδα καί δόρυ ταυτόχρονα κατά τοῦ ἀρχεκάκου πονηροῦ. ῾Ο ὑμνογράφος μάλιστα σέ ἔξαρση θεία εὑρισκόμενος γιατί εἶναι κι αὐτός μέτοχος τῶν θαυμασίων τοῦ ἁγίου θά πεῖ:. «Καί οἱ αὐτόπτες τῶν θαυμάτων σου ζοῦν τώρα στήν ἐποχή μας: αὐτοί εἶναι οἱ μάρτυρες ὅτι σύ εἶσαι θαυματουργός, ἔνδοξε ᾽Αθανάσιε»[4] (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί καλεῖ τούς πάντες σέ δοξολογία: «᾽Εμπρός  μέ ἱερούς ὕμνους ἄς καταστέψουμε τήν θεία Κάρα, πού ᾽ναι γεμάτη ἀπό εὐωδία καί ἀναβρύζει πάμπολλα θαύματα»[5] (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος προβαίνει σέ συσχετισμούς γιά νά ἀναδείξει τήν χαρισματική φυσιογνωμία τοῦ ἐκ Κερκύρας καταγομένου, ἀλλά στήν Γορτυνία τελικῶς καταλήξαντος ἁγίου ᾽Αθανασίου. Τόν σχετίζει ἀφενός μέ τόν μεγάλο Πατέρα καί οἰκουμενικό Διδάσκαλο ὁμώνυμό του ἅγιο ᾽Αθανάσιο ᾽Αλεξανδρείας, τόν «στύλον τῆς ᾽Εκκλησίας» καί «καθαιρέτην» τοῦ αἱρεσιάρχη  ᾽Αρείου[6], λέγοντας ὅτι ὄχι μόνο ἔχουν τό ἴδιο ὄνομα, ἀλλά καί τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς. ῾Ο ἅγιος ᾽Αθανάσιος ὁ νέος δηλαδή εἶναι ἐφάμιλλος τοῦ μεγάλου ᾽Αθανασίου. Διότι καί ὁ δεύτερος ὅπως καί ὁ πρῶτος ἔγινε λαμπρό δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «῞Ολοι οἱ εὐσεβεῖς σήμερα ἄς ἀνυμνήσουμε τόν ἱεράρχη, τόν ἐπώνυμο τῆς ἀθανασίας καί ἐφάμιλλο τοῦ μεγάλου ᾽Αθανασίου...ὁ ὁποῖος ἔγινε λαμπρό δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος»[7] (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι ἀκόμη: τόν θεωρεῖ διάδοχο τῶν ἀποστόλων ὄχι μόνο λόγω τῆς ἀρχιερωσύνης του, ἀλλά κυρίως λόγω τῆς κατ᾽ ἀλήθειαν ἴδιας ζωῆς του μέ ἐκείνους. «Διάδοχος ὤφθης  ἀ λ η θ ή ς, πάτερ ᾽Αθανάσιε, τῶν ἀποστόλων» (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). Δέν διστάζει μάλιστα νά δεῖ στό πρόσωπό του μία προέκταση ἐπακριβή τοῦ μεγάλου ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἁγίου Παύλου, κυριολεκτικά ἕνα δικό του ἀποτύπωμα καί ἐκμαγεῖο. «᾽Εκμαγεῖον τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς ἀνεδείχθης, ἱερώτατε» (αἶνοι). Κι ὄχι ἄδικα. Διότι καί ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο «τήν πίστη κράτησε, τόν δρόμο τόν ἔφτασε στό τέλος, καθώς ἀγωνίστηκε τόν καλόν ἀγώνα. Διότι ποιμαίνοντας καί παλεύοντας καί δουλαγωγώντας τό σαρκικό φρόνημα ἔγινε τά πάντα σέ ὅλους, γιά νά κερδίσει τούς πάντες»[8] (λιτή).

Κατά συνέπεια, ὅπως καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔβλεπε ὅτι μέ τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ ζοῦσε ᾽Εκεῖνος μέσα στήν ὕπαρξή του («ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»: Γαλ. 2, 20), κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ᾽Αθανάσιος ἔβλεπε ᾽Εκεῖνον νά ζεῖ μέσα σ᾽ αὐτόν, γιατί ἀκολουθοῦσε ἐπακριβῶς τά ἴχνη τοῦ Κυρίου: «᾽Ακολουθώντας τά ἴχνη σου, Κύριε, ἀποθέωσε μέ τίς ἀρετές τό πνεῦμα καί τό σῶμα»[9] (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ θυσιαστική ἀγάπη του πρός τούς ἀνθρώπους σάν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. «Καί τόν Σωτῆρα μιμούμενος, ὑπέρ τῶν προβάτων τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐτίθει» (Λιτή). Καί πρέπει πάντοτε νά τό θυμόμαστε:  ἐκεῖνο πού ἀποδεικνύει ὅτι ὄντως ἕνας ἅγιος εἶναι ἅγιος ὡς ἀκόλουθος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τήν ὁποία ἔχει πρός τούς ἀδελφούς συνανθρώπους του. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια ἡ κάθε ἀσκητική διαγωγή του  δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα. Γιατί ἀσκήσεις καί δουλαγωγήσεις τοῦ σώματος βρίσκουμε καί ἐκτός τῆς χριστιανικῆς πίστεως σέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκειῶν. ᾽Ασκήσεις ὅμως πού κατανοοῦνται ὡς μέσα ἀποκτήσεως τῆς καθαρῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης μόνο στήν χριστιανική πίστη. Κι ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῆς σκοποθεσίας αὐτῆς. «῾Υπέρ ἄνθρωπον οἱ ἀγῶνες του καί οἱ πυκνές ἀσκήσεις του». ᾽Αλλά «γιά νά διαφυλάξει ἄσπιλο τόν πολύτιμο καί ἰσάγγελο χιτώνα τῆς παρθενίας του, ὥστε νά κραυγάζει πάντοτε στόν Κύριο ὅτι κόλλησε ἡ ψυχή του πίσω ἀπό Αὐτόν» (λιτή).

῎Οχι μόνο ἡ Γορτυνία, ὄχι μόνο ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς του ἡ Κέρκυρα, ἀλλά κάθε τόπος ὅπου γῆς ἔχει προστρέχοντα στά προβλήματά του τόν ἰσάγγελο ἅγιο ᾽Αθανάσιο τόν νέο. ᾽Ιδίως ὅμως οἱ ῞Ελληνες μποροῦμε εὔκολα νά ἔχουμε πρόσβαση στά ἅγια καί χαριτόβρυτα λείψανά του. ῾Η Μονή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου πού τά διαφυλάσσει μᾶς ἑλκύει σάν μαγνήτης. ᾽Εκεῖ εἶναι τό κέντρο τῆς πανηγύρεως. Καί γι᾽ αὐτό ἀφενός προσευχόμαστε ὁ Κύριος νά διαφυλάσσει τήν Μονή καί τούς Πατέρες της, ἀφετέρου εἴτε νοερῶς εἴτε ἐν σώματι ἐπιθυμοῦμε νά βρεθοῦμε ἐκεῖ. «Μέ σκιρτήματα ἐπιτελεῖ τήν φαιδρά πανήγυρη ὡς ἱερή πανδαισία ἡ Μονή τοῦ Προδρόμου, σοφέ ᾽Αθανάσιε. Γιατί κατέχει στά σπλάχνα της τήν δική σου πάντιμη καί θεοβράβευτη Κάρα καί ἀνυμνεῖ τούς ἐνάρετους ἀγῶνες σου. Γι᾽ αὐτό καί φύλαγέ την»[10] (κάθισμα ὄρθρου).


[1] Από το συναξάρι του Μηναίου.

[2] Από τους Ψαλμούς.

[3] «῾Ως θαυμαστά τά ἔργα Χριστέ! ᾽Ανέδειξας ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, θαυματουργόν τόν ἱεράρχην σου ᾽Αθανάσιον».

[4] «Καί οἱ αὐτόπται νῦν ζῶσιν· οὗτοι μαρτυροῦσιν, ὅτι σύ εἶ θαυματουργός κλεινέ ᾽Αθανάσιε».

[5] «Δεῦτε ἐν ἱεροῖς μέλεσι, καταστέψωμεν τήν θεία Κάραν, εὐωδίας οὖσαν ἀνάπλεων, καί πάμπολλα θαύματα βρύουσαν».

[6] Απολυτίκιο Μεγάλου Αθανασίου.

[7] «Πάντες οἱ εὐσεβεῖς σήμερον, ἀνυμνήσωμεν τόν ἱεράρχην, τόν ἀθανασίας ἐπώνυμον, καί ᾽Αθανασίου ἐφάμιλλον...Δοχεῖον λαμπρόν γενόμενον τοῦ Πνεύματος».

[8] «τήν πίστιν τετήρηκε, τόν δρόμον τετέλεκε, ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνισάμενος...Ποιμαίνων γάρ καί πυκτεύων, καί τήν σάρκα δουλαγωγῶν, τοῖς πᾶσι πάντα γέγονεν, ἵνα πάντας κερδήσῃ».

[9] «Καί τοῖς ἴχνεσί Σου ἀκολουθῶν, πνεῦμα καί σῶμα ταῖς ἀρεταῖς ἀπεθέωσεν».

[10] «Πανήγυριν φαιδράν, ἱεράν πανδαισίαν, σκιρτῶσα ἐκτελεῖ ἡ Μονή τοῦ Προδρόμου, σοφέ ᾽Αθανάσιε, ἐν τοῖς κόλποις κατέχουσα τήν σήν πάντιμον καί θεοβράβευτον Κάραν, ἀνυμνοῦσά σου τούς ἐναρέτους ἀγῶνας. Διό ταύτην φύλαττε».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΑ

«Αυτός ο απόστολος του Κυρίου, αφού διέτρεξε σαν να είχε φτερά όλη την οικουμένη, ξερίζωσε εκ βάθρων κάθε πλάνη με το κήρυγμά του γιά τον Χριστό, έχοντας ακόλουθό του και την υπερθαύμαστη Ιουνία, η οποία είχε νεκρωθεί ήδη για τον κόσμο και ζούσε μόνο για τον Χριστό. Αποτέλεσμα της δράσης τους αυτής ήταν να ελκύσουν στη γνώση του Θεού πολλούς ανθρώπους, προκαλώντας έτσι την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών. Όπου πήγαν οικοδόμησαν  θείες εκκλησίες, αποδίωξαν από τους ανθρώπους ακάθαρτα πνεύματα και θεράπευσαν ανίατα πάθη. Στο τέλος, ως άνθρωποι, έφυγαν από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους αποστόλους τους θυμάται ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του. ῾Χαιρετήστε – λέγει – τον Ανδρόνικο και την Ιουνία τους συγγενείς μου, οι οποίοι και πριν από εμένα έγιναν χριστιανοί’»[1].

Η συγγένεια του αποστόλου Παύλου προς τους σήμερα εορταζομένους αποστόλους Ανδρόνικο και Ιουνία, όπως και η πριν από αυτόν ένταξή τους στην Εκκλησία ως μέλη Χριστού, είναι από τα σημεία που θίγει έντονα ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, διότι τα βλέπει να προβάλλονται από τον ίδιο τον Παύλο ως αποδεικτικά της σπουδαίας θέσης αυτών στην Εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος δηλαδή μνημονεύοντας ιδιαιτέρως τους αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία στην προς Ρωμαίους επιστολή δείχνει ότι πρόκειται περί αποστόλων που κατέχουν επίσημη θέση στην Εκκλησία. «Σας επισήμους πράγματι μεταξύ των Αποστόλων ο μακάριος Παύλος σας ανακηρύττει στην Εκκλησία, μακάριοι»[2] (ωδή ε´). «Σε τιμάμε τώρα, μαζί με τον Παύλο, εμείς που μαζευτήκαμε με πίστη, Ανδρόνικε, ως συγγενή του Παύλου, που έγινες μαθητής του Χριστού και πριν από αυτόν»[3] (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο: αν ένας μέγας άγιος και μέγας απόστολος σαν τον απόστολο Παύλο εκθειάζει κάποιους, σημαίνει ότι αυτοί οι κάποιοι δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος με οξυμμένα τα πνευματικά κριτήριά του μπορεί να βλέπει την πνευματική κατάσταση των άλλων, όπως εν προκειμένω ο Παύλος για τους Ανδρόνικο και Ιουνία. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος το έχει πει: «ο πνευματικός πάντα ανακρίνει, αυτός δε υπ᾽ ουδενός ανακρίνεται»[4]. Ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα του Θεού, μπορεί να διακρίνει και να ελέγχει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί από οποιονδήποτε μη πνευματικό. Αυτό λοιπόν τονίζει και ο άγιος Ιωσήφ: «Ο θείος απόστολος Παύλος, εκθειάζοντάς σας λαμπρότατα με θεϊκούς επαίνους, προβάλλει στους πιστούς τη γενναιότητά σας, λέγοντας ότι αποδειχτήκατε μαθητές του Θεού Λόγου πριν από αυτόν και συγγενείς του ίδιου»[5] (στιχηρό εσπερινού). 

Η σεβαστική αυτή στάση του αποστόλου Παύλου προς τους συγγενείς του αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία, στάση που προεκτείνεται και σε όλο το πλήρωμα πια των πιστών,  προφανώς οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι οι άγιοι αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι άγιοι ως «του Λόγου υπήκοοι» (στιχηρό εσπερινού), αφού «όλες τις κινήσεις του νου τους τις κατεύθυναν με χαρά στην εφαρμογή των θελημάτων του Θεού[6] (ωδή α´) – αυτός είναι ο άγιος: ο πιστός που ολόκληρο τον εαυτό του τον αναφέρει στον Θεό και στην τήρηση του αγίου θελήματός Του - αφετέρου στο γεγονός ότι ο Ανδρόνικος, αλλά και η Ιουνία ασφαλώς «αξιώθηκε να δει, με τον αγώνα του να νεκρώσει τα αμαρτωλά φρονήματά του, τη ζωή των ζώντων, δηλαδή τον Χριστό τον Θεό μας ως άνθρωπο επί της γης»[7] (ωδή γ´), όπως και υπήρξαν μέτοχοι της φωτιάς του αγίου Πνεύματος που έπνευσε και σ᾽αυτούς κατά την Πεντηκοστή, φωτιά που περιέφεραν έπειτα στην άσκηση της ιεραποστολικής διακονίας τους. «Έγινες πυρίπνοος του θείου Πνεύματος με την καθαρή διάνοιά σου, απόστολε, περιφέροντας τη θέρμη της φωτιάς αυτής και φλέγοντας το αγκάθι της πλάνης»[8] (ωδή γ´).

Οι εκτιμήσεις του αγίου Ιωσήφ ότι οι άγιοι «νέκρωσαν τα αμαρτωλά φρονήματά τους για να δουν τον Χριστό» και ότι «περιέφεραν τη θέρμη της φλόγας του Παρακλήτου» έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη δική μας ζωή. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να δει τον Χριστό, όχι βεβαίως «σαρκοφόρον επί γης»[9], αλλά εν Πνεύματι αισθητά στην καρδιά του, αν δεν κάνει έναν αγώνα, ασφαλώς με τη χάρη του Χριστού και μέσα στην Εκκλησία,  για νέκρωση του αμαρτωλού φρονήματός του, διότι «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»[10], όπως και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πράγματι έλαβε αυτόν τον Χριστό μέσα του, αν δεν βρίσκεται σε θερμότητα η καρδιά του, ως προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Παγωμένη καρδιά, δηλαδή καρδιά που δεν έχει αγάπη, συνεπώς θέρμη αγίου Πνεύματος, έστω κι αν υπάρχει ομολογία πίστεως, δεν έχει και Χριστό. Ο Χριστός βρίσκεται πάντοτε και μόνον εκεί που περιφέρεται η θέρμη της φλόγας του Πνεύματος του Θεού, η ζωντανή αγάπη[11]. 


[1] Συναξάρι του Μηναίου.

[2] «Ως επισήμους όντως εν αποστόλοις υμάς ο μακάριος Παύλος ανακηρύττει εν τη Εκκλησία, μακάριοι».

[3] «Ως συγγενή σε Παύλου και προ αυτού μαθητήν χρηματίσαντα, συν αυτώ νυν τιμώμεν, πίστει συνελθόντες, Ανδρόνικε».

[4] Α΄ Κορ. 2, 15.

[5] «Παύλος ο θείος Απόστολος, θείοις επαίνοις υμάς εκθειάζων λαμπρότατα, τοις πιστοίς παρίστησι την υμών γενναιότητα, προ τούτου λέγων αποδειχθήναι υμάς Θεού του Λόγου μαθητάς».

[6] «Ίθυνας του νοός σου πάσας τας κινήσεις, ιερώτατε, προς Θεού θελημάτων αποπλήρωσιν χαίρων, Ανδρόνικε».

[7] «Νεκρώσας τα μέλη σου αγωνίσμασι, την ζωήν κατηξίωσαι των ζώντων θεάσασθαι επί γης σαρκοφόρον, Χριστόν τον Θεόν ημών».

[8] «Πυρίπνοος γέγονας θείου Πνεύματος, καθαρά διανοία σου, την θέρμην, απόστολε, περιφέρων και φλέγων της πλάνης την άκανθαν».

[9] Από την υμνολογία της Εκκλησιας.

[10] Ματθ. 6, 24.

[11] Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 8: «Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστί».

Σάββατο 15 Μαΐου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 

«Τις αποκυλήσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»

 (Μάρκ. 16, 3)

 Στα γεγονότα της Μ. Παρασκευής και «τη μια των Σαββάτων», της πρώτης ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου, μάς μεταφέρει το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, μόνος από όλους τους μαθητές, «τολμήσας» πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το νεκρό σώμα του Ιησού. Το πήρε και το ενταφίασε σε «καινόν μνημείον εν ω ουδείς ουδέποτε ετέθη», ενώ οι μυροφόρες γυναίκες ξημερώματα ξεκίνησαν για τον τάφο προκειμένου να επιτελέσουν τα νεκρικά έθιμα, αλείφοντας το σώμα του Ιησού με τα προβλεπόμενα αρώματα. Δεν φοβήθηκαν το σκοτάδι αλλ’ ούτε και τους ρωμαίους στρατιώτες. Η μόνη σκέψη που τις απασχολούσε, το «βαρίδι» κυριολεκτικά στην καρδιά τους, ήταν το βάρος του μεγάλου λίθου, με το οποίο είχε σφραγιστεί ο τάφος. Παρ’ όλα αυτά όμως προχωρούν. Και βρίσκονται μπροστά στην απίθανη έκπληξη: ο λίθος είχε αποκυλιστεί από άγγελο Κυρίου, ο οποίος τις ανήγγειλε ότι «ηγέρθη ο Κύριος. Ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν».  Γίνονται έτσι οι πρώτοι άνθρωποι στους οποίους αναγγέλλεται το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Οι μυροφόρες γυναίκες γίνονται οι πρώτοι που είδαν το «καινόν μνημείον».

 1. Δεν ήταν μόνον ο Θωμάς που αμφισβήτησε την Ανάσταση του Χριστού. Και οι άλλοι μαθητές στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν, κάτι που το έδειξαν με τη φοβισμένη στάση τους στα γεγονότα του Πάθους. Ενώ ο Κύριος τους είχε προαναγγείλει τι θα συμβεί, εκείνοι το αμφισβήτησαν, δεν το κατάλαβαν, δεν το πίστεψαν. Κλειδώθηκαν γι’ αυτό στο οίκημά τους «διά τον φόβον των Ιουδαίων». Γιατί δεν πίστεψαν στα λόγια του Κυρίου τους; Διότι πείσθηκαν περισσότερο στις αισθήσεις τους, σε ό,τι έβλεπαν και άκουγαν. Δηλαδή τον Δάσκαλό τους να «χάνει» και να «χάνεται». Η προτεραιότητα των αισθήσεών τους, η προτεραιότητα δηλαδή της λογικής τους, ήταν το κυρίαρχο στοιχείο σ’ αυτούς.

2. Στην προτεραιότητα αυτή αντιπαραβάλλεται μία άλλη προτεραιότητα: της καρδιάς, της τόλμης, της αγάπης. Ο Ιωσήφ, κυρίως όμως οι μυροφόρες γυναίκες, υπερβαίνουν τα δεδομένα των αισθήσεων συνεπώς και τον φόβο τους. Διότι ο μεν Ιωσήφ βρίσκεται μπροστά στον «ογκόλιθο» του ρωμαίου επάρχου: πώς θα ζητήσει το νεκρό σώμα του Ιησού; Δεν θα θεωρείτο συμμέτοχός Του και συνεπώς υποκείμενος σε σύλληψη και ίσως σε θάνατο; Οι δε μυροφόρες βρίσκονται μπροστά στον πραγματικό «ογκόλιθο» του λίθου του μνημείου: ασήκωτος για τις δικές τους δυνάμεις γίνεται ασήκωτο βάρος και μέσα στην ψυχή τους: «τις αποκυλήσει ημίν…;» Και ο Ιωσήφ όμως και οι μυροφόρες γυναίκες παρ’ όλη τη λογική αδυνατότητα επιμένουν και προχωρούν. Διότι ακριβώς προσεγγίζουν τα γεγονότα κυρίως με την καρδιά τους. Η σκέψη τους είναι προσανατολισμένη στον Κύριο, η καρδιά τους «ακουμπάει» σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και τολμούν έστω και με κίνδυνο της ζωής τους. Κι η τόλμη τους επιβραβεύεται: ο μεν Ιωσήφ παραλαμβάνει το σώμα του Ιωσήφ, οι δε μυροφόρες πρώτες γεύονται την εμπειρία της Αναστάσεως.

3. Ίσως να υπάρξει η απορία: η πίστη στον Χριστό ως θέμα της καρδιάς καταργεί τη λογική; Ασφαλώς και όχι. Η λογική είναι δύναμη του νου την οποία ο Θεός έθεσε στον άνθρωπο. Εκείνο που αρνείται ο χριστιανός είναι η προτεραιότητα του ανθρώπου έναντι του Θεού - προκειμένου δηλαδή να πιστέψω, πρώτα χρειάζεται να πεισθώ λογικά και να επιβεβαιωθούν τα πράγματα από τις αισθήσεις μου. Αν δεν γίνει αυτό, δεν πρόκειται τελικά ποτέ να πιστέψω. Όσοι όμως έθεσαν τη λογική ως απαίτηση για την ύπαρξη της πίστεως δυστυχώς απέτυχαν. Το είδαμε και με τον «άπιστο» μαθητή Θωμά. Η αμφισβήτησή του απέναντι στη μαρτυρία των άλλων μαθητών ότι «εωράκαμεν τον Κύριον» στηριζόταν σ’ αυτήν την απαίτηση: «εάν μη ίδω ου μη πιστεύσω». Και ναι μεν ο Κύριος μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του συγκατανεύει στην αδυναμία αυτή του μαθητή Του, (και όλων των παρομοίων με αυτόν μαθητών), όταν όμως κι εκείνος προβαίνει σε μία κίνηση ταπείνωσης και ρήξης προς την εγωιστική εμπλοκή του: έρχεται στην κοινότητα των μαθητών, φεύγει από τη μοναξιά του. Για να ακούσει βεβαίως κι αυτός τον αξιωματικό μακαρισμό του Κυρίου: «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».

4. Αν όμως η καρδιά σκιρτήσει στο κάλεσμα του Χριστού, που θα πει να αγαπήσει τον Χριστό, τότε πράγματι και η πίστη γίνεται δωρεά βιούμενη από τον πιστό. Η πίστη έτσι είναι κυρίως θέμα της καρδιάς και έπεται και η λογική. Ο Κύριος δεν είπε «αν με καταλαβαίνετε, τηρήστε τις εντολές μου», αλλά «αν με αγαπάτε, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», και «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει». Όλα τα της πίστεως είναι δεμένα με την αγάπη στο πρόσωπο Εκείνου. Κι η αγάπη αυτή βεβαίως δεν είναι μία κίνηση αυτόνομη του ανθρώπου. Δεν αγαπάμε τον Χριστό από μόνοι μας. Η αγάπη μας είναι ανταπόκριση στη δική Του αγάπη. «Ημείς αγαπώμεν, ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς». Αν, με απλά λόγια, δεν πιστεύουμε στον Χριστό, είναι γιατί δεν έχουμε γνωρίσει το πόσο Εκείνος μας αγάπησε και μας αγαπά. Αλλά η αγάπη του Χριστού είναι το μόνο απόλυτο και πραγματικό δεδομένο που έχουμε: ο Χριστός είναι ο Πατέρας μας, είναι ο αδελφός μας, είναι ο φίλος και ο νυμφίος της ψυχής μας, γίνεται το ίδιο το παιδί μας.

 Η προσέγγιση της πίστεως στον Χριστό διά της λογικής (η περίπτωση των μαθητών) τελικώς απορρίπτεται: οδηγεί στον φόβο και στην απομόνωση.

Η προσέγγιση με την καρδιά, δηλαδή με την αγάπη (η περίπτωση των μυροφόρων και του Ιωσήφ) δικαιώνεται: οδηγεί στη γεύση της Αναστάσεως. Τα πράγματα έτσι είναι σαφή: να ζητούμε διαρκώς τη χάρη από τον Χριστό να μπορούμε να Τον αγαπάμε. Κι απόδειξη όντως λήψεως της χάρης αυτής θα είναι η αύξηση αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας. Αυτό θα είναι και η βεβαίωση μέσα μας ότι ο Κύριος όντως αναστήθηκε, γιατί θα έχουμε αναστημένη την καρδιά μας.  

ΠΩΣ ΔΥΝΑΜΩΝΕΙ ΚΑΙ ΝΕΥΡΩΝΕΤΑΙ Ο ΝΟΥΣ

Η πρόταση του οσίου Παχωμίου του Μεγάλου

«Δυνάμωσες τον νου σου με την τήρηση των εντολών του Χριστού, Παχώμιε, και κατεμάρανες με την εγκράτειά σου το σκίρτημα της σάρκας» («Νευρώσας τον νουν εντολών τηρήσεσι, Παχώμιε, της σαρκός το σκίρτημα τη ση εγκρατεία κατεμάρανας») (ωδή ε´).

Με τη ζωή του οσίου και θεοφόρου Πατρός Παχωμίου του Μεγάλου, ο οποίος θεωρείται από την εκκλησιαστική μας Παράδοση ισοστάσιος του Μεγάλου Αντωνίου – πατέρας του αναχωρητικού μοναχισμού ο Αντώνιος, πατέρας του κοινοβιακού μοναχισμού ο Παχώμιος – δίνεται η απάντηση στο τεράστιο θέμα της ενδυνάμωσης του νου και της ανάπτυξης των νεύρων του, προκειμένου ο άνθρωπος να βρεθεί στο κανονικό επίπεδο, όσο είναι δυνατόν σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, της δημιουργίας του. Είναι γνωστό δηλαδή ότι ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού, ως ένας άλλος Θεός κατά κάποιον τρόπο – τέτοια ήταν η θέληση του Δημιουργού Τριαδικού Θεού για τον άνθρωπο: να γίνει μία «επανάληψη» δική Του, κι αυτό με τη χάρη Του – δεν έμεινε στο υψηλό αυτό επίπεδο. Πειραζόμενος διά του πονηρού διαβόλου εκπίπτει της θέσεώς του, χάνει τον προορισμό του, η εικόνα του Θεού μέσα του σκοτεινιάζει. Κι αρχίζει δυστυχώς η απόλυτη ταλαιπωρία της ανθρώπινης ιστορίας, σφραγισμένης πια από την ανασφάλεια και τον φόβο, από τη φθορά και τον θάνατο, από την καταδυνάστευση του ξεπεσμένου και αυτού άρχοντα του σκότους.

Αλλ’ όλα αυτά άχρι καιρού! Κύριος ο Θεός, μέσα στο άπειρο έλεός Του δεν άφησε το θεοειδές πλάσμα Του αβοήθητο. Ό,τι απαρχής μετά την πτώση έδωσε ως υπόσχεση, ότι δηλαδή θα έρθει κάποια στιγμή ο Λυτρωτής που θα αποκαθιστούσε τον άνθρωπο: το πρωτευαγγέλιο λεγόμενο, το πραγματοποίησε με το «χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον μυστήριον»: την ενσάρκωση του Δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Κύριο Ιησού Χριστού. «Ἔκλινεν Οὐρανούς ὁ Θεός» καί «ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Με τον θεάνθρωπο Κύριο τα πράγματα αποκαταστάθηκαν και ανακεφαλαιώθηκαν: ο άνθρωπος ξαναβρήκε τη θέση του, καθαρίστηκε η εικόνα του Θεού μέσα του, ανοίχτηκε και πάλι η χαμένη προοπτική του. Με τον Χριστό ο άνθρωπος είδε και πάλι Θεού πρόσωπο και μπορεί να συμβασιλεύσει μαζί Του, διότι ακριβώς ο ενανθρωπήσας Θεός τον ενέταξε μέσα στον εαυτό Του και τον έκανε ένα μ’ Εκείνον. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός και απόλυτος Σωτήρας του – «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία» - γιατί δεν υπάρχει άλλος πέραν του ίδιου του Θεού να έχει τέτοια αγάπη προς τον άνθρωπο, ώστε να πληρώσει Εκείνος για ό,τι έφταιξε αυτός. Ο Χριστός σήκωσε πάνω Του την αμαρτία του κόσμου και ο άνθρωπος γεύτηκε τη δικαιοσύνη του Θεού. Με τον Χριστό ο άνθρωπος μπόρεσε και πάλι να βρει τη χαμένη λόγω της θλιβερής αμαρτίας χαρά του, μπόρεσε να βρει η ψυχή το γέλιο της.

Γιατί υπενθυμίζουμε όλα τα παραπάνω, τα θεωρούμενα «αυτονόητα» για τους χριστιανούς; Διότι δεν μπορεί να εξηγηθεί η αποκατάσταση του νου του ανθρώπου και η ενδυνάμωσή του και πάλι, έξω από αυτήν την παρουσία του Χριστού. Η πτώση στην αμαρτία δηλαδή αλλοίωσε την ανθρώπινη φύση, που σημαίνει ότι ο ηγεμόνας νους του υποτάχθηκε στα άλογα πια πάθη του – ο άνθρωπος εκτός και προ Χριστού άγεται και φέρεται από την κακία και την αλογία των παθών του, ο εγωισμός και η ανεξέλεγκτη πορεία του είναι τα καθοριστικά γνωρίσματά του. Ο «βασιλιάς» νους κυριολεκτικά έγινε γυμνός, ηττημένος και αδύναμος, στενάζοντας από την αδυναμία να κάνει οτιδήποτε καλό, ακόμη και τότε που διαβλέπει το σωστό – η ταλαιπωρία του ανθρώπου, για την οποία μιλάει ιδίως ο απόστολος Παύλος (Ρωμαίους). «Παρασυνεβλήθηκε ο άνθρωπος με τα ανόητα κτήνη και έγινε όμοιός τους». Και τι συνέβη; Με τον Χριστό ο άνθρωπος και πάλι όπως είπαμε αποκαταστάθηκε και ήλθε στο «ἀρχαῖον ἀξίωμα» και ακόμη περισσότερο. Με τον Χριστό ο άνθρωπος γίνεται ένας άλλος Χριστός, με τις δυνάμεις Εκείνου και την αγάπη Εκείνου. Που θα πει: ο νους, ή αλλιώς η καρδιά, το ηγεμονικό στοιχείο του ανθρώπου ξαναβρήκε τη θέση του. Ο χριστιανός δεν ριπίζεται από τον άνεμο των παθών και δεν σαλεύεται ως το χνούδι. Τα πάθη υποτάσσονται στον ηγεμόνα νου, γιατί αυτός ο ηγεμόνας βρήκε τη δική του αρχή: τον Κύριο Ιησού Χριστό.           Όσο ο άνθρωπος είναι προσανατολισμένος σ’ Εκείνον, «ἀφορῶν εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν» δηλαδή, τόσο και τα πάθη του ανθρώπου είναι ελέγξιμα με την εγκράτεια που ασκεί – κατά κυριολεξίαν τα «καταμαραίνει».  

Και τι μας λέει επιπλέον ο άγιος υμνογράφος για τον όσιο Παχώμιο, δηλαδή για κάθε χριστιανό που θέλει να είναι συνεπής; Ο χριστιανός αφορά εις τον Κύριον, όταν με τη δυναμή Του, τηρεί τις άγιες εντολές Του. Οι εντολές του Κυρίου περικλείουν Εκείνου την ενέργεια – εκεί βρίσκουμε τον Θεό μας – οπότε στον βαθμό της τηρήσεως αυτής ο νους δυναμώνει και ενεργοποιεί τα νεύρα του, «κατακτά» τη θέση που είχε απολέσει, ο νους πράγματι γίνεται και πάλι ηγεμόνας και βασιλιάς. Σε πρακτικό επίπεδο το θεωρητικό αυτό γίνεται αμέσως χειροπιαστό: κάθε φορά που ο χριστιανός, ο όποιος χριστιανός, θελήσει να μείνει στο θέλημα του Θεού και στις εντολές του Κυρίου, θα βλέπει τον Κύριο παρόντα στην ύπαρξή του, έτοιμο να του προσφέρει τα πάντα. Μία προσευχή, μία ευχή, μία προσπάθεια καλής διάθεσης για τον συνάνθρωπό μας, ένας αναστεναγμός αγάπης για εκείνον που μας αδικεί, ένα κεράκι που ανάβουμε ιδίως για τον εχθρό μας, ένας  υβριστικός λόγος που τον «δαγκώνουμε» να μη βγει από το στόμα μας – είναι απλά πράγματα που ενεργοποιούν τον νου μας, τον δυναμώνουν, τον κάνουν να έχει «νεύρα» που μπορούν να κινήσουν και βουνά.

Μπορεί κάποιοι, εκτός χριστιανικής πίστεως και Εκκλησίας, να έχουν καταλάβει τη δίψα του ανθρώπου για ενδυνάμωση του νου του και να προτείνουν με σαγηνευτικά συνθήματα πολλές «λύσεις» γι’ αυτό, όμως ό,τι δεν σφραγίζεται από τον Χριστό είναι χαμένος κόπος και οδηγεί τελικώς σε περαιτέρω αδυναμία του νου. Γιατί ό,τι δεν έχει Χριστό τι θα έχει; Ασφαλώς τον πονηρό και τις εμπαθείς δυνάμεις του ανθρώπου. Στο χέρι μας είναι, εφόσον θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, να ξαναγίνουμε οι ηγεμόνες του εαυτού μας. Να γίνουμε πράγματι «αυτοκράτορες».

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

«Ἐψηλάφησε τήν πλευράν τοῦ Δεσπότου ἀπιστήσας ὁ Θωμᾶς καί ψηλαφήσας διπλῆν οὐσίαν ἐκήρυξε» (απόστ. αίνων όρθρου).

(Αφού απίστησε ο Θωμάς για την Ανάσταση του Κυρίου, ψηλάφησε την πλευρά Του. Κι αφού Την ψηλάφησε κήρυξε τη διπλή ουσία του Κυρίου, ότι είναι Θεός και άνθρωπος).

Η υμνογραφία της Εκκλησίας μας επιμένει πάλιν και πολλάκις να τονίζει την κατ’ οικονομία Θεού απουσία του Θωμά από τον κύκλο των Αποστόλων την πρώτη ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, όταν ο Κύριος εμφανίστηκε σ’ αυτούς χορηγώντας τους την ειρήνη Του και το Πνεύμα Του το Άγιον – κάτι που θα ενεργοποιείτο κατά τρόπο δραστικό από την ημέρα της Πεντηκοστής και μετέπειτα. Κι αυτό γιατί η απουσία του Θωμά θα απεκάλυπτε περίτρανα την αγάπη του Θεού απέναντι και σ’ εκείνον, αλλά και σε κάθε εγκλωβισμένο στις αισθήσεις του άνθρωπο της κάθε εποχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος: τη συγκατάβασή Του ώστε να ερευνηθεί και να ψηλαφηθεί «χειρί» του αμφισβητούντος αποστόλου, οπότε και να «πιστωθεῖ» έτι πλέον η Ανάστασή Του. «Χαίρει ἐρευνώμενος» ο Κύριος (ωδή δ΄) τονίζει ο άγιος υμνογράφος, για να διευκρινίσει πιο έντονα παρακάτω (ωδή ε΄): «Ἀπιστίαν πίστεως γεννήτριαν ἡμῖν τήν τοῦ Θωμᾶ ἀνέδειξας∙ σύ γάρ πάντα τῇ σοφίᾳ σου προνοεῖς συμφερόντως, Χριστέ ὡς φιλάνθρωπος» ( Ανέδειξες την απιστία του Θωμά γεννήτρια πίστεως για χάρη μας. Διότι Συ Χριστέ ως φιλάνθρωπος που είσαι, προνοείς με τη σοφία Σου τα πάντα κατά το συμφέρον μας).

Την πρωτοβουλία της ψηλάφησης βεβαίως είχε ο ίδιος ο Κύριος, όταν είδε το καλοπροαίρετο του μαθητή Του – έφυγε από την απομόνωσή του και ήλθε έστω και με λογισμούς στη σύναξη των μαθητών. «Ἇψαι Θωμᾶ τῆς πλευρᾶς τῇ χειρί, λέγει Χριστός, καί τούς τύπους τῶν ἥλων δεῦρο ψηλάφησον, πίστει ἐρεύνησον, καί γίνου μοι πιστός καί μή γίνου ἄπιστος» (δοξαστικό αίνων) (Ακούμπησε, Θωμᾶ, με το χέρι σου την πλευρά Μου, λέγει ο Χριστός, κι εμπρός ψηλάφησε τα σημάδια των καρφιών, ερεύνησέ τα με πίστη και γίνε μου πιστός και μη γίνεσαι άπιστος). Κι ήταν η συγκατάβαση και η οικονομία του Κυρίου τέτοια, ώστε έκτοτε ο Θωμάς να τίθεται στο ίδιο επίπεδο θεολογίας με τον απόστολο Ιωάννη: ο Ιωάννης έμαθε τη θεολογία από το στήθος του Κυρίου, όταν έγειρε πάνω Του στον Μυστικό Δείπνο∙ ο Θωμάς κατενόησε την οικονομία του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου, όταν έθεσε ακριβώς το χέρι του στις πληγές του Κυρίου (βλ. στιχ. εσπ. εορτής). Κι αυτήν την οικονομία του Θεού έκανε περιεχόμενο του κηρύγματός του ο Θωμάς, αλλά και όλοι οι απόστολοι και βεβαίως η αγία Εκκλησία του Κυρίου: ότι ο Κύριος έχει «διπλῆν τήν οὐσίαν», είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος – «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».  

Κι αξίζει να σημειώσουμε ότι η υμνογραφία της Εκκλησίας μας δεν άφησε ασχολίαστη και τη γλώσσα ακόμη του αποστόλου Θωμά. Όχι μόνο επικεντρώνει στο χέρι που τόλμησε να ψαύσει το «φλόγεον ὀστοῦν» (οίκος συναξαρίου) του Κυρίου, αλλά προβάλλει και την παμμακάριστη γλώσσα του – ό,τι έχει κάνει και στο δάκτυλο και στο χέρι του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού όταν βάπτιζε και υπεδείκνυε τον Κύριο ως τον αμνό του Θεού!  Γιατί ακριβώς ο Θωμάς κήρυξε τον Ιησού ως Θεό και Κύριο. Με τα ίδια τα λόγια του αγίου υμνογράφου (ωδή δ΄ εορτής): «Σοῦ ἡ παμμακάριστος ὑμνεῖται γλῶσσα ὦ Δίδυμε∙ πρώτη γάρ εὐσεβῶς κηρύττει τόν ζωοδότην Ἰησοῦν, Θεόν τε καί Κύριον, ἐκ τῆς ἁφῆς πλησθεῖσα τῆς χάριτος» (Η παμμακάριστη γλώσσα σου, Θωμά, είναι αντικείμενο ύμνου. Διότι πρώτη με πίστη μεγάλη κηρύττει τον ζωοδότη Ιησού ως Θεό και Κύριο, επειδή γέμισε λόγω της ψηλάφησης από τη χάρη Του). Στον Θωμά για ακόμη μία φορά  επιβεβαιώνουμε ότι η θεολογία μας έχει χαρακτήρα εμπειρικό. Δεν έχουν σημασία οι διανοητικοί στοχασμοί περί του Θεού  - ό,τι η ανθρώπινη φαντασία, έστω και θεολογική, «παράγει» περί Θεού – αλλά αυτό που αποτελεί έκφραση της ζωντανής παρουσίας του Θεού στη ζωή του ανθρώπου. Του ανθρώπου εννοείται που ζει εν Εκκλησία και σφραγίζεται από την αλήθεια της αποστολικής παραδόσεως.

ΜΑ, ΛΕΩ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ!

«Εκείνος που στις συζητήσεις επιθυμεί να επιβάλλει τη γνώμη του, η οποία μπορεί να είναι και ορθή, ας γνωρίζει ότι νοσεί από τη νόσο του διαβόλου, (δηλαδή από την υπερηφάνεια)» (Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος, λόγ. δ΄, 41).

Πολύ συχνά είμαστε εντελώς βέβαιοι για τις απόψεις μας, γιατί τις στηρίζουμε στον ορθό λόγο και στην κοινή αίσθηση του δικαίου, ακόμη και στις παραδόσεις του τόπου μας. Κι ακόμη είμαστε απολύτως βέβαιοι -  βάζουμε και το χέρι μας στη... φωτιά! – για την πίστη μας την ορθόδοξη, γιατί πιστεύουμε στον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και στην αγία Του Εκκλησία. Οπότε, στις περιπτώσεις αυτές δεν κινούμαστε διπλωματικά:  τις απόψεις και την πίστη μας δεν τις διαπραγματευόμαστε. Μάλιστα, όταν μετέχουμε σε συζητήσεις όπου υπάρχουν συνάνθρωποί μας που διαφοροποιούνται από εμάς και ως προς τις απόψεις μας και ως προς την πίστη μας, φαίνεται να δυσανασχετούμε. Μπορεί και να νευριάζουμε και να απορούμε πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι τόσο τυφλοί που δεν βλέπουν τα αυτονόητα. Θεωρούμε λοιπόν αρκούντως δικαιολογημένη την τάση μας ακόμη και να επιβάλουμε (!) τις απόψεις μας και την πίστη μας. Διότι πρέπει και οι άλλοι να... καταλάβουν. Πρέπει να πεισθούν. Πρέπει επιτέλους να σωθούν!

Απαιτείται προσοχή! Ο αρχικός λόγος του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος λειτουργεί καθοδηγητικά. Η παραπάνω νοοτροπία και στάση δείχνει ότι έχουμε μπει σε επικίνδυνα μονοπάτια ψυχοπαθολογίας. Διότι ξεκάθαρα λειτουργεί μέσα μας το φίλαρχο στοιχείο, η τάση για κυριαρχία επί των άλλων, δηλαδή ένας βαθύς εγωισμός και μία κρυμμένη(;) υπερηφάνεια. Που σημαίνει: πάσχουμε από τη νόσο του διαβόλου, αυτήν που έριξε από τους ουρανούς τον πρώτο αρχάγγελο και τον έκανε ακριβώς άρχοντα του σκότους. Κι είναι πολύ ύπουλη αυτή η νόσος, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζεται με τον μανδύα του δικαίου και της υπεράσπισης της πατροπαράδοτης πίστης – δεν καταλαβαίνουμε ότι διαιωνίζουμε έτσι τους κατακριμένους και από εμάς σταυροφόρους του Μεσαίωνα, όπως δεν καταλαβαίνουμε την προτροπή του αποστόλου Παύλου ότι «τον αιρετικό άνθρωπο μετά μία και δευτέρα νουθεσία τον αφήνουμε ήσυχο. Γιατί έχει επιλέξει ο ίδιος την αυτοκαταδίκη του».

Το ζητούμενο στη ζωή μας πάντοτε, αν θέλουμε να λεγόμαστε και να είμαστε χριστιανοί, είναι η αγάπη η οποία στηρίζεται στην ταπείνωση -  ό,τι αποτελεί το ήθος του σαρκωμένου Θεού μας. Ο ίδιος ο Θεός μάς καλεί στην ορθή πίστη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους εμείς να αποφασίσουμε. «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει!» Δεν είναι παράλογο να ξεπερνάμε τον ίδιο τον Θεό μας, στο όνομα τάχα Εκείνου; Κάθε προσβολή ή καταπίεση του άλλου εκ μέρους μας, έστω και διαφωνούντος και αρνητή, αποτελεί ευθεία προσβολή του Κυρίου. Διότι καταργούμε το μεγαλύτερο δώρο Του στον άνθρωπο, την ελευθερία.

Κι ένα στοιχείο που επιτείνει την παραπάνω αλήθεια είναι αφενός το γεγονός ότι οι όποιες απόψεις σε θέματα της ζωής αυτής, (δεν μιλάμε για τις εξ αποκαλύψεως αλήθειες του Κυρίου: την αγία Τριάδα και τη θεανθρωπότητά Του), όσο ορθές κι αν είναι, έχουν το στοιχείο της σχετικότητας - τίποτε ανθρώπινο, πλην της αγάπης στον συνάνθρωπο, δεν είναι απόλυτο. Αφετέρου η ίδια η αποκαλυμμένη πίστη μας επιβάλλεται λόγω της αλήθειας που εκφράζει σε κάθε καλοπροαίρετη καρδιά. Η ίδια η αλήθεια εμπερικλείει και τη δύναμη αποδεικτικότητάς της. Η αλήθεια του Θεού ασφαλώς δεν έχει ανάγκη από... δικηγόρους!

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

ΠΕΜΠΤΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

«Κατήφεια παθῶν καί λογισμῶν ἡ ζάλη, μακράν ἐξοριζέσθω καί οὕτως ἐξανθήσει τό ἔαρ τό τῆς πίστεως» (απόστ. Αίνων).

(Ας εξορισθεί μακριά από εμάς η κατήφεια και η στενοχώρια των παθών, όπως και η ζάλη των λογισμών, και έτσι θα ανθήσει η άνοιξη της πίστης).

Ο άγιος υμνογράφος εξαγγέλλει αυτό που διαλαλεί η Εκκλησία μας με την Ανάσταση του Κυρίου: τα πάντα τώρα είναι πλημμυρισμένα από το φως και τη χαρά της Αναστάσεως. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός». «Ὦ Πάσχα, λύτρον λύπης». Ό,τι ο Κύριος και οι άγιοι άγγελοί Του προέτρεπαν τους αποστόλους και τις μυροφόρες γυναίκες: «Χαίρετε», ό,τι ο απόστολος Παύλος θεωρούσε ως δεδομένο της πίστεως: «Χαίρετε, καί πάλιν ἐρῶ Χαίρετε», αλλά και καρπό της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος που προεκτείνει την αναστημένη παρουσία του Κυρίου: «ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά», ό,τι ο ίδιος πάλι προέτρεπε ως συστατικό της ζωής αλλά και διαρκές αγώνισμα των πιστών: «Πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε», αυτό λοιπόν προβάλλει και ο άγιος ποιητής. Γιατί; Διότι ανέτειλε ήδη το έαρ, η άνοιξη της πίστεως. Και η άνοιξη αυτή αποτελεί τον ύμνο της χαράς. Οπότε, «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» - χαρά και κατήφεια δεν μπορούν να συνυπάρξουν! Όταν με άλλα λόγια ο πιστός έχει ενσυνείδητα αποδεχτεί τον Χριστό στη ζωή του, τότε είναι αδιάκοπα στραμμένος προς Αυτόν και Αυτόν αναζητεί προκειμένου να Τον έχει Κύριο και Αρχηγό της ζωής του. Και Τον αναζητεί βεβαίως με τον μόνο τρόπο που ο Κύριος καθόρισε: μέσα από τις άγιες εντολές Του, οι οποίες οδηγούν στην εγκατοίκησή Του μέσα στον άνθρωπο, καθιστώντας τον κυριολεκτικά ένα με Εκείνον. «Τηρήστε τις εντολές Μου και θα Με δείτε μέσα σας». Κι έρχεται έτσι η χαρά και η ειρήνη του Χριστού μέσα στον άνθρωπο, χαρά και ειρήνη εσωτερική και βαθειά που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να τα διαγράψει και να πάρει.

Από την άποψη αυτή ο άγιος υμνογράφος τονίζει το αυτονόητο: αν ζει ο πιστός τη χαρά της Ανάστασης, δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένος στην κατήφεια που φέρνουν με μαθηματική ακρίβεια τα πάθη του ανθρώπου˙ δεν μπορεί να άγεται και να φέρεται από τους λογισμούς που δημιουργούν ζάλη στον άνθρωπο, δηλαδή από τους λογισμούς της απιστίας και της διψυχίας, τους λογισμούς που θέτουν σε κρίση τον άνθρωπο, γιατί δεν μπορεί να πάρει τη σταθερή απόφαση να είναι πάντοτε με το μέρος του Χριστού, δηλαδή εκεί που τον καλούν οι εντολές και το θέλημα Εκείνου. Κι είναι η εμπειρία του καθενός μας: τι είναι εκείνο που δημιουργεί την εσωτερική θλίψη και στενοχώρια και δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε; Μόνον το άφημά μας στα ψεκτά πάθη μας: η ικανοποίηση της σαρκολατρείας μας και του αλαζονικού υπερήφανου φρονήματός μας. Δυστυχώς, έστω και θεωρούμενοι χριστιανοί, ζούμε ακόμη μέσα στον χειμώνα της αμαρτίας μας, όταν έξω, στον αληθινό κόσμο του Θεού – κι είναι αληθινός γιατί είναι ο αιώνιος κόσμος – ήδη έχει ανατείλει το έαρ και η καλοκαιρία της ζεστασιάς της αγκαλιάς του Θεού μας. Ήδη από την πρώτο ύμνο του κανόνα του αγίου Θωμά (α΄ ωδή) ο υμνογράφος επισημαίνει: «Σήμερον ἔαρ ψυχῶν˙ ὅτι Χριστός ἐκ τάφου, ὥσπερ ἥλιος ἐκλάμψας τριήμερος, τόν ζοφερόν χειμῶνα ἀπήλασε τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν» (Σήμερα είναι η άνοιξη των ψυχών. Γιατί ο Χριστός  την τρίτη ημέρα μετά τη σταύρωσή Του βγήκε από τον τάφο, όπως ακριβώς ο ήλιος που έλαμψε μετά τη νύκτα, και έκανε πέρα τον χειμώνα της αμαρτίας μας).

Ο αληθής χριστιανός, δηλαδή ο άγιος, είναι ο χαρούμενος άνθρωπος. Χαρούμενος με την έννοια την πραγματική: χαίρεται η καρδιά του, γι’ αυτό και τη χαρά αυτή σκορπίζει παντού και πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας θεωρούσαν ότι ο πασχαλινός χαιρετισμός «Χριστός Ἀνέστη» πρέπει να συνιστά τον διαρκή χαιρετισμό μας όλου του χρόνου. Αρκεί βεβαίως να μη ξεχνάμε ότι η εσωτερική αυτή χαρμόσυνη πραγματικότητα δεν προκύπτει «μαγικά» και γρήγορα. Απαιτεί καθημερινό αγώνα συσταύρωσης με τον Χριστό, οδύνη και «μάτωμα» πάνω στον αγώνα κατά των παθών, που θα πει ότι τελικώς η χαρά αυτή  λειτουργεί για τον «μέσο» χριστιανό, αν υπάρχει τέτοιος όρος, ως όραμα που πρέπει να καθορίζει την πορεία του – μερικές φορές σε βάθος δεκαετιών! Και βεβαίως να τονίσουμε και πάλι το του αποστόλου: η χαρά έρχεται ως καρπός του πνεύματος αγάπης. Όπου αγάπη εκεί και χαρά, εκεί και Ανάσταση, εκεί και Χριστός!