Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΒΑΡΑ


 
Τό συναξάρι τῆς ἁγίας προκαλεῖ σέ κάθε καλοπροαίρετο χριστιανό κλίμα μεγάλης κατάνυξης ἀλλά καί κύματα χαρᾶς καί ἀγαλλίασης, γιατί φανερώνει τήν ψυχική δύναμη πού παίρνει ὁ ἄνθρωπος ὅταν πιστέψει στόν Χριστό καί θελήσει μέ ἐπίγνωση νά ἀκολουθήσει τά χνάρια Του.

           1. Σύντομο συναξάρι τῆς ἁγίας.

 «Η αγία Βαρβάρα ζούσε επί Μαξιμιανού, του βασιλιά του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (285-305), κόρη κάποιου ειδωλολάτρη Διοσκόρου, ο οποίος την φύλασσε  σε υψηλό πύργο, λόγω της ανθηρής σωματικής ωραιότητάς της. Το γεγονός ότι ήταν κόρη που σεβόταν τον Χριστό δεν άργησε να έλθει σε γνώση του πατέρα της. Έμαθε δηλαδή τα σχετικά με την πίστη της, όταν ανοικοδομούσε λουτρό. Κι ενώ αυτός είπε να φτιάξουν δύο παράθυρα σ’ αυτό, η Βαρβάρα έδωσε εντολή να φτιάξουν τρία. Κι όταν την ρώτησε το γιατί, είπε «για να είναι επ’ ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Μόλις άκουσε την απάντησή της εκείνος, αμέσως όρμησε εναντίον της για να τη σκοτώσει με το ίδιο του το ξίφος. Ξέφυγε όμως η Βαρβάρα και εισήλθε μέσα σε πέτρα που άνοιξε στα δύο. Την καταδίωξε όμως ο πατέρας της και την βρήκε, οπότε την άρπαξε από τα μαλλιά και την παρέδωσε στον ηγεμόνα της χώρας. Μπροστά σ’  αυτόν η αγία ομολόγησε τον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί σκληρά, να ξυστούν οι σάρκες της, να κατακαούν οι πλευρές της και να κτυπηθεί το κεφάλι της με σιδερένιες σφαίρες. Έπειτα την περιέφεραν στην πόλη γυμνή, την ξανακτύπησαν, μέχρις ότου δέχτηκε το διά ξίφους τέλος από τον πατέρα της που την σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Αυτός λέγεται ότι μετά τη σφαγή της, κατεβαίνοντας από το βουνό, κτυπήθηκε από κεραυνό και ξεψύχησε».

2. Σχόλια σέ ἐπιμέρους στοιχεῖα τῆς ζωῆς της.

(α) Ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων τοῦ πατέρα της Διοσκόρου.

- Εἶναι καλό νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο  γιά νά καταργήσει τίς θρησκεῖες, φανερώνοντας τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό γιατί  οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν τό μεταπτωτικό γεγονός τῆς ἀναζήτησης τοῦ Θεοῦ - ὁ ἄνθρωπος ψάχνει τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ὅμως δέν βρίσκει, λόγω τοῦ φράγματος τῆς ἁμαρτίας. Συνεπῶς οἱ θρησκεῖες ἐκφράζουν τήν ἀλλοιωμένη εἰκόνα περί Θεοῦ ἤ περί Θεῶν τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου, συνιστοῦν εἴδωλα-κατασκευάσματα τοῦ μυαλοῦ τῶν ἀνθρώπων. Κατά τήν Ἁγία Γραφή συνιστοῦν τό «τίποτε ἤ τά κρυμμένα δαιμόνια». Καί κάνει ἐντύπωση ὅτι αὐτή εἶναι ἀκριβῶς καί ἡ θεώρηση τῆς ἁγίας Βαρβάρας, ὅταν ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου Μαρκιανοῦ γιά νά ἀπολογηθεῖ, ὅπως τά καταθέτει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής: «Ἐγώ προσφέρω θυσία αἰνέσεως στόν Θεό μου, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τόν οὐρανό καί τή γῆ καί ὅλα ὅσα εἶναι σ’ αὐτά. Περί τῶν ψεύτικων δέ καί ἀνύπαρκτων θεῶν σου ἔχει λεχθεῖ ἀπό τόν Δαβίδ, ὕστερα ἀπό φωτισμό πού ἔλαβε ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅτι τά εἴδωλα πού λατρεύουν οἱ ἐθνικοί εἶναι ἀπό ἀργυρό (ἀσήμι) καί χρυσάφι, καί κατασκευασμένα ἀπό χέρια ἀνθρώπων»(12) καί ὅτι ὅλοι οἱ θεοί τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν εἶναι δαιμόνια, ἀνύπαρκτοι, πλάσματα τῆς φαντασίας καί ἐπινοήματα τοῦ διαβόλου»(13). Συμφωνῶ δέ καί ἐγώ μέ τήν ἄποψη καί ὁμολογῶ ρητά καί κατηγορηματικά ὅτι ἡ ἐλπίδα ἡ στηριζόμενη στούς ψεύτικους καί ἀνύπαρκτους αὐτούς θεούς εἶναι κενή καί μάταιη». Γι’ αὐτό καί κύριο γνώρισμα οἱ θρησκεῖες ἔχουν τόν φόβο - ὁ Θεός ὡς Πατέρας ὄχι μόνον δέν ὑφίσταται, ἀλλά τοῦτο θεωρεῖται καί βλασφημία!
- Ὅταν ἀλλοιώνεται ὅμως ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλοιώνεται καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καί ὅλες οἱ σχέσεις του. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει ἐν ἀγάπῃ, πετρώνει ἡ καρδιά του, ἐνῶ τό πονηρό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του αὐτῆς ἐκφράζεται ὡς ἐναντίωση καί ἔχθρα ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο καί σέ κάθε τι πού ἀνήκει στόν Θεό. Καί νά, ἡ στάση τοῦ εἰδωλάτρη Διοσκόρου ἀπέναντι στήν ἴδια τήν κόρη του: ὄχι μόνον δέν σέβεται τίς ἀπόψεις της, τήν ἐλευθερία της, ὄχι μόνο δέν ὑπάρχει τό φυσικό φίλτρο τοῦ γονιοῦ, ἀλλά καταλαμβάνεται ἀπό μίσος τέτοιο, πού τελικά εἶναι ἐκεῖνος πού τήν καταδιώκει, τήν καταγγέλλει, τέλος τήν ἀποκεφαλίζει. (Καί πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως κι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, γιατί μερικές φορές κάνουμε τήν πίστη μας ἰδεολογία, πού θά πεῖ ὅτι χάνουμε τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο της, τήν ἀγάπη, ὁπότε ὁ φανατισμός γίνεται τό δαιμονικό πιά κυριαρχικό στοιχεῖο τῆς πίστης μας. Ὁ Χριστός καθόρισε ὡς τό μόνο γνώρισμα τῆς μαθητείας μας πρός Αὐτόν τήν ἀγάπη. «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Βγάλε τήν ἀγάπη δηλαδή ἀπό τή χριστιανική πίστη, σταματᾶ αὐτομάτως νά εἶναι καί χριστιανική. Καί δυστυχῶς σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦτο ἔχει γίνει καθεστώς. Φανατιζόμαστε ὡς χριστιανοί, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι ἀπονέμουμε λατρεία στόν Θεό. Πῶς; Ἕτοιμοι νά κατασπαράξουμε τόν συνάνθρωπό μας, ἔστω καί τόν διαφορετικό ἀπό ἐμᾶς στήν πίστη καί τή ζωή του). Γι’ αὐτό καί πρέπει νά προσέχουμε πάντοτε τήν ὀρθότητα τῆς πίστης μας νά τήν ἔχουμε πάντοτε συνδυασμένη μέ τήν ὀρθότητα τῆς πράξης μας. Ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία πού τονίζουν πάντοτε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Ἡ ὀρθή πίστη πού μετουσιώνεται σέ ἔμπρακτη ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καί πρός ὅλα τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ.

(β) Ἡ πίστη τῆς ἁγίας Βαρβάρας ὡς ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὑπέρ πᾶν ἄλλο.

Με την αγία Βαρβάρα -  μάλλον και με αυτήν -  πραγματοποιείται ο λόγος του Κυρίου: «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα… ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Ο Κύριος δηλαδή ζητά την αγάπη του ανθρώπου υπεράνω όλων των επιγείων αγαπών, έστω κι αν πρόκειται για τους γονείς, για τα τέκνα, για τον ή την σύζυγο, για τον ίδιο τον εαυτό μας. Όχι διότι απορρίπτει την αγάπη προς αυτούς – τούτο θα ήταν οξύμωρο, αφού  ο Ίδιος έχει νομοθετήσει την αγάπη προς όλους, και μάλιστα προς τους γονείς – αλλά διότι η αγάπη προς Εκείνον, η αγάπη δηλαδή προς τον Θεό, αν δεν είναι υπεράνω όλων, σημαίνει ότι η όποια άλλη αγάπη θα λειτουργεί μέσα σε πλαίσια που έχουν το στοιχείο του εγωισμού, το στοιχείο τελικώς της νοσηρότητας. Έτσι η απόλυτη αγάπη προς τον Θεό στην πραγματικότητα καθαρίζει όλες τις άλλες αγάπες και τις κάνει να φανερωθούν στην πιο καθαρή μορφή τους. Από την άποψη αυτή η άρνηση της Βαρβάρας να υπακούσει στον πατέρα της, ναι μεν φανέρωνε την θερμή σαν φλόγα προς τον Χριστό αγάπη της,  από την άλλη όμως αποτελούσε έκφραση αγάπης και προς τον φυσικό γεννήτορά της, γιατί του έδινε πρόκληση μετανοίας και αλλαγής: να φύγει από την αθεΐα του, άσχετα προς το γεγονός ότι εκείνος τελικώς απέρριψε την πρόκληση αυτή. «Τετρωμένη τοῦ πόθου σου, ὡς νυμφίου, Δέσποτα, τῷ γλυκυτάτῳ βέλει, ἡ ἀθληφόρος Βαρβάρα, ἅπασαν πατρικήν ἀθεΐαν ἐβδελύξατο». (Πληγωμένη από το γλυκύτατο βέλος του πόθου σου ως νυμφίου, Δέσποτα, η αθληφόρος Βαρβάρα, βδελύχθηκε όλην την αθεΐα του πατέρα της).
Η αντιθετική σχέση της αγίας Βαρβάρας με τον πατέρα της δίνει την ευκαιρία στον εκκλησιαστικό ποιητή αφενός να θυμηθεί ότι εκπληρώνεται έτσι η προφητεία του Κυρίου ότι «ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκειακοί αὐτοῦ» και ότι «λόγω Εκείνου θα στραφεί ο πατέρας εναντίον του παιδιού και το παιδί εναντίον του πατέρα» - «Δέδεικται σαφώς, Χριστέ, ἡ πρόρρησίς σου, πεπληρωμένη∙ πατήρ τέκνον γάρ εἰς φόνον προδίδωσιν» (Φάνηκε με σαφήνεια, Χριστέ, εκπληρωμένη η προφητεία σου: ο πατέρας δηλαδή προδίδει σε φόνο το τέκνο του) -  αφετέρου ότι ισχύει πάντοτε η παροιμία που λέει: «από ρόδο βγαίνει αγκάθι και από αγκάθι βγαίνει ρόδο», δηλαδή ότι υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που το οικογενειακό περιβάλλον δεν καθορίζει τη διαμόρφωση  των παιδιών και την πορεία της ζωής του. «Ἀκανθώδους ρίζης ἐκφυέν, ρόδον ἱερώτατον, τήν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ εὐωδίασεν» (Η Βαρβάρα ευωδίασε την Εκκλησία του Χριστού, σαν ιερότατο ρόδο που βγήκε από αγκάθινη ρίζα).

(γ) Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό δίνει παντοδυναμία στόν ἄνθρωπο.

Ο υμνογράφος της αγίας μένει έκθαμβος μπροστά στην ψυχική δύναμη που της έδινε η αγάπη της προς τον Χριστό. Καί δέν παραξενευόμαστε καθόλου. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει τονίσει ὅτι ὅποιος τόν πιστέψει ἀληθινά καί ἐφαρμόζει τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνος θά δεῖ νά λειτουργεῖ ὡς παντοδύναμος Θεός σ’ αὐτόν τόν κόσμο. «Ἐάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνει, ὅ ἐάν θέλητε αἰτήσασθε, καί γενήσεσθε ὑμῖν». Κι ἀκόμη· ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπό τήν ἐμπειρία του μαρτυρεῖ ὅτι «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»; Γίνεται πανίσχυρος ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει καί θά μένει ἑνωμένος μέ τόν Χριστό. Ὁ ὑμνογράφος μάλιστα τῆς ἁγίας θά τονίσει ότι όπου υπάρχει ο πόθος για Εκείνον τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο, ακόμη και η θεωρούμενη αδυναμία της γυναικείας φύσεως, η νεότητα με τα θέλγητρα που της παρουσιάζονται, η ομορφιά του σώματος, ο πλούτος, οι ηδονές. «Οὐ τρυφῆς ἡ τερπνότης, οὐκ ἄνθος κάλλους πλοῦτός τε, οὐχ ἡδοναί νεότητος, ἔθελξάν σε, Βαρβάρα ἔνδοξε, τῷ Χριστῷ νυμφευθεῖσα καλλιπάρθενε» (Ούτε η ευχαρίστηση της τρυφής ούτε το άνθος του κάλλους και ο πλούτος, ούτε οι ηδονές της νεότητας σε γοήτευσαν, ένδοξη Βαρβάρα, γιατί νυμφεύθηκες τον Χριστό, καλλιπάρθενε). «Πρός τελείους ἀγῶνας, οὐδέν ἐδείχθη κώλυμα, τό ἀσθενές τοῦ θήλεος οὐ τό νέον τῆς ἡλικίας» (Για τους αγώνες της τελειότητας, κανένα εμπόδιο δεν φάνηκε η ασθένεια της γυναικείας φύσεως και η νεότητα της ηλικίας). Η αγία Βαρβάρα ἔτσι αποτελεί την απάντηση σε όλους εκείνους που είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν κάθε παρεκτροπή της νεότητας, επικαλούμενοι ακριβώς αυτήν ως επιχείρημά τους. Τα πάντα ήταν μπροστά στα πόδια της αγίας: και οι ηδονές και τα πλούτη και η δόξα. Μπροστά όμως στον Χριστό, όλα θεωρήθηκαν από αυτήν ως «σκύβαλα», όπως λέει αντιστοίχως και ο απόστολος Παύλος: «Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω». Όλα τα θεωρώ σαν σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό.
Αλλά ἡ δύναμη αὐτή τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό δέν φαίνεται μόνο στή νεότητα· φαίνεται καί στή γεροντική ἡλικία. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔχουμε πάμπολλες περιπτώσεις γερόντων πιά χριστιανῶν, σάν τόν ἅγιο Πολύκαρπο ἐπίσκοπο Σμύρνης γιά παράδειγμα, σάν τόν ἅγιο Χαράλαμπο, πού ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τους τούς ἔκανε νά ξεπερνοῦν κάθε φυσική ἀδυναμία. «Ὁ πόθος ἐνίκα τήν φύσιν», πού σημειώνουν σέ πολλά τροπάρια οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ποιητές. Καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τό ἑξῆς πού ἄκουσα πρό καιροῦ στό μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ Ἀγγλίας πού βρέθηκα. Ὁ Γέροντας π. Ζαχαρίας Ζαχάρου, ὁ διάδοχος τοῦ ἁγίου Γέροντα Σωφρονίου, μᾶς ἔλεγε ὅτι ἀποτελοῦσε μεγάλη ἔκπληξη γιά ὅλους τούς καλογέρους ἐκεῖ, ἀλλά καί γιά τούς προσκυνητές, ὅτι ὁ Γέρων Σωφρόνιος, παρόλη τήν πολύ μεγάλη ἡλικία του, πάνω καί ἀπό τά 93 του πιά, μποροῦσε, ὑποβασταζόμενος βέβαια, νά μιλάει, νά ἀναπτύσσει διάφορα θέματα, (πράγματα πού ἀποτυπώθηκαν καί σέ τρεῖς τόμους πού κυκλοφορήθηκαν ἀπό τό μοναστήρι), νά ζεῖ, ἐνῶ κάτω ἀπό φυσιολογικές συνθῆκες, λόγω τῶν πολλῶν ἀσθενειῶν καί ἀδυναμιῶν του θά ἔπρεπε νά εἶχε φύγει ἀπό τή ζωή πρό χρόνων ἀρκετῶν. Καί ἐπί λέξει ἐξηγοῦσε: «Νομίζω ὅτι ἦταν τέτοια ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντα πρός τόν Χριστό, ἦταν τέτοιο τό πνευματικό σθένος πού εἶχε, πού τοῦ ἔδινε τή δύναμη νά κρατάει ζωντανή μία σάρκα πού ἦταν παντελῶς ἐξασθενημένη».

(δ) Ἡ γύμνωση τῆς ἁγίας – τό τελευταῖο μαρτύριο.

Ο άγιος Στέφανος ο Σαββαΐτης, ο υμνογράφος της αγίας, δεν μπορεί να αφήσει ασχολίαστο το γεγονός της γυμνής περιφοράς της στην πόλη, που συνιστούσε ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια της σεμνής Βαρβάρας. Ως άνθρωπος όμως πίστεως το βλέπει με πνευματικούς οφθαλμούς, βλέπει δηλαδή εκείνα που βρίσκονται και πίσω από το γεγονός. «Ἄγγελος φαιδρός, στολήν φωτοειδῆ σε, διά Χριστόν γεγυμνωμένην, σεμνή Βαρβάρα, ἠμφίασε, και ὡς νύμφην περιήγαγε∙ τά πάθη τῆ ἐσθῆτι γάρ, Μάρτυς, συνεξεδύσω, θείαν ἐκστᾶσα ἀλλοίωσιν» (Λαμπρός άγγελος, σεμνή Βαρβάρα, σε έντυσε με φωτεινή στολή και σε περιέφερε σαν νύμφη,  εσένα που έγινες γυμνή για χάρη του Χριστού. Διότι μαζί με το φόρεμά σου απεκδύθηκες και τα πάθη σου, σεμνή Βαρβάρα, φτάνοντας σε έκσταση θείας αλλοίωσης).  Έτσι κατά τον ύμνο της Εκκλησίας μας η αγία Βαρβάρα ποτέ δεν υπήρξε γυμνή. Την ώρα που οι διώκτες της σωματικά την γύμνωναν, άγγελος την έντυνε σαν νύμφη, κρατώντας «τυφλά» τα μάτια τῶν θεατῶν,  και την οδηγούσε στον ουρανό, ενώ η γύμνωσή της αυτή συνιστούσε και την μεγαλύτερη αγιότητά της, αφού έτσι ξέφευγε από οποιοδήποτε αμαρτωλό πάθος της.
Η σύγκριση είναι προφανής: η ακούσια γύμνωση της αγίας οδηγούσε στην θεϊκή ένδυσή της,  την πλήρωσή της από τη χάρη του Θεού. Η εκούσια γύμνωση πολλών γυναικών στην εποχή μας οδηγεί προφανώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στη δαιμονική ένδυσή τους, την αιχμαλωσία τους στα δίχτυα του πονηρού, που σημαίνει βεβαίως την απέκδυσή τους από οποιαδήποτε χάρη του Θεού.
Καί θά πρέπει ἴσως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς παρατήρησης αὐτῆς τοῦ ὑμνογράφου, νά θυμόμαστε ὅτι ἡ πραγματικότητα δέν εἶναι μόνον αὐτή πού ἐπισημαίνουν οἱ σωματικές μας αἰσθήσεις - ὅ,τι βλέπουν τά σωματικά μας μάτια, ὅ,τι ἀκοῦνε τά σωματικά μας αὐτιά, ὅ,τι γευόμαστε καί οσφραινόμαστε. Ὑπάρχουν καί οἱ πνευματικές αἰσθήσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐκεῖνες πού μᾶς ἀποκαλύπτουν τό βάθος τῆς πραγματικότητας, τῆς καθαυτήν πραγματικότητας, ὅπως τό λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα· τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια». Πῶς μποροῦμε νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γιά παράδειγμα μᾶς λέει ὅτι «μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»; Πῶς μπορεῖ νά μᾶς διαφεύγει αὐτό πού πάντοτε λέει καί ψέλνει ἡ Ἐκκλησία μας «γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι Χριστός ὁ Κύριος»; Ἀπλῶς χρειάζεται νά στρέφουμε λίγο τή θέλησή μας πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ νά ἀγκυροβολοῦμε τήν καρδιά μας, ὥστε νά ἔχουμε αὐτήν τήν πνευματική ἐμπειρία: τήν ἄνθηση μέσα μας τῆς νοερῆς αἴσθησης πού θά μᾶς κάνει νά πατᾶμε καί μέ τά δύο πόδια, τό σωματικό καί τό πνευματικό, στή γῆ.
Καί πέραν τούτου: ἡ παρατήρηση τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου περί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνδύματος τῆς ἁγίας Βαρβάρας κατά τό μαρτύριο τῆς γύμνωσής της, μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά θυμηθοῦμε ὅτι τελικῶς ὄχι μόνον ἡ ἁγία Βαρβάρα κι οὔτε μόνον στό μαρτύριό της, ἀλλά σέ ὅλη της τή ζωή, ὅπως καί στή δική μας ζωή, ὑπάρχει τό ἔνδυμα, τό ἀληθινό καί πραγματικό, μέ τό ὁποῖο ὅλοι οἱ βαπτισμένοι εἴμαστε ἐνδεδυμένοι. Καί μιλᾶμε γιά τόν ἴδιο τόν Κύριό μας, ὁ Ὁποῖος Αὐτός ἀπό τήν ὥρα πού βαπτιστήκαμε μᾶς ἐνέδυσε μέ τόν Ἑαυτό Του καί περιμένει τή λαμπρότητα αὐτή τοῦ ἐνδύματός μας νά τήν κρατᾶμε καθαρή καί ἀνέγγιχτη. Διότι «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Κι ἄν τελικῶς ἔχει κάποια σημασία ἡ ἀναφορά στόν βίο τῆς ἁγίας Βαρβάρας, ἄν ἔχει κάποια σημασία ἡ ἀναφορά στούς ἁγίους μας εἶναι γιά νά περπατᾶμε μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο στόν κόσμο πού ἐπέτρεψε ὁ Χριστός μας νά βρεθοῦμε, ὥστε νά εἴμαστε μία ἄλλη μορφή καί παρουσία Ἐκείνου. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ζωή τῶν ἁγίων μας, ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, νά εἶναι καί ζωή δική μας.

(ε) Ἡ τιμωρία τοῦ πατέρα τῆς ἁγίας, Διοσκόρου.

Ἴσως δέν θά πρέπει νά ἀφήσουμε ἀσχολίαστο τό γεγονός τῆς ἄμεσης καί παραδειγματικῆς τιμωρίας τοῦ σκληρόκαρδου πατέρα τῆς ἁγίας. Εὐθύς ὡς ἀποτελειώνει τή θυγατέρα του, τελειώνει καί ὁ ἴδιος, μέ κεραυνό πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νά ἐπιπέσει πάνω του. Πρόκειται γιά ἐπέμβαση τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τά πάντα καί ἐπεμβαίνει διακριτικά, χωρίς κατάργηση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, στά πάντα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ξεκάθαρα τό τόνισε: «Εἰ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» Κι ἀλλοῦ: «καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι, ἠριθμημέναι εἰσί». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θά τό πεῖ μέ τόν δικό του τρόπο: «Τά πάντα ἐξ αὐτοῦ καί δι’ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν ἔκτισται»· «τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε». Ὅλα πηγάζουν ἀπό τόν Θεό, στέκονται ἀπό Ἐκεῖνον, ἀναφέρονται ὡς τελική ἀναφορά σ’ Ἐκεῖνον. Λοιπόν, ὁ Θεός ἐπέτρεψε μέσα στήν ἄπειρη σοφία Του καί τίς ἀπροσδιόριστες βουλές Του ὁ πατέρας τῆς ἁγίας νά ὑποστεῖ ἀμέσως τά ἐπίχειρα τῶν δαιμονικῶν ἐνεργειῶν του. Δέν συμβαίνει ἀσφαλῶς τό ἴδιο σέ ὅλους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού κινοῦνται παρομοίως ὡς ὄργανα τοῦ Πονηροῦ, καί ὅμως ὁ Θεός τούς ἀφήνει. Γιατί; Διότι προφανῶς βλέπει ὡς παντογνώστης ὅτι ἔχουν περιθώρια μετανοίας. Καί σ’ αὐτό στοχεύει. Γιατί εἶναι ὁ Πατέρας πού ἀγαπᾶ τούς πάντες καί θέλει ὅλοι νά βρεθοῦν σωσμένοι μέσα στήν ἀγκαλιά Του. «Ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Ὁπότε μέ τόν Διόσκορο φαίνεται ὅτι δέν ὑπῆρχε σ’ αὐτόν περιθώριο μετανοίας. Ἡ περαιτέρω ζωή του θά ἦταν μία αὔξηση τῶν κακιῶν του, μία ἐπιβεβαίωση τῆς ὑποταγῆς του στούς δαίμονες, γι’ αὐτό καί ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ κεραυνοπληκτισμοῦ νά μπεῖ ἕνα τέρμα στήν κακή πορεία του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Θεοῦ, ἡ παραχώρηση αὐτή θανάτου τοῦ Διόσκορου, συνιστᾶ καί πάλι μία ἔκφραση τῆς ἀγάπης Του: Νά μή συνεχίζει αὐτός νά ἁμαρτάνει. Δέν μᾶς θυμίζει ἡ ἐπισήμανση αὐτή τή θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε τόν θάνατο στούς πρωτοπλάστους – διότι δέν δημιουργήθηκαν γιά νά πεθάνουν – προκειμένου νά μή γίνει ἀθάνατο τό κακό; «Ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ὁπότε, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, σέ ὅλα: καί στό μαρτύριο τῆς ἁγίας, ἀλλά καί στό ἄσχημο τέλος τοῦ πατέρα της, ἐπισημαίνουμε καί διαγιγνώσκουμε τήν ἀνεξιχνίαστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι ἴσως τό τέλος τοῦ Διοσκόρου νά ἦταν μία ἀπάντηση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου στήν ἀγαπημένη του ἁγία Βαρβάρα: νά μή συνεχιστεῖ ἡ κακότητα τοῦ πατέρα της, τόν ὁποῖο ἐκείνη συνέχιζε νά ἀγαπᾶ. Καί γι’ αὐτό εἴμαστε βέβαιοι ὄχι μόνο γιά τή μεγαλωσύνη τῆς ἀγίας, ἀλλά γιά τό ὑπερμέγιστο τῆς ἁγιότητάς της: μαρτυρεῖ ἀπό ἀγάπη γιά τόν Κύριο, προσεύχεται γιά τούς διῶκτες της, περισσότερο πονάει ὅμως καί προσεύχεται γιά τόν πατέρα της. Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ πατέρας σου σέ πεθαίνει, τότε τό μαρτύριο διπλασιάζεται. Ὑποκλινόμαστε στή νεαρή κόρη Βαρβάρα. Τό μεγαλεῖο της πράγματι μᾶς ξεπερνᾶ. Τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά τήν δοξολογοῦμε καί νά τήν παρακαλοῦμε νά εὔχεται καί γιά ἐμᾶς τούς ταπεινούς καί ἀναξίους.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ





῾῾Ως φαεινόν σε φωστῆρα, Πάτερ Σεραφείμ, γινώσκομεν καί ἱεράρχην θεῖον τῆς σεπτῆς ᾽Εκκλησίας...᾽

 Τρεῖς πολύ μεγάλες προσωπικότητες ἑορτάζει σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας. Τρεῖς ἁγίους πού ὁ καθένας σφράγισε θά λέγαμε τήν ἐποχή του εἴτε μέ τή θεολογική του προσφορά εἴτε μέ τήν ἁγιασμένη βιοτή καί τό μαρτύριό του: τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη Δαμασκηνό, τόν θεολόγο τῶν εἰκόνων, αὐτόν πάνω στόν ὁποῖο βασίστηκε καί ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος γιά νά δώσει ἀπάντηση στήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας· τήν ἁγία μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα πού ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς της στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό προκάλεσε καί τόν ἴδιο τόν πατέρα της, ἀπό τό μιαρό χέρι τοῦ ὁποίου ἔφυγε μαρτυρικά ἀπό τή ζωή αὐτή· τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα καί θαυματουργό Σεραφείμ, ἀρχιεπίσκοπο Φαναρίου καί Νεοχωρίου, τό ῾καύχημα τῶν μαρτύρων καί τῶν ἱεραρχῶν᾽ κατά τόν ὑμνογράφο τῆς ᾽Εκκλησίας μας.  Στόν τελευταῖο ἰδιαιτέρως θά ἐπικεντρώσουμε σήμερα τήν προσοχή μας, αὐτός θά εἶναι τό ἀντικείμενο τῆς ταπεινῆς ὁμιλίας μας.

 1. Δέν θά ποῦμε δικά μας στοχαστικά λόγια πάνω στόν ἅγιο ἱερομάρτυρα. Θεωροῦμε πιό ἐνδιαφέρον, πιό ἐπωφελές καί πιό  ἐκκλησιαστικό ἴσως νά ἀκολουθήσουμε τά βήματα τοῦ καλοῦ ὑμνογράφου του, ἱερομονάχου ᾽Αναστασίου τοῦ Γορδίου, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἔμπνευση καί τή χαριτόβρυτη γραφίδα του μᾶς δίνει τήν ὅραση τοῦ βάθους τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου καί ὅσο ζοῦσε στή στρατευόμενη τοῦ κόσμου τούτου ᾽Εκκλησία, ἀλλά καί στή δόξα τοῦ Οὐρανοῦ.

Ποιά εἶναι ἡ εἰκόνα πού μᾶς παρουσιάζει γιά τόν ἅγιο Σεραφείμ ὁ ὑμνογράφος; Θά εἴμαστε κατ᾽ ἀνάγκην πολύ ἐπιλεκτικοί: ῾Ο ἅγιος εἶναι τριπλά στεφανωμένος ἀπό τόν Κύριο, στό ἅρμα τοῦ ὁποίου ἐντάχτηκε κι αὐτός μαζί μέ τό πλῆθος τῶν ἄλλων ἁγίων καί μέ τό ὁποῖο ὁ Κύριος περιπολεῖ τόν κόσμο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου (Δοξαστικό τῶν αἴνων). Ποιό τό τριπλό στεφάνι του; (α) τό στεφάνι τῆς ἀσκητικῆς κατά Χριστόν διαγωγῆς του, (β) τό στεφάνι τῆς ἱερωσύνης του, (γ) τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματός του. Μέσα σ᾽ αὐτό τό στεφάνωμα βρίσκεται ὅλη ἡ ὀμορφιά τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου. Κατά πῶς τό λέει μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ ὑμνογράφος: ῾᾽Απέκτησες τήν ὀμορφιά τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀσκητικούς σου κόπους καί χρίστηκες μέ τό ἱερατικό χρίσμα, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχτηκες δοχεῖο τῆς ὑπέρφωτης ἁγίας Τριάδος, χάριν τῆς ὁποίας ἔχυσες καί τό αἷμα σου πρόθυμα, πανσέβαστε Σεραφείμ. Γι᾽ αὐτόν τόν λόγο καί ἔλαβες ἀπό αὐτήν τρίπλοκο τό ἀμαράντινο στεφάνι καί ἔχεις παρρησία  νά πρεσβεύεις ὑπέρ ἡμῶν πού τιμοῦμε τήν ἀεισέβαστη μνήμη σου᾽ (῾᾽Ασκητικοῖς πόνοις ὡραϊθείς, καί ἱερατικοῖς χρισθείς χρίσμασι, δοχεῖον τῆς ὑπερφώτου ἐδείχθης Τριάδος, ὐπέρ ἧς καί τό αἷμά σου προθύμως ἐξέχεας, Σεραφείμ παναοίδιμε, διό καί παρ᾽ αὐτῆς τρίπλοκον τόν ἀμαράντινον στέφανον ἔλαβες καί παρρησίαν ἔχεις πρεσβεύειν ὑπέρ ἡμῶν, τῶν τιμώντων τήν ἀεισέβαστον μνήμην σου᾽) (Δοξαστικό μικροῦ ἑσπερινοῦ).

Πράγματι, τά στοιχεῖα τῆς ζωῆς του ἐπιβεβαιώνουν ἀπολύτως τά τρία στεφάνια του:
(α) ὁ ἅγιος ῾ἀφιερωμένος στόν Θεό ἀπό βρέφους σάν ἄλλος προφήτης  Σαμουήλ᾽ (ὠδή δ´) γεννήθηκε στό χωριό Μπαιζήλα τῆς Θεσσαλικῆς γῆς, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐναρέτους, τόν Σωφρόνιο καί τή Μαρία, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον φρόντισαν νά τόν μορφώσουν μέ τή θύραθεν λεγόμενη παιδεία, ἀλλά κυρίως μέ τήν ἐκκλησιαστική. Τά γράμματα τοῦ Θεοῦ μάλιστα τόσο πολύ κατάνυξαν τήν ἁγνή καρδιά τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ὥστε θέλησε νά ἀφιερωθεῖ πλήρως στό Θεό, γενόμενος μοναχός στό μοναστήρι τῆς Θεοτόκου ῾Κρύα Πηγή᾽. ᾽Εκεῖ κατεξοχήν φάνηκε ἡ ἀσκητική του ἔφεση καί διαγωγή: ἀποδύθηκε σέ μεγάλους ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι συγκεφαλαιώνονταν σέ ὅ,τι ὑποσχέθηκε κατά τή μοναχική του κουρά: νά ζήσει δηλαδή ἐν παρθενίᾳ, ἐν ἀκτημοσύνῃ καί κυρίως ἐν ὑπακοῇ. ῞Ο,τι μέ ἄλλα λόγια ζοῦσε καί πρό τῆς ἐντάξεώς του στό μοναστήρι, τό ἴδιο, ἀλλά σέ πολλαπλάσιο βαθμό, τό ἔκανε πράξη ζωῆς μέσα σέ αὐτό. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ἀναμενόμενο καί προφανές: καθάρισε ὅσο ἦταν ἀνθρωπίνως δυνατό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του, καθιστάμενος ἔτσι ῾σκεῦος τοῦ ἁγίου Πνεύματος᾽ -  Σκεῦος ἀπετέλεσας σαυτόν Πνεύματος ῾Αγίου, τρισμάκαρ, καθάρας σου τήν ψυχήν᾽ μέ τά ἴδια τά λόγου τοῦ ἱερομονάχου ᾽Αναστασίου (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ) - ὁπότε ῾ἀνῆλθε στό ῎Ορος τῆς ἀληθινῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ καί ἄστραψε στήν καρδιά του τό προαιώνιο φῶς ᾽Εκείνου᾽ (῾᾽Ανῆλθες, μακάριε, τῆς ἀληθοῦς, Πάτερ, γνώσεως εἰς ῎Ορος καί ἤστραψε τό προαιώνιον φῶς τῇ καρδίᾳ σου᾽) (ὠδή α´).

(β) ῾Η λάμψη τῆς ζωῆς του δέν ἔμεινε κρυφή. ῾Η ᾽Εκκλησία μας διά τῶν ὀργάνων της ἐπεσήμανε τόν θησαυρό τῆς καρδιᾶς τοῦ ἁγίου καί τόν κάλεσε στό ὑπερμέγιστο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καί τῆς ἀρχιερωσύνης, καθιστώντας τον ποιμένα τῆς ἐπαρχίας Φαναρίου καί Νεοχωρίου. Γιατί στεφανώθηκε ὅμως ἀπό τόν Κύριο καί ὡς ἱεράρχης; Διότι ἀφενός συνέχισε τήν ἴδια ἀσκητική ζωή καί ὡς ἀρχιερέας, ἀφετέρου ἀναλώθηκε ἐν ἀγάπῃ στή διακονία τοῦ ποιμνίου του. ῾Ο ὑμνογράφος του δέν παύει νά τονίζει τόν ἐν χάριτι πλούσιο λόγο τοῦ ἁγίου, μέ τόν ὁποῖο ἄρδευε στίς δύσκολες ἡμέρες πού ζοῦσαν ὅλοι τότε τίς ψυχές τῶν πιστῶν του, ὅπως καί τήν ἀδιάκοπη ὑπηρεσία ἀγάπης πού τούς πρόσφερε. ῏Ηταν ῾ὁ ποιμήν ὁ καλός᾽ πού ῾τήν ψυχήν του ἔθετο ὑπέρ τῶν προβάτων᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου. ῾Μέ τά νάματα τῶν δογμάτων τοῦ Χριστοῦ, ἱερομάρτυς Σεραφείμ, ἄρδευσες ὅλη τήν ποίμνη σου, καί ἔσπειρες σ᾽ αὐτήν τόν ἔνθεο σπόρο, ἐνῶ μέ τά χρώματα τῶν ἀρετῶν τήν ἐλάμπρυνες᾽ (῾Νάμασι Χριστοῦ οἰκείαν ποίμνην δογμάτων, ἱερομάρτυς, πᾶσαν ἤρδευσας, καί σπόρον τόν ἔνθεον ταύτῃ ἐγεώργησας, καί ἀρετῶν τοῖς χρώμασι ταύτην ἐλάμπρυνας᾽) (ὠδή η´).

᾽Εκεῖ ὅμως πού ἔνιωθε ὁ ἅγιος ὅτι πραγματοποιεῖ τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης του καί καταξιώνεται ὡς χριστιανός καί ἄνθρωπος ἦταν ὅταν τελοῦσε τή θεία λειτουργία. Ποτέ δέν σταμάτησε νά λειτουργεῖ καί νά προσφέρει τήν ἀναίμακτη λατρεία, μέχρις ὅτου καί ὁ ἴδιος ἔγινε θῦμα, προσφερόμενο στόν Θεό διά τοῦ μαρτυρίου του, συνεχίζοντας συνεπῶς μέ ἄλλον τρόπο τή λατρευτική του ἀναφορά στόν Κύριο καί προεκτείνοντάς την καί μετά τόν θάνατό του ἐνώπιον τοῦ Θείου θυσιαστηρίου. ῾Η ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἐπ᾽ αὐτοῦ εἶναι σαφής: ῾῾Υπῆρξες ὑπηρέτης τῶν Μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί οἰκονόμος τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Σεραφείμ. Διότι πολλές φορές ἱερουργώντας τελοῦσες τήν ἀναίμακτη θυσία κι ἀκόμη πρόσφερες τόν ἑαυτό σου στόν Θεό σάν καθαρή προσφορά μέ τό νά  γίνεις  θῦμα καί θύτης᾽ (῾῾Υπουργέ τῶν τοῦ Θεοῦ Μυστηρίων, καί οἰκονόμε τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος, σύ γάρ ἱερουργῶν πολλάκις, τήν ἀναίμακτον θυσίαν ἐτέλεις, καί σαυτόν προσήγαγες τῷ Θεῷ ἱερεῖον ἄμωμον, θῦμα καί θύτης γενόμενος, ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Σεραφείμ᾽) (λιτή). Καί ἀλλοῦ: ῾Πρόσφερες, Πατέρα, τή θεία ἀναίμακτη θυσία, πρῶτα, κι ὕστερα πρόσφερες τόν ἑαυτό σου θυσία στόν Κύριο, ὅπως ποθοῦσες, μέ τό αἷμα σου᾽ (῾Τήν θείαν, Πάτερ, προσέφερες ἀναίμακτον θυσίαν τό πρότερον, καί νῦν τό δεύτερον, σαυτόν θυσίαν προσήγαγες Κυρίῳ, ὡς ἐπόθεις διά τοῦ αἵματος᾽) (ωδή ς´).

(γ) Κι ἀκριβῶς τό τελευταῖο τοῦτο ἐξηγεῖ καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου του. ῾Ο ἄγιος ἑτοιμασμένος σχεδόν ῾ἐκ κοιλίας μητρός᾽ ἐπιθυμοῦσε νά δώσει καί τή ζωή του γιά τόν Κύριο. ῞Ο,τι ἦταν καί εἶναι φοβερό καί ἀπευκταῖο γιά τούς πολλούς: ὁ ἴδιος ὁ θάνατος, ἦταν ἐπιθυμητό καί ἀφορμή χαρᾶς γιά ἐκεῖνον. ῎Οχι γιά λόγους ἀσφαλῶς ἀπελπισίας, ὄχι γιά λόγους κατάθλιψης, ἀλλά γιά λόγους ἀγάπης πρός τόν Χριστό. Αὐτό δέν λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, φανερώνοντας τή χάρη πού εἶχε, ὅτι ῾ἔχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι᾽; Αὐτό δέν θέτει καί ὡς ὅριο ἁγιότητος ὁ μέγας ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος, ὅταν σημειώνει ὅτι ῾ὁ ἀληθινός ἅγιος ἐπιθυμεῖ καθ᾽ ἡμέραν τόν θάνατον᾽; ῾Ο ἅγιος Σεραφείμ λοιπόν δέν τρόμαζε μπροστά στόν θάνατο. Τόν θεωροῦσε γέφυρα πού θά τόν φέρει μία ὥρα γρηγορότερα στόν ἀγαπημένο του Κύριο, ἀποδεικνύοντας ἔμπρακτα συνεπῶς ὅτι τό κέντρο βάρους τῆς ζωῆς του ἦταν ᾽Εκεῖνος.  Γι᾽ αὐτό καί ὅταν ἦλθε αὐτή ἡ ὥρα, μέ τρόπο πράγματι ἀπάνθρωπα σκληρό ἀπό τούς δαιμονοκίνητους ᾽Αγαρηνούς, ἀναγάλλιασε ἡ ψυχή του. Μέ δραματική ἔνταση καί λυρισμό ὑψηλό, πού θυμίζει τίς ἐπιστολές τοῦ μεγάλου ἀποστολικοῦ Πατέρα ἁγίου ᾽Ιγνατίου τοῦ θεοφόρου καθώς ὁδηγεῖτο στό μαρτύριο,  ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής ἀναφέρει γιά τόν ἅγιο Σεραφείμ: ῾ὅταν πάρθηκε ἡ ἀπόφαση γιά θάνατο ἐναντίον σου ἀπό τόν πρόεδρο τῆς πλάνης, Πάτερ Σεραφείμ, ἐσύ μέ χαρά ἔλεγες στούς ἀπίστους: τί ἀργοπορεῖτε, ἄφρονες, προκειμένου νά μέ ὁδηγήσετε πράγματι στόν Κύριο σάν θύμα καί καθαρή θυσία; Βιάζομαι νά φθάσω στόν Οὐρανό, γιά νά δοξάσω μαζί μέ τούς ἀγγέλους τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό ῞Αγιον Πνεῦμα᾽ (῾῞Οτε ἀπεφάνθη κατά σοῦ, παρά τοῦ τῆς πλάνης προέδρου, ἡ τελευτή Σεραφείμ, τότε χαίρων ἔλεγες, Πάτερ, τοῖς ἔξωθεν: τί βραδύνετε, ἄφρονες, προπέμπειν Κυρίῳ, θῦμα καί ἀμώμητον θυσίαν ὡς ἀληθῶς; ῎Ανω γάρ ἐπείγομαι φθάσαι, ὅπως σύν ᾽Αγγέλοις δοξάσω Λόγον σύν Πατρί καί Πνεῦμα ῞Αγιον᾽) (στιχηρό προσόμοιο ἑσπερινοῦ).

Μέ ψεύτικες κατηγορίες, ὅτι δηλαδή συμμετεῖχε στίς ἐπαναστατικές ἐνέργειες τοῦ Λαρίσης Διονυσίου κατά τῶν Τούρκων, τόν κτύπησαν βάναυσα, τοῦ ἔκοψαν τή μύτη σέ λεπτά κομμάτια, κοκκινίζοντας ἀπό τό αἷμα του τόν γύρω του χῶρο, τόν ἔκλεισαν στή φυλακή ἀφήνοντάς τον ἄσιτο καί χωρίς νερό. Κι ὅταν τόν ἔβγαλαν μετά ἀπό ἡμέρες, πιστεύοντας ὅτι τό φρόνημά του θά εἶχε καμφθεῖ, βρέθηκαν στήν πιό μεγάλη ἔκπληξη: ὁ ἅγιος ἦταν περισσότερο θαρραλέος, περισσότερο ἀποφασισμένος ἀπό πρίν, μέ διάθεση νά τούς μεταστρέψει στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ τήν ἀληθινή. ῾Η στάση του βεβαίως αὐτή ἐξῆψε πιό πολύ τήν ὀργή τῶ κριτῶν καί τυράννων του: διέταξαν νά ἁπλωθεῖ τό σῶμα του ἀπό τίς ἄκρες τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του, νά τοῦ βάλουν στήν κοιλιά τεράστιο βάρος, νά τοῦ ξεσκίσουν τίς σάρκες καί νά τοῦ δώσουν νά πιεῖ μίγμα ἀπό νερό, ξύδι καί ἄμμο. Κι ὅταν ἐκεῖνος ἀντί νά λυγίσει γιγάντωσε καί θέριεψε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τούς προκαλοῦσε λέγοντας νά συνεχίσουν τήν προσφορά τῆς θυσίας του, δέχτηκε τό τελικό καί ἀποφασιστικό κτύπημα: τόν ἀνασκολοπισμό του, τό σούβλισμά του, μέ τό ὁποῖο καί ἄφησε τήν τελευταία του πνοή ἐπί τῆς γῆς.
Τόν ἄφησαν ἔτσι ἐκτεθειμένο, ὁπότε καί τοῦ ἔκοψαν τήν τιμία κεφαλή, τήν ὁποία μαζί μέ ἄλλες ἄλλων μαρτύρων ἐπιδείκνυαν στούς ὑπόδουλους πρός ἐκφοβισμό. Καί ὤ τοῦ θαύματος! ῾Αλιεῖς τή νύκτα ἔβλεπαν πύρινο στύλο ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ ἁγίου (ὠδή ζ´), ἡ ὁποία μάλιστα  ἀπό τή θέση τοῦ πρός δυσμάς προσανατολισμοῦ της ἄλλαζε θέση, στρεφομένη πρός ᾽Ανατολάς (ὠδή ε´). Τό θαῦμα ἦταν προφανές. ᾽Εν τέλει κάποιοι ἔκλεψαν τήν κάρα του καί τήν πούλησαν στό μοναστήρι του τῆς ῾Κρύας Πηγῆς᾽ Θεοτόκου, πού ἔκτοτε, κατά τόν συναξαριστή, τήν κατέχει ὡς τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό του.

2. Τριπλός στέφανος λοιπόν γιά τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα. Κι εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο πού ἐξηγεῖ καί τή μεγάλη θέση του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾Συμβασιλεύει τῷ Χριστῷ᾽ ὁ ἅγιος, καί πάλι κατά τόν ὑμνογράφο του (λιτή), γενόμενος ἴδιος Σεραφείμ. ῾Παίζει᾽ κατά κάποιο τρόπο ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου, γιά νά δηλώσει ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἅγιος ἔγινε αὐτό πού σημαίνει τό ὄνομά του: θρόνος Κυρίου μέ διαρκή τή δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του. Οἱ στίχοι στό συναξάρι του εἶναι ἀποκαλυπτικοί: ῾᾽Απῇρεν ἐκ γῆς καί Σεραφείμ τοῖς ἄνω, θρόνος Σεραφείμ Κυρίου ὅπως γένῃ᾽ (῎Εφυγε ἀπό τή γῆ πρός τόν Οὐρανό ὁ Σεραφείμ, γιά νά γίνει σάν τά Σεραφείμ: θρόνος Κυρίου).

᾽Αλλά τό τριπλό στεφάνωμά του ἐξηγεῖ ἐπίσης καί τή δύναμη τῆς θαυματουργίας του. ῾Ο ἅγιος γενόμενος φανέρωση τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ὕπαρξη διάφανη πού ἐξακτινώνει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, μεταφέρει ἀενάως τή δύναμη τῆς ἐνεργείας ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά τόν ἐπικαλεῖται καί νά μή βλέπει τή θαυμαστή παρουσία του. ῾Η παρρησία τοῦ ἁγίου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παρρησία τῶν μεγάλων ἁγίων μαρτύρων πού ξέρουμε, σάν τῶν ἁγίων Γεωργίου, Δημητρίου, Βαρβάρας, Παρασκευῆς. Καί δέν ἐνεργεῖ ἀσφαλῶς ἡ χάρη τοῦ ἁγίου μέ θαυμαστό τρόπο μόνο στούς κατοίκους τῆς πατρίδος του καί τῆς ἐπισκοπῆς του, ἀλλά σέ ὅλη τήν ῾Ελλάδα καί σέ ὅλον τόν κόσμο. ᾽Αρκεῖ κανείς νά τόν ἐπικαλεστεῖ ἐν πίστει. ῾῾Ο τῶν ᾽Αγράφων λαός καί ἡ ῾Ελλάς πᾶσα ἐγκαυχῶνται, ὡς μυριάκις τοῦ κακοῦ λυτρούμενοι᾽ (῾Ο λαός τῶν ᾽Αγράφων καί ὅλη ἡ ῾Ελλάδα καυχῶνται, διότι ἄπειρες φορές λυτρώθηκαν ἀπό τό κακό) (λιτή). ῾Οὐδείς ἐστιν οὐ λαμβάνων ψυχῆς τε καί σώματος τάχει τήν ἴασιν᾽ (Κανείς δέν ὑπάρχει πού δέν λαμβάνει γρήγορα ἀπό τόν ἅγιο Σεραφείμ τήν ἴαση καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος᾽) (ὠδή α´).

᾽Εκεῖ ὅμως πού ἀποκορυφώνεται κατά τόν ὑμνογράφο μας ἡ θαυματουργία τοῦ ἁγίου εἶναι μέ ὅ,τι προσφέρει ἡ τιμία κάρα του. Κατεξοχήν αὐτή ἔγινε ἡ πηγή τῶν ἰάσεων, τρόπον τινά μία νέα κολυμβήθρα Σιλωάμ, ὄντως ἰατρεῖο καί θεραπευτήριο μέγιστο, ἡ ὁποία σώζει μέν ἀπό τίς διάφορες παθήσεις, κυρίως ὅμως ἀπό τίς λοιμικές νόσους, ἐνῶ λειτουργεῖ παράλληλα ὡς ἀνάχωμα γιά τήν πλανεμένη πίστη τῶν ᾽Αγαρηνῶν. ῾Σεραφείμ παμμακάριστε, ἀνυμνοῦμε μέ εὐσέβεια τήν πανένδοξη καί θεόστεπτη κάρα σου, τήν ὁποία ἔδωσες σέ ἐμᾶς τά παιδιά σου γιά τήν ἴαση τῶν δεινῶν μας παθῶν, ἐξαιρέτως ὅμως, ῞Αγιε, γιά τήν ἐκδίωξη τῆς φοβερῆς καί πολύφθορης λοιμικῆς νόσου᾽ (῾Σεραφείμ παμμακάριστε, εὐσεβῶς ἀνυμνοῦμέν σου, Κάραν τήν πανένδοξον καί θεόστεπτον, ἥν τοῖς σοῖς τέκνοις ἡμῖν σοφέ, παρέσχες εἰς ἴασιν τῶν δεινῶν ἡμῶν παθῶν, ἐξαιρέτως δέ, ῞Αγιε, πρός ἐκδίωξιν λοιμικῆς, τῆς δεινῆς καί πολυφθόρου᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾Θραῦσον τά φρυάγματα τῆς ῎Αγαρ, εὐχαῖς σου, Πάτερ᾽) (ωδή ε´).

3. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ὑπῆρξε ἡ αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς θαυμαστῆς πορείας τοῦ ἁγίου καί ὅλων τῶν θαυμασίων πού ἐνεργεῖ; Ποιά ἡ θεμελιακή δύναμη, χωρίς τήν ὁποία δέν θά γινόταν τίποτε στή ζωή του καί θά περνοῦσε κι αὐτός ἀπαρατήρητος σάν ἕνας ἀπό τούς πολλούς τοῦ κόσμου τούτου; Τίποτε περισσότερο ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουμε στή ζωή ὅλων τῶν ἁγίων καί συνεπῶν πιστῶν ἀνά τούς αἰῶνας: ἡ θερμή πίστη του καί ἀγάπη του πρός τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῎Αν ὁ ἅγιος Σεραφείμ ἅγιασε, ἄν στεφανώθηκε ἀπό τόν Θεό τόσο πολύ, ἄν μύρια θαύματα ἔγιναν καί γίνονται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του, ἄν ἄντεξε βεβαίως στά τόσα μαρτύρια χωρίς καθόλου νά δυσανασχετήσει ἀπέναντι στούς δημίους του, πολλῷ δέ μᾶλλον νά τούς μισήσει καί στό παραμικρό - εἶναι συγκινητική ἡ ἀναφορά τοῦ ὑμνογράφου στό σημεῖο αὐτό ὅτι ὁ ἅγιος ὁδηγεῖτο στό μαρτύριο σάν τόν Χριστό, σάν ἀρνί ἄκακο καί σιωπηλό δηλαδή: ῾῾Ο μέγας τοῦ Χριστοῦ ἱερεύς τε καί θύτης, ὡς θῦμα πρός σφαγήν ἀπαγόμενος πάντως, οὐδ᾽ ὅλως ἐκραύγαζεν, οὔτε ἕλκουσιν ἤχθετο, ἐκμιμούμενος τόν ὡς ἀμνόν σιωπῶντα πρός τόν κείραντα καί ἑκουσίως παθόντα, Χριστόν τόν φιλάνθρωπον᾽ (κάθισμα ὄρθρου) - ἦταν γιατί ἀκριβῶς ἡ καρδιά του ἦταν πυρωμένη ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη ᾽Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος πρῶτος τόν ἀγάπησε καί τοῦ ἔδωσε τή χάρη τῆς ἀντίστοιχης μέ Αὐτόν ἀγάπης. ῾᾽Ενδόξως ἤθλησας καί ἐξέχεας ἀφορήτως βασάνοις δι᾽ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ τό αἷμά σου, παρ᾽οὗ τό στέφος ἀπείληφας᾽. ῾Σεραφείμ, τό σόν αἷμα ἔχυσας θερμῶς δι᾽ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, διό καί νῦν δοξάζει σε᾽ (στιχηρά ἑσπερινοῦ). ῾Τήν πίστιν ὡς ἄγκυραν, ἐλπίδα ὥσπερ θώρακα ἔχων, τήν ἀγάπην, Θεοφόρε, βεβαίαν βάσιν, δι᾽ ἧς ἀνέδραμες χαίρων πρός Χριστόν᾽ (ὠδή ε´).

4. Δέν θέλουμε νά μακρηγορήσουμε. ᾽Αλλά δέν εἶναι δυνατόν νά ἔλθει κανείς σ᾽ ἐπαφή μέ τή φωτεινή καί ὑψηλή καί μαρτυρική ζωή τοῦ ἁγίου καί νά μή κατανυχθεῖ στήν καρδιά καί νά μή προκληθεῖ νά κάνει ἕνα ἀπό τά δύο πού λέει γιά παρόμοιες περιπτώσεις ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος:
Πρῶτον· ἤ νά φύγει πληγωμένος μ᾽ ἕνα βέλος στήν καρδιά, ὥστε στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ νά κάνει στή δική του ζωή τά ἀντίστοιχα μέ τόν ἅγιο, δηλαδή:
- νά γιγαντώσει τήν πίστη του καί τήν ὁμολογιακή τῆς πίστεως αὐτῆς διάθεσή του, εἰδικά σήμερα πού ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ προκαλεῖται γιά μία ἀκόμη φορά καί ἀμφισβητεῖται ἀπό σύγχρονους νέους ῾᾽Αγαρηνούς᾽, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι αὐτοί συνιστοῦν τούς κυριάρχους τῆς ζωῆς (τό παράδειγμα μάλιστα τοῦ ἁγίου δείχνει ὅτι ὅσο αὐτοί βάλλουν κατά τῆς πίστεως τόσο αὐτή θεριεύει καί μεγαλουργεῖ, σάν τήν κάρα τοῦ ἁγίου πού ἀποκοπεῖσα κατέφερε ἀποφασιστικό πλῆγμα κατά τῆς κεφαλῆς τοῦ ἰοβόλου δράκοντος διαβόλου (῾τήν κάραν ἀφαιρεθείς, τοῦ πονηροῦ καί ἀρχεκάκου δράκοντος τήν ἰοβόλον κεφαλήν κατέαξας καί συνέτριψας᾽) (λιτή))·
- έπειτα· εἴτε κληρικός εἶναι κανείς εἴτε λαϊκός πιστός νά νιώσει ὅτι τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας βρίσκεται κατεξοχήν στό μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, κατά τό παράδειγμα καί πάλι τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος πρόσφερε ἀδιάκοπα ὅσο ζοῦσε τήν ἀναίμακτη θυσία στόν Τριαδικό Θεό καί συνέχισε νά τήν προσφέρει μέ τήν προσφορά τοῦ αἵματός του, εὑρισκόμενος πιά ὡς λειτουργός ἐνώπιον τοῦ ὑπερουρανίου θυσιαστηρίου, πού σημαίνει ὅτι στή λειτουργική ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας μας βρίσκουμε τόν ἀληθινό ἑαυτό μας·
- κι ἀκόμη· νά συναισθανθοῦμε ὅτι πηγή τῶν πάντων στήν πνευματική ζωή εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό, πού ἐκδηλώνεται ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καί προϋποθέτει ζωή ἄσκησης καί ἐγκρατείας, ὥστε ὁ νοῦς καί οἱ αἰσθήσεις μας νά καθαρθοῦν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά φωτιστοῦν ἀπό αὐτήν καί, ἄν ἐπιτρέψει ᾽Εκεῖνος, νά φτάσουν νά ψηλαφήσουν ἔστω καί ἐπ᾽ ἐλάχιστον τή χαρισματική θέωσή μας.
Δεύτερον, ἄν δέν μπορεῖ κανείς λόγω ἀδυναμίας ἤ φόβου νά φύγει μέ τό βέλος αὐτό τοῦ ἐνθουσιασμοῦ ὥστε νά ἀποδυθεῖ σ᾽ ἕναν τέτοιο σωτήριο ἀγώνα γιά τόν ἴδιο καί τούς συνανθρώπους του σάν τόν ἅγιο Σεραφείμ, τουλάχιστον νά σκύψει τό κεφάλι ἐν μετανοία, νά ὁμολογήσει τήν πνευματική του ἔνδεια, νά ταπεινωθεῖ ἐκζητώντας τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Κι ἴσως τότε γίνει ἵλεως καί γι᾽ αὐτόν ὁ Κύριος, λέει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Σιναΐτης, γιά νά μή ποῦμε ὅτι θά φτάσει καί τόν πρῶτο.
Εἴτε πάντως στή μία εἴτε στήν ἄλλη περίπτωση ὁ ἅγιος ἐνεργεῖ χαρισματικά: συνιστᾶ ὅριο πάνω στό ὁποῖο κρίνεται ἡ ζωή καί ἡ συνείδησή μας. Κι αὐτό τελικῶς ἴσως εἶναι καί τό νόημα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Σεραφείμ καί ὅλων τῶν ἁγίων. ῾Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος᾽ δέν λέει καί τό πατερικό λόγιο;

 Τιμώντας τόν ἅγιο δέν προσθέτουμε ἀπολύτως τίποτε στή δική του χάρη καί δόξα. ᾽Εμεῖς ἀντιθέτως στόν βαθμό πού τόν τιμοῦμε αὐξανόμαστε πνευματικά καί ὡραϊζόμαστε ψυχικά. ῞Οπως σημειώνει κι ὁ ποιητής ὑμνογράφος: ῾Οἱ πολύφωνες γλῶσσες τῶν ρητόρων ἄς κινηθοῦν πρός δοξολογία τοῦ μάρτυρα, ὄχι γιά νά προσθέσουν κάτι στή δόξα του, ἀλλά γιά νά καλλωπιστοῦν ἐκεῖνοι μέ τή δοξολογία του᾽ (῾Ρητόρων γλῶσσαι πολύφωνοι, κινείσθωσαν πρός αἶνον τοῦ Μάρτυρος, οὐχ ἵνα πρόσθεσιν τῇ δόξῃ τούτου προσθήσωσιν, ἀλλά καλλωπισθῶσιν αὐτόν δοξάζοντες᾽) (ὠδή στ´). Κι αὐτό συμβαίνει διότι ἡ δοξολογική ἀναφορά μας στόν ἅγιο ἀποτελεῖ τελικῶς ἀναφορά καί δοξολογία τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας, τοῦ χορηγοῦ κάθε καλοῦ καί ἀγαθοῦ.
῎Ας εὐχηθοῦμε ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Σεραφείμ, ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καί Νεοχωρίου ὁ θαυματουργός, νά εἶναι πάντοτε θερμός πρεσβευτής μας στόν Κύριο, προκειμένου νά μᾶς δίδει τή χάρη νά ἀκολουθοῦμε τά μαρτυρικά βήματά του, βήματα βεβαίως τοῦ ἴδιου τοῦ ἐν σαρκί φανερωθέντος Θεοῦ μας.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ



ΠΩΣ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
(κατά τόν ὅσιο Γέροντα Πορφύριο)

ς γνωστόν, ὁ Γέροντας γιά τήν ᾽Εκκλησία μας δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι προχωρημένης ἡλικίας, ἀλλά εἶναι ὁ ἁγιασμένος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, πού ἀνεξάρτητα πολλές φορές ἀπό ἡλικία (ἔχουμε καί παιδιά Γέροντες, τούς λεγομένους παιδαριογέροντες ) διακρίνεται γιά τήν ὑπακοή του στήν ᾽Εκκλησία καί γιά τά ἰδιαίτερα χαρίσματα μέ τά ὁποῖα ὁ Θεός τόν χαρίτωσε, ἰδίως μάλιστα γιά τή μεγάλη  ἀγάπη του, τέτοια πού τόν κάνει νά λειτουργεῖ ὡς μία τεράστια ἀγκαλιά γιά ὅλους. ῞Ενας τέτοιος Γέροντας  πού ὄντως ἦταν καί εἶναι (γιατί οἱ ἅγιοί μας ἐξακολουθοῦν καί ζοῦν καί μετά τόν θάνατό τους) μιά ἀγκαλιά γιά ὅλους εἶναι καί ὁ ἅγιος Γέροντας Πορφύριος, γιά τόν ὁποῖο ἔχουν γραφεῖ καί γράφονται ἀκόμη πάρα πολλά βιβλία, τά ὁποῖα μαρτυροῦν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐν αὐτῷ. Καί στόν ἅγιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη δηλαδή ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἔλεγε: ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

1. Λίγα βιογραφικά γιά τή ζωή του, ὅπως καταγράφονται ἀπό τά κυκλοφορημένα γι᾽ αὐτόν βιβλία τοῦ ἡσυχαστηρίου πού εἶχε ἱδρύσει στό Μήλεσι ᾽Αττικῆς, εἶνα καταρχάς ἀπαραίτητα.

῾῾Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε τό 1906 στό μικρό χωριό ῞Αγιος ᾽Ιωάννης τῆς Εὔβοιας. Πῆγε στό δημοτικό σχολεῖο δυό χρόνια μόνο. Μικρό παιδί διάβασε τόν βίο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Καλυβίτου καί θέλησε νά τόν μιμηθεῖ. ῎Ετσι, σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, ἔφυγε γιά τόν ἅγιον ῎Ορος καί ἔγινε ὑποτακτικός σέ δυό ἀδελφούς πού ἀσκήτευαν στά Καυσοκαλύβια. ῎Εκανε σ᾽ αὐτούς ἄρα καί χαρούμενη ὑπακοή καί σέ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Νικήτας. ᾽Αγάπησε πολύ τόν Χριστό καί τούς γέροντές του καί πολύ νωρίς ἔλαβε τό χάρισμα τῆς διοράσεως.
Δεκαοκτώ ἐτῶν ἀρρώστησε βαριά καί οἱ γέροντές του τόν ἔστειλαν σέ μοναστήρι ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους γιά νά ὑποβληθεῖ εὐκολώτερα σέ θεραπεία. ᾽Επέστρεψε σύντομα μέ βελτιωμένη ὑγεία, ἀλλά ξανακύλησε, ὅπως λέμε, καί γι᾽ αὐτό οἱ γέροντές του τοῦ εἶπαν νά μείνει ὁριστικά σέ μοναστήρι ἔξω ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος. Πῆγε στήν ῾Ιερά Μονή ῾Αγίου Χαραλάμπους Αὐλωναρίου. ᾽Εκεῖ φιλοξενήθηκε γιά λίγο ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος ὁ Γ´, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ διαπίστωσε τήν ἀρετή του, τόν χειροτόνησε ἱερέα στίς 27 ᾽Ιουλίου 1927 μέ τό ὄνομα Πορφύριος.
Τόν ᾽Οκτώβριο τοῦ 1940 ἀπό ἀγάπη πρός τούς ἀσθενεῖς, ζήτησε καί διορίστηκε ἐφημέριος στήν Πολυκλινική ᾽Αθηνῶν, δίπλα στήν ῾Ομόνοια. ῾Υπηρέτησε σ᾽ αὐτήν τριάντα τρία χρόνια. Μετά τήν συνταξιοδότησή του ἐγκαταστάθηκε στά Καλλίσια Πεντέλης καί τό 1979, ἀφοῦ ἔλαβε τήν προφορική ἄδεια τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου ᾽Αττικῆς Κυροῦ Δωροθέου, ἐγκαταστάθηκε σέ ἀγρόκτημα στό Μήλεσι ᾽Αττικῆς, ὅπου στήν συνέχεια, πάλι μετά ἀπό γραπτή ἄδεια τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου, ἔκτισε τό μετόχι τοῦ ῾Ιεροῦ Γυναικείου ῾Ησυχαστηρίου ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος.
Προηγουμένως, μέ ἔγκριση τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί τοῦ  ῾Υπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων, εἶχε ἱδρύσει τό Νομικόν Πρόσωπον τοῦ ῾Ησυχαστηρίου μέ ἕδρα τήν ᾽Αθήνα, πού ἀναγνωρίστηκε νόμιμα μέ Προεδρικό Διάταγμα. Στό Μήλεσι τόν ἐπεσκέπτοντο πολλοί χριστιανοί γιά νά πάρουν τήν εὐλογία του καί τίς συμβουλές του, διότι εἶχε γίνει γνωστός ὡς ἄνθρωπος προσευχῆς, σοφίας, ταπεινώσεως καί ἀγάπης πολλῆς.
῾Ο Γέροντας εἶχε τά χαρίσματα τῆς διοράσεως, τῆς ἰάσεως καί τῆς προοράσεως, τά ὁποῖα χρησιμοποίησε πάντοτε μέ διάκριση καί ταπείνωση πρός βοήθειαν τῶν ἀνθρώπων καί ποτέ γιά προσωπική προβολή. Εὐεργέτησε ἔτσι χιλιάδες ἀνθρώπους.
῞Οταν προεῖδε τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του ἐπέστρεψε στό ῞Αγιον ῎Ορος, στό κελλί τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅπου εἶχε γίνει μοναχός, γιά νά κοιμηθεῖ τόν αἰώνιο ὕπνο μέ εἰρήνη καί ταπείνωση καί νά ταφεῖ ἀθόρυβα. Στίς 2 Δεκεμβρίου 1991 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ καί τήν ἑπομένη τό σῶμα του ἐτάφη ῾μοναχικά᾽, ἐνῶ ἡ ψυχή του εἶχε ἤδη ἀνέβη στόν οὐρανό, κοντά στόν Χριστό, τόν ῾Οποῖο εἶχε ἀγαπήσει περισσότερο ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο.
Μετά τήν κοίμησή του ἐγράφησαν γι᾽ αὐτόν πολλά βιβλία σέ διάφορες γλῶσσες. ῎Ετσι ὁ ταπεινός ἱερομόναχος Πορφύριος ἔγινε εὐρύτατα γνωστός καί συνεχίζει νά θαυματουργεῖ καί νά βοηθεῖ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται᾽
 (῾Μαθητεύοντας στόν Γέροντα Πορφύριο᾽ ἔκδ. ῾Η Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι 2001).

2. ᾽Εκεῖνο πού κυρίως θά μᾶς ἀπασχολήσει δι᾽ ὀλίγων εἶναι κάποια λόγια του πού ἀναφέρονται στό πῶς πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό, δηλαδή ἀναφέρονται στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντί μας. ᾽Αποτελοῦν θά λέγαμε τήν πεμπτουσία τῆς ὅλης ζωῆς τοῦ ὁσίου Γέροντα, κάτι πού συνιστᾶ τόν πυρήνα τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Τά λόγια του αὐτά εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα μίας ἀπομαγνητοφωνημένης συζήτησης πού ἔγινε τόν ᾽Ιούλιο τοῦ 1988, στις τρεῖς τό πρωΐ, μέσα σ᾽ ἕνα ἐρημοκκλήσι στήν Εὔβοια. ᾽Εκεῖ ἀποσυρόταν μερικές φορές ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅταν πιά ἦταν τυφλός καί ἀνήμπορος. (Σημ.: τό CD πού περιλαμβάνει τή συζήτηση αὐτή  ἔχει κυκλοφορηθεῖ ἀπό τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Πορφυρίου).

"Λοιπόν, ἔτσι πράγματι πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο. Εἶναι τό πᾶν. ᾽Αλλά εἶναι φίλος καί τό φωνάζει: ῾Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δέν τό καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια. Βρέ, ἐγώ δέν εἶμαι... Δέν βαστάω τήν κόλαση στό χέρι, δέν σᾶς φοβερίζω, σᾶς ἀγαπάω, σᾶς θέλω νά χαίρεστε μαζί μου τή ζωή᾽.
῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινό, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό.
᾽Αγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. ῞Ολα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα.
῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Χρστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο".

3. Σχόλια

(α) ῾Λοιπόν, ἔτσι...εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας...᾽.

- ῾Ο Χριστός δέν ἀποτελεῖ τό φόβητρο καί τήν ἀπειλή τῆς ζωῆς μας λόγω τῆς παντοδυναμίας Του - μία τέτοια εἰκόνα περί Θεοῦ ἔχουν οἱ ἄλλες θρησκεῖες, διότι ἐκφράζουν τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο. ῾Ο ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ἔχει φράγμα στήν ψυχή του πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό, ὁπότε νιώθοντας τήν ἀνάγκη γιά Θεό (ἐπειδή εἶναι δημιουργημένος ἀπό ᾽Εκεῖνον), ψάχνει νά τόν εὕρει, χωρίς ὅμως ἐπιτυχία λόγω τῆς ἁμαρτίας πού λειτουργεῖ ὡς φράγμα στήν ψυχή του. Δημιουργεῖ ἔτσι εἴδωλα, πλάσματα τῆς φαντασίας του· καί φαντάζεται τόν Θεό ἤ τούς θεούς μέσα στήν παντοδυναμία τους ὡς τρομερά καί ἀπειλητικά ὄντα. Μέ ἄλλα λόγια δημιουργεῖ θεότητες κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν παθῶν του, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ  ῾θεοί᾽ τοῦ ᾽Ολύμπου τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων. Μέσα στά πάθη τους περιδινίζονταν, γι’ αὐτό καί τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων μέ τίς «θεότητες» αὐτές δέν μποροῦσε νά ἦταν κάτι ἄλλο πέρα ἀπό τόν φόβο.

- ῾Ο Χριστός ὡς ὁ Θεός πού ἀποκαλύπτεται φέρνει τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή εἶναι τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ, τοῦ Πατέρα πάνω ἀπό ὅλα τοῦ ἀνθρώπου, πού κύριο γνώρισμά Του ἔχει τήν ἀγάπη, ὅπως κατεξοχήν μᾶς τό δείχνει ἡ γνωστότερη ἐξ ὅλων παραβολή τοῦ ἀσώτου.
῾Ο ὅσιος Πορφύριος λοιπόν ἐκφράζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ καί τή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας. Δέν λέει προσωπικές του ἀπόψεις. Βρίσκεται μέσα στό ποτάμι τῆς παραδόσεως τῆς ᾽Εκκλησίας καί συνεπῶς καταθέτει τήν ἐκκλησιαστική του ἐμπειρία περί τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ. Αὐτό πού λέει ἀποτελεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Πατέρων. ῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος μεταξύ τῶν ἄλλων γιά παράδειγμα θά πεῖ:
 ῾᾽Εγώ Πατήρ, ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἄν θέλῃς ἐγώ...᾽Εγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. ᾽Εγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί. Κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;᾽

(β) ῾Η μαρτυρία τοῦ ἁγίου Πορφυρίου περί τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι κινεῖται μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο: ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ῾τό πᾶν καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί ὅλων τῶν ὡραίων᾽, ἀλλά εἶναι καί ῾ὁ φίλος καί ὁ ἀδελφός᾽. ῾Ο Χριστός δηλαδή γιά τόν ὅσιο εἶναι καί ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀλλά καί ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦλθε στόν κόσμο, ἔζησε καί ἔπαθε καί σταυρώθηκε γιά ἐμᾶς. ῾Η διπλή αὐτή προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, τή βάση τῆς πίστεώς μας στήν ᾽Εκκλησία, πού ὅταν ἡ πίστη αὐτή ἀμφισβητήθηκε ἀπό αἱρετικούς, διατυπώθηκε ἀπό τούς Πατέρες σέ Οἰκουμενική Σύνοδο ὡς δόγμα, δηλαδή ὡς ὅριο πού θέτει τό ὀρθό πλαίσιο στήν πίστη: «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας».  Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκφράζοντας μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ὁ ὅσιος Πορφύριος τήν πίστη του καί τήν ἐμπειρία του γιά τόν Χριστό – πίστη καί ἐμπειρία τῆς ᾽Εκκλησίας ὅπως εἴπαμε – καταδικάζει καί αὐτός τόσο τόν μονοφυσιτισμό,  ὅσο καί τόν νεστοριανισμό, δηλαδή τόσο τήν αἵρεση πού ἀμφισβητοῦσε τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τήν αἵρεση πού ἀμφισβητοῦσε τή θεότητά Του.  
Κι ἀκόμη πιό πέρα. Ἡ αἴσθηση τοῦ ὁσίου περί Χριστοῦ φανερώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ ὡς οὐσίας καί ἐνεργείας: ὅτι εἶναι ἀπείρως μακριά μας καί ἀπρόσιτος ὡς πρός τήν οὐσία Του·  ὅτι εἶναι ἀπείρως κοντά μας ὡς ἐνέργεια - ὅ,τι ἰδιαιτέρως ἐτόνισε ὁ μέγας Πατήρ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, (προεκτείνοντας τή θεολογία τοῦ Μ. Βασιλείου), καί συνοδικῶς κατοχύρωσε ἡ Ἐκκλησία τόν 14ο αἰώνα.

(γ) Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (῾σᾶς ἀγαπάω...᾽) – λέει ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ – κάνει καί τόν ἄνθρωπο νά τή ζεῖ μέ τόν τρόπο ᾽Εκείνου: ῾κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πονάη γιά ὅλους...᾽ Δηλαδή ὁ πιστός σάν τόν ὅσιο  ὄχι μόνο νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὡς Πατέρα καί φίλου καί ἀδελφοῦ, ἀλλά καί τή βιώνει παρομοίως ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Ποῦ ὀφείλεται αὐτό; Πῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ γίνεται ζωή καί τοῦ πιστοῦ; ᾽Ασφαλῶς διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος, μυστήρια μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος ᾽Εκείνου, συνεπῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἐξακτινώνεται ὡς ζωή καί τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως γιά παράδειγμα τό μαρτυρεῖ καί ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: ῾Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

(δ) Προσοχή ὅμως! ῞Οταν μιλᾶμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού γίνεται ἀγάπη καί τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐννοοῦμε μία ἐγωϊστική ἀγάπη ἤ μία οὐδέτερη ἀγάπη. Γιατί ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν ῾ἀγάπες᾽ πού δέν σώζουν τόν ἄνθρωπο. ῾Υπάρχει ἡ παρά φύσιν ἀγάπη (ὁ νοσηρός ἐγωϊσμός), ὑπάρχει ἡ κατά φύσιν ἀγάπη (ἕνα δοῦναι καί λαβεῖν στίς ἀνθρώπινες σχέσεις) καί ὑπάρχει ἡ ὑπέρ φύσιν ἀγάπη (ἡ ἀληθινή), γιατί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ‘χει ὡς κύριο γνώρισμα τή θυσία τοῦ ἑαυτοῦ γιά χάρη τοῦ ἄλλου. ῾Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ᾽.

(ε) ῾Ο Χριστός ὅμως  - κι εἶναι ἐξόχως σημαντικό αὐτό πού λέει ὁ ὅσιος Πορφύριος – εἶναι καί ῾ἡ χαρά...πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται...᾽. Και πρέπει αὐτό νά τό σημειώσουμε ἔντονα. Διότι κατηγοροῦν τόν χριστιανισμό οἱ μή χριστιανοί ἤ καί κάποι ῾χριστιανοί᾽ πού ἔχουν χάσει τήν πίστη τους, ὅτι ἡ πίστη αὐτή εἶναι θλίψη καί κατήφεια. Προφανῶς μπερδεύουν τήν κακή μαρτυρία ζωῆς πολλῶν χριστιανῶν πού πράγματι εἶναι μονίμως θλιμμένοι καί κατσουφιασμένοι, πού περιφέρουν ὅπως λέμε διαρκῶς τή μιζέρια τους, μπερδεύουν λοιπόν τήν κακή αὐτή μαρτυρία μέ αὐτό πού εἶναι ἀληθῶς ἡ ἐν Χριστῷ πίστη καί ἡ ἁγιότητα. Κι αὐτό πού δίνει ἡ πίστη αὐτή εἶναι ἡ χαρά. ῾Ο χριστιανός δηλαδή εἶναι ὁ χαρούμενος ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια τοῦ ῾χαζοχαρούμενου᾽ ὅπως λέμε, ἀλλά οὔτε καί μέ τήν ἔννοια ἁπλῶς μίας ἐξωτερικῆς καί ἐπιφανειακῆς καί ἐπίπλαστης χαρᾶς. ῾Ο χριστιανός εἶναι χαρούμενος ἐσωτερικά, γιατί ἡ καρδιά του χαίρεται πού ἔχει ἔνοικό της τόν Δημιουργό της Χριστό, πράγμα πού ἀντανακλᾶ καί στό πρόσωπό του καί σέ ὅλη του τήν ὕπαρξη (῾καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει᾽ κατά τίς Παροιμίες). Αὐτή εἶναι ἡ λάμψη πού ὑπῆρχε καί ὑπάρχει στά πρόσωπα τῶν ἁγίων μας, ἔστω κι ἄν αὐτοί βρίσκονταν μέσα στίς θλίψεις καί τίς ἐξωτερικές δοκιμασίες.
Κι εἶναι εὐθύνη τῶν χριστιανῶν νά μή γινόμαστε αἴτιοι βλασφημίας τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς πίστεώς μας μέ τήν κακή καί θλιμμένη μονίμως ζωή μας, λόγω βεβαίως τῆς ὀλιγοπιστίας ἤ καί τῆς ἀπιστίας μας ἀκόμη. Ὁπότε ἡ χαρά αὐτή τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ εἶναι καρπός τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς καρπός τῆς ἀγάπης. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔτσι καθορίζει τή σειρά τῶν πραγμάτων στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή: θέτει τή χαρά μετά τήν ἀγάπη. ῾῾Ο καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη...᾽.

(στ) Τί ἐπιλέγει ὅμως ὁ ἅγιος Γέρων; Προτρέπει νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαπῶν. ῾᾽Αγαπήσατε τόν Χριστόν καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ᾽. ῾Ο ἅγιος τό ἐτόνιζε, γιατί ὁ ἴδιος Τόν εἶχε ἀγαπήσει. Εἶναι ἡ παρόμοια κραυγή ὅλων τῶν ἁγίων. Τά ἴδια λόγια ἀκριβῶς ἔλεγε καί ὁ ἅγιος ᾽Αντώνιος, τά ἴδια πιό πίσω ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: ῾Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις ἤ στενοχωρία... Οὐδέν ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽. ᾽Αλλά ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μας καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη αὐτό δίνει ὡς ἐντολή γιά τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρώπου: ῾᾽Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽.
Κι ἀκριβῶς τό τελευταῖο σημαίνει ὅτι κανείς δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό χωρίς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό  εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Τό σημειώνει θεόπνευστα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος στήν Α´ καθολική ἐπιστολή του: ῾῎Αν δέν ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου πού τόν βλέπεις μέ τά μάτια σου, πῶς θά ἀγαπήσεις τόν Θεό πού εἶναι ἀόρατος;᾽. Τό ἴδιο, μέ βάση τή θεόπνευση ρήση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τόνιζε κατά τρόπο ἀπόλυτο καί ὁ ὅσιος Πορφύριος. Εἶχε δώσει ἐντολή μάλιστα νά τυπώσουν ἕνα κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου μέ μικρό σχόλιο τοῦ ἴδιου, πού ἀκριβῶς ἀναφερόταν στήν παραπάνω ἀλήθεια. Τό καταθέτουμε στή συνέχεια: «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλομε νά τούς βλέπομε σάν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχομε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσομε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἄν δεῖς ἕναν ἀδελφό νά ἐνοχλεῖται ἀπό πάθη, νά μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν. Κι ἄν τόν δεῖς νά τυραννεῖται ἀπό ἐπιθυμίες καί συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μήν τυχόν δοκιμάσεις καί σύ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπό ὑλικό πού εὔκολα γυρίζει ἀπό τό καλό στό κακό”.
(Συμεών Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Θεολογικά καί Πρακτικά, ρ΄, SC 51)
 Ἡ ἀγάπη  πρός τόν ἀδελφό  σέ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις; “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;”» (Α΄ Ἰωάν. 4, 20).

(ζ) Καί νά τό ἀποτέλεσμα, λέει ὁ ἅγιος: ἡ ἀγάπη αὐτή ῾ἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν διάβολο, τήν κόλαση, τόν θάνατο᾽. ῎Ηδη ἀπό τή ζωή αὐτή δηλαδή βιώνει ὁ πιστός τόν Παράδεισο. Ποῦ χῶρος ὅταν κανείς παλεύει στήν ἀγάπη γιά μιζέριες, γιά ἐχθρότητες, γιά ψυχολογικά προβλήματα; ῞Ολα αὐτά ξεπερνιοῦνται καί χάνονται...

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ





  Μικρό ευλαβικό μνημόσυνο (1906 έως 2 Δεκεμβρίου 1991)

Στη διεθνή πια ορθοδοξία το όνομα του οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ως αυθεντικός όρος φανέρωσης της ορθόδοξης πνευματικής ζωής, ως επί πλέον απόδειξη ορατής παρουσίας σήμερα στον κόσμο του αγίου Πνεύματος. Αυτός, όπως και οι σύγχρονοί του όσιοι Παΐσιος Αγιορείτης, Ιάκωβος Τσαλίκης, Σωφρόνιος Σαχάρωφ κ.ά., θεωρούνται από εκείνους που η Εκκλησία μας έχει χαρακτηρίσει «Γέροντες», πνευματικούς δηλαδή καθοδηγητές, οι οποίοι ζώντας τον συνάνθρωπο μέσα στην καρδιά τους ως οργανικό στοιχείο της ύπαρξής τους, άνοιγαν σ’  αυτόν προοπτικές ελπίδας και ζωής, εκεί που όλα φάνταζαν σ’  αυτόν αδιέξοδα. Κι αυτό γιατί η πλατειά αγάπη τους στον άνθρωπο – αποτέλεσμα της σκληρής ασκητικής προσπάθειας να καθαρίσουν την καρδιά τους από κάθε εμπαθή κίνηση και νόημα – τους έκανε να φωτίζονται από τον Θεό, ώστε να διαβλέπουν (διόραση) και να προβλέπουν (προόραση) τα «κλειστά» στους κοινούς ανθρώπους πράγματα και νοήματα του κόσμου τούτου. Με άλλα λόγια, οι όσιοι αυτοί ήταν στα σύγχρονα με εμάς χρόνια που έζησαν ένα διαφανές πέρασμα, ώστε στο πρόσωπό τους να ψαύουμε τον ίδιο τον Θεό μας. Τον Χριστό ζούσαν, Αυτόν φανέρωναν, Αυτόν εξέπεμπαν, χωρίς πολλά λόγια τις περισσότερες φορές, αλλά πρωτίστως με το παράδειγμά τους.

Ευτυχήσαμε να δούμε και ν' ακούσουμε διακηρυγμένη από την Εκκλησία μας την αγιότητα του Γέροντος Πορφυρίου. Ποιος όμως που τον είδε ή που άκουσε και διάβασε γι’ αυτόν είχε - και προ της επίσημης διακήρυξης της αγιότητάς του - την παραμικρή αμφιβολία περί αυτής; Εν προκειμένω είχαμε μία πανορθόδοξη αποδοχή για την αγιότητα του ανδρός, τέτοια που ήταν θέμα ολίγου χρόνου η ένταξή του στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, όταν μάλιστα είχε μαρτυρηθεί από όλα τα σημεία του πλανήτη η απειρία των θαυμάτων του. Κι είναι τούτο βεβαίως το σημαντικότερο αποδεικτικό στοιχείο: η συνείδηση του πιστού λαού. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ως γνωστόν, δεν είναι ένα εκκλησιαστικό ιεραρχικό όργανο που καθορίζει την ένταξη στις δέλτους των αγίων, μία κίνηση εκ των άνω, θα λέγαμε, αλλά ο ίδιος ο πιστός λαός, που έχει ζήσει τον άγιο άνθρωπο και βεβαιώνει εμπειρικά την αγιότητά του. Το εκκλησιαστικό όργανο έρχεται στη συνέχεια να επικυρώσει αυτό που ο λαός έχει διαπιστώσει. Τέτοιος άγιος λοιπόν, μαρτυρημένος από όλους, ήταν και ο όσιος Πορφύριος - και δοξάζουμε τον Θεό γιατί ακολούθησαν και ακολουθούν και άλλοι του ίδιου πιθανόν πνευματικού διαμετρήματός του.

Οι καταγραφές της θαυμαστής επέμβασής του στους ανθρώπους που τον πλησίαζαν και ζητούσαν τη βοήθειά του, όσο ζούσε, αλλά και σ’ εκείνους που τον επικαλέστηκαν και μετά την κοίμησή του, είναι τόσες πολλές, ώστε πρέπει κανείς να προβληματιστεί πολύ, για το ποιο βιβλίο να επιλέξει από τα κυκλοφορούμενα γι’  αυτόν. Υπάρχουν πάντως εκείνα που φαίνεται η αυθεντική καταγραφή για τον όσιο και που επιβεβαιώνεται η γνησιότητά τους και από τους υπευθύνους του Ησυχαστηρίου του στη Μαλακάσα Αττικής, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κι είναι πάντοτε μία ώρα χάριτος η επαφή του πιστού, ακόμη και του μη πιστού θα έλεγε κανείς, με κάποιο από αυτά τα βιβλία. Είναι σαν να διαβάζει τα παλαιά Γεροντικά, με τις ασκητικές ιστορίες και τα αγιασμένα λόγια των παλαιών μεγάλων αββάδων και οσίων. Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι η αύρα της παρουσίας του αγίου Πνεύματος: η παρηγορία της καρδιάς, η αύξηση της προσευχητικής διαθέσεως, η ενίσχυση της κλονισμένης θελήσεως, η ανάγκη αγαπητικής σχέσεως με τον συνάνθρωπο.

Δεν πρόκειται να αναφερθούμε σε περιστατικά των παραπάνω βιβλίων - ο καθένας μπορεί να τα βρει και να τα μελετήσει. Θα καταγράψουμε μερικά όμως από εκείνα που μας εμπιστεύτηκε ο μακαριστός πια κι αυτός άγιος Γέροντας π. Γεώργιος Κρητικός, που έτυχε να γνωρίσει τον όσιο Πορφύριο και να τον έχει μάλιστα και ως πνευματικό του από το 1947. Μου έλεγε λοιπόν ότι στα πρώτα χρόνια της σχέσεώς του με εκείνον δεν τον είχε καταλάβει επακριβώς. Ο όσιος  τού απεκάλυπτε κατά καιρούς στοιχεία και περιστατικά από την προσωπική και οικογενειακή του ζωή (του μακαριστού ιερέως), αλλά εκείνος δεν έδινε τη δέουσα σημασία, θεωρώντας ότι ο ίδιος κάποια στιγμή τού τα είχε πει. Για παράδειγμα, κάποια φορά ο διορατικός άγιος έφερε χαρτί και μολύβι και ζωγράφισε  επακριβώς το πατρικό σπίτι του ιερέως στην επαρχία, αναφέροντας λεπτομέρειες που τον έκαναν να μείνει έκθαμβος. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε περί τίνος επρόκειτο, ποιον είχε ενώπιόν του.

Άλλη φορά έλεγε σ’ εκείνον και σε συγγενείς του ότι πολλές φορές «του ανοίγεται μπροστά του σαν ένα παράθυρο, από το οποίο βλέπει και παρακολουθεί τη ζωή των ανθρώπων μέχρι και την Αφρική». Κι αυτό είναι απειράκις βεβαιωμένο από πάμπολλους ανθρώπους, οι οποίοι αν και ζούσαν σε άλλες ηπείρους από εκείνον, τους έπαιρνε ξαφνικά τηλέφωνο ο Γέροντας, για να τους πει ότι τους βλέπει και ότι πρέπει να προφυλαχτούν από συγκεκριμένους κινδύνους ή και συγκεκριμένα πρόσωπα, ακόμη δε και να τους επαινέσει για κάποιες ενέργειές τους.


Κάποια φορά, μετά την κοίμηση του οσίου, ο π. Γεώργιος πηγαίνοντας σε κάποια εργασία κοντά στο μοναστήρι του οσίου Πορφυρίου, σκέφτηκε να περάσει να προσκυνήσει. Ήταν προχωρημένη όμως η ώρα και γι’ αυτό, μολονότι κτύπησε τη θύρα, δεν του άνοιξαν. «Γέροντα», είπε νοερά, «σε επισκέφτηκα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Συγχώρεσέ με». Κι έφυγε. Την επομένη ημέρα, τον επισκέφτηκε η πρωτοκόρη του, η οποία παραξενεμένη του είπε: «Πατέρα, είδα ένα περίεργο όνειρο. Παρουσιάστηκε ο Γέρων Πορφύριος, ο οποίος μου είπε να σου ειπώ πως χάρηκε πολύ από την επίσκεψη που του έκανες χθές». Δάκρυσε ο καλός ιερέας. Διότι βεβαίως δεν είχε αναφέρει σε κανέναν ότι έκανε παράκαμψη για το μοναστήρι του Γέροντος.

Ο μακαριστός κι αυτός σύζυγος της αναφερθείσης κόρης του π. Γεωργίου, με μεγάλη πράγματι αγάπη στον όσιο, είχε τη συνήθεια κάθε πρωί που ξυπνούσε να φιλά το μέτωπο του οσίου Πορφυρίου από μία φωτογραφία του που είχε κρεμασμένη. Πολύ συγγενικό πάλι πρόσωπο του π. Γεωργίου είδε επίσης «περίεργο» όνειρο, χωρίς βεβαίως να γνωρίζει κι αυτός τη συνήθεια του ανθρώπου. Είδε τον  άγιο του Θεού να είναι μαζί με τον ιερέα Γεώργιο και με τον περί ου ο λόγος γαμπρό του. Κι απόρησε, όταν άκουσε τον όσιο  Πορφύριο να λέει σ’ αυτόν: «Εσύ, έλα να με φιλήσεις εδώ», δείχνοντας το μέτωπό του.

Ο Γέροντας είναι ολοζώντανος, έστω κι αν έχει φύγει από τη ζωή αυτή εδώ και αρκετά χρόνια. «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι» μας βεβαιώνει ο λόγος του Θεού, κι αυτό ισχύει για όλους τους αγίους μας, ισχύει και για τον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη. Και δεν εννοούμε τη ζωντάνια του, λόγω του ότι ζει απλώς στις καρδιές των ανθρώπων ούτε ότι ευρίσκεται όπως όλοι οι κεκοιμημένοι «εν χειρί Θεού». Εννοούμε τη ζωντάνια που έχουν οι άγιοι, οι οποίοι μέτοχοι της δόξας του Θεού και της αγάπης Του, εν Πνεύματι και χάριτι βλέπουν την κατάσταση του κόσμου, ακούνε τις προσευχές των ανθρώπων, επεμβαίνουν με την παρρησία που έχουν στον Κύριο να δώσει λύση στα προβλήματά τους. Ο ίδιος ο όσιος Πορφύριος επανειλημμένως βεβαίωνε: «Μετά τον θάνατό  μου θα βρίσκομαι περισσότερο κοντά σας. Αν τώρα, έχοντας το σώμα μου μπορώ και  σας παρακολουθώ, τότε ακόμη πιο πολύ».

Άγιε του Θεού Πορφύριε, πρέσβευε και υπέρ ημών.

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΜΥΡΟΠΗ Η ΕΝ ΧΙΩ ΑΣΚΗΣΑΣΑ




«Αύτη η Αγία παρθενομάρτυς Μυρόπη, εγεννήθη εις την πόλιν Έφεσον` επειδή δε απέθανεν ο πατήρ της, και την άφησεν ανήλικον, ανετράφη από μόνην την μητέρα της, και βαπτισθείσα όταν ήλθεν εις ηλικίαν [κατά την τότε συνήθειαν] εσύχναζε και επαράμενεν εις το μνήμα της Αγίας Ερμιόνης, η οποία ήτον μία από τας θυγατέρας του Αποστόλου Φιλίππου` και συνάγουσα το μύρον όπου ανέβλυζεν από το ιερόν μνήμα εκείνο, το είχεν έτοιμον, και το έδιδε εις τους χριστιανούς όπου το εζήτουν πλουσιοπάροχα` όθεν και διά την διάδοσιν του μύρου, ονομάσθη Μυρόπη. Επειδή δε ο βασιλεύς Δέκιος εκίνησε διωγμόν κατά των Χριστιανών, και εθανάτωνεν ανηλεώς όσους δεν εθυσίαζον εις τα είδωλα, διά τούτο φοβηθείσα η μήτηρ της, την επήρεν από την Έφεσον, και την έφερεν εις την νήσον Χίον, από την οποίαν κατήγετο το γένος της, και γονικήν κληρονομίαν είχεν εις αυτήν.
Ευρίσκοντο λοιπόν αντάμα και οι δύο εις μίαν οικίαν, σχολάζουσαι εις την θείαν λατρείαν, και προσευχόμεναι να παύση ο κατά των χριστιανών διωγμός. Κατ` εκείνον δε τον καιρόν ήλθεν εις την Χίον και ο Μάρτυς του Χριστού Ισίδωρος, [χριστιανός ευλαβής και θαυμάσιος], με καράβια πολεμικά, και εις τα οποία ήτο ναύαρχος και εξουσιαστής ο Νουμέριος. Μαθών δε ο Νουμέριος ότι ήτο χριστιανός ο Ισίδωρος, εδοκίμασε με πάντα τρόπον να τον κάμη να αρνηθή τον Χριστόν, και να προσκυνήση τα είδωλα` και επειδή τέλος πάντων δεν εδυνήθη να τον καταπείση, ύστερα από πολλάς τιμωρίας τον αποκεφάλισε, και έρριψε το άγιον του λείψανον εις εν λαγκάδι, διά να το φάγουν τα ορνεα` πλην διά να μην τύχη και το κλέψουν την νύχτα οι χριστιανοί, έβαλεν ανθρώπους εδικούς του, και το εφύλαττον. Αλλά η Αγία Μυρόπη θείω ζήλω και αγάπη τη προς τον Άγιον τρωθείσα, επήγε με τας θεραπαινίδας της την νύκτα, με σκοπόν αν ημπορέση να το πάρη, και ευρούσα τους φύλακας κοιμωμένους, Θεού συνεργούντος, το επήρεν από το μέσον των και δεν την εκατάλαβαν` έπειτα αλείψασα αυτό με μύρα, το ενταφίασεν εντίμως εις τόπον επίσημον. Αλλά τι το ακόλουθον; Μαθών ο άρχων ότι εκλέφθη το λείψανον, έδεσε τους φύλακας με σίδηρα, και τους επρόσταξεν ούτως σιδηροδεσμίους να γυρίζουν και να ερευνούν να το εύρουν, και ανίσως και δεν το εύρουν εις τόσας ημέρας, έκαμε απόφασιν να τους αποκεφαλίση. Τότε, βλέπουσα η Αγία τους στρατιώτας να ταλαιπωρούνται και να κακοπαθώσι και να γυρίζουν βεβαρυμένοι με τα σίδηρα διά να εύρουν το λείψανον, εσπλαγχνίσθη και επόνεσεν η καρδία της, και εσυλλογίζετο μοναχή της, εάν αυτοί θανατωθούν όταν δεν το εύρουν, εξ άπαντος εγώ θέλω αμαρτήσει, ως αιτίαν του θανάτου των, και αλλίμονον εις εμέ, ποίαν απολογίαν έχω να δώσω όταν μέλλω να κριθώ. Αυτά συλλογισθείσα, και πάντα φόβον απορρίψασα, ευγήκεν έμπροσθεν εις τους στρατιώτας, και λέγει αυτοίς, ω φίλοι, το λείψανον όπου ζητείτε εγώ το επήρα εις καιρόν όπου εκοιμάσθε. Ταύτα ακούσαντες εκείνοι, ευθύς την ήρπασαν και την έφεραν εις τον άρχοντα, λέγοντές του, αυθέντα, αύτη η γύνη είναι όπου έκλεψε τον κακοθάνατον εκείνον γέροντα.. ο δε άρχων ηρώτησε την Αγίαν, λέγων, αληθινά είναι αυτά όπου λέγονται δι` εσέ; Εσύ είσαι όπου έκλεψας το λείψανον; Ναι, του απεκρίθη η Αγία, αληθινά είναι, εγώ το έκλεψα` και πάλιν ο τύραννος την ερωτά, και πως ετόλμησας επικατάρατον γύναιον να κάμης τοιαύτα πράγματα; Ετόλμησα, του απεκρίθη η Αγία, επειδή καταφρονώ και καταπτύω την εδικήν σουν ταλαιπωρίαν και αθεότητα. Ταύτα τα τολμηρά και άφοβα και καταφρονητικά λόγια ακούσας ο υπερήφανος εκείνος τύραννος, έξω φρενών έγινεν και ήναψεν από τον θυμόν, και παρευθύς προσέταξε να την δέρνουν με ραβδία χοντρά άσπλαγχνα και αλύπητα, έπειτα αφ` ου τόσο σκληρά και κακά την έδειραν, προσέταξεν ο θηριόγνωμος, να την σύρουν από τας πλεξούδας της κεφαλής, και να την τριγυρίζουν σε όλην την πόλιν, και άλλοι πάλιν να την δέρνουν εις όλον το σώμα, και τόσον την έδειραν, όπου έμεινε μισαποθαμένη` όθεν μη δυνάμενοι να την βασανίσουν περισσότερον, την έρριψαν εις την φυλακήν, και άνθρωποι διορίσθησαν να την φυλάττουν` αλλά περί το μεσονύκτιον εις καιρόν όπου η Αγία προσηύχετο, φως μέγα περιέλαμψε και εγέμισεν όλην την φυλακήν, και ομού με το φως εκείνο, χορός Αγίων Αγγέλων ήλθε, και εις το μέσον των ήτον ο μάρτυς Ισίδωρος, και οι μέν Άγγελοι έψαλλον τον Τρισάγιον Ύμνον, ο δε Άγιος Ισίδωρος, έστησε τους οφθαλμούς του εις την μάρτυρα Μυρόπην και λέγει της` ας έλθει ειρήνη εις εσένα, μη φοβήσαι πλέον, διότι έφθασεν η δέησις σου προς τον Θεόν, και να τώρα παρευθύς έρχεσαι μαζί μας, δια να λάβης το στέφανον του Μαρτυρίου όπου σου έχει ητοιμασμένον ο στεφοδότης Χριστός` και ομού με τον λόγον τούτον, παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και εγεμίσθη η φυλακή από άρρητον ευωδία, και οι φύλακες βλέποντες τα παράδοξα ταύτα ετρόμαξαν και εξέστησαν. Αυτήν τη θαυμαστήν θεωρίαν, είδε, και τα λόγια ήκουσε και την ευωδίαν οσφράνθη ο δεσμοφύλαξ, ήγουν εκείνος όπου εφύλαττε την Αγίαν εις την φυλακήν, και τα εδιηγήθη, και διά τούτο επίστευσε και εβαπτίσθη και εμαρτύρησεν υπέρ Χριστού, και έλαβε παρ` Αυτού του μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε Άγιον λείψανον της Παρθενομάρτυρος Μυρόπης, διά προστάγματος του Άρχοντος Νουμερίου, το έλαβον οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν εντίμως κοντά εις τον ιερόν τάφον του Αγίου Ισιδώρου καθώς ακόμη και την σήμερον φαίνονται οι δύο μαρτυρικοί τάφοι του Αγίου Ισιδώρου και της Αγίας Μυρόπης` ων ταις αγίαις πρεσβείαις ο Θεός ελεήσαι και σώσον ημάς ως αγαθός και φιλάνθρωπος».

Με την αγία παρθενομάρτυρα Μυρόπη επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά ο λόγος του αποστόλου Παύλου ότι «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν», δεν «ισοφαρίζουν» τα δεινά της παρούσης ζωής τη δόξα που πρόκειται να μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα ζωή. Πράγματι, συγκρίνοντας τα μαρτύρια που πέρασε η αγία με τη δόξα που τώρα κατέχει ενώπιον του Κυρίου Ιησού Χριστού, θα έλεγε κανείς ότι είναι τα ελάχιστα μπροστά στα μέγιστα. Ο υμνογράφος της αγίας, εκφράζοντας τη συγκεκριμένη πίστη επ’ αυτού της Εκκλησίας μας, την παρουσιάζει με τρόπο εκθαμβωτικό: «Καλλιμάρτυς Μυρόπη, και Χριστού Νύμφη άφθορε, νυν Αυτώ παρεστώσα ως ωραία και πάγκαλος, ως λίθους φαιδρούς και διαυγείς, τα στίγματα φέρουσα σαρκός, και αιμάτων την πορφύραν ως βασιλίς περικειμένη ένδοξε». (Καλλιμάρτυς Μυρόπη και άφθορη νύμφη του Χριστού, τώρα που στέκεσαι ενώπιόν Του γεμάτη ωραιότητα και ομορφιά, έχοντας πάνω στη σάρκα σου τα στίγματα του μαρτυρίου σου σαν λαμπρούς και διαυγείς πολύτιμους λίθους και φορώντας σαν βασίλισσα την πορφύρα από το χρώμα των αιμάτων σου). Βασίλισσα λοιπόν που «συμβασιλεύει Αυτώ» η αγία Μυρόπη, με την πολύτιμη πορφύρα των βασιλιάδων και τα λαμπρά πετράδια: να η εικόνα της στη Βασιλεία του Θεού.

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας έχοντας ως «εργαλείο» το όνομά της δίνουν μία συνολική ερμηνεία της κατά Χριστόν ζωής της, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό τέλος της. Ενώ ξεκινούν από το συγκεκριμένο γεγονός με το οποίο ονομάστηκε «Μυρόπη», δηλαδή τη λήψη του αγίου μύρου από τον τάφο της αγίας Ερμιόνης και την προσφορά του στους πιστούς («Μύρον δεχομένη ευλαβώς, πάσι τοις πιστούς εχορήγεις αφθόνως, πάνσεμνε, εκ του θείου μνήματος της Ερμιόνης ποτέ, και εκ τούτου της κλήσεως έτυχες Μυρόπη»), ανάγουν το μύρο αυτό σε πνευματικό επίπεδο, ότι δηλαδή η αγία πια με την κατά Χριστόν πολιτεία της και το θαυμαστό μαρτύριό της έγινε και η ίδια μύρο, που προσφέρεται στον Χριστό («Μύρα προσεκόμισας Χριστώ, παρθενίαν άσπιλον, και τους ιδρώτας των πόνων σου, θείως βιώσασα, πάνσεμνε Μυρόπη, είτα και το αίμα σου, και όλην σε αυτήν ολοκάρπωμα και θύμα άμωμον»), για να το προεκτείνουν έπειτα και στη μυροβολία της ίδιας από τον τάφο της, με την οποία αγιάζει έκτοτε τους πιστούς των μετέπειτα εποχών («Φερωνύμως άφθονα, ω αθληφόρε Μυρόπη, μύρα βρύεις χάριτας, τας των θαυμάτων και νέμεις, άπασι τοις δεομένοις και εκζητούσι, πίστει τε και ευλαβεία προσερχομένοις, τη σορώ σου τη πανσέπτω, ήτις κατέχει μάρτυς την κόνιν την σην», δηλαδή: Όπως το λέει και το όνομά σου, αθληφόρε Μυρόπη, δίνεις και μοιράζεις άφθονα μύρα, δηλαδή τις χάρες των θαυμάτων σου, σε όλους που έχουν ανάγκη και τις ζητούν και προσέρχονται με πίστη και ευλάβεια στην πάνσεπτη σορό σου, η οποία κατέχει τη δική σου σκόνη των λειψάνων).

Ο υμνογράφος δεν αναφέρεται μόνον μ’  ένα γενικό τρόπο στο ότι έγινε και η ίδια η Μυρόπη πνευματικό μύρο με την αγία ζωή της. Ως καλός γνώστης της πνευματικής ζωής εμβαθύνει και μας αποκαλύπτει με θείο φωτισμό τον εσωτερικό αγώνα της αγίας, προκειμένου να εξαλείψει ό,τι εμπαθές και βρώμικο δημιουργεί το σαρκικό φρόνημα και να φανερωθεί στην ύπαρξή της η χάρη του Θεού. «Εις οσμήν των μύρων σου δραμούσα, Χριστέ, Μυρόπη η πανθαύμαστος, τα δυσώδη πάθη της σαρκός, εγκρατεία, νήψει και προσευχή απενέκρωσε, δάκρυσι τε εμπόνοις την ψυχήν εκκαθάρασα, εις το στάσιον ήλασε της αθλήσεως». (Τρέχοντας, Χριστέ, η πανθαύμαστη Μυρόπη, για να οσμιστεί τα μύρα σου, απονέκρωσε τα βρώμικα πάθη του αμαρτωλού φρονήματος, καθαρίζοντας την ψυχή της με εγκράτεια, με νήψη και προσευχή, και με έμπονα δάκρυα). Κι είναι αυτή η πνευματική πραγματικότητα που δεν κουράζεται να σημειώνει διαρκώς η Εκκλησία μας: κανείς δεν μπορεί να γευτεί τον Χριστό, να Τον νιώσει στην ύπαρξή του, αν δεν αγωνιστεί «νομίμως», δηλαδή με την άσκηση της εγκρατείας και της τηρήσεως των εντολών Του. Είναι τούτο η προϋπόθεση, προκειμένου κανείς να είναι έτοιμος και για το μαρτύριο, σαν την αγία Μυρόπη. Έτσι καταλαβαίνουμε αυτό που αδιάκοπα φωνάζει η Εκκλησία μας, ότι πρέπει πάντοτε να είμαστε έτοιμοι ακόμη και για μαρτύριο, αρκεί βεβαίως να μην εγκαταλείπουμε τον πνευματικό αγώνα.

Δεν θέλουμε να μη φέρουμε σε φως όμως και μία εικόνα εξαίσιας έμπνευσης του υμνογράφου μας, ο οποίος σχετίζει την εορτή της αγίας με το υπερφυές γεγονός των Χριστουγέννων που προσδοκούμε να εορτάσουμε λαμπρώς σε λίγες ημέρες.  «Μάγους αστήρ οδηγήσας, δορωφόρως σοι τω νοητώ της δικαιοσύνης ηλίω  παρέστησε, Χριστέ ο Θεός, υπέρ ημών νηπιάσαντι, το φως δε του θείου νόμου την καλλιπάρθενον Μυρόπην ποδηγετήσαν, εν δεξιά καθημένω του Πατρός, αντί μεν χρυσού, την της παρθενίας λαμπρότητα, αντί δε λιβάνου, φερωνύμως τα μύρα των αρετών, και αντί σμύρνης, τον υπέρ σου εκούσιον θάνατον, δωροφορούσαν ανήγαγεν» (Χριστέ Θεέ μας, ο αστέρας αφού οδήγησε τους μάγους που έφερναν τα δώρα σε Σένα τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης, που έγινες νήπιο για χάρη μας,  τους έφερε ενώπιόν Σου. Το φως δε του θείου νόμου, αφού καθοδήγησε την καλλιπάρθενη Μυρόπη,  την ανέβασε σε Σένα, που κάθεσαι στα δεξιά του Πατέρα, φέρνοντας μαζί της ως δώρα, αντί για χρυσάφι τη λαμπρότητα της παρθενίας της, αντί για λιβάνι, όπως το λέει το όνομά της, τα μύρα των αρετών της, και αντί για σμύρνα τον για Σένα εκούσιο θάνατό της).

Η δωροφορία αυτή της αγίας Μυρόπης στον ενανθρωπήσαντα Θεό μας είναι και η μόνη που πρέπει και εμείς να έχουμε υπόψη μας, ενόψει των Χριστουγέννων. Ο Χριστός δεν θέλει τίποτε άλλο από εμάς ως δώρο για την εορτή Του πλην των αρετών μας. Κι αυτό σημαίνει στην πραγματικότητα την προσφορά της μετανοίας μας, την κατάθεση σ’ Αυτόν των αμαρτιών μας, για να τις καθαρίσει. Ό,τι ζήτησε ο Ίδιος και από τον άγιο Ιερώνυμο στον ανάλογο δικό του προβληματισμό περί του τι να Του προσφέρει ως δώρο Χριστουγέννων: «τις αμαρτίες σου, Ιερώνυμε, για να τις καθαρίσω».