Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ



«Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων. Πρώτος έγραψε και τη θεία Λειτουργία, καθώς τη διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο. Αυτήν τη λειτουργία έπειτα την έκανε  συντομότερη ο Μέγας Βασίλειος, και μετά από αυτόν ο θείος Χρυσόστομος, λόγω της αδυναμίας των ανθρώπων. Επειδή εποίμενε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων και με τη διδασκαλία του έκανε πολλούς από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες να πιστεύουν στον Κύριο, εκίνησε σε οργή του Ιουδαίους. Τον συνέλαβαν λοιπόν και τον έριξαν από το άκρο του Ιερού και έτσι τον σκότωσαν. Περί του ότι λέγεται αδελφόθεος, υπάρχει αυτός ο λόγος από την παράδοση. Όταν ο μνήστωρ Ιωσήφ μοίραζε τη γη που είχε στα παιδιά από την πρώτη του γυναίκα και ήθελε να δώσει μερίδιο και στον Υιό και Θεό εκ της αγίας Παρθένου, οι μεν άλλοι από τα θεωρούμενα αδέλφια του δεν δέχτηκαν, ο δε Ιάκωβος τον έλαβε στη μερίδα του συγκληρονόμο. Γι’  αυτό κλήθηκε όχι μόνον αδελφόθεος, αλλά και Δίκαιος».

Ως γνωστόν η μνήμη ενός αγίου αποστόλου, μαθητή του Κυρίου, αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός στην Εκκλησία, διότι οι απόστολοι υπήρξαν οι αυτόπτες μάρτυρες Εκείνου, εκείνοι που Τον άκουσαν από πολύ κοντά, Τον είδαν, Τον παρατήρησαν προσεκτικά, Τον ψηλάφησαν, ανέπνευσαν την παρουσία Του. Σ’  αυτούς ο Κύριος ανέθεσε το έργο του κηρύγματος του ευαγγελίου Του σ’ όλον τον κόσμο, σ’  αυτούς έδωσε την εξουσία «του αφιέναι τας αμαρτίας των ανθρώπων», σ’ αυτούς έδωσε το δώρο της Πεντηκοστής: τη φλόγα του αγίου Πνεύματος. Γι’  αυτό και οι απόστολοι αποτελούν τα θεμέλια της Εκκλησίας, η οποία ευλόγως χαρακτηρίζεται αποστολική. Αν λοιπόν ένας απόστολος είναι τόσο ξεχωριστός, το ίδιο και περισσότερο είναι ο απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφόθεος επονομαζόμενος, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι υπήρξε ένας από τα θεωρούμενα αδέλφια του Κυρίου, άρα από εκείνους που όχι απλώς Τον συναναστράφηκαν για τρία χρόνια, αλλά για τριάντα και περισσότερο χρόνια: μεγάλωσαν μαζί στην ίδια οικογένεια, προσφωνούσαν «πατέρα» όλοι μαζί τον Ιωσήφ, έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι, κοιμούνταν στον ίδιο χώρο, εργάζονταν μαζί στο εργαστήριο του Ιωσήφ, ζούσαν τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα της όλης οικογένειας, όπως για παράδειγμα το φοβερό γεγονός της φυγής τους στην Αίγυπτο. Η ζωή του αγίου Ιακώβου ήταν ζυμωμένη με τη ζωή του Κυρίου ως ανθρώπου. Εκτός από την Παναγία και τον θεωρούμενο πατέρα Του Ιωσήφ, ποιος άλλος θα μπορούσε να θεωρηθεί κοντινότερός Του;

Και ναι μεν στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου υπήρξε αμφισβήτησή Του από τους δικούς Του, συνεπώς και από τον Ιάκωβο,  στη συνέχεια όμως μπροστά στο θάμβος της θεϊκής Του υποστάσεως, της διδασκαλίας και των θαυμάτων Του, Τον πίστεψαν, Τον αποδέχτηκαν, Τον ακολούθησαν, μέχρι σημείου ο άγιος Ιάκωβος μάλιστα να δώσει και τη ζωή του υπέρ Αυτού. Έτσι ο αδελφόθεος Ιάκωβος υπήρξε και ο αδελφός που είχε ζήσει τον Ιησού από πλευράς ανθρώπινης  κατά πάντα, αλλά και ο  μαθητής, που μυήθηκε από Εκείνον σε όλα τα μυστήρια, απολαμβάνοντας γι’ αυτό την τιμή και τον σεβασμό και των ίδιων των μαθητών του Κυρίου, πράγματα που επισημαίνει και ο υμνογράφος της ακολουθίας του, όχι μία φορά: «Της κατά σάρκα Κυρίου επιδημίας, Σοφέ, αδελφός ανεδείχθης, μαθητής και αυτόπτης των θείων μυστηρίων, φυγάς συν αυτώ εν Αιγύπτω γενόμενος, συν Ιωσήφ τη Μητρί τε του Ιησού». «Των αποστόλων ο δήμος σε εξελέξατο ιερατεύειν πρώτον εν Σιών τη αγία, Χριστώ τω ευεργέτη, ως όντα αυτού της κατά σάρκα γεννήσεως και αδελφόν, συνοδίτην και οπαδόν των ιχνών αυτού,  Ιάκωβε». (Η ομάδα των αποστόλων  εξέλεξε εσένα να είσαι ο πρώτος ιεράρχης του Χριστού στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, διότι ήσουν και αδελφός της κατά σάρκα γεννήσεώς Του, συνοδίτης και οπαδός των ιχνών Του).

Ο πλούτος αυτός του αγίου Ιακώβου, παραπάνω από όλους τους αποστόλους, να έχει δηλαδή το αξίωμα του κατά σάρκα αδελφού του Κυρίου, πέραν της αδελφοσύνης του κατά πίστη – «παρά πάντας πλουτήσας, εξαίρετον αξίωμα, αδελφός του Κυρίου» - δεν ήταν γι’ αυτόν κάτι το ανώδυνο. Ο άγιος είχε επίγνωση της δωρεάς του Κυρίου, γι’  αυτό και καθημερινώς αγωνιζόταν να επιβεβαιώνει τη δοσμένη σ’ αυτόν χάρη, με την κατά Θεόν ζωή του. «…κληρωθέντα αδελφόν και πολιτείαν επαληθεύουσαν προσηγορία δείξαντα, σε μεγαλύνομεν, Ιάκωβε». (Ιάκωβε, σε δοξολογούμε, γιατί σου δόθηκε η δωρεά να είσαι ο αδελφός του Κυρίου και έζησες με τρόπο, που επαλήθευε τη δωρεά αυτή). Αιτία γι’ αυτό ήταν ασφαλώς το γεγονός ότι  είχε πλήρως κατανοήσει πως η χάρη του Θεού είναι μεν δωρεά Του, αλλά εάν δεν ενεργοποιηθεί ως ζωή κατά το θέλημα Εκείνου, τότε χάνεται, πάει στο κενό. Με άλλα λόγια, αυτό που δίνει στον άνθρωπο ο Θεός το δίνει με την προοπτική αναλήψεως από τον άνθρωπο ευθύνης και αποστολής, προς χάριν του συνανθρώπου. Και επάνω σ’ αυτήν την αποστολή, που επιβεβαιώνει και αυξάνει τη χάρη του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να δώσει και τη ζωή του.

Η μύηση του αγίου Ιακώβου σε όλα τα μυστήρια από τον Κύριο συνιστά, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, την απόκτηση της αληθινής Σοφίας από αυτόν. Ο άγιος Ιάκωβος υπήρξε ο αληθινά σοφός, γιατί διδάχθηκε από  «την ενυπόστατον σοφίαν», δηλαδή τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι η Σοφία του Θεού, που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που θα πιστέψει στον Ίδιο και θα θελήσει έμπρακτα να ακολουθήσει τις άγιες εντολές Του. Μιλάμε λοιπόν για μία σοφία «άνωθεν προερχομένην, ειρηνικήν, επιεική, ευπειθή, μεστήν ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτον και  ανυπόκριτον» (Ιακ. 3, 17). Αυτήν τη σοφία ακριβώς κατέγραψε ο άγιος Ιάκωβος και στην καταπληκτική καθολική επιστολή του, η οποία αποτελεί εκλεκτό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πιστός να εγκύψει στην επιστολή αυτή και να μην κατανυχθεί, να μην ελεγχθεί, να μην κινητοποιηθεί σε μετάνοια, να μην παρηγορηθεί, να μη νιώσει πράγματι τη χάρη του Θεού να εκχύνεται ως ακτίνα φωτός μέσα στην καρδιά του. «Της θεωρίας της πρακτικής συ εκτιθέμενος, δέλτον εκ πυξίδος ώσπερ πνευματικής, τους ανθρώπους εβελτίωσας», θα πει ο υμνογράφος. Δηλαδή: Γράφοντας εσύ βιβλίο που εκθέτει την πρακτική θεωρία σαν πνευματική πυξίδα, έκανες καλύτερους τους ανθρώπους.  Το λιγότερο λοιπόν που θα μπορούσαμε να κάνουμε  σήμερα επί τη μνήμη του αγίου Ιακώβου, είναι να αναγνώσουμε με προσοχή την επιστολή του. Και μακάρι να οδηγηθούμε σε μεγαλύτερη μετάνοια.  Θα είναι τούτο το καλύτερο μνημόσυνό του και η επιβεβαίωση της όλης αποστολής του.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ



«Ο άγιος Λουκάς, ο μέγας Ευαγγελιστής, ήταν από τη Μεγάλη Αντιόχεια της Συρίας, ιατρός στο επάγγελμα και πολύ καλός γνώστης της ζωγραφικής επιστήμης. Ζούσε και εξασκούσε την ιατρική στις Θήβες της Βοιωτίας, επί της βασιλείας του Τίτου Κλαυδίου, οπότε  άκουσε τον απόστολο Παύλο να κηρύσσει και πίστεψε στον Ιησού Χριστό, φεύγοντας από την πλάνη των ειδώλων. Σταμάτησε τότε τη θεραπεία των σωμάτων, για να επιδοθεί στη θεραπεία των ψυχών. Συνέγραψε το Ευαγγέλιό του προς χάριν ενός Θεοφίλου ηγεμόνα, όπως το έμαθε από το δάσκαλό του απόστολο Παύλο. Έπειτα έγραψε και δεύτερο βιβλίο, τις Πράξεις των Αποστόλων, που το απηύθυνε και αυτό στον ίδιο Θεόφιλο. Όταν εγκατέλειψε τον Παύλο, γύρισε και δίδαξε σε όλη την Ελλάδα, οπότε, όπως λένε, σε ηλικία ογδόντα ετών, γύρισε στις Θήβες και αναπαύτηκε εν ειρήνη. Στον τόπο που αναπαύτηκε το σώμα του, ο Θεός θέλησε να δοξάσει τον δικό Του υπηρέτη και εργάτη, γι’ αυτό και «έβρεξε» πάνω στο μνήμα του, ιαματικά κολλύρια, σαν σύμβολο της επιστήμης του. Γι’  αυτόν τον λόγο ο τάφος του έγινε σε όλους ακόμη πιο γνωστός. Ο δε Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέσω του Αρτεμίου του μεγάλου δούκα της Αιγύπτου και μετέπειτα μάρτυρα, μετακομίζει από τις Θήβες το λείψανό του και το καταθέτει στον ναό των Αγίων Αποστόλων, κάτω από την αγία Τράπεζα, μαζί με τα λείψανα των αγίων αποστόλων Ανδρέου και Τιμοθέου. Λένε ότι ο άγιος Λουκάς πρώτος ζωγράφισε με την τέχνη του κηρού την εικόνα της Αγίας Θεοτόκου, που έφερε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, όπως και δύο άλλες, κι ότι τις έφερε στη Μητέρα του Κυρίου, αν της αρέσουν. Και λένε ότι αυτή τις αποδέχτηκε και είπε το «Η χάρις του Υιού μου ας είναι μέσω εμού μαζί τους». Παρομοίως ζωγράφισε τις άγιες εικόνες και των αγίων αποστόλων και των κορυφαίων. Και από εκείνον λέγεται ότι ξεκίνησε σε όλη την οικουμένη αυτό το καλό και ευσεβές και τόσο τιμημένο έργο της εικονογραφίας».

(Σημείωση: υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ιστορικών αν ο άγιος Λουκάς γνώρισε τον Κύριο Ιησού Χριστό ενόσω ζούσε στην ζωή αυτή ή όχι. ´Αλλοι υποστηρίζουν ότι ο Λουκάς Τον γνώρισε, Τον υπηρέτησε, Τον είδε αναστημένο στο χωριό Εμμαούς, Τον είδε στην Ανάληψή Του, μετέσχε στο ´Αγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής, και άλλοι δέχονται ότι γνώρισε τον Κύριο αφότου πίστεψε στο κήρυγμα του αποστόλου Παύλου αργότερα. Η διαφωνία αυτή καταγράφεται και στο παρόν κείμενο: το μεν συναξάρι ακολουθεί τους δεύτερους ιστορικούς (γνώρισε τον Κύριο από τον απόστολο Παύλο), η δε υμνολογία τους πρώτους. Εμείς ακολουθούμε τα πράγματα ως έχουν στο Μηναίο της Εκκλησίας, δηλαδή με την υπάρχουσα διαφωνία μεταξύ συναξαρίου και ύμνων).

Είναι φυσικό και ευνόητο ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας επικεντρώνουν την προσοχή μας σ’ εκείνο το έργο του αγίου αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά, που έμεινε και μένει στους αιώνες. Δηλαδή αφενός στο άγιο ευαγγέλιό του και αφετέρου στις Πράξεις των Αποστόλων. Και τούτο διότι διέσωσε και αυτός, μαζί με τους άλλους τρεις ευαγγελιστές,  τη ζωή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατεξοχήν το Πάθος και την Ανάστασή Του, μετά μάλιστα από έρευνα και διασταύρωση στοιχείων, όπως και τις Πράξεις των Αποστόλων, κυρίως δε του πρώτου και μεγάλου Διδασκάλου του, αποστόλου Παύλου. Ήταν τέτοια η σύνδεσή του με τον απόστολο Παύλο – «οπαδός γενόμενος του σκεύους της εκλογής Παύλου, αλλά και μιμητής» και «συνέκδημος»  σημειώνει ο υμνογράφος - ώστε το ευαγγέλιό του θεωρείται η διδασκαλία του αποστόλου περί του Ιησού Χριστού, κάτι που θέλει να το τονίσει ο υμνογράφος, όπως και ο συναξαριστής, με την υπερβολή ότι «υπαγόρευσε σ’ αυτόν το ευαγγέλιο ο απόστολος Παύλος».

Η υπερβολή φαίνεται από το γεγονός ότι αδιάκοπα ο εκκλησιαστικός ποιητής διατρανώνει την πεποίθησή του ότι ο Κύριος και το Άγιο Πνεύμα καταύγασε τη διάνοιά του, για να γράψει τα θεόπνευστα κείμενά του, οπότε το στόμα του έγινε ένας κρατήρας της θεϊκής σοφίας: «Της ανωτάτω σοφίας το στόμα σου κρατήρα θείον σοφέ, πάντες επιστάμενοι».  «Μυσταγωγών σε Χριστός τα ουράνια και θεοπνεύστους γραφάς αμέσως διανοίγων σοι Απόστολε Λουκά». (Ο Χριστός σε μυούσε στα ουράνια μυστήρια και σου διάνοιγε τις θεόπνευστες γραφές, απόστολε Λουκά). «Η χάρις ευρούσα του Παρακλήτου σε σκήνωμα, εξεχύθη πλουσίως σοις χείλεσι». (Η χάρη του Παρακλήτου Πνεύματος αφού σε βρήκε σκήνωμά της, ξεχύθηκε πλούσια στα χείλη σου). Από την άποψη αυτή δεν διστάζει ο υμνογράφος να τον χαρακτηρίσει ως νέο Μωϋσή, που όπως εκείνος ανέβηκε στο όρος Χωρήβ για να πάρει τις θεόπνευστες πλάκες, έτσι κι αυτός «εις όρος των αρετών αναβάς τω ποθουμένω ωμίλει∙ και ως Μωυσής θεογράφους τας πλάκας εγγεγραμμένας δακτύλω του Πνεύματος εδέξω Μακάριε διττάς». Θεόπνευστα λοιπόν τα κείμενα του αγίου Λουκά, γραμμένα δηλαδή από τον δάκτυλο του ίδιου του Θεού.


Γι’  αυτόν τον λόγο βεβαίως οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν παύουν να τονίζουν την ανάγκη μελέτης των κειμένων αυτών,  προκειμένου ο άνθρωπος να φωτιστεί και να πάρει τη χάρη του Θεού. «Θεογράφους ως πλάκας δεδεγμένοι τας σας βίβλους, πιστώς κατατρυφώμεν του φωτισμού της χάριτος, πανόλβιε». Χρειάζεται να επιμείνουμε στον παραπάνω ύμνο: η μελέτη των βιβλίων του αγίου Λουκά, σαν να είναι θεόγραφες πλάκες, αποτελεί κατατρύφηση του ανθρώπου. Δηλαδή, αποτελεί απόλαυσή του και μάλιστα μεγάλη. Όπως συμβαίνει σ’ έναν γαστρίμαργο και λαίμαργο άνθρωπο, να απολαμβάνει ένα πλουσιότατο γεύμα, το ίδιο και περισσότερο σ’ εκείνον που θα εγκύψει στον άγιο Λουκά: απολαμβάνει τη μελέτη, γιατί ακριβώς έρχεται σε επαφή με το ίδιο το Πνεύμα του Θεού, με τις θεόγραφες πλάκες. Σημειώνει και κάτι ακόμη ο υμνογράφος. Η μελέτη αυτή γίνεται «πιστώς». Δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει τον λόγο του Θεού χωρίς να έχει πίστη σ’  Εκείνον. Χωρίς πίστη η χάρη των λόγων του γίνεται φωτιά που τον κατακαίει, γιατί βρίσκεται στο σκοτάδι της απιστίας, και οσμή θανάτου, γιατί δεν αγάπησε τη ζωή του Θεού: «βολίς φλέγουσα τοις το σκότος ποθήσασι» και  «οσμή θανάτου τοις μη ζωήν αγαπήσασι». Ενώ από την άλλη, όταν η μελέτη γίνεται με πίστη, ο άνθρωπος φωτίζεται και οσμίζεται τη ζωή του Θεού: «γλώσσα πυρός εδείχθης λόγους εκπέμπων φωτός, τοις φωτός αξίοις τω κηρύγματι…και οσμή ζωής τοις ζωήν όντως θέλουσιν, ως Παύλος έφησεν».

Το συμπέρασμα είναι προφανές: για την Εκκλησία μας θεωρείται δεδομένη η μελέτη των θεοπνεύστων κειμένων του ευαγγελιστή Λουκά, για να είναι κάποιος Χριστιανός. Και μάλιστα κείμενα ενός ευαγγελιστή, που θεωρείται τελικώς ισοστάσιος των αποστόλων, αφού και εκείνος είδε τον Κύριο, στην πορεία προς Εμμαούς, παρακάθησε σε δείπνο μαζί Του και κοινώνησε από Εκείνον, πάλι στο χωριό Εμμαούς,  δέχτηκε τη φλόγα του αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής. «Των αποστόλων και συ ίσος γέγονας, υπηρέτης τε της του Λόγου σαρκώσεως, ον μετά την Ανάστασιν, εις Εμμαούς έβλεψας, και καιομένη καρδία μετά Κλεόπα συνέφαγες». Είθε να γεμίσει και τις δικές μας ψυχές ο άγιος Λουκάς από τη δική του θέρμη της αγάπης προς τον Χριστό. «Αυτού θείας θέρμης και ημών των σε τιμώντων τας ψυχάς πλήρωσον».

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ Ο ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


῾῾Ο ἅγιος Λογγίνος ἔζησε τήν ἐποχή τοῦ Τιβερίου Καίσαρος, καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία καί ὑπῆρξε ἑκατόνταρχος ὑπό τόν Πιλᾶτο, τόν ἡγεμόνα τῆς ᾽Ιουδαίας. ῎Ελαβε τήν διαταγή ἀπό ἐκεῖνον νά ὑπηρετήσει στά τίμια πάθη καί τήν σταύρωση τοῦ Χριστοῦ καί νά φυλάξει μέ τούς ὑπ᾽ αὐτόν ἑκατό στρατιῶτες τόν τάφο μέ τήν κουστωδία πού ἦταν τάγμα στρατιωτῶν. ῞Οταν εἶδε τά θαύματα πού ἔγιναν ἐπί τοῦ Χριστοῦ, τόν σεισμό, τήν μεταβολή σέ σκοτάδι τοῦ ἡλίου, τούς τάφους πού ἀνοίχτηκαν καί τούς νεκρούς πού ξεπήδησαν ἀπό αὐτούς, καθώς καί τίς πέτρες πού σχίστηκαν, φώναξε μέ μεγάλη φωνή: ῾πράγματι, αὐτός ἦταν Υἱός Θεοῦ᾽. Γι᾽ αὐτό καί τά ἀργύρια πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους, προκειμένου νά πεῖ ψέμματα γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τά ἔκανε πέρα μαζί μέ ἄλλους δύο στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ὕστερα μαρτύρησαν μαζί μέ αὐτόν.
῎Αφησε λοιπόν τό στράτευμα στό ὁποῖο ἀνῆκε καί γύρισε πίσω στήν πατρίδα του, κηρύττοντας τόν Χριστό ὡς Θεό σάν τούς ἀποστόλους. ῾Ο Πιλᾶτος πού τό ἔμαθε πείστηκε - μᾶλλον διαφθάρηκε ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους μέ χρήματα - καί κατηγόρησε τόν Λογγίνο μέ γράμματα στόν Τιβέριο ὅτι ἐγκατέλειψε τό στράτευμα καί ὅτι ζεῖ στήν πατρίδα του κηρύττοντας τόν Χριστό ὅτι εἶναι Θεός. ῾Ο Τιβέριος τότε διέταξε νά ἀποκοπεῖ ἡ κεφαλή του ἀμέσως μαζί καί τῶν δύο στρατιωτῶν πού τόν ἀκολούθησαν, καί νά μεταφερθεῖ ἡ κεφαλή του στήν ῾Ιερουσαλήμ ἀπό τήν Καππαδοκία, ὥστε νά νά λάβουν γνώση γιά τόν θάνατό του ὁ Πιλᾶτος καί οἱ ᾽Ιουδαῖοι. Καί ὁ μέν Πιλᾶτος ἔλαβε τά συμφωνηθέντα, ἐνῶ τήν τιμία κεφαλή του τήν ἔχωσαν πρό τῆς πόλεως μέσα σέ κοπριά.
῞Υστερα ἀπό πολλά χρόνια κάποια γυναίκα ἀπό τήν Καππαδοκία πού τυφλώθηκε καί σταμάτησε νά βλέπει ἔφτασε στά ῾Ιεροσόλυμα μαζί μέ τόν μονάκριβο γιό της, προκειμένου νά μπορέσει νά βρεῖ τήν ἴαση στούς ἁγίους Τόπους. ᾽Αλλά προστέθηκε στό πρόβλημά της καί ὁ θάνατος τοῦ παιδιοῦ της, ὁπότε ἦταν διπλή ἡ τραγωδία καί ἡ συμφορά της. ῾Ο μακάριος Λογγίνος τότε τῆς ἐμφανίστηκε σέ ὄνειρο κι ἀφοῦ τῆς εἶπε ποιός ἦταν καί τῆς φανέρωσε ποῦ εἶναι κρυμμένη ἡ κεφαλή του, τήν προέτρεψε νά τήν βγάλει ἀπό τήν κοπριά καί νά τήν πάρει, γιά νά θεραπευτεῖ ἀφενός ἡ ἴδια ἀπό τήν τύφλωσή της καί ἀφετέρου νά δεῖ δοξασμένο τόν γιό της. ῾Η γυναίκα ἀνταποκρίθηκε ἀμέσως πρόθυμα μόλις ξύπνησε, κι ἀφοῦ βρῆκε τήν κοπριά κι ἔσκαψε μέ τά χέρια της βρῆκε καί πῆρε τήν κεφαλή τοῦ ἁγίου. Τότε ἀπέκτησε καί πάλι τό φῶς της, ἐνῶ σέ ὄνειρο πάλι εἶδε τόν γιό της μέσα σέ δόξα μαζί μέ τόν ἅγιο καί νά ἀπολαμβάνει κοντά του τιμή.
Λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή πού τῆς ἔδωσε ὁ ἅγιος, σέ μία σορό τοποθέτησε καί τό λείψανο τοῦ παιδιοῦ της καί τήν κεφαλή τοῦ ἁγίου, ὁπότε ἐπέστρεψε μ᾽ αὐτήν στήν Καππαδοκία, παθαίνοντας παρόμοια μέ τόν Σαούλ, ὁ ὁποῖος ζητώντας τίς πατρικές ὄνους βρῆκε βασιλεία. Κι αὐτή ζητώντας νά γιατρευτεῖ ἀπό τήν τύφλωση τῶν ὀφθαλμῶν, καί τήν ἴαση πέτυχε καί τόν ἅγιο ἔκτοτε βρῆκε θερμό προστάτη της. Γι᾽ αὐτό καί ἀνήγειρε περικαλλή ναό στόν μάρτυρα κι ἐκεῖ κατέθεσε τό μαρτυρικό λείψανο, τό ὁποῖο πρόσφερε πλούσια στήν ἴδια καί σ᾽ ὅλους τούς πιστούς πηγές ἱαμάτων, εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽.

Δέν εἶναι ἀπορίας ἄξιο τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ ἀναφέρεται σχεδόν καθ᾽ ὁλοκληρίαν σέ ὅ,τι συνέβη στόν ἅγιο Λογγίνο κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου: τόν τρομερό συγκλονισμό του πού τόν ὁδήγησε ἀπό ἄπιστος νά γίνει πιστός, σέ βαθμό μάλιστα πού νά δώσει ἔπειτα καί τήν ζωή του γι᾽ Αὐτόν. Ἡ Σταύρωση τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ, τό αἷμα καί τό ὕδωρ πού ἀνέβλυσαν ἀπό τήν λογχισθεῖσα πλευρά Του, ἡ ἀμαύρωση τοῦ ἥλιου ὅπως καί ὅλα τά ὑπερφυσικά πού συνέβησαν τότε, ἦταν ἐκεῖνα πού τόν ὁδήγησαν νά ὁμολογήσει Αὐτόν  Θεό καί Δεσπότη, καί μάλιστα, κατά τόν ὑμνογράφο, νά κατανοήσει ὅτι τό Πάθος Του αὐτό ἦταν ἑκούσιο καί καρπός τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του. ῾᾽Αφοῦ εἶδες τόν Κύριο νά ἔχει γίνει ἄνθρωπος καί νά ἔχει ἀνέβει στόν Σταυρό, νά ἔχει ἀμαυρώσει τήν λάμψη τοῦ ἥλιου καί νά ἔχει ἀναβλύσει ἀπό τήν πλευρά Του τήν σωτήρια ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν...ὁμολόγησες Αὐτόν Θεό καί Δεσπότη πού ὑπέμεινε τά πάθη ἑκούσια λόγω τῆς ἀμέτρητης εὐσπλαχνίας Του᾽ (῾Τόν βροτόν χρηματίσαντα, καί Σταυρῷ ὁμιλήσαντα, καί ἡλίου ἔλλαμψιν ἀμαυρώσαντα, καί ἐκ πλευρᾶς ἀναβλύσαντα, σωτήριον ἄφεσιν, κατιδών...ἔνδοξε, ὡμολόγησας, καί Θεόν καί Δεσπότην ἑκουσίως ὑπομείναντα τά πάθη, δι᾽ εὐσπλαγχνίαν ἀμέτρητον᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾Βλέποντας τά βουνά καί τήν γῆ πού σαλεύτηκε κατά τήν ἡμέρα τοῦ Πάθους, σαλεύτηκες ἀπό τήν στάση τῆς ἀπιστίας᾽(῾῎Ορη τε καί τήν γῆν σαλευθεῖσαν θεώμενος, ἐν τῇ τοῦ πάθους ἡμέρᾳ, ἀπιστίας στάσεως ἐσαλεύθης᾽) (ὠδή ς´).

῾Η μεταστροφή τοῦ ἁγίου στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἑρμηνεύεται ἀπό τόν ἅγιο ὑμνογράφο καί ὡς καρπός βεβαίως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ - ποιός μπορεῖ μόνος του μέ τίς δυνάμεις του νά δεῖ τόν ᾽Εσταυρωμένο ὡς τόν ἐν σαρκί παθόντα Θεό; - ἀλλά καί ὡς καρπός τῆς δικῆς του καλῆς διάθεσης καί φρόνησης. Μέ λυρισμό μεγάλο ὁ ὑμνογράφος καταγράφει τήν ἀλήθεια αὐτή, προσφέροντάς μας εἰκόνες ἐξαίσιες: ῾Βλέποντας, ἔνδοξε, τήν κατάκαρπη ἄμπελο νά κρέμεται πάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ καί νά πηγάζει οἶνο ζωῆς καί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, ἔβαλες ἀπό κάτω τά χείλη τῆς καρδιᾶς σου. Κι ἀφοῦ ἤπιες γέμισες ἀπό εὐφροσύνη, βγάζοντας ἀπό μέσα σου τήν κατάπικρη ἀπιστία σάν ἐχέφρων ἄνθρωπος, γιατί ἀκριβῶς προτίμησες πανηγυρικά τό καλύτερο ἀπό τό χειρότερο᾽ (῾Τήν κατάκαρπον ἄμπελον, ἐπί ξύλου θεώμενος, ἠρτημένην, ἔνδοξε, καί πηγάζουσαν, οἶνον ζωῆς καί ἀφέσεως, τά χείλη ὑπέθηκας, τῆς καρδίας καί πιών, εὐφροσύνης πεπλήρωσαι, τήν κατάπικρον ἀπιστίαν ἐμέσας ὡς ἐχέφρων, ὡς τοῦ χείρονος τό κρεῖττον, περιφανῶς προελόμενος᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

῾Ο ᾽Ιωσήφ ὅμως ὁ ὑμνογράφος δέν μπορεῖ νά μή συγκρίνει τόν ἅγιο ἑκατόνταρχο καί τήν μεταστροφή του μέ τόν ληστή πού συσταυρώθηκε μέ τόν Κύριο καί μετανόησε. Καί οἱ δύο ἄνδρες, ὁ σκληροτράχηλος ἀξιωματικός καί τό φόβητρο τῶν ἀνθρώπων ληστής, εἶναι οἱ πιό κοντινοί στόν Κύριο πάνω στόν Σταυρό. Στήν πιό δύσκολη θεωρούμενη στιγμή τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ - ῾᾽Ηλί, ᾽Ηλί λαμά σαβαχθανί;᾽ φωνάζει ὁ Κύριος, νιώθοντας ἐγκαταλειμμένος καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό Πατέρα Του! – δέν βρίσκονται οἱ μαθητές Του, δέν βρίσκονται (πέραν τῆς Παναγίας καί τοῦ Ἰωάννη κι αὐτοί σέ κάποια ἀπόσταση) δικοί Του νά Τόν παρηγορήσουν, ἀλλά θεωρούμενα ῾ἀνθρωπόμορφα᾽ θηρία! Κι ἀποκαλύπτεται ὅτι αὐτά τά ῾θηρία᾽ εἶχαν πολύ τρυφερή καρδιά. ῾Ο ἕνας παρακαλεῖ νά τόν θυμηθεῖ ὁ Κύριος στήν Βασιλεία Του, ὁ ἄλλος Τόν ὁμολογεῖ Θεό καί ἄνθρωπο. Καί τελικῶς καί οἱ δύο εἰσέρχονται στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾...μετά ληστοῦ τοῦ εὐγνώμονος, ἔνδοξε, ὡμολόγησας...᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾᾽Αθλοφόρε Λογγίνε, μαζί μέ τόν εὐγνώμονα Ληστή ὁμολόγησες τόν πάντων Κύριο Υἱόν Θεοῦ, ὑπέρ τοῦ ῾Οποίου καί μέ χαρά σφαγιάστηκες᾽ (῾᾽Αθλοφόρε Λογγίνε, Ληστῇ σύν τῷ εὐγνώμονι, ὡμολόγησας τοῦτον Υἱόν Θεοῦ, ὑπέρ οὗ καί χαίρων ἐσφαγιάσθης᾽) (ἐξαποστειλάριο ὄρθρου).

῾Ο ὑμνογράφος ὅμως (ὁ ὁποῖος στό τροπάριο πού μᾶς ἐνδιαφέρει: τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ, δέν εἶναι ὁ ἅγιος ᾽Ιωσήφ ἀλλά ὁ ᾽Ιωάννης ὁ μοναχός) προβαίνει σέ μία ἐνσυνείδητη  ἀνακολουθία: βάζει στήν θέση τοῦ ληστῆ τόν ἴδιο τόν ἅγιο. Βλέπει τόν Λογγίνο ὡς τόν ληστή. Τά λόγια τοῦ ληστῆ γίνονται λόγια καί ἐκείνου. ῾Καθώς βρισκόσουν στόν Σταυρό καί ἔβλεπες αὐτά πού συνέβαιναν, βλέποντας τόν σταυρωμένο ἐπί τοῦ ξύλου Θεό καί ἄνθρωπο φώναζες πρός αὐτόν: ᾽Εν τῇ βασιλείᾳ σου μνήσθητί μου Κύριε. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Σωτήρας φώναζε σέ σένα: Εἶσαι μακάριος, Λογγίνε, καί θά σέ θυμοῦνται ὅλοι στούς αἰῶνες᾽(῾᾽Εν τῷ Σταυρῷ παρεστηκώς, καί τά γενόμενα σκοπῶν, τόν σταυρωθέντα ἐπί ξύλου, Θεόν καί ἄνθρωπον ἑωρακώς, ἐβόας πρός αὐτόν: ᾽Εν τῇ βασιλείᾳ σου μνήσθητί μου Κύριε. Διό καί ὁ Σωτήρ ἐφώνει σοι: Μακάριος εἶ Λογγίνε, καί τό μνημόσυνόν σου εἰς γενεάν καί γενεάν᾽). Νομίζουμε ὅτι στό τροπάριο αὐτό καί τό ῾μπέρδεμα᾽ τῶν ρόλων μεταξύ ἑκατοντάρχου καί ληστῆ βρισκόμαστε στό πιό ὑψηλό σημεῖο τῆς ποίησης τῆς ἑορτῆς: ὁ Λογγίνος εἶναι ἤδη σωσμένος ἀπό τήν ὥρα τῆς ὁμολογίας του κατά τό Πάθος τοῦ Κυρίου καί ὄχι ἀπό τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. Τό βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γιά τόν ληστή, συνεπῶς καί γιά τόν Λογγίνο: ῾ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ᾽. Καί γιά κάτι ἀκόμη: μπροστά στόν ἐσταυρωμένο Κύριο ὁ ὅποιος ρόλος τοῦ ἀνθρώπου ἐξαφανίζεται: εἴτε ἐκπρόσωπος τοῦ νόμου (ὁ ἑκατόνταρχος) εἶναι κανείς εἴτε ὑπόδικος (ὁ ληστής), αὐτό πού σώζει εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη στόν Χριστό. Γιά τόν Χριστό κάθε ἄνθρωπος εἶναι τό ἴδιο καί κάθε ἕναν τόν θέλει στήν Βασιλεία Του. Γιά τόν Χριστό κάθε σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου πέραν τῆς ῾καρδιᾶς᾽ δέν ὑφίσταται. Αἴρεται καί χάνεται.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ...: "ΩΣ ΕΛΑΦΟΣ ΔΙΨΩΣΑ"

 
 
           Κυκλοφορείται σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις "ἀκολουθεῖν" νέο βιβλίο με τίτλο "Ὡς ἔλαφος διψῶσα". Πρόκειται, όπως δηλώνεται στον υπότιτλο, για διάφορες ασκητικές ιστορίες... παντός καιρού, που σημαίνει ότι μπορεί κανείς να έλθει σε επαφή με το άρωμα της ορθόδοξης παράδοσής μας όχι με τρόπο δοκιμιακό αυτήν τη φορά, αλλά με την παραμυθία-παρηγοριά που προσφέρει η βιωματική και εποπτική προσφορά μιας ιστορίας.
 
         Κατά πώς σημειώνεται στο οπισθόφυλλο "Μία εἰκόνα παρμένη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή δίνει τό στίγμα τῶν κειμένων τοῦ ἀνά χεῖρας βιβλίου: τό ἐντυπωσιακό ἐλάφι, τό ὁποῖο ψάχνει ἐναγωνίως νά βρεῖ τήν πηγή τοῦ νεροῦ πού θά ξεδιψάσει τό καῦμα πού συχνά νιώθει… Οἱ πρωταγωνιστές τῶν ἱστοριῶν, πραγματικοί ὡς ἐπί τό πλεῖστον, καθώς περιγράφονται εἴτε στό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰωάννου Μόσχου εἴτε σέ βίους τῶν ἁγίων μας, ἔχουν αὐτό ἀκριβῶς τό χαρακτηριστικό: ἀναζητοῦν νά ξεδιψάσουν ἀπό τή μόνη πηγή πού πραγματικά ξεδιψάει τόν ἄνθρωπο καί πού εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς  Χριστός… Νομίζουμε ὅτι στά «ἐλάφια» αὐτά τῆς ἐρήμου, ἀλλά καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, μποροῦμε νά βροῦμε τόν τρόπο καί τόν δικό μας – νά ἀναζητοῦμε πάντοτε τόν Χριστό καί τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του στήν ὕπαρξή μας… "
 
Σε λίγες ημέρες σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία...

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΕΛΑΓΙΑ



«Η οσία Πελαγία έζησε επί βασιλέως Νουμεριανού και καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας. Ζούσε μέσα στις ορχήστρες και τα θέατρα της εποχής και ήταν πόρνη, μαζεύοντας από την πονηρή αυτή εργασία πάρα πολλά χρήματα. Όταν όμως κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον επίσκοπο Νόνο, που ήταν άγιος άνθρωπος, και μετανόησε θερμά, βαπτίσθηκε και άφησε ό,τι σχετιζόταν με την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή της σαν σκουπίδια. Στη συνέχεια, περιβλήθηκε τρίχινα ρούχα, και αφού παρουσιάστηκε ως άνδρας, πήγε κρυφά στο όρος των Ελαιών, όπου και εγκλείστηκε σ’ ένα κελί, ζώντας το υπόλοιπο της ζωής της εκεί, κατά τρόπο θεάρεστο. Στο κελί αυτό αναπαύτηκε εν Κυρίω».

Η οσία Πελαγία ανήκει σε εκείνη τη χορεία των ανθρώπων, για τους οποίους ο Κύριος, απευθυνόμενος στους Φαρισαίους,  είχε πει: «Οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν των Ουρανών». Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους, οι οποίοι ναι μεν από πλευράς κοινωνικής δεν έχουν καλό όνομα, σαν τους Φαρισαίους για παράδειγμα, που θεωρούνταν οι καλύτεροι Ιουδαίοι και συνεπώς οι πιο κοντινοί στον Θεό, αλλά διακρίνονται για την καλή τους διάθεση, την καλή τους προαίρεση, και που γι’  αυτό, μόλις δοθεί η πρόκληση από πλευράς του Θεού, αμέσως ανταποκρίνονται και ακολουθούν τον Θεό. Ο Κύριος για τέτοιους ανθρώπους είπε την παραβολή του τελώνου και του Φαρισαίου ή και την παραβολή του ασώτου, να δείξει δηλαδή ότι εκείνο που μετράει ενώπιον του Θεού τελικώς είναι η συναίσθηση της αμαρτωλότητας, το «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», και όχι μία εικόνα αυτοδικαίωσης του ανθρώπου, λόγω πιθανόν κάποιων καλών πράξεών του, η οποία το μόνο που επισύρει από τον Θεό είναι η καταδίκη του.

Με την οσία Πελαγία, όπως και με τις αντίστοιχες παρόμοιες περιπτώσεις: την οσία Μαρία την Αιγυπτία, για παράδειγμα,  την οσία Ταϊσία την πόρνη (που και αυτήν εορτάζουμε σήμερα) κ.ά., βρισκόμαστε με ανάγλυφο θα λέγαμε τρόπο, μπροστά στο φαινόμενο της μετανοίας, το οποίο αποτελεί και τη μόνη προϋπόθεση εισόδου του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Ο Θεός μας δηλαδή, όπως απαρχής έδειξε ο Κύριος, δεν ζητάει από τον άνθρωπο την αναμαρτησία του, η οποία ασφαλώς και δεν υπάρχει – όλοι γνωρίζουμε ότι ο μόνος αναμάρτητος είναι ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός – αλλά τη μετάνοιά του, ως συναίσθηση της αμαρτίας του και ελπίδα στη φιλανθρωπία Εκείνου. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο τελευταίος των Προφητών, Ιωάννης ο Πρόδρομος, που ετοίμαζε το έδαφος για την έλευση του Μεσσία, και ο ίδιος ο Κύριος, εκείνο που ετόνιζαν απαρχής και στη συνέχεια των δράσεών τους, ήταν το «μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των Ουρανών». Γι’  αυτό και η Εκκλησία μας τονίζει πάντοτε ότι η μόνη διάκριση των ανθρώπων που γίνεται αποδεκτή, δεν είναι από πλευράς φυλετικής, κοινωνικής, μορφωτικής, γένους κλπ., αλλά από το αν οι άνθρωποι είναι μετανοημένοι ή όχι. Άνθρωπος που συναισθάνθηκε τις αμαρτίες του και στράφηκε με ελπίδα στον Θεό, αυτός θεωρείται και ο άγιος άνθρωπος, αυτός θεωρείται ο πολίτης του Ουρανού. Άνθρωπος που νιώθει «καλά» με τον εαυτό του, με την έννοια ότι μπορεί να καυχάται για τις αρετές του, συνεπώς να μη νιώθει κανένα έλλειμμα μέσα του, είναι ο άνθρωπος από τον οποίο ο Θεός αποστρέφει το πρόσωπό Του. Η περίπτωση της παραβολής του τελώνου και του Φαρισαίου, που μνημονεύσαμε και παραπάνω, είναι παραπάνω από ενδεικτική.

Με την οσία Πελαγία λοιπόν καταλαβαίνουμε τι σημαίνει μετάνοια. Σημαίνει  αλλαγή τρόπου ζωής, και μάλιστα χωρίς υπεκφυγές και αναβολές. Μόλις κατάλαβε η οσία ότι η ζωή της δεν ήταν ευάρεστη στον Θεό, αμέσως μετανόησε και εξέφρασε τη γνησιότητα της μετανοίας της με την αλλαγή της ζωής της, και μάλιστα με τρόπο συγκλονιστικό: κλείστηκε διά παντός σ’  ένα κελί, αλλάζοντας ακόμη και την εμφάνισή της. Κι αυτό είναι ακριβώς το σημάδι της γνήσιας μετάνοιας: η άμεση αλλαγή της ζωής∙ η στροφή προς τον Θεό και η τήρηση του αγίου θελήματός Του. Και τονίζουμε την αλήθεια αυτή, διότι πολλές φορές μας εμπαίζει ο διάβολος, ο οποίος δεν έρχεται να μας πει να μη μετανοήσουμε. Εκείνο στο οποίο μας σπρώχνει είναι να αναβάλουμε τη μετάνοιά μας. Το αύριο είναι η αιχμή του δόρατος του Πονηρού, γιατί ξέρει ότι το αύριο γίνεται μεθαύριο, το μεθαύριο η μεθεπομένη κ.ο.κ., συνεπώς ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε στα ίδια. Η υμνολογία της ημέρας, σχεδόν καθ’  ολοκληρίαν, αυτήν τη μετάνοια τονίζει στο πρόσωπο της οσίας Πελαγίας, για να μας πει ότι αφενός η μετάνοια οδηγεί στην πλήρη συγχώρηση των αμαρτιών του ανθρώπου και την πλήρωσή του με όλες τις δωρεές του Θεού, αφετέρου αποτελεί τον μονόδρομο και για εμάς, αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο. Ας ακούσουμε τον οίκο του κοντακίου της ημέρας: «Όσοι εν βίω αμαρτίαις εμολύνθημεν, ως ο τάλας εγώ, ζηλώσωμεν την μετάνοιαν, τον οδυρμόν τε μετά δακρύων της οσίας Μητρός ημών Πελαγίας, ίνα ταχύ εκ Θεού την συγχώρησιν λάβωμεν∙ καθάπερ η μακαρία, έτι ζώσα, τον ρύπον απέπλυνε της αμαρτίας, και έλαβεν εκ Θεού την τελείαν συγχώρησιν, οδόν μετανοίας υποδείξασα».  Όσοι μολυνθήκαμε από τις αμαρτίες στη ζωή μας, όπως ο ταλαίπωρος εγώ, ας ζηλέψουμε τη μετάνοια και τον οδυρμό με δάκρυα της οσίας Μητέρας μας Πελαγίας, για να λάβουμε γρήγορα τη συγχώρηση από τον Θεό. Όπως συνέβη και με τη μακαρία Πελαγία: όσο ήταν ακόμη στη ζωή, έπλυνε καλά τη βρωμιά της αμαρτίας και έλαβε από τον Θεό την τέλεια συγχώρηση, υποδεικνύοντάς μας το δρόμο της μετανοίας.
 

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ΄ ΛΟΥΚΑ


«Ν ε α ν ί σ κ ε,  σοί λέγω, ἐ γ έ ρ θ η τ ι» (Λουκ. 7, 14)

 Ἡ συνάντηση τοῦ Κυρίου μέ τόν ἴδιο τόν θάνατο στό πρόσωπο ἑνός νεαροῦ παιδιοῦ καί ἡ νίκη του ἀπέναντι σ᾽ αὐτόν προσλαμβάνει ἰδιαίτερη σημασία, γιατί ἀκριβῶς πρόκειται γιά ἕναν νέο, ὅπως συνέβη καί μέ τήν ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου ᾽Ιαείρου. ῾Ο Κύριος δηλαδή συναντᾶται μέ τή νεότητα στή νεκρή της ὅμως μορφή, τήν ὁποία καί ζωοποιεῖ. Τό γεγονός αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε καί σέ σχέση μέ τή σημερινή κατάσταση τῆς νεολαίας μας.

 1. Δέν θά ἀφιστάμεθα πολύ τῆς πραγματικότητος, ἄν λέγαμε ὅτι σέ ἕνα ποσοστό, μεγάλο ἤ μικρό – τήν ἴδια ἀξία ἔχει - ἡ νεότητά μας κεῖται κι αὐτή νεκρή. Κι ἐννοοῦμε νεκρή ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς. Μέ τό δεδομένο ὅτι ζωή εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ὑπάρχουν νέοι πού ἔχουν διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή τους, ἡ κατάστασή τους δέν ἀπέχει καί πολύ ἀπό τήν κατάσταση τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Κάτι παρόμοιο πού ἔλεγε ὁ ὅσιος Γέρων Παϊσιος ὁ ἁγιορείτης μέ πολλή θλίψη καί πόνο γιά πολλούς νέους μας: «Νέα παιδιά: καινούργιες μηχανές μέ παγωμένα λάδια».

2. Συμπτώματα πού ἐπιβεβαιώνουν τόν χαρακτηρισμό αὐτό δυστυχῶς ὑπάρχουν πολλά. ῾Ορισμένα εἶναι ἐξώφθαλμα:
- ὁ ἀναρχισμός ἀρκετῶν νέων, μέ τήν ἔννοια τῆς κατάλυσης ἀπό πλευρᾶς τους κάθε αὐθεντίας, εἴτε γονεϊκῆς εἴτε διδασκαλικῆς εἴτε θεσμῶν πολιτειακῶν εἴτε ἐκκλησιαστικῆς·
- ὁ λεγόμενος χουλιγκανισμός, ὡς τάση καί ἐπιθυμία γιά καταστροφή μή ἀνηκόντων στούς ἴδιους πραγμάτων, πολλῷ δέ μᾶλλον δημοσίων ἀγαθῶν, γεγονός πού τραγικοποιεῖται μέ τήν καύχηση τήν ὁποία ὁρισμένοι νιώθουν ἀπό τίς ἔκνομες αὐτές ἐνέργειές τους·
- ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη χρήση ναρκωτικῶν, ἀκόμη καί στίς πολύ μικρές ἡλικίες, κάτι πού ὁδηγεῖ εἴτε σέ καταστροφική πρός τούς ἄλλους εἴτε σέ αὐτοκαταστροφική συμπεριφορά·
- ὁ λεγόμενος ῾ὠχαδερφισμός᾽, δηλαδή ἡ διαπιστούμενη ἀδιαφορία εἴτε ἔναντι τῶν ὑποχρεώσεων γενικῶς πρός τήν κοινωνία εἴτε συγκεκριμένως πρός ἀναγκεμένους συνανθρώπους μας·
- πολύ συχνά μία ἔκδηλη τεμπελιά ὡς ἄρνηση ἀγάπης πρός τήν ἐργασία, ἀκόμη καί ἐκεῖ πού ὑφίσταται. Δέν εἶναι μόνον ἡ ὑφιστάμενη ἀνεργία στόν κόσμο μας, ἀλλά καί ἡ ἀνεργία λόγω ἔλλειψης ἐνδιαφέροντος γιά τήν ἴδια τήν ἐργασία, κάτι πού ὑποκρύπτει τήν ἔλλειψη γενικότερα τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν πραγματική ζωή.

3. Ποιός φταίει γιά τήν κατάντια αὐτή; Ἡ εὔκολη βεβαίως ἀπάντηση εἶναι: οἱ ἴδιοι οἱ νέοι καί ἡ κοινωνία. Μά τήν κοινωνία τήν ἀποτελοῦμε ἐμεῖς, ὅπως καί οἱ νέοι καί τά παιδιά μας εἶναι τά δικά μας παιδιά. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό κύριο βάρος εὐθύνης τό ἔχουμε οἱ μεγαλύτεροι· κι αὐτό γιατί δέν φροντίσαμε καί δέν φροντίζουμε νά δώσουμε στά παιδιά καί τούς νέους ἐκεῖνο πού πράγματι χρειάζονται, τό ῾ἔν οὗ ἐστι χρεία᾽. Κι αὐτό εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ᾽Ιησοῦς Χριστός. ᾽Από ἔλλειψη Χριστοῦ πάσχουν οἱ νέοι μας, κι ὑπεύθυνοι γι᾽ αὐτό εἴμαστε οἱ ὀνομαζόμενοι μεγάλοι. Προσπαθήσαμε καί προσπαθοῦμε,  εἴτε γονεῖς εἴτε δάσκαλοι εἴτε καί κληρικοί ἴσως, νά προσανατολίσουμε τά παιδιά στίς ἀπολαύσεις, στόν εὔκολο πλουτισμό, στήν ἀπόκτηση σπουδαίων θέσεων. Κι αὐτό ὄχι κυρίως μέ τά λόγια - ὅλοι εἴμαστε εὔκολοι στό ῾κατηχητικό᾽  - ἀλλά μέ τά ἔργα καί τή ζωή μας. Καί τή ζωή κοιτάει πρωτίστως ὁ νέος ἄνθρωπος. ῞Οσο διαπιστώνει μάλιστα τή διάσταση μεταξύ ἔργων καί λόγων μας, τόσο καί μᾶς διαγράφει ὑποβαθμίζοντας τήν ἀξία τῶν λόγων μας, ἐπιλέγοντας αὐτό πού νομίζει ὅτι εἶναι σωστό: τήν καθοδήγησή του ἀπό τά πάθη του καί τίς ὁρμές του. ῾Επομένως γιά τήν πνευματική νέκρωση ἀρκετῶν νέων μας δέν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι, δέν εὐθύνεται ἀπροσώπως ἡ κοινωνία, ἀλλά οἱ συγκεκριμένοι μεγάλοι, ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός.

4. Σέ ὁποιαδήποτε ὅμως τραγική ἔστω κατάσταση ὑπάρχει ἐλπίδα. Γιατί ὑπάρχει Θεός. Τό Εὐαγγέλιο ἔρχεται καί μᾶς δίνει τή λύση καί τήν παρήγορη ἀπάντηση: ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό. ῾Ο Κύριος ἔρχεται σέ συνάντηση τῆς νεότητας. Λέγει καί σήμερα τό ῾νεανίσκε, σοί λέγω, ἐ γ έ ρ θ η τ ι᾽. ᾽Αλλά τόν Χριστό πρωτίστως θά τόν δοῦν οἱ νέοι μας κυρίως στά πρόσωπα τά δικά μας. Οἱ ἅγιοι πάντοτε ἀποτελοῦν τή φανέρωση τοῦ ῎Ιδιου καί τῆς Βασιλείας Του. ῎Ετσι ἡ μόνη ἐλπίδα νά ξεφύγουν οἱ νέοι ἀπό ὅλα τά ὀδυνηρά συμπτώματα πού ταλαιπωροῦν τούς ἴδιους καί τήν κοινωνία εἶναι ἡ δική μας ἀληθινή καί ἔμπρακτη μετάνοια. ῞Οσο οἱ μεγαλύτεροι, κληρικοί, γονεῖς, δάσκαλοι, ὑπεύθυνοι παντοῦ, θά ἁγιάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὅσο θά σταυρώνουμε ἐμεῖς τά δικά μας ἁμαρτωλά πάθη, τόσο καί αὐτό ὡς ὑγιής καί χαριτωμένη κατάσταση θά ἀντανακλᾶ στούς νέους καί τά παιδιά μας, καθώς θά γινόμαστε οἱ γέφυρες γιά νά συναντήσουν αὐτοί καί τόν δικό τους Λυτρωτή καί Σωτήρα, τόν Κύριο. Εἶναι τυχαῖο ἄραγε ὅτι τίς περισσότερες φορές ἡ ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων τῶν νέων, ἀκόμη καί μέσα στό ἴδιο τό Εὐαγγέλιο, ἔρχεται ἀπό τή θετική σχέση τῶν γονιῶν μέ τόν Θεό; Ἄς θυμηθοῦμε τό περιστατικό τῆς Χαναναίας γυναίκας, πού ἐκλιπαρεῖ τόν Κύριο γιά τή δαιμονισμένη κόρη της: ἡ δική της πίστη βγάζει τό δαιμόνιο! Ὅ,τι συμβούλευαν ἔπειτα καί ὅλοι οἱ ἅγιοί μας τούς γονεῖς, ὅπως καί ὁ ἅγιος Γέρων Πορφύριος: «ἁγιάστε τόν ἑαυτό σας καί θά δεῖτε ὅτι καί τά παιδιά σας θά ἀλλάξουν καί θά βροῦν τόν δρόμο τους».

 Λέμε συχνά ὅτι ἡ κοινωνία μας πάσχει γιατί πάσχει ἡ οἰκογένεια. ῾Η λύση καί ἡ ὅποια ὑπέρβαση τῶν κακῶν πού μᾶς ταλαιπωροῦν εἶναι ἡ δική της, τῆς οἰκογένειας, ἀνόρθωση. Κι αὐτό εἶναι ἀλήθεια. ῎Αν ἡ οἰκογένεια προσανατολισθεῖ σ᾽ αὐτό πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὀνομάζει ῾κατ᾽ οἶκον ᾽Εκκλησία᾽, τόσο θά γινόμαστε μάρτυρες τοῦ ἴδιου γεγονότος πού βίωσαν τότε τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μέ τήν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Τότε βεβαίως θά δοῦμε κι ἐμεῖς ὅτι τά δάκρυα τῆς ὀδύνης μας θά μεταποιηθοῦν σέ δάκρυα χαρᾶς.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ




«Ο άγιος Ιερόθεος ήταν ένας από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου. Κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο και χειροτονήθηκε επίσκοπος Αθηνών, ενώ αυτός έπειτα κατήχησε και τον μέγα Διονύσιο στην ίδια πίστη. Ο ίδιος προεξήρχε και στην κηδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν συναθροίστηκαν οι άγιοι Απόστολοι, και φαινόταν από όλα όσα ακούγονταν και θεωρούνταν, σαν να ήταν σε εκδημία και έκσταση. Φαινόταν σαν να είχε καταληφθεί από τον Θεό, υμνολογώντας Αυτόν. Έζησε με καλό και θεοφιλή τρόπο, κι αφού εύφρανε τον Θεό με την κατά Χριστό ζωή του και τα κατορθώματά του, εκδήμησε προς τον Κύριο».

Η χθεσινή και η σημερινή ημέρα προβάλλει δύο από τους μεγάλους αγίους της πίστεώς μας, μαθητές  του αποστόλου Παύλου, τον άγιο Διονύσιο τον αρεοπαγίτη και τον άγιο Ιερόθεο. Διότι ναι μεν κατά το συναξάρι ο άγιος Ιερόθεος κατήχησε στην πίστη του Χριστού τον άγιο Διονύσιο, όμως ο πρώτος που κατέβαλε το σπέρμα αυτής της πίστεως στον Διονύσιο, ήταν ο απόστολος Παύλος. Θυμόμαστε από τις Πράξεις των Αποστόλων ότι μετά το «αποτυχημένο» κήρυγμα του αποστόλου των εθνών στον Άρειο Πάγο, όπου οι περισσότεροι με ειρωνεία του είπαν «ακουσόμεθά σου και πάλιν» και σηκώθηκαν και έφυγαν, μερικοί προσήγγισαν τον απόστολο και μυήθηκαν από αυτόν τα της πίστεως, «εν οις Διονύσιος ο αρεοπαγίτης, γυνή τις ονόματι Δάμαρις και τινες συν αυτοίς». Με τους αγίους λοιπόν αυτούς, τον Διονύσιο και τον Ιερόθεο, βρισκόμαστε μπροστά στις πηγές της πίστεώς μας, οσφραινόμαστε τον αέρα της παρουσίας του αγιασμένου Παύλου, νιώθουμε την γεμάτη από αγάπη Χριστού πάλλουσα καρδιά του.

Ο άγιος Ιερόθεος συνιστά μία ιδιάζουσα περίπτωση αγίου, η οποία, με βάση το συναξάρι, τουλάχιστον μας προβληματίζει,  λόγω της εξαιρετικής αγάπης του προς τον Θεό και του ενθέρμου και ανοιχτού μάλλον χαρακτήρα του. Διότι πώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι μεταξύ όλων των αποστόλων και των παρευρισκομένων στην Κοίμηση της Θεοτόκου, εκείνος έχει προεξάρχουσα θέση, «φαινόμενος θεόληπτος και θείος υμνολόγος;» Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος μάλιστα δεν μπορεί να μη σημειώσει ότι ο άγιος μίλησε για τον Θεό με πανίερες θεολογίες, τις οποίες εξηγεί ως αποτέλεσμα διπλού γεγονότος: και του βαθύ πόθου που είχε αυτός για τον Θεό, και της επιμελούς, με σύνεση και διάκριση, μελέτης των θείων λογίων. «Νυττόμενος πόθω πνευματικώ και θείοις λογίοις εν συνέσει προσομιλών, των πάντων Δεσπότη πανιέρους θεολογίας ανατέθεικας». Κι είναι σημαντική η επισήμανση του υμνογράφου, διότι μας εξηγεί ότι τότε πράγματι κανείς μιλά ορθά για τον Θεό, τότε θεολογεί, όταν αφενός έχει μεγάλη αγάπη και πόθο για Εκείνον, αφετέρου εγκύπτει με μεγάλη επιμέλεια στα λόγια της Αγίας Γραφής και της προγενέστερης παράδοσης της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, η θεολογία αν δεν είναι αποτέλεσμα σύνδεσης με ό,τι η Εκκλησία πρεσβεύει και ζει, αλλά και πίστης και αγάπης προς τον Θεό από τον θεολογούντα, δεν θεωρείται ορθή θεολογία και μάλλον καταντά σ’ αυτό που οι Καππαδόκες ιδίως Πατέρες χαρακτήριζαν ως «τεχνολογία».

Ο υμνογράφος επιμένει στον τρόπο θεολογίας του αγίου Ιεροθέου. Η προσέγγιση από αυτόν των θείων λογίων δεν γινόταν, σημειώνει, άκριτα και άλογα. Ο άγιος μελετούσε τις Γραφές, την Παλαιά Διαθήκη και ό,τι μέχρι τότε είχε γραφεί, ιδίως από τις επιστολές των Αποστόλων, με ερευνητική διάθεση, με προσπάθεια δηλαδή να κατανοήσει  το μυστήριο του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Διότι ο Χριστός, συνεπώς και η Εκκλησία στη συνέχεια, δεν ήλθε να καταργήσει τον ανθρώπινο νου και την ανθρώπινη λογική. Εκείνο που πάντοτε αρνήθηκε ήταν η απολυτοποίηση της λογικής, η με μόνο τον ορθό λόγο κρίση της αποκάλυψης του Θεού. Αυτό, ναι, το αρνήθηκε και το αρνείται, διότι δεν λαμβάνεται υπ’  όψιν η αμαρτία του ανθρώπου, διά της οποίας διασπάστηκε ο άνθρωπος, με αποτέλεσμα η λογική να κινείται αυτόνομα, υπηρετώντας πια τα διαστρεβλωμένα πάθη του ανθρώπου. Όταν όμως ο άνθρωπος έχει βρει τον Θεό, όταν συνεπώς η χάρη του Θεού καταυγάζει την καρδιά του, τότε και ο νους και ο λόγος, ενοποιημένος και με τις άλλες δυνάμεις της ψυχής,  κινείται μέσα σε πλαίσια αποδεκτά, που σημαίνει ότι και τον Θεό κατανοεί, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο,  και αυτό που εκφράζει είναι πράγματι η αλήθεια. Ο άγιος Ιερόθεος λοιπόν υπήρξε ένας μελετητής των θείων λογίων, κινούμενος ερευνητικά πάνω στην οικονομία του Θεού, αλλά με ευσεβή αναζήτηση. Και γι’  αυτό καθοδηγούμενος από τη χάρη του Θεού φανέρωσε και σε εμάς τα μυστήρια του Θεού, και μάλιστα με καλλιέπεια λόγων, όπως σημειώνει και σε άλλο σημείο ο ποιητής. «Μετ’  ευσεβούς ζητήσεως ερευνήσας τα άρρητα της οικονομίας του Χριστού μυστήρια, τρανώς εφανέρωσας, υψηγορία χρώμενος». «Ρημάτων ο φθόγγος σου και συγγραμμάτων η καλλιέπεια κατευφραίνει τους πόθω προσομιλούντας».

Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.