Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



«Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’  ίνα σωθή ο κόσμος δι’  αυτού».

α. Είναι εκπληκτική η συμπύκνωση του λόγου του αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο ανάγνωσμα. Μέσα σε πέντε στίχους (κεφ. 3, 13- 17) καταγράφει το ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός (Θεός και άνθρωπος), ποιο είναι το έργο Του στον κόσμο και πώς θα πραγματοποιηθεί, σε συσχετισμό με την Παλαιά Διαθήκη (η προσφορά της αιώνιας ζωής διά της σταυρικής θυσίας), ποια η αιτία που κίνησε τον Θεό να στείλει τον υιό Του (η άπειρη αγάπη Του), ποιο το τελικό αποτέλεσμα της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο (η σωτηρία του ανθρώπου). Ο σχολιασμός των επιμέρους στίχων θα μπορούσε να περιλάβει όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το γεγονός της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Ο σκοπός όμως της αποστολής του Χριστού από τον Θεό είναι εκείνο που κυρίως θα μας απασχολήσει: «ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον, ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’  ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού».

β. 1. Το πρώτο που σημειώνει ο Ευαγγελιστής στον προκείμενο στίχο είναι ότι ο ερχομός του Ιησού Χριστού δεν αποτελεί μία μεμονωμένη ενέργεια ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού: ο Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται ως άνθρωπος στον κόσμο σταλμένος από τον Θεό Πατέρα και βεβαίως «συνεργεία του αγίου Πνεύματος», κάτι που θα φανεί ιδιαιτέρως και στο γεγονός του Ευαγγελισμού, όταν το Πνεύμα το Άγιον θα επέλθει στην Παναγία για να σαρκώσει μέσα της τον Χριστό, και στην αρχή ήδη της δράσεως του Κυρίου, όταν στη Ναζαρέτ, αναπτύσσοντας το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, θα επισημάνει τον στίχο: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ». Κι είναι τούτο πράγματι μία κεντρική διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως, κατά την οποία η ενέργεια του Θεού είναι κοινή στη Θεότητα. Ο Θεός μας, όπως αποκαλύπτει ο αιώνιος λόγος του Θεού, είναι τρισυπόστατος (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα Άγιον), αλλά η ενέργειά Του είναι μία και κοινή και για τα τρία πρόσωπα. Έτσι «ο Πατήρ δι’  Υιού εν αγίω Πνεύματι ποιεί τα πάντα», που σημαίνει ότι και στη Δημιουργία του κόσμου και στην Αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού και στη συνέχεια της παρουσίας Του με την ίδρυση και τη λειτουργία της Εκκλησίας, έχουμε όλον τον Θεό να βρίσκεται ενιαία. Και ο λόγος είναι απλός: ο Θεός είναι ένας και οι διακρίσεις των υποστάσεων είναι τρόποι υπάρξεως του ίδιου Θεού, που ανάγονται μεν στα «εσωτερικά» της Θεότητος, διαπιστώνονται δε από τις φανερώσεις στον κόσμο του Ίδιου του Θεού. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ιδιαιτέρως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Θεός Πατήρ, άρα κυρίως φαινόταν Εκείνος∙ ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Καινή Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Υιός ως άνθρωπος∙ ο Τριαδικός Θεός δρα στην Εκκλησία, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετεί το Άγιον Πνεύμα.

2. Ο Ευαγγελιστής αναφέρεται στον σκοπό του ερχομού του Χριστού: τη σωτηρία του κόσμου και όχι την κρίση του κόσμου. Ο τονισμός της άρνησης της κρίσης από τον Χριστό  δεν πρέπει να γίνεται τυχαία. Ο Χριστός έρχεται όχι ως ο αυστηρός κριτής που θα ελέγξει τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του: μία τέτοια εικόνα του Θεού, που το μόνο που εγείρει στον άνθρωπο είναι ο φόβος, υπήρχε κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμη σ’  ένα νηπιακό πνευματικό επίπεδο, συνεπώς ο φόβος λειτουργούσε ως παιδαγωγία προς συνετισμό του ανθρώπου. Άλλωστε, η αμαρτία, μετά την πτώση του ανθρώπου σ’ αυτήν με τους πρωτοπλάστους, ήταν «φυσική», θα λέγαμε,  κατάσταση. Ο άνθρωπος αδυνατούσε να υπερβεί την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει, λοιπόν η κρίση του Θεού θα ήταν μόνον καταδίκη γι’  αυτόν. Πρόκειται για βεβαιότητα του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης, όπως με πόνο την διατυπώνει και ο μέγας ψαλμωδός: «Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν Σου πας ζων». Η μόνη κρίση που φέρνει ο Χριστός είναι η φανέρωση της αμαρτίας του ανθρώπου, λόγω της αλήθειας που βρίσκεται πια στον κόσμο. Μπροστά στην αλήθεια, η πλάνη και το ψεύδος αποκαλύπτονται. «Νυν κρίσις εστίν του κόσμου. Νυν ο άρχων του κόσμου εκβληθήσεται έξω». Όχι ο άνθρωπος, αλλά η αμαρτία κρίνεται και ο υποκινητής αυτής διάβολος.

3. Ο άγιος Ιωάννης λοιπόν αρνείται κατηγορηματικά αυτήν την εικόνα του Θεού ως κριτή του ανθρώπου στον κόσμο τούτο. Η περίοδος της σκιάς παρήλθε. Ο Ουρανός δεν είναι απειλητικός. Δεν κρυβόμαστε για να σωθούμε από μία άγνωστη δύναμη. Διότι  ο Θεός φανερώνεται με το αληθινό πρόσωπό Του. Κι αυτό το πρόσωπο είναι  του φίλου, του αδελφού, του γεμάτου αγάπη προς τα πλάσματά Του Πατέρα. «Ο Θεός αγάπη εστί» και «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν». Είναι Εκείνος μπροστά στον Οποίο νιώθουμε ασφαλείς και ήσυχοι, όπως το μικρό παιδί στην αγκαλιά του πατέρα του. Η παρουσία Του είναι σωτηρία για εμάς. Ήλθε «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ Αυτού». Ό,τι πριν ήταν απειλή και βίωμα τραγικό: η αμαρτία, ο θάνατος, ο διάβολος, τα στοιχεία του κόσμου τούτου, αίρονται από Εκείνον. Τα πήρε και τα εξαφάνισε, μια για πάντα, για να ζήσουμε ήσυχα, σαν πραγματικοί άνθρωποι. Και παίρνοντας αυτά και εξαφανίζοντάς τα μέσα στη φλόγα της αγάπης Του μας γιάτρεψε. Γιατί αυτά αποτελούσαν την πληγή μας. Ήταν ό,τι συνιστούσε τραύμα και πόνο μας. Όπως τότε στην έρημο οι Ισραηλίτες, που δέχονταν τις επιθέσεις από τα δηλητηριώδη φίδια και πέθαιναν σφαδάζοντας από τους πόνους, γλίτωσαν, καθώς κοίταζαν το χάλκινο φίδι που έστησε ο αρχηγός του Μωϋσής, καθ’  υπόδειξη του Θεού, έτσι και με τον ερχομό του Χριστού: πάνω στον Σταυρό, σήκωσε Αυτός τις δικές μας αμαρτίες, κατήργησε τον διάβολο, καταπάτησε τον θάνατο, κι εμείς ελευθερωθήκαμε και γλιτώσαμε.

4. Η σωτηρία αυτή που μας έφερε ο Χριστός δεν πρέπει να κατανοηθεί μονοδιάστατα, ως μία απλή απαλλαγή και απελευθέρωση. Μας έσωσε, διότι κυρίως μας γέμισε με την παρουσία Του, εντάσσοντάς μας μέσα στον εαυτό Του. Και η ένταξη αυτή συνιστά την  προσφορά της αιώνιας ζωής, ως ζωής του Θεού μέσα στην ύπαρξή μας, ήδη από τον κόσμο αυτό: «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’  έχη ζωήν αιώνιον». Κι αυτό συμβαίνει,  διότι κατά την πίστη μας η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που άρχεται μετά τον θάνατο του ανθρώπου, αλλά η ζωή του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο ήδη από το εδώ και το τώρα, για να ολοκληρωθεί στο απόλυτο δυνατό μετά την έξοδο του ανθρώπου από τον κόσμο και με την πρόσωπον προς πρόσωπον σχέση του  μαζί Του.
 Έτσι η σωτηρία είναι γεγονός που βιώνεται από τη ζωή αυτή, κατά την οποία ο άνθρωπος ζει την αιωνιότητα του Θεού, αρκεί βεβαίως να αποδεχτεί τον Χριστό, να πιστέψει σ’  Αυτόν: «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν».  Αν μάλιστα δεν ζήσει εν πίστει στον κόσμο τούτο την ζωή του Θεού, συνεπώς τη σωτηρία του, δεν υπάρχει περίπτωση να τη ζήσει μετά, στην άλλη ζωή που λέμε. Ή μάλλον θα ζήσει την αιωνιότητα του Θεού, αλλά κατά τρόπο επώδυνο και τραγικό γι’  αυτόν, ό,τι συνήθως ονοματίζουμε ως κόλαση, ακριβώς διότι δεν θέλησε να δημιουργήσει τις συνθήκες φιλικής σχέσης με τον Θεό. Ο Θεός με άλλα λόγια θα του προσφέρεται, αλλά η προσφορά αυτή θα λειτουργεί γι’  αυτόν αρνητικά. Από την άποψη αυτή, οι πιστοί στον Χριστό ήδη από τη ζωή αυτή έχουν ξεπεράσει τον θάνατο. Η χάρη του Τριαδικού Θεού εγκατοικεί σ’ αυτούς και αυτοί βρίσκονται στον κόσμο ως «εν σαρκί περιπολούντες θεοί».

γ. Μεγαλειώδης η ζωή του Χριστιανού. Στην πραγματικότητα, προέκταση της ζωής του ίδιου του Χριστού. Ο Χριστός μέσα από εμάς. «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Αυτό σημαίνει βεβαίως εκκλησιαστική ζωή, αφού μόνον με τη χάρη των μυστηρίων γίνεται κατορθωτή, και καθημερινή ενεργοποίησή της στις συνθήκες της ζωής μας. Ο Σταυρός του Χριστού γίνεται έτσι σταυρός και του ανθρώπου, κατεξοχήν στο θέμα της αγάπης. Κι αγάπη, όπως ιδιαιτέρως μας το τονίζει σήμερα ο άγιος Ιωάννης, σημαίνει να λειτουργούμε κι εμείς ως σωτηρία των άλλων και όχι ως η κρίση τους. Αν ο Χριστός ήλθε στον κόσμο αρνούμενος την κρίση των ανθρώπων, δεν μπορούμε εμείς στο όνομα του Χριστού, να κρίνουμε τους ανθρώπους. Και δυστυχώς, είναι αυτό που κυρίως κάνουμε. Οι πάντες, ή έστω πάρα πολλοί, κατανοούμε τον εαυτό μας ως τον «εισαγγελέα» του κόσμου: εύκολοι να κρίνουμε, να κατακρίνουμε, μη συνειδητοποιώντας ότι με τον τρόπο αυτό αρνούμαστε τον Χριστό. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: η παρουσία του Χριστιανού στον κόσμο, εφόσον προεκτείνει τη ζωή του Χριστού, είναι παρουσία σωτηριώδης: «κλαίειν μετά κλαιόντων και χαίρειν μετά χαιρόντων». Φίλοι και αδελφοί προς τους άλλους. Καθόλου απειλητικοί, παρά μόνον στην αμαρτία. Και κυρίως: απειλητικοί απέναντι στη δική μας αμαρτία.

ΤΟ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)





«Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος κήρυξε μεταξύ άλλων και στην Ιεράπολη της Φρυγίας, προφήτευσε δε ότι η περιοχή θα ευλογηθεί από αγίασμα του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Πράγματι, στις Κολοσσές, κοντά στην Ιεράπολη, ανέβλυσε αγίασμα, στο οποίο προσέρχονταν πολλοί άνθρωποι καθημερινά και έβρισκαν την ίαση από κάθε είδους ασθένεια και ανάγκη. Κάποτε, ένας πλούσιος ειδωλολάτρης, που είχε μεγάλο πρόβλημα με την κωφαλαλία της κόρης του, είδε όνειρο, στο οποίο του φανερωτόταν ότι αν δεν πάει την κόρη του στο αγίασμα, η κόρη του δεν επρόκειτο να γίνει καλά. Πήγε και με το αγίασμα η κόρη του αμέσως θεραπεύτηκε. Μπροστά στο μεγάλο αυτό θαύμα, πίστεψε ο ίδιος και όλη η οικογένειά του, οι οποίοι και βαπτίστηκαν, γενόμενοι ένθερμοι χριστιανοί. Από ευγνωμοσύνη, έδωσε τα χρήματα που χρειάζονταν για να κτιστεί περικαλλής ναός επ’  ονόματι του ταξιάρχη Μιχαήλ, στο οποίο προσέτρεχαν τώρα ακόμη περισσότεροι άνθρωποι. Μετά από έναν αιώνα περίπου, ένας νεαρός, ονόματι Άρχιππος, ένιωσε έντονη επιθυμία, λόγω αγάπης του προς τον αρχάγγελο, να πάει να υπηρετήσει στον ναό, ως νεωκόρος, και ο ίδιος γινόταν μάρτυρας καθημερινά των θαυμασίων που τελούνταν εκεί. Ο διάβολος όμως δεν άντεξε και θέλησε διά των οργάνων του να χαλάσει τον ναό και το αγίασμα. Παρακίνησε λοιπόν τους ειδωλολάτρες της περιοχής, ώστε τα δύο ποτάμια που περνούσαν από εκεί, να τα ενώσουν και να τα στρέψουν κατά του ναού. Άρχισαν τις σατανικές αυτές εργασίες, τις οποίες είδε και κατάλαβε ο Άρχιππος, οπότε με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν στον Θεό και στον αρχάγγελο να επέμβουν για να μη πραγματοποιηθούν τα μιαρά σχέδια των ειδωλολατρών. Και πράγματι: όταν τα νερά έρχονταν πια ορμητικά, με τρόπο που διαμιάς θα καταστρεφόταν ο ναός, είδε τον αρχάγγελο να κτυπά με ραβδί το μέρος μπροστά στον ναό, ανοίγοντας ένα βαθύ ρήγμα, στο οποίο χωνεύτηκαν τα νερά και πέρασαν από την άλλη μεριά του ναού. Τα σχέδια των υιών του διαβόλου απέτυχαν και η δύναμη του Θεού δια του αρχαγγέλου έκανε τους πιστούς να μεγαλύνουν το όνομα του Θεού και να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο στην πίστη τους. Έκτοτε το μεγάλο αυτό θαύμα διαλαλείται σε όλους τους αιώνες, και η Εκκλησία μας το τιμά την 6ηΣεπτεμβρίου».

Δύο πράγματα προβάλλει η Εκκλησία μας σήμερα εξ αφορμής του θαύματος του αγίου Μιχαήλ: πρώτον, τη μαρτυρία της για τον αρχάγγελο Μιχαήλ, που επεκτείνεται δι’  ολίγων και  στον αρχάγγελο Γαβριήλ, και δεύτερον τη δοξολογική αναφορά προς το θαύμα. Η όλη ακολουθία του εσπερινού και του όρθρου πράγματι έρχεται και επανέρχεται στη σπουδαία θέση την οποία κατέχει ο αρχάγγελος και ως προς τον Θεό και ως προς τους υπόλοιπους αγγέλους και ως προς τον άνθρωπο. Αξιοποιώντας το υμνογραφικό του ταλέντο μάλιστα ο υμνογράφος χαρακτηρίζει τον ταξιάρχη, πέραν των άλλων, ως παραστάτη, ως πρωτοστάτη, ως προστάτη.
Είναι παραστάτης του Θεού, «της τρισηλίου Θεότητος» όπως αναφέρει συγκεκριμένα, και καταυγάζεται επομένως από τις θεϊκές ελλάμψεις, γενόμενος δεύτερο φως μετά τον Θεό, και   συνεπώς ζώντας πλούσια την αγάπη του Θεού. Διότι αυτό σημαίνει φως και δόξα και χάρη Θεού: αγάπη Εκείνου βιούμενη από τους μετέχοντες σ’  Αυτόν. Από την άποψη αυτή ο αρχάγγελος ως πολύ κοντά στον Θεό ευρισκόμενος ζει αυτήν την αγάπη, την οποία εκδηλώνει ως δοξολογία προς τον Θεό και ως «άνοιγμα» προς τους υπόλοιπους αγγέλους και   τους ανθρώπους. Πόση πλάνη υπάρχει σ’  εκείνους που έχουν συνδέσει τον ταξιάρχη με κάτι φοβερό και τρομερό, ενώ αν έχει τέτοια μεγάλη θέση στο εκκλησιαστικό στερέωμα είναι λόγω ακριβώς της μεγάλης του αγάπης. Μόνον για τους εχθρούς της πίστεως, τους αρνητές του Θεού, τον διάβολο δηλαδή και τα όργανά του, γίνεται ο πρωτάγγελος αυτός πράγματι φόβητρο και απειλή. Το σημειώνει και ο υμνογράφος: «πυρφόρον το είδος σου» που αφενός φωτίζει τους πιστούς και αφετέρου κατακαίει τους εχθρούς και απίστους.
 Ως παραστάτης λοιπόν του Θεού, με τον τρόπο που  λέει ο υμνογράφος, είναι με τη θέληση του Θεού πρωτοστάτης των αγγέλων, δηλαδή ο αρχηγός τους που τους καθοδηγεί σε ό,τι ο ίδιος επιτελεί: δοξολογία προς τον Δημιουργό, αγάπη και πρόνοια για τους ανθρώπους. Κι είναι πολύ μεγάλη η χαρά των αγγέλων, σημειώνει ο υμνογράφος, γιατί έχουν τέτοιο αρχηγό, που τους καθοδηγεί με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Και βεβαίως, ο αρχάγγελος, όπως και οι λοιπές ουράνιες δυνάμεις, γίνεται προστάτης των ανθρώπων. Η προστασία του ανθρώπου αποτελεί έκφραση της αγάπης του, που διαπιστώνεται και στην ψυχή του ανθρώπου, με την έννοια ότι  ο αρχάγγελος προστατεύει τον άνθρωπο από τις επιθέσεις του πονηρού – «όπου επισκιάσει η χάρις σου, αρχάγγελε, εκεί του διαβόλου φυγαδεύεται η δύναμις» - αλλά και από τις επιθέσεις των ίδιων των παθών του, και στους σωματικούς κινδύνους και τις ασθένειες που μπορεί να περάσει – κάθε ένας που με πίστη θα επικαλεστεί τον άγιο Μιχαήλ θα δει τη θεραπευτική επέμβασή του – και στην ώρα όμως του θανάτου.




Ο  υμνογράφος, δεύτερον, όπως είπαμε, αναφέρεται δοξολογικά προς το θαύμα του αρχαγγέλου. Προβάλλει το θαύμα ως ενέργεια της χάρης του Θεού, που περνά όμως από την παρουσία του αρχαγγέλου,  και του δίνεται η ευκαιρία να συσχετίσει τον αρχάγγελο με άγια και σπουδαία πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τον Νώε, τον Μωυσή, τον Ιησού του Ναυή. Με τον Νώε, για παράδειγμα, διότι όπως αυτός κατασκεύασε την Κιβωτό, κατ’  εντολήν του Θεού, προκειμένου να σωθούν άνθρωποι και ζώα από τον κατακλυσμό, έτσι και ο αρχάγγελος, προκειμένου να σώσει τον ναό του και τους πιστούς ανθρώπους από τον κατακλυσμό των ποταμίων ρευμάτων, «κατασκευάζει» ένα χωνί στο έδαφος, για να απορροφήσει τα νερά. Με τον Μωυσή, διότι και με τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας σώζονται από τα νερά οι Ισραηλίτες, και στον βράχο Χωρήβ έπειτα, κτυπά με το ραβδί και βγαίνουν νερά για να ξεδιψάσουν οι Ιουδαίοι. Και στα δύο θαυμαστά γεγονότα έχουμε ύδατα και σωτηρία των ανθρώπων. Έτσι και με τον πρωτάγγελο του Θεού: έχουμε και πάλι ύδατα και σωτηρία ανθρώπων. Αλλά και με τον Ιησού του Ναυή: τον μνημονεύει ο υμνογράφος, διότι όπως στην εποχή του Ιησού είδε αυτός τον αρχάγγελο με πύρινη ρομφαία να καθοδηγεί τον λαό, έτσι και στο προκείμενο θαύμα: ως ρομφαία το ραβδί του ταξιάρχη προκαλεί ρήγμα στο έδαφος και σώζει τον νέο  λαό του Θεού, τους χριστιανούς.

Μένει κανείς έκθαμβος μπροστά στα θαυμαστά που επιτελεί ο Κύριος μέσω των αγίων Του, είτε αγγέλων είτε ανθρώπων. Και η εορτή δίνει την ευκαιρία να κάνει κάποιος και ευρύτερες ανθρωπολογικές και κοινωνικές  παρατηρήσεις. Και πρώτον, ο ίδιος ο υμνογράφος εύχεται όπως τότε ο αρχάγγελος έσωσε τον ναό από τον κατακλυσμό των υδάτων, κατά παρόμοιο τρόπο να επέμβει για να σώσει εμάς από τον κατακλυσμό των λογισμών μας. Ο ποιητής ζει έντονη και βαθειά πνευματική ζωή και γνωρίζει ότι πολλοί χριστιανοί ταλαιπωρούμαστε από τους λογισμούς, που έρχονται πολλές φορές μ’  έναν τρόπο ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να συγκεντρώσουμε τον νου μας. Ο αρχάγγελος λοιπόν μπορεί να επέμβει και σ’  αυτό το επίπεδο. Όπως βεβαίως ενόψει της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που έχει τονιστεί επανειλημμένως ότι πρόκειται για παγκόσμια πνευματική κυρίως κρίση, κάτι που το ζούμε έντονα και στη δική μας πατρίδα, μπορεί και εδώ να επέμβει. Θέλουμε να πούμε ότι καθημερινώς μας «βομβαρδίζουν» με απειλητικές ειδήσεις ότι έρχονται τα χειρότερα. Ότι σαν ποτάμι, σαν «τσουνάμι» θα επιπέσουν επάνω μας όλα τα άσχημα αποτελέσματα της κρίσης και πολλοί, δικαιολογημένα, πανικοβάλλονται και καταρρέουν. Έρχεται λοιπόν σήμερα η μνήμη του αρχαγγέλου και μας υπενθυμίζει τη θαυμαστή επέμβασή του: μπροστά σε κάθε κατακλυσμό, μπροστά σε κάθε τσουνάμι απειλητικό, μπορεί να σταθεί μπροστά εκείνος. Και με τη δύναμη του Θεού μπορεί να «χωνεύσει» αυτό το τσουνάμι, όπως και την κάθε απειλή. Ένα μόνον απαιτείται για να δει κανείς να ενεργοποιείται αυτή η δύναμη του ταξιάρχη: η πίστη του ανθρώπου και η με πόθο θερμό επίκλησή του. Αυτό μας λέει η εμπειρία της Εκκλησίας μας, αυτό έχει υποσχεθεί ο ίδιος ο Θεός μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ, ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)




«Ο άγιος Ζαχαρίας, που εορτάζει σήμερα,  εβραϊκό όνομα που σημαίνει «αυτός που θυμάται τον Κύριο», είναι άλλος από τον προφήτη Ζαχαρία που ανήκει στον κύκλο των δώδεκα μικρών λεγομένων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Κι αυτός χαρακτηρίζεται προφήτης, γιατί πράγματι είχε προφητικό χάρισμα, και τα σχετικά με αυτόν καταγράφονται από τον ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος αναφέρει ότι την περίοδο της ιερατείας του στον Ναό, ως ιερεύς που ήταν, δέχτηκε οπτασία του αρχαγγέλου Γαβριήλ, προαναγγέλλοντάς του τη γέννηση του υιού του Ιωάννη, παρ’  όλα τα λογικά εμπόδια: το γήρας του ίδιου, το γήρας και τη στειρότητα της γυναίκας του Ελισάβετ. Λόγω της αμφισβήτησής του, ο αρχάγγελος τον «τιμωρεί» με αφωνία, η οποία λύεται με τη γέννηση του Ιωάννη, γεγονός που οδηγεί τον Ζαχαρία σε ύμνους και δοξολογίες, όπως και σε προφητεία για το παιδί του. Το τέλος του υπήρξε μαρτυρικό, όπως σημειώνεται και στην Κανή Διαθήκη, τον σκότωσαν δηλαδή οι συμπατριώτες του, κατά τη γνωστή συνήθειά τους, μεταξύ του Ναού και του θυσιαστηρίου».
Ο προφήτης Ζαχαρίας, παρ’  όλη τη σύνδεση της μνήμης του με τη δυσπιστία του σ’  αυτό που του ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, τιμάται ιδιαιτέρως από την Εκκλησία μας, σε αναφορά πάντοτε με τον τρισμέγιστο υιό του, Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο υμνογράφος μάλιστα της ακολουθίας του τον βλέπει καταστολισμένο μ’  ένα τριπλό στεφάνι: το στεφάνι του πιστού ιερέα του Θεού, του άριστου μάρτυρα και του ένδοξου προφήτη: «εν ιερεύσι πιστός και εν μάρτυσιν άριστος, και προφήτης ένδοξος…τριπλώ στεφάνω κατακοσμούμενος». Όμως εκείνο που οι πολλοί φέρνουν στη μνήμη τους είναι, όπως είπαμε, η αμφισβήτηση της ουράνιας οπτασίας, για την οποία ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι έφερε ως αποτέλεσμα την κώφευση και την αλαλία του, διότι φανέρωνε την προτεραιότητα της λογικής του έναντι της παντοδυναμίας του λόγου του Θεού. Είναι δυνατόν, διερωτάται μάλιστα ο άγιος Πατέρας, να υπάρξει η όποια λογική αντίρρηση σ’  Εκείνον που ο λόγος Του συστήνει και δημιουργεί τα σύμπαντα;
Κι όμως! Αν κρίναμε την αντίδραση του αγίου Ζαχαρία με τα κριτήρια των μετέπειτα αγίων μας, ιδίως των νηπτικών Πατέρων και Διδασκάλων, θα έπρεπε να τον επαινέσουμε. Διότι ακριβώς δεν έσπευσε να αποδεχθεί την οπτασία, το όραμα. Οι άγιοί μας δηλαδή, βασισμένοι στον λόγο του Θεού αλλά και την εμπειρία τους, μας διδάσκουν ότι η πρώτη αντίδρασή μας σε τέτοια φαινόμενα, αν παρουσιαστούν, θα πρέπει να είναι η επιφύλαξη, κι ίσως η αμφισβήτηση. Κι αυτό γιατί δεν είναι μόνον ο Θεός, ο Οποίος μπορεί να φανερωθεί δι’  αγγέλου Του ή δι’  άλλου τρόπου, αλλά και ο πονηρός διάβολος. Ο διάβολος μάλιστα είναι εκείνος συνήθως, ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με τον συγκεκριμένο τρόπο, γι’  αυτό και η επιφυλακτικότητα θεωρείται τελικώς ότι είναι…εκ Θεού. Θυμόμαστε τα λόγια αγίου ασκητή του αγίου Όρους, ο οποίος έλεγε ότι από τα τριακόσια περίπου οράματα που δέχτηκε ως καλόγερος, μόνον τα τρία ήταν εκ Θεού. Ο έπαινος επομένως θα ήταν η ορθή αντίδρασή μας μπροστά στην αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία. Και  το ίδιο το ευαγγελικό κείμενο δεν φαίνεται να είναι αρνητικό σε κάτι τέτοιο. Η «τιμωρία» του προφήτη μάλλον λειτουργεί ως απλή παιδαγωγία, γι’  αυτό και μόλις γεννιέται το παιδί Ιωάννης, λύνεται και η γλώσσα του αγίου.
Η ακολουθία της ημέρας μάς δίνει όμως και μία άλλη ερμηνεία της κώφευσης και αλαλίας του Ζαχαρία, εντάσσοντας αυτήν μέσα στα πλαίσια του προφητικού του χαρίσματος: η κώφευσή του προφητεύει τη σιγή της Παλαιάς Διαθήκης, που ολοκληρώνει το έργο της με την εμφάνιση του φωτός της χάρης του Θεού, το οποίο υποδεικνύεται με τη γέννηση του Ιωάννη. «Ω, του παραδόξου θαύματος! Της Παλαιάς την σιγήν, και της Νέας την έκφανσιν, Ζαχαρίου κώφευσις, προφητεύει σαφέστατα. Την γάρ νόμου σιγήσας πλήρωσιν, το φως υπέδειξε το της χάριτος». Πρόκειται για μία συμβολική αναγωγή της αλαλίας του προφήτη, για την οποία συγκινούμαστε, γιατί μας δείχνει με τι ευρύ πνεύμα η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας και πόσο το Πνεύμα του Θεού την καθοδηγεί για την ορθή όρασή τους. Και πέραν τούτου: η ίδια η ακολουθία, δηλαδή η όραση και πάλι των γεγονότων με θείο φωτισμό, μας προσανατολίζει σε κάτι που έχει άμεση αναφορά και στη δική μας ζωή. «Ο προφήτης σου, Δέσποτα – επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος – τύποις λογικοίς πιστώς ελειτούργει σοι, και της χάριτος ηξίωται, κατιδείν εν γνώσει την αλήθειαν». Δηλαδή: ο προφήτης σου, Κύριε, λειτουργούσε πιστά στους λογικούς τύπους (της Παλαιάς Διαθήκης), γι’ αυτό αξιώθηκε να δει με επίγνωση και την αλήθεια της χάριτος (με τον ερχομό του Χριστού). Όταν με άλλα λόγια και εμείς επιμένουμε, μένοντας σταθεροί και πιστοί σ’  αυτά  που έστω και τυπικά μπορούμε να επιτελέσουμε από τον νόμο του Θεού – την προσευχή μας, τον εκκλησιασμό μας, τη μελέτη του λόγου του Θεού, την ελεημοσύνη μας – θα δούμε τη χάρη του Θεού να ενεργοποιείται και να γλυκαίνει την καρδιά μας. Μία περίοδος πνευματικής ξηρότητας δηλαδή, όταν δεν γίνεται αφορμή για να αποκλίνουμε από τον λόγο του Θεού, φέρνει συνήθως πλούσια έπειτα τη δροσιά της παρουσίας του Θεού.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ (3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Άνθιμος οδηγήθηκε δέσμιος για εξέταση προς τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, ενώ είχαν φέρει εκεί όλα τα όργανα των βασανιστηρίων. Κι όταν ρωτήθηκε και με παρρησία κήρυξε τον Χριστόν, του σπάσανε τον τένοντα, τον πλήγωσαν με πυρωμένα σίδερα και τον άπλωσαν γυμνό πάνω σε όστρακο, οπότε και τον κτύπησαν με ραβδιά. Στη συνέχεια του βάλανε ως υποδήματα χαλκά στηρίγματα πυρακτωμένα και τον έδεσαν σε τροχό, ενώ στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι. Κι ενώ κόπηκε το κεφάλι, συνέχισε να φυτρώνει τρίχες».

Ο άγιος Άνθιμος ανήκει στη χορεία των αγίων ιερομαρτύρων, οι οποίοι έχουν διπλή τη χάρη του Θεού: της ιερωσύνης και του μαρτυρίου. Και στα δύο διέπρεψε τόσο, ώστε να χαίρονται και να δοξολογούν τη μνήμη του και οι πιστοί στον κόσμο τούτο, αλλά και οι άγγελοι και οι προγενέστεροι αυτού μάρτυρες, άρα σύμπασα η Εκκλησία, η στρατευόμενη και η θριαμβεύουσα ονομαζομένη. Διότι «θυσίαν το πρότερον Θεώ φέρων την αναίμακτον, ως ιερεύς εννομώτατος, ως ολοκάρπωμα και δεκτήν θυσίαν σεαυτόν δι’  αίματος, ως Μάρτυς αληθέστατος ύστερον, Χριστώ προσήγαγες», δηλαδή ως ιερεύς που ζούσε απολύτως σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρόσφερε πρώτα την αναίμακτη θυσία σ’  Εκείνον, έπειτα δε, ως μάρτυς αληθέστατος πρόσφερε τον εαυτό του δεκτή θυσία στον Χριστό με το αίμα του. Κι όχι μόνο αυτό: υπήρξε, όπως έχει σημειωθεί και άλλοτε, αλείπτης πολλών μαρτύρων, δηλαδή με τον λόγο του,  τις παραινέσεις του και τις προσευχές του, κυρίως όμως με τη ζωή του,  καθοδήγησε και άλλους στο να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να γίνουν και αυτοί μάρτυρες του Κυρίου. «Μαρτύρων στρατεύματα Χριστώ, Πάτερ, προσενήνοχας, ταις υποθήκαις σου, Άνθιμε, και παραινέσεσι, νουθετών, διδάσκων, και σαφές υπόδειγμα, θεόφρον, σεαυτόν παρεχόμενος».

Η υπέρ άνθρωπον πορεία του αγίου Ανθίμου, και όσο ζούσε εν ειρήνη και την ώρα του μαρτυρίου, είναι βεβαίως καρπός και της θείας χάρης που τον ενίσχυε – κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γίνει μάρτυρας Χριστού, με την έννοια όχι μόνον της υπομονής στα βασανιστήρια, κάτι που το συναντάμε και στα μαρτύρια εκτός της χριστιανικής πίστεως, αλλά και της επιμονής στην αγάπη προς τους εχθρούς: ο μάρτυρας του Χριστού πεθαίνει προσευχόμενος για τους διώκτες του – αλλά και της δικής του θέλησης, την οποία ολοκάρδια είχε καταθέσει στον Κύριό του. Αν μάλιστα δεν υπάρχει αυτή η θέληση από πλευράς του ανθρώπου, η χάρη του Θεού μένει ανενέργητη, όσο κι αν επιθυμεί ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο. Η θέληση του αγίου Ανθίμου να είναι με τον Θεό, η οποία ενεργοποιούσε και τη χάρη του Θεού, φάνηκε από την επίμονη προσπάθειά του να κρατάει στο νου και την καρδιά του τη μνήμη του Θεού. Ο άγιος ζούσε την εντολή του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη ψυχή σου, εν όλη τη καρδία σου, εν όλη τη διανοία σου, εν όλη τη ισχύι σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», γεγονός που προκαλούσε τον διάβολο, που δεν εύρισκε δίοδο πειρασμού στην καρδιά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτές τις περιπτώσεις είναι γνωστό: ο μεν διάβολος εκνευρίζεται, ενώ ο πιστός άνθρωπος ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τη χάρη του Θεού, διά της οποίας και κατατροπώνει τον αντίπαλο. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας περιγράφει την εσωτερική αυτή κατάσταση με εξαίσιο τρόπο: «Νευρώσας την ψυχήν, επιμόνοις μελέταις, εξενεύρισας εχθρόν, ανδρείαις συμπλοκαίς, και ανίσχυρον έδειξας». Δυνάμωσες την ψυχή σου με επίμονες μελέτες (του Θεού), γι’  αυτό και εκνεύρισες τον εχθρό, τον οποίο και απέδειξες ανίσχυρο, συμπλεκόμενος με αυτόν με ανδρειότητα.

Ο άγιος Άνθιμος είναι παράδειγμα όχι μόνον για τους πιστούς της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής. Μας υπενθυμίζει ότι τον Θεό δεν μπορούμε να Τον έχουμε στο περιθώριο της ζωής μας, αλλά στο κέντρο της, που σημαίνει πως ό,τι λέμε, κάνουμε, σκεπτόμαστε πρέπει να αποπνέουν το άρωμα της θεϊκής παρουσίας. Κι αυτό πραγματοποιείται αν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι το όλο μυστικό της πνευματικής ζωής, που ενεργοποιεί, όπως είπαμε, τη χάρη του Θεού, είναι το θέμα των λογισμών. Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να είναι στραμμένα προς τον Θεό. Η επίμονη μελέτη μας στην παρουσία του Θεού, στις άγιες εντολές Του, στις προσευχές μας, κυρίως με τη σύντομη ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι εκείνη που ζωντανεύει την πίστη μας και μας κάνει πραγματικά μέλη του Χριστού, κυριολεκτικά κατοικητήρια Εκείνου. Ο άγιος Άνθιμος είναι και ο δικός μας αλείπτης στην εύρεση της Βασιλείας του Θεού.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΜΑΜΑΣ (2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Μάμας ήταν από τη Γάγγρα, πόλη των Παφλαγόνων. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, οι οποίοι συνελήφθησαν για την πίστη τους στον Χριστό και ρίχτηκαν στη φυλακή. Εκεί, στα δεσμά της φυλακής, γεννήθηκε και ο άγιος. Επειδή οι γονείς του πέθαναν στη φυλακή, ανέλαβε το βρέφος κάποια Χριστιανή γυναίκα, ονόματι Αμμία, η οποία και τον ανέθρεψε. Τη θετή αυτή μητέρα του ο άγιος φώναζε διαρκώς «μαμά», γι’  αυτό και Μάμα τον ονόμασαν. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, συνελήφθη ως Χριστιανός και κτυπήθηκε με ραβδιά, ενώ στη συνέχεια του κρέμασαν βαρύ μολύβι στον τράχηλο και τον έριξαν στη θάλασσα. Σώθηκε όμως με τη δύναμη του Θεού από τον κίνδυνο και κρύφτηκε σ’  ένα σπήλαιο, τρεφόμενος από το γάλα ελαφιών. Και πάλι όμως τον συνέλαβαν, τον έριξαν σε καμίνι και τον πέταξαν στα θηρία. Τέλος τον τρύπησαν με σιδερένια τρίαινα, οπότε και έφυγε από τη ζωή αυτή».
  
Τριπλή η χάρη την οποία έχει ο άγιος Μάμας: Πρώτον, υπήρξε παιδί μαρτύρων, από τους οποίους, έστω κι αν δεν τους γνώρισε, δεχόταν ασφαλώς τη διαρκή ευλογία των εν παρρησία προσευχών τους ενώπιον του Κυρίου. Δεύτερον, ανατράφηκε χριστιανικά, από ευσεβή γυναίκα, η οποία του μετάγγισε τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και δεν έπαυσε ασφαλώς να του μιλά για τους αγιασμένους γονείς του. Τρίτον, και σημαντικότερο, ο ίδιος υπήρξε, παιδί ακόμα, ομολογητής και μάρτυρας της χριστιανικής πίστεως, ανήκοντας στην περίοπτη ομάδα των αγίων παιδομαρτύρων. Την ιδιαίτερη αυτή χάρη του αγίου Μάμα προβάλλει η  Εκκλησία μας, μέσα ιδίως από την ακολουθία του, καθώς τον παραλληλίζει, λόγω της αντιστοιχίας των μαρτυρίων τους, και με τους αγίους τρεις παίδες στη Βαβυλώνα, οι οποίοι ρίχτηκαν στη φωτιά λόγω της συνέπειας στην πίστη τους, και με τον προφήτη Δανιήλ, ο οποίος  υπέστη το μαρτύριο του εγκλεισμού του σε λάκκο με λιοντάρια. Κι ακόμη, τον βλέπει ο άγιος υμνογράφος ως συνέχεια του δικαίου Άβελ: όπως εκείνος, ως ποιμήν προβάτων που προσέφερε  θυσία στον Θεό ό,τι καλύτερο είχε από το ποίμνιό του, δέχτηκε και το στεφάνι της αθλήσεως, έτσι και ο άγιος Μάμας: ζώντας ανάμεσα σε ζώα, όταν κλείστηκε στο σπήλαιο, τελικώς «εαυτόν θύμα ευπρόσδεκτον τω Χριστώ προσήγαγε διά του μαρτυρίου».

Το σημαντικό μεταξύ των άλλων που επισημαίνουμε στον άγιο Μάμα, είναι το γεγονός ότι δεν απέρριψε, αλλ’  αντιθέτως αξιοποίησε πλήρως τη χάρη που του προσφέρθηκε. Θέλουμε να πούμε ότι ο νεαρός άγιος, γόνος μαρτύρων και αναθρεμμένος χριστιανικά, δεν αντιδρά στην ιδιαίτερη αυτή χάρη που του δίνεται, δεν λειτουργεί δηλαδή σ’  αυτόν, θα λέγαμε, η «φυσική» θεωρούμενη σήμερα αντιδραστικότητα της εφηβικής ηλικίας. Διότι πολύ συχνά διαπιστώνουμε ότι παιδιά ευσεβών γονέων, όταν εισέρχονται στην εφηβική ηλικία, αρχίζουν και αντιδρούν στις αρχές και τις αξίες των γονέων τους, γιατί θέλουν  να διαμορφώσουν τη δική τους ξεχωριστή ζωή μέσα σε πλαίσια ελευθερίας, άρα έξω, κατ’  αυτούς από την «καταπίεση» της παραδεδομένης πίστης. Και βεβαίως, ως ένα σημείο, τα πράγματα είναι φυσικό να εξελίσσονται έτσι, όπως είναι φυσικό να βλέπουμε τελικώς την επάνοδο των «επαναστατημένων» νέων στις παραδόσεις της οικογένειας, ευθύς ως ισορροπήσουν από τη λαίλαπα της εφηβικής ηλικίας. Στον άγιο Μάμα δεν βλέπουμε όμως αυτή τη «φυσική» πορεία και εξέλιξη. Παρουσιάζει τέτοια εξέχουσα ωριμότητα ήδη από παιδί, που γίνεται πρότυπο όχι μόνο για τους νέους, αλλά και όλους τους ανθρώπους κάθε ηλικίας.

Ο υμνογράφος μάλιστα, αδυνατώντας προφανώς να κατανοήσει λογικά την εκπληκτική για τα δεδομένα της ηλικίας σύνεση και  ωριμότητα του παιδιού Μάμα,  επιχειρεί να την αιτιολογήσει, ανάγοντας  αυτήν σε μία ξεχωριστή χάρη, την οποία ο Θεός του έδωσε, επειδή προείδε την αγαθή διάθεση της ψυχής του και την όλη αγιασμένη εξέλιξη της ζωής του. «Το ευγενές και κατά πάντα τέλειον, της διανοίας σου, ο προειδώς Λόγος, Μάμα εκ σπαργάνων σε, συνέσεως επλήρωσε, και καλών ταις ιδέαις, πολυειδώς κατεκόσμησε, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε» (Ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε Μάμα, επειδή προείδε την ευγένεια και την κατά πάντα τελειότητα της διάνοιάς σου, από τα σπάργανα σε γέμισε με σύνεση,  και σε καταστόλισε ποικιλόμορφα με τις ιδέες των καλών). Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε τον τρόπο δράσεως αυτόν του Θεού – ποιος μπορεί να γίνει σύμβουλός Του; - μπορούμε όμως να παραδειγματιστούμε όλοι από τον άγιο Μάμα, προσπαθώντας, όσο είναι δυνατόν, να μη γινόμαστε αντιδραστικοί στα καλά που μας παραδίδονται από τις προηγούμενες γενιές. Κάποτε, θα πρέπει όλοι, ως πρόσωπα, ως κοινωνία, ως κράτος να σοβαρευτούμε, επιλέγοντας την ωριμότητα της αποδοχής των καλών και όχι διαρκώς την ανωριμότητα της απόρριψης. Κάποτε θα πρέπει να αφήσουμε την αντιδραστικότητα της εφηβείας και να ενηλικιωθούμε.


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΓΕΡΟ ΔΑΣΚΑΛΟΣ




Συνάντησα το δάσκαλο τον περιφρονημένο,
το ῾δασκαλάκο᾽ τον απλό, που λέγανε παλιά,
και ήταν σα να έβλεπα, μνημείο τιμημένο,
της ιστορίας γίγαντα, κι έχασα τη λαλιά.

Χοντρές ρυτίδες  χάραζαν πλατύ το μέτωπό του,
και η φωνή του κύλισε αργά, τρεμουλιαστά,
μα σαν τον κοίταξα βαθιά, ίσια στο πρόσωπό του,
είδα δυο μάτια της βροχής, αγνά, λαμπυριστά.

´Ηταν τα μάτια που ᾽φερναν μπροστά την ιστορία,
χιλιάδες μάτια μαθητών φαίνονταν μές σ᾽ αυτά.
Πώς γίνεται σε δυο σχισμές να γράφετ᾽ η πορεία
τόσων πολλών νέων ψυχών που δέθηκαν με αυτά;

Πόνους και κόπους διάβασα, μέσα σ᾽ αυτά τα μάτια,
μα πιο πολλές τις θεϊκές είδα σ᾽ αυτά χαρές.
Αγγέλους να χορεύουνε σε θεία μονοπάτια,
ο δάσκαλός μας έβλεπε σ᾽ υπάρξεις νεαρές.

Μ᾽ αγάπη πάντα ήτανε, σιμά στους μαθητές του,
και πιο πολύ σ᾽ όλους αυτούς που ᾽χαν μυαλό απλό.
Κι όταν αυτοί τον πείραζαν, δεν ξέφευγε ποτές του,
το δίκιο πάντα κρίνοντας, δείχνοντας το καλό.

Ουράνιο χάδι το ᾽πανε το βλέμμα του δασκάλου,
ζεστή ακτίνα του Θεού, που τρέφει τις καρδιές.
Μ᾽ ασπίδ᾽ ατσάλινη κρατά, ορμές του μισοκάλου,
αλείπτης γίνεται ψυχών σε θείες αθλοπαιδιές.

Σα σ᾽ ευεργέτη μου τρανό, γονάτισα μπροστά του,
τ᾽ άγια του χέρια φίλησα – φαίνονταν τα οστά –
κι όταν τα δάκρυα ένιωσα να πέφτουνε καυτά του,
τα ᾽δα σα δώρα τ᾽ ουρανού, σα μύρα ευωδιαστά.